Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014

ALPHAVILLE Ή Η ΚΑΤΑ ΓΚΟΝΤΑΡ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το "Aplhaville" είναι η ταινία επιστημονικής φαντασίας που γύρισε ο Jean- Luc Godard το 1965. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι και η νοσταλγική ματιά του δημιουργού στα αμερικάνικα b-movies και στην pulp λογοτεχνία. Και είναι και διάφορα άλλα πράγματα.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.



Ετικέτες ,

Σάββατο, Ιουλίου 05, 2014

Η "ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΙς ΣΧΕΣΕΙΣ

Στα 1963 ο Jean-Luc Godard στην ακμή του (προσωπικά μ' αρέσει μόνο η δεκαετία του 60 του ανατρεπτικού δημιουργού), γυρίζει την "Περιφρόνηση" (Le mepris) με μια εκθαμβωτική, σέξι Μπριζίτ Μπαρντό στον βασικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί ένα ταυτόχρονο στοχασμό τόσο για τις σχέσεις των δύο φύλων όσο και για τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2009

ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΑΣ Ή Ο ΠΑΙΓΝΙΩΔΗΣ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ποιος είπε ότι ο Jean-Luc Godard δεν είχε χιούμορ; Επικρατεί γι' αυτόν η άποψη του στριφνού και αυστηρού σκηνοθέτη, αγέλαστου και διανοούμενου. Και ίσως έτσι να είναι από τις αρχές των 70ς και μετά. Το 1961 όμως γύριζε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Η Γυναίκα είναι Γυναίκα" (Une Femme est une Femme) με την πανέμορφη Άννα Καρίνα και πάλι, φυσικά. Κι εδώ βλέπουμε έναν παιχνιδιάρη, αστείο, ανάλαφρο Γκοντάρ - πάντοτε όμως ανατρεπτικό.
Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον Γκοντάρ τόσο σημαντικό, πρωτοπόρο, ανανεωτικό; Είναι, νομίζω, αυτό το διαρκές παιχνίδι που κάνει με τους ίδιους τους κώδικες και τις αρχές του σινεμά - ή της αφήγησης, αν θέλετε. Το ότι κρατά διαρκώς τον θεατή αποστασιοποιημένο υπενθυμίζοντάς του με πλήθος διαφορετικών τρόπων ότι αυτό που βλέπει δεν είναι παρά σινεμά, μια ταινία μόνο, όχι η αληθινή ζωή. "Μην πιστεύετε όσα βλέπετε" μοιάζει να λέει. "Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τα επινόησα!"
Πώς το κάνει αυτό; Αφηγείται μια απλή ιστορία μιας στριπτιζέζ που ζει με τον φίλο της και προσπαθεί να τον πείσει να κάνουν παιδί ενώ αυτός διστάζει, και ταυτόχρονα φλερτάρει με τον καλύτερό του φίλο που είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτή η αφήγηση όμως κάνει το παν για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς πρόκειται για αφήγηση, fiction, κάτι που κάποιος σκέφτηκε και έφτιαξε. Έτσι οι ηθοποιοί παίζουν συχνά αφύσικα, μερικές φορές στρέφονται στην κάμερα, σα να μιλούν με το θεατή και όχι με τον εκάστοτε συνομιλητή τους. Άλλες φορές στα καλά καθούμενα η μέχρι τότε "πεζή" αφήγηση μετατρέπεται σε μιούζικαλ, άλλοτε πάλι οι καταστάσεις είναι αφύσικες, σχεδόν σουρεαλιστικές. Ταυτόχρονα οι ενδοκινηματογραφικές αναφορές είναι πανταχού παρούσες. Οι ήρωες μιλάν για παλιές ταινίες, συχνά αμερικάνικες, ή φέρονται όπως οι πρωταγωνιστές τους, αναφέρονται όμως και στο ίδιο το "Με κομένη την ανάσα", το προηγούμενο φιλμ του Γκοντάρ. Η συμπεριφορά τους γίνεται συχνά παράξενη, καθόλου ρεαλιστική, άλλοτε συνενοούνται μόνο με λέξεις από εξώφυλλα βιβλίων, δίχως να μιλάνε - κι αυτά είναι ένα μόνο μέρος από το ανατρεπτικό οπλοστάσιο του Γκοντάρ. Κι όσο για το τέλος, είναι κι αυτό αστείο και "κουφό". Κι όλα αυτά με έντονα χρώματα, που μερικές φορές βγάζουν μάτι, και με χαρακτηριστική ποπ (για την εποχή) αισθητική - το ποπ στοιχείο είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του πρώιμου Γκοντάρ.
Σίγουρα, το καταλάβατε, δεν θα δείτε ένα φιλμ με στρωτή αφήγηση. Συχνά θα αναρωτιέστε γιατί ο Γκοντάρ κάνει ό,τι βλέπετε, γιατί δεν αφήνει την ιστορία να κυλήσει. Ακριβώς για να μας ξεβολεύει, είναι μια πιθανή απάντηση, να μας κάνει να νοιώθουμε διαρκώς ότι βλέπουμε σινεμά κι όχι πραγματικούς ανθρώπους και καταστάσεις, με σάρκα και οστά. Ίσως. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η φρεσκάδα και η ιδιομορφία ταινιών σαν κι αυτή. Και η επίδραση του σκηνοθέτη αυτού στο μετέπειτα σινεμά.
Εμένα τώρα, περισσότερο απ' αυτήν εδώ, μ' αρέσουν μεταγενέστερες ταινίες του, όπως ο "Τρελλός Πιερό" ή το "Weekend". Αυτό όμως είναι προσωπικό. Εσείς θα απολαύσετε (ή θα μισήσετε βαθύτατα) μια από τις πιο χαρακτηριστικές του δημιουργίες. Τότε που ακόμα ήταν φρέσκος και άλλαζε τον τρόπο που βλέπουμε σινεμά.

