Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2018

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ "PELICAN BRIEF"

O Alan Pacula (1928-1998) υπήρξε δημοκράτης και ειδικός στα πολιτικά θρίλερ (αν και όχι όλα τόσο επιτυχημένα). Ένα από τα γνωστά του είναι το "Pelican Brief" του 1993, με Τζούλια Ρόμπερτς και Ντέντζελ Ουάσινγκτον στα λαμπερά νιάτα τους, αλλά και με αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς σε δεύτερους ρόλους.
Δύο ανώτεροι δικαστές δολοφονούνται την ίδια μέρα στις ΗΠΑ. Υπάρχει ένας καθηγητής νομικής, μαθητής και θαυμαστής του ενός από τους νεκρούς, και μια νεαρή, ταλαντούχα φοιτήτρια, η οποία τυγχάνει να τα έχει με τον καθηγητή της. Η τελευταία, εργατική και πανέξυπνη, καταφέρνει να δημιουργήσει μια τεκμηριωμένη θεωρία, η οποία φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο, για τους λόγους που οδήγησαν στη δολοφονία των δύο εκ πρώτης όψεως άσχετων μεταξύ τους θυμάτων. Αμέσως η ζωή της μπαίνει σε θανάσιμο κίνδυνο, ενώ αρχίζει μια αλυσίδα από δολοφονίες γνωστών της ή όσων προσπαθούν να τη βοηθήσουν, επιβεβαιώνοντας έτσι με οφθαλμοφανή τρόπο ότι η τολμηρή θεωρία της είναι σωστή. Ένα ανελέητο κυνηγητό αρχίζει, ενώ ο μόνος που της συμπαραστέκεται είναι ένας τολμηρός δημοσιογράφος.
Πρόκειται για σφιχτό, καλογυρισμένο και (όπως συμβαίνει συνήθως μ' αυτά) πολύπλοκο πολιτικό θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, δεν αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Εκλογές, οικολογία, αδίστακτοι μεγαλοεπιχειρηματίες και πολιτικοί (ή σύμβουλοι πολιτικών) και άλλα εμπλέκονται, ως συνήθως, σ' αυτό.
Ας δούμε όμως το θέμα από πολιτική σκοπιά: Τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά τα κλασικά αμερικάνικα πολιτικά θρίλερ της μετα-Γουότεργκέιτ εποχής; Όλα σχεδόν είναι τολμηρά απο πολιτική άποψη. Μας δείχνουν ξεκάθαρα διεφθαρμένους πολιτικούς, δικαστές, αστυνομικούς, ακόμα και προέδρους, ανήθικους και αδίστακτους επιχειρηματίες και εταιρίες που παραβιάζουν ασύστολα νόμους, με λίγα λόγια μια απόλυτα σκοτεινή και διαβρωμένη Αμερική, ένα σαφώς σάπιο σύστημα. Και τι γίνεται; Απολύτως τίποτα. Όλοι ξέρουμε ότι το σύστημα παραμένει το ίδιο. Ίσως μάλιστα, στην εποχή Τραμπ, ακόμα χειρότερο. Ποιο είναι το συμπέρασμα; Ότι στην τέχνη και τις όποιες επισημάνσεις της όλα επιτρέπονται διότι, δυστυχώς, είναι ανίσχυρη να αλλάξει οτιδήποτε. Την απολαμβάνουμε, αντιλαμβανόμαστε αρκετά απ' αυτά που θέλει να πει, και μετά κοιμόμαστε ήσυχοι. Οπότε ποιος ο λόγος να απαγορεύσει η εξουσία οτιδήποτε; Ίσα - ίσα, επιτρέποντας τις προειδοποιήσεις της φαντάζει και πιο δημοκρατική.
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά μέρος των ίδιων αυτών των πολιτικών θρίλερ. Σε αρκετά απ' αυτά τελικά η δικαιοσύνη θριαμβεύει. Οι ένοχοι, οι συνωμότες, όσοι έχουν παραβεί το νόμο τιμωρούνται, όσο υψηλά ιστάμενοι κι αν είναι. Ε, αυτό μάλλον ψέμα είναι ή, στην καλύτερη περίπτωση, υπέρμετρη αισιοδοξία ή ευχή ή, πιο κυνικά, χάπι εντ για να πουλήσουμε περισσότερο (δεν συμβαίνει με όλα και δεν συντρέχουν πάντοτε όλοι αυτοί οι λόγοι). Πόσες φορές είδατε στην πραγματικότητα να θίγονται πραγματικά μεγάλα οικονονικά συμφέροντα, ας πούμε;
Αρκετά όμως με αναλύσεις. Συμπαθητικό πολιτικό θρίλερ, προς την "σωστή κατεύθυνση" προς την οποία συνήθως προσανατολίζεται το δημοκρατικό κομμάτι του Χόλιγουντ και μέχρις εκεί. Καλύτερα λοιπόν να τα ξεχάσετε όλα αυτά και να απολάυσετε την πλοκή.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2018

ΟΙ "ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ" ΚΑΙ ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ EBBING ΤΟΥ ΜΙΖΟΥΡΙ

Τον Martin McDonagh τον είχαμε θαυμάσει στην φοβερή "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges) και, λιγότερο, (προσωπική γνώμη) στους "7 Ψυχοπαθείς". Με τις "Τρεις Πινακίδες Έξω από το Ebbing του Μιζούρι" του 2017 επιβεβαιώνει τη θέση του ως ένας σημαντικός δημιουργός της εποχής μας.
Η μεσήλιξ ηρωίδα (εξαιρετική η Φράνσις ΜακΝτέρμοντ) ζει στη μικρή πόλη του τίτλου, είναι χωρισμένη, ενώ η κόρη της πριν από κάποιους μήνες δολοφονήθηκε από αγνώστους ενώ προηγουμένως βιάστηκε. Η αστυνομία μέχρι στιγμής δεν έχει ανακαλύψει τίποτα για το ειδεχθές έγκλημα. Οπότε η δυναμική γυναίκα νοικιάζει τρεις εγκαταλειμένες διαφημιστικές πινακιδες λίγο έξω από την πόλη και αναρτά τις επιγραφές: "ΒΙΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ". "ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΜΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ". "ΠΩΣ ΚΙ ΕΤΣΙ, ΑΣΤΥΝΟΜΕ ΓΟΥΙΛΟΜΠΙ;", απευθυνόμενη βεβαίως άμεσα στον αστυνόμο της πόλης (ο οποίος είναι και γνωστός της, αφού όλοι σχεδόν είναι γνωστοί σε μια μικρή πόλη). Η ανάρτηση αυτή θα φέρει αλυσίδα γεγονότων και αντιδράσεων. Οι περισσότεροι κάτοικοι δυσανασχετούν (οι πινακίδες, βλέπετε, δυσφημούν την πόλη). Αρχίζουν να φέρονται απροκάλυπτα εχθρικά στη γυναίκα, εκείνη όμως, πεισματάρα και θαρραλέα, τους αγνοεί επιμένοντας στις αναρτήσεις της, οι οποίες είναι νόμιμες, οπότε κανείς δεν μπορεί να τις κατεβάσει, επισήμως τουλάχιστον. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι πολλές φορές αντιφατικά και τα προβλήματα που θέτουν πολλά.
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό, αναμφισβήτητα μέσα στα καλύτερα της χρονιάς. Η μεγάλη του αρετή για μένα είναι η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων, των αντιδράσεών τους και της χιονοστιβάδας γεγονότων που ακολουθούν. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από σχηματικούς "καλούς" και "κακούς". Οι περισσότεροι διαθέτουν τη θετική, την ανθρώπινη πλευρά, αλλά συγχρόνως και την απεχθή, τη σκοτεινή. Η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, η στενοκεφαλιά και η βλακεία μπορεί να έχουν την τιμητική τους, ταυτόχρονα όμως δείχνονται και οι αιτίες για όλα αυτά, ενώ πολλοί από τους αρνητικούς ήρωες έχουν και τη συμπαθητική τους πλευρά. Και σιγά - σιγά μαθαίνουμε το background τους, τις σχέσεις τους με τις οικογένειές τους ή τους άλλους, την ψυχοσύνθεσή τους. Με όλα αυτά η σκοτεινή, σχεδόν φασιστική πλευρά της "βαθιάς" Αμερικής βγαίνει στην επιφάνεια, αλλά ακόμα κι έτσι τίποτα δεν είναι μονόπλευρο ή "άσπρο - μαύρο" (πάρτε για παράδειγμα τον απολαυστικότατο Σαμ Ρόκγουελ στο ρόλο του ρατσιστή, βίαιου και ηλίθιου μπάτσου και την όλη εξέλιξη του χαρακτήρα του). Σημαντικότατο επίσης είναι το ότι όλη αυτή η "βαριά", δραματική ιστορία δίνεται με φοβερό υπόγειο, συχνά κατάμαυρο και κυνικό χιούμορ, που κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση.
Είναι αλήθεια ότι η επιροή των αδελφών Κοέν είναι και εδώ εμφανής, αυτό όμως, κατά τη γνώμη μου, σε τίποτα δεν μειώνει την αξία του φιλμ. Παραμένουμε άλλωστε φαν των δαιμόνιων αδελφών. Οπότε συνιστώ το φιλμ ανεπιφύλακτα. Είναι σπάνιο το έντονο δράμα και οι φορτισμένες καταστάσεις να δένουν τόσο καλά με το χιούμορ και την ενδιαφέρουσα αφήγηση. Και είναι επίσης σπάνιο να δείχνονται τόσο ανάγλυφα οι βαθιές αντιφάσεις μια ολόκληρης κοινωνίας.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2018

"CALL ME BY YOUR NAME" Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ

Ο ιταλός Luca Guadagnino, γνωστός μας από το "Είμαι ο Έρωτας", γυρίζει το 2017 το "Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου", μια αληθινά τρυφερή ταινία, η οποία καταγράφει με τον πλέον φυσικό τρόπο έναν ομοφυλοφιλικό έρωτα και κερδίζει τον θεατή με τον κομψό του τρόπο και την απενοχοποιημένη αντιμετώπιση ενός "απαγορευμένου" (από ποιούς;) θέματος.
Ο 17χρονος Έλιο, γόνος πλούσιας και προοδευτικής οικογένειας διανοουμένων (ο πατέρας αρχαιολόγος και καθηγητής, η μητέρα μεταφράστρια), περνά το καλοκαίρι του 1983 στο μεγάλο, παλιό και πανέμορφο εξοχικό τους στην επαρχία. Εκεί θα φτάσει φιλοξενούμενος για να κάνει την πρακτική του γοητευτικός αμερικάνος φοιτητής, εξαιρετικός στις σπουδές του. Θα κατακτήσει τους πάντες με τον χαρακτήρα και τους τρόπους του, η σχέση όμως με τον Έλιο θα είναι διαφορετική: Σύντομα θα αντιληφτούν (και θα αποδεχτούν) τον αμοιβαίο τους έρωτα και το νόημα του καλοκαιριού θα αλλάξει για πάντα.
Φυσικά δεσπόζει η σχέση, τα συναισθήματα, το πάθος, οι χαρακτήρες. Νομίζω όμως ότι μεγάλο μέρος της γοητείας του φιλμ οφείλεται και στο περιβάλλον: Στην πανέμορφη ιταλική ύπαιθρο, στο καλοκαίρι με την ανεμελιά και την χαλαρότητά του, αλλά και στη νοσταλγική, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας καταγραφή του κλίματος των 80ς. Στην ταινία αυτή ο έρωτας γεννιέται σε ένα αληθινά ειδυλιακό περιβάλλον. Φυσικά δεν λείπει η διερεύνηση της εφηβικής - στο μεταίχμιο της αρχής της οριμότητας - ψυχής και η αγνότητα και το πάθος ταυτόχρονα που μπορεί να δημιουργήσει ο "πρώτος έρωτας".
Τώρα πρέπει να σας προειδοποιήσω: Στην ταινία λείπουν οι κορυφώσεις, σε μεγάλο μέρος της "δεν συμβαίνει τίποτα" (ή μάλλον συμβαίνουν όλα, αλλά εσωτερικά, στην ψυχή των ηρώων). Η αφήγηση είναι χαλαρή, νωχελική, απόλυτα ταιριαστή όμως με το όλο κλίμα και το καλοκαίρι που λέγαμε. Ούτε ανατροπές ούτε - σχεδόν - σασπένς (καμία σχέση με το αγχωτικό κλίμα του "Brokeback Mountain" ας πούμε). Η γοητεία και η ακρίβεια της καταγραφής κρύβονται στις μικρές λεπτομέρειες, στα βλέμματα, στην αργή ανάπτυξη και εξέλιξη των συναισθημάτων, στις εσωτερικές καταστάσεις. Ταυτόχρονα ο ερωτισμός (από τις νεανικές παρέες μέχρι τα πανέμορφα αρχαιοελληνικά αγάλματα που ανακαλύπτονται στην ανασκαφή ή βλέπουμε στις φωτογραφίες) είναι διάχυτος. Ωστόσο το λογύδριο του πατέρα στο τέλος προσωπικά μου φάνημε μάλλον αχρείαστο, αλλά μικρό το κακό... Όσο για την αποδοχή του διαφορετικού, το θέμα που κυριαρχεί βεβαίως, είναι νομίζω προφανής και δεν χρειάζεται να την αναλύσουμε περαιτέρω.
Θα το εκτιμήσετε όσοι εκτιμάτε τα αργά, τρυφερά και ευαίσθητα φιλμ, όσοι προτιμάτε την κατάδειξη εσωτερικών κόσμων και όχι την θεαματική περιπέτεια και τη δράση. Οι υπόλοιποι μάλλον θα πλήξουν (το αν θα σοκαριστούν από διάφορες σκηνές είναι δικό τους πρόβλημα και δεν με αφορά). Κατά τη γνώμη μου πάντως πρόκειται για πολύ όμορφο φιλμ. Και σαν περιγραφή εσωτερικών καταστάσεων και σαν εικόνα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2018

"THAT OLD FEELING" : ΜΑΖΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ...

O Carl Reiner είναι σημαντική μορφή της αμερικάνικης κωμωδίας (σεναριογράφος, σκηνοθέτης, παραγωγός κλπ.). Το 1997 γυρίζει την τελευταία του ταινία, το "That Old Feeling", κωμωδία φυσικά (αισθηματική), στην οποία δεσπόζει η πληθωρική παρουσία της Μπετ Μίντλερ.
Νεαρή, ευκατάστατη κοπέλα ετοιμάζεται να παντρευτεί τον καλό της, ξενέρωτο υποψήφιο γερουσιαστή, γόνο πλούσιας οικογένειας. Φυσικά στον απόλυτα συμβατικό γάμο θα καλέσει  - εκτός από μέλη της υψηλής κοινωνίας - και τους γονείς της. Μόνο που εκείνοι, πολλά χρόνια χωρισμένοι και νυν με άλλον/η σύντροφο ο καθένας, μισούν θανάσιμα ο ένας τον άλλον και, αφού είναι γνωστό ότι δεν κρατιούνται, υπάρχουν φόβοι ότι όταν συναντηθούν τετ α τετ μετά πολύ καιρό μπορεί να κάνουν μπάχαλο τον γάμο και την σούπερ κυριλέ δεξίωση που ακολουθεί. Έτσι και γίνεται αρχικά, πλην όμως η συνάντηση θα πυροδοτήσει πολύ πιο ανεξέλεγκτα ένστικτα: Το παλιό άγριο ερωτικό πάθος τους, το οποίο βεβαίως θα αναζωπυρωθεί με πολλαπλές επιπτώσεις προς κάθε κατεύθυνση, και προς μεγάλη απελπισία των νεονύμφων.
Αν μη τι άλλο, το φιλμ είναι σχετικά διασκεδαστικό. Δεν θα ξεκαρδιστείτε νομίζω, αλλά θα γελάσετε (ή θα χαμογελάσετε) σε αρκετά σημεία. Τώρα βέβαια η ιστορία πιστεύω ότι θα ακούγεται αρκετά ξενέρωτη σε πολλούς, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αρκετά καλά θα περάσετε. Γι' αυτό θα φροντίσει η καταιγιστική παρουσία της Μίντλερ, αλλά και τα καμώματα του ώριμου, παθιασμένου ζεύγους εν γένει. Και, αν προσέξετε, η ταινία έχει και μία κάπως ανατρεπτική διάθεση, αφού τάσεται ανοιχτά - με ανάλαφρο τρόπο βεβαίως - ενάντια στους καθωσπρεπισμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στηλιτεύει τον κόσμο των πλουσίων, όχι βεβαίως εις βάθος και με καμία "επαναστατική" διάθεση, απλώς ως βαρετό, ρηχό και ξενέρωτο. Προφανώς βρισκόμαστε σε δείγμα του "δημοκρατικού Χόλιγουντ", αφού κάπου υπάρχει και η σπόντα ότι οι "αρνητικοί" χαρακτήρες είναι ρεπουμπλικάνοι.
Δεν ενθουσιάστηκα, δεν το θεωρώ τίποτα σπουδαίο, ωστόσο το βρήκα σχετικά αξιοπρεπές και πέρασα (εξ ίσου σχετικά) καλά. Αυτά.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2018

ΤΑ "NEXT" 2 ΛΕΠΤΑ.

Ο Φίλιπ Ντικ έχει βεβαίως πάμπολλες φορές τροφοδοτήσει το σινεμά επιστημονικής φαντασίας με τις συχνά απίστευτες ιδέες του. Ωστόσο ελάχιστα από αυτά τα φιλμ βγήκαν καλά. Υπάρχει, φαίνεται, κάτι στα κείμενά του που "δεν μεταφέρεται" στο σινεμά (ή, όντας η αρχική ιδέα πιασάρικη, πέφτουν σαν κοράκια οι παραγωγοί και λοιποί διασκευαστές και της αλλάζουν τα φώτα για να πουλήσει). Το "Next" που γύρισε ο Lee Tamahori το 2007 δεν αποτελεί εξαίρεση. Εντάξει, βλέπεται σχετικά ευχάριστα, αλλά μέχρις εκεί. Και υπάρχει και ο πρωταγωνιστής Νίκολας Κέιτζ, ο οποίος, για πολλούς τουλάχιστον, δεν κάνει τα πράγματα καλύτερα.
Ο ήρωας λοιπόν έχει ένα παράξενο χάρισμα: Μπορεί να βλέπει τι θα συμβεί τα δύο (μόλις) επόμενα λεπτά. Αυτό βεβαίως μπορεί νε είναι καλό για να κλέβει πού και πού στο καζίνο, από εκεί και πέρα όμως μόνο προβλήματα μπορεί να του δημιουργήσει. Η μεγαλύτερη αγωνία του όμως είναι μήπως ανακαλύψουν την ιδιότητά του, διότι τότε... μάλλον ο στρατός τον πάει για πειράματα. Γι' αυτό και την κρύβει με κάθε τρόπο. Ωστόσο θα έλθει η ώρα που το FBI θα τον ανακαλύψει, επειδή τον χρειάζεται: Τρομοκράτες απειλούν να τινάξουν στον αέρα το Λος Άντζελες με μια πυρηνική βόμβα που έχουν κρυφά μεταφέρει εκεί. Συγχρόνως υπάρχει και μια κοπέλα που ο ήρωάς μας ονειρεύεται πριν καν τη συναντήσει, η οποία φαίνεται ότι τον κάνει να (προ)βλέπει κάποια πράγματα σε πιο απομακρυσμένο χρονικό ορίζοντα...
Όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ του είδους, η αρχική ιδέα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, πολύ σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι η σκηνοθετική πρόθεση είναι να φτιαχτεί μία ακόμα ταινία δράσης. Κυνηγητά, πυροβολισμοί, σασπένς με τη βόμβα, ένας Κάειτζ να... πολλαπλασιάζεται σε πολλούς εαυτούς για να ακολουθήσει διαφορετικά μονοπάτια γεγονότων για να επιλέξει το σωστό... και άλλα τέτοια. Όσο για το σενάριο, δεν νομίζω ότι είναι και πολύ πιστευτό με όλα αυτά που επιτυγχάνει ο ήρωάς μας με τόσο μικρή χρονική πρόβλεψη... και γενικά νομίζω ότι υπάρχουν κάμποσες σεναριακές τρύπες σε σχέση με την ικανότητα του πρωταγωνιστή και το πώς αυτή λειτουργεί. Όσο για τη θαυματουργή επίδραση της κοπέλας... ε, να μην υπάρχει και το απαραίτητο ρομαντικό στοιχείο; (το οποίο, σε κάποιο σημείο του φιλμ γίνεται μια - σύντομη ευτυχώς- επανάληψη της "Μέρας της Μαρμότας").
Γενικά, σας είπα στην αρχή: Η ώρα περνάει μάλλον ευχάριστα, αν όμως έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε τότε να το κάνετε!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2018

"THE DISASTER ARTIST": ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ED WOOD...

Στην αχανή ιστορία του κινηματογράφου να είστε σίγουροι ότι δεν υπήρξε μόνο ένας Ed Wood, του οποίου το "Plan 9 from Outer Space" θεωρείται από πολλούς "η χειρότερη ταινία όλων των εποχών". Τη "δόξα" αυτή μοιράζονται - πιστέψτε με - πολλοί άλλοι. Με σχετικά πρόσφατο παράδειγμα τον κάτι-παραπάνω-από-εκκεντρικό Tommy Wiseau, ο οποίος εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά το 2003 με την πραγματικά απίστευτη ταινία "The Room", η οποία αναμετρήθηκε ευθέως με το "Plan 9" για το... στέμμα της χειρότερης ταινίας ever! Το 2017 ο ηθοποιός και σκηνοθέτης James Franco γυρίζει το "The Disaster Artist", με τον ίδιο ως (εξαιρετικό) πρωταγωνιστή, και αφηγείται την ιστορία του Wiseau και τα... επικά γυρίσματα του "The Room" όσο πιο πιστά μπορεί.
Ο Γκρέγκ Σεστέρο είναι ένας νεαρός στο Σαν Φρανσίσκο που ποθεί διακαώς να γίνει ηθοποιός. Σε κάποιο μάθημα υποκριτικής γνωρίζει τον  Wiseau, έναν εντελώς sui generis και παντελώς μυστηριώδη τύπο: Φορά μονίμως μαύρα γιαλιά, μαύρα δερμάτινα, έχει κατάμαυρα, πολύ μακριά μαλλιά, πολύ βαριά και απροσδιόριστη προφορά, αρνείται να αποκαλύψει την καταγωγή και την ηλικία του (ισχυρίζεται ότι τάχα είναι από τη Νέα Ορλεάνη) και, το πιο παράξενο, είναι πολύ πλούσιος, δίχως τίποτα πάνω του ή στην καθημερινή ζωή του να δείχνει κάτι τέτοιο. Επίσης είναι απόλυτα μοναχικός. Ο περίεργος αυτός τύπος θα προσκολληθεί στον Σεστέρο, τον οποίο θεωρεί όχι μόνο τον καλύτερο, αλλά και τον μοναδικό του φίλο (δίχως να υπάρχει κάτι ομοφυλοφιλικό στη σχέση τους, εκτός αν πρόκειται για πολύ κρυφό πόθο, ο οποίος πάντως ουδέποτε εκδηλώνεται με οποιοδήποτε τρόπο), θα του υποσχεθεί τα πάντα και θα μετακομίσουν και θα συγκατοικήσουν στη Μέκκα του κινηματογράφου, το Λος Άντζελες, όπου ο Wiseau, παντελώς άγνωστο πώς, διαθέτει μεγάλο διαμέρισμα. Εκεί θα αρχίσει να γράφει το σενάριο μιας ταινίας, στην οποία θα είναι επίσης ο σκηνοθέτης, ο πρωταγωνιστής (μαζί με τον Σεστέρο) και ο παραγωγός, ενώ τα χρήματά του φαίνονται ανεξάντλητα. Προσοχή : Όλα αυτά είναι απόλυτα αληθινά!
Η ταινία καταγράφει με τον πιστότερο δυνατό τρόπο τα μυθικά γυρίσματα του εξ ίσου μυθικού φιλμ. Η προσωπικότητα, η προέλευση και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Wiseau παραμένουν κάτι παραπάνω από μυστηριώδεις (μυστήρια που παραμένουν μέχρι σήμερα άλυτα), τα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τα πλατό προκαλούν όλη την πιθανή γκάμα συνναισθημάτων, από συγκίνηση, αμηχανία έως ασυγκράτητο γέλιο και οι σκηνές του "The Room" ξεναγυρίζονται από τον Franco με θαυμαστή πιστότητα, όπως θα διαπιστώσουμε έκθαμβοι στα credits του τέλους, οπου αντιπαρατίθενται οι σκηνές που γύρισε ο Franco με αυτές της πραγματικής ταινίας. Το "The Room" είναι, άθελά του προφανώς, αφού ο Wiseau ήθελε να γυρίσει ένα... δράμα α λα Τενεσί Ουίλιαμς, πραγματικά ξεκαρδιστικό, και παραμένει απόλυτο cult με διαρκείς μεταμεσονύκτιες προβολές όπου γίνεται χαμός. Όσο για το "Disaster Artist", πέρα από το αλλόκοτο του χαρακτήρα του ήρωα και το γέλιο που θα προκαλέσει σε αρκετά σημεία του, καταδεικνύει συγχρόνως και το πάθος και την αγάπη κάποιων "βαρεμένων", αλλά και ονειροπόλων σε τελική ανάλυση τύπων για το σινεμά. Και απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ, αφού πρόκειται για ταινία που μιλά αποκλειστικά για μια άλλη ταινία και, εντέλει, για το ίδιο το σινεμά.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2018

"ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ": ΟΤΑΝ Ο TODD HEYNES ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΙ...

Να λοιπόν που ήρθε η ώρα να με απογοητεύεσι για πρώτη φορά ο πολύ αξιόλογος Todd Haynes με το "Δωμάτιο των Θαυμάτων" (Wonder struck) που γύρισε το 2017, διασκευάζοντας για την οθόνη ένα επιτυχημένο εφηβικό μυθιστόρημα.
Το φιλμ παρακολουθεί τις παράλληλες πορείες δύο παιδιών με προβλήματα ακοής. Μόνο που η μία εκτυλίσεται στο μακρυνό 1927 ενώ η άλλη στο κοντινότερο 1977. Ο Haynes κινηματογραφεί την παλιά ιστορία ασπρόμαυρη και την πιο σύγχρονη έγχρωμη. Στην πρώτη ένα κωφάλαλο κοριτσάκι το σκάει από το σπίτι του και περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη αναζητώντας μια σταρ της εποχής του βωβού, η οποία είναι το ίνδαλμά του. Στην άλλη, την πιο πρόσφατη, ένα επίσης κουφό αγοράκι το σκάει επίσης για τη Νέα Υόρκη, όπου αναζητά τον πατέρα του, ο οποίος δουλεύει σε μουσείο φυσικής ιστορίας. Οι δύο ιστορίες θα συναντηθούν στο τέλος με συγκινητικό τρόπο.
Το κοινά στοιχεία που έχουν τα δύο παιδιά (εκτός της έλλειψης ακοής) είναι η αναζήτηση μιας οικογένειας - καταφύγιου. Εκτός αυτού όμως στην ταινία υπάρχει διάχυτη και μια έντονη κινηματογραφοφιλική διάσταση, αφού το ίδιο το σινεμά παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη, αλλά και γενικότερα υπάρχει νοσταλγική ατμόσφαιρα. Η οικογένεια βεβαίως είναι η ασφάλεια. Πάντως το καταφύγιο για τα παιδιά μπορεί να είναι όχι μόνο η τέχνη (ο κινηματογράφος), αλλά και η επιστήμη στην περίπτωση της ιστορίας των 70ς. Η ταινία θυμίζει αρκετά σαν γενική ατμόσφαιρα το "Hugo" του Σκορσέζε, πράγμα που δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού κι αυτό βασίζεται σε μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα, του Μπράιαν Σέλζνικ. Το "Hugo" όμως μου άρεσε πολύ περισσότερο.
Νομίζω ότι το πρόβλημα έγκειται στη χαλαρή, flat αφήγηση. Μου φαίνεται ότι λείπει το απαραίτητο σασπένς που θα κρατήσει τον θεατή. Έτσι σε γενικές γραμμές μάλλον βαρέθηκα κατά τη διάρκειά της (που είναι σχεδόν 2 ώρες) και η κορύφωση του τέλους, όταν η συγκίνηση ανεβαίνει, έρχεται πολύ αργά, αφού μέχρι τότε, όπως είπα, η εξέλιξη της ιστορίας μου φάνηκε αρκετά πλαδαρή.
Τι να πω; Ίσως δεν είναι στο στιλ του πάντοτε τολμηρού και ανατρεπτικού Haynes να κινηματογραφεί μια τρυφερή, γλυκειά, νοσταλγική, εφηβική ιστορία. Και μάλλον γι' αυτό αποτυγχάνει (κατά τη γνώμη μου πάντοτε, γιατί κάποιοι ξέρω ότι θα συγκινηθούν). Δεν πειράζει. Παραμένει σημαντικός σκηνοθέτης και ελπίζω να ξαναβρεί προσεχώς τον καλό (και "επικίνδυνο") εαυτό του.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2018

"1968": ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ... ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΞ

Αν και ελάχιστα φίλαθλος, γνώριζα ότι το 1968 η ΑΕΚ είχε κατακτήσει το ευρωπαϊκό Κύπελλλο Κηπελλούχων στο μπάσκετ νικώντας στην Αθήνα την Σλάβια Πράγας, γεγονός που αποτέλεσε τον πρώτο θρίαμβο του ελληνικού αθλητισμού σε διεθνές επίπεδο. Το 2018, 50 χρόνια μετά, ο Τάσος Μπουλμέτης αναλαμβάνει να μεταφέρει στην οθόνη το γεγονός με την ταινία "1968". Θα μπορούσε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ, εκείνος όμως επιλέγει να φτιάξει ένα σχετικά ασυνήθιστο κράμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας και, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, νομίζω ότι τα καταφέρνει.
Το φιλμ μας δείχνει τις σημαντικότερες (αληθινές) φάσεις από τον τελικό, με τον αυθεντικό ραδιοφωνικό σχολιασμό της εποχής. Επίσης παίρνει συνεντεύξεις από όσους από τους παίκτες (και τους τσέχους) ζουν, τους προπονητές κλπ. Ταυτόχρονα, γύρω από αυτόν τον κορμό, στήνει και ένα καθαρά μυθοπλαστικό παιχνίδι. Σκηνές από τα "παρασκήνια", με σύγχρονους ηθοποιούς να ενσαρκώνουν τους τότε παίχτες, αλλά και απλούς ανθρώπους που συγκεντρώνονται σε ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ για να ακούσουν ραδιοφωνικά το ματς, δείχνοντάς μας τις προσωπικές τους ιστορίες (όλες κινούνται και κάπως σχετίζονται με τον τελικό).
Με το καθαρά ντοκιμαντερίστικο στοιχείο αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον των (σημερινών) φιλάθλων και δείχνει μια ξεχωριστή σελίδα του ελληνικού αθλητισμού. Με το άλλο, το μυθοπλαστικό, προσπαθεί να μιλήσει για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής (ας μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην αρχή ακόμα της χούντας - οπότε μιλά και για τους διωγμούς των αριστερών και τότε, αλλά και στις προηγούμενες μεταπολεμικές δεκαετίες - και ότι, γενικά, η χώρα διένυε μια σκοτεινή εποχή). Οι ιστορίες μερικές φορές είναι δραματικές ή/και συγκινητικές και άλλες πάλι ευτράπελες. Και, με την ευκαιρία, πηγαίνει πίσω στην ελληνική ιστορία, πριν τη μικρασιατική καταστροφή, δείχνοντάς μας πώς δημιουργήθηκε η ΑΕΚ στην Κωνσταντινούπολη και πώς "μετακόμισε", μετά τους ποικίλους διωγμούς, στην Αθήνα (ο Μπουλμέτης, όπως λέει ο ίδιος, είναι άλλωστε οπαδός της). Και τελικά βγαίνει το συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο πρωτοφανές αθλητικό έστω γεγονός καταφέρνει να ενώσει όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους και με το αν είναι με τους νικητές ή με τους ηττημένους.
Βρήκα μερικές από τις διαπλεκόμενες αυτές ιστορίες κάπως "εύκολες", ωστόσο με το τέχνασμα αυτό καταφέρνει να κινήσει το ενδιαφέρον ακομα και ενός μη φίλαθλου, όπως εγώ. Και, βέβαια, και τα πολιτικά σχόλια τόσο για την εποχή όσο και για την ελληνική ιστορία γενικότερα, είναι αρκετά.
Δεν ενθουσιάστηκα από το φιλμ, το βρήκα όμως συμπαθητικό και σίγουρα δεν με απογοήτευσε. Και, νομίζω, ότι ο τρόπος που βρήκε ο σκηνοθέτης για να αφηγηθεί αυτή την ιστορία είναι σίγουρα έξυπνος και αρκετά αποτελεσματικός.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2018

Η "FRANCES" ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΟΧΗΣ

O Graeme Clifford είναι κυρίως τηλεοπτικός, με ελάχιστες κινηματογραφικές ταινίες στο ενεργητικό του. Ωστόσο το 1982 γυρίζει το "Frances" ("Φράνσις, μια αδέσμευτη γυναίκα"), με μια εξαιρετική Τζέσικα Λανγκ στο βασικό ρόλο.
Πρόκειται για αληθινή (και συγκλονιστική) ιστορία: Την ιστορία της Φράνσις Φάρμερ, γνωστής (και πολύ όμορφης) ηθοποιού στα τέλη της δεκαετίας του 30 και στις αρχές του 40. Λόγω όμως της ανεξάρτητητς συμπεριφοράς της, της περιφρόνησής της για το Χόλιγουντ και τους "κανόνες" του, των σχέσεών της με άτομα "παράξενων" πολιτικών πεποιθήσεων και του αλκοολοισμού της που χειροτέρευε, η καριέρα της θα καταστραφεί. Ακόμα χειρότερα, με σύμφωνη γνώμη της καταπιεστικής της μητέρας, που αδυνατούσε να "επιβλέπει" τα πάντα στη ζωή της, θα κλειστεί αρκετές φορές σε ψυχιατρείο, την τελευταία φορά μάλιστα για κάποια χρόνια. Θα βγει "αναβαθμισμένη" και, από τα τέλη της δεκαετίας του 50 θα παίξει σε πολύ λίγες ακόμα ταινίες, αλλά θα έχει για 6 χρόνια μια πετυχημένη τηλεοπτική εκπομπή.
Ίσως η ταινία να "ηρωοποιεί" την Φράνσις και να τονίζει την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάντια στα κάθε λογής "χρηστά ήθη" (πολιτικά και μη). Δεν νομίζω ότι έχει τόση σημασία η αληθινή ιστορία της ταλαντούχας ηθοποιού (ποτέ δεν μάθαμε Ιστορία από το σινεμά άλλωστε. Αλλού να ψάξετε για κάτι τέτοιο). Ωστόσο τονίζει τις συμβάσεις, τις απαγορεύσεις, την καταπίεση τελικά (που φτάνει στα όρια της φυσικής εξόντωσης) μιας "καθώς πρέπει", καταπιεστικής κοινωνίας, τουλάχιστον της παλιότερης Αμερικής. Η Φράνσις της ταινίας δεν δέχεται τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. Από τα 16 της ήδη γράφει σε σχολική έκθεση ότι είναι άθεη. Σαν ηθοποιός ασφυκτιά στους χολιγουντιανούς κανόνες και, κυρίως, στη χολιγουντιανή εικόνα που "μαγειρεύεται" παρά τη θέλησή της. Αποδέχεται ένα ταξίδι στη Μόσχα (θού κύριε) για να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις και μαθήματα (αυτό κι αν δεν μπορούν να χωνέψουν οι αμερικάνοι του '30). Αρνείται σθεναρά την καταπίεση και τον έλεγχο της ζωής της από τη μητέρα της. Ε, για όλα αυτά θα πρεπει να τιμωρηθεί. Θα πρεπει να πάψει να υπάρχει ή, τουλάχιστον, να πάψει να είναι σταρ.
Το φιλμ παίρνει έντονη θέση ενάντια στους καταπιεστικούς μηχανισμούς μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορά και δείχνει με τολμηρό τρόπο κάποια από τα σκοτεινά παρασκήνια της χολιγουντιανής γκλαμουριάς. Και, το είπαμε ήδη, μια που η Λανγκ είναι θαυμάσια (αλλά και ο σύζυγός της και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ), νομίζω ότι συνίσταται. Αν τουλάχιστον θέλετε να ξέρετε για κάποιες σκοτεινές πτυχές της (παλιότερης έστω) Αμερικής.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2018

Ο "ZAMA" ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΥΣΤΟΠΙΑ

"Zama" λέγεται η ταινία που γύρισε το 2017 η αργεντινή Lucrecia Martel και βασίζεται σε σημαντικό (όπως μαθαίνω, διότι εγώ δεν το έχω διαβάσει) μυθιστόρημα της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Περιγράφει μια δυστοπία ή, αν θέλετε, ένα είδος "καθόδου στην κόλαση" σε μια ξεχασμένη, φτωχή ισπανική αποικία  κάπου στη Λατινική Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ισπανός αξιωματικός διορισμένος εκεί. Ο διαρκής πόθος του είναι να πάρει μετάθεση και να επιστρέψει στην Ισπανία και στην αγαπημένη του γυναίκα και τα παιδιά του. Όσο όμως κι αν προσπαθεί / παρακαλεί τον κυβερνήτη και άλλους υψηλόβαθμους, η πολυπόθητη μετάθεση δεν φτάνει ποτέ. Στο μεταξύ γνωρίζει άγονους έρωτες και μικρής σημασίας επιτυχίες στην καριέρα του (αλλά και αποτυχίες). Όταν καλείται να συλλάβει έναν διαβόητο ληστή που λιμαίνεται την περιοχή (και ο οποίος ίσως να είναι και μυθικό πρόσωπο), αρχίζει η αληθινή κατάβασή του στην κόλαση.
Η ταινία καταγράφει το υπαρξιακό αδιέξοδο του ήρωα, τη σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία του, τη μάταιη αναμονή για ένα καλύτερο αύριο. Η ζωή αναλώνεται περιμένοντας κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια διαρκώς πνιγηρή ατμόσφαιρα, δοσμένη με μουντά, "ξεθωριασμένα" χρώματα. Ο ωμός ρεαλισμός συνυπάρχει με ονειρικές εικόνες και η όλη μιζέρια και φτώχεια του μέρους με τη μεταφυσική διάσταση ενός μαγικού κόσμου, αυτού των ιθαγενών. Όλα αυτά συμβαίνουν με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, που επιτείνουν την πνιγηρότητα της ταινίας, ενώ σε κάποια σημεία η αφήγηση γίνεται ακατανόητη (δίχως αυτό να αποτελεί, νομίζω, πρόβλημα). Γενικά βρίσκω ότι το φιλμ έχει ενδιαφέρον και είναι αρκετά πρωτότυπο, αλλά ομολογώ ότι με κούρασε αρκετά. Γενικά απευθύνεται αποκλειστικά σε σινεφίλ (υπομονετικούς σινεφίλ). Δεν έχω πρόβλημα με τους αργούς ρυθμούς, αλλά γενικά δεν ενθουσιάστηκα κιόλας.
Αφήνω τελευταία τη σύγκριση, που αυθόρμητα μου ήρθε στο νου, με το περίφημο "Αγκίρε" του Χέρτσογκ. Ίδιο εξωτικό περιβάλλον, επίσης παλιά εποχή και, κυρίως, η ίδια κατάβαση στην κόλαση του τρελού (ή τρελαμένου από τον πόθο για εξουσία) ήρωα όσο προχωρά η ταινία (αν και στο "Ζάμα" ο ήρωας είναι εντελώς διαφορετικός σαν χαρακτήρας και με διαφορετικά κίνητρα). Ίδια δομή σε γενικές γραμμές. Ωστόσο το φιλμ του Χέρτσογκ μου αρέσει πολύ περισσότερο.
Άσχετα με όλα αυτά πάντως το "Zama" δεν παύει να είναι πολύ ιδιαίτερο και γι' αυτό ενδιαφέρον, έστω και για περιορισμένο κοινό.

eXTReMe Tracker