Δευτέρα, Δεκεμβρίου 16, 2019

ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟ "ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"

Ο Ron Howard είναι ένας παντός καιρού, συχνά επιτυχημένος αμερικάνος σκηνοθέτης, με καλά φιλμ στο ενεργητικό του, δίχως όμως πρωτοτυπία και ιδιαίτερο προσωπικό στιλ. Από τις πολύ καλές στιγμές του είναι το "A Beautiful Mind" (Ένας Υπέροχος Άνθρωπος) του 2001, "πειραγμένη" (με την έννοια ότι δεν μένει πολύ πιστή στα αληθινά γεγονότα) βιογραφία του ιδιοφυούς μαθηματικού Τζον Νας, ο οποίος έπασχε από σχιζοφρένεια, δίχως αυτό να τον εμποδίσει να αναπτύξει πρωτότυπες θεωρίες και να τιμηθεί με Νόμπελ. Και υπάρχει βεβαίως και η καταπληκτική ηθοποιία του Ράσελ Κρόου.
Ο Νας ξεκινά ως ιδιόρρυθμος, πλην όμως με λαμπρό μυαλό, φοιτητής μαθηματικών, διακρίνεται, από την αρχή όμως αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν. Τελειώνοντας με διθυράμβους τις σπουδές του στα ανώτερα μαθηματικά θα προσληφθεί σε μυστικές αμερικάνικες υπηρεσίες για να αποκρυπτογραφεί πολύπλοκους κώδικες, σύντομα όμως η εργασία του αυτή θα μετατραπεί σε εφιάλτη. Εμείς πάντως εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά...
Η ταινία μπορεί να κατηγορηθεί για διάφορες "αμερικανιές" (η αγάπη σώζει, όσον αφορά τη στάση της γυναίκας του, ο επιμένων νικά και άλλα τέτοια). Πλην όμως είναι νομίζω μια καλή ταινία, με σασπένς και ανατροπές (κάπου στο μέσον της) και δίχως να κάνει ούτε στιγμή κοιλιά. Και, βέβαια, από τη φύση του θέμα της είναι συγκλονιστικό, καθώς παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τη διαρκή πάλη ανάμεσα στην ιδιοφυία και την τρέλα και, τελικά, έναν παράδοξο "συμβιβασμό" ανάμεσα στα δύο, συμβιβασμό που είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρχει στην πραγματικότητα. Κι όμως όντως ο (αληθινός) Νας συνέχιζε να δουλεύει και να προτείνει εκπληκτικές μαθηματικές θεωρίες και κατάφερε να πάρει Νόμπελ, ενώ παράλληλα μπαινόβγαινε διαρκώς σε άσυλα. Είναι εκπληκτικό.
Χολιγουντιανή μεν, προφανώς καλογυρισμένη, αλλά δίχως σκηνοθετική "προσωπικότητα", ωστόσο προτείνεται ανεπιφύλακτα. Το αμερικάνικο mainstream στα καλύτερά του.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2016

EIGHT DAYS A WEEK : ΟΤΑΝ ΟΙ BEATLES ΕΠΑΙΖΑΝ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΑ

Οι Beatles είναι το θρυλικότερο ροκ συγκρότημα και μία από τις γνωστότερες "εικόνες" της ποπ κουλτούρας παγκοσμίως. Κυκλοφόρησαν δίσκους από το 1962 έως το 1970, κατέριψαν μουσικά ρεκόρ και στη συνέχεια τα μέλη ακολούθησαν σόλο καριέρες. Άρχισαν να παίζουν σε μικρά κλαμπάκια και έφτασαν να εμφανιστούν σε πελώριο στάδιο της Νέας Υόρκης μπροστά σε 56.000 θεατές. Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν κάποιοι είναι ότι οι ζωντανές εμφανίσεις τους κράτησαν μόνο από το 1962 ώς το 1966. Από τότε και μέχρι τη διάλυσή τους το 1970 δεν έκαναν ποτέ live. Το ενδιαφερον είναι  ότι αυτά ακριβώς τα τελευταία χρόνια (66-70) έβγαλαν τα σημαντικότερα (και πιο "σοβαρά", ώριμα και με πρωτόγνωρους πειραματισμούς) αριστουργήματά τους (Stg. Pepper's..., White Album, Abbey Road κλπ.). Το 2016 ο Ron Howard γυρίζει το "The Beatles : Eight Days a Week - The Touring Years", ένα ντοκιμαντέρ για τις περιοδείες και τα live του συγκροτήματος.
Έχοντας μαζέψει πολύ υλικό (συχνά άγνωστο στο ευρύ κοινό) από ζωντανές εμφανίσεις, σκηνές από τα πλήθη που παραληρούν (η περίφημη beatlemania), δηλώσεις της εποχής (αλλά και μεταγενέστερες) των μελών του γκρουπ, συνεντεύξεις από επώνυμους φαν (Γούπι Γκόλντμπεργκ, Έλβις Κοστέλο, Σιγκούρνι Γουίβερ) και άλλα, ακολουθεί τα Σκαθάρια από τα πρώτα τους βήματα στο Λίβερπουλ, την πόλη τους, και το Αμβούργο, όπου εμφανίζονταν τακτικά σε κλαμπ, στην μεγάλη έκρηξη της επιτυχίας, τη γέννηση της beatlemania και, κυρίως, τις εξοντωτικές τεράστιες περιοδείες τους τόσο στην πατρίδα τους και στην Αμερική όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο (μεταξύ άλλων είχαν παίξει στην Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες), την κατάληξη από μικρά κλαμπ σε αχανή στάδια (ήταν το πρώτο γκρουπ που έπαιξε σε στάδιο), αλλά και την τόλμη τους να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι είναι ενάντια στο ρατσισμό στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ βρίσκονταν εκεί, προκαλώντας έτσι την οργή των πάμπολλων εκεί ρατσιστών.
Η ταινία διαθέτει γρήγορο μοντάζ και νομίζω ότι αυτό βοηθά στο να μην κουραστει ο θεατής, όπως συμβαίνει συχνά σε ντοκιμαντέρ. Αναδεικνύει ανάγλυφα το χιούμορ, την τρέλα, την τόλμη (θράσος το χαρακτηρίζουν μερικοί), αλλά και τη βαθιά συντροφικότητα και αλληλοεκτίμηση των μελών στα  πρώτα χρόνια του γκρουπ και καταδεικνύει την βαθμιαία αλλαγή τους καθώς οι 4 ωριμάζουν και αρχίζουν σιγά - σιγά να έχουν προσωπικές ζωές και έξω από το συγκρότημα. Αναπόφευκτα το μεταξύ τους δέσιμο και η παροιμοιώδης συντροφικότητα εξασθενούν. Το φιλμ περιγράφει επίσης σαφώς το πώς οι συναυλίες, από απολαυστικές γι' αυτούς κατέληξαν να γίνουν επικίνδυνες, σχεδόν εφιαλτικές, ενώ οι ατελείωτες περιοδείες από την αρχική διασκέδαση και μέθη για την απίστευτη επιτυχία μετατρέπονται σε αβάσταχτη κούραση. Με λίγα λόγια διαγράφεται καθαρά το βάρος, το τίμημα αν θέλετε, της τεράστιας επιτυχίας. Άλλωστε από πάντα οι ίδιοι δήλωναν ότι προτιμούν τις στούντιο ηχογραφήσεις, όπου μπορούν να πειραματιστούν και να τελειοποιήσουν τη μουσική τους, από τη σκηνή. Γι' αυτό άλλωστε, όταν σταμάτησαν τα live, έγραψαν, όπως είπαμε, τα καλύτερα τραγούδια τους.
Η ταινία είναι ευφορική, πλημμυρισμένη από μουσική, αλλά και αφήνει μια γεύση μελαγχολίας στο τέλος. Φυσικά συνίσταται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους του μάλλον σημαντικότερου συγκροτήματος όλων των εποχών.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Απριλίου 19, 2015

Η ΤΡΕΛΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ"

Ο Ron Howard υπήρξε τις περισσότερες φορές η απόλυτη ενσάρκωση του χολιγουντιανού mainstream. Η ταινία του 1994 "The Paper" (Το Πρωτοσέλιδο) δεν αποτελεί σε γενικές γραμμές εξαίρεση. Διαθέτει ένα καλό καστ (Μάικλ Κίτον, Γκλεν Κλόουζ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Μαρίζα Τομέι), κάποιες καλές στιγμές ίσως, αλλά μέχρις εκεί.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη "ζωή" μιας εφημερίδας (ή γύρω από τη ζωή στην εφημερίδα). Πρόκειται για μια μάλλον κίτρινη καθημερινή εφημερίδα, η οποία ωστόσο, παρά τον κιτρινισμό της (πρωτοσέλιδα με δυστηχήματα, ακρωτηριασμένα μέλη, "μικρά" θέματα που προβάλλονται ως τεράστια κλπ.) δεν γράφει τουλάχιστον ψέματα, κι αυτή είναι η ηθική αρχή της. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος δημοσιγράφος, που συχνά ξενυχτά στα γραφεία, τρέχει ανά πάσα στιγμή να πιάσει τη μεγάλη είδηση ή την αποκλειστικότητα και γενικά ζει (ανθυγιεινά) για την εφημερίδα και μόνο, παρά το ότι η γυναίκα του βρίσκεται πολύ κοντά στη γέννα. Γύρω του κινείται ένα αληθινό τσίρκο από δημοσιογράφους, χαρακτήρες σαν κι αυτόν πάνω κάτω, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του (η μία φιλοδοξη και αδίστακτη, ο άλλος με μανία καταδίωξης κλπ.), με επικεφαλής τον διευθυντή, που κι αυτός έχει το ίδιο "μικρόβιο". Μια μέρα δύο λευκοί επιχειρηματίες βρίσκονται δολοφονημένοι, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ρατσιστικό έγκλημα από μαύρους, η αστυνομία μάλιστα συλλαμβάνει δύο νεαρούς μαύρους ύποπτους, όλα όμως βρωμάνε ότι πρόκειται για πλεκτάνη. Τότε ο ήρωάς μας - αδιαφορώντας για την οικογένειά του - αναλαμβάνει δράση για να ξεσκεπάσει την αλήθεια - περισσότερο ίσως από δημοσιογραφικό πάθος για την αποκλειστικότητα, παρά για να αποκαταστήσει μια αδικία.
Η ταινία είναι χιουμοριστική και σκιαγραφεί το πάθος με την είδηση που προαναφέραμε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σχεδόν δεν έχουν δική τους ζωή, έχουν συχνά καταστρέψει με τις οικογένειές τους και, τελικά, ζουν για τη δουλειά, η οποία τους κουράζει αφάνταστα, αλλά και δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτήν. Βέβαια ο Χάουαρντ "χρυσώνει το χαπι" λέγοντάς μας τελικά ότι "κατά βάθος όλοι αυτοί οι βαρεμένοι, ακόμα και οι αδίστακτοι, είναι καλοί και τίμιοι", πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω όσον αφορά ένα σημαντικό μέρος των δημοσιογράφων. Εκτός αυτού στο πρώτο τρίτο περίπου, όπου όλα συμβαίνουν στην καθημερινή τρέλα της εφημερίδας, βαρέθηκα αρκετά. Όσο για το βολικό για όλους τέλος - χάρη σε μια απίθανη ηθική" στροφή - μάλλον με χάλασε.
Ίσως διασκεδάσετε κάπου, δεν το θεωρώ όμως και τίποτα σπουδαίο. Το αντίθετο μάλλον.

Ετικέτες ,

Τρίτη, Απριλίου 17, 2012

Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ ΤΟΥ "WILLOW"

Όταν ο Ron Howard (ένας σκηνοθέτης που, εκτός από το "Frost/Nixon", αντιπαθώ), γύρισε το Willow το 1988, η ταινία μου είχε κάνει σχετική εντύπωση. Δεν υπήρχε ακόμα το «Lord of the Rings” και γενικά το fantasy στο σινεμά δεν ήταν ακόμα ένα μάλλον κορεσμένο είδος. Ξαναβλέποντας το φιλμ σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν με εντυπωσιάζει πια τόσο. Αντίθετα, το βρίσκω απόλυτα προβλέψιμο στα περισσότερα στοιχεία του. Ο άγριος και απατεώνας βάρβαρος, που κατά βάθος είναι «καλός», οι απόλυτα ξεκάθαροι ρόλοι καλών – κακών, το εντελώς σίγουρο θετικό φινάλε… όλα συνάδουν σε κάτι που είναι φτιαγμένο δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία. Ακόμα και το χιούμορ που διανθίζει την ταινία είναι όπως ακριβώς αναμένουμε να είναι. Αυτό που είναι εντυπωσιακό όμως είναι η ομοιότητά του με το προαναφερθέν «Lord of the Rings”. Στην ουσία πρόκειται για μια παραλλαγή του μύθου του κλασικού βιβλίουτου Τόλκιν, του κλασικότερου βέβαια της λογοτεχνίας του είδους: Μια αποστολή ζωής ή θανάτου βρίσκεται στο κέντρο του μύθου (εκεί είναι το περίφημο δαχτυλίδι, εδώ ένα μωρό που θα λυτρώσει τον κόσμο από το κακό), ένας άσημος και καθόλου ήρωας «κουβαλητής» του επικίνδυνου φορτίου (ο οποίος, σημειωτέον, ανήκει κι αυτός σε φυλή νανοειδών όντων, όπως ακριβώς ο Φρόντο είναι χόμπιτ), ένας ισχυρός προστάτης, ακούσιος και συχνά απρόθυμος εδώ, ο οποίος ωστόσο έχει ουσιαστικά τη θέση του Αραγκόρν, η ύπαρξη του απόλυτου κακού, εδώ με τη μορφή κακιάς βασίλισσας, η διαρκής νοσταλγία του ήρωα για το χωριό του και ο διακαής πόθος επιστροφής σ' αυτό … τέτοια πρωτότυπα πράγματα… Σημειωτέον ότι η ιστορία είναι του Τζορτζ Λούκας, που πάντα ήξερε πολύ καλά να κάνει copy/pasre, εδώ όμως νομίζω ότι το παρακάνει. ΟΚ, θα μου πείτε. Όλα αυτά είναι κάποιες παρατηρήσεις και έχουν ίσως κάποια αξία, είναι όμως ευχάριστη η ταινία; Παρακολουθείται με αγωνία, κρατά τον θεατή, εφόσον αυτό είναι το ζητούμενο σε ένα τέτοιο φιλμ; Σχετικά, θα ήταν η απάντησή μου. Εντάξει, βλέπεται αρκετά ευχάριστα, παρά τα τόσα κλισέ, τίποτα το σπουδαίο όμως. Και βέβαια δεν πρόκειται για κανένα σπουδαίο φιλμ, ώστε να μπεις στον κόπο να το «τοποθετήσεις τα πλαίσια της εποχής του» και να το χαρακτηρίσεις κάτι σαν πρόδρομο. Οπότε, αν θέλετε μια ανώδυνη και, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, σχετικά χαλαρή διασκέδαση, δείτε το. Δίχως να περιμένετε όμως κάτι σπουδαίο. Να θυμάστε προπάντων ότι όλα αυτά τα έχετε ξαναδεί πολλές φορές.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

ILLUMINATI ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΑΠΟΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ


Εντάξει λοιπόν, οι "Illuminati: Οι Πεφωτισμένοι" (Angels and Demons, 2009) του Ron Howard
είναι κάπως καλύτεροι από τον ανεκδιήγητο "Κωδικό Ντα Βίντσι". Δεν νομίζω όμως ότι αυτό με κάνει να χαίρομαι ιδιαίτερα, αφού οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι καλύτερο απ' αυτό δίχως να σημαίνει ότι είναι καλό από μόνο του. Και η άλλη απορία βέβαια είναι πώς τα καταφέρνει ο Howard αμέσως μετά το ενδιαφέρον Frost/Nixon να γυρνά με τόση άνεση στα προηγούμενα χάλια (προφανώς το Frost/Nixon ήταν η εξαίρεση στο έργο του κι όχι οι διάφοροι Κωδικοί).
Εδώ λοιπόν οι ρυθμοί είναι πιο σφιχτοί με αποτέλεσμα να χαζεύεις κάπως στις δύο ώρες (και αμέσως μετά φυσικά να ξεχνάς τα πάντα). Η συνωμοσιολογία και οι "συγκλονιστικές" αποκαλύψεις είναι ηπιότερες (το βάρος πέφτει σε προσωπικές συνωμοσίες και όχι σε... συμπαντικές), το σασπένς πιο έντονο. Ωστόσο είναι τόσες οι συσσωρευμένες απιθανότητες, που το πράγμα καταντά γελοίο. Αφείστε που ο ήρωας Τομ Χανκς λύνει τους πολύπλοκους γρίφους σα να' ναι πράξεις δημοτικού (και μάλιστα έναν σε κάθε ώρα, όπως απαιτεί το σενάριο), με εκνευριστική διάυγεια και (σχεδόν) μαντική ικανότητα και στο μεταξύ προλαβαίνει να παθαίνει και διάφορα, να πέφτει σε καταπακτές, να γλυτώνει τελευταία στιγμή από βέβαιο θάνατο κλπ., πλην όμως να συνεχίζει ακάθεκτος. Διότι αν την σήμερον ημέρα δεν είσαι και γαμώ τους επιστήμονες και Ταρζάν, ποία η μοίρα σου στον κόσμο;
Φυσικά ο συντηρητισμός ξεχειλίζει από παντού: Οι συντηρητικόί καρδινάλιοι αποδεικνύεται ότι έχουν δίκιο (όσοι είναι ανανεωτές άλλα έχουν στο μυαλό τους), η εκκλησία σώζεται φυσικά για να συνεχίσει το θεάρεστο έργο της, να ταϊζει παιδιά και φτωχούς και "να δίνει ελπίδα στις καρδιές εκατομμυρίων", όπως συχνά ακούγεται (πάλι καλά που κάπου αναφέρεται επίσης ότι είναι και πανίσχυρη τράπεζα και ότι έκανε και κακά πράγματα στο παρελθόν, τότε που έκαιγε "αιρετικούς" με το τσουβάλι, θυμάστε), η θρησκεία και η επιστήμη είναι αλληλοσυμπληρούμενες (κάτι σαν το γιν και το γιανγκ φαντάζομαι) και πολλά άλλα. Εύτυχώς που όσο κράταγε όλο αυτό το ρεσιτάλ αναληθοφάνειας (με αποκορύφωμα γελοιότητας τις τελευταίες σκηνές με το ελικόπτερο), εγώ χάζευα την πανέμορφη Ρώμη που έχω επισκεφτεί σχετικά πρόσφατα και τα μνημεία της (όλα σχεδόν παίζουν στο φιλμ κάποιο ρόλο: Ο άγιος Πέτρος, η Καπέλα Σιξτίνα, η Πιάτζα Ναβόνε, το Πάνθεον και άλλα πολλά). Όσο για τον Ντα Βίντσι, εδώ έχει αντικατασταθεί από τον Μπερνίνι, με γκεστ σταρ τον Ραφαήλ. Για να μη ξεχνιόμαστε δηλαδή.
Καλά ποπ κορν.

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2009

ΦΡΟΣΤ (TV) - ΝΙΞΟΝ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΕΝΑ


Είναι από τα περίεργα του κινηματογράφου: Πώς ένας χλιαρός (συχνά νερόβραστος) σκηνοθέτης όπως ο Ron Howard, υπεύθυνος για μερικά μπλοκμπάστερ απ' αυτά για τα οποία έχει επινοηθεί ο όρος "αμερικανιά", κάνει ξαφνικά μια τόσο ενδιαφέρουσα ταινία. Γιατί το Frost / Nixon (2008) δεν με άφησε κυριολεκτικά να πάρω ανάσα, κι ας είναι σχετικά στατικό (προέρχεται από θεατρικό έργο), κι ας ασχολείται με μια αληθινή πολιτική ιστορία (θέματα που συνήθως, ως πρώτη, ενστικτώδης αντίδραση τέλος πάντων, τα βαριέμαι).
Το 1977 ο πρώην πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον, που το 1973 διώχτηκε κακήν κακώς από το Λευκό Οίκο εξ αιτίας του σκανδάλου Γουότεργκέιτ, σπάει για πρώτη φορά τη σιωπή του παραχωρώντας μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στον Ντέιβιντ Φροστ. Εδώ αρχίζουν οι ιδιαιτερότητες: 1. Η συνέντευξη δεν θα ήταν μια απλή κουβέντα. Είχε απ' την αρχή κανονιστεί να είναι ουσιαστικά ένα είδος μονομαχίας: Ή ο Φροστ θα συντρίψει τον Νίξον και θα τον εξαφανίσει από τον πολιτικό χάρτη ή ο Νίξον θα κερδίσει τις εντυπώσεις, θα γίνει και πάλι συμπαθής στα μάτια του λαού και ο Φροστ δεν θα ξαναδεί εκπομπή ούτε ζωγραφιστή. 2. Ο Φροστ δεν ήταν ο χάι δημοσιογράφος με κύρος και πολιτική εμπειρία. Ήταν ένας πετυχημένος παρουσιαστής τοκ σόου, κάτι σαν Αρναούτογλου της εποχής. Γιατί δέχτηκε ο Νίξον να μιλήσει σ' αυτόν; Μα γιατί πληρώθηκε με 600.οοο δολάρια (ο Φροστ, που είχε καταχρεωθεί για να τα βρει, θα πούλαγε τη συνέντευξη στα κανάλια για πολύ περισσότερα). Στο νου μας έρχεται αβίαστα το συγκλονιστικό και πολύ πριν την εποχή του "Τζακ Μπάρον" του Νόρμαν Σπίνραντ. Μόνο που εδώ έχουμε αληθινά γεγονότα. Αποτέλεσμα; Μέχρι σήμερα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες τηλεοπτικές εκπομπές όλων των εποχών, ενώ ο Νίξον είναι, μαζί με τον προσφάτως ξεκουμπισθέντα Μπους, οι δύο πιο μισητοί πρόεδροι της Αμερικής από τους ίδιους τους αμερικάνους.
Έτσι η όλη ταινία δομείται σαν μονομαχία, και μάλιστα με γύρους (αφού συνολικά συμφωνήθηκαν 4 δίωρες συνεντεύξεις), διαθέτει εξαιρετικό σασπένς και με κράτησε καθηλωμένο.
Αυτά που "διαβάζουμε" στο φιλμ είναι πολλά και ποικίλα: Για μια ακόμα φορά η βρωμιά της πολιτικής, η αναλγησία και τα ξεπουλήματα. Σημαντικότερο όμως, νομίζω, είναι η διερεύνηση της τεράστιας δύναμης της TV και των μίντια γενικότερα. Η εικόνα, που "ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις" κατά το γνωστό ρητό, μπορεί να πετύχει όσα δεν πέτυχε η δικαιοσύνη, που τα έκανε πλακάκια και δεν καταδίκασε ποτέ τον διεφθαρμένο πρόεδρο (του απονεμήθηκε χάρη από τον επόμενο). Από την άλλη έρχεται ο εύλογος προβληματισμός γι' αυτή τη ανεξέλεγκτη δύναμη, και μάλιστα στα χέρια ουσιαστικά γελοίων τύπων όπως ο Φροστ. Η δύναμη αυτή μπορεί να τινάξει στον αέρα καριέρες, εκεί όπου οι αρτηριοσκληρωτικοί και συχνά διεφθαρμένοι θεσμοί απέτυχαν να το κάνουν. Και καλά στην περίπτωση που εξετάζουμε, όπου βέβαια πολύ καλά έκανε. Δεν θα στενοχωρηθούμε για τον Νίξον (ο οποίος, σημειωτέον, στην ταινία δείχνει και το καθημερινό, ανθρώπινο πρόσωπό του). Φανταστείτε όμως στη θέση του να βρίσκεται κάποιος άλλος, πολύ λιγότερο ένοχος; Τα σύγχρονα παραδείγματα είναι πολλά.
Ταινία πολλαπλών προβληματισμών λοιπόν, που, επαναλαμβάνω, δεν κουράζει καθόλου, το αντίθετο μάλιστα. Λέτε ο Howard να μετάνοιωσε ξαφνικά για τον πρότερο βίο του;

Ετικέτες ,

Κυριακή, Μαΐου 28, 2006

Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ DA VINCI ΤΙ ΕΦΤΑΙΓΕ;


Να πω αρχικά ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Γι' αυτό και πήγα με προσδοκίες στην ταινία που προέκυψε (σιγά μην το άφηναν με τέτοιο σουξέ) από τον περίφημο "Κώδικα Da Vinci". Πρώτο, για να βγάλω την "υποχρέωση" και να αποφύγω το διάβασμα ενός τόμου που ήξερα ότι δεν θα μου άρεσε (αφ' ενός διότι ο Έκο έχει γράψει απείρως καλύτερα για παρόμοια θέματα, αφ΄ετέρου επειδή έχω διαβάσει τους Ιλουμινάτους του Brown και το στιλ του δεν μου άρεσε καθόλου). Δεύτερο, για να περάσω τουλάχιστον 2 ώρες καλά, με την έννοια του χαβαλετζίδικου και διασκεδαστικού Χόλιγουντ, αυτού με τα ποπ κορν και τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης και τις απίθανες καταστάσεις κι όλα τα σχετικά. Όσον αφορά την πρώτη μου προσδοκία, κάτι έγινε: Είμαι πλέον σίγουρος ότι δεν θα διαβάσω ποτέ το βιβλίο. Στη δεύτερη όμως, απέτυχα παταγωδώς. Θεωρώ ότι - εκτός από παντελή έλλειψη βάθους, αλλά είπαμε, αυτό το περίμενα - η ταινία είναι πολύ απλά, ΚΑΚΟ Χόλιγουντ. Έπληξα αφόρητα. Οι (συγκλονιστικές υποτίθεται) αποκαλύψεις έπεφταν βροχή, ο Χανκς κάθε λίγα λεπτά έλυνε και έναν απίθανο γρίφο και προχωρούσε στον επόμενο, όταν επιτέλους πλησιάζε το τέλος είχα υποστεί ένα αφόρητο overdose αποκαλύψεων και όλα αυτά με μια σκηνοθεσία επίπεδη και πλαδαρή (όπως συνήθως συμβαίνει με τον Ron Howard).
Ρεκόρ πλαδαρότητας όμως κατέρριψε και ο Τομ Χανκς, που έδειχνε να βαριέται αφόρητα. Το ίδιο βαριόταν προφανώς και η Τοτού, που ο ρόλος της περιοριζόταν σε συνεχείς ερωτήσεις για το τι σημαίνουν όσα έβρισκαν, ώστε να μπορεί ο ιδιοφυής Τομ να της (μας) εξηγεί πώς τα σκέφτηκε όλα αυτά και τι ιλιγγιώδεις και εξωπραγματικούς συνειρμούς έκανε... Συνολικά, θεωρώ τους χειρότερους ρόλους της καριέρας αμφοτέρων των καλών κατά τα άλλα ηθοποιών.
Θα πρότεινα να μην το δείτε ούτε σε θερινό. Δεν νομίζω ότι αξίζει τα ποπ κορν του.
ΥΓ. Για να πω και ένα θετικό, το μόνο καλό που βγαίνει είναι η αρκετά τολμηρή καταγγελία του βρώμικου ρόλου που έχει παίξει και εξακολουθεί να παίζει η Εκκλησία ανά τους αιώνες (η πανίσχυρη καθολική ιδιαίτερα, αλλά και γενικότερα). Αν δεν το είχατε ακόμα αντιληφτεί αυτό, τότε, αληθινά, ένας νέος κόσμος θα ανοίξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας!

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker