Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2017

"A.I.": ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΑΣ ΣΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το 2001 ο Steven Spielberg είχε πλέον αρχίσει να χάνει, νομίζω, αυτή τη  μαγική χροιά που διέθετε στα 70ς και 80ς, ενώ την ευτυχισμένη και ανερυθρίαστη παιδικότητα διαδέχτηκε μάλλον ένα είδος "γλυκερότητας". Το "Α.Ι." (αρχικά του Artificial Intelligence, "Τεχνητή Νοημοσύνη" στην Ελλάδα) μάλλον επιβεβαιώνει αυτή μου την παρατήρηση. Βασισμένο σε διήγημα του σημαντικού συγγρταφέα ΕΦ Brian Aldiss φοβάμαι ότι τείνει μάλλον προς το μελό.
Στο μέλλον τα νερά έχουν ανέβει, οι παραθαλάσσιες πόλεις έχουν βυθιστεί και οι άνθρωποι έχουν αποσυρθεί στο εσωτερικό των ηπείρων. Κατασκευάζουν όλο και πιο προηγμένα ρομπότ για να τους υπηρετούν, ώσπου η τεχνολογία φτάνει στην κορυφή με την παραγωγή ενός παιδιού ρομπότ, του Ντέιβιντ, που διαθέτει συναισθήματα, και πρώτιστα την αγάπη για τη μητέρα του, την γυναίκα δηλαδή της οικογένειας που το έχει υιοθετήσει. Όταν όμως ο αληθινός γιος της αναρώσει απροσδόκητα από μια θεωρούμενη ανίατη ασθένεια και θα επιστρέψει σπίτι, όλα θα αλλάξουν. Ο Ντέιβιντ θα πάει στα "αζήτητα", θα τον παρατήσουν σε ένα μακρινό δάσος και, από εκεί και πέρα, οι επόμενοι αιώνες (τα ρομπότ αυτά πρακτικά είναι αθάνατα, εκτός αν καταστραφούν) θα κυλήσουν μέσα σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση της "μητέρας".
Το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη: Η συμβίωση με την οικογένεια, η περιπλάνηση στον άγριο "έξω κόσμο" και ο "ύπνος" αιώνων στο βυθό. Η ιστορία του Πινόκιο, του "ψεύτικου" παιδιού που πασχίζει να γίνει αληθινό, αποτελεί μόνιμη αναφορά. Από αυτήν επηρεάζεται ο αιωνίως μικρός Ντέιβιντ και την μοίρα του Πινόκιο προσπαθεί ακούραστα και σε εμμονικό βαθμό να έχει κι ίδιος (η οποία εμμονή εξηγείται βεβαίως σεναριακά, αφού ακριβώς αυτό το συναίσθημα του έχουν "εμφυτεύσει" οι κατασκευαστές του). Και δίνει φυσικά την αφορμή στο σκηνοθέτη για όλο και περισσότερο μελό.
Πάρα πολλοί θα βρουν το φιλμ βαθιά συγκινητικό. Στο τέλος μάλιστα κάποιοι θα δακρύσουν. Τα έχει αυτά ο Σπίλμπεργκ... Προσωπικά, όπως είπα, μάλλον μελό το βρήκα, καθώς ο (αναμφισβήτητα) μεγάλος δημιουργός παθαίνει και εδώ αυτό που σχεδόν πάντα παθαίνει στις δραματικές "σοβαρές" του ταινίες: Να διαχέει στην (κινηματογραφική) ατμόσφαιρα ένα αληθινό overdose συναισθηματικότητας και δακρύβρεκτων καταστάσεων (οι οποίες, το είπα άλλωστε, πολλούς τους αγγίζουν). Εγώ πάντως το βρίσκω μάλλον υπερβολικό και κουραστικό. Νομίζω ότι σ' αυτό παίζει ρόλο και η μεγάλη διάρκεια της ταινίας (146 λεπτά). Και, μεταξύ μας, πάντοτε πίστευα ότι ολόκληρο το 3ο μέρος, αυτό στο βυθό (για να μην κάνω spoiler) θα μπορούσε να λείπει εντελώς. Εντάξει με το θέμα της οικογενειακής αγάπης ή της ανάγκης κάπου να ανήκουμε, συγκινητικές στιγμές υπάρχουν, αλλά κάπου νομίζω όλο αυτό παραγίνεται. Υπάρχει βεβαίως και το αρκετά συνηθισμένο στην ΕΦ θέμα του τι γίνεται με τεχνητά όντα που σκέπτονται και έχουν συναισθήματα (ρομπότ, κλώνοι κλπ.). Πώς πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζονται; Είναι ανθρώπινα όντα και έχουν δικαιώματα ή τα μεταχειριζόμαστε ως απλές μηχανές; (θυμηθείτε τον πολύ πιο σύνθετο προβληματισμό στο θέμα αυτό στο αξεπέραστο "Blade Runner").
ΟΚ, είπαμε, σε πολλούς αρέσει. Δείτε το λοιπόν. Άλλωστε ο μικρός Haley Joe Osment (το παιδάκι της "6ης Αίσθησης) είναι πολύ καλός στον βασικό ρόλο.

Τρίτη, Αυγούστου 29, 2017

ΧΑΜΕΝΟ ΣΤΟ ΑΛΚΟΟΛ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ

Υπάρχουν ταινίες πραγματικά βουτηγμένες στο αλκοόλ, ταινίες που μιλάνε γι' αυτό, για τον εθισμό και την κόλαση... Πρόχειρα ας θυμηθούμε το "Κάτω από το Ηφαίστειο" ή το "Barfly". Πριν απ' αυτές όμως, ίσως δυνατότερη απ' αυτές, υπήρχε το "Χαμένο Σαββατοκύριακο" του πολύ μεγάλου Billy Wilder (1906-2002), μια σημαντική ταινία του 1945.
Ο ήρωας είναι ένας επίδοξος συγγραφέας. Ωστόσο δεν είναι σε θέση να γράψει ούτε λέξη. Η βασική του ιδιότητα, βλέπετε, δεν είναι ακριβώς συγγραφέας, αλλά αλκοολικός. Στο τελευταίο στάδιο, εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούν κάνουν τα πάντα για ένα ποτό. Οι προσπάθειες του αδελφού του, ο οποίος τον συντηρεί, και της υπομονετικής κοπέλας του φαίνονται μάταιες. Όταν ο πρώτος φεύγει για τετραήμερο γουίκεντ, στο οποίο υποτίθεται ότι θα πήγαινε και ο ίδιος, αλλά..., τότε λοιπόν ο Ντον θα βρει ευκαιρία για μια αληθινή κατάδυση στον εφιαλτικό πλέον κόσμο του ποτού (και, ταυτόχρονα, σε μια διαρκή προσπάθεια να αποφύγει πάσει θυσία την κοπέλα που τον αγαπά και πασχίζει να τον σταματήσει από τον ανεξέλεγκτο κατήφορο, ώστε να μπορεί να πίνει ανενόχλητος).
Στο φιλμ δεσπόζει η ερμηνεία του Ρέι Μιλαντ, η οποία του χάρισε το Όσκαρ και απογείωσε την καριέρα του. Το συγκλονιστικό βεβαίως είναι η ειλικρινής καταγραφή της κόλασης που βιώνουν οι "τελειωμένοι" αλκοολικοί, καταγραφή που γίνεται με καθαρή ματιά και σοκάρει μέχρι σήμερα με όσα δείχνει. Γι' αυτούς δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη ζωή: Έρωτας, δημιουργικότητα, καριέρα, δουλειά, φαγητό, φιλίες, υποχρεώσεις, όλα γλιστρούν στο παρασκήνιο προκειμένου να ικανοποιηθεί το ακόρεστο πάθος για αλκοόλ. Είναι φοβεροί οι τρόποι που σκαρφίζεται ο ήρωας για να ξεγελάει τους πάντες και να πίνει δίχως να τον αντιλαμβάνονται, είναι αβάσταχτες οι ταπεινώσεις που υφίσταται για να ικανοποιήσει το πάθος του. Όταν ο εθισμός επικρατεί ο άνθρωπος παύει να είναι ακριβώς άνθρωπος... Το φιλμ διαθέτει μια κλιμακούμενη "κατάβαση στην κόλαση" καθώς ο ήρωας πέφτει διαρκώς χαμηλότερα.
Οι σκηνές στο άσυλο όπου μεταφέρεται, αυτές των παραισθήσεων, αλλά και της απεγνωσμένης αναζήτησης για μια γουλιά πάσει θυσία, παραμένουν εξαιρετικά δυνατές. Όπως, το είπαμε, δυνατό παραμένει ολόκληρο το φιλμ. Οπότε νομίζω ότι άφοβα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε κλασικό (και ειλικρινέστερο από πάμπολλα επιφανειακά σύγχρονα έργα). Η κόλαση είναι εδώ.
ΥΓ: Νομίζω ότι ο Wilder δίκαια είναι ένας από τους 4-5 πιο αγαπημένους μου σκηνοθέτες όλων των εποχών. Είτε διαθέτρει το σαρκαστικό του χιούμορ είτε όχι (όπως εδώ) παραμένει εξ ίσου κάποιος που άφοβα κοιτάζει κατάματα τα προβλήματα της εποχής του, ανατέμνει ανηλεώς την αμερικάνικη κοινωνία και, ενίοτε, σαρκάζει μ' όλα αυτά.

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2017

ΟΙ "ΟΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ" ΘΑΛΑΣΣΟΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ 5Η ΦΟΡΑ

Αυτή τη φορά το Χόλιγουντ, που θα επαναλάβω ότι βρίσκεται εδώ και καιρό στο ναδίρ της δημιουργικότητάς του, επιστρατεύει το ντουέτο των νορβηγών σκηνοθετών (όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Χόλιγουντ) Joachim Ronning και Espen Sandberg για τους 5ους αισίως "Πειρατές της Καραϊβικής" του 2017 (πρωτότυπος υπότιτλος "Dead Μan Tell no Tales", ελληνικός υπότιτλος "Η Εκδίκηση του Σαλαζάρ"). Είναι αυτοί που γύρισαν το συμπαθητικό "Kon-Tiki", οπότε σου λένε οι ιθύνοντες, "θάλασσα το ένα, θάλασσα το άλλο, καλοί είναι, ας τους προσλάβουμε". Και μια που έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε τον Τζόνι Ντεπ στο ίδιο πάντα στιλ του μεθυσμένου και πάντα-για-το-τομάρι-του πειρατή (διασκεδαστικότατου αρχικά, απλή μανιέρα τώρα πλέον), προσλάβανε και τον Χαβιέ Μπαρδέμ σε ρόλο τρομακτικού φαντάσματος.
Όπως πάντα στη σάγκα των "Πειρατών" στο σενάριο μπλέκονται πολλές ιστορίες: Ο γιος του καταραμένου να περιπλανιέται για πάντα ως ζωντανός - νεκρός Ορλάντο Μπλουμ ψάχνει μαγικούς τρόπους για να τον γλυτώσει από την κατάρα, κάποια είναι η χαμένη κόρη κάποιου (δεν σας αποκαλύπτω φυσικά) και όλοι μαζί, για διαφορετικούς λόγους, ψάχνουν τη μυθική Τρίαινα του Ποσειδώνα. Υπάρχει κι ένα μαγικό ρουμπίνι, οπότε τα μαγικά αντικείμενα καλά κρατούν. Όλοι εναντίον όλων λοιπόν κατ' ουσίαν, με διάφορες συμμαχίες κατά καιρούς, και με γενικό συμπέρασμα... "κακό πράγμα η ορφάνια"!
Οπότε, παρά την σκοτεινή και ενίοτε τρομακτική (οι ανελέητοι ζωντανοί - νεκροί ναυτικοί κλπ.) εικονογραφία, παρόμοια με τα υπόλοιπα μέρη της σειράς, εδώ το μελό πάει σύννεφο (γι' αυτό το βρίσκω χειρότερο από τα προηγούμενα μέρη). Αν είσαστε επιρρεπείς μπορεί να ρίξετε και κανένα δάκρυ στο τέλος με τα πολλαπλά σμιξίματα (τέλος ελληνικής ταινίας του 60 μου θύμισε). Φυσικά το χιούμορ υπάρχει παντού (όπως ακριβώς και στα προηγούμενα), κάποια εντυπωσιακά εφέ επίσης, οπότε οι δημιουργοί κρατάνε ατόφια τη συνταγή των προηγούμενων ώστε να μη χαθεί ούτε ένα (εκατομμύριο) δολάριο.
Όπως καταλάβατε αν έχετε δει τα προηγούμενα, πρόκειται για μία από τα ίδια. Προσωπικά (θα το δείτε αν ψάξετε παλιότερα ποστ) υπήρξα φαν των αρχικών μερών της σειράς, αυτών του Verbinski, διότι την είχα βρει πρωτότυπη, αρκούντως σκοτεινή και διασκεδαστική ταυτόχρονα (όχι κάτι βαθύτερο, αλλά όντως διασκεδαστική). Από ένα σημείο και πέρα, απλώς βαρέθηκα. Και, για χιλιοστή φορά θα πω: Μέχρι πότε το Χόλιγουντ θα αναμασά τα ίδια και τα ίδια; Αν και η απάντηση είναι προφανής: Για όσο καιρό θα κερδίζει εκατομμύρια δολλάρια.

ΟΙ "ΟΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ" ΘΑΛΑΣΣΟΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ 5Η ΦΟΡΑ

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2017

ΟΤΑΝ "ΕΚΔΙΚΕΙΣΑΙ ΜΕ ΣΤΙΛ" ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΟΥ

Το "Going in Style" (Εκδίκηση με στυλ") που γύρισε το 2017 ο Zach Braff είναι ριμέικ της ομώνυμης ταινίας του 1979. Βασίζεται σε μια έξυπνη ιδέα, όπου τρεις ηλικιωμένοι συνταξιούχοι αποφασίζουν να κάνουν ληστεία τράπεζας και ερμηνεύεται από τρεις μεγάλους ηθοποιούς: Μάικλ Κέιν, Άλαν Άρκιν, Μόργκαν Φρίμαν, αλλά και την Αν Μάργκρετ. Και νομίζω ότι, για καλοκαιράκι τουλάχιστον, έχει την πλάκα του.
Τρεις κολλητοί φίλοι, συνταξιούχοι, χήροι, με τα προβλήματά του ο καθένας, βλέπουν ξαφνικά τις συντάξεις τους να κόβονται από την αδίστακτη εταιρία στην οποία δούλευαν (και η οποία μετακομίζει σε "αναπτυσόμενη" χώρα, φτηνή δηλαδή, αφήνοντας δεκάδες άνεργους), ενώ η εξ ίσου αδίστακτη τράπεζα (η πηγή του κακού) ούτε λίγο ούτε πολύ απαιτεί τα σπίτια τους εξ αιτίας παλιών δανείων (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;). Όταν ο ένας τους γίνεται μάρτυρας ληστείας στην εν λόγω τράπεζα συλλαμβάνει στο σχέδιο να οργανώσουν κι εκείνοι ληστεία ώστε να πάρουν πίσω όσα λεφτά προτίθενται να τους φάνε τα αρπακτικά του συστήματος. Συμβουλεύονται μάλιστα - άσχετοι γαρ οι ίδιοι - και έναν "επαγγελματία" του χώρου (των ληστειών όχι των τραπεζών) και η προετοιμασία για τη μεγάλη μέρα αρχίζει...
Το φιλμ παρακολουθείται σχετικά ευχάριστα, διαθέτει χιούμορ βεβαίως, δίχως πάντως συνολικά να είναι και κάτι σπουδαίο. Σε κάποια σημεία γίνεται υπερβολικό, λες "ε, αυτό δεν γίνεται", αλλά τα heist movies πάντα σχεδόν τα έχουν αυτα. Κάποια πράγματα γίνονται πολύ εύκολα, αλλά είπαμε: Προορίζεται κυρίως για διασκέδαση. Συμπαθητικό στοιχείο οι χαρακτήρες των τριών ηλικιωμένων, με καλύτερο και πιο αστείο αυτόν του γκρινιαρη και σαρκαστικού Άλαν Άρκιν.
Και ερχόμαστε στο άλλο χαρακτηριστικό: Πόσο σκατά είναι πλέον τα πράγματα, σε ποιο σημείο κτηνωδίας έχει φτάσει ο σύγχρονος ανελέητος καπιταλισμός (στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του), ώστε μια απλή, ψυχαγωγική, καλοκαιρινή ταινία δίχως πολλές - πολλές αξιώσεις να μιλά για εταιρίες που κόβουν τις συντάξεις και απολύουν πλήθος εργζομένων και για τράπεζες - εγκληματίες που αρπάζουν αδίστακτα σπίτια ηλικιωμένων πελατών τους; Και όπου μια απλή, ψυχαγωγική ταινιούλα να δικαιώνει απόλυτα τους ληστές, να παίρνει 100% το μέρος τους και να μας κάνει πραγματικά να πανηγυρίζουμε για κάθε δολάριο που αφαιρούν από τη σατανική τράπεζα (αν την τίναζαν στον αέρα εξαφανίζοντάς την θα ήταν ακόμα καλύτερα τα πράγματα, σκεφτομαστε αυθόρμητα). Νομίζω ότι κάτι  πολύ δραστικό πρέπει να γίνει σύντομα , τουλάχιστον μ' αυτές τις κοινωνικές πληγές που λέγονται τράπεζες και οι οποίες στον νου του "μέσου ανθρώπου" φιγουράρουν πλέον ως κάτι απόλυτα αρνητικό...

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2017

ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ "ΜΟΥΜΙΑ" ΑΠΟ ΤΑ ΕΤΟΙΜΑ...

Εντάξει, το είπαμε : Η έμπνευση του Χόλιγουντ βρίσκεται πλέον στο ναδίρ, αφού διαρκώς αναμασά / ανακυκλώνει από τα έτοιμα (ταινίες ή κόμικς) και... ουδέν πρωτότυπο. Τι φταίω εγώ που τόσο σας έχω ζαλίσει μ' αυτή τη  διαπίστωση, αφού όλα (σχεδόν όλα τέλος πάντων) τα blogbuster (ή wanabe blogbuste) των τελευταίων χρόνων αποτελούν ξαναζεσταμένο φαγητό (μερικές φορές βέβαια με πρωτότυπο τρόπο); Ιδού λοιπόν και η Universal, η οποία, έχοντας στην κατοχή της τα φιλμ της "χρυσής εποχής του φανταστικού" της δεκαετίας του 30, αποφασίζει να φτιάξει ένα σκοτεινό σύμπαν κατοικημένο απ' όλα αυτά, με ταινίες που θα επικοινωνούν χαλαρά μεταξύ τους (όπως τα σούπερηιρωικά σύμπαντα της Marvel και της DC). Η πρώτη ταινία της σειράς είναι "Η Μούμια" του 2017 με σκηνοθέτη τον Alex Kurtzman, κυρίως τηλεοπτικό και κινηματογραφικό παραγωγό έως τώρα, και πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ, πού πάντοτε θεωρείται νεαρός, ευλύγιστος και γκόμενος στα 55 του...
Εδώ είναι αμερικανός τυχοδιώκτης, που ξεθαβει κατά λάθος μια αιγυπτιακή μούμια στο... Ιράκ του πολέμου (όπου έχει πάει για να οικονομήσει κι όχι για να πολεμήσει και άλλα τέτοια πατριωτικά, αν και στρατιώτης), εξαπολύοντας έτσι στον κόσμο το υπέρτατο κακό. Διότι η μούμια ανήκει σε αρχαία διαβολική πριγκήπισσα που θέλει να φέρει στον κόσμο των θεό του κακού και η οποία πάει πακέτο με φοβερή κατάρα, και η οποία επίσης χρησιμοποιεί ως "όχημα" αυτόν που την ξύπνησε (τον Τομ δηλαδή) για τον ανίερο σκοπό της. Και, μέσα στο μπάχαλο, μας συστήνεται και ο δόκτορ Τζέκιλ (ο Ράσελ Κρόου), ώστε να παίζει και άλλος ένας κλασικός (και διχασμένος) ήρωας του φανταστικού και να δομηθεί σιγά - σιγά το σύμπαν που λέγαμε...
Μάλιστα. Μόνο που βρήκα το φιλμ εντελώς μέτριο, ούτε καν τόσο διασκεδαστικό όσο μερικά παρόμοιου είδους blogbuster. Τίγκα στα ψηφιακά εφέ φυσικά, παραπαίει μεταξύ χαζού χιούμορ παλαιού, ξεπερασμένου και αφελούς στιλ (ο ήρωάς μας έχει πάρει στο λαιμό του κόσμο και κόσμο, όπως τον κολλητό του φίλο, λόγω της "μαγκιάς" και της απληστίας του, αλλά κατά βάθος έχει "χρυσή καρδιά" και όλα αντιμετωπίζονται με αστειάκια ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές), αχαλίνωτης (;) δράσηw και (ολίγου) τρόμου, ενώ δύο γκόμενες (ξανθιά και μελαχρινή) παλεύουν για τα κάλη του Τομ. Το σενάριο είναι αχταρμάς, με κάμποσα κενά, κυκλοφορούν διάφορα πολύτιμα / μαγικά αντικείμενα, οι χαρακτήρες είναι όλοι σχεδόν διχασμένοι (καλοί και κακοί ταυτόχρονα, πράγμα που θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον, αλλά εδώ μόνο σύγχιση προκαλεί) και όλα προετοιμάζονται για τη δεύτερη συνέχεια της saga. Με κάποιες αμφιβολίες βέβαια, αφού η ταινία δεν πήγε καθόλου καλά στα ταμεία. Υπάρχει και κάποια δικαιοσύνη φαίνεται...

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2017

Η ΚΥΡΙΑ TINGLE 'Η ΜΗΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΑΞΙΖΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ... ΘΑΝΑΤΟ;

Να λοιπόν μία μάλλον περίεργη ταινία, που μου δημιουργεί αντιφατικά συναισθήματα (μ' αρέσει και δεν μ' αρέσει ή κάπως έτσι). Είναι η μοναδική που έχει γυρίσει ο σεναριογράφος (μερικών "Scream" μεταξύ άλλων) Kevin Williamson το 1999 και λέγεται "Teaching Mrs. Tingle" (στα ελληνικά βρίσκουμε τον ανοικονόμητο τίτλο "Σκεφτήκατε ποτέ να σκοτώσετε τον καθηγητή σας;"). Πρωταγωνίστρια η "πολύ κακιά" - και εξαιρετική, όπως πάντα -  Έλεν Μίρεν!
Η οποία είναι μια κυριολεκτικά "σκύλα" καθηγήτρια, η οποία μισεί βαθιά τους μαθητές της αντί να τους βοηθά, και είναι έτοιμη να καταστρέψει (και) το μέλλον της καλής μαθήτριας - πλην πτωχής και τιμίας - Κέιτι Χολμς, στερώντας της την υποτροφία, τον μόνο τρόπο να σπουδάσει. Η τελευταία, με την παρέα της, αποφασίζουν να αποτρέψουν την κατάφωρη αδικία, πλαστογραφούν κάποιους βαθμούς, αποκαλύπτονται όμως από την φριχτή Τίνγκλ... και τα πάντα βγαίνουν εκτός ελέγχου όταν, σχεδόν άθελά τους, σχεδόν δίχως να το καταλάβουν, βρίσκονται ούτε λίγο ούτε πολύ να κρατάνε αιχμάλωτη, δεμένη στο κρεβάτι της, την καθηγήτρια. Η οποία, σε ρεσιτάλ ύπουλης κακίας, αρχίζει να παίζει παιχνίδια μαζί τους και να τους χειρίζεται... Αλλά και άλλα πολλά θα συμβούν.
Οι πάντες θάβουν το φιλμ (εκτός της ηθοποιίας της Μίρεν). Προσωπικά δεν το θάβω τόσο πολύ. Είναι αλήθεια ότι μπερδεύει κάμποσα κινηματογραφικά είδη δίχως να αποφασίζει πού ανήκει. Ξεκινά ως χαζή αμερικάνικη εφηβική κομεντί και βαθμιαία μετατρέπεται σε ψυχολογικό θρίλερ, όλο και πιο σκοτεινό και βίαιο μάλιστα μέχρι κάποιου σημείου της ταινίας τουλάχιστον, από το οποίο ωστόσο δεν λείπει το σαρδώνιο χιούμορ, αγγίζει λίγο την καθαρή (φαρσο)κωμωδία και καταλήγει μάλλον συμβατικά. 
Τι να πω για όλα αυτα; Απλώς ότι δεν είναι ακριβώς αυτό που δείχνει (και υπόσχεται σε πλήθος έφηβων αμερικάνων, ακόμα κι από την αφίσα της). Είναι αρκετά πιο σκοτεινό. Κι αν θέλετε να προβληματιστείτε κιόλας (;) αναρωτηθείτε: Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στο δίκαιο και την αυτοδικία; Μπορεί να παραβεί το νόμιμο κάποιος που αδικείται παράφωρα; Και μέχρι πού μπορεί να φτάσει; Ή μήπως, όταν περάσει τη γραμμή, όλα μπορούν να γίνουν μια ανεξέλεγκτη χιονοστιβάδα; 
Σαφώς δεν είναι μεγάλη ταινία (αυτό μας έλειπε). Απλώς είναι παράξενη σαν είδος και, όπως είπα, δεν είναι αυτό που φαίνεται σε πρώτη ματιά. Δώστε της λοιπόν μια (μικρή) ευκαιρία.

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2017

"ΦΥΓΑΣ" ΠΑΝΤΟΤΕ ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

Υπάρχουν ταινίες δράσης / θρίλερ που παραμένουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν, πρότυπα ενός πολυχρησιμοποιημένου και συνήθως βαρετού στις μέρες μας είδους. Τέτοια ταινία θεωρώ τον "Φυγά", που γύρισε το 1993 ο όχι-και-κάτι-ιδιαίτερο στις υπόλοιπες δουλειές του Andrew Davis, με έναν Χάρισον Φορντ σε μεγάλη φόρμα, τον Τόμι Λι Τζόουνς ως αμείλικτο διώκτη του και, σε δεύτερο ρόλο, την άγνωστη τοτε Τζούλιαν Μουρ. Το φιλμ βασίζεται βέβαια στην ομώνυμη διάσημη τηλεοπτική σειρά των 60ς.
Ο ήρωας είναι ένας εύπορος και ευυπόληπτος χειρούργος. Επιστρέφοντας αργά τη νύχτα από εγχείρηση θα βρει τη γυναίκα του άγρια δολοφονημένη και τον δράστη ακόμα στο διαμέρισμα. Όταν όμως ο τελευταίος ξεφεύγει, ο γιατρός θα κατηγορηθεί για τον φόνο. Θα καταφέρει να δραπετεύσει και ένα άγριο ανθρωποκυνηγητό ξεκινά, κυρίως από έναν πεισματάρη, σκληροτράχηλο αστυνομικό, ενώ ο ήρωάς μας, όλο και πιο εξαντλημένος, προσπαθεί ταυτόχρονα να αποδείξει την αθωότητά του.
Εδώ η αστυνομική πλοκή δεν βασίζεται ακριβώς στο "ποιος το έκανε". Ξέρουμε ότι ο ήρωας είναι αθώος, έχουμε δει φευγαλέα τον δολοφόνο, ο οποίος είναι άγνωστος τον πρωταγωνιστή, οπότε το μυστήριο έγγειται στον εντοπισμό του, καθώς και τη διερεύνηση του τι (και γιατί) ακριβώς συνέβει τη μοιραία βραδιά. Αλλά, βέβαια, εδώ αυτό που προέχει δεν είναι το αστυνομικό μυστήριο. Η αρετή της ταινίας έγκειται στην καθηλωτική δράση, στο αγχωτικό κλίμα, στο αυξανόμενο σασπένς της καταδίωξης ενός αθώου, στην απόλυτα σφιχτή σκηνοθεσία, στοιχεία που δεν αφήνουν τον θεατή να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Βλέπετε, ο κλοιός σφίγγεται ολοένα γύρω από τον δραπέτη, τα χρονικά περιθώρια στενεύουν, ο χρόνος και η εξάντληση στρέφονται αμείλικτα εναντίον του. Και υπάρχει βέβαια και το φόντο μιας έντονης καταγγελίας ενάντια στα ιατρικά συμφέροντα: Διακυβεύονται πολλά, μα πολλά εκατομμύρια και το ιατρικό κατεστημένο (με τις ιατρικές / φαρμακευτικές εταιρίες πρώτες και καλύτερες) μόνο το καλό των ασθενών δεν λαμβάνει υπ' όψιν του...
Δεν υπάρχει τίποτε ιδαίτερο βάθος. Ίσως σε κάποιες στιγμές κάποιος θα πει "μα αυτό δεν γίνεται". Σύμφωνοι. Αλλά εδώ δεν είναι αυτό το ζητούμενο: Η αξία της έγκειται στο ότι βρίσκω την ταινία πραγματικά απολαυστική και υποδειγματική στο είδος της. Και η αξια αυτή μεγαλώνει καθώς, όπως είπα και στην αρχή, σήμερα πρόκειται για ένα εντελώς ταλαιπωρημένο είδος, που σπάνια δίνει κάτι που βλέπεται...
 

Τρίτη, Αυγούστου 22, 2017

"ΕΡΩΤΕΣ, ΦΙΛΙΕΣ" ΚΥΡΙΩΣ ΟΜΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ!

Ξέρω. Πολλοί από εσάς δεν αντέχετε τις "ταινίες εποχής", όπου οι γυναίκες φοράνε κρινολίνα και οι ερωτικές σχέσεις περιορίζονται σε δειλά αγγίγματα χεριών. Εντάξει. Γούστα είναι αυτά. Ωστόσο το "Έρωτες & Φιλίες" (Love & Frienship), ταινία εποχής βεβαίως, που βασίζεται μάλιστα σε μυθιστόρημα της Τζέιν Ώστιν, έχει τις ιδιομορφίες του: Κατ' αρχήν γυρίστηκε το 2016 από τον Whit Stillman, δημιουργό με μικρή παραγωγή στο ενεργητικό του, που μέχρι τώρα "ειδικευόταν" σε ένα είδος σύγχρονης γουντιαλενικής μελέτης (με χιούμορ πάντοτε) συγκεκριμένων εύπορων κοινωνικών ομάδων (Metropolitan, Damsels in Distress κλπ.). Είναι λοιπόν η πρώτη φορά που επισκέπτεται το "βαρύ" αυτό είδος. Βαρύ; Όχι ακριβώς. Η άλλη ιδιομορφία είναι ότι το φιλμ, παρά τα δραματικά στοιχεία που περιέχει, είναι κυρίως κωμικό.
Στα τέλη του 18ου αιώνα μια παμπόνηρη, όμορφη, "ζωηρή" και πάνω απ' όλα συμφεροντολόγα χήρα ελίσσεται αδίστακτα ανάμεσα στα υψηλά κοινωνικά στρώματα προσπαθώντας να εξασφαλίσει το δικό της μέλλον, αλλά και αυτό της νεαρής, αγνής, άβγαλτης και ρομαντικής κόρης της. Οι "ελιγμοί" που λέγαμε - σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον - λαμβάνουν χώρα ανάμεσα σε έναν όμορφο νεαρό κληρονόμο, έναν μεσήλικα παντρεμένο λόρδο και έναν ανόητο (επιεικώς) πλούσιο νέο. Έρωτας; Τι είναι αυτό; Είπαμε: Εδώ υπάρχει μόνο το συμφερον. Φυσικά οι πλεκτάνες και οι ίντριγγές της ανστατώνουν τη ζωή των πεθερικών της, των οποίων την έπαυλη επισκέπτεται -και σχεδόν εγκαθίσταται - με το έτσι θέλω.
Το χιούμορ έχει νομίζω το πάνω χέρι στην ταινία. Ο Στίλμαν χειρίζεται ανάλαφρα το υλικό του και, όπως και η Ώστιν παλιότερα, σαρκάζει την υψηλή κοινωνία, κοινωνία βεβαίως ανδροκρατούμενη, συντηρητική, υποκριτική... ενώ η πονηρή ηρωίδα δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να πετύχει αυτά που θέλει. Η ίδια είναι αντιπαθητική σαν χαρακτήρας, μήπως όμως όλα αυτά είναι τα μόνα όπλα που διαθέτει μια γυναίκα της εποχής;
Δεν το συνιστώ σε όλους (είπαμε στην αρχή άλλωστε), προσωπικά όμως το βρήκα κομψό, συμπαθητικό και αστείο. Ο Στίλμαν παραμένει ένας έξυπνος και λεπτός σκηνοθέτης, ενώ, 20 σχεδόν χρόνια μετά το "The Last Days of Disco" χρησιμοποιεί τις ίδιες ηθοποιούς: Την Κάιτ Μπέικινσέιλ (πρώτη φορά τη βλέπω σε "σοβαρό" ρόλο εποχής) και την Κλόε Σεβινί.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2017

ΙΣΩΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΤΕ ΛΙΓΑΚΙ ΜΕ... "ΔΥΟ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ"

Ούτε ο Richard Benjamin είναι μεγάλος σκηνοθέτης (είναι και ηθοποιός επίσης) ούτε βέβαια και η ταινία του "City Heat" ("Δυο Καθάρματα στην Ίδια Πόλη" στα ελληνικά) του 1984 είναι καμιά σπουδαία ταινία. Απλώς μας δίνει την ευκαιρία να δούμε μαζί τους Κλιντ Ίστγουντ και Μπαρτ Ρέινολντς και... αυτά. Α, και την μόνιμη πρωταγωνίστρια των ταινιών του Μελ Μπρουκς της καλής εποχής Μαντλέν Καν και την πετυχημένη τραγουδίστρια της εποχής Αϊρίν Καρά (τη θυμάστε;)
Στη δεκαετία του 30 (βλέπε τζαζ, στιλάτες εμφανίσεις με καπαρντίνες, αντίστοιχα αυτοκίνητα, ποτό και άγρια θηλυκά), ένας ντετέκτιβ πρώην μπάτσος και ένας σκληροτράχηλος επιθεωρητής, πρώην συνεργάτες και φίλοι, συνεργάζονται (ιδαιτέρως διστακτικά πρέπει να τονίσουμε) για να εξιχνιάσουν τον φόνο ενός γνωστού τους... που βούτηξε στα βαθιά. Στην ιστορία εμπλέκονται δύο μεγαλογκάνγκστερ, μια καυτή γυναίκα, μια αθώα, ταλαντούχα τραγουδίστρια κλπ.
Η ταινία είναι κατά βάση κωμωδία δράσης, με αστυνομική υφή, η οποία βασίζεται κυρίως στο διαφορετικό χαρακτήρα των δύο άσπονδων φίλων: Εντελώς στιλάτος, ατακαδόρος (εξυπνάκιας θα έλεγα μάλλον), αθεράπευτα γυναικάς ο ντετέκτιβ, βαρύς, σοβαρός και αμίλητος σε βαθμό "ουγκ" και, βέβαια, άψογος killer ο άλλος (ο Κλιντ βεβαίως), ο οποίος μάλιστα σε κάποιες στιγμές κάνει φονικές εμφανίσεις που θυμιζουν "Εξολοθρευτή" της ίδιας χρονιάς (δεν ξέρω ποιο από τα δύο φιλμ προηγείται, ίσως να πρόκειται και για σύμπτωση). Βέβαια δεν νομίζω ότι ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται πλήρως το μονίμως νοσταλγικό κλίμα της εποχής της ποτοαπαγόρευσης, ούτε είναι και κανένας βιρτουόζος των ταινιών δράσης. Όσο για τον ρεαλισμό τόσο του σεναρίου όσο και των σχηματικών χαρακτήρων και των σκηνών δράσης, εντάξει, όντως δεν είναι αυτά τα ζητούμενα... Σήμερα πάντως το φιλμ μου φάνηκε ξεπερασμένο.
Όπως καταλαβαίνετε δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα, ωστόσο όταν κάποιο βράδυ δεν έχει κανείς τι άλλο να κάνει, ίσως και να διασκεδάσει. Σχετικά πάντοτε.
Και δύο παρατηρήσεις για το φιλμ: 1. Ο Ίστγουντ ήταν ήδη σκηνοθέτης (εκτός από ηθοποιός φυσικά) ήδη από το 1971, αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να εμφανίζεται σε σχετικά μέτριες ταινίες. 2. Η ιστορία και το ήμισυ του σεναρίου ανήκουν στην σημαντικό Blake Edwards (!) με το ψευδώνυμο Sam O. Brown. Μακάρι ο ίδιος να είχε κάνει και τη σκηνοθεσία (αν και τότε βρισκόταν ήδη στην παρακμή του).

Κυριακή, Αυγούστου 20, 2017

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ "ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ " ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ

Είναι φυσικά ηλίου φαεινότερον και το έχουμε επισημάνει και εδώ πάμπολλες φορές: Το Χόλιγουντ έχει στερέψει από ιδέες. Το μόνο (σχεδόν) που κάνει πλέον είναι να σκάβει στο ανεξάντλητο (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) χρυσορυχείο του παρελθόντος (ή των κόμικς) και να ξαναγυαλίζει παλιές ιδέες, ήρωες, σειρές. Το μόνο που μας μένει λοιπόν είναι να επισημαίνουμε το αν η τάδε μορφής αναβίωση είναι συμπαθής ή κακή.
Ο Πλανήτης των Πιθήκων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. "Αναβίωσε" (βλ. reboot) το 2011 και έκτοτε η σειρά, βασισμένη, θυμίζουμε στην κινηματογραφική σειρά του 1968- 1973, συνεχίζεται. Το 2017 έχουμε μάλλον το τελευταίο επεισόδιο, το "War for the Planet of the Apes" (Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Σύγκρουση), του καλού σκηνοθέτη Matt Reeves και πάλι. Εδώ όλα δείχνουν ότι το έπος φτάνει στο τέλος του, καθώς ένας αδίστακτος συνταγματάρχης, φανατικός της εξολόθρευσης των πιθήκων, κάνει την εμφάνισή του και η σύγκρουση ανάμεσα σ' αυτόν και τον ηγέτη των πιθήκων Σίζαρ παίρνει πλέον καθαρά προσωπικές διαστάσεις, ενώ ο πόλεμος γύρω τους γενικεύεται. Στο μεταξύ οι πίθηκοι ψάχνουν ένα είδος "Γης της Επαγγελίας", όπου θα μπορούν να ζήσουν ανενόχλητοι από το ανθρώπινο μένος.
Θα σας πω αρχικά ότι θεωρώ τη νέα σειρά των Πιθήκων από τις καλές και αρκετά σκεπτόμενες αναβιώσεις. Ενήλικα σενάρια, προβληματισμός πάνω σε θέματα ρατσισμού, φανατισμού, ανοχής στο διαφορετικό, έμμεση κριτική, τελικά, του εθνικισμού. Και στο συγκεκριμένο φιλμ υπάρχει επί πλέον ο προβληματισμός πάνω στο θέμα της εκδίκησης και η σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό (στο συναίσθημα) και στο καθήκον (το γενικό καλό). Προσωπικά μου φάνηκε λιγότερο καλό από τα δύο προηγούμενα "επεισόδια". Όχι ότι είναι κακογυρισμένο ή κάτι τέτοιο, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά με κούρασε κάπως η μεγάλη διάρκεια (142 λεπτά) και το ότι το βάρος πέφτει πλέον κυρίως στον πόλεμο και τη δράση. Τα προηγούμενα διέθεταν, νομίζω, περισσότερο "σενάριο".
Ωστόσο το φιλμ και ατμοσφαιρικό είναι και φέρνει κατ' ευθείαν στο νου την "Αποκάλυψη Τώρα". Και διαθέτει αρκετές άλλες κινηματογραφικές και όχι μόνο αναφορές (πόλεμος του Βιετνάμ, Ολοκαύτωμα, ένα είδος εμφύλιας σύγκρουσης μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ της εποχής του Τραμπ κλπ.). Και βέβαια, το είπαμε πριν, ο Reeves παραμένει πολύ καλός σκηνοθέτης (θυμηθείτε το "Cloverfield" και το "Άσε το Κακό να μπει").
Να το δουν λοιπόν οι φίλοι της σειράς, καθώς όλα δείχνουν ότι αυτή κλείνει εδώ, και να θυμάστε ότι, παρά τις προσωπικές αντιρρήσεις που εξέφρασα προηγουμένως, βρισκόμαστε τουλάχιστον στην "καλή πλευρά" των κάθε λογής ριμέικ, από τα οποία δυστυχώς δεν πρόκειται να ξεφύγουμε καθόλου σύντομα.

eXTReMe Tracker