Ετικέτες ,

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

Η "ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ" ΚΑΙ Ο ΒΑΡΕΤΟΣ ΠΛΕΟΝ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ο Jean-Luc Godard γυρίζει το "Notre musique" (Η δική μας μουσική) το 2004. Είναι ακόμα πειραματιστής, θέλει διακαώς να σπάσει κάθε αφηγηματική φόρμα και να ανατρέψει τα δεδομένα του "mainstream" σινεμά. Ό,τι όμως στη δεκαετία του 60 φαινόταν ανατρεπτικό, φρέσκο, γεμάτο ζωντάνια και έμπνευση, εδώ μου φαίνεται αρτηριοσκληρωτικό, πειραματικό με ακαδημαϊκό τρόπο (αν μπορεί να σταθεί η φράση αυτή), γερασμένο και, κυρίως, απίστευτα βαρετό.
Ο Γκοντάρ χωρίζει σέ τρία άνισα χρονικά μέρη την ταινία: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Το πρώτο αποτελείται από μια συρραφή σκηνών διαφόρων πολέμων από ντοκιμαντέρ. Πτώματα, βομβαρδισμοί, ερείπια, αγριότητες. Στο δεύτερο βρισκόμαστε στο Σεράγεβο (με τα ερείπια να μένουν ακόμα μετά τον βομβαρδισμό), όπου γίνεται κάποιο συνέδριο, στο οποίο παίρνουν μέρος εβραίοι, παλαιστίνιοι, ινδιάνοι και διάφοροι άλλοι. Ατέλειωτες, ασύνδετες και αποσπασματικές συζητήσεις, ο ίδιος ο Γκοντάρ να δίνει διάλεξη μιλώντας στριφνά και δυσνόητα και σκόρπια πλάνα της πόλης. Σε όλα κυριαρχεί η απόλυτη έλλειψη μυθοπλασίας, χωρίς όμως να σημαίνει ότι μιλάμε για ντοκιμαντέρ. Στο τρίτο μέρος μια κοπέλα (έχοντας, υποθέτω, πετάξει από πάνω της την "κατάρα" του πολιτισμού), περιφέρεται σε μια ειδυλιακή, καταπράσινη φύση, στην οποία της έχουν επιτρέψει να μπει αμερικανοί πεζοναυτες. Αυτά. Το νοήματα δικά σας.
Μπαράζ αποσπασματικών φιλοσοφικών συζητήσεων, παντελής έλλειψη δράσης και το όποιο νόημα (που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει) να παραμένει ερμητικά κλειστό στο μυαλό του δημιουργού (ίσως και λίγων φίλων του). Η λέξη που θα χαρακτήριζε για μένα την ταινία είναι "πλήξη".
Δεν είναι μόνο αυτή η ταινία του Γκοντάρ έτσι. Κάνει παρόμοια φιλοσοφικά κινηματογραφικά δοκίμια από τα μέσα της δεκαετίας του 70 και από αυτή του την περίοδο έχω προσωπικά χάσει κάθε ενδιαφέρον για έναν πάλαι ποτέ μεγάλο ανανεωτή του σινεμά. "Η δική μας μουσική" απλώς επιβεβαίωσε τη γνώμη μου. Έχει πάντως ενδιαφέρον το ότι τα ίδια πρωτοποριακά στοιχεία του γκονταρικού σινεμά των 60ς παραμένουν και στις επόμενες ταινίες του. Πόσο διαφορετικά όμως, πόσο ακαδημαϊκά, πόσο βαρετά ή/και δυσνόητα... Αν μη τι άλλο, ο Γκοντάρ έχει για μένα ενδιαφέρον ως μια απίστευτη περίπτωση κινηματογραφικής μετάλλαξης: Από το εξαιρετικά ενδιαφέρον στην καταβύθιση στην αφόρητη πλήξη.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

ΖΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


Ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι το να δεις σήμερα το "Ζούσε τη Ζωή της" (Vivre sa vie) του Jean-Luc Godard, του 1962, είναι μια δύσκολη (ή και αφόρητη) εμπειρία για ένα σύγχρονο θεατή εθισμένο στον τρόπο αφήγησης και τις ταχύτητες του σύγχρονου Χόλιγουντ. Και, βεβαίως, επειδή τόσα χρόνια μετά, η ταινία παραμένει προκλητική, μοντέρνα, πειραματική σε κάποια σημεία της... και πολλά άλλα αντισυμβατικά.
Ωστόσο είναι μια από τις καλύτερες του πρώιμου (και καλύτερου) Γκοντάρ - τον οποίο, σημειωτέον, προσωπικά δεν αντέχω από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί και βαθμιαία καταλήγει να γίνει πόρνη.
Όμως, όπως και σε όλες τις ταινίες του Γκοντάρ της δεκαετίας του 60, η ιστορία είναι πρόσχημα, αφού προέχει ο τρόπος αφήγησης, η ρήξη με τους παραδοσιακούς τρόπους, αλλά και η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη κινηματογράφηση του καθημερινού Παρισιού (οι δρόμοι, οι αφίσες, τα αυτοκίνητα, τα καφέ, τα ξενοδοχεία κλπ.) Αν με μια λέξη θα έπρεπε να χαρακτηρίσω τον τρόπο του Γκοντάρ, θα διάλεγα τη λέξη αποστασιοποίηση: Η ταινία είναι χωρισμένη σε 12 κεφάλαια, με τίτλους το καθένα, η σκηνοθετική ματιά είναι ψυχρή, σα να παρακολουθεί αντικειμενικά τα τεκταινόμενα δίχως να παίρνει θέση, η αφήγηση σε κάποια σημεία διακόπτεται από φιλοσοφικές συζητήσεις και σχόλια (όχι πολλά, μην τρομάξετε πολύ), κάνοντας έτσι τον θεατή να την παρακολουθεί σα να διαβάζει ένα δοκίμιο και όχι ένα μυθιστόρημα.
Παρ' όλα αυτά τα για πολλούς στριφνά, η ταινία για μένα διατηρεί μια αξεπέραστη γοητεία και φρεσκάδα. "Φταίει" η πανέμορφη Άννα Καρίνα (ίσως πιο όμορφη από ποτέ), την οποία ο φακός παρακολουθεί σχεδόν συνεχώς σαν ερωτευμένος (νομίζω ότι ο Γκοντάρ ήταν όντως ερωτευμένος μαζί της αυτή την εποχή), "φταίει" η πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία που δείχνει ένα σύγχρονο (για τότε) Παρίσι αποφεύγοντας κάθε τουριστική γραφικότητα, η καταβύθιση σε μια ποπ κουλτούρα (τζουκ μποξ, αυτοκίνητα, φλιπεράκια, ποπ μουσική - το ροκ δεν είχε γίνει ακόμα τότε αυτό που ξέρουμε σήμερα - αφίσες κλπ.), η έντονη σινεφιλία που δεν κρύβεται (από την "Jan d'Arc" του Ντράγερ μέχρι σύγχρονους και φίλους του Γκοντάρ γάλους σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, όπως η αφίσα του "Ζιλ και Τζιμ" του Τριφό που δεσπόζει έξω από ένα σινεμά)... κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που συνθέτουν την συνολική εικόνα. Κι αν η τελευταία δραματική σκηνή φαντάζει ξεκάρφωτη και κάπως ψεύτικη, μάλλον πρόκειται για έναν ακόμα τρόπο ανατροπής παραδοσιακών αφηγηματικών δομών, σύμφωνα με τις οποίες όλα θα έπρεπε να κορυφώνονται καθώς οδηγούμαστε στο κρεσέντο του φινάλε, εδώ όμως τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει...
Εξαιρετικό δείγμα της περίφημης γαλικής νουβέλ βαγκ, αλλά για λίγους. Για όσους ψάχνουν την ιστορία του σινεμά, για όσους αντέχουν παράδοξα δείγματα γραφής ή για τους αμετανόητους λάτρεις του μοντέρνου.

Ετικέτες ,

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2007

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ, ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ WEEK END


Ήταν τότε, στα 1967, όταν πολλοί πίστευαν ότι η επανάσταση έρχεται και ο κόσμος επιτέλους θ' αλλάξει. Αναβρασμός παντού. Τα πάντα αμφισβητούνταν: Από τις καθημερινές αξίες, συμπεριφορές και πολιτικές απόψεις έως την τέχνη - και μέσα σ' αυτήν, φυσικά, και το σινεμά. Στην αιχμή της πρωτοπορίας τότε, οργισμένος όσο δεν παίρνει, μαχητικός και εικονοκλάστης, ο Jean-Luc Godard θα γύριζε το Week End, που ένας θεατής στην IMDB περιγράφει ως "το πιο παράξενο road movie που έγινε ποτέ".
Τι ακριβώς είναι το Week End ή μάλλον, πώς μπορούμε να το δούμε σήμερα; Το πρώτο που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι πρόκειται για μια ταινία που μισεί και προσβάλλει με κάθε δυνατό τρόπο την αστική τάξη, πηγή κάθε κακού για τον μαρξιστή - λενινιστή τότε Γκοντάρ. Συνδυάστε αυτή την έντονα πολιτική ματιά με το πρωτοποριακό, πειραματικό σινεμά που έκανε τότε (και σήμερα ακόμα, αλλά σήμερα ελάχιστους ενδιαφέρει) και θα έχετε το απίστευτα σουρεαλιστικό αποτέλεσμα της ταινίας.
Θα μπορούσα να περιγράψω το Week End ως "πολιτικοποιημένους Monty Python, αλλά χωρίς χιούμορ" - ή μάλλον με ένα κατάμαυρο, στριφνό χιούμορ με το οποίο πολύ δύσκολα γελάς. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Ένα μεσοαστικό ζευγάρι, που οι μεταξύ τους σχέσεις κυμαίνονται από την αδιαφορία έως το μίσος, ξεκινά με το αυτοκίνητό του για την επαρχία, όπου περιμένουν το θάνατο του πατέρα της κοπέλας, τον οποίο δηλητηριάζουν σιγά - σιγά για να τον κληρονομήσουν. Από τα πρώτα κιόλας 5 λεπτά του ταξιδιού, το τοπίο μετατρέπεται σε αποκαλυπτικό, ξεφεύγοντας από κάθε έννοια ρεαλισμού: Παντού τρακαρισμένα αυτοκίνητα που καίγονται, πτώματα οικογενειών των επιβατών στις παρυφές των επαρχιακών δρόμων, ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα με τους παγιδευμένους επιβάτες να επιτίθενται ο ένας στον άλλον, αντάρτες να περιφέρονται στα δάση σκοτώνοντας αστούς και απαγγέλοντας ποίηση, πρόσωπα από μυθιστορήματα να ζωντανεύουν... Και μέσα σ' όλο αυτό το απερίγραπτο χάος, το ζευγάρι, δολοφονικό κι αυτό, κάνει τα πάντα, πατά κυριολεκτικά επι πτωμάτων, για να προχωρήσει και να φτάσει στην επαρχιακή πόλη του προορισμού του, ενώ η ταινία κορυφώνεται μέσα σ' ένα όργιο σαρκασμού με σκηνές κανιβαλισμού.
Το Week End, βουτηγμένο στο παράλογο, κάθε άλλο παρά ομαλή ροή διαθέτει. Σκηνές διακόπτονται απότομα από κείμενα που εμφανίζονται στην οθόνη, χαρακτήρες απαγγέλουν κάθε λογής αποσπάσματα, πολιτικά ή λογοτεχνικά, σταματώντας έτσι τη δράση, ο χρόνος πηδά απότομα από τη μια σκηνή στην άλλη. Κι όλα αυτά μέσα σε μια παγερή αδιαφορία για τα όσα εφιαλτικά και σουρεαλιστικά συμβαίνουν τριγύρω, λες και πρόκειται για καθημερινές, συνηθισμένες εικόνες. Βασικός του στόχος, το είπαμε, να προσβάλλει και να γελοιοποιήσει όσο πιο πολύ και πιο λυσσασμένα μπορεί την αστική τάξη και τις αξίες της, τις εμμονές της με το αυτοκίνητο, το χρήμα, τα οικονομικά συμφέροντα, την οικογένεια. Αφείστε που δεν μου βγάζετε απ' το μυαλό το ότι η φιγούρα του μάγειρα (ανθρώπινου ως επί το πλείστον) κρέατος με την άσπρη, ματωμένη ποδιά, μπορεί και να ένέπνευσε την αντίστοιχη του Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι, 7-8 χρόνια αργότερα...
Φυσικά πρόκειται για ταινία για λίγους. Φυσικά πολλοί θα βαρεθούν ή δεν θα αντέξουν να τη δουν μέχρι τέλους (συμβαίνει άλλωστε με πολλές ταινίες του Γκοντάρ). Φυσικά είναι ακραίο δείγμα γραφής μιας απίστευτα ταραγμένης και σε αναβρασμό εποχής. Μιας εποχής που πίστευε βαθειά (με ένα κράμα αφέλειας και αισιοδοξίας) ότι θα άλλαζε όπου νάναι τον κόσμο. Ο κόσμος φυσικά δεν άλλαξε, μάλλον προς το χειρότερο στράφηκε, η πολυπόθητη επανάσταση δεν ήρθε ποτέ και το σινεμά δεν τέλειωσε, όπως λέει η τελευταία ατάκα της ταινίας. Αλλά το Week End παραμένει απόλυτα προκλητικό, βλάσφημο και ακραίο μετά απ' όλα αυτά τα χρόνια. Και, επίσης, κάτι που κανείς δεν θα τολμούσε να γυρίσει σήμερα.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker