Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2017

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ "MAJESTIC", Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΘΙΣΜΟΣ

Το 2001 ο εξαφανισμένος Frank Darabont, (μέχρι σήμερα έχει κάνει μόλις 4 ταινίες), φρέσκος ακόμα απο τις επιτυχίες του "Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ" και "Πράσινο Μίλι", γυρίζει το "The Majestic", τη μοναδική του ταινία που δεν βασίζεται σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ. Το ατού της ήταν βέβαια ο Τζιμ Κάρεϊ σε έναν από τους λίγους δραματικούς του ρόλους.
Στην εποχή του μακαρθισμού (αρχές 50ς), στην περίφημη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, η οποία κατέστρεψε ουκ ολιγες καριέρες, μπαίνει ένας νεαρός και φέρελπις σεναριογράφος. Φυσικά καλείται να "μετανοήσει", δίνοντας στην φασιστική επιτροπή ονόματα κομμουνιστών συναδέλφων που έχουν παρεισφρύσει στο... άσπιλο αμερικάνικο σινεμά και το... αθώο Χόλιγουντ. Συγχισμένος θα πιει πολύ αλκοόλ, θα οδηγήσει και θα στουκάρει με το αυτοκίνητό του. Ανασύρεται από τα νερά σε άγνωστη μικρή πόλη και συνειδητοποιεί ότι έχει πάθει αμνησία και ότι αγνοεί τα πάντα για το παρελθόν του. Εκεί όμως όλοι τον δέχονται σαν ήρωα, αφού μοιάζει με έναν λαμπρό νεαρό που θεωρούσαν ότι  σκοτώθηκε στον πόλεμο δίχως να βρεθεί το πτώμα του. Εφόσον λοιπόν εκείνος δε θυμάται τίποτα αποδέχεται την ταυτότητα αυτή. Με τον ηλικιωμένο πατέρα του θα ξανανοίξουν το σινεμά Ματζέστικ, θα αρχίσει να νοιώθει απόλυτα ευτυχισμένος, το παρελθόν όμως καραδοκεί...
Εντάξει, σε πρώτη θέαση το φιλμ φαίνεται συμπαθητικό, γλυκό, διδακτικό και κυρίως νοσταλγικό. Δεν πέρασα άσχημα βλέποντάς το, παρά την μεγάλη (και μάλλον αχρείαστη) διάρκειά του (152 λεπτά). Επίσης, λογικό είναι, βρίσκεται στη "σωστή πλευρά" καταδικάζοντας απερίφραστα τον σκοταδισμό και τη μισσαλοδοξία μιας από τις μελανότερες εποχές της αμερικάνικης ιστορίας. Εδώ το ζητούμενο είναι να δηλώσει κανείς το αυτονόητο: "Δεν είμαι κομμουνιστής, οποιοσδήποτε όμως, βάσει του συντάγματος και της υποτιθέμενης ελευθερίας της χώρας, έχει το δικαίωμα να είναι". Προφανές. Λίγοι όμως τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο τότε... Καλά πάμε λοιπόν από πολιτική σκοπιά. Τι γίνεται όμως σεναριακά; Ε, λοιπόν, εκεί τα πράγματα δεν βγαίνουν. Θα έκανα απαράδεκτο σπόιλερ αν εξηγούσα λεπτομερώς γιατί και πώς, αλλά τα πάντα βασίζονται σε εντελώς απίθανες συμπτώσεις ή, τέλος πάντων, κάτι τέτοιο όπως αυτό που βλέπουμε θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Όσο για την εικόνα της αμερικάνικης επαρχίας των 50ς, παρουσιάζεται εντελώς ειδυλλιακή, γλυκιά, παστέλ. Όπως και η εμφανής κινηματογραφοφιλία της ταινίας (το σινεμά "Ματζέστικ", οι παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες που προβάλλονται, οι αφίσες, η "οικογενειακή" προσέλευση του κοινού) όλα συντελούν στο να ξυπνήσουν μέσα μας το αίσθημα της απόλυτης νοσταλγίας.
Αυτά λοιπόν. Πολιτικά ορθό, υποστηρίζοντας ότι οφείλουμε να έχουμε το θάρρος να υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας ακόμα κι αν αυτές είναι μειοψηφικές, υπερβολικά νοσταλγικό και λουστραρισμένο, βλέπεται μεν ευχάριστα (αν δεν κουραστείτε από τη διάρκειά του), αλλά... Μάλλον η πιο αδύνατη ταινία από τις τέσσερις του Darabont.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

ΚΑΤΑΜΑΥΡΗ "ΟΜΙΧΛΗ"


Λίγο καιρό πριν γκρίνιαζα για την παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας. Ευτυχώς οι διαψεύσεις αυτής μου της θέσης είναι συχνές τελευταία (και περιμένουμε και το "Ορφανοτροφείο"), πράγμα που με κάνει να χαίρομαι, χωρίς βεβαίως να ανατρέπεται ακόμα η γενική αρνητική εικόνα του είδους στην εποχή μας.
Άρχικά λοιπόν υπήρξε το διήγημα του Stephen King "Η Ομίχλη". Ο Τζον Κάρπεντερ, όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, το μετέφερε στην οθόνη το 1980 αλλάζοντάς το σχεδόν ολοκληρωτικά. Με την τωρινή του "Ομίχλη" (The Mist, 2007), ο ικανός Frank Darabont, στην 4η μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, βρίσκεται κοντύτερα στο κείμενο του Κινγκ (αν και όχι απόλυτα) και κάνει μια κατά τη γνώμη μου πιο ενδιαφέρουσα ταινία από αυτήν του Κάρπεντερ.
Φυσικά και αυτή εδώ έχει αρκετά στοιχεία που έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του είδους. Από την πολιορκία μιας σχετικά μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε ένα σούπερ μάρκετ από τα εφιαλτικά τέρατα που ξεπηδούν από μια πυκνή ομίχλη μέχρι τις γιγάντιες αράχνες και τις alienοειδείς σκηνές. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την "Ομίχλη" από το να είναι μια από τις πιο εντυπωσιακες ταινίες στο είδος της. Ο Darabont με έξυπνο τρόπο μετατοπίζει το ενδιαφέρον της δράσης από τα εξωτερικά στοιχεια (τα τέρατα που λέγαμε) στα εσωτερικά, στη συμπεριφορά δηλαδή και τη διαμάχη ανάμεσα στους παγιδευμένους ανθρώπους και στις αντιδράσεις τους απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση "έκτακτης ανάγκης". Οι έγκλειστοι αποτελούν μια μικρογραφία της κοινωνίας και ανάμεσά τους συνυπάρχουν κάθε είδους στοιχεία. Ο σκηνοθέτης δείχνεται απόλυτα πεσιμιστής, δηλώνοντας, πολύ απλά, ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις ο άνθρωπος γίνεται κτήνος, έρμαιο των ενστίκτων του, ενώ η λογική εκλείπει σιγά - σιγά. Ταυτόχρονα κάνει και μια έντονη κριτική της σύγχρονης αμερικάνικης (και όχι μόνο, φοβάμαι) καινωνίας, καυτηριάζοντας τον θρησκευτικό φανατισμό και τις ολέθριες επιπτώσεις του, τη μισσαλοδοξία, τον μιλιταρισμό, αλλά και την απλή βλακεία του λεγόμενου "μέσου πολίτη", που παραδίδεται δίχως αντίσταση σε όλα τα παραπάνω.
Εκεί όμως που φαίνεται περισσότερο απαισιόδοξος από ποτέ είναι στο συγκλονιστικό και απρόβλεπτο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει άναυδο, παγωμένο, ακόμα και ενοχλημένο, με μια αίσθηση του στυλ "Ε, όχι! Αυτό πάει πάρα πολύ". Βλέπετε, έχει καταφέρει να επινοήσει ένα τέλος που, αφού κορυφώνει το συνεχές σασπένς, πάει πολύ πιο πέρα από το απλό "τελικά οι ήρωες πεθαίνουν" και γινεται κάτι πολύ χειρότερο, που δεν θα σας πω φυσικά. Ένοιωσα έκπληξη για το πώς μια χολιγουντιανή ταινία επέτρεψε στον εαυτό της ένα τέτοιο φινάλε, ίσως το σκοτεινότερο που έχω δει ποτέ σε τέτοιο φιλμ.
Για τους φίλους του είδους νομίζω ότι η ταινία είναι must. Οι υπόλοιποι και οι ανύποπτοι, ίσως αργήσουν να συνέλθουν.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker