Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

ΑΔΙΚΟΣ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Τελικά νομίζω ότι ο Φίλιππος Τσίτος είναι μια αξιόλογη περίπτωση για το ελληνικό σινεμά. Μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» γυρίζει το 2012 τον «Άδικο Κόσμο» και επιβεβαιώνει κατά τη γνώμη μου τις αρετές του προηγούμενου φιλμ, διατηρώντας μάλιστα το προσωπικό του στιλ. Ένα στιλ που θα το χαρακτήριζα χαμηλότονο, ευαίσθητο, ανθρώπινο, που κοιτά με συμπάθεια τον συνηθισμένο άνθρωπο ενώ αφηγείται καθημερινές ιστορίες.

Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός μπάτσος, προανακριτής μάλιστα, που κάποια στιγμή, διαπιστώνοντας ότι ο κόσμος βασίζεται στην αδικία, αποφασίζει να πάψει πια να κάνει τη δουλειά του, δηλαδή να μην ασχολείται με τους φακέλους που του φέρνουν και να διώχνει τους ύποπτους, μια που αυτοί δεν είναι παρά «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», αφού οι μεγάλοι εγκληματίες μένουν πάντοτε ατιμώρητοι. Τότε όμως εμπλέκεται σε μια ακούσια ανθρωποκτονία, γνωρίζει και μια κυνική καθαρίστρια, εμπλεγμένη κι αυτή με την υπόθεση, και τα πράγματα περιπλέκονται.

Ίσως κάποιοι να απογοητευτούν από αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «έλλειψη δράσης». Είναι αυτό το χαμηλότονο ύφος που σας έλεγα πριν, αυτό το απόλυτα καθημερινό που κυριαρχεί. Η πόλη είναι η πόλη, άσχημη, όπως ακριβώς τη ξέρουμε, τα διαμερίσματα των συνηθισμένων ανθρώπων το ίδιο, όπως και οι χώροι δουλειάς. Αυτό όμως κάνει τα πράγματα πολύ περισσότερο οικεία και, τελικά, νοιώθουμε ότι όλο αυτό μας αφορά. Υπάρχει βέβαια και κάποιο χιούμορ, διακριτικό κι αυτό, υπόγειο, συχνά πικρό. Οι ήρωες βρίσκονται πολύ μακριά από σχηματικούς διαχωρισμούς «καλών» και «κακών», είναι δηλαδή όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή, ένα μείγμα απ’ όλα αυτά, με θετικές και αρνητικές πλευρές. Ο Τσίτος τους κοιτά με συμπάθεια, με ανθρωπιά.

Όσο για την καθημερινότητα, που κυριαρχεί όπως είπαμε, είναι γκρίζα, μίζερη θα μπορούσαμε να πούμε, η μοναξιά είναι πανταχού παρούσα. Οι ήρωες αναζητούν την ανθρώπινη επαφή, οι ίδιοι όμως δεν το ξέρουν καν, καθώς είναι εθισμένοι στην άχρωμη ρουτίνα τους. Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους περισσότερους ανθρώπους των πόλεων;

Απαραίτητη τέλος νομίζω ότι είναι και μια αναφορά στον πολύ καλό Καφετζόπουλο, που είναι απόλυτα πειστικός στο ρόλο του.

Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, θα περιμένω και την επόμενη δουλειά ενός σκηνοθέτη αθόρυβου μεν, αλλά αποτελεσματικού και καίριου. Παρατηρώντας γενικότερα για μια ακόμα φορά ότι το ελληνικό σινεμά νομίζω ότι επιτέλους έχει πάρει τα πάνω του τα τελευταία χρόνια και, ευτυχώς, το φαινόμενο αυτό δείχνει να έχει διάρκεια.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΣΤΗΝ "ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ"


Επιτέλους. Κάτι φαίνεται να ξυπνά στο ελληνικό σινεμά. Η "Ακαδημία Πλάτωνος" (2009) του Φίλιππου Τσίτου, με έναν πολύ καλό Αντώνη Καφετζόπουλο, είναι απλή, τίμια και χαμηλότονη. Και πάνω απ' όλα συμπαθέστατη. Θέμα της ο ρατσισμός. Και ταυτόχρονα μια ρεαλιστική καταγραφή της μίζερης πλευράς της ελληνικής καθημερινότητας.
Μη συμπεράνετε απ' όλα αυτά ότι έχουμε να κάνουμε με κανένα σπαρακτικό δράμα. Μάλλον στις κωμωδίες - σκεπτόμενες ωστόσο - θα την κατέτασα, καθώς υπάρχει αρκετό χιούμορ. Δίχως αυτό να αναιρεί στο παραμικρό το ότι η ταινία μπορεί κάλλιστα να ενταχτεί και σ' αυτό που λέμε "κοινωνική". Αλλά, το είπαμε, με χιούμορ.
Αυτό που κυρίως τη χαρακτηρίζει είναι οι χαμηλοί τόνοι. Ρατσισμός και χιούμορ λοιπόν, αλλά μη φανταστείτε ούτε κάτι ξεκαρδιστικό, ούτε φοβερή πλοκή, ανατροπές, κορυφώσεις. Όλα προχωράν σε χαλαρούς ρυθμούς, όπως ακριβώς η μίζερη καθημερινότητα των ρατσιστών ηρώων ψιλικατζίδων, που "σκοτώνουν μύγες" όλη τη μέρα στα μαγαζάκια τους σχολιάζοντας τα πάντα γύρω τους - και κυρίως τους αλβανούς. Ούτε όμως και αντιρατσιστικές κορώνες να περιμένετε. Ούτε εγκλήματα υπάρχουν, ούτε θεαματικές μετάνοιες. Αυτό ακριβώς το χαμηλότονο, το ρεαλιστικό στοιχείο, είναι που με γοήτευσε.
Η ταινία ασχολείται μ' αυτό το είδος ρατσισμού που δεν οφείλεται σε ιδεολογία (οι ήρωες δεν είναι χρυσαυγίτες ή κάτι τέτοιο), αλλά σε απλή, συνηθισμένη ηλιθιότητα. Λίγο να τους στριμώξει κανείς, στην κουβέντα εννοώ, τα χάνουν, αντιφάσκουν, τα επιχειρήματα και τα πιστεύω τους μπλέκονται. Η φιλία μεταξύ τους είναι ταυτόχρονα σταθερή και εύθραυστη. Είναι συγχρόνως καλόκαρδοι και βλάκες. Το μίσος για τους ξένους (για τους αλβανούς, γιατί για τους κινέζους δεν έχουν και πολύ ξεκάθαρη άποψη) βασίζεται σε σαθρά, χαμηλού IQ πιστεύω.
Ταυτόχρονα το φιλμ καυτηριάζει με διάφορους τρόπους την ελληνική πραγματικότητα: Από την τεμπελιά (μάλλον για πλήρη απραξία θα έπρεπε καλύτερα να μιλήσουμε) μέχρι την ασχήμια πολλών γωνιών της Αθήνας, από τον ζαμανφουτισμό μέχρι την έλλειψη ενδιαφερόντων. Όσο για το... ροκ, παίζει κι αυτό έξυπνο, διττό ρόλο στο φιλμ. Βλέπετε, οι τεμπέληδες φίλοι μας - 40 με 50 χρόνων - είναι και παλιοροκάδες. Από τη μία αυτό αποτελεί στοιχείο που δένει τον ήρωα με τον αλβανό αδελφό (;), από την άλλη δείχνει την κενότητα (στη σημερινή εποχή τουλάχιστον) εντελώς τετριμμένων εκφράσεων του στιλ "δεν είναι μόνο μουσική, είναι τρόπος ζωής". Προφανώς αυτό που σήμερα κυριαρχεί είναι το στιλ για το στιλ. Το τι πραγματικά πρεσβεύει το κάθε ένα απ' αυτά (τα στιλ εννοώ) έχει φοβάμαι προ πολλού ξεχαστεί.
Μου άρεσε η ταινία, που βραβεύτηκε και στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Αθηνόραμα, έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν μεταφορά στα ελληνικά πράγματα του κλίματος του Καουρισμάκι. Και μια που αυτός μ' αρέσει... Ελπίζω να μη σας πειράξει η έλλειψη έντονης δράσης. Οι χαμηλοί τόνοι, τόσο στα νοήματα όσο και στο χιούμορ, πολλές φορές λένε πολλά.
ΥΓ: Η "Ακαδημία Πλάτωνος" είναι μία από τις τουλάχιστον 3 ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες που περιμένουμε φέτος (οι άλλες είναι ο "Κυνόδοντας" και η "Στρέλα") και πιθανόν στο δρόμο να προκύψουν και κάποιες εκπλήξεις. Γι' αυτό σας είπα ότι κάτι φαίνεται να κινείται στο συνήθως ψόφιο ελληνικό σινεμά. Μακάρι το φαινόμενο να μην είναι τυχαίο ή μεμονωμένο.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker