Monday, March 05, 2012

"TEZA": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΘΙΟΠΙΑΣ



Το "Teza", που γύρισε το 2008 ο Haile Gerima, είναι η πρώτη αιθιοπική ταινία που έχω δει. Μαθαίνω ότι ο σκηνοθέτης είναι ο γνωστότερος διεθνώς από τη χώρα αυτή και ότι ζει στις ΗΠΑ. Όσο για την ταινία, με τα 140 λεπτά της, είναι, νομίζω, αυτό που θα λέγαμε "γροθιά στο στομάχι".
Το φιλμ μας δίνει ολόκληρη την τραγική ιστορία της πάμπτωχης αυτής χώρας, από την εποχή της πτώσης του αυτοκράτορα - και, φυσικά, δικτάτορα - Χαϊλέ Σελασιέ, στη δεκαετία του 70, μέχρι σήμερα. Βασικός ήρωας ένας αιθίοπας, που φεύγει από την πατρίδα του νεαρός, καταφεύγει στη Γερμανία όπου σπουδάζει γιατρός, γίνεται μαρξιστής και εμπλέκεται με την πολιτική και, μετά την αλλαγή του καθεστώτος πείθεται από τον καλύτερό του φίλο, επίσης γιατρό, να επιστρέψει στην πατρίδα γεμάτος όρεξη να βοηθήσει με κάθε τρόπο τη χώρα του να βγει από τον φαύλο κύκλο του αίματος και της ανέχειας. Εκεί όμως συναντά ένα εξ ίσου εφιαλτικό και αιμοσταγές κομμουνιστικό ή "κομμουνιστικό" καθεστώς και έναν αιματηρό εμφύλιο και, τελικά, με τα λογικά του σχεδόν χαμένα επιστρέφει στο εξαθλιωμένο χωριό του και την γριά μητέρα του, όπου... Διότι η ιστορία έχει και συνέχεια.
Ο Gerima αφηγείται την πολύ δυνατή ιστορία του με διαρκή φλας μπακ. Ξεκινά από την επιστροφή του ήρωα στο χωριό και τη μητέρα του και, σιγά - σιγά, ξεδιπλώνει όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Και, για να μη νομίζετε ότι τα πυρά του στρέφονται μόνο ενάντια στο απάνθρωπο "νέο" καθεστώς, δεν παραλείπει να δείξει ανάγλυφα τον ρατσισμό που επικρατεί στη Γερμανία, τους νεοναζί και, βέβαια, να μιλήσει και για όσα συνέβαιναν και επί αυτοκράτορα. Όπως επίσης δείχνει και με εξ ίσου δυνατό τρόπο τις βάρβαρες πλευρές της πρωτόγονης ουσιαστικά μικροκοινωνίας του χωριού και τις ανισότητες που επικρατούν ακόμα και σ' αυτή. Αυτό που νοιώθει ο θεατής είναι, τελικά, ότι σε κοινωνίες σαν την αιθιοπική δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος.
Το φιλμ κλείνει σχετικά ελπιδοφόρα, πλην όμως δεν μπορείς να νοιώσεις φρίκη μπροστά στη σπαρακτική μοίρα της χώρας αυτής - και ολόκληρης σχεδόν της Αφρικής, όπου επικρατούν παρόμοιες καταστάσεις. Προσωπικά έφυγα συγκλονισμένος. Δίχως να πάψω - σε κινηματογραφικό επίπεδο - να σκέφτομαι ότι, μια που το φιλμ είναι και αρκετά καλογυρισμένο, η ταινία αυτή πρέπει να αποτελεί για την φτωχή κινηματογραφία της χώρας ό,τι περίπου ο "Θίασος" για την ελληνική αντίστοιχη, καθώς μας παρουσιάζει μια πλατειά, συγκλονιστική τοιχογραφία της. Και να σκέφτομαι επίσης αν, εν τέλει, υπάρχει ελπίδα σε έναν πλανήτη που δείχνει κτηνώδη ανοχή σε εφιαλτικές, απ' όποια πλευρά κι αν τις δει κανείς, καταστάσεις που συμβαίνουν σε ένα μεγάλο, δυστυχώς, μέρος του.
Αν το πετύχετε κάπου δείτε το. Ακόμα και σαν μάθημα ιστορίας. Αλλά, το ξαναλέω, επειδή είναι και καλή ταινία.

Saturday, March 03, 2012

ΠΕΡΙ ΗΡΩΙΣΜΟΥ... ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ


Ο Stephen Frears είναι ένας σκηνοθέτης που ανήκει στην κατηγορία των δημιουργών των οποίων το στιλ είναι η... έλλειψη στιλ. Κοινώς δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να είναι η επόμενη ταινία του. Από ταινία εποχής μέχρι αστυνομικό, από τολμηρά κοινωνική μέχρι βιογραφία, από τρόμου μέχρι κομεντί (ο Σόντεμπεργκ είναι ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου σκηνοθέτη που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό). Ωστόσο οι περισσότερες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ - αν και έχει κάνει και κάποια αδιάφορα φιλμ.
Το 1992 γυρίζει το "Accidental Hero" (Ήρωας Κατά Λάθος), μια καυστική σάτιρα που προσωπικά είναι από τις αγαπημένες μου, παρά τις κάποιες σχηματικές καταστάσεις που περιέχει, με έναν εξαιρετικό Ντάστιν Χόφμαν και, από κοντά, τον Άντι Γκαρσία στους βασικούς ρόλους. Ένας απατεώνας και καθόλου συμπαθής τύπος, σώζει με κίνδυνο της ζωής του τους εγκλωβισμένους επιβάτες ενός αεροπλάνου που κατέπεσε μπροστά στα έκθαμβα μάτια του. Αντί να γίνει όμως ήρωας στα αδηφάγα μίντια, τη δόξα και το χρήμα καρπώνεται ένας συμπαθής άστεγος που έτυχε να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο.
Πάνω σ΄αυτόν τον καμβά ο Φρίαρς στήνει μια καυστικότατη σάτιρα που κατά τη γνώμη μου λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, εκτός του ότι είναι από μόνη της, έστω και αν αφαιρέσεις τα "νοήματα", απολαυστικότατη (όλα τα λεφτά ο Χόφμαν σαν μίζερος, γκρινιάρης, δίχως αρχές μικροαπατεώνας). Θα εστιάσω την προσοχή μου σε δύο απ' αυτά: Πρώτα πρώτα είναι μια ανελέητη κριτική των μίντια και ιδιαίτερα της τηλεόρασης. Αδίστακτα, δίχως να νοιάζονται για την όποια ηθική ή για την αλήθεια, ενδιαφέρονται πρώτιστα για την ακροαματικότητα και τα λεφτά που αυτή συνεπάγεται και για τίποτα άλλο. Θα κατασκευάσουν έναν ήρωα επειδή αυτό φέρνει τηλεθέαση και θα διαιωνίζουν χαμηλότατης ποιότητας εκπομπές γύρω απ' αυτόν επειδή προφανώς αυτό το θέμα πουλάει σε εκατομμύρια εθισμένους σε βαθμό ηλιθιότητας θεατές (και εδώ βέβαια τίθεται το παλιό ερώτημα, το οποίο χρειάζεται άλλη συζήτηση από μόνο του, "η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;" Κοινώς, οι τηλεθεατές είναι ηλίθιοι και γι' αυτό τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα ή γίνονται ηλίθιοι επειδή τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα;). Ταυτόχρονα οι άνθρωποι των μίντια δείχνονται ρηχοί, αλλοτριωμένοι, αδίστακτοι προκειμένου να πουλήσουν το προϊόν τους.
Περισσότερο όμως μ' ενδιαφέρει προσωπικά το δεύτερο θέμα που τίθεται στο φιλμ: Το θέμα της φύσης του ηρωισμού. Κυνικά σχεδόν ο Φρίαρς δηλώνει ότι ο ηρωισμός δεν είναι πάντα κάτι σπουδαίο, είναι κάτι που μπορεί κάλλιστα να γίνει "εν βρασμώ", όπως ένας φόνος που μπορεί να γίνει κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης από έναν κατά τα άλλα απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο (και ο νόμος, άλλωστε, θεωρεί επίσημα την "εν βρασμώ" κατάσταση ως ελαφρυντικό). Έτσι ακριβώς λοιπόν μπορεί κάποιος να γίνει "ήρωας κατά λάθος", γιατί σε μια συγκεκριμένη στιγμή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, βρέθηκε μπροστά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και, δίχως να το σκεφτεί, έκανε ό,τι έκανε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, αν στοιχειωδώς το σκεφτόταν, ο κάθε άλλο παρά αλτρουιστής ήρωας του φιλμ θα άφηνε δίχως πολλές ηθικές αναστολές τους ανθρώπους να πεθάνουν. Έτσι οι καθιερωμένες παραδοχές ανατρέπονται πλήρως: Ο ήρωας είναι ένα κάθαρμα και ο σφετεριστής, αυτός που πήρε με πονηριά τη θέση του και τα τεράστια οφέλη της, ένας συμπαθέστατος, γλυκύτατος και γοητευτικός τύπος, με πραγματικά θαυμάσιο χαρακτήρα, ο οποίος επίσης τη συγκεκριμένη στιγμή και κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες είπε ένα μεγάλο ψέμμα και καρπώθηκε όσα δικαιωματικά ανήκαν σε άλλον. Πανέξυπνη ανατροπή, επαναλαμβάνω, που μας λέει πράγματα για τη φύση του ηρωισμού με τα οποία προσωπικά συμφωνώ απόλυτα.
Αρκετά φλυάρησα όμως. Όπως είπα και πριν, ακόμα κι αν ξεχάσετε όσα έγραψα - ή δεν συμφωνήσετε μ' αυτά - η ταινία παραμένει μια απολαυστική κωμωδία.

Thursday, March 01, 2012

ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΣΙΝΕΦΙΛ "HUGO"




Ο Martin Scorsese είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος) εν ζωή δημιουργός του σινεμά. Συγχρόνως είναι ένας αθεράπευτος, φανατικός σινεφίλ. Με το "Hugo" του 2011, εκτός από το πρώτο, που είναι γενικά παραδεκτό, αποδεικνύει περίτρανα και το δεύτερο. Και, για να προλάβω οποιεσδήποτε απορίες, λέω από την αρχή ότι η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ.
Σπάνια έχω νοιώσει τόση μαγεία στο σινεμά. Η έννοια ακριβώς της μαγείας, είναι νομίζω και το ζητούμενο. Ο Scorsese εστιάζει σ' αυτήν ακριβώς την πλευρά του κινηματογράφου: Τη μαγική. Το λέει με όλους τους δυνατούς τρόπους: "Ο κινηματογράφος είναι το μέρος όπου γεννιούνται τα όνειρα". Άλλωστε σαν βασικό πρόσωπο στην πλοκή χρησιμοποιεί το ίδιο τον Ζορζ Μελιές, τον "πατέρα" του σινεμά.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή (του σινεμά): Οι Λιμιέρ είναι αυτοί που εφηύραν (ή μάλλον τελειοποίησαν) την κάμερα και τη μηχανή προβολής στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο σήμερα όμως, δεν σκέφτηκαν ποτέ το προφανέστερο εδώ και εκατοτόσα χρόνια πράγμα: Ότι με την εφεύρεσή τους θα μπορούσαν να διηγηθούν ιστορίες. Απλώς έστηναν την κάμερα και κινηματογραφούσαν τη ζωή. Τους εργάτες που σχολάνε από το εργοστάσιο, το τρένο που φτάνει στο σταθμό... Έβλεπαν το νεογέννητο σινεμά απλώς σαν επιστημονικό αξιοπερίεργο: "Κοιτάξτε, οι εικόνες κινούνται"! Ο Μελιές, παλιός ταχυδακτυλουργός και μάγος, είναι αυτός που αμέσως κατάλαβε ότι με το εργαλείο αυτό μπορεί να αφηγηθεί ιστορίες ή αλλιώς να το μετατρέψει από αξιοπερίεργο σε τέχνη. Υπήρξε ο πρώτος σκηνοθέτης του σινεμά και συγχρόνως δημιούργησε τον κινηματογράφο του φανταστικού και επινόησε πλήθος από ειδικά εφέ. Σ΄αυτή λοιπόν τη μαγική, φαντασμαγορική πλευρά της 7ης τέχνης, που ήταν και η αρχική της, εστιάζει ο Scorsese.
Το "Hugo" είναι πάνω απ' όλα ένα γλυκύτατο και απολαυστικό παραμύθι. Διαδραματίζεται στη δεκαετία του 30 στο Παρίσι, έχει σαν ήρωα ένα μικρό, ορφανό αγόρι που ζει κρυμένο στο σιδηροδρομικό σταθμό, στο εσωτερικό του μεγάλου ρολογιού του(!), για να μην το συλλάβει ο μόνιμος διώκτης του αστυνομικός - φύλακας του σταθμού. Στο σταθμό, απ' όπου δεν έχει βγει ποτέ, θα γνωρίσει την εγγονή του γέρου πωλητή παιχνιδιών που έχει εκεί το μαγαζί του και η περιπέτεια θα απογειωθεί. Σημειωτέον ότι όσα θα δείτε για τη ζωή του Μελιές, που κάποια στιγμή μπαίνει κι αυτός στο στόρι, είναι αληθινά και βασίζονται όντως στην αληθινή ιστορία του.
Η εικόνα είναι κάτι παραπάνω από φαντασμαγορική (έχει ίσως κάτι και από τον κόσμο του Ζενέ), οι δόσεις περιπέτειας, σασπένς, χιούμορ, συγκίνησης, σωστά μετρημένες, το θέαμα χορταστικό και το 3D (του οποίου γενικά δεν είμαι και φανατικός φίλος) πραγματικά εδώ αξίζει τον κόπο. Θέλετε να χαρακτηρίσετε το φιλμ κάπως παιδικό; Ελεύθερα. Δεν νομίζω ότι, ακόμα κι έτσι, χάνει κάτι από τη μαγεία του.
Προσωπικά πάντως κόλλησα κυρίως στις άπειρες σινεφίλ αναφορές. Δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία, που μιλά για τις απαρχές του σινεμά. Είναι και οι συνεχείς αναφορές σε ταινίες, σκηνές, ατάκες κλπ. παλιών ταινιών. Ο Χάρολντ Λόιντ και η περίφημη σκηνή στο ρολόι, ο Μελιές φυσικά, ο Τσάπλιν και πλήθος άλλοι, ακόμα και ο επιθεωρητής Κλουζό (βρείτε πότε και ποιος τον μιμείται χαρακτηριστικά) "κρύβονται" σ' αυτές. Αυτό το παιχνίδι είναι που προσωπικά απόλαυσα κυρίως, κι αυτό είναι το σημείο που δυστυχώς θα χάσουν οι μη γνωρίζοντες την ιστορία του σινεμά, που θα μείνουν υποχρεωτικά απλώς στην περιπέτεια και στο φαντασμαγορικό θέαμα.
Τελικά, πέρα από μηνύματα, ιδέες και νοήματα, ο Scorsese κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο: Μια ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο και δη την ονειρική του πλευρά. Και με ιδιοφυή τρόπο παντρεύει τα πρώτα του "πρωτόγονα" χρόνια, τη γέννησή του και την κυριολεκτικά χειροποίητη κατασκευή των πρωτόλειων ταινιών (ξέρετε ότι ο Μελιές χρωμάτιζε με το χέρι μερικές ταινίες του, βάφοντας κάθε καρέ ξεχωριστά;) με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας του 2011: Το 3D. Σαν να μας λέει: Όλα είναι μια συνέχεια. Το σινεμά, εδώ και 120 κοντά χρόνια, είναι το κατ΄εξοχήν μέσο που έκανε τον άνθρωπο να ονειρεύεται.

Monday, February 27, 2012

SHAME : Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ ΩΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ



Ο Steve McQueen (απλή συνωνυμία με τον μακαρίτη σταρ) είναι εικαστικός, κυρίως video artist, βραβευμένος μάλιστα με το περίφημο βρετανικό Turner Price το 1999. Τα τελευταία χρόνια στρέφεται στο σινεμά και, μετά το "Hunger", γυρίζει το 2011 το τολμηρό "Shame".
Ένας απόλυτα πετυχημένος γιάπης ζει μόνος στη Νέα Υόρκη, στο δικό του διαμέρισμα. Σιγά - σιγά αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει απόλυτα καλά μ' αυτόν. Και από κάποιο σημείο και μετά αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην εμμονή του με το σεξ. Ολόκληρη η ζωή του και η σκέψη του στρέφεται γύρω απ' αυτό. Όταν δεν καλεί πόρνες στο σπίτι κάνει καμάκι στο μετρό, όταν δεν βλέπει τσόντες στον υπολογιστή αυνανίζεται στο μπάνιο. Ακόμα δραματικότερη γίνεται η περίπτωσή του όταν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πραγματικά ανίκανος να συνάψει μια κανονική σχέση, κοινώς να έχει κοπέλα. Μπορεί να αντλήσει ικανοποίηση μόνο από σχέσεις της μιας φοράς, σχέσεις καθαρά σεξουαλικές, δίχως ίχνος συναισθηματισμού.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ασυνήθιστη αυτή περίπτωση, στην αρχή τουλάχιστον, ντύνεται με την εικόνα του απόλυτα πετυχημένου, αποτελεί ακριβώς το όνειρο κάθε επίδοξου ή μη γιάπι: Ωραίος, με πετυχημένη καριέρα, δικό μου σπίτι, πήδημα όποτε γουστάρω... Τι άλλο θέλω; Η απόλυτη μοναξιά δεν μοιάζει να ενοχλεί, ίσα - ίσα, δεν θέλω κανείς να ανακατεύεται στη ζωή μου, ενώ η έλλειψη συναισθήματος αποτελεί κατάκτηση...
Όταν η τραγουδίστρια αδελφή του έρχεται απροειδοποίητα να μείνει στο διαμέρισμά του, ο κόσμος του αρχίζει να καταρρέει. Εκείνη είναι εντελώς αντίθετη απ' αυτόν: Υπερσυναισθηματική, εύθραυστη, επιρρεπής σε έρωτες που αφήνουν πληγές, με απόπειρες αυτοκτονίας στο ιστορικό της... Η ενοχλητική καθημερινή επαφή μ' αυτήν είναι που αποκαλύπτει την πραγματικότητα του ήρωα: Ότι είναι όχι ακριβώς ένας ευτυχισμένος, πετυχημένος σούπερ χάι τύπος, αλλά ένας συναισθηματικά άρρωστος, παγιδευμένος σε κάτι που, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι γουστάρει, τελικά τον φυλακίζει.
Η ταινία, πέραν των αρκετών τολμηρών σκηνών, είναι όντως καλογυρισμένη, με ιδιαίτερη αισθητική, ενώ ο Φασμπέντερ πολύ καλός στο ρόλο του. Θα είχα μια συγκεκριμένη αντίρρηση, που συχνά έχω σε τέτοιες περιπτώσεις: Ότι ασχολείται με μια πραγματικά σπάνια, ψυχοπαθολογική σχεδόν περίπτωση, οπότε, όσο καλή και νά'ναι, είναι δύσκολο να μας πει κάτι πέραν αυτής της ειδικής κατάστασης. Ωστόσο εδώ μπορούμε να εκλάβουμε το όλο θέμα και ως αλληγορία για τη μοναξιά των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, του σύγχρονου ανθρώπου, μια αλληγορία τελικά για τη βαθύτατη αλλοτρίωσή του. Ακριβώς το ότι η εξωτερική εικόνα του είναι απόλυτα θετική, μια εικόνα απδεκτή και συμπαθής, που πολλοί θα ζήλευαν, ακριβώς αυτό μας οδηγεί σε σκέψεις για το πόσο λάθος μπορεί να είναι οι αξίες μας, πόσο μακριά από την αληθινή ευτυχία (ό,τι και να είναι αυτό) μπορεί να βρισκόμαστε και σε πόσο λάθος κατεύθυνση πιθανόν βαδίζουμε. Η κατάρευση του ήρωα, το τσαλάκωμα της άψογης εικόνας του, δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες γι' αυτό.

Sunday, February 26, 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ



"Η Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι μια κλασική ταινία τρόμου, η δεύτερη του James Watkins, με πρωταγωνιστή, στον πρώτο "ενήλικο" ρόλο του, το πρώην Χάρι Πότερ κ. Ράντκλιφ. Για μένα όμως σημαντικότερο - με κάποιες νοσταλγικές διαστάσεις βεβαίως - είναι ότι είναι η ταινία με την οποία ξεκινά και πάλι η θρυλική βρετανική Hammer, η εταιρία - σήμα κατατεθέν του τρόμου των 50ς και 60ς, που, μεταξύ άλλων, είχε δώσει και τους κλασικούς Δράκουλες με τον Κρίστοφερ Λι.
Ίσως λοιπόν επειδή πρόκειται για τη Hammer, ο τρόμος στη "Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι κάπως παλιομοδίτικος (και το λέω αυτό ως θετικό). Πρόκειται για τυπική ιστορία με φαντάσματα, που βασίζεται στην πραγματικά τρομακτική ατμόσφαιρα, στα υποβλητικά σκηνικά, στα στοιχειωμένα τοπία και όχι στον καταιγισμό άνευ ουσίας εφέ.
Κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα λοιπόν ένας νεαρός χήρος δικηγόρος καλείται να πάει στην επαρχία, σε μια εγκαταλειμένη έπαυλη ανάμεσα στους βάλτους, για να βρει τα απαιτούμενα νομικά χαρτιά ώστε η έπαυλη να πωληθεί. Εκεί βέβαια τα πράγματα κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι, οι κάτοικοι του χωριού είναι τρομαγμένοι και εχθρικοί και η ίδια η βίλα με τίποτα δεν θα χαρακτηριζόταν ευχάριστος τόπος διαμονής. Και εκεί κάπου θα κάνει την εμφάνισή της και η μυστηριώδης και τρομακτική γυναίκα με τα μαύρα.
Στα συν το εξαιρετικό σκηνικό, με τη βίλα πραγματικά στο πουθενά, όχι μόνο να βρίσκεται ανάμεσα σε βάλτους, αλλά και να αποκλείεται για κάμποσες ώρες κάθε μέρα από τον υπόλοιπο κόσμο όταν έχει παλίρροια. Πόρτες που τρίζουν, ξαφνικές παρουσίες που πιάνεις με την άκρη του ματιού, παράδοξα φαινόμενα, έρημα παιδικά δωμάτια γεμάτα ανησυχητικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που συχνά τρομάζει τον θεατή. Αντίρρηση έχω με τα συχνά "μπου" που γίνονται, που κάθε λίγο σε τινάζουν από το κάθισμα. Όχι τίποτα, αλλά τα θεωρώ κάπως εύκολο τρόπο για να τρομάξει κανείς. Επίσης δεν μου άρεσε και με το μάλλον ξενέρωτο για μένα τέλος. Κατά τα άλλα, πρόκειται όπως είπαμε για τυπική, παλιού στιλ ταινία τρόμου με φαντάσματα που εκδικούνται, η οποία πετυχαίνει τον στόχο της - να ανησυχήσει τον θεατή δίχως σπλάτερ και άλλα τέτοια - δίχως ωστόσο να προσθέτει και κάτι καινούριο στην μακρά παράδοση του είδους. Οπότε η επιτυχία της μάλλον σε σύγχρονους εθισμένους στα εφέ θεατές οφείλεται, που αγνοούν αυτό το ατμοσφαιρικό είδος τρόμου. Χαίρομαι ωστόσο που η Hammer είναι πάλι εδώ.

Thursday, February 23, 2012

"ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ" Ή ΟΙ ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΜΕ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ


Από την εποχή του Blair Witch Project πολλές ταινίες έχουν γίνει με αυτό το ύφος: Καταγραφή, υποτίθεται, αληθινών γεγονότων από μια ερασιτεχνική κάμερα, κουνημένη εικόνα, όχι καλά καδραρισμένες λήψεις, ντοκιμαντερίστικη αισθητική κλπ. Ε, λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι προσωπικά θεωρώ το «Χρονικό» (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου στο σινεμά Josh Trank ίσως την καλύτερη τέτοια ταινία.

Πιθανόν η η πλοκή να είναι κι αυτή πολύ συνηθισμένη: Μια ομάδα νεαρών ανακαλύπτει κάτι περίεργο, θαμμένο στη γη. Το αγγίζουν και σταδιακά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αποκτούν όλο και ισχυρότερες υπερδυνάμεις... Μια ακόμα ταινία με σούπερ ήρωες λοιπόν;

Ας δούμε το «Χρονικό» από δύο διαφορετικές σκοπιές: Αυτή της σκηνοθεσίας (της κάμερας στο χέρι δηλαδή, της επίτηδες «ερασιτεχνικής» κινηματογράφησης κλπ.) και απ’ αυτήν του σούπερ ηρωικού φιλμ.

Για την πρώτη, ξέρω ότι πολύ κόσμο ενοχλεί το κούνημα της κάμερας, ο κόκκος στη φωτογραφία, το «τυχαίο» καδράρισμα κι όλα τα σχετικά. Ε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο φιλμ, χάρη σε ένα σεναριακό εύρημα, μετά το πρώτο μισάωρο όλα αυτά εξαφανίζονται και η εικόνα γίνεται «κανονική». Ξαναλέω, αυτό δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά δικαιολογείται σεναριακά. Οπότε όσοι φοβούνται αυτή την αισθητική, δεν θα ενοχληθούν ιδιαίτερα. Σημαντικότερη για μένα όμως είναι η δεύτερη σκοπιά. Πρόκειται για σούπερ ηρωικό φιλμ, είδος που συνήθως βαριέμαι. Τι διαφορετικό έχει όμως από τις συνηθισμένες περιπέτειες του είδους; Τον ρεαλισμό. Είναι σα να παρακολουθεί κανείς τι όντως μπορεί να συμβεί στο συνηθισμένο εδώ και τώρα, όταν μια παρέα συνηθισμένων νεαρών γίνει από τη μια μέρα στην άλλη παντοδύναμη (ή περίπου).

Η δύσκολη ηλικία της ενηλικίωσης, η ψυχολογία τους και οι επιπτώσεις σ’ αυτή, δίνονται με πειστικό τρόπο, δίχως το φιλμ να υστερεί σε σασπένς, το οποίο, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες τέτοιες ταινίες, βγαίνει από την καθημερινότητά τους και τις αλλαγές που οι νέες ιδιότητες επιφέρουν σ’ αυτή. Ούτε σούπερ κακοί υπερεγκληματίες που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο ούτε τίποτα τέτοιο δηλαδή. Αντίθετα, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τα ψυχικά τραύματα που κουβαλά, ο καθένας χειρίζεται διαφορετικά την νέα του κατάσταση. Ή, αν θέλετε, ο "κακός" κρύβεται μέσα μας... Α, και προς το τέλος δεν λείπουν ούτε τα εφέ και οι εντυπωσιακές σκηνές δράσης. Στη σωστή δόση όμως νομίζω.

Ενδιαφέρον ντεμπούτο λοιπόν και ενδιαφέρουσα ματιά σε ένα χιλιοειδωμένο υποείδος του σύγχρονου κινηματογράφου. Μόνο μια τέτοια ματιά θα μπορούσε να έχει άλλωστε νόημα σήμερα.

Saturday, February 18, 2012

Η ΜΑΡΘΑ Ή ΜΑΡΣΙ ΜΕΪ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΛΑΣ



Στην ουσία πρόκειται για μια ακομα περίπτωση καταγραφής μιας σχιζοφρενικής κατάστασης. Μια νεαρή κοπέλα ζει για δυο χρόνια σε μια περίεργη αίρεση, όπου τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των σωμάτων των πιστών, τελούν υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης, δραπετεύει απ' αυτή, βρίσκει καταφύγιο στο εξοχικό σπίτι της ευκατάστατης αδελφής της και του άντρα της, αλλά κι εκεί το περιβάλλον δεν της ταιριάζει καθόλου...
Μιλώ βέβαια για την ανεξάρτητη αμερικάνικη ταινία "Martha Marcy May Marlene" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου σε ταινία μεγάλου μήκους Sean Durkin. Η οποία νομίζω ότι κάνει ζωηρή εντύπωση στον θεατή, καθώς, δίχως φυσικά να πρόκειται για ταινία τρόμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια απειλητική και αγχωτική ατμόσφαιρα. Η αφήγησή της κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, καθώς βλέπουμε εναλλάξ σκηνές από την τωρινή ζωή της ηρωίδας και από την προηγούμενή της στο κοινόβιο, κάπου στα βουνά της Αμερικής. Οι συνεχείς επιστροφές στο παρελθόν φωτίζουν σιγά - σιγά τα όσα έχουν συμβεί εκεί (σημειωτέον ότι η ερωτική ελευθεριότητα δεν είναι σε καμιά περίπτωση αυτό που πληγώνει εσωτερικά τη Μάρθα). Καθως λοιπόν η μπρος - πίσω αφήγηση προχωρεί, διαπιστώνουμε και το πόσο βαθιά διαταραγμένη είναι η ηρωίδα (η οποία, σημειωτέον, είναι πολύ καλή στο ρόλο της).
Η ταινία μας δείχνει δύο αντίθετες όψεις του κόσμου μας, δύο αντίθετες κοσμοθεωρίες, τρόπους ζωής. Τον εναλλακτικό, που απορρίπτει ριζικά την κοινωνία όπως είναι - ή όπως την έχουμε καταντήσει - και τον... ας τον πούμε mainstream, τον "καθώς πρέπει", αυτόν που ενσαρκώνει το όνειρο του "μέσου ανθρώπου". Και απορρίπτει αμφότερους. Η Μάρθα δεν μπορεί να υπάρξει σε κανέναν. Έχει ενδιαφέρον το ότι στην αρχή μπορεί να γουστάρουμε την αυθόρμητη, ειλικρινή συμπεριφορά της στον "κανονικό" κόσμο, την τάση της να τα λέει όλα έξω από τα δόντια, να απορρίπτει ανοιχτά κάθε καθιερωμένα και κάθε παγιωμένη αξία. Βαθμιαία όμως διαπιστώνουμε ότι κι αυτή η απόλυτη άρνηση, ο κυνισμός σε κάποια σημεία, έχει τις ρίζες του - πέραν προφανώς της εναλλακτικής ιδιοσυγκρασίας της - σε έναν βαθύ ψυχικό διχασμό που φτάνει στα όρια της παράνοιας, που μπορεί να προκαλέσει ακόμα και παραισθήσεις. Μιας παράνοιας βέβαια που προκαλείται ακριβώς από την έκθεσή της σε δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους ζωής. Το φιλμ από τη μία μας δείχνει έναν εξουσιαστικό, καταπιεστικό συχνά "εναλλακτικό" τρόπο και από την άλλη έναν απόλυτα κενό, υπερφίαλο και σίγουρο για τον εαυτό του "καθώς πρέπει" τρόπο, που βασίζεται στην επίδειξη και, φυσικά, στη μη αμφισβήτηση, στην απόλυτη αποδοχή δίχως πολλή - πολλή σκέψη της κυρίαρχης κατάστασης.
Ενδιαφέρον, με μόνη ένστασή μου το απότομο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Μάλλον καταλαβαίνω γιατί το κάνει ο σκηνοθέτης (spoiler: για να μας δείξει πιθανόν ότι η Μάρθα κουβαλά μέχρι τέλους τα τραύματά της, τα οποία την ακολουθούν, αφού μάλλον για παραισθήσεις πρόκειται - τέλος spoiler), αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ενοχλητικό όταν συμβαίνει ξαφνικά. Κατά τα άλλα συνιστώ αυτό το χαμηλότονο και δίχως μεγάλες εξάρσεις φιλμ, που περιγράφει με τον δικό του τρόπο καταστάσεις παρόμοιες μ' αυτές του "Μαύρου Κύκνου", δίχως όμως τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο Αρονόφσκι για να εντυπωσιάσει.

Monday, February 13, 2012

"SPELLBOUND" ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ



Το 1945 ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει το "Spellbound", μια ταινία βασισμένη πέρα για πέρα στην ψυχανάλυση, θέμα προφανώς σχετικά νέο την εποχή αυτή. Ο Χίτσκοκ συχνά έχει χαρακτηριστεί ως δημιουργός που παίζει με τις φροϊδικές και τις άλλες σχετικές θεωρίες. Εδώ αυτό γίνεται πιο εξώφθαλμο από ποτέ, αφού μοιάζει να είναι απόλυτα πεπεισμένος τόσο για τα διδάγματα και τη θεωρία της όσο και για την αποτελεσματικότητά της ως θεραπευτική μέθοδο. Το όνειρο και τα σύμβολά του - "μεταμφιεσμένα" στοιχεία του εσωτερικού μας κόσμου κατά τον Φρόιντ -, τα απωθημένα ψυχικά τραύματα, οι φοβίες, έχουν εδώ την τιμητική τους. Άλλωστε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα άσυλο ψυχασθενών.
Στο άσυλο λοιπόν αυτό φτάνει ο νέος διευθυντής, που θα διαδεχτεί τον προηγούμενο που αποσύρεται. Εκεί θα γνωρίσει μια νέα ψυχαναλύτρια και, φυσικά, θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα. Πολύ σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν τον νέο διευθυντή...
Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο Γκρέγκορι Πεκ είναι βέββαια οι σταρ του φιλμ και η ταινία γίνεται για πολλούς καλτ λόγω μιας σκηνής ονείρου, την οποία έχει σχεδιάσει (με απόλυτα αναγνωρίσιμο τρόπο, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις) ο Salvador Dali. Κατά τα άλλα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τυπικό χιτσκοκικό φιλμ, με τις ανατροπές, το σασπένς, την αστυνομική πλοκή (όλοι υποψιαζόμαστε ότι έχει γίνει κάποιος φόνος) και όλα τα υπόλοιπα συστατικά για να δέσει για μια ακόμα φορά η αλάνθαστη συνταγή του μετρ. Εδώ βέβαια η απόλυτη πίστη του δημιουργού (ή, τέλος πάντων, του σεναρίου) στην ψυχανάλυση ως κάτι πέρα για πέρα σωστό, που θεραπεύει στα σίγουρα αποκαλύπτοντας βαθιά θαμένα στο ασυνείδητο παιδικά και άλλα τραύματα, καθώς και η άνετη, εικόνα - εικόνα ερμηνεία των ονείρων, λες και διαβάζεις λεξικό που λέει "egg = αυγό", "map = χάρτης" κλπ., γίνονται λίγο αφελή, Αν ήταν τόσο απλά τα πράγματα χιλιάδες θα είχαν θεραπευτεί σε ελάχιστο χρόνο...
Αλλά είπαμε: Αν είστε φανς του Χίτσκοκ εύκολα παραβλέπετε την αφέλεια που διαποτίζει το στόρι. Αν το κάνετε αυτό θα απολαύσετε μια ακόμα διασκεδαστική ταινία του, που κρατά τον θεατή. Κι αν ακόμα προσωπικά δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του, πάλι αξίζει τον κόπο, για διάφορους λόγους, η παρακολούθησή της. Μη ξεχνάτε άλλωστε και την εποχή που γυρίστηκε, μια εποχή που όλα αυτά ίσως ήταν καινοφανή για μεγάλο μέρος των λεγόμενων "μέσων ανθρώπων", οπότε η απλοϊκότητα σε ψυχολογικά θέματα περνούσε πιθανόν απαρατήρητη.

Saturday, February 11, 2012

"ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ": ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ


Τελικά νομίζω ότι ο εληνικής καταγωγής Alexander Payne είναι πιθανόν ο σημαντικότερος σήμερα δημιουργός αυτού του χαμηλότονου, πλην όμως πλήρες νοημάτων και συναισθημάτων, είδους φιλμ που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δραμεντί. Οι "Απόγονοι" του 2011 το επιβεβαιώνουν.
Το πρώτο πράγμα που δηλώνεται στο φιλμ είναι ότι η Χαβάη, εξωτικός "παράδεισος", τόπος διακοπών, γεμάτος πανέμορφα τοπία, απέχει στην πραγματικότητα πολύ μακριά από την έννοια του παράδεισου. Τείνουμε να βλέπουμε τέτοια μέρη ως εξωτικά, χαλαρά, δίχως πολλά - πολλά προβλήματα, ξεχνώντας όμως ότι κι αυτά κατοικούνται από κοινούς ανθρώπους, σαν κι εμάς, οι οποίοι υποφέρουν όπως κι εμείς, ελπίζουν, απογοητεύονται, αποτυγχάνουν, πασχίζουν. Ο πλούσιος μεγαλοδικηγόρος ήρωας (εξαίρετος ο Τζορτζ Κλούνεϊ) βλέπει στο μέσο της ζωής του τον καλά τακτοποιημένο, ρουτινιάρικο κόσμο του να καταρρέει. Η γυναίκα του πέφτει σε κώμα από ένα ατύχημα και μάλλον δεν θα συνέλθει ποτέ, οι κόρες του (10 και 17 χρονών) είναι... άστα να πάνε (λογικό αφού, όπως μάλλον αργά συνειδητοποιεί, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε ασχοληθεί καθόλου μαζί τους), και, κερασάκι στην τούρτα, μαθαίνει ότι εδώ και καιρό η γυναίκα του τον απατούσε. Καθώς το χαλί τραβιέται βίαια κάτω από τα πόδια του, αρχίζει ένα ταξίδι από νησί σε νησί, το οποίο στην ουσία είναι ένα ταξίδι (για πρώτη μάλλον φορά) αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης της κατάστασής του - ή μάλλον της ουσιαστικής αποτυχίας του στη ζωή, παρά τα πλούτη.
Ενώ το θέμα είναι καθαρά δραματικό, ο Payne το σπάει με χιούμορ (όλα τα λεφτά ο νεαρός γκόμενος της μεγάλης κόρης), το μπολιάζει με ένα είδος ελαφρότητας, η οποία ωστόσο νομίζω ότι καθόλου δεν στερεί από την ταινία το βάθος. Αντίθετα, την κάνει να βλέπεται ευκολότερα. Αυτό άλλωστε είναι κατά τη γνώμη μου και η βασική ικανότητα του σκηνοθέτη αυτού. Το είδαμε στο "Πλαγίως" και στο "About Smit", το βλέπουμε κι εδώ: Η σπάνια ικανότητα να λες σοβαρά ή/και δυσάρεστα πράγματα με ευχάριστο τρόπο. Και, επί πλέον, βρίσκει τον τρόπο σε όλο αυτό το υπαρξιακό δράμα και την πικρή διαπίστωση ότι, παρά τα φαινόμενα, πουθενά δεν υπάρχει παράδεισος, να συζητήσει και το θέμα των ιθαγενών χαβανέζων που εχασαν τη γη τους από την λευκή αποικιοκρατία - προφανώς η περίπτωση Χαβάη είναι ένα απλό παράδειγμα για κάτι που έχει συμβεί σε όλόκληρο τον πλανήτη - αλλά και για το παγκόσμιο φλέγον θέμα της οικολογικής καταστροφής, καθώς άλλο ένα θέμα της ταινίας αφορά ένα πανέμορφο, παρθένο και αχανές κομμάτι γης που ανήκει στον ήρωα και το πλήθος των συγγενών του, το οποίο ετοιμάζεται να πουληθεί για τουριστική εκμετάλλευση.
Πολύ καλή ταινία, χαμηλότονη, δίχως εντυπωσιακές εξάρσεις και κορυφώσεις, πλην όμως πυκνή και συγχρόνως ευχάριστη. Μακάρι ο Payne να συνεχίσει έτσι. Ήδη όμως νομίζω ότι έχουμε αρχίσει να μιλάμε για "σταθερή αξία".

Thursday, February 09, 2012

Ο ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ ΣΤΑ 70ς



Ο John Badham υπήρξε σκηνοθέτης με μεγάλες επιτυχίες στα 70ς και 80ς κυρίως (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία του "Saturday Night Fever"). Στα 1979 λοιπόν, στην κορυφή της καριέρας του, γυρίζει έναν "Δράκουλα" με τον κλασικό γόη Φρανκ Λανγκέλα στον βασικό ρόλο και τους Λόρενς Ολίβιε (Βαν Χέλσινγκ) και Ντόναλντ Πλέζανς στους άλλους.
Ο Μπάνταμ δεν ξεκινά από την αρχή την κλασική ιστορία του Μπραμ Στόουκερ, αλλά από τη στιγμή που ο φοβερός κόμης ταξιδεύει με το πλοίο (πλοίο - φάντασμα καλύτερα να πούμε) προς την Αγγλία. Από εκεί και πέρα παραμένει σχετικά πιστός στο πρωτότυπο.
Θεωρώ το όλο εγχείρημα αrκετά πετυχημένο. Ο Δράκουλας διαθέτει σε σωστή αναλογία το μείγμα γοητείας - τρόμου, οι ερμηνείες είναι καλές, η ατμόσφαιρα γοητευτικά μπαρόκ και παρακμασμένη όταν χρειάζεται. Υπάρχει σαφώς περισότερος τρόμος και περισσότερος ερωτισμός από τις προηγούμενες βερσιόν, αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα εποχής: Τα 70ς είναι πολύ πιο απελευθερωμένα από τα τέλη των 50ς - αρχές 60ς που έγιναν οι κλασικοί Δράκουλες της Χάμερ με τον Κρίστοφερ Λι. Πάντως αυτή εδώ η βερσιόν του κυριολεκτικά και μεταφοριά (για τη μεγάλη οθόνη) απέθαντου ήρωα επικεντρώνει στο ρομαντικό στοιχείο. Ρομαντικό με την έννοια της βαριάς, μπαρόκ και ενίοτε παρακμιακής ατμόσφαιρας, του πάθους που αψηφά τον θάνατο (η Μίνα παραμένει μέχρι τέλους αθεράπευτα ερωτευμένη με τον γοητευτικό κόμη, ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται το τι πραγματικά είναι αυτός), του αέναου παιχνιδιού με τα άκρα. Και, βέβαια, το "ανοιχτό" τέλος δείχνει την υπόγεια συμπάθεια προς το "τέρας", το οποίο δεν είναι πλέον αποκλειστικά και μόνο, μονοδιάστατα δηλαδή, φορέας του κακού. Χαρακτηριστικό και το ότι το άσυλο των τρελών βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, αφού η οικογένεια της Μίνας κατοικεί σ' αυτό, αφού ο πατέρας της είναι ο γιατρός - ιδιοκτήτης, και σε πολλές σκηνές οι τρελοί μπερδεύονται με τους υγιείς, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ανησυχητικού κλίματος.
Δεν μιλάμε φυσικά για ένα αριστούργημα όπως (κατά τη γνώμη μου βέβαια) ο μεταγενέστερος Δράκουλας του Κόπολα, σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται και για μια αδιάφορη βερσιόν, όπως πολλές που είχαν προηγηθεί. Πρόκειται για έναν τυπικό, καλό Δράκουλα - που μπορεί να μπαίνει ακάλεστος στα σπίτια και δεν φοβάται τον σταυρό όπως οι προηγούμενοί του. Αν σας ενδιαφέρει το θέμα και ο συγκεκριμένος ήρωας, θα σας τον πρότεινα ως μία αρκετά συμπαθητική εκδοχή του κλασικού μύθου.

eXTReMe Tracker