Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2017

ΟΠΤΙΚΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ "LOVING VINCENT"

Ξέρετε ότι μερικές από τις πρώτες ταινίες του κινηματογράφου, του Μελιές συγκεκριμένα, ήταν έγχρωμες; Μα αφού δεν υπήρχε έγχρωμο φιλμ, θα μου πείτε. Κι όμως: Μια αληθινή βιοτεχνία που απασχολούσε δεκάδες εργάτριες χρωμάτιζαν στο χέρι, καρέ - καρέ, το ασπρόμαυρο φιλμ. Έτσι μερικές κόπιες του 13λεπτου "Ταξιδιού στη Σελήνη" για παράδειγμα είναι έγχρωμες! Πάνω από έναν αιώνα μετά, το 2017, η ίδια επίπονη τεχνική δοκιμάζεται σε ένα animation μεγάλου μήκους πλέον, το βρετανοπολωνικό "Loving Vincent" της πολωνέζας Dorota Kobiela και του βρετανού Hugh Welchman, με εκθαμβωτικά εικαστικά αποτελέσματα.
Θέμα του ειναι ο θάνατος του Βαν Γκογκ. Ως γνωστόν ο ιδιοφυής (και ψυχικά διαταραγμένος) ολλανδός αυτοκτόνησε το 1890 σε ένα χωριό της Γαλλίας. Ένα χρόνο μετά ο ταχυδρόμος που έστελνε τα πάμπολλα γράμματα του Βίνσεντ στον αγαπημένο του αδελφό Τεό ανακαλύπτει ένα τελευταίο ανεπίδοτο γράμμα και αναθέτει στον νεαρό γιο του να το παραδώσει. Εκείνος, βαρυγκομώντας αρχικά, μαθαίνει ότι και ο Τεό έχει πεθάνει (πέθανε όντως ένα χρόνο περίπου μετά τον αδελφό του), οπότε πάει στο χωριό για να το δώσει στον κοντινότερο στον Βίνσεντ άνθρωπο στα τελευταία του, τον γιατρό Γκασέτ. Στο χωριό όμως κάθε άνθρωπος που γνώρισε τον ζωγράφο έχει άλλη γνώμη γι' αυτόν (και άλλη εκδοχή για τα συμβάντα), μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται και, τελικά, ο ήρωάς μας αρχίζει να αναρωτιέται αν ο Βίνσεντ όντως αυτοκτόνησε...
Φυσικά τα όποια σεναριακά ευρήματα επισκιάζονται από το εντυπωσιακό οπτικό μέρος. Το φιλμ γυρίστηκε με αληθινούς ηθοποιούς, οι οποίοι έπαιζαν μπροστά σε άδεια φόντα. Στη συνέχεια όλα, μα όλα τα καρέ επιζωγραφίστηκαν στο χέρι από 120 περίπου επαγγελματίες ζωγράφους, οι οποίοι ακολούθησαν πιστά το στιλ και την τεχνική του Βαν Γκογκ (μιλάμε για 65.000 καρέ)! Το αποτέλεσμα είναι εκθαμβωτικό. Παρακολουθούμε την ιστορία να εκτυλίσεται σε πειστικότατο "περιβάλλον Βαν Γκογκ", λες και οι πίνακες να έχουν ζωντανέψει, ενώ οι ηθοποιοί, κατάλληλα επιχρωματισμένοι κι αυτοί, δεν είναι παρά αυτοί των οποίων τα πορτρέτα είχε φτιάξει ο Βίνσεντ (υπαρκτά πρόσωπα δηλαδή), οι οποίοι είναι και οι ήρωες της μυθοπλασίας, καθώς οι περισσότεροι ήταν κάτοικοι του χωριού και είχαν σχέσεις με τον ζωγράφο (άλλωστε πόζαραν γι΄αυτόν). Φυσικά οι περισσότερες σκηνές ξεκινούν από πασίγνωστα έργα του, τα οποία βλέπουμε να ζωντανεύουν και να κινούνται.
Σεναριακά τώρα, η κάπως αστυνομική πλοκή, με τον ακούσιο ντετέκτιβ ήρωα, επινοείται για να δώσει ενδιαφέρον (πέρα από το εικαστικό βεβαίως) στο φιλμ. Συγχρόνως μας θυμίζει κάπως την οπτική του κλασικού "Ρασομόν" του Κουροσάβα: Η αλήθεια είναι κι αυτή μερικές φορές υποκειμενική. Ο κάθε κάτοικος ερμηνεύει διαφορετικά τα γεγονότα, έχει σε διαφορετική εκτίμηση το νεκρό καλλιτέχνη (από "βλαμμένος" έως "ιδιοφυής") και προσθέτει μια μαρτυρία που μάλλον μπερδεύει τον ερευνητή παρά τον βοηθά. Και φυσικά το όλο φιλμ αποπνέει έντονη συγκίνηση για την τοσο βασανισμένη, μοναχική (και μερικές φορές όχι ιδιαίτερα ευχάριστη) προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου, ενώ η παθιασμένη μέχρι αυτοκαταστροφής αγάπη του για την τέχνη αποκαλύπτεται ανάγλυφα.
Αν σας αρέσει  ζωγραφική του Βαν Γκογκ, δείτε το οπωσδήποτε. Αλλά και οι υπόλοιποι ας ψάξουν αυτό το - αν μη τι άλλο - εκπληκτικό τεχνικά επίτευγμα. Δεν γίνονται συχνά τοσο πρωτότυπες εικαστικά, τόσο πειραματικές και συγχρόνως επίπονες δουλειές!
ΥΓ: Μεγάλο μέρος των καρέ επιζωγραφίστηκε σε στούντιο στην Ελλάδα και κάμποσοι από τους 120 ζωγράφους είναι έλληνες.

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2017

ΜΑΛΛΟΝ... ΑΝΕΥ ΛΟΓΟΥ "BOARDING GATE"

Ο γάλλος Olivier Assayas είναι αγαπημένο παιδί των "σοβαρών" φεστιβάλ (Κάννες κλπ.) όπου συχνά παίζονται ταινίες του. Δεν έχω παρακολουθήσει τη δουλειά του, σαφώς δεν έχω σφαιρική άποψη, τα λίγα όμως που έχω δει μάλλον αδιάφορα μου φάνηκαν. Όπως το αγγλόφωνο "Boarding Gate" του 2007 με την Asia Argento στον βασικό ρόλο.
Πρόκειται για ένα μάλλον δραματικό θρίλερ. Η ηρωίδα ήταν ερωμένη ενός μεγαλύτερού της μεγαλοεπιχειρηματία, με τον οποίο συναντάται μετά από καιρό. Η σχέση τους βασιζόταν, όπως φαίνεται, περισσότερο στο σεξουαλικό πάθος, το οποίο τώρα πάει να αναζωπυρωθεί. Ταυτόχρονα είναι ερωμένη και ενός νέου κινέζου επιχειρηματία, τον οποίο γνώρισε μέσω του προηγούμενου φίλου της, και του οποίου η σύζυγος, κινέζα κι αυτή, μοιάζει να μην ξέρει τίποτα για την παράνομη σχέση του άντρα της. Όταν συμβεί κάποιος φόνος (δεν θα σας πω τίνος και από ποιον) η Asia θα βρεθεί στο Χονγκ Κονγκ, χαμένη σε έναν δαίδαλο τόσο της αχανούς πόλης όσο και ανθρώπων που δεν ξέρει πόσο φίλοι της είναι και αν πρέπει να εμπιστευτεί...
Το φιλμ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο σασπένς (δεν ξέρω αν ήταν καν αυτό στην πρόθεση του σκηνοθέτη), περιέχει (ώς συνήθως όταν πρόκειται για την Asia) σχετικά τολμηρές ερωτικές σκηνές (όχι τίποτα σπουδαίο, μην το δείτε μόνο γι' αυτό) και νομίζω ότι πάσχει από ρυθμό. Η σκηνή της επανεύρεσης της ηρωίδας με τον πρώην εραστή της τραβά τόσο, μα τόσο σε μάκρος, περιέχει τόσους διαλόγους και σκαμπανεβάσματα στη σχέση τους, τόσα "φεύγω - ξαναγυρίζω", "σε ποθώ - δεν σε ποθώ", "σ'αγαπούσα - δεν μ' αγαπούσες", που μου φάνηκε ακατανόητη όλη αυτή η διάρκεια. Γενικά ένοιωσα ότι το φιλμ δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποφασίσει τι ακριβώς είναι : Ψυχολογικό θρίλερ, θρίλερ σκέτο, ψυχολογικό φιλμ σκέτο ή... τι; Αν ο Assayas προσπάθησε να κάνει μια μείξη όλων αυτών μου φαίνεται ότι απέτυχε.
Γενικότερα πάντως δεν μπορώ να εντοπίσω το νόημα, το "γιατί" του φιλμ. Ταινία είδους δεν είναι (π.χ. θρίλερ με σασπένς ή δράση), ψυχολογικό φιλμ δεν είναι, να εμβαθύνει δηλαδή στην ψυχολογία των ηρώων, εντυπωσιακό σαν εικόνα επίσης δεν είναι (καλά, αυτό δεν είναι κακό, είναι άποψη η εικόνα να είναι λίγο "βρώμικη"), τελικά όμως τι είναι; Άγνωσται αι βουλαί του Assayas... Εντάξει, το είδα (δίχως να με κρατήσει ιδιάιτερα βέβαια), δεν το θεωρώ εντελώς για πέταμα, αλλά τα παραπάνω ερωτηματικά παραμένουν. Μήπως πρόκειται για αστυνομικό "μεταλλαγμένο" ώστε να γίνει δεκτό σε μεγάλα και σοβαρά φεστιβάλ;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2017

"MOTHER!" : ΜΙΑ ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

Εντάξει, το ότι ο Darren Aronofsky είναι ένας πρωτότυπος και sui generis δημιουργός το δέχομαι. Παρακολουθώ μεν ανελλιπώς τη δουλειά του, αλλά συχνά αυτή με ενοχλεί (βλέπε "Νώε"). Ωστόσο η ενόχλησή μου χτύπησε κόκκινο με το "Mother!" του 2017, ένα αλληγορικό φιλμ, τόσο, μα τόσο βαρυφορτωμένο και συμβολικό, που περισσότερο πεθαίνεις (ίσως μερικοί να πέθαναν κιόλας από overdose).
Ένα ζευγάρι ζει απομονωμένο σ' ένα σπίτι που στέκεται ολομόναχο στο μέσον ενός απέραντου λιβαδιού. Εκείνος, αρκετά μεγαλύτερος της, είναι διάσημος ποιητής, το κοινό του οποίου τον λατρεύει. Εκείνη... απλώς μένει στο σπίτι (οικοκυρά). Την απομόνωση του ζεύγους θα σπάσει ένα απροσκλητο ζευγάρι που θα παρακαλέσει να μείνει εκεί για τη νύχτα. Με αινιγματική, ενοχλητική και θρασεία συμπεριφορά, θα αναστατώσει την καθημερινότητα του ζεύγους. Ενώ όμως η γυναίκα θα απαιτήσει από τον σύζυγο να τους διώξει, εκείνος μοιάζει γοητευμένος από τους νεοφερμένους και, γεμάτος έμπνευση, θα ολοκληρώσει το αριστούργημά του. Η άφιξη των δύο γρήγορα θα αποδειχτεί ότι ήταν μόνο η αρχή...
Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα απολύτως δεν λειτουργεί εδώ ρεαλιστικά. Κάθε άλλο μάλιστα. Τα πάντα κινούνται σε ένα συμβολικό (παράλληλο;) σύμπαν ή στη φαντασία κάποιου ή, πιθανόν, πρόκειται για έναν ατελείωτο εφιάλτη. Τα πάντα είναι φορτωμένα με σύμβολα και αλληγορίες. Τα πάντα σημαίνουν ίσως κάτι (όχι όμως ότι είναι δυνατόν πάντοτε να το αποκρυπτογραφήσουμε). Όσο για το βιβλικό στοιχείο (προσφιλές σχεδόν πάντοτε στον Αρονόφσκι) είναι πανταχού παρόν. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι εκείνος (Εκείνος) είναι κάτι σαν θεός - δημιουργός ή απόλυτος καλλιτέχνης (βαθύτατα αρσενικός σε κάθε περίπτωση) κι εκείνη... απλώς το παιχνίδι του, η μούσα του, η κούκλα με την οποία παίζει, δίχως καθόλου να ενδιαφέρεται για τη γνώμη της, η κούκλα που τελικά θα σπάσει αδίστακτα. Από την άλλη ίσως το φιλμ να εικονογραφεί με ακραίο τρόπο τη ρήση "Η κόλαση είναι οι άλλοι". Μόνο που, προκειμένου να διατρανώσει ακόμα περισσότερο το μεγαλείο του, ο άντρας μοιάζει να επιθυμεί αυτή την κόλαση. Ίσως στόχος να είναι η κατάδειξη της δύσκολης ισορροπίας ανάμεσα στην ηρεμία, τη γαλήνη, τη θαλπωρή της κλειστής οικογένειας και στην εξωστρέφεια, τη σχέση με τον ταραγμένο κόσμο που την περιβάλλει. Εξ ου και το απομονωμένο λιβάδι με την τακτοποιημένη ζωή, το οποίο θα πλημμυρίσει ανεξέλεγκτα, έξαλλα πλήθη. Ίσως πάλι το φιλμ να μιλά για την αστείρευτη ματαιδοξια του καλλιτέχνη, που θυσιάζει τα πάντα για τη δόξα (του).
Όπως και να το κάνουμε, βρήκα την ταινία τόσο βαρυφορτωμένη, κραυγαλέα και, όσο προχωρά προς το τέλος, απόλυτα παραληρηματική, που με ενόχλησε. Νομίζω ότι από ένα σημείο και μετά ο έλεγχος έχει χαθεί, τα φρένα έχουν σπάσει και βρισκόμαστε βαθύτατα βουτηγμένοι στο απόλυτο γκροτέσκο - ή σ' έναν ατελείωτο εφιάλτη. Ο Αρονόφσκι - κι αυτό με ενόχλησε περισσότερο - μοιάζει να μη μιλά, αλλά διαρκώς να κραυγάζει, να ουρλιάζει θα έλεγα. Διαπραγματευμένο ως ταινία τρομου, προσωπικά πολύ περισσότερο μου δημιούργησε αποστροφή παρά με τρόμαξε. Και όλη αυτή η "αρσενικίλα", ο Καλλιτέχνης, ο Θεός, ο Δημιουργός, πάντοτε "πιο-αρσενικός-δεν-γίνεται", ενώ εκείνη βρίσκεται εκεί μόνο για να τον φροντίζει, ευθραυστη και συναισθηματική... συγνώμη αλλά με αηδίασε. Δεν ξέρω αν θέλει να καυτηριάσει (;) ακριβώς αυτό, αλλά σπάνια έχω δει τόσο μισογύνικη ταινία. Και, ναι, υπάρχει σκηνοθετική βιρτουοζιτέ. Τι να την κάνω όμως;
Αυτά από ένα ανεξέλεγκτο, κραυγαλέο, ενοχλητικό φιλμ, αναμφισβήτητα ωστόσο πρωτότυπο. Η πρωτοτυπία του οποίου όμως παύει να με αφορά αφού βρήκα τα πάντα τόσο, μα τόσο βαριά και "πάρτε τα στη μούρη". Κρίμα στη δυνατή επανεμφάνιση του Εντ Χάρις και, κυρίως, της Μισέλ Φάιφερ. Όσο για τον Μπαρδέμ και τη Τζένιφερ Λόρενς, είναι αυτό ακριβώς που τους θέλει ο σκηνοθετης: Ο Μεγάλος, Αρσενικός Θεός και η εύθραυστη, υπάκουη υπηρέτρια - μούσα του... Ουφ!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2017

ΟΙ ΘΑΝΑΣΙΜΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΜΙΑΣ "SUPERNOVA"

To "Supernova" είναι ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκε το 2000 από τον... Thomas Lee. Όχι όμως ακριβώς. Η ταινία είναι γνωστή για τις διαμάχες σκηνοθέτη, παραγωγών, στούντιο κλπ. Πολλές αλλαγές έγιναν, πολλές επεμβάσεις, πολλές καθυστερήσεις και τελικά, όταν βγήκε στις αίθουσες, απέτυχε οικτρά οικονομικά. Πριν την αποτυχία πάντως, ο σκηνοθέτης αρνήθηκε να την υπογράψει με το αληθινό του όνομα και επέλεξε το παραπάνω ψευδώνυμο. Στην πραγματικοτητα δεν είναι άλλος από τον Walter Hill ("Warriors", "48 Ώρες" κλπ.) καιστο φιλμ παίζουν οι Τζέιμς Σπέιντερ και Άντζελα Μπάσετ.
Το εξαμελές πλήρωμα ενός "ιατρικού" διαστημοπλοίου που βρίσκεται στο βαθύ διάστημα δεχεται μια κατεπείγουσα κλήση για διάσωση από τα ορυχεία ενός κομήτη. Φτάνουν εκεί και όντως διασώζουν τον μοναδικό επιζώντα, γιο μάλιστα ενός παλιού (και καθόλου συμπαθούς σ' αυτή) γνωστού της γιατρού του σκάφους. Το θέμα είναι ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως δείχνουν, καθώς ο νεοφερμένος κουβαλά μαζί του ένα μυστηριώδες αντικείμενο μη γήινης προέλευσης με ποικίλες επιδράσεις... Σιγά - σιγά μια φοβερή απειλή απλώνεται στο σκάφος.
Όπως διαβάζω, στην εποχή της είχαν ακουστεί πολύ κακά λόγια για την ταινία. Μάλλον θα διαφωνήσω. Δεν πρόκειται για κανένα "χαμένο αριστούτργημα", αλλά το ενδιαφέρον της το έχει και διαθέτει και μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα (δεν σας τη λέω για λόγους spoiler). Όσο ο χρόνος κυλά τα πράγματα γίνονται όλο και ζοφερότερα, το σασπένς ανεβαίνει, τα εφέ είναι μια χαρά... και γενικά μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, ενώ ενδιαφέρον έχουν και οι χαρακτήρες (ο πρώην εθισμένος στα ναρκωτικά Σπέιντερ, η συναισθηματικά πληγωμένη Μπάσετ κλπ.), οι οποίοι αναπτύσονται αρκετά. Βέβαια από ένα σημείο και μετά τα πράγματα δεν ξεκαθαριζονται και πολύ (κάποιοι έγραψαν ότι θα ήταν καλύτερα να ήταν σίριαλ για να έχει περισσότερο χρονο να εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει) και το τέλος παραμένει μάλλον ανοιχτό (κατά τη γνώμη μου, γιατί και σ' αυτό το θέμα κάποιοι διαφώνησαν). Ίσως το νόημα του όλου πράγματος να είναι τελικά η καταδίκη του πάθους για απόκτηση όλο και περισσότερης δύναμης (κατ' εξοχήν, μεταξύ άλλων, ναζιστικό χαρακτηριστικό - εγώ το λέω, όχι ότι υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην ταινία).
Κενά λοιπόν υπάρχουν και ερωτηματικά απομένουν. Ωστόσο γενικά την βρήκα συμπαθητική και, όπως προείπα, με κράτησε αρκετά. Θα τονίσω όμως ότι απευθύνεται αποκλειστικά σε φανς του είδους της ΕΦ. Οι υπόλοιποι ας μην δοκιμάσουν.

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2017

"ΟΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΝ ΟΙ ΑΕΤΟΙ"... ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ...

Το 1968 οι ταινίες δράσης ήταν, φοβάμαι, ακόμα πιο αφελείς από τις τωρινές. Αν κρίνω τουλάχιστον από την γνωστή πολεμική περιπέτεια "Όπου Τολμούν οι Αετοί", που γύρισε τότε ο Brian Hutton (1935-1914), αρχικά ηθοποιός, μετά παραγωγικός σκηνοθέτης μεταξύ 1965-1973 και σχεδόν εξαφανισμένος στη συνέχεια. Στους "Αετούς" πάντως πρωταγωνιστούν οι Ρίτσαρντ Μπάρτον και Κλιντ Ίστγουντ.
Μια ομάδα βρετανών κομάντος πέφτουν με αλεξίπτωτα σε (χιονισμένο) γερμανικό έδαφος. Σκοπός τους να μπουν σε απόρθητο οχυρό όπου κρατείται αιχμάλωτος αμερικανός στρατηγός, ο οποίος ξέρει τα πάντα για τη μέρα και τον τόπο της Απόβασης. Αν αυτός μιλήσει ο πόλεμος χάνεται. Πρέπει λοιπόν να τον απελευθερώσουν πάσει θυσία. Όταν ένας από την ομάδα σκοτώνεται στην πτώση με περίεργο τρόπο, ο επικεφαλής της Σμιθ (ο Μπάρτον δηλαδή) υποψιάζεται ότι υπάρχει προδότης ανάμεσά τους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή: Στην ίδια τη φύση της παράτολμης αποστολής τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται αρχικά...
Νομίζω ότι μάλλον θα γελάσετε με τα όσα συμβαίνουν στην ταινία. Όπου η ηρωική ομάδα μπουκάρει με απίθανους τρόπους στο φρούριο (έχουν ντυθεί ναζί φυσικά) και τα κάνουν όλα λίμπα. Τι λέω; Παρά λίγο να κερδίσουν τον πόλεμο μόνοι τους (αν δεν το έχουν κάνει ήδη, με τη σημασία που έχει η αποστολή αυτή). Οι σεναριακές ανατροπές από ένα σημείο και μετά έρχονται με καταιγιστικό ρυθμό, οι διπλοί, τριπλοί και δεν συμμαζεύεται πράκτορες φυτρώνουν σαν μανιτάρια, ο ηρωισμός περισσεύει, αλλά κυρίως η δαιμονική ευφυία του Μπάρτον, ο οποίος δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα, όσο δύσκολες και να' ναι οι καταστάσεις . Τα πάντα χτυπάνε κόκκινο σε απιθανότητα. Πιο αστείες όμως είναι οι πάμπολλες μάχες: Πρόκειται για τον ορισμό του απίθανου: Εκεί όπου δυο-τρεις τύποι κατατροπώνουν ολόκληρες γερμανικές μονάδες. Όπου οι γερμανοί πυροβολούν όλοι μαζί, αλλά ποτέ δεν πετυχαίνουν κανέναν από τους ήρωες, ενώ αυτοί (ο Κλιντ κυρίως) βρίσκουν στόχο με κάθε σφαίρα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Όπου οι δυναμίτες της συμμαχικής ομάδας (αλήθεια, πόσους είχαν πια;) λειτουργούν άψογα καθώς εκρήγνυνται πάντοτε την κατάλληλη στιγμή, βρίσκοντας τον σωστό στόχο (οι "καλοί" μόλις έχουν προλάβει να φύγουν). Αφείστε που οι ήρωές μαςκολυμπούν σε παγωμένο ποτάμι χειμωνιάτικα και μετά απλώς σκουπίζονται και συνεχίζουν κανονικά...
Δεν ξέρω, από ένα σημείο και πέρα το φιλμ, εκτός του ότι με κούρασε (διαρκεί και 158 λεπτά), μου έβγαζε (ακούσια φυσικά) και γέλιο. Τι να σας πω. Δεν το έχω προφανώς με τις τόσο ηρωικές πολεμικές περιπέτειες. Πάντως εδώ έχουμε έναν σαφή πρόδρομο των ποικίλων action movies που κυριολεκτικά κατέκλυσαν τις οθόνες τα επόμενα χρόνια (εκ Χόλιγουντ προερχόμενες φυσικά).
Η ταινία ήταν επιτυχία στην εποχή της και η βαθμολογία στο IMDB παραμένει υψηλή. ΟΚ. Εγώ πάντως δεν θα πάρω...
ΥΓ: Ο Χάτον γύρισε λίγο μετά την πολεμική σάτιρα "Οι Ήρωες του Κέλυ", που προσωπικά μου άρεσε πολύ περισσότερο (αν και είχε κι αυτή το βαρυφόρτωμα των "Αετών").

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2017

"BLADE RUNNER 2049" ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ Ή ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ;

Φυσικά και ανατρίχιαζα με την ιδέα ότι θα γυριζόταν σίκουελ του θρυλικού "Blade Runner", μιας από τις επιδραστικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου (στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας τουλάχιστον πιθανόν η επιδραστικότερη). Λοιπόν, για να μη βρίσκεστε σε αγωνία για την τωρινή μου άποψη (σιγά την αγωνία, θα μου πείτε), το "Blade Runner 2049" του 2017 του Denis Villeneuve, ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς, μου άρεσε πολύ. Δίχως όμως συγκρίσεις με το πρωταρχικό αριστούργημα.
30 χρόνια μετά τα γεγονότα της αυθεντικής ταινίας, ένας νεαρός Blade Runner, ρέπλικα και ο ίδιος μιας νεότερης γενιάς, φτιαγμένης έτσι ώστε να μη δείχνει οποιουδήποτε είδους ανυπακοή, εντοπίζει και εξοντώνει ρέπλικες προηγούμενων μοντέλων. Κάπου εκεί ανακαλύπτει ένα συγκλονιστικό μυστικό, το οποίο μπορεί να αλλάξει για πάντα τα όσα οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένα για τις ρέπλικες. Αρχίζει λοιπόν μια επίπονη έρευνα, που θα τον οδηγήσει στα χνάρια ενός παλιού Blade Runner (του γηραιού πλέον Χάρισον Φορντ βεβαίως), αλλά και σε αμφιβολίες για τη δική του ταυτότητα (ουδέποτε αμφισβητείται ότι ο ίδιος είναι ρέπλικα, κι αυτό το γνωρίζει καλά απ' την αρχή, αλλά...)
Να πω αρχικά ότι ο θεατής δύσκολα θα παρακολουθήσει το φιλμ αν δεν έχει δει την πρώτη ταινία. Να παρατηρήσω επίσης ότι το φιλμ είναι αργό, με διάρκεια 161', πράγμα που ίσως κουράσει κάποιους (όχι εμένα πάντως). Αυτά με τις επιφανειακές επισημάνσεις. Επί της ουσίας τώρα, αυτό που πρώτα θαύμασα είναι η εκπληκτική εικαστική του ατμόσφαιρα, το χρώμα, τα σκηνικά, τα οποία δημιουργούν ένα  πολύ δυνατό δυστοπικό όραμα. Η ατμόσφαιρα είναι μόνιμα μουντή και συννεφιασμένη, ο ήλιος αόρατος, η βροχή σχεδον διαρκής, μεγάλα κομμάτια του παλιού κόσμου κατεστραμένα και εγκαταλειμένα (το Λας Βέγκας π.χ., όπου διαδραματίζεται μέρος του φιλμ, είναι ερειπωμένο και ακατοίκητο). Αυτά λοιπόν με την εκπληκτική για μένα εικόνα. Η σεναριακή δομή τώρα πατά και πάλι στο φιλμ νουάρ (ο μοναχικός ήρωας, το πανταχού παρόν αχανές αστικό τοπίο, η αναζήτηση, οι αποκαλύψεις), ενώ όσο προχωράμε οι ανατροπές πολλαπλασιάζονται.
Φιλοσοφικά τώρα, το ταξίδι του ήρωα είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ωστόσο ο βασικός ρόλος της μνήμης είναι αμφισβητούμενος. Τι είναι αλήθεια απ' αυτά που θυμόμαστε και τι όχι; Γενικότερα, εικονικό και πραγματικό μπερδεύονται σχεδόν αξεδιάλυτα, με αποτέλεσμα η αλήθεια και το ψέμα να μην είναι ποτέ ευδιάκριτα, το μεταξύ τους παιχνίδι να είναι διαρκές. Και φυσικά το καφκικό όνομα του ήρωα, Κ, παραπέμπει ολοφάνερα στη δομή του κόσμου που οραματίζεται η ταινία. Επίσης εδώ πλανάται πολύ περισσότερο το ερώτημα του αυθεντικού φιλμ: Τι δικαιώματα έχει μια ρέπλικα, ένα κατασκευασμένο από τον άνθρωπο ον, με δική του σκέψη και ζωή ωστόσο; Ενώ, όπως στην πρώτη ταινία επίσης, ο σκοτεινός και δυσβάστακτος καπιταλισμός είναι κάτι παραπάνω από κυρίαρχος...
Προσωπικά λοιπόν απόλαυσα την ταινία. Για μένα πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα ριμέικ που αξίζουν τον κόπο. Ο Villeneuve επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά τη σημαντικότητά του και, τελικά, νομίζω ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει ένα τόσο προσωπικό, πιστό στη δική του αισθητική και ενδιαφέρον σίκουελ ενός αριστουργήματος. Του βγάζω μάλιστα το καπέλο, αφού η ταινία μίλια απέχει από την ισοπεδωτική λογική των μπλογκμπάστερ του σύγχρονου και απόλυτα δολαριοκεντρικού Χόλιγουντ (γι' αυτό άλλωστε, επειδή τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο, το φιλμ "δεν πήγε" στα ταμεία). Παρ΄ όλα αυτά εξακολουθώ να είμαι εναντίον των σίκουελ, ριμέικ και κάθε είδους άλλων τέτοιων. Αφού μόνο ένα όντως αμελητέο ποσοστό βγαίνει καλο, αφείστε επί τέλους ήσυχα τα πρωτότυπα! Όσο για τη σημαντικότητά του, δεν θα αμφισβητήσω ποτέ το ότι το αυθεντικό φιλμ θα είναι πάντοτε πολύ σημαντικότερο, όσο καλό κι αν είναι κατά τη γνώμη μου αυτό εδώ. Βλέπετε, οι μεγάλες ταινίες έχουν να κάνουν και με την εποχή που βγαίνουν, και με την πρωτοτυπία τους, και με τον σάλο που προκάλεσαν. Το σοκ του τότε θεατή, που έβλεπε το φιλμ με παρθένα ματιά, δεν μπορεί να επαναληφτεί. Ας μην προχωράμε λοιπόν σε συγκρίσεις, δεν αντέχουν. Απλώς θα επιμείνω ότι το παρόν φιλμ είναι εξαιρετικό αν το δει κανείς μεμονωμένα, πράγμα που προσωπικά πιστευα ακατόρθωτο κάτω από το βάρος ενός τέτοιου πρωτότυπου.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2017

ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΝΕΛ"

Δεν είναι μόνο τα καθαρά ισπανικά κάθε είδους θρίλερ (από αστυνομικά έως τρόμου) που μας κατακλύζουν, αλλάζοντας το τοπίο στο είδος. Είναι ουσιαστικά τα ισπανόφωνα εν γένει. Το φιλμ "Στο Τέλος του Τούνελ" (Al Final del Tunel), για παράδειγμα, είναι αργεντίνικο (με ισπανική συμπαραγωγή) και γυρίστηκε από τον Rodrigo Grande το 2016.
Ένας καθηλωμένος σε καροτσάκι τεχνικός κομπιούτερ (στο δυστήχημα έχει χάσει γυναίκα και παιδί), ζει και δουλεύει στο υπόγειο του μεγάλου σπιτιού του. Κάποια στιγμή νοικιάζει για οικονομικούς λόγους τη σοφίτα σε μια διαχυτική (έως και ενοχλητική) όμορφη χορεύτρια και στην εξάχρονη κόρη της, η οποία έχει πάψει να μιλά μετά από κάποια ηλικία. Σχεδόν συγχρόνως διαπιστώνει ότι στο διπλανό υπόγειο, απ' όπου ακούγονται περίεργοι θόρυβοι, κάποιοι σκάβουν τούνελ για να κάνουν ληστεία σε τράπεζα. Σύντομα τα πάντα θα μπερδευτούν μεταξύ τους (ο ανάπηρος, η κοπέλα, οι ληστές, ένας ηλικιωμένος αστυνομικός...) και η αγωνία θα αρχίσει να ανεβαίνει (φυσικά η κατάσταση γίνεται χειρότερη λόγω της καθήλωσης του ήρωα).
Νομίζω ότι η αρχική σεναριακή έμπνευση πρέπει να προέρχεται από τον περίφημο "Σιωπηλό Μάρτυρα" του Χίτσκοκ. Η ίδια ανημπόρια του πρωταγωνιστή, το ίδιο σασπένς που ανεβαίνει όσο προχωρά το φιλμ, παρόμοια εισβολή αυτού που απλώς παρακολουθείς στην προσωπική σου ζωή. Ο Grande ξέρει να κρατά το ρυθμό και, όπως είπαμε, να αυξάνει την ένταση. Και βέβαια, όσο προχωράμε συναντάμε κάμποσες σεναριακές ανατροπές, κάμποσες απρόβλεπτες καταστάσεις. Είπαμε, οι ισπανόφωνοι κάνουν συμπαθητικά (τουλάχιστον) θρίλερ. Ίσως βέβαια κάποιοι να πουν ότι οι καταστάσεις αυτές είναι μάλλον απίθανο να συμβούν στην πραγματική ζωή, αλλά... έτσι δεν γίνεται συνήθως στο είδος; Κι αν ακόμα κάπου υπάρχουν κάποιες "ευκολίες", βρήκα τη γενική εικόνα, αυτή ενος σφιχτοδεμένου και σε κάποια σημεία κλειστοφοβικού θρίλερ, αρκετά καλή. Διάβασα κάπου ότι ο σκηνοθέτης είχε μέχρι το 2016 γυρίσει μόνο δύο κωμωδίες. Να λοιπόν που είναι ικανός να αλλάξει τόσο πολύ κατεύθυνση με επιτυχία.
Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα, αλλά το παρακολούθησα ευχάριστα και σε γενικές γραμμές με κράτησε. Μπράβο και πάλι στην ισπανόφωνη σχολή.

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2017

"Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ KAURISMAKI ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

Έχω επανειλημμένα δηλώσει fun του τρομερού φιλανδού Aki Kaurismaki, ο οποίος δεν με απογοητεύει καθόλου ούτε με την "'Αλλη Όψη της Ελπίδας" του 2017. Όπου ασχολείται ξανά με το θέμα της "Χάβρης", αυτό δηλαδή της παράνομης ή μη μετανάστευσης στην Ευρώπη.
Ο Καλέντ είναι σύρος μετανάστης, ο οποίος έχει χάσει την οικογένειά του στο σεδόν ολοσχερώς κατεστραμένο Χαλέπι και καταλήγει παράνομα στη Φιλανδία. Στο δρόμο, στην οδύσσειά του, έχει χάσει την αδελφή του, τη μοναδική επιζήσασα, την οποία ψάχνει απεγνωσμένα. Ο Βίκστρομ πάλι είναι ένας μεσήλοκας ιδιόρυθμος φιλανδός, ο οποίος έχει μόλις εγκαταλείψει τη γυναίκα του και ανοίγει... ό,τι νάναι εστιατόριο, με εξ ίσου ιδιόρυθμα γκαρσόνια, στο οποίο προσλαμβάνεται και ο φυγάς πλέον Καλέντ. Από εκεί και πέρα πολλά, και αστεία και σπαρακτικά, θα συμβούν.
Εδώ ο Kaurismaki είναι κάπως πιο συγκινητικός και θλιμένος απ' όσο στο "Λιμάνι της Χάβρης". Ωστόσο και εδώ η σφραγίδα του είναι φανερή από χιλιόμετρα. Ο απόλυτος μινιμαλισμός στα πάντα, το πολύ ιδιαίτερο χιούμορ (κυρίως στο δεύτερο μέρος του φιλμ, μετά τη λειτουργία του εστιατορίου), οι ανέκφραστοι, αμίλητοι, σαν ρομπότ χαρακτήρες, η έντονα παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, λες και δεν βλέπεις σύγχρονο φιλμ, η αγάπη στο ροκ εντ ρολ (και μάλιστα το... φιλανδικό) κλπ. Και συγχρόνως με όλα αυτά, η απόλυτη ανθρωπιά, η ζεστασιά που αναβλύζει απροσδόκητα από εντελώς ψυχρούς επιφανειακά ανθρώπους. Και το σπουδαιότερο: Η βαθιά αγάπη στους περίεργους, sui generis, εμφανώς εκτός συστήματος χαρακτήρες. Οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικά losers (αν και πολλοί απ' αυτούς είναι), αλλά, πως να το πω, δεν ταιριάζουν καθόλου στο πλαίσιο της ψυχρής, ευνομούμενης και απόλυτα τακτοποιημένης κοινωνίας όπου ζουν. Ούτε στις (συχνά "κουφές") ενέργειές τους ούτε στα γούστα τους.
Φυσικά εδώ, δίπλα στα παραπάνω τυπικά χαρακτηριστικά του, συνυπάρχει και το πικρό (γλυκόπικρο μάλλον) σχόλιό του για το μεταναστευτικό. Για την ευγενική, ανεκτική, περιποιητική σε πρώτο επίπεδο βορειοευρωπαϊκή κοινωνία, η οποία ωστόσο στο βάθος κρύβει σκληρότητα και άρνηση να ξεβολευτεί, να βοηθήσει. Η ουσιαστικά αρνητική αυτή διάθεση ενυπάρχει τόσο στον κρατικό μηχανισμό, στις τυπικές διαδικασίες και στους νόμους, όσο και, προφανώς, στα βαθιά σκατά που περιέχονται - έστω ως μειοψηφία - στην κοινωνία αυτή (γουρούνια νεοναζί, ρατσιστές κλπ.)
Το είπαμε από την αρχή: Ο Kaurismaki κάνει ένα δικό του, πολύ προσωπικό σινεμά εδώ και δεκαετίες. Αν είστε φίλοι του μην χάσετε το φιλμ. Αν δεν αντιλαμβάνεστε ή δεν συμπαθείτε αυτό το "υποδόρειο" στιλ μείνετε μακριά. Αν πάλι δεν το γνωρίζετε, κάντε μια πρώτη προσπάθεια, έστω και στην 17η (νομίζω) ταινία του. Τη  δική μου θέση πάντως τη δήλωσα στην αρχή: Απόλαυσα αυτό το κράμα χιούμορ και συγκίνησης.

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017

"ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ" ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ

Ο χιλιανός Sebastian Lelio είχε γυρίσει το 2013 την "Γκλόρια", δίνοντάς μας το δυνατό πορτρέτο μιας 58χρονης γυναίκας που προσπαθεί να μη μπει στο περιθώριο της ζωής λόγω ηλικίας. Το 2017 επανέρχεται με την ταινία "Μια Φανταστική Γυναίκα" (Una Mujer Fantastica).
Αυτή τη φορά η ηρωίδα είναι μία τρανσέξουαλ, η οποία δουλεύει σερβιτόρα και διατηρεί ερωτικό δεσμό με έναν μεγαλύτερό της χωρισμένο άντρα. Η σχέση τους είναι ευτυχισμένη. Τα προβλήματα όμως για την Μαρίνα θα αρχίσουν με τον ξαφνικό θάνατο του εραστή της. Τότε το αληθινό κοινωνικό πρόσωπο και η στάση ης κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό θα αποκαλυφτούν: Η αστυνομία την υποψιάζεται, ενώ η οικογένεια του νεκρού θέλει να κάνει τα πάντα ώστε να εξαφανιστεί από τη ζωή τους (και να ξεχαστεί κάθε σχέση μ' εκείνον)... Μια σειρά από καθημερινές ταπεινώσεις αρχίζουν.
Το φιλμ παρακολουθεί τον αγώνα ενός ανθρώπου να μην περιθωριοποιηθεί, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι. Η ηρωίδα αγωνίζεται με πάθος για τα δικαιώματά της, για να κατακτήσει την πολυπόθητη ισότητα με τους "φυσιολογικούς" ανθρώπους, για την αξιοπρέπειά της τελικά. Μη φανταστείτε τίποτα συγκλονιστικά δράματα, με θανάτους, ίντριγκες, συμπτώσεις κλπ. Τα πάντα εδώ συμβαίνουν στα πλαίσια της καθημερινότητας, τα προβλήματα της ηρωίδας εντοπίζονται σε καθημερινά, μικρά θα έλεγε κανείς, πράγματα, τα όποια ωστόσο είναι που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας. Ίσως γι' αυτό μπορεί κανείς να ταυτιστεί περισσότερο μ' αυτήν, αφού όσα βλέπει είναι γνώριμα και οικεία. Νομίζω ότι πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου ο ρεαλισμός ταιριάζει γάντι. Ο Leliο, θέλοντας να δείξει ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ίδια δικαιώματα - και μοιράζεται συναισθήματα όπως όλοι οι άλλοι - αρνείται να δώσει απάντηση στο ερώτημα που συχνά της κάνουν στη Μαρίνα: Αν είναι εγχειρισμένη ή όχι. Νομίζω ότι μ' αυτό δείχνει καθαρά ότι το πώς διαχειρίζεται τον εαυτό του ο καθένας δεν έχει καμιά σημασία. Αλλού βρίσκεται η ουσία.
Βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, το παρακολούθησα δίχως καθόλου να κουραστώ και θαύμασα το μεθοδικό χτίσιμό του - καθώς και τις λίγες ονειρικές σκηνές που διαθέτει.Ο καθημερινός αγώνας της ηρωίδας για να καταξιωθεί σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα, αλλά κατά βάθος παραμένει (ήπια) κλειστή και απαγορευτική για το διαφορετικό δίνεται ανάγλυφα μέσα από τα μικρά περιστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά μας. Όσο για την όντως τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια Ντανιέλα Βέγκα, είναι πολύ καλή, πράγμα που προσθέτει στα συν του φιλμ. Το οποίο, νοηματικά, ακολουθεί βεβαίως τα ίδια χνάρια με την "Γκλόρια".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2017

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ "MAJESTIC", Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΘΙΣΜΟΣ

Το 2001 ο εξαφανισμένος Frank Darabont, (μέχρι σήμερα έχει κάνει μόλις 4 ταινίες), φρέσκος ακόμα απο τις επιτυχίες του "Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ" και "Πράσινο Μίλι", γυρίζει το "The Majestic", τη μοναδική του ταινία που δεν βασίζεται σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ. Το ατού της ήταν βέβαια ο Τζιμ Κάρεϊ σε έναν από τους λίγους δραματικούς του ρόλους.
Στην εποχή του μακαρθισμού (αρχές 50ς), στην περίφημη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, η οποία κατέστρεψε ουκ ολιγες καριέρες, μπαίνει ένας νεαρός και φέρελπις σεναριογράφος. Φυσικά καλείται να "μετανοήσει", δίνοντας στην φασιστική επιτροπή ονόματα κομμουνιστών συναδέλφων που έχουν παρεισφρύσει στο... άσπιλο αμερικάνικο σινεμά και το... αθώο Χόλιγουντ. Συγχισμένος θα πιει πολύ αλκοόλ, θα οδηγήσει και θα στουκάρει με το αυτοκίνητό του. Ανασύρεται από τα νερά σε άγνωστη μικρή πόλη και συνειδητοποιεί ότι έχει πάθει αμνησία και ότι αγνοεί τα πάντα για το παρελθόν του. Εκεί όμως όλοι τον δέχονται σαν ήρωα, αφού μοιάζει με έναν λαμπρό νεαρό που θεωρούσαν ότι  σκοτώθηκε στον πόλεμο δίχως να βρεθεί το πτώμα του. Εφόσον λοιπόν εκείνος δε θυμάται τίποτα αποδέχεται την ταυτότητα αυτή. Με τον ηλικιωμένο πατέρα του θα ξανανοίξουν το σινεμά Ματζέστικ, θα αρχίσει να νοιώθει απόλυτα ευτυχισμένος, το παρελθόν όμως καραδοκεί...
Εντάξει, σε πρώτη θέαση το φιλμ φαίνεται συμπαθητικό, γλυκό, διδακτικό και κυρίως νοσταλγικό. Δεν πέρασα άσχημα βλέποντάς το, παρά την μεγάλη (και μάλλον αχρείαστη) διάρκειά του (152 λεπτά). Επίσης, λογικό είναι, βρίσκεται στη "σωστή πλευρά" καταδικάζοντας απερίφραστα τον σκοταδισμό και τη μισσαλοδοξία μιας από τις μελανότερες εποχές της αμερικάνικης ιστορίας. Εδώ το ζητούμενο είναι να δηλώσει κανείς το αυτονόητο: "Δεν είμαι κομμουνιστής, οποιοσδήποτε όμως, βάσει του συντάγματος και της υποτιθέμενης ελευθερίας της χώρας, έχει το δικαίωμα να είναι". Προφανές. Λίγοι όμως τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο τότε... Καλά πάμε λοιπόν από πολιτική σκοπιά. Τι γίνεται όμως σεναριακά; Ε, λοιπόν, εκεί τα πράγματα δεν βγαίνουν. Θα έκανα απαράδεκτο σπόιλερ αν εξηγούσα λεπτομερώς γιατί και πώς, αλλά τα πάντα βασίζονται σε εντελώς απίθανες συμπτώσεις ή, τέλος πάντων, κάτι τέτοιο όπως αυτό που βλέπουμε θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Όσο για την εικόνα της αμερικάνικης επαρχίας των 50ς, παρουσιάζεται εντελώς ειδυλλιακή, γλυκιά, παστέλ. Όπως και η εμφανής κινηματογραφοφιλία της ταινίας (το σινεμά "Ματζέστικ", οι παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες που προβάλλονται, οι αφίσες, η "οικογενειακή" προσέλευση του κοινού) όλα συντελούν στο να ξυπνήσουν μέσα μας το αίσθημα της απόλυτης νοσταλγίας.
Αυτά λοιπόν. Πολιτικά ορθό, υποστηρίζοντας ότι οφείλουμε να έχουμε το θάρρος να υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας ακόμα κι αν αυτές είναι μειοψηφικές, υπερβολικά νοσταλγικό και λουστραρισμένο, βλέπεται μεν ευχάριστα (αν δεν κουραστείτε από τη διάρκειά του), αλλά... Μάλλον η πιο αδύνατη ταινία από τις τέσερις του Darabont.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017

"ΤΟ ΑΥΤΟ" ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΦΟΒΟΥΣ (ΜΑΣ) ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Τo "It" ("Το Αυτό") είναι ένα από τα πιο γνωστά (και ογκωδέστερα) βιβλία του Στίβεν Κινγκ. Είχε μεταφερθεί στην τηλεοπτική μόνο οθόνη το 1990 με μέτρια (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) αποτελέσματα. Το 2017 όμως ο Andy Muschietti το μεταφέρει στην οθόνη (το σχεδόν αυτοτελές πρώτο μέρος) με εξαιρετική (εισπρακτική τουλάχιστον) επιτυχία. Και είναι μόλις η δεύτερη ταινία του!
Στα τέλη της δεκαετίας του 80 μια αμερικάνικη κωμόπολη στοιχειώνεται από την παρουσία ενός δαιμονικού κλόουν που καταβροχθίζει παιδιά. Στα θύματά του συγκαταλέγεται και ο μικρός αδελφός του παιδιού που πρωταγωνιστεί. Το οποίο παιδί, που μόλις μπαίνει στην εφηβεία, αποτελεί μέλος μιας επταμελούς παρέας από losers, που υφίστανται ανελέητο μπούλινγκ από μια παρέα μεγαλύτερων εφήβων και κάθε άλλο παρά δημοφιλή είναι στο σχολείο. Κάποια στιγμή τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι "Αυτό" τρέφεται κυριολεκτικά με τον φόβο τους και, όπως κάνουν και με την παρέα που τους παρενοχλεί, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το απόλυτο Κακό.
Πολύ καλογυρισμένη ταινία τρόμου, η οποία περισσότερο λειτουργεί συμβολικά: Μιλά για τη δύσκολη ενηλικίωση, για το γεγονός ότι πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει τους φόβους του για να τους ξεπεράσει - αυτό είναι και το βασικό νόημα του φιλμ, επίσης όμως μιλά για την πολυεπίπεδη κοινωνική καταπίεση: Οι μικροί ήρωες είναι losers ακριβώς επειδή καταπιέζονται στην προσωπική τους ζωή: Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της η μοναδική κοπέλα της παρέας, θρησκευτικής καταπίεσης το εβραιόπουλο, μητρικού υπερπροστατευτισμού το άλλο κλπ. Το ξεπέρασμα του μεταφυσικού "κακού" λοιπόν λειτουργεί απόλυτα συμβολικά, θέλοντας να δείξει ότι το ζητούμενο στη ζωή είναι το ξεπέρασμα του κοινωνικού κακού. Έτσι, μέσα απ' όλα αυτά, το φιλμ στιγματιζει και κριτικάρει μια καταπιεστική Αμερική (κοινωνικά, θρησκευτικά, φυλετικά, οικογενειακά κλπ.), όπου μια μεγαλύτερη γενιά "ευνουχίζει¨" τη νεότερη.
Πολύ καλές ερμηνείες απο τους μικρούς πρωταγωνιστές, ωραίες - και τρομακτικές - εικόνες, όχι κατάχρηση εφέ και μονίμως αιωρούμενες στην ατμόσφαιρα η τρυφερότητα και η νοσταλγικότητα. Για την παιδική ηλικία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (και απογοητεύσεις) κλπ. Σεναριακά βέβαια τα προβλήματα υπάρχουν: Το τι ακριβώς είναι "Αυτό", πώς λειτουργεί και πώς επανέρχεται με τα χρόνια παραμένουν μάλλον θολά. Όσο για τους χαρακτήρες... εντάξει, δεν είναι ό,τι πιο αληθοφανές υπάρχει. Σε πρώτη φάση νομίζω ότι κανείς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο λογικά και συγκροτημένα όσο οι νεαροί μας κάτω από τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες. Αλλά αυτά είναι συνήθεις συμβάσεις στα φιλμ τρόμου και ας κάνουμε τα στραβά μάτια. Γενικά νομίζω ότι προκειται για ικανοποιητικότατη μεταφορά και για καλή ταινία.  

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017

Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ"ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗN ΟΡΓΙΩΔΗ ΦΥΣΗ

Το 1947 ένας από τους μεγαλύτερους βρετανούς σκηνοθέτες, ο Michael Powell (πάντα με τον μόνιμο συνεργάτη του Emeric Pressburger) γυρίζει τον "Μαύρο Νάρκισσο", ένα παράξενο φιλμ τόσο αισθητικά όσο και νοηματικά.
Μια ηγουμένη στην Ινδία στέλνει πέντε μοναχές με επικεφαλής την αδελφή Clodagh (Ντέμπορα Κερ) να ιδρύσουν ένα μοναστήρι σε μια κορυφή των Ιμαλαϊων, το οποίο θα στεγαστεί σε ένα παλιό παλάτι που παραχώρησε στις μοναχές ο "Γέρος Στρατηγός" (κάτι σαν ντόπιος άρχοντας). Οι καλόγριες θα παρέχουν εκπαίδευση στα παιδιά και θα βοηθούν ιατρικά και με όποιον άλλον τρόπο τους κάτοικους του χωριού που βρίσκεται στην κοιλάδα πολύ - πολύ κάτω από το μοναστήρι. Στο επιβλητικό αυτό μέρος θα έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους, τον νεαρό ντυμένο μονίμως σαν παγώνι πρίγκηπά τους, αλλά και με τον κυνικό και σαρκαστικό άγγλο διοικητή της περιοχής. Σύντομα θα βγουν στην επιφάνεια θαμένα - καταπιεσμένα αισθήματα και πάθη (ερωτικά και μη) και θα ξεσπάσουν εντάσεις τόσο με τους ντόπιους όσο και μεταξύ των μοναχών. Αλλά είναι το συγκλονιστικό τοπίο, η φύση δηλαδή, που θα αρχίσει ολοένα να έχει το πάνω χέρι...
Αισθητικά η ταινία είναι γυρισμένη σε ένα εκθαμβωτικό τεχνικολόρ (ίσως κάπου να αγγίζει και τα όρια του κιτς) και ολόκληρη σε στούντιο. Όλα τα σκηνικά και τα τοπία είναι ζωγραφισμένα. Όλα αυτά προσδίδουν μια εξωπραγματική, τεχνικτή υφή στην εικόνα και τελικά δημιουργούν μια παράξενη ατμόσφαιρα και εμπειρία θέασης. 
Σαν φιλμ τώρα δεν το βρίσκω άψογο. Ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του πρώτου μέρους μάλλον κουράστηκα. Καθώς όμως προχωρά η ταινία η εντάσεις ανεβαίνουν και σιγά - σιγά αποκαλύπτεται το αιρετικό της νόημα: Η μοναχική ζωή, εξ ορισμού στερημένη από υλικές χαρές, η καταπίεση των παθών, η χριστιανική αυστηρότητα, τα πάντα αρχίζουν βαθμιαία να καταρρέουν. Δεν είναι μόνο οι πολύχρωμοι ντόπιοι, και κυρίως ο νεαρός πρίγκηπας και η όμορφη κοπέλα που καταφεύγει στη μονή, δεν είναι η ίδια η απομόνωση στο σχεδόν απάτητο αυτό σημείο του πλανήτη, είναι τελικά αυτή καθ' εαυτή η φύση με την άγρια ομορφιά της και το τρομερό μεγαλείο της που θα δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στην κοινότητα, που θα κάνουν τα πάθη να εκραγούν, που θα τινάξουν στον αέρα τα προσχήματα και την κάθε μορφής μαζοχιστική ουσιαστικά εγκαρτέρηση (είναι χαρακτηριστική η στάση της πιο ηλικιωμένης και μακριά από σαρκικά πάθη μοναχής, υπεύθυνης για τον κήπο, που βαθμιαία παύει να καλλιεργεί λαχανικά, όπως ήταν το πρόγραμμα, αλλά αφήνεται στην καλλιέργεια πανέμορφων, πολύχρωμων - και πρακτικά άχρηστων - λουλουδιών) .
Κάπου εκεί, σ' έναν ψηλό βράχο, κατοικεί πάντα στην ίδια θέση, ημιγυμνος, αγνοώντας το κρύο και μόνιμα σιωπηλός, ένας ερημίτης. Αυτός και ο ηδονιστής βρετανος διοικητής είναι τα συμβολικά δύο άκρα του δίπολου. Κάποια στιγμή λέγεται ξεκάθαρα: "Σ' ένα μέρος σαν αυτό πρέπει ή να είσαι σαν τον ερημίτη, ο οποίος μοιάζει να μην διαθέτει καν αισθήσεις και είναι εντελώς φευγάτος απ' αυτόν τον κόσμο ή απόλυτα παραδομένος, αφημένος στη γύρω αβάσταχτη ομορφιά και τις ηδονές, όπως ο διοκητής. Οτιδήποτε άλλο καταρρέει".
Σημαντική ταινία, αιρετική όπως προανέφερα και αρκετά πικρή τελικά (καθόλου δεν αρκούν οι καλές προθέσεις), όχι υποχρεωτικά "πολύ καλή" (σας είπα ότι κάπου με κούρασε κιόλας), πολύ ιδιαίτερη όμως, πιστεύω, με έναν καθαρά δικό της τρόπο. Αξίζει να την ψάξετε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2017

"MADAME HYDE" ΩΣ ΑΝΤΙΘΕΤΟ... ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΤΖΕΚΙΛ

Υπάρχουν κινηματογραφικές στιγμές που, δίχως υποχρεωτικά να είναι απόλυτα κακές, αναρωτιέσαι γιατί δημιουργήθηκαν... Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια έγιναν μάλλον για να δώσουν στην εξαιρετική Ιζαμπέλ Ιπέρ άλλον έναν ρόλο - επίδειξη των δυνατοτήτων της. Όλα τα υπόλοιπα μου φαίνονται αδιάφορα - αν και αρκούντως "κουφά".
Η προκαταρκτική αυτή γκρίνια αφορά την ταινία του Serge Bozon (κυρίως ηθοποιός ο ίδιος) "Madame Hyde" (2017). Στην οποία συμβαίνουν τα εξής: Η ηρωίδα είναι καθηγήτρια φυσικής σε γυμνάσιο, η οποία εμφανέστατα... έχει χάσει το παιχνίδι. Οι μαθητές της τής έχουν πάρει τον αέρα, της κάνουν καζούρα και κάθε άλλο παρά προσέχουν στο μάθημα, οι συνάδελφοί της τη θεωρούν "αμελητέα ποσότητα", αυτή όμως συνεχίζει στωικά. Ώσπου μια μέρα τη χτυπά κεραυνός (τεχνητός, κατά τη διάρκεια ενός πειράματος) και από τότε μια νέα προσωπικότητα γεννιέται μέσα της. Δυναμική, συναρπαστική στο μάθημα, εντυπωσιάζει τους πάντες (και τον επιθεωρητή), αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν ανάπηρο μαθητή της και μερικές φορές τις νύχτες γίνεται η "Πύρινη Γυναίκα"...
Η ταινία είναι, υποτίθεται, μια μαύρη κωμωδία. Ωστόσο προσωπικά ούτε γέλασα πολύ ούτε ιδιαίτερα μαύρη τη βρήκα. Τελικά δεν νομίζω ότι το πήγαινε πουθενά ούτε και ότι αποφάσιζε τι ακριβώς θα ήθελε να είναι (σουρεαλιστική; μαύρη; τι;). Βρήκα το σενάριο λίγο "ατσούμπαλο", ο αναδυόμενος Χάιντ μου φάνηκε μάλλον αδιάφορος σαν χαρακτήρας και το σε τι ακριβώς μετατρέπεται η ηρωίδα φοβάμαι ότι παραμένει αδιευκρίνιστο (είναι κακιά; είναι γοητευτική; είναι άθελά της καταστροφική; τι;). Στο μεταξύ υπάρχουν ορισμένοι "κουφοί" χαρακτήρες: Πρώτος και καλύτερος ο αρενωπός σύζυγος, ο οποίος έχει αναλάβει οικειοθελώς τα οικιακά και λατρεύει, άγνωστο γιατί, την μάλλον ανιαρή, μπανάλ και δίχως κάτι ιδιαίτερο σύζυγό του (πριν "αλλάξει" εννοώ), αλλά και ένας μαθητευόμενος, του οποίου ο χαρακτήρας μένει κατά τη γνώμη μου ανεκμετάλλευτος, ο ανεκδιήγητος διευθυντής του σχολείου κλπ.
Σε γενικές γραμμές βρήκα το φιλμ άτολμο και άνευρο και δεν κατάλαβα ακριβώς πού αποσκοπούσε. Μένει μονο η Ιπέρ, όπως πάντα καλή στον παράξενο ρόλο της - πρέπει και η ίδια να διαθέτει χιούμορ για να αναλαμβάνει ρόλους σαν αυτόν. Είπαμε: Το γαλλικό σινεμά δεν νομίζω ότι βρίσκεται πολύ στα πάνω του και, ακόμα κι όταν θέλει να κάνει κάτι πρωτότυπο ή "κουφό" φοβάμαι ότι ούτε πολύ πρωτότυπο το κάνει ούτε πολύ κουφό.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017

ΕΝΑΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΠΟΠΑΪ

Πολλά περίεργα συμβαίνουν στην εξωτική Ταϊλάνδη. Ωστόσο θα περιοριστώ να σας πω τι συμβαίνει στο φιλμ "Pop Aye" που γύρισε το 2017 ο Kirsten Tan.
Ένας μεσήλικας αρχιτέκτονας, που νοιώθει κενός μέσα του μετά την απόρριψη από τη γυναίκα του και τον παραγκωνισμό του στη δουλειά από νεότερα στελέχη, εγκαταλείπει τα πάντα, αγοραζει έναν... ελέφαντα και μ' αυτόν περιπλανιέται στη χώρα με σκοπό να τον οδηγήσει στο χωριό του, όπου θα τον αφήσει. Έτσι εμείς παρακολουθούμε ένα αργό οδοιπορικό στην ύπαιθρο μέχρι τον τελικό προορισμό, αλλά και το τι συμβαίνει μετά. Φυσικά, όπως συμβαίνει στα road movies, στο δρόμο θα συναντήσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, θα εμπλακεί σε ιστορίες κλπ.
Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ είναι αρκετά αργό. Καλό είναι λοιπόν να είστε προετοιμασμένοι για μακρόσυρτους ρυθμούς. Πέραν αυτού διαθέτει μια τρυφερότητα, μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία και άίσθηση του αδυσώπητου χρόνου που περνά ανεπιστρεπτί. Και βέβαια έναν προβληματισμό πάνω στο αίσθημα "αχρηστίας" που νοιώθει ένας άνθρωπος που έχει περάσει κάποια ηλικία και πάνω στο κενό που αφήνουν το (φυσιολογικό) τέλος της αγάπης και της καριέρας. Όσο για τον πελώριο ελέφαντα... ε, αυτός είναι ένα σύμβολο ή μια ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, όπως θα καταλάβετε (στην Μπανγκόγκ οι λίγοι ελέφαντες είναι εξημερωμένοι και κυκλοφορούν από τα αφεντικά τους ως τουριστική ατραξιόν, όπως οι παλιοί δικοί μας αρκουδιάρηδες, ενώ στην επαρχία κυκλοφορούν ελεύθεροι ή χρησιμοποιούνται για δουλειές).
Στην ταινία η επαρχία δεν παρουσιάζεται καθόλου εξωραϊσμένη, εξωτική ή/και καρτποσταλική. Αντίθετα είναι μουντή, βρώμικη, συχνά γεμάτη σκουπίδια, άσχημα κτίρια και κάθε άλλο παρά "ηθικά" μέρη. Και οι άνθρωποι άλλωστε συχνά είναι σκληροί ή απλώς ρεαλιστές (ο θείος, τα τραβεστί, ο οδηγός του διερχόμενου φορτηγού κλπ.). Το κενό και η νοσταλγία υπάρχουν, τίποτα όμως δεν είναι ακριβώς μέλι - γάλα.
Συμπαθητικό φιλμ, αλλά μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα road movies που έχω δει. Ούτε και κακό πάντως το λες. Ο αργός ρυθμός με κούρασε κάπως, όχι όμως και υπερβολικά. Μένουν η παράδοξες εικόνες ενός πεζού να περιπλανιέται με έναν τεράστιο ελέφαντα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2017

"ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΝΗΣΙ" ΚΑΙ Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΤΟΥ


Η Ana Asensio είναι ισπανίδα ηθοποιός. Το 2017 ωστόσο περνά "πίσω από την κάμερα" και σκηνοθετεί το πρώτο της φιλμ (στην Αμερική μάλιστα), το "The Most Beautiful Island", με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Πρόκειται για ένα αγχωτικό θρίλερ με ηρωίδα μια ισπανίδα μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, η οποία κάνει διάφορες δουλειές (όπως μπέιμπι σίτινγκ) για να επιβιώσει, ενώ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω της έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο τραύμα. Κάποια στιγμή ωστόσο μια όμορφη ρωσίδα φίλη της, μετανάστρια κι αυτή σε παρόμοια κατάσταση, της προτείνει έναν τρόπο να βγάλει πολλά και εύκολα λεφτά: Δεν έχει παρά να παρευρεθεί σ' ένα πάρτι και να κάνει ό,τι της πούνε. Τη διαβεβαιώνει πάντως ότι δεν πρόκειται για πορνεία. Εκείνη δέχεται, και από το σημείο αυτό - ή μάλλον από τη στιγμή που ξεκινά για το κρυφό (ως επτασφράγιστο μυστικό) πάρτι - η ταινία θα γίνει ένα αγωνιώδες θρίλερ, που έχει να κάνει κυρίως με το τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.
Η Asensio με την πρώτη αυτή δουλειά της, αποδεικνύεται αρκετά καλή σκηνοθέτης. Καταφέρνει, με το σενάριο που έγραψε η ίδια, να κρατά τον θεατή σε διαρκή ένταση - τι λέω; σε διαρκές άγχος - σε μια συνεχή και ανήσυχη αναμονή για το τι θα συμβεί. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το αδύνατο της όποιας διαφυγής συντελούν φυσικά σ' αυτό.
Η σκηνοθέτης μιλά βεβαίως και για τον αγώνα επιβίωσης που δίνουν καθημερινά οι κάθε λογής μετανάστες στις πόλεις της Δύσης όπου τελικά καταλήγουν και στις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, όχι απλώς προσαρμογής, αλλά και επιβίωσης. Και για το πόσο εύκολο είναι, όταν βρίσκεσαι σ' αυτήν την κατάσταση, να δεχτείς οτιδήποτε... Πιο πολύ όμως μιλά για έναν πραγματικά απάνθρωπο, ανάλγητο κόσμο, έναν κόσμο αδίστακτων πλούσιων, κυρίαρχων, που χρησιμοποιούν τους ("κατώτερους") ανθρώπους απλώς σαν παιχνίδια, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν. Κάθε αίσθημα έχει εκλείψει. Υπάρχει μόνο μια αυτοκρατορία σιδερένιας δύναμης... Έτσι, το φιλμ ίσως μπορεί να αποκτήσει και μια συμβολική διάσταση.
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα, είναι όμως ένα ενδιαφέρον ντεμπούτο από μια γυναίκα που γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, οπότε το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί πέρα για πέρα δικό της.

Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2017

"AXOLOTL OVERKILL" Ή ΕΦΗΒΙΚΟ ΧΥΜΑ

Το φιλμ με τον παράξενο (και άσχετο) τίτλο "Axolotl Overkill" (το αξολότλ είναι ένα τρισχαριτωμένο αμφίβιο, που ζει κυρίως στο νερό και είναι χάρμα οφθαλμών όταν το έχεις ως κατοικίδιο) είναι γερμανικό, είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά μεγάλου μήκους της Helene Hegemann και γυρίστηκε το 2017. Βασίζεται μάλιστα σε βιβλίο της ίδιας. Αυτά τα πληροφοριακά.
Αφηγείται τις περιπέτειες (ερωτικές και μη) μιας 16χρονης βερολινέζας, όχι ιδιαίτερα σταθερής ως προσωπικότητα. Η οποία την κοπανά μονίμως από το σχολείο, περιφέρεται αενάως σε κλαμπ, σπίτια φίλων, πάρτι και ό,τι άλλο, διατηρεί ερωτική σχέση με μια μεγαλύτερή της γυναίκα, καταναλώνει δίχως δεύτερη σκέψη αλκοόλ, ναρκωτικά και ό,τι άλλο προκύψει, διαθέτει πλούσιο πατέρα (αλλά δεν ζει φυσικά μ' αυτόν) και γενικά η ζωή της είναι ο ορισμός του "χύμα".  Αυτά. Διότι αυτά βλέπουμε στο φιλμ. Μη με ρωτήσετε για περαιτέρω πλοκή.
Η σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο, η νεαρή ηρωίδα κοιμάται σχεδόν κάθε βράδι σε διαφορετικό σπίτι (όχι απαραίτητα για ερωτικούς λόγους, απλώς ό,τι προκύψει), φίλοι, εραστές και ερωμένες, οικογένεια, όλα εναλλάσσονται αέναα και... αυτό είναι όλο. Μπροστά μας παρελαύνει και μια στρατιά από εκκεντρικούς χαρακτήρες (ο πατέρας της πρώτος και καλύτερος) και... αυτά και πάλι. Το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι ότι η μικρή είναι όντως ερωτευμένη με την μεγαλύτερη γυναίκα που λέγαμε, γι΄αυτό, όταν εκείνη την αφήνει (;) την ψάχνει απεγνωσμένα.
Τι θέλει να μας πει ακριβώς η δημιουργός δεν το κατάλαβα. Την κατάντια της σύγχρονης νεολαίας; (πλάκα κάνω φυσικά). Την έλλειψη οποιασδήποτε ιδεολογίας ή / και αρχής; Την κενότητά της; Απλώς τις συνέπειες ενός έρωτα που τελειώνει (αν και δεν είμαι σίγουρος ούτε γι΄αυτό); Δεν ξέρω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι βαρέθηκα αρκετά και γενικά βρήκα το φιλμ... αυτό που λέμε "άνευ λόγου". Μένει γενικά μια αόριστη ατμόσφαιρα ενός διαρκούς "walk on the wild side" και μια τρομακτική αίσθηση ενός τεράστιου "στα τέτοια μας όλα" από τους πολύ νέους ανθρώπους. Πρέπει να ομολογήσω βεβαίως ότι το χύμα της ηρωίδας ταιριάζει απόλυτα με το χύμα της ίδιας της ταινίας. Κάτι που βεβαίως ήταν αδύνατο από μόνο του να με κρατήσει.
Αν θέλετε να θαυμάσετε την όμορφη πρωταγωνίστρια κάντε το. Με δική σας ευθύνη όμως!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2017

"WHITE SKIN" ΓΙΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Αρχικά να επισημάνουμε ότι το γαλλόφωνο καναδικό Κεμπέκ διαθέτει μια καλή κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία κατά καιρούς έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα. Το "La Peau Blanche" (White Skin στα αγγλικά) είναι ένα φιλμ που γύρισε το 2004 ο Daniel Roby. Δεν νομίζω ότι είναι αριστούργημα, το βρήκα ωστόσο συμπαθητικό.
Πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή στο θέμα του βαμπιρισμού. Ο ήρωας, ένας "μαζεμένος" και δειλός με τις γυναίκες φοιτητής, ο οποίος, σημειωτέον, απεχθάνεται τις κοκκινομάλλες, ερωτεύεται παράφορα, με την πρώτη ματιά, μια απ' αυτές, η οποία παίζει μουσική στο μετρό. Αφού τα φτιάξουν ωστόσο αντιλαμβάνεατι ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτήν, πεποίθηση που εδραιώνεται όταν θα γνωρίσει την οικογένειά της. Περιττό να πούμε βέβαια ότι ο ίδιος αποσύρεται σταδιακά από τα πάντα, καθώς η εμμονή του μ' εκείνη μεγαλώνει ολοένα...
Η ταινία είναι χαμηλότονη για φιλμ τρόμου, δεν βασίζεται σε εφέ και εύκολα "μπου" και δημιουργεί σιγά - σιγά μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα, ταιριαστή για ταινία ενός είδους) βρικολάκων. Αποκλειστικά θηλυκών στη συγκεκριμένη περίπτωση.  Ή, αν θέλετε, μπορείτε ακόμα να το χαρακτηρίσετε μια παραλλαγή στο αιωνιο θέμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, του απαγορευμένου έρωτα δύο "αταίριαστων" δηλαδή. Πάντως, παράλληλα με την ατμόσφαιρα που περιγράψαμε, υπάρχει και έντονο το ερωτικό στοιχείο. Έρωτας και θάνατος πάνε μαζί, ο έρωτας μας απομυζεί και μας κάνει να έχουμε μυαλό μόνο γι΄αυτόν κλπ. κλπ. Πρέπει να πω πάντως ότι στην ταινία τονίζεται και το θέμα της αποδοχής του διαφορετικού: ο ήρωας ζει (και τα πάει μια χαρά) με μαύρο συγκάτοικο, ο αταίριαστος έρωτας που λέγαμε κλπ.
Το είπα από την αρχή: Δεν είναι η σπουδαία ταινία που θα ανατρέψει τα δεδομένα του τόσο πολυχρησιμοποιημένου βαμπιρικού μοτίβου. Ωστόσο τη βρήκα τίμια, χαμηλότονη, και, εν πάσει περιπτώσει, αν δεν ψάχνετε μόνο για εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ και διαρκή καρδιοχτύπια (από φόβο εννοώ) είναι ένα συμπαθητικό φιλμ. Μέχρις εκεί όμως.

eXTReMe Tracker