Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017

"THE NEW WORLD" Ή Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΦΛΥΑΡΙΑ

Ίσως μερικοί να "σκίσετε τα ιμάτιά σας", αλλά θα τολμήσω να πω ότι ο Terence Malick δεν υπήρξε ποτέ αγαπημένος μου. Ο σκηνοθέτης αυτός, ομολογουμένως ιδιαίτερα εικαστικός και μονίμως "φιλοσοφικός", προσωπικά μου φαίνεται μάλλον βαρετος και υπερεκτιμημένος. Το "The New World" του 2005 νομίζω ότι δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ταινία αφηγείται την αποίκηση της Αμερικής από τους άγγλους το μακρινό 1607 και τη σχέση τους με τους ιθαγενείς. Καθώς ένα πλοίο με άποικους - στρατιώτες φτάνει στη Βιρτζίνια ο Κάπτεν Σμιθ γλυτώνει την κρεμάλα (τον κατηγορούσαν για υποκίνηση σε ανταρσία). Οι σχέσεις του με τους άλλους άποικους περνούν από διάφορα στάδια (από αρχηγός έως σχεδόν κατάδικος). Αυτός ωστόσο ερωτεύεται όχι μόνο μια ιθαγενή ινδιάνα πριγκήπισα της γειτονικής φυλής, αλλά και την παρθένα φύση που τον περιβάλλει, όπου βρίσκει το αληθινό νόημα της ζωής. Η ιστορία όμως έχει συνέχεια. Ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να αναχωρήσει και μια νέα ζωή περιμένει τη νεαρή ινδιάνα, η οποία βαθμιαία θα μυηθεί στους δυτικούς τρόπους.
Ο Μάλικ ακολουθεί κι εδώ κάποιες από τις σταθερές προβληματικές του: Αληθινή έκσταση μπροστά στη φύση, σκέψεις για την αγάπη, συμπαντική άποψη της ζωής. Αλλά εξετάζει επίσης τις, αντίθετες συνήθως, σχέσεις ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει, στην επιθυμία και στο καθήκον. Και τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των δυτικών, την καταστροφή της φύσης και της αρμονίας με την οποία ζουν σε σχέση μ' αυτήν οι πρωτόγονες φυλές, την καταστροφή τελικά αυτής της ισορροπίας και, εν τέλει, την αποδοχή της ζωής ως έχει, τον τελικό συμβιβασμό με την ήρεμη αγάπη απέναντι σε έναν θυελλώδη έρωτα.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά - αν και ήδη πολλά και φορτωμένα - αλλά θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι για μια ακόμα φορά ο δημιουργός αυτός περισσότερο αμπελοφιλοσοφεί. Η αφήγησή του φρενάρει, κολλάει ουσιαστικά, γίνεται (επίτηδες υποθέτω) ακόμη πιο αργή από τους συνήθεις αργούς ρυθμούς του, καθώς κάθε λίγο στην ιστορία παρεμβάλλονται λυρικοί μονόλογοι των ηρώων περί έρωτα και αγάπης, περί ζωής και φύσης και άλλων "υψηλών". Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει εκστατικός μπροστά στη φύση (συγνώμη, αλλά αυτή η τυφλή μυθοποίηση και ωραιοποίηση της κατά βάθος φριχτά άγριας και βάρβαρης φύσης μου φαίνεται αφελής) και χαμένος στους συμπαντικούς του συλλογισμούς (εις βάρος της φιλμικής ροής κατά τη γνώμη μου).
Η φωτογραφία βεβαίως είναι πολύ καλή, η φύση υμνείται όπως είπαμε και μοιάζει πανέμορφη, ο Κόλιν Φαρέλ είναι καλός, η πρωτοεμφανιζόμενη Q'orianka Kilcher επίσης (όπως και ο Κρίστοφερ Πλάμερ και ο Κρίστιαν Μπέιλ), η σύλληψη είναι συχνά επική, συνολικά όμως το όλο "πακέτο" με κούρασε αρκετά. Ας σταματήσει να θέλει να τα πει όλα με τη μία ο Μάλικ, με αποτέλεσμα πολλές ταινίες του να γίνονται τελικά ιδιαίτερα βαριές.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2017

Ο SHAKESPEARE, ΟΙ ΦΟΝΟΙ, Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ "THEATRE OF BLOOD"

Ο Douglas Hickox (1929-1988) υπήρξε ένας μάλλον μέτριος βρετανός σκηνοθέτης, με λίγες σχετικά ταινίες στο ενεργητικό του (αργότερα έκανε και αρκετή τηλεόραση). Το 1973 γυρίζει το "Theater of Blood", ταινία τρόμου (αν και όχι μόνο), με τον εμβληματικό Βίνσεντ Πράις να κυριαρχεί στην οθόνη.
Η ιστορία είναι απλή: Ένας πρώην διάσημος σεξπιρικός ηθοποιός, που όλοι θεωρούν νεκρό, επιστρέφει και αρχίζει να δολοφονεί με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους όλους τους κριτικούς θεάτρου που είχαν γράψει εναντίον του και του είχαν στερήσει ένα μεγάλο θεατρικό βραβείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι οι φόνοι είναι άμεσα εμπνευσμένοι από φόνους που υπάρχουν (και είναι, ως γνωστόν, ουκ ολίγοι) σε έργα του Σαίξπηρ (Βλέπετε; Γράφω την ελληνική απόδοση του Shakespeare και με τους δύο τρόπους, τον παλιό και τον νέο, για να τα έχω καλά με όλους).
Η ταινία χρησιμοποιεί το μπαρόκ κλίμα (βαριά σκηνικά και κοστούμια, γκροτέσκοι τρόποι θανάτου κλπ.) πoυ συνηθίζεται στα φιλμ τρόμου του Βίνσεντ Πράις. Φυσικά η όλη δομή της μας φέρνει αμέσως στο νου τα δύο φιλμ του δόκτορα Φάιμπς, που ο Πράις είχε γυρίσει μόλις τα δύο προηγούμενα χρόνια. Φυσικά ο ήρωας δεν είναι ο ίδιος, αλλά η σειρά των τελετουργικών φόνων παραπέμπει αμέσως εκεί. Ωστόσο εδώ έχουμε και κάτι παραπάνω: Μια γερή δόση χιούμορ (κατάμαυρου συνήθως). Και μόνο η ιδέα του ηθοποιού που δολοφονεί τους κριτικούς που έγραψαν αρνητικά γι' αυτόν είναι βέβαια αστεία και μας κάνει να σκεφτούμε τις σχέσεις τέχνης και κριτικής, τη εξουσία και τα "δικαιώματα" της τελευταίας κλπ. Όχι ότι μας βάζει σε βαθιές σκέψεις βέβαια, αλλά, όσο νά' ναι... Πάντως εδώ το χιούμορ έχει συχνά το πάνω χέρι, πράγμα που γίνεται όλο και πιο εμφανές όσο προχωρά το φιλμ.
Κατά τα άλλα ο Πράις βρίσκεται στο στοιχείο του. Η εν γένει πομπώδης ερμηνεία και εμφάνισή του ταιριάζει γάντι με τις διαρκείς ερμηνείες του σε σεξπιρικά αποσπάσματα στο φιλμ (μιλά άλλωστε σχεδόν αποκλειστικά με σεξπιρικές ατάκες). Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται από τη στρατιά των αλκοολοκών / κλοσάρ / τρελών που τον ακολουθούν, άλλοτε ως θίασος και άλλοτε παίζοντας το ρόλο του κοινού που αποθεώνει το ταλέντο του παρανοϊκού αφεντη του, αλλά και από την κόρη του, άλλη μια πιστή στην υπηρεσία του τρελού πατέρα της.
Γενικά δεν πρόκειται να το πάρουμε στα σοβαρά ως ταινία. Δεν είναι μεγάλη. Διαθέτει όμως την παλιομοδίτικη γοητεία της, την μπαρόκ ατμόσφαιρα που αναφέραμε και το μαύρο χιούμορ - από τα σχετικά πρώιμα δείγματα παντρέματος τρόμου και χιούμορ. Πάντως για τους φανς του Πράις αποτελεί must. Πότε θα τον ξαναδείτε να ερμηνεύει Σαίξπηρ, και μάλιστα κομμάτια από πολλά έργα του βάρδου;
ΥΓ: Πoιο απο΄τα δύο προτιμάτε; Σαίξπηρ ή Σέξπιρ;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2017

"ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ"... ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΟΣ

Τα τελευταία χρόνια στην Αμερική έχει αναδυθεί μια τάση δημιουργίας ταινιών τρόμου πολύ μακριά από τις συνηθισμένες του είδους: Δίχως εφέ, δίχως ξαφνικά οπτικά και ηχητικά "μπου", δίχως "ξλουστραρισμένη" φωτογραφία, με πολύ φτηνή παραγωγή, ποντάρουν περισσότερο στη δημιουργία ατμόσφαιρας και ρεαλισμού-μέσα-στο-φανταστικό. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το "Έρχεται τη Νύχτα" του 2017, δεύτερη ταινία του Trey Edward Shults.
Στις ΗΠΑ έχει εξαπλωθεί μια θανατηφόρα ασθένεια, η οποία έχει εξολοθρεύσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Μια οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 17χρονος γιος), ζουν απομονωμένοι στο δάσος, λαμβάνοντας αυστηρά μέτρα και έχοντας δημιουργήσει γύρω τους ένα περιβάλλον που τους επιτρέπει να επιβιώνουν (αν και στην πρώτη μόλις σκηνή αναγκάζονται να σκοτώσουν τον παππού, ο οποίος έχει μολυνθεί). Όλα όμως θα αλλάξουν όταν θα αποφοσίσουν να φιλοξενήσουν μια οικογένεια (τριμελή κι αυτή) στο σπίτι - φρούριό τους. Οι σχέσεις μεταξύ τους θα μεταβάλλονται διαρκώς, ενώ η μεταξύ τους αμφιβολία θα εμφανίζεται ύπουλα κάθε στιγμή...
Το είπαμε. Μην περιμένετε εφέ και άγριες σκηνές τρόμου. Κι όχι μόνο αυτό: Μην περιμένετε ούτε καν σαφείς απαντήσεις για το τι ακριβώς συμβαίνει, τι είναι αληθινό και τι φανταστικό, ποια απ' όσα λέγονται είναι αλήθεια και ποια όχι. Άλλωστε τα συνεχή όνειρα του 17χρονου γιου μπερδεύονται με την φριχτή πραγματικότητα. Σ' αυτό το ανεξάρτητο, low budget φιλμ προέχει η δημιουργία κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, μια διάχυτη, πανταχού παρούσα ανησυχία και η υποβολή μιας σειράς ερωτημάτων και προβληματισμών πάνω στην αυτοδικία, τα όρια της ηθικής (πού μπορούμε να φτάσουμε για να προστατέψουμε την "ιερή" οικογένεια;) και τις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, τινάζονται στον αέρα όταν οι άνθρωποι βρεθούν υπό έντονη πίεση. Μοιάζει περισσότερο να είναι αυτό το τελευταίο: Μια μελέτη στις ανθρώπινες σχέσεις υπό άγρια πίεση, δίχως, όπως είπαμε, να νοιάζεται για σεναριακό ξακαθάρισμα όσον αφορά το τι και το πώς ή το γιατί συμβαίνει.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, καλή και η κίνηση για φτηνές, ατμοσφαιρικές και "σκεπτόμενες" ταινίες τρόμου κόντρα στα υπερφίαλα, εφετζίδικα και ολο πιο βαρετά και ανέμπνευστα φιλμ του είδους που κυριαρχούν, πλην όμως προσωπικά δεν ενθουσιάστηκα και πολύ με το συγκεκριμένο φιλμ. Απλώς το βρήκα ενδιαφέρον.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2017

Ο "ΒΑΛΕΡΙΑΝ" ΚΑΙ Η (ΑΠΛΩΣ) ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το "Βαλέριαν και Λορελίν" είναι ένα διάσημο γαλικό κόμικς επιστημονικής φαντασίας των Meziers και Christin, που κυκλοφόρησε μεταξύ 1967 και 2010 και συγκαταλέγεται στα 5 με τις υψηλότερες πωλήσεις των τεράστιων (σε αριθμό εκδόσεων κόμικς εννοώ) εκδόσεων Dargaud. Ο Luc Besson, μεγαλωμένος και επηρεασμένος από παιδί απ' αυτό, αποφασίζει το 2017 να το μεραφέρει στη μεγάλη οθόνη, πράγμα που γι' αυτό αποτελεί έργο ζωής. Έτσι φτιάχνει την ταινία "Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες", την ακριβότερη ανεξάρτητη παραγωγή που έγινε ποτέ.
Το ζευγάρι των ηρώων (που, ανάμεσα σε μύριες περιπέτειες, προσπαθούν και να τα φτιάξουν), είναι πράκτορες της "Χωροχρονικής Υπηρεσίας" και προστατεύουν από τους "κακούς" την Terran Empire, η οποία, τον 28ο αιώνα, απλώνεται σε όλο τον Γαλαξία, ενώ έλλογα όντα κάθε φυλής (και οι άνθρωποι φυσικά) μπορούν να ταξιδεύουν στιγμιαία στον χώρο και τον χρόνο. Η συγκεκριμένη ιστορία διαδραματίζεται στον αχανή διαστημικό σταθμό - μητρόπολη Άλφα, που κατοικείται από πολλά εκατομμύρια νοήμονα πλάσματα. Η τεράστια πόλη κινδυνεύει από μια απειλή όχι εξωτερική, αλλά που κρύβεται στο ίδιο της το (σχεδόν ανεξερεύνητο) κέντρο. Φυσικά οι ήρωές μας θα αναλάβουν άμεση δράση.
Ας πούμε λοιπόν αρχικά ότι η εναρκτήρια σκηνή, που δείχνει τον τρόπο που δημιουργήθηκε ο Άλφα, είναι εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση. Από εκεί και πέρα θα επιμείνω στα εντυπωσιακά (και με μεγάλη ποικιλία) σκηνικά, στην σφιχτή δράση και την εν γένει οπτική απόλαυση. Το σενάριο, εμπλουτισμένο με αντιιμπεριαλιστικά μηνύματα και αρκετό (όχι πάντα καλό κατά τη γνώμη μου) χιούμορ, είναι μάλλον απλό και, αναμενόμενα, επικεντρώνεται στη δράση. Η ταινία είναι επίτηδες φτιαγμένη έτσι ώστε, πάνω απ' όλα, να είναι δισκεδαστική. Ξέρω ότι δέχτηκε πολλές επικρίσεις, αλλά οφείλω να πω ότι προσωπικά όντως το διασκέδασα. Κατάφερε, βλέπετε, να με κάνει να αφεθώ στην οπτική μαγεία της και, αναμενόμενο, με κράτησε η δράση. Τουλάχιστον προσωπικά διασκέδασα περισσότερο από τα ένα-την-εβδομάδα υπερηρωικά αμερικάνικα, τα οποία έχω σκυλοβαρεθεί.
Φυσικά - και επειδή δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για αρστούργημα - έχω τις αντιρρήσεις μου. Έχουμε το "εύκολο", όπως ξαναείπα, σενάριο, με τις αφέλειές του. Μάλλον επίτηδες, αλλά θα προτιμούσα μια σοβαρότερη δουλειά. Υπάρχουν οι βαρετές και επαναλαμβανόμενες σχέσεις του ζεύγους, με τον ερωτύλο ήρωα να προσπαθεί μόνιμα να τα φτιάξει με την όμορφη συνεργάτιδά του και οι διαρκείς (μάλλον με κρύο χιούμορ) ερωτικές ατάκες ενώ ο κόσμος χάνεται γύρω τους. Εντάξει, είναι προσπάθεια για χιούμορ, αλλά αυτό που βγαίνει είναι "σκασίλα μου για τον Γαλαξία και τα πάντα, εμένα με νοιάζει να ρίξω την κοπέλα". Και, το σπουδαιότερο ίσως, η κακή επιλογή του πρωταγωνιστή. Είναι πολύ πιτσιρικάς και "φλούφλης" για καρδιοκατακτήτής και έμπειρος σωτήρας του κόσμου, πολύ λίγος σαν ηθοποιός και (προσωπική άποψη αυτό) εμένα μου φάνηκε και αντιπαθής σα φάτσα. Αυτό ήταν που με χάλαγε περισότερο.
Πέραν της γκρίνιας, σας είπα ότι το απόλαυσα σαν μια  μάλλον απλοϊκή οπτική πανδαισία. Και χάζευα και τους διάσημους σταρ από κάθε χώρο που παρήλασαν σε μικρούς ρόλους: Ρούντγκερ Χάουερ, Κλάιβ Όουεςν Ίθαν Χοκς, Ριάνα, Χέρμπι Χάνκοκ (!), Αλέν Σαμπά κλπ.
ΥΓ:  Προσωπικά πάντως χαίρομαι που ο Μπεσόν ξαναγύρισε, μετά από καιρό, στις διασκεδαστικές περιπέτειες.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 12, 2017

"ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ": ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΟ, ΠΟΛΥ ΝΟΣΗΡΟ...

Βρισκόμαστε στο χώρο του καθαρόαιμου αστυνομικού θρίλερ. Αυτού που δεν παράγεται πλέον στην Αμερική και στο παρηκμασμένο, χαζοχαρούμενο και αποκλειστικά δολαριοκεντρικό Χόλιγουντ, αλλά κυρίως στη Σκανδιναβία και στην Ισπανία. Η οποία Ισπανία μοιάζει να είναι αστείρευτη δεξαμενή κινηματογραφικών ταλέντων. Η τρίτη ταινία λοιπόν του κυρίως τηλεοπτικού Rodrigo Sorogoyen είναι το "Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει" (Que Dios nos perdone) του 2016, ένα εξαίρετο δείγμα του είδους, το οποίο βρίσκεται σαν ατμόσφαιρα περισσότερο κοντά στο "Seven". Από άποψη νοσηρότητας εννοώ...
Το κλασικό αταίριαστο δίδυμο ντετέκτιβ (ο ένας είναι οξύθυμος, δραστήριος οικογενειάρχης, ο άλλος κλειστός, μοναχικος, με έντονο τραύλισμα, πλην όμως ο εγκέφαλος των ερευνών), κυνηγά στην αποπνικτικά ζεστή Μαδρίτη του καλοκαιριού του 2011 έναν διεστραμένο σίριαλ κίλερ που βιάζει και σκοτώνει ηλικιωμένες γυναίκες. Παράλληλα παρακολουθούμε τις προσωπικές ζωές των δύο ηρώων, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους...
Από το θέμα και μόνο αντιλαμβάνεστε το βαθμό νοσηρότητας. Ο οποίος επιτείνεται καθώς υπάρχουν "δύσκολες" σκηνές με τα πτώματα των γυναικών κλπ... Οπότε ίσως το φιλμ να μην είναι κατάλληλο γι όλους. Πλην όμως έχουμε να κάνουμε με ταινία με σφιχτοδεμένο σενάριο, καλό ρυθμό, σημασία στη λεπτομέρεια και πολλές άλλες αρετές. Η δημιουργία "άρρωστης" ατμόσφαιρας είναι δεδομένη. Το αστικό τοπίο, παρουσιασμένο δίχως το παραμικρό φτιασίδι, συνηθισμένο, αποπνικτικό, βρώμικο, χωρίς ίχνος τουριστικής ματιάς, συμβάλλει σ΄αυτό. Όπως και όλος ο ρεαλισμός που κυριαρχεί παντού στο φιλμ. Μία πρωτοτυπία του επίσης είναι το ότι ο δολοφόνος αποκαλύπτεται στα 2/3 περίπου της διάρκειάς του... έχουμε ωστόσο πολύ δρόμο ακόμα.
Η ταινία προβληματίζεται σε θέματα εκδίκησης (εδώ μοιάζει λυτρωτική), διαφοράς καλού και κακού (οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου, μα καθόλου άψογοι) και ψυχολογίας. Παιδικά τραύματα, σεξουαλικές και άλλες στερήσεις, καταπιεστική θρησκεία (στο φόντο υπάρχουν συχνά θρησκευτικά σύμβολα), χαρακτήρες που έρχονται σε αντίθεση με την αποστολή τους... Πάνω απ' όλα όμως, όπως είπα στην αρχή, σφιχτό σενάριο που κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος (κι ας ξέραμε ήδη τον ψυχικά άρρωστο δολοφόνο) και πολύ καλές ηθοποιίες. Φυσικά, το καταλάβατε, το φιλμ είναι απ' αυτά τα σπάνια σήμερα θρίλερ που δεν επικεντρώνονται στη δράση και τα κυνηγητά (δεν είναι ούτε κατά διάνοια δηλαδή "αστυνομικές περιπέτειες"), αλλά στο ρεαλισμό, το μυστήριο, την ατμόσφαιρα. Σας είπα, υπάρχουν κάμποσες "δύσκολες" σκηνές που ίσως ενοχλήσουν, συνολικά όμως βρήκα την ταινία εξαιρετική. Και πάλι μπράβο στο ισπανικό σινεμά, μάλλον το καλύτερο ευρωπαϊκό σήμερα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 10, 2017

"ΤΟ ΝΗΣΙ": ΚΑΛΗ ΙΔΕΑ, ΑΛΛΑ...

Ο Michael Bay μου είναι σχεδόν πάντοτε αντιπαθής. Το σινεμά του κυριαρχείται από συνεχή βαβούρα, προσβλέπει σε συνεχείς εκρήξεις αδρεναλίνης, αποτελείται από (καλογυρισμένες) απιθανότητες και κυνηγητά μέχρι σκασμού. Το 2005 γυρίζει "Το Νησί", από τις σχετικά καλές ταινίες του (για τα μέτρα του βεβαίως). Τουλάχιστον στο επίκεντρο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα (και πολυχρησιμοποιημένη βεβαίως) ιδέα.
Στο μέλλον οι άνθρωποι ζουν σε έναν κλειστό, αποστειρωμένο κόσμο σε απόλυτα τεχνητό περιβάλλον, όπου η καθημερινότα επαναλαμβάνεται αέναα, οι ερωτικές σχέσεις απαγορεύονται (αν και κανείς δεν φαίνεται να τις έχει ανάγκη, ούτε καν να γνωρίζει τι είναι αυτές) και όπου όλοι περιμένουν να κερδίσουν σε μια λοταρία για να ταξιδέψουν και να ζήσουν για πάντα σε ένα ονειρικό νησί, το μόνο μέρος του κόσμου που δεν είναι μολυσμένο. Ο ήρωας όμως βλέπει παράξενα όνειρα, αρχίζει να αμφισβητεί όσα υποτίθεται ότι συμβαίνουν και αποφασίζει κάτι αδιανόητο για την κοινωνία αυτή: Να δραπετεύσει. Σύντομα θα ανακαλύψει το εφιαλτικό μυστικό που κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά.
Το μυστικό δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά, αν και γίνεται γνωστό πριν τα μισά της ταινίας. Θα σας πω μόνο ότι το φιλμ μου άρεσε μόνο στο πρώτο μέρος του (στο ένα τρίτο περίπου), όπου περιγράφεται η κλειστή κοινωνία και ο πρωταγωνιστής Γιούαν Μακ Γκρέγκορ πασχίζει να ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει και τελικά φεύγει με την Σκάρλετ Γιόχανσον (η οποία ακολουθεί μάλλον ακούσια). Και το μυστικό βεβαίως είναι ενδιαφέρον και εγείρει ένα πλήθος από ερωτήματα (τα οποία, βεβαίως, όπως προείπα, έχουν τεθεί πολλές φορές στο σινεμά και τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας). Στο δεύτερο μέρος ωστόσο κάθε στοιχειώδης σκέψη καταρρέει και όλα γίνονται ένα αδιάκοπο - και πέρα για πέρα μη ρεαλιστικό, εννοείται - κυνηγητό, με ταρζανιές κάθε είδους (και μάλιστα από τον ήρωα, ο οποίος πρώτη φορά στη ζωή του βλέπει αυτοκίνητο, ωστόσο το οδηγεί τέλεια και ξεφεύγει από πλήθος εμπειρότατων κακών). Τι να πει κανείς... Προς το τέλος το φιλμ αποκτά πάλι κάποιο σεναριακό ενδιαφέρον, με τη συνάντηση του ήρωα με τον... δεν θα σας αποκαλύψω με ποιον, αλλά τα πάντα χάνονται και πάλι σε τόννους απιθανοτήτων και non stop δράσης.
Από το είδος φιλμ που βαριέμαι (δεν θα περίμενα άλλωστε κάτι άλλο από τον Bay), μπορεί να κρατήσει ίσως μερικούς δεκαπεντάχρονους με τη συνεχή δράση του, αλλά όχι κάποιους στοιχειωδώς σκεπτόμενους. Ωστόσο, το είπα κι αυτό, διαθέτει μια αρκετά καλή ιδέα και κάποιο ενδιαφέρον, μέχρι αυτά να τιναχτούν στον αέρα στα χέρια του έμπειρου μόνο στα κυνηγητά δημιουργού. Γι' αυτό και οι φίλοι της ΕΦ ίσως του ρίξουν μια ματιά (γνωρίζοντας βέβαια ότι θα πέσουν σε τόννους αφελειών). Κριμα πάντως. Θα μπορούσε να είναι καλό φιλμ.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 08, 2017

ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ "ΔΟΥΝΚΕΡΚΗΣ"

Το 2017 ο "πολύς" Christopher Nolan γυρίζει για πρώτη φορά ένα πολεμικό φιλμ, την "Δουνκέρκη". Φυσικά βασίζεται στα όσα συνέβησαν εκεί το 1940.
Καθώς οι ναζί προέλαυναν στην Ευρώπη (και στη Γαλλία φυσικά), οι βρετανοί στρατιώτες αποκλείονται στην παραλία της Δουνκέρκης, πόλης απέναντι στα παράλια της Αγγλίας. 400.000 (!) περίπου συνωστίζονται εκεί. Ο Τσόρτσιλ αποφασίζει ότι πρέπει να γυρίσουν πάση θυσία στην πατρίδα, η οποία όλοι περιμένουν ότι θα είναι ο επόμενος στόχος του Χίτλερ. Πώς όμως; Ελάχιστα πλοία μπορούν να διατεθούν για την επιχείρηση αυτή, κι αυτά δέχονται διαρκείς επιθέσεις από τον εχθρό. Τελικά η εκκένωση επετεύχθη με τη βοήθεια ηρωικών άγγλων πολιτών, που έσπευσαν απέναντι με οποιοδήποτε πλωτό μέσον διέθεταν (καϊκια, γιωτ κλπ.), βοηθώντας σημαντικά τα λίγα πολεμικά πλοία. Στην ταινία τρεις ιστορίες από τη Δουνκέρκη (συμβολικά, σε αντιστοιχία με τα τρία "όπλα", μία στον αέρα, μία στη στεριά και μία στη θάλασσα) δένουν μεταξύ τους για να μας δώσουν την εφιαλτική εικόνα της κατάστασης.
Ο Νόλαν χρησιμοποιεί διάφορες πρωτοτυπίες: Η ταινία δεν έχει πρωταγωνιστές. Οι ιστορίες μοιράζονται σε "σκόρπιους" ανθρώπους, στρατιώτες ή μη, τυχαία, υποτίθεται, δείγματα των χιλιάδων που έζησαν αυτή την κόλαση. Η ταινία δεν έχει γραμμική αφήγηση. Διαφορα γεγονότα λαμβάνουν χώρα "μπρος πίσω" στο χρόνο. Στην ταινία οι γερμανοί δεν φαίνονται πουθενά (ούτε κατ' όνομα). Αναφέρεται συχνά η λέξη "εχθρός", ο οποίος όμως στο φιλμ είναι αόρατος. Όλα αυτά τα τεχνάσματα λειτουργούν νομίζω επιτείνοντας την τρομαχτική ατμόσφαιρα. Η απειλή είναι απρόσωπη, μπορεί να έρθει από παντού. Οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι, δίχως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μέρη απλώς ενός ανώνυμου πλήθους προς σφαγή, όπως αυτό που συνωστιζόταν στην παραλία περιμένοντας με αγωνία να φύγει για να σωθεί. Έτσι πολύ λίγος ηρωισμός υπάρχει. Όλοι είναι τρομαγμένοι, μερικοί πανικόβλητοι, κάποιοι καταφεύγουν σε καθόλου αλτρουιστικά κόλπα για να εξασφαλίσουν μια θέση στα πλοία έστω εις βάρος άλλων που θα παραμείνουν καθηλωμένοι στη θέση τους. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν τόσο άγριες στιγμές όπως το πρώτο περίπου τέταρτο του "Στρατιώτη Ράινα" (ίσως η πλέον αντιπολεμική πολεμική σκηνή που έχω δει), ωστόσο το όλο κλίμα φόβου και απειλής (και όχι ηρωισμού) βγαίνει άνετα. Και πάνω απ' όλα κυριαρχεί το κλειστοφοβικό συναίσθημα: Οι στρατιώτες είναι αποκλειμένοι, δίχως διέξοδο, στην παραλία, στο έλεος του εχθρού, στα πλοία στοιβάζονται σαν σαρδέλες και πνίγονται όταν αυτά βυθίζονται, τα αεροπλάνα είναι μικρά και ασφυκτικά... Ναι, η κλειστοφοβία κυριαρχεί. Προς το τέλος βέβαια, όταν το σασπένς ανεβαίνει, διάχυτες πράξεις ηρωισμού υπάρχουν, η γενική εντύπωση όμως που απομένει είναι αυτή της απέχθειας απέναντι στον παραλογισμό και την ηλιθιότητα που ονομάζεται πόλεμος.
Ο Νόλαν δεν είναι τόσο πολύπλοκος και μεγαλεπήβολός όσο άλλες φορές, το φιλμ είναι βέβαια εξαιρετικά γυρισμένο, το αντιπολεμικό στοιχείο, όπως είπαμε, βγαίνει μια χαρά, ωστόσο, ενώ γενικά μου άρεσε και, νομίζω, βρίσκει τους στόχους του, δεν το θεωρώ πολύ μεγάλη ταινία.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2017

"ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ" ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΧΙΟΝΙ

Βρισκόμαστε στο σχεδόν μονίμως παγωμένο Γουαϊόμινγκ, μια απέραντη λευκή επικράτεια. Εκεί υπάρχει καταυλισμός ινδιάνων (όσων απεμειναν στις μέρες μας τέλος πάντων), οι οποίοι σήμερα σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε ότι ευημερούν. Οι συνθήκες καθημερινής ζωής είναι δύσκολες, η πόλη μικρή. Όταν μια νεαρή ινδιάνα εξαφανίζεται και βρίσκεται λίγο μετά δολοφονημένη, ένας λευκός κυνηγός επικίνδυνων ζώων (ουσιαστικά προστατεύει κοπάδια) με δική του ηθική συνεργάζεται με μια παντελώς άσχετη με τις συνθήκες ζωής (καιρικές και όχι μόνο) του μέρους πράκτορα του FBI, η οποία στέλνεται εκεί δίχως την παραμικρή εμπειρία. Καθώς η έρευνα κορυφώνεται, τα κρυμμένα μυστικά (δυσάρεστα φυσικά)  πληθαίνουν...
Όλα αυτά συμβαίνουν στη δεύτερη μόλις ταινία του τηλεοπτικού κυρίως ηθοποιού Taylor Sheridan, του οποίου το ταλέντο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο (σεναριογράφος στα πολύ καλά "Sicario" και "Πάση Θυσία"). Η ταινία λέγεται "Wind River" ("Στα Ίχνη του Ανέμου"), είναι ένα σύγχρονο, δραματικό γουέστερν (στα χιόνια όμως) και είναι του 2017, με τον καλό Τζέρεμι Ρένερ στο βασικό ρόλο.
Πρόκειται, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, για ταινία εκδίκησης. Μιας εκδίκησης που εδώ δεν αμφισβητείται, μάλλον έρχεται σαν λύτρωση - πιθανόν αυτό να μην είναι ορθό, το ξέρω. Και είναι μια ταινία σκληρή, απόλυτα ρεαλιστική και άγρια, όπως ακατέργαστο είναι το τοπίο και οι άνθρωποι που ζουν (ή αναγκάζονται να ζουν) σ' αυτό. Όταν η ζωή είναι τόσο δύσκολη, οι άνθρωποι σκληραίνουν. Ταυτόχρονα γίνονται λακωνικοί, ουσιαστικοί (μόνο τα χρήσιμα πράγματα μετράνε), μετρημένοι. Ή πάλι κυλάνε στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά τον σχετικά αργό ρυθμό του. Και δεν είναι μόνο το καθαρά αστυνομικό ενδιαφέρον. Είναι και ο ρεαλισμός του, που δεν εξωραϊζει τίποτα, είναι η καταγραφή των συνθηκών ζωής σε μέρη ξεχασμένα από το θεό (ακόμα και στις σύγχρονες ΗΠΑ), είναι, ακόμα πιο συγκεκριμένα, η καταγραφή των συνθηκών ζωής των σύγχρονων ινδιάνων, ζωής καθόλου αξιοζήλευτης φυσικά. Και, πλάι σ' αυτά, υπάρχει ένα είδος μεταφυσικής της φύσης, της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση δηλαδή. Η οποία είναι εχθρική, πλην όμως οφείλεις να την κατανοείς βαθιά και να τη σέβεσαι, αν τουλάχιστον θέλεις να επιβιώσεις. Συνολικά λοιπον μια ταινία που "ήρθε από το πουθενά" και μου άρεσε πολύ.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2017

ΑΛΗΘΙΝΟ (ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΒΡΕΚΤΟ) "LION"

Το "Lion", που γυρίστηκε το 2016, είναι μια αυστραλέζικη ταινία, η πρώτη fiction μεγάλου μήκους του Garth Davis και βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο μάλιστα του ήρωα Σαρού Μπρίρλεϊ είχε γίνει μπεστ σέλερ το 2012.
Ο ήρωας είναι ινδός και γεννιέται το 1981 σε ένα μικρό, χαμένο στο πουθενά χωριό της αχανούς χώρας. Παιδάκι, σε ηλικία 5 χρονών, χάνεται, όταν μπαίνει κατά λάθος σε ένα τρένο που τον μεταφέρει 1600 χιλιόμετρα μακριά, στην πολυάνθρωπη Καλκούτα. Το παιδί δεν ξέρει καν το επίθετό του ούτε το όνομα του χωριού του. Θα καταλήξει σε ορφανοτροφείο, θα υιοθετηθεί από εύπορο αυστραλέζικο, άτεκνο ζεύγος και θα καταλήξει στην Τασμανία, όπου θα μεγαλώσει και θα σπουδάσει ως κανονικός αυστραλός. Ωστόσο το ζήτημα της καταγωγής του τον "τρώει" και στα 25 του πλέον θα αρχίσει μια παθιασμένη αναζήτηση των ριζών του, βασισμένη αρχικά στις ελάχιστες παιδικές αναμνήσεις που κουβαλά πάντοτε.
Ας πούμε από την αρχή ότι η ταινία στοχεύει στη συγκίνησή μας - και σε κάποια σημεία το καταφέρνει. Πιστεύω μάλιστα ότι αρκετοί από τους θεατές θα χρειαστούν χαρτομάντηλα. Κρίνοντάς την τώρα από κινηματογραφικά άποψη, προσωπικά με κράτησε μόνο στο πρώτο μέρος, αυτό που διαδραματίζεται στην Ινδία. Όχι μόνο διέθετε ρυθμό, αλλά και μια αυξανόμενη αγωνία, ένα ολοένα επιτεινόμενο "σφίξιμο" που δεν σε άφηνε να εφησυχάσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην Τασμανία, οι ρυθμοί πέφτουν εμφανώς. Νομίζω ότι η αναζήτηση του ενήλικα πλέον ήρωα δεν διαθέτει το ίδιο σασπένς - αν και οι παρουσίες της Νικόλ Κίντμαν και της Ρούνι Μάρα ήταν (για μένα τουλάχιστον) ευπρόσδεκτες. Εδώ το άγχος και το σασπένς δίνουν τη θέση τους στη συγκίνηση και το δάκρυ (ίσως και το μελό ενίοτε). Στο τέλος μάλιστα βλέπουμε και τα αληθινά πρόσωπα της ιστορίας. Γενικά πάντως βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, αν και άνισο, όπως είπα.  Ωστόσο πιστεύω ότι θα αρέσει και, κυρίως, θα συγκινήσει τους περισσότερους θεατές.
Εντάξει με το πάθος για "επιστροφή στις ρίζες" (την καταγωγή εννοώ, δεν το εννοώ πολιρτισμικά), εντάξει με την εμμονή του ήρωα, αλλά εμένα αυτό που μου έμεινε κυρίως είναι οι φοβερές εικόνες από την Ινδία. Βλέποντας τις συνθήκες ζωής εκεί (μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του 80, όχι για τίποτα αρχαίες εποχές) καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε (αν δεν το έχουμε κάνει ήδη) ότι, παρά την αυξανόμενη κρίση και την ραγδαία εξαπλούμενη σύγχρονη αγριότητα, εξακολουθούμε να ζούμε στην "τυχερή γωνιά του πλανήτη". Και καλό είναι να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 03, 2017

Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΠΥΡΓΟΣ" ΚΑΙ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ

Προσθήκη λεζάντας
Ο πολυγραφότατος Στίβεν Κινγκ έγραψε μεταξύ 1982 και 2004 ένα επτάτομο (!) "τούβλο" με γενικό τίτλο "The Dark Tower" (Ο Μαύρος Πύργος), που κινείται περισότερο στο χώρο της φαντασίας παρά του καθαρού τρόμου. Η απαραίτητη ταινία γυρίστηκε το 2017 με σκηνοθέτη τον δανό (ελληνικής καταγωγής από τη μητέρα του) Nikolaj Arcel. Συνηθισμένη ιστορία βεβαίως, διότι ο  Arcel αφού ξεχώρισε με το καλό δανέζικο "A Royal Affair" επιστρατεύτηκε στο Χόλιγουντ. Μόνο που φοβάμαι ότι εκεί δεν ξεκίνησε και πολύ καλά.
Ένα "διαφορετικό" αγόρι της εποχής μας αποδεικνύεται (εκείνο δεν ξέρει τίποτα) οτι είναι ο τελευταίος εν ζωή Gunslinger του κόσμου μας, μέλος μιας φυλής (;) που πλέον έχει εξολοθρευτεί. Γι' αυτό θα κυνηγηθεί άγρια από τον φοβερό "'Ανθρωπο με τα Μαύρα", έναν πανίσχυρο μάγο, θα ταξιδέψει σε έναν παράλληλο κόσμο, όπου θα εκπαιδευτεί από κάποιον σαν αυτόν Gunslinger και, τελικά, θα αποδειχτεί ότι το σύμπαν αποτελείται από παράλληλος κόσμους, η ύπαρξη των οποίων "συγκρατείται" από ένα Πύργο. Αν αυτός καταρρεύσει, πράγμα που επιδιώκει ο μάγος που λέγαμε, σε όλους τους κόσμους θα εισβάλλει ο απόλυτος"εξωσυμπαντικός" τρόμος. Οπότε η σύγκρουση έχει σαν διακύβευμα την ίδια τη μοίρα του σύμπαντος...
Όπως καταλαβαίνετε, έχουμε και πάλι μια κλασική πάλη Καλού - Κακού, από την οποία, το είπαμε, εξαρτάται η ίδια η φύση του κόσμου. Συνηθισμένη κεντρική ιδέα βεβαίως στη λογοτεχνία του είδους. Από εκεί και πέρα η δομή του κόσμου που παρουσιάζεται εδώ έχει κάποια πρωτοτυπία, αλλά μέχρις εκεί. Φοβάμαι ότι το έργο το έχουμε ξαναδεί. Η ταινία στο μεταξύ νομίζω ότι αποτυγχάνει να δώσει κάτι καινούριο στο πολυχρησιμοποιημένο αυτό είδος. Φτιάχνει έναν σχετικά πρωτότυπο συνδυασμό fantasy και γουέστερν, αλλά ούτε τα εφέ είναι τίποτα ιδιαίτερο (φοβάμαι ότι αυτό είναι ζητούμενο στο είδος) ούτε  η πλοκή δεν αποφεύγει την απλοϊκότητα, ενώ τα κλισέ πάνε σύννεφο. Η αγάπη, η εκδίκηση, η δύναμη του νου ή του πνεύματος ή κάτι τέτοιο, το μεταφυσικό στοιχείο βεβαίως, τα "σοφά" τσιτάτα, όλα υπάρχουν εδώ και όλα είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Οπότε, αυτό που μένει είναι μια μάλλον συνηθισμένη ταινία φαντασίας, την οποία ο Arcel δεν καταφέρνει να απογειώσει.
Αν είστε φαν αυτού του συνηθέστατου πλέον είδους στο αμερικάνικο σινεμά δείτε την. Εντάξει, μπορεί να περάσετε δύο σχετικά ευχάριστες ώρες. Αν πάλι δεν τη δείτε δεν νομίζω ότι χάνετε συγκλονιστικά πράγματα...

eXTReMe Tracker