Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2017

ΤΟ ΠΡΩΤΟ "INVASION OF THE BODY SNATCHERS" Ή Ο ΕΧΘΡΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΗΔΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

Η δεκαετία του 50 καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, από ένα πλήθος ταινιών επιστημονικής φαντασίας, b-movies κυρίως. Οι περισσότερες αντανακλούν τη ανεξέλεγκτη και υστερική κομουνιστοφοβία των αμερικάνων της εποχής (καρδιά Ψυχρού Πολέμου άλλωστε), αλλά και τον φόβο, πολύ νωπό τότε,  που προκάλεσε η ατομική βόμβα. Πολλές απ' αυτές σήμερα μάλλον ακούσιο γέλιο προκαλούν ή, τέλος πάντων, είναι με διάφορους τρόπους ξεπερασμένες. Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, αυτές που αντέχουν άνετα μέχρι σήμερα. Περίοπτη θέση σ' αυτές καταλαμβάνει το "Invasion of the Body Snatchers" του 1956. Δεν είναι τυχαίο ότι ανήκει σε έναν καλό σκηνοθέτη, που συνέχισε να γυρίζει για πολύ ακόμα, τον Don Siegel (1912-1991).
Ένας γιατρός επιστρέφει από συνέδριο στη μικρή του πόλη για να ανακαλύψει ότι πολλά έχουν αλλάξει κατά την ολιγοήμερη απουσία του: Όλο και περισσότεροι κάτοικοι παραπονούνται ότι οι οικείοι τους (γονείς, σύζυγοι κλπ.)... δεν είναι οι ίδιοι, ενώ εξωτερικά παραμένουν πανομοιότυποι. Η συμπεριφορά, τα συναισθήματα... κάτι έχει αλλάξει. Ο γιατρός δεν δίνει αρχικά σημασία, μέχρι που αρχίζει να ανακαλύπτει κάποια πτώματα... ή μήπως δεν είναι πτώματα; Είναι σώματα κάπως ασχημάτιστα, που βαθμιαία μεταλλάσσονται σε οικεία πρόσωπα... Ο τρόμος αρχίζει.
Να πούμε αρχικά ότι το φιλμ έχει κάποια σεναριακά κενά. Και να τελειώσουμε με τις αρνητικές κριτικές. Από εκεί και πέρα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως εκπληκτική ταινία. Είναι η ολοένα κλιμακούμενη ένταση που δεν αφήνει τον θεατή να ανασάνει, είναι ένας κλοιός που διαρκώς σφίγγει γύρω από τον ήρωα παγιδεύοντάς τον και δημιουργώντας έτσι ένα απόλυτα κλειστοφοβικό κλίμα, είναι η ιδέα ότι ποτέ δεν ξέρεις με σιγουριά ποιοι έχουν ήδη "αλλάξει" και ποιοι όχι... Κι είναι και κάποιες σκηνές που μένουν αξέχαστες (όπως μια από τις τελευταίες, με τον ήρωα να ουρλιάζει στους αδιάφορους οδηγούς στο μέσον ενός πολυσύχναστου αυτοκινητόδρομου).
Όσο για τον γενικότερο προβληματισμό; Κυριαρχεί βεβαίως η ιδέα ότι "ο εχθρός έρχεται από μέσα", ότι οποιοσδήποτε γύρω μας, όσο γνωστός κι αν είναι, μπορεί να μην είναι καθόλου αυτό που αρχικά δείχνει, πράγμα ούτως ή άλλως ανατριχιστικό. Όσο για την ερμηνεία του; Πολλοί το ερμηνεύουν και πάλι ως μεταφορά του φόβου για το "άλλο", το "διαφορετικό" και, στο συγκεκριμένο κλίμα της εποχής, ως τον φόβο για τους "κόκκινους" που λέγαμε στην αρχή. Ο ίδιος ο Σίγκελ πάντως είχε δηλώσει ότι το θεωρεί ως ταινία πάνω στο θέμα της ελεύθερης βούλησης - και του κινδύνου να χαθεί. Βλέπετε, τα πλάσματα στα οποία μεταλλάσσονται οι άνθρωποι έχουν το χαρακτηριστικό συλλογικό πνεύμα της κυψέλης, των εντόμων και είναι ήρεμοι συναισθηματικά. Η ατομικότητα παύει ουσιαστικά να υπάρχει.
Φυσικά ένα τέτοιο θέμα μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους και να πάρει τις προεκτάσεις που ο καθένας του δίνει. Σκεφτείτε το όπως νομίζετε, στο μεταξύ όμως, πάνω απ' όλα, απολάυστε το. Μαζί με 'Τη Μέρα που η Γη Σταμάτησε", τον 'Ανθρωπο που Ζάρωνε" και λίγα άλλα, είναι ό,τι καλύτερο κατά τη γνώμη μου έδωσε η ασπρόμαυρη ΕΦ των 50ς.
ΥΓ: Το φιλμ γνώρισε δύο κινηματογραφικά remake: Το εξαιρετικό ομώνυμο του 1978 του Kaufman, από τα σπάνια πολύ καλά ριμέικ της κινηματογραφικής ιστορίας, και το αδιάφορο "Invasion" του Hirschbiegel του 2007.

Κυριακή, Νοεμβρίου 26, 2017

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ED WOOD"

Οι περισσότεροι γνωρίζετε (ίσως) τον διαβόητο Ed Wood, που έδρασε κυρίως στη δεκαετία του 50 και θεωρείται "ο χειρότερος σκηνοθέτης του κόσμου". Και, βέβαια, διέθετε και άλλα παράδοξα... Το 1994 ο Tim Burton στην κορυφή ίσως της καριέρας του, αποφασίζει να κάνει έναν φόρο τιμής στον απιστευτο αυτόν σκηνοθέτη, γυρίζοντας το ασπρόμαυρο "Ed Wood" και πετυχαίνοντας εξαιρετικές ερμηνείες τόσο από τον Τζόνι Ντεπ στον ομώνυμο ρόλο όσο και από τον Μάρτιν Λαντάου στο ρόλο του Μπέλα Λουγκόζι.
Ο Εντ Γουντ λατρεύει το σινεμά, θέλει να γίνει σκηνοθέτης, αλλά δεν βρίσκει χρηματοδότες για να γυρίσει τα μεγαλεπήβολα και εντελώς κιτς όνειρα του. Επίσης είναι αθεράπαυτα αισιόδοξος, ακούραστος, έχει πάντοτε έτοιμη μια λύση για κάθε αντιξοότητα (άσχετα αν αυτή δεν είναι υποχρεωτικά η "κομψότερη") και... του αρέσει να ντύνεται γυναικεία, παρά το ότι δεν είναι γκέι (αντίθετα έχει κοπέλα, η οποία, αρχικά τουλάχιστον, υπομένει τις παραξενιές του). Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μάλιστα, το "Glen or Glenda" έχει ακριβώς σαν θέμα την παρενδυσία. Η καμπή της καριέρας του ή "καριέρας" του έρχεται όταν γνωρίζει τον κάποτε θρυλικό Μπάλα Λουγκόζι, διάσημο για το ρόλο του Δράκουλα στη δεκετία του 30 και παντελώς ξεχασμένο, γέρο και ναρκομανή τώρα (στα 50ς εννοώ). Θα τον πείσει να πρωταγωνιστήσει στις ταινίες που σχεδιάζει, θα βρει όπως - όπως απίθανους χρηματοδότες, θα επινοεί διαρκώς απίστευτες πατέντες για να γυρίζει ταινίες του σχεδόν τσάμπα και, ό,τι και να του συμβαίνει (πολύ συχνά τον κυνηγάνε ή τον γιουχαϊζουν) εκείνος θα συνεχίζει ακάθεκτος, κεφάτος, αισιόδοξος... και πάντοτε κάκιστος αισθητικά.
Το φιλμ του Μπάρτον ίσως ξεπερνά μια απλή βιογραφία. Καταφέρνει - παράλληλα με το αβίαστο γέλιο που βγάζουν οι πρακτικές και η προσωπικότητα του Εντ Γουντ - να γίνεται συχνά αληθινά συγκινητικό. Και κυρίως μιλά για μια βαθιά φιλία ή, αν προτιμάτε, για δύο ιδιόρυθμους ανθρώπους που βρίσκουν παρηγοριά ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας ότι ο άλλος είναι το όχημα της πραγματοποίησης των ονείρων του. Βλέπετε ο Γουντ θέλει πάσει θυσία να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να γυρίσει τις αδιανόητες ταινίες του (πράγμα που όντως κατάφερε) με όχημα τον κάποτε διάσημο Λουγκόζι και ο τελευταίος να αναβιώσει την κατεστραμένη καριέρα του και να πάρει αληθινό κουράγιο από έναν ταλαντούχο (όπως νομίζει) νεαρό που πιστεύει απόλυτα σ' αυτόν και στην ηθοποιία του. Αλλά, βέβαια, δεν είναι μόνο οι παραπάνω λόγοι. Όπως προείπα η αμοιβαία φιλία τους είναι βαθιά και ειλικρινής και ο Γουντ, μέσα στην σχεδόν τρέλα του, θα ομορφύνει πραγματικά τις τελευταίες μέρες της ζωής του γέρου φίλου του (ο Λ. πέθανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του "Plan 9").
Εξαιρετικό φιλμ, που πιάνει την ατμόσφαιρα της εποχής, είναι βαθύτατα σινεφίλ για τους λάτρεις της 7ης τέχνης, βρίσκει την ευκαιρία να "ξαναγυρίσει" σπαρταριστές σκηνές από τα φιλμ του Γουντ, αποτίει φόρο τιμής σε έναν αληθινό ονειροπόλο, είναι βαθύτατα συγκινητικό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα διασκεδαστικότατο και, βέβαια, ικανοποιεί τις εμμονές και την αγάπη για τα φιλμ της παιδικής του ηλικίας, που τον γαλούχησαν, του ίδιου του Μπάρτον. Γενικά συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2017

ΣΤΟ "ΟΡΙΑΝ ΕΞΠΡΕΣ" (ΞΑΝΑ)ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ!

Το "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές" μάλλον το γνωρίζετε οι περισσότεροι είτε από το κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι είτε απο την μεταφορά του στο σινεμά από τον Λούμετ στη δεκαετία του 70. Το 2017 ο Kenneth Branagh αποφασίζει να γυρίσει ένα ριμέικ της γνωστής ταινίας. Κάνει κάποιες αλλαγές (διατηρώντας βέβαια το βασικό στόρι), προσπαθεί να το εκσυγχρονίσει, αυτό όμως που κρατά αυτούσιο είναι το σχεδόν εξ ίσου εντυπωσιακό καστ με αυτό της πρώτης ταινίας, το εντυπωσιακότερο ίσως των τελευταίων ετών μετά το " Budapest Hotel". Πριν πούμε λοιπόν για το φιλμ καθ' εαυτό κρατείστε την αναπνοή σας και σημειώστε: Κένεθ Μπράνα, Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φαιφερ, Ουίλιαμ Νταφόε, Πενέλοπε Κρουζ, Τζούντι Ντεντς, Ντέρεκ Τζάκομπι... Εκπληκτικό.
Για όσους δεν ξέρουν: Στο πολυτελές Οριάν Εξπρές επιβαίνουν μια ντουζίνα διακεκριμένες πρσωπικότητες, πλούσιοι στη πλειοψηφία τους. Το τρένο αναγκάζεται να σταματήσει στο πουθενά εξ αιτίας μιας χιονοστιβάδας που σχεδόν το εκτροχιάζει, ενώ συμβαίνει ο φόνος (με πολλές  μαχαιριές) ενός όντως αντιπαθητικού επιβάτη. Ο Ηρακλής Πουαρό, ο "διασημότερος ντετέκτιβ του κόσμου" και ένας εκ των επιβατών, αναλαμβάνει να διαλευκάνει το έγκλημα, παρά το ότι βρίσκεται σε διακοπές. Ποιος είναι ο δολοφόνος;
Ο Μπράνα προσθέτει στο στόρι την νέα ιδέα του ακινητοποιημένου πάνω σε γέφυρα τρένου μέσα σε ένα αφιλόξενο, απόκρημνο και υποβλητικό, σχεδόν τρομακτικό, χιονισμένο τοπίο. Ταυτόχρονα προσθέτει περισσότερη δράση από το αρχικό φιλμ (όχι, δεν πλημμυρίζει - ευτυχώς - την ταινία με κυνηγητά και πιστολίδια) και γυρίζει και κάποιες εξωτερικές σκηνές. Η ταινία με κράτησε αρκετά, την βρήκα συμπαθητική, παρά το ότι στερείται νομίζω της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας που θα ταίριαζε γάντι σε ένα τέτοιο θέμα. Ο Πουαρό παρουσιάζεται και κάπως αστείος με τους ψυχαναγκασμούς του, η έρευνα κρατά τον θεατή σε εγρήγορση, οπότε όλα καλά. Βασικό θέμα του φιλμ είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο συναίσθημα και το καθήκον. Βλέπετε, ο Πουαρό είναι ένας ψυχρός ορθολογιστής και δουλεύει (αποδίδοντας δικαιοσύνη) με βάση την τετράγωνη, υπερφυσική σχεδόν λογική του και μόνο. Εδώ, για πρώτη ίσως φορά στην καριέρα του, θα βρεθεί αναποφάσιστος: Πρέπει να ενεργήσει με βάση τη λογική που λέγαμε και την ψυχρή εφαρμογή του γράμματος του νόμου ή με βάση τα εντελώς διαφορετικά συναισθήματά του; Αυή η σύγκρουση, όσο προχωρά η ώρα, τοποθετείται όλο και περισσότερο στο κέντρο του φιλμ.
Θα μου πείτε τώρα: Έχει νόημα να το δει κανείς αν ξέρει από την αρχή (από το βιβλίο ή από την παλιά ταινία) τον δολοφόνο; Αυτά τα φιλμ βασίζονται πάντοτε στην ανατροπή και στις απρόσμενες αποκαλύψεις. Όντως ένα μεγάλο μέρος της έκπληξης εξαφανίζεται εδώ και είναι κρίμα (γι' αυτό και είναι παρακινδυνευμένο από την αρχή ένα τέτοιο ριμέικ). Δείτε το λοιπόν σαν να πηγαίνετε σε θέατρο. Ο κόσμος πάει και ξαναπάει σε ανεβάσματα Σέξπιρ ή τραγωδιών κλπ. κλπ. ξέροντας εξ αρχής όχι μόνο τι θα συμβεί, αλλά και τις ίδιες τις ατάκες μία προς μία. Μόνο κάπως έτσι θα το αντιμετωπίσετε: Για τη σκηνοθεσία και το απίστευτο καστ. Όσοι πάντως δεν γνωρίζουν τι θα συμβεί σίγουρα θα το ευχαριστηθούν περισσότερο.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2017

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, ΦΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο "MAN APART" ΗΡΩΑΣ

Ούτε ο F. Gary Grey είναι μεγάλος σκηνοθέτης (γυρίζει περισσότερο χιπ χοπ βιντεοκλίπ) ούτε ο Βιν Ντίζελ έξοχος ηθοποιός. Ούτε βεβαίως και το "A Man Apart" του 2003 θα μείνει κλασικό. Πάντως βλέπεται σχετικά ευχάριστα ως περιπέτεια δράσης και μέχρις εκεί. Και, βέβαια, το τεράστιο πρόβλημα των ναρκωτικών και των εγκληματικών και οργανωμένων σαν κανονικός κρατικός στρατός πανίσχυρων καρτέλ, φαίνεται ότι απασχολεί έντονα τις ΗΠΑ (και δίνει και πάμπολλες αφορμές στον κινηματογράφο βεβαίως. Θυμηθείτε για παράδειγμα τα πολύ πιο σοβαρά "Traffic" και "Sicario".
Τυπικό σενάριο: Ο ήρωας και ο κολλητός του φίλος είναι μπάτσοι και αγωνίζονται στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών που μαίνεται στα σύνορα Αμερικής - Μεξικό. Κάποια στιγμή έχουν μια μεγάλη επιτυχία: Καταφέρνουν να φυλακίσουν ένα από τα μεγαλύτερα "κεφάλια" του χώρου. Ενώ όμως εκείνος μένει ήσυχος και σιωπηλός στη φυλακή, ένας καινούριος, ανελέητος "παίχτης" εμφανίζεται , με το ψευδώνυμο Ντιάμπλο. Όταν η αγαπημένη σύζυγος του ήρωα δολοφονείται, εκείνος βρίσκεται πλέον εκτός ελέγχου και αναλαμβάνει δράση μόνος του. Στο μεταξύ όμως αναγκάζεται να έρθει σε επαφή και να ζητήσει βοήθεια από τον "μεγάλο" που ο ίδιος έκλεισε στη φυλακή.
Τυπικό, έτσι; Όντως. Παραλλαγές του θέματος αυτού έχουμε δει άπειρες φορές εδώ και δεκαετίες. Οπότε ιδού μία ακόμη. Η οποία, όπως είπαμε, κινείται ανάμεσα σε αδίστακτους, αιμοβόρους έμπορους των καρτέλ, σασπένς (ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Ντιάμπλο;) και κάμποσης δράσης αφού, το φαντάζεστε αυτό, ο Βιν Ντίζελ τα κάνει όλα. Ανακαλύπτει την άκρη του μίτου, πυροβολεί, καθαρίζει σχεδόν μόνος του, τραυματίζεται αλλά ξανασηκώνεται, είναι "πιο δυνατός" από τους κακούς κλπ. κλπ. Αν λοιπόν έχετε όρεξη για χαλαρή βραδιά με δράση, πιστολίδι, περιπέτειες, δίχως να ζητάτε πολλά - πολλά παραπάνω, νομίζω ότι είναι από τις σχετικά συμπαθητικές περιπτώσεις του πολυφορεμένου είδους και αρκετά καλογυρισμένη. Αν μάλιστα είστε "φίλος", μάλλον θα περάσετε καλά. Πίτσες και μπύρες απαραίτητες.

Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2017

"MAGNOLIA" : ΕΝΑ ΜΩΣΑΪΚΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

Προσθήκη λεζάντας
Φυσικά ο Paul Thomas Anderson είναι από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής μας. Πίσω στα 1999 πάντως γύριζε την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του (είχε μόλις γίνει γνωστός από τη δεύτερη, το "Boogie Nights"), το "Magnolia". Μια ταινία που κινείται στο κλίμα φιλμς όπως τα "Στιγμιότυπα" του Altman, αλλά διαθέτει, νομίζω, περισσότερο συναίσθημα.
Η ταινία παρουσιάζει ένα αληθινό μωσαϊκό ανθρώπινων χαρακτήρων μια μέρα με απαίσιο καιρό στο Λος Άντζελες. Όλοι τους σε κρίσιμες καμπές της ζωής τους. Κανένας δεν είναι αληθινά ευτυχισμένος. Σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι "τρέχουν" δύο παράλληλες ιστορίες. Οι ηλικιωμένοι "πατέρες" και των δύο πεθαινουν από καρκίνο: Από τη μία ένας πλούσιος γέρος. Δίπλα του βρίσκεται η νέα και όμορφη γυναίκα του και ένας μοναχικός νοσοκόμος. Από την άλλη ένας διάσημος, ηλικιωμένος επίσης, τηλεπαρουσιαστής. Δίπλα του βρίσκεται η γυναίκα του. Και οι δύο είναι αποξενωμένοι από τα ενήλικα παιδιά τους και τώρα, στο τέλος, θέλουν να συνδεθούν ξανά μαζί τους. Γύρω τους κινείται ένα πλήθος άλλων χαρακτήρων: Ένας σεξιστής, μισογύνης και πετυχημένος τηλεπαρουσιαστής μιας επιεικώς χυδαίας εκπομπής, μια ναρκομανής κοπέλα, ένα παιδί - θαύμα (λόγω απίστευτων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων) που παίρνει μέρος σε τηλεπαιχνίδι, ένας ευσυνείδητος και αγαθός αστυνομικός, ένας μοναχικός πωλητής που αποφασίζει να κάνει μια κομπίνα κλπ. Τι σχέσεις έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους; Και, το σπουδαιότερο, τι είναι αυτό που έχουν κοινό;
Ο Anderson παρουσιάζει εδώ ανάγλυφη την  ανθρώπνη αλλοτρίωση που προέρχεται από τη σύγχρονη ζωή. Πολλοί απο αυτούς τους ανθρώπους είναι πετυχημένοι επαγγελματικά ή / και οικονομικά. Κι όμως είναι δυστυχισμένοι. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τους πιο "μέτριους" σε κοινωνική κλίμακα. Αν ψάξουμε θα δούμε ποιό είναι το κοινό τους, αυτό που τους κάνει δυστυχισμένους: Η έλλειψη αγάπης, η έλλειψη αληθινής επαφής με άλλους ανθρώπους. Τελικά όλοι αυτοί οι χαρακτήρες αναζητούν την αγάπη. Έστω και την τελευταία στιγμή πριν το τέλος ή την καταστροφή. Αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα τη βρουν όλοι, μετά από συσσωρευμένα λάθη τόσων χρόνων...
Το φιλμ γίνεται συχνά στενόχωρο ή και καταθλιπτικό. Ωστόσο στο βάθος του υπάρχει ελπίδα. Αν υπάρχει αγάπη υπάρχει και ελπίδα. Μάλλον αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα. Όλα τα άλλα είναι άχρηστα ή, εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορούν να θεραπεύσουν τη δυστυχία.
Σημαντική νομίζω ταινία, παρά τη αρκετή μιζέρια που περιέχει, με ένα απίστευτο καστ: Τζούλιαν Μουρ, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τομ Κρουζ (σε ρόλο "μαλάκα" και, πιστέψτε με, του πάει πολύ), Ουίλιαμ Μέισι, Τζέισον Ρόμπαρτς, Τζον Ράιλι κλπ. Από τα σημαντικά φιλμ της δεκαετίας του 90, που καταγράφει, τελικά, την σύγχρονη ανθρώπινη αποτυχία στις σχέσεις. Εκτός αν... είπαμε.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2017

"A DIFFERENT LOYALTY": ΜΙΑ "ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ" ΤΑΙΝΙΑ ΜΕ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΥΣ

Ο βρετανός Marek Kanievska ήταν κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης, από το 1984 όμως έχει κάνει και 4 ταινίες, κάποιες απ' τις οποίες έχουν ξεχωρίσει. Το 2004 γυρίζει το "A Different Loyalty" (και από τότε, άγνωστο γιατί, δεν έχει γυρίσει τίποτα άλλο), μια χαμηλότονη κατασκοπική ταινία με τον Ρούπερτ Έβερετ και την Σάρον Στόουν.
Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου στη  Βηρυτό ο Λίο, στέλεχος της βρετανικής αντικατασκοπείας, ερωτεύεται μια όμορφη παντρεμένη γυναίκα και, αφού το αίσθημα είναι αμοιβαίο, εκείνη χωρίζει τον σύζυγό της και παντρεύεται τον Λϊο. Κάνουν παιδιά, ζουν πάντοτε ερωτευμένοι, η ευτυχία τους όμως θα κρατήσει λίγα μόνο χρόνια. Μια μέρα ο Λίο θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Υπάρχουν φήμες ότι αυτομόλησε στη Μόσχα, η σύζυγος αρχίζει να πιέζεται από διάφορους, υπάρχει και μια σκιά στο παρελθόν του (πριν παντρευτεί) για μια παταγώδη αποτυχία του στη Βρετανία... Τι ακριβώς συμβαίνει;
Είπα στην αρχή ότι η ταινία είναι χαμηλότονη. Αυτό σημαίνει να μην περιμένετε δράση, κυνηγητά, δύσκολα μυστήρια, συνεχείς ανατροπές και άλλα τέτοια, στα οποία εστιάζουν παρόμοια φιλμ. Εδώ το βάρος πέφτει στις προσωπικές σχέσεις ενός πιθανού κατάσκοπου των σοβιετικών, κυρίως στη σχέση με τη γυναίκα του που υπεραγαπά, και σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα, που έχει να κάνει με την προσωπική ευτυχία αφ' ενός και τα πολιτικά πιστεύω, το καθήκον αν θέλετε, από την άλλη. Τι θα διαλέξει ο ήρωας; Και ποιο είναι το κόστος;
Περισσότερο δραματικό λοιπόν παρά "κατασκοπικό" φιλμ, με ενδιαφέρουσα εμβάθυνση στις ψυχολογίες των ηρώων, αποφεύγει τις εύκολες λύσεις και τα καθησυχαστικά χάπι εντ, βασίζεται σε αληθινή ιστορία (στο τελος θα μάθετε την αληθινή μοίρα των ηρώων) και επιμένει στο ρεαλιστικό (και το δραματικό, όπως είπα) στοιχείο. Ίσως ξενίσει αρκετούς που περιμένουν μια περιπέτεια του είδους, γι' αυτό σας προειδοποίησα για το αντίθετο. Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για κάτι τέτοιο και ζητάτε συναισθηματικές κυρίως συγκινήσεις και εξοντωτικά διλήμματα, δώστε του μια ευκαιρία. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο (δίχως να είναι βεβαίως κανένα αριστούργημα). Και να θυμάστε πάντα ότι πρόκειται κυρίως για ταινία που ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες σχέσεις και το βάρος της Ιστορίας και της ιδεολογίας που πέφτει πάνω τους αλλάζοντάς τες (ή καταστρέφοντάς τις;) αναπόφευκτα...

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2017

Η "ΠΟΛΙΤΗΣ ΡΟΥΘ" ΠΟΥ ΣΑΡΚΑΖΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

Ο Alexander Payne (ελληνικής καταγωγής αμερικάνος, αν δεν το ξέρετε) φαινόταν απο την αρχή ότι θα γινόταν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες της εποχής μας. Τουλάχιστον από τη σαρκαστικότατη "Citizen Ruth", τη δεύτερη μόλις ταινία του του 1996 (δεν έχω δει την πρώτη), με μια απολαυστική Λόρα Ντερν στον βασικό ρόλο.
Η οποία είναι ένα κυριολεκτικά "χαμένο κορμί". Σνιφάρει οτιδήποτε βρει μπροστά της (κόλλα, απορυπαντικά ή ό,τι άλλο βάλει ο νους σας), όταν δεν έχει γκόμενο κοιμάται στο δρόμο, μπαινοβγαίνει στα κρατητήρια, έχει κάνει παιδιά με άγνωστους και τα έχει παραδώσει στην Πρόνοια... γενικώς είναι παντελώς ανεύθυνη. Ώσπου, όταν ξαναμένει έγγυος, την "ανακαλύπτει" μια ομάδα φανατικών χριστιανών και την παίρνει υπό την προστασία της, με τον όρο ότι δεν θα κάνει έκτρωση όπως σκόπευε η ίδια (αν έβρισκε λεφτά βεβαίως). Κάπου εκεί, μια παντελώς αντίθετη προοδευτική ομάδα, που, μεταξύ άλλων, είναι υπέρ του δικαιώματος της γυναίκας στην άμβλωση, καταφέρει να την "κλέψει" από τους χριστιανούς και να την θέσει υπό τη δική της φιλοξενία, βοηθώντας την να κάνει αυτό που επιθυμεί. Σύντομα η "υπόθεση Ρουθ" θα γίνει τεράστιο τοπικό και μετά σχεδόν παναμερικανικό θέμα καθώς θα ανακαλυφτεί (και) από τα αδηφάγα media και ένας αληθινός "πόλεμος" θα ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο ομάδες με ιλαροτραγικά αποτελέσματα. Σε όλα αυτά η ίδια η πέτρα του σκανδάλου μένει παντελώς αμέτοχη - ή μάλλον πάει με όποιον της δίνει τα περισσότερα λεφτά...
Ο Payne τινάζει τα πάντα στον αέρα, σαρκάζοντας αδίστακτα και τις δύο πλευρές (οι οποίες αποδεικνύονται το ίδιο φανατικές) και καταδεικνύοντας ότι η ίδια η άμεσα ενδιαφερόμενη (αληθινό ρεμάλι για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) είναι η τελευταία που ρωτιέται τελικά για όσα αφορούν τον εαυτό της και μόνο. Είναι απλώς ένα πιόνι ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα. Η σαρδώνια ματιά του δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Φυσικά - αναμενόμενο - η μεγαλύτερη πλάκα γίνεται με τους χριστιανούς, των οποίων μάλιστα ο τοπικός αρχηγός παρουσιάζεται, εκτός του πρόδηλου φανατισμού του, και ως απόλυτα υποκριτής. Πάντως, πέραν των άλλων, νομίζω ότι γενικά εντυπωσιάζει η κυνική ματιά ενός νέου τότε δημιουργού.
Δείτε το αν μπορέσετε και διασκεδάστε το. Αξίζει. Και απολαύστε και έναν Μπαρτ Ρέινολντς σε έναν απροσδόκητο γι' αυτόν δεύτερο, αλλά χαρακτηριστικότατο ρόλο.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2017

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ

Το 2016 η τουρκάλα Ceyda Torun είχε μια πρωτότυπη ιδέα: Να κάνει ένα ντοκομαντέρ για την Κωνσταντινούπολη, τη γενέτειρά της, παρουσιάζοντας όμως όχι την ιστορία, τα τοπία ή τους ανθρώπους της, αλλά τις χιλιάδες αδέσποτες γάτες της. Έτσι φτιάχτηκαν "Οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης" ("Kedi" ο πρωτότυπος τουρκικός τίτλος).
Η πόλη διαθέτει αμέτρητες αδέσποτες γάτες, που βρίσκονται παντού και φαίνεται ότι είναι ένα άλλο "σήμα κατατεθέν" της, πέρα από τα γνωστά και τουριστικά (Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί, Τοπ Καπί κλπ.) Ο κάτοικοι μοιάζουν να τρέφουν ιδιαίτερο σεβασμό προς αυτές, να τις αγαπάνε και, πολλοί απ' αυτούς, να τις φροντίζουν. Το φιλμ μας παρουσιάζει τα "πορτρέτα" επτά από τα συμπαθέστατα (και μυστηριώδη βεβαίως) αυτά ζώα, που ζουν και κινούνται σε διαφορετικές συνοικίες της Πόλης, στους δρόμους, τις σκεπές ή τα μπαλκόνια της, ενώ οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά τους και, συνήθως, τις ταϊζουν μιλούν γι' αυτές και τις ιδιαιτερότητές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις αυτές (που γίνονται με διαφοτερικούς τρόπους και στιλ) αντιλαμβανόμαστε πόσο διαφορετική είναι η προσωπικότητα καθ' ενός από τα ζώα αυτά, πόσο διαφορετικός ο χαρακτήρας, τα γούστα και, τελικά, ο τρόπος ζωής τους. Υπάρχουν κυνηγοί, ερωτικοί, "τζέντλεμεν", καταφερτζήδες κλπ. Κοινός παρονομαστής; Οι κοντινοί τους άνθρωποι μοιάζουν να τις λατρεύουν.
Το φιλμ συνδυάζει κάποιες (καθόλου τουριστικές, πιστέψτε με) απόψεις της χαοτικής μεγαλούπολης (ο πληθυσμός της αγγίζει σήμερα τα 15 εκατομμύρια) με τις κυρίαρχες σκηνές με τις γάτες σε διάφορες (συχνά αστείες) δραστηριότητές τους. Πολλές φορές οι λήψεις γίνονται από χαμηλά, ώστε να παρακολουθούμε υποκειμενικά πλάνα των γατών. Οι ιστορίες που αφηγούνται οι άνθρωποι για τη συμβίωσή τους μ' αυτές είναι ποικίλες, μερικές απίστευτες (αυτή με το πορτοφόλι π.χ.), οι περισσότερες ωστόσο απλές και καθημερινές. Όλες όμως πλημμυρίζουν από αγάπη και σεβασμό για τα ζώα αυτά. Όπως χαρακτηριστικά λέει κάποιος "οι γάτες είναι η ψυχή της πόλης. Δίχως αυτές η Κωνσταντινούπολη δεν θα ήταν ίδια". Όντως.
Το ντοκιμαντέρ είναι καλογυρισμένο, ισορροπημένο και δεν κουράζει. Αντίθετα, διασκεδάζεις με τα καμώματα των πρωταγωνιστών της και τη γλαφυρή κινηματογραφική αφήγηση. Φυσικά υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: Να είναι κανείς γατόφιλος. Σ΄αυτούς απευθύνεται η ταινία. Αν λοιπόν αγαπάτε τα υπέροχα αυτά τετράποδα θα το απολάυσετε. Αν δεν είστε φαν... καλύτερα να αποφύγετε το φιλμ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2017

"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ" ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΝΘΙΜΟΥ

Ταινία με ταινία ο Γιώργος Λάνθιμος χτίζει ένα δικό του σύμπαν, άμεσα αναγνωρίσιμο και έντονα σκοτεινό και στενόχωρο. Η διεθνής επιτυχημένη πορεία του συνεχίζεται το 2017 με τον "Θάνατο του Ιερού Ελαφιού", όπως πάντα σε σεναριακή συνεργασία με τον Ευθύμη Φιλίππου (βραβείο σεναρίου στις Κάννες), με τον Κόλιν Φαρέλ και τη Νικόλ Κίντμαν στους βασικούς ρόλους.
Οι οποίοι είναι ζεύγος μεγαλογιατρών (χειρούργος και οφθαλμίατρος) με δύο παιδιά. Ο καρδιοχειρουργός σύζυγος συνδέεται φιλικά με έναν 16χρονο ορφανό από πατέρα, βασικά επειδή τον λυπάται, ο οποίος ωστόσο μοιάζει να επιζητεί με κάθε τρόπο τη φιλία του, φέρνοντας συχνά τον γιατρό σε αμηχανία. Κι όχι μόνο αυτό. Αργά και μεθοδικά ο μικρός θα αποκτήσει πρόσβαση σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Και κάποια στιγμή θα κάνει ξεκάθαρες στο γιατρό τις αληθινές του προθέσεις (και απιτήσεις), αλλιώς... Κι από εδώ και πέρα μπαίνουμε καθαρά στο χώρο του φανταστικού και του ανορθολογικού.
Ο Λάνθιμος ξέρει να κατασκευάζει αληθινά ζοφερές καταστάσεις. Η ιστορία εδώ θυμίζει λίγο το "Θεώρημα" του Παζολίνι. Εμφανέστερα όμως αντλεί την έμπνευσή του από τον Ευριπίδη και την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" (εξ ου και ο τίτλος του φιλμ. Θυμίζουμε ότι εκεί οι θεοί ζητάνε από τον Αγαμέμνονα να θυσιάσει την ίδια του την κόρη, αλλιώς δεν πρόκειται να ξεκινήσει η εκστρατεία στην Τροία). Έτσι και από τον πατέρα, αθώο εκ πρώτης όψεως, ζητείται μια φριχτή θυσία για κάποιο παλιό του λάθος. Κι εδώ λοιπόν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του κι έτσι η ζωή του καταστρέφεται, "ξεβολεύεται" για πάντα. Μετά τίποτα δεν μπορεί να είναι πια ίδιο...
Δεν ξέρω αν υπάρχουν κι άλλα κρυμένα νοήματα ή τα πάντα λειτουργούν έτσι ώστε να προχωρήσει η διαβολική ιστορία. Εκτός των αναφορών που επισημάναμε παραπάνω πάντως το "δύσκολο" κλίμα του Χάνεκε βρίσκεται νομίζω κι αυτό παρόν. Δύσκολο. Νομίζω ότι σωστότερο θα ήταν να αποκαλέσω το κλίμα αυτό "άβολο", τόσο φυσικά για τους ήρωες όσο και για τον θεατή. Πράγματι συχνά η θέαση του φιλμ γίνεται δύσκολη (όπως και στον "Αστακό" άλλωστε), αισθάνεσαι άσχημα, άβολα. Υπάρχει μια διάχυτη δυσάρεστη αίσθηση, που επιτείνεται και από τους συχνά ψυχρούς, μοντέρνους χώρους. Όχι, δεν είναι μια "ευχάριστη" ταινία, είναι όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, μια πολύ καλή ταινία. Και φέρει και πάλι ξεκάθαρη τη σφραγίδα του δημιουργού της, ο οποίος, παρά το ότι πλέον "μεγαλοπιάνεται", δουλεύει διεθνώς και χρησιμοποιεί σούπερ σταρς, καταφέρνει να διατηρήσει ακέραιο το ύφος του, παρακάμπτοντας τις όποιες επιταγές κάποιων. Μπράβο του. Όσο για αλληγορίες, ας βρει ο καθένας όσες θέλει και μπορεί. Α, και υπάρχει (καλά καμουφλαρισμένο κάτω από τις τρομακτικές καταστάσεις) και το στοιχεό του μαύρου χιούμορ.
Φυσικά δεν είναι για όλους τους θεατές. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα μισήσουν το φιλμ, όπως και τα προηγούμενα του δημιουργού. Είναι προφανώς δικαίωμα του καθενός. Ωστόσο για ένα είμαι σίγουρος: Διεθνώς, διεθνώς λέω, ο Λάμθιμος έχει δημιουργήσει ένα καθαρά δικό του είδος φανταστικού σινεμά, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Και μέχρι τώρα το υπηρετεί άψογα. Ακόμα λοιπόν κι αν δεν αρέσουν σε πολλούς οι ταινίες του (δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς), ως προς αυτό τουλάχιστον πρέπει να του "βγάλουμε το καπέλο".

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2017

"Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ"... ΔΑΚΡΥΒΡΕΚΤΑ

Το 2007 ο Richard Attenborough (1923-2014) γυρίζει το κύκνειο άσμα του, το "Ο Κύκλος Έκλεισε" (Closing the Ring), ένα μάλλον δακρύβρεκτο δράμα που συνδυάζει παλιές και σύγχρονες ιστορίες και καταδεικνύει τις συνδέσεις τους. Οι παλιές έχουν να κάνουν με τον πόλεμο, ενώ το θέμα της απώλειας και των μεγάλων, πλην όμως σύντομων (λόγω "βίαιας" διακοπής) ερώτων κυριαρχεί. Σε βασικούς ρόλους οι παλαίμαχοι Σίρλεϊ Μακ Λέιν και ο Κρίστοφερ Πλάμερ.
Με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο παρακολουθούμε τρεις διαφορετικές ιστορίες: Στην Αμερική του 1991 η ηλικιωμένη ηρωίδα χάνει τον επί δεκαετίες σύζυγό της. Κι όμως, ενώ η εξωτερική εικόνα είναι αυτή ενός αγαπημένου ζεύγους, εκείνη μοιάζει να μην πενθεί ιδιαίτερα, προς μεγάλη έκπληξη (και δυσαρέσεκεια) της κόρης της. Πίσω, στα χρόνια του πολέμου, τρεις αχώριστοι φίλοι ερωτεύονται την ίδια λαμπερή κοπέλα. Εκείνη θα διαλέξει ξεκάθαρα τον έναν, θα τον ερωτευτεί βαθύτατα, πλην όμως η ιστορία τους θα διακοπεί απότομα καθώς οι τρεις φίλοι θα κληθούν στο στρατό και θα φύγουν για την Ευρώπη για να πολεμήσουν. Στην τρίτη ιστορία, στα 1991 και πάλι, διαδραματίζεται στο ταραγμένο Μπέλφαστ της εποχής, όπου μαίνεται ο πόλεμος βρετανών και ΙΡΑ. Ένας ηλικιωμένος σε έναν απομονωμένο λόφο πασχίζει να ξεθάψει (άγνωστο γιατί) ένα πολεμικό αεροπλάνο που είχε πέσει εκεί στα χρόνια του πολέμου. Ένα νεαρό - και λίγο αφελές - αγόρι θα γίνει βοηθός του και η όλη κατάσταση θα μπλέξει αναπόφευκτα με την εμφύλια διαμάχη που μαίνεται στην περιοχή. Πώς δένουν μεταξύ τους οι τρεις αυτές, άσχετες σε πρώτη ανάγνωση, ιστορίες;
Ο Attenborough σκηνοθετεί ακαδημαϊκά και "καλλιγραφικά" και σκοπεύει πρώτιστα να προκαλέσει τη συγκίνηση των θεατών, πράγμα που πιθανόν θα λειτουργήσει σε πολλούς από αυτούς. Ο έρωτας και ο πόλεμος (δηλαδή η Ιστορία) μπλέκονται αξεδιάλυτα. Οι ανθρώπινες επιθυμίες ή τα σχέδια είναι έρμαιά της (της Ιστορίας εννοώ) και των βίαιων εξάρσεών της. Τα ιστορικά γεγονότα σαρώνουν τα πάντα: Ανθρώπινες σχέσεις ή ό,τι άλλο. Ταυτόχρονα υπάρχει κάποιο σασπένς (τι έχει συμβεί τελικά; Πώς σχετίζονται τα σύγχρονα με τα παλιά γεγονότα;) και αρκετά πράγματα δεν είναι όπως αρχικά φαίνονται. Οι αποκαλύψεις είναι βασικό στοιχείο της ταινίας.
ΟΚ, καλογυρισμένο, έντονα ρομαντικό, συμβατικό σε γενικές γραμμές φιλμ, θα ικανοποιήσει τους φίλους της "στρωτής" αφήγησης και της κλασικής σκηνοθεσίας. Και, επαναλαμβάνω, θα συγκινήσει νομίζω αρκετούς από αυτούς.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2017

"SUBURBICON": ΕΙΔΥΛΙΑΚΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ 50ς; ΚΑΘΕ ΑΛΛΟ...

Έχω ξαναπεί ότι ο George Clooney έχει αποδειχτεί και πολύ καλός σκηνοθέτης. Το "Suburbicon" του 2017, έκτη αισίως τανία του, το αποδεικνύει περίτρανα. Και τα πράγματα γίνονται ακόμα καλύτερα όταν στο σενάριο έχουν ενσωματωθεί πολλά στοιχεία από παλιό, αχρησιμοποίητο σενάριο των δαιμόνιων αδελφών Κοέν! (διαβάζω ότι Κλούνεϊ, Κοέν και Ματ Ντέιμον - ο πρωταγωνιστής - είναι φίλοι, συνεργάζονται συχνά κα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του "προοδευτικού" και αντιτραμπικού Χόλιγουντ).
Αμερική των 50ς. Παστέλ χρώματα, ειρηνικά προάστια, τα πάντα ήσυχα, ευτυχισμένα, τακτοποιημένα. Επιφανειακά. Διότι από κάτω... αφείστε καλύτερα. Το Suburbicon είναι ένα άψογο προάστιο κατοικημένο από προνομιούχους, οικογενειάρχες μικρο- μεσοαστούς, λευκούς φυσικά, όλοι με δουλειές και παιδιά. Τη γαλήνη και τάξη θα διαταράξει η μετακόμιση εκεί της πρώτης μαύρης οικογένειας. Οι "φιλήσυχοι" λευκοί θα αντιδράσουν βίαια, θα πολιορκήσουν κυριολεκτικά το σπίτι των έγχρωμων και θα απαιτήσουν να φύγουν (το ανατριχιαστικό είναι ότι μέχρι εδώ βασιζόμαστε σε αληθινά γεγονότα ρατσιστικής βίας από "φιλήσυχους οικογενειάρχες" που συνέβησαν σε πόλη της Πενσιλβάνια το 1957). Αυτό όμως είναι μόνο το ένα σκέλος της ιστορίας. Ενώ συμβαίνουν τα ρατσιστικά έκτροπα μια λευκή, φιλήσυχη οικογένεια δέχεται εισβολή από δύο κτηνώδεις τύπους, οι οποίοι δολοφονούν εν ψυχρώ τη σύζυγο και μητέρα του μικρού αγοριού. Γιατί όμως όταν ο σύζυγος και η αδελφή του θύματος  καλούνται από την αστυνομία να αναγνωρίσουν τους δράστες, αρνούνται ότι είναι αυτοί, ενώ τους βλέπουν μπροστά τους;
Αυτή η δεύτερη, παράλληλη ιστορία και τα "ενδοοικογενεικά" γεγονότα που διαδραματίζονται ταυτόχρονα με το ξέσπασμα του ρατσισμού, είναι που φέρει ατόφια τη σφραγίδα των Κοέν. Ο Κλούνεϊ τινάζει κυριολεκτικά στον αέρα κάθε επίφαση "ήρεμης", "ευνομούμενης", "γαλήνιας" Αμερικής και δείχνει έναν αληθινό βόθρο να χάσκει κάτω από την ηλιόλουστη, τακτοποιημένη, απαστράπτουσα επιφάνεια. Δεν είναι μόνο ο άγριος ρατσισμός των λευκών κατοίκων των ειδυλιακών προαστίων, είναι και όσα φριχτά συμβαίνουν στους ίδιους τους κόλπους της "φιλήσυχης" οικογένειας. Γενικά, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν υπάρχει - όπως βαθμιαία θα διαπιστώσουμε - σχεδόν κανένας "καλός". Τι καλός; Απλώς φυσικολογικός... Τα πάντα είναι βαθύτατα σάπια.
Η ταινία ξεκινά "φυσιολογικά" (;) και όσο πάει πραγματικά εκτροχιάζεται. Τα πράγματα γίνονται όλο και πιο άγρια και αγχωτικά, το αίμα αρχίζει να ρέει, τα πτώματα συσσωρεύονται και κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι από ένα σημείο και πέρα αυτό που παρακολουθούμε είναι μια κυριολεκτικά κατάμαυρη (πιο μαύρη δεν γίνεται) κωμωδία - σάτιρα της "καθώς πρέπει" Αμερικής. Οι συμπτώσεις υπάρχουν, χρησιμοποιούνται μάλιστα κι αυτές σατιρικά, πλην όμως το σενάριο είναι πανέξυπνο και σφιχτοδεμένο (Κοέν γαρ) και οδηγεί μαθηματικά στο αιματοβαμένο κρεσέντο του τέλους.
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά το ότι οι δύο παράλληλες ιστορίες είναι γενικά δύσκολο εγχείρημα. Το προτείνω, αλλά να ξέρετε ότι θα δείτε κάτι βίαιο, ανατρεπτικό και ματωμένο, με κατάμαυρο χιούμορ όμως, που κάνει πλάκα με τις απίθανες συγκυρίες προς το τέλος (σαφώς επίτηδες επινοημένες βεβαίως). Δεχτείτε λοιπόν τις απιθανότητες ως μέρος της όλης μαύρης πλάκας. Από εμένα μπράβο στον Κλούνεϊ και, για πολλοστή φορά, στους Κοέν. Είναι από τα πλέον ανατρεπτικά και αντιαμερικάνικα χολιγουντιανά φιλμ που έχω δει.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2017

"YES": ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ - ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ...

Η βρετανίδα Sally Potter είναι μια σκηνοθέτης που δουλεύει συνήθως πειραματικά και, εκτός από σινεμά, ασχολείται με χορό, περφόρμανς, σκηνοθετεί όπερες κλπ. Στην Ελλάδα την ξερουμε από το πολύ ενδιαφέρον "Orlando" του 1992. Το 2004 γυρίζει την ταινία "Yes", ένα αισθηματικό φιλμ με... ιδιαιτερότητες, το οποίο, για να το δηλώσω από την αρχή, δεν μου άρεσε.
Η ηρωίδα είναι μια εύπορη επιστήμονας, εγκλωβισμένη σε γάμο που καταρρέει με έναν φιλόδοξο πολιτικό. Δεν υπάρχει πλέον αγάπη ανάμεσά τους, όλα είναι συμβατικά και ρουτινιάρικα. Κάπου εκεί εκείνη γνωρίζει και ερωτεύεται με πάθος έναν λιβανέζο αυτοεξόριστο, γιατρό στην πατρίδα του, ο οποίος στο Λονδίνο δουλεύει σε εστιατόριο. Η έντονη σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια, ο θάνατος της αγαπημένης της θείας θα τη δοκιμάσει, μ' όλα αυτά πάντως το βάλτωμα των τελευταίων χρόνων θα γίνει ξεκάθαρο και η απόφασή της να αντιδράσει αμετάκλητη.
Αυτά. Τα οποία, ως ιστορία τουλάχιστον, τα έχουμε δει νομίζω πολλές φορές (και στην πραγματική ζωή άλλωστε). Η σκηνοθεσία είναι καλή, μερικές εικόνες πολύ όμορφες, ενώ τα ίδια τα σκηνικά καταδεικνύουν την ψυχρότητα στις σχέσεις του παντρεμένου ζεύγους αφ' ενός και τη "θερμότητα" όταν η ηρωίδα βρίσκεται με τον αγαπημένο της. Η πρωταγωνίστρια Τζόαν Άλλεν και ο σύζυγος Σαμ Νιλ είναι καλοί, φοβάμαι όμως ότι ως παρουσία ο λιβανέζος εραστής (Simon Abkarian) τείνει να γίνεται ακόμα και γελοίος σε ορισμένα σημεία. Το βασικό μου όμως πρόβλημα δεν είναι αυτό. Η Potter, στην προσπάθειά της να είναι πάντοτε πειραματική και πρωτότυπη, φτιάχνει όλους, μα όλους τους διαλόγους ποιητικούς με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι το μοναδικό φιλμ που έχω δει όπου οι ηθοποιοί μιλάνε με ποιήματα, και μάλιστα με ομοιοκαταληξία. Ομολογώ ότι αυτό με κούρασε αρκετά. Πιστεύω ότι έγινε για να δώσει ενδιαφέρον σε μια ούτως ή άλλως τετριμμένη σεναριακά ιστορία, ωστόσο προσωπικά βρήκα ότι εξ αιτίας του ευρήματος αυτού το φιλμ σερνόταν περισσσότερο. Υπάρχουν και κάποιες φιλοσοφικές πρόζες, έμμετρες πάντοτε... αλλά ούτε κι αυτές με άγγιξαν.
Ίσως κάποιοι εντυπωσιαστούν από τις αναμφισβήτητες πρωτοτυπίες και την πειραματική διάθεση. Προσωπικά, όπως σας είπα ήδη, βαρέθηκα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2017

ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ "ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ"

Ο ρώσος Andrey Zvyagintsev, με 5 ταινίες στο ενεργητικό του, έχει αναδειχτεί σε σημαντικό σύγχρονο δημιουργό. Φτιάχνει ζοφερά δράματα και σκιαγραφεί έναν εφιαλτικό σύγχρονο κόσμο με τις κάθε είδους αξίες να βρίσκονται στο ναδίρ. Το 2017 γυρίζει το "Χωρίς Αγάπη" και μας κατεβάζει (και πάλι) σε μια επίγεια κόλαση.
Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών είναι αποφασισμένο να χωρίσει (στην πραγματικότητα μισεί ο ένας τον άλλον). Έχουν και οι δύο φτιάξει ήδη τις μελλοντικές ζωές τους: Εκείνη έχει σχέση με έναν πλούσιο και καλό άνθρωπο, εκείνος με μια κοπέλα η οποία είναι ήδη έγκυος. Υπάρχει όμως ένα εμπόδιο: Έχουν, βλέπετε, έναν 12χρονο γιο, τον οποίος κανένας τους δεν θέλει και προσπαθούν να τον φορτώσουν ο ένας στον άλλον. Και, σε μια σοκαριστική σχεδόν στιγμή, αντιλαμβανόμαστε ότι το παιδί γνωρίζει ότι κανείς δεν το αγαπά. Και ξαφνικά, μια μέρα, το παιδί θα εξαφανιστεί. Οι άσπονδοι γονείς θα αναγκαστούν να πάρουν μέρος στις προσπάθειες αναζήτησής του, οι οποίες γίνονται όλο και πιο δύσκολες καθώς ο γιος δεν βρίσκεται.
Είπαμε : Ο κόσμος που μας δείχνει ο Zvyagintsev είναι τρομακτικός σε πολλά επίπεδα: Πρώτα - πρώτα σε συναισθηματικό. Ο τίτλος του φιλμ δηλώνει ακριβώς αυτό : Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο χωρίς αγάπη. Οι γονείς δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον, η μητέρα δεν αγαπά τη γιαγιά (και αντιστρόφως) και, το χειρότερο, κανένας από τους δύο δεν αγαπά το παιδί τους (το οποίο, όπως μαθαίνουμε, έγινε κατά λάθος, επειδή εκείνη έμεινε έγκυος και επιπόλαια αποφάσισε να μην το ρίξει). Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου τα πάντα γίνονται για "εμένα", για το άτομο, το οποίο αρνείται να μοιραστεί, να "ξεβολευτεί" για το καλό κάποιου άλλου. Το εγώ, τεράστιο, μπροστά απ' όλα. Καμιά συλλογικότητα πλέον, καμιά αλληλεγγύη. Το παιδί, συμβολικά νομίζω, θα εξαφανιστεί επειδή κανείς δεν μπορεί να ζει "χωρίς αγάπη".
Αυτά με τον εσωτερικό, παγωμένο κόσμο των ηρώων. Ο σκηνοθέτης όμως μας δείχνει και το έξω, την κοινωνική κατάσταση. Κι αυτό παγώνει εξ ίσου τον θεατή. Η Ρωσία είναι ένα κράτος δίχως την παραμικρή βοήθεια προς τον πολίτη. Τα πάντα υπολειτουργούν. Η αστυνομία, στην οποία καταφεύγουν αρχικά οι γονείς για την εξαφάνιση - λογικό - δηλώνει κυνικά (πιο κυνικά δεν γίνεται) ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν έχουν κόσμο, χρόνο, υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις κλπ. Έτσι οι έρευνες διεξάγονται αποκλειστικά από μια δραστήρια και έμπειρη ομάδα εθελοντών! Τα πάντα είναι διαλυμμένα. Τόσο στον μέσα όσο και στον έξω κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να ελπίζει για βοήθεια πουθενά. Αν είσαι τυχερός και τα καταφέρεις μόνος εντάξει. Αλλιώς... τίποτα!
Τα εσωτερικά τοπία των ανθρώπων ταιριάζουν απόλυτα με τα εξωτερικά. Μουντή συννεφιά, βροχή και χιόνι κυριαρχούν σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του φιλμ. Έκλειψη των πάντων. Παγωνιά μέσα και έξω.
Είπαμε: Πρόκειται για ζοφερό δράμα που θα "ρίξει" πολλούς. Εξαιρετικό όμως. Καλοδουλεμένο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Και, πολύ φοβάμαι, αληθινό...

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

ROMASANTA": ΜΙΑ (ΣΧΕΔΟΝ) ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟ

Ο Paco Plaza είναι ο ισπανός σκηνοθέτης που το 2007 είχε γυρίσει το τρομακτικό "Rec". Πριν απ' αυτό όμως, το 2004, είχε κάνει μια μάλλον περίεργη ταινία: Το αγγλόφωνο "Romasanta: The Werewolf  Hunt" με πρωταγωνιστή τον σχετικά ξεχασμένο ηθοποιό κυρίως των 80ς Τζούλιαν Σαντς. Περίεργη διότι βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, αλλά και επειδή "παίζει" ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό.
Στα μέσα του 190υ αιώνα σε επαρχία της Ισπανίας βρίσκονται κατακρεουργημένα πτώματα γυναικών. Πολλοί αποδίδουν τους φόνους σε λυκάνθρωπο. Σύντομα αποκαλύπτεται (στο φιλμ εννοώ) ότι ένοχος είναι ο γοητευτικός γυρολόγος Ρομασάντα, που έχει παντρευτεί κάμποσες γυναίκες με... κρυφούς σκοπούς. Η αδελφή μιας από τα θύματα, που αρχικά τον έχει κι αυτή ερωτευτεί, αποφασίζει να τον κυνηγήσει μέχρι τέλους συνεργαζόμενη με έναν δκαστή. Το ερώτημα που πλανάται ωστόσο παραμένει: Είναι ο Ρομασάντα λυκάνθρωπος ή ένας κοινός δολοφόνος;
Όποια κι αν είναι η απάντηση ωστόσο, στο φιλμ δείχνεται ώς ο απόλυτος, συνειδητός φορέας του κακού. Ακόμα κι αν μεταμορφώνεται δηλαδή, δεν έχει τύψεις μετά (οπως συνήθως συμβαινει στις ιστορίες με λυκάνθρωπους), αλλά είναι ευτυχής γι' αυτό, για τη δύναμη που αποκτά, για το αίμα που χύνει, για την εξουσία πάνω στη ζωή των άλλων... Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία αυτή με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο και ο στόχος της δεν είναι τόσο να τρομάξει τον θεατή.
Τα αληθινά γεγονότα στα οποία βασίστηκε είναι ότι ο εφιαλτικός Ρομασάντα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ήταν όντως γυρολόγος και δικάστηκε το 1852 για τους φόνους 13 ανθρώπων, τους οποίους ομολόγησε, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι τους διέπραξε επειδή μεταμορφωνόταν σε λυκάνθρωπο!
Τώρα, παρά το ότι παρακολούθησα την ταινία με αρκετό ενδιαφέρον, ομολογώ ότι είχε κάμποσα αδιευκρίνιστα σημεία. Η σχέση του Ρομασάντα με τον κυνηγό του, στον οποίο είχε παλιά επιτεθεί, δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ ακριβώς ενώ κάποια φλας μπακ εξακολουθούν να αφήνουν σκοτεινα σημεία... Γενικά υπάρχει κάτι ελλειπτικό στην αφήγηση, το οποίο δεν ξέρω αν είναι συνειδητό. Πάντως το φιλμ τείνει να υποστηρίξει το μεταφυσικό στοιχείο στην όλη ιστορία: Τον λυκανθρωπισμό, την κυριαρχία του ήρωα στο μυαλό των άλλων... γενικά την παραδοχή, όπως είπαμε, ότι αυτός προσωποποιεί το απόλυτο κακό, τον διάβολο ίσως. Όλα αυτά πάντως, όπως επίσης είπα, παραμένουν κάπως "θαμπά" δοσμένα.
Παρ΄ όλα αυτά το σχετικό ενδιαφέρον υπάρχει. Αν μη τι άλλο το θέμα του λυκανθρωπισμού δίνεται με διαφορετικό τρόπο από άλλες (πολλές) φορές που το έχουμε δει και, τελικά, η περιρέουσα ρεαλιστική ατμόσφαιρα και τα αληθινά γεγονότα που έχουν όντως συμβεί, κάνουν το φιλμ  αξιοπερίεργο και σχετικά πρωτότυπο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2017

O "ROGER RABBIT" ΜΑΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ ΑΚΟΜΑ

Από πολύ παλιά (τουλάχιστον από τα 50ς) υπήρχαν ταινιες που συνδύαζαν αληθινούς ηθοποιούς με animaton (θυμηθείτε τον Τζιν Κέλι να χορεύει με τον Μπαγκς Μπάνι νομίζω). Ωστόσο το 1988 γυρίζεται το "Ποιος Παγίδευσε τον Roger Rabbit" του Robert Zemeckis, το οποία, προσωπική άποψη, παραμέμνει η καλύτερη μ' αυτόν τον συνδυασμό.
Η έξυπνη ιδέα στην οποία βασίζεται το φιλμ είναι ότι στο Χόλιγουντ συνυπάρχουν δύο κόσμοι: Αυτός των κινουμένων σχεδίων κι αυτός των ανθρώπων. Πολλά από τα καρτούν είναι σούπερσταρς, διάσημοι όπως και οι αντίστοιχοι κανονικοί ηθοποιοί. Ενας μεγαλοπαραγωγός (άνθρωπος) αναθέτει σε έναν μάλλον ξοφλημένο ντετέκτιβ, που μισεί τα καρτούν για παλιούς, προσωπικούς λόγους, να βρει στοιχεία για το αν η φοβερή και σούπερ σέξι Τζέσικα Ράμπιτ (καρτούν) απατά τον σύζυγό της Ρότζερ Ράμπιτ, καρτούν σούπερσταρ, ο οποίος την υπεραγαπά. Ο ντετέκτιβ θα κάνει τη δουλειά του, πολλά πράγματα όμως δεν είναι όπως αρχικά φαίνονται...
Το φιλμ συνδυάζει το χιούμορ με μια νουάρ πλοκή, την τρελή λογική των animation (πέφτουν από ψηλά και δεν σκοτώνονται, τραυματίζονται αλλά αμέσως σηκώνονται ξανά κλπ.) με την "κανονική" δράση. Η εικόνα και η μίξη των δύο ειδών (και των δύο "κόσμων") είναι εντυπωσιακή και απόλυτα πειστική. Τα καρτούν συμπεριφέρονται με μια δική τους παλαβή λογική, η οποία ωστόσο υπακούει σε κανόνες. Οι άνθρωποι... ΟΚ, είναι οι άνθρωποι. Κι όλα αυτά με την κλασική, αστική και νυχτερινή ατμόσφαιρα των νουάρ. Η αστυνομική ίντριγκα κρατά απόλυτα τον θεατή, ο στυγνός δικαστής, ο οποίος επίσης μισεί τα καρτούν, προκαλεί ανατριχίλες, η Τζέσικα (με τη φωνή της Καθλίν Τέρνερ), αν και καρτούν, είναι το άκρον άωτον της σέξι γυναίκας (η σκηνή του υπέροχου τραγουδιού της α λα Ρίτα Χέιγουορθ είναι κλασική) και οι Μπομπ Χόσκινς και Κρίστοφερ Λόιντ εξαιρετικοί στους "ανθρώπινους" ρόλους τους.
Η ταινία είχε όντως εντυπωσιάσει με την "μικτή" τεχνική της στην εποχή της. Σήμερα μπορούν πλέον να δημιουργηθούν οποιαδήποτε εφέ ή / και τεχνικές. Ωστόσο, με το έξυπνο και σφιχτό σενάριό της και με το πανταχού παρόν χιούμορ (γκαγκς όπως αυτά των καρτούν και όχι μόνο), νομίζω ότι παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Εγώ τουλάχιστον, που είχα να τη δω άπειρα χρόνια, την απόλαυσα και πάλι.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2017

"ΚΡΙΣΗ" ΚΑΙ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Ο Richard Brooks (1912-1992) είναι ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς δημιουργούς. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία γυρίστηκε το 1950 και λέγεται "Crisis". Πρωταγωνιστές ο Κάρι Γκραντ (σε σχετικά ασυνήθιστο γι' αυτόν δραματικό ρόλο) και ο Χοσέ Φερέρ.
Ένας διακεκριμένος νευροχειρουργός και η γυναίκα του κάνουν διακοπές σε απροσδιόριστη χώρα της Νότιας Αμερικής, της οποίας καταπιεστικός δικτατορας είναι ο Φαράγκο. Η σύζυγος απάγεται και ο γιατρός οδηγείται με το έτσι θέλω μπροστά στον τύραννο. Εκεί θα μάθει ότι ο τελευταίος πάσχει από όγκο στον εγκέφαλο και πρέπει να χειρουργηθεί επειγόντως (γι' αυτό εκβιάζει με την απαγωγή τον διάσημο αμερικάνο γιατρό). Το δίλημμα είναι αν πρέπει να βοηθήσει, μένοντας πιστός στον ιατρικό όρκο, έναν σχεδόν παρανοϊκό δικτάτορα, ο οποίος όταν θεραπευτεί θα καταπιέσει κι άλλο τον λαό του. Στο μεταξύ η πολιτική αναταραχή αυξάνεται και οι επαναστάτες αντιδρούν...
Ο Brooks, από την πρώτη του κιόλας ταινία, φανερώνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς που ενυπάρχουν σε όλο το έργο του. Πώς αντιδρά κανείς στο δίλημμα που περιγράψαμε παραπάνω; Παύει να φέρεται ως γιατρός, καταπατώντας τον όρκο του ή μένει πιστός σ' αυτόν, βοηθώντας όμως έναν τύραννο; Εκτός από αυτό το βασικό μοτίβο ο σκηνοθέτης κάνει ένα πικρό (και κυνικό) σχόλιο πάνω στην πολιτική, τις υποσχέσεις "αλλαγής" που διαψεύδονται, αποδεικνύοντας ότι πίσω από μεγάλα λόγια συχνά κρύβεται απλώς ο πόθος για εξουσία (σας φαίνεται αρκετά επίκαιρο αυτό, έτσι;)
Αλλά βέβαια και κινηματογραφικά αν εξετάσει κανείς το φιλμ, εκτός από τις ερμηνείες (ο Φερέρ κλέβει την παράσταση στο ρόλο του αδίστακτου δικτάτορα), νομίζω ότι, τόσα χρόνια μετά, κρατά (και) τον σύγχρονο θεατή με την αγωνία που διαθέτει και την πανταχού παρούσα αίσθηση της παγίδευσης των ηρώων σε ένα μη ελεγχόμενο απ' αυτούς πολύπλοκο και ταραγμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Ίσως άλλος στόχος του Μπρουκς ήταν ακριβώς να δείξει ότι τα μεμονωμένα άτομα είναι έρμαια της ιστορίας, των μεγάλων γεγονότων που συμβαίνουν γύρω τους και, όσο αμέτοχα και αδιάφορα αν θέλουν να είναι, αναπόφευκτα παγιδεύονται απ' αυτά (από τα γεγονότα εννοώ). Όχι, το άτομο (δυστυχώς) δεν μπορεί να πάει κόντρα και να μείνει αλώβητο από το ορμητικό ποτάμι των μεγάλων ιστορικών αλλαγών.
Καλή ταινία, με ενδιαφέρον σκεπτικό και άνετη ροή, συνίσταται σε όσους δεν φοβούνται τα "παλιά" και ασπρόμαυρα.

eXTReMe Tracker