Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

BOOGIE NIGHTS: ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΠΟΡΝΟ


Το "Boogie Nights" είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Paul Thomas Anderson, που γυρίστηκε το 1997 και έκανε αμέσως μεγάλη εντύπωση, τόσο επειδή είναι μια καλή ταινία όσο και για το ασυνήθιστο και τολμηρό θέμα της: Ασχολείται με τη βιομηχανία πορνό, την οποία εξετάζει σε μια κρίσιμη καμπή της: Στα τέλη των 70ς, όταν γνώριζε τη μεγαλύτερη ακμή της και στις αρχές των 80ς, όταν αρχίζει η κρίση της (τουλάχιστον με τη μορφή που είχε μέχρι τότε) ή, αν προτιμάτε, η ριζική αλλαγή της λόγω της ξαφνικής και ραγδαίας εξάπλωσης του βίντεο. Ουσιαστικά μέχρι σήμερα διανύουμε την ίδια εποχή, απλώς το βίντεο αντικαταστάθηκε από το dvd και, όλο και περισσότερο, από το διαδίκτυο.
Ο ήρωας είναι ένας νεαρός, σερβιτόρος αρχικά, που λόγω των πολύ "ειδικών προσόντων" του γίνεται διάσημος πορνοστάρ. Μαζί μ' αυτόν μπαίνουμε κι εμείς στα άδυτα της βιομηχανίας αυτής και τη γνωρίζουμε από τα μέσα. Όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωες σχετίζονται μ' αυτήν: Παραγωγοί, σκηνοθέτες, άλλοι πορνοστάρ, άντρες και γυναίκες, κινηματογραφικά συνεργεία κλπ. Μέσα από την ιστορία του πρωταγωνιστή, της κάθετης ανόδου και της εξ ίσου απότομης πτώσης του δηλαδή, παρακολουθούμε, όπως είπαμε στην αρχή, την άνοδο και την πτώση της ίδιας της βιομηχανίας. Ίσως εμείς οι απ' έξω να μην το συνειδητοποιούμε, αφού απλά βλέπουμε ή τέλος πάντων μαθαίνουμε για την ύπαρξη του πορνό, η έλευση του βίντεο όμως, η κατάργηση του φιλμ, το ουσιαστικό τέλος των πορνοκινηματογράφων (αφού ο καθένας μπορεί πια να απολαμβάνει τις ταινίες στο σπίτι του), η δραματική μείωση του κόστους παραγωγής, επέφεραν τεράστιες αλλαγές στη βιομηχανία.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ένας μεσήλικας σκηνοθέτης (θεαματική επιστροφή του ξεχασμένου Μπαρτ Ρέϊνολντς), μια απόλυτα πατρική φιγούρα, δίκαιος με όλους, φιλόξενος, που αγαπά σαν παιδιά τόσο τα φιλμ όσο και του ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συνεργάτες του. Ταυτόχρονα έχει και καλλιτεχνικά όνειρα: Θεωρεί τον εαυτό του κανονικό σκηνοθέτη και θέλει να παντρέψει το πορνό με την τέχνη του σινεμά. Γι΄αυτό και, όταν έρχεται η ώρα, αρνείται κατηγορηματικά να γυρίσει βίντεο, που γι΄αυτόν είναι κάτι χυδαίο και καθόλου καλλιτεχνικό.
Ο Anderson αντιμετωπίζει με συμπάθεια, κατανόηση και τρυφερότητα τους ήρωές του, οι οποίοι είναι κανονικοί άνθρωποι, με τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους, τις διαφορετικές (εκτός πορνό) φιλοδοξίες τους, τα προβλήματά τους. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι καθημερινές, επαγελματικές τους κουβέντες περιστρέφονται με απόλυτη φυσικότητα γύρω από πίπες, παρτούζες και άλλα τέτοια. Στο πρώτο μέρος φαίνεται μια σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα του όλου πράγματος. Στη συνέχεια αποκαλύπτεται και το από μέσα, το άσχημο πρόσωπο της όλης φάσης. Η κρυμένη δυστυχία πολλών από τους χαρούμενους επιφανειακά ήρωες, τα ναρκωτικά που κάνουν θραύση, η ψευδαίσθηση του μεγαλείου, η γρήγορη παρακμή μετά το πρώτο στραβοπάτημα...
Άλλη μεγάλη αρετή της ταινίας είναι η εύστοχη καταγραφή της ποπ κουλτούρας της εποχής. Από τη μουσική και τα αυτοκίνητα μέχρι τα κλαμπ και τα ντυσίματα, από τα ινδάλματα των ηρώων μέχρι την γενικότερη αισθητική. Γι΄αυτό και το φιλμ θεωρήθηκε άμεσο καλτ για πολλούς.
Μην περιμένετε να δείτε και τίποτα φοβερά τολμηρές σκηνές. Ό,τι συμβαίνει στα γυρίσματα υπονοείται περισσότερο παρά δείχνεται. Ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται για την ανθρώπινη κατάσταση και καταγράφει την καθημερινότητα κάποιων πολύ ιδιαίτερων επαγγελματιών. Και σαν τέτοια καταγραφή νομίζω ότι πετυχαίνει απόλυτα το στόχο της.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker