Πέμπτη, Μαρτίου 07, 2024

ΟΙ "ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ" ΚΑΙ Η ΖΕΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 


Τις τελευταίες δεκαετίες ο Wim Wenders βρίσκεται σε μόνιμη παρακμή στις ταινίες μυθοπλασίας που φτιάχνει (τονίζω τη λέξη "μυθοπλασίας", διότι τα τα ντοκιμαντέρ που έχει γυρίσει από την εποχή ήδη του "Buena Vista..." έως σήμερα είναι εξαιρετικά). Και να που αιφνιδίως όλα αλλάζουν το 2023. Οι "Υπέροχες μέρες" του 2023, ταινία μυθοπλασίας, μπορεί ίσως να κουράσει το ευρύτερο κοινό, αλλά προσωπικά τη βρήκα θαυμάσια. 

Το φιλμ είναι γυρισμένο στην Ιαπωνία με αποκλειστικά ιάπωνες ηθοποιούς και σαφώς προτείνει μια ζεν αντιμετώπιση της ζωής. Ένας μεσήλικα δουλεύει καθαρίζοντας δημόσιες τουαλέτες, ζει μόνος χρησιμοποιώντας αποκλειστικά μη ψηφιακή τεχνολογία, ακολουθεί μια καθημερινή ρουτίνα και η μεγαλύτερη ψυχαγωγία του είναι το διάβασμα (αναλογική δραστηριότητα βεβαίως). Οι ελάχιστες - ανεπαίσθητες ίσως - αλλαγές που διαταράσσουν τη ρουτίνα αυτή λειτουργούν ως σημαντικά γεγονότα για τη ζωή του.

Ναι, είναι ένα φιλμ όπου πραγματικά δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Ο άνθρωπος αυτός, που μιλά ελάχιστα και μοιάζει με ερημίτη των πόλεων, είναι απόλυτα ευχαριστημένος από τη ζωή του. Όχι απλώς ευχαριστημένος, αλλά κάποια στιγμή θα αντιληφθούμε ότι ο ίδιος επέλεξε  συνειδητά τον "μινιμαλιστικό" και λιτότατο αυτόν τρόπο ζωής. Τρομερά δύσκολο για την συντριπτική πλειοψηφία ημών, λυτρωτικό όμως αν το καταφέρεις. Η λογική είναι απλή : Αν αγαπήσεις αυτό που κάνεις (ακόμα και τις τουαλέτες) και περιορίσεις τις ανάγκες σου στα μόνο υλικώς και πνευματικώς απαραίτητα, τότε οτιδήποτε αντιλαμβάνεσαι γύρω σου, ακόμα και η πιο ανεπαίσθητη αλλαγή φαίνεται ως κάτι νέο και πρωτόγνωρο. Αν μάλιστα οι αλλαγές αυτές είναι κάπως (στοιχειωδώς) σημαντικότερες (ένας συνάδελφος που παραιτείται, η επίσκεψη σε ένα vintage δισκοπωλείο, η άφιξη μιας έφηβης ανιψιάς που το έχει σκάσει προσωρινά από το σπίτι κλπ.) λειτουργούν στον κόσμο που δημιούργησε ο ήρωας για τον εαυτό του ως μεγάλες, αναπάντεχες περιπέτειες, άλλοτε ενοχλητικές, αφού διαταράσσουν την αγαπημένη του ρουτίνα, άλλοτε ευπρόσδεκτες ως ευκαιρίες απελευθέρωσης συναισθημάτων ή ακόμα και ως πολύ ενδιαφέρουσες. 

Αν προσθέσετε και έναν γλυκύτατο πρωταγωνιστή, που αποδέχεται με αισιοδοξία ό,τι του συμβαίνει και το υπέροχο "κλασικό" ροκ που διαπερνά απ' άκρου σ' άκρου το φιλμ (ο ήρωας ακούει σχεδόν αποκλειστικά ροκ των 60ς και 70ς και μάλιστα από κασέτες) και αποτελεί ένα soundrack με μερικά από τα γνωστότερα και ωραιότερα κομμάτια του είδους (για μια ακόμα φορά η μεγάλη αγάπη του Wenders για το ροκ), έχετε να κάνετε με ένα μινιμαλιστικό ποίημα, που προσωπικά με συνεπήρε, δεν με κούρασε (αυτό κι αν είναι κατόρθωμα για μια τέτοια ταινία) και με συγκίνησε.

ΥΓ: Προσοχή: Βρισκόμαστε κυριολεκτικά στον αντίποδα, στο άλλο άκρο του σύγχρονου τουλάχιστον Χόλιγουντ με τους υπερήρωες και τις υπόλοιπες κάθε λογής βαβούρες. Προειδοποιώ, αφού οποιοσδήποτε εθισμένος σ' αυτό ή θα φύγει στο πρώτο τέταρτο ή θα τον βρουν σε κώμα στο τέλος.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2023

"ANSELM" Ή Ο ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΔΕΟΣ

 


Το έχω ξαναπεί: Τα πολλά τελευταία χρόνια οι μόνες ταινίες του Wim Wenders που βλέπονται είναι τα εντυπωσιακά ντοκιμαντέρ του. Έτσι το 2023 γυρίζει το "Anselm", μια ταινία για έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή σύγχρονους καλλιτέχνες, τον γερμανό Anselm Kiefer, που το 2023 είναι 78 ετών. Η ταινία προβλήθηκε στα σινεμά σε 3D. 

Δεν έχει πολύ νόημα να σας πω γι' αυτήν, εφόσον το θέμα είναι καθαρά οπτικό. Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ζωγραφίζει τεράστιους σε μέγεθος πίνακες στους οποίους, εκτός από παχιά στρώματα χρώματος, συχνά κολλά και έτοιμα υλικά ή αντικείμενα (ξερά χόρτα, χώμα, μεγάλες πέτρες, μεταλλικά γλυπτά του κλπ.) προεκτείνοντας έτσι το έργο στις 3 διαστάσεις. Τις τελευταίες δεκαετίες κάνει και γλυπτά και συχνά δημιουργεί ολόκληρες εγκαταστάσεις μ' αυτά. Το εντυπωσιακότερο όμως είναι ότι από τα 90ς (νομίζω) έχει αγοράσει μια αχανή έκταση κάπου στη Γαλλία την οποία έχει μετατρέψει σε υπαίθριο μουσείο με γλυπτά του. Κυρίως όμως έχει κατασκευάσει μια σχεδόν ολόκληρη υπόγεια πόλη με τούνελ, δωμάτια, διαδρόμους, επίπεδα κλπ. κλπ., όλα διάσπαρτα με έργα του.

Συγχρόνως οι σκηνές στα εξ ίσου αχανή στούντιό του είναι απίστευτες. Το ασύλληπτο πλήθος των έργων, οι γιγάντιες διαστάσεις τους (πολλά πάνω από 5 μέτρα), ο τρόπος κατασκευής τους με φωτιά, νερό, διάφορα υλικά κλπ., οι βοηθοί που κυκλοφορούν κουβαλώντας τα με ρόδες, τα μικρά ασανσέρ που ο ίδιος χρησιμοποιεί για να φτάσει στην κορυφή τους κλπ., μόνο δέος μπορούν να προκαλέσουν.

Το φιλμ διαθέτει και παλιό υλικό με τον ίδιο σε νεαρή ηλικία και τις αμφιλεγόμενες δουλειές του στις αρχές των 70ς (είχε κατηγορηθεί για συμπάθεια προς το ναζισμό), με τις συναντήσεις του με τον Beuys (υπήρξε μαθητής του) κ.ά., καθώς και κάποιες δραματοποιημένες σκηνές - μερικές έντονα συμβολικές - με τον Kiefer παιδί. Πάντως ο ίδιος μιλά πολύ λίγο για τον εαυτό του και το έργο του. Γι' αυτό αν θέλετε να καταλάβετε τι κάνει (και γιατί), ποια είναι τα κίνητρά του, κάποια πράγματα για τη ζωή του, μάλλον θα απογοητευτείτε. 

Ωστόσο αξίζει πραγματικά για την οπτική εμπειρία και τον γιγαντισμό που κυριαρχεί παντού και τελικά αποτελεί γνώρισμα της δουλειά του και (θα το ξαναπώ) για το δέος που προκαλούν όλα αυτά, ανεξάρτητα αν σας αρέσει ή όχι η δουλειά καθ' εαυτή. Πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε.


Ετικέτες ,

Τρίτη, Μαρτίου 08, 2022

Ο "HAMMETT", ΤΟ ΝΕΟΝΟΥΑΡ ΚΑΙ Ο ΒΕΝΤΕΡΣ


 Το 1982 ο Wim Wenders, ούτως ή άλλως λάτρης του αμερικάνικου σινεμά είδους (και του ροκ, αμερικάνικου και μη) πηγαίνει στην Αμερική, στα στούντιο Zoetrope του Κόπολα συγκεκριμένα, και γυρίζει εκεί το "Hammett", νεονουάρ και ευθεία αναφορά στον Ντάσιελ Χάμετ, τον γνωστότερο νουάρ συγγραφέα μαζί με τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, με τον Φρέντερικ Φόρεστ στο βασικό ρόλο και τους Πίτερ Μπόιλ στο δεύτερο.

Εδώ ο Βέντερς κάνει ένα παιχνίδι που αργότερα έχει ξαναγίνει (ίσως και πριν, αλλά δεν είμαι σίγουρος γι' αυτό. Θυμηθείτε, ας πούμε, το "Kafka" του Sondeberg γύρω στα 10 χρόνια μετά): Χρησιμοποιεί τον ίδιο το συγγραφέα ως ήρωα ιστορίας εμπνευσμένη ευθέως από το σύμπαν που ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Σα να μπλέκεται ο Μέλβιλ, ας πούμε, σε μια ιστορία με φάλαινες. Έτσι λοιπόν ο Χάμετ είναι ένας αλκοολικός συγγραφέας νουάρ (όπως ακριβώς στην πραγματικότητα) και πρώην ντετέκτιβ ο ίδιος. Μόνο που εδώ υποτίθεται ότι οι ιστορίες του είναι εμπνευσμένες από τις περιπέτειες ενός υπαρκτού φίλου του ντετέκτιβ. Ο οποίος έρχεται τώρα σπίτι του και τον παρακαλεί να τον βοηθήσει στο μυστήριο της εξαφάνισης μιας όμορφης κινέζας πόρνης. Καθώς η έρευνα αρχίζει, τα πράγματα περιπλέκονται όλο και περισσότερο.

Η ιστορία είναι πολύπλοκη και συχνά απαιτείται προσπάθεια για να κατανοήσει κανείς τι συμβαίνει. Φυσικά υπάρχει μοιραία γυναίκα, κλασικά καταγώγια, αλκοόλ και καπνός, πολλά λεφτά και συμφέροντα παίζονται κλπ. κλπ. Όπως στα κλασικά νουάρ. Και, φυσικά, όλα παραπέμπουν σε μια "σάπια" κοινωνία, όπου οι υψηλά ιστάμενοι είναι διεφθαρμένοι και όλα γίνονται για το χρήμα. Τα περισσότερα σκηνικά είναι φτιαχτά, γυρισμένα σε στούντιο. Η ατμόσφαιρα, σκοτεινή, νυχτερινή, καπνισμένη, είναι αυτή των παλιών νουάρ (μόνο που εδώ υπάρχει και χρώμα). Όσο για το σενάριο, εκτός από πολύπλοκο, διαθέτει και πολλές αφέλειες και ευκολίες (όπως στη σκηνή της απόδρασης).

Η ταινία πέρασε από πολλές περιπέτειες. Λέγεται ότι μετά το τέλος των γυρισμάτων η (αμερικάνικη) εταιρία κάθε άλλο παρά ευχαριστημένη ήταν. Το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά mainstream θεωρήθηκε. Έτσι το φιλμ ξαναγυρίστηκε, λένε, σχεδόν από την αρχή. Έτσι δεν ξέρω αν αυτό που βλέπουμε είναι τελικά Βέντερς ή κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης (;) πάντως δήλωσε ότι το αρχικό υλικό, αυτό που πραγματικά γύρισε ο ίδιος, έχει χαθεί. Τι να πω... Πάντως, παρά τις αρνητικές κριτικές που είχε πάρει στην εποχή της, προσωπικά είδα ευχάριστα το φιλμ. Δίχως να το θεωρώ αριστούργημα, και παρά τις αφέλειες που λέγαμε, το βρήκα (απλώς) ατμοσφαιρικό και διασκεδαστικό.


Ετικέτες ,

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2015

ΤΟ "ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ

Ο βραζιλιάνος Sabastiao Salgado είναι ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους παγκοσμίως, έχοντας καταγράψει με το φακό του εκατονταδες κυριολεκτικά συγκλονιστικές εικόνες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Από την άλλη ο Wim Wenders είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες όταν καταπιάνεται με ταινίες μυθοπλασίας. Εδώ και χρόνια όμως δημιουργεί κατά καιρούς εξαιρετικά ντοκιμαντέρ (θυμηθείτε το "Buena Vista" ή την "Pina"). Έτσι λοιπόν, επιβεβαιώνοντας την ντοκιμαντερίστικη φόρμα του, γυρίζει το 2014 το "Αλάτι της Γης", με αντικείμενο τόσο τη δουλειά όσο και τον άνθρωπο Salgado. Η ταινία μάλιστα συνυπογράφεται σκηνοθετικά από το γιο του τελευταίου Juliano Ribeiro Salgado.
Μετά την επιβολή δικτατορίας στη Βραζιλία στα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Salgado (γεννημένος το 1944), καταφεύγει με την τότε κοπέλα του και μετέπειτα μόνιμη σύντροφο και συνεργάτιδα μέχρι σήμερα Lelia, στο Παρίσι, όπου σπουδάζει οικονομικά. Η φωτογραφία όμως τον κερδίζει ήδη από το 1973. Από τότε ταξιδεύει σ' ολόκληρη τη γη (με έμφαση σε περιοχές όπου συμβαίνουν εφιαλτικά γεγονότα - πόλεμοι, πείνα κλπ, αν και όχι μόνο) και αιχμαλωτίζει με τη μηχανή του συγκλονιστικές εικόνες, κυρίως της ανθρώπινης τραγωδίας - ή της ανθρώπινης κτηνωδίας. Διάφορα μέρη της Αφρικής, Νότια Αμερική, Σερβία, Κουβέιτ, είναι μερικά μόνο από τα μέρη όπου κατέγραψε σκηνές που συνταράσουν. Ο Salgado ζούσε για καιρό στα μέρη όπου πήγαινε για να βιώσει κι ίδιος όσα συνέβαιναν εκεί.
Στην ταινία, ενώ δείχνονται δεκάδες από τις περίφημες φωτογραφίες του (θεωρώ από τις συγκλονιστικότερες αυτές σε ένα αχανές χρυσωρυχειο της Βραζιλίας, που θυμίζουν κόλαση ή το χτίσιμο του Πύργου της Βαβέλ), ο ίδιος μιλά τόσο για τη δουλειά του όσο, κυρίως, για τις εμπειρίες του και τους εφιάλτες που είδε με τα μάτια του και, φυσικά, κατέγραψε. Ο λόγος του φανερώνει - εκτός από ένα μεγάλο καλλιτέχνη - έναν ευαίσθητο, συναισθηματικό και σκεπτόμενο άνθρωπο. Ταυτόχρονα δεν διστάζει να θίξει και το θέμα της ουσιαστικής εγκατάλειψης της οικογένειάς του, αφού, όπως είπαμε, ο ίδιος ζούσε για καιρό σε απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη. Ωστοσο η σχέση με τη γυναίκα του παρέμεινε ακλόνητη όλα αυτά τα χρόνια, ενώ όταν μεγάλωσε ο γιος του έγινε συνεργάτης του και μοιράστηκε πολλά ταξίδια μαζί του.
Το τελευταίο μέρος είναι εντυπωσιακό: Κάποια στιγμή ο ίδιος αηδιάζει με όσα έχει δει και παύει να πιστεύει πλέον στον Άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί κτήνος. Μένει λοιπόν για κάποιο καιρό άπραγος, αρνούμενος να αντικρίσει κι άλλη φρίκη, ώσπου η γυναίκα του ρίχνει την ιδέα να ξανακάνουν δάσος την πατρική του φάρμα στη Βραζιλία, στην οποία μεγάλωσε και η οποία έχει πέσει θύμα ξηρασίας. Η ιδέα αυτή πραγματοποιείται και το 2014 η γη αυτή έχει (ξανα)γίνει αληθινή ζούγκλα. Κάπου στα τέλη των 90ς λοιπόν ο Salgado κάνει στροφή 180 μοιρών και μετατρέπεται σε έναν οικολόγο φωτογράφο, αιχμαλωτίζοντας τους τελευταίους γήινους παράδεισους, κομάτια του κόσμου δηλαδή που είναι ακόμα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο ή τον πολιτισμό του ή τις τελευταίες απομονωμένες φυλές (Αμαζόνιος κ.α.). Στις τελευταίες δουλειές του, αυτός που αποτύπωσε όσο κανείς την ανθρώπινη τραγωδία διώχνει από τις εικόνες του τον φριχτό "πολιτισμένο" άνθρωπο και βρίσκει παρηγοριά και αισιοδοξία στη φύση.
Παρακολούθησα την ταινία με μεγάλο ενδιαφέρον, δίχως καθόλου να βαρεθώ (μη φοβηθείτε αν σας τρομάζουν τα ντοκιμαντέρ). Και μόνο οι φωτογραφίες του Salgado αρκούν για να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Αλλά και οι αφηγήσεις του, στρωτές, συναισθηματικές, συγκινητικές πολλές φορές, καταφέρνουν να κάνουν και ολόκληρη την ταινία ζεστή και συγκινητική - εκτός από συγκλονιστική όσον αφορά την ανθρώπινη φρίκη, λέξη που, το ξέρω, τόσες φορές χρησιμοποίησα σ΄αυτό το κείμενο.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2012

"ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ



O Wim Wenders γυρίζει «Τα Φτερά του Έρωτα» το 1987. Για
πολλούς θεωρείται μια από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη ταινία του. Σε γενικές γραμμές συμφωνώ (όχι η καλυτερη, αλλά μία από), αν και κάποιες αντιρρήσεις υπάρχουν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Η ταινία μιλά για αγγέλους που βρίσκονται στη γη, ανάμεσά μας, αόρατοι, οι οποίοι παρακολουθούν τους ανθρώπους στις καθημερινές πράξεις τους, τους συμπαθούν, συμπάσχουν μαζί τους, αλλά δεν μπορούν να επέμβουν αλλάζοντας κάτι υπέρ τους. Ένας απ’ αυτούς, έχοντας ίσως ένα μεγαλύτερο «απόθεμα» συμπάθειας, ποθεί διακαώς να θυσιάσει την αιωνιότητα, την αθανασία του, τη ζωή του σαν καθαρό πνεύμα, και να γίνει κι αυτός άνθρωπος, για να βιώσει τον υλικό κόσμο και να νοιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων, θετικά ή αρνητικά. Ο έρωτας για μια (θνητή προφανώς) γυναίκα θα επιταχύνει την απόφασή του.
Μπορούμε να διαβάσουμε το φιλμ σε δύο επίπεδα (ίσως και σε περισσότερα, αλλά αυτά διακρίνω προσωπικά). Από τη μία υπάρχει η αγάπη για τη ζωή. Τη ζωή όπως ακριβώς είναι, όπως τη βιώνουμε καθημερινά. Με τις χαρές, τον πόνο που αναπόφευκτα
περιέχει, τα κομμάτια ευτυχίας ή δυστυχίας, τον έρωτα ή την αρρώστια, τις
υλικές απολαύσεις, αυτές που μας δίνουν οι αισθήσεις μας, τον χρόνο που κυλά
και την αγωνία για το τέλος που έρχεται αναπόφευκτα, όλα όσα περιέχει η
θνητότητα δηλαδή. Κάθε τι ανθρώπινο, κάθε ιστορία ζωής, είναι ιερή, έχει την
ίδια αξία, αξίζει να βιωθεί. Όλα, θετικά ή αρνητικά, αξίζει κανείς να τα ζήσει.
Αυτό είναι άλλωστε η ζωή στην ολότητά της, αυτή είναι η πραγματικότητα, και την πραγματικότητα πρέπει κανείς να τη ζήσει.
Από την άλλη, η ταινία μπορεί να ειδωθεί σαν μια ελεγεία για το Βερολίνο (ο πρωτότυπος τίτλος άλλωστε είναι "Φτερά πάνω από το Βερολίνο"). Ο Βέντερς μοιάζει να αγαπά την πόλη αυτή, να την κινηματογραφεί με πόθο θα έλεγε κανείς, να καταγράφει τη ζωή, τους δρόμους, τους ανθρώπους της. Σα να βλέπουμε μια ερωτική εξομολόγηση σε μια πόλη. Σ’ αυτό κρύβεται και ένα ιστορικής φύσης ντοκουμέντο: Η ταινία γυρίστηκε πριν πέσει το περίφημο τοίχος που διχοτομούσε την πόλη. Αν έχετε επισκεφτεί το Βερολίνο μετά, θα δείτε στην ταινία μια εντελώς διαφορετική πόλη, μια πόλη διχασμένη, που θυμάται με νοσταλγία το ενοποιημένο παρελθόν της. Οι εικόνες της περιοχής του τοίχους, ασπρόμαυρες όπως το μεγαλύτερο μέρος του
φιλμ, είναι αποκαλυπτικές. Άλλωστε σήμερα το Βερολίνο είναι αναμφισβήτητα η ευρωπαϊκή πόλη που αλλάζει με τους πλέον ραγδαίους ρυθμούς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Έτσι, άθελά του ίσως, ο Βέντερς καταγράφει ένα ιστορικό ντοκουμέντο.
Αυτό που με απωθεί κάπως στην σημαντική αυτή ταινία είναι ο συνεχής off ποιητικός λόγος του Πέτερ Χάντκε, του γνωστού συγγραφέα και σεναριογράφου της. Προσωπικά το βρίσκω κάτι σαν ποιητική φλυαρία, που προσωπικά με κουράζει. Άλλωστε το νόημα των εικόνων που βλέπουμε
είναι σαφές. Ξέρω ότι η άποψή μου αυτή μπορεί για κάποιους να αποτελεί
«ιεροσυλία». Γνωρίζω ανθρώπους που αγαπούν την ποιητική γραφή του συγγραφέα
αυτού. Τι να κάνουμε όμως; Δεχτείτε το – ή απορρίψτε το – ως μια καθαρά
προσωπική άποψη.
Σε γενικές γραμμές τα «Φτερά» παραμένουν νομίζω μια σημαντική ταινία. Η οποία,
εκτός όλων των άλλων, περιέχει και δύο καλτ στοιχεία: τη ζωντανή εμφάνιση του
Νικ Κέιβ σε βερολινέζικο κλαμπ της εποχής (είναι γνωστή η αγάπη του Βέντερς για
το ροκ) και τη χρησιμοποίηση σε χαρακτηριστικό ρόλο του Πίτερ Φολκ, ο οποίος
παίζει τον εαυτό του, την εποχή μάλιστα που πρωταγωνιστούσε στο σίριαλ με ήρωα
τον ντετέκτιβ Κολόμπο (είναι εξ ίσου γνωστή η αγάπη του σκηνοθέτη για το
κλασικό αμερικάνικο σινεμά, κι ας κάνει ο ίδιος εντελώς διαφορετικό κινηματογράφο).
Τα «Φτερά» πάντως είναι ίσως η τελευταία σημαντική ταινία του Βένερς, ενός
δημιουργού που στη συνέχεια – εκτός ελαχίστων σποραδικών εξαιρέσεων – παρήκμασε
ανεπανόρθωτα.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Μαΐου 08, 2011

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΙΝΑ ΜΠΑΟΥΣ


Τελικά φαίνεται ότι ο απόλυτα παρακμασμένος εδώ και δεκαετίες Wim Wenders εξακολουθεί να κάνει καλό σινεμά μόνο όταν γυρίζει ντοκιμαντέρ. Θυμόμαστε βέβαια το "Buena Vista...". Να λοιπόν τώρα που καταπιάνεται με τη συμπατριώτισα και φίλη του (όπως διάβασα) όσο ζούσε Pina Bausch.
Η Πίνα Μπάους (1940-2009) είναι φυσικά μια από τις κορυφαίες χορογράφους του μοντέρνου χορού. Για όσους δεν την ξέρετε, δημιούργησε ένα είδος χοροθεάτρου, που πολύ μακριά βρίσκεται από την τυπική εικόνα της μπαλαρίνας και του χορευτή στο κλασικό μπαλέτο. Οι χορευτές της φοράνε σύγχρονα ρούχα, χρησιμοποιούν καθημερινά, σύγχρονα χρηστικά αντικείμενα, πολλές φορές δεν χορεύουν ακριβώς αλλά κινούνται στο χώρο, άλλες φορές πάλι το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του ακροβατικού... αλλά η υψηλή ποίηση είναι πάντοτε παρούσα, ενώ σχεδόν πάντοτε τα έργα της μιλάν για τον ανθρώπινο πόνο, τη μοναξιά, την σκοτεινή πλευρά της ζωής.
Στο ντοκιμαντέρ Pina (2011) μην περιμένετε να δείτε ένα βιογραφικό της μεγάλης χορογράφου, ούτε την ίδια να μιλά για το έργο της (ελάχιστα μόνο). Η ταινία άλλωστε γυρίστηκε κυρίως μετά τον ξαφνικό της θάνατο, παρά το ότι είχε προγραμματιστεί λίγα χρόνια πριν. Εδώ λοιπόν τον λόγο έχει ο καθαρός χορός. Οι χορευτές της ξαναχορεύουν αποσπάσματα από 4 από τα γνωστότερα έργα της (ανάμεσά τους και το πιο γνωστό ίσως Cafe Miller), αλλά χορεύουν και στους δρόμους ή στην εξοχή της πόλης τους, του Βούπερταλ. Ανάμεσα στα επί σκηνής ή υπαίθρια κομμάτια, ένας - ένας απ' αυτούς μιλά σύντομα για κάτι που τον/την συγκλόνισε ή άλλαξε ή θυμάται έντονα από τη συνεργασία του/της μαζί της, αποδεικνύοντας έμμεσα και με λιτό και καθόλου κουραστικό τρόπο πόσο μεγάλη δασκάλα ήταν, αλλά και τον τρόπο που δούλευαν σαν όλοι μαζί ομάδα, το πόσο δεμένοι ήταν, το πώς ένοιωθαν την ομάδα σαν οικογένεια.
Το 3D που επιλέγει ο Wenders αποδίδει κατά τη γνώμη μου, καθώς σε βάζει μέσα στη σκηνή, στο χορό, στις συχνά εκπληκτικές κινήσεις των μελών της ομάδας. Να σημειώσω εδώ και τις θαυμάσιες μουσικές που ντύνουν το χορό, με την εκπληκτική ποικιλία που τις διακρίνει. Κινούνται σε μια ευρύτατη γκάμα, από κλασική μέχρι Gaetano Veloso και παλιά τραγούδια των 30ς ή 40ς.
Γενικά λοιπόν αν δεν σας ενδιαφέρει ο χορός δεν σας ενδιαφέρει και το τόσο εξειδικευμένο αυτό φιλμ. Αλλά ούτε αν πάτε για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, για να μάθετε για την Pina Bausch, σας ενδιαφέρει ακριβώς. Η πρότασή μου; Ξεχάστε ότι πήγατε σινεμά. Αφεθείτε στη μαγεία των σωμάτων, των κινήσεων, των μουσικών, σα να παρακολουθείτε αποσπάσματα από χορευτικές παραστάσεις. Συγκινηθείτε, νοιώστε το, απολαύστε το. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε αλλιώς, μέσω του σινεμά μυηθείτε σε μια άλλη, διαφορετική τέχνη.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Ιουλίου 19, 2008

Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ


Οι καλύτερες εποχές του Wim Wenders είναι σίγουρα οι δεκαετίες του 70 και του 80. "Η Αλίκη στις πόλεις" του 1974 το επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο. Και χαρίζει στο ευρωπαϊκό σινεμά ένα από τα σημαντικότερα road movies του.
Ασπρόμαυρη, λιτή, δίχως "περιπέτειες" με τη χολιγουντιανή έννοια του όρου, η ταινία αφηγείται τις περιπλανήσεις ενός δημοσιογράφου που έχει "μπλοκάρει" και δεν μπορεί να γράψει το άρθρο που περιμένουν απ' αυτόν για την Αμερική και της ενιάχρονης Αλίκης, που ο πρώτος αναλαμβάνει να παραδώσει στη γιαγιά της μετά την εγκατάλειψή της από τη μητέρα της. Νέα Υόρκη, Άμστερνταμ και μετά μια σειρά γερμανικών πόλεων συνθέτουν το ταξίδι αυτό στο άγνωστο και την βαθμιαία επαφή του ήρωα με τη ζωή. Ο κόσμος είναι αρχικά κενός για τον δημοσιογράφο, αφού προσπαθεί να τον γνωρίσει δίχως να συμμετάσχει, απ' έξω. Αρκείται να τον φωτογραφίζει με Πολαρόιντ και του είναι αδύνατο να τον περιγράψει με λόγια. Ηλίθιες εκπομπές στην τηλεόραση, πανομοιότυπα δωμάτια ξενοδοχείων, ψηλά, απρόσωπα κτίρια... Η ανεπιθύμητη (αρχικά τουλάχιστον)εισβολή της μικρής Αλίκης, που βιώνει ξένοιαστα την παιδική της ηλικία, τον φέρνει σε επαφή με τη ζωή, του δίνει ένα σκοπό, έστω κι αν αυτός είναι ουσιαστικά ένα βάρος, μια ευθύνη.
Ο τρόπος που πραγματεύεται τη σχέση τους ο Βέντερς είναι λεπτός, οι αλλαγές ανεπαίσθητες, όμως συμβαίνουν. Δίχως τίποτα κραυγαλέο και "συγκλονιστικό" παρακολουθούμε την βαθμιαία εξέλιξη του ήρωα και ταυτόχρονα αγωνιούμε για την έκβαση της αναζήτησης της "Ιθάκης", της άγνωστης γιαγιάς δηλαδή όπου η εγκαταλειμένη μικρή θα βρει καταφύγιο. Οι πόλεις που αλλάζουν δείχνονται γυμνές, δίχως γνωστά αξιοθέατα ή τουριστικές ατραξιόν. Περιπλανήσεις σε άγνωστους, συνηθισμένους δρόμους, καφέ, σπίτια και ξενοδοχεία. Η καρδιά της πόλης, βλέπετε, δεν είναι η Ακρόπολη ή το Μέγαρο, αλλά ο συνηθισμένος δρόμος (άσχετο αν είναι όμορφος ή άσχημος) στο Παγκράτι ή στα Πατήσια. Ενώ, ταυτόχρονα, οι εμμονές του Βέντερς με την Αμερική, το ροκ και, φυσικά, τις πόλεις, είναι παρούσες.
Ίσως πρόκειται για μια σινεφίλ ταινία, αφού, ξαναλέω, τίποτα εντυπωσιακό, καμιά ανατροπή δεν συμβαίνει. Τη βρίσκω όμως, μέσα στη λιτότητα και τη χαλαρότητά της, μια από τις ωραιότερες και τρυφερότερες του ευρωπαϊκού σινεμά.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2006

DON'T COME KNOCKING: WENDERS ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ


Στο "Μην ξανάρθεις" (Don't Come Knocking) ξαναβρίσκουμε τον παλιό, καλό Wim Wenders (αν και όχι τόσο καλό όπως παλιά. Μερικά πράγματα ίσως να μη μπορούν ποτέ να ξαναγίνουν). Η αγάπη του όμως για την Αμερική, το λιτό τοπίο της, τους ανθρώπους των μικρών πόλεων, τους μύθους της, είναι εδώ εμφανέστατη, όπως και σε άλλες, παλιότερες ταινίες του. Όμορφες εικόνες του αμερικάνικου τοπίου, βουτηγμένες στη νοσταλγία, ανθρώπινες σχέσεις και η αθεράπευτη κινηματογραφοφιλία του σκηνοθέτη (αναφορές στο γουέστερν - ο ήρωας είναι ένας παλιός σταρ του σινεμά)... δημιουργούν ένα κλίμα που θυμίζει αυτό στο "Παρίσι Τέξας". Πολύ καλός ο Σαμ Σέπαρντ, που πλαισιώνεται από πολλούς άλλους καλούς ηθοποιούς.
Κάποιες αντιρήσεις ωστόσο υπάρχουν. Κατά τη γνώμη μου η ταινία κουράζει κάπως - ιδιαίτερα προς το τέλος - μερικοί μονόλογοι ή διάλογοι τραβάνε πολύ, ίσως κάτι να "σέρνεται"... Δεν πειράζει όμως. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για έναν αρκετά καλό Βέντερς, πράγμα που μας έχει λείψει τα τελευταία χρόνια.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker