Πέμπτη, Φεβρουαρίου 24, 2022

"Ζ" ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

 


Βλέποντας πρόσφατα το περίφημο "Ζ" του Κώστα Γαβρά - ταινία του 1969 να θυμίσω - έμεινα έκπληκτος με το πόσο αντέχει στο χρόνο, πόσο καίρια είναι και πώς εξακολουθεί να παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. 

Ξέρετε φαντάζομαι ότι αναφέρεται στη δολοφονία του αριστερού βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από το (ακρο)δεξιό παρακράτος, από εγκληματικά στοιχεία για την ακρίβεια που στηρίζονταν ξεκάθαρα από αρχιμπάτσους, εισαγγελείς και εν γένει υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους κάθε είδους. Το φιλμ παρακολουθεί το πώς φτάσαμε στη δολοφονία και κυρίως το τι συνέβη μετά: Το απίστευτο γεγονός δηλαδή ότι ένας γενναίος και άτεγκτος ανακριτής (ο μετέπειτα πρόεδρος της Ελλάδας Σαρτζετάκης), αψηφώντας πιέσεις και απειλές, δεν δίστασε να κατηγορήσει και να σύρει σε εξευτελιστική δίκη όλο αυτό το σκυλολόι (δεν εννοώ τους δολοφόνους που είναι ανεγκέφαλα πιόνια, αλλά τους πολύ υψηλά ιστάμενους που λέγαμε).

Ο Γαβράς χρησιμοποιεί δύο σταρ στους ρόλους των Λαμπράκη - Σαρτζετάκη, τον Υβ Μοντάν και τον Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, αλλά και την Ειρήνη Παππά. Δεν λέει πουθενά ότι μιλά για την Ελλάδα (η χώρα των γεγονότων δεν αναφέρεται), δεν αναφέρει ούτε τα πραγματικά ονόματα, αλλά είναι κάτι παραπάνω από φανερό για τι μιλάει. Στο τέλος μόνο λέγεται ότι Ζ (το σύνθημα που γράφανε παντού οι νέοι μετά τον φόνο) είναι "το πρώτο γράμμα της ελληνικής λέξης Ζει". 

Αυτά για την ιστορία, αλλά και την πολιτική σημασία που είχε η ταινία στην εποχή της. Θυμίζω ότι η προβολή και η τεράστια επιτυχία της διεθνώς (και σε βραβεία και σε εισιτήρια) κατάφερε ένα μεγάλο ηθικό πλήγμα στη χούντα που τότε κυβερνούσε την Ελλάδα. Ήταν βλέπετε οι ίδιοι ακριβώς μηχανισμοί (ενίοτε και τα ίδια άτομα) που λίγα χρόνια μετά την υπόθεση Λαμπράκη κατέλυσαν τη δημοκρατία. Ωστόσο το καλό δεν σταματά εδώ: Η ίδια η ταινία, ως σινεμά πλέον, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, που την παρακολουθεί ως ένα πολιτικό θρίλερ. Οι ύπουλοι, υποβρύχιοι μηχανισμοί δείχνονται άψογα, καθώς και ο διαχωρισμός ηθικών αυτούργών και δολοφόνων (και συγχρόνως η άμεση μεταξύ τους σύνδεση). Βλέπετε, οι δολοφόνοι είναι απλώς φανατικοί δεξιοί. Προέρχονται από το χώρο του λούμπεν, είναι αμόρφωτοι, χαμηλού πνευματικού επιπέδου σε όλα, γενικώς ηλίθιοι φανατικοί που οι "επάνω" τους χρησιμοποιούν για τους σκοτεινούς σκοπούς τους. Η συνεργασία της δεξιάς με τέτοια αποβράσματα είναι ένα από τα συγκλονιστικά σημεία του φιλμ (συγχρόνως, για να αναφέρουμε κι αυτό, γίνεται και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ένα "κανονικό" φτωχό δεξιό ψηφοφόρο, που δεν θα έφτανε στο έγκλημα, και των φονιάδων, που όπως είπαμε δεν προέρχονται από το προλεταριάτο αλλά από τους λούμπεν - υποπρολεταριάτο, αν θέλετε την επίσημη λέξη). Να σημειώσω τέλος ότι εκτός του σασπένς και του στοιχείου του θρίλερ, ο Γαβράς δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ενίοτε ακόμα και χιούμορ σε ένα τόσο σοβαρό και σκοτεινό θέμα.

Πιθανόν να ανακαλύψετε και άλλες αρετές ή "επίπεδα" στην ταινία. Το σίγουρο όμως είναι ότι παραμένει ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά φιλμ που έγιναν ποτέ.   

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Οκτωβρίου 16, 2019

"ΕΝΗΛΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ" ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΗΡΩΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Ο Κώστας Γαβράς, από τους σημαντικούς εν ζωή παγκόσμιους δημιουργούς, είναι το 2019 86 χρονών. Τα φιλμ του είναι πάντοτε πολιτικά. Με το "Ενήλικοι στην Αίθουσα" υιοθετεί απόλυτα την οπτική του Γιάννη Βαρουφάκη, όπως αυτή καταγράφεται στο ομώνυμο βιβλίο του, για την εποχή των σκληρών και αγχωτικών (για όλους) διαπραγματεύσεών του με τους ευρωπαίους εταίρους το 2015 με θέμα την υπογραφή ή μη ενός νέου μνημονίου, την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους κλπ., οι οποίες βεβαίως οδηγήθηκαν σε ήττα της ελληνικής πλευράς (απόλυτα αναμενόμενο) και στην παραίτηση του τότε υπουργού.
Όλα αυτά καταγράφονται στο φιλμ του Γαβρά και ο Χρήστος Λούλης κρατιέται καλά στον βασικό ρόλο. Η ταινία είναι διαπραγματευμένη ως πολιτικό θρίλερ - αν και όλοι γνωρίζουμε το τέλος - με το διάχυτο άγχος, τα σκαμπανεβάσματα των διαπραγματεύσεων, τις αφόρητες πιέσεις που υφίσταται η ελληνική αντιπροσωπεία, και καταφέρνει (η ταινία) να κρατά το ενδιαφέρον του θεατή (εννοώ να μην τον κουράζει, αν τουλάχιστον κάποιος γνωρίζει τι έχει πάει να δει). Παράλληλα σκιαγραφεί τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών, τόσο των ελλήνων του ΣΥΡΙΖΑ όσο και των άτεγκτων, συχνά στυγνών και σκληρότατων ευρωπαίων (Ντάισεμπλουντ, Σόιμπλε κλπ.), παρουσιάζοντάς μας έτσι μια σκληρή, τυφλά γραφειοκρατική και εκδικητική Ευρωπαϊκή Ένωση και καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τον άκρατο οικονομικό νεοφιλευθερισμό, που αψηφά τον άνθρωπο και οδηγεί σε πλήθος προσωπικών τραγωδιών, με τη δικαιολογία της "γενικής οικονομικής ανόδου" (;;;) ή της ευημερίας των αριθμών.
Βεβαίως τα γεγονότα είναι πολύ πρόσφατα και ο καθένας μπορεί να έχει την προσωπική του άποψη για το τελικό αποτέλεσμα (είχε δίκιο ο Βαρουφάκης και η τακτική του ή η πολιτική και οι καθυστερήσεις του χειροτέρεψαν τα πράγματα;). Ωστόσο η ταινία είναι μονοδιάστατη, καθώς υιοθετεί απόλυτα τις απόψεις και τις μαρτυρίες του. Προσωπικά δεν συμπαθώ τα ευρωπαϊκά κοράκια που προαναφέραμε ούτε τον νεοφιλελευθερισμό, ωστόσο η αποτίμηση των αποτελεσμάτων της διαπραγμάτευσης είναι κάτι διαφορετικό - και αμφιλεγόμενο. Πρέπει όμως να πω ότι, ακριβώς λόγω του μονοδιάστατου, που κατέληγε σε ένα είδος (προκαθορισμένης) αναμέτρησης χοντροκομμένων καλών - κακών, με τη ταυτόχρονη απόλυτη ηρωοποίηση του υπουργού, η ταινία δεν μου άρεσε ιδιαίτερα. Και, κυρίως, βρήκα άστοχες (έως και ακούσια γελοίες) τις "συμβολικές" ή "θεατρικές" σκηνές που παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία. Κρίμα. Δεν είναι θέμα πολιτικών, αλλά κινηματογραφικών προτιμήσεων.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Μαρτίου 10, 2013

ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ανήκω σ' αυτούς που αρέσουν αρκετά οι ταινίες που έκανε ο Κώστας Γαβράς στην Αμερική. Σε κάποιες, βεβαίως, υπάκουσε περισσότερο απ' όσο συνηθίζει στα χολιγουντιανά πρότυπα, ωστόσο δεν έχασε ποτέ την πολιτικοποιημένη ματιά που τον χαρακτηρίζει. Το "Betrayed" (Το Στίγμα της Προσδοσίας) του 1988 είναι μία από αυτές και σίγουρα περιέχει και κάποιες σεναριακές απιθανότητες. Συνολικά όμως το βρίσκω ένα καλό θρίλερ, με πολιτική άποψη πάντοτε.
Μια ντετέκτιβ επισκέπτεται ("μεταμφιεσμένη" σε αγρότισα) τον "βαθύ" αμερικάνικο νότο για να ερευνήσει έναν ύποπτο για ρατσιστικά εγκλήματα αγρότη. Θα τον ερωτευτεί όμως και, μοιραία, η αντικειμενική ματιά που οφείλει να έχει θα θολώσει, μέχρι να της αποκαλυφτεί η τρομερή αλήθεια.
Στην ταινία ο Γαβράς εξετάζει στην ουσία το ίδιο θέμα με το "Μουσικό Κουτί" της επόμενης χρονιάς: Τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος που αγαπάς πολύ (εραστής, πατέρας κλπ.) αποδεικνύεται κάτι πέρα για πέρα αρνητικό; Όχι απλά αρνητικός χαρακτήρας, αλλά ένας αληθινός εγκληματίας; Πώς αντιδρά κανείς όταν έρθει η στιγμή να καταγγείλει ένα όντως αγαπημένο πρόσωπο; Και πώς τα έντονα συναισθήματα διαστρέφουν αυτό που οφείλει κανείς να κάνει, πώς απειλούν τις ίδιες του τις αρχές και τις ιδέες;
Στο "Betrayed" βέβαια, οπως είπαμε στην αρχή, υπάρχουν αρκετές συμβάσεις. Όταν είσαι υποψιασμένη, έχεις πάει κάπου για μια αποστολή και έχεις και εντελώς διαφορετικές ιδέες, είναι απίθανο να ερωτευτείς έναν άνθρωπο που υποψιάζεσαι για κάτι τόσο απεχθές όσο ο ακτιβιστικός, ωμός ρατσισμός, όσο γοητευτικός κι αν είναι. Όπως επίσης και η "θεωρία συνωμοσίας" που αποκαλύπτεται, με την ρατσιστική οργάνωση φανατικών καθαρμάτων να φτάνει μέχρι τα υψηλότερα κλιμάκια της αμερικάνικης εξουσίας, είναι αρκετά τραβηγμένη.
Ωστόσο η ταινία λειτουργεί νομίζω, αν μη τι άλλο, ως ένα αρκετά αγχωτικό θρίλερ, ψυχολογικό και όχι μόνο. Και στο επίκεντρό του βρίσκεται πάντοτε η πολιτική ματιά του Γαβρά, που εδώ βέβαια έχει σαν στόχο τον απεχθή ρατσιμό. Επειδή όμως μιλάμε για Γαβρά και όχι για συνηθισμένο Χόλιγουντ, μπορούμε να ανιχνεύσουμε την διαφορετική προσέγγιση του δημιουργού: Να δούμε δηλαδή ότι στεκεται αρκετά μακριά από το σχηματικό δίπολο "καλών - κακών". Το κτήνος που πρωταγωνιστεί έχει την ανθρώπινη πλευρά του, ερωτεύεται αληθινά και βαθιά, μπορεί να είναι απόλυτα τρυφερό με την οικογένειά του, μπορεί κάλλιστα να διαθέτει τιμιότητα και, γενικότερα, μια ζεστή, γοητευτική πλευρά. Από την άλλη ο προϊστάμενος και πρώην εραστής της ηρωίδας είναι ψυχρός, υπολογιστικός, μάλλον αντιπαθής, κι ας μην διακατέχεται από καμιά ρατσιστική ιδέα, αντίθετα είναι αποφασισμένος να τσακίσει τους ρατσιστές. Αλλά αυτές ακριβώς οι παραδοξότητες, αυτές οι αμφισημίες, είναι που δημιουργούν την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα - και την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Και σ' αυτό το μη σχηματικό στοιχείο (το οποίο δημιουργεί βεβαίως πολύ μεγαλύτερο μπέρδεμα στον εσωτερικο κόσμο της ηρωίδας) εντοπίζω την ιδιαίτερότητα της ταινίας σε σχέση με τα εκατοντάδες συμβατικότερα θρίλερ. Ο Γαβράς δεν διστάζει να δείξει το ρατσισμό που υποβόσκει κάτω από την συμπαθητική επιφάνεια των "καλοκάγαθων, τίμιων και δουλευταράδων" νότιων, ποτισμένων βεβαίως μέχρι το κόκαλο με τις "αμερικάνικες αξίες". Και, στο κάτω - κάτω, μια αντιρατσιστική ταινία (έστω και με απιθανότητες) παραμένει δυστυχώς (δυστυχέστατα) επίκαιρη στις μέρες μας...

Ετικέτες ,

Σάββατο, Φεβρουαρίου 28, 2009

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΟΝ "ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ"


Ο Κώστας Γαβράς καταπιάνεται με ένα θέμα που νοιώθεις ότι βρίσκεται στα νερά του: Την μετανάστευση, ένα από τα πιο καυτά προβλήματα της εποχής μας. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Έκπληξη όμως είναι ο τρόπος που χειρίζεται το θέμα. Ο "Παράδεισος στη Δύση" (2009) δεν είναι ένα βαρύ, ρεαλιστικό δράμα όπως όλοι περιμέναμε από ένα τέτοιο θέμα κι από ό,τι έχουμε δει μέχρι τώρα. Αντίθετα, είναι μια ανάλαφρη ταινία με αρκετό χιούμορ και ψήγματα σουρεαλισμού και μαγικού ρεαλισμού. Έτσι, παρά τα δράματα και τα συνεχή κυνηγητά, την πείνα και τις κακουχίες, στο τέλος μένει μια αίσθηση ότι ο ωραίος τριτικοσμικός μετανάστης μάλλον καλά πέρασε στην όλη οδύσσειά του.
Ομολογώ ότι ο χειρισμός αυτός μάλλον με ξένισε και θεωρώ ότι η ταινία το παρατραβά σε ορισμένα σημεία, χρησιμοποιώντας μάλλον χονδροειδείς συμβολισμούς. Από την άλλη, όταν το ξανασκέφτομαι, αναρωτιέμαι μήπως έχω κι εγώ τόσο εθιστεί στα μεταναστευτικά δράματα, ώστε δεν μπορώ να δεχτώ εύκολα μια άλλη ματιά στο θέμα. Δεν ξέρω. Είμαι αναποφάσιστος.
Από το φιλμ δεν λείπουν και τα δραματικά στοιχεία (το γεμάτο παράνομους μετανάστες δουλεμπορικό καράβι στην αρχή, τα πτώματα που ξεβράζονται στην παραλία του πολυτελούς ξενοδοχείου κλπ.) Μου φάνηκε όμως σα να μην αποφασίζει αν θα είναι κωμωδία, ρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός ή ό,τι άλλο, αλλά ένα συνοθύλευμα απ' όλα αυτά. Και νομίζω ότι η "πρώτη στάση" της οδύσσειας, το πολυτελές ξενοδοχείο στην Ελλάδα όπου ξεβράζεται αρχικά ο ήρωας, παρατραβά σε διάρκεια. Και δεν πιστεύω επίσης ότι θα υπήρχε η παραμικρή περίπτωση οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου να μαθαίνουν στους κυριλέ πελάτες πώς να συλλαμβάνουν παράνομους μετανάστες, και μάλιστα χρησιμοποιώντας λαβές. Ωστόσο, θα το ξαναπώ, της σχετικής γκρίνιας μου υπερτερεί η αναποφασιστικότητα. Σίγουρα πρόκειται για πρωτότυπο, σχετικά αισιόδοξο χειρισμό του θέματος. Και, στο κάτω - κάτω, όπως καθαρά δείχνεται στο φιλμ, ο ψεύτικος "παράδεισος" της δύσης, δεν έχει μόνο σκοτεινές πλευρές, όπως μέχρι σήμερα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, αλλά και κάποιες φωτεινές και θετικές, ιδιαίτερα για κάποιον που προέρχεται από τη φτώχια και την κάθε λογής αθλιότητα ή, πιθανόν, καταπίεση περίεργων τριτοκοσμικών καθεστώτων. Κι αυτό δεν σημαίνει, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι δείχνονται όλα ρόδινα. Κάθε άλλο. Μάλλον για πιο πολύπλευρη από τη συνηθισμένη απεικόνιση της πραγματικότηας πρόκειται.
Θα μου επιτρέψετε να μη πάρω ξεκάθαρη θέση και να αφήσω να αποφασίσετε εσείς. Μεγάλα παιδιά είσαστε (υποθέτω).

Ετικέτες ,

Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2009

ΑΜΗΝ Ή Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΕ ΔΙΚΗ


Ο Κώστας Γαβράς (στα αγγλικά γράφεται με τον αστείο τρόπο Costa-Gavras) γυρίζει το "Amen" το 2002 και ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων από την Καθολική Εκκλησία. Ο λόγος; Η ταινία δείχνει καθαρά ότι η εκκλησία αυτή, αλλά και ο ίδιος ο πάπας αυτοπροσώπως, γνώριζαν πολύ καλά τι γινόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους ναζί, αλλά αρνήθηκαν να πάρουν ξεκάθαρη θέση προτάσοντας τη διπλωματία και την ουδετερότητα απέναντι σ' αυτό που θα λέγαμε ηθική. Η κατηγορία γίνεται ακόμα βαρύτερη αν δεχτεί κανείς, όπως σαφώς υπαινίσεται ο σκηνοθέτης, ότι, ακόμα και σε καιρό παγκόσμιου πολέμου, ο πάπας διέθετε τέτοια επιροή ώστε το ολοκαύτωμα θα μπορούσε να αποφευχθεί - ή μάλλον, για να είμαστε δικαιότεροι, να περιριστεί όσον αφορά τον αριθμό των θυμάτων.
Φυσικά σε μια ταινία με τέτοιο θέμα, είναι λογικό να προέχει η συζήτηση για το αν τα παραπάνω είναι ιστορικά ακριβή. Προσωπικά δεν ξέρω, ούτε έχω μελετήσει το θέμα, δεν βρίσκω όμως κανένα λόγο να είναι ψέματα. Κάπως έτσι ήταν και είναι πάντοτε η στάση των εκκλησιών και όλων των μεγάλων εθνικών ή παγκόσμιων θεσμών και δεν βλέπω γιατί το Βατικανό θα έπρεπε να διαφέρει (κάθε άλλο μάλιστα). Ξαναλέω ομως ότι δεν έχω μελετήσει τα ιστορικά γεγονότα.
Σαν ταινία πάντως το "Αμήν", δίχως να είναι εντυπωσιακό κινηματογραφικά, μου κράτησε το ενδιαφέρον με τη στρωτή, γραμμική του αφήγηση, αν και δεν υπήρχαν σημεία έντονης έντασης. Ο Γαβράς δεν δουλεύει ντοκιμαντερίστικα, αλλά στήνει μια ιστορία με ήρωες: Έναν γερμανό αξιωματικό (και μάλιστα των απεχθέστατων Ες Ες), που αποφασίζει να εναντιωθεί στην πατρίδα του όταν μαθαίνει την εφιαλτική αλήθεια, και έναν ιταλό παπά, που βρίσκεται πολύ κοντά στον πάπα, που αποφασίζει να ενατιωθεί στην εκκλησία και την υποκρισία (ή διπλωματικότητα) της, της οποίας εκκλησίας είναι απόλυτο πνευματικό παιδί, με υψηλές μάλιστα προοπτικές, και όντας απόλυτα πιστός. Ίσως οι χαρακτήρες, καλοί ή κακοί, είναι μονόπλευροι, γραμμικοί, και μάλλον υπάρχει πολύς ηρωισμός και αυτοθυσία, ωστόσο, ξαναλέω, τα θέματα που θίγονται, ιστορικά και ηθικά, είναι πολύ σημαντικά.
Ενδιαφέρον έχει η ανάγλυφη απεικόνιση της εκκλησίας ως μιας "διπλωματικής μηχανής" χωρίς ψυχή και κουράγιο, που όλο το μέλημά της είναι να διατηρήσει ισορροπίες και να παραμείνει ουδέτερη. Και αν κάποιος μπορεί πιθανώς να συμφωνήσει με αυτή την ουδετερότητα, έρχεται η τελευταία μικρή σκηνή για να δείξει πού οδηγεί αυτή. Οπότε, νομίζω η θέση του σκηνοθέτη είναι απόλυτα αντιεκκλησιαστική. Ωστόσο, να το τονίσουμε αυτό, και οι δύο ήρωες κινούνται, εκτός από την ηθική επιταγή, και από θρησκευτική, χριστιανική πίστη (και οι δύο είναι θρήσκοι). Οπότε νομίζω ότι ο Γαβράς διαχωρίζει εδώ τον "αγνό" χριστιανισμό με την όλη εκκλησιαστική (θεσμική δηλαδή) υποκρισία. Είστε ελεύθεροι να συμφωνήσετε ή να διαφωνήσετε.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

ΕΝΑ "ΤΣΕΚΟΥΡΙ" ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΜΕ


Φαίνεται ότι το θέμα της ανεργίας, και μάλιστα αυτής των μεσήλικων και υψηλόβαθμων στελεχών, καίει πραγματικά τους Γάλλους. Το "Τσεκούρι" του Κώστα Γαβρά (Costa-Gavras γράφεται με αστείο τρόπο στο εξωτερικό) είναι η δεύτερη ταινία πάνω στο θέμα, μετά τον "Ελεύθερο ωραρίου", που είχαμε δει λίγα χρόνια πριν.
Για το "Τσεκούρι" μπορείς να κάνεις τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια. Κατ' αρχάς η ιδέα είναι έξυπνη (ας τονίσουμε εδώ ότι η ταινία μόνο ως κατάμαυρη, σκληρή σάτιρα πάνω στο θέμα μπορεί να ιδωθεί): Ένα υψηλόβαθμος μεσήλικας οικογενειάρχης απολύεται από την μεγάλη εταιρία του κι αφού μάταια αναζητά δουλειά, αποφασίζει να σκοτώσει έναν - έναν τους πιθανούς ανταγωνιστές του για θέση σε αντίστοιχη εταιρία, ώστε να αναγκαστούν τελικά να προσλάβουν τον ίδιο.
Η ανεργία και οι εφιαλτικές επιπτώσεις της, ο αμείλικτος, εξοντωτικός ανταγωνισμός, το ψυχοφθόρο άγχος της σύγχρονης εργασίας σ΄έναν ιδιωτικό τομέα - ζούγκλα, η θυσία των πάντων στο βωμό του κέρδους και της οικονομικής ευημερίας, χαρακτηριστικά όλα του άγριου και αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε στις μέρες μας, όλα - και ίσως κι άλλα, όπως η κρίση της μέσης ηλικίας - βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Από αυτή την άποψη η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και συγκλονιστική - και μάλιστα διαπραγματευμένη μέσα από τη μορφή της σάτιρας, όπως είπαμε. Και γίνεται ακόμα πιο συγκλονιστική λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που υιοθετεί ο Γαβράς στη γραφή του: Το άγαρμπο των εκτελέσεων από τον άπειρο αστό που αποφασίζει στα καλά καθούμενα να γίνει κατά συροήν δολοφόνος, η πολλάπλές προσπάθειές του να σκοτώσει - είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις με τη μία αν δεν έχεις πιάσει ποτέ στη ζωή σου όπλο -, η συντριβή του μετά από κάποιους φόνους, όλα βρίσκονται πολύ μακριά από την συνήθη εικόνα που έχουμε από το σινεμά για τους σίριαλ κίλερς, που συνήθως παρουσιάζονται ως παρανοϊκές μηχανές του κακού, που απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, χωρίς πολλά - πολλά συναισθήματα. Στα συν επίσης της ταινίας και το ενδιαφέρον, διφορούμενο τέλος.
Στα αρνητικά τώρα έχουμε το ότι, ακριβώς λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που λέγαμε, ο ρυθμός είναι σαφώς αργός, έτσι που ίσως προκαλεί πλήξη στον θεατή. Επίσης, η επαναλαμβανόμενη "τελετουργία" των φόνων από ένα σημείο και πέρα, όταν βιώσουμε το πρώτο σοκ, αρχίζει να κουράζει. Και όντως, σε πολλούς η ταινία δεν άρεσε.
Κρίμα. Με λίγο περισσότερο νεύρο θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες της χρονιάς.
Η αντιμετώπιση πάντως των σύγχρονων, απάνθρωπων εργασιακών σχέσεων ώς θρίλερ με... σίριαλ κίλερς, παραμένει από τις πιο πρωτότυπες και έξυπνες.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker