Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018

ΤΟ "ΜΑΓΚΝΟΥΜ 44" ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ "ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ ΚΑΛΑΧΑΝ"

Ο πρώτος "Επιθεωρητής Κάλαχαν" (Dirty Harry) γνωρίζει επιτυχία. Έτσι, δύο χρόνια μετά, το 1973, γυρίζεται ένα σίκουελ, πράγμα καθόλου "αυτονόητο" την εποχή εκείνη, όπως συμβαίνει με όλο και πιο κουραστικό τρόπο σήμερα. Αυτή τη φορά σκηνοθέτης είναι ο κυρίως τηλεοπτικός Ted Post (1918-2013) και η ταινία λέγεται "Magnum Force" (Ένα Μάγκνουμ 44 για τον Επιθεωρητή Κάλαχαν). Και εδώ η φιλοσοφία του φιλμ αλλάζει ρότα σε σχέση με αυτή της πρώτης, σαφώς αντιδραστικής ταινίας.
Σ' αυτό εδώ το φιλμ ο γνωστός επιθεωρητής (ο Κλιντ Ίστγουντ πάντοτε βεβαίως) είναι πάντα... ο γνωστός επιθεωρητής. Με τους δικούς του τρόπους δράσης και την δική του προσωπική περί δικαίου αντίληψη (αυτοδικία λέγεται κανονικά). Πλην όμως εδώ τα γεγονότα είναι too much ακόμα και γι' αυτόν αφού, όπως σύντομα θα διαπιστώσουμε, κάποιος ή κάποιοι έχουν πάρει το νόμο στα χέρια του/τους σκοτώνοντας με το παραμικρό διάφορους "κακούς". Ο ατρόμητος επιθεωρητής αυτή τη φορά λοιπόν δεν θα πάρει το νόμο στα χέρια του, αλλά θα βαλθεί να ανακαλύψει αυτόν / ούς που τον έχουν ήδη πάρει με το έτσι θέλω. Και βέβαια  η δράση θα αρχίσει για τα καλά.
Η ταινία είναι, όπως και η πρώτη, καλογυρισμένη και κρατά νομίζω τον θεατή. Και υπάρχει πάντοτε κι αυτή η νοσταλγική (για κάποιους, τέλος πάντων) "σεβεντίλα", οπότε κερδίζει κι άλλους πόντους. Ο Κλιντ θα επαναλάβει τις θανατηφόρες ατάκες του (μερικές προηγούνται αληθινών θανάτων), το πιστολίδι και τα κυνηγητά με αυτοκίνητα θα έχουν την τιμητική τους και όλοι θα το ευχαριστηθούμε.
Το εντυπωσιακό όμως είναι, όπως έγραψα στην αρχή, η αλλαγή ματιάς. Δεν ξέρω τι συνέβει.  Ίσως κάποιοι να μην άντεξαν την αντιδραστική θέση του πρώτου φιλμ και να συμβούλευσαν για αλλαγή. Έτσι εδώ ο σκληροτράχηλος Κάλαχαν, ο οποίος πάντοτε κατηγορείται για αυτοδικία, κυνηγά τύπους που θεωρούν την αυτοδικία αυτονόητη, πολύ περισσότερο από τον ίδιο, και μάλιστα ξεστομίζει και λογύδρια για να τους βάλει στη θέση τους. Φυσικά και ο ίδιος εξακολουθεί να αυτοδικεί (οπότε κάπου υπάρχει και μια αυτοαναίρεση), πλην όμως, όπως και να το κάνουμε, ο εχθρός είναι πολύ χειρότερος...
Τέλος πάντων, πέρα από τις ιδεολογικές συζητήσεις, η ταινία παραμένει νομίζω απολαυστική, αν μάλιστα λάβουμε σοβαρά υπ΄όψιν ότι γυρίστηκε σε μια εποχή που ουδείς είχε ακόμα μπαφιάσει από όλες αυτές τις "καταιγιστικές δράσεις" που έχουν τον πρώτο ρόλο στα μισά σύγχρονα χολιγουντιανά φιλμ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2018

Ο "SUPERMAN II" ΚΑΙ ΟΙ... ΤΡΕΙΣ ΚΑΚΟΙ

Σας έχω πει κάποτε ότι ποτέ δεν υπήρξα φαν του Σούπερμαν και ποτέ δεν με συγκίνησαν οι πρώτες ταινίες της σειράς (αυτές των 70ς - 80ς). Ούτε και οι επομενες βέβαια, οι "σοβαρότερες΄" υποτίθεται, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Από την άλλη ο Richard Lester υπήρξε ο σημαντικός σκηνοθέτης των 60ς, αντιπροσωπευτικός της δεκαετίας αυτής, το 1980 όμως τον βρίσκει παρακμασμένο να γυρίζει το "Superman II", για μένα εξ ίσου αφελές και αδιάφορο με το πρώτο - και χωρίς τον Μάρλον Μπράντο.
Όπου τα κακά που συμβαίνουν είναι πολλαπλά: Από τη μία ο Σούπερμαν αποκαλύπτει την ταυτότητά του στη Λόις (αυτό δεν είναι τίποτα) και αποφασίζει να χάσει τις δυνάμεις του και να γίνει θνητός για να ζήσει μαζί της (αλλιώς δεν γίνεται να ερωτευτεί "σαν άνθρωπος", αφού ούτως ή άλλος δεν είναι τέτοιος). Από την άλλη οι τρείς κακοί Κρυπτονιανοί πρώην αιχμάλωτοι απελευθερώνονται, ανακαλύπτουν τα ίχνη του και καταφτάνουν στη γη για να τον εξοντώσουν και να εκδικηθούν. Και βέβαια τη γη την καταλαμβάνουν πάραυτα, ταπεινώνουν τον αμερικάνο πρόεδρο και εγκαθιδρύουν στυγνή δικτατορία. Πώς θα τους αντιμετωπίσει ο ερωτοχτυπημένος και γι' αυτό αδύναμος Σούπερμαν;
Φυσικά η αντιμετώπιση του όλου θέματος είναι και πάλι (όπως στο πρώτο εννοώ) παιδική και εξαιρετικά αφελής. Κάποιοι πάνε... με τα πόδια ή με αερόστατο (στην καλύτερη περίπτωση) στον Βόρειο Πόλο, κάποιες δυνάμεις ανακτώνται εξαιρετικά εύκολα, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται γελοία σε στιγμές ύστατης καταστροφής, όλοι οι χαρακτήρες (και οι τρεις κακοί και ο απαραίτητος Λούθερ - Τζιν Χάκμαν) είναι καρικατούρες κλπ. κλπ. Φυσικά όλα αυτά δίνονται με κάποιο χιούμορ, υποτίθεται ότι είναι αστεία και δικαιολογούν τις όλο και πιο καρικατουρίστικες καταστάσεις, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν σώζει την κατάσταση. Τουλάχιστον εδώ ο ηρωικός Σούπερμαν δεν ενώνει με το σώμα του το... ρήγμα του Αγίου Ανδρέα αποτρέποντας την καταβυθιση της Καλιφόρνιας...
Νομίζω ότι προορίζεται αποκλειστικά για παιδιά ή για όσους ερωτεύτηκαν τη σειρά όταν ήταν παιδιά (ή, τέλος πάντων, όταν βρίσκονταν στην τρυφερή εφηβεία τους). Δεν νομίζω όμως ότι κι αυτό το δεύτερο φιλμ του εμβληματικού υπερήρωα θα λειτουργήσει σε ανθρώπους που το πρωτοβλέπουν ενήλικες... Για να μην αναφέρω τίποτα για τα παντελώς ξεπερασμένα εφέ (πράγμα που θα μου ήταν αδιάφορο αν τα υπόλοιπα έστεκαν).

Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2018

"HOPSCOTCH" : ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ



Να μια πραγματικά διασκεδαστική, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ταινία: Το "Hopscotch" (στην Ελλάδα ο τίτλος - καταπέλτης ήταν... "Η Αλεπού των Κατασκόπων"), που γύρισε το 1980 ο βρετανός Ronald Neame (1911-2010). Με τον Γουόλτερ Ματάου να παίρνει το φιλμ πάνω του και την υπέροχη (δυστυχώς με σπάνιες σχετικά εμφανίσεις) Γκλέντα Τζάκσον δίπλα του.
Ο ήρωας είναι ένας μεσήλικας σούπερ - κατάσκοπος, ο καλύτερος στην πιάτσα. Όταν ο γραφειοκράτης, στενόμυαλος και ξενέρωτος προϊστάμενός του αποφασίζει ουσιαστικά να τον παροπολίσει, αναθέτοντάς του δουλειά γραφείου και αποσύροντάς τον από τις αποστολές, εκείνος αποφασίζει να εκδικηθεί με τον τρόπο του και, ταυτόχρονα, να διασκεδάσει με τα όσα θα προκαλέσει στην (πρώην) μυστική υπηρεσία του. Και, βέβαια, να βγάλει και κάποια λεφτά... Το σκάει λοιπόν αφήνοντας διαρκώς παραπλανητικά ίχνη και κάνοντας την υπηρεσία να υποψιάζεται τα πάντα γι' αυτόν (και τη ρωσική αντίστοιχη βεβαίως, διότι βρισκόμαστε στην εποχή που υπάρχουν ακόμα "κακοί ρώσοι κομουνιστές"), διαχέοντας λίγο - λίγο θανάσιμα μυστικά που ξεμπροστιάζουν τους πάντες... και ακολουθεί χάος.
Βρίσκω το φιλμ από τα πιο έξυπνα στην κατηγορία των κατασκοπικών παρωδιών. Αν και δεν πρόκειται ακριβώς για παρωδία. Η ιστορία είναι "σοβαρή", οι αποκαλύψεις, οι έρευνες, τα πάμπολλα και συχνά αντιφατικά στοιχεία, οι ανατροπές κλπ. είναι ακριβώς του είδους που υπάρχουν στις κλασικές ταινίες κατασκοπείας. Όλα είναι προσεκτικά επινοημένα και (σχετικά) αληθοφανή. Και βασίζονται βεβαίως στις σούπερ ικανότητες και γνώσεις του ήρωα. Οπότε αυτό που παρακολουθούμε είναι μια "κανονική" ταινία του είδους, πλην όμως όλα γίνονται όχι για να αποκαλυφτούν μυστικά ή να αποσοβηθούν θανάσιμοι κίνδυνοι, αλλά διότι κάποιος πρώην δικός τους μπάφιασε, σιχάθηκε τα όσα έκανε μέχρι τώρα και θέλει να κάνει πλάκα, να διασκεδάσει. Και μαζί του κι εμείς. Μακάρι να υπήρχαν τέτοιο πράκτορες στην πραγματικότητα και να ξεσκεπάζουν τη μπόχα της διεθνούς πολιτικής!
Από τη μία λοιπόν ο Ματάου είναι, όπως πάντα, πολύ καλός. Από την άλλη, με όλη αυτή τη σοβαροφανή δράση το φιλμ καταφέρνει να γελοιοποιήσει πλήρως τις εκατέρωθεν του τοίχους μυστικές υπηρεσίες και να ρίξει μπηχτές για το πόσο βρώμικος είναι ο ρόλος των πρακτόρων. Και να δείξει μάλιστα ότι κάποιοι αντίπαλοι κατάσκοποι από αμφότερα τα μπλοκ εκτιμούν κατά βάθος ο ένας τον άλλον. Στην ουσία είναι φίλοι. Διότι ο ήρωάς μας προτιμά σαφώς τον συνομίληκο αντίπαλό του ρώσο πράκτορα παρά το αφεντικό του. 
Με λίγα λόγια, όπως είπα στην αρχή, το διασκέδασα και απόλαυσα το κομψό του χιούμορ και τη (σχετικά) ανατρεπτική του διάθεση.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2018

ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΣΤΟ "MOLLY'S GAME"

Ο Alan Sorkin είναι γνωστός και βραβευμένος σεναριογράφος του Χόλιγουντ. Το 2017 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία (σε δικό του σενάριο φυσικά), το "Molly's Game", βασισμένο σε αληθινή ιστορία.
Η ομώνυμη ηρωίδα μεγαλώνει σε εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας της είναι ψυχαναλυτής. Προορίζεται (κάποιες φορές με καταπιεστικό τρόπο) να γίνει πρωταθλήτρια του σκι, ώσπου κάποιο απρόσμενο ατύχημα της στερεί αυτή τη δυνατότητα. Όταν ενηλικιώνεται μετακομίζει στο Λος Άντζελες και γίνεται βοηθός ενός διοργανωτή αγώνων πόκερ. Ταλαντούχα, δυναμική και αποφασιστική, σύντομα θα τον παρακάμψει και κάνει δική της "επιχείρηση", εξαιρετικά προσοδοφόρα. Στις παρτίδες που στήνει, αποκλείστικά για ζάμπλουτους και διάσημους φυσικά, παίζονται εκατομμύρια δολάρια σε λίγες ώρες. Σταρ της μουσικής και του κινηματογράφου και επιχειρηματίες περνάνε τακτικά από το τσόχινο τραπέζι της. Ώσπου το 2013 συλλαμβάνεται από το FBI, για κατηγορίες μεταξύ των οποίων και η συνεργασία με τη ρώσικη μαφία (επίσης "πελάτες" της τον τελευταίο καιρό) και ένας δικαστικός αγώνας αρχίζει. Η ιστορία της Μόλι, τυπική αμερικάνικη ιστορία ανόδου και πτώσης, δείχνεται όχι γραμμικά, αλλά με διαρκή μπρος πίσω στο χρόνο.
Στο φιλμ κυριαρχεί η εξαιρετική Τζέσικα Τσαστέιν. Γι' αυτήν αξίζει σίγουρα να το δείτε. Από εκεί και πέρα, ενώ τη βρίσκω ενδιαφέρουσα ταινία, προσωπικά κουραστηκα λίγο με τη συνεχή ποκερική στο μισό και δικαστική στα άλλο μισό ορολογία. Επίσης με χάλασε κάπως η ψυχαναλυτική προσέγγιση στο τέλος, που έκανε πιο συμβατικό το φιλμ. Μικρό το κακό όμως. Διότι η ταινία δείχνει ανάγλυφα μια σειρά από παθογένειες και "παράπλευρες απώλειες" του σύγχρονου αδίστακτου οικονομικού συστήματος: Φυσικά αυτό που κυριαρχεί, έχοντας σχεδόν εξαφανίσει οποιοαδήποτε άλλη ανθρώπινη επιθυμία, είναι το πανίσχυρο όνειρο του εύκολου πλουτισμού. Η Μόλι, πανέξυπνη και δυναμική (και μάλιστα με ένα είδος προσωπικής τιμιότητας) θα το καταφέρει. Ποιο είναι όμως το τίμημα (πέραν της τελικής σύλληψης και πτώσης, εξ ίσου εύκολες και αστραπιαίες με την ιλιγγιώδη άνοδο); Δεν έχει καθόλου προσωπική ζωή, δεν γεύεται τον έρωτα (ούτε καν το σεξ), εθίζεται στα χάπια για να  μένει άυπνη και, τελικά, δεν μπορεί να κοιμηθεί κλπ. Ναι, τεράστια επιτυχία, μπορούμε να αποκτήσουμε ό,τι θέλουμε, η ποιότητα ζωής όμως;
Αυτά για την ηρωίδα. Υπάρχει όμως και ο περίγυρος. Οι παίκτες. Μια "ελίτ" αποτελούμενη από απίστευτους μαλάκες όλων των αποχρώσεων, οι οποίοι βεβαίως είναι πλούσιοι και διάσημοι, ειθσμένοι ή μη στο τζόγο. Είναι πραγματικά εξοργιστικό το πόσα εκατομμύρια ξοδεύονται σε μία βραδιά έτσι, για πλάκα, για την "απόλαυση" του τζόγου. Εκατομμύρια για πέταμα κυριολεκτικά. Όσο έβλεπα τις παρτίδες είχα διαρκώς στο κεφάλι μου τη σκέψη ότι μια αποτελεσματική βόμβα εκεί μέσα θα καλυτέρευε αισθητά την (υπόλοιπη) ανθρωπότητα... Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα "πινακοθήκη" από κάθε λογής γουρούνια που δεν διανοούνται τίποτα καλύτερο για να χρησιμοποιήσουν τα εκατομμύρια που τους περισσεύουν. Και ταυτόχρονα κομπάζουν, είναι εγωιστές, αδίστακτοι κλπ. κλπ. (ένας θα δηλώσει ότι παίζει επειδή "του αρέσει να καταστρέφει ζωές ανθρώπων"). Η μπόχα που αναδύει όλο αυτό το σάπιο (απόλυτα αποδεκτό νόμιμο κατά άλλα) σύστημα είναι αφόρητη και αφορά τις ανθρώπινες αξιες και μόνο.
Αυτά. Όχι κάποια μεγάλη ταινία, σίγουρα όμως ενδιαφέρουσα. Και με εξαιρετική ηθοποιία, το είπαμε...

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2018

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, ¨ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ ΧΩΡΟΙ" ΚΑΙ... ΣΙΡΙΑΛ ΚΙΛΕΡΣ ΣΤΑ "ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΑ ΟΣΤΑ"

Συγνώμη αν απογοητεύω κάποιους φαν της ταινίας, αλλά θεωρώ ότι ο ικανότατος (παρά το βαρετό τρίτο Hobbit) Peter Jackson έκανε με το "Lovely Bones" (Παραδεισένια Οστά) του 2009 μάλλον τη χειρότερη ταινία του. Η ιδέα είναι σχετικά πρωτότυπη, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν φτάνει.
Η αφηγήτρια είναι ένα 14χρονο κορίτσι που έχει δολοφονηθεί από έναν γείτονα της οικογένειάς της. Με αφήγηση που προχωρά μπρος - πίσω στο χρόνο γνωρίζουμε τις συνθήκες της δολοφονίας της και την μέχρι τότε καθημερινότητά της: Τις σχέσεις με την οικογένειά της, τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα κλπ. Το θέμα είναι ότι μετά το θάνατό της η κοπέλα έχει παγιδευτεί σε ένα "μη-τόπο", κάπου "έξω από τον παράδεισο", απ' όπου μπορεί να παρακολουθεί μεν το τι συμβαίνει στον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να επέμβει με οποιονδήποτε τρόπο. Φυσικά κάπως πρέπει να μπει στον παράδεισο. Στο μεταξύ μαθαίνουμε ότι ο δολοφόνος είναι ένας διαταραγμένος, υπεράνω πάσης υποψίας σίριαλ κίλερ, ενώ ο πατέρας της κοπέλας ψάχνει απεγνωσμένα να τον εντοπίσει.
Αυτά. Ωστόσο όλο αυτό το μεταφυσικό στοιχείο, με τον παρά λίγο παράδεισο ή το περίπου καθαρτήριο (αλλά όχι ακριβώς) και τις προσπάθειες να λυτρωθούμε, αλλά... και τα λοιπά και τα λοιπά, τα βρήκα αρκετά αφελή. Όπως επίσης δεν εξηγείται ποτέ σαφώς (προφανώς με λίγη μεταφυσική διαίσθηση ή κάτι τέτοιο) πώς κάποιοι (να μην κάνω spoiler) υποψιάζονται την ταυτότητα του δολοφόνου. Όσο για τις εικόνες αυτού του περίεργου "μη τόπου", νομίζω ότι κινούνται ανάμεσα στην ομορφιά και το απόλυτο κιτς. Και, κερασάκι στην τούρτα, έρχεται κι αυτό το φιλί (δεν λέω άλλα και πάλι για λόγους spoiler) και ολοκληρώνεται το... βαρυστομάχιασμα. Υπάρχει επίσης και η μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και 15 λεπτά)! Τουλάχισςτον ο αγνώριστος Στάνλεϊ Τούτσι στο ρόλο του δολοφόνου είναι εξαιρετικός.
Ίσως πολλοί βρουν την ταινία ευαίσθητη, γλυκειά και συγκινητική. Αυτός άλλωστε πρέπει να ήταν ο στόχος της. Συγνώμη, αλλά προσωπικά μου φάνηκε γλυκερή, αρκετά κιτς, με πολλές σεναριακές ευκολίες (επεσήμανα ένα βασικό σημείο πριν) και, τελικά, μάλλον ξενέρωτη. Ίσως η άποψή μου να είναι και κάπως προσωπική, επειδή πάντοτε εύρισκα βαρετά αυτά τα "μετά θάνατον κατάσταση" και "μας τραβά ένα υπέροχο φως" και άλλα τέτοια... Επειδή πάντως είναι σε κάποια σημεία εντυπωσιακή και η ιδέα ενδιαφέρουσα, πιστεύω ότι σε αρκετούς θα αρέσει.

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2018

ΕΡΩΤΑΣ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΣΤΟΥΣ "ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΣ"

Το 2003 ο Bernardo Bertolucci γυρίζει την τελευταία καλή ταινία του μέχρι σήμερα: Τους "Ονειροπόλους", μια ιστορία που περισσότερο από ό,τι άλλο, ως νοσταλγική θα τη χαρακτήριζα.
Βρισκόμαστε στο Παρίσι, τον περίφημο Μάη του 68. Ένας νεαρός και αθεράπευτα σινεφίλ αμερικάνος, που σπουδάζει στη Γαλλία και συχνάζει με πάθος στην θρυλική Ταινιοθήκη της, γνωρίζεται με δύο συνομίληκά του αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, που επίσης συχνάζουν εκεί και, ταυτόχρονα, είναι έντονα πολιτικοποιημένα. Σύντομα θα γίνουν αχώριστοι. Όταν οι διανοούμενοι γονείς των αδελφών φύγουν για το εξοχικό τους, οι τρεις νέοι θα κλειστούν στο μεγάλο διαμέρισμα και θα βιώσουν ποικίλους ερωτικούς πειραματισμούς, ενώ έξω από τα παράθυρά τους η επανάσταση μαίνεται.
Νομίζω ότι πριν από οτιδήποτε άλλο, ο Bertolucci ρίχνει μια απόλυτα νοσταλγική ματιά σε μια εποχή που έφυγε, φοβάμαι, ανεπιστρεπτί. Η νοσταλγία έχει να κάνει με την ίδια την κινηματογραφοφιλία πρώτα - πρώτα. Οι περί σινεμά συζητήσεις των ηρώων, η απόλυτη αγάπη τους για την τέχνη αυτή, μόνο από φανατικούς σινεφίλ μπορεί να γίνει κατανοητή. Κι έπειτα, βεβαίως, είναι η νοσταλγία για την επανάσταση και την επιθυμία (των νέων τουλάχιστον) για ξεπέρασμα όλων των ορίων και των ταμπού. Ή μάλλον όχι για την επανάσταση και το ξεπέρασμα αυτό, τα οποία, στο κάτω - κάτω, δεν επιτεύχθηκαν ποτέ, αλλά για μια εποχή όπου μεγάλο μερος των ανθρώπων (στη Δύση) πίστεψε, έστω και για λίγο, ότι μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο και έκανε προσπάθειες γι΄αυτό. Ίσως η μνήμη αυτής της για πάντα χαμένης πίστης είναι αυτό που περισσότερο απ' όλα νοσταλγούν όσοι, έστω και για λίγο, τη συμμερίστηκαν. Πολλά από τα όνειρα αυτά αποδείχτηκαν ίσως αφελή. Τι σημασία έχει αυτό τελικά; Όσοι συμμετείχαν στο όνειρο βίωσαν καταστάσεις που η σύγχρονη, πολύ πιο στεγνή και προσγειωμένη, εποχή αδυνατεί να προσφέρει.
Από την άλλη το φιλμ στοχάζεται πάνω στη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού, μαζικών και προσωπικών καταστάσεων.Φαίνεται επίσης να δείχνει την αναπόφευκτη επικράτηση της προσωπικής ηδονής πάνω στο "καθήκον" (επαναστατικό στην προκειμένη περίπτωση). Οι ήρωές μας θα κλειστούν στο δικό τους κόσμο και δεν θα συμμετάσχουν στην επανάσταση στους δρόμους, την οποία ωστόσο υποστηρίζουν μ' όλη τους τη δύναμη. Η αντίφαση αυτή δίνει άφθονη τροφή για σκέψη. Όχι, μη βγάλετε το συμπέρασμα ότι κλίνει υπέρ της ατομικότητας. Απλώς νομίζω ότι θέτει το μεγάλο θέμα της σχέσης δημόσιου - ιδιωτικού ή, αν θέλετε, καταδεικνύει μια "προσωπική" επανάσταση (ερωτική στην προκειμένη περίπτωση), η οποία προχωρά παράλληλα με την επανάσταση στους δρόμους.
Την θεωρώ σημαντική ταινία, που θέτει πολλαπλά ερωτήματα και συγχρόνως εξετάζει μια ταραγμένη εποχή ονείρων που έφυγε για πάντα. Οι σεμνότυφοι πάντως ας την αποφύγουν Περιλαμβάνει πολλές τολμηρές σκηνές...

Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2018

"CRASH AND BURN"... ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ

Θυμάστε τον αυστραλό σκηνοθέτη Russell Mulcahy; Ήταν αυτός που στα 80ς γύρισε το "Highlander" και μετά τις συνέχειές του, οι οποίες δεν βλέπονται. Πριν απ' αυτά μάλιστα είχε κάνει το πραγματικά παράξενο φιλμ τρόμου "Razorback" με ένα μεγάλο αγριογούρουνο που σκοτώνει. Ο λόγος που τα λέω αυτά είναι για να τονίσω την κατάντια ορισμένων δημιουργών. Διότι μετά απ' αυτό το ελπιδοφόρο ξεκίνημα, οι ταινίες είναι κακές (όχι ότι τις έχω δει όλες βέβαια).
Έτυχε να πέσει στα χέρια μου το "Crash and Burn", μια μεγάλου μήκους τηλεταινία του 2007. Ε, πρόκειται για τα πιο ρουτινιάρικα πράγματα που έχω δει. Υπάρχει μια (συμπαθής) συμμορία ειδικευμένη στις κλοπές αυτοκινήτων. Ο "μάστορας" του σπορ αυτού και φυσικός αρχηγός της επιστρέφει σ' αυτή μετά απουσία κάποιων χρόνων και επανασυνδέεται με τον κολλητό του. Οι φίλοι μας αναλαμβάνουν μια πολύ μεγάλη δουλειά (θα κλέψουν πολλά και σπάνια αμάξια) για έναν επικίνδυνο γκάνγκστερ, ενώ ταυτόχρονα απειλούνται από "κακιά" αντίπαλη συμμορία που ειδικεύεται στου ίδιου τύπου κλοπές. Όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, σε λίγο πολλά αυτοκίνητα θα γκαζώσουν, το πιστολιδι θα πέσει σύννεφο και τα πτώματα θα συσσωρευτούν.
Τόσο καλά. Νομίζω ότι το φιλμ δεν διαθέτει καμιά πρωτοτυπία (εκτός αν εκλάβετε ως τέτοια το ότι χωρίζει στα τέσσερα την οθόνη στις σκηνές των αναπόφευκτων αυτοκινητοκυνηγητών). Ούτε έχει να μας πει κάτι ιδιαίτερο. Τα κλισέ - η ανδρική φιλία, η αγάπη για τη γυναίκα που άφησε ο ήρωας, οι φιγούρες και η συμπεριφορά των κακών κλπ.- έρχονται το ένα μετά το άλλο, οι καταστάσεις είναι απόλυτα προβλέψιμες και το όλο πράγμα το έχουμε ξαναδεί πάμπολλες φορές. Γενικά δείτε το αυστηρά και μόνο αν πλήτετε μέχρι θανάτου και δεν υπάρχει τίποτα άλλο ή αν σας αρέσουν τα αγόρια που γκαζώνουν ασταμάτητα και κυνηγιούνται με αυτοκίνητα.
Είδα το φιλμ μόνο και μόνο για το όνομα του σκηνοθέτη. Τι κρίμα κάποιοι δημιουργοί με ταλέντο να ξεπέφτουν τόσο... Κρίμα! Πάντως βλέπω ότι ο Mulcahy συνεχίζει ακάθεκτος να κάνει τηλεόραση.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2018

Η "POST" ΚΑΙ Ο ΤΥΠΟΣ (ΟΠΩΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ)

Ο Steven Spielberg οριμάζει και - αν και βρίσκεται μακριά πλέον από τον πολύ καλό εαυτό του των άψογων περιπετειών των 70ς και 80ς - καταφέρνει πλέον να κάνει και καλές "σοβαρές" ταινίες, δίχως την γλυκερότητα και το μελό παλιότερων προσπαθειών του για "ποιοτικό" σινεμά. Αφορμή γι' αυτά τα σχόλια είναι το "The Post" (με την προσθήκη "Απαγορευμένα Μυστικά" στον ελληνικό τίτλο), με τους πάντα καλούς Μέριλ Στριπ και Τομ Χανκς στους βασικούς ρόλους (αν και το βάρος πέφτει στον χαρακτήρα της Στριπ). Το οποίο βεβαίως είναι ένα σύγχρονο "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου".
Η ιστορία είναι αληθινή (με τις χολιγουντιανές "προσθήκες" φυσικά). Αναφέρεται στον πόλεμο Τύπου και Νίξον στις αρχές των 70ς. Ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ μαίνεται και οι αμερικάνοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος κυριολεκτικά για το τίποτα (όπως θα αποδειχτεί), οι New York Times δημοσιεύουν μικρό μέρος απόρρητης έκθεσης που έχει διαρρεύσει από το Υπουργείο Εξωτερικών. Στην έκθεση όχι μόνο αποκαλύπτονται οι κάθε λογής βρωμιές που έχει κάνει η Αμερική εκεί (από την εποχή του Αϊσενχάουερ ήδη), αλλά και το ότι οι ειδικοί συμφωνούσαν ήδη από το 1965 περίπου ότι οι ΗΠΑ θα χάσουν τον πόλεμο, αλλά ουδείς πρόεδρος αποφάσιζε να αποδεχτεί την ήττα και να εισπράξει το πολιτικό κόστος. Οπότε η σφαγή συνεχίζεται μόνο και μόνο από ένα είδος άκαρπου "πείσματος" και πολιτικών συμφερόντων. Ο Νίξον (σύμφωνα με πολλά γκάλοπ ψηφίζεται ως ο πλέον μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ και τώρα την ζηλευτή αυτή διάκριση τείνει να κερδίσει ο Τραμπ) αντιδρά μηνύοντας τους Times και απαγορεύοντας την δημοσίευση άλλων στοιχείων για το θέμα. Και τότε η σχετικά μικρή την εποχή αυτή Wasington Post καταφέρνει να αποκτήσει ολόκληρο τον φάκελο, που ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελειται από 7000 (!!!) σελίδες. Το δίλημμα είναι αν θα τον δημοσιεύσουν αφού, μετά την απαγόρευση, κινδυνεύουν να πάνε φυλακή εκδότης και αρχισυντάκτης και η ίδια η εφημερίδα να κλείσει.
Το φιλμ λειτουργεί τέλεια ως πολιτικό θρίλερ με σφιχτοδεμένο σενάριο, που κρατά τον θεατή διαρκώς σε αγωνία και εισάγει συνεχώς διλήμματα : Θα επικρατήσει η λογική και η ανάγκη για ασφάλεια ή θα κάνουμε το σωστό, αυτό που επιτάσσει η αλήθεια και η ελευθερία του τύπου, βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, ριψοκινδυνεύοντας τα πάντα; Η ιστορία επικεντρώνεται στην εκδότρια, πλούσια και προσωπική φίλη μάλιστα πρώην υπουργού Εξωτερικών που εμπλέκεται στην υπόθεση (οπότε υπάρχει και η καθαρά συναισθηματική σύγκρουση : προστατεύω ή "δίνω" έναν καλό φίλο αν αποδειχτεί ότι δεν είναι και τόσο καθαρός;), η οποία έχει αναλάβει την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της δίχως να ξέρει και πολλά για τη δουλειά. Τώρα όμως πρέπει να πάρει σημαντικές αποφάσεις υπό πίεση, καθώς διακυβεύονται τα πάντα.
Φυσικά η ταινία γυρίστηκε τη συγκεκριμένη εποχή διότι, μετά 50 χρόνια, και πάλι οι σχεσεις προέδρου - τύπου βρίσκονται στο χειρότερο δυνατό σημείο. Έτσι ο Spielberg κάνει κι αυτός την "αντίστασή" του στον απολυταρχισμό Τραμπ. Επίσης το φιλμ μεταφέρει με πολύ καλό τρόπο το κλίμα της εποχής - τα 60ς είναι ακόμα πολύ κοντά - και τέλος, μας μιλά για κάτι που έχει εκλείψει στις μέρες μας: Για την τεράστια δύναμη που είχε ο τύπος κάποτε. Μπορούσε σχεδόν να ανεβάσει και να κατεβάσει κυβερνήσεις και ό,τι γραφόταν το έπειρναν σοβαρά οι πάντες (και οι ισχυροί). Σήμερα υπάρχουν βεβαίως νέα μέσα, αλλά νομίζω ότι η κλασική εφημερίδα βαίνει αργά προς εξαφάνιση.
Προσωπικά η ταινία μου άρεσε πολύ. Ίσως κάποιοι να δείχνονται λίγο πιο ήρωες απ' ότι υπήρξαν στην πραγματικότητα, αλλά δεν πειράζει. Στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε. Κι αυτό είναι, νομίζω, ένα άριστο δείγμα του του καλού χολιγουντιανού κινηματογράφου.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2018

Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΧΑΡΙ" ΚΑΙ Ο ΥΠΟΧΘΟΝΙΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ

Βρισκόμαστε στα 1971 όταν ο καλός σκηνοθέτης Don Siegel (1912-1991) γυρίζει το "Dirty Harry" ("Ο επιθεωρητής Κάλαχαν"), το πρώτο από τη σειρά με ήρωα τον ομώνυμο αστυνομικό, με τον Κλιντ Ίστγουντ φυσικά στο βασικό ρόλο. Τα σίκουελ, σχετικά σπάνια ακόμα την εποχή εκείνη, γυρίστηκαν λόγω της επιτυχίας αυτής της πρώτης ταινίας.
Ο επιθεωρητής Κάλαχαν (με το παρατσούκλι "Βρώμικος Χάρι") εφαρμάζει το νομο με τον δικό του τρόπο: Αυτοδικώντας, με το όπλο του πάντοτε να πρωταγωνιστή σε κάθε διαμάχη. Αυτό τον φέρνει συχνά σε αντιπαράθεση με τους ανωτέρους του, αλλά... ψιλά γράμματα. Αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ, ο οποίος πρώτα δολοφονεί άσχετους ανθρώπους (και μάλιστα συχνά γυναίκες ή παιδια) και μετά ζητά υπέρογκα λίτρα για να μη σκοτώσει τον επόμενο. Ο Κάλαχαν φυσικά θα τον αντιμετωπίσει με τον δικό του τρόπο. Τα πράγματα όμως θα γίνουν ακόμα πιο σοβαρά όταν τα δικαστήρια, όπου προσάγεται ο ύποπτος, έχουν διαφορετική γνώμη για τα δικαιώματα ακόμα και των δολοφόνων...
Τα θετικά πρώτα: Καλογυρισμένο φιλμ που κρατά τον θεατή, απ' αυτά τα "στέρεα" αστυνομικά των 70ς. Η ατμόσφαιρα της εποχής, που διαπερνά τα πάντα, αποτελεί ένα ακόμα - νοσταλγικό ίσως - συν. Ως περιπέτεια του είδους λοιπόν (παρά τις μερικές φορές αδύνατο να συμβούν ταρζανιές του Χάρι) στέκει μια χαρά ως σήμερα. Άλλωστε ο Σίγκελ υπήρξε καλός σκηνοθέτης.
Και τα κακά; Δεν το ανακαλύπτω εγώ, αποτελεί κοινότατη κατηγορία ενάντια στα φιλμ της σειράς: Υπάρχει ένας εντονότατος υφέρπων φασισμός σε όλα τα επίπεδα. Κατ' αρχήν η ταινία είναι απροκάλυπτα υπέρ της αστυνομίας και εναντίον των κάθε λογής  "punks" (όχι με τησημερινή έννοια). Φυσικά αυτό συμβαίνει στα περισσότερα αστυνομικά, εδώ όμως δηλώνεται ρητά και ευθαρσώς, τόσο που ενοχλεί. Και υπάρχει βέβαια και το φλέγον θέμα της αυτοδικίας, αληθινή ραχοκοκαλιά του φιλμ. Αφού ο νόμος δεν μπορεί, τον παίρνουμε στα χέρια μας. Μάλιστα. Θα παρατηρήσετε σωστά: Μα αυτό λίγο-πολύ υπάρχει στις περισσότερες αμερικάνικες ταινίες δράσης και σε όλες σχεδόν τις υπερηρωικές (εξ ορισμού σ' αυτές). Ναι, αλλά εδώ η αυτοδικία κυριολεκτικά προπαγανδίζεται, δείχνεται ως ο μόνος σωστός δρόμος για την ύπαρξη δικαιοσύνης. Δεν είναι τόσο η υποστήριξή της που ενοχλεί (είπαμε, αυτή ενυπάρχει στις μισές αμερικάνικες mainstream ταινίες) όσο η απόλυτα απορριπτική ματιά σε όσους διαφωνούν μ' αυτή: Το "σύστημα " λοιπόν εν γένει, η δικαιοσύνη και η ίδια η "συμβατική" αστυνομία και όσοι μιλούν για "δικαιώματα των κατηγορουμένων" παρουσιάζονται από "μαλακοί" φλούφληδες έως ηλίθιοι. Και είναι τόσο εξώφθαλμα μη δίκαια όσα πράτουν (και όχι ιδιαίτερα πιστευτά) και ο τρόπος με τον οποίο μιλούν, ώστε ο θεατής στρέφεται άμεσα εναντίον τους και υποστηρίζει με όλη του την ψυχή την δίκαιη αυτοδικία του επιθεωρητή. Οι κάθε λογής "υποστηρικτές των δικαιωμάτων" παρουσιάζονται συνειδητότατα με τόσο απωθητικό τρόπο, ώστε δεν μπορείς παρά να είσαι "με τους άλλους".
Ας θυμηθούμε την εποχή: Βρισκόμαστε ακόμα πολύ πολύ κοντά στην ανατρεπτικιή δεκαετία του 60, όπου άπαντες σχεδόν οι θεσμοί έχουν αμφισβητηθεί. Το 1971 όμως τόσο το χίπικο όνειρο της αγάπης και της μη βίας όσο και οι όποιες αριστερές συμπάθειες έχουν πλέον εμφανώς ξεφτίσει. Ο κόσμος δεν άλλαξε τελικά. Το φιλμ αυτό ίσως να σηματοδοτεί καθαρότερα από οποιοδήποτε άλλο την συντηρητική αντεπίθεση, την "επαναφορά στην τάξη". Οι επαναστάτες και οι αμφισβητίες, είτε σιωπηλοί είτε ακτιβιστές, είναι ηλίθιοι φλούφληδες. Ας καθαρίσουμε μ' αυτούς. Τον πρώτο λόγο πρέπει να έχουν τα όπλα και η δικαιοσύνη της "κοινής λογικής". Τα υπόλοιπα είναι μπούρδες. Μάλιστα. Το τι συμβαίνει σήμερα με τα όπλα στην Αμερική, το "απολαμβάνουμε" βεβαίως σχεδόν καθημερινά στις ειδήσεις...
Τέλος πάντων. Καλή και σφιχτή ταινία, ιδεολογικά όμως πιο κοντά στον φασισμό από ποτέ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο "ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ" BOURNE;

Το 2002 γνωρίσαμε για πρώτη φορά τον αμνησιακό σούπερ πράκτορα Bourne και, ομολογώ, χαρήκαμε πολύ. Το πρώτο φιλμ της σειράς με τίτλο "The Bourne Identity" γύρισε τότε ο Doug Liman και ο ελληνικός τίτλος ήταν "Χωρίς Ταυτότητα", με τον Ματ Ντέιμον βεβαίως στο βασικό ρόλο.
Ένα αλιευτικό σκάφος περισυλλέγει από τη θάλασσα έναν μισοπεθαμένο άντρα, τον οποίο έχουν πυροβολήσει. Όταν αυτός συνέρχεται διαπιστώνει ότι πάσχει από αμνησία : Δεν ξέρει ούτε ποιος είναι ούτε πώς βρέθηκε σ' αυτή την κατάσταση. Βγαίνοντας στη στεριά πασχίζει με κάθε τρόπο να βρει την ξεχασμένη του ταυτότητα, ενώ σύντομα διαπιστώνει ότι είναι εξαιρετικά εκπαιδευμένος. Στην ουσία είναι ένα πραγματικό ανθρώπινο όπλο. Πράκτορας μάλλον. Από ποιον όμως; Και γιατί τον κυνηγούν όλοι; Για ποιούς δουλεύει (ή δούλευε); Ποια είναι (ήταν) η αποστολή του;
Ας πούμε αρχικά ότι η ταινία είναι αληθινά διασκεδαστική (δεν εννοώ με τη χιουμοριστική έννοια του όρου): Διαθέτει εξαιρετικό σασπένς, μυστήριο, άψογα σκηνοθετημένη δράση, σχετικά πρωτότυπο σενάριο και καταφέρνει να κρατά τον θεατή από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Αληθινά χορταστική. Τι άλλο θέλετε; Υπάρχει και το κοσμοπολίτικο στοιχείο (ο Μπουρν ψάχνει τον εαυτό του - και καταδιώκεται - σε πολλές πόλεις, ενώ υπάρχει και Ελλάδα στο όλο τρέξιμο), παίζει και η συμπαθής Φράνκα Ποτέντε... Γενικά θεωρώ την συγκεκριμένη ταινία (και τις δύο άλλες που ακολούθησαν, του Greengrass αυτές), ως πρότυπο καλών θρίλερ δράσης, ίσως του πιο πολυφορεμένου, κακοποιημένου και συνήθως βαρετού είδους του αμερικάνικου τουλάχιστον κινηματογράφου. Όσο για τα νοήματα... καλά πάμε κι εδώ, αφού οι "κακοί" είναι διάφορες μυστικές υπηρεσίες, οι πράκτορες είναι, απλώς, αναλώσιμα αντικείμενα και όλη η προσπάθεια του ήρωα έγκειται στο να ξεφύγει απ' αυτά που τον έχουν προορίσει και προγραμματίσει (αν θέλετε ερμηνεύστε το και ως υπαρξιακή μεταφορά κάποιου που ψάχνει τον εαυτό του πασχίζοντας να γλυτώσει από τα καλούπια και απ' όσα οι άλλοι περιμένουν από αυτόν και του έχουν "αναθέσει". Στην πραγματική ζωή ερήμην του).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα, κυρίως ως φιλμ καθαρής περιπέτειας και κινηματογραφικής απόλαυσης. Και βρήκα ότι αντέχει στον χρόνο. Μακάρι να ήταν έτσι τα κατασκοπικά (ή περίπου) θρίλερ...

Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2018

ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ... ΣΤΟ "EXECUTIVE DECISION"

Προσθήκη λεζάντας
O Stuart Baird είναι κυρίως μοντέρ, σε μεγάλες χολιγουντιανές επιτυχίες μάλιστα. Έχει όμως γυρίσει και τρεις ταινίες. Η πρώτη  απ' αυτές είναι το "Executive Decision" (Κρίσιμη Απόφαση) του 1996. Και, ε, δεν διαφέρει και πολύ από δεκάδες άλλες συνηθισμένες αμερικάνικες παραγωγές δράσης.
Εδώ κακοί άραβες τρομοκράτες καταλαμβάνουν επιβατικό αεροπλάνο, στο οποίο μάλιστα συμπτωματικά επιβαίνει και φιλόδοξος γερουσιαστής. Απαιτούν υπέρογκα λύτρα και την απελευθέρωση ενός φυλακισμένου "τρομοκράτη". Και υπάρχει και μια πολύ επικίνδυνη βομβα στο αεροπλάνο... Η κυβέρνηση στέλνει ομάδα κομάντος να "προσεγγίσει" εν πτήσει το αεροπλάνο με ένα ειδικό σκάφος. Στην ομάδα συμμετέχει και ειδικός σύμβουλος της Ουάσινγκτον, άμαχος κατά τα άλλα. Κάτι όμως θα πάει στραβά και τελικά κάποιοι από την ομάδα θα ξεμείνουν κρυμένοι στο υπό κατάληψη σκάφος. Και το σασπένς αρχίζει...
Τη συνταγή την ξέρετε καλά: Αυξανόμενο σασπένς, σφιχτό timing (όλα πρέπει να γίνουν σε πολύ συγκεκριμένο χρόνο που διαρκώς λιγοστεύει, αλλιώς τα πάντα θα τιναχτούν στον αέρα), πολύ κακοί και αδίστακτοι "κακοί", μια βόμβα που πρέπει να μην εκραγεί παρά τον προγραμματισμό της κλπ. κλπ. Τα κλισέ πάμπολλα, οι ήρωες πιο ηρωικοί από ποτέ, οι σεναριακές αφέλειες δίνουν και παίρνουν. Γενικά μια ακόμα ρουτινιάρικη ταινία του είδους, απ' αυτές που βλέπεις μόνο και μόνο για να περάσεις την ώρα σου (όχι απαραίτητα με τον καλύτερο τρόπο). Αφείστε που, αν οι άραβες τρομοκράτες ήταν από το 96 τόσο κακοί, φανταστείτε πώς τους βλέπουν τώρα, με όσα έχουν μεσολαβήσει...
Θα μου πείτε "μα καλογυρισμένο είναι και σασπένς διαθέτει". Νομίζω ότι αυτά απότελούν πλέον κοινούς τόπους, πεπατημένες, καθώς υπάρχουν στα περισσότερα χολιγουντιανά θρίλερ του είδους. Είναι τόσο κοινές (θετικές βεβαίως) ιδιότητες, που παύω να τις θεωρώ αρετές. Είπαμε: Πρόκειται για καλοεκτελεσμένη συνταγή.
Στο βασικό ρόλο ο Κερτ Ράσελ (που κυριολεκτικά τα κάνει όλα και συμφέρει), σε πολύ μικρότερο (ευτυχώς) ο Στίβεν Σίγκαλ και σε ρόλο πανέξυπνης αεροσυνοδού η Χάλι Μπέρι. Μόνο αν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε και θέλετε ντε και καλά να σκοτώσετε την ώρα σας...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2018

"ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ": ΠΑΝΕΞΥΠΝΗ ΙΔΕΑ, ΑΛΛΑ...

Δυστυχώς ο "Μικρόκοσμος" (Downsizing, 2017) του Alexander Payne είναι η πρώτη ταινία ενός αγαπημένου δημιουργού που δεν μου άρεσε ιδιαιτερα. Νομίζω ότι για πρώτη φορά εδώ ο Payne χάνει τον έλεγχο. Ας δούμε όμως την ιστορία:
Νορβηγοί επιστήμονες καταφέρνουν να σμικρύνουν οτιδήποτε οργανικό. Έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε ανθρωπάκι ύψους 5 περίπου εκατοστών. Τα πλεονεκτήματα για την ανθρωπότητα είναι τεράστια: Το οικολογικό λύνεται, αφού τα ίδια δισεκατομμύρια ανθρώπων θα μολύνουν πολύ λιγότερο τον πλανήτη, θα καταναλώνουν ελάχιστα, οπότε οι γήινοι πόροι δεν ξοδεύονται με τους σημερινούς ρυθμούς και, σε προσωπικό επίπεδο, θα μπορούν να απολαμβάνουν πολυτέλειες (από χαβιάρι και διαμάντια έως μέγαρα για διαμονή) με ελάχιστο κόστος. Προαιρετικά λοιπόν πολλοί επιλέγουν να σμικρυνθούν σε ειδικές εταιρίες, που τους παραχωρούν και τον "ιδανικό" (μικρό)κόσμο για να ζήσουν. Το ζεύγος των ηρώων αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βημα (αν κανείς σμικρυνθεί δεν υπάρχει επιστροφή). Όταν όμως ο σύζυγος ξυπνάει από τη διαδικασία βιώνει το πρώτο (καθαρά προσωπικό) σοκ.
Η ιδέα, που ανήκει βέβαια στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, είναι πανέξυπνη. Όπως και ο χειρισμός της, που ταιριάζει πολύ στο σατιρικό και ταυτόχρονα τρυφερό και ευαίσθητο πνεύμα του Payne. Κι όχι μόνο αυτό: Ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να καυτηριάσει την ανθρώπινη φύση, συχνά συνυφασμένη με την απληστία, τη βία και την εξουσιομανία, τη ροπή προς την παρανομία. Βλέπετε, ο ήρωάς μας σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο "ειδυλιακός" κόσμος των "μικρών ανθρώπων", παρά την απαστράπτουσα εικόνα που αρχικά παρουσιάζει (ουσιαστικά πρόκειται σχεδόν για υλοποίηση της ιδανικής, ουτοπικής κοινωνίας), κουβαλά τα προβλήματα της "κανονικής" ανθρωπότητας : Η κοινωνία είναι και πάλι ταξική, γεμάτη ανισότητες, ενώ η ίδια η μέθοδος σμίκρυνσης χρησιμοποιείται μερικές φορές για όχι και τόσο "καλούς" σκοπούς.
Όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Πού βρίσκεται όμως το πρόβλημα; Ενώ στην αρχή η ιδέα αυτή μοιάζει να είναι δουλεμένη με τον τρόπο και το στιλ του Payne, σύντομα, στο δεύτερο μέρος κυρίως, η ιστορία ξεφεύγει, αλλάζει στην ουσία θέμα, και μετατρέπεται σε ίστορία σχεδόν τέλους του κόσμου, με έντονο διδακτισμό και οικολογικό (εύκολο όμως) προβληματισμό. Αν συνυπολογίσετε και τη μεγάλη διάρκεια, φοβάμαι ότι έχουμε να κάνουμε με την πρώτη αποτυχία του σκηνοθέτη. Με λίγα λόγια νομίζω ότι δεν "έδενε" το μείγμα και, προσωπικά, κουράστηκα κάπως. Κρίμα, γιατί αν δεν ξέφευγε σε άλλα, αχρείαστα κατά τη γνώμη μου, μονοπάτια, ο Payne θα είχε κάνει άλλη μία εξαιρετική ταινία στο κλίμα του. Η πρωτότυπη ιδέα του έδινε αυτή τη δυνατότητα.

Τρίτη, Ιανουαρίου 09, 2018

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ "ANCHORMAN" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ APATOW.

Η σύγχρονη αμερικάνικη κωμωδία που εισήγαγε ο Judd Apatow είτε ως παραγωγός είτε ως σκηνοθέτης διαθέτει, ως γνωστόν, λεκτική τόλμη και καθόλου πολιτικώς ορθό χιούμορ. Στο "Anchorman: The Legent of Ron Burgundy" του 2014 ο Apatow είναι παραγωγός. Το φιλμ γυρίστηκε από τον Adam McKay με τον Γουίλ Φερέλ στον ομώνυμο ρόλο.
Μας μεταφέρει πίσω στη δεκαετία του 70 στο Σαν Ντιέγο, όπου ο Ron Burgundy είναι τοπ παρουσιαστής ειδήσεων. Τον γνωρίζουν οι πάντες και τον λατρεύουν (άσχετο αν τα νέα του είναι του στιλ "έγκυο πάντα στο Ζωολογικό Κήπο της πόλης!"). Την εποχή αυτή τα δελτία ειδήσεων ήταν πλήρως ανδροκρατούμενα. Το ίδιο φυσικά και η ανεκδιήγητη ομάδα του Ρον (ο ίδιος παρουσιαστής κύριων ειδήσεων και οι άλλοι επι τόπου ρεπορτάζ, σπορ και καιρός). Φυσικά ο Ρον έχει όσες γυναίκες θέλει. Έως ότου στο κανάλι προσλαμβάνεται μια όμορφη ξανθιά, εξαιρετικά φιλόδοξη "για γυναίκα". Όλοι της την πέφτουν με πενιχρά αποτελέσματα, ενώ εκείνη δηλώνει ευθαρσώς και επανειλημμένα ότι θελει να γίνει βασική παρουσιάστρια ειδήσεων, πράγμα που μόνο γέλιο προκαλεί. Ωστόσο ο Ρον, για πρώτη φορά στη ζωή του, ερωτεύεται πραγματικά. Όχι όμως ότι είναι και διαθέσιμος να παραχωρήσει έστω και ένα εκατοστό από τα ανδρικά του προνόμια...
Να λοιπόν τι μου συνέβει παρακολουθώντας το φιλμ: Αρχικά το θεώρησα τερατώδη μπούρδα. Εύρισκα το χιούμορ του κρύο και ηλίθιο. Όσο όμως προχωρούσε η ώρα αντιλαμβανόμουν όλο και περισσότερο ότι κάθε ίχνος αληθοφάνειας κυριολεκτικά εξαφανιζόταν (επίτηδες φυσικά) κι ότι η ταινία όδευε όλο και πιο πολύ προς μια απόλυτα σουρεαλιστική και δίχως ίχνος ρεαλισμού παρωδία. Και ότι, κυρίως, σατίριζε αλύπητα την ανδρική καφρίλα και αίσθηση ανωτερότητας έναντι των γυναικών. Και ότι, επίσης, ταυτόχρονα παρωδούσε όλο και περισσότερα κινηματογραφικά κλισέ, καθώς και το κλίμα των 70'ς εν γένει. Έτσι όταν τελικά έφτασε στο αποκορύφωμα της παράνοιας (και της παρωδίας διαφόρων ειδών), είχα φτάσει να εκτιμώ όλο αυτό το κλίμα και την προαναφερθείσα παντελή έλλειψη πολιτικής ορθότητας. Έστω κι αν συχνά το χιούμορ είναι χοντρό και στα όρια του χυδαίου (στα όρια μόνο, μην τρομάξετε πολύ απ' αυτό που γράφω).
Τελικά βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, καθώς κάθε μορφή σοβαροφάνειας και ρεαλισμού τινάζονται στον αέρα. Αν λοιπόν είστε οπαδός αυτού του παρωδιακού, παραληρηματικού χιούμορ σίγουρα θα διασκεδάσετε. Προσωπικά τουλάχιστον στην αρχή ουδόλως περίμενα ότι όλο αυτό θα είχε μια τόσο απογειωτική κατάληξη στο χώρο του παράλογου.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η σκηνή όπου ο Φαρέλ παίζει φλάουτο παρωδώντας με ξεκαρδιστικό τρόπο τον... Ίαν Άντερσον των Jethro Tull.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2018

ΟΙ ΔΕΚΑ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΦΑΡΑΩ ΣΤΟ "THE REAPING"

Το 2007 ο Stephen Hopkins γυρίζει το μεταφυσικό θρίλερ (τρόμου υποτίθεται, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν τρόμαξα) "The Reaping" με τη Χίλαρι Σουόνκ στον βασικό ρόλο. Όπου βιβλικές κατάρες, σατανικά παιδιά και άλλα τέτοια μπερδεύονται, όχι απαραίτητα με επιτυχία ώστε να δέσει καλά το μείγμα...
Η ηρωίδα είναι πρώην χριστιανή ιεραπόστολος που έχει χάσει την πίστη της και η τωρινή δουλειά της είναι να αποδεικνύει ότι διάφορα ανά τον κόσμο "θαύματα" δεν έχουν παρά φυσικές αιτίες, που εξηγούνται επιστημονικά. Ώσπου καλείται, με τον μόνιμο συνεργάτη της, σε μικρή πόλη χαμένη κάπου στις ΗΠΑ, όπου οι κάτοικοι πιστεύουν ότι εξαπολύονται εναντίον τους οι δέκα βιβλικές πληγές του Φαραώ. Πρώτα - πρώτα το νερό του ποταμού έχει γίνει κόκκινο σαν αίμα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά (πιστεύουν ότι) το κακό προξενείται από ένα 12χρονο κορίτσι που ζει απομονωμένο με τη μητέρα του. Όταν φτάνουν στο μέρος αυτό διαπιστώνουν ότι όντως φριχτές κατάρες πλήττουν το μέρος... και πιθανόν αυτό να μην είναι παρά μόνο η αρχή του Κακού...
Η ταινία κυλά, νομίζω, ρουτινιέρικα σε όλα τα επίπεδα. Ούτε φοβερό νεύρο διαθέτει, ούτε να τρομάξει καταφέρνει (εμένα τουλάχιστον), ενώ το σενάριο, με την τελική ανατροπή, διαθέτει πάμπολλα κλισέ του είδους. Και, αν αναρωτιέστε ακόμα, ναι, το υπερφυσικό Κακό υπάρχει και ο διάβολος έχει βάλει το χεράκι του (ή την ουρά του) και στο τέλος γίνεται χαμός από αστραπές και βροντές και ακτίνες και άλλα τέτοια εξ ουρανού, και αρχαίες αιρέσεις εμπλέκονται... και τι άλλο να σας πω; Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι όλη η χριστιανική σάλτσα, με την πίστη που χάνεται και ξαναβρίσκεται, διότι δίχως αυτήν και δίχως τη βοήθεια του θεού τίποτα καλό δεν γίνεται και άλλα τέτοια που έχουμε δει (και μπουχτίσει) πολλές φορές. Και, τελικά, και σαν καθαρό θρίλερ να το αντιμετωπίσει κανείς, μάλλον άνευρο μου φάνηκε.
Αν καμιά φορά σας πέσει στα χέρια και δεν έχετε τι άλλο να κάνετε... ΟΚ, κάντε μια προσπάθεια. Σίγουρα πάντως δεν θα το θεωρούσα ως μία από τις καλές ταινίες ενός είδους το οποίο, ούτως ή άλλως, πάσχει εμφανώς τα πολλά τελευταία χρόνια.

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2018

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ "THE FLORIDA PROJECT"

Να λοιπόν ένα καλό δείγμα του πραγματικού και "καθαρόαιμου" ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά: Ο Sean Baker γυρίζει το 2017 το "The Florida Project" και ρίχνει το βλέμμα του σε μια σκοτεινή γωνιά του "αμερικάνικου όνειρου", που σπάνια δείχνει ο κινηματογράφος.
Στη Φλόριντα υπάρχει μία (ακόμα) Ντίσνεϊλαντ. Στις παρυφές της υπάρχουν πλήθος λαϊκές πολυκατοικίες και μοτέλ που έχουν μετατραπεί σε κατοικίες, καθώς και άλλα εγκαταλειμμένα κτίρια. Στο μέρος αυτό κατοικούν πάμπολλοι άνθρωποι, στα όρια του περιθωριακού αν και όχι ακριβώς, που τα βγάζουν πέρα όπως - όπως με ψευτοδουλειές. Πολλοί απ' αυτούς είναι λατίνοι μετανάστες. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι όλα τα κτίρια (και τα μαγαζιά) είναι βαμμένα με εντονότατα, απόλυτα κιτς χρώματα, οι γιγαντοαφίσες και τα πλαστικά διαφημιστικά γλυπτά... άστα να πάνε και γενικά τα πάντα αναδύουν μια αρρωστημένα χαρωπή και αβάσταχτα κιτς ατμόσφαιρα, η οποία βεβαίως "στεγάζει" μπόλικη μιζέρια.
Οι ηρωίδες, μια 22χρονη μόνη μητέρα και η εξάχρονη κόρη της ζουν σε ένα δωμάτιο μοτέλ, διαχειριστής του οποίου είναι ένας αυστηρός, αλλά καλόκαρδος Γουίλιαμ Νταφόε. Το φιλμ, επίτηδες αποσπασματικό, σαν σειρά μικρών επεισοδίων, δείχνει κομμάτια από τη ζωή μάνας και κόρης, αλλά και του γενικότερου μικρόκοσμου που τις περιβάλλει. Απόλυτοι πρωταγωνιστές είναι βεβαίως τα παιδιά. Η μικρή Μούνι με τον κολλητό της φιλο και ένα προσφάτως προσαρτηθέν στην παρέα μαύρο κοριτσάκι (πατεράδες δεν υπάρχουν πουθενά) είναι τον περισσότερο χρόνο τους ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν και να περιπλανηθούν όπου γουστάρουν (η μητέρα της μικρής δεν έχει πολύ χρόνο για κείνη καθώς προσπαθεί να επιβιώσει με ελαφρώς παραβατική συμπεριφορά και, ενίοτε, γίνεται και πόρνη). Παρακολουθούμε τα ατέλειωτα παιχνίδια, τις σκανταλιές των μικρών (μερικές φορές σοβαρές και επικίνδυνες), αλλά και τις δύσκολες, σκοτεινές στιγμές τους. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τις ιστορίες των μεγάλων.
Παρά το ότι το φιλμ μας δείχνει ένα αρνητικό, φτωχό, μίζερο περιβάλλον (πλημμυρισμένο ωστόσο από χρώματα που βγάζουν μάτι), δεν κάνει σε καμία περίπτωση τον θεατή να "κόψει φλέβες". Αντίθετα διαθέτει πολλές εύθυμες έως αστείες στιγμές και όλη αυτή η μιζέρια αντιμετωπίζεται με συμπάθεια και με χιούμορ, ακόμα και στις πιο "δύσκολες" στιγμές της. Η νεαρή μητέρα διαθέτει ένα κράμα χαρακτηριστικών: Αυθάδης, επιθετική, πραγματικά ενοχλητική πολλές φορές, υπερασπίζεται ταυτόχρονα με πάθος τα (όποια) δικαιώματά της και αγαπά πραγματικά την κόρη της, με την οποία συχνά παίζει μέχρι τελικής πτώσης με ανόητο σχεδόν τρόπο, αφού και η ίδια, όντας σχεδόν παιδί, χρειάζεται το παιχνίδι. Η μικρή... είναι όλα τα λεφτά: Ενοχλητική μερικές φορές, σαν τη μάνα της, είναι εντελώς αφοπλιστική και πέρα για πέρα πειστική στο ρόλο της. Γενικά πρόκειται για μια από τις καλύτερες παιδικές ερμηνείες που έχω δει ποτέ στην οθόνη. Πραγματικά απίστευτη η Μπρούκλιν Πρινς!
Γενικά το φιλμ δείχνει τα παιδιά, ρέμπελα, ενοχλητικά, "κακά", ελεύθερα, χαρούμενα, εύθυμα και παιχνιδιάρικα, όπως ακριβώς είναι. Σπάνια έχει αποτυπωθεί στο πανί τόσο αληθινή εικόνα της παιδικής ηλικίας (εδώ σχεδον περιθωριακών κοινωνικών τάξεων). Το πικρό εναλλάσσεται με το γλυκό, η χαρά με το φόβο, το παιχνίδι με την τιμωρία... Γενικά πάντως η ταινία, στην κατηγορία αυτών που αποκαλούμε "φέτα ζωής", με την θαυμάσια ιδέα της να δει τον γύρω από μια Ντίσνεϊλαντ φτωχικό μικρόκοσμο, διαθέτει στον πυρήνα της μια ισχυρή αλληγορία: Οι άνθρωποι αυτοί, παρίες φυσικά του αμερικάνικου ονείρου, ζουν δίπλα σε ένα "υπέροχο παραμύθι", το οποίο βλέπουν, απαγορεύεται όμως αυστηρά να αγγίξουν. Γι' αυτούς απομένουν μονάχα τα (απόλυτα κιτς) πολύχρωμα ξεφτίδια του...

Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2018

ΑΛΗΘΕΙΑ Ή ΨΕΜΑ, ΑΣΦΑΛΕΙΑ Ή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΣΤΟ "TRUMAN SHOW"


Στην κορυφή της καριέρας του ο αυστραλός Peter Weir γυρίζει το 1998 την τελευταία μεγάλη ταινία του, το "The Truman Show", μια ταινία που θετει πολλά ερωτήματα και προσφέρει γόνιμο πεδίο για σκέψη και προβληματισμό. Και, συγχρόνως. δίνει στον Τζιμ Κάρεϊ την ευκαιρία να ερμηνεύσει έναν από τους καλύτερους (και ελάχιστους "σοβαρούς") ρόλους του.
Ο Τρούμαν ζει μια άνετη, ήσυχη, ασφαλή ζωή σε ειδυλλιακή μικρή αμερικάνικη πόλη. Με όμορφη σύζυγο, καλούς φίλους, καλή δουλειά... όλα είναι όπως πρέπει. Υπερβολικά όπως πρέπει θα λέγαμε. Και υπερβολικά κοινότοπα και ασφαλή και ήσυχα. Σύντομα μαθαίνουμε ότι ο ήρωάς μας είναι ακουσίως ήρωας ενός τεράστιου τηλεοπτικού σόου, ενός τερατώδους ριάλιτι. Όλα γύρω του είναι σκηνικά, όλοι οι φίλοι, ακόμα και η σύζυγός του, ηθοποιοί. Δεν υπάρχει τίποτα, μα τίποτα αληθινό στο περιβάλλον του. Ολόκληρη η ζωή του μεταδίδεται απ' ευθείας σε εκατομμύρια άπληστους για το θέαμα τηλεθεατές. Πώς θα αντιδράσει όταν τα μάθει (κατά λάθος, βεβαίως) όλα αυτά; Και τι θα γίνει όταν συναντήσει τον διάσημο σκηνοθέτη που σκηνοθετεί όλο αυτό το bigger than life σόου;
Το φιλμ με το ευφάνταστο σενάριο μας προβληματίζει σε πολλά επίπεδα: Σε πρώτο έχουμε βεβαίως μια κριτική σε όλα αυτά τα ηλίθια ριάλιτι που κατακλύζουν παγκοσμίως τις μικρές οθόνες. Η συζήτηση για το θέμα της ιδιωτικότητας και την πανταχού παρούσα ύπαρξη του "Μεγάλου Αδελφού" είναι το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό. Ο προβληματισμός όμως προχωρά πολύ βαθύτερα. Υπάρχει η σκέψη για την αυθεντικότητα των όσων βιώνουμε, των όσων μας αρέσουν: Τι είναι καθαρά δική μας επιλογή και τι μας επιβάλλεται έξωθεν; Και βέβαια το ύστατο μεγάλο ερώτημα: Τι προτιμάμε; Την ασφάλεια ή την ελευθερία; Διότι ο ήρωάς μας απολαμβάνει μιας πρωτοφανούς ασφάλειας, είναι προστατευμένος από όλους τους κινδύνους του άγριου "έξω κόσμου", του αληθινού δηλαδή. Το τίμημα όμως είναι ότι τίποτα απ' όσα ζει δεν είναι αυθεντικό, τίποτα δεν τον συγκλονίζει, δεν τον παθιάζει πραγματικά. Όλα είναι δεδομένα, έτοιμα, όμοια...
Στο δεύτερο μέρος δεσπόζει η σύγκρουση πατέρα - γιου ή, αν θέλετε, θεού/δημιουργού - δημιουργήματος. Έρχεται η στιγμή που όλα γίνονται ξεκάθαρα, η στιγμή που ο γιος / δημιούργημα θα επαναστατήσει ενάντια στον πατέρα / θεό. Τι θα συμβεί τότε; Κι άλλο ένα ερώτημα, σε σχέση με την τέχνη αυτό: Ως πού μπορεί να φτάσει αυτή; Βλέπετε ο σκηνοθέτης που κινεί τα νήματα της ζωής του Τρούμαν είναι και ένας μεγάλος, παγκόσμια σεβαστός καλλιτεχνης. Τι είναι επιτρεπτό για να παράγει τη μεγάλη τέχνη του; Ως πού μορεί να φτάσει για να πετύχει το ποθητό καλλιτεχνικό αποτέλεμα; Μπορεί να παίζει ακόμα και με τις ζωές των ανθρώπων;
Και μια μικρή, ανατριαχιστική λεπτομέρεια που ίσως να δείχνει το μέλλον: Ο Τρούμαν έχει "αγοραστεί" με συμβόλαιο πριν καν γεννηθεί από μια μεγάλη πολυεθνική για διαφημιστικούς λόγους...
Σασπένς, συγκίνηση, αλλά και καυστικότατη σάτιρα για τη διαφήμιση, τα όρια της ιδιωτικότητας, την αυθεντικότητα τελικά των ζωών μας, συνθέτουν μια από τις μεγάλες ταινίες της δεκαετίας του 90. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο φιλμ θα προβληματίζει πάντα τον θεατή. Ίσως μάλιστα, φοβάμαι, στο μέλλον πολύ περισσότερο...

eXTReMe Tracker