Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2018

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, ¨ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ ΧΩΡΟΙ" ΚΑΙ... ΣΙΡΙΑΛ ΚΙΛΕΡΣ ΣΤΑ "ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΑ ΟΣΤΑ"

Συγνώμη αν απογοητεύω κάποιους φαν της ταινίας, αλλά θεωρώ ότι ο ικανότατος (παρά το βαρετό τρίτο Hobbit) Peter Jackson έκανε με το "Lovely Bones" (Παραδεισένια Οστά) του 2009 μάλλον τη χειρότερη ταινία του. Η ιδέα είναι σχετικά πρωτότυπη, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν φτάνει.
Η αφηγήτρια είναι ένα 14χρονο κορίτσι που έχει δολοφονηθεί από έναν γείτονα της οικογένειάς της. Με αφήγηση που προχωρά μπρος - πίσω στο χρόνο γνωρίζουμε τις συνθήκες της δολοφονίας της και την μέχρι τότε καθημερινότητά της: Τις σχέσεις με την οικογένειά της, τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα κλπ. Το θέμα είναι ότι μετά το θάνατό της η κοπέλα έχει παγιδευτεί σε ένα "μη-τόπο", κάπου "έξω από τον παράδεισο", απ' όπου μπορεί να παρακολουθεί μεν το τι συμβαίνει στον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να επέμβει με οποιονδήποτε τρόπο. Φυσικά κάπως πρέπει να μπει στον παράδεισο. Στο μεταξύ μαθαίνουμε ότι ο δολοφόνος είναι ένας διαταραγμένος, υπεράνω πάσης υποψίας σίριαλ κίλερ, ενώ ο πατέρας της κοπέλας ψάχνει απεγνωσμένα να τον εντοπίσει.
Αυτά. Ωστόσο όλο αυτό το μεταφυσικό στοιχείο, με τον παρά λίγο παράδεισο ή το περίπου καθαρτήριο (αλλά όχι ακριβώς) και τις προσπάθειες να λυτρωθούμε, αλλά... και τα λοιπά και τα λοιπά, τα βρήκα αρκετά αφελή. Όπως επίσης δεν εξηγείται ποτέ σαφώς (προφανώς με λίγη μεταφυσική διαίσθηση ή κάτι τέτοιο) πώς κάποιοι (να μην κάνω spoiler) υποψιάζονται την ταυτότητα του δολοφόνου. Όσο για τις εικόνες αυτού του περίεργου "μη τόπου", νομίζω ότι κινούνται ανάμεσα στην ομορφιά και το απόλυτο κιτς. Και, κερασάκι στην τούρτα, έρχεται κι αυτό το φιλί (δεν λέω άλλα και πάλι για λόγους spoiler) και ολοκληρώνεται το... βαρυστομάχιασμα. Υπάρχει επίσης και η μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και 15 λεπτά)! Τουλάχισςτον ο αγνώριστος Στάνλεϊ Τούτσι στο ρόλο του δολοφόνου είναι εξαιρετικός.
Ίσως πολλοί βρουν την ταινία ευαίσθητη, γλυκειά και συγκινητική. Αυτός άλλωστε πρέπει να ήταν ο στόχος της. Συγνώμη, αλλά προσωπικά μου φάνηκε γλυκερή, αρκετά κιτς, με πολλές σεναριακές ευκολίες (επεσήμανα ένα βασικό σημείο πριν) και, τελικά, μάλλον ξενέρωτη. Ίσως η άποψή μου να είναι και κάπως προσωπική, επειδή πάντοτε εύρισκα βαρετά αυτά τα "μετά θάνατον κατάσταση" και "μας τραβά ένα υπέροχο φως" και άλλα τέτοια... Επειδή πάντως είναι σε κάποια σημεία εντυπωσιακή και η ιδέα ενδιαφέρουσα, πιστεύω ότι σε αρκετούς θα αρέσει.

Ετικέτες ,

Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2014

ΗΟΒΒΙΤ 3 : Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΜΙΑΣ "ΞΕΧΕΙΛΩΜΕΝΗΣ" ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Το 2014 ο Peter Jackson ολοκληρώνει την αξέχαστη επίσκεψή του στη Μέση Γη με το "Χόμπιτ. Η Μάχη των Πέντε Στρατών". Όχι με τον ιδανικότερο τρόπο κατά τη γνώμη μου, αλλά σίγουρα το εξαπλό έπος (ή οι δύο περίπου οκτάωρες ταινίες) θα καθορίζουν για πολύ καιρό τα όρια του θεάματος στο σινεμά.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και  υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.

Ετικέτες ,

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014

HOBBIT 2 Ή ΠΩΣ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 300 ΣΕΛΙΔΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ 8ΩΡΟ ΕΠΟΣ

Το 2013 είναι η χρονιά που προβάλλεται στο 2ο μέρος του "The Hobbit" με υπότιτλο "Η Ερημιά του Νοσφιστή", πάντοτε φυσικά του Peter Jackson (αφού πρόκειται ουσιαστικά για μία 8ωρη περίπου ταινία που για πρακτικούς λόγους προβάλλεται σε τρία μέρη).
Δεν έχω να πω πολλά για το φιλμ. Σίγουρα είναι εξ ίσου εντυπωσιακό και θεαματικό με το πρώτο μέρος και η Μέση Γη του Τόλκιν ζωντανεύει και πάλι και μάλιστα μερικές στιγμές με εκπληκτικό τρόπο. Φυσικά το θέαμα είναι απόλυτα χορταστικό και, για να σας προετοιμάσω, μας αφήνει και πάλι στα κρύα του λουτρού, σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο, ώστε να περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια.
Οι αντιρήσεις μου επικεντρώνονται περισσότερο από το φιλμ καθ' εαυτό στην τραβηγμένη απ' τα μαλλιά προσπάθεια να βγάλουν από ένα (υπέροχο κατά τα άλλα) εφηβικό μυθιστόρημα 300 περίπου σελίδων ένα οκτάωρο έπος. Ενώ η αντιμετώπση αυτή ήταν απόλυτα δικαιολογημένη στο ούτως ή άλλως επικό "Lord of the Rings", που είναια από τη φύση του τριλογία, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή προσπάθεια των στούντιο να βγάλουν όσο πιο πολλά λεφτά μπορούν. Για να το πετύχουν λοιπόν δημιουργούν πλήθος υποπλοκές που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, επιστρατεύουν ιστορίες από άλλα βιβλία (που περιστρέφονται βέβαια γύρω από την ίδια μυθολογία) του Τόλκιν και προσθέτουν και δικές τους. Έτσι, για παράδειγμα, ο έρωτας ενός Νάνου και ενός θηλυκού Ξωτικού δεν υπάρχει πουθενά (είναι άλλωστε εχθρικά είδη) παρά μόνο στην ιδέα των σεναριογράφων να δημιουργήσουν καλού - κακού και μία α λα "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" ιστορία, αφού αυτό πουλάει στα σίγουρα. Όπως επίσης στο "The Hobbit" δεν υπάρχει ο Λέγκολας, που θα εμφανιστεί αργότερα στον "Άρχοντα", όπως δεν υπάρχει η συνάντηση του Γκάνταλφ με τον Σαουρόν κλπ.
Αλλά ας μην επιμείνω στις διαφορές από το βιβλίο. Απλώς ενοχλούμαι επειδή αυτές γίνονται για καθαρά λόγους "γεμίσματος". Ας πω απλώς ότι, όπως και στο πρώτο μέρος, το 2ο αυτό "Χόμπιτ" παραμένει πιο παιδικό, πιο εφηβικό τέλος πάντων, από τον "Άρχοντα" και ας επισημάνω μερικές εντυπωσιακές σκηνές όπως αυτές με τις αράχνες, όπως η συνάντηση του Γκάνταλφ με τον Σαουρόν, όπως το ξύπνημα του δράκου και το αχανές θησαυροφυλάκιό του κλπ.
Ναι, πολύ θεαματικά όλα αυτά. Τα εφέ κάνουν θαύματα, ο ενθουσιασμός μου όμως έχει αισθητά μειωθεί σε σχέση με το "Lord of the Rings".

Ετικέτες ,

Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2013

ΕΝΑ ΧΟΜΠΙΤ ΞΕΚΙΝΑ ΕΝΑ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ήταν ζήτημα χρόνου: Μετά τη επιτυχία της τριλογίας του "Lord of the Rings" θα ακολουθούσε κάποια στιγμή και το μυθιστορηματικό του πρίκουελ: Το "Hobbit". Πρίκουελ με τη σημερινή λογική βέβαια, αφού ο Τόλκιν πρώτα έγραψε αυτό σαν εφηβικό (τουλάχιστον) σχετικά μικρό μυθιστόρημα και στη συνέχεια προχώρησε στον επικό, κολοσσιαίων διαστάσεων και απείρως πολυπλοκότερο "Άρχοντα". "Δράστης", μετά πολλά μαγειρέματα και αλλαγές, και πάλι ο Peter Jackson εν έτει 2012.
 Είχα γράψει και στο "Lord..." ότι είμαι παλιός φαν των βιβλίων, τα οποία λάτρεψα σε μια μάλλον τρυφερή ηλικία. Έτσι ήμουν θετικά προκατειλημένος και για τα φιλμ. Και όντως, στην αρχική τριλογία θεωρώ ότι έγινε σχεδόν ό,τι καλύτερο γινόταν για μια μεταφορά ενός τέτοιου ογκόλιθου στην οθόνη (και ήταν απαραίτητο φοβάμαι να παραλειφτούν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεια). Στη δεύτερη αυτή απόπειρα έχω περισσότερες αντιρήσεις, τις οποίες θα εξηγήσω παρακάτω. Πριν όμως να πω τα καλά.
Κατ' αρχήν καλό θα ήταν να αντιμετωπίσω το όλο θέμα σαν ένα και μόνο 9ωρο (περίπου) φιλμ, αφού αυτό ακριβώς είναι, άσχετο αν για καθαρά πρακτικούς λόγους παίζεται σε τρία μέρη. Ωστόσο μπήκα στον πειρασμό να γράψω κάτι για το πρώτο ένα τρίτο που είδαμε, το "Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι". Και για το οποίο δεν χωράει πολλή ανάλυση νομίζω: Αν σας άρεσε το "Lord of the Rings" θα σας αρέσει και το "Χόμπιτ". Αυτό είναι όλο. Η αισθητική είναι ίδια, οι εικόνες το ίδιο χορταστικές, οι ήρωες εν μέρει οι ίδιοι (η ιστορία διαδραματίζεται 60 χρόνια πριν τον "Άρχοντα" και περιγράφει το πώς ξεκίνησαν όλα, οπότε πολλοί χαρακτήρες είναι οι ίδιοι), το θέαμα εγγυημένο. Σε γενικές γραμμές λοιπόν - και με δεδομένη την αγάπη μου για τον Τόλκιν - η ταινία μου άρεσε. Την απολαυσα ως μια ακόμα εξαιρετική περιπέτεια, σαν ένα ακόμα κεφάλαιο του "Άρχοντα" και βέβαια με τη δεδομένη σκηνοθετική ικανότητα του Τζάκσον. Αν έπρεπε να την περιγράψω με μια μόνο λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστική". Έτσι παραμένω φίλος και της δεύτερης τριλογίας. Η οποία βεβαίως είναι κάπως πιο ανήλικη από την πρώτη, απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες (και έχει και ένα παιδικό χιούμορ κάπου - κάπου), αλλά αυτό είναι αναμενόμενο αφού, όπως είπαμε, αυτό είναι το πνεύμα του βιβλίου. Τα πράγματα σοβάρεψαν με τον "Άρχοντα".
Να λοιπόν στις δύο μεγάλες μου αντιρήσεις.
Η πρώτη: Γιατί ένα μυθιστόρημα με λιγότερες από 300 σελίδες γίνεται 8ωρη τριλογία; Γιατί ένα βιβλίο που μόλις φτάνει το ένα τέτερτο του "Άρχοντα" αποκτά την ίδια μ' αυτόν διάρκεια; Η απάντηση είναι βέβαια προφανής: Για εμπορικούς λόγους. Για να έχουμε μια σίγουρη, όχι ετήσια αλλά τρίχρονη επιτυχία. Σύμφωνοι, αλλά αυτό εμένα σαν θεατή δεν με αφορά. Νοιώθω ότι τι όλο πράγμα ξεχειλώνει με το ζόρι για να βγάλουν περισσότερα λεφτά τα στούντιο.
Η δεύτερη αντίρηση: Είπα ότι εξ ορισμού η ταινία αυτή είναι κάπως λιγότερο ενήλικη. Λογικό και αναμενόμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να υποστούμε όλα αυτά τα απίθανα που βλέπουμε όσον αφορά τη... σωματική ακεραιότητα των ηρώων. Η ετεροκλητη παρέα των πρωταγωνιστών πέφτει από γκρεμούς, παίρνει μέρος σε αιματηρότατες μάχες, τους πέφτουν βράχια, όμως κανείς απολύτως δεν παθαίνει το πραγματικό. Σα να βλέπουμε κινούμενα σχέδια που πέφτουν από αεροπλάνα και σηκώνονται απαθέστατα με ένα καρούμπαλο. Το στοιχείο αυτό, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές, με ενόχλησε πραγματικά. Κάποιος πρέπει να τους εξηγήσει ότι ακόμα και μέσα στην καρδιά του φανταστικού οφείλει να υπάρχει ένας εσωτερικός ρεαλισμός. Επειδή βρισκόμαστε σε έναν φανταστικό κόσμο με μάγους και δράκους δεν σημαίνει ότι οι κοινοί άνθρωποι (τα κοινά όντα τέλος πάντων) πέφτουν σε βάραθρα δίχως να παθαίνουν τίποτα. Περιτό να σας πω ότι τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει στο βιβλίο.
Τέλος πάντων, αν και με ενόχλησαν τα στοιχεία αυτά, δεν μπορώ να πω ότι βγήκα στενοχωρημένος. Κατάφερα να απολαύσω και αυτό το φιλμ. Θα επαναλάβω ό,τι είπα και στην αρχή: Αν είστε φαν του "Άρχοντα" θα το απολαυσετε. Τίποτα ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει στις εντυπωσιακές εικόνες και τα μαγευτικά τοπία που διαδέχονται το ένα το άλλο. Αν πάλι όχι, μην περάσετε ούτε απ' έξω.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Ιανουαρίου 23, 2011

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ "ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ" ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ




Μεταξύ 2001 και 2003 ο Peter Jackson τόλμησε αυτό που για δεκαετίες θεωρούνταν ακατόρθωτο: Να μεταφέρει στην οθόνη το θρυλικό, ογκώδες έπος του J.R.Tolkien “The Lord of the Rings”. Ο συγγραφέας το έγραφε σχεδόν σε όλη τη δεκαετία του 40. Το βιβλίο είναι κάπου 1200 σελίδες. Η ταινία γύρω στις 8.30’ ώρες. Και λέω 8.30’ επειδή σκοπεύω να γράψω για την περίφημη τριλογία αντιμετωπίζοντάς την σαν μία, ενιαία ταινία, πράγμα που είναι στην πραγματικότητα, άσχετα αν για καθαρά πρακτικούς λόγους προβλήθηκε σε τρία μέρη, που αντιστοιχούν στα τρία βιβλία του έπους: «The Fellowship of the ring”, “The Two Towers” και “The Return of the King”.
Πριν ξεκινήσω όμως δηλώνω ότι είναι αδύνατο να είμαι αντικειμενικός (όσο αντικειμενικός τέλος πάντων μπορεί να είναι κάποιος όταν γράφει κριτική για οτιδήποτε). Κι αυτό επειδή υπήρξα μεγάλος λάτρης του βιβλίου, που με είχε πραγματικά σημαδέψει όταν το διάβασα με κομμένη την ανάσα κάπου στα 20 και κάτι μου. Το λέω αυτό διότι, παρά το ότι γενικά πιστεύω ότι πρέπει να εξετάζουμε τις ταινίες όσο πιο ανεξάρτητα γίνεται από την πηγή προέλευσής τους, εδώ, ακριβώς επειδή πρόκειται για ειδική περίπτωση για μένα, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να αποφύγω τις συγκρίσεις.
Αρχικά λοιπόν είχα επιφυλάξεις για το εγχείρημα της μεταφοράς του στην οθόνη. Όπως και πολλοί άλλοι, θεωρούσα ότι είναι απλώς αδύνατη δίχως να κατακρεουργήσει κανείς το βιβλίο σε πολλά επίπεδα. Έκπληκτος λοιπόν διαπίστωσα ότι ο Jackson κατόρθωσε να μείνει αρκετά πιστός τόσο στα γεγονότα όσο και – σε γενικές γραμμές – στο πνεύμα του έπους του Τόλκιν. Φυσικά σ’ αυτό βοηθά αρχικά η τεράστια διάρκεια, οι 8.30’ ώρες που λέγαμε, αλλά και το σενάριο και η σκηνοθεσία του. Οι παραχωρήσεις υπάρχουν (το ότι κάνει τον Νάνο κάπως κωμική φιγούρα, κάποιες μεμονωμένες σκηνές στις μάχες κλπ.), αλλά είναι τόσο λίγες και διακριτικές, που νομίζω ότι δεν ενοχλούν.
Συνολικά πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα μέγιστο, κινηματογραφικό πλέον, έπος που δείχνει τις απίστευτες ικανότητες του σύγχρονου σινεμά. Η κυριαρχία των εντυπωσιακών εφέ (από τους ψηφιακούς στρατούς έως τα μακιγιάζ και από τα πάμπολλα τερατόμορφα πλάσματα έως τα τοπία και τις πόλεις), εδώ νομίζω ότι χρειάζεται απόλυτα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φιλμ, αφού μόνο έτσι είναι δυνατόν να αποδοθεί με εικόνες η αχαλίνωτη φαντασία του συγγραφέα. Ο οποίος, σημειωτέον, δημιούργησε από το μηδέν έναν ολόκληρο κόσμο, αρκετά διαφορετικό σε όλα τα επίπεδα από τον δικό μας, και μάλιστα με όλες τις λεπτομέρειες, την ιστορία και τις παραδόσεις του, τις φυλές του, ακόμα και τις γλώσσες ή τα αλφάβητά του (στο βιβλίο υπάρχουν πάνω από 200 σελίδες με παραρτήματα, που διαβάζονται προαιρετικά, με «πραγματολογικά στοιχεία» σχετικά με τη Μέση Γη). Τα έγραψα όλα αυτά για να πω ότι βρίσκω φυσικό, όταν φτιάχνεις έναν εντελώς φανταστικό κόσμο, να βασίζεσαι στα εφέ – αντίθετα με πλήθος άλλων σύγχρονων ταινιών του φανταστικού, όπου τα εφέ είναι ένας (βαρετός για μένα) αυτοσκοπός.
Πέραν αυτών, το συχνά σκοτεινό και βαρύ κλίμα του συγγραφέα παραμένει αυτούσιο (η όλο και πιο δύσκολη πορεία του Φρόντο, το Γκόλουμ, οι μαύροι ιππότες, η σκηνή με την αράχνη που είναι δοσμένη σχεδόν σα σκηνή από ταινία τρόμου κλπ.) Όσο για τη μελαγχολία που διαπερνά ολόκληρη τη γραπτή τριλογία (ο Τόλκιν κάνει συχνά σαφές ότι όλο το έπος αποτελεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής μύθων, θαυμάτων, ομορφιάς, που αντιπροσωπεύονται από του Έλφς, και την αρχή του περάσματος στην εποχή των ανθρώπων), η μελαγχολία λοιπόν αυτή δίνεται κυρίως στο τέλος, που είναι εξαιρετικά συγκινητικό. Ίσως εδώ οι συντελεστές δεν θέλησαν να την κάνουν περισσότερο διάχυτη. Φυσικά οι μάχες είναι πραγματικά επικές, πολλές από τις εικόνες πολύ δυνατές, που μένουν στο μυαλό του θεατή, άλλες πάλι πανέμορφες, και, εννοείται, αν μη τι άλλο τα φιλμ είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε «χορταστικό θέαμα». Το βασικό μοτίβο της αιώνιας διαμάχης καλού – κακού φυσικά παραμένει – ή μάλλον εδώ δίνεται με αρχετυπικό τρόπο. Πολλοί πιστεύουν (και με δεδομένη την εποχή που γράφτηκε) ότι το βιβλίο αποτελεί αλληγορία του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, με τις ολοκληρωτικές δυνάμεις να ενσαρκώνονται ως οι «κακοί». Και όντως, η εφιαλτική δικτατορία του Σαουρόν θα μπορούσε να παραπέμπει σ’ αυτό. Ο ίδιος ο Τόλκιν το έχει βέβαια αρνηθεί, μερικά πράγματα όμως λειτουργούν και υποσυνείδητα… Από την άλλη - κι αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο - όλη η τριλογία μπορεί να ειδωθεί σαν μια παραβολή της διαφθοράς που προκαλεί η εξουσία στους πάντες, καλούς και κακούς, έχοντες και μη καλές προθέσεις. Το περίφημο Δαχτυλίδι είναι το σύμβολό της. Όποιος το αποκτά, ανεξαρτήτως προθέσεων όπως είπαμε, διαφθείρεται. Κι αυτό είναι τελεσίδικο. Σαν τρίτο νόημα θα μπορούσα να δω ότι ενυπάρχει η πίστη στους συνηθισμένους, κοινούς ανθρώπους και η παραδοχή ότι, παρά το ότι οι μεγάλοι, οι έχοντες εξουσία, μοιάζουν να κινούν τα νήματα, ουσιαστικά η ιστορία γράφεται από τους κάτω. Αυτό φαίνεται και από την επιλογή ενός ταπεινού χόμπιτ (που είναι ένας άγνωστος ουσιαστικά και ξεχασμένος λαός στη ιστορία της Μέσης Γης, που δεν έχει παίξει ποτέ κανένα ρόλο) να εκτελέσει μια τέτοια, σχεδόν αδύνατη αποστολή, αλλά - σε μικρότερη κλίμακα - και με τον καθοριστικότατο ρόλο που παίζει ο Σαμ, σχεδόν υπηρέτης και ακόμα ταπεινότερος και "συνηθισμένος τύπος" από τον ίδιο τον Φρόντο. Δίχως αυτόν τον "τελευταίο τροχό της αάμαξας" κυριολεκτικά, τίποτα δεν θα είχε γίνει. Τιμή στους αφανείς λοιπόν.
Φυσικά πολλοί θα πουν το κλασικό «το βιβλίο είναι καλύτερο». Ναι, αλλά αυτό συμβαίνει ουσιαστικά με όλα τα καλά βιβλία που μεταφέρονται στο σινεμά. Και τελικά δεν έχει και πολύ νόημα σαν παρατήρηση. Γι’ αυτό είπα στην αρχή ότι είναι καλύτερα να ξεχνάμε όσο γίνεται το πρωτότυπο και να κρίνουμε μόνο τη ταινία – άσχετα αν εδώ εγώ πρώτος – πρώτος παρασπόνδησα. Νομίζω πάντως ότι δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχει εδώ το πλήθος των υποπλοκών του βιβλίου, οι πάμπολλες αναφορές σε γεγονότα του παρελθόντος, τα τραγούδια κλπ. κλπ.
Καταλάβατε ότι τελικά έχω θετική γνώμη και για τις ταινίες. Μια γνώμη που συνοψίζεται στην πεποίθησή μου ότι ο Jackson έκανε πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσε με το αχανές υλικό που είχε στα χέρια του, δίχως να προδώσει (σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον) το πνεύμα του. Με δεδομένο το πρωτότυπο υλικό λοιπόν, αν αυτό δεν είναι επίτευγμα, τότε τι είναι;
ΥΓ: Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν μου αρέσει η λογοτεχνία fantasy. Τη θεωρώ εξαντλημένο είδος, που επαναλαμβάνεται βαρετά. Τεράστια εξαίρεση αποτελεί ο Τόλκιν. Και επειδή είναι ο πρώτος (σχεδόν), ή τουλάχιστον ο πρώτος σε τέτοια έκταση και σοβαρότητα, που το έκανε, ορίζοντας όλες σχεδόν τις παραμέτρους του είδους με τη μία, και επειδή θεωρώ ότι το έχει κάνει καλύτερα απ' όλους τους μετά, οι οποίοι, θέλοντας και μη, "κλέβουν" διαρκώς απ' αυτόν και την αρχετυπική του δημιουργία. Πιθανές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2006

KING KONG: ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΟΠΟΥ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΑ


Λοιπόν, εμένα ο King Kong μου άρεσε. Τον θεωρώ μάλιστα μάλλον το καλύτερο φετινό blockbuster, είδος που πολλές φορές δεν είναι του γούστου μου... Ο Peter Jackson μένει πιστός στο αυθεντικό φιλμ της δεκαετίας του 30, διατηρώντας αυτούσια τα τρία του μέρη: Αυτό που διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη της οικονομικής κρίσης και περιλαμβάνει την αναζήτηση του χαμένου νησιού, αυτό στο νησί με την εμφάνιση του γορίλα και τους δεινόσαυρους, κι αυτό της αιχμαλωσίας του King Kong πίσω στη Ν. Υόρκη. Το πρώτο δίνεται εκπληκτικά, με φοβερή ατμόσφαιρα εποχής, ενώ η αναζήτηση είναι διαπραγματευμένη σχεδόν ως ταινία τρόμου, με αποκορύφωμα τους σαν ζόμπι ιθαγενείς που υποδέχονται με καθόλου φιλικές διαθέσεις την ομάδα των "εξερευνητών". Το τρίτο καταφέρνει να βγάλει την πρέπουσα συγκίνηση και το ερωτευμένο "τέρας" κερδίζει την αμέριστη συμπάθειά μας σε σχέση με τον σκληρό και χυδαίο όχλο των "πολιτισμένων" λευκών αμερικάνων, καταλήγοντας στη δυνατή σκηνή του Empire State Building. Οι αντιρρήσεις μου επικεντρώνονται στο μεσαίο μέρος, αυτό που διαδραματίζεται στο νησί, από την εμφάνιση του Kong και πέρα. Εδώ ο Jackson υποκύπτει σε άπειρα εμπορικά και κιν/κά κλισέ, επικεντρώνοντας σε ατελείωτα κυνηγητά με δεινόσαυρους, γιγάντια έντομα και κάθε είδους καταστάσεις με συσσωρευμένες απιθανότητες, που θυμίζουν έντονα Jurassic Park. Βέβαια η σκηνοθετική του δεξιοτεχνία είναι εκπληκτική, τα εφφέ απίστευτα, το όλο δεύτερο μέρος ωστόσο παραμένει υπερβολικά - έως και κουραστικά - μακρύ και αχρείαστο σε πολλά σημεία.
Πάντως η όλη ταινία παραμένει μεγαλειώδης παρά τις συγκεκριμένες αντιρρήσεις, με τον προβληματισμό πάνω στις αντιθέσεις φύση - πολιτισμός, ενστικτώδης - ελεγχόμενη συμπεριφορά, ομορφιά και τερατωδία (στην ουσία πρόκειται για παραλλαγή του μύθου της Πεντάμορφης και του Τέρατος), αλλά και τις κριτικές αναφορές στην κοινωνικοπολιτική κατάσταση των ΗΠΑ της εποχής (και γιατί όχι και της σημερινής;)

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker