Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2013

Η ADELE ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ

Έχουν γραφεί πολλά για τη "Ζωή της Αντέλ", την τολμηρή ταινία που γύρισε το 2013 ο πολύ καλός γαλλοτυνήσιος Abdellatif Kechiche, που παλιότερα είχε κάνει τα πολύ ενδιαφέροντα "Κους κους με Ψάρι" και "Μαύρη Αφροδίτη". Επειδή, φυσικά, αναφέρεται σε έναν παθιασμένο λεσβιακό έρωτα και, κυρίως, επειδή περιέχει δύο πολύ τολμηρές ερωτικές σκηνές. Βέβαια, θα πω εγώ, δύο σκηνές δεν είναι τίποτα μπροστά σε μια τρίωρη ταινία. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Η ιστορία είναι απλή. Η 15χρονη μαθήτρια Αντέλ νοιώθει ότι κάτι δεν την ικανοποιεί στις ερωτικές σχέσεις με συμμαθητές της. Όταν γνωρίζει την Εμά, μια φοιτήτρια της Καλών Τεχνών και δηλωμένη λεσβία, την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και εκείνη δέχεται τον έρωτά της. Η υπόλοιπη ταινία περιγράφει τη ζωή της Αντέλ τα επόμενα χρόνια (αποφοίτηση, επαγγελματική ζωή και καθημερινότητα) με βασικό άξονα βεβαίως τη σχέση της με την Εμά.
Ο Κεσίς βέβαια είναι από τους δημιουργούς που υπηρετούν έναν απόλυτο ρεαλισμό. Οι ταινίες του δίνουν βάρος και στην πιο μικρή λεπτομέρεια και τελικά το αποτέλεσμα είναι μια απόλυτα πιστή αναπαράσταση αληθινών καταστάσεων. Στην "Αντέλ" οδηγεί το στιλ αυτό στην τελειότητα. Οι σκηνές είναι συνήθως μακρές, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας προσεγμένες στο έπακρο, οι ερμηνείες σωματικές, άμεσες. Γι' αυτό ακριβώς βρίσκω τις μακρές και ασυνήθιστα ρεαλιστικές για mainstream σινεμά ερωτικές σκηνές εναρμονισμένες με το όλο κλίμα του φιλμ. Όπως ακριβώς μια σκηνή πάρτι, μια σκηνή κλάματος, ένας καβγάς, κρατάνε σε μάκρος, στη φυσική τους σχεδόν διάρκεια, το ίδιο γίνεται και με το σεξ. Ταυτόχρονα ο Κεσίς μελετά τη σχέση αυτού που θεωρείται "απαγορευμένο" με το ανθρώπινο ένστικτο, το οποίο συχνά αντιδρά και πάει κόντρα στα "επιτρεπτά". Έτσι η απόλαυση της ζωής μπορεί κάλλιστα να εναντιώνεται στα κάθε λογής "πρέπει". Και είναι συχνά, όπως προανέφερα, ενστικτώδης, δεν αφήνει δηλαδή πολλά περιθώρια αντίστασης. Γι' αυτό άλλωστε τονίζεται το "κεραυνοβόλο" της έλξης των δύο κοριτσιών. Ετσι δείχνεται επίσης κάτι που όλοι ξέρουμε στο βάθος του μυαλού μας. αλλά συχνά δεν το σκεφτόμαστε: Ότι οι νόμοι του ανθρώπινου πόθου και της της ερωτικής επιθυμίας είναι ανεξέλεγκτοι και άναρχοι - άσχετα αν κάποιος θα "υποκύψει" σ' αυτούς ή θα επιλέξει μια επώδυνη εγκράτεια. Επίσης οι ταξικές διαφορές, στα γούστα, στην αντιμετώπιση της ερωτικής επιθυμίας, στην επαγγελματική ενασχόληση κλπ. υπογραμμίζονται διακριτικά και δείχνουν πώς το οικονομικό / ταξικό στοιχείο καθορίζει εν πολλοίς τον ανθρώπινο χαρακτήρα (η Αντέλ κατάγεται από λαϊκή οικογένεια, η Εμά από πιο πλούσια).
Θα παρατηρήσω επίσης κάτι πολύ σημαντικό για μένα: Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν πρόκειται για μια gay ταινία. Τι εννοώ μ' αυτό; Προφανώς στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ομοφυλόφιλο ζεύγος, κάντε όμως ένα πείραμα: Βάλτε στη θέση των δύο πρωταγωνιστριών ένα "κανονικό", ετεροφυλόφιλο ζεύγος. Θα δείτε έκπληκτοι ότι σχεδόν τίποτα στην ιστορία δεν θα αλλάξει κατά βάθος, αν εξαιρέσει κανείς δύο σκηνές στην αρχή, εκεί που οι συμμαθήτριες επιτίθενται λεκτικά στην Αντέλ, φωνάζοντάς τη "λεσβία" κι εκεί που δεν αποκαλύπτει στους γονείς τη σχέση της με την Εμά, λέγοντας ότι είναι τάχα απλή φίλη. Σε όλο το υπόλοιπο φιλμ (3ωρο, υπενθυμίζω) τα πάντα είναι φυσιολογικά, συμβαίνει ό,τι ακριβώς μπορεί να συμβεί σε ένα "κανονικο" ζευγάρι. Δεν βασίζεται σε κάποια απαγόρευση, στο φόβο της αποκάλυψης (όπως για παράδειγμα συνέβαινε στο "Broadback Mountain") ή σε κάτι παρόμοιο. Αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση του όποιου ερωτικού πόθου ως κάτι απόλυτα κανονικό είναι που δίνει στην ταινία μια επιπλέον αξία.
Φυσικά θα επισημάνω κι εγώ την εξαιρετική ερμηνεία και των δύο κοριτσιών και κυρίως της εκπληκτικής Αντέλ Εξαρχόπουλος - από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες των πολλών τελευταίων ετών - και στο ότι προσωπικά η μεγάλη διάρκεια δεν με κούρασε. Δεν ξέρω αν συμφωνώ με τα 5 (!) αστεράκια που της έδωσαν αρκετοί κριτικοί, αλλά σίγουρα νομίζω ότι πρόκειται για πολύ σημαντική ταινία.
ΥΓ: Η ταινία βασίζεται σε ένα γαλλικό κόμικς της Ζιλί Μαρό.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Μαΐου 01, 2011

Η "ΜΑΥΡΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ" ΚΑΙ Ο ΑΒΑΣΤΑΧΤΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


Η "Μαύρη Αφροδίτη" (Venus Noir) του 2010, που (δυστυχώς) βασίζεται σε αληθινή ιστορία, είναι φυσικό να φέρνει στο μυαλό τον "Άνθρωπο Ελέφαντα" του Lynch, που εξετάζει μια παρόμοια περίπτωση. Στην ταινία του Abdellatif Kechiche όμως (που είχε κάνει και το πολύ ενδιαφέρον "Κους κους με φρέσκο ψάρι") τα πράγματα είναι αρκετά πιο πολύπλοκα.
Στο Λονδίνο του 1810 και, αργότερα, στο Παρίσι, η Σάρκι Μπάρτμαν, μαύρη από τη Νότια Αφρική, που ανήκει στη φυλή των Οτεντότων, επιδεικνύει σε ένα αχόρταγο λευκό κοινό τις φυλετικές της ιδιομορφίες σε ένα απόλυτα ταπεινωτικό θέαμα, που είναι ταυτόχρονα "εξωτικό" και ερεθιστικό, ώσπου αρχίζει γι' αυτήν η παρακμή.
Ενώ όμως ο "Άνθρωπος Ελέφαντας" προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι είναι άνθρωπος, νοήμον ον, εδώ αυτό είναι δεδομένο - ή τουλάχιστον το γνωρίζουν καλά οι εκμεταλλευτές της και προσπαθούν να την καλοπιάσουν, αφού γι' αυτούς είναι χρυσωρυχείο. Ετσι στο φιλμ, πέραν του ρατσιστικού θέματος, που φυσικά είναι κυρίαρχο, υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη φύση του θεάματος, για τα όρια τέχνης και πραγματικότητας, για το πόσο μπορεί κανείς να ταπεινωθεί για να κερδίσει κάτι. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι το βασικό μοτίβο δεν παραμένει η απόλυτη εκμετάλλευση σε μια κοινωνία θεάματος, μια κοινωνία που βασιζεται σε διάφορες άμεσες ή έμμεσες μορφές εκπόρνευσης. Βλέπετε, η ηρωίδα, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, συμμετέχει με τη θέλησή της στον εξευτελισμό της, πληρώνεται γι' αυτό και απολαμβάνει μια σειρά από πολυτέλειες. Γι' αυτό και χάρη στη δική της κατάθεση, ο εκμεταλλευτής της αθωώνεται από το δικαστήριο.
Όπως καταλάβατε τα θέματα που θίγονται εδώ είναι σαφώς πολυπλοκότερα από την προφανή επιθυμία κάποιου που υφίσταται εξευτελισμούς να γίνει επιτέλους σεβαστός. Και, κερασάκι στην τούρτα, μπαίνει και η επιστήμη της εποχής, που κι αυτή εκμεταλλεύεται με το δικό της τρόπο την πλήρως αποκομμένη από οτιδήποτε πραγματικά δικό της ηρωίδα, που στόχος της (της επιστήμης εννοώ) είναι να τη μελετήσει "επιστημονικά", διατυπώνοντας ρατσιστικές "επιστημονικές" πάντα αντιλήψεις. Και βέβαια η εκμετάλλευση δεν σταματά ούτε καν μετά τον θάνατό της...
Ο Kechiche υιοθετεί ένα θα το χαρακτήριζα "ενοχλητικό" στιλ. Με μεγάλες σκηνές επιμένει να δείχνει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τα "σόου", τον εξευτελισμό δηλαδή της ηρωίδας, από τις μέρες της επιτυχίας μέχρι την εποχή της απόλυτης παρακμής. Αυτό συνολικά - σε συνδυασμό και με τις δυόμιση ώρες της διάρκειας - με κούρασαν σε ορισμένα σημεία, συνετέλεσαν όμως, νομίζω, στο να επιδρά βαθιά η ταινία στον θεατή, να τον συγκλονίζει πραγματικά, ίσως μάλιστα επειδή ακριβώς συχνά τον ενοχλεί. Έτσι προσωπικά, παρά τα δύσκολα και όπως είπα κουραστικά σημεία, την θεωρώ μια εξαιρετικά δυνατή και πολυεπίπεδη ταινία, που απλώνει την προβληματική της σε πολύ ευρύτερα θέματα από αυτό του ρατσισμού.

Ετικέτες ,

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

ΚΟΥΣ ΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ


Ο Abdel Kechiche είναι ένας τυνήσιος σκηνοθέτης που ζει από παιδί στη Γαλλία, όπου μετακόμισε η οικογένειά του. Φυσικό λοιπόν είναι να τον απασχολούν η ζωή και τα προβλήματα των μεταναστών. Στο "Κους κους με φρέσκο ψάρι" (Le graine et le mulet, 2007) παρακολουθεί μια οικογένεια αράβων μεταναστών στη Γαλλία, των οποίων τα παιδιά, μερικά παντρεμένα πλέον, είναι δεύτερης γενιάς μετανάστες (έχουν γεννηθεί δηλαδή στη Γαλλία και μιλάνε και μεταξύ τους γαλλικά). Έχουμε λοιπόν γάλλους πολίτες, οι οποίοι όμως κατά βάθος παραμένουν άραβες και, το σημαντικότερο, οι "κανονικοί" γάλλοι το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό .
Η ταινία παρακολουθεί με ευαισθησία και κατανόηση "από μέσα" την οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο. Κυρίως τον πατέρα (παππού πλέον), που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δουλειά μιας ζωής στα ναυπηγεία και ονειρεύεται να ανοίξει παραδοσιακό αραβικό εστιατόριο σε ένα παλιό, εγκαταλειμένο πλοίο. Δίχως να ηρωοποιεί ή να εξειδανικεύει τίποτα, δείχνει ανάγλυφα τα εσωτερικά προβλήματα, που δεν είναι λίγα, αλλά και την βαθιά ενότητα και τον αγώνα για τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της κοινότητας σε ένα ξένο περιβάλλον, που υπακούει σε διαφορετικούς κανόνες και όπου το καινούριο έρχεται δίχως κανέναν οίκτο να σαρώσει - αφού πρώτα έχει ξεζουμίσει - κάθε παλιό, παρωχημένο ή "παρωχημένο". Ταυτόχρονα, δίχως στιγμή να επικεντρώνει σ' αυτόν (κι αυτό το θεωρώ αρετή) καταγράφει τον υποβόσκοντα ρατσισμό που πάντοτε ενυπάρχει στη δύση απέναντι στους κάθε λογής "τριτοκοσμικούς". Βρήκα το συγκεκριμένο σημείο πολύ ενδιαφέρον, καθώς δεν υπάρχει τίποτα κραυγαλέο (φασίστες, ρατσιστές, επιθέσεις και τέτοια), αλλά παρ' όλα αυτά ο ρατσισμός δείχνεται ως κάτι ύπουλο, ριζωμένο βαθιά μέσα σε ανθρώπους που δεν το αντιλαμβάνονται καν ως τέτοιο. Σημαντική επίσης η κατάδειξη του ρόλου της τύχης στις ζωές μας. Κάτι μπορεί να πάει στραβά χωρίς κανείς να φταίει, από κάτι ξαφνικό και απρόβλεπτο. Όπως δηλαδή καθημερινά συμβαίνει.
Αρκετή συγκίνηση, απόλυτος ρεαλισμός και ανθρωπιά, κλιμακούμενο σασπένς στη μεγάλη σκηνή του τέλους, συνθέτουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου φετινές ταινίες. Πρέπει όμως να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές για αρκετά αργούς ρυθμούς, μέχρι την τελική κλιμάκωση. Οι σκηνές κρατάνε πολύ ώρα, είναι σα να δείχνονται ωμά, δίχως "κόψιμο", σε real time, σα να τις ζούμε στην πραγματικότητα. Αυτή η προσπάθεια κατάκτησης του απόλυτου ρεαλισμού, ενώ πετυχαίνει τον στόχο της, πιθανόν να κουράσει αρκετούς. Αν και η γενικότερη συγκίνηση και ανθρωπιά μάλλον θα τους κάνουν να ξεπεράσουν την όποια κούραση".

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker