Friday, November 20, 2009

ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Μετά την παταγώδη εμπορική αποτυχία των "Περπετειών του Βαρώνου Μιγχάουζεν" (που για μένα παραμένει από τις αγαπημένες μου ταινίες), ο μεγαλεπήβολος Terry Gilliam αναγκάζεται να δουλέψει με πολύ μικρότερο προϋπολογισμό. Έτσι το 1991 φτιάχνει το "Fisher King" (Ο βασιλιάς της μοναξιάς), δίνοντας την προσωπική του αμίμητη εκδοχή για τον "ρεαλισμό".
Ο Γκίλιαμ είναι δηλωμένα ενάντια στον ρεαλισμό. Λατρεύει το φαντασικό στοιχείο, το παραμύθι, το θαυμαστό, την αχαλίνωτη φαντασία. Όταν λοιπόν αναγκάζεται να κάνει μια ταινία με "κανονικούς", σύγχρονους ήρωες που ζουν στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: Τη μεταμορφώνει σε παραμύθι. Ένα παραμύθι που διαδραματίζεται ανάμεσα σε ουρανοξύστες, γιάπιδες, άστεγους, αυτοκίνητα, ραδιοφωνικούς σταθμούς και στο Central Park.
Ο ημίτρελος, άστεγος Ρόμπιν Ουίλιαμς και ο πανίσχυρος, αλαζόνας (αρχικά τουλάχιστον) Τζεφ Μπρίτζες αποτελούν ιδανικούς ερμηνευτές σαν ένα από τα πιο ιδιόρυθμα "ζευγάρια" της οθόνης, καθώς η πλήρως αταίριαστη τυχαία συνάντησή τους μεταμορφώνεται βαθμιαία σε βαθιά φιλία. Η αστείρευτη ανάγκη του Γκίλιαμ για το φανταστικό δίνει το παρόν στις φοβερές εμφανίσεις του "Κόκκινου Ιππότη" που κυνηγά τον τρελό Ουίλαμς στους εφιάλτες του, όταν μερικές φορές αυτός ξαναέρχεται σε επαφή με την πραγματικότητα (ναι, το εφιαλτικό, φανταστικό στοιχείο εισβάλλει όταν ο ήρωας ξεφεύγει από τον μόνιμα φανταστικό κόσμο του). Και εδώ, νομίζω, βρίσκεται κρυμμένο το βασικό μήνυμα του δημιουργού, που, με απλά λόγια, συνοψίζεται στο λαϊκό "ασ' τον τρελό στην τρέλα του": Αφού η πραγματικότητα πληγώνει τόσο, τι το κακό έχει η καταφυγή στη φαντασία; Γιατί να μη κυνηγάμε το Ιερό Δισκοπότηρο στη σύγχρονη, αγχωτική μεγαλούπολη; Πράγμα που εδώ δεν αποτελεί φυγή προς τη φαντασία, αλλά φάρμακο, λύτρωση από μια πεζή, σκληρή και άχρωμη πραγματικότητα που μόνο τραύματα μπορεί να δημιουργεί. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι παρουσιάζονται ομοιόμορφοι, με πανομοιότυπα γκρίζα κοστούμια, σα ρέπλικες.
Πέραν όλων αυτών η ταινία είναι μία από τις πλέον feel good που έγιναν ποτέ. Ίσως υπερβολικά συναισθηματική πού και πού, ενίοτε και αφελής, αλλά νομίζω ότι όλα αυτά είναι ηθελημένα. Είπαμε: Ο Γκίλιαμ μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε παραμύθι, οπότε ακολουθεί και τις συμβάσεις του, μια από τις οποίες είναι και η ύπαρξη θαυμάτων. Αν το δεχτούμε απ' την αρχή αυτό δεν μπορούμε παρά να απολαύσουμε το Fisher King. Που, επί πλέον, είναι και ένας ύμνος στη διαφορετικότητα, όχι μόνο λόγω του χαρακτήρα του Ουίλιαμς, αλλά και της απίθανης, φευγάτης φιγούρας της Αμάντα Πλάμερ. Και διαθέτει και μια σκηνή ανθολογίας: Αυτή του χορού στο σταθμό του μετρό.

Wednesday, November 18, 2009

2012: ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΠΛΟΥΣΙΟ, ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ


Φυσικά ο Roland Emmerich έκανε μια ακόμα ταινία καταστροφής (αναρωτιέμαι αν ξέρει να κάνει και τίποτα άλλο). Φυσικά άρπαξε την ευκαιρία όλου αυτού του ηλίθιου θόρυβου περί "τέλους του κόσμου το 2012" (έχουν και ακριβή ημερομηνία οι προβλέψεις). Σιγά μην άφηναν τα στούντιο τέτοια ευκαιρία δίχως να βγάλουν κέρδη...
Στην ταινία τώρα: Πρώτα τα καλά, ή μάλλον το καλό, γιατί δεν νομίζω ότι διαθέτει οτιδήποτε άλλο. Φυσικά το θέαμα. Που έχει ξεπεράσει μάλλον οποιαδήποτε ταινία καταστροφής έχουμε δει μέχρι τώρα. Ουρανοξύστες πέφτουν, ηφαίστεια εκρήγνυνται, τσουνάμι ξεσπάν, πόλεις ολόκληρες βυθίζονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Φυσικά ζούμε τον απόλυτο θρίαμβο των εφφέ. Το είπα: Νομίζω ότι εδώ ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Έτσι, θέλοντας και μη, χαζεύειες επί σχεδόν τρεις ώρες, και μάλιστα ενίοτε με το στόμα ανοιχτό.
Αυτά. Οτιδήποτε άλλο αφορά το φιλμ βρίσκεται υπό το μηδέν. Ειλικρινά δεν περίμενα να δω τόσα, μα τόσα πολλά συσσωρευμένα κλισέ και μάλιστα από τα πλέον τετριμμένα. Δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω. Από τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα ή οπουδήποτε τέλος πάντων επιβαίνουν οι πρωταγωνιστές, που γλιτώνουν πάντα, μα πάντα, στο παρά τρίχα, ενώ πίσω τους, σε απόσταση ενός μέτρου, όλα καταποντίζονται; Τον άσχετο πιλότο (έχει παρακολουθήσει μόνο μερικά μαθήματα), που κάνει απίστευτες ταρζανιές και γλυτώνει; Την εμμονή των αμερικάνων με την οικογένεια, που πρέπει ντε και καλά να μείνει ενωμένη (και φυσικά θα μείνει κι ας καταστραφεί ολόκληρος ο κόσμος); Α, εδώ έχουμε και τα κακά του διαζυγίου, αλλά η πρώτη (βλέπε νόμιμη) αγάπη πάντοτε θριαμβεύει. Τον (μαύρο) πρόεδρο της Αμερικής, που είναι ο πιο καλός άνθρωπος που έχετε δει ποτέ, που θυσιάζεται άνευ κανενός λόγου κατά τη γνώμη μου (ίσως για να μείνει μέχρι τέλους με τους... υπαλλήλους του Λευκού Οίκου!!!); Φυσικά την παγκόσμια συνεργασία, που την τελευταία στιγμή, μπροστά στον υπέρτατο κίνδυνο, λειτουργεί άψογα; Ή μήπως τους ρώσους (μοιχούς και μη), που, καλού - κακού, χάνονται όλοι; Και πολλά πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι πια. Όλα τα λεφτά για μένα πάντως ήταν η ατάκα της κόρης του προέδρου των ΗΠΑ, η οποία, σε μια στιγμή που διακυβεύονται τα πάντα και παίζεται το αν θα ανοίξουν κάποιες πόρτες για να σωθούν εκατοντάδες άνθρωποι που έχουν μείνει απ' έξω (πιθανόν με τίμημα τον χαμό του ίδιου του σκάφους) λεει: "Πάντως ο πατέρας μου σίγουρα θα άνοιγε τις πόρτες για να τους σώσει". Και έτσι πείθονται και οι άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες. Όπως ακριβώς δηλαδή μας έχουν συνηθίσει οι αμερικάνοι πρόεδροι εδώ και δεκαετίες. Αλλοίμονο τώρα μη δεν παίζουν πάντοτε κορώνα - γράμματα τη ζωή τους για να σώσουν αθώους ανθρώπους...
Χαρακτήρισαν το 2012 ένα είδος πορνό, με την έννοια ότι απευθύνεται στην όραση και μόνο του θεατή, περιφρονώντας ουσιαστικά τη νοημοσύνη του. θα συμφωνήσω. Ίσως όμως και να παίζει κάτι χειρότερο εδώ: Τα πορνό δεν προσβάλλουν τη νοημοσύνη σου, διότι απλούστατα, στερούνται "ιστορίας", σεναρίου, οπότε εξ ορισμού απευθύνονται μόνο στο μάτι (και στα σεξουαλικά ένστικτα), πράγμα που όλοι το γνωρίζουν πολύ καλά. Οπότε δεν σε κοροϊδεύουν. Αν όμως αρέσει οτιδήποτε άλλο στο 2012 πλην του πλούσιου θεάματος... μάλλον κάτι δεν παει καλά...

Tuesday, November 17, 2009

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Το ιρανικό σινεμά κυριάρχησε για πολλά χρόνια σε φεστιβάλ και στις συνειδήσεις των σινεφίλ. Τα τελευταία χρόνια όμως ήταν κάπως πεσμένο - ή, τουλάχιστον, επαναλαμβανόμενο. Η εικόνα αυτή τείνει να αντιστραφεί με το "Τι απέγινε η Έλι" (Darbareye Elly) του Asghar Farhadi. Ο απόλυτος ρεαλισμός, η απεικόνιση της καθημερινότητας, η καταγραφή της φτώχιας και των κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία μας είχαν συνηθίσει για χρόνια οι ιρανοί, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια αγχωτική καταγραφή ενός δραματικού ατυχήματος, που σε κάποια σημεία αγγίζει τα όρια του θρίλερ.
Αλλά και το όλο κλίμα είναι διαφορετικό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παρέα παλιών συμφοιτητών, άλλοι με οικογένειες κι άλλοι όχι, που νοικιάζουν μια παραθαλάσσια βίλα για ένα τριήμερο για να κάνουν διακοπές. Κάθε φολκλόρ λείπει από το φιλμ. Η παρέα δρα όπως ακριβώς θα κάναμε κι εμείς. Θάλασσα, παιχνίδια (παντομίμα μάλιστα), πλάκες, κινητά και βόλτες με τα αυτοκίνητα. Οι γυναίκες φοράνε βέβαια μαντίλα, αλλά κατά τα άλλα δεν θυμίζουν καθόλου καταπιεσμένες τριτοκοσμικές συζύγους. Όλα αυτά με μια πρώτη ματιά βέβαια. Όταν μια κοπέλα εξαφανίζεται η χαλάρωση και το κλίμα διακοπών τινάζονται στον αέρα, οι συμπεριφορές αλλάζουν, κάποια πέπλα πέφτουν και μια αγχωτική διαδικασία αρχίζει.
Αν εξαιρέσει κανείς την κάπως μακριά αρχή, με την καθημερινότητα, την άφιξη, τις πλάκες, τα παιχνίδια, που με κούρασε λίγο (αν και χρειαζόταν για να προετοιμάσει το κλίμα - ή μάλλον την ανατροπή του), η υπόλοιπη ταινία με κράτησε απόλυτα, καθώς η κατάσταση περιπλεκόταν όλο και περσσότερο. Μην περιμένετε όμως σεναριακές ανατροπές και συγκλονιστικές αποκαλύψεις για το τι συνέβει. Όλα είναι απλά, καθημερινά, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Η αυξανόμενη αγωνία όμως υπάρχει και με το παραπάνω. Α, και να μην το ξεχάσω: Φοβερές ηθοποιίες απ' όλους. Ακόμα και από τα μικρά παιδιά (στα οποία έχει παράδοση το σινεμά της χώρας αυτής)!
Και εδώ έρχονται και κάποιες σκέψεις για την διαφορά των κοινωνιών αυτών από τις δικές μας: Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω λεπτομέρειες, θα ήταν spoiler, πλην όμως όλα όσα συμβαίνουν στο τελευταίο τρίτο του φιλμ δύσκολα θα συνέβαιναν σε μια δυτική κοινωνία. Δεν εννοώ φυσικά τον πανικό, ο άγχος, την αγωνία. Αυτά είναι πανανθρώπινα. Αλλά η δυσκολία να αποκαλύψουν κάτι σε κάποιον (μιλάω με κώδικες, αλλά είπαμε, ο φόβος του spoiler), τα ψέματα που μπερδεύουν την κατάσταση, ο τρόπος αντιμετώπισης, όλα παραπέμπουν σαφώς σε μια κοινωνία όπου πράγματα κοινά για μας παραμένουν ταμπού και όπου, βέβαια, η γυναίκα έχει ελάχιστη ελευθερία σε σχέση με τη δυτική.
Τη βρήκα πάντως καλή ταινία, διαφορετική από τα συνηθισμένα της χώρας αυτής και σκηνοθετημένη με μαεστρία. Θα δούμε στο μέλλον αν πρόκειται για εξαίρεση ή αν μας περιμένει μια ακόμα άνοδος του ιρανικού σινεμά.

Sunday, November 15, 2009

NEW AGE ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ... ΚΑΤΣΙΚΕΣ


"Οι Άντρες που κοιτούν επίμονα Κατσίκες" (The Men Who Stare at Goats) του Grant Heslov θα μπορούσε να είναι μια πολύ καλή κωμωδία. Και πρωτότυπη ιδέα έχει, και αρκούντως αντιπολεμικό πνεύμα διαθέτει και εξαιρετικό καστ (πότε άλλοτε έχετε δει μαζί Τζορτζ Κλούνει, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Κέβιν Σπέισι και Τζεφ Μπρίτζες;). Διαθέτει αρκετές πολύ αστείες στιγμές, αλλά συνολικά βγήκα λέγοντας "Μμμμ... συμπαθητικό ήταν". Αυτό μόνο.
Το φιλμ ασχολείται με τις θρυλούμενες έρευνες του αμερικάνικου στρατού (και του ρωσικού παλιότερα) που σχετίζονται με παραψυχολογικά και υπερφυσικά φαινόμενα (φανταστείτε δηλαδή τον Γκέλερ να χρησιμοποείται για στρατιωτικούς σκοπούς). Υποτίθεται ότι έχουν ξεκινήσει από την εποχή του Βιετνάμ και συνεχίζονται στο Ιράκ. Έτσι βρίσκει την ευκαιρία και σάτιρα να κάνει στο όλο New Age φαινόμενο, που ξεκίνησε στις αρχές των 80ς νομίζω, και στον μιλιταρισμό. Είναι όντως αστείο να βλέπεις την μονάδα παραψυχολογικών ερευνών, στρατιώτες και αξιωματικούς δηλαδή ντυμένους με τις στολές τους, να κάνουν γιόγκα, να είναι εμφανώς χίπις με μαλιά και γένεια, να κρατούν λουλούδια, να ευχαριστούν τη Μητέρα Γη και πολλά άλλα τέτοια ευτράπελα. Και γενικά βρίσκω εξαιρετικά αστεία την ιδέα διάφορων στρακόκαυλων μαντράχαλων να εκπαιδεύονται στα σοβαρά για το πώς μπορούν να γίνουν... αόρατοι, να περνάνε μέσα από τοίχους, να διοχετεύουν αρνητική ενέργεια στον εχθρό μέσα από τη σκέψη τους, να σκοτώνουν ζώα απλώς κοιτώντας τα στα μάτια και άλλα σχετικά. Ο Κλούνεϊ μάλιστα, κάτι μεταξύ ανθρώπου με ψυχικές ικανότητες και ψώνιου, είναι όλα τα λεφτά.
Η ταινία δεν φαίνεται να παίρνει στα σοβαρά όλα αυτά, μας αφήνει ανοιχτό όμως το αν υπάρχουν όντως τέτοιες δυνάμεις ή αν όλα είναι στα διαταραγμένα μυαλά κάποιων. Το πρόβλημα είναι ότι οι ρυθμοί σταδιακά χαλαρώνουν, οι ιδέες εξαντλούνται και τελικά, όπως είπα και στην αρχή, μένεις απλώς με το χαμόγελο και την αίσθηση ότι είδες κάτι συμπαθητικό, αλλά μέχρις εκεί. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι ένα καινούριο MASH ή να είχε απογειωθεί στα χέρια των Κοέν ας πούμε.

Saturday, November 14, 2009

"Η ΝΥΧΤΑ" ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ


Δεύτερο μέρος της περίφημης "τριλογίας της αποξένωσης" (οι άλλες δύο είναι "Η Περιπέτεια" και "Έκλειψη") του Michelangelo Antonioni (1912-2007), "Η Νύχτα" (La Notte) γυρίζεται το 1961 και αποτελεί για πολλούς μια από τις σημαντικότερες ταινίες της ιστορίας του σινεμά . Βέβαια η ταινία είναι κλασική για όσους μπορούν να δουν σινεμά που δεν το ενδιαφέρει η δράση αλλά η σκέψη, που θέτει ή προσπαθεί να απαντήσει σε αιώνια ερωτήματα. Η βασική κατηγορία για φιλμς όπως αυτό είναι ότι "δεν συμβαίνει τίποτα", δεν υπάρχει έκπληξη ή/και ανατροπή. Έτσι είναι (σε μια πρώτη ματιά τουλάχιστον), αλλά τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι συχνά ευπρόσδεκτα, όχι όμως και υποχρεωτικά για να θεωρηθεί μια ταινία ή οποιοδήποτε άλλο έργο τέχνης σημαντικό. Γενικά αντιλαμβάνομαι την απόρριψη ανθρώπων που δεν αντέχουν έλλειψη δράσης, αργούς ρυθμούς και άλλα τέτοια. Γι' αυτούς δημιουργοί όπως ο Αντονιόνι, ο Ταρκόφσκι, ο Ρενέ και πλήθος άλλοι είναι "εκτός". Δεν συμφωνώ, αλλά η άποψη αυτή και σεβαστή είναι και κατανοητή. Ας ασχοληθούν λοιπόν με τη "Νύχτα" οι υπόλοιποι.
Η ταινία δείχνει ένα ακριβώς εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού που είναι παντρεμένο επί 10 χρόνια. Διανοούμενος και διάσημος συγγραφέας εκείνος, από πλούσια οικογένεια εκείνη, επισκέπτονται έναν ετοιμοθάνατο φίλο το πρωί, στη συνέχεια εκείνη περιπλανιέται δίχως σκοπό στο Μιλάνο και τα φτωχά προάστιά του και το βράδι πάνε σ' ένα κλαμπ και στη συνέχεια σε ένα πάρτι πλούσιου βιομήχανου, όπου είναι μαζεμένη όλη η "καλή κοινωνία", στο οποίο μένουν μέχρι το ξημέρωμα και όπου συμβαίνουν διάφορα.
Η ταινία μιλά όσο λίγες στην ιστορία του σινεμά για την κρίση του σύγχρονου ζευγαριού, όταν πλέον το πάθος έχει εκλείψει. Δεν υπάρχουν δραματικές εξάρσεις, καυγάδες, απιστία (αν και συχνά και οι δύο πλησιάζουν σ' αυτή). Υπάρχει απλώς η απάθεια, η έλλειψη ζήλειας, η μοναξιά, η κενότητα, το ανικανοποίητο που νοιώθουν και οι δυο τους. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι γι' αυτά τα προφανώς αρνητικά συναισθήματα δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Είναι η βαθμιαία φθορά μιας σχέσης που τα δημιουργεί, φθορά που συμβαίνει πάντοτε (εκτός ίσως ελάχιστων ευτυχών εξαιρέσεων). Φυσικά ο Antonioni εμβαθύνει και στους χαρακτήρες των δύο (και της τρίτης, που απειλεί να ανατρέψει τις όποιες ισορροπίες): Εγωιστής κατά βάθος εκείνος, που βασικά ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, που πολύ λίγα μπορεί να δώσει, σχετικά "ρηχή" εκείνη, που απλώς πλήττει με τα πάντα και δεν τολμά καν να ολοκληρώσει μια απόπειρα "απόδρασης" από τη ρουτίνα. Η Ζαν Μορό περιφέρεται δίχως σχεδόν ποτέ να χαμογελά, κι αυτή της η έκφραση πλήξης και απάθειας είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Και επίσης, για να γίνουν τα πράγματα πιο ρεαλιστικά και πιο κοντά σ΄ ό,τι συνήθως συμβαίνει, δεν υπάρχει ακριβώς μίσος ανάμεσά τους. Υπάρχουν στιγμές που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, που δείχνουν υπολείμματα τρυφερότητας, ίσως και έρωτα. Αλλά η νεανική μαγεία έχει χαθεί οριστικά...
Πολύ σωστά ο Antonioni τοποθετεί το πλαίσιο στους υψηλούς - ή, τέλος πάντων, στους άνετους οικονομικά κοινωνικούς κύκλους. Εκεί είναι που τα προβλήματα αυτού του είδους φαίνονται ξεκάθαρα. Υπάρχουν και σε κατώτερες τάξεις βέβαια, αν όμως το βασικό πρόβλημά σου είναι η ανέχεια ή ακόμα και η πείνα, όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Το άλλο χαρακτηριστικό της ασπρόμαυρης "ματιάς" του φιλμ είναι η άμεσα ορατή σχέση της με την αρχιτεκτονική και το αστικό τοπίο. Ο σκηνοθέτης μας δείχνει επίμονα μοντέρνα κτίρια, στιλπνές επιφάνειες που αντανακλούν τα πάντα, ευθείες γραμμές και γωνίες. Οι άνθρωποι φαίνονται πολύ μικροί και ασήμαντοι μπροστά στα κτίρια της πόλης (του Μιλάνου συγκεκριμένα). Η εμμονή αυτή επιτείνει και "εικονογραφεί" με ιδανικό τρόπο την αίσθηση της ψυχρότητας, της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου από το περιβάλλον του και από τους άλλους. Έτσι η σύγχρονη αρχιτεκτονική, που κυριαρχεί πάνω στο άτομο, μοιάζει να συμβάλλει στο κλίμα της αλλοτρίωσης.
Μεγάλη - και δύσκολη - ταινία, που διατηρεί νομίζω τη λάμψη της (τη μουντή λάμψη της θα ήταν καλύτερα να λέγαμε). Το πρωταγωνιστικό τρίο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Μόνικα Βίττι) βρίσκεται στο απώγιό του, η χαλαρή τζαζ μουσική χρησιμοποιείται εδώ σαν "χαλί" που δεν την ακούει κανείς με προσοχή, επιτείνοντας έτσι το αίσθημα πλήξης και κενότητας που κυριαρχεί κυρίως στο δεύτερο μέρος, στο πάρτι της υψηλής κοινωνίας (κενότητα που χαρακτηρίζει την τάξη αυτή και εδώ προβάλλεται ανάγλυφα) και γενικά, δίχως εξάρσεις, ο Αντονιόνι καταφέρνει να μιλήσει για εσωτερικά θέματα που μας αφορούν όλους. Κι ας απευθύνεται- λόγω της "γλώσσας" του - σε λίγους.

Friday, November 13, 2009

ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Αντίθετα με το ανεκδιήγητο "Τέρας της Θάλασσας των Κρεμασμένων", το "A Bucket of Blood" του Roger Corman (1959), ("Ματωμένα γλυπτά" ο ελληνικός τίτλος του dvd) είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία. Είναι φυσικά φτηνή, ασπρόμαυρη, με άγνωστους ηθοποιούς (αλλοίμονο, για τον Κόρμαν μιλάμε), αλλά αυτά δεν μειώνουν τις αρετές της. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και τον τρόμο, διηγείται την ιστορία ενός όχι ιδιαίτερα έξυπνου γκαρσονιού (μάλλον προς το ελαφρώς καθυστερημένο κλίνει), που δουλεύει σε ένα καφέ όπου συχνάζουν καλλιτέχνες, κάνοντας μάλιστα και διάφορες περφόρμανς, και που ποθεί διακαώς να γίνει κι αυτός καλλιτέχνης. Μετά από ένα ατύχημα, αρχίζει να φτιάχνει γλυπτά από αληθινούς ανθρώπους που σκοτώνει και γίνεται διάσημος.
Σάτιρα του κόσμου της τέχνης, τραγική ιστορία κατά βάθος, παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον παρά τις κάποιες αφέλειές του. Όπως και σε μια σειρά άλλων ταινιών, είναι αδύνατο να μη συμπαθήσεις κατά βάθος τον "αθώο", ιδιόρυθμο δολοφόνο, που, σχεδόν δίχως να αντιλαμβάνεται τι κάνει, έχει αυτό που λέμε "καλή καρδιά" και περίσσευμα αφέλειας. Λόγω του όχι και τόσο έξυπνου μυαλού του παίρνει κατά γράμμα τα λόγια και τα ποιήματα των καλλιτεχνών με τους οποίους καθημερινά έρχεται σε επαφή και τους οποίους θαυμάζει, οι οποίοι ωστόσο τον περιφρονούν (όσο τουλάχιστον δεν είναι παρά ένα απλό γκαρσόν). Όταν δε φτάνει η στιγμή της ερωτικής απόριψης από το αντικείμενο του πόθου του, δεν μπορείς παρά να ανακαλέσεις στη μνήμη τους κωμικοτραγικούς ήρωες του Τσάπλιν, που σε κάνουν να γελάς και να συγκινείσαι ταυτόχρονα.
Η άλλη αρετή της ταινίας (που μάλλον ενδιαφέρει λίγους) είναι ότι καταφέρνει να πιάσει το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής των μπίτνικς. Οι απαγγελίες ποιημάτων, οι εκθέσεις, οι μουσικές, οι συζητήσεις στο καφέ, η μποέμικη, ανέμελη ζωή των καλλιτεχνών, το αλκοόλ, οι έρωτες, όλα βρίσκονται εδώ και είναι αρκετά πειστικά. Δεν έχω ιδέα αν ο Κόρμαν είχε επαφή με τους μπίτνικς και τη ζωή τους ή αν του βγήκε τυχαία, αλλά το φιλμ αποτελεί (παράπλευρα) και μια ενδιαφέρουσα καταγραφή της καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας των τελών των 50ς.
Είπαμε. Ο Corman ενδιαφερόταν πάνω απ' όλα να κάνει γρήγορες και φτηνές παραγωγές. Άλλοτε του βγαίνανε, άλλοτε όχι. Εδώ πάντως νομίζω ότι βρίσκεται στα καλά του.

Thursday, November 12, 2009

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ: ΕΝΑ ΟΙΚΙΑΚΟ BLAIR WITCH PROJECT


Θα χαρακτήριζα το "Paranormal activity" (Μεταφυσική Δραστηριότητα, γυρισμένο το 2007) του πρωτοεμφανιζόμενου ισραηλινού Oren Peli πρωτότυπο, αν δεν είχε προηγηθεί το πασίγνωστο Blair Witch Project. Και όχι μόνο αυτό. Από τότε κάποια ρομερικά ζόμπι, το Gloverfield και ίσως και μερικά άλλα που δεν θυμάμαι ή αγνοώ χρησιμοποίησαν την ίδια ακριβώς ιδέα και τεχνική, αυτή της ερασιτεχνικής υποτίθεται λήψης από ερασιτεχνική κάμερα, ώστε να επιτείνεται η ψευδαίσθηση του ντοκιμαντέρ (άρα του ντοκουμέντου). Απλώς το συγκεκριμένο φιλμ μοιάζει περισσότερο από τα άλλα με το Blair Witch λόγω του πάμφτηνου προϋπολογισμού, της ιντερνετικής προώθησης και της σούπερ επιτυχίας του στην Αμερική.
Κατά τα άλλα διαθέτει μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα. Το αόρατο πλάσμα δεν στοιχειώνει ένα σπίτι, όπως έχουμε συνηθίσει, αλλά έναν άνθρωπο, την πρωταγωνίστρια συγκεκριμένα. Αυτό κάνει το όλο πράγμα πιο αδιέξοδο και τρομαχτικό, αφού δεν μπορεί να ξεφύγει απλώς εγκαταλείποντας τον χώρο. Οι συνεχείς λήψεις άλλωστε του ζευγαριού που κοιμάται, ενώ διάφορα παράδοξα φαινόμενα συμβαίνουν γύρω τους, επιτείνουν τον ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα (και κάνουν το φιλμ ακόμα φτηνότερο). Ο εγκλεισμός στο σπίτι το κάνει απόλυτα κλειστοφοβικό, ενώ ο σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά να κλιμακώνει την ένταση, που ξεκινά από "απλά πταίσματα" για να φτάσει στο τελικό κρεσέντο. Γενικά καταφέρνει να πετύχει ένα αρκετά τρομακτικό αποτέλεσμα, το οποίο όμως, λόγω της ιδιόμορφης φύσης του, θα απογοητεύσει αρκετούς.
Και τώρα οι αντιρήσεις μου: Είπαμε την πρώτη: Χρωστά τα πάντα σχεδόν στο Blair Witch. ΟΚ, αλλά πέραν αυτού, εκείνο που με ενοχλούσε σε όλο το φιλμ ήταν η αψυχολόγητη κατά τη γνώμη μου συμπεριφορά του άντρα. Αυτή η εμμονή του να αρνείται να καλέσει "ειδικούς", ο κατά καιρούς τσαμπουκάς του απέναντι στο πλάσμα, η εμμονή του ναι χώνεται παντού και να ψάχνει σε στιγμές που οποιοσδήποτε κοινός θνητός (κι αυτός τέτοιος είναι) θα είχε εξαφανιστεί τρέχοντας, κάνει την συμπεριφορά του αντιρεαλιστική, σε πλήρη αντίθεση με τον ρεαλισμό (τον ψευδορεαλισμό τέλος πάντων) στον οποίο στοχεύει - και πετυχαίνει κατά τα άλλα - η ταινία. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος που έχει απόλυτες αποδείξεις ότι κάτι παραφυσικό συμβαίνει στο σπίτι του, που δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι αληθινά και συμβαίνουν όντως, δεν νομίζω λοιπόν ότι θα υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να αντιδρά - και μάλιστα κατ' εξακολούθηση - μ' αυτόν το τρόπο.
Όπως και να το κάνουμε όμως και παρά τις αντιρρήσεις μου, η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και πετυχαίνει το στόχο της. Και είναι και σίγουρο ότι θα διχάσει τους θεατές. Όπως ακριβώς το πολλάκις προαναφερθέν Βlair Witch άλλωστε. Μένει μόνο να δούμε αν ο Peli θα συνεχίσει την εντυπωσιακής αρχής καριέρα του ή αν θα τον φάει κι αυτόν η μαρμάγκα, όπως τους ξεχασμένους σήμερα δημιουργούς του B.W.P.

Tuesday, November 10, 2009

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΚΑΚΟ"... ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΚΑΚΟ


Με το "Κακό" του 2005 ο Γιώργος Νούσιας είχε κάνει μια συμπαθητική ταινιούλα, που συνδύαζε τρόμο και σπλάτερ με χιούμορ (στα χνάρια των Evil Dead κλπ.) και ταυτόχρονα είχε κάνει και μια από τις ελάχιστες σύγχρονες ταινίες είδους του ελληνικού κινηματογράφου. Το 2009 έρχεται "Το Κακό: Στην εποχή των ηρώων" (σε συσκηνοθεσία Πέτρου Νούσια και Claudio Bolivar), όπου βρίσκει σαφώς περισσότερα λεφτά, χρησιμοποιεί περισσότερα και πιο πλούσια εφφέ και... κάνει μια εξ ίσου σαφώς πολύ χειρότερη ταινία.
Εδώ το απλό, αλλά λειτουργικό σενάριο του πρώτου φιλμ, κατ' ευθείαν εμπνευσμένο από Ρομέρο και άλλα στάνταρς των ταινιών με ζόμπι, με τα κυνηγητά, τα λουτρά αίματος, τις κάθε λογής σπλατεριές και το κατάμαυρο χιούμορ, αντικαθίστανται από ένα σεναριακό αχταρμά, όπου εμπλέκονται αρχαίοι έλληνες, αρχαία ζόμπι, μαγικά κουτιά, νεκραναστάσεις (όχι όμως ως ζόμπι), εμφανίσεις στη σύγχρονη εποχή κάποιου τύπου με κουκούλα που έρχεται κατ' ευθείαν από την αρχαιότητα (μάλιστα, του Μπίλι Ζέιν αυτοπροσώπως), προφητείες που δεν κατάλαβα τι ακριβώς λένε και άλλα ακατανόητα, και ουδείς κάνει την παραμικρή προσπάθεια να ξεκαθαρίσει λίγο το τι ακριβώς συμβαίνει. Συγχρόνως το χιούμορ είναι κατά τη γνώμη και λιγότερο και πολύ χοντρότερο, οι χαρακτήρες άστα να πάνε... και γενικά όλα με κάνουν να προτιμώ το πρώτο, πολύ πιο τίμιο φιλμάκι.
Μένουν μονάχα κάποια εντυπωσιακά ακροβατικά της κάμερας (εντυπωσιακά μεν, αλλά κι αυτά άνευ λόγου), σίγουρα καλύτερη εικόνα, μερικά όμορφα πλάνα μιας πανέρημης Αθήνας και μάλιστα σε κεντρικότατους δρόμους (πώς το πέτυχε αυτό;), οι ήρωες στις σκηνές που διαδραματίζονται στην αρχαιότητα που μιλάνε με άνεση καθημερινά αρχαία ελληνικά και ελάχιστες αστείες στιγμές. Α, ναι και τα σπλάτερ εφφέ των μαστόρων του είδους αδελφών Αλαχούζου. Αλλά αυτά είναι πολύ, πολύ λίγα μπροστά στο χάος και το συχνό κιτς που επικρατούν. Νομίζω ότι τελικά όλη αυτή η εμπλοκή της αρχαιότητας και τα σχετικά μεταφυσικά που τη συνοδεύουν λειτούργησαν εις βάρος του φιλμ.
Να λοιπόν που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι οι μεγαλύτεροι προϋπολογισμοί δεν κάνουν και καλύτερες ταινίες. Και πήγαινα να το δω με ειλικρινά καλή διάθεση. Κρίμα.

Monday, November 09, 2009

ΓΕΛΟΙΑ ΤΕΡΑΤΑ ΚΑΙ "ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΕΣ" ΘΑΛΑΣΣΕΣ


Ο Roger Corman είναι γνωστός σαν βασιλιάς των b-movies. Έχει σκηνοθετήσει πάνω από 50 και είναι παραγωγός σε περισσότερα από 380! Οι γνωστότερες ταινίες του σαν σκηνοθέτη είναι η σειρά με τις μεταφορές στο σινεμά έργων του Πόε, οι περισσότερες με τον Βίνσεντ Πράις, που έγιναν τέλη 50 - αρχές 60. Μερικές άλλες είναι συμπαθέστατες. Υπάρχουν όμως και φιλμς του που κυριολεκτικά δεν βλέπονται.
Εξέχουσα θέση σ' αυτά καταλαμβάνει το ανεκδιήγητο "Creature from the Haunted Sea", μια ασπρόμαυρη πάμφθηνη ταινία του 1961 (ελληνικός τίτλος, άγνωστο γιατί, "Το τέρας της θάλασας των κρεμασμένων"). Βλέποντάς το μπήκα στον πειρασμό να το θεωρήσω την χειρότερη ταινία που έχω δει ποτέ και να πιστέψω ότι ξεπερνά σε χάλι κι αυτό ακόμα το "θρυλικό" "Plan 9 from Outer Space" του Ed Wood!
Δεν ξέρω τι να... πρωτοθαυμάσω στο φιλμ αυτό. Ξεκινά σαν νουάρ, με ολίγη κατασκοπεία, εξελίσσεται σε φανταστικό, καθώς μετά τη μέση σκάει κι ένα θαλάσσιο τέρας, κι όλο αυτό είναι διανθισμένο και με χιούμορ, απ' αυτά που κάνουν την όποια απόπειρα χαμόγελου να παγώνει στα χείλη. Μάλλον ο Corman ήθελε να κάνει κάτι σαν σάτιρα νουάρ και τρόμου ταυτόχρονα, αλλά σίγουρα δεν πέτυχε τίποτα απ' αυτά. Ηλίθιο σενάριο - αχταρμάς γραμμένο στο γόνατο (αν και πολύ αμφιβάλλω αν γράφτηκε ποτέ πουθενά), απίστευτες ηθοποιίες από τους άγνωστους ηθοποιούς, χιούμορ που κάνει τις ελληνικές βιντεοταινίες των 80ς να φαίνονται εξαιρετικά πνευματώδεις και, κερασάκι στην τούρτα, το ανεκδιήγητο τέρας, που σαφώς είναι ένας τύπος ντυμένος με κουρέλια, σα μούμια με δύο εμφανώς πλαστικά γουρλωμένα μάτια κάπου στο κεφάλι, που κάνει ατσούμπαλες κινήσεις για να επιτεθεί τάχα σε ανθρώπους. Μέσα στο σεναριακό χάος εμπλέκονται οι θησαυροί του κουβανέζικου κράτους που κλέβουν στρατηγοί του παλιού καθεστώτος όταν την εξουσία παίρνει ο Κάστρο (ήταν πρόσφατα τότε όλα αυτά), εξωτικές "καλλονές" έτοιμες για όλα (το ίδιο και οι χοντρές μαμάδες τους), ηλίθιοι πιστολάδες που δεν μιλούν αλλά... μιμούνται μόνο φωνές ζώων (αυτό είναι από τα "αστεία"), τυχοδιώκτες με γιωτ και μοιραίες γυναίκες, αμερικάνοι πράκτορες που δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουν και ποιον κατασκοπεύουν, φωνή off α λα νουάρ, που συχνά ξεχνά να μιλήσει και όταν την έχουμε ξεχάσει κι εμείς επανεμφανίζεται,και φυσικά το τέρας που σκάει άνευ λόγου. Σπάνια ομορφιά!
Το κακό είναι οτι δεν μπορείς ούτε να γελάσεις με όλο αυτό το κιτς, γιατί είναι και πολύ βαρετό (ομολογώ ότι το έτρεχα σε αρκετά σημεία) - αν και το τέρας σε αποζημειώνει και κάνει να γελάσει το χειλάκι του κάθε πικραμένου. Τι να πω... Νοιώθω τον θρόνο του "Plan 9..." να τρίζει επικίνδυνα...

Sunday, November 08, 2009

ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι "Τρεις Γυναίκες", που γύρισε ο Robert Altman (1925-2006) το 1977, είναι μια από τις πιο παράξενες, αλλά και όμορφες κατά τη γνώμη μου, ταινίες του. Δεν ανήκει στο χώρο του φανταστικού κινηματογράφου, αλλά είναι τόσο παράδοξο και απόκοσμο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει. Είναι ρεαλιστικό, με την έννοια ότι τίποτα το φανταστικό δεν συμβαίνει, αλλά δεν το λες και ρεαλισμό αυτό.
Η ταινία φτιάχνει τα πορτρέτα τριών πολύ διαφορετικών γυναικών - αν και έχουν κάτι κοινό. Η μία (Σίσυ Σπέισεκ), μικρή, άβγαλτη, δειλή, ψάχνει για ανθρώπινη επαφή, αλλά δεν τη βρίσκει. Λίγο "αλλού", φευγάτη, προσκολλημένη θαρρείς στην παιδική ηλικία, αρπάζεται κυριολεκτικά από την πρώτη που θα της μιλήσει στη νέα της δουλειά με ένα πάθος για επαφή που αγγίζει τα όρια του ερωτικού. Η άλλη (Σέλεϊ Ντιβάλ), η μοναδική φίλη της προηγούμενης, είναι ακριβώς το αντίθετο. Εξωστρεφής, μιλά πολύ και μιλά με όλους, γελά, ακολουθεί τη μόδα, ψάχνει για φίλο. Το εξαιρετικό που συμβαίνει είναι ότι και οι δύο τόσο διαφορετικοί αυτοί χαρακτήρες είναι εξ ίσου μοναχικοί. Είναι σα να τις αγνοούν οι πάντες γύρω τους, δεν τις απαντάνε καν όταν μιλάνε, σα να είναι αόρατες. Η τρίτη γυναίκα, μια αμίλητη, αποτραβηγμένη ζωγράφος, κρατά το στόμα της ερμητικά κλειστό και ζωγραφίζει μεγάλες συνθέσεις σε πυθμένες από πισίνες, σε τοίχους, σε τσιμεντένια δάπεδα. Τα έργα της, απόκοσμα, αποτελούνται από πιθηκόμορφους ανθρώπους, με το αρσενικό πάντοτε κυρίαρχο και τρομαχτικό. Οι σχέσεις των παράξενων αυτών χαρακτήρων είναι και το θέμα του φιλμ.
Ερμητική μερικές φορές, ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες - ή σε καμία - η ταινία νομίζω ότι συγκλίνει σε ένα σημείο: Στην απόλυτα φεμινιστική ματιά, έστω κι αν έχει γίνει από έναν άντρα. Πράγματι, στον κόσμο της οι άντρες είναι ουσιαστικά απόντες: Άλλοτε μέθυσοι, ρηχοί, που ενδιαφέρονται μόνο για σεξ, άλλοτε ψυχροί και αμίλητοι, ασχολούνται μόνο με τα "αντρικά" σπορ τους (κούρσες με μηχανές, σκοποβολή κλπ.) και είναι παντελώς άχρηστοι για ουσιαστική επικοινωνία με τις γυναίκες, που διψούν για βαθύτερη επαφή. Η απαστράπτουσα, ηλιόλουστη Καλιφόρνια, δείχνεται εδώ απάνθρωπη, ψυχρή, δίχως καμιά ανθρώπινη ζεστασιά. Και το τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) προς εκεί δείχνει: Προς έναν απόλυτο θρίαμβο του φεμινισμού. Σα να επαγγέλεται μια νέα εποχή μητριαρχίας.
Πέρα από τις αναλύσεις όμως, το φιλμ ασκεί μια υπνωτική γοητεία πάνω μου. Οι απόμακρες ανθρώπινες συμπεριφορές, τα παράξενα έργα της ζωγράφου, η σχεδόν υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα, το κάνουν ένα από τα πιο αγαπημένα παράδοξα του δημιουργού του (και γενικότερα). Ακόμα κι αν δεν μπορέσετε να ερμηνεύσετε κάποια σημεία του, θα σας συμβούλευα να αφεθείτε στη γοητεία του.

eXTReMe Tracker