Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2017

ΜΙΑ ΚΟΜΙΣΣΑ... ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΤΣΑΠΛΙΝΙΚΗ



Σχετικά λίγοι γνωρίζουν την τελευταία ταινία του μεγάλου Charlie Chaplin (1889-1977). Την γύρισε το 1967, 78 χρονών ήδη και 10 ολόκληρα χρόνια δηλαδή μετά την προηγούμενή του (τον "Βασιλιά στη Νέα Υόρκη"), είναι το "Μια Κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ" και πρόκειται για το μοναδικό του έγχρωμο φιλμ. Φυσικά μιλάμε για κωμωδία, μάλλον δικαίως όμως παραμένει σχετικά άγνωστη, αφού πολύ λίγο τσαπλινική είναι.
Ένας πλούσιος γόνος, σε διάσταση με τη σύζυγό του και μελλοντικός πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, επισκέπτεται με το επιτελείο του το Χονγκ Κονγκ. Σε ένα μπαρ γνωρίζει μια πρώην ρωσίδα κόμισσα εξόριστη από την πατρίδα της και νυν πόρνη πολυτελείας, με την οποία περνά μεθυσμένος τη νύχτα. Την επομένη, επιβάτης πλέον σε πολυτελές υπερωκεάνειο που ταξιδεύει για τη Σαουδική Αραβία, ανακαλύπτει την κοπέλα κρυμένη στη ντουλάπα της καμπίνας του, αφού εκείνη θέλει πάσει θυσία να φύγει από το Χονγκ Κονγκ και να πάει, έστω και χωρίς χαρτιά στις ΗΠΑ. Θα αναγκαστεί να την κρύψει για να αποφύγει το σκάνδαλο, θα την ερωτευτεί φυσικά, θα αναγκαστεί να της κάνει έναν εικονικό γάμο με τον πιστό υπηρέτη του... και τα ευτράπελα και οι παρεξηγήσεις δεν σταματούν σε όλη την ταινία.
Θα μπορούσε να είναι μια ευχάριστη αισθηματική κωμωδία δωματίου (μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στην καμπίνα του ήρωα και, γενικότερα, πάνω στο πλοίο). Μια ανώδυνη, ευχάριστη αισθηματική κωμωδιούλα. Αλλά, τελικά, αυτό είναι το πρόβλημά της: Ένα τέτοιο χλιαρό (ευχάριστο κατά τα άλλα) "προϊόν" δεν ταιριάζει καθόλου, ή μάλλον είναι πολύ λίγο, για έναν Τσάπλιν. Λείπουν μάλιστα παντελώς τα αιχμηρά κοινωνικοπολιτικά σχόλια τω υπόλοιπων φιλμ του. Είναι λοιπόν απογοητευτικό για μια εικοσάχρονη αναμονή. Ίσως μάλιστα οι συνεχείς παρεξηγήσεις και ο αγώνας να παραμείνει κρυφή η ύπαρξη της κοπέλας στο πλοίο να κουράζουν λιγάκι. Εξ άλλου νομίζω ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη χημεία μεταξύ των λαμπρών πρωταγωνιστών Μάρλον Μπράντο και Σοφία Λόρεν. Ειδικά ο Μπράντο... πώς να το κάνουμε... δεν είναι φτιαγμένος για κωμικούς ρόλους, δεν του πάνε, και μάλλον περιφέρεται σαν αγγούρι στο φιλμ. Ο ίδιος ο Τσάπλιν κάνει μια μικρή cameo εμφάνιση, γερασμένος πλέον, ενώ το ρόλο της συζύγου παίζει η χιτσκοκική Τίπι Χέντρεν.
"Εύκολη" κωμωδιούλα λοιπόν, με απιθανότητες στο σενάριο και το όλο concept (σιγά μην ερωτευόταν ζάπλουτος αμερικάνος πρέσβης μια ξεπεσμένη ρωσίδα πρώην πόρνη και έπαιζε γι' αυτήν τα πάντα κορώνα - γράμματα), οι οποίες απιθανότητες ίσως παραβλέπονται στις αμερικάνικες κομεντί του σωρού, όχι όμως και σε ένα τσαπλινικό φιλμ. Και μάλιστα το τελευταίο του. Κρίμα, αφού ο μεγάλος δημιουργός δεν μας αποχαιρέτησε με τον καλύτερο τρόπο...

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Οκτωβρίου 16, 2013

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΣΑΡΛΟ

Το μακρινό 1928 ο Charlie Chaplin (1889-1977), ήδη σούπερ σταρ φυσικά, είχε κιόλας - εκτός από τις πάμπολλες ταινιούλες μικρού μήκους - μερικές μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του, ενώ ο χαρακτηριστικός τύπος που επινόησε και καθιέρωσε, ο αλητάκος "Σαρλό", ήταν ήδη μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες στον κόσμο (τον "δυτικό" τουλάχιστον). Τότε λοιπόν γυρίζει το βουβό "Τσίρκο" (οι ταινίες με ήχο είχαν ήδη λανσαριστεί, αλλά ο  Chaplin άργησε πολύ να υιοθετήσει την καινοτομία αυτή).
Στο "Τσίρκο" ο συμπαθής άστεγος αλήτης βρίσκει δουλειά σ΄ ένα τσίρκο, όπου άθελά του κάνει  εξαιρετικά αστεία πράγματα και λατρεύεται από το κοινό. Γίνεται έτσι η βασική ατραξιόν, πράγμα που ο ίδιος αγνοεί. Παράλληλα ερωτεύεται την κόρη του σκληρού ιδιοκτήτη του τσίρκου, η οποία όμως, παρά τη συμπάθεια που του δείχνει, ερωτεύεται με τη σειρά της έναν ωραίο σχοινοβάτη.
Και εδώ θα βρούμε το κλασικό γνώρισμα των τσαπλινικών ταινιών, που έγκειται νομίζω στην εξαιρετική εναλλαγή γέλιου (συχνά ξεκαρδιστικού) και συγκίνησης. Οι δουλειές του μπορούν, ανάμεσα σε ακράτητα γέλια, να κάνουν να κυλήσει και ένα δάκρυ από τα μάτια σας. Η βασική του πηγή θα είναι συνήθως η διάχυτη μελαγχολία που αποπνέει αυτός ο αστείος κατά τα άλλα χαρακτήρας, μια μελαγχολία που προέρχεται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού από τη μοναχικότητά του. Άλλωστε και στο "Τσίρκο" ο Τσάπλιν, όπως και σε άλλα φιλμ του, αποφεύγει το χάπι εντ. Αντίθετα θυσιάζεται για την αγαπημένη του - αν και εδώ, αντίθετα από άλλες ταινίες του, υπάρχει και ένα στοιχείο του στιλ "προτιμώ την ελευθερία μου από οποιαδήποτε δέσμευση".
Όπως και να το κάνουμε το φιλμ περιέχει μερικές ξεκαρδιστικές στιγμές. Να θυμηθούμε την αστεία, αλλά και με σασπένς σκηνή της σκοινοβασίας με τις μαϊμούδες να τον παρενοχλούν, το κλασικό μπουγέλωμα με τον κλόουν και τον ιδιοκτήτη, τη σκηνή στο κλουβί με το λιοντάρι ή το μόνιμο και εντελώς σουρεαλιστικό κυνηγητό του ήρωα από ένα μουλάρι, που είναι μάλιστα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο φιλμ; Ο ήρωας είναι όπως πάντα αξιοπρεπής παρά τη φτώχια του αλλά και πονηρός, ευκίνητος, ρομαντικός. Με λίγα λόγια αξιαγάπητος.με τον δικό του τρόπο. Περισσότερο θετικό όμως από οτιδήποτε άλλο είναι το γεγονός ότι κατά τη γνώμη μου το φιλμ παραμένει απολαυστικό παρά την ηλικία του. Τουλάχιστον εγώ το ευχαριστήθηκα απόλυτα. Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να μην πτοείσθε από την παλαιότητα. Πολλά από τα διαμάντια του σινεμά θα παραμένουν διαμάντια για πάντα.
ΥΓ: Για πολλούς το "Τσίρκο" δεν είναι από τις πολύ μεγάλες ταινίες του Τσάπλιν. Απολαυστική και αστεία όμως είναι σίγουρα.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Νοεμβρίου 14, 2010

"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ" ΚΑΙ Η ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Ο Charles Chaplin (1889–1977) γυρίζει το 1940 τον "Μεγάλο Δικτάτορα" (The Great Dictator) "εν βρασμώ" (αφού απεχθάνεται βαθύτατα αυτό που συνέβαινε τότε στην Ευρώπη) αποδεικνύοντας την πολιτική του τόλμη. Νομίζω ότι δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του, αλλά η ιστορική της σημασία είναι μεγάλη.
Το 1940 η Αμερική δεν είχε μπει ακόμα στον πόλεμο. Επίσης, ενώ ήταν γνωστή η αντισημιτική υστερία των ναζί, ο κόσμος δεν γνώριζε ακόμα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις φρικαλεότητες που συνέβαιναν εκεί (ούτε και ο ίδιος ο Τσάπλιν προφανώς). Οπότε μια ταινία που γελοιοποιεί απόλυτα και ξεκάθαρα τον Χίτλερ και τον φασίστα σύμμαχό του Μουσολίνι είναι, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά τολμηρή. Είναι μια καθαρά πολιτική ταινία, με στόχο μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, τη φασιστική, και το Χόλιγουντ δεν έκανε μέχρι τότε πολιτικές ταινίες. Υπήρχαν ακόμα πολλοί που θαύμαζαν τον Χίτλερ σαν πολιτικό. Ο τελευταίος έγινε διεθνώς το πιο μισητό πρόσωπο μόνο μετά τον πόλεμο, όταν αποκαλύφτηκαν τα εκατομμύρια των θυμάτων του.
Ο Τσάπλιν δεν διστάζει να δείξει έναν γελοίο, παρανοϊκό, μεγαλομανή και συγχρόνως αδίστακτο τύπο. Όσο για τον Μουσολίνι, αυτός είναι απλώς γελοίος και μεγαλομανής. Η ταινία βασίζεται στο πολυχρησιμοποιημένο εύρημα του σωσία. Ο ήρωας είναι ένας απλός εβραίος κουρέας που τυχαίνει να μοιάζει πολύ με τον δικτάτορα Χίνκελ. Έτσι η ιστορία του απλού, καθημερινού ανθρωπάκου, τυπικού ήρωα στα φιλμ του Τσάπλιν, μπλέκεται μ΄ αυτήν του παρανοϊκού δικτάτορα.
Είπα στην αρχή ότι δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Τσάπλιν. Μπορούμε και κάποιες κοιλιές να βρούμε και το χιούμορ δεν είναι τόσο δυνατό ίσως όπως σε άλλα φιλμ του. Ωστόσο περιέχει μερικές ξεκαρδιστικές και συγχρόνως κλασικές σκηνές, όπως αυτή του δικτάτορα με την υδρόγειο σφαίρα (τέλεια απεικόνιση της μεγαλομανίας και παράνοιας όλων των στρατόκαυλων δικτατόρων), της συνάντησης Χίτλερ - Μουσολίνι, του ξυρίσματος υπό τους ήχους της μυσικής του Μπραμς και άλλες. Γενικά παραμένει μια απολαυστική ταινία, με μεγάλη ιστορική αξία.
Υπάρχει και το μακρύ, διδακτικό λογίδριο υπέρ της ειρήνης, της δημοκρατίας κλπ. του Τσάπλιν στο τέλος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν δεκτό ως υπρβολικά απλοϊκό και, όπως είπαμε, διδακτικό, και όντως κουράζει. Πρέπει όμως να το τοποθετήσουμε στα πλαίσια της εποχής. Ο Τσάπλιν λέει ξεκάθαρα τις πολιτικές του απόψεις (έστω και μ' αυτόν τον "άγαρμπο" τρόπο), τολμώντας να εναντιωθεί απόλυτα με τους θαυμαστές του ναζισμού που, όπως είπαμε, τότε ήταν ακόμα μια ακόμα πολιτική ιδεολογία που κάμποσοι ανά τον κόσμο είχαν ενστερνιστεί. Και μόνο γι' αυτή του την τόλμη του αξίζει ένα μπράβο. Κι ας αποβαίνει αυτό ενάντια στην τέχνη του.

Ετικέτες ,

Δευτέρα, Μαρτίου 29, 2010

ΤΑ "ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" ΔΕΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΠΟΤΕ


Είναι κοινότοπο να πούμε εδώ για πολλοστή φορά ότι ο Charles Chaplin (1889-1977) υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες του κινηματογράφου. Κι αν ποτέ έπρεπε να μιλήσουμε για την έννοια της λέξης "κλασσικό", οι ταινίες του θα ήταν ένα πολύ καλό παράδειγμα, αφού καταφέρνουν να συγκινούν πλήθη κόσμου μέχρι σήμερα - κι ας είναι βουβές!
"Τα Φώτα της Πόλης" (City Lights) του 1931 είναι αναμφισβήτητα ένα από τα αριστουργήματά του. Όπου φυσικά ο Τσάπλιν είναι για μια ακόμα φορά ο πασίγνωστος χαρακτήρας που επινόησε και επέβαλλε στην παγκόσμια παρακαταθήκη εικόνων, ο Σαρλό δηλαδή, ο αλήτης με τα γελοία αριστοκρατικά - πλην όμως κουρελιασμένα - ρούχα και το μπαστουνάκι. Η βασική ιδέα είναι ιδιοφυής: Όταν ο ήρωάς μας σώζει τη ζωή ενός μεθυσμένου εκατομυριούχο, chυ που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, εκείνος τον θεωρεί τον καλύτερό του φίλο και τον αμοίβει πλουσιοπάροχα. Όταν όμως ξεμεθά δεν τον αναγνωρίζει και τον πετά έξω με τις κλωτσιές. Κι αυτό επαναλαμβάνεται. Φυσικά ο αλητάκος προσπαθεί να πάρει ό,τι μπορεί από τον πλούσιο κατά-το-ήμισι-φίλο-του κυρίως για να βοηθήσει την πάμφτωχη, τυφλή κοπέλα που αγαπά. Διάφορα ευτράπελα, αλλά και συγκινητικά, συμβαίνουν πάνω σ' αυτό το φόντο.
Η ταινία περιλαμβάνει μερικές κωμικές σκηνές και γκαγκς ανθολογίας, όπως η ξεκαρδιστική σκηνή της πυγμαχίας ή αυτή όπου σώζει τον εκατομμυριούχο. Κυρίως όμως διαθέτει την αριστουργηματική σκηνή του τέλους, όπου το γέλιο δίνει τη θέση του στην πηγαία συγκίνηση. Κι αυτή, για να επανέλθουμε στην αρχική συζήτηση, είναι ο δικός μου ορισμός του κλασικού: Κάτι που μπορεί να συγκινεί σήμερα τους πάντες σχεδόν, τόσες δεκαετίες μετά την πρώτη του προβολή, όπως ακριβώς την πρώτη φορά. Και κάτι ακόμα: Σ΄αυτή τη σκηνή ακριβώς, ο Σαρλό, απογυμνωμένος από κάθε κωμικό στοιχείο, δείχνει αυτό που είναι στην πραγματικότητα σαν χαρακτήρας, αυτό δηλαδή που θα βλέπαμε αν όντως τον συναντούσαμε στο δρόμο, δίχως να ξέρουμε τίποτα γι' αυτόν: Ένας κλοσάρ, ένας εξαθλιωμένος πάμφτωχος τύπος, που "χάνει" και λιγάκι, και γι' αυτό πολλοί τον δουλεύουν. Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου πολλές φορές η κοροϊδία και η σκληρότητα νικάν τον οίκτο.
Ο Τσάπλιν κάνει και εδώ την χαρακτηριστική στα φιλμ του σκληρή κοινωνική κριτική: Στο πρόσωπο του μέθυσου πλούσιου στηλιτεύει την άρχουσα τάξη, που είναι σκληρή και αδιάφορη για την δυστυχία γύρω της (αντίθετα μάλιστα, το βλέπουμε καθημερινά, αν κάτι τη χαρακτηρίζει είναι η απληστία) και μόνο όταν είναι σε μια μη ομαλή κατάσταση (μέθη εν προκειμένω), όταν δηλαδή δεν είναι ο εαυτό της, μπορεί να νοιώσει και λίγη ανθρωπιά. Ενώ η κοινωνία παρουσιάζεται σαν κάτι απόλυτα άδικο, όχι μόνο επειδή προφανώς είναι απόλυτα συμφιλιωμένη με τις τερατώδεις ανισότητες, αλλά και επειδή είναι άδικη στέλνοντας φυλακή τον ήρωα, που είναι αθώος.
Όλα αυτά όμως είναι μάλλον δευτερεύοντα μπροστά σ' αυτό που αποτελεί το σήμα κατατεθέν των ταινιών του Τσάπλιν: Την άψογη και ανεπανάληπτη μίξη γέλιου και βαθιάς συγκίνησης. Τα δύο αυτά, αντίθετα σε μια πρώτη ματιά, συναισθήματα, διαδέχονται με απόλυτη φυσικότητα το ένα το άλλο ή μπλέκονται αξεδιάλυτα, όπως στα περισσότερα μεγάλα φιλμ του. Και μόνο γι' αυτό το ιδιοφυές στοιχείο θα άξιζε να χαρακτηριστούν κλασικά.
Όπως καταλαβαίνετε, αν τυχαίνει να μην έχετε δει τα "Φώτα της Πόλης" σπεύσατε. Και σε καμιά περίπτωση μη διστάσετε, επειδή πρόκειται για ένα βουβό φιλμ του 1931!

Ετικέτες ,

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ο ΚΥΡΙΟΣ VERDOUX: ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ CHAPLIN


Το 1947, εφτά χρόνια μετά τον "Δικτάτορα", ο Charlie Chaplin (1889-1977) γυρίζει τον "Κύριο Βερντού" (Monsieur Verdoux). Το σενάριο είναι δικό του, βασίζεται όμως σε μια ιδέα του Όρσον Ουέλες. Η ταινία αποκτά αμέσως μια ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του για έναν απλό λόγο: Παρουσιάζει έναν πολύ διαφορετικό Τσάπλιν απ' αυτόν που όλοι είχαν συνηθίσει μέχρι τότε (και που κι εμείς σήμερα ξέρουμε). Ο πάμφτωχος, χαριτωμένος, καλόκαρδος ανθρωπάκος, ο Σαρλώ, εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο και κυνικό Τσάπλιν, που δείχνει να έχει χάσει κάθε πίστη στους ανθρώπους, στην ηθική τους και στην πρόθεσή τους να κάνουν το καλό.
Στον "κ. Βερντού" ο Τσάπλιν ενσαρκώνει ούτε λίγο ούτε πολύ έναν σύγχρονο Κυανοπώγωνα, έναν σχετικά ηλικιωμένο, γοητευτικό τύπο, με άψογους, αριστοκρατικούς τρόπους, που παντρεύεται ηλικιωμένες μοναχικές γυναίκες, τις σκοτώνει και κληρονομεί την περιουσία τους. "Ο γλυκούλης Σαρλώ είναι αυτός;", θα πείτε έκπληκτοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα είπε και το κοινό της εποχής που έκπληκτο παρακολούθησε την απροσδόκητη μεταστροφή μιας αγαπημένης φιγούρας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ότι ο ήρωας παρουσιάζεται εδώ γοητευτικός, όπως είπαμε, αστείος και συμπαθητικός, παρά τις απεχθείς του δραστηριότητες. Και, ακόμα περισσότερο, παρά την πληθώρα γάμων που έχει κάνει, είναι στην πραγματικότητα παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπά και είναι απόλυτα αφοσιωμένος σ' αυτήν και το παιδί του. Για να είμαστε ακριβέστεροι, κάνει ό,τι κάνει για το δικό τους καλό, για να τους εξασφαλίσει ένα άνετο μέλλον σ' έναν αβέβαιο, ταραγμένο και συχνά εφιαλτικό κόσμο. Κι όταν αυτό που αγαπά χάνεται, αφήνεται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τη μοίρα που του επιφυλάσσει μια παράλογη κοινωνία.
Η μεταστροφή του Chaplin μπορεί να εξηγηθεί με μια ματιά στην εποχή: Ο κόσμος έχει μόλις βγει από τον φριχτό Β' Παγκόσμιο και είναι μισοκατεστραμένος. Κάθε αξία έχει καταρρεύσει μέσα στις εκατόμβες των νεκρών. Η βόμβα της Χιροσίμα έχει ολοκληρώσει τη φρίκη, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο την τρομαχτική εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν πρόκειται να σκοτώσει. Η αγωνία και η αβεβαιότητα είναι διάχυτες παντού. Μέσα σ' αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον, ο κάθε Βερντού κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα για να περιφρουρήσει την όποια ευτυχία του. Αν αυτό που ξέρει είναι να σκοτώνει, αυτό θα κάνει. Στο τέλος, στη δίκη, ο Βερντού / Τσάπλιν δηλώνει κάτι αυτονόητο και προφανές, που όμως όλοι ξεχνάμε: Όταν κάποιος σκοτώσει δέκα αθώους είναι απεχθές κτήνος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όταν, σ' έναν πόλεμο, σκοτώσει εκατοντάδες ή χιλιάδες (βλ. Χιροσίμα), είναι ήρωας και παρασημοφορείται. "Μα αυτός εκτελεί διαταγές", θα μου πείτε. Ε, τότε, ας εκτελέσουν αυτούς που δίνουν τις διαταγές. Τους στρατηγούς ή τους κυβενήτες των χωρών. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι ένας κατά συρροήν δολοφόνος είναι αθώος. Καλό είναι όμως να μη ξεχνάμε πως, όσο απεχθής κι αν είναι αυτός, είναι ο "τελευταίος τροχός της άμαξας", πως υπάρχουν πολύ χειρότεροι δολοφόνοι εκεί έξω.
Η ταινία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον και ο φινετσάτος Τσάπλιν δίνει ρεσιτάλ. Δεν στερείται χιούμορ (κάθε άλλο), αλλά δεν είναι και ο ξεκαρδιστικός Τσάπλιν που είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Όπως και να το κάνουμε πάντως, και μόνο για τις ιδιαιτερότητές της και το μαύρο, κυνικό πνεύμα της, αξίζει να τη δει κανείς.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker