Πέμπτη, Ιανουαρίου 21, 2010

Η ΓΟΥΕΝΤΙ, Η ΛΟΥΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Με το "Wendy and Lucy" του 2008 της Kelly Reichardt βρισκόμαστε στην καρδιά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά. Γι' αυτό και πρόκειται για ταινία μάλλον για λίγους. Μινιμαλισμός και λιτότητα, "ακατέργαστη" φωτογραφία με κόκκο, ελάχιστη "υπόθεση", εικόνες άχαρης καθημερινότητας, πλην όμως ανθρωπιά, τρυφερότητα, συγκίνηση - και μια έντονα πολιτική ματιά, δίχως όμως μεγαλοστομίες, διδακτισμούς και καταγγελίες κάθε είδους.
Μια κοπέλα με το σκύλο της ταξιδεύει με ένα παλιό αυτοκίνητο προς την Αλάσκα, όπου ελπίζει να βρει δουλειά - ή μάλλον ελπίζει στο αόριστο "εκεί τα πράγματα θα είναι καλύτερα". Με ελάχιστα χρήματα, κολλά οδυνηρά σε μια απρόσωπη αμερικάνικη μικρή πόλη στο πουθενά, όταν όλα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά: Χάνει τον αγαπημένο της σκύλο, χαλάει το αυτοκίνητό της... και αναγκάζεται να μετατραπεί σε ένα είδος κλοσάρ.
Δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία δρόμου, αφού η ηρωίδα είναι παρά τη θέλησή της ακινητοποιημένη στην άχρωμη πόλη. Πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν: Συναντήσεις με κάποιους ανθρώπους, κάποια τηλεφωνήματα που τονίζουν τη μοναξιά και την αποξένωσή της, μια μικροκλοπή... Κι όλα αυτά με "γυμνές", καθημερινές εικόνες, δίχως οποιονδήποτε καλλωπισμό. Κι όμως, μέσα από όλα αυτά τα μικροπράγματα διαγράφεται το αμείλικτο πρόσωπο ενός στυγνού καπιταλισμού / νεοφιλελευθερισμού, με την εφιαλτική ανεργία, τις στρατιές νεόπτωχων και τις εντάσεις, την εγκληματικότητα, την κοινωνική απομόνωση που όλα αυτά δημιουργούν. Ακόμα και ο φύλακας που μιλά με την ηρωίδα, λέει κάποια στιγμή ότι δουλεύει 12 ώρες (!) και είναι και τυχερός που έχει δουλειά...
Η ταινία στηρίζεται στην πολύ καλή και εκφραστική Μισέλ Γουίλιαμς, που αναγκάζεται να στερηθεί ακόμα κι απ' αυτό που αγαπά περισσότερο σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του φιλμ. Γενικά η συγκίνηση και η τρυφερότητα κυριαρχούν, όλα όμως σε πολύ χαμηλούς τόνους. Μπορεί να κουράσει αρκετούς ο μινιμαλισμός και η έλλειψη δράσης της, προσωπικά πάντως, δίχως να τη θεωρώ και κανένα αριστούργημα, τη βρήκα αρκετά συμπαθητική.

Τρίτη, Ιανουαρίου 19, 2010

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΑΝ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (Ivanovo destvo) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γυρίζει ο Andrei Tarkovsky (1932-1986) το 1962. Έχει κάποιες διαφορές από το υπόλοιπο έργο του, συγχρόνως όμως συναντούμε και πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που θα αναπτυχθούν αργότερα.
Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εισβολής στη Ρωσία, ο μικρός, ορφανός Ιβάν ρισκάρει διαρκώς τη ζωή του περνώντας στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, που είναι κατειλημένη από τους γερμανούς, μεταφέροντας πολύτιμες πληροφορίες στο ρωσικό στρατό, οι αξιωματικοί του οποίου τον υπεραγαπούν, έχοντάς τον κάτι σαν μασκότ.
Μ' αυτή την απλή υπόθεση, ο Ταρκόφσκι κάνει το πρώτο του ποιητικό φιλμ, καταφέρνοντας να απογειώσει θαρρείς τις εικόνες του από τα εγκόσμια, και ταυτόχρονα να κάνει μια από τις πλέον αντιπολεμικές ταινίες του σινεμά. Δίχως να έχει τους τόσο αργούς ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τις επόμενες δουλειές του, δημιουργεί πανέμορφες, ποιητικές, ασπρόμαυρες εικόνες, που έχουν να κάνουν τόσο με τα όνειρα του μικρού (στα οποία κυρίως εμφανίζεται η σκοτωμένη μάνα του) όσο και, παραδόξως, με τις εφιαλτικές, συχνά αποκαλυπτικές εικόνες του πολέμου. Και εδώ βρίσκεται και η άλλη διάσταση του φιλμ. Ακόμα και μ' αυτόν τον τόσο ποιητικό τρόπο, δεν μπορούμε παρά να αισθανθούμε φρίκη για τόση καταστροφή, τόση δυστυχία, τόσες χαμένες, κακοξοδεμένες ζωές. Και πρώτη και καλύτερη βέβαια του ίδιου του Ιβάν, που αντί να περνά την ευτυχισμένη παιδική ηλικία που θα του άξιζε, ζει μέσα στα ερείπια, τις λάσπες, το κρύο, τον θάνατο. Η ίδια η ψυχή του, πλημμυρισμένη από μίσος για τους ναζί, με μόνο στόχο να εκδικηθεί τη σφαγή των δικών του, δίνει μια πολύ δυνατή εικόνα της ψυχικής "διαστροφής" που προκαλεί ο πόλεμος. Γιατί είναι όντως συγκλονιστικό να βλέπεις ένα δεκάχρονο ή δωδεκάχρονο αγοράκι να έχει σα μόνο στόχο στη ζωή του την τυφλή εκδίκηση. Ο Ταρκόφσκι, πράτοντας έξυπνα και διαλεκτικά, δείχνει εκτός από τον ηρωισμό του μικρού και την αλλοτρίωση, την "απανθρωποποίησή" του, για την οποία βέβαια μόνο αυτός δεν φταίει (είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές όπου ο μικρός λεει με βεβαιότητα που παγώνει "Μα δεν υπάρχουν καλοί γερμανοί" και, βλέποντας τις γκραβούρες του Ντίρερ με θέμα την Αποκάλυψη και τους καβαλάρηδες από την κόλαση να θερίζουν ανθρώπους αναφωνεί: "Να, βλεπεις; Από τότε οι γερμανοί σκότωναν!")
Στο φιλμ νομίζω ότι δεν υπάρχει - τουλάχιστον τόσο ανεπτυγμένη - η μεταφυσική διάσταση που χαρακτηρίζει το έργο του δημιουργού. Υπάρχει όμως ήδη η εμμονή του με το νερό και τις υδάτινες επιφάνειες (είναι πανέμορφες οι νυχτερινές εικόνες στο βάλτο, με τη βάρκα και τις φωτοβολίδες). Και υπάρχει - το είπα ήδη - και μια αλλόκοτη, άγρια ομορφιά ακόμα και στις εικόνες καταστροφής.
Θεωρώ "Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" ίσως όχι ακόμα μια χαρακτηριστική ταινία του Ταρκόφσκι, πλην όμως μια θαυμάσια ταινία, έστω και με λιγότερα ταρκοφσκικά γνωρίσματα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

ΕΝΑ "ΠΕΙΡΑΜΑ" ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ


Το 2001 ο γερμανός Oliver Hirschbiegel γυρίζει "Το Πείραμα" (Das Experiment), προκαλώντας σοκ στο κοινό. Η ταινία αφηγείται ένα "κοινωνικό" πείραμα που γίνεται σε μια σχολή: 20 άνθρωποι δέχονται εθελοντικά (έναντι αμοιβής) να παίξουν για 15 μέρες τους ρόλους δεσμοφυλάκων και φυλακισμένων, υπακούοντας σε ορισμένους κανόνες. Οδηγούνται σε μια κανονικά προσομοιωμένη φυλακή, χωρίζονται στους μεν και στους δε... και η κόλαση αρχίζε. Στις 5 μόλις μέρες η κατάσταση έχει εκτροχιαστεί πλήρως.
Το φιλμ καταφέρνει με κοφτό ρυθμό να κρατά ένα διαρκές σασπένς. Συγρόνως, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό η ένταση κλιμακώνεται αδιάκοπα, μέχρι το πολύ δυνατό φινάλε. Η κατάσταση ξεφεύγει πολύ σύντομα από το απλό παιχνίδι, γίνεται όλο και περισότερο δυσάρεστη (και για τον θεατή, πόσο μάλλον για τους έγκλειστους) και, τελικά, η ωμή βία είναι αναπόφευκτη - και το τέντωμα των νεύρων των θεατών εγγυημένο. Προφανώς ο σκηνοθέτης θέλει να μας δείξει ότι η βία, τα άγρια ένστικτα, η "ανάγκη" για δύναμη και εξουσία είναι ριζωμένα μέσα μας, ότι μια χούφτα ανθρώπων δίχως καμιά έξωθεν καθοδήγηση θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στον πρωτογονισμό και τη βία (σ' αυτό το συμπέρασμα θυμίζει πολύ το παλιό "Lord of the Flies" για το οποίο έγραψα πρόσφατα).
Παρά το ότι λοιπόν είναι ένα αναμφισβήτητα δυνατό φιλμ, οι αντιρρήσεις μου είναι αρκετές. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν το βρήκα αρκετά πειστικό. Δεν νομίζω ότι τέτοιες ανεξέλεγκτες καταστάσεις μπορούν να προκύψουν σε 5 μόλις μέρες. Κι έπειτα μου φάνηκε αρκετά ψεύτικη η μη συμμετοχή (η ελάχιστη συμμετοχή τέλος πάντων) των "άνωθεν", αυτών δηλαδή - καθηγητών πανεπιστημίου κυρίως - που παρακολουθούν το πείραμα. Πιστεύω ότι στην πραγματικότητα θα το σταματούσαν ή θα έκαναν αυστηρες συστάσεις πολύ συντομότερα. Και δεν είμαι σίγουρος ότι ένας άνθρωπος φασιστικής νοοτροπίας (ο "κακός" της ταινίας) μπορεί να παρασύρει τόσο εύκολα όλους τους υπόλοιπους (ναι, ασφαλώς και συνέβει με τον Χίτλερ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι συμβαίνει καθημερινά. Γι' αυτό άλλωστε το ναζιστικό φαινόμενο είναι τόσο ιδιαίτερο και μελετάται ακόμα τόσο πολύ). Στο νου βέβαια με όλα αυτά μας έρχεται το μεταγενέστερο "Κύμα", που κι αυτό επίσης δεν με είχε πείσει. Ίσως οι γερμανοί κουβαλούν τις ενοχές του παρελθόντος τους και προσπαθούν απεγνωσμένα να διερευνήσουν τα βαθύτερα αίτια γι' αυτό, να αποδείξουν ότι η γοητεία του φασισμού είναι (σε λανθάνουσα κατάσταση) ριζωμένη στην ανθρώπινη ψυχή και περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να ξυπνήσει. Πάντως και οι δύο αυτές κινηματογραφικές απόπειρες, παρά το ότι είναι πολύ δυνατές σαν ταινίες, δεν με έπεισαν.

Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2010

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΕΡΑ ΜΑΝΤΡΕ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΠΛΗΣΤΙΑ


O Huston Huston (1906-1987) γυρίζει το 1948 τον "Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε", που θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες του. Σπάνια ο κινηματογράφος έχει καταγράψει με τόση ένταση την ανθρώπινη απληστία και την τρέλα που τη συνοδεύει, μια τρέλα που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει ιερό ή όσιο, που δεν διστάζει να φτάσει στον φόνο. Και βέβαια είναι το καλύτερο φιλμ (νομίζω) που μιλά για τον πυρετό του χρυσού.
Η απόλυτη φτώχια και η αθλιότητα της καθημερινότητάς τους θα οδηγήσουν τρεις αμερικάνους που έχουν ξεμείνει πάμφτωχοι σε ένα μεξικάνικο χωριό να γίνουν χρυσοθήρες και να ψάξουν για χρυσό σε μια μακρινή περιοχή στα βουνά. Αλλά το γεγονός ότι τους δένουν πλέον δεσμοί ζωής και θανάτου (ο ένας έχει σώσει τη ζωή του άλλου) δεν εμποδίζει το μικρόβιο της απληστίας να αναπτυχθεί και η παράνοια που δημιουργεί καταλαμβάνει τον έναν απ' αυτούς με τραγικές συνέπειες.
Δεν είναι μόνο η μελέτη της ανθρώπινης απληστίας ούτε η εξαιρετική παρουσία του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ (σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του) που κάνουν καλή την ταινία. Είναι και το ότι ο Χιούστον, από τους μεγάλους κλασικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, ξέρει να αφηγείται με άψογο τρόπο και με το σφιχτό και δυνατό σενάριο καταφέρνει να κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό τον θεατή και μάλιστα μέχρι σήμερα. Οι περιπέτειες των τριών φίλων, η εμφάνιση αδίστακτων ληστών, οι φτωχοί μεξικάνοι ενός χωριού, ο παρείσακτος τέταρτος που θα εμφανιστεί ξαφνικά, είναι μερικά από τα στοιχεία που εμπλουτίζουν την πλοκή και καθηλώνουν.
Η απληστία και ο πυρετός που δημιουργεί ο πλούτος μπορούν να προσβάλλουν κάποιους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην παράνοια, λέει ο σκηνοθέτης. Κι αυτό είναι μια διαπίστωση που εξηγεί κάμποσες ανθρώπινες συμπεριφορές (έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί κάποιος εκατομμυριούχος που κυριολεκτικά δεν ξέρει τι έχει εξακολουθεί να αγωνίζεται για να αυξήσει τα κέρδη του και μάλιστα πολύ συχνά πατά επί πτωμάτων, παραβιάζει νόμους, πολεμά λυσασμένα αντιπάλους του, τη στιγμή που όσα παραπάνω εκατομμύρια να βγάλει δεν θα προσθέσεουν τίποτα στην ευημερία του, αφού πρακτικά μπορεί να ικανοποιήσει κυριολεκτικά οποιαδήποτε υλική του επιθυμία); Και βέβαια ένα είδος μοίρας στο τέλος του φιλμ θα δείξει με συντριπτικό (και ιδιοφυή) τρόπο τη ματαιότητα και το παράλογο της όλης κατάστασης, τη γελοιότητα της ανθρώινης μεγαλομανίας και της συνεχώς μεγαλύτερης επιδίωξης κέρδους.
Αρχετυπική ταινία, παραλλαγές του θέματος της οποίας συναντούμε σε κάθε είδους αφηγηματικής τέχνης (ούτε κι αυτή βέβαια ήταν η πρώτη που ασχολήθηκε μ' αυτό), συνίσταται ανεπιφύλακτα ως κλασική.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΟΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΙΔΙΑΖΟΝΤΩΣ "ΣΟΒΑΡΟΙ"


Είμαι ορκισμένος φαν των δαιμόνιων αδελφών Ethan και Joel Coen, που τους θεωρώ από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μ' αρέσουν και οι σοβαρές πλευρές τους (Το Πέρασμα του Μίλερ, Μόνο Αίμα) και οι πολλές πιο "ανάλαφρες", πλην όμως πάντοτε κοφτερές σαν ξυράφι. Ωστόσο το "Ένας Σοβαρός Άνθρωπος" (A Serious Man) μάλλον με απογοήτευσε λιγάκι. Έχει σποραδικά το σατανικό κοενικό χιούμορ και κριτικάρει για μια ακόμα φορά την ανθρώπινη - και ιδιαίτερα την αμερικάνικη - ηλιθιότητα, αλλά όλα γίνονται πολύ αργόσυρτα και βασανιστικά και τελικά αυτό που μου έμεινε - παρά τις πολύ αστείες στιγμές, ξαναλέω - ήταν μια βαθιά αίσθηση μαυρίλας.
Η ιστορία, που διαδραματίζεται στη δεκαετία του 60, πάρα πολύ απλά περιγράφει τη ζωή ενός "σοβαρού", συμβατικού εβραίου οικογενειάρχη, όπου ξαφνικά όλα, μα όλα, του πάνε από στραβά έως απόλυτα καταστροφικά. Κι αυτό είναι όλο μέχρι τέλους - ή μέχρι τελευταίας ρανίδας αν προτιμάτε, δίχως την παραμικρή χαραμάδα ελπίδας. Σα να μας λένε "ξεχάστε όσα συνήθως βλέπετε στο σινεμά. Η ζωή είναι σκληρή και παράλογη, δίχως ίχνος δικαιοσύνης, και στο τέλος πεθαίνεις κιόλας".
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στους κόλπους μιας πραγματικά ασφυκτικής εβραϊκής κοινότητας στην Αμερική, ενός αληθινού πολιτισμικού "γκέτο", που ελάχιστα πράγματα αντιλαμβάνεται από το χαμό των δεύτερων μισών των 60ς που συμβαίνει γύρω τους. Όλα αναφέρονται στον ιουδαϊσμό. Τα σχολεία είναι θησκευτικά, οι ραβίνοι είναι οι μόνοι άνθρωποι που δίνουν καθημερινές συμβουλές επί παντός επιστητού, οι τελετές και τα έθιμα τηρούνται σχολαστικά κλπ. Φυσικά οι Κοέν σατιρίζουν όλον αυτό τον εγκλωβισμό - και ίσως στο συγκεκριμένο φιλμ αυτός να είναι ο στόχος τους στη μόνιμη μελέτη της ανθρώπινης βλακείας που αποτελεί βασική συνιστώσα του έργου τους. Δεν νομίζω πάντως ότι ο στόχος είναι οι εβραίοι. Αυτοί αποτελούν απλώς ένα σύμβολο. Νομίζω ότι με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε κλειστή, φανατική σχεδόν, κοινότητα. Σατιρίζουν επίσης βαθιά ριζωμένα αμερικάνικα κλισέ και "πιστεύω", όπως το τακτοποιημένο, συντηρητικό αμερικάνικο όνειρο από το οποίο σχεδόν κανείς δεν ξεφεύγει (και τη διάψευσή του, αφού όλη η στιλπνή, καθώς πρέπει εξωτερική επιφάνεια κρύβει από κάτω οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε), ή τα "όμορφα" υποτίθεται, πλην όμως απόλυτα νεκρά, κομφορμιστικά και αποστειρωμένα αμερικάνικα προάστια. Ωστόσο, σας το εξομολογήθηκα ήδη, κουράστηκα αρκετά, πράγμα στο οποίο συνέβαλλαν και οι ασυνήθιστοι για Κοέν αργοί ρυθμοί.
Μένουν για μένα λίγες ανατρεπτικές, ξεκαρδιστικές στιγμές, απόλυτα στο πνεύμα τους. Προσωπικά την καταβρήκα κυρίως με τις σκηνές με τους 3 ραβίνους, που διαδοχικά επισκέπτεται ο ταλαίπωρος ήρωας - με αποκορύφωμα την σουρεαλιστική απαγελία από τον γεροντότερο και σοφότερο απ' αυτούς των στίχων του κλασικού White Rabbit των Jefferson Airplane, ενός τραγουδιού που παίζει καθοριστικό ρόλο στο φιλμ.
Παρά το μούδιασμα πάντως, περιμένω από τώρα εναγωνίως το επόμενο φιλμ τους. Είναι τόσο ελάχιστα αυτά που με έχουν απογοητεύσει και τόσο πολλά τα διαμάντια τους, που δεν τους φοβάμαι.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13, 2010

"Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΓΩΝ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ


"Ο Άρχοντας των Μυγών" είναι ένα αριστουργηματικό βιβλίο του νομπελίστα William Golding. Έχει μεταφερθεί μερικές φορές στο σινεμά, με γνωστότερη την ασπρόμαυρη ταινία του 1963 του Peter Brook.
Μια ομάδα παιδιών ναυαγεί σ' ένα ακατοίκητο νησί. Δίχως κανένα μεγάλο παρόντα, θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν και, ουσιαστικά, να φτιάξουν απ' την αρχή τον ανθρώπινο πολιτισμό, την κοινωνική δομή και ό,τι άλλο τον χαρακτηρίζει. Αλλά η πτώση στη βαρβαρότητα παραμονεύει κάθε στιγμή και απειλεί τη λογική και την ανθρωπιά.
Ενώ βρήκα ενδιαφέρουσα την ταινία, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε κιόλας. Λίγο μου έφταιγαν οι ηθοποιίες των παιδιών, λίγο κάποια έλλειψη νεύρου που διέκρινα. Ίσως όμως όλα αυτά να είναι υποκειμενικά. Κατά βάθος πιστεύω ότι φταίει η πολύ δυνατή εντύπωση που μου είχε κάνει το βιβλίο, το οποίο είχα βρει συγκλονιστικό, οπότε το φιλμ μου φάνηκε κάπως "λίγο". Ξέρω ωστόσο πολύ καλά ότι αυτό δεν μπορεί να είναι κριτήριο για μια ταινία. Οπότε, ειδικά αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο, τη συνιστώ.
Το μήνυμα, ίδιο μ' αυτό του μυθιστορήματος, μοιάζει να είναι απαισιόδοξο, ακόμα και απελπισμένο: Το κακό, το παράλογο, η δίψα για εξουσία και επιβολή, μας λέει, είναι έμφυτα στον άνθρωπο. Όχι βέβαια σε όλους τους ανθρώπους, αλλά στους περισσότερους. Αν λοιπόν ξαναφτιάχναμε από την αρχή την κοινωνία, από το απόλυτο μηδέν (γιατί αυτό ακριβώς κάνουν τα παιδιά στο έρημο νησί), θα την κάναμε τα ίδια χάλια μ' αυτή που ζούμε σήμερα. Οι φωνές της δημοκρατίας, της λογικής, της ισότητας, θα συντριβούν κάτω από το βάρος των δυνατών και την εξουσιαστική τους μανία, κάτω από τις δυσειδαιμονίες και τον φόβο για το άγνωστο, που γεννά τέρατα ("ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα", όπως λέει ο Γκόγια).
Οπότε, και μόνο για την "απόδειξη" αυτής της στενόχωρης θέσης, αξίζει να δει κανείς το φιλμ αυτό (και να ξεχάσει την αρχική μου γκρίνια), αφού, παρά τα όσα είπα στην αρχή, έχει αρκετές δυνατές και ενδιαφέρουσες σκηνές και, τελικά, λέει αυτό που θέλει να πει.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 11, 2010

ΟΝΙΒΑΒΑ: ΚΑΤΑΡΕΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΣΤΗ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ


Οι γιαπωνέζικοι θρύλοι είναι γεμάτοι από φαντάσματα και δαίμονες, που μπορούν να πάρουν ποικίλες μορφές. Έτσι και το γιαπωνέζικο σινεμά βρίθεια από τέτοια υπερφυσικά όντα ή καταστάσεις. Μια κλασική ταινία του είδους είναι και το "Onibaba" του Kaneto Shindô, που γυρίστηκε το 1964.
Βρισκόμαστε στη μεσαιωνική Ιαπωνία, την εποχή των σαμουράι, και η χώρα σπαράσεται από εμφύλιο. Η πείνα που απλώνεται παντού παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις. Το ζητούμενο των απλών ανθρώπων είναι μόνο ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει την επόμενη μέρα. Μια ηλικιωμένη και η νύφη της, που ζουν απομονωμένες και μόνες αφού ο γιός της μιας και σύζυγος της άλλης λείπει στον πόλεμο, επιβιώνουν σκοτώνοντας ύπουλα τραυματισμένους σαμουράι που ξεπέφτουν στην περιοχή τους και πουλώντας τον οπλισμό τους. Ώσπου από τον πόλεμο γυρίζει μόνος ένας γείτονας, που ανακοινώνει ότι ο γιος και σύζυγος που περιμένουν έχει σκοτωθεί. Από εκεί και πέρα όλα αλλάζουν.
Η ταινία, με την ασπρόμαυρη, υποβλητική της φωτογραφία, προξενεί εντύπωση κυρίως λόγω της ιδιαίτερης ατμόσφαιράς της. Δεν πρόκειται ακριβώς για ένα φιλμ τρόμου, αλλά το υπερφυσικό στοιχείο υπάρχει. Αυτό που κυρίως με καθήλωσε είναι τα εξαιρετικά κινηματογραφημένα απέραντα λιβάδια με τις χιλιάδες καλαμιές και άλλα πανύψηλα φυτά, που συνεχώς κινούνται από τον άνεμο (και η τρομαχτική τρύπα που χάσκει ύπουλα ανάμεσά τους και αποτελεί καταλύτη της ιστορίας). Σπάνια έχουμε δει το τοπίο, τη φύση, να κυριαρχεί τόσο έντονα πάνω στο καθε τί. Οι δύο καλύβες και οι λίγοι άνθρωποι που ζουν στην περιοχή πνίγονται κυριολεκτικά από την οργιώδη, σχεδόν τερατώδη, αέναα κινούμενη αυτή βλάστηση, που καλύπτει κάθε σπιθαμή γης όσο πιάνει το μάτι. Όλα κυριαρχούνται απ' αυτή, ακόμα και οι μοίρες (συμβολικά) των ανθρώπων, και μέσα σ' αυτή αναπτύσεται αυτό το ιδαίτερο κλίμα που συνδυάζει έντονο ερωτισμό, αγώνα για επιβίωση, ταραγμένες σχέσεις, κατάρες, ίντριγγες και άλλα. Και ταυτόχρονα το φιλμ, υπόγεια, διαθέτει ένα έντονο αντιπολεμικό (αλλά και φεμινιστικό) κλίμα, αφού και ρητά λέγεται, αλλά και από την ιστορία συνάγεται, ότι για όσα δεινά βλέπουμε υπεύθυνος είναι ο πόλεμος (και οι άντρες, όπως λέει μια από τις γυναίκες), που όπως γρήγορα θα καταλάβουμε από τις αφηγήσεις του επιζήσαντα πολεμιστή, μάλλον δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό (ο πόλεμος εννοώ). Και βέβαια σε ταινίες σαν αυτή ιδιαίτερο ρόλο παίζει η μοίρα, που με τη μορφή κατάρας εκδικείται με φριχτό τρόπο εκείνη που προκάλεσε κακό για προσωπικό της όφελος. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι η εγκληματική δράση των δύο γυναικών δεν καταδικάζεται ουσιαστικά, αφού έγινε με μοναδικό στόχο την επιβίωσή τους (και, όπως είπαμε, εξ αιτίας του πολέμου). Για άλλο έγκλημα τιμωρείται αυτή που τιμωρείται.
Αν σας αρέσει το γιαπωνέζικο σινεμά, το "Ονιμπάμπα" είναι ένα must, αφού αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια από τις πιο χαρακτηριστικές και υποβλητικές στιγμές του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2010

ΚΥΝΗΓΟΙ ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΩΝ, ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΙ ΙΟΙ ΚΑΙ ANIME


Δεν είμαι βαθύς γνώστης των anime, της αχανούς "αυτοκρατορίας" δηλαδή των γιαπωνέζικων κινουμένων σχεδίων. Έχω δει μερικά, έχω εντυπωσιαστεί από ορισμένα... και εξακολουθώ να βλέπω κατά καιρούς. Μην περιμένετε λοιπόν να κάνω συγκρίσεις ή να μιλήσω για επιροές (εντός του είδους αυτού εννοώ) σε όσα θα γράψω για το "Cowboy Bebop: The Movie" του Shinichirô Watanabe (2001). Ξέρω πάντως ότι υπήρξε πετυχημένη anime σειρά της δεκαετίας του 90 και, φυσικά, ήρθε η σειρά της να γίνει και ταινία μεγάλου μήκους (anime φυσικά).
Το φιλμ παρακολουθεί μια ετερόκλητη ομάδα κυνηγών επικηρυγμένων, που ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι πολύ μεγαλύτερο από τις μικροσυλλήψεις που είχε συνηθίσει μέχρι τώρα: Εδώ παίζεται κορώνα γράμματα το ίδιο το μέλλον του κόσμου, καθώς κάποιος απειλεί να ελευθερώσει έναν θανατηφόρο ιό (περίπου) που κατέχει. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια ακαθόριστη μεγαλούπολη του μέλλοντος.
Η ταινία πρακολουθείται ευχάριστα, έχει σφιχτή πλοκή, αρκετή δράση και μικρές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον τύπο του αδίστακτου "κακού που θέλει να καταστρέψει τον κόσμο μόνο και μόνο επειδή είναι κακός άνθρωπος" ή τον άλλο τύπο του αδίστακτου κακού που είναι έτοιμος να σκοτώσει τη μάνα του για τα λεφτά. Οι μονοδιάστατοι, σαδιστικοί κυρίως, αυτοί χαρακτήρες συναντώνται ακόμα στις περιπέτειες του Χόλιγουντ, φαίνεται όμως ότι δεν υπάρχουν πια στα anime. Εδώ ο Κακός είναι ένας ενδιαφέρων χαρακτήρας και οι λόγοι που κάνει ό,τι κάνει αναλύονται δεόντως. Το άλλο θετικό είναι ότι σε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και αρκετής δράσης υπάρχει χώρος για ποίηση. Μια σειρά από συγκεκριμένες εικόνες, οι σκηνές με τις φωτεινές πεταλούδες, κάποιες ατάκες είναι μερικά μόνο από τα ποιητικά στοιχεία του φιλμ. Παρά το ότι στις σκηνές δράσης που προαναφέραμε όλα είναι προβλέψιμα, συνολικά τα anime δείχνουν για μια ακόμα φορά ότι έχουν προ πολλού απόλυτα ενηλικιωθεί.
Η εικόνα είναι η κλασική των γιαπωνέζικων κινουμένων σχεδίων, με τις γνωστές ψιλόλιγνες φιγούρες (ευτυχώς όχι με τεράστια μάτια), αλλά εδώ γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια τα πάντα να φαίνονται όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται. Αυτό γίνεται φανερό κυρίως στις εικόνες της πολυεθνικής πόλης (που διαθέτει μαροκινή συνοικία, έναν πύργο του Άιφελ, πελώριες γέφυρες κλπ.) και ιδιαίτερα των κτιρίων, οι υφές των οποίων είναι ιδιάιτερα προσεγμένες και πειστικές. Τα χρώματα, οι καταπληκτικοί φωτισμοί, οι σκηνές στη μαροκινή συνοικία, οι λήψεις από ψηλά και άλλα στοιχεία συμβάλλουν στην ποιητικότητα που λέγαμε.
Όπως καταλάβατε βρήκα το φιλμ συνολικά ενδιαφέρον, παρά τα κάποια κλισέ. Και δεν ξέρω αν θα βρω ποτέ καιρό να ασχοληθώ με τα anime όπως τους αξίζει.

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010

"ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ" ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ


Ο George Cukor (1899-1983) είναι βέβαια ένας από τους κλασικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, με πολλές και γνωστές ταινίες στο ενεργητικό του. Ο Cole Porter από την άλλη είναι ένας από τους μεγαλύτερους αμερικανούς συνθέτες, τα τραγούδια του οποίου όλοι έχουμε σιγοτραγουδήσει (ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ότι είναι δικά του). Ο Gene Kelly φυσικά είναι από τους διασημότερους χορευτές. Να όμως που η συνάντηση των 3 αυτών μεγάλων δεν έδωσε κατά τη γνώμη μου τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Το Les Girls (έτσι, με γαλικό άρθρο και αγγλικό τίτλο) του 1957 είναι ένα ακόμα μιούζικαλ με πρωταγωνιστή τον Kelly. Όπως πολλές άλλες ταινίες του ιδιαίτερου, αμερικάνικου κυρίως, αυτού είδους, χαρακτηρίζεται από αυτοαναφορικότητα. Εννοώ ότι μιλά για μια ομάδα (ο Κέλι και τρεις κοπέλες χορεύτριες) που ζουν στο Παρίσι και ανεβάζουν μιούζικαλ σε σκηνές της Γαλλίας κυρίως. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε νούμερα από διάφορες παραστάσεις τους, άσχετα μεταξύ τους, όπως συχνά συμβαίνει στα κλασικά μιούζικαλ, αλλά κυρίως να διασκεδάσουμε με τα ερωτικά μπερδέματα των ηρώων.
Καλά όλα αυτά (αν βεβαίως είστε φίλος του είδους), αλλά νομίζω ότι στο συγκεκριμένο φιλμ ούτε ο Porter βρίσκεται στην καλύτερη φόρμα του ούτε τα χορευτικά νούμερα είναι ιδιαίτερα ευφάνταστα ή/και εντυπωσιακά (πράγμα που αποτελεί ζητούμενο και πολλές φορές αυτοσκοπό στα μιούζικαλ).
Αυτό που μου άρεσε σχετικά περισσότερο είναι η αρκετά πρωτότυπη υπόθεση, όπου σε μια δίκη παρακολουθούμε την ίδια ιστορία να λέγεται από τρεις διαφορετικές σκοπιές - και μάλιστα στο τέλος δεν μου φαίνεται και πολύ ξεκάθαρο ποια απ' όλες είναι η αληθινή, αν υποθέσουμε ότι είναι κάποια απ' αυτές. Κάποια σεναριακά κενά υπάρχουν, αλλά μικρό το κακό, αφού το όλο αποτέλεσμα είναι σχετικά διασκεδαστικό. Όσο για το Παρίσι, είναι γνωστό ότι αποτελεί αληθινό φετίχ και κρυφό ή φανερό πόθο για του αμερικάνους, τουλάχιστον λίγο παλιότερων εποχών, οπότε καθόλου παράξενο που η συγκεκριμένη πόλη επιλέγεται για το φιλμ.
Όπως καταλάβατε νομίζω ότι θα διασκεδάσετε αρκετά (αν φυσικά είστε φίλος των μιούζικαλ, γιατί ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί τα σιχαίνονται), αλλά προσωπικά δεν το θεωρώ από τα καλύτερα του είδους.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010

ΤΑ "ΑΓΡΙΟΧΟΡΤΑ" ΚΑΙ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΡΕΝΕ


O Alain Resnais είναι 87 χρονών και εξακολουθεί να κάνει ταινίες, κι αυτό είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο. Και μάλιστα, τον τελευταίο καιρό, κάνει ένα είδος ανάλαφρων (εκ πρώτης όψεως) κομεντί, που δεν μοιάζουν με τις άλλες. Τα "Αγριόχορτα" ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασαν.
Ο Ρενέ ήταν πάντα ένας δύσκολος, εγκεφαλικός σκηνοθέτης. Ακόμα και στις κομεντί του λοιπόν, στις οποίες αρέσκεται να τονίζει τον ρόλο της τύχης στις ανθρώπινες σχέσεις και στα πάθη τους, είχε κάτι στριφνό και δυσνόητο. Στα "Αγριόχορτα" οι απορίες μου νομίζω ότι πολλαπλασιάστηκαν. Το φιλμ περιγράφει τη σχέση (πάθους, όπως εξελίσσεται) δύο μεσήλικων, που γνωρίζονται τυχαία όταν ο ευκατάστατος άντρας βρίσκει το χαμένο πορτοφόλι της γυναίκας. Υπάρχουν σκηνές χιούμορ κι άλλες περισσότερο δραματικές, υπάρχουν διάφορες αναφορές (κινηματογραφικές και άλλες) και διαφορετικά στιλ που εναλλάσσονται.
Δεν ξέρω αν αυτά ακούγονται εντυπωσιακά, αλλά εμένα δεν με έπεισαν. Ή μάλλον, για να σας εξομολογηθώ τα πάντα, δεν κατάλαβα τι ακριβώς θέλει να πει ο δημιουργός και γιατί το παρουσιάζει όπως το παρουσιάζει. Να ξεκαθαρίσω ότι το στόρι δεν έχει τίποτα το δυσνόητο. Οι χαρακτήρες και οι συμπεριφορές τους είναι που με προβλημάτισαν. Όταν μάλιστα δεν εξηγείται πουθενά ποιο είναι το background τους και γιατί συμπεριφέρονται με τον κουφό και αλλοπρόσαλλο τρόπο που συμπεριφέρονται.
Γιατί ο άντρας έχει ξαφνικές κρίσεις θυμού και κάνει τραβηγμένες πράξεις; Γιατί μοιάζει να κρύβει κάτι στο παρελθόν του, το οποίο δεν λέγεται ποτέ; Γιατί, σε μια περίεργη σκηνή, την πέφτει στη φίλη της γυναίκας; Γιατί αντιδρά μ' αυτόν τον μειλίχιο, σχεδόν αδιάφορο τρόπο η σύζυγός του (ναι, υπάρχει και σύζυγος); Και υπάρχουν και πολλέςς άλλες απορίες. Για να επαναλάβω αυτό που έγραψα και πριν, βρήκα τις συμπεριφορές και τις μεμονωμένες πράξεις των ηρώων ακατανόητες, άνευ λόγου. Και φυσικά δεν κατάλαβα γιατί επέλεξε ο Ρενέ το ξαφνικό τέλος που επέλεξε και που, φυσικά, δεν θα σας αποκαλύψω.
Ο Ρενέ μπορεί να είναι (ή να υπήρξε) μεγάλος σκηνοθέτης και το ανάλαφρο τωρινό του στιλ, σ' αυτή την ηλικία, αξιοθαύμαστο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μ' αρέσουν όλα όσα κάνει. Ή, τουλάχιστον, ότι καταλαβαίνω όλα όσα κάνει. Κι αν αυτά τα ακατανόητα συμβαίνουν, κατά τη γνώμη μου, άνευ λόγου, συγχωρείστε με, αλλά δεν θα πάρω.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2010

ΤΑ ΚΕΛΤΙΚΑ ΕΠΗ ΚΑΙ ΤΟ "ΕΞΚΑΛΙΜΠΕΡ"


Τα έπη του βασιλιά Αρθούρου είναι ό,τι η αρχαία ελληνική μυθολογία για τους βρετανούς. Και, βέβαια, όπως οι περισσότερες ιστορίες που περιλαμβάνονται στις μυθολογίες, κρύβουν και κάποιο βαθύτερο νόημα ή "καμουφλαρισμένα" ιστορικά γεγονότα. Τα έπη του Αρθούρου έχουν μεταφερθεί στην οθόνη μερικές φορές. Δεν έχω δει άλλες μεταφορές τους, εμπιστεύομαι όμως μια γενική παραδοχή: Ότι η καλύτερη απ' αυτές έγινε το 1981 από τον John Boorman και είναι το περίφημο "Excalibur".
Πριν σχολιάσουμε την ταινία, καλό είναι να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη μεταφορά είναι πολύ πιστή στο βασικό βιβλίο που κατέγραψε τα έπη, αυτό του Thomas Malory του 15ου αιώνα. Το φιλμ του Μπούρμαν καλύπτει και τους δύο βασικούς κύκλους: Την εύρεση του μαγικού σπαθιού Εξκάλιμπερ, την στέψη του Αρθούρου, την ένωση της χώρας και τη δημιουργία του κάστρου του Κάμελοτ και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τράπεζας αφ' ενός και την αναζήτηση του Ιερού Γκράαλ (του Ιερού Δισκοπότηρου) από τους Ιππότες αρκετά χρόνια μετά αφ' ετέρου.
Η ταινία είναι πολύ δυνατή σε εικόνες, απόλυτα ενήλικη, αρκετά σκοτεινή και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε εύκολες λύσεις και απλές ψυχαγωγικές περιπετειούλες. Είναι στιβαρή και συχνά έντονα δραματική ή σκληρή, όπως το έπος. Μ' αυτό ο Μπούρμαν έκανε νομίζω τη θεαματικότερη ταινία του. Κεντρικό πρόσωπο είναι, ίσως περισσότερο από τον ίδιο τον Αρθούρο, ο μάγος Μέρλιν, που λειτουργεί σαν καταλύτης σε όσα συμβαίνουν. Και βέβαια, στο δεύτερο μισό, το "πάνω χέρι" παίρνει η σατανική Μοργκάνα, που ερμηνεύεται από την Έλεν Μίρεν.
Πίσω από το φανταστικό μέρος (τους καλούς και κακούς μάγους, το μαγικό σπαθί, την Κύρία της Λίμνης, το Γκράαλ κλπ.) κρύβεται το τέλος μιας εποχής για την ανθρωπότητα και το ξεκίνημα μιας άλλης: Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στη βασιλεία, τη δημιουργία δηλαδή των κρατών με κεντρική εξουσία αντί της πολυδιασπασμένης εξουσίας των φεουδαρχών και της ύπαρξης πόλεων - κρατών. Από την κεντρική εξουσία, μερικούς αιώνες αργότερα, θα περάσουμε στη δημοκρατία (και στον καπιταλισμό). Γι' αυτό και στο συγκινητικό τέλος του έπους υπάρχει το ίδιο ακριβώς μοτίβο που υπάρχει και σε ένα άλλο, μεταγενέστερο, πασίγνωστο έπος, το "Lord of the Rings" του Τόλκιν: Καθώς όλα τελειώνουν ο Μέρλιν λέει: "Η εποχή μας έχει πια τελειώσει. Τώρα αρχίζει η εποχή των Ανθρώπων". Κοινώς το μαγικό στοιχείο φεύγει από την καθημερινότητα και αντικαθίσταται με έναν όλο και εντονότερο ορθολογισμό. Ο παγανισμός δίνει τη θέση του στον χριστιανισμό, κι αυτός με τη σειρά του στην επιστήμη. Το σύμπαν παύει να είναι μαγικό και γίνεται κάτι που πασχίζουμε να εξηγήσουμε (και το έχουμε πετύχει μέχρι κάποιο σημείο). Ενδιαφέρον έχει και η πρώτη, πρωτόγονη αντίληψη για την εξουσία: Ο βασιλιάς, αυτός που την κατέχει δηλαδή, δεν είναι μόνο κυρίαρχος, αλλά και υπεύθυνος, ακόμα και θύμα πολλές φορές. Η χώρα, το καθήκον δηλαδή, βρίσκονται πολύ πάνω από την προσωπική του ευτυχία και όλες οι αντιδράσεις, οι πράξεις και το τέλος του Αρθούρου το επιβεβαιώνουν (φυσικά τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει σήμερα).
Γι' αυτό έγραψα στην αρχή για τά κοσμοϊστορικά γεγονότα που πολλές φορές κρύβονται κάτω από "παραμύθια". Πέραν απ' αυτά όμως, τα σύμβολα και τις αναλύσεις, το "Εξκάλιμπερ" παραμένει μια θεαματική, όμορφη και καθόλου παιδική ταινία, που αξίζει να δείτε.

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2010

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ "ΟΡΦΕΑΣ"


Ο Jean Cocteau (1889-1963) υπήρξε ένας πολυτάλαντος καλλιτέχνης, ένα είδος Ντα Βίντσι της εποχής του: Συγγραφέας, ποιητής, σκηνοθέτης, ζωγράφος, σκηνογράφος, είναι μερικές μόνο από τις ιδιότητές του. Επηρεασμένος από το σουρεαλισμό (αν και δεν υπήρξε κανονικό μέλος της ομάδας), ιδιαίτερα ευαίσθητος και ρομαντικός, με μια εστέτ άποψη περί "τέχνης για την τέχνη", έκανε πάντοτε βαθιά προσωπικές και ποιητικές ταινίες - που δεν είναι και πάρα πολλές βέβαια.
Ο "Ορφέας" του 1950 φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που είπαμε παραπάνω. Εμπνέεται από τον αρχαίο ελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευριδίκης, που ήταν μια από τις εμμονές του Κοκτό (έχει γυρίσει μια τριλογία για τον Ορφέα). Στο συγκεκριμένο φιλμ μεταφέρει τον μύθο στη σύγχρονη εποχή, "ντύνοντάς" τον με μερικές πολύ όμορφες, ασπρόμαυρες εικόνες. Φυσικά από τον μύθο έχει κρατήσει μόνο όσα εκείνος επιθυμεί και έχει προσθέσει πολλά άλλα. Αυτό που βλέπουμε είναι 100% Κοκτό και όχι μια απλή μεταφορά αυτούσιας της ιστορίας του Ορφέα.
Ο Ορφέας είναι ένας σύγχρονος ποιητής, διάσημος, αγαπητός στον κόσμο, αλλά μισητός στους δικούς του ποιητικούς κύκλους. Αγαπά τη γυναίκα του Ευριδίκη, αλλά πολύ πάνω απ' αυτή - όπως και πάνω από οποιονδήποτε άλλον - βάζει την ποίηση. Μέχρι που ερωτεύεται μια σκοτεινή πριγκήπισα, που δεν είναι άλλη από τον Θάνατο "σε μια από τις ενσαρκώσεις του", όπως αναφέρεται κάπου. Υπάρχει ο θάνατος της Ευριδίκης, το πέρασμα του ποιητή στον Άλλο Κόσμο, αλλά και πολλά άλλα στοιχεία που δεν υπάρχουν στον αρχαίο μύθο. Ο βασικός ρόλος της Γυναίκας - Θάνατου είναι φυσικά προσθήκη του Κοκτό. Όπως και η ιδέα του ποιητή που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι τελικά ερωτευμένος με το Θάνατο.
Η ταινία διαθέτει ορισμένες αξέχαστες εικόνες και σκηνές: Οι μοτοσυκλετιστές που σκοτώνουν κατ' εντολή του Θανάτου, το πέρασμα στον Άλλο Κόσμο μέσα από καθρέφτες (οι καθρέφτες και το μυστήριό τους είναι μια ακόμα εμμονή του σκηνοθέτη που συναντάμε και σε άλλες ταινίες του), το κατεστραμένο τοπίο του Άλλου Κόσμου με τον άνεμο που φυσά διαρκώς, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου που μεταδίδει ακατανόητα, ποιητικά μηνύματα, είναι μερικές μόνο απ' αυτές. Γενικά στο φιλμ κυριαρχούν ιδέες όπως ότι η τέχνη έχει μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι άλλο στη ζωή, ότι ο ποιητής (με την ευρύτερη έννοια του όρου) είναι ένα σχεδόν μη ανθρώπινο πλάσμα, που ζει σε ένα δικό του κόσμο και έχει ιδιαίτερα προνόμια (και βάσανα) σε σχέση με τους "κοινούς ανθρώπους", ότι η φαντασία οδηγεί σε μέρη που κανείς δεν έχει πάει ποτέ. Κι ότι μόνο ο Ποιητής μπορεί να κερδίσει την αθανασία.
Ίσως πολλοί να διαφωνούν μ' όλα αυτά ή και να τα θεωρούν ξεπερασμένες, ρομαντικές απόψεις. Σίγουρα ο Κοκτό υπήρξε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Νομίζω όμως ότι αξίζει να δει κανείς τις ταινίες του, που και πολύ όμορφες εικαστικά είναι και ξεχωριστή φαντασία και ευαισθησία διαθέτουν.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ"


Το 1971 ο νεαρός τότε και ανερχόμενος σκηνοθέτης Peter Bogdanovich γυρίζει το "The Last Picture Show" (νομίζω ότι ο ελληνικός τίτλος ήταν "Η Τελευταία Παράσταση"), μια από τις πιο μελαγχολικές, τίμιες και, τελικά, συγκινητικές αμερικάνικες ταινίες. Ασπρόμαυρη, χαμηλότονη, δίχως εξάρσεις και ανατροπές, καταφέρνει όσο ελάχιστες άλλες να συλλάβει την μελαγχολία, το αδιέξοδο των νέων, την απαγορευμένη σεξουαλικότητα της αμερικάνικης (και όχι μόνο, πιστεύω) επαρχίας των αρχών της δεκαετίας του 50.
Στην αρχή η ταινία με κούρασε κάπως και την παρακολουθούσα σχετικά δύσκολα. Όσο όμως περνούσε η ώρα με έβαζε όλο και πιο μέσα στην ατμόσφαιρά της, με αιχμαλώτισε πραγματικά και με έκανε να συμπάσχω και να συγκινηθώ με τους ήρωες, που υποφέρουν τη μίζερη καθημερινότητά τους που δεν έχει τίποτα το ηρωικό.
Σε μια μικρή, ξεχασμένη πόλη δύο κολλητοί φίλοι στην τελευταία τάξη του σχολείου προσπαθούν να βρουν διέξοδο στις σεξουαλικές τους ορμές, στην ανάγκη τους για αλλαγή, στη νεανική, εφηβική σχεδόν ορμητικότητά τους. Το περιβάλλον όμως είναι συντηρητικό, πνιγηρό, ασφυκτικό θα λέγαμε. Το σεξ με τις φιλενάδες τους απόλυτο ταμπού πριν το γάμο (ένα από τα πράγματα που άλλαξε ριζικά η δεκαετία του 60), οι τρόποι για να ξεδώσει κανείς ελάχιστοι. Οι χαρακτήρες αρκετών από τους κατοίκους της πόλης σκιαγραφούνται θαυμάσια, άλλοι ευχάριστοι, άλλοι μίζεροι, όλοι με τα δικά τους προσωπικά προβλήματα και αδιέξοδα. Η καθημερινότητα κυλά μέσα στη ρουτίνα. Οι λίγες "ολοκληρωμένες" ερωτικές σχέσεις είναι παράνομες, γίνονται όσο πιο κρυφά γίνεται. Όνειρα συντρίβονται καθημερινά κάτω από το βάρος της ρουτίνας. Όταν κάποια "σκάνδαλα" ξεσπάσουν, οι φίλοι θα συγκρουστούν, θα ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, μέχρι το βαθιά συγκινητικό φινάλε.
Εκτός από τον Τίμοθι Μπότομς και την Έλεν Μπέρνστιν, η ταινία μας συστήνει την πρωτοεμφανιζόμενη τότε νεαρή Σίμπιλ Σέφερντ στο ρόλο της όμορφης, πλούσιας και υποκρίτριας "σκύλας", που κάνει τα πάντα μετά από υπολογισμό και έναν νεαρότατο Τζεφ Μπρίτζες σε έναν από τους πρώτους του ρόλους. Γενικά όλο το καστ είναι θαυμάσιο.
Ίσως να πλήξατε από όσα σας είπα. Μελαγχολία, ρουτίνα, αδιέξοδα... Κι όμως, πρόκειται για θαυμάσιο φιλμ (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον), που νομίζω ότι θα σας παρασύρει απόλυτα στο κλίμα του και θα σας συγκινήσει βαθιά, δίχως μεγαλόφωνα δράματα, αυτοκτονίες ή βίαιες κλιμακώσεις. Δοκιμάστε το.
ΥΓ: Κρίμα που η μετέπειτα πορεία του Bogdanovich δεν έκπλήρωσε τις υποσχέσεις των πρώτων του ταινιών. Με λίγες εξαιρέσεις η υπόλοιπη καριέρα του υπήρξε άνιση.

Κυριακή, Ιανουαρίου 03, 2010

ΑΝΙΣΟ (ΚΑΙ ΑΝΟΣΤΟ) "ΕΝΝΕΑ"


Όσοι διαβάζουν αυτό το μπλογκ ξέρουν ότι δεν έχω τίποτα εναντίον των μιούζικαλ. Αντίθετα πολλά απ' αυτά μ' αρέσουν. Φοβάμαι ότι το "Εννέα" του Rob Marshall δεν συγκαταλέγεται σ' αυτά.
Το "Εννέα" εμπνέεται από το υπέροχο "8 1/2" του Φελίνι και το μεταφέρει σε μιούζικαλ. Ένας διάσημος ιταλός σκηνοθέτης στη δεκαετία του 60 έχει χάσει την έμπνευσή του, δεν μπορεί να γράψει σενάριο για την καινούρια του ταινία και, ταυτόχρονα, βλέπει τη ζωή του (τις σχέσεις του με τις γυναίκες δηλαδή κυρίως) να καταρέει. Εμείς βλέπουμε αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, ιστορίες με γυναίκες και τη σύζυγό του (που αγαπά, αλλά απατά ασύστολα, ξέρετε τώρα), τον πανικό του μπροστά στην έμπνευση που δεν λέει να τον επισκεφτεί και τη Ρώμη, νυχτερινή και κινηματογραφημένη με όμορφο και μάλλον καρτποσταλικό τρόπο.
Η παραγωγή είναι πλούσια, υπάρχουν λίγα ενδιαφέροντα νούμερα και κάποια όμορφα κομάτια, τα πάντα είναι άψογα γυρισμένα, αλλά... Το πρόβλημα είναι νομίζω ότι όλα αυτά δεν δένουν και τόσο μεταξύ τους και γενικότερα δεν υπάρχει το απαιτούμενο νεύρο στο φιλμ. Έτσι για μένα όλα κύλησαν προβλέψιμα και αρκετά βαρετά. Τα προβλήματα του σκηνοθέτη με τις γυναίκες (σύζυγο, ερωμένη, περαστικές σχέσεις και... τη μητέρα του) με άφησαν μάλλον αδιάφορο. Και όλη αυτή η εικόνα του "μεγάλου δημιουργού που έχει κάνει κάθε μαλακία στη ζωή του και τώρα περνά κρίση" δεν με έπεισε και πολύ. Επίσης δεν βρήκα πειστική την ατμόσφαιρα της Ιταλίας της δεκαετίας του 60, των μεγάλων στούντιο της Τσινετιτά και γενικά του σινεμά της εποχής, στο οποίο διαρκώς αναφέρεται η ταινία του Marshall. Είναι όλα πολύ επιδερμικά σε σχέση μ' αυτή την εποχή κι αυτό το σινεμά, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα όλων των εποχών κατά τη γνώμη μου. Και θεωρώ και υποκριτικό το γκλαμουράτο Χόλιγουντ να νοσταλγεί το παλιό, ασπρόμαυρο, νεορεαλιστικό ιταλικό σινεμά, όπως αναφέρεται επί λέξει σε ένα από τα τραγούδια του φιλμ. Τελικά το "Chicago", το ντεμπούτο του σκηνοθέτη, μου άρεσε πολύ περισσότερο. Και φαίνεται επίσης ότι το να έχει ένα μιούζικαλ μεγάλη επιτυχία ως θεατρικό στο Μπρόντγουέι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα γίνει και καλή ταινία.
Μένει η μεγάλη παραγωγή (αλοίμονο τώρα), μερικές όμορφες εικόνες και τραγούδια και το all star καστ, με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις επί κεφαλής και (κρατιέστε;) την Νικόλ Κίντμαν, την Πενέλοπε Κρουζ, τη Σοφία Λόρεν, τη Τζούντι Ντεντς, την Φέργκι, την Μαριόν Κοτιγιάρ (διαρκώς ανερχόμενη) και άλλες. Ατού μεν, όχι ικανά να με κρατήσουν όμως.

Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2010

ΑΡΓΟ ΑΛΛΑ ΣΑΓΗΝΕΥΤΙΚΟ "ΣΤΑΛΚΕΡ"


Είμαι από τους λίγους ανθρώπους που γνωρίζω που τους αρέσει το "Stalker" του Andrei Tarkovsky (1932-1986), που γύρισε ο μεγάλος ρώσος δημιουργός το 1979. Μπορώ να καταλάβω τον βασικό λόγο γι' αυτό: Το "Στάλκερ", όπως και όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι, είναι μια εξαιρετικά αργή ταινία. Που αποτελείται βέβαια από πανέμορφες εικόνες, αλλά οι περισσότεροι θεατές, οι σύγχρονοι τουλάχιστον, δεν μπορούν να αντέξουν αυτούς τους ρυθμούς.
Το φιλμ βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας των εξαίρετων σοβιετικών συγγραφέων του είδους αδελφών Στρουγκάτσκι. Στάλκερ σημαίνει οδηγός. Ο στάλκερ λοιπόν που προταγωνιστεί οδηγεί παράνομα ανθρώπους στην απαγορευμένη "Ζώνη", μια μυστηριώδη, κατεστραμένη περιοχή όπου δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι και όπου διάφορα παράδοξα, συχνά επικίνδυνα, συμβαίνουν. Δεν ξέρουμε πώς δημιουργήθηκε η "Ζώνη" (στο βιβλίο αυτό είναι σαφές, ο Τ. όμως το αφήνει αδιευκρίνιστο). Ίσως επειδή εκεί προσεδαφίστηκε κάποιο εξωγήινο σκάφος, ίσως για κάποιον άλλον άγνωστο λόγο. Στο κέντρο της υπάρχει το "Δωμάτιο", όπου υποτίθεται ότι γίνεται αληθινή η πιο κρυφή σου επιθυμία. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, ένας επιστήμονας κι ένας συγγραφέας, οδηγούνται προς αυτό από τον Στάλκερ ανάμεσα στους κινδύνους και τα μυστηρια της Ζώνης.
Φυσικά καταλαβαίνουμε από τη αρχή ότι τον Τ. τον ενδιαφέρουν φιλοσοφικά πρβλήματα και όχι ξεκάθαρες λύσεις ή απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν. Γι' αυτό μην περιμένετε εξηγήσεις. Το ίδιο το ταξίδι είναι αυτό που μετρά. Ξέρουν όμως όλοι τι ακριβώς θέλουν; Είναι έτοιμοι να μπουν σο Δωμάτιο και να το πραγματοποιήσουν ή μήπως αυτό μπορεί ακόμα και να τους σκοτώσει; Γιατί ο Στάλκερ κάνει την παράνομη και επικίνδυνη δουλειά που κάνει ενώ ο ίδιος δεν μπαίνει ποτέ στο Δωμάτιο όπου οδηγεί τους άλλους; Υπάρχει ακόμα πίστη ή αυτή έχει πια εξαφανιστεί και ποιες είναι οι επιπτώσεις απ' αυτό; Πώς προσεγγίζουν τα μεγάλα μυστήρια της ύπαρξης ένας επιστήμονας και ένας καλλιτέχνης; Μήπως η αντιμετώπιση και των δύο είναι λειψή;
Αυτά και άλλα θέματα συζητά το φιλμ, που είναι πνιγμένο σε υπέροχες εικαστικά, ποιητικές εικόνες. Ασπρόμαυρο (ή μάλλον σέπια) στην αρχή και στο τέλος, γίνεται έγχρωμο στο μεγαλύτερο μέρος του, όταν δηλαδή οι ήρωες βρίσκονται στη Ζώνη. Εκεί, ανάμεσα σε ερείπια, απομεινάρια ζωής, πεταμένα και σκουριασμένα αντικείμενα κάθε λογής, κυριαρχεί το αγαπημένο στον Τ. υγρό στοιχείο, που είναι πανταχού παρόν. Το νερό, σε κάθε μορφή, μοιάζει να βρίσκεται παντού, να καλύπτει σχεδόν κάθε επιφάνεια. Το πράσινο χρώμα βρίσκεται κυριαρχεί επίσης.
Όλο αυτό το κατεστραμένο, υγρό τοπίο της Ζώνης, που διασχίζουν αργά και βασανιστικά οι τρεις ήρωες, κάνοντας συνεχείς φιλοσοφικές και άλλες συζητήσεις, ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία σε μένα τουλάχιστον. Γι' αυτό κυρίως αγαπώ τόσο αυτή την ταινία. Την θεωρώ ένα είδος παράξενου τριπ, ένα ταξιδι στο άγνωστο, που αποτελείται όμως από τόσο οικεία τοπία και αντικείμενα... Αν νομίζετε ότι μπορείτε να αντέξετε τους ρυθμούς της, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
ΥΓ: Το "Στάλκερ" είναι η μία από τις δύο ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έκανε στο πολύ μικρό σε όγκο έργο του ο Ταρκόφσκι. Η άλλη είναι βέβαια το "Σολάρις".

Παρασκευή, Ιανουαρίου 01, 2010

Η "ΚΡΙΣΤΙΝ" ΚΑΙ ΤΟ ROCK & ROLL


Το 1983 o John Carpenter γυρίζει πιθανόν την τελευταία αξιόλογη ταινία του (με μερικές σποραδικές εξαιρέσεις στο μέλλον). Η "Christine" βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Steven King και αφηγείται την πολύ ιδιαίτερη σχέση ενός παλιού αυτοκινήτου με τον τινέιτζερ ιδιοκτήτη του. Φυσικά είναι μια ταινία τρόμου, αλλά σ' αυτόν τον τομέα δεν νομίζω ότι τα καταφέρνει και πολύ καλά.
Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για σπουδαίο φιλμ. Σαν ταινία τρόμου, όπως είπα, μάλλον δεν μπορεί να τρομάξει κανένα, ενώ υπάρχουν και κάμποσες εύκολες λύσεις (όπως το αυτοκίνητο που φτιάχνεται μόνο του μετά από κάθε "ατύχημα"). Την είδα ευχάριστα μεν, δεν πιστεύω όμως ότι διαθέτει φοβερό σασπένς ή κάποια άλλη μεγάλη αρετή.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της, για μένα τουλάχιστον, είναι η επιχειρούμενη διερεύνηση της φύσης και της ουσίας του ροκ. Πολλά στοιχεία παραπέμπουν σ' αυτό: Το ραδιόφωνο του "στοιχειωμένου" αυτοκινήτου, που παίζει από μόνο του παλιά ροκ εντ ρολ κομμάτια. Η σαφής ομοιότητα του βασικού ήρωα με τον Buddy Holy. Η γενική επιστροφή στα 50ς, όπου ξεκίνησε το ροκ εντ ρολ σηματοδοτώντας τη νεανική επαναστατικότητα και προμηθεύοντας με μια σαφή, χειροπιαστή ταυτότητα το χάσμα των γενεών, που τότε γίνεται για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρο... Κια κάμποσα άλλα.
Το ροκ, ο ροκ τρόπος ζωής τέλος πάντων, παρουσιάζεται εδώ όπως ακριβώς το απαιτεί η μυθολογία του, με τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές του: Ο τυπικός loser μεταμορφώνεται ξαφνικά σε γοητευτικό άντρα, που κατακτά την ομορφότερη κοπελα του σχολείου. Κάνει την επανάστασή του - συχνά με ακραίους τρόπους - απέναντι στο ασφυκτικό και ευνουχιστικό οικογενειακό περιβάλλον. Αμφισβητεί κάθε κοινωνική σύμβαση. Γενικά ενηλικιώνεται με άγριο τρόπο. Ταυτόχρονα απομονώνεται ακόμα περισσότερο από τον κοινωνικό περίγυρο και τους λίγους πραγματικούς φίλους του, αποκτά μια αλλόκοτη, συχνά εγωπαθή συμπεριφορά, νοιάζεται περισσότερο για το αυτοκίνητο παρά για οτιδήποτε και οποιονδήποτε άλλον. Ας σημειωθεί εδώ ότι και στις δύο εκδοχές του, του loser και του macho, ο ήρωας παραμένει στο κοινωνικό περιθώριο, με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο.
Ενδιαφέρον είναι και το γενικότερο σχόλιο, για τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το αυτοκίνητο, που αποτελεί το απόλυτο φετίχ του και πιστοποιεί το κοινωνικό του στάτους. Η αγάπη που στρέφεται περισσότερο σε κάτι άψυχο παρά σε άλλους ανθρώπους, ίσως κάτι να λέει για την εποχή μας.
Αυτά τα κοινωνικά σχόλια για μια ταινία που μπορεί να συζητηθεί περισσότερο γι' αυτά που θέλει να πει παρά γι' αυτό που είναι. Και μην τα πάρετε και πολύ σοβαρά όλα αυτά. Ουσιαστικά το "Κριστίν" δεν είναι παρά άλλη μια νεανική ταινία τρόμου, και μάλιστα όχι από τις καλύτερες. Απλώς σηκώνει και κάποιες παρά πάνω αναλύσεις, όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ του Carpenter.
ΥΓ: Πολύ καλή η μουσική που έχει γράψει (όπως κάνει πολλές φορές) ο σκηνοθέτης.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009

AVATAR: ΟΠΤΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ, ΣΕΝΑΡΙΑΚΑ ΚΛΙΣΕ


Να λοιπόν που, επιτέλους, είδαμε την ταινία που έφτιαχνε τόσα χρόνια ο James Cameron, την πρώτη του μετά τον "Τιτανικό" των 90ς. Το πολυδιαφημισμένο και πολυαναμενόμενο Avatar δεν με απογοήτευσε καθόλου, αλλά έχω και τις αντιρρήσεις μου.
Κατ' αρχάς δεν έχω ιδέα αν θα αλλάξει την ιστορία του σινεμά (σε τεχνολογικό επίπεδο φυσικά, όχι σε κάποιο άλλο). Θα το δείξει ο χρόνος. Αυτό που έχω να πω όμως είναι ότι, βλέποντάς το σε 3D, στα πρώτα δύο τρίτα πραγματικά μαγεύτηκα. Εξ αιτίας της εικόνας, να εξηγούμαι. Το σενάριο... θα τα πούμε παρακάτω γι' αυτό. Σε οπτικό επίπεδο λοιπόν, ένοιωσα σα να βρισκόμουν σε κάποιο απίστευτο τριπ, σα να είχα φύγει όντως από αυτόν τον κόσμο. Η περιγραφή του εξωγήινου κόσμου - παράδεισου κόβει πραγματικά την ανάσα. Νομίζω ότι πρόκειται για πραγματικό μεγαλείο. Τα κολοσιαία δέντρα, τα αιωρούμενα βουνά, οι καταρράχτες, τα απίστευτα λουλούδια και φυτά, οι πανταχού παρόντες νυχτερινοί φωσφορισμοί, οι πτήσεις των δράκων, αποτελούν μια οπτική πανδαισία που πιστεύω ότι θα ικανοποιήσει κάθε φίλο της επιστημονικής φαντασίας και όχι μόνο. Σε 3D μάλιστα ακόμα περισσότερο.
Στο τελευταίο τρίτο του φιλμ έχασα το ενδιαφέρον μου όταν τα πάντα - μοιραία - μετατράπηκαν σε ένα απέραντο πεδίο μάχης, με τους αναμενόμενους ηρωισμούς, τις αναμενόμενες ταρζανιές, την αναμενόμενη τελική σύγκρουση, τα α λα Terminator ρομπότ (για Κάμερον μιλάμε, αλλοίμονο τώρα) και πολλά άλλα τέτοια χιλιοφορεμένα. Γενικά δεν ήταν παρά μια (έξαιρετικά καλογυρισμένη φυσικά) τεράστια σκηνή μάχης, απ' αυτές που έχω μπουχτίσει στις σχετικές ταινίες. Αλλά όλο το υπόλοιπο φιλμ οπτικά, όπως είπα, με είχε ήδη αποζημιώσει.
Κι ας έρθουμε στο σενάριο. Όσο εντυπωσιακό βρήκα το οπτικό μέρος, άλλο τόσο κλισέ, προβλέψιμο, αφελές, τετριμένο βρήκα το σενάριο. Έχει βεβαίως ευπρόσδεκτο και εμφανέστατο οικολογικό μήνυμα και εξ ίσου οφθαλμοφανείς αναφορές στη μεταχείρηση που επιφύλαξαν οι "πολιτισμένοι" λευκοί στους κάθε λογής ιθαγενείς που κατακτούσαν και συχνά εξολόθρευαν, αλλά... όλα, μα όλα, τα επιμέρους στοιχεία τα έχουμε ξαναδεί. Από τον πεζοναύτη που γίνεται καλός, από την ως μεσία έλευσή του στον ξένο πλανήτη, από τον κακό, στρατόκαυλο αξιωματικό και τους στυγνούς επιχειρηματίες, από την "καλή" αλλά απότομη επιστήμονα, από το ότι ο ήρωας σώζεται από μια κοπέλα που τυχαίνει να είναι η κόρη του αρχηγού, από... από... από. Με αποκορύφωμα, το ξαναείπα, την τελική μάχη, όπου όλα συμβαίνουν όπως ακριβώς ξέραμε ότι θα συμβούν κι όπως έχουν συμβεί μερικές χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Και βέβαια όλες οι ιδέες είναι παρμένες από τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και φάνταζι, από την Ούρσουλα Λε Γκεν μέχρι την Αν ΜακΚάφρεϊ και πάμπολλους άλλους.
Σημειωτέον ότι και οι μαγευτικές εικόνες είναι παρμένες, αν τις προσέξει κανείς, από έργα γνωστών εικονογράφων του είδους. Ο Ρότζερ Ντιν με τα ιπτάμενα βουνά (θυμηθείτε τα εξώφυλλα των Yes) είναι ένας μόνο απ' αυτούς, αλλά εντόπισα και πολλούς άλλους. Ο Κάμερον έκανε ένα ιδιοφυές συνοθύλευμα απ' όλα αυτά και, τελικά, ζωντάνεψε νομίζω όλες τις φαντασιώσεις των φίλων της επιστημονικής φαντασίας. Ενώ στο σενάριο έκανε απλώς ένα συνοθύλευμα (δίχως το "ιδιοφυές") για να το κάνει όσο πιο κλισέ και σίγουρο για τα ταμεία γίνεται. Αν πρόσεχε και σ' αυτό το επίπεδο, σίγουρα θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Και τώρα πάντως, είναι τόση η δύναμη των εικόνων, που συνιστώ το φιλμ ανεπιφύλακτα. Αν τουλάχιστον μπορείτε να αφήνεστε στη μαγεία.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2009

ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΚΑΙ Ο ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ


Ο ισπανός Victor Erice έχει γυρίσει ελάχιστες (νομίζω μόλις 2 ή τρεις)μεγάλου μήκους ταινίες στην καριέρα του. Το αριστούργημά του είναι σίγουρα το "El espíritu de la colmena" (Το πνεύμα του μελισιού) του 1973.
Ήρωες είναι δύο μικρά κοριτσάκια, αδελφές, που ζουν σ' ένα ισπανικό χωριό στα 1940. Οι σχέση των γονιών τους είναι "κουρασμένη", η ύπαιθρος γύρω από το χωριό γυμνή και αυστηρή, όπως και η αρχιτεκτονική και η εν γένει ατμόσφαιρά του. Η ζωή των κοριτσιών - και ιδιαίτερα της ευφάνταστης μικρής Άννας - θα αλλάξει όταν περιοδεύων κινηματογράφος θα προβάλλει στο χωριό το κλασικό "Φρανκενστάιν" του James Whale της δεκαετίας του 30. Και η ταραγμένη της φαντασία θα πάρει φωτιά όταν θα συναντήσει ένα φυγάδα αντάρτη (ο ισπανικός εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει) που κρύβεται τραυματισμένος σε έναν ερημικό αχυρώνα.
Σπάνια ο κινηματογράφος έχει πιάσει τόσο καλά το θέμα της παιδικής ηλικίας. Και το πιάνει απ' όλες τις μερικές φορές αλληλοσυγκρουόμενες πλευρές του: Φαντασία που οργιάζει, παιχνίδι, ξενοιασιά και ταυτόχρονα δυσάρεστη μερικές φορές κοινωνικοποίηση μέσω οικογένειας και σχολείου και, προπάντων, φόβοι που στοιχειώνουν το παιδί και μερικές φορές μεταμορφώνουν την καθημερινότητα σε μια σειρά από μικρά τρομακτικά συμβάντα. Ανάμεσα στο παιχνίδι, τη φαντασία και τους φόβους της παιδικής ηλικίας κινείται και η ταινία. Η οποία, σημειωτέον, έχει ερμηνευτεί από μερικούς και σαν μια αλληγορία πάνω στην Ισπανία, τον εμφύλιο και τη μακρόχρονη δικτατορία που ακολούθησε.
Όμορφες λιτές, δωρικές και στέρεες εικόνες, κινηματογραφοφιλία (ο Φρανκενστάιν παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο), με τη χαρά και τον φόβο να εναλλάσονται, πλην όμως να κυριαρχεί διαρκώς ένα μονίμως ανησυχητικό, "υπόγειο" πνεύμα, όπως ακριβώς ήταν το κλίμα στην Ισπανία την εποχή αυτή. Ακόμα και τα παιχνίδια των δυο αδελφών φλερτάρουν συχνά με το μακάβριο, όπως η μίμηση θανάτου από τη μεγαλύτερη.
Στην ουσία λίγα πράγματα συμβαίνουν πραγματικά στο φιλμ. Είναι όμως το γενικό ανησυχητικό κλίμα, η ατμόσφαιρα, η καταγραφή της δύσκολης παιδικής ηλικίας με τους φόβους της και το παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό που την κάνουν τόσο ενδιαφέρουσα. Κρίμα που ο Erice δεν είχε ποτέ μια ομαλή σκηνοθετική καριέρα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2009

Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ... ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ


Να λοιπόν που μετά από μερικές καλές, αλλά σε άλλο κλίμα, ταινίες, ο τουρκογερμανός Fatih Akin δοκιμάζεται με επιτυχία και στην κωμωδία. Διότι το "Soul Kitchen" είναι κωμωδία και μάλιστα πολύ διασκεδαστική. Και - αν ψάχνετε ντε και καλά για κάτι τέτοιο - έχει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού ο πρωταγωνιστής της είναι ένας έλληνας που έχει εστιατόριο στη Γερμανία και ερμηνεύεται και από έναν ελληνικής καταγωγής ηθοποιό, τον Adam Bousdoukos.
Ίσως το όλο concept να φαίνεται απλοϊκό και πολλάκις διατυπωμένο: Η ελληνική στο συγκεκριμένο παράδειγμα, γενικά όμως η μεσογειακή, η νότια, η τριτοκοσμική ακόμα (χρησιμοποιείστε όποιον όρο προτιμάτε) ζεστή και περισσότερο ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία απέναντι στην πιο ψυχρή, ορθολογιστική, βόρεια οργάνωση και θεώρηση των πραγμάτων. Είναι όμως τόσο καλά και συμπαθητικά δοσμένο όλο αυτό, που πραγματικά ξεχνάς το μπανάλ της υπόθεσης αυτής και αφήνεσαι να απολαύσεις το φιλμ.
Στον κακόμοιρο ιδιοκτήτη του μάλλον άθλιου (αρχικά) εστιατορίου όλα πάνε στραβά: Η κοπέλα του φεύγει για την Κίνα, ο ίδιος υποφέρει από λουμπάγκο που όλο και χειροτερεύει, η εφορία και το υγειονομικό τον κυνηγούν, ο αδελφός του, που βγαίνει με αναστολή από τη φυλακή, τινάζει τα πάντα στον αέρα, ο νέος (φοβερός χαρακτήρας και ξεκαρδιστικός) σεφ διώχνει τους πιστούς του πελάτες... Όμως αυτός προσπαθεί να επιβιώσει με καλή καρδιά, φίλους, επιμονή, πονηριά, κομπίνες κι ό,τι άλλο φανταστείτε. Το ελληνικό δαιμόνιο σε όλο του το μεγαλείο... δοσμένο από έναν τούρκο δημιουργό.
Η ταινία αφήνει μια όμορφη, αισιόδοξη, γλυκειά γεύση, με ένα θρίαμβο της ανθρωπιάς πάνω σε ένα άψογα οργανωμένο, πλην όμως απρόσωπο σύστημα και μας θυμίζει ότι η χαρά της ζωής βρίσκονται ενίοτε στο ρίσκο και στην περιπέτεια και όχι στον τέλειο προγραμματισμό. Θα επαναλάβω εδώ αυτό που έγραψα και πριν: Ίσως όλα αυτά να ακούγονται απλοϊκά, όταν όμως δίνονται με έξυπνο και καλό τρόπο, δεν μπορείς παρά να το ευχαριστηθείς.
Ιδιαίτερη μνεία στους φοβερούς δεύτερους χαρακτήρες (ο αδελφός, ο γέρος έλληνας που μένει στο εστιατόριο, ο σεφ (όλα τα λεφτά), η γερμανίδα εφοριακός κλπ.), αλλά και στην εξαιρετική μουσική (με πολλές ελληνικές συμμετοχές και ακούσματα). Άλλωστε ο Akin τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική, έχει γυρίσει μουσικά ντοκιμαντέρ, έχει επιμεληθεί συλλογές και ενίοτε παίζει κι ίδιος σαν d.j.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Η ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΤΟΛΜΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ "ΣΤΡΕΛΛΑΣ"


Να λοιπόν που η καλή για το ελληνικό σινεμά σεζόν επιβεβαιώνεται και με τη "Στρέλλα" του Πάνου Κούτρα. Φυσικά πρόκειται για μια απόλυτα γκέι ταινία και φυσικά ίσως για μερικούς είναι σκάνδαλο και μόνο το θέμα της ή οι ηθοποιοί της: Ένας μόλις αποφυλακισμένος ερωτεύεται ένα τραβεστί. Η συνέχεια δεν θα είναι όμως αυτή που πιθανόν περιμένουμε. Στο βασικό ρόλο (και είναι και πολύ καλή) ένα αληθινό τραβεστί, που μέχρι πρότινος δεν είχε ιδέα από ηθοποιία, ενώ στο φιλμ εμφανίζονται και άλλα τραβεστί.
Αυτά περί "σκανδάλων", που είναι κάτι που δεν με αφορά καθόλου. Πάμε λοιπόν σε πιο ουσιαστικά θέματα: Πρώτα - πρώτα η ταινία είναι καλογυρισμένη και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Στο μέσον περίπου υπάρχει μια ανατροπή, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά. Και μόνο το γεγονός ότι, όπως είπα, αυτή εμφανίζεται στα μισά, ενώ το ενδιαφέρον παραμένει ως το τέλος, είναι ένα μικρό επίτευγμα. Το άλλο επίτευγμα είναι η αυθεντική καταγραφή ενός περιθωριακού χώρου (αυτού των τραβεστί), που δίνεται με ακρίβεια, χιούμορ μερικές φορές και σίγουρα με πολλή ζεστασιά και συμπάθεια από ένα σκηνοθέτη που προφανώς τον γνωρίζει καλά (άλλωστε ο Κούτρας είναι ακτιβιστής γκέι). Είναι μια από τις πολύ λίγες φορές (για το ελληνικό σινεμά η πρώτη) που ο χώρος αυτός δίνεται τόσο αυθεντικά.
Αυτό όμως που προσωπικά μου άρεσε περισσότερο είναι η όλη στάση του δημιουργού απέναντι σε ένα απόλυτα "σοκαριστικό" θέμα (και δεν μιλώ μόνο για το θέμα της ομοφυλοφιλίας, αυτό είναι δεδομένο και το γνωρίζουμε από το πρώτο λεπτό). Δυστυχώς δεν μπορώ να πω συγκεκριμένα πράγματα, επειδή αυτά σχετίζονται με την ανατροπή που λέγαμε. Αυτό που μπορώ να πω όμως είναι ότι ο Κούτρας αντιμετωπίζει με γλυκύτητα, ηπιότητα και συμπάθεια ένα απόλυτο ταμπού, που στα χέρια οποιοδήποτε ίσως άλλου σκηνοθέτη (έλληνα ή μη) θα αποτελούσε σίγουρα αφορμή για δακρύβρεκτα ή/και αιματοβαμμένα δράματα και κάθε λογής ακραίες σεναριακές καταστάσεις. Εδώ, αντίθετα, υπάρχει η αντιμετώπιση που ανέφερα παραπάνω: ΟΚ, κάτι κοινωνικά μη αποδεκτό συνέβει. Τι να κάνουμε τώρα; Να πεθάνουμε; Να τινάξουμε στον αέρα τις ζωές μας; Όχι βέβαια. Συνεχίζουμε κανονικά, κόντρα σε κάθε κοινωνική σύμβαση, και όπου πάει. Μια χαρά περνάμε και, στο κάτω - κάτω, δεν ενοχλούμε κανένα. Το θέμα αφορά εμάς και μόνο.
Σ' αυτήν ακριβώς την αισιόδοξη, ανεκτική αντιμετώπιση - που έχει να κάνει με τον θεσμό της οικογένειας και όχι μόνο - έγκειται για μένα η αληθινή τόλμη της ταινίας και όχι στα θέματα της ομοφυλοφιλίας και των τραβεστί (που, στο κάτω - κάτω, έχουμε δει πολλάκις στο σινεμά). Και γι' αυτή και μόνο την τόλμη αξίζει ένα μπράβο στον Κούτρα. Εκτός του ότι, όπως είπαμε, είναι και καλή ταινία, που στέκει διεθνώς και το έχει ήδη αποδείξει.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 25, 2009

Η ΑΓΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΥ


Η "Αγωνία και Έκσταση" είναι μια ταινία του Carol Christian (1906-1976) του 1965. Ο άγγλος Reed είναι ούτως ή άλλως σημαντικός σκηνοθέτης, και μόνο για τον αριστουργηματικό "Τρίτο Ανθρωπό" του. Εδώ καταπιάνεται με μια βιογραφική ταινία, είδος που σε πρώτη φάση μάλλον βαριέμαι. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις.
Το συγκεκριμένο φιλμ, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Irving Stone, ασχολείται με τον Μιχαήλ Άγγελο και τη δημιουργία του αριστουργήματός του, της θρυλικής Καπέλα Σιστίνα. Και βέβαια, ως χολιγουντιανή παραγωγή της εποχής, και τις υπερβολές της έχει και τα κιτς στοιχεία, και τον Τσάρλτον Ίστον στο ρόλο του Μιχαήλ Άγγελου. Νομίζω όμως ότι περιέχει και κάμποσα θετικά (όπως τον Ρεξ Χάρισον στο ρόλο του πάπα).
Κατ' αρχήν θα τονίσω ότι δεν με ενδιαφέρει το ιστορικό μέρος. Δεν έχω ιδέα δηλαδή αν όντως έτσι ήταν τα πράγματα με τον μεγάλο καλλιτέχνη, αν όσα βλέπουμε συνέβησαν αληθινά. Έχω ξαναπεί επανειλημένα ότι δεν περιμένω να μάθω ιστορία από το σινεμά, και μάλιστα τον χολιγουντιανό. Έτσι η αντίρρηση "μα αυτό δεν είναι ιστορικά ακριβές" μου είναι αδιάφορη. Με αυτό το δεδομένο λοιπόν, βρίσκω αρκετό ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο φιλμ. Στο πρώτο μέρος, όπου περιγράφονται στοιχεία από τη ζωή του Μ.Α., ο οποίος ήδη θεωρούνταν μεγάλος καλλιτέχνης, μάλλον βαρέθηκα. Το ενδιαφέρον για μένα ξεκινά από τη στιγμή που αυτός αναλαμβάνει (παρά τη θέλησή του, κατά το φιλμ, αφού προτιμούσε τη γλυπτική από τη ζωγραφική) να ζωγραφίσει το ταβάνι του παρεκκλησιού της Καπέλα Σιστίνα, δίπλα στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης.
Η ταινία στην ουσία δεν είναι ένα βιογραφικό έπος, όπως φοβόμουν στην αρχή, αλλά επικεντρώνεται στις πολύπλοκες σχέσεις αγάπης - μίσους μεταξύ του καλλιτέχνη και του χρηματοδότη και θαυμαστή του πάπα. Ο τελευταίος κάθε άλλο παρά "ιερό" πρόσωπο είναι. Με απόλυτα κοσμική εξουσία, πολεμιστής ο ίδιος (είχε κάνει κάμποσες εκστρατείες), πονηρός μερικές φορές και όχι ιδιαίτερα συνεπής όσον αφορά το οικονομικό, τρέφει όμως έναν αληθινό θαυμασμό για τον μεγάλο καλλιτέχνη και, όσο περνά ο καιρός, κατέχεται κι αυτός από εμμονή για το αριστούργημα που συντελείται μέρα με τη μέρα μποροστά στα μάτια του (η Καπέλα Σιστίνα ζωγραφιζόταν για χρόνια). Τελικά, ενώ κατά βάση είναι, όπως είπαμε, ένας πανίσχυρος κοσμικός ηγέτης, διαθέτει και ένα πνευματικό στοιχείο και τελικά φτάνει να ενδιαφέρεται για την ολοκλήρωση του αριστουργήματος περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Μη νομίζετε όμως ότι αυτό τον εξιδανικεύει. Κατά τα άλλα παραμένει οξύθυμος, πονηρός και πέρα για πέρα κοσμικός. Ο Μ.Α. από τη άλλη είναι ο ανεξάρτητος, τολμηρός, πρωτοποριακός καλλιτέχνης, εγωκεντρικός πολλές φορές και οξύθυμος κι εκείνος, μοναχικός στη ζωή του (ο Μ.Α. όντως δεν παντρεύτηκε ποτέ και προς τιμήν του το φιλμ δεν περιέχει κάποιο χαζό λαβ στόρι, αλλά δείχνει σαφώς ότι είναι τόσο αποροφημένος με τη δημιουργία που στη ζωή του δεν υπάρχει θέση για έρωτα), που δεν διστάζει να συγκρουστεί επανειλημμένα με το πανίσχυρο "αφεντικό" του, ενώ συγχρόνως, αναγνωρίζοντας και την πνευματική πλευρά του τελευταίου, τρέφει και κάποια φιλία προς αυτόν.
Αν εξαιρέσουμε κάποια επι μέρους στοιχεία (όπως την κιτς σκηνή που ο Μ.Α. εμπνέεται εν είδει οράματος τη δημιουργία του Αδάμ από τον θεό από κάποιους σχηματισμούς στα... σύννεφα), βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον κυρίως λόγω της πολύπλοκης σχέσης καλλιτέχνη - εργοδότη, δημιουργού - θεατή, του έργου τέχνης δηλαδή με τον αποδέκτη του, το κοινό. Και, αφού επικεντρώνεται σ' αυτό ακριβώς το στοιχείο, αξίζει να το δει κάποιος που ενδιαφέρεται για το θέμα.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2009

ΤΟ "PANDORUM" ΚΑΙ Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ALIEN


To "Pandorum" είναι μια ταινία με τον κλασικό συνδυασμό τρόμου - επιστημονικής φαντασίας του γερμανού Christian Alvart, γυρισμένη όμως στις ΗΠΑ. Και, σε γενικές γραμμές, μου φάνηκε ότι συνδυάζει κάποιες καλές στιγμές με τα μπανάλ στοιχεία του δυστυχώς πολυφορεμένου αυτού υποείδους.
Στην αρχή το παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, καθώς το μυστήριο πυκνώνει στο εγκαταλειμένο, αχανές σκάφος, στο οποίο ξυπνάνε μετά από χρόνια οι δύο επιβάτες (και σύντομα διαπιστώνουν ότι δεν είναι μόνοι). Στη συνέχεια όμως - και παρά το ότι συνολικά είναι καλογυρισμένο φιλμ - μου φάνηκε ότι η σκιά του ανεπανάληπτου πρώτου Alien πέφτει πολύ βαριά πάνω του. Όχι ότι μοιάζει σαν στόρι, αλλά για μια ακόμα φορά ο σκηνοθέτης δημιουργεί ατμόσφαιρα με τη φθορά και την αχρηστία που κυριαρχεί παντού στο χαώδες και λαβυρινθώδες σκηνικό, με τον συνδυασμό διαστημικής τεχολογίας και παρακμής, high tech και φθοράς. Δεν είναι αποτυχημένα όλα αυτά, απλώς τα έχουμε ξαναδεί. Στο τέλος υπάρχει (κλασικά) ανατροπή και αποκάλυψη του τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά, πώς να το πω, ακόμα και το ότι θα υπήρχε κάποια ανατροπή το περιμέναμε.
Νομίζω ότι σε πολλές ταινίες του είδους υπάρχει πια ένα μίνιμουμ ενδιαφέρουσας εικόνας και αποτελεσματικής σκηνοθεσίας και καταφέρνουν να κρατήσουν τον θεατή. Κι εγώ το είδα μέχρι τέλους δίχως να κουραστώ. Το πρόβλημα είναι όμως η επανάληψη. Είμαι σίγουρος ότι σε λίγο καιρό δεν θα θυμάμαι πια το "Pandorum", απλώς θα θυμάμαι ότι "ΟΚ, βλεπόταν". Και δεν μπορώ, για μια ακόμα φορά, να μην κάνω τη σύγκριση με τη "μητέρα" όλων αυτών των ταινιών, το Alien δηλαδή. Και να παρατηρήσω με στενοχώρια ότι άλλο είναι το αρχικό σοκ που το θυμάσαι για πάντα (και όχι μόνο επειδή το είδες για πρώτη φορά), και άλλο το απλώς καλογυρισμένο φιλμ με σκοτεινή ατμόσφαιρα, που απλώς βλέπεται ευχάριστα από τους φίλους του είδους.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2009

ΠΟΣΟ ΑΝΤΕΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η "ΓΛΥΚΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ";


Ήμουν πάντοτε περίεργος ποια θα ήταν η αντίδρασή μου αν έβλεπα σήμερα τη "Γλυκιά Συμμορία" του 1983 του Νίκου Νικολαϊδη (1939-2007). Είχα βλέπετε πολλά χρόνια να τη δω.
Αφαιρώντας λοιπόν το στοιχείο της μυθοποίησης του φιλμ αυτού, διαπίστωσα ότι όντως είναι μια εντυπωσιακή ταινία, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα. Φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να υποστεί κανείς το (θετικό) σοκ της πρώτης φοράς, ειδικά αν την είχε δει έφηβος και μάλιστα στην εποχή της. Σήμερα και κάποια στοιχεία μπορεί να φανούν ξεπερασμένα και αρκετές ασάφειες να εντοπιστούν, κυρίως σε σεναριακό επίπεδο. Αυτά όμως που παραμένουν ζωντανά είναι το πέρα για πέρα αναρχικό πνεύμα της και η πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της.
Ως γνωστόν αφηγείται μερικές μέρες από τη ζωή μιας συμμορίας μικροκακοποιών, δύο αντρών και δύο γυναικών, από τη στιγμή της αποφυλάκισης του ενός μέχρι το επερχόμενο τέλος. Υπό στενή επιτήρηση, σχεδόν πολιορκημένοι από κάποιους άγνωστους (δεν ξέρουμε αν είναι μπάτσοι, παρακρατικοί, αντίπαλες συμμορίες ή ό,τι άλλο), ζουν απερίσκεπτα τη ζωή τους σα να μην υπάρχει αύριο - και οργανώνουν και κάποιες κομπίνες. Είναι σαφές ότι με την παρέα αυτή δεν υπάρχει τίποτα συμβατικό. Είναι αυτό που θα λέγαμε κόντρα σε όλα, σε ό,τι τους περιβάλλει, σε οτιδήποτε κοινωνικό. Το μόνο που φαίνεται να γουστάρουν είναι η απόλυτη ελευθερία. Δεν υπάρχει ούτε καν η περίφημη "μπέσα" που υποτίθεται ότι συναντούμε στον υπόκοσμο. Τίποτα. Απλώς άρνηση για κάθε κοινωνικό κανόνα και περιορισμό. Και διαρκής πόλεμος ενάντια σε κάθε μορφής επιτήρηση. Οι ήρωες μοιάζουν να μην παίρνουν απολύτως τίποτα στα σοβαρά, να κάνουν πλάκα με όλα, ακόμα και με το θάνατο. Αυτό ακριβώς το εντελώς αναρχικό πνεύμα είναι που κάνει το φιλμ ξεχωριστό.
Όσον αφορά την ατμόσφαιρα, αυτή χτίζεται κυρίως με το περίφημο σπίτι όπου διαμένουν, μια μεγάλη μονοκατοικία. Έντονα χρώματα νέον, εντελώς ποπ αισθητική ανακατωμένη με ένα είδος παλιομοδίτικου μπαρόκ, φορτωμένοι χώροι γεμάτοι με κάθε λογής αντικείμενα, όλα συντελούν σε ένα σχεδον παραμυθένιο περιβάλλον, που έρχεται σε αντίθεση με τη βία που θα ακολουθήσει. Οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα βρίσκονται παντού (όπως και οι εμμονές του Νικολαϊδη). Από τους φωτισμούς νέον, τα τζουκ μποξ και τα φλιπεράκια - και τη μουσική φυσικά - μέχρι τις αφίσες του Τζέιμς Ντιν, του Μάρλον Μπράντο, του Star Trek και τον πανταχού παρόντα ερωτισμό. Γενικά η φωτογραφία είναι ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής τουλάχιστον. Όπως ασυνήθιστος και πολύ προσωπικός σκηνοθέτης υπήρξε ο Νικολαϊδης, ακόμα και στις κακές στιγμές του.
Τελικά νομίζω ότι και πέρα από το καλτ περίβλημα που φέρει, η "Γλυκιά Συμμορία" είναι μια ταινία που αξίζει να δει κανείς. Ακόμα κι αν δεν συμφωνεί μαζί της. Ακόμα και από περιέργεια, επειδή σημάδεψε τόσο έντονα τα νεανικά χρόνια μιας παλιότερης γενιάς.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 14, 2009

Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΑΙ Η ΚΟΥΒΑ


Βρισκόμαστε στα 1966, όταν ο Tomás Gutiérrez Alea (1928-1996) γυρίζει τον "Θάνατο ενός Γραφειοκράτη". Έχουν περάσει 7 χρόνια από την επικράτηση του Κάστρο και του σοσιαλισμού στην Κούβα και ο σκηνοθέτης εμφανίζεται πλέον απόλυτα κριτικός απέναντι στο νέο σύστημα. Όπως λέει και ο τίτλος, στόχος του είναι η εφιαλτική γραφειοκρατία, που αποτέλεσε μία από τις πληγές του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Το είπα όμως και στο προηγούμενο ποστ μου: Μην περιμένετε σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς και βαρύγδουπα μηνύματα. Κάθε άλλο. Το φιλμ είναι μια απόλυτα τρελή, σουρεαλιστική και κατάμαυρη κωμωδία.
Ένας καλλιτέχνης και "ήρωας της επανάστασης" θάβεται - σαν φόρος τιμής - με την εργατική του κάρτα. Από εκεί και πέρα αρχίζει για τον νεαρό ανηψιό του μια ατέλειωτη, παρανοϊκή οδύσσεια, αφού η χήρα θεία του δεν μπορεί να πάρει τη σύνταξη που δικαιούται δίχως την κάρτα του μακαρίτη, ο νεκρός δεν μπορεί να ξεθαφτεί για να πάρουν την κάρτα, όταν ξεθάβεται είναι αδύνατο να... ξαναταφεί κλπ. κλπ. κλπ. Τα πάντα οδηγούνται σε ένα απίστευτο κρεσέντο και ο δύστυχος ανηψιός φλερτάρει πλέον επικίνδυνα με την τρέλα...
Εναλλάσσοντας το παλαβά οπτικά γκαγκς με τις εξαιρετικά αστείες καταστάσεις, ο Αλέα κάνει συνειδητές αναφορές σε όλους τους μεγάλους της κωμωδίας: Ο Μακ Σένετ, ο Τσάπλιν, ο Χάρολντ Λόιντ και πλήθος άλλοι, αλλά φυσικά και ο Λουί Μπουνουέλ, βρίσκονται όλοι εδώ. Δεν είναι μόνο το γενικό κλίμα, που συνδυάζει διαρκώς αυξανόμενο άγχος και απόλυτα καφκικές καταστάσεις με παλαβό χιούμορ και πλήθος γκαγκς, είναι και συγκεκριμένες σκηνές που παραπέμπουν σε παλιότερους μεγάλους κωμικούς (ο καλλιτέχνης στην αρχή που μπλέκεται στα γρανάζια της μηχανής που ο ίδιος δημιούργησε όπως ο Τσάπλιν στους "Μοντέρνους Καιρούς", ο ήρωας που κρέμεται από ένα ρολόι όπως ο Χάρολντ Λόιντ κλπ.) Αλλά το σημαντικότερο είναι το κατάμαυρο στοιχείο που υπάρχει (όπως στα περισσότερα φιλμ του Αλέα). Ένα πτώμα που περιφέρεται δίχως να μπορεί να ταφεί, οι σκηνές στο νεκροταφείο τη νύχτα που παρωδούν ταινίες τρόμου, παράνομες εκταφές... Το αποκορύφωμα όμως είναι ο κλασικός στις βουβές (κυρίως) κωμωδίες τουρτοπόλεμος, μόνο που εδώ γίνεται στο νεκροταφείο και αντί για τούρτες χρησιμοποιούνται στεφάνια, φέρετρα, κομάτια από νεκροφόρες κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, ενώ σκυλιά περιφέρονται μέσα στο γενικό μπάχαλο με κόκαλα στο στόμα...
Φυσικά η καυστικότατη σάτιρα του καθεστώτος είναι καίρια. Η γραφειοκρατία έχει βέβαια την τιμητική της, αλλά και πολλά άλλα στραβά σατιρίζονται: Από τους κηφήνες δημόσιους υπάλληλους μέχρι την επιβαλλόμενη "επαναστατική" τέχνη και τη γελοιότητά της. Είναι χαρακτηριστική η μπηχτή με τον μακαρίτη θείο, που ήταν γλύπτης και έχει εφεύρει μια μηχανή που παράγει αυτόματα... προτομές (καταλαβαίνετε γιατί μίλησα για σουρεαλισμό και Μπουνουέλ) ή με τον φανφαρόνο επικεφαλής του εργαστηρίου γλυπτικής με τα "ειδικά προνόμια" ως υψηλόβαθμο μέλος του κόματος.
Από τα αγαπημένα μου φιλμ, "Ο Θάνατος ενός Γραφειοκράτη" και σημαντικά προβλήματα θίγει και απολαυστικότατος είναι. Τελικά νομίζω ότι ο Alea ήταν όντως μεγάλος σκηνοθέτης.
ΥΓ: Έκπληξη προκαλεί η ελευθερία με την οποία έκανε ό,τι έκανε σε ένα καθεστώς λογοκρισίας. Δεν ξέρω αν ο ίδιος απολάμβανε ειδικές ελευθερίες (δεν τολμούσαν να τον πειράξουν τέλος πάντων) ή αν το καθεστώς της συγκεκριμένης χώρας ήταν πιο ελεύθερο από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Θα με ενδιέφερε να μάθω.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 13, 2009

ΟΙ 12 ΚΑΡΕΚΛΕΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ


Αν δεν ξέρετε τον Tomás Gutiérrez Alea (1928-1996) νομίζω ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να τον μάθετε. Είναι ο γνωστότερος (και πιθανόν ο σημαντικότερος) κουβανός σκηνοθέτης, αλλά οι ταινίες του έχουν τόση σχέση με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό (όπως ίσως φοβάστε) όση εγώ με τον... Τζορτζ Μπους. Ο Alea, αν και σοσιαλιστής, έκανε σχεδόν αποκλειστικά κωμωδίες. Και μάλιστα όχι απλές κωμωδίες, αλλά συνήθως γεμάτες με κατάμαυρο χιούμορ και αρκετές σουρεαλιστικές πινελιές. Ο κύριος δάσκαλός του δεν είναι κάποιος σοβιετικός σκηνοθέτης, αλλά ο Μπουνιουέλ, του οποίου θεωρείται κινηματογραφικός απόγονος και στον οποίον, μεταξύ άλλων, αφιερώνει μία τουλάχιστον ταινία του.
"Οι Δώδεκα Καρέκλες" του 1962 δεν είναι από τα αριστουργήματά του, είναι όμως απολαυστικότατες. Την ιστορία την ξέρετε πολύ καλά. Είναι αυτή που έγινε αργότερα ριμέικ με τον Βουτσά (δεν θυμάμαι τον τίτλο, κάτι με πολυθρόνα ήταν) και από τον Μελ Μπρουκς ("Το μυστήριο με τις 12 καρέκλες"). Ο Αλέα όμως δουλεύει με μια ιστορία προσαρμοσμένη στην Κούβα και αναφερόμενη στην επανάσταση του Κάστρο (υπενθυμίζω ότι η επανάσταση έγινε το 1959, οπότε ήταν τότε μόλις 3 ετών): Όταν εθνικοποιείται η έπαυλη ενός πρώην ζάπλουτου αριστοκράτη, τα έπιπλά του πουλιούνται. Μεταξύ άλλων και ένα σετ από 12 αγγλικές καρέκλες. Και τότε μαθαίνει από την ετοιμοθάνατη πεθερά του ότι σε μια από αυτές έχει κρύψει έναν πολύτιμο οικογενειακό θησαυρό. Με τη βοήθεια λοιπόν ενός νεαρού πρώην υπηρέτη του (και τώρα, φυσικά, απόλυτα ίσου του) οργώνει την Κούβα προσπαθώντας να ανακαλύψει και να αποκτήσει ξανά μια - μια τις καρέκλες, Φυσικά το τέλος είναι απροσδόκητο, και φυσικά δεν θα σας το αποκαλύψω.
Πάνω σ' αυτή τη έξυπνη ιστορία ο Αλέα κάνει δηκτικότατα σχόλια πάνω σε πολλά θέματα: Ο αριστοκράτης είναι πονηρός, δειλός και κάθε άλλο παρά τίμιος και φυσικά κάνει τα πάντα για το χρήμα. Ωστόσο ταυτόχρονα είναι και απόλυτος κηφήνας, συνεχίζοντας και στην αναζήτηση να είναι ό,τι ήταν πάντα: Ένα παράσιτο. Έχει πολλή πλάκα ότι ακόμα κι εκεί όλη τη δουλειά και όλες τις ιδέες τις έχει ο πρώην υπηρέτης, ενώ το μόνο που καταφέρνει ο ίδιος είναι να τα κάνει όλα θάλασσα και μετά να το βάζει στα πόδια. Και, σα να μην έφτανε αυτό, το μόνο που σκέφτεται είναι πώς θα κοροϊδέψει τον συνεταίρο του και να του φάει το μερίδιο. Ο οποίος συνεταίρος, αν και εργάτης τώρα πια, είναι πανέξυπνος και κάνει όλη τη δουλειά. Ταυτόχρονα, με αφορμή το οδοιπορικό τους, βλέπουμε αισιόδοξες σκηνές της νέας τότε κουβανέζικης κατάστασης.
Καταλαβαίνετε ότι τα "μηνύματα" είναι πέρα για πέρα σοσιαλιστικά. Ενθουσιασμένος ακόμα ο Αλέα από την φρέσκια επανάσταση δείχνει μια νέα χώρα να οικοδομείται και συγχρόνως χτυπά ανελέητα και με κάθε τρόπο το παλιό, διεφθαρμένο καθεστώς. Το κάνει όμως τόσο έξυπνα, τόσο απολαυστικά, τόσο ανάλαφρα και με τόσο χιούμορ, ώστε κάθε άλλο παρά με ενόχλησε ο υποτιθέμενος διδακτισμός του. Αν ήταν έτσι όλες οι προπαγάνδες χαλάλι τους... Κι όχι μόνο αυτό. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς ότι από τότε κιόλας έριχνε και τις μπηχτές του στο νέο σοσιαλιστικό σύστημα, αφού από τότε, με την διεισδυτικότητα που τον διέκρινε, είχε ήδη εντοπίσει κάποια στραβά, που δεν δίσταζε καθόλου να καταγγείλει (την κριτική αυτή στο νέο πλέον καθεστώς θα επιτείνει πολύ περισσότερο με τις μετέπειτα ταινίες του, πάντα όμως με χιούμορ).
Σας ξαναλέω ότι απόλαυσα το φιλμ. Και δεν είναι και το καλύτερό του.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 12, 2009

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΗΞΗΣ


Να λοιπόν που έφτασε η στιγμή να με απογοητεύσει μια ταινία του Jim Jarmusch. Το λέω αυτό επειδή ο Jarmusch είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και μου αρέσουν σχεδόν όλα τα φιλμ του. Τα "Όρια του ελέγχου" (The Limits of Control) όμως του 2009, αν μη τι άλλο, με κούρασαν αφάνταστα.
Σίγουρα πρόκειται για πολύ παράξενη και ιδιαίτερη ταινία. Ένας εκτελεστής με πολύ αυστηρή ζεν φιλοσοφία ακολουθεί ένα παράδοξο οδοιπορικό στην Ισπανία έως ότου, αργά και μεθοδικά, να φτάσει στον στόχο του. Τα τοπία της χώρας, τα ανεξήγητα αλλά σταθερά τελετουργικά, οι συναντήσεις με παράξενους χαρακτήρες, που ο καθένας διηγείται μια ιστορία, οι ανταλλαγές κωδικοποιημένων μηνυμάτων σε σπιρτόκουτα, οι συναντήσεις με μια μυστηριώδη (και πάντοτε διαθέσιμη) γυναίκα, επαναλαμβάνονται από την αρχή ως το τέλος με εξοντωτική (κατά τη γνώμη μου) επιμονή. Τίποτα δεν εξηγείται. Κανείς δεν ξέρει γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και τι ακριβώς σημαίνουν. Δεν είναι το ανεξήγητο των πάντων όμως που με ενόχλησε. Αυτό μπορεί υπό συνθήκες να γίνει ιδιαίτερα ποιητικό και ερεθιστικό. Είναι κυρίως οι αργοί ρυθμοί και οι συνεχείς επαναλήψεις όσων συμβαίνουν μέχρι το επίσης μεταφυσικό και μυστηριώδες τέλος που με κούρασαν.
Ο μινιμαλισμός της ταινίας είναι ακραίος, ούτε αυτό όμως με χάλασε. Το κλίμα του, ζεν πάνω απ' όλα και μεταφυσικό, θυμίζει αυτό του "Νεκρού" ή του "Ghost Dog". Μόνο το κλίμα όμως. Διότι ενώ και οι δύο αυτές είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες και έχω βυθιστεί με ηδονή στους ούτως ή άλλως αργούς ρυθμούς τους, εδώ μόνο εκνευρισμό ένοιωσα και έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά αρκετές φορές το ρολόι. Δεν μου συνέβει από την αρχή. Το πρώτο μισάωρο ή κάτι τέτοιο οι αργοί ρυθμοί και το μυστήριο κλίμα με έκαναν να "χωθώ" στην ταινία και να την απολαμβάνω. Όσο όμως αυτό το πράγμα συνεχιζόταν ασταμάτητα σχεδόν δίχως εξέλιξη, άρχισα να κουράζομαι. Τελικά νομίζω ότι ο Τζάρμους διατήρησε ανέπαφη την προβληματική του, αυτή των τελευταίων χρόνων τέλος πάντων, και τον μόνιμο μινιμαλισμό του, όπως και τα χαρακτηριστικά της εικόνας του, αλλά κατά τη γνώμη μου αυτή τη φορά δεν του βγήκε ή, αν προτιμάτε, το παράκανε.
Ίσως κάποιοι μπορεί να απολάυσουν μέχρι τέλους τους αργούς ρυθμούς, τις συνεχείς τελετουργικές επαναλήψεις, τη ζεν φιλοσοφία και την ποίηση που κρύβουν όλα αυτά. Φοβάμαι όμως ότι οι περισσότεροι θα βαρεθούν αφόρητα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 11, 2009

ΠΟΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ;


Θα πω από την αρχή ότι το "Μια κάποια εκπαίδευση" (An Education, 2009) της δανέζας Lone Scherfig δεν με ενθουσίασε τόσο όσο οι περισσότερες από τις κριτικές που διάβασα. Φυσικά και είναι συμπαθητική ταινία και βλέπεται ευχάριστα. Και διαθέτει και χιούμορ που εναλλάσεται με το δραματικό στοιχείο. Γενικά είναι αυτό που λέμε feel good ταινία και γι' αυτό είμαι σίγουρος ότι θα αρέσει. Και έχει επίσης και την πολύ καλή πρωταγωνίστρια Κάρεϊ Μάλιγκαν, η οποία νομίζω ότι προχωρά ολοταχώς για να καθιερωθεί σαν σταρ.
Οι αντιρρήσεις μου (ή μάλλον οι απορίες μου) είναι περισσότερο ιδεολογικής φύσης. Για να το κάνω απλούστερο, είναι του στιλ "Τι ακριβώς θέλει να μας πει;". Το φιλμ διαδραματίζεται στο Λονδίνο των αρχών της δεκαετίας του 60, δηλαδή της προ ροκ και προ σεξουαλικής επανάστασης εποχή. Μας δίνει με πολύ παραστατικό τρόπο το ασφυκτικό κλίμα τόσο της οικογένειας όσο και του εκπαιδευτικού συστήματος, που μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την διατήρηση της παρθενίας των μαθητριών παρά για την εκπαίδευσή τους. Άλλωστε, το λένε ξεκάθαρα κάπου, οι περισσότερες προορίζονται (και, ακόμα χειρότερα, έχουν κι οι ίδιες σαν στόχο) να γίνουν καλές νοικοκυρές. Και τότε η ηρωίδα γνωρίζει έναν πολύ μεγαλύτερό της άντρα, που κυριολεκτικά την απελευθερώνει απ' όλη αυτή τη μιζέρια και ανοίγει μπρος στα έκπληκτα και "παρθένα" μάτια της έναν πραγματικά θαυμαστό κόσμο. Αλλά ποιο θα είναι το τίμημα;
Μπορεί κανείς να πει ότι το φιλμ μας λέει ότι "τα άκρα είναι πάντοτε κακά". Και ότι πάντοτε χρειάζεται η εκπαίδευση (σωστά), αφού δίχως αυτήν δεν μπορούν να υπάρξουν βάσεις. Το πρόβλημα όμως [και από εδώ αρχίζει spoiler, γι' αυτό όσοι δεν το έχετε δει μην το διαβάσετε] είναι ότι ενώ στο πρώτο μέρος καυτηριάζει και διακωμωδεί το πέρα για πέρα αρτηριοσκληρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής, στο τέλος η ηρωίδα καταφεύγει και πάλι μετανοιωμένη και με σπασμένα φτερά σ' αυτό, το οποίο μάλιστα, μέσα στην υποτιθέμενη μεγαλοψυχία του την δέχεται και τη συγχωρεί. Οπότε τι να συμπεράνουμε; Άκυρη όλη η κριτική του πρώτου μέρους; Μπρος στους κινδύνους που μας περιμένουν στον άγνωστο, σκληρό έξω κόσμο, καλή είναι ακόμα και μια εκπαίδευση που σε μαθαίνει κυρίως οικοκυρικά και στην καλύτερη περίπτωση (οι "ιδιοφυίες" μόνο) μπορεί να γίνουν... ακόμα και καθηγήτριες; [Τέλος spoiler]
Αρκετά όμως γκρίνιαξα και εξέθεσα τις αντιρρήσεις μου. Η ταινία παραμένει feel good, διαθέτει αρκετή τρυφερότητα και ευαισθησία και, τέλος πάντων, ακόμα κι αν θυμώσετε με τα συμπεράσματα, νομίζω ότι θα περάσετε καλά βλέποντάς την, αφού και αστεία και όσο πρέπει συγκινητική είναι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2009

ΤΟ ΓΚΟΛΕΜ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΣ


Ο Paul Wegener (1874-1948) υπήρξε ένα από τα σημαντικά πρόσωπα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, τόσο σαν ηθοποιός όσο και σα σκηνοθέτης. Η ιστορία του Γκόλεμ είναι ένας παλιός εβραϊκός μύθος, που έχει γίνει μυθιστόρημα από τον Gustav Meyrink. Ο Wegener λοιπόν γύρισε δύο φορές την ιστορία αυτή: Μία το 1915 και μία το 1920. Με τη δεύτερη θα ασχοληθούμε σήμερα, ο πλήρης τίτλος της οποίας είναι "Der Golem, wie er in die Welt kam".
Η ταινία αυτή, μαζί με το "Εργαστήριο του δρ. Καλιγκάρι", το "Νοσφεράτου" και μερικές άλλες, αποτελούν τα γνωστότερα και καλύτερα δείγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Τα χαρακτηριστικά του στιλ αυτού ήταν μεταξύ άλλων οι υπερφυσικές, τρομαχτικές ιστορίες, η παραμόρφωση στα πρόσωπα και στα σκηνικά (βασικό είναι το παιχνίδι με τις παράξενες γωνίες των πάντων) και η ιδιαίτερη σημασία των σκιών. Όλα αυτά τα συναντούμε στο φιλμ του Wegener.
Το Γκόλεμ είναι ένα μεγάλο άγαλμα από πηλό, που με τη χρήση μαγείας από ένα ραβίνο αποκτά ζωή και γίνεται υπηρέτης του με σκοπό να προστατέψει τους εβραίους της Πράγας από τον διωγμό που ετοιμάζει ο αυτοκράτορας. Τα καταφέρνει, αλλά το πράγμα έχει και άλλες επιπλοκές... Αυτό που μου έκανε εντύπωση σε μια τόσο αρχαία ταινία είναι το διφορούμενο των χαρακτήρων. Το Γκόλεμ είναι τρομακτικό, αλλά είναι και σωτήρας. Είναι τερατώδες και έχει δημιουργηθεί από μαύρη μαγεία, αλλά αποκτά και κάποια συναισθήματα (εδώ ο μύθος θυμίζει κάπως αυτόν του Φρανκενστάιν. Έτσι κι αλλιώς οι δύο ιστορίες έχουν κάποιες ομοιότητες, αν και είναι ειδωμένες από διαφορετική σκοπιά και με άλλη λογική). Και ένας τουλάχιστον από τους ήρωες, ο νεαρός εβραίος, είναι επίσης μια διφορούμενη προσωπικότητα.
Πέρα από την ιστορία όμως, αυτό που νομίζω ότι έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η εικόνα. Τα εκπληκτικά σκηνικά με τα γερτά, παραμορφωμένα σπίτια, που απεικονίζουν ένα ονειρικό και εφιαλτικό ταυτόχρονα "πειραγμένο" γκέτο, τα παράξενα εσωτερικά με τις απροσδόκητες γωνίες, που συχνά θυμίζουν σπηλιές, το ίδιο το επιβλητικό Γκόλεμ, η τελική σκηνή με το κοριτσάκι που μπορεί ακόμα να προκαλεί συγκίνηση (εδώ ταυτιζόμαστε σχεδόν με το τέρας) και πολλά άλλα κάνουν το φιλμ ένα από τα χαρακτηριστικότερα του σημαντικού και ιστορικού αυτού στιλ, ενός από τα πιο σπουδαία της ιστορίας του σινεμά. Άλλωστε σήμερα θα δουν το "Γκόλεμ" μόνο οσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του σινεμά ή έχουν εικαστικές ανησυχίες. Όσον αφορά το "προφητικό" μέρος της ταινίας (ο αληθινός διωγμός των εβραίων απ' τους ναζί θα ξεσπούσε σε λίγα μόλις χρόνια)... δεν ξέρω. Ο λαός αυτός έχει υποστεί πολλούς διωγμούς στην ιστορία του (και η βίβλος είναι γεμάτη απ' αυτούς), οπότε είναι φυσικό ένας εβραϊκός μύθος να αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ωστόσο η ιστορική συγκυρία είναι ανατριχιαστική.
ΥΓ: Θα ξαναπώ, όπως κάνω κάθε φορά που γράφω για ένα πολύ παλιό φιλμ, να μην περιμένει ο σημερινός θεατής να τρομάξει με μια τόσο παλιά ταινία τρόμου. Αν αυτό επιζητείτε μην κάνετε τον κόπο. Αλλού βρίσκεται η αξία τέτοιων ταινιών.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2009

ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΩΣ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΗΝ "ΠΕΡΙΟΧΗ 9"


Να λοιπόν που, συμπτωματικά, βρεθήκαμε και πάλι μπροστά σε ένα πολύ καλό δείγμα μιας άγνωστης κινηματογραφίας: Αυτής της Νότιας Αφρικής. Το "District 9" (2009) του 30χρονου Neill Blomkamp και σε έξυπνη ιδέα βασίζεται και καλογυρισμένο είναι ώστε να κρατά συνεχώς τον θεατή και καίρια κοινωνικά σχόλια κάνει. Και νομίζω ότι κανένα από τα θετικά αυτά στοιχεία δεν αποβαίνει εις βάρος του άλλου.
Οι εξωγήινοι εδώ (αφού πρόκειται για καθαρή ταινία επιστημονικής φαντασίας) δεν είναι ούτε εχθρικοί εισβολείς ούτε καλοί απεσταλμένοι που θα μας οδηγήσουν σε ανώτερα επίπεδα ύπαρξης. Είναι μόνο... λαθρομετανάστες ή μάλλον κατά λάθος μετανάστες, αφού στην ουσία έχουν "ναυαγήσει" στη γη. Και ως τέτοιοι πώς αντιμετωπίζονται; Σαν τους δικούς μας τριτοκοσμικούς μετανάστες, λαθρο- ή μη. Ζουν εξαθλιωμένοι σε γκέτο από φριχτές παράγκες, βιώνοντας κάθε είδους εκμετάλλευση, απομόνωση και διάκριση. Κοινώς η ταινία μας μιλά πάνω απ' όλα για τον ρατσισμό.
Οι εντομοειδείς εξωγήινοι δεν είναι κακοί, αλλά ούτε και καλοί. Έχουν τη μοίρα ακριβώς των δικών μας μεταναστών. Η φτώχια και η πείνα μπορεί να τους οδηγήσουν σε εγκληματικότητα ή βίαιες συμπεριφορές, μπορεί πάλι να διαφθαρούν και να ξεχάσουν οποιοδήποτε ιδανικό ή σκοπό. Πού το περίεργο; Όλα αυτά είναι απόλυτα φυσιολογικά για την κατάστασή τους. Αντίθετα οι άνθρωποι είναι όλοι σχεδόν "κακοί". Ρατσιστές, εκμεταλλευτές, δίχως την παραμικρή ηθική. Ακόμα και ο ήρωας προσεγγίζει τους εξωγήινους από ανάγκη, όταν δηλαδή την πατήσει ο ίδιος και αναγκάζεται να το κάνει. Αμφιβάλλετε ακόμα ότι η επιστημονική φαντασία μπορεί αν θέλει να μιλά για πολύ σύγχρονα και φλέγοντα θέματα;
Αλλά και η περιπετειώδης διάσταση της ταινίας είναι απόλυτα ικανοποιητική. Είπα στην αρχή πως νομίζω ότι θα κρατήσει τον θεατή όχι μόνο λόγω της κοινωνικής της διάστασης, αλλά και γιατί είναι μια καλογυρισμένη περιπέτεια με αρκετή δράση (και μερικές σχεδόν σπλάτερ σκηνές). Επίσης αρκετό μέρος είναι γυρισμένο με τη λογική του ψευδοντοκιμαντέρ, που δίνει αφορμή και για σχόλια πάνω στα μίντια και τον κάθε άλλο παρά καθαρό ρόλο τους. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα τέτοιιο φιλμ γυρίστηκε στη Νότιο Αφρική, μια χώρα που γέννησε και βίωσε μέχρι το κόκαλο το απαρτχάιντ, και δη στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπου διαδραματίζεαται και η ιστορία. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό το εφιαλτικό, γεμάτο σκουπίδια και άθλιες παράγκες γκέτο να είναι η αληθινή παραγκούπολη των φτωχών μαύρων της πόλης, μια από τις χειρότερες και πιο υποβαθμισμένες του κόσμου. Κι αν δεν είναι αυτή πάντως, σαφώς έχει κατασκευαστεί "κατ' εικόνα και ομοίωση" της αληθινής. Ό,τι βλέπετε λοιπόν υπάρχει στ' αλήθεια, μόνο που δεν κατοικείται από εξωγήινους...
Να λοιπόν που είχε απόλυτο δίκιο ο Πίτερ Τζάκσον που είναι ο παραγωγός του φιλμ. Εμπιστεύτηκε έναν άγνωστο νεαρό και τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλά (και οικονομικά). Μακάρι να δούμε κι άλλες τέτοιες ταινίες, που ξεφεύγουν από το τυπικό αμερικάνικο μοντέλο (αν και η βασική ιδέα ίσως και να προέρχεται από το Alien Nation).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 07, 2009

ZIFT : ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΝΟΥΑΡ


Βουλγάρικο νουάρ; Πριν κάποια χρόνια θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο. Πρέπει όμως να βάλουμε καλά στο μυαλό μας ότι αυτά που ξέραμε έχουν αλλάξει. Όλο και περισσότερες καλές ταινίες ξεπηδούν από χώρες δίχως κινηματογραφική παράδοση ή (παίζει πολύ συχνά κι αυτό) με παράδοση που αγνοούσαμε παντελώς.
Το Zift ας πούμε είναι μια ασπρόμαυρη, νουάρ ταινία του 2008 του πρωτοεμφανιζόμενου βούλγαρου Javor Gardev και, αν μη τι άλλο, είναι σίγουρα εντυπωσιακή. Ο Gardev μεταφέρει τα νουάρ στοιχεία στην πατρίδα του και στήνει μια ιστορία που διαδραματίζεται στη φυλακή των πρώτων χρόνων μετά την επικράτηση του κομουνιστικού καθεστώτος (1944) και στη συνέχεια έξω απ' αυτήν, στην κομουνιστική Βουλγαρία της δεκαετίας του 60. Τα βασικά γνωρίσματα του είδους βρίσκονται όλα εδώ: Η μοιραία γυναίκα, ένα αντικείμενο που όλοι θέλουν και ψάχνουν μανιωδώς, η "μπέσα" που υπάρχει ακόμα και στον υπόκοσμο, ο προδομένος ήρωας, οι ίντριγκες, οι ανατροπές... Αυτό που προσθέτει ο σκηνοθέτης είναι η ατμόσφαιρα της πατρίδας του (η τότε, αλλά η ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να εκτυλίσεται και σήμερα), η έντονη βία και σκληρότητα που δημιουργούν ένα αρρωστημένο κλίμα και το κατάμαυρο χιούμορ. Και βέβαια, δεν ξέρω αν υπερβάλλει επίτηδες για να στηλιτεύσει το προηγούμενο καθεστώς, αλλά η εικόνα που παρουσιάζει η "σοσιαλιστική" Βουλγαρία κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή (ή σοσιαλιστική) είναι.
Περισσότερη εντύπωση όμως προξενεί η πραγματικά εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Φοβερή ατμόσφαιρα, δυνατές εικόνες, παράξενες κινήσεις της κάμερας, άψογος ρυθμός που σε κρατά, πολύ καλη ασπρόμαυρη φωτογραφία... Και το πράγμα γίνεται ακόμα εντυπωσιακότερο αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Δεν έχω ιδέα για το background του, αλλά μοιάζει να έχει ήδη κατακτήσει απόλυτα την κινηματογραφική γλώσσα και να παίζει μ' αυτήν. Κάποιες στιγμές θυμίζει Ταραντίνο, άλλες πάλι Τζάρμους, αλλά το πάντρεμα πετυχαίνει μια χαρά νομίζω. Ίσως κάπου να το παρακάνει, ίσως κάποιοι το θεωρήσουν μια απλή επίδειξη ικανοτήτων άνευ ουσίας, όπως και να το κάνουμε όμως θαυμάζει κανείς τη δεξιοτεχνία του και περιμένει με περιέργεια την επόμενη κίνηση του Gardev.
ΥΓ: Όπως μαθαίνουμε στην αρχή του φιλμ Zift σημαίνει άσφαλτος, πίσσα, αλλά και σκατά στην βουλγαρική αργκό.