Σάββατο, Απριλίου 06, 2013

ΒΟΥΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΦΕΛΙΝΙΚΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Ένα παιδί πηγαίνει στο σχολείο μέσα από ένα δάσος, ενώ γύρω του απλώνεται πυκνή ομίχλη. Όταν αυτή διαλύετει σε ένα σημείο, προβάλει ένα τεράστιο ζώο, βουβάλι μάλλον. Αλήθεια ή παραίσθηση; Ντάλα μεσημέρι σε μια ιταλική εξοχή. Πάνω σε ένα μοναχικό, πανύψηλο δέντρο, ένας ψιλόλιγνος άντρας φωνάζει: "Θέλω γυναίκα!". Ένα υπαίθριο γλέντι γάμου σε μια παραλία. Λίγο πιο πέρα από το μακρύ τραπέζι ένας τυφλός ακορντεονίστας παίζει την υπέροχη μουσική του. Ένα πελώριο, ολόφωτο υπερωκεάνειο εμφανίζεται ξαφνικά ανάμεσα σε πέπλα ομίχλης, γεμίζοντας ενθουσιασμό τους κατοίκους της πόλης που έχουν ανοιχτεί μέσα σε βάρκες για να θαυμάσουν το νυχτερινό του πέρασμα.
Πρόκειται βέβαια για ελάχιστες μόνο από τις μαγικές σκηνές που συνθέτουν το "Amarcord" που γύρισε το 1973 ο μεγάλος Federico Fellini. Μια ταινία μαγική, παραισθητική, γλυκόπικρη και κωμική ταυτόχρονα. Τι ακριβώς είναι όμως το "Amarcord", που σημαίνει "θυμάμαι"; Είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος: Οι αναμνήσεις του Φελίνι από την παιδική του ηλικία στο Ρίμινι, όπου μεγάλωσε, στη δεκαετία του 30.
Ο Φελίνι ποτέ δεν υπήρξε λάτρης του στέρεου, αυστηρά δομημένου σεναρίου. Συχνά τα σενάριά του ήταν αυτοσχεδιαστικά, σκόρπια, σαν τυχαίες ψηφίδες που συνθέτουν ένα παζλ (θυμηθείτε το "8 1/2", το "Σατιρικόν", την "Ιουλιέτα των Πνευμάτων" κλπ.). Έτσι και εδώ. Μην περιμένετε μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και κορυφώσεις. Αυτή τη φορά οι ψηφίδες αφορούν τις αναμνήσεις του απο την παιδική ηλικία, όπως είπαμε, που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια ενός χρόνου. Οι ήρωες των αναμνήσεων είναι διάφοροι. Τα περιστατικά καλύπτουν μία ευρύτατη συναισθηματική γκάμα, από ευτράπελα έως τραγικά. Κι όμως διαθέτουν ένα κοινό ύφος. Μια απίστευτη μαγεία, μια εντονότατη νοσταλγική ατμόσφαιρα (η νοσταλγία άλλωστε είναι νομίζω το κυρίαρχο στοιχείο στο φιλμ). Κι όλα αυτά πλημμυρισμένα από την υπέροχη μουσική του Nino Rota, που προσθέτει τόσο στη νοσταλγική ατμόσφαιρα όσο και στην όλη μαγεία του φιλμ.
Η μνήμη, φιλτραρισμένη μέσα από τον χρόνο, σπάνια προσεγγίζει την απόλυτη αλήθεια. Συχνά παραποιούμε όσα ζήσαμε, νομίζουμε ότι τα πράγματα συνέβησαν αλλιώς. Η ονειρική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το φιλμ, οι συχνά παραισθητικές σκηνές, το αξεδιάλυτο ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, τονίζουν με ιδανικό τρόπο το στοιχείο αυτό: Τα πράγματα φαίνονται έτσι επειδή έτσι τα θυμόμαστε. Όχι υποχρεωτικά επειδή έτσι συνέβησαν στ' αλήθεια. Και ποιος είναι ο ιδανικότερος δημουργός για να τονίσει αυτό το στοιχείο αν όχι ο Φελίνι;
Φυσικά και εδώ πανταχού παρόν, όπως σε πολλά άλλα φιλμ του, είναι και ένα άλλο στοιχείο, το γκροτέσκο. Δεν είναι μόνο τα συχνά παράδοξα περιστατικά ή οι εκκεντρικοί χαρακτήρες που τονίζουν αυτή τη διάσταση. Είναι και οι ίδιες οι απίστευτες μορφές των ηθοποιών (ερασιτέχνες οι περισσότεροι): Ο τυφλός ακορντεονίστας, η νάνος καλόγρια, η ψιλικατζού με τα γιγάντια στήθη, ο τρελός θείος, η νυμφομανής της πόλης, ο ελαφρώς ξεμωραμένος παπούς και τόσοι άλλοι είναι φιγούρες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη και που νομίζω ότι θα κατοικούν εκεί για όλη μας τη ζωή. Το στοιχείο του γκροτέσκου άλλωστε τονίζεται περαιτέρω με την θεατρική διάσταση που συχνά υπάρχει, τα μερικές φορές εμφανώς ψεύτικα σκηνικά (όπως αυτά της νυχτερινής θάλασσας). Όπως επίσης και με την ύπαρξη ενός αφηγητή, ο οποίος, γυρίζοντας προς την κάμερα, λέει στους θεατές σύντομα κομάτια από την ιστορία της πόλης, θυμίζοντάς μας έτσι ότι όσα βλέπουμε είναι σινεμά, είναι κατασκευασμένα και όχι υποχρεωτικά αληθινά. Θα το πω για μια ακόμα φορά: Όλα, μα όλα, συμβάλλουν ιδανικά στη δημιουργία της χαρακτηριστικής μαγικής και ονειρικής ατμόσφαιρας, που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του δημιουργού.
Ο Φελίνι συχνά κατηγορήθηκε για έλλειψη πολιτικών θέσεων. Όλα όσα βλέπουμε στην ταινία διαδραματίζονται σε μια εποχή όπου ο φασισμός κυριαρχεί. Πολύ λίγα όμως απ' όσα συμβαίνουν σχετίζονται μ' αυτόν. Βεβαίως υπάρχουν μερικές σκηνές που αναφέρονται στην πολιτική κατάσταση, και μάλιστα φανερώνουν την αντιπάθεια του Φελίνι γι' αυτήν, όπως η σκηνή όπου ο πατέρας του μικρού ήρωα ποτίζεται ρετσινόλαδο απ' τους φασίστες. Ωστόσο σε καμία περίπτωση η πολιτική κατάσταση δεν αποτελεί το επίκεντρο του φιλμ. Προσωπικά δεν μου φαίνεται παράξενο. Το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη είναι να καταγράψει τις φιλτραρισμένες μέσα από το χρόνο - και γι' αυτό πιθανόν αλλαγμένες - αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική κατάσταση. Μπορούν να παίζουν και να είναι ευτυχισμένα κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, και μάλιστα να πείθονται απ' αυτό. Όταν ενηλικιωθούν βέβαια όλα αυτά αλλάζουν. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υποκειμενική καταγραφή παιδικής ηλικίας. Να γιατί κάπως απουσιάζει το πολιτικό πλαίσιο.
Φυσικά θεωρώ την ταινία αριστούργημα. Μη σας πτοήσει η έλλειψη "κανονικής" πλοκής. Αφεθείτε στη μαγεία της, γελάστε ή δακρύστε, πάνω απ' όλα όμως απολαύστε την. Σπάνια το σινεμά μπορεί να γίνει τοσο ευαίσθητο!

Ετικέτες ,

Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2010

Ο ΩΜΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΜΠΙΡΙΑ


Το 1957 βρίσκει τον Federico Fellini (1920–1993) να γυρίζει τη δεύτερη πραγματικά μεγάλη ταινία του μετά το "La Strada": Τις "Νύχτες της Καμπίρια". Νομίζω ότι εδώ βρίσκουμε τον μεγάλο δημιουργό κάπου ανάμεσα στο νεορεαλισμό, oι επιροές του οποίου σημάδεψαν την αρχή του έργου του, και στην ανεπανάληπτη, προσωπική του ποίηση.
Η ιστορία της ταινίας είναι απλή. Παρακολουθούμε τη ζωή μιας εύπιστης, φτωχής πόρνης, τόσο στα πεζοδρόμια της Ρώμης όπου κάνει πιάτσα, όσο και στην προσωπική της ζωή. Δυνατή, πεισματάρα και ευέξαπτη, αλλά ταυτόχρονα αφελής, συναισθηματική και ευάλωτη, έτοιμη να τα δώσει όλα για τον άντρα που, επιτέλους, θα αλλάξει τη ζωή της, περνά, μέσα από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων, από μια πρώτη ερωτική απογοήτευση, όπου ο εραστής της επιχειρεί να την πνίξει για να τη ληστέψει στην πρώτη μόλις σκηνή, στην σπαρακτική κατάληξη.
Φυσικά ολόκληρη η ταινία βασίζεται στην ηθοποιία της Τζουλιέτα Μασίνα, συζύγου του Φελίνι, που υποδύεται με τον μοναδκό τρόπο της, που έχει κάτι από θηλυκό Τσάρλι Τσάπλιν, μια από τις πιο αξέχαστες φιγούρες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το πρόσωπό της, από το οποίο περνάνε ο θυμός και η χαρά, το γέλιο και ο σπαραγμός, παραμένει χαραγμένο στη μνήμη όσων έχουν δει την ταινία. Ταυτόχρονα το φιλμ ντύνεται για μια ακόμα φορά από την χαρακτηριστική, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα, για να δώσει το συνολικό αξέχαστο αποτέλεσμα.
Αυτό που μένει είναι η δύναμή της, η κατάφαση στη ζωή, όσο κι αν αυτή έχει τσακίσει άπειρες φορές την ηρωίδα. Αυτό γίνεται εμφανές στην τελευταία θαυμάσια σκηνή, με το χαμόγελο που καταφέρνει να χαραχτεί και πάλι στο πρόσωπό της μετά από όσα έχει ζήσει. Και μόνο γι' αυτή τη σκηνή θα μπορούσε νομίζω να χαρακτηριστεί κλασική η ταινία. Αλλά υπάρχουν και τόσα άλλα...
Ο Φελίνι δεν ξεχνά, όπως είπαμε, και τις νεορεαλιστικές του ρίζες. Θα περιπλανηθεί στον κόσμο των απόκληρων, όχι μόνο με τις πόρνες του, αλλά και με τις σκηνές της καθημερινότητας στη φτωχική γειτονιά της Καμπίρια, με τη δυνατή σκηνή των άστεγων που μένουν σε τρύπες έξω μόλις από τη Ρώμη, αλλά και δείχνοντας και την απόλυτη αντίθεση σ' όλα αυτά, με την "κυριλέ" Βία Βένετο, κέντρο τότε της νυχτερινής ζωής της Ρώμης ή την σεκάνς με τον διάσημο ηθοποιό του σινεμά που "ψαρεύει" την ηρωίδα και την οδηγεί στην πολυτελέστατη βίλα του.
Για την ποίησή τους, την ευαισθησία της, την θετική αντιμετώπιση της ζωής παρά τις αντιξοότητές της, τη σειρά αξέχαστων σκηνών, την πρωταγωνίστρια... και για άλλους τόσους λόγους που μπορεί να εντοπίσει κάθε θεατής, οι "Νύχτες της Καμπίρια" παραμένουν μια από τις κλασικές στιγμές στην ιστορία του σινεμά. Η επόμενη ταινία του μεγάλου δημιουργού θα ήταν η ακόμα κλασικότερη "Dolce Vita"...

Ετικέτες ,

Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2010

8 1/2 ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Φυσικά το "8 1/2" του Federico Fellini (1920-1993), που ο μεγάλος σκηνοθέτης γύρισε το 1963, είναι μια μυθική ταινία. Έχουν γραφτεί τα πάντα γι' αυτή και δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να πω κι άλλα ούτε θεωρώ ότι θα προσθέσω κάτι. Ωστόσο, μια που την ξαναείδα πρόσφατα, είπα να γράψω ένα κειμενάκι.
Πολλοί τη θεωρούν "το τέλος του αφηγηματικού σινεμά". Θα συμφωνήσω σε γενικές γραμμές. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο, αλλά εδώ έγινε με τόση μαεστρία, με τόσο έξυπνο και ευχάριστο τρόπο, ώστε μια στα όρια του πειραματικού ταινία να μπορεί να κρατά τον θεατή και να αρέσει σε πολλές και διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων κι όχι μόνο σε όσους σταθερά υποστηρίζουν την avant garde.
Τι είναι λοιπόν το "8 1/2"; Η ιστορία του είναι απόλυτα απλή και μινιμαλιστική. Τίποτα το σπουδαίο. Ένας διάσημος σκηνοθέτης χάνει την έμπνευσή του ενώ ετοιμάζεται να γυρίσει μια ταινία - και μάλιστα υπερπαραγωγή, της οποίας τα πολυέξοδα σκηνικά είναι ήδη έτοιμα. Γύρω του μπλέκονται κάποιες προσωπικές ιστορίες - ερωτικές κυρίως - και ένα ετερόκλητο πλήθος από κάθε λογής ανθρώπους του σινεμά, διανοούμενους, κοσμικούς και ό,τι άλλο φαννταστείτε κινείται ακατάπαυστα γύρω του, τον περικυκλώνει, συχνά τον πνίγει. Και φυσικά - άστατος χαρακτήρας γαρ - διχάζεται ανάμεσα σε γυναίκα και ερωμένη. Ουσιαστικά τίποτα το συγκλονιστικό δεν συμβαίνει και η όποια έννοια του σασπένς απουσιάζει. Και παρ' όλ' αυτά...
Και γιατί είναι πιθανόν το "τέλος του αφηγηματικού σινεμά"; Γιατί ο Φ. αφηγείται τη απλή αυτή ιστορία με έναν ιδιοφυή, ανεπανάληπτο τρόπο. Η αφήγηση δεν είναι ποτέ γραμμική. Όσα συμβαίνουν διασπώνται σε πολλά επίπεδα. Άλλοτε παρακολουθούμε το τώρα, την προετοιμασία του φιλμ ή την ταραγμένη προσωπική του ζωή με τα αδιέξοδά της. Άλλοτε εμφανίζονται οι παιδικές αναμνήσεις του σκηνοθέτη (του ήρωα του φιλμ, αλλά και του ίδιου του Φελίνι). Κι άλλοτε πάλι το πάνω χέρι παίρνουν οι φαντασιώσεις, τα όνειρα ή οι ονειροπολήσεις του ήρωα. Όλα αυτά μπλέκονται αξεδιάλυτα, γλιστάνε το ένα μέσα στο άλλο, ο φελινικός σουρεαλισμός συνυπάρχει με τον ρεαλισμό, το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται απροειδοποίητα, σαν απλή συνέχεια αυτού που βλέπαμε δευτερόλεπτα πριν. Έτσι δημιουργείται ένα γοητευτικό κράμα του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις.
Η εκπληκτική πολυπλοκότητα όμως της ταινίας έγκειται και αλλού: Είναι πάμπολλα και σημαντικότατα τα θέματα που θίγονται σ' αυτή, μέσα απ' όλο αυτό το παιχνίδι. Δεν έχει νόημα να αναλυθεί το καθένα. Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο. Αναφέρω όμως ενδεικτικά το πρόβλημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της έμπνευσης του καλλιτέχνη, τον έρωτα και το ξέφτισμά του, την αιώνια πάλη των δύο φύλων, την ανδρική ιδιοσυγκρασία (ο άντρας εδώ παρουσιάζεται συχνά σαν φαλλοκράτης αλλά και αιώνιο παιδί που αρνείται να μεγαλώσει ταυτόχρονα), τη θρησκεία και την εκκλησία, τον καθοριστικό ρόλο της παιδικής ηλικίας και των αναμνήσεων στη ζωή μας, τη σχέση του βιώματος με την καλλιτεχνική δημιουργία, το ρόλο της κριτικής και τελικά το ίδιο το σινεμά, το φτιάξιμο μιας ταινίας, τη θέση του σκηνοθέτη που πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε χίλες δυο απόψεις και ανθρώπους. Πιστέψτε με, αυτά είναι μόνο (;) όσα μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Νομίζω ότι ο κάθε θεατής μπορεί να βρει κι άλλα, διαφορετικά, στοιχεία, σχόλια και αναφορές που τον αφορούν.
Αυτά τα απίστευτα πολλά επίπεδα ανάγνωσης είναι που κάνουν τόσο μεγάλη την ταινία - και κάνουν όπως είπαμε τον θεατή να ανακαλύπτει και να αγαπά ό,τι θέλει σ' αυτή. Ίσως μάλιστα να είναι η πιο πολυεπίπεδη ταινία που έχω δει ποτέ. Φανταστείτε τώρα όλα αυτά συνοδευμένα από τις θαυμάσιες εικόνες του Φελίνι, την οπτική φαντασία του οποίου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει, τα απίστευτα και αξέχαστα πρόσωπα πολλών από τους ηθοποιούς που επιλέγει, το κράμα χλιδής, νοσταλγικότητας και γλυκιάς παρακμής που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του, την υπέροχη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα και πολλά άλλα που δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα... και έχετε μπροστά σας ένα αριστούργημα της ιστορίας του κινηματογράφου.
Αν δεν το έχετε δει προσπαθείστε το. Ακόμα κι αν αντιπαθείτε αυτό που λέμε αβάν γκαρντ.

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2009

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΦΕΥΓΕΙ... ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΕΠΟΧΗ


Το 1983 ο Federico Fellini (1920-1993) είναι ήδη 63 χρονών. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να γυρίσει ένα από τα καλύτερα φιλμ της καριέρας του: "Και το πλοίο φεύγει". Είναι δύσκολο να εστιάσω ένα μόνο λόγο για τον οποίο η ταινία μου αρέσει πολύ, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι και σχετικά αργή είναι και αρκετά μεγάλη σε διάρκεια. Είναι όμως τόση η ποίηση του Φελίνι, τέτοια η ονειρική, συχνά σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, ώστε νομίζω ότι τα υπόλοιπα περνάνε σε δεύτερη μοίρα.
1914, λίγο πριν ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος, που θα αλλάξει την ανθρώπινη ιστορία. Ένα πολυτελέστατο υπερωκεάνειο μεταφέρει πλούσιους αριστοκράτες, αστέρες της όπερας, αλλά και έναν πρίγκηπα, με σκοπό να σκορπίσουν στα νερά του νησιού που γεννήθηκε τις στάχτες της "μεγαλύτερης τραγουδίστριας όλων των εποχών", σύμφωνα με τη διαθήκη της. Όμως τις ίντριγκες, τα βίτσια, την τρυφηλή ζωή των αριστοκρατών θα διακόψει η άφιξη στο πλοίο ενός πλήθους σέρβων προσφύγων που έχουν ναυαγήσει και ο καπετάνιος αποφασίζει να σώσει. Στο τέλος η πραγματικότητα θα εισβάλλει στη ζωή των αριστοκρατών με τον πιο δυνατό τρόπο.
Ο Φελίνι κινηματογραφεί την ιστορία του με τον αντιρεαλιστικότερο δυνατό τρόπο. Τα πλούσια, μπαρόκ σκηνικά, οι θάλασσες, τα ίδια τα πλοία, είναι εμφανώς ψεύτικα, χάρτινα, φτιαγμένα με τρόπους που φτιάχνονται σε θεατρικές υπερπαραγωγές. Αν δεν το δείτε όμως με τα μάτια σας, δύσκολα θα πιστέψετε το πόσο ποιητικές και ονειρικές μπορεί να είναι αυτές οι ψεύτικες θάλασσες, τα φεγγάρια και οι ουρανοί. Οι προθέσεις του είναι φανερές από την πρώτη σκηνή, που ξεκινά σαν πιστή απομίμηση ασπρόμαυρης, βουβής ταινίας για να αποκτήσει σιγά - σιγά ήχο και χρώμα με εκπληκτικό τρόπο. Για να κάνει ακόμα πιο αντιρεαλιστικό το φιλμ, βάζει τον αφηγητή - δημοσιογράφο που καλύπτει την ιδιόρυθμη αυτή κρουαζιέρα να μιλά κατ' ευθείαν στην κάμερα, δηλαδή στους θεατές, και να διακόπτει τη ροή με τίς αφηγήσεις του. Και στο τέλος η κάμερα αποκαλύπτει ολόκληρο το στούντιο, τα σκηνικά, το συνεργείο, ενώ η δράση συνεχίζεται. Όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από άφθονη μουσική όπερας - και όχι μόνο - και σε καίρια σημεία οι ηθοποιοί τραγουδούν αποσπάσματα από όπερες, δίνοντας έτσι στο φιλμ και χαρακτήρα ενός "περιορισμένου" ιδιόρυθμου μιούζικαλ.
Και βέβαια, σε πολιτικό επίπεδο, ο Φελίνι μιλά για το τέλος μιας εποχής: Η αριστοκρατική τάξη, παρασιτική, κούφια και ήδη παρακμασμένη, αποχωρεί από το προσκήνιο μέσα στους καπνούς και τις εκρήξεις του μεγαλύτερου πολέμου που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η ανθρωπότητα, σπάζοντας το φανταχτερό κουκούλι μέσα στο οποίο ζούσε αγνοώντας τα πράγματα που άλλαζαν γύρω της, ενώ μια καινούρια εποχή, πιο ρεαλιστική και βίαιη ίσως, πιο κυνική, μοιάζει να κυριαρχεί.
Ίσως οι εθισμένοι σε ένα γρήγορο, κοφτό σινεμά να κουραστούν. Ας έχουν όμως υπ' όψη τους ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια από τις πιο ονειρικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Που δείχνει για μια ακόμα φορά την πολύ ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία ενός από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά.

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2009

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ


Το 1965 ο Federico Fellini (1920-1993) γυρίζει την τρίτη του ταινία με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του Τζουλιέτα Μασίνα. Η «Ιουλιέτα των Πνευμάτων» (Giulietta degli Spiriti) όμως βρίσκεται πολύ μακριά από τον συγκινητικό ρεαλισμό των 2 άλλων (La Strada, Νύχτες της Καμπίρια). Με την πρώτη του αυτή έγχρωμη ταινία (έχει ιδιαίτερη σημασία το «έγχρωμη») ο Φελίνι περνά στον ονειρικό, ποιητικό, μπαρόκ και σουρεαλιστικό κόσμο που θα τον χαρακτήριζε μέχρι το τέλος του.
Η Ιουλιέτα, μια μεσήλικας πλούσια, παντρεμένη γυναίκα, αγαπά τον άντρα της, αλλά αυτός της λέει ψέματα και την απατά. Στο φιλμ παρακολουθούμε το πέρασμά της από διάφορες ψυχολογικές «δοκιμασίες» και πειρασμούς, τη μάχη της με τις τύψεις και τις ενοχές που από παιδί κουβαλά λόγω της καθολικής της εκπαίδευσης και την τελική απελευθέρωσή της από τη σκιά του συζύγου, την κατάκτηση της ελευθερίας και τη νίκη της πάνω στο φόβο μιας πιθανής επικείμενης μοναξιάς.
Σύμφωνοι. Αυτό όμως που δεν φαίνεται σε οποιαδήποτε περίληψη είναι ο καθαρά φελινικός τρόπος χειρισμού του θέματος. Διότι ο μετρ επιλέγει να κάνει την ηρωίδα του κάπως (;) ελαφροϊσκιωτη, ονειροπαρμένη. Την κάνει να βλέπει οράματα, παρουσίες που δεν υπάρχουν ή, τέλος πάντων, δεν γίνονται αντιληπτές από τους άλλους. Έτσι η ταινία κυλά ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο κι αυτόν της φαντασίας της Ιουλιέτας. Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να μη χαμογελάσουμε με την σαρκαστική και καυστική ματιά του πάνω στον απίστευτα κενό, μοδάτο και χαζοχαρούμενο κόσμο των αριστοκρατών της εποχής, που αγωνιούν να είναι και μοντέρνοι. Ο ίδιος ο Φελίνι έχει πει ότι δεν είχε σταθερό, προκαθορισμένο σενάριο, αλλά αυτοσχεδίαζε στα γυρίσματα, τακτική που έχει ακολουθήσει και σε άλλε κλασικές του ταινίες και που γίνεται αντιληπτή χάρη στη «ρευστή» πλοκή. Ο θεατής αντιλαμβάνεται όντως ότι θα μπορούσε να προστεθεί ή να τροποποιηθεί μια σκηνή την τελευταία στιγμή, δίχως αυτό να έχει επίπτωση στο σύνολο.
Αυτό όμως στο οποίο πρέπει ιδιαίτερα να σταθούμε είναι ο φελινικός χειρισμός του χρώματος και της εικόνας γενικότερα. Σαν να μην τα χορταίνει, σα να τα ανακαλύπτει για πρώτη φορά, σα να βρίσκεται σε ένα διαρκές τριπ, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί συνεχώς τα πιο εκτυφλωτικά και έντονα χρώματα που μπορείτε να φανταστείτε (είχε δηλώσει ότι την εποχή εκείνη δοκίμασε LSD, αν και αυτό, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν τον επηρέασε τόσο). Η ακραία αυτή χρήση της εικόνας τονίζεται ακόμα περισσότερο από τα εξωφρενικά φορέματα – γυναικεία κυρίως - και τις σουρεαλιστικές εικόνες των παραισθήσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ολοκληρωτικά μπαρόκ, φορτωμένη ατμόσφαιρα, που σίγουρα μερικοί θα θεωρούσαν ότι έχει περάσει στο χώρο του κιτς. Δεν ξέρω για το κιτς, σίγουρα όμως ο όλος χειρισμός φέρνει έντονα στο νου εικόνες ρωμαϊκής παρακμής, ντυμένης μάλιστα με την ανυπέρβλητη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα.
Όλο αυτό το εξεζητημένο πείραμα, τόσο στο σενάριο όσο και στην μπαρόκ εικόνα, σίγουρα θα κουράσει κάποιους. Κατανοητό. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν σε κάτι που παραπέμπει περισσότερο σε ταξίδι ή, αν προτιμάτε, σε παραίσθηση.

Ετικέτες ,

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008

ΕΝΑΣ "ΔΡΟΜΟΣ" ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΓΚΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ


Το "La Strada" (Ο Δρόμος, 1954) του Federico Fellini (1920-1993) μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο του αριστούργημα ή, αν θέλετε, η πρώτη ταινία που μας βάζει για τα καλά στο σύμπαν του. Ενώ σ' αυτή υπάρχουν έντονα στοιχεία νεορεαλισμού, που κυριαρχούσε τότε στο ιταλικό σινεμά, τα συναισθήματα, η συγκίνηση, η αγάπη για το τσίρκο, τους πλανόδιους "καλλιτέχνες" και άλλα συναφή λαϊκά θεάματα, οι χαρακτήρες, όλα μας βάζουν στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του μεγάλου δημιουργού.
Μια πάμφτωχη, αφελής - ίσως και λιγάκι καθυστερημένη - κοπέλα "πουλιέται" από την μητέρα της στον βάναυσο, δίχως ευαισθησίες και συναισθήματα Ζαμπανό, έναν περιπλανώμενο σαλτιμπάγκο, που σπάει αλυσίδες με το στήθος σε κάθε παράστασή του σε πλατείες και δρόμους χωριών και πόλεων. Από τη μία η απόλυτη καλοσύνη, η θυσία, η ανιδιοτελής αγάπη, από την άλλη η βαρβαρότητα, η προσπάθεια ικανοποίησης ατομικών επιθυμιών και μόνο, δίχως την παραμικρή σκέψη για τους άλλους. Ωστόσο η αθώα Τζελσομίνα αγαπά με τον δικό της τρόπο τον κτηνώδη Ζαμπανό και, όσο η ταινία προχωρά, η συγκίνηση ανεβαίνει στα ύψη με τη συνύπαρξη των δύο αυτών τόσο διαφορετικών χαρακτήρων, μέχρι το σπαρακτικό φινάλε, όταν θα δούμε τον Ζαμπανό να σπάει για πρώτη φορά (αλλά θα είναι πια πολύ αργά).
Είναι δύσκολο να πει κανείς τι μένει περισσότερο στο θεατή από μια τέτοια ταινία: Η εκπληκτική Τζουλιέτα Μασίνα, πλασμένη θαρρείς γι' αυτό το ρόλο, ο "βάρβαρος" Άντονι Κουίν, επίσης σε έναν απ' τους καλύτερους ρόλους του, η αξέχαστη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα, η θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία... Επίσης, πέραν όλων αυτών, ο Φελίνι κάνει μια ιδιόρυθμη ταινία δρόμου, πριν ακόμα "εφευρεθεί" ο όρος αυτός. Κι όσο για τον νεορεαλισμό που είπαμε στην αρχή, ελλοχεύει στην κινηματογράφηση μιας πάμφτωχης - όπως οι χαρακτήρες του φιλμ - Ιταλίας, που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του πολέμου και της ήττας της και βιώνει τη πρώτη ανοικοδόμηση και το αβέβαιο ακόμα πέρασμα στη σύγχρονη εποχή, μιας Ιταλίας που θυμίζει πολύ την Ελλάδα του 50, όπως τη βλέπουμε μέσα από ελληνικά φιλμ της εποχής.
Νομίζω ότι η Strada ανήκει ανεπιφύλακτα σ' αυτό που λέμε "κλασική ταινία", αφού η δύναμή της κρατά μέχρι σήμερα. Εμένα τουλάχιστον καταφέρνει να με συγκνεί ακόμα - και την πλειοψηφία των θεατών νομίζω.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker