Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2022

ΔΥΣΤΟΠΙΚΑ, ΠΑΡΑΔΟΞΑ "ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ"

 


Ξέρω ότι το φιλμ του David Cronenberg "Εγκλήματα του Μέλλοντος" του 2022 δεν άρεσε γενικά. Πήρε μέτριες κριτικές και οι περισσότεροι γνωστοί μου μάλλον το μίσησαν. Ανήκω λοιπόν στη μειοψηφία που εντυπωσιάστηκε από την ταινία. Ας αναφέρουμε ότι πρωταγωνιστούν οι Βίγκο Μόρτενσεν, Λέα Σεϊντού και Κρίστεν Στιούαρτ και είναι γυρισμένη στην Αθήνα.

Σε ένα κοντινό μέλλον αρκετοί άνθρωποι μεταλλάσσονται με μυστηριώδη τρόπο: Το σώμα τους παράγει παράδοξα, άχρηστα όργανα, που αντιμετωπίζονται ως πιθανοί καρκινικοί όγκοι και αφαιρούνται καλού- κακού με ιατρική επέμβαση. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών είναι διάσημοι περφόρμερ. Εκείνος είναι ένας από τους μεταλλαγμένους, που παράγει όργανα με ασυνήθιστη συχνότητα. Εκείνη τα "πειράζει" και τα αφαιρεί τελετουργικά σε δημόσιες περφόρμανς. Μήπως όμως υπάρχει και ένα άλλο "είδος" ανθρώπων; Και τι συμβαίνει με τη δολοφονία ενός παιδιού από την ίδια του τη μητέρα;

Ας τονίσουμε πρώτα ότι ο Κρόνενμπεργκ ξαναβρίσκει τον παλιό, καλό (ερωτηματικό για πολλούς, όχι πάντως για μένα) εαυτό του, το σήμα κατατεθέν του δηλαδή: Τον σωματικό τρόμο (body horror). Γι' αυτό και η ταινία γίνεται απεχθής για πολλούς και, υποτίθεται, προορίζεται "για γερά στομάχια". Δεν υπάρχει ιδιαίτερη βία ή βίαιο σπλάτερ, υπάρχουν όμως πολλές εγχειρήσεις, πολλά όργανα... Πάει αυτό. Προειδοποιήσαμε. Από εκεί και πέρα, ακολουθώντας παλιότερες προβληματικές του, ο σκηνοθέτης αναρωτιέται για το πώς και το τι του ανθρώπινου σώματος, τις δυνατότητες ή τους τρόμους που κρύβει, το μέλλον του, τη σύζευξη οργανικού και τεχνητού... Συγχρόνως σχολιάζει το ρατσισμό και τις προκαταλήψεις μας προς οτιδήποτε διαφορετικό (οι διαφορετικοί κρύβονται), αλλά και μας βυθίζει σε σκοτεινές και παράδοξες γωνιές της σύγχρονης τέχνης, της οποίας φαίνεται γνώστης, αφού κάνει σαφείς αναφορές σε avant garde τάσεις και καλλιτέχνες όπως η Orlan ή ο Stelarc (οι οποίοι, στην πραγματικότητα, δεν είναι πλέον και τόσο σύγχρονοι αφού δραστηριοποιούνται από τα 80ς). Θέτει έτσι και ερωτήματα για το τι είναι τέχνη και αν οτιδήποτε μπορεί να γίνει τέχνη. 

Τέλος ας επισημάνουμε και το παράξενο κλίμα του φιλμ: Σκοτεινό, μουντό, με ωχροκίτρινα χρώματα, παραπέμπει ταυτόχρονα σε ένα δυστοπικό (όσον αφορά την εικόνα της πόλης και των κλειστών χώρων της), αλλά συγχρόνως και τεχνολογικά προωθημένο μέλλον. Ο Κρόνεμπεργκ έχει ανακαλύψει σκοτεινά, παρακμιακά σημεία της Αθήνας, ερειπωμένα, εγκαταλειμμένα ή άχαρα, τσιμεντένια κτίρια, μίζερες ταράτσες ή πλυσταριά παλιών πολυκατοικιών κλπ. κλπ. δίνοντας έτσι τη μυστηριώδη, παρακμιακή ατμόσφαιρα που θέλει. (η ταινία είναι κατά αρκετό μέρος ελληνική παραγωγή και έχουν χρησιμοποιηθεί κυρίως ελληνικά συνεργεία).

Προσωπικά με συνεπήρε και με προβλημάτισε, αλλά ξέρω ότι στους περισσότερους δεν θα αρέσει. Με δική σας ευθύνη λοιπόν.

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2015

Η ΚΑΤΑ ΚΡΟΝΕΝΜΠΕΡΓΚ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΣΤΑΡΣ ΚΑΙ Ο "ΟΔΗΓΟΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ"

Ο κάποτε πραγματικά ανησυχητικός David Cronenberg μοιάζει εδώ και πολλά χρόνια να έχει βάλει "νερό στο κρασί του". Ο "Οδηγός Ευτυχίας" (Maps to the Stars) του 2014 τον βρίσκει να ξεσκεπάζει τα άπλυτα των χολιγουντιανών σταρ και τις επιπτώσεις της επιτυχίας  ή το αφόρητο άγχος που απαιτείται για το κυνήγι της. Με αρκετά "άρρωστο" τρόπο είναι αλήθεια, αλλά όχι όπως κάποτε...
Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται μια εντελώς περίεργη οικογένεια, καθώς και ανθρώποι που σχετίζοναι μ' αυτή. Όλοι βρίσκονται στο Χόλιγουντ και ασχολούνται (ή θέλουν να ασχοληθούν) με τη showbiz. Εκεινος είναι γκουρού της αυτοβελτίωσης, γράφοντας σχετικά βιβλία και έχοντας πελάτες διασημότητες, ο γιος τους είναι μόλις 13χρονος  σταρ που έχει βγει από... κλινική αποτοξίνωσης, η κόρη, μεγαλύτερη αυτή, έχει βγει από την ψυχιατρική κλινική όπου ήταν κλεισμένη για χρόνια και φτάνει στο Χόλιγουντ να βρει την οικογένειά της. Στο μεταξύ δουλεύει για μια απόλυτα νευρωτική, υστερική σταρ, την οποία έχουν αρχισει να παίρνουν τα χρόνια και κάνει τα πάντα για να πάρει ένα ρόλο...
Η ταινία βεβαίως είναι τόσο (επίτηδες) τραβηγμένη, που είναι σαφές ότι πρόκειται για μαύρη, κατάμαυρη, ακόμα και αιματοβαμμένη κωμωδία - σάτιρα του Χόλιγουντ και της καθόλου λαμπερής πλευράς του, αν τουλάχιστον ψάξεις κάτω από την απαστράπτουσα επιφάνεια και σκαλίσεις τις προσωπικές ζωές των συνήθως διάσημων κατοίκων του. Άγχος, λυκοφιλίες, ψεύτικες υποσχέσεις, ναρκωτικά και αλκοόλ, σκληρότητα, ψυχοπάθειες κυριαρχούν. Τα πάντα στο φιλμ είναι ακραία και καθόλου θετικά. Για να είμαστε ακριβείς δεν υπάρχει κανένας θετικός ή έστω νορμάλ χαρακτήρας. Οι συμπτώσεις (π.χ. η κόρη δουλεύει στην σαλταρισμένη σταρ που είναι πελάτισα του πατέρα της) και μερικοί χαρακτήρες που είναι σαν καρικατούρες, αποδεικνύουν την πρόθεση του σκηνοθέτη να κάνει σάτιρα και όχι ένα σοβαρό, θανατερό δράμα. Αν και το όλο πράγμα έχει αυτή τη μορφή, του ζοφερού δράματος.
Καλά όλα αυτά, αλλά έχω την εντύπωση ότι όλα γίνονται κάπως "εύκολα", προσχηματικά. Ίσως είναι δική μου γνώμη μόνο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν πρέπει να πάρετε τις δραματικές, ακραίες καταστάσεις στα σοβαρά. Μην το ξεχνάτε: Σάτιρα. Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο Κρόνενμπεργκ δεν θα ξαναβρεί ποτέ τον παλιό, βαθύτατα ανησυχητικό εαυτό του...

Ετικέτες ,

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΓΟΣΥΡΤΟΥς ΡΥΘΜΟΥς ΤΗΣ "COSMOPOLIS"

Δηλώνω από την αρχή ότι είμαι λάτρης του παλιότερου έργου του David Cronenberg. Ωστόσο στις δύο τελευταίες του ταινίες έχω απογοητευτεί. Τόσο από την επίπεδη εξιστόρηση της ζωής του Γιουνγκ, όσο και από το "Cosmopolis" του 2012, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2011

Ο ΓΙΟΥΝΓΚ, Ο ΦΡΟΪΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΟΥΣ

Φοβάμαι ότι ο David Cronenberg έχει πλέον εγκαταλείψει τον χώρο του φανταστικού, όπου μας χαρισε αξέχαστες στιγμές. Το 2011 λοιπόν, αποφασίζει να καταπιαστεί με τη σχέση Φρόιντ - Γιουνγκ, του πατέρα της ψυχανάλυσης δηλαδή και του γνωστότερου ίσως μαθητή - συνεχιστή του έργου του, αλλά και διαφωνούντα ως προς κάποιες θέσεις του δασκάλου του. Καθώς και με τη σχέση τους με μια όμορφη ασθενή που πάσχει από υστερία και η οποία, στη συνέχεια, θα γίνει η ίδια διαπρεπής ψυχίατρος. "Μια Επικίνδυνη Μέθοδος" λοιπόν όπου, τελικά, ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Γιουνγκ, του οποίου την προσωπικότητα και τις "μεταλλάξεις" της εξερευνά η ταινία. Ο Γιουνγκ είναι "κουμπωμένος", συντηρητικός στην καθημερινότητά του οικογενειάρχης και διαφωνών - ίσως και ενοχλημένος - από τη βασικότατη, πρωταρχική μάλλον, θέση που έχει το σεξ στην φροϊδική θεωρία. Ώσπου η ερωτική του σχέση με την ασθενή που προαναφέραμε απειλεί να τινάξει στον αέρα όλα αυτά, αλλά και τη τακτοποιημένη του ζωή, και τον αναγκάζει να ξαναδεί τη μέχρι τότε ζωή του, να αναθεωρήσει τις απόψεις του, να δει με άλλο μάτι τον εαυτό του. Τελικά όμως θα παραμείνει άτολμος και συμβατικός. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με την προσωπικότητά του. Οι θεωρίες του, και κυρίως η ροπή του προς το μεταφυσικό στοιχείο, πράγμα που αποτελεί βασική του αντίθεση με τον Φρόιντ, θα μας δημιουργούσαν πιθανόν άλλες εντυπώσεις. Προσωπικά βρήκα κάπως ασύμβατες τις θεωρίες με την προσωπικότητά και τη ζωή του. Δεν το λέω για να κατακρίνω το φιλμ, ούτε και ξέρω πόσο αληθινά είναι τα γεγονότα και τα ψυχολογικά πορτρέτα που περιγράφει. Ίσως να είναι πέρα για πέρα αληθινά, οπότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο, την ασυμβατότητα δηλαδή των τολμηρών θεωριών του Γιουνγκ, που δεν δίσταζαν να ξεπεράσουν τα όρια της επιστήμης και να εξερευνήσουν αμφισβητούμενες περιοχές αφ' ενός και τον συντηρητισμό της καθημερινότητάς του αφ' ετέρου. Κι όχι μόνο συντηρητισμό. Όσα βλέπουμε μας οδηγούν να τον χαρακτηρίσουμε υποκριτή και άνθρωπο που θυσιάζει το πάθος για την ασφάλεια μιας αδιατάρακτης, ρουτινιάρικης καθημερινότητας. Η ταινία, πέραν του αληθινού ή μη ιστορικού background, συζητά για την ανατρεπτικότητα και την φύσει αντισυμβατικότητα του έρωτα και του πάθους που τον συνοδεύει και το δίλημμα ανάμεσα στην "επικινδυνότητά" του και την ασφαλή ζωή. Και, βέβαια, μας προβληματίζει με τις θεωρίες της ψυχανάλυσης, την αλήθεια τους ή τις μεταξύ τους διαφορές, τις θεραπευτικές της ικανότητες. Έχει λοιπόν, απ' αυτή τη σκοπιά, αρκετό ενδιαφέρον. Το πρόβλημα είναι η ακαδημαϊκή, άνευρη θα έλεγα σκηνοθεσία, που είναι τόσο συμβατική όσο ο χαρακτήρας του Γιουνγκ. Αυτό είναι κάτι που δεν θα περίμενα από τον Cronenberg, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις πολλές προηγούμενες δουλειές του. Γι' αυτό και άρχισα το κείμενό μου με τη λέξη "φοβάμαι". Ενδιαφέρον φιλμ λοιπόν, αλλά εντελώς ακαδημαϊκά γυρισμένο, που δεν θυμίζει, νομίζω, τον παλιό δημιουργό του. Εκτός από το ίδιο του το θέμα βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Cronenberg πάντοτε ενδιαφερόταν στην "σκοτεινή" του περίοδο για τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010

ΕΞΙΣΤΕΝΤΖ : ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΤΕΧΝΗΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΓΑΝΙΚΟ


Το 1999 ο David Cronenberg γυρίζει το "Existenz", την τελευταία μέχρι σήμερα ταινία του που κινείται στο χώρο του φανταστικού και, ιδιαίτερα, που παίζει με τις εμμονές του σε σχέση με τα όρια φαντασίας και την πραγματικότητας, οργανικού και τεχνητού, ανθρώπινου και μη ανθρώπινου. Στη συνέχεια ασχολήθηκε κυρίως με βίαια, πολύ προσωπικά ωστόσο, αστυνομικά.
Τώρα θα σας εξομολογηθώ κάτι: Είμαι από τους λιγους ανθρώπους (που ξέρω τουλάχιστον) που τους αρέσει αυτή η ταινία. Τον περισσότερο κόσμο μάλλον τον απώθησε. Και δεν είχαν και άδικο βέβαια. Η συνεχής επίδειξη εντοσθίων, τα παράδοξα, ξεκοιλιασμένα αμφίβια, οι οργανικές, σάρκινες "βάσεις παιχνιδιών", τα σαν έντερα βύσματα που χώνονται σε οπές στη βάση της σπονδυλικής στήλης των ανθρώπων, συνιστούν ένα από τα πιο άρρωστα και αηδή σύμπαντα που επινόησε ποτέ ο κινηματογράφος. Και δεν είναι τυχαίο βέβαια, ότι το φιλμ δεν αποτέλεσε και μεγάλη επιτυχία...
Ωστόσο προσωπικά με γοητεύει η προβληματική του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή σκηνοθέτη του φανταστικού, που βρίσκεται πολύ κοντά στην προβληματική του παλιότερου "Videodrome" του. Όπως και σ' αυτό, τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας μπερδεύονται διαρκώς, ποτέ δεν είσαι σίγουρος για το πού ακριβώς βρίσκεσαι. Εδώ ο Cronenberg ενδιαφέρεται κυρίως για το χώρο των εικονικών παιχνιδιών και τη σχέση τους με την πραγματικότητα - ή μάλλον με την απομάκρυνση απ' αυτήν. Επειδή όμως τον ενδιαφέρει από την αρχή ήδη της καριέρας του και η μετάλλαξη του ανθρώπινου σώματος, το πάντρεμα τεχνολογίας και οργανικού, καθώς και η ιατρική, επινοεί τον εφιαλτικό κόσμο που θα δείτε, όπου τα παιχνίδια είναι φτιαγμένα από σάρκα και είναι σχεδόν ζωντανοί οργανισμοί, τα όπλα από κόκαλα, που εκτοξεύουν σφαίρες από... ανθρώπινα δόντια και, κυρίως, η "καλωδίωση" του παίκτη για να βρεθεί στον εικονικό κόσμο του παιχνιδιού παραπέμπει άμεσα σε σεξουαλική πράξη, τόσο με τις εμφανώς πρωκτόσχημες οπές όσο και με την ηδονή (ανακατωμένη με φόβο) που φαίνεται ότι νοιώθει ο παίκτης με την κάθε διείσδυση.
Τα βρίσκετε πολύ άρρωστα όλα αυτά; Μάλλον είναι. Αλλά μιλάμε για τον Cronenberg και θα έπρεπε να περιμένετε κάτι τέτοιο. Νομίζω όμως ότι η προβληματική του πάνω στην συνεχή απομάκρυνση του ανθρώπου από την πραγματικότητα και την αυξανόμενη καταφυγή του σε εικονικούς κόσμους είναι απόλυτα σύγχρονη, εξαιρετικά επίκαιρη και, ίσως, και προφητική. Αλλά σας προειδοποιώ για μια ακόμα φορά: Δεν πρόκειται για ταινία για γερά νεύρα, αλλά για γερά, πολύ γερά, στομάχια. Αν δεν είσαστε σίγουροι γι' αυτό μάλλον θα έπρεπε να την αποφύγετε.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

"ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ" ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΜΑΦΙΑΣ


Από πάντα μου άρεσε πολύ ο David Cronenberg. Τον είχα βέβαια συνηθίσει σαν έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του φανταστικού κι έτσι η πρόσφατη στροφή του σε αστυνομικές ταινίες ομολογώ ότι μου κακοφάνηκε λίγο. Παρ' όλα αυτά πάντως και οι δύο τελευταίες του μου άρεσαν (νομίζω ότι είμαι από τους λίγους που τους άρεσε "Το τέλος της βίας").
Με τις "Επικίνδυνες υποσχέσεις" (Eastern promises) καταδύεται στα φριχτά βάθη της φοβερής ρωσικής μαφίας, μιας μαφίας, που, όπως και όλες που προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, είναι σκληρότερη και πιο "πρωτόγονη" από την παλιά και κλασσική. Φταίει μάλλον ο ζήλος του νεοφώτιστου ή η έλλειψη "know how" και εμπειρίας αιώνα και βάλε που διαθέτει η αμερικανοϊταλική, οπότε όλα στις "ανατολικές" μαφίες γίνονται πιο χοντροκομμένα, πιο βίαια και άγρια, πιο βάρβαρα. Πέρα από τη βία όμως και από τις σεναριακές ίντριγγες αυτές καθ' εαυτές, ο Cronenberg ενδιαφέρεται όπως πάντα για το διφορούμενο των ανθρώπινων χαρακτήρων, για την μεγάλη αντίθεση του είναι και του φαίνεσθαι, της επιφάνειας και του βάθους. Ο μειλίχιος και σεβάσμιος ιδιοκτήτης εστιατορίου είναι ο αιμοσταγής και ύπουλος αρχηγός της ρωσικής μαφίας του Λονδίνου (δεν είναι spoiler, αποκαλύπτεται σχεδόν από τη αρχή), ο ήσυχος και χαμηλών τόνων οδηγός είναι ο "νεκροθάφτης" που, ήρεμα και αθόρυβα, σκοπεύει να ανέβει ψηλά κλπ. Και για να κάνει σκοτεινότερο το κλίμα, βάζει όλους τους πρωταγωνιστές να κουβαλούν μια απώλεια, έναν θάνατο, ένα μυστικό. Εκτός αυτών πάντως, περνά "από σπόντα" και ο ρατσισμός που κουβαλούν διάφορες κλειστές κοινωνίες ή ομάδες για τους γύρω τους και για οτιδήποτε είναι διαφορετικό. Κι αυτό καταγράφεται σαφώς τόσο από τα αδίστακτα μέλη της τρομακτικής οργάνωσης, όσο και από τον "καλό" (με πολλά εισαγωγικά) ρώσο θείο της ηρωίδας.
Η ατμόσφαιρα που φτιάχνει ο Cronenberg είναι νυχτερινή, κλειστοφοβική, πνιγηρή. Προειδοποιώ ότι σε αρκετές σκηνές (με εντυπωσιακότερη αυτή του χαμάμ) η βία αγγίζει τα όρια του σπλάτερ και θα ενοχλήσει τους ανύποπτους θεατές. Γενικά η ταινία μου άρεσε αρκετά - αν και εξακολουθώ να προτιμώ τον παλιό Κρόνενμπεργκ.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker