Κυριακή, Ιουνίου 21, 2009

ΤΟ "BAND WAGON" ΩΣ ΣΥΡΡΑΦΗ ΑΠΟ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΑ ΝΟΥΜΕΡΑ


To 1953 o Vincente Minelli (1903-1986) γυρίζει το Band Wagon, που θεωρείται ένα από τα κλασικότερα μιούζικαλ όλων των εποχών. Για μια ακόμα φορά η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το ίδιο το μιούζικαλ σαν είδος - το θεατρικό όμως, όχι το κινηματογραφικό. Και για μια ακόμα φορά η "υπόθεση" είναι υποτυπώδης: Ο Φρεντ Αστέρ είναι διάσημος, αλλά κάπως παρακμασμένος χορευτής, η Σιντ Τσαρίς νέα και στις δόξες της, οι δυο τους συνεργάζονται σ' ένα καινούριο μιούζικαλ που ανεβαίνει στο Μπρόντγουέι, αρχικά αντιπαθιούνται σφόδρα, στη συνέχεια όμως... ξέρετε.
Ουσιαστικά αυτό που κάνει την ταινία σημαντική είναι ότι ακριβώς επειδή πολύ συχνά βλέπουμε αποσπάσματα από το μιούζικαλ που υποτίθεται ότι θα ανεβάσουν οι δυο σταρ, δίνεται η ευκαιρία να απολαύσουμε κλασικά χορευτικά νούμερα, άσχετα μεταξύ τους, οπότε το όλο πράγμα λειτουργεί κάπως και σαν επιθεώρηση - για να χρησιμοποιήσουμε έναν ελληνικό όρο που έχει κάποια συγγένεια. Έτσι θα θαυμάσουμε τον Αστέρ σε ένα έξαιρετικό νούμερο με έναν μαύρο λούστρο στο σταθμό, θα γελάσουμε με τον ίδιο και άλλο ένα ζεύγος πρωταγωνιστών να παριστάνουν τα... τρίδυμα μωρά και θα απολαύσουμε το περίφημο κομμάτι That's Entertaining στην πρώτη του εμφάνιση. Όσο για τον Minelli, εδώ είναι νομίζω πιο συγκρατημένος στα εκτυφλωτικά χρώματα που χρησιμοποιεί συνήθως και που φέρνουν άλλες ταινίες του στα όρια του κιτς.
Ενδιαφέρον έχει και η αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζονται όλα: Οι ηθοποιοί / χορευτές των μιούζικαλ έχουν πλήρη συνείδηση του ότι είναι "απλοί διασκεδαστές", απευθύνονται στον πολύ κόσμο και δεν μπορούν να παίξουν, ας πούμε, Σέξπιρ ή να χορέψουν κλασικό μπαλέτο. Άλλωστε ένα από τα χαρακτηριστικά του φιλμ είναι η σάτιρα του "σοβαρού" θεάτρου, με το βαρύγδουπο ύφος και τις υπερβολές που συχνά το διακρίνει. Αντίθετα πολλές φορές εδώ τονίζεται (και αποτελεί και βασικό στοιχείο του στόρι) ότι "εμείς ανεβάζουμε απλώς μιούζικαλ και θέλουμε να γίνει όσο μεγαλύτερη επιτυχία γίνεται και να βγάλουμε λεφτά". Η ειλικρίνεια είναι αφοπλιστική και η αντιπαράθεση "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης βγάζει συχνά γέλιο.
Αν λοιπόν είστε φίλοι των παλιών μιούζικαλ, η ταινία είναι must. Αν σιχαίνεστε το είδος (και ξέρω πολλούς που το σιχαίνονται) μην περάσετε ούτε απ' έξω.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

Η GIGI ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


Είναι προφανές ότι κάθε παλιά ή/και πετυχημένη στην εποχή της ταινία δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι γίνεται και κλασική, ότι δηλαδή αντέχει στο χρόνο. Η Gigi, ας πούμε, του 1958, ένα από τα γνωστά μιούζικαλ του Vincente Minelli (1903-1986), που είχε μαζέψει κάμποσα Όσκαρ, μου προκάλεσε μάλλον πλήξη παρά οτιδήποτε άλλο.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι, που για τους αμερικάνους παλιότερων κυρίως εποχών αντιπροσώπευε το πνεύμα, την ελευθερία και την ελευθεριότητα. Η Gigi είναι μια μάλλον φτωχή έφηβος που μεγαλώνει κυρίως με τη γιαγιά της. Τόσο λοιπόν η γιαγιά όσο και η πιο πλούσια αδελφή της γιαγιάς, πρώην καλλονές αμφότερες, την προορίζουν να γίνει κάτι σαν εταίρα (αν και τέτοιες λέξεις δεν ακούγονται πουθενά σε μια τόσο "καθώς πρέπει" ταινία), συνοδός πλουσίων κυρίων δηλαδή ή, για να το πούμε με το όνομά της, πόρνη πολυτελείας. Το να συνοδεύει μια νεαρή κοπέλα πλούσιους, πολύ μεγαλύτερους κυρίους και να διατηρεί δεσμό μαζί τους (οι "δεσμοί" αυτοί κρατάνε στην καλύτερη περίπτωση 1-2 χρόνια και μετά πάμε στον επόμενο) φαίνεται να είναι κάτι απόλυτο αποδεκτό και θεμιτό απ' όλους. Όμως η νεαρά δυσανασχετεί όχι από τον "προορισμό" της, αλλά από την επιβολή του αυστηρότατου σαβουάρ βιβρ και βαριέται τα πιεστικά μαθήματα της αδελφής της γιαγιάς, ενώ ο ζάμπλουτος οικογενειακός φίλος (αυτός είναι νέος και ωραίος) παύει σιγά - σιγά να τη βλέπει σα φίλη και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η έφηβη με την παιδική αθωότητα μετατρέπεται μέρα με τη μέρα σε μια όμορφη γυναίκα.
Ο Minelli πλημμυρίζει κυριολεκτικά το φιλμ με χρώματα και κάθε λογής μπιχλιμπίδια -σήμα κατατεθέν σε κάθε σχεδόν ταινία του. Ακόμα και το φτωχό, υποτίθεται, διαμέρισμα της Ζιζί διαθέτει την μπαρόκ αισθητική των Βερσαλιών, ενώ στους δρόμους υπάρχουν περισσότερα πολύχρωμα λουλούδια παρά οτιδήποτε άλλο. Ενώ σε άλλα φιλμ του το βαρυφόρτωμα αυτό λειτουργεί (στο Brigadoon ας πούμε, όπου περιγράφεται ούτως ή άλλως ένα φανταστικό μέρος), εδώ η γνώμη μου είναι ότι βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στο κιτς παρά σε οτιδήποτε άλλο. Αφείστε που το κατά Χόλιγουντ Παρίσι του μεσοπολέμου λειτουργεί σαν μια γιγάντια Espresso, όπου όλα τα πρωτοσέλιδα και όλοι οι κάτοικοι μοιάζουν να ασχολούνται αποκλειστικά με το ποια πήδηξε ή με ποια χώρισε ο τάδε ή η τάδε πλούσιος/α. Είναι σα να βρισκόμαστε σε ένα μικρόκοσμο ζάμπλουτων που ασχολούνται μόνο με γυναίκες και ακριβά εστιατόρια, δίχως να βγαίνουμε ποτέ απ' αυτόν.
Μένει η δροσερή, σπιρτόζα και όμορφη Λέσλι Καρόν και τα συχνά ευχάριστα και έξυπνα τραγούδια των Lerner και Loewe - που μάλλον δεν συνοδεύονται όμως από εξ ίσου εντυπωσιακά χορευτικά νούμερα. Τα στοιχεία αυτά όμως, όπως και το χιούμορ του φιλμ, δεν με έκαναν να ξεπεράσω την βαρεμάρα μου όσο το έβλεπα. Όπως ξέρετε όσοι επισκέπτεστε το μπλογκ, δεν είμαι εναντίον των μιούζικαλ (πρέπει όμως να κάνει τον κόπο να μπει στη λογική του ο σύγχρονος θεατής) κι ας είναι ένα ουσιαστικά νεκρό προ πολλού είδος. Ωστόσο, παρά τη φήμη της, η Gigi είναι ένα μιούζικαλ που δεν μου αρέσει ιδιαίτερα.

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2009

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ BRIAGADOON, Η ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΤΣ


Ο Vincente Minnelli (1903-1986), ένας από τους κατ' εξοχήν χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, πέρασε από πολλά είδη. Το μελόδραμα και τα μιούζικαλ όμως είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν περισσότερο. Το Brigadoon του 1954 είναι ένα από τα μιούζικάλ του, μάλλον ξεχασμένο σήμερα. Όπου πραγματικά, ως σύγχρονος θεατής, πολύ δύσκολα αποφασίζεις αν θέλεις να θαυμάσεις ή να ενοχληθείς.
Η ιστορία του ομώνυμου μυθικού, χαμένου σκοτσέζικου χωριού, μπλέκεται με τόννους ρομαντισμού, αφέλειας και βέβαια, χορευτικών και τραγουδιών των Lerner και Loewe. O Minnelli υπήρξε πάντοτε ένας σκηνοθέτης των στούντιο. Προτιμούσε τα τεράστια κατασκευασμένα ντεκόρ από τα φυσικά σκηνικά. Ολόκληρο το τοπίο λοιπόν, τα δάση, τα βουνά και τα λουλούδια, και κυρίως το χωριό (που θυμίζει αυτό των χόμπιτ στο Lord of the Rings) είναι εμφανώς ψεύτικα, τρισδιάστατα ή ζωγραφισμένα. Τα χρώματα, ψεύτικα κι αυτά, άλλοτε εκτυφλωτικά κι άλλοτε παστέλ, μια αποθέωση του τεχνικολόρ, μπορεί να προκαλέσουν από απόλυτο θαυμασμό μέχρι αναγούλα και να χαρακτηριστούν από υπέροχα έως κιτς, ανάλογα με τα γούστα και τη διάθεση του κάθε σύγχρονου θεατή. Το ίδιο και η απίστευτα ρομαντική ιστορία με τον έρωτα του "μοντέρνου αμερικάνου" Τζιν Κέλλυ που ερωτεύεται (κεραυνοβόλα, εννοείται) την αθώα χωρικό, την πολύ όμορφη Σιντ Τσαρίς. Κάπου στα μισά της ταινίας εισβάλλει το στοιχείο του φανταστικού, του παραμυθιού, πάντοτε φυσικά στην υπηρεσία της αφέλειας και της αθωότητας.
Τελικά αυτή την "αθωότητα" (εντός ή εκτός εισαγωγικών) είναι που θεωρώ βασικό στοιχείο σε πολλά παρόμοια φιλμ, και κυρίως μιούζικαλ. Μια αθωότητα που μπορεί να αμφισβητηθεί με ένα σωρό τρόπους και από πολλές σκοπιές (είναι κατασκευασμένη στην πελώρια χολιγουντιανή μηχανή της εποχής, απομακρύνει συνειδητά από καυτά, ρεαλιστικά προβλήματα, γίνεται μόνο για τα λεφτά... να μερικές μόνο από τις κατηγορίες). Ωστόσο είναι αναμφισβήτητη αυτή η γλυκειά αφέλεια που αποπνέουν τα φιλμ αυτά - καθώς και η ψευδής κατά τη γνώμη μου θέση ότι "αν το θέλεις πολύ, γίνεται". Αν μπορεί κανείς σήμερα να αφεθεί σ' αυτές δίχως να βαρεθεί, και έχοντας πάντοτε στο μυαλό του τις κατηγορίες που μπορούν να τουςς αποδοθούν, μερικές μόνο από τις οποίες ανέφερα, ίσως περάσει καλά. Ξεροντας πολύ καλά βεβαίως, ότι άυτά που βλέπει "δεν γίνονται".

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker