Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2017

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΗΡΩΙΚΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ"

Ο Παντελής Βούλγαρης πάντοτε εμπνεόταν από την ελληνική ιστορία και αρκετά φιλμ του διαδραματίζονται σε σκοτεινές εποχές της. "Το Τελευταίο Σημείωμα" του 2017 δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτή τη φορά το θέμα είναι η βάρβαρη εκτέλεση 200 κομμουνιστών κρατούμενων από τους ναζί στην Καισαριανή, θέμα βεβαίως που πονά μέχρι σήμερα.
Ο ήρωας (και κυριολεκτικά εδώ) είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης (υπαρκτό πρόσωπο, όπως και πολλοί από τους συγκρατούμενούς του). Αφού, κομμουνιστής γαρ, έζησε για καιρό από φυλακή σε φυλακή (είχε συλληφθεί από τη δικτατορία του Μεταξά), καταλήγει με πολλούς άλλους ομοϊδεάτες του στο Χαϊδάρι, όπου χρησιμοποιείται ως διερμηνέας στις ανακρίσεις κυρίως, αφού γνωρίζει άπταιστα γερμανικά. Το φιλμ περιγράφει τη δύσκολη (το λέω αρκετά επιεικώς) ζωή των κρατουμένων εκεί, τις σχέσεις τους με τα αγαπημένα τους πρόσωπα έξω από τη φυλακή, επικεντρώνεται ωστόσο στην πολύπλοκη σχέση του Ναπολέοντα με τον ναζί λοχαγό που είναι ο διοικητής του στρατοπέδου. Σχέσεις αγάπης - μίσους βεβαίως, αφού ο γερμανός συμπαθεί κατά βάθος τον κρατούμενο (αν και συχνά εξοργίζεται και τον χτυπά) και μέχρι τέλους του κάνει δελεαστικές προτάσεις ελευθερίας, τις οποίες εκείνος με ηρωικό τρόπο αρνείται. Όταν η ελληνική αντίσταση εκτελεί έναν γερμανό υποστράτηγο στην Πελοπόννησο ο διοικητής διατάσεται από τους ανωτέρους του να εκτελέσει 200 έλληνες ως αντίποινα.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και το βαθύτατα φορτισμένο θέμα της καταφέρνει νομίζω να συγκινήσει τον θεατή. Η σχεση έλξης - απώθησης ανάμεσα σε δεσμοφύλακα και δεσμώτη δίνεται καλά - βασικός άξονας του φιλμ, που δείχνει πώς η ιστορία και τα τραγικά και καταλυτικά γεγονότα της δρουν σαρωτικά και αλλοιώνουν τις σχέσεις δύο ανθρώπων που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσαν να είναι ακόμα και φίλοι ή, εν πάσει περιπτώσει, να αλληλοεκτιμούνται. Και, βέβαια, όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και οι βαθύτατες ιδεολογικές διαφορές - κομμουνιστής ο ένας, ναζί ο άλλος. Αμφότεροι ωστόσο είναι ιδεολόγοι και πιστεύουν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το σημείο όπου συγκλίνουν. Πριν περάσω σε κάποιες αρνητιές παρατηρήσεις θα επισημάνω την συγκλονιστική σκηνή του γλεντιού την τελευταία νύχτα, από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου της ταινίας.
Οι αρνητικές μου λοιπόν παρατηρήσεις βασίζονται στην έντονη ηρωοποίηση των κρατουμένων, και κυρίως του βασικού χαρακτήρα, καθώς και σε κάποιες χολιγουντιανού στιλ καταστάσεις της μακράς σκηνής της εκτέλεσης, οι οποίες δεν ταιριάζουν με το υπόλοιπο ρεαλιστικό ύφος του φιλμ. ΟΚ, ο Βούλγαρης πάντοτε είχε κάποιες (λίγες ευτυχώς) τέτοιες "τάσεις". Συνολικά πάντως, επειδή το γεγονός, όπως προείπα, είναι τόσο, μα τόσο φορτισμένο, τόσο δυνατό από μόνο του, η ταινία νομίζω ότι αγγίζει τους περισσότερους θεατές, οι οποίοι μάλιστα (το είδα κι εγώ στην προβολή) κάνουν ώρα να συνέλθουν μετά το τέλος (παρακολουθούσαν αμίλητοι τα credits, και κάποιοι χειροκρότησαν). Τελικά το σινεμά πάντοτε είχε τη δύναμη να συγκινεί...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2017

"Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ" ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ

Ο Steven Zaillian είναι περισσότερο σεναριογράφος, αν και έχει γυρίσει και τρεις ταινίες. Μία από αυτές είναι "Ο Κατήγορος" (A Civil Action) του 1998 με τον Τζον Τραβόλτα και τον Ρόμπερτ Ντιβάλ στους βασικούς ρόλους.
Πρόκειται για κλασικό δικαστικό δράμα. Και μάλιστα απ' αυτά που κάποιοι "μικροί" τα βάζουν ατρόμητα με "μεγάλους" και "κακούς". Απ' αυτά δηλαδή που πολύ συχνά μας δίνει το αμερικάνικο σινεμά. Εδώ ο ήρωας είναι αδίστακτος δικηγόρος, κάτι σαν κοράκι, που εντοπίζει περιπτώσεις οι οποίες είναι πιθανόν να πληρώνουν αποζημείωση στα θύματα και μοιράζεται τα λεφτά - αν πετύχει η υπόθεση - με τους παθόντες. Σε μια μικρή πόλη οι κάτοικοι παραπονιούνται ότι υπάρχουν υπερβολικά πολλοί θανατοι από λευχαιμία και θέλουν να μηνύσουν βυρσοδεψείο που λειτουργεί εκεί κοντά μολύνοντας το περιβάλλον με τα απόβλητά του. Ο δικηγόρος αρχικά δεν ενδιαφέρεται (δεν έχει λεφτά η υποθεση, οπότε σκασίλα μας για τους θανάτους), στη συνέχεια όμως θα ανακαλύψει ότι το εργοστάσιο ανήκει σε τεράστιες εταιρίες, οπότε... υπάρχει ψωμί. Ένας άνισος αγώνας ξεκινά, ο οποίος βαθμιαία μετατρέπεται σε προσωπικό στοίχημα για τον ήρωα.
ΟΚ. Τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Από ένα σημείο και μετά ο μέχρι τώρα "κοράκι" δικηγόρος ανακαλύπτει την τιμιότητα και το αίσθημα δικαίου μέσα του και τα δίνει όλα. Θυσιάζεται για την ακρίβεια, μη διστάζοντας να ξεπουλήσει τα πάντα για το καλό του αγώνα. Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν ξεκαθαρίζεται απόλυτα πώς και γιατί έγινε αυτή η ηθική μεταστροφή σε κάποιον που μέχρι τούδε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ώς κυνικό κάθαρμα. Πέραν αυτού υπάρχουν τα θετικά, πλην όμως πολυχρησιμοποιημένα μοτίβα της οικολογικής (και ανθρώπινης) καταστροφής εν ονόματι του πάσει θυσία κέρδους, ο αγώνας του Δαβίδ ενάντια στον Γολιάθ, η σύγκρουση ανάμεσα στο ότι "το εργοστάσιο μολύνει" αφ' ενός και "το εργοστάσιο δίνει δουλειά στην περιοχή" αφ' ετέρου  και άλλα σχετικά. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον (και απολαυστικός μέσα στην κακία του) είναι ο χαρακτήρας του μεγαλοδικηγόρου που ενσαρκώνει ο Ντιβάλ.
Εντάξει, δεν είναι κακό. Βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον και νομίζω ότι κρατά αρκετά τον θεατή, ιδίως αν αυτός είναι φαν των δικαστικών δραμάτων, ωστόσο προσωπικά μου φάνηκε χιλιοειδωμένο και, όπως ήδη


είπα, όχι πειστικό στην εξέλιξη των χαρακτήρων.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2017

O ΜΠΑΒΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ "ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ"

Ο Mario Bava ((1914-1980) είναι βεβαίως ο ιταλός δημιουργός που έμεινε στην κινηματογραφική ιστορία για τα giallo του (αστυνομικά φιλμ με έντονα στοιχεία τρόμου, ενίοτε και φανταστικού) και για το ιδιαίτερο οπτικό του στιλ, το οποίο επηρρέασε άμεσα τον Αρτζέντο. Το 1965 γυρίζει τον "Πλανήτη των Βρικολάκων" ("Terrore nello Spazio"), το μοναδικό του φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το οποίο, φοβάμαι, δεν είναι από τα καλύτερά του.
Ένα γήινο διαστημόπλοιο προσεδαφίζεται σε έναν μυστηριώδη πλανήτη μετά από ένα SOS που έλαβε από άλλο γήινο διαστημόπλοιο, το οποίο είχε ήδη προσεδαφιστεί εκεί. Αμέσως όμως φοβερά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν. Τα μέλη του πληρώματος στρέφονται ανεξήγητα το ένα εναντίον του άλλου, υπάρχουν νεκροί και το άλλο σκάφος ανακαλύπτεται σε όχι και τόσο καλή κατάσταση. Το εκπληκτικότερο όμως είναι ότι οι προσφάτως νεκροί αμφοτέρων των πληρωμάτων ζωντανεύουν ανεξήγητα και επιτίθενται ενάντια στους επιζώντες...
Εντάξει, τι να "πρωτοθαυμάσω"; Οι ηθοποιίες είναι επιεικώς άθλιες, πράγμα που άλλωστε συμβαίνει σε πλήθος ιταλικών ταινιών της εποχής, λες και το κακό παίξιμο αποτελεί ένα είδος "σχολής". Τα εφέ είναι αστεία (εντάξει, αυτό δικαιολογείται, διότι πρόκειται για φιλμ εντελώς low budget). Το χειρότερο όμως είναι ότι η ιστορία, η πλοκή, "σέρνεται" πραγματικά και αναλώνεται σε πάμπολλα πήγαιν' - έλα από σκάφος σε σκάφος, σαν να πασχίζει  ο σκηνοθέτης να γεμίσει τον χρόνο της ταινίας με αχρείαστες σκηνές. Η ένταση και οι κορυφώσεις λείπουν και γενικά το όλο πράγμα κυλά άνευρα και μάλλον δίχως ιδιαίτερο σασπένς. Για να το πω αλλιώς και πιο καθαρά, βαρέθηκα αρκετά. Το συνολικό αποτέλεσμα βρίσκεται πολύ κοντά στο απόλυτο κιτς σε όλα τα επίπεδα.
Τι μένει; Η εντυπωσιακή ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Μπάβα, και η οποία είναι σήμα κατατεθέν του. Ο δημιουργός αυτός χρησιμοποιεί πολύχρωμους, σουρεαλιστικούς φωτισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να υπάρχουν στην πραγματικότητα. Τα έντονα πράσινα, τα κόκκινα και τα μπλε περισσεύουν, σα να φωτίζονται τα πάντα από μυστηριώδεις πηγές φωτός που κανείς δεν ξέρει από πού μπορεί να προέρχονται. Έτσι επιτυγχάνεται και εδώ μια μαγική ατμόσφαιρα όντως παράδοξη, η οποία, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, είναι και το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας. Αυτό το στοιχείο όμως μπορείτε να το απολαυσετε και σε πολύ καλύτερα φιλμ του.
Συμπερασματικά, αν δεν είστε φανατικός οπαδός του σκηνοθετη, παραβλέψτε την συγκεκριμένη ταινία του. Ψάξτε καλύτερα για τα καθαρόαιμα giallo του.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 09, 2017

O "ΡΟΒΙΝΣΩΝ ΚΡΟΥΣΟΣ" ΞΑΝΑ...

Το περίφημο βιβλίο του Daniel Defoe "Ροβινσών Κρούσος" του 1719 (και διάφορες παραλλαγές του) έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στον κινηματογράφο. Μία από αυτές μάλιστα από τον μεγάλο Λουί Μπουνιουέλ. Επειδή όμως ποτέ δεν παρατάς μια δοκιμασμένη συνταγή, εν έτει 1997 μεταφέρεται για μια ακόμα φορά από τους ως επί το πλείστον τηλεοπτικούς σκηνοθέτες Rod Hardy και George Miller (απλή συνωνυμία με τον γνωστό Μίλερ των Mad Max). Αυτή τη φορά τον βασικό ρόλο ερμηνεύει ο Πιρς Μπρόσναν.
Την ιστορία είμαι σίγουρος ότι την ξέρετε. Ο βρετανός Robinson Crusoe αναγκάζεται να μπαρκάρει στα καράβια επειδή σκότωσε σε μονομαχία ένα φίλο του για τα μάτια μιας γυναίκας (δεν έφταιγε πάντως αυτός για όλο αυτό). Το καράβι ναυαγεί, ο ήρωάς μας είναι ο μόνος επιζών και ξεβράζεται σε ένα έρημο τροπικό νησί. Εκεί, αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει να φτιάξει ολομόναχος τη ζωή του από την αρχή ώστε να εξασφαλίσει τροφή, στέγη, προστασία. Κάποια στιγμή μια άγρια φυλή ιθαγενών από κοντινό νησί θα φτάσει εκεί με σκοπό να κάνει μια ανθρωποθυσία, ο Κρούσος θα σώσει το υποψήφιο θύμα και... θα βρει έτσι έναν σύντροφο, τον οποίο - "άγριος" γαρ - πρέπει να εκπαιδεύσει σχεδόν στα πάντα από την αρχή. Όχι βέβαια ότι και ο "άγριος" δεν έχει πλήθος γνώσεων που θα αποδειχτούν πολύιμες...
Η ταινία διαθέτει "μηνύματα". Ο ναυαγός θα φερθεί αρχικά απέναντι στον μαύρο Παρασκευά αλαζονικά, ως απόλυτα ανώτερος, ως λευκός αποικιοκράτης (όπως λέει μάλιστα κάποια στιγμή, στη σχετικά σύντομη θητεία του στα καράβια είχε κάνει και ένα ταξίδι μεταφέροντας σκλάβους). Συστήνεται ως "master" (ο μαύρος τον αποκαλεί βεβαίως έτσι νομίζοντας ότι αυτό είναι το όνομά του) και πιστεύει ότι μπροστά του έχει έναν βάρβαρο, απόλυτα αμαθή άνθρωπο, ο οποίος πρέπει να διδαχτεί τα πάντα από την αρχή. Τον πολιτισμό των λευκών δηλαδή, αλλά και τον απαραίτητο χριστιανισμό. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι ο Παρασκευάς και πανέξυπνος είναι και οι γνώσεις του είναι χρήσιμες και  ότι, βέβαια, αρνείται να δεχτεί τον χριστιανισμό, ο οποίος είναι ακατανόητος γι' αυτόν. Ο Ροβινσώνας θα μετανοιώσει για τη συμπεριφορά του, θα καταλάβει ότι και το "διαφορετικό" οφείλει να είναι εξ ίσου αποδεκτό και τελικά μεταξύ τουςθα αναπτυχθεί μια βαθειά φιλια που θα φτάσει μέχρι τα όρια της θυσίας... Όσο για το άλλο, την αλληγορική δημιουργία πολιτισμού από το τίποτα σχεδόν, αυτό μένει στα ψιλά του φιλμ.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι η ταινία δεν προσφέρει τίποτα καινούριο. Ρουτινιάρικη σκηνοθεσία, σχετικά βαρετή πλοκή (ας μη ξεχνάμε ότι είναι και γνωστή εκ των προτέρων, οπότε θα έπρεπε να υπάρχεί "κάτι" που θα προσδώσει ενδιαφέρον, είτε κινηματογραφικά είτε νοηματικά) και, τελικά, νομίζω, πλήρης έλλειψη νεύρου. Πιστεύω ότι η λέξη που προανέφερα, "ρουτινιάρικη", την χαρακτηρίζει απόλυτα. Αν θέλετε τη γνώμη μου λοιπόν, δείτε την μόνο αν είστε φανατικοί του Πιρς Μπρόσναν...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2017

ΕΡΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ "THELMA"

Δυστυχώς δεν έχει τύχει να δω τις προηγούμενες ταινίες του δανού Joachim Trier (καμιά σχέση με τον συμπατριώτη του Lars von Trier), για τις οποίες διαβάζω καλά λόγια. Η πρώτη για μένα είναι η "Thelma" του 2017, που μου άφησε καλές εντυπώσεις, επιβεβαιώνοντάς μου τη φήμη του δημιουργού της.
Πρόκειται για μια ιστορία δύσκολης ενηλικίωσης, στην οποία το μεταφυσικό στοιχείο παντρεύεται με το ερωτικό. Η 17χρονη ομώνυμη ηρωίδα αφήνει για πρώτη φορά τους γονείς της και την απομονωμένη επαρχία όπου μεγάλωσε για να σπουδάσει στην πόλη. Άβγαλτη, εσωστρεφής και δειλή, παντελώς άσχετη ουσιαστικά με τον "έξω κόσμο", δεν θα καταφέρει να κάνει φίλους και να προσαρμοστεί στη φοιτητική ζωή. Εκτός από μια συμφοιτήτριά της, η οποία θα την πλησιάσει και την οποία ερωτεύεται, δίχως αρχικά να τολμά να εκδηλώσει τον πόθα της για εκείνη. Ταυτόχρονα με το ξύπνημα του έρωτα η Θέλμα θα ανακαλύψει ότι διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες δεν μπορεί να τιθασεύσει και που η ίδια δεν επιθυμεί καθόλου και την τρομοκρατούν. Σιγά σιγά θα μάθουμε για το οικογενειακό της background, για το θρησκόληπτο, μουντό και αυστηρό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, αλλά και για κάποια άλλα μυστικά του παρελθόντος...
Νομίζω ότι η ιστορία φέρνει άμεσα στο νου την περίφημη "Κάρι" του Ντε Πάλμα. Μόνο που ο χειρισμός του θέματος είναι διαφορετικός. Ο Τρίερ είναι πιο χαμηλότονος από όσο το παλιότερο φιλμ, δεν αποβλέπει τόσο στον τρόμο (Στίβεν Κινγκ γαρ η "Κάρι"), αλλά στη δημιουργία ατμόσφαιρας, η οποία ενισχύεται και με το ανοιχτό τέλος της ταινίας. Και, φυσικά, μιλά όπως είπαμε αρχικά, για την ενηλικίωση, τους τρόμους και τις ανησυχίες της. Η δυσκολία προσαρμογής της ηρωίδας στο νέο περιβάλλον της προέρχεται βέβαια από την καταπιεστική, δίχως χαρά και εφηβικά ξεσπάσματα ανατροφή της και από το θρησκόληπτο σπίτι της. Αμαρτίες γονέων... Και επιτείνεται ακόμα περισσότερο όταν συμβαίνει ο έρωτάς της να είναι "απαγορευμένος". Βλέποντας την ιστορία συμβολικά, πόσες φορές οι έφηβοι δεν αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους σαν "τέρατα", φοβισμένοι από τις άγριες αλλαγές στο σώμα, αλλά και στον εσωτερικό τους κόσμο; Ιδιάιτερα αν δεν έχουν προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο από τους γονείς και αν αυτοί (οι γονείς) αντιμετωπίζουν τα πάντα σχεδόν ως αμαρτία...
Ενδιαφέρουσα, ατμοσφαιρική ταινία, σχετικά αργή πάντως - προειδοποιώ - πράγμα όμως που προσωπικά δεν με ενόχλησε. Ίσα - ίσα βρήκα ότι ενίσχυε την όλη ανησυχητική ατμόσφαιρα και ταίριαζε σ' αυτήν. Ίσως όχι για τους καθαρούς φαν του τρόμου και των multi cinema, οι υπόλοιποι όμως πιστεύω ότι θα ανακαλύψουν τα καλά στοιχεία της.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017

"ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ" ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ

Ο Julian Rosefeldt είναι εικαστικός. To "Μανιφεστο" ήταν ένα βίντεο διάρκειας 130 λεπτών. Το 2015 το περιορίζει σε 95' ώστε να βγει στους κινηματογράφους.
Τι είναι το "Μανιφέστο"; Πριν σας πω θα ξεκαθαρίσω ότι πρόκειται για φιλμ που απευθύνεται σχεδον αποκλειστικά σε όσους γνωρίζουν την τεχνη του 20ού αιώνα και τη σύγχρονη τέχνη. Οι υπόλοιποι, απλά, δεν θα καταλάβουν τι είναι αυτά που ακούνε. Τι γίνεται λοιπόν σ' αυτό το καθαρά πειραματικό φιλμ; Η εξαιρετική Κέιτ Μπλάνσετ ερμηνεύει 13 διαφορετικούς ρόλους (δασκάλα, χορογράφος, βιομηχανική εργάτρια, άστεγος άντρας, χήρα σε κηδεία, πλούσια νοικοκυρά, πανκ τραγουδίστρια, παρουσιάστρια τηλεοπτικού δελτίου ειδήσεων κλπ.). Βρίσκεται στη δουλειά της ή στο σπίτι της ή αλλού, συνδιαλέγεται με άλλους ανθρώπους (οδηγίες στις χορεύτριες, επικήδειος, οικογενειακή προσευχή πριν το φαγητό, τηλεοπτική συνέντευξη με ανταποκρίτρια κλπ.), μόνο που αντί να μιλά "κανονικά" απαγγέλει αποσπάσματα από ποικίλα μανιφέστα εικαστικών, αρχιτεκτονικών και κινηματογραφικών ομάδων ή μεμονωμένων καλλιτεχνών της μοντέρνας και της σύγχρονης τέχνης. Ντανταϊστών, σουρεαλιστών, φουτουριστών, fluxus, σιτουασιονιστών, του Γκοντάρ, Δόγμα 95 και άλλων πολλών. Η κινηματογράφηση είναι εντυπωσιακή (πλάνα από ψηλά, επιβλητικοί ή/και παράδοξοι χώροι κλπ.), η Μπλάνσετ όπως πάντα εκπληκτική... και αυτό που προκύπτει είναι ένα εντελώς αλλόκοτο αποτέλεσμα, που πολλές φορές προκαλεί (ηθελημένα) γέλιο.
Ποιο είναι λοιπόν το τελικό συμπέρασμα; Τα διάφορα μανιφέστα για την τέχνη είναι φυσικά αντιφατικά μεταξύ τους. Από το ονειρικό - ρομαντικό κατά βάθος όραμα των σουρεαλιστών ως το σκληρό, κυνικό μήνυμα των φουτουριστών και άπειρες άλλες αποχρώσεις. Αυτό λοιπόν που προσωπικά εισέπραξα είναι ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια για την τέχνη, αλλά πολλές και υποκειμενικές (πράγμα γνωστό βεβαίως). Τοποθετώντας τα συχνά παθιασμένα αυτά κείμενα πάνω σε παντελώς άσχετες, καθημερινές καταστάσεις (μια κηδεία, ένα οικογενειακό τραπέζι, ένας εργοστασιακός χώρος εργασίας κλπ.) νομίζω ότι ο σκηνοθέτης σατιρίζει τα κείμενα αυτά και τα βάζει άλλοτε να έρχονται σε αντίθεση και άλλοτε να μοιάζουν επίκαιρα σε σχέση με την καθημερινότητα. Η γενική αίσθηση που αποκόμισα είναι ότι οι θεωρίες μπορούν να λένε (ή να θέλουν να λένε) τα πάντα, πλην όμως αυτό που μένει είναι η τέχνη καθεαυτή.
Προσοχή: Σε ένα τέτοιο ερμητικό, πειραματικό φιλμ ίσως ο δημιουργός να είχε εντελώς άλλες προθέσεις απ' αυτές που εγώ ανίχνευσα και ίσως πάλι να ανακαλύψετε άλλες εσείς. Εγώ το "διάβασα" σαν ένα είδος σάτιρας και σε πολλά σημεία γέλασα κιόλας. Εσείς μπορείτε να διαφωνήσετε ριζικά. Όπως και να το κάνουμε πάντως θα επαναλάβω ότι πρόκειται για ταινία για πολύ λίγους - και για όσους λίγο-πολύ γνωρίζουν τι έχει συμβεί στην τέχνη το τελευταίο αιώνα και κάτι.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2017

"ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ" ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΛΑ ΚΑΘΕ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ

Ο σκηνοθέτης Raoul Peck είναι από την Αϊτή και διετέλεσε κάποια στιγμή υπουργος πολιτισμού της πατρίδας του! Το 2016 κάνει ένα πολύ δυνατό ντοκιμαντέρ με θέμα τον ρατσισμό στις ΗΠΑ. Το "Δεν Είμαι ο Νέγρος σου" είναι ταυτόχρονα ένα μάθημα ιστορίας και μια οδυνηρή διαπίστωση ότι μέχρι σήμερα τίποτα δεν είναι οριστικά κερδισμένο.
Ο Πεκ εστιάζει στα χρόνια της ταραγμένης δεκαετίας του 60. Ανάμεσα στα 1963 και 1968 δολοφονήθηκαν τρεις ακτιβιστές και ηγέτες του μαύρου κινήματος για ισότητα και κατάργηση του ρατσισμού : Ο Μέντγκαρ Έβερς, ο Μάλκολμ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μεταξύ τους είχαν μεγάλες ιδεολογικές διαφορές, υιοθετούσαν διαφορετικούς τρόπους πάλης ενάντια στο λευκό φασισμό, ωστόσο η μοίρα τους ήταν κοινή... Θυμίζουμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο είχαμε και τις δολοφονίες των προοδευτικών (για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον) Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι. Άξονας της ταινίας αποτελεί η παρουσία και η αφήγηση του μαύρου συγγραφέα και διανοητή Τζέιμς Μπάλντουιν (1924-1987). Ακτιβιστής ο ίδιος και προσωπικός φίλος και των τριών νεκρών, ο συγγραφέας είχε ξεκινήσει ένα βιβλίο με τίτλο "Remember this House" όπου, μέσα ακριβώς από τους φόνους των τριών, επιχειρούσε την καταγραφή των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, το οποίο βιβλιο ωστόσο παρέμεινε ημιτελές. Στο φιλμ βλέπουμε τον ίδιο τον Μπάλντουιν να μιλά με έξυπνο, μεστό, αλλά και παθιασμένο λόγο για όλα αυτά είτε από φιλμ αρχείου (ομιλίες του, τηλεοπτικές εκπομπές κλπ.) είτε από ακουστικά αποσπάσματα από το βιβλίο με τη φωνή του Σάμιουελ Τζάκσον. Είναι πολύ δυνατές οι στιγμές όπου περιγράφει πού βρισκόταν και πώς αντέδρασε όταν έμαθε τους θανάτους των φίλων του, αλλά και η στιγμή που απαντά (και βάζει στη θέση του) λευκό καθηγητή (του Χάρβαρντ νομίζω) σε τηλεοπτική εκπομπή της εποχής. Επίσης πολύ ενδιαφέρον έχουν τα αποσπάσματα από γνωστές χολιγουντιανές ταινίες ή η παράθεση παλιών διαφημίσεων, που καταδεικνύουν ανάγλυφα την άποψη που καλλιεργειται για τη θέση που (πρέπει να) έχουν η μαύροι στην αμερικάνικη κοινωνία (συνήθως καλοσυνάτοι, χαζούληδες και πιστοί υπηρέτες). Φυσικά υπάρχουν και σκηνές από διαδηλώσεις μαύρων, αλλά και ρατσιστικές εκδηλώσεις εναντίον τους. Και, για να μη ξεχνιόμαστε, υπάρχουν και σκηνές σύγχρονης βίας αστυνομικών εις βάρος μαύρων (μετά το 2000 εννοώ).
Όλο το φιλμ, ενδιαφέρον και κινηματογραφικά, καταδεικνύει νομίζω με συγκλονιστικό τρόπο τον εφιάλτη του ρατσισμού, τα σκατά στα κεφάλια όσων νομίζουν ότι κάποιοι είναι εξ ορισμού κατώτεροι από τους ίδιους, τη βία και την καταπίεση όλης αυτής της φριχτής κατάστασης. Και, βέβαια, ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι μερικούς αιώνες πριν οι άνθρωποι αυτοί απήχθησαν βίαια από τις πατρίδες τους και με το ζόρι έφτασαν στην Αμερική σαν σκλάβοι, σαν "πράγματα" προς αγοροπωλησία κι όχι σαν άνθρωποι, και τώρα έχουν κάθε δίκιο όχι μόνο να απαιτούν ίσα δικαιώματα, αλλά και να είναι οργισμένοι. Και, τελευταίο αλλά καθόλου ασήμαντο - κάθε άλλο - το γεγονός ότι παρά τις βελτιώσεις (ο ρατσισμός δεν είναι πλέον θεσπισμένος με νόμους όπως λίγες μόλις δεκαετίες πριν) η κατάσταση παραμένει περίπου ίδια: Στις σύγχρονες ΗΠΑ άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, υποφέρουν την αστυνομική βία ή ακόμα και σκοτώνονται εξ αιτίας του χρώματος του δέρματός τους.
Σας προτείνω να το δείτε. Εκτός όλων των άλλων είναι εφιαλτικά επίκαιρο στη σημερινή Αμερική ενός φασιστοειδούς Τραμπ.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2017

"FIERCE PEOPLE": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΠΛΟΥΣΙΩΝ

Ο Griffin Dunne σαφώς δεν είναι μεγάλος σκηνοθέτης και έχει κάνει λίγες, μαλλον αδιάφορες ταινίες. Ωστόσο το 2005 γυρίζει το "Fierce People", με τον πολύ καλό Ντόναλντ Σάντερλαντ, την Νταϊάν Λέιν, την Κρίστεν Στιούαρτ και τον πρόωρα χαμένο Άντον Γέλτσιν μεταξύ άλλων, το οποίο βρισκω αρκετά ενδιαφέρον.
Μια εθισμένη σε ουσίες μητέρα, η οποία δουλεύει ως μασέρ, ζει με τον 16χρονο γιο της στη Νέα Υόρκη. Ο μονίμως απών πατέρας είναι γνωστός ανθρωπολόγος και ζει μόνιμα κάπου στη Νότια Αμερική με χαμένες φυλές, τις οποίες μελετά. Ο γιος, ενώ έχει κανονίσει να περάσει το καλοκαίρι στη ζούγκλα με τον πατέρα του, αναγκάζεται να αλλάξει σχέδια όταν η μητέρα του προσκαλείται να μείνει στην αχανή πραγματικά ιδιοκτησία του ηλικιωμένου "7ου πλουσιότερου ανθρώπου των ΗΠΑ". Δουλεύει γι' αυτόν ως μασέρ, πολλοί όμως υποψιάζονται και άλλες σχέσεις μεταξύ τους... Ο 16χρονος θα γνωρίσει τα μέλη της πολυμελούς οικογένειας του χήρου εκατομμυριούχου, θα μπει θαμπωμένος στην αρχή στον κόσμο της χλιδής και του μεγαλείου, θα τα φτιάξει με την εγγονή του ζάμπλουτου... και θα περάσει ένα συγκλονιστικό γι' αυτόν καλοκαίρι ενηλικίωσης, το οποίο θα ξεκινήσει σαν όνειρο και θα καταλήξει σε εφιάλτη.
Βρήκα δυνατή αυτή την "ταινία ενηλικίωσης". Η οποία, ωστόσο, διαθέτει και σασπένς, και κάποιες απρόσμενες αποκαλύψεις και καλές ηθοποιίες. Η δύναμή της ωστόσο έγκειται νομίζω στην κατάδειξη της διαφθοράς και του ουσιαστικού "φασισμού" που επικρατεί στις ερμητικά κλειστές για τους απέξω οικογένειες - μικροκοινωνίες των πολύ πολύ πλούσιων. Οι οποίοι, βεβαίως, πολύ δύσκολα θα δεχτούν έναν "παρείσακτο", κατώτερό τους, να εισχωρήσει στον περίκλειστο πολυτελή κόσμο τους. Το θέμα είναι απόλυτα ταξικό (μιλάμε σχεδόν για ένα είδος κάστας). Περιφρουρούμε με κάθε τρόπο τα προνόμιά μας από όσους θέλουν να γίνουν "σαν κι εμάς".
Η ταινία κάνει έναν έξυπνο παραλληλισμό: Ο νεαρός ονειρεύεται να περάσει το καλοκαίρι του στη ζούγκλα (και ανησυχεί και λίγο γι' αυτό και για το τι θα συναντήσει εκεί). Αντ΄αυτού το περνά τελικά στο πιο πολυτελές, ονειρεμένο περιβάλλον που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, εισχωρεί σ' έναν άγνωστο γι' αυτόν και εκθαμβωτικό κόσμο (ζει μάλιστα εκεί και τον πρώτο του έρωτα), πλην όμως τελικά ο κόσμος αυτός αποδεικνύεται εξ ίσου ζούγκλα (αν όχι χειρότερη) απ' αυτήν που αρχικά σκόπευε να πάει. Νομίζω η αναλογία είναι ξεκάθαρη.
Όπως είπα στην αρχή το φιλμ με εξέπληξε ευχάριστα, και μάλιστα από έναν σκηνοθέτη από τον οποίο δεν περίμενα τίποτα. Είναι αυτή η στηλίτευση του κόσμου των εκατομμυριούχων, αλλά και η αντμετώπιση μιας δύσκολης ενηλικίωσης, που με τράβηξαν. Προτείνω να του δώσετε μια ευκαιρία.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2017

ΤΟ ΠΡΩΤΟ "INVASION OF THE BODY SNATCHERS" Ή Ο ΕΧΘΡΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΗΔΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

Η δεκαετία του 50 καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, από ένα πλήθος ταινιών επιστημονικής φαντασίας, b-movies κυρίως. Οι περισσότερες αντανακλούν τη ανεξέλεγκτη και υστερική κομουνιστοφοβία των αμερικάνων της εποχής (καρδιά Ψυχρού Πολέμου άλλωστε), αλλά και τον φόβο, πολύ νωπό τότε,  που προκάλεσε η ατομική βόμβα. Πολλές απ' αυτές σήμερα μάλλον ακούσιο γέλιο προκαλούν ή, τέλος πάντων, είναι με διάφορους τρόπους ξεπερασμένες. Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, αυτές που αντέχουν άνετα μέχρι σήμερα. Περίοπτη θέση σ' αυτές καταλαμβάνει το "Invasion of the Body Snatchers" του 1956. Δεν είναι τυχαίο ότι ανήκει σε έναν καλό σκηνοθέτη, που συνέχισε να γυρίζει για πολύ ακόμα, τον Don Siegel (1912-1991).
Ένας γιατρός επιστρέφει από συνέδριο στη μικρή του πόλη για να ανακαλύψει ότι πολλά έχουν αλλάξει κατά την ολιγοήμερη απουσία του: Όλο και περισσότεροι κάτοικοι παραπονούνται ότι οι οικείοι τους (γονείς, σύζυγοι κλπ.)... δεν είναι οι ίδιοι, ενώ εξωτερικά παραμένουν πανομοιότυποι. Η συμπεριφορά, τα συναισθήματα... κάτι έχει αλλάξει. Ο γιατρός δεν δίνει αρχικά σημασία, μέχρι που αρχίζει να ανακαλύπτει κάποια πτώματα... ή μήπως δεν είναι πτώματα; Είναι σώματα κάπως ασχημάτιστα, που βαθμιαία μεταλλάσσονται σε οικεία πρόσωπα... Ο τρόμος αρχίζει.
Να πούμε αρχικά ότι το φιλμ έχει κάποια σεναριακά κενά. Και να τελειώσουμε με τις αρνητικές κριτικές. Από εκεί και πέρα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως εκπληκτική ταινία. Είναι η ολοένα κλιμακούμενη ένταση που δεν αφήνει τον θεατή να ανασάνει, είναι ένας κλοιός που διαρκώς σφίγγει γύρω από τον ήρωα παγιδεύοντάς τον και δημιουργώντας έτσι ένα απόλυτα κλειστοφοβικό κλίμα, είναι η ιδέα ότι ποτέ δεν ξέρεις με σιγουριά ποιοι έχουν ήδη "αλλάξει" και ποιοι όχι... Κι είναι και κάποιες σκηνές που μένουν αξέχαστες (όπως μια από τις τελευταίες, με τον ήρωα να ουρλιάζει στους αδιάφορους οδηγούς στο μέσον ενός πολυσύχναστου αυτοκινητόδρομου).
Όσο για τον γενικότερο προβληματισμό; Κυριαρχεί βεβαίως η ιδέα ότι "ο εχθρός έρχεται από μέσα", ότι οποιοσδήποτε γύρω μας, όσο γνωστός κι αν είναι, μπορεί να μην είναι καθόλου αυτό που αρχικά δείχνει, πράγμα ούτως ή άλλως ανατριχιστικό. Όσο για την ερμηνεία του; Πολλοί το ερμηνεύουν και πάλι ως μεταφορά του φόβου για το "άλλο", το "διαφορετικό" και, στο συγκεκριμένο κλίμα της εποχής, ως τον φόβο για τους "κόκκινους" που λέγαμε στην αρχή. Ο ίδιος ο Σίγκελ πάντως είχε δηλώσει ότι το θεωρεί ως ταινία πάνω στο θέμα της ελεύθερης βούλησης - και του κινδύνου να χαθεί. Βλέπετε, τα πλάσματα στα οποία μεταλλάσσονται οι άνθρωποι έχουν το χαρακτηριστικό συλλογικό πνεύμα της κυψέλης, των εντόμων και είναι ήρεμοι συναισθηματικά. Η ατομικότητα παύει ουσιαστικά να υπάρχει.
Φυσικά ένα τέτοιο θέμα μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους και να πάρει τις προεκτάσεις που ο καθένας του δίνει. Σκεφτείτε το όπως νομίζετε, στο μεταξύ όμως, πάνω απ' όλα, απολάυστε το. Μαζί με 'Τη Μέρα που η Γη Σταμάτησε", τον 'Ανθρωπο που Ζάρωνε" και λίγα άλλα, είναι ό,τι καλύτερο κατά τη γνώμη μου έδωσε η ασπρόμαυρη ΕΦ των 50ς.
ΥΓ: Το φιλμ γνώρισε δύο κινηματογραφικά remake: Το εξαιρετικό ομώνυμο του 1978 του Kaufman, από τα σπάνια πολύ καλά ριμέικ της κινηματογραφικής ιστορίας, και το αδιάφορο "Invasion" του Hirschbiegel του 2007.

Κυριακή, Νοεμβρίου 26, 2017

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ED WOOD"

Οι περισσότεροι γνωρίζετε (ίσως) τον διαβόητο Ed Wood, που έδρασε κυρίως στη δεκαετία του 50 και θεωρείται "ο χειρότερος σκηνοθέτης του κόσμου". Και, βέβαια, διέθετε και άλλα παράδοξα... Το 1994 ο Tim Burton στην κορυφή ίσως της καριέρας του, αποφασίζει να κάνει έναν φόρο τιμής στον απιστευτο αυτόν σκηνοθέτη, γυρίζοντας το ασπρόμαυρο "Ed Wood" και πετυχαίνοντας εξαιρετικές ερμηνείες τόσο από τον Τζόνι Ντεπ στον ομώνυμο ρόλο όσο και από τον Μάρτιν Λαντάου στο ρόλο του Μπέλα Λουγκόζι.
Ο Εντ Γουντ λατρεύει το σινεμά, θέλει να γίνει σκηνοθέτης, αλλά δεν βρίσκει χρηματοδότες για να γυρίσει τα μεγαλεπήβολα και εντελώς κιτς όνειρα του. Επίσης είναι αθεράπαυτα αισιόδοξος, ακούραστος, έχει πάντοτε έτοιμη μια λύση για κάθε αντιξοότητα (άσχετα αν αυτή δεν είναι υποχρεωτικά η "κομψότερη") και... του αρέσει να ντύνεται γυναικεία, παρά το ότι δεν είναι γκέι (αντίθετα έχει κοπέλα, η οποία, αρχικά τουλάχιστον, υπομένει τις παραξενιές του). Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μάλιστα, το "Glen or Glenda" έχει ακριβώς σαν θέμα την παρενδυσία. Η καμπή της καριέρας του ή "καριέρας" του έρχεται όταν γνωρίζει τον κάποτε θρυλικό Μπάλα Λουγκόζι, διάσημο για το ρόλο του Δράκουλα στη δεκετία του 30 και παντελώς ξεχασμένο, γέρο και ναρκομανή τώρα (στα 50ς εννοώ). Θα τον πείσει να πρωταγωνιστήσει στις ταινίες που σχεδιάζει, θα βρει όπως - όπως απίθανους χρηματοδότες, θα επινοεί διαρκώς απίστευτες πατέντες για να γυρίζει ταινίες του σχεδόν τσάμπα και, ό,τι και να του συμβαίνει (πολύ συχνά τον κυνηγάνε ή τον γιουχαϊζουν) εκείνος θα συνεχίζει ακάθεκτος, κεφάτος, αισιόδοξος... και πάντοτε κάκιστος αισθητικά.
Το φιλμ του Μπάρτον ίσως ξεπερνά μια απλή βιογραφία. Καταφέρνει - παράλληλα με το αβίαστο γέλιο που βγάζουν οι πρακτικές και η προσωπικότητα του Εντ Γουντ - να γίνεται συχνά αληθινά συγκινητικό. Και κυρίως μιλά για μια βαθιά φιλία ή, αν προτιμάτε, για δύο ιδιόρυθμους ανθρώπους που βρίσκουν παρηγοριά ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας ότι ο άλλος είναι το όχημα της πραγματοποίησης των ονείρων του. Βλέπετε ο Γουντ θέλει πάσει θυσία να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να γυρίσει τις αδιανόητες ταινίες του (πράγμα που όντως κατάφερε) με όχημα τον κάποτε διάσημο Λουγκόζι και ο τελευταίος να αναβιώσει την κατεστραμένη καριέρα του και να πάρει αληθινό κουράγιο από έναν ταλαντούχο (όπως νομίζει) νεαρό που πιστεύει απόλυτα σ' αυτόν και στην ηθοποιία του. Αλλά, βέβαια, δεν είναι μόνο οι παραπάνω λόγοι. Όπως προείπα η αμοιβαία φιλία τους είναι βαθιά και ειλικρινής και ο Γουντ, μέσα στην σχεδόν τρέλα του, θα ομορφύνει πραγματικά τις τελευταίες μέρες της ζωής του γέρου φίλου του (ο Λ. πέθανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του "Plan 9").
Εξαιρετικό φιλμ, που πιάνει την ατμόσφαιρα της εποχής, είναι βαθύτατα σινεφίλ για τους λάτρεις της 7ης τέχνης, βρίσκει την ευκαιρία να "ξαναγυρίσει" σπαρταριστές σκηνές από τα φιλμ του Γουντ, αποτίει φόρο τιμής σε έναν αληθινό ονειροπόλο, είναι βαθύτατα συγκινητικό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα διασκεδαστικότατο και, βέβαια, ικανοποιεί τις εμμονές και την αγάπη για τα φιλμ της παιδικής του ηλικίας, που τον γαλούχησαν, του ίδιου του Μπάρτον. Γενικά συνίσταται ανεπιφύλακτα.

eXTReMe Tracker