Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2017

ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΝΕΛ"

Δεν είναι μόνο τα καθαρά ισπανικά κάθε είδους θρίλερ (από αστυνομικά έως τρόμου) που μας κατακλύζουν, αλλάζοντας το τοπίο στο είδος. Είναι ουσιαστικά τα ισπανόφωνα εν γένει. Το φιλμ "Στο Τέλος του Τούνελ" (Al Final del Tunel), για παράδειγμα, είναι αργεντίνικο (με ισπανική συμπαραγωγή) και γυρίστηκε από τον Rodrigo Grande το 2016.
Ένας καθηλωμένος σε καροτσάκι τεχνικός κομπιούτερ (στο δυστήχημα έχει χάσει γυναίκα και παιδί), ζει και δουλεύει στο υπόγειο του μεγάλου σπιτιού του. Κάποια στιγμή νοικιάζει για οικονομικούς λόγους τη σοφίτα σε μια διαχυτική (έως και ενοχλητική) όμορφη χορεύτρια και στην εξάχρονη κόρη της, η οποία έχει πάψει να μιλά μετά από κάποια ηλικία. Σχεδόν συγχρόνως διαπιστώνει ότι στο διπλανό υπόγειο, απ' όπου ακούγονται περίεργοι θόρυβοι, κάποιοι σκάβουν τούνελ για να κάνουν ληστεία σε τράπεζα. Σύντομα τα πάντα θα μπερδευτούν μεταξύ τους (ο ανάπηρος, η κοπέλα, οι ληστές, ένας ηλικιωμένος αστυνομικός...) και η αγωνία θα αρχίσει να ανεβαίνει (φυσικά η κατάσταση γίνεται χειρότερη λόγω της καθήλωσης του ήρωα).
Νομίζω ότι η αρχική σεναριακή έμπνευση πρέπει να προέρχεται από τον περίφημο "Σιωπηλό Μάρτυρα" του Χίτσκοκ. Η ίδια ανημπόρια του πρωταγωνιστή, το ίδιο σασπένς που ανεβαίνει όσο προχωρά το φιλμ, παρόμοια εισβολή αυτού που απλώς παρακολουθείς στην προσωπική σου ζωή. Ο Grande ξέρει να κρατά το ρυθμό και, όπως είπαμε, να αυξάνει την ένταση. Και βέβαια, όσο προχωράμε συναντάμε κάμποσες σεναριακές ανατροπές, κάμποσες απρόβλεπτες καταστάσεις. Είπαμε, οι ισπανόφωνοι κάνουν συμπαθητικά (τουλάχιστον) θρίλερ. Ίσως βέβαια κάποιοι να πουν ότι οι καταστάσεις αυτές είναι μάλλον απίθανο να συμβούν στην πραγματική ζωή, αλλά... έτσι δεν γίνεται συνήθως στο είδος; Κι αν ακόμα κάπου υπάρχουν κάποιες "ευκολίες", βρήκα τη γενική εικόνα, αυτή ενος σφιχτοδεμένου και σε κάποια σημεία κλειστοφοβικού θρίλερ, αρκετά καλή. Διάβασα κάπου ότι ο σκηνοθέτης είχε μέχρι το 2016 γυρίσει μόνο δύο κωμωδίες. Να λοιπόν που είναι ικανός να αλλάξει τόσο πολύ κατεύθυνση με επιτυχία.
Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα, αλλά το παρακολούθησα ευχάριστα και σε γενικές γραμμές με κράτησε. Μπράβο και πάλι στην ισπανόφωνη σχολή.

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2017

"Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ KAURISMAKI ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

Έχω επανειλημμένα δηλώσει fun του τρομερού φιλανδού Aki Kaurismaki, ο οποίος δεν με απογοητεύει καθόλου ούτε με την "'Αλλη Όψη της Ελπίδας" του 2017. Όπου ασχολείται ξανά με το θέμα της "Χάβρης", αυτό δηλαδή της παράνομης ή μη μετανάστευσης στην Ευρώπη.
Ο Καλέντ είναι σύρος μετανάστης, ο οποίος έχει χάσει την οικογένειά του στο σεδόν ολοσχερώς κατεστραμένο Χαλέπι και καταλήγει παράνομα στη Φιλανδία. Στο δρόμο, στην οδύσσειά του, έχει χάσει την αδελφή του, τη μοναδική επιζήσασα, την οποία ψάχνει απεγνωσμένα. Ο Βίκστρομ πάλι είναι ένας μεσήλοκας ιδιόρυθμος φιλανδός, ο οποίος έχει μόλις εγκαταλείψει τη γυναίκα του και ανοίγει... ό,τι νάναι εστιατόριο, με εξ ίσου ιδιόρυθμα γκαρσόνια, στο οποίο προσλαμβάνεται και ο φυγάς πλέον Καλέντ. Από εκεί και πέρα πολλά, και αστεία και σπαρακτικά, θα συμβούν.
Εδώ ο Kaurismaki είναι κάπως πιο συγκινητικός και θλιμένος απ' όσο στο "Λιμάνι της Χάβρης". Ωστόσο και εδώ η σφραγίδα του είναι φανερή από χιλιόμετρα. Ο απόλυτος μινιμαλισμός στα πάντα, το πολύ ιδιαίτερο χιούμορ (κυρίως στο δεύτερο μέρος του φιλμ, μετά τη λειτουργία του εστιατορίου), οι ανέκφραστοι, αμίλητοι, σαν ρομπότ χαρακτήρες, η έντονα παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, λες και δεν βλέπεις σύγχρονο φιλμ, η αγάπη στο ροκ εντ ρολ (και μάλιστα το... φιλανδικό) κλπ. Και συγχρόνως με όλα αυτά, η απόλυτη ανθρωπιά, η ζεστασιά που αναβλύζει απροσδόκητα από εντελώς ψυχρούς επιφανειακά ανθρώπους. Και το σπουδαιότερο: Η βαθιά αγάπη στους περίεργους, sui generis, εμφανώς εκτός συστήματος χαρακτήρες. Οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικά losers (αν και πολλοί απ' αυτούς είναι), αλλά, πως να το πω, δεν ταιριάζουν καθόλου στο πλαίσιο της ψυχρής, ευνομούμενης και απόλυτα τακτοποιημένης κοινωνίας όπου ζουν. Ούτε στις (συχνά "κουφές") ενέργειές τους ούτε στα γούστα τους.
Φυσικά εδώ, δίπλα στα παραπάνω τυπικά χαρακτηριστικά του, συνυπάρχει και το πικρό (γλυκόπικρο μάλλον) σχόλιό του για το μεταναστευτικό. Για την ευγενική, ανεκτική, περιποιητική σε πρώτο επίπεδο βορειοευρωπαϊκή κοινωνία, η οποία ωστόσο στο βάθος κρύβει σκληρότητα και άρνηση να ξεβολευτεί, να βοηθήσει. Η ουσιαστικά αρνητική αυτή διάθεση ενυπάρχει τόσο στον κρατικό μηχανισμό, στις τυπικές διαδικασίες και στους νόμους, όσο και, προφανώς, στα βαθιά σκατά που περιέχονται - έστω ως μειοψηφία - στην κοινωνία αυτή (γουρούνια νεοναζί, ρατσιστές κλπ.)
Το είπαμε από την αρχή: Ο Kaurismaki κάνει ένα δικό του, πολύ προσωπικό σινεμά εδώ και δεκαετίες. Αν είστε φίλοι του μην χάσετε το φιλμ. Αν δεν αντιλαμβάνεστε ή δεν συμπαθείτε αυτό το "υποδόρειο" στιλ μείνετε μακριά. Αν πάλι δεν το γνωρίζετε, κάντε μια πρώτη προσπάθεια, έστω και στην 17η (νομίζω) ταινία του. Τη  δική μου θέση πάντως τη δήλωσα στην αρχή: Απόλαυσα αυτό το κράμα χιούμορ και συγκίνησης.

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017

"ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ" ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ

Ο χιλιανός Sebastian Lelio είχε γυρίσει το 2013 την "Γκλόρια", δίνοντάς μας το δυνατό πορτρέτο μιας 58χρονης γυναίκας που προσπαθεί να μη μπει στο περιθώριο της ζωής λόγω ηλικίας. Το 2017 επανέρχεται με την ταινία "Μια Φανταστική Γυναίκα" (Una Mujer Fantastica).
Αυτή τη φορά η ηρωίδα είναι μία τρανσέξουαλ, η οποία δουλεύει σερβιτόρα και διατηρεί ερωτικό δεσμό με έναν μεγαλύτερό της χωρισμένο άντρα. Η σχέση τους είναι ευτυχισμένη. Τα προβλήματα όμως για την Μαρίνα θα αρχίσουν με τον ξαφνικό θάνατο του εραστή της. Τότε το αληθινό κοινωνικό πρόσωπο και η στάση ης κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό θα αποκαλυφτούν: Η αστυνομία την υποψιάζεται, ενώ η οικογένεια του νεκρού θέλει να κάνει τα πάντα ώστε να εξαφανιστεί από τη ζωή τους (και να ξεχαστεί κάθε σχέση μ' εκείνον)... Μια σειρά από καθημερινές ταπεινώσεις αρχίζουν.
Το φιλμ παρακολουθεί τον αγώνα ενός ανθρώπου να μην περιθωριοποιηθεί, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι. Η ηρωίδα αγωνίζεται με πάθος για τα δικαιώματά της, για να κατακτήσει την πολυπόθητη ισότητα με τους "φυσιολογικούς" ανθρώπους, για την αξιοπρέπειά της τελικά. Μη φανταστείτε τίποτα συγκλονιστικά δράματα, με θανάτους, ίντριγκες, συμπτώσεις κλπ. Τα πάντα εδώ συμβαίνουν στα πλαίσια της καθημερινότητας, τα προβλήματα της ηρωίδας εντοπίζονται σε καθημερινά, μικρά θα έλεγε κανείς, πράγματα, τα όποια ωστόσο είναι που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας. Ίσως γι' αυτό μπορεί κανείς να ταυτιστεί περισσότερο μ' αυτήν, αφού όσα βλέπει είναι γνώριμα και οικεία. Νομίζω ότι πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου ο ρεαλισμός ταιριάζει γάντι. Ο Leliο, θέλοντας να δείξει ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ίδια δικαιώματα - και μοιράζεται συναισθήματα όπως όλοι οι άλλοι - αρνείται να δώσει απάντηση στο ερώτημα που συχνά της κάνουν στη Μαρίνα: Αν είναι εγχειρισμένη ή όχι. Νομίζω ότι μ' αυτό δείχνει καθαρά ότι το πώς διαχειρίζεται τον εαυτό του ο καθένας δεν έχει καμιά σημασία. Αλλού βρίσκεται η ουσία.
Βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, το παρακολούθησα δίχως καθόλου να κουραστώ και θαύμασα το μεθοδικό χτίσιμό του - καθώς και τις λίγες ονειρικές σκηνές που διαθέτει.Ο καθημερινός αγώνας της ηρωίδας για να καταξιωθεί σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα, αλλά κατά βάθος παραμένει (ήπια) κλειστή και απαγορευτική για το διαφορετικό δίνεται ανάγλυφα μέσα από τα μικρά περιστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά μας. Όσο για την όντως τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια Ντανιέλα Βέγκα, είναι πολύ καλή, πράγμα που προσθέτει στα συν του φιλμ. Το οποίο, νοηματικά, ακολουθεί βεβαίως τα ίδια χνάρια με την "Γκλόρια".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2017

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ "MAJESTIC", Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΘΙΣΜΟΣ

Το 2001 ο εξαφανισμένος Frank Darabont, (μέχρι σήμερα έχει κάνει μόλις 4 ταινίες), φρέσκος ακόμα απο τις επιτυχίες του "Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ" και "Πράσινο Μίλι", γυρίζει το "The Majestic", τη μοναδική του ταινία που δεν βασίζεται σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ. Το ατού της ήταν βέβαια ο Τζιμ Κάρεϊ σε έναν από τους λίγους δραματικούς του ρόλους.
Στην εποχή του μακαρθισμού (αρχές 50ς), στην περίφημη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, η οποία κατέστρεψε ουκ ολιγες καριέρες, μπαίνει ένας νεαρός και φέρελπις σεναριογράφος. Φυσικά καλείται να "μετανοήσει", δίνοντας στην φασιστική επιτροπή ονόματα κομμουνιστών συναδέλφων που έχουν παρεισφρύσει στο... άσπιλο αμερικάνικο σινεμά και το... αθώο Χόλιγουντ. Συγχισμένος θα πιει πολύ αλκοόλ, θα οδηγήσει και θα στουκάρει με το αυτοκίνητό του. Ανασύρεται από τα νερά σε άγνωστη μικρή πόλη και συνειδητοποιεί ότι έχει πάθει αμνησία και ότι αγνοεί τα πάντα για το παρελθόν του. Εκεί όμως όλοι τον δέχονται σαν ήρωα, αφού μοιάζει με έναν λαμπρό νεαρό που θεωρούσαν ότι  σκοτώθηκε στον πόλεμο δίχως να βρεθεί το πτώμα του. Εφόσον λοιπόν εκείνος δε θυμάται τίποτα αποδέχεται την ταυτότητα αυτή. Με τον ηλικιωμένο πατέρα του θα ξανανοίξουν το σινεμά Ματζέστικ, θα αρχίσει να νοιώθει απόλυτα ευτυχισμένος, το παρελθόν όμως καραδοκεί...
Εντάξει, σε πρώτη θέαση το φιλμ φαίνεται συμπαθητικό, γλυκό, διδακτικό και κυρίως νοσταλγικό. Δεν πέρασα άσχημα βλέποντάς το, παρά την μεγάλη (και μάλλον αχρείαστη) διάρκειά του (152 λεπτά). Επίσης, λογικό είναι, βρίσκεται στη "σωστή πλευρά" καταδικάζοντας απερίφραστα τον σκοταδισμό και τη μισσαλοδοξία μιας από τις μελανότερες εποχές της αμερικάνικης ιστορίας. Εδώ το ζητούμενο είναι να δηλώσει κανείς το αυτονόητο: "Δεν είμαι κομμουνιστής, οποιοσδήποτε όμως, βάσει του συντάγματος και της υποτιθέμενης ελευθερίας της χώρας, έχει το δικαίωμα να είναι". Προφανές. Λίγοι όμως τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο τότε... Καλά πάμε λοιπόν από πολιτική σκοπιά. Τι γίνεται όμως σεναριακά; Ε, λοιπόν, εκεί τα πράγματα δεν βγαίνουν. Θα έκανα απαράδεκτο σπόιλερ αν εξηγούσα λεπτομερώς γιατί και πώς, αλλά τα πάντα βασίζονται σε εντελώς απίθανες συμπτώσεις ή, τέλος πάντων, κάτι τέτοιο όπως αυτό που βλέπουμε θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Όσο για την εικόνα της αμερικάνικης επαρχίας των 50ς, παρουσιάζεται εντελώς ειδυλλιακή, γλυκιά, παστέλ. Όπως και η εμφανής κινηματογραφοφιλία της ταινίας (το σινεμά "Ματζέστικ", οι παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες που προβάλλονται, οι αφίσες, η "οικογενειακή" προσέλευση του κοινού) όλα συντελούν στο να ξυπνήσουν μέσα μας το αίσθημα της απόλυτης νοσταλγίας.
Αυτά λοιπόν. Πολιτικά ορθό, υποστηρίζοντας ότι οφείλουμε να έχουμε το θάρρος να υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας ακόμα κι αν αυτές είναι μειοψηφικές, υπερβολικά νοσταλγικό και λουστραρισμένο, βλέπεται μεν ευχάριστα (αν δεν κουραστείτε από τη διάρκειά του), αλλά... Μάλλον η πιο αδύνατη ταινία από τις τέσερις του Darabont.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017

"ΤΟ ΑΥΤΟ" ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΦΟΒΟΥΣ (ΜΑΣ) ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Τo "It" ("Το Αυτό") είναι ένα από τα πιο γνωστά (και ογκωδέστερα) βιβλία του Στίβεν Κινγκ. Είχε μεταφερθεί στην τηλεοπτική μόνο οθόνη το 1990 με μέτρια (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) αποτελέσματα. Το 2017 όμως ο Andy Muschietti το μεταφέρει στην οθόνη (το σχεδόν αυτοτελές πρώτο μέρος) με εξαιρετική (εισπρακτική τουλάχιστον) επιτυχία. Και είναι μόλις η δεύτερη ταινία του!
Στα τέλη της δεκαετίας του 80 μια αμερικάνικη κωμόπολη στοιχειώνεται από την παρουσία ενός δαιμονικού κλόουν που καταβροχθίζει παιδιά. Στα θύματά του συγκαταλέγεται και ο μικρός αδελφός του παιδιού που πρωταγωνιστεί. Το οποίο παιδί, που μόλις μπαίνει στην εφηβεία, αποτελεί μέλος μιας επταμελούς παρέας από losers, που υφίστανται ανελέητο μπούλινγκ από μια παρέα μεγαλύτερων εφήβων και κάθε άλλο παρά δημοφιλή είναι στο σχολείο. Κάποια στιγμή τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι "Αυτό" τρέφεται κυριολεκτικά με τον φόβο τους και, όπως κάνουν και με την παρέα που τους παρενοχλεί, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το απόλυτο Κακό.
Πολύ καλογυρισμένη ταινία τρόμου, η οποία περισσότερο λειτουργεί συμβολικά: Μιλά για τη δύσκολη ενηλικίωση, για το γεγονός ότι πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει τους φόβους του για να τους ξεπεράσει - αυτό είναι και το βασικό νόημα του φιλμ, επίσης όμως μιλά για την πολυεπίπεδη κοινωνική καταπίεση: Οι μικροί ήρωες είναι losers ακριβώς επειδή καταπιέζονται στην προσωπική τους ζωή: Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της η μοναδική κοπέλα της παρέας, θρησκευτικής καταπίεσης το εβραιόπουλο, μητρικού υπερπροστατευτισμού το άλλο κλπ. Το ξεπέρασμα του μεταφυσικού "κακού" λοιπόν λειτουργεί απόλυτα συμβολικά, θέλοντας να δείξει ότι το ζητούμενο στη ζωή είναι το ξεπέρασμα του κοινωνικού κακού. Έτσι, μέσα απ' όλα αυτά, το φιλμ στιγματιζει και κριτικάρει μια καταπιεστική Αμερική (κοινωνικά, θρησκευτικά, φυλετικά, οικογενειακά κλπ.), όπου μια μεγαλύτερη γενιά "ευνουχίζει¨" τη νεότερη.
Πολύ καλές ερμηνείες απο τους μικρούς πρωταγωνιστές, ωραίες - και τρομακτικές - εικόνες, όχι κατάχρηση εφέ και μονίμως αιωρούμενες στην ατμόσφαιρα η τρυφερότητα και η νοσταλγικότητα. Για την παιδική ηλικία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (και απογοητεύσεις) κλπ. Σεναριακά βέβαια τα προβλήματα υπάρχουν: Το τι ακριβώς είναι "Αυτό", πώς λειτουργεί και πώς επανέρχεται με τα χρόνια παραμένουν μάλλον θολά. Όσο για τους χαρακτήρες... εντάξει, δεν είναι ό,τι πιο αληθοφανές υπάρχει. Σε πρώτη φάση νομίζω ότι κανείς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο λογικά και συγκροτημένα όσο οι νεαροί μας κάτω από τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες. Αλλά αυτά είναι συνήθεις συμβάσεις στα φιλμ τρόμου και ας κάνουμε τα στραβά μάτια. Γενικά νομίζω ότι προκειται για ικανοποιητικότατη μεταφορά και για καλή ταινία.  

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017

Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ"ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗN ΟΡΓΙΩΔΗ ΦΥΣΗ

Το 1947 ένας από τους μεγαλύτερους βρετανούς σκηνοθέτες, ο Michael Powell (πάντα με τον μόνιμο συνεργάτη του Emeric Pressburger) γυρίζει τον "Μαύρο Νάρκισσο", ένα παράξενο φιλμ τόσο αισθητικά όσο και νοηματικά.
Μια ηγουμένη στην Ινδία στέλνει πέντε μοναχές με επικεφαλής την αδελφή Clodagh (Ντέμπορα Κερ) να ιδρύσουν ένα μοναστήρι σε μια κορυφή των Ιμαλαϊων, το οποίο θα στεγαστεί σε ένα παλιό παλάτι που παραχώρησε στις μοναχές ο "Γέρος Στρατηγός" (κάτι σαν ντόπιος άρχοντας). Οι καλόγριες θα παρέχουν εκπαίδευση στα παιδιά και θα βοηθούν ιατρικά και με όποιον άλλον τρόπο τους κάτοικους του χωριού που βρίσκεται στην κοιλάδα πολύ - πολύ κάτω από το μοναστήρι. Στο επιβλητικό αυτό μέρος θα έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους, τον νεαρό ντυμένο μονίμως σαν παγώνι πρίγκηπά τους, αλλά και με τον κυνικό και σαρκαστικό άγγλο διοικητή της περιοχής. Σύντομα θα βγουν στην επιφάνεια θαμένα - καταπιεσμένα αισθήματα και πάθη (ερωτικά και μη) και θα ξεσπάσουν εντάσεις τόσο με τους ντόπιους όσο και μεταξύ των μοναχών. Αλλά είναι το συγκλονιστικό τοπίο, η φύση δηλαδή, που θα αρχίσει ολοένα να έχει το πάνω χέρι...
Αισθητικά η ταινία είναι γυρισμένη σε ένα εκθαμβωτικό τεχνικολόρ (ίσως κάπου να αγγίζει και τα όρια του κιτς) και ολόκληρη σε στούντιο. Όλα τα σκηνικά και τα τοπία είναι ζωγραφισμένα. Όλα αυτά προσδίδουν μια εξωπραγματική, τεχνικτή υφή στην εικόνα και τελικά δημιουργούν μια παράξενη ατμόσφαιρα και εμπειρία θέασης. 
Σαν φιλμ τώρα δεν το βρίσκω άψογο. Ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του πρώτου μέρους μάλλον κουράστηκα. Καθώς όμως προχωρά η ταινία η εντάσεις ανεβαίνουν και σιγά - σιγά αποκαλύπτεται το αιρετικό της νόημα: Η μοναχική ζωή, εξ ορισμού στερημένη από υλικές χαρές, η καταπίεση των παθών, η χριστιανική αυστηρότητα, τα πάντα αρχίζουν βαθμιαία να καταρρέουν. Δεν είναι μόνο οι πολύχρωμοι ντόπιοι, και κυρίως ο νεαρός πρίγκηπας και η όμορφη κοπέλα που καταφεύγει στη μονή, δεν είναι η ίδια η απομόνωση στο σχεδόν απάτητο αυτό σημείο του πλανήτη, είναι τελικά αυτή καθ' εαυτή η φύση με την άγρια ομορφιά της και το τρομερό μεγαλείο της που θα δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στην κοινότητα, που θα κάνουν τα πάθη να εκραγούν, που θα τινάξουν στον αέρα τα προσχήματα και την κάθε μορφής μαζοχιστική ουσιαστικά εγκαρτέρηση (είναι χαρακτηριστική η στάση της πιο ηλικιωμένης και μακριά από σαρκικά πάθη μοναχής, υπεύθυνης για τον κήπο, που βαθμιαία παύει να καλλιεργεί λαχανικά, όπως ήταν το πρόγραμμα, αλλά αφήνεται στην καλλιέργεια πανέμορφων, πολύχρωμων - και πρακτικά άχρηστων - λουλουδιών) .
Κάπου εκεί, σ' έναν ψηλό βράχο, κατοικεί πάντα στην ίδια θέση, ημιγυμνος, αγνοώντας το κρύο και μόνιμα σιωπηλός, ένας ερημίτης. Αυτός και ο ηδονιστής βρετανος διοικητής είναι τα συμβολικά δύο άκρα του δίπολου. Κάποια στιγμή λέγεται ξεκάθαρα: "Σ' ένα μέρος σαν αυτό πρέπει ή να είσαι σαν τον ερημίτη, ο οποίος μοιάζει να μην διαθέτει καν αισθήσεις και είναι εντελώς φευγάτος απ' αυτόν τον κόσμο ή απόλυτα παραδομένος, αφημένος στη γύρω αβάσταχτη ομορφιά και τις ηδονές, όπως ο διοκητής. Οτιδήποτε άλλο καταρρέει".
Σημαντική ταινία, αιρετική όπως προανέφερα και αρκετά πικρή τελικά (καθόλου δεν αρκούν οι καλές προθέσεις), όχι υποχρεωτικά "πολύ καλή" (σας είπα ότι κάπου με κούρασε κιόλας), πολύ ιδιαίτερη όμως, πιστεύω, με έναν καθαρά δικό της τρόπο. Αξίζει να την ψάξετε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2017

"MADAME HYDE" ΩΣ ΑΝΤΙΘΕΤΟ... ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΤΖΕΚΙΛ

Υπάρχουν κινηματογραφικές στιγμές που, δίχως υποχρεωτικά να είναι απόλυτα κακές, αναρωτιέσαι γιατί δημιουργήθηκαν... Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια έγιναν μάλλον για να δώσουν στην εξαιρετική Ιζαμπέλ Ιπέρ άλλον έναν ρόλο - επίδειξη των δυνατοτήτων της. Όλα τα υπόλοιπα μου φαίνονται αδιάφορα - αν και αρκούντως "κουφά".
Η προκαταρκτική αυτή γκρίνια αφορά την ταινία του Serge Bozon (κυρίως ηθοποιός ο ίδιος) "Madame Hyde" (2017). Στην οποία συμβαίνουν τα εξής: Η ηρωίδα είναι καθηγήτρια φυσικής σε γυμνάσιο, η οποία εμφανέστατα... έχει χάσει το παιχνίδι. Οι μαθητές της τής έχουν πάρει τον αέρα, της κάνουν καζούρα και κάθε άλλο παρά προσέχουν στο μάθημα, οι συνάδελφοί της τη θεωρούν "αμελητέα ποσότητα", αυτή όμως συνεχίζει στωικά. Ώσπου μια μέρα τη χτυπά κεραυνός (τεχνητός, κατά τη διάρκεια ενός πειράματος) και από τότε μια νέα προσωπικότητα γεννιέται μέσα της. Δυναμική, συναρπαστική στο μάθημα, εντυπωσιάζει τους πάντες (και τον επιθεωρητή), αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν ανάπηρο μαθητή της και μερικές φορές τις νύχτες γίνεται η "Πύρινη Γυναίκα"...
Η ταινία είναι, υποτίθεται, μια μαύρη κωμωδία. Ωστόσο προσωπικά ούτε γέλασα πολύ ούτε ιδιαίτερα μαύρη τη βρήκα. Τελικά δεν νομίζω ότι το πήγαινε πουθενά ούτε και ότι αποφάσιζε τι ακριβώς θα ήθελε να είναι (σουρεαλιστική; μαύρη; τι;). Βρήκα το σενάριο λίγο "ατσούμπαλο", ο αναδυόμενος Χάιντ μου φάνηκε μάλλον αδιάφορος σαν χαρακτήρας και το σε τι ακριβώς μετατρέπεται η ηρωίδα φοβάμαι ότι παραμένει αδιευκρίνιστο (είναι κακιά; είναι γοητευτική; είναι άθελά της καταστροφική; τι;). Στο μεταξύ υπάρχουν ορισμένοι "κουφοί" χαρακτήρες: Πρώτος και καλύτερος ο αρενωπός σύζυγος, ο οποίος έχει αναλάβει οικειοθελώς τα οικιακά και λατρεύει, άγνωστο γιατί, την μάλλον ανιαρή, μπανάλ και δίχως κάτι ιδιαίτερο σύζυγό του (πριν "αλλάξει" εννοώ), αλλά και ένας μαθητευόμενος, του οποίου ο χαρακτήρας μένει κατά τη γνώμη μου ανεκμετάλλευτος, ο ανεκδιήγητος διευθυντής του σχολείου κλπ.
Σε γενικές γραμμές βρήκα το φιλμ άτολμο και άνευρο και δεν κατάλαβα ακριβώς πού αποσκοπούσε. Μένει μονο η Ιπέρ, όπως πάντα καλή στον παράξενο ρόλο της - πρέπει και η ίδια να διαθέτει χιούμορ για να αναλαμβάνει ρόλους σαν αυτόν. Είπαμε: Το γαλλικό σινεμά δεν νομίζω ότι βρίσκεται πολύ στα πάνω του και, ακόμα κι όταν θέλει να κάνει κάτι πρωτότυπο ή "κουφό" φοβάμαι ότι ούτε πολύ πρωτότυπο το κάνει ούτε πολύ κουφό.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017

ΕΝΑΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΠΟΠΑΪ

Πολλά περίεργα συμβαίνουν στην εξωτική Ταϊλάνδη. Ωστόσο θα περιοριστώ να σας πω τι συμβαίνει στο φιλμ "Pop Aye" που γύρισε το 2017 ο Kirsten Tan.
Ένας μεσήλικας αρχιτέκτονας, που νοιώθει κενός μέσα του μετά την απόρριψη από τη γυναίκα του και τον παραγκωνισμό του στη δουλειά από νεότερα στελέχη, εγκαταλείπει τα πάντα, αγοραζει έναν... ελέφαντα και μ' αυτόν περιπλανιέται στη χώρα με σκοπό να τον οδηγήσει στο χωριό του, όπου θα τον αφήσει. Έτσι εμείς παρακολουθούμε ένα αργό οδοιπορικό στην ύπαιθρο μέχρι τον τελικό προορισμό, αλλά και το τι συμβαίνει μετά. Φυσικά, όπως συμβαίνει στα road movies, στο δρόμο θα συναντήσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, θα εμπλακεί σε ιστορίες κλπ.
Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ είναι αρκετά αργό. Καλό είναι λοιπόν να είστε προετοιμασμένοι για μακρόσυρτους ρυθμούς. Πέραν αυτού διαθέτει μια τρυφερότητα, μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία και άίσθηση του αδυσώπητου χρόνου που περνά ανεπιστρεπτί. Και βέβαια έναν προβληματισμό πάνω στο αίσθημα "αχρηστίας" που νοιώθει ένας άνθρωπος που έχει περάσει κάποια ηλικία και πάνω στο κενό που αφήνουν το (φυσιολογικό) τέλος της αγάπης και της καριέρας. Όσο για τον πελώριο ελέφαντα... ε, αυτός είναι ένα σύμβολο ή μια ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, όπως θα καταλάβετε (στην Μπανγκόγκ οι λίγοι ελέφαντες είναι εξημερωμένοι και κυκλοφορούν από τα αφεντικά τους ως τουριστική ατραξιόν, όπως οι παλιοί δικοί μας αρκουδιάρηδες, ενώ στην επαρχία κυκλοφορούν ελεύθεροι ή χρησιμοποιούνται για δουλειές).
Στην ταινία η επαρχία δεν παρουσιάζεται καθόλου εξωραϊσμένη, εξωτική ή/και καρτποσταλική. Αντίθετα είναι μουντή, βρώμικη, συχνά γεμάτη σκουπίδια, άσχημα κτίρια και κάθε άλλο παρά "ηθικά" μέρη. Και οι άνθρωποι άλλωστε συχνά είναι σκληροί ή απλώς ρεαλιστές (ο θείος, τα τραβεστί, ο οδηγός του διερχόμενου φορτηγού κλπ.). Το κενό και η νοσταλγία υπάρχουν, τίποτα όμως δεν είναι ακριβώς μέλι - γάλα.
Συμπαθητικό φιλμ, αλλά μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα road movies που έχω δει. Ούτε και κακό πάντως το λες. Ο αργός ρυθμός με κούρασε κάπως, όχι όμως και υπερβολικά. Μένουν η παράδοξες εικόνες ενός πεζού να περιπλανιέται με έναν τεράστιο ελέφαντα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2017

"ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΝΗΣΙ" ΚΑΙ Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΤΟΥ


Η Ana Asensio είναι ισπανίδα ηθοποιός. Το 2017 ωστόσο περνά "πίσω από την κάμερα" και σκηνοθετεί το πρώτο της φιλμ (στην Αμερική μάλιστα), το "The Most Beautiful Island", με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Πρόκειται για ένα αγχωτικό θρίλερ με ηρωίδα μια ισπανίδα μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, η οποία κάνει διάφορες δουλειές (όπως μπέιμπι σίτινγκ) για να επιβιώσει, ενώ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω της έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο τραύμα. Κάποια στιγμή ωστόσο μια όμορφη ρωσίδα φίλη της, μετανάστρια κι αυτή σε παρόμοια κατάσταση, της προτείνει έναν τρόπο να βγάλει πολλά και εύκολα λεφτά: Δεν έχει παρά να παρευρεθεί σ' ένα πάρτι και να κάνει ό,τι της πούνε. Τη διαβεβαιώνει πάντως ότι δεν πρόκειται για πορνεία. Εκείνη δέχεται, και από το σημείο αυτό - ή μάλλον από τη στιγμή που ξεκινά για το κρυφό (ως επτασφράγιστο μυστικό) πάρτι - η ταινία θα γίνει ένα αγωνιώδες θρίλερ, που έχει να κάνει κυρίως με το τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.
Η Asensio με την πρώτη αυτή δουλειά της, αποδεικνύεται αρκετά καλή σκηνοθέτης. Καταφέρνει, με το σενάριο που έγραψε η ίδια, να κρατά τον θεατή σε διαρκή ένταση - τι λέω; σε διαρκές άγχος - σε μια συνεχή και ανήσυχη αναμονή για το τι θα συμβεί. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το αδύνατο της όποιας διαφυγής συντελούν φυσικά σ' αυτό.
Η σκηνοθέτης μιλά βεβαίως και για τον αγώνα επιβίωσης που δίνουν καθημερινά οι κάθε λογής μετανάστες στις πόλεις της Δύσης όπου τελικά καταλήγουν και στις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, όχι απλώς προσαρμογής, αλλά και επιβίωσης. Και για το πόσο εύκολο είναι, όταν βρίσκεσαι σ' αυτήν την κατάσταση, να δεχτείς οτιδήποτε... Πιο πολύ όμως μιλά για έναν πραγματικά απάνθρωπο, ανάλγητο κόσμο, έναν κόσμο αδίστακτων πλούσιων, κυρίαρχων, που χρησιμοποιούν τους ("κατώτερους") ανθρώπους απλώς σαν παιχνίδια, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν. Κάθε αίσθημα έχει εκλείψει. Υπάρχει μόνο μια αυτοκρατορία σιδερένιας δύναμης... Έτσι, το φιλμ ίσως μπορεί να αποκτήσει και μια συμβολική διάσταση.
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα, είναι όμως ένα ενδιαφέρον ντεμπούτο από μια γυναίκα που γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, οπότε το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί πέρα για πέρα δικό της.

Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2017

"AXOLOTL OVERKILL" Ή ΕΦΗΒΙΚΟ ΧΥΜΑ

Το φιλμ με τον παράξενο (και άσχετο) τίτλο "Axolotl Overkill" (το αξολότλ είναι ένα τρισχαριτωμένο αμφίβιο, που ζει κυρίως στο νερό και είναι χάρμα οφθαλμών όταν το έχεις ως κατοικίδιο) είναι γερμανικό, είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά μεγάλου μήκους της Helene Hegemann και γυρίστηκε το 2017. Βασίζεται μάλιστα σε βιβλίο της ίδιας. Αυτά τα πληροφοριακά.
Αφηγείται τις περιπέτειες (ερωτικές και μη) μιας 16χρονης βερολινέζας, όχι ιδιαίτερα σταθερής ως προσωπικότητα. Η οποία την κοπανά μονίμως από το σχολείο, περιφέρεται αενάως σε κλαμπ, σπίτια φίλων, πάρτι και ό,τι άλλο, διατηρεί ερωτική σχέση με μια μεγαλύτερή της γυναίκα, καταναλώνει δίχως δεύτερη σκέψη αλκοόλ, ναρκωτικά και ό,τι άλλο προκύψει, διαθέτει πλούσιο πατέρα (αλλά δεν ζει φυσικά μ' αυτόν) και γενικά η ζωή της είναι ο ορισμός του "χύμα".  Αυτά. Διότι αυτά βλέπουμε στο φιλμ. Μη με ρωτήσετε για περαιτέρω πλοκή.
Η σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο, η νεαρή ηρωίδα κοιμάται σχεδόν κάθε βράδι σε διαφορετικό σπίτι (όχι απαραίτητα για ερωτικούς λόγους, απλώς ό,τι προκύψει), φίλοι, εραστές και ερωμένες, οικογένεια, όλα εναλλάσσονται αέναα και... αυτό είναι όλο. Μπροστά μας παρελαύνει και μια στρατιά από εκκεντρικούς χαρακτήρες (ο πατέρας της πρώτος και καλύτερος) και... αυτά και πάλι. Το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι ότι η μικρή είναι όντως ερωτευμένη με την μεγαλύτερη γυναίκα που λέγαμε, γι΄αυτό, όταν εκείνη την αφήνει (;) την ψάχνει απεγνωσμένα.
Τι θέλει να μας πει ακριβώς η δημιουργός δεν το κατάλαβα. Την κατάντια της σύγχρονης νεολαίας; (πλάκα κάνω φυσικά). Την έλλειψη οποιασδήποτε ιδεολογίας ή / και αρχής; Την κενότητά της; Απλώς τις συνέπειες ενός έρωτα που τελειώνει (αν και δεν είμαι σίγουρος ούτε γι΄αυτό); Δεν ξέρω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι βαρέθηκα αρκετά και γενικά βρήκα το φιλμ... αυτό που λέμε "άνευ λόγου". Μένει γενικά μια αόριστη ατμόσφαιρα ενός διαρκούς "walk on the wild side" και μια τρομακτική αίσθηση ενός τεράστιου "στα τέτοια μας όλα" από τους πολύ νέους ανθρώπους. Πρέπει να ομολογήσω βεβαίως ότι το χύμα της ηρωίδας ταιριάζει απόλυτα με το χύμα της ίδιας της ταινίας. Κάτι που βεβαίως ήταν αδύνατο από μόνο του να με κρατήσει.
Αν θέλετε να θαυμάσετε την όμορφη πρωταγωνίστρια κάντε το. Με δική σας ευθύνη όμως!

eXTReMe Tracker