Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 01, 2017

"ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΛΟΝΕΛΟΥΣ" Ή ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΟΥΝΤΕΣ

Βρισκόμαστε στα 1973. Στην Ελλάδα κυβερνά η γελοία χούντα των συνταγματαρχών, ενώ στη Νοτια Αμερική οι αμερικανοτραφείς χούντες βρίσκονται στην ακμή τους. Προφανώς κάποιοι θαυμαστές όλων αυτών υπάρχουν και στην Ιταλία (άλλωστε τότε η χρονική απόσταση από την πτώση του φασισμού ήταν μικρή και σίγουρα θα υπήρχαν νοσταλγοί). Εκμεταλλευόμενος το κλίμα αυτό ο σημαντικός σκηνοθέτης Mario Monicelli (1915-2010) γυρίζει το "Θέλουμε τους Κολονέλλους" (= συνταγματάρχες), μια κωμωδία με σαφείς αναφορές στην ελληνική χούντα και με τον Ούγκο Τονιάτσι στον βασικό ρόλο.
Ο οποίος είναι ένας ακροδεξιός βουλευτής που διαφωνεί ακόμα και με το ίδιο του το ημιφασιστικό κόμμα, δεν αντέχει την "κατάντια" της Ιταλίας και αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του οργανώνοντας πραξικόπημα. Έρχεται λοιπόν σε επαφή με εν ενεργεία και απόστρατους παρόμοιας ιδεολογίας στρατιωτικούς και άλλα κατακάθια και ετοιμάζουν τα πάντα. Επειδή όμως τα σχέδιά τους διαρέουν αναγκάζονται να απαγάγουν το πρόεδρο της δημοκρατίας... και όλα γίνονται μπάχαλο. Η κατάληξη του φιλμ πάντως είναι ενδιαφέρουσα (και μάλλον εφιαλτική).
Όχι, δεν πρόκειται για καλό φιλμ. Ο Μονιτσέλι έχει γυρίσει πολύ καλύτερα. Εδώ όλα είναι κάπως πρόχειρα, κακοστημένα, βγάζουν μια αίσθηση ότι η ταινία γυρίστηκε "στο πόδι". Οι χαρακτήρες είναι κάπως καρικατούρες, το χιούμορ όχι σπουδαίο (εγώ τουλάχιστον δεν γέλασα ιδιαίτερα) και αυτό που μένει είναι ο καλός (και υπερκινητικός) Τονιάτσι στο ρόλο του πραξικοπηματία και φτηνοαπατεώνα ταυτόχρονα και οι απίθανες φάτσες άγνωστων (σε μένα τουλάχιστον) ηθοποιών που παρελαύνουν. Το νόημα ωστόσο ήταν επίκαιρο και καυτό για την εποχή και η σκληρά σατιρική ματιά γελοιοποιεί όσο περισσότερο μπορεί τους διάφορους φασιστοειδείς υπάνθρωπους, επιλέγοντας να τους "τσούξει" κάνοντας πλάκα μαζί τους. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα του γελοίου αυτού πραξικοπήματος (καταδικασμένου να αποτύχει μεταξύ άλλων και λόγω βλακείας των οργανωτών) παραμένει, με έξυπνο σεναριακά τρόπο, ανατριχιαστικό.
Σωστή από πολιτική άποψη ταινία, που καυτηριάζει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής (αυτό των δικτατοριών), αλλά και το βρώμικο πολιτικό σύστημα, σωστή όμως μόνο ως προς αυτό. Σαν φιλμ... είπαμε... Αν πάντως έχετε την παραμικρή αμφιβολία για τις "ελληνικές αναφορές", σε κάποιο σημείο οι επίδοξοι πραξικοπηματίες καλούν έναν έλληνα , συνεργάτη της χουντικής κυβέρνησης, να τους δώσει τα φώτα του λόγω ελληνικής εμπειρίας (ο οποίος, σημειωτέον, είναι απίστευτη κωλο-χουντόφατσα).

Ετικέτες ,

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2016

"Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ" ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ...

Το 1958 ο νεορεαλισμός επηρέαζε ακόμα τον κινηματογράφο της Ιταλίας, ο οποίος βεβαίως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Τότε λοιπόν γυρίζεται από τον σημαντικό Mario Monicelli (1915-2010) η εμβληματική κωμωδία "Ο Κλέψας του Κλέψαντος" (I Soliti Ignoti), που αποτελεί μία από τις πρώτες και καλύτερες κοινωνικές ιταλικές κωμωδίες, είδος το οποίο ήκμασε στη γειτονική χώρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70, δίνοντάς μας μια σειρά από εξαιρετικά φιλμ.
Μια ομάδα φτωχών μικροαπατεώνων, μερικοί από τους οποίους μπαινοβγαίνουν στη φυλακή,  αποφασίζει να κάνει το μεγάλο κόλπο, χτυπώντας το ενεχειροδανειστήριο της περιοχής. Ο λεπτομερής σχεδιασμός του "χτυπήματος" στο πρώτο μέρος του φιλμ και η εκτέλεσή του στο δεύτερο, με τα όσα απρόοπτα και αστεία θα προκύψουν, αποτελεί τον κορμό της ταινίας. Στο μεταξύ εμείς θα απολαύσουμε μια αξέχαστη σειρά από απίθανους λαϊκούς τύπους, ένα ζωντανό και έξυπνο σενάριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και πολλές αστείες έως ξεκαρδιστικές καταστάσεις.
Νομίζω όμως ότι η αξία της ταινίας έγκειται και στην άριστη καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η φτώχεια και η μιζέρια της εποχής αποτυπώνονται εντονότατα (και αδυσώπητα). Οι σκηνές των λαϊκών πολυκατοικιών και των εσωτερικών των σπιτιών των ηρώων καταδεικνύουν ανάγλυφα την ανέχεια. Ελάχιστες διέξοδοι απ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουν, οπότε πολλοί είναι αυτοί που σαν μόνο τρόπο επιβίωσης (ή στοιχειώδους κοινωνικής ανόδου) βρίσκουν την παρανομία (για την οποία, σημειωτέον, αρκετοί είναι περήφανοι). Ταυτόχρονα η ταξική αλληλεγγύη (και η αλληλεγγύη απ' όλο τον κοινωνικό περίγυρο και για την ίδια την παρανομία βεβαίως) είναι σχεδόν έμφυτη, θεωρείται δεδομένη. Τελικά, ένα άρωμα ανθρωπιάς αναδύεται από το δύσκολο αυτό περιβάλλον (η πρώτη - πρώτη σκηνή το δείχνει αυτό χαρακτηριστικά). Όσο για την κωμική αντιμετώπιση όλων αυτών των τραγικών στην ουσία καταστάσεων, ε, αυτό πιστεύω ότι αποτελεί την φιλοσοφική στάση της ταινίας. Ας σημειώσουμε τέλος ότι οι ήρωες δεν εξωραϊζονται καθόλου: Δείχνονται με όλα τους τα ελαττώματα: Άλλοτε δειλοί, άλλοτε φανφαρόνοι ή ό,τι άλλο. Παρ' όλα αυτά παραμένουν συμπαθητικοί. Όσο για το καστ, με ιταλούς σταρ της εποχής, είναι λαμπρό: Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Τοτό, Κλαούντια Καρντινάλε, Ρενάτο Σαλβατόρι...
Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον το φιλμ δεν έχει γεράσει παρά τις δεκαετίες που πέρασαν. Παραμένει απολαυστικότατο και σε μερικά σημεία ξεκαρδιστικό, διατηρεί το σασπένς του μέχρι τέλους και ακόμα αναδίδει αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση, σήμα κατατεθέν της παλιάς ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας. Οπότε, μια που το θεωρώ κλασικό στο είδος του, θα πρότεινα να μη φοβηθείτε τα χρόνια και τις διαφορετικές (;) εποχές και, αν δεν το έχετε ήδη δει, να μη διστάσετε.

Ετικέτες , ,

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2011

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΙΤΑΛΙΚΑ "ΤΕΡΑΤΑ"


Στη δεκαετία του 60 ο Dino Risi γυρίζει "Τα Τέρατα", ένα σαρκαστικό πορτρέτο της τότε Ιταλίας, και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Το 1977 λοιπόν οι ιταλοί προσπαθούν να επαναλάβουν την επιτυχία γυρίζοντας τα "Μοντέρνα Τέρατα" (I Nuovi Mostri), αναθέτοντας αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία σε τρεις μεγάλους σκηνοθέτες τους: Τον Dino Risi (1916-2008), τον Mario Monicelli (1915–2010) και τον Ettore Scola.
Το φιλμ είναι σπονδυλωτό. Αποτελείται μάλιστα από πολλά μικρά, έως πολύ μικρά, σε διάρκεια επεισόδια, που καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος της ιταλικής ζωής και κοινωνίας της εποχής. Τρομοκρατία, ρόλος της εκκλησίας, γραφειοκρατία και καθημερινό μπάχαλο, τρίτη ηλικία, μαφία, η υποκρισία της μικροαστικής τάξης, είναι μερικά μόνο απ' αυτά. Τα περισσότερα δίνονται με χιούμορ, άλλα πάλι είναι περισσότερο δραματικά. Συνήθως όμως, ακόμα και κάτω από την αστεία επιφάνεια, κρύβεται μια άγρια, σαρκαστική και καυστική ματιά, που αποκαλύπτει τη γελοία και τραγική συγχρόνως πλευρά της χώρας. Μερικά μάλιστα απ' αυτά είναι, κυρίως με το φινάλε τους, ακόμα και συγκλονιστικά.
Όπως είναι φυσικό, η ύπαρξη πολλών και διαφορετικής θεματικής επεισοδίων κάνει την ταινία άνιση. Μερικά είναι εξαιρετικά, άλλα απλώς μέτρια. Τα προσωπικά μου αγαπημένα είναι: Αυτό με τον καρδινάλιο που αγορεύει ιδιοφυώς σε ναό φτωχής ενορίας, αντικαθιστώντας τη ζωντανή πάλη των αγράμματων ενοριτών με έναν κενό βερμπαλισμό και επιστροφή στη μοιρολατρεία, επεισόδιο που δείχνει με πολύ έξυπνο τον απόλυτα αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας. Αυτό με τον αμίμητο πλούσιο φανφαρόνο, που μεταφέρει με το πανάκριβο σπορ αμάξι του ετοιμοθάνατο τραυματία από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, ανάγλυφη εικόνα του ζαμανφουτισμού των πλουσίων απέναντι στους άλλους ανθρώπους, αλλά και της ιταλικής γραφειοκρατίας και έλλειψης ανθρωπισμού από το κράτος, και τα δύο επεισόδια με την Ορνέλα Μούτι, που αφορούν την τρομοκρατία και τις τραγικές της επιπτώσεις. Όσο γι' αυτό με το επαρχιακό εστιατόριο, είναι ίσως το πιο αστείο - με χοντρό χιούμορ, προειδοποιώ.
Στα συν η παρέλαση "τεράτων" του ιταλικού σινεμά: Βιτόριο Γκάσμαν, Ούγκο Τονιάτσι, Αλμπέρτο Σόρντι, Ορνέλα Μούτι, αλλά και ο δικός μας Γιώργος Βογιατζής. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα αφήνει, νομίζω, ανάμεικτες εντυπώσεις, λόγω της ανισότητας των σκετς που προαναφέραμε. Εντάξει, ενδιαφέρον πορτρέτο μιας χώρας, δεν το θεωρώ όμως από τις μεγάλες στιγμές της τόσο ιδιόρυθμης και χαρακτηριστικής ιταλικής κωμωδίας.

Ετικέτες , , ,

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ


"Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου" (Amici miei, 1975) του Mario Monicelli (1915-2010) αρνούνται, τόσα χρόνια μετά, να χάσουν τη γοητεία τους και παραμένουν μια από τις χαρακτηριστικότερες, κλασικές ιταλικές κωμωδίες. Και ταυτόχρονα εξακολουθούν να διαθέτουν αυτό το άψογων δόσεων μείγμα κωμικού και δραματικού, που χαρακτηρίζει την κωμωδία των 50ς, 60ς και 70ς της χώρας αυτής.
Υποθέτω ότι στους περισσότερους το τι συμβαίνει εδώ είναι γνωστό: Μια παρέα 4 (συν έναν που προστίθεται αργότερα) παλιών φίλων από το σχολείο, άνω των πενήντα τώρα πια, κάθε λίγο παρατάνε οικογένεια, δουλειά και όποια άλλη υποχρέωση για να αλητέψουν "σαν τσιγγάνοι", κοινώς όπου τους βγάλει ο δρόμος τους, οργανώνοντας στο ξεφάντωμά τους αυτό ιδιοφυείς πλάκες σε ανύποπτους ανθρώπους που συναντούν στο δρόμο τους. Η ταινία καταγράφει μερικές από τις πλάκες αυτές, αλλά και τον τρόπο ζωής αυτών των μεσήλικων που αρνούνται πεισματικά να μεγαλώσουν.
Μια ανάλυση των χαρακτήρων τους θα απέβαινε μάλλον εις βάρος τους: Επιπόλαιοι όσο δεν παίρνει, δίχως να παίρνουν τίποτε στα σοβαρά (εκτός ίσως του ίδιου του χαβαλέ) και πάνω απ' όλα παντελώς ανεύθυνοι, δεν διστάζουν να κάνουν τις οικογένειές τους να υποφέρουν (κυρίως ο Ούγκο Τονιάτσι) ή να αφήσουν έναν ασθενή χωρίς χειρουργείο, προκειμένου να οργανώσουν τις αποδράσεις τους και να γελάσουν. Ταυτόχρονα όμως είναι τόσο, μα τόσο αξιαγάπητοι, που είναι δύσκολο να τους καταδικάσεις. Ή, αν θέλετε,
σηματοδοτούν μια φωτεινή, ανέμελη οπτική της ζωής, μονίμως αισιόδοξη παρά τις αντιξοότητες, μονίμως "έξω καρδιά", η οποία φαίνεται πολύ προτιμότερη αν τη συγκρίνουμε με τον σοβαρό, κουμπωμένο 30άρη γιάπι γιο του Φιλίπ Νουαρέ (άλλο ένα συν της ταινίας το ότι προέβλεψε από τότε ήδη την ύπαρξη "φρικιών" γονιών και συντηριτικών παιδιών, που, αντιστρέφοντας τον παραδοσικό ρόλο των γενεών, προσπαθούν μάταια να νουθετήσουν τους πατεράδες τους). Εξ άλλου το φιλμ δεν νομίζω ότι τους θεοποιεί. Ίσα - ίσα αρκετές φορές δείχνει αρνητικές πλευρές τους, άλλοτε φαλοκρατικές κι άλλοτε κυνικές.
Είτε τους μισήσετε όμως (ιδιαίτερα κάποιες στιγμές θα αντιπαθήσετε μερικούς τουλάχιστον από αυτούς τους ζαμανφουτίστες μεσοαστούς με την καθόλου μικροαστική λογική) είτε τους αγαπήσετε, το σίγουρο είναι ότι πολλές φορές θα ξεκαρδιστείτε πραγματικά από τα γέλια. Σ' αυτό νομίζω ότι το φιλμ παραμένει αγέραστο. Και, σαν επιστέγασμα, η ταινία αυτή, ένας από τους θερμότερους ύμνους στην αντρική φιλία που έγινε ποτέ, καταλήγει στο απίστευτο, κωμικοτραγικό φινάλε που είναι από τα ελάχιστα που με έκαναν να συγκινούμαι μέχρι δακρύων και ταυτόχρονα να δακρύζω από τα γέλια. Πολύ απλά επειδή κάποιος (ίσως ο πιο συμπαθής ή ο πιο συνεπής της παρέας) κρατά τη λογική τού "δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά" κυριολεκτικά μέχρι θανάτου...
ΥΓ: Η ατινία είχε τόση επιτυχία που γνώρισε άλλα δύο σίκουελ. Απ' όσο θυμάμαι το 2ο ήταν σχετικά συμπαθητικό, ενώ το 3ο δεν βλέπεται. Αμφότερα όμως δεν συγκρίνονται με το αυθεντικό πρώτο.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker