Δευτέρα, Μαρτίου 20, 2017

"ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΑΝΤΙΟ" Ή Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ

Τελευταία είχα αρχίσει να ανησυχώ για τον τουρκογερμανό Fatih Akin, να νομίζω ότι είχε στερέψει. Να όμως που το 2016 επιστρέφει δυναμικά με το "Βερολίνο Αντίο" ("Tschick" ο πρωτότυπος τίτλος) και με κάνει και πάλι να περιμένω το επόμενο φιλμ του.
Κλασική ταινία ενηλικίωσης, αφηγείται την ιστορία δύο 14χρονων και της αποδρασής τους από τα πάντα. Ο ένας, ευκατάστατος μεν, πλην όμως με αλκοολική μητέρα και σκληρό και γυναικά πατέρα, είναι το "φρικιό" του σχολείου με την δειλή και ακοινώνητη συμπεριφορά του (δεν παύει όμως, όπως όλη η τάξη φαντάζομαι, να είναι κρυφά ερωτευμένος με το πιο όμορφο κορίτσι της, το οποίο φυσικά τον αγνοεί). Ώσπου στην τάξη εμφανίζεται ένα ακόμα-πιο-φρικιό, ένας παντελώς αδιάφορος για όλα ρωσικής καταγωγής τύπος, που πίνει, ξερνάει, αλητεύει και κανείς δεν γνωρίζει την οικογενειακή του κατάσταση. Σύντομα οι δυο τους θα ανακαλύψουν ότι - αν και με διαφορετικό τρόπο - είναι αμφότεροι παρείσακτοι και διαφορετικοί, θα κλέψουν ένα αυτοκίνητο και θα ξεκινήσουν μια δίχως πρόγραμμα και πολλά απρόοπτα περιπλάνηση στη γερμανική ύπαιθρο.
Η ταινία είναι σχεδον όλη ένα flash back. Ξεκινά με ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, με τον μικρό ήρωα καταματωμένο να ρωτά με αγωνία πού βρίσκεται ο φίλος του. Από εκεί και πέρα μας αφηγείται πώς βρέθηκαν εκεί. Ενώ λοιπόν - έχοντας υπόψη μας την κατάληξη - περιμένουμε ένα ζοφερό δράμα, η ταινία πολύ σύντομα αποδεικνύεται απόλυτα feel good, με αρκετό χιούμορ, με παιχνιδιάρικη διάθεση και σκηνοθεσία, μια τυπική ταινία δρόμου και ενηλικίωσης από τις καλές, κατά τη γνώμη μου, του είδους. Ο Μαρκ Τουέιν με τον "Χοκ Φιν" είναι εδώ, οι ταινίες δρομου των πρώτων (και καλών) Βέντερς και ένα είδος "ανήλικου" Κέρουακ επίσης, η αλητεία και η περπλάνηση δοξάζονται με χαριτωμένο τρόπο, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα επίσης, η τρέλα της εφηβείας είναι πανταχού παρούσα... τι άλλο θέλετε; Κι όλα αυτά συνυπάρχουν με τη συγκίνηση. Και φυσικά, εννοείται, η σκηνοθετική ματιά είναι γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια για τους ανήλικους και αταίριαστους αρχικά ήρωες. Α, και υπάρχει πάντοτε και το ενδιαφέρον σάουντρακ του Ακίν (ας μη ξεχνάμε ότι ο δημιουργός ξέρει από μουσική και συχνά κάνει και τον dj).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Κάποιοι μπορεί να βρουν το θέμα πολυχρησιμοποιημένο (όντως είναι) και τη ματιά κάπως αφελή, αλλά, διάβολε, πέρασα καλά. Ο Ακίν είναι πάλι εδώ για να μας δώσει ένα γλυκόπικρο, κωμικό και δραματικό συγχρόνως φιλμ.

Κυριακή, Μαρτίου 19, 2017

ΕΝΑΣ "ΑΠΑΙΣΙΟΤΑΤΟΣ", ΑΛΛΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ...

Εντάξει, τα σύγχρονα animation αποτελούν βασικό ατού της κινηματογραφικής βιομηχανίας και ενίοτε είναι και εξαιρετικές ταινίες (την επιτυχία στο box office την έχουν συνήθως εξασφαλισμένη). Το 2010 λοιπόν οι πρωτοεμφανιζόμενοι τότε σε μεγάλου μήκους animation Pierre Coffin και Chris Renaud κάνουν το "Despicable Me" ("Εγώ ο Απαισιότατος" στη χώρα μας) και, συγχρόνως μια μεγάλη επιτυχία (θα ακολουθήσει νο 2 και 3).
Η σεναριακή σύλληψη είναι έξυπνη. Ο Γκρου, μεσήλικας επαγγελματίας "κακός" και απατεώνας, βλέπει την εγκληματική του δοξα να σκιάζεται από ένα νεαρό κακοποιό, τον Βέκτορ, με πιο "μοντέρνες" εγκληματικές ιδέες και, κυρίως, τεχνολογία. Οι δύο κακοποιοί αρχίζουν έναν αγώνα δρόμου για το ποιός θα κλέψει πρώτος το... φεγγάρι. Ο Γκρου υπηρετείται από την ξεκαρδιστική στρατιά των Minions, ο Βέκτορ δουλεύει μόνος, ενώ μια σατανική τράπεζα (πρώην Lehman Brothers, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται) ελέγχει τα πάντα. Ώσπου στην ιστορία θα εμφανιστούν τρία ορφανά κοριτσάκια...
Το φιλμ είναι διασκεδαστικό, έξυπνο σε ορισμένα σημεία και βασικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του αρκετά συνηθισμένου μοτίβου "ο Κακός που κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Η φωνή του Γκρου (ενός φυσικά αξιαγάπητου τελικά "κακού") ανήκει στον Στιβ Καρέλ, πολλά από τα γκάτζετ που χρησιμοποιούν οι δύο σατανικοί εγκέφαλοι είναι ευρηματικά και εν γένει η ώρα περνά ευχάριστα. Όσο για την εικόνα του animation, πρόκειται για το κλασικό στις μέρες μας "λουστραρισμένο" κομπιουτερέ σχέδιο, "τέλειο" μεν, σίγουρο και πολυχρησιμοποιημένο, που, φευ, ελάχιστες πλέον εκπλήξεις επιφυλάσσει.
Όλα λοιπόν λειτουργούν άψογα και, όπως είπα, η επιτυχία ήταν μάλλον εξασφαλισμένη. Κι εγώ δεν παραπονιέμαι πολύ. Μόνο που, νομίζω, ότι το όλο project είναι περισσότερο παιδικό απ' ό,τι θα επιθυμούσα. Και εδώ έρχεται αναπόφευκτα η σύγκριση με τα εξαιρετικά animation της Pixar, τα οποία, νομίζω, και πιο ευφάνταστα είναι σεναριακά, αλλά και πιο απολαυστικά παρακολουθούνται από ενήλικες, δίχως σε καμιά περίπτωση να "διώχνουν" το παιδικό κοινό (το βασικό τους, ας μη ξεχνάμε, target group). Καλό λοιπόν και ευχάριστο, αλλά, φοβαμαι ότι οι συγκρίσεις δεν είναι υπέρ του...

Σάββατο, Μαρτίου 18, 2017

Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ ΩΣ ΦΟΝΤΟ ΤΟΥ "HOUSE OF BAMBOO"

Το 1955 η Ιαπωνία βρισκόταν ακόμα πολύ κοντά στον πόλεμο, στον εφιάλτη της βόμβας και, επιπλέον, τελούσε υπό αμερικανική κατοχή. Τότε λοιπόν ο δαιμόνιος Samuel Fuller (1912-1997) πάει εκεί και γυρίζει το "House of Bamboo", ένα αστυνομικό φιλμ, πλην όμως όχι ακριβώς νουάρ (είναι εξ άλλου έγχρωμο).
Ένας αμερικανός πρώην στρατιώτης φτάνει στην Ιαπωνία μετά από πρόσκληση ενός φίλου, που έχει μείνει εκεί. Αμέσως θα ανακαλύψει πολλά: Ο φίλος του μόλις έχει δολοφονηθεί, ο φίλος του ήταν παντρεμένος κρυφά με μια γιαπωνέζα, ο φίλος του ήταν μέλος μιας αδίστακτης αμερικανοκρατούμενης συμμορίας που οργανώνει κάθε είδους ληστεία μέσα στο χάος που επικρατεί την εποχή αυτή στη χώρα. Ο ίδιος, όχι και πολύ καθαρός τύπος, θα γίνει μέλος της συμμορίας, θα αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αρχηγού της και θα αρχίσει να ανεβαίνει στην εγκληματική κλίμακα. Όμως...
Θα πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία από τις πολύ καλές του Fuller. Χαλαρότεροι ρυθμοί και πιο "νορμάλ" σενάριο από αυτά που συνήθιζε εκείνος την χαρακτηρίζουν. Κάπου στα μισά συμβαίνει η σημαντική ανατροπή, από εκεί και πέρα πάντως το σασπένς συνεχίζεται. Νομίζω ωστόσο ότι το σημαντικό της στοιχείο έγκειται στην καταγραφή (σπάνια στο δυτικό σινεμά) της άσχημης μεταπολεμικής κατάστασης στη Χώρα του Ανατέλοντος Ηλίου, για την οποία μάλλον λίγα γνωρίζουμε. Το Τόκιο του '55 κάθε άλλο παρά την σύγχρονη, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, μητρόπολη θυμίζει. Χαμόσπιτα, παραδοσιακή γιαπωνέζικη κουλτούρα που ακόμα επιζεί, ανέχεια και εγκληματικότητα συνθέτουν ένα δυσάρεστο φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσεται η ιστορία. Ταυτόχρονα η απέχθεια, ο ρατσισμός στην ουσία, των (έστω ηττημένων και ταπεινωμένων) γιαπωνέζων προς οτιδήποτε ξένο γι' αυτούς δίνεται ανάγλυφα. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον αδίστακτο πλην όμως "τζένλεμαν" αμερικανό αρχηγό της συμμορίας και στον νεοφερμένο.
Ο Ρόμπερτ Ράιαν είναι καλός στο ρόλο του "κακού", οι τελικές σκηνές με την καταδίωξη στο υπερυψωμένο λούνα παρκ είναι αρκετά εντυπωσιακές, πλην όμως έχουν προηγηθεί κάμποσες σεναριακές αφέλειες (με πολύ γελοίο τρόπο δεν παγιδεύεται ο κακός;)
Δεν σας αποτρέπω να τη δείτε, κάθε άλλο (ο Φούλερ είναι πάντοτε Φούλερ), ώστόσο προσωπικά με ενδιέφερε περισσότερο το κοινωνικό background μιας σχετικά άγνωστης γιαπωνέζικης περιόδου παρά η ίδια η ιστορία.

Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2017

ΤΟ "ΨΥΧΩ" ΩΣ COPY PASTE ΑΠΟ ΤΟΝ VAN SANT

Κατ' αρχήν θα πω ότι σέβομαι σαν σκηνοθέτη τον Gus Van Sant. Νομίζω ότι έχει κάνει αξιόλογα φιλμς, αν και υπάρχουν κάποια από τα "πειραματικά" του που δεν αντέχω. Στην περίπτωση τού "Ψυχώ" (ναι, του διάσημου "Ψυχώ" του Χίτσκοκ) που ξαναγύρισε το 1998, ομολογώ ότι απλώς δεν καταλαβαίνω το πώς και το γιατί, γι' αυτό και θα γράψω λίγα μόνο πράγματα.
Την ιστορία του αυθεντικού "Psycho" την ξέρετε φαντάζομαι οι περισσότεροι (ίσως και όλοι): Μια γυναίκα κλέβει ένα μεγάλο ποσόν απο το αφεντικο της και φεύγει με το αυτοκίνητό της μακριά για να συναντήσει τον εραστή της. Τη νύχτα αναγκάζεται να διανυκτερεύσει σε ερημικό μοτέλ στο πουθενά, χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό σπίτι όπου ο "παράξενος" ιδιοκτήτης του μοτέλ κατοικεί μαζί με τη γριά μητέρα του. Τη νύχτα η κοπέλα δολοφονείται άγρια στο μπάνιο με μαχαίρι. Ο εραστής της προσλαμβάνει έναν ντετέκτιβ για να ερευνήσει τις συνθήκες της εξαφάνισής της.
Ο Van Sant λοιπόν αναλαμβάνει να κάνει ένα ριμέικ ενος κάτι παραπάνω από κλασικού φιλμ τριαντατόσα χρόνια μετά; Όχι ακριβώς. Αυτό εδώ δεν είναι ένα ριμέικ με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Ο σκηνοθέτης γυρίζει την ταινία του, έγχρωμη και, φυσικά, με σύγχρονούς του ηθοποιούς, αντιγράφοντας κυριολεκτικά πλάνο - πλάνο, κοπιάροντας έτσι απόλυτα το πρωτότυπο. Η διάσημη σκηνή του μπάνιου για παράδειγμα, μια από τις εμβληματικότερες του παγκόσμιου σινεμά, που αποτελείται από πάμπολλα διάρκειας ελάχιστων δευτερολέπτων πλάνα, αντιγράφεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια ακριβώς πλάνα. Όλα αυτά είναι προφανώς ηθελημένα. Οίδιος ο σκηνοθέτης άλλωστε είχε ξεκάθαρα δηλώσει την πρόθεσή του να μεταφέρει αυτούσιο το πρωτότυπο στη σύγχρονη εποχή (αυτή της δεκαετίας του 90 εννοώ).
Γιατί το κάνει αυτό και ποια ειναι η "χρησιμότητα"; Όπως σημείωσα στην αρχή δεν ξέρω. Ίσως να πρόκειται για τον απόλυτο κυριολεκτικά φόρο τιμής στον μεγάλο Χίτσκοκ. Ίσως πάλι να πρόκειται για περιέργεια: Πώς θα ήταν να γυρίσεις μια ολόιδια ταινία 38 χρόνια μετά; Να έχουμε δηλαδή να κάνουμε με έναν ακραίοπ ειραματισμό, απ' αυτούς που κατά καιρούς αγαπά ο σκηνοθέτης. Δεν ξέρω. Η σκέψη που έρχεται βέβαια αυθόρμητα στο νου είναι "και γιατί να ξαναδώ μια ίδια ταινία"; Τι να πω. Στέκω αμήχανος μπροστά στο εγχείρημα του συμπαθούς κατά τα άλλα δημιουργού, αναρωτιέμαι όπως όλοι και αφήνω τα όποια συμπεράσματα, καθώς και το αν θα (ξανα)δείτε το φιλμ ή όχι σε σας.
ΥΓ: Πάντως το καστ είναι αξιόλογο: Βινς Βον, Αν Χες, Βίγκο Μόρτενσεν, Τζούλιαν Μουρ, Ουίλιαμ Μέισι... Μια χαρά.

Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2017

"ΛΟΓΚΑΝ" Ή ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΑ ΥΠΕΡΗΡΩΙΚΑ ΦΙΛΜ

Να ξαναπώ ότι δεν είμαι φαν των υπερηρωικών ταινιών κλπ. κλπ. Γι' αυτό ακριβώς όταν βλέπω μια καλή (ή έστω διαφορετική) τέτοια ταινία χαίρομαι ιδιαίτερα. Διότι τέτοια ακριβώς είναι ο "Λόγκαν" που γύρισε ο συχνά αξιόλογος James Mangold το 2017, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και το σενάριο.
Οι διαφορές από τους συνήθεις υπερήρωες είναι ορατές από την αρχή: Ο Λόγκαν (κοινώς Wolverin) είναι κάτι παραπάνω από κουρασμένος και βασανισμένος (και μεσήλικας), έχει αποσυρθεί από κάθε δράση και κρύβεται στα σύνορα του Μεξικού προστατεύοντας τον γερασμένο πλέον Ξαβιέρ, ο οποίος δεν είναι καθόλου καλά. Στο μεταξύ οι μεταλλαγμένοι στην ουσία δεν υπάρχουνπλέον και δεν έχει γεννηθεί κανενας τα τελευταία 20 χρόνια. Κάποτε όμως η ταυτότητά του Λόγκαν ανακαλύπτεται από μια αδίστακτοι εταιρία "παράξενων" συμφερόντων και ένας ολόκληρος στρατός κτηνωδών μισθοφόρων βρίσκεται ξαφνικά στο κατόπι του. Ή μάλλον... ένα μικρό κορίτσι κυνηγούν, το οποίο, παραδόξως, είναι μεταλλαγμένο και ζητά προστασία από τον πρώην υπερήρωα...
Πρόκειται σίγουρα για μια από τις πλέον ανθρώπινες και αντιηρωικές σούπερηρωικές (αντίφαση, ε;) ταινίες που έχουμε δει ποτέ. Το κλίμα της δεν έχει τίποτα το ηρωικό, αντίθετα είναι πεσιμιστικό και παρακμιακό. Οι ήρωες δεν καλούνται να σώσουν την ανθρωπότητα από απόλυτα κακές παντοδύναμες οντότητες ή κάτι τέτοιο, αλλά απλά να επιβιώσουν και να αντισταθούν, διαθέτοντας μάλιστα έναν παλιομοδίτικο κώδικα ηθικής απέναντι στην παντελώς απάνθρωπη "νέα τάξη" πραγμάτων, που συμβολίζει η εταιρία. Όπως καταλάβατε, το μέλλον που σκιαγραφει η ταινία είναι κάτι παραπάνω από ζοφερό... Όσο για το τέλος της, τα ψέματα τελείωσαν. Wolverin μπορεί να ξαναγίνει μόνο με reboot και ο Τζάκμαν (απόλυτα ταιριαστός στο ρόλο) δεν θα υπάρχει, αφού δήλωσε ότι δεν θα τον ερμηνεύσει ξανά.
Θεωρούσα πάντα τις X-Men ταινίες καλύτερες από τις υπόλοιπες του είδους. Ως γνωστόν (γνωστό για τους φίλους του σύμπαντος της Marvel βεβαίως και μόνο) ο Γουλβερίν ξεκίνησε απ' αυτούς και αυτονομήθηκε στην πορεία. Να λοιπόν που τώρα κλείνει την καριέρα του με ένα πραγματικά αξιόλογο φιλμ, που, ξαναλέω, νομίζω ότι ξεφεύγει αρκετά από τα υπόλοιπα. Και μόνο η κούραση και η παραίτηση από τα πάντα του βασικού χαρακτήρα αρκούν γι' αυτό. Οι αμετανόητοι φίλοι λοιπόν του είδους ίσως "τρομάξουν" λιγάκι ("μα εδώ δεν γίνεται χαμός κι αυτοί εδώ δεν είναι ακριβώς ήρωες"). Προσωπικά - και γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους - τη βρήκα καλή ταινία και, επαναλαμβάνω, αρκετά ανατρεπτική για το είδος και νομίζω ότι αξίζει και για τους μη φαν.

Τρίτη, Μαρτίου 14, 2017

"MATRIX" : ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ

Το 1999 το "Matrix" των αδελφών Wachowski (Lana και Lilly σήμερα) τάραξε όντως τα κινηματογραφικά νερά, αυτά της επιστημονικής φαντασίας τουλάχιστον, και σχεδόν έγινε μύθος. Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ μεγάλος φαν της ταινίας, ωστόσο νομίζω ότι το τόσο εντυπωσιακό του όλου πράγματος δικαιολογεί απόλυτα τη φήμη του.
Ο ήρωας ζει σε μια κοινωνία όπως τη ξέρουμε. Προγραμματιστής, δουλεύει σε μεγάλη εταιρία και τις νύχτες... κάνει διάφορα με τον υπολογιστή του. Ωστόσο βασανίζεται από παράξενα και φριχτά όνειρα (;). Κάποια στιγμή θα έρθει σε επαφή με τον διάσημο "υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο" Μορφέα και την παρέα του, κι αυτός θα του αποκαλύψει το εφιαλτικό πρόσωπο του αληθινού κόσμου, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από την οικεία καθημερινότητά του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα του δηλώσει από την αρχή ότι τον θεωρεί τον αναμενόμενο "Μεσία", που θα σώσει την ανθρωπότητα από την βάρβαρη κυριαρχία των μηχανών.
Ξαναλέω ότι το φιλμ παραμένει εντυπωσιακό. Συχνή καταιγιστική δράση, σασπένς, διάσημα slow motion και σχεδόν χορευτικές φιγούρες στις μάχες, εντυπωσιακά σκηνικά... Η όλη ιστορία του βεβαίως αποτελεί ένα πραγματικό συνονθύλευμα επιρροών: Από τον "Εξολοθρευτή" ως την κυβερνοπανκ λογοτεχνία (με εξέχουσα αναφορά τον Ουίλιαμ Γκίμπσον) και από τη συνωμοσιολογία ως την Αγία Γραφή και τα φιλμ πολεμικών τεχνών, ενώ η εικόνα δανείζεται από τη χορογραφημένη βία του Πέκινπα έως την αντίστοιχη του Τζον Γου και των ανατολικών ταινιών καράτε. Πολλά δάνεια, έτσι;
Όσον αφορά το ιδεολογικό μέρος... εδώ θα τα χαλάσουμε κάπως. Νομίζω οτι το ουσιαστικό μήνυμα είναι καθαρά θρησκευτικής υφής: Ο κόσμος περιμένει ένα μεσία για να λυτρωθεί από τον εφιάλτη, και μάλιστα έναν μεσία του οποίου η ύπαρξη έχει ειπωθεί σε προφητείες. Υπάρχει όντως μία προφήτης, ένας "Ιωάννης Βαπτιστής" (ο Μορφέας), ο οποίος είναι αυτός που "αναγνωρίζει" τον μεσία, τον διδάσκει και τον πείθει ότι "αυτός είναι ο εκλεκτός", ενώ, για να μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την θρησκευτική υφή του όλου πράγματος, η μυστική πόλη των "ελευθερων ανθρώπων", αυτών που γνωρίζουν την αλήθεια, λέγεται Σιών. Όσο για το τέλος [spoiler, spoiler] προσωπικά με ξενέρωσε πολύ, αφού πρόκειται για μια κανονικότατη ανάσταση, η οποία μάλιστα συμβαίνει εξ αιτίας της "θαυματουργής δύναμης της αγάπης" [τέλος spoiler].
Γκρινιάζω, αλλά αν δεν το έχετε δει και είστε φαν της ΕΦ να το κάνετε οπωσδήποτε. Νομίζω ότι, παρά τις έντονες επιροές του, κι αυτό με τη σειρά του επηρέασε μεταγενέστερες ταινίες δράσης / φαντασίας και, τέλος πάντων, παραμένει ένα είδος κλασικού. Μόνο αυτό το πρώτο μέρος, το αρχικό δηλαδή, γιατί τα επόμενα δύο... αφείστε καλύτερα. Όσο για τους Wachowski, νομίζω ότι ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν κάτι αξιόλογο έκτοτε. 

Κυριακή, Μαρτίου 12, 2017

Ο ΚΑΤΑ LARRAIN "ΝΕΡΟΥΔΑ"

Προσθήκη λεζάντας
Ας επαναλάβω αρχικά ότι θεωρώ τον χιλιανό Pablo Larrain έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή σκηνοθέτες διεθνώς. Όλες του οι ταινίες έχουν κάτι ιδιαίτερο, κάτι δικό του και, αυτό είναι το παράδοξο, όλες ασχολούνται με ιστορίες από τη χώρα του, κι όμως ξεπερνούν κατά πολύ το τοπικό ενδιαφέρον και γίνονται διεθνείς. Το 2016 με το "Neruda" αποπειράται να αφηγηθεί μια περίοδο της ζωής, γύρω στο 1948 συγκεκριμένα, του μεγαλύτερου χιλιανού ποιητή και νομπελίστα. Ωστόσο αυτό που θα τονίσω από την πρώτη στιγμή για να σας προετοιμάσω είναι ότι κάθε άλλο παρά για μια βιογραφία του Νερούδα πρόκειται, αφού σύντομα "ξεφεύγει" και μετατρέπεται σε ένα ποιητικό φιλμ - και σατιρικό ταυτόχρονα, που στοχάζεται (μεταξύ άλλων) πάνω στο θέμα της τέχνης και τις επιπτώσεις της στην αληθινή ζωή.
Το 1948 λοιπόν η δημοκρατικά εκλεγμένη αμερικανόφιλη χιλιανή κυβέρνηση θέτει το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας εκτός νόμου και αποφασίζει να συλλάβει τον γερουσιαστή του και ήδη διάσημο ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Αναθέτει τη σύλληψη σε νεαρό και ιδιαίτερα φιλόδοξο αστυνομικό, ο οποίος καταδιώκει με ζήλο τον φυγάδα γερουσιαστή και τη σύζυγό του σε διάφορες περιοχές της Χιλής. Σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι τα νήματα της καταδίωξης, τη σκηνοθεσία της ουσιαστικά, κρατά και ελέγχει ο ίδιος ο διωκόμενος Νερούδα. Αμφιβάλλουμε ακόμα και για το αν ο αστυνομικός είναι αληθινός ή βγαλμένος από τη φαντασία του καλλιτέχνη με σκοπό να  δημιουργήσει - εδραιώσει τον μύθο του...
Έτσι λοιπόν το φιλμ στοχάζεται πάνω στη φύση της τέχνης και την αλληλεπίδρασή της με την αληθινή ζωή. Ο ίδιος ο μεγάλος ποιητής παρουσιάζεται ως κάπως αντιφατική προσωπικότητα, η οποία στη ουσία νοιάζεται το ίδιο για τον θρίαμβο του προσωπικού του μύθου και - ως κομμουνιστής - για το καλό και την πρόοδο του λαού. Ναι, η αριστερή οπτική υπάρχει στην προσωπικότητα που δημιουργεί ο Larrain, αλλά συνυπάρχει με τον εγωκεντρισμό και την ανάγκη μυθοποίησης του καλλιτέχνη, την ανάγκη ύπαρξης του φτωχού λαού, τον οποίο ο ποιητής υπηρετεί, για να τον λατρεύει. Ίσως αυτό που κινεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον κατά Larrain Νερούδα είναι ο πόθος όχι για χρήμα ή εξουσία, αλλά για τη δόξα. Από την άλλη ο φανατικός διώκτης μοιάζει - πέρα από τα όποια πολιτικά κίνητρα - να ζηλεύει και να ποθεί τη δόξα του ποιητή, να νοιώθει ότι είτε συλληφτεί αυτός είτε όχι ο Νερούδα θα είναι ο ήρωας, η προσωπικότητα που θα μείνει από όλη αυτή την ιστορία και όχι ο ιδιος. Και βεβαίως υπάρχει η μόνιμη προβληματική του σκηνοθέτη για τις επιπτώσεις του ιστορικού περίγυρου στις ανθρώπνες ζωές, καθώς και η κριτική πάνω στους επιφανείς ανθρώπους που πολεμάνε για ένα σκοπό - το αριστερό όνειρο εν προκειμένω - ενώ ταυτόχρονα δεν θέλουν να χάσουν τίποτα από τις προσωπικές τους απολαύσεις, που βεβαίως είναι πολύ ανώτερες του ίδιου του απλού λαού.
Πολυεπίπεδο φιλμ με διαφορετικές ίσως αναγνώσεις, χρησιμοποιεί στοιχεία αστυνομικού θρίλερ αλλά και σάτιρας και επίτηδες "τραβηγμένων" καταστάσεων, όλα πάντως ενσωματωμένα στο ιστορικό πλαίσιο, και διαθέτει την παλιού στιλ, νοσταλγική φωτογραφία που συχνά χρησιμοποιεί ο δημιουργός στα φιλμ του. Συνολικά πολύ ενδιαφέρον - και ίσως κάπως δύσκολο στα νοήματά του. Δείτε το ως ένα προσωπικό, παράξενο και πολυεπίπεδο εγχείρημα και σε καμία περίπτωση - προειδοποιώ και πάλι  - ως βιογραφία του Νερούδα. Μπορεί να βασίζεται σε κάποια ιστορικά γεγονότα, σύντομα όμως "απογειώνεται", καθώς η πρόθεσή του είναι εντελώς διαφορετική από την κατασκευή μιας βιογραφίας.

Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2017

"FORTY GUNS" ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΥΟΥΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ

Ο εξαιρετικός Samuel Fuller (1912-1997) είναι γνωστός κυρίως για τα πολύ καλά νουάρ (ή σχετικά μ' αυτό το είδος) b-movies του. Ωστόσο έχει γυρίσει μεταξύ άλλων και γουέστερν, και μάλιστα καλά. Ένα από αυτά είναι το "Forty Guns" του 1957 με τη Μπάρμπαρα Στάνγουικ στον βασικό γυναικείο ρόλο.
Τρία αδέλφια φτάνουν σε μια πόλη της Αριζόνα. Ο ένας πρόκειται να γίνει σερίφης, αντικαθιστώντας τον ήδη ηλικιωμένο και σχεδόν τυφλό προηγούμενο. Η πόλη εξουσιάζεται από μια αγέρωχη ιδιοκτήτρια πελώριου ράντσου, που επιβάλλει τη θέλησή της με τη βοήθεια 40 πληρωμένων πιστολάδων που δουλεύουν γι' αυτήν, ενός ιδιωτικού στρατού ουσιαστικά. Η σκληρή γυναίκα ωστόσο θα ερωτευτεί τον μεγαλύτερο αδελφό, ο δικός της αδελφός όμως, κλασικός κακομαθημένος αλήτης, θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα κι όλα θα πάνε στραβά. Το αίμα δεν θα αργήσει να κυλήσει...
Κατ' αρχήν θαυμάζουμε τη στιβαρότητα της σκηνοθεσίας, που είναι λιτή και ακριβής. Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα και σφιχτή και δεν νομίζω ότι κάνει τους θεατές να πλήξουν. Οι ηθοποιοί είναι πειστικοί  (κυρίως η Στάνγουικ), ενώ από τους χαρακτήρες, άλλοι μεν είναι στερεοτυπικά καλοί ή κακοί, αρκετοί όμως είναι πιο πολύπλοκοι, συνδυάζοντας μερικές φορές θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά.Μερικοί μάλιστα είναι διαφορετικοί από αυτό που αρχικά δείχνουν.  Όσο για τις σκηνές, υπάρχουν κάμποσες εντυπωσιακές (θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη μόλις, με τους 40 καβαλάρηδες να περνάν τον δρόμο αντίθετα στην άμαξα των αδελφών που φτάνουν στην πόλη).
 Η γενική αίσθηση (το νόημα αν θέλετε του φιλμ) είναι κοινό με αρκετά άλλα γουέστερν: Στην ουσία μιλά για το τέλος μιας εποχής και τη γέννηση μιας καινούριας, της σημερινής ουσιαστικά. Η ωμή βία και οι ανεξέλεγκτοι μεγαλοϊδικτήτες, κατάλοιπα μιας φεουδαρχικής περιόδου, χάνουν σιγά - σιγά τη θέση τους, ενώ μια πιο έννομη κοινωνία αναδύεται (η οποία βεβαίως και πάλι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυνατών, αλλά με έμμεσους και πιο "πολιτισμένους" τρόπους). Ή, αν θέλετε, το παλιό, μυθικό Φαρ Ουέστ τελείώνει...
Το θεωρώ κλασικό γουέστερν, που συνδυαζει δράση και ψυχολογικό σασπένς και, για μια ακόμα φορά, βγάζω το καπέλο στον τόσο επιδέξιο Φούλερ.

Πέμπτη, Μαρτίου 09, 2017

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΞΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ "WHITE SANDS"

Το 1992 ο ενίοτε καλός σκηνοθέτης Roger Donaldson γυρίζει την αστυνομική περιπέτεια "White Sands" ("Ο Θάνατος Σταμάτησε στην Έρημο" ο ελληνικός τίτλος), μια ταινία που, αν μη τι άλλο, βλέπεται ευχάριστα - κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Ο σερίφης μιας μικρής πόλης στο "πουθενά" των νοτιοδυτικών ΗΠΑ βρίσκει ένα πτώμα στην έρημο. Το θέμα είναι ότι το πτώμα κουβαλά μια βαλίτσα με 500.000 δολάρια. Ο σερίφης, στην προσπάθειά του να λύσει το αίνιγμα, "κλέβει" την ταυτότητα του νεκρού, προσποιέιται δηλαδή ότι είναι αυτός), ακολουθεί τα ίχνη του και σύντομα βρίσκεται μπλεγμένος σε μια πολύπλοκη υπόθεση διεθνούς εμπορίου όπλων, αλλά και ερευνών του FBI, όπου κακοποιοί και πράκτορες μπερδεύονται σε ένα κουβάρι. Και υπάρχουν βέβαια και οι αναμενόμενες ανατροπές.
Κατ' αρχήν το όλο στόρι μας θυμίζει το "Επάγγελμα Ρεπόρτερ" του Αντονιόνι. Καμία σχέση βέβαια. Άλλωστε εντελώς διαφορετικές είναι οι προθέσεις της συγκεκριμένης ταινίας. Νομίζω λοιπόν ότι το φιλμ κρατά τουλάχιστον αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, αν και βέβαια ανήκει σε ένα (για να το πω ευγενικά) πολυειδωμένο είδος σινεμά. Η ατμόσφαιρα είναι αρκετά καλή, η έρημος, με τη λιτότητα των τοπίων της και την υποβλητικότητά της πρωταγωνιστεί, οι χαρακτήρες είναι σχετικά ενδιαφέροντες και, κυρίως, οι ηθοποιοί είναι αξιόλογοι: Ουίλαμ Νταφόε στον βασικό ρόλο, με την εμμονική σχεδόν τιμιότητά του (αν και, σε κάποια στιγμή θα υποκύψει στον πειρασμό), αλλά και Μίκι Ρουρκ (πάντοτε καλός "κακός"), Σάμουελ Τζάκσον, Μαρί-Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο. Και βέβαια έχουμε την κλασική και συνηθισμένη κριτική για τη διαφθορά στα βάθη των διαφόρων υπηρεσιών ασφαλείας (εδώ του FBI) και της ανεξέλεγκτης δράσης διαφόρων διεθνών λαθρεμπόρων (εδώ όπλων). 
Σαφώς δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, αλλά, το επαναλαμβάνω, νομίζω ότι βλέπεται αρκετά ευχάριστα ως αστυνομική περιπέτεια.

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2017

Ο "ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ" ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ' ΑΥΤΟΝ...

Η δεκαετία του 50 υπήρξε, υποτίθεται, ειδυλιακή για την Αμερική. Ο πόλεμος είχε τελειώσει. Ευημερία, ανάπτυξη, vintage ρούχα και διαφημίσεις και νοσταλγικές εικόνες με τέλειες οικογένειες και τέλεια αυτοκίνητα σε τέλεια σπίτια... Τι υπήρχε όμως κάτω από την απαστράπτουσα αυτή επιφάνεια;
Ο σημαντικός Todd Haynes βάλθηκε εν έτει 2002 να αποδομήσει όλη αυτή την παστέλ, χρωματιστή εικόνα ευτυχίας γυρίζοντας το "Far from Heaven" (Μακριά από τον Παράδεισο) με εξειρετικές ερμηνείες από τη Τζούλιαν Μουρ και τον Ντένις Κουέιντ. Οι οποίοι είναι το κλασικό "τέλειο" ζευγάρι της εποχής, με το σπίτι και το αυτοκίνητο που λέγαμε, πετυχημένος εργαζόμενος εκείνος, άψογη, δημοφιλής και κοινωνικά δραστήρια νοικοκυρά εκείνη. Ώσπου η ευτυχία αρχίζει ξαφνικά να σκοτεινιάζει: Σύντομα ανακαλύπτουμε ότι ο υπέροχος σύζυγος είναι στην πραγματικότητα ομοφυλόφιλος (πράγμα για το οποίο νοιώθει ενοχές και κρύβει όσο καλύτερα μπορεί) κι εκείνη, μετά το σοκ, αρχίζει να νοιώθει έλξη για τον κηπουρό τους, ο οποίος είναι ευαίσθητος και καλλιεργημένος, πλην όμως τυχαίνει να είναι μαύρος. Ο κοινωνικός περίγυρος παύει βαθμιαία να θεωρεί ως πρότυπο την οικογένεια και αρχίζει να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο...
Ο εύστοχος κοινωνικά Haynes στηλιτεύει ταυτόχρονα δύο απεχθή κοινωνικά φαινόμενα: Τον ρατσισμό και την ομοφοβία. Ή, αν τα θέλετε σε μία πρόταση, την απέχθεια και απόρριψη του κάθε λογής διαφορετικού. Ναι, η εικόνα της κοινωνίας αυτής φαίνεται τέλεια (όσον αφορά τις μεσαίες τάξεις βεβαίως), φτάνει να είναι ομοιογενής, να αποτελείται μόνο από "εμάς", να μην αμαυρώνεται δηλαδή από τίποτα μαύρους, ομοφυλόφιλους, αλκοολοκούς και άλλους "παρείσακτους". Ειδικά στο θέμα του φυλετικού ρατσισμού, η εποχή αυτή που πολλοί τόσο νοσταλγούν δείχνει ένα πραγματικά αποκρουστικό πρόσωπο. Η επαφή (ακόμα και φιλική) με μαύρους είναι εκτός συζήτησης. Όσο για την ομοφυλοφιλία, και μόνο η απόλυτα αποδεκτή κοινωνικά αντιμετώπισή της ως ασθένεια (ο ίδιος ο ήρωας σπεύδει να επισκεφτεί γιατρό για να "θεραπευτεί|") λέει πολλά.
Ο Haynes, ακριβώς για να τονίσει την αντίθεση, χρησιμοποιεί την εντυπωσιακή φωτογραφία που ταιριάζει με την εποχή, αυτή με τα έντονα χρώματα, τη νοσταλγική και καρποσταλική διάθεση, τα ηλιόλουστα, "ιδανικά" τοπία της πόλης και των ειδυλιακών προαστείων. Έτσι η κοινωνική καταπίεση μοιάζει να παραμονεύει κάτω από την υπέροχη επιφάνεια και, τελικά, να αναδύεται απειλητική.
Πολύ καλή ταινία, πικρή και αιχμηρή ταυτόχρονα, φανερώνει τη σημαντικότητα του δημιουργού αυτού.

eXTReMe Tracker