Τρίτη, Δεκεμβρίου 27, 2022

ΟΙ "FABELMANS" Ή Ο ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ


 


Το 2022 ο πολύς Steven Spielberg γυρίζει τη μοναδική μέχρι σήμερα καθαρά αυτοβιογραφική του ταινία: Οι "Fabelmans" είναι η εξιστόρηση των παιδικών και εφηβικών του χρόνων στους κόλπους μιας οικογένειας στοργικής και ζεστής μεν, αλλά οπωσδήποτε "παράξενης". Πολύ καλή η Μισέλ Ουίλιαμς στο ρόλο της μητέρας - σχεδόν κεντρική φιγούρα το φιλμ. 

Έτσι λοιπόν παρακολουθούμε σκηνές οικογενειακής θαλπωρής, τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη (ο Στίβεν είχε δύο αδελφές), τις δυσκολίες προσαρμογής μετά από μια δύσκολη μετακόμιση, τις σχολικές περιπέτειες, το έντονο εβραϊκό στοιχείο, τη διάλυση της οικογένειας (με γαλήνιο και φιλικό τρόπο όμως) κλπ.

"Και τι μας ενδιαφέρει η παιδικοεφηβική ηλικία του Στίβεν;", θα μου πείτε. Και όντως πιθανόν να μη μας ενδιαφέρει. Να όμως που σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι ανάμεσα σε αναφορές σε ευρύτερα θέματα που μας αφορούν όλους, όπως η βίωση ενός χωρισμού από ένα παιδί, ο ρατσισμός και η προκατάληψη (εδώ ενάντια στους εβραίους) κλπ., υπάρχει ένα απόλυτα κυρίαρχο θέμα, που δεσπόζει και διαπερνά ολόκληρο το φιλμ και που επίτηδες άφησα τελευταίο: Αυτό της κινηματογραφοφιλίας. Είναι σαν να έχει φτιαχτεί ολόκληρη η ταινία για να δείξει όχι τόσο τις οικογενειακές καταβολές του σκηνοθέτη, αλλά κυρίως την απαρχή, την ανάπτυξη και την "έκρηξη" μιας καλπάζουσας κινηματογραφοφιλίας, που αποτέλεσε αρχικά έναν κεραυνοβόλο έρωτα (ο Σπίλμπεργκ θυμάται πολύ καλά την πρώτη ταινία που είδε ποτέ και το σοκ που του προκάλεσε) για να καταλήξει στα αποτελέσματα και να δώσει τους καρπούς που όλοι σήμερα γνωρίζουμε. Οπότε τελικά μπορούμε να πούμε ότι ολόκληρο το μεγάλης διάρκειας αυτό φιλμ δεν είναι παρά ένας δοξαστικός ύμνος στην απίστευτη μαγεία του σινεμά.

Πάντως, παρά το ότι το παρακολούθησα με αρκετό ενδιαφέρον, δεν μπορώ να το θεωρήσω μεγάλη ταινία ούτε να συμμεριστώ κάποιες παραληρηματικές κριτικές. Προσοχή όμως: Σε καμία περίπτωση δεν το θεωρώ κακό. Έχει αποδειχτεί δεκάδες φορές άλλωστε ότι ο Σπίλμπεργκ, αν μη τι άλλο, ξέρει να αφηγείται.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Ιουνίου 12, 2021

"ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


 Ε, λοιπόν ναι! Μετά από πάμπολλα χρόνια ξαναείδα τα περίφημα "Σαγόνια του Καρχαρία" (Jaws, 1975) του σχεδόν άγνωστου τότε Steven Spielberg, με τον Ρόι Σάιντερ, τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους και τον Ρόμπερτ Σο.

Την ιστορία τη ξέρετε. Σε αμερικάνικο θέρετρο, ντάλα καλοκαίρι και ενώ συρρέει πλήθος τουριστών, ένας γιγάντιος λευκός καρχαρίας κάνει την απροσδόκητη εμφάνισή του. Τα θύματα διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ ο σερίφης της περιοχής, ένας επιστήμονας του Ωκεανολογικού Ινστιτούτου και ένας έμπειρος θαλασσόλυκος, εξπέρ στους καρχαρίες, ξεκινούν να τον κυνηγήσουν. Ο τρόμος παραμονεύει.

Η ταινία δεν είναι μόνο η πρώτη τεράστια επιτυχία του Σπίλμπεργκ, το φιλμ που τον έκανε αμέσως σταρ, αλλά και το πρώτο ουσιαστικά αμερικάνικο μπλογκμπάστερ, όπως εννοούμε τον όρο σήμερα. Δεν θα πω πολλά για μια τόσο γνωστή ταινία. Απλώς ότι μέχρι σήμερα παραμένει ικανή να σκορπά ρίγη και να καθηλώνει τον θεατή (και να τον κάνει να φοβάται τη θάλασσα καλοκαιριάτικα), ενώ η δομή της ξεκινά το στιλ που καθιέρωσε στη συνέχεια ο Σπίλμπεργκ, με την αργή, αλλά γεμάτη ανησυχητικά σημάδια αρχή και την κορύφωση όσο προχωράμε (θυμηθείτε στις "Στενές Επαφές", το "Χουκ" κλπ) . Με την έννοια αυτή είναι ένα είδος κλασικής ταινία. Να σημειώσω ότι υπάρχει και έντονη κριτική στην θεώρηση ότι κέρδος και χρήμα είναι πάνω απ' όλα (εν πολλοίς υπεύθυνοι για τη φρίκη που ακολουθεί είναι οι αρχές και οι επαγγελματίες της περιοχής που αρνούνται να εκκενώσουν τις παραλίες και να απαγορεύσουν τα μπάνια για να μη φύγουν οι - πηγή κέρδους - τουρίστες).

Πάντως εσείς οι ελάχιστοι που δεν το έχετε δει, κάντε το.

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2021

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΑΤΕΦΘΑΝΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ῾ἹΝΤΙΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ῾῾


Βρισκόμαστε στο 1981. Ο Steven Spielberg, ῾῾ζεστός῾῾ ακόμη από τις σούπερ επιτυχίες των ῾῾Σαγονιών του Καρχαρία῾῾ και ῾῾Στενών Επαφών Τρίτου Τύπου῾῾, ξαναχτυπά με το "Raiders of Lost Arc", συστήνοντας έτσι στην ανθρωπότητα έναν νέο θρυλικό ήρωα (θα ακολουθήσουν άλλα 3 φιλμ): Τον αρχαιολόγο - τυχοδιώκτη Ιντιάνα Τζόουνς.

Ελάχιστα μόνο για την ιστορία: Δεκαετία του 30. Ο αρχαιολόγος Ιντιάνα Τζόουνς αναζητεί στη Μέση Ανατολή την περίφημη Κιβωτό, στην οποία οι εβραίοι είχαν τοποθετήσει τις 10 εντολές. Μια όμως που όλοι υποθέτουν ότι το αντικείμενο αυτό διαθέτει τεράστια δύναμη, το ψάχνουν και απεχθείς ναζί, για τους δικούς τους σκοπούς φυσικά. Ακολουθεί χαμός.

Λίγα ακόμη λόγια για το πολυειδωμένο από όλους, φαντάζομαι, φιλμ: Κατ᾽αρχήν, βλέποντάς το μετά από πολλά χρόνια, διαπίστωσα ότι παραμένει διασκεδαστικό και απολαυστικό. Πέραν αυτού, οι απιθανότητες διαδέχονται η μία την άλλη. Ούτε το 1/10 από όσα βλέπουμε δεν θα μπορούσε να συμβεί στην πραγματικότητα. Εδώ όμως έχουμε μια σαφή δήλωση του στα πολύ πάνω του τότε δημιουργού: Θέλει απόλυτα συνειδητά να επιστρέψει στα παλιά αφελή φιλμ προηγούμενων δεκαετιών, ακόμη και στα γελοία για τα σημερινά δεδομένα κινηματογραφικά σίριαλ των 30ς, τα πλημμυρισμένα από απιθανότητες. Από το 81 έχουμε ξαναδεί αυτή την προσπάθεια πάμπολλες φορές από λιγότερο ταλαντούχους σκηνοθέτες και έχουμε φάει στη μάπα πάμπολλες πατάτες με αυτό το πρόσχημα: ῾Ἁφιέρωμα στην παλιά αθωότητα῾῾. Νομίζω ότι ο Σπίλμπεργκ ήταν ο πρώτος (ή ένας από τους πρώτους τέλος πάντων) που το δηλώνει απερίφραστα, βάζει στο φιλμ του ό,τι πιο αδύνατο να συμβεί μπορείς να φανταστείς... και πετυχαίνει απόλυτα να κάνει κάτι όντως απολαυστικό, αφελές και ορισμό της φράσης ῾῾η διασκέδαση για την διασκέδαση῾῾ και τίποτα παραπάνω. Κανένας προβληματισμός (εκτός βέβαια του απόλυτα κοινότοπου ῾῾οι ναζί είναι κακοί῾῾). Και το κάνει πολύ καλύτερα από τους περισσότερους μεταγενέστερους. Γι᾽αυτό αφείστε κάθε κριτική και, με ποπ κορν και ό,τι άλλο σας αρέσει, απλώς ευχαριστηθείτε το. 


Ετικέτες ,

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 05, 2020

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΕΣ ῾῾ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ῾῾

Το 1977 ο τριαντάρης Steven Spielberg παραδίδει στα έκθαμβα μάτια του τότε κοινού το 2ο μεγάσλο μπλογκμπάστερ του μετά το Jaws: Τις ῾Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου῾. Ποτέ πριν η επιστημονική φαντασία δεν υπήρξε τόσο δημοφιλής (σε μαζική κλίμακα εννοώ, διότι φανατικό κοινό διέθετε ανέκαθεν).
Περίεργα φαινόμενα αρχίζουν να συμβαίνουν σε μια επαρχιακή περιοχή των ΗΠΑ. Πολλοί κάτοικοι βλέπουν άγνωστα αντικείμενα να πετούν στον ουρανό. Εμείς παρακολουθούμε τη ζωή ενός συνηθισμένου οικογενειάρχη να ανατρέπεται εντελώς μετά από μια συνάντησή του με ένα UFO. Η ίδια η οικογένειά του περνά ουσιαστικά σε δύτερη μοίρα. Ταυτόχρονα μια ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής ένα γάλλο παρακολουθεί από κοντά και με άκρα μυστικότητα τα μυστηριώδη φαινόμενα που πολλαπλασιάζονται...
Πιστεύω ότι το φιλμ μπορεί να συνεπάρει ακόμα τον θεατή. Το μεθοδικό χτίσιμο του μυστηρίου και της υποβλητικής ατμόσφαιρας και οι πρπσπάθειες των επιστημόνων για αποκρυπτογράφηση  παράξενων μηνυμάτων συγκλίνουν στο να κρατάνε σε εγρήγορση το ενδιαφέρον μας. Παράλληλα αντιλαμβανόμαστε σχετικά σύντομα ότι η αναμφισβήτητη παρουσία εξωγήινων μάλλον δεν αποτελεί απειλή για την ανθρωπότητα. Όλα δεν είναι παρά προετοιμασίες για μια υψίστης σημασίας Πρώτη Επαφή. Φυσικά η αισιοδοξία, η αθωότητα - ή και αφέλεια θα λέγαμε - του νεαρού Σπίλμπεργκ είναι πανταχού παρούσα. Πράγμα που δεν προβάλλεται  μόνο με την μη εχθρικότητα των ῾ξένων῾, αλλά και με την εξ αρχής πρόθεση των ανθρώπων να τους υποδεχτούν φιλικά (γι᾽αυτό μίλησα ακόμα και για αφέλεια. Στην πραγματικότητα πολύ φοβάμαι ότι δεν θα είμαστε τόσο έτοιμοι για καλή υποδοχή στε μια άγνωστη φυλή...). Σ᾽αυτό το επίπεδο άντως το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί (ιδιαίτερα στο σύγχρονο σχεδόν δυστοπικό περιβάλλον) ως μια έκκληση για απόρριψη κάθε μορφής ξενοφοβίας και ρατσισμού.
Αν και η μεγάλη στιγμή για την ανθρωπότητα δεν είναι εντελώς ανώδυνη σε προσωπικό επίπεδο: Η οικογένεια του ήρωα θα διαλυθεί... Και βέβαια αρκετοί θα βιώσουν τεράστια αγωνία πριν κάποια πράγματα ξεκαθαριστούν (υπάρχουν ακόμα και κάποιες στιγμές που παραπέμπουν σε ταινίες τρόμου). Και κάτι άλλο: Την ατμόσφαιρα διαπερνά μια αρκετά μεταφυσική ατμόσφαιρα, καθώς κάποια πράγματα ανάμεσα στους ανθρώπους και τους εξωγήινους συμβαίνουν σε πνευματικό επίπεδο.
Θα το ξαναπώ: Το φιλμ κατόπρθωσε να με κρατήσει ακόμα, μετά τόσα χρόνια. Και, ως κερασάκι στην τούρτα, η τελική εκπληκτική εμφάνιση του σκάφους, εκτός από προφανές δέος, μόνο βαθύτερη χαρά μπορεί να προκαλέσει!
Μιλάμε βεβαίως για μια κλασική πλέον ταινία επιστημονικής φαντασίας. Δεν γίνεται να μην την έχετε δει!
ΥΓ: Το ρόλο του γάλλου επιστήμονα ερμηνεύει ο Φρανσουά Τριφό!

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2019

"DUEL" : ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΗΧΑΝΗΣ

Το 1971 ένας άγνωστος νεαρός σκηνοθέτης, που είχε γυρίσει μερικές μικρού μήκους και κάποια επεισόδια για σίριαλ, γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (τηλεταινία για την ακρίβεια, αν και αργότερα προβλήθηκε κανονικά στους κινηματογράφους). Ο σκηνοθέτης λεγόταν Steven Spielberg και η (τηλε)ταινία ήταν το "Duel" (Μονομαχία). Αυτή η πρώτη προσπάθεια αποδείκνυε ήδη ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιον ξεχωριστό. Να πούμε μόνο ότι η ιστορία και το σενάριο είναι του εξαιρετικού συγγραφέα Richard Matheson (ψάξτε τον να δείτε τι έχει γράψει).
Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, οικογενειάρχης με προστριβές με τη γυναίκα του, κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για δουλειά στους αχανείς, μισοέρημους δρόμους της Αμερικής. Κάποια στιγμή προσπερνά μια τερατώδη νταλίκα. Αυτό είναι. Από εκεί και πέρα η νταλίκα θα επιχειρήσει να τον περάσει ξανά, θα του κλείσει το δρόμο και, στη συνέχεια, άγνωστο γιατί, θα προσπαθήσει να τον σκοτώσει.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα εντελώς low budget φιλμ, με μια διαρκή "μονομαχία" ανάμεσα σε έναν κοινό άνθρωπο που οδηγεί αμέριμνος (αρχικά) το αυτοκίνητό του και μια κτηνώδη μηχανή που θέλει να τον σκοτώσει. Αυτό. Όλο το φιλμ είναι ένα διαρκές κυνηγητό (με στάσεις βεβαίως ενδιάμεσα, οι οποίες, αριστοτεχνικά, αυξάνουν το άγχος για τον ταλαίπωρο οδηγό και το σασπένς για τον θεατή). Και εδώ φαίνεται η σκηνοθετική μαεστρία. Με το τίποτα ο Σπίλμπεργκ δημιουργεί κάτι πέρα για πέρα αγχώδες, τρομακτικό σε κάποια σημεία, το οποίο, σας εγγυώμαι, θα σας κρατήσει με κομμένη την ανάσα. Και ενδιάμεσα θα φιλοσοφήσει για τη σιγουριά που νομίζουμε ότι διέπει την καθημερινότητά μας και η οποία, στην πραγματικότητα, είναι τόσο εύθραυστη, αφού μπορεί να τιναχτεί στον αέρα ανά πάσα στιγμή είτε από καθαρό παιχνίδι της τύχης είτε από οτιδήποτε άλλο (έναν κακό χειρισμό με απρόβλεπτες συνέπειες κλπ.). Ναι, η σιγουριά μας είναι πέρα για πέρα πλασματική. Το κερασάκι στην τούρτα, για να κάνει το φιλμ να αγγίξει το παράλογο (ακόμα και το μεταφυσικό, για κάποιους) στοιχείο, είναι ότι ο ψυχοπαθής προφανώς οδηγός της νταλίκας δεν θα εμφανιστεί ποτέ μέχρι το τέλος, δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε και για άνθρωπο εναντίον μιας απρόσωπης μηχανής...
Εξαιρετικό φιλμ, που δείχνει τις δυνατότητες του σκηνοθέτη (είπαμε, είναι φτιαγμένο με το τίποτα) και αποδεικνύει ότι αυτό που έγινε στη συνέχεια δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Και, σημειώστε, δεν έχει καμία σχέση με ηλίθια κυνηγητά με αυτοκίνητα που βρίθουν σε πάμπολλες αμερικάνικες ταινίες κάθε είδους και που πιθανόν βαριέστε (και καλά κάνετε). Αυτό εδώ είναι εντελώς ξεχωριστό.

Ετικέτες ,

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2018

ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟ "MINORITY REPORT"

Πάντοτε θεωρούσα το "Minority Report" του 2002 ως την πιο σκοτεινή ταινία του Steven Spielberg. Αλλά, ταυτόχρονα, και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες. Και (ίσως) την καλύτερη από όσες έχει γυρίσει ο αχώνευτος για μένα Τομ Κρουζ.
Βασισμένη για μια ακόμα φορά σε διήγημα του αστείρευτου Φίλιπ Ντικ, η ταινία μας μεταφέρει σε ένα μέλλον όπου κάποιοι "Προγνώστες" (3 είναι όλοι κι όλοι) μπορούν να προβλέπουν ένα έγκλημα που πρόκειται να γίνει λίγες μέρες μετά. Μόνο ηθελημένα εγκλήματα μπορούν να προβλεφτούν. Ειδικές μονάδες της αστυνομίας (επί κεφαλής τους είναι ο ήρωας) αναλύουν τις εικόνες των Προγνωστών και εντοπίζουν πού θα συμβεί το έγκλημα. Έτσι καταφτάνουν λίγο πριν αυτό συμβεί και συλλαμβάνουν τον ένοχο λίγο πριν διαπράξει αυτό που σχεδιάζει. Τα εγκλήματα έχουν όντως μειωθεί. Είναι όμως απόλυτα ασφαλής η μέθοδος αυτή ή υπάρχουν κάποιες ρωγμές στο σύστημα; Και τι θα γίνει όταν οι Προγνώστες υποδείξουν ως μελλοντικό ένοχο τον ίδιο τον αρχηγό, ο οποίος μάλιστα δεν έχει καμιά πρόθεση να διαπράξει τον φόνο ενός αγνώστου;
Πολύπλοκη, πολυεπίπεδη ιστορία, που συνδυάζει το ενδιαφέρν σενάριο με τη δράση και το σασπένς και, συγχρόνως, εγείρει πολλά ερωτήματα: Είναι ηθικό να συλλαμβάνεις κάποιον που δεν έχει ακόμα πραγματοποιήσει την σκέψη ή την επιθυμία του; Θυσιάζει κανείς κάτι πετυχημένο όταν μόνο ένα μικρό ποσοστό των περιπτώσεων μπορεί να είναι λανθασμένο; Είναι ηθικό να "θυσιάζεις" έστω λίγους για το κοινό καλό (στη συγκεκριμένη περίπτωση τους ίδιους τους Προγνώστες, στους οποίους αρνούνται μια έστω ελάχιστα κανονική ζωή); Δηλαδλη, με άλλα λόγια, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα ή όχι; Παράλληλα, εκτός της δράσης που λέγαμε, το φιλμ κρατά τον θεατή με το μυστήριο και τα διαρκή σεναριακά ερωτήματα πού θέτει: Γιατί ο ήρωας πρόκειται να σκοτώσει έναν άγνωστό του;
Τη θεωρώ μια από τις καλύτερες ταινίες ΕΦ και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες του δημιουργού της, ο οποίος εδώ ξεφεύγει από την κλασική του άψογη, περιπετειώδη αφηγηματικότητα φτιάχνοντας κάτι πιο σύνθετο.

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2018

ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΨΗΦΙΑΚΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ ΣΤΟ "READY PLAYER ONE"

Δυστυχώς έχω από καιρό πειστεί ότι ο Steven Spielberg δεν θα μας χαρίσει ποτέ ξανά τις 70ς και 80ς συγκινήσεις. Το "Ready Player One" του 2018 επιβεβαιώνει τους φόβους μου. Βέβαια εδώ τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, αφού ο Spielberg (εκτός των κλασικών του γνωρισμάτων) επιχειρεί μια αληθινή βουτιά στον ψηφιακό κόσμο, στην ποπ κουλτούρα και, κυρίως, στη νοσταλγία των 70ς και 80ς (μεγάλο μέρος της κουλτούρας αυτής, ας μην το ξεχνάμε, την έχει δημιουργήσει ο ίδιος).
Στον δυστοπικό και ασταθή κόσμο του 2045, οι σχεδόν εξαθλιωμένοι άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά στο αχανές ψηφιακό περιβάλλον της εταιρίας OASIS, που δημιούργησε ο ιδιοφυής δημιουργός Χάλιντέι, όπου ο καθένας μπορεί να παίξει ό,τι θέλει, να κάνει ό,τι θέλει ή να γίνει όποιος θέλει. Ο δημιουργός όμως θα πεθάνει ξαφνικά, αφήνοντας ως διαθήκη το μυστικό ότι στον άπειρο κόσμο του OASIS βρίσκεται κρυμένο ένα "πασχαλινό αυγό". Όποιος το βρει (παίζοντας) κερδίζει την αμύθητη περιουσία του. Ο ήρωάς μας, ένας φανατικός και ταλαντούχος παίκτης, με τη βοήθεια κάποιων συμπαικτών του (όλοι ως άβαταρ βεβαίως), κυνηγούν το αδύνατο. Αντίπαλός τους όμως είναι ο αμείλικτος διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, ο οποίος φυσικά δεν θα αφήσει τον κάθε τυχόντα να πάρει την εταιρία στα χέρια του.
Παρά τα εντυπωσιακά εφέ, την καταιγιστική δράση και την απαραίτητη συγκίνηση, το φιλμ προσωπικά μάλλον με κούρασε. Τα διαρκή "μπες-βγες" από τον αληθινό στον ψηφιακό κόσμο, η κυρίαρχη κομπιουτερέ αισθητική (την περισσότερα ώρα οι ήρωες δρουν με τη μορφή των άβατάρ τους), οι κάποιες σεναριακές αφέλειες... δεν μου φάνηκε ότι έδωσαν το ποθητό αποτέλεσμα. Φυσικά το ανθρώπινο στοιχείο και η παιδικότητα παραμένουν κυρίαρχα στοιχεία στο έργο του σκηνοθέτη, εδώ όμως θαμμένα κάτω από τόνους ψηφιακής αισθητικής. Η συμφιλίωση ψηφιακού (δηλαδή η επικράτεια των ονείρων και των επιθυμιών μας) και πραγματικού (δηλαδή με αληθινά συναισθήματα) κόσμου θα επέλθει, με κάποια μυστικιστικά κολπάκια βεβαίως, αλλά όχι προτού βαρεθώ αρκετά.
Κυρίαρχο ρόλο πάντως παίζουν εδώ οι διαρκείς αναφορές στην τεράστια (ποσοτικά εννοώ) ποπ κουλτούρα των 70ς και 80ς. Βιντεογκέιμς, τραγούδια, ταινίες, ντυσίματα, life style κι ό,τι άλλο φανταστείτε, όχι μόνο εμφανίζονται συνεχώς, αλλά και παίζουν καθοριστικότατο ρόλο στη σεναριακή εξέλιξη. Τώρα βέβαια εγώ δεν έπαιζα και πολλά βιντεοπαιχνίδια, οπότε χάνω πολλές αναφορές, ούτε και είμαι νοσταλγός των 80ς, πλην όμως το ατελείωτο παιχνίδι του "βρείτε την αναφορά" (από τη "Λάμψη" του Κιούμπρικ ως το κλασικό anime Ακίρα και από το παλιά παιχνίδια του Atari ως τα τραγούδια των A-Ha και των Depeche Mode και πάμπολλα άλλα) μου φάνηκε ότι είχε πλάκα (κι ας έχανα πολλά, όπως σας είπα).
Τέλος πάντων, το φιλμ προσπαθεί να είναι διασκεδαστικό και συγκινητικό και να κρατήσει τον θεατή, ο καταιγισμός εφέ και ψηφιακής αισθητικής όμως νομίζω ότι φτάνει στα όρια του overdose. Ας ξεκουραστώ λίγο...

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2018

Η "POST" ΚΑΙ Ο ΤΥΠΟΣ (ΟΠΩΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ)

Ο Steven Spielberg οριμάζει και - αν και βρίσκεται μακριά πλέον από τον πολύ καλό εαυτό του των άψογων περιπετειών των 70ς και 80ς - καταφέρνει πλέον να κάνει και καλές "σοβαρές" ταινίες, δίχως την γλυκερότητα και το μελό παλιότερων προσπαθειών του για "ποιοτικό" σινεμά. Αφορμή γι' αυτά τα σχόλια είναι το "The Post" (με την προσθήκη "Απαγορευμένα Μυστικά" στον ελληνικό τίτλο), με τους πάντα καλούς Μέριλ Στριπ και Τομ Χανκς στους βασικούς ρόλους (αν και το βάρος πέφτει στον χαρακτήρα της Στριπ). Το οποίο βεβαίως είναι ένα σύγχρονο "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου".
Η ιστορία είναι αληθινή (με τις χολιγουντιανές "προσθήκες" φυσικά). Αναφέρεται στον πόλεμο Τύπου και Νίξον στις αρχές των 70ς. Ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ μαίνεται και οι αμερικάνοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος κυριολεκτικά για το τίποτα (όπως θα αποδειχτεί), οι New York Times δημοσιεύουν μικρό μέρος απόρρητης έκθεσης που έχει διαρρεύσει από το Υπουργείο Εξωτερικών. Στην έκθεση όχι μόνο αποκαλύπτονται οι κάθε λογής βρωμιές που έχει κάνει η Αμερική εκεί (από την εποχή του Αϊσενχάουερ ήδη), αλλά και το ότι οι ειδικοί συμφωνούσαν ήδη από το 1965 περίπου ότι οι ΗΠΑ θα χάσουν τον πόλεμο, αλλά ουδείς πρόεδρος αποφάσιζε να αποδεχτεί την ήττα και να εισπράξει το πολιτικό κόστος. Οπότε η σφαγή συνεχίζεται μόνο και μόνο από ένα είδος άκαρπου "πείσματος" και πολιτικών συμφερόντων. Ο Νίξον (σύμφωνα με πολλά γκάλοπ ψηφίζεται ως ο πλέον μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ και τώρα την ζηλευτή αυτή διάκριση τείνει να κερδίσει ο Τραμπ) αντιδρά μηνύοντας τους Times και απαγορεύοντας την δημοσίευση άλλων στοιχείων για το θέμα. Και τότε η σχετικά μικρή την εποχή αυτή Wasington Post καταφέρνει να αποκτήσει ολόκληρο τον φάκελο, που ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελειται από 7000 (!!!) σελίδες. Το δίλημμα είναι αν θα τον δημοσιεύσουν αφού, μετά την απαγόρευση, κινδυνεύουν να πάνε φυλακή εκδότης και αρχισυντάκτης και η ίδια η εφημερίδα να κλείσει.
Το φιλμ λειτουργεί τέλεια ως πολιτικό θρίλερ με σφιχτοδεμένο σενάριο, που κρατά τον θεατή διαρκώς σε αγωνία και εισάγει συνεχώς διλήμματα : Θα επικρατήσει η λογική και η ανάγκη για ασφάλεια ή θα κάνουμε το σωστό, αυτό που επιτάσσει η αλήθεια και η ελευθερία του τύπου, βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, ριψοκινδυνεύοντας τα πάντα; Η ιστορία επικεντρώνεται στην εκδότρια, πλούσια και προσωπική φίλη μάλιστα πρώην υπουργού Εξωτερικών που εμπλέκεται στην υπόθεση (οπότε υπάρχει και η καθαρά συναισθηματική σύγκρουση : προστατεύω ή "δίνω" έναν καλό φίλο αν αποδειχτεί ότι δεν είναι και τόσο καθαρός;), η οποία έχει αναλάβει την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της δίχως να ξέρει και πολλά για τη δουλειά. Τώρα όμως πρέπει να πάρει σημαντικές αποφάσεις υπό πίεση, καθώς διακυβεύονται τα πάντα.
Φυσικά η ταινία γυρίστηκε τη συγκεκριμένη εποχή διότι, μετά 50 χρόνια, και πάλι οι σχεσεις προέδρου - τύπου βρίσκονται στο χειρότερο δυνατό σημείο. Έτσι ο Spielberg κάνει κι αυτός την "αντίστασή" του στον απολυταρχισμό Τραμπ. Επίσης το φιλμ μεταφέρει με πολύ καλό τρόπο το κλίμα της εποχής - τα 60ς είναι ακόμα πολύ κοντά - και τέλος, μας μιλά για κάτι που έχει εκλείψει στις μέρες μας: Για την τεράστια δύναμη που είχε ο τύπος κάποτε. Μπορούσε σχεδόν να ανεβάσει και να κατεβάσει κυβερνήσεις και ό,τι γραφόταν το έπειρναν σοβαρά οι πάντες (και οι ισχυροί). Σήμερα υπάρχουν βεβαίως νέα μέσα, αλλά νομίζω ότι η κλασική εφημερίδα βαίνει αργά προς εξαφάνιση.
Προσωπικά η ταινία μου άρεσε πολύ. Ίσως κάποιοι να δείχνονται λίγο πιο ήρωες απ' ότι υπήρξαν στην πραγματικότητα, αλλά δεν πειράζει. Στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε. Κι αυτό είναι, νομίζω, ένα άριστο δείγμα του του καλού χολιγουντιανού κινηματογράφου.

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2017

"A.I.": ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΑΣ ΣΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το 2001 ο Steven Spielberg είχε πλέον αρχίσει να χάνει, νομίζω, αυτή τη  μαγική χροιά που διέθετε στα 70ς και 80ς, ενώ την ευτυχισμένη και ανερυθρίαστη παιδικότητα διαδέχτηκε μάλλον ένα είδος "γλυκερότητας". Το "Α.Ι." (αρχικά του Artificial Intelligence, "Τεχνητή Νοημοσύνη" στην Ελλάδα) μάλλον επιβεβαιώνει αυτή μου την παρατήρηση. Βασισμένο σε διήγημα του σημαντικού συγγρταφέα ΕΦ Brian Aldiss φοβάμαι ότι τείνει μάλλον προς το μελό.
Στο μέλλον τα νερά έχουν ανέβει, οι παραθαλάσσιες πόλεις έχουν βυθιστεί και οι άνθρωποι έχουν αποσυρθεί στο εσωτερικό των ηπείρων. Κατασκευάζουν όλο και πιο προηγμένα ρομπότ για να τους υπηρετούν, ώσπου η τεχνολογία φτάνει στην κορυφή με την παραγωγή ενός παιδιού ρομπότ, του Ντέιβιντ, που διαθέτει συναισθήματα, και πρώτιστα την αγάπη για τη μητέρα του, την γυναίκα δηλαδή της οικογένειας που το έχει υιοθετήσει. Όταν όμως ο αληθινός γιος της αναρώσει απροσδόκητα από μια θεωρούμενη ανίατη ασθένεια και θα επιστρέψει σπίτι, όλα θα αλλάξουν. Ο Ντέιβιντ θα πάει στα "αζήτητα", θα τον παρατήσουν σε ένα μακρινό δάσος και, από εκεί και πέρα, οι επόμενοι αιώνες (τα ρομπότ αυτά πρακτικά είναι αθάνατα, εκτός αν καταστραφούν) θα κυλήσουν μέσα σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση της "μητέρας".
Το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη: Η συμβίωση με την οικογένεια, η περιπλάνηση στον άγριο "έξω κόσμο" και ο "ύπνος" αιώνων στο βυθό. Η ιστορία του Πινόκιο, του "ψεύτικου" παιδιού που πασχίζει να γίνει αληθινό, αποτελεί μόνιμη αναφορά. Από αυτήν επηρεάζεται ο αιωνίως μικρός Ντέιβιντ και την μοίρα του Πινόκιο προσπαθεί ακούραστα και σε εμμονικό βαθμό να έχει κι ίδιος (η οποία εμμονή εξηγείται βεβαίως σεναριακά, αφού ακριβώς αυτό το συναίσθημα του έχουν "εμφυτεύσει" οι κατασκευαστές του). Και δίνει φυσικά την αφορμή στο σκηνοθέτη για όλο και περισσότερο μελό.
Πάρα πολλοί θα βρουν το φιλμ βαθιά συγκινητικό. Στο τέλος μάλιστα κάποιοι θα δακρύσουν. Τα έχει αυτά ο Σπίλμπεργκ... Προσωπικά, όπως είπα, μάλλον μελό το βρήκα, καθώς ο (αναμφισβήτητα) μεγάλος δημιουργός παθαίνει και εδώ αυτό που σχεδόν πάντα παθαίνει στις δραματικές "σοβαρές" του ταινίες: Να διαχέει στην (κινηματογραφική) ατμόσφαιρα ένα αληθινό overdose συναισθηματικότητας και δακρύβρεκτων καταστάσεων (οι οποίες, το είπα άλλωστε, πολλούς τους αγγίζουν). Εγώ πάντως το βρίσκω μάλλον υπερβολικό και κουραστικό. Νομίζω ότι σ' αυτό παίζει ρόλο και η μεγάλη διάρκεια της ταινίας (146 λεπτά). Και, μεταξύ μας, πάντοτε πίστευα ότι ολόκληρο το 3ο μέρος, αυτό στο βυθό (για να μην κάνω spoiler) θα μπορούσε να λείπει εντελώς. Εντάξει με το θέμα της οικογενειακής αγάπης ή της ανάγκης κάπου να ανήκουμε, συγκινητικές στιγμές υπάρχουν, αλλά κάπου νομίζω όλο αυτό παραγίνεται. Υπάρχει βεβαίως και το αρκετά συνηθισμένο στην ΕΦ θέμα του τι γίνεται με τεχνητά όντα που σκέπτονται και έχουν συναισθήματα (ρομπότ, κλώνοι κλπ.). Πώς πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζονται; Είναι ανθρώπινα όντα και έχουν δικαιώματα ή τα μεταχειριζόμαστε ως απλές μηχανές; (θυμηθείτε τον πολύ πιο σύνθετο προβληματισμό στο θέμα αυτό στο αξεπέραστο "Blade Runner").
ΟΚ, είπαμε, σε πολλούς αρέσει. Δείτε το λοιπόν. Άλλωστε ο μικρός Haley Joe Osment (το παιδάκι της "6ης Αίσθησης) είναι πολύ καλός στον βασικό ρόλο.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016

"BFG" ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΗ Α ΛΑ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ

Ο Steven Spielberg, μετά τη "σοβαρή" "Γέφυρα των Κατασκόπων", επιστρέφει σ΄αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ' όλα (και ίσως απ' όλους): Στα γλυκά, τρυφερά, ενίοτε συγκινητικά παραμύθια, που βλέπονται από μικρούς και μεγάλους και περιέχουν και τα θετικά τους μηνύματα. Σ΄ αυτά ακριβώς ανήκει το "The BFG" (Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας) του 2016, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του μεγάλου παραμυθά Roald Dahl.
Ένας γίγαντας ύψους 7 μέτρων απάγει τη μικρή Σόφι από το ορφανοτροφείο όπου ζει ("αναγκάζεται" να την απαγάγει επειδή τον είδε, ενώ αυτός πρέπει να παραμένει αόρατος όταν βρίσκεται στην πόλη) και τη μεταφέρει στη μαγική και ονειρική Γιγαντοχώρα. Εκεί όλα είναι υπέροχα... εκτός από τους άλλους, πολύ μεγαλύτερους και δυνατότερους γίγαντες από τον δικό μας, οι οποίοι - σε αντίθεση μ' αυτόν - τυχαίνει να είναι φανατικά ανθρωποφάγοι. Μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς ξεκινά, αλλά και μια βαθιά φιλία ανάμεσα στον γίγαντα και το κοριτσάκι.
Ο Spielberg ξέρει καλά, βεβαίως, να στήνει μια εντυπωσιακή, θεαματική και μαγική ατμόσφαιρα - στην Γιγαντοχώρα κυρίως. Άψογα ψηφιακά εφέ και πολλή φαντασία συντελούν σ' αυτό και σε μερικές σκηνές απογειώνουν το φιλμ. Ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα προσφιλή του θέματα (τα οποία βεβαίως είναι και πολύ μόδα στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο): Την αποδοχή της διαφορετικότητας: (και οι δύο ήρωες είναι ένα είδος απόκληρων στους κόσμους τους), και το θέμα της φιλίας, μιας φιλίας που μπορεί να ανθίσει παρά τις τερατώδεις σωματικές διαφορές των δύο. Ταυτόχρονα το φιλμ παραμένει γλυκό, τρυφερό, γεμάτο παιδικότητα και χιούμορ - δίχως, όπως είπαμε, να ενοχλεί τους μεγάλους. Ωστόσο προς το τέλος, όταν εμπλέκεται στην ιστορία η βασίλισσα της Βρετανίας, το όλο πράγμα κάνει κατά τη γνώμη μου κάποια κοιλιά ή μάλλον πλημμυρίζει από υπερβολική αφέλεια (όσο κι αν μιλάμε για παραμύθι, έχοντας στο μυαλό τον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορώ να φανταστώ αυλικούς, πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς, να φέρονται με τόσο υπέροχο τρόπο στον "διαφορετικό" γίγαντα. Μου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό... Βλέπετε, όταν η φαντασία απογειώνεται και δημιουργεί κάθε λογής καινούριους κόσμους, τα πάντα είναι αποδεκτά. Όταν όμως στη φαντασία παρεισφρύουν ρεαλιστικά στοιχεία, στοιχεία της πραγματικότητας - κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά ή μεταφορικά - και αυτά δείχνονται τόσο διαφορετικά απ' όσο είναι, τότε το πράγμα μου φαίνεται ότι "κλωτσάει").
Γενικά πάντως είδα την ταινία ευχάριστα, απόλαυσα για μια ακόμα φορά το θέαμα και την γλυκύτητα (υπερβολική πάντως, είναι γεγονός ότι θα την προτιμούσα πιο σκοτεινή) του κατ' εξοχή παραμυθά του σινεμά, αλλά έφυγα με την αίσθηση της επανάληψης. Νομίζω ότι ο Spielberg εξακολουθεί ως ένα βαθμό να είναι μαγικός, πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να μας μαγέψει με τον ίδιο τρόπο που μπορούσε κάποτε...

Ετικέτες ,

Τρίτη, Μαΐου 24, 2016

Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "TERMINAL" ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ

To 2004 o Steven Spielberg, πιστός στην "παιδικότητα" και στην συνήθως καλοπροαίρετη διάθεση απέναντι στα πάντα, γυρίζει το "The Terminal", μια αρκετά τολμηρή πάντως ταινία για τα μέτρα του, με την έννοια ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της περιπέτειας και του μεγάλου θεάματος που τον χαρακτηρίζει. Αντίθετα, το φιλμ είναι γυρισμένο ολόκληρο σε ένα αεροδρόμιο.
Ένας επισκέπτης από μια φανταστική ανατολική χώρα με ρωσική γλώσσα παγιδεύεται στην παρθενική του επίσκεψη στις ΗΠΑ στο αχανές αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης για γραφειοκρατικούς λόγους. Στη χώρα του έχει ξεσπάσει αιματηρό πραξικόπημα οπότε δεν μπορεί να επιστρέψει, ενώ τα χαρτιά του δεν ισχύουν πλέον για τις ΗΠΑ. Έτσι αναγκάζεται να ζήσει για καιρό στο αεροδρόμιο, σε μια "ουδέτερη ζώνη", όπου γνωρίζει τους πάντες, βοηθά, συνδέεται συναισθηματικά κλπ. κλπ.
Πρόκειται για ένα είδος ασυνήθιστης ρομαντικής κομεντί, με τις γλυκές και αστείες στιγμές να εναλλάσσονται με κάποιο σασπένς για την τύχη του ήρωα και ένα ίχνος κλειστοφοβικότητας από την ακούσια παγίδευσή του σε έναν και μόνο χώρο, όπου αναγκάζεται να οργανώσει από την αρχή τη ζωή του, περιμένοντας πάντοτε. Παράλληλα τα μηνύματα περί ανθρωπιάς, καλοσύνης, συγκινητικού σκοπού (γιατί ο Βίκτορ θέλει τόσο πολύ να πάει στην Αμερική;) και απόλυτης εμμονής σ' αυτόν, όσες αντιξοότητες και αν συμβούν, υπάρχουν κατά κόρον. Αλίμονο άλλωστε: Σε φιλμ του Σπίλμπεργκ βρισκόμαστε. Ο οποίος βεβαίως παραμένει μεγάλος παραμυθάς και δεινός αφηγητής και ικανός πάντοτε να δώσει σε οποιοδήποτε δημιούργημά του μια γλυκιά γεύση. Ευτυχώς το χάπι εντ δεν συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στο συγκεκριμένο φιλμ...
Φυσικά και περιέχει αρκετές αναληθοφάνειες (η οργάνωση της ζωής του Βίκτορ στο αεροδρόμιο, ο αλτρουισμός - σε βαθμό αυτοθυσίας - σχεδόν των πάντων και η συσπείρωσή τους απέναντι στον "κακό" προϊστάμενο, η εν γένει περιρρέουσα καλοσύνη με όλους σχεδόν τους χαρακτήρες συμπαθείς ή κατά βάθος συμπαθείς κλπ.). Αλλά, το ξαναείπαμε: Είμαστε στον κόσμο του Σπίλμπεργκ, και μάλιστα σε μια από τις μη περιπετειώδεις εκδοχές του. Δεν θα ήταν δυνατόν να λείπουν όλα αυτά. Οπότε, αν θέλετε, ξεχάστε τις όποιες απιθανότητες και αφεθείτε. Τότε μάλλον θα το απολαύσετε ως κάτι γλυκό, ίσως, συγκινητικό και μάλλον μη πιστευτό.

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2015

Η "ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ" ΚΑΙ Ο "ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ" ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ

Ναι, ο Steven Spielberg παραμένει ένας "κλασικός" χολιγουντιανός σκηνοθέτης, διατηρώντας τη μακρά παράδοση του "τακτοποιημένου" και "για όλους" αμερικάνικου σινεμά. "Η Γέφυρα των Κατασκόπων" του 2015 το αποδεικνύει περίτρανα. Λίγα για την υπόθεση και μετά συζητάμε τα υπέρ και τα κατά των παραπάνω ισχυρισμών μου.
Η ιστορία βασίζεται (χαλαρά) σε αληθινά γεγονότα: Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και της υστερικής κομουνιστοφοβίας στις ΗΠΑ, στα 1957, συλλαμβάνεται σοβιετικός κατάσκοπος στη χώρα. Ένας πετυχημένος δικηγόρος επιστρατεύεται από την πολιτεία να τον υπερασπιστεί στη δίκη. Βλέπετε, η Αμερική πρέπει να δείξει άψογο πρόσωπο και να τηρήσει απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Άμπελ, ο κατάσκοπος, γίνεται το πιο μισητό πρόσωπο στη χώρα και ο συνήγορός του, ο οποίος επιμένει να τηρήσει άψογα το νόμο, το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο μετά απ' αυτόν. Η δίκη τελείώνει - πρόκειται για χαμένη υπόθεση - αλλά ο δικηγόρος καταφέρνει να γλυτώσει τον ακούσιο πελάτη του από τη θανατική ποινή και να τον κάνει να "τη γλυτώσει" με ισόβια.Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση αναγκάζεται να ανταλλάξει τον σοβιετικό με έναν αμερικάο πιλότο κατασκοπευτικού αεροπλάνου που έχει συλληφθεί στη Ρωσία. Ο δικηγόρος στέλνεται στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαπραγματευτεί και το πραγματικό θρίλερ αρχίζει.
Δικαστικό δράμα αρχικά, η ταινία μετατρέπεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων (προσοχή: μην περιμένετε πολλή δράση και περιπέτεια, είναι η αγχωτική ατμόσφαιρα και οι ψυχολογίες των χαρακτήρων όπου πέφτει το βάρος). Ας το πούμε λοιπόν από την αρχή: Ούτε κάτι πρωτότυπο ή πειραματικό υπάρχει ούτε καμιά συγκλονιστική ιδεολογική ή άλλη ανατροπή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Spielberg κάνει μια ακόμα "αγιογραφία", κάνοντας πραγματικό ήρωα τον πρωταγωνιστή του Τομ Χανκς, ο οποίος με την ευφυία, την αυτοθυσία (είπαμε ότι γίνεται μισητός στη χώρα του και καταστρέφει κάθε αρμονία στους κόλπους της οικογένειάς του), αλλά κυρίως με την προσήλωση στο νόμο και τη δικαιοσύνη (το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει υπεράσπιση ακόμα και ο εχθρός), γίνεται ο υπέρτατος ήρωας, ο τέλειος χαρακτήρας. Προφανώς τα πράγματα δεν έγιναν έτσι στην πραγματικότητα και τέτοιοι ακέραιοι και συγχρόνως ικανότατοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένος είναι ο διαχωρισμός της καλής δυτικής δημοκρατίας και του κακού κομουνισμού. Αυτά καλό είναι να τα γνωρίζετε από την αρχή για να μην εκνευριστείτε. Όμως, διάβολε, είναι τέτοια η αφηγηματική δεινότητα, τέτοια η άψογη (με τον κλασικό, "πεπατημένο" αν θέλετε τρόπο του χολιγουντιανού αφηγηματικού σινεμα) δημιουργία ατμόσφαιρας, τέτοιες οι συγκρούσεις - συχνά συναισθηματικές - που δημιουργούνται, ώστε τελικά απόλαυσα κάθε λεπτό του φιλμ. Πρόκειται νομίζω για τη δύναμη του "κλασικού μοντέλου".
Από αυτή την άποψη το συνιστώ. Παρά τις όποιες πιθανές ιδεολογικές διαφωνίες.
ΥΓ: Εντάξει, μια κάποια κριτική και στο αμερικάνικο μοντέλο γίνεται, καθώς πολλοί υψηλά ιστάμενοι είναι πρόθυμοι να "σταυρώσουν" δίχως αναστολές και καταπατώντας τις διαδικασίες τον μισητό κομουνιστή. Σιγά μην υπάρχει και γι' αυτούς ισότητα... 

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2015

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΕΞΩΓΗΙΝΟΥ"

Προσθήκη λεζάντας
Ήταν στα 1982 όταν ο Steven Spielberg, στην σχετικά αρχή ακόμα της απίστευτης εμπορικά πορείας του, γυρίζει τον περίφημο "Ε.Τ." (Ε.Τ. - Ο Εξωγήινος) και σπάει για μια ακόμα φορά τα ταμεία. Πέραν των ταμείων όμως, η ταινία παραμένει μια από τις γνωστότερες στην ιστορία του κινηματογράφου και, όπως όλα δείχνουν, συγκινεί ακόμα.
Ας επαναλάβω την πασίγνωστη ιστορία: Ένας μικρός εξωγήινος χάνεται στη γη, καθώς το σκάφος του αναγκάζεται να εγκαταλείψει επειγόντως τον πλανήτη μας για να μην εντοπιστεί. Ολομόναχος και χαμένος σε έναν άγνωστο κόσμο, θα καταφέρει τελικά να έρθει σε επαφή με ένα μικρό αγόρι, το οποίο και θα τον "υιοθετήσει". Το μυστικό θα μάθουν σιγά - σιγά και τα δύο αδέλφια του αγοριού και όλοι τους θα κάνουν τα πάντα για να βοηθήσουν τον ακούσιο επισκέπτη. Αναπόφευκτα όμως κάτι τόσο σημαντικό δεν μπορεί να παραμείνει για καιρό αποκλειστικά στους κόλπους της οικογένειας, καθώς οι επιστήμονες καραδοκούν...
Η γοητεία του φιλμ βασίζεται. νομίζω, στα απόλυτα αρχετυπικά στοιχεία που την απαρτίζουν: Ένα ον μόνο και χαμένο σε έναν άγνωστο, πιθανόν εχθρικό κόσμο. Η υποτιθέμενη "παιδική αθωότητα" που εδώ υπερτονίζεται - και μάλιστα σε σχέση με τους "κακούς" (αν και τελικά όχι τόσο) μεγάλους (ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο ΕΤ είναι παιδί). Η παραμυθένια ατμόσφαιρα, που ευνοεί το θαύμα (ο Ε.Τ. διαθέτει ιδιαίτερες δυνάμεις, που όντως πλησιάζουν το θαύμα). Η συγκίνηση, όταν όλα δείχνουν ότι, απομονωμένος από το φυσικό του περιβάλλον, ο εξωγήινος θα πεθάνει. Και, φυσικά, το μόνιμο δίδαγμα του κατά τα άλλα "γλυκού" και "οικογενειακού" Spielberg : Η ανοχή στο διαφορετικό, όσο ξένο κι αν μας φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Και βέβαια, η απίστευτη ικανότητα του δημιουργού της να συνθέτει με αλάνθαστο τρόπο, και στις σωστές δόσεις, όλα τα παραπάνω. Γι' αυτό άλλωστε ο Spielberg παραμένει μάλλον ο εμπορικότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών (δεν ξέρω αν τον πέρασε τελευταία ο Κάμερον).
Είναι γεγονός ότι πρέπει να δεις την ταινία σε τρυφερή ηλικία για να σε αγγίξει πραγματικά. Ξαναβλέποντάς την πρόσφατα, μετά από πολλά χρόνια, η συγκίνηση που ένοιωσα ήταν αναπόφευκτα μειωμένη, ενώ, ιδιαίτερα  προς το τέλος, διέκρινα και κάμποσα μελό στοιχεία. Τι τα θέλετε όμως; Το φιλμ παραμένει κλασικό στο είδος του - έστω και αν θέλετε να το εκλάβετε ως κλασικό παιδικό φιλμ. Ο άσχημος επισκέπτης, που κάτω από το αλλόκοτο παρουσιαστικό του κρύβει τόση καλοσύνη και παιδικότητα, θα παραμείνει για πάντα μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες που δημιούργησε ποτέ η τέχνη, το μακρύ του δάχτυλο θα ανάβει παντοτινά στην άκρη και τα παιδικά ποδήλατα θα πετούν για πάντα κόντρα στο ολόγιομο φεγγάρι, ικανοποιώντας τις πιο μύχιες παιδικές μας επιθυμίες, που, όπως όλα δείχνουν, παραμένουν καλά καμουφλαρισμένες στα βάθη των ενήλικων καρδιών μας.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

"HOOK" ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

Το 1991 ο Steven Spielberg, ήδη ο πιο πετυχημένος σκηνοθέτης από καταβολής Χόλιγουντ, αποφασίζει να καταπιαστεί με τον Πίτερ Παν από το διάσημο βιβλίο του Τζέιμς Μπάρι (του ταιριάζει το θέμα άλλωστε), γυρίζοντας όμως μια δική του εκδοχή, ένα είδος σίκουελ του κλασικού βιβλίου. Ο "Hook" είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Ο Πίτερ Παν έχει μεγαλώσει, έχει γίνει οικογενειάρχης με γυναίκα και δύο παιδιά και ζει προσγειωμένος στο σήμερα με κανονική δουλειά, εξ αιτίας της οποίας μάλιστα παραμελεί την οικογένεια. Και, το σπουδαιότερο, έχει ξεχάσει ποιος είναι και πιστεύει ότι είναι ένας κανονικός άνθρωπος σε ένα κανονικό κόσμο. Και, βέβαια, έχει ξεχάσει πως κάποτε μπορούσε να πετά. Ώσπου η απαγωγή των παιδιών του θα τον κάνει να θυμηθεί βίαια και θα τον ξαναφέρει στον παραμυθένιο κόσμο που ζούσε ως παιδί-που-δεν-μεγαλώνει, την μυθική Ονειροχώρα, όπου βέβαια θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον προαιώνιο εχθρό του Κάπτεν Χουκ και του πειρατές του. Η ταινία ανήκει φυσικά στις καθαρόαιμες σπιλμπεργκικές περιπέτειες, όπου ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται κυρίως για την καθαρή διασκέδαση του κοινού. Ωστόσο διάφορα νοήματα περνούν σ' αυτή. Κυρίαρχο θέμα βέβαια είναι αυτό της σχέσης παιδικότητας - ενηλικίωσης, περιπετειώδους - ήσυχης ζωής (βολέματος αν προτιμάτε), παιχνιδιού και ξενοιασιάς - υποχρεώσεων κλπ. Πάνω σε τέτοια δίπολα χτίζεται όλη η ιστορία. Ο ήρωας καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, την ανεμελιά και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ενηλικίωση και κυρίως η δημιουργία οικογένειας. Το "Hook" είναι από τις καθαρά περιπετειώδεις ταινίες του Σπίλμπεργκ που μάλλον μ' αρέσουν λιγότερο - παρά το ότι, όπως έχω ξαναγράψει, αυτή η πλευρά του είναι που με κάνει να τον εκτιμώ σαν άψογο διασκεδαστή και όχι οι "σοβαρές", δραματικές του προσπάθειες. Τη βρίσκω κάπως "βαρειά", κάπως περισσότερο φορτωμένη απ' όσο θα ήθελα. Το όλο σκηνικό είναι υπερβολικά μπαρόκ για τα γούστα μου. Όσο για τη δράση, αρχίζει μάλλον αργά για μια ταινία τέτοιου είδους. Φυσικά είναι απόλυτα θεαματική και φυσικά υπάρχουν πολλές εντυπωσιακές σκηνές - αλλοίμονο, για Σπίλμπεργκ μιλάμε. Αλλά είναι κι όλη αυτή η εμμονή του σκηνοθέτη με τις "αιώνιες οικογενειακές αξίες" (με μάλλον αφελή τρόπο) που προσωπικά με ξενερώνει κάπως. Όπως βέβαια εύκολη βρίσκω και την τελική προφανή διαπίστωση ότι "πρέπει να βρεθεί μια χρυσή τομή, μια ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους"... Στα συν όμως θα βάλω την ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Χουκ και τον Πίτερ Παν - τουλάχιστον από την πλευρά του πειρατή: Ναι μεν είναι ο θανάσιμος εχθρός του, ναι μεν ποθεί όσο τίποτα άλλο να τον εκδικηθεί, να τον εξοντώσει, ωστόσο, συγχρόνως, όλο αυτό είναι που δίνει σκοπό στη ζωή του, που την κάνει ενιαφέρουσα. Κοινώς δεν μπορεί να ζήσει δίχως τον εχθρό, δίχως έναν ξεκάθαρο στόχο. Ο Χουκ υποφέρει περισσότερο από το ότι ο Πίτερ εγκατέλειψε την Ονειροχώρα και τον άφησε δίχως αξιόλογο αντίπαλο, παρά επειδή δεν έχει καταφέρει να τον σκοτώσει και να πάρει έτσι την εκδίκησή του. Δεν σας θυμίζει όλο αυτό το "τι θα κάνουμε τώρα χωρίς βαρβάρους"; Τέλος πάντων, παρά τις αντιρρήσεις και την "οικογενειϊλα" που αποπνέει το φιλμ, δεν παύει να είναι μια χορταστική και θεαματική περιπέτεια, που, αν τη δουν ως τέτοια και μόνο, πολλοί μπορεί ακόμα και να ενθουσιαστούν. Άλλωστε, πάνω απ' όλα, είναι καθαρός Σπίλμπεργκ , με τα συν και τα πλην του.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

"ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ" ΚΑΙ Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΑ

Ο Steven Spielberg έχει δύο όψεις: Η μία είναι η απόλυτα διασκεδαστική, η περιπετειώδης, αυτή που θυμίζει παραμύθι. Δεν είναι τυχαίο το ότι συχνά αποκαλείται "ο μεγαλύτερος σύγχρονος παραμυθάς". Όταν λοιπόν μιλάμε για τέτοιο φιλμ, του βγάζω το καπέλο (συνήθως). Η άλλη είναι οι "σοβαρές" του ταινίες. Τα δράματα, τα πολεμικά κλπ. Εδώ κρατώ πάντοτε μικρότερο καλάθι. Βρίσκω συνήθως τις ταινίες αυτές μελό, απλοϊκές, εντυπωσιακές εξωτερικά, αλλά άνευ ιδιαίτερης ουσίας ή έναν συνδυασμό απ' όλα αυτά. Φοβάμαι ότι "Το Άλογο του Πολέμου" του 2011 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Το φιλμ έχει σαν ήρωα ένα άλογο, την ιστορία του οποίου παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια αρκετών ετών. Στενότατα δεμένο με τον νεαρό αγρότη στον οποίο από μικρό ανήκει, που έχει καταφέρει να το δαμάσει, να το κάνει χρήσιμο για την οικογένειά του και, φυσικά, το αγαπά υπερβολικά, αναγκάζεται να τον αποχωριστεί βίαια όταν "επιστρατεύεται" στον Α' παγκόσμιο πόλεμο ως "πολεμικό άλογο". Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τις περιπέτειές του στο μέτωπο, το πέρασμά του από διάφορους, διαφόρων εθνικοτήτων, αφέντες, που όλοι το αγαπούν επίσης, μέχρι το συγκινητικό (προφανώς) τέλος. Φυσικά βρισκόμαστε πολύ μακριά (είναι όλα πολύ πιο ήπια δηλαδή) από την αξέχαστη αγριότητα των πρώτων σκηνών του "Στρατιώτη Ράιαν". Θα ήταν δύσκολο να παραβλέψεις τις εξώφθαλμες αρετές της ταινίας. Άψογοι αφηγηματικοί ρυθμοί (για Σπίλμπεργκ μιλάμε, αλοίμονο τώρα...), φοβερή φωτογραφία, εντυπωσιακές σκηνές (ο καλπασμός του αλόγου στα χαρακώματα είναι ίσως σκηνή ανθολογίας), ισορροπία ανάμεσα στη δράση και τη συγκίνηση κλπ. Στα θετικά και το ότι ο εχθρός, οι Γερμανοί δηλαδή, δείχνονται όχι ως μονοδιάστατα κακοί, αλλά από την ανθρώπινη πλευρά τους, μέσα απο τα μάτια του απλού φαντάρου δηλαδή, που, προφανώς, όποια καταγωγή κι αν έχει, υποφέρει το ίδιο όταν ζει την ανθρώπινη παράνοια και φρίκη που λέγεται πόλεμος. Έτσι το αντιπολεμικό μήνυμα περνά αβίαστα. Γιατί λοιπόν γκρινιάζω; Ε, να, είναι αυτό το μόνιμο μελό που έχουν οι "σοβαρές" σπιλμπεργκικές ταινίες, αυτή η εμμονή με την οικογένεια, που είναι πάνω απ' όλα, αυτή η καλλιγραφία στην εικόνα. Η καλλιγραφική γραφή αιχμαλωτίζει το μάτι και σε κάνει να μην ενδιαφέρεσαι για το τι ακριβώς γράφει το κείμενο, αλλά για τον γραφικό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο και στο σινεμά. Την τελική σκηνή μάλιστα θα την χαρακτήριζα μελό, ακόμα και κιτς, μέσα στην "ομορφιά" της. Ο Spielberg παραμένει ίσως ο δεινότερος αφηγητής του σύγχρονου σινεμά. Παραμένει επίσης προσκολλημένος στο παλιό, κλασικό Χόλιγουντ άλλων εποχών, αυτό το συναρπαστικό μεν, ψεύτικο όμως μέσα στις σεναριακές απιθανότητες και την απλοϊκότητα των καταστάσεων Χόλιγουντ. Αναβιώνει την κλασική αυτή σχολή κινηματογράφου απόλυτα πετυχημένα. Όταν το κάνει, όπως είπαμε, σε ταινίες του φανταστικού, σε παραμύθια ουσιαστικά, ο "συντηρητισμός" αυτός, για μένα τουλάχιστον, είναι ευπρόσδεκτος. Όταν όμως το εφαρμόζει σε δραματικές, ρεαλιστικές ιστορίες, μου φαίνεται εκτός χρόνου. Μη νομίζετε όμως ότι τις απορρίπτω συλλήβδην. Μπορώ πολύ εύκολα να αποδεχτώ, να απολαύσω μάλιστα, τέτοιες συμβάσεις, όταν αυτές γίνονται στη δεκαετία του 50 και πιο πριν. Ήταν όλη η εποχή έτσι και ο κινηματογράφος ήταν τότε μια πολύ νεότερη τέχνη, που ακόμα δεν είχε τολμήσει όσα τόλμησε έκτοτε. Σήμερα όμως, παρά την εκτυφλωτική ομορφιά του "περιτυλίγματός" τους, ή ίσως εξ αιτίας αυτής, τέτοιες απόπειρες μου φαίνονται απλοϊκές και εκτός εποχής. Ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο αργκό λέξη, αρκετά ξενέρωτες. Περιμένω ανυπόμονα το επόμενο καθαρόαιμο παραμύθι του Σπίλμπεργκ, όπως το απολαυστικότατο "Τεν Τεν" ας πούμε.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011

Ο ΤΕΝ ΤΕΝ ΩΣ ΙΝΤΙΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ

Ομολογώ ότι όταν είδα το τρέιλερ του κατά Steven Spielberg Τεν Τεν δεν ενθουσιάστηκα. Όταν όμως είδα το φιλμ "Οι Περιπέτειες του Τεν Τεν" (2011), άλλαξα γνώμη. Επιγραμματικά θα πω ότι σπάνια έχω διασκεδάσει τόσο πολύ σε σινεμά τα κάμποσα τελευταία χρόνια. Φυσικά, για να προλάβω αντιρρήσεις που σίγουρα θα υπάρχουν από κάποιους, ούτε βαθιά νοήματα ή "μηνύματα" εισπράτει κανείς από μια τέτοια ταινία ούτε μπορεί να θαυμάσει το πολυδιάστατο των χαρακτήρων, οι οποίοι είναι όντως "χάρτινοι", κοινώς μονοδιάστατοι. Ο Τεν Τεν στοχεύει στην καθαρή διασκέδαση, στην απόλαυση της περιπέτειας, στο διαρκές κράτημα του θεατή "στην άκρη του καθίσματος". Και σ' αυτά, κατά την προσωπική μου γνώμη τουλάχιστον, παίρνει άριστα. Ο αιώνια έφηβος δημοσιογράφος είναι βέβαια το διάσημο κόμικς δημιούργημα του Herge, η πρώτη περιπέτεια του οποίου κυκλοφόρησε στο χαρτί το 1929 δημιουργώντας έτσι τη περίφημη γαλλοβελγική σχολή της "καθαρής γραμμής" στα κόμικς, που εξακολουθεί να παράγει εξαίρετες δουλειές μέχρι σήμερα (ο ίδιος ο Herge φαίνεται στην πρώτη σκηνή να σχεδιάζει το διάσημο δημιούργημά του σε ένα έξυπνο "κλείσιμο ματιού" στους θεατές) . Ο ήρωάς μας αγοράζει εδώ μια ρέπλικα ενός παλιού ιστιοφόρου, την οποία επιθυμούν με οποιοδήποτε τίμημα και κάμποσοι άλλοι, μπλέκοντας έτσι σε μια πολύπλοκη ιστορία με θησαυρούς, πειρατές και παλιές οικογενειακές βεντέτες. Με αυτή την αφορμή λοιπόν ο Spielberg θυμάται (μετά από αρκετά χρόνια πρέπει να πω) τον παλιό, καλό του εαυτό, αυτόν του "μεγαλύτερου διασκεδαστή του κόσμου", και επιστρέφει θριαμβευτικά στις μέρες των πρώτων Ιντιάνα Τζόουνς. Δεν είναι τυχαίος ο παραλληλισμός. Ο Τεν Τεν είναι διαπραγματευμένος όπως ο περίφημος αρχαιολόγος-που -τα-κάνει-όλα, ο εξωτισμός και οι παλιές δεκαετίες (30-40) είναι ίδιες, η αναζήτηση κάποιου πολύτιμου αντικειμένου μοιάζει επίσης, απλώς εδώ έχουμε να κάνουμε με την ιδιότυπη αυτή τεχνική animation που θέλει κανονικούς ηθοποιόύς να "μεταμφιέζονται" μέσω πολύπλοκων ψηφιακών τεχνικών σε κινούμενα σχέδια. Οι σύγχρονες τεχνολογίες λοιπόν κάνουν αληθινά θαύματα, καθώς οι λεπτομέρειες είναι απίστευτες (διακρίνεται κυριολεκτικά η κάθε τρίχα, η κάθε πτυχή υφάσματος). Αλλά αυτά είναι τεχνικά. Είναι βέβαια η ασταμάτητη δράση, σε συνδυασμό με το μυστήριο, τις αποκαλύψεις, το πανταχού παρόν χιούμορ, το άψογο σασπένς, τις εντυπωσιακές εικόνες (υπερθέαμα θα λέγαμε καλύτερα), που κάνουν το φιλμ τον ορισμό αυτό που εγώ θα αποκαλούσα "χορταστικό". Και νομίζω ότι οι μεγάλοι θα διασκεδάσουν το ίδιο (αν όχι περισσότερο, αφού πιθανόν να υπάρχει και το καρύκευμα της νοσταλγίας από νεανικά αναγνώσματα) με τα παιδιά τους. Να που χρειάστηκε λοιπόν ένα animation και ένας έτοιμος (και διάσημος ήδη στην Ευρώπη τουλάχιστον) χαρακτήρας για να κάνει ο Spielberg την κατ΄εμέ καλύτερη ταινία του των αρκετών τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο αλκοολικός καπετάνιος Χάντοκ, που συχνά κλέβει την παράσταση, αλλά και οι ηλίθιοι ντετέκτιβ Ντιπόν και Ντιπόν.

Ετικέτες , ,

Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

ΟΤΑΝ Ο ΙΝΤΙΑΝΑ ΞΕΘΥΜΑΙΝΕΙ


Ας πούμε από την αρχή ότι ακόμα και αριστούργημα να ήταν, ο νέος "Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull" (2008), του Steven Spielberg φυσικά, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει το ίδιο όπως η πρώτη τριλογία. Όπως και να το κάνουμε ή εμείς έχουμε μεγαλώσει (κοντά 20 χρόνια έχουν περάσει από το τελευταίο φιλμ της σειράς) ή/και δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης, αφού μιλάμε για την 4η συνέχεια. Εκτός αν είναι κανείς γύρω στα 15, άντε 20, ΚΑΙ δεν έχει τύχει να δει τα πρώτα τρία. Όταν συμβαίνει αυτός ο σπάνιος συνδυασμός, ίσως κάποιος να εκστασιαστεί. Αλλιώς, φοβάμαι ότι το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι.
Αυτά όμως ήταν λίγο - πολύ γνωστά από την αρχή. Το θέμα είναι ότι, όσο κι αν προσπάθησα να τα ξεχάσω, βρήκα το φιλμ κατώτερο από τα αρχικά. Μπορώ να βρω συγκεκριμένους λόγους γι' αυτό: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία του λείπει ο αλάνθαστος ρυθμός των πρώτων. Ειδικά προς το τέλος, με την τελική κάθοδο στο άντρο των... ας μην πούμε ποιών, μάλλον βαρέθηκα και σκεφτόμουν: "Άντε πια, τι άλλο θα γίνει; Ας τελειώνουμε". Έπειτα, σίγουρα αυτός εδώ ο Ιντιάνα διαθέτει λιγότερο χιούμορ από τους άλλους, πράγμα παράξενο, αφού στο στοιχείο αυτό στηριζόταν μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Ευπρόσδεκτη η (αυτο)σάτιρα για την ηλικία του αρχαιολόγου (και του Χάρισον φυσικά), αλλά κι αυτή ήταν μάλλον λίγη. Έπειτα, στην εποχή των ανά τον κόσμο Λιακόπουλων, πολλοί είναι αυτοί που θα γελάσουν κοροϊδευτικά και μόνο με το όλο κόνσεπτ, πράγμα που δεν συνέβαινε στη δεκαετία του 80, όταν όλα αυτά ήταν φυσικά εξ ίσου γραφικά, όχι όμως επικίνδυνα, οπότε το όλο εγχείρημα ήταν πολύ περισσότερο ευπρόσδεκτο και αθώο. Και, κερασάκι στην τούρτα, ήρθε κι όλος αυτός ο αντικομμουνισμός και η αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με τους πάνκακους Ρώσους κι έδεσε το πράγμα. Αυτό πάλι τι το ήθελαν; Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα εκτιμούσα τα "επιτεύγματα" του χασάπη Στάλιν, αλλά από εκεί μέχρις του ότι ΟΛΟΙ οι κομμουνιστές είναι κακοί εξ ορισμού, ενώ ανάμεσα στους αμερικάνους υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί, τίμιοι, πατριώτες (μπλιαχ) και άλλα τέτοια επιεικώς ηλίθια, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Νομίζετε ότι σας αποτρέπω να πάτε; Όχι. Συνολικά πέρασα μάλλον καλά, ευχαριστήθηκα πολλά καλά σημεία καταιγιστικής δράσης και θεάματος (παρά τα ενίοτε εμφανώς ψηφιακά εφφέ), στο πρώτο μέρος το "αστυνομικό" ξετύλιγμα του γρίφου με κράτησε, ήταν και η φοβερή Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο κακής κομμουνίστριας... Αλλά να, το να λες "πέρασα ΜΑΛΛΟΝ καλά" για έναν Ιντιάνα Τζόουνς, λες και μιλάς για Χάρι Πόττερ, ε, είναι αυτό καθαρή παρακμή.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006

ΜΟΝΑΧΟ(Σ)


Το Μόναχο του Steven Spielberg κατ' αρχήν με κούρασε με την αδικαιολόγητα, κατά τη γνώμη μου, μακρά διάρκειά του. Ενδιαφέρον είχε η "ξεθωριασμένη" φωτογραφία, που θύμιζε όντως φιλμ των αρχών των 70ς, πλην όμως κι αυτή, επί τρεις ώρες, συνέβαλλε κάπως στην κούραση που σας έλεγα. Παρ' όλα αυτά και καλές στιγμές διέθετε και έναν ερεθιστικό προβληματισμό μου άφησε συνολικά.
Ένα τέτοιο φιλμ όμως, είναι, φοβάμαι, "καταδικασμένο" από την αρχή να συζητιέται όχι τόσο για τις όποιες κινηματογραφικές αρετές του, όσο για την ιδεολογία του. Κι εδώ είναι που δίχασε το κοινό όσο πολύ λίγες φετινές ταινίες. Προσωπικά λοιπόν δεν το βρήκα τόσο φιλοϊσραηλινό όσο φοβόμουν και όσο άκουσα πολλούς να φωνάζουν σκίζοντας τα ιμάτιά τους. Σίγουρα οι ήρωες ήταν ισραηλινοί, από τη δική τους σκοπιά δειχνόταν το όλο θέμα, αλλά και η παλαιστινιακή άποψη εκφραζόταν καθαρά (θυμηθείτε τον παθιασμένο - αλλά όχι εθνικιστικό - λόγο του παλαιστίνιου τρομοκράτη στην Αθήνα για το τι σημαίνει τελικά να μην έχεις πατρίδα κι ότι μπροστά σ' αυτό όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα), σκεφτείτε και τον φανατικό εβραίο της ομάδας που θέλει να καθαρίσει κάθε μη εβραϊκό ον που κουνιέται, ο οποίος μόνο αρνητικά μπορεί να ειδωθεί. Εβραίοι ήρωες λοιπόν, αλλά σχετικά ισορροπημένη ματιά.
Αυτό που μου άρεσε πολύ όμως - και είναι γενικότερο από την αραβοϊσραηλινή διαμάχη - είναι το τελευταίο τέταρτο της ταινίας, όπου η αποστολή έχει τελειώσει και ο ήρωας μπορεί να επιστρέφει σπίτι και... τότε αρχίζουν τα αληθινά προβλήματα γι' αυτόν. Δεν θυμάμαι ποτέ στο σινεμά να έχει δειχτεί με τόσο ρεαλιστικό τρόπο ένα προφανές γεγονός: Αν ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως εθνικότητας και στρατοπέδου) αποφασίσει (από μαλακία κατά την προσωπική μου γνώμη) να γίνει πράκτορας και βρίσκεται επί 2 χρόνια στην τσίτα, σκοτώνοντας συνεχώς, φοβούμενος και τη σκιά του, μετακινούμενος ασταμάτητα από τόπο σε τόπο και αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητες, ε, τότε, ακόμα κι αν όλα τελειώσουν, ποτέ πια δεν θα είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Θα έχει σαλτάρει για τα καλά και αυτό που θα έχει χαραχτεί ανεξίτηλα από την προηγούμενη ζωή του θα είναι, ακριβώς, το να φοβάται και τη σκιά του. Από εκεί και πέρα, αντίο ευτυχία. Θα υποψιαζεται με παρανοϊκό τρόπο τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και στο σεξ θα βλέπει εχθρούς... Δεν έχει να κάνει με τύψεις - καμία σχέση. Έχει να κάνει με κοινη παράνοια. Αν το καλοεξετάσουμε, χαρακτήρες όπως, ας πούμε, ο Τζέιμς Μποντ ή διάφοροι παρόμοιοι σούπερ, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπάρχουν in real life. Όχι μόνο επειδή κανείς δεν μπορεί να έχει τις φοβερές ικανότητές τους, αλλά διότι, ζώντας τόσο καιρό με τεντωμένα νεύρα θα είχαν καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια σε κάποιο ψυχιατρείο. Αυτό για μένα ήταν το καλύτερο σημείο του φιλμ κι αυτό που κατάφερνε να εκφράσει μια γενική αηδία για όλη αυτή τη βία - και την κρατική τρομοκρατία ιδιαίτερα, αφού αυτού του είδους η βία πρωταγωνιστούσε.
Πιστεύω πάντως ότι ποτέ πια δεν θα ξαναδούμε έναν καθαρά διασκεδαστικό Σπίλμπεργκ, στο στυλ των Ιντιάνα Τζόουνς, του ΕΤ ή των Στενών Επαφών...
Και μια τελευταία απορία - που αφορά μία από τις αρκετές σεναριακές αφέλειες της ταινίας. Ποιοί ήταν επιτέλους, ρε παιδιά, αυτοί οι φοβεροί γάλλοι αναρχικοί, με το απίστευτο πατριαρχικό σύστημα, που τα ήξεραν όλα, απαντούσαν σε κάθε ερώτηση και βρίσκονταν χωμένοι παντού;

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker