Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2017

Η "ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ" ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ

Το 1993 το AIDS ήταν ακόμα μια τρομαχτική απειλή (και) για τη Δύση (και τώρα δηλαδή, αλλά τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα: θεραπείες υπάρχουν, η φρίκη παραμένει μόνο στην Αφρική, οπότε η δύση κοιμάται καλύτερα...). Τότε λοιπόν ο Jonathan Demme (1944-2017) γυρίζει το "Philadelphia" με τον πολύ καλό Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο.
Ο οποίος είναι νεαρός, επιτυχημένος, γκέι δικηγόρος. Ζει με τον σύντροφό του αποκρύπτοντας απ' όλους την ομοφυλοφιλία του και όλα πάνε καλά... έως ότου μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από τη θανατηφόρο ασθένεια. Στην αρχή προσπαθεί να το αποκρύψει κι αυτό. Όταν όμως μαθαίνεται στον εργασιακό του χώρο θα στηθεί μια ολόκληρη σκευωρία εναντίον του ώστε να βρεθεί αιτία να απολυθεί. Από εδώ ξεκινάνς όλα: Εκείνος δεν θα αποδεχτεί την αδικία, θα αποκαλύψει δημόσια τη σεξουαλική του ταυτότητα και θα προχωρήσει σε μήνυση εναντίον του μεγάλου δικηγορικού γραφείου όπου εργαζόταν, προσπαθώντας να αποδείξει ότι επρόκειτο για παράνομη απόλυση. Και θα συνεχίσει τον αγώνα του μέχρις εσχάτων.
Η ταινία είναι μάλλον απροσδόκητα χαμηλότονη. Δεν υπάρχουν οι πιασάρικες ατάκες, οι ξαφνικές ανατροπές, το έντονο σασπένς που υπάρχει σε άλλα χολιγουντιανά δικαστικά δράματα. Εδώ τα πράγματα βαίνουν πιο ήρεμα, πιο ρεαλιστικά. Η αφήγηση γίνεται με χρονικά άλματα (οι σημαντικές στιγμές μόνο) κι αυτό συμβάλλει στο να μην κουράζεται ο θεατής. Φυσικά το φιλμ είναι απόλυτα στρατευμένο και, επιτρέψτε μου, "ηρωικό", τονίζοντας τα δικαιώματα των πασχόντων από AIDS, οι οποίοι, τότε τουλάχιστον, αντιμετωπίζονταν περίπου σαν λεπροί - παρά το ότι ήταν ήδη γνωστό ότι η ασθένεια δεν ήταν κολλητική παρά μόνο μέσω σεξουαλικής επαφής και ανταλλαγής υγρών. Ετσι, προφανώς, η θέση της είναι απόλυτα ορθή και συμφωνώ. Μόνο που εδώ τα πράγματα παραδείχνονται, νομίζω, "ηρωικά". Ο πρωταγωνιστής δεν λυγίζει μπροστά σε τίποτα, το περιβάλλον του (οικογενειακό, φιλικό κλπ.) είναι κάτι παραπάνω από ιδανικό, αφού όλοι αποδέχονται τα πάντα και στέκονται δίπλα του, η δικαιοσύνη είναι δίκαιη κλπ. κλπ. Too good to be true...
Όπως και να το κάνουμε πάντως η συγκίνηση υπάρχει (σε κάποιες στιγμές έντονη), το θεμα είναι βεβαίως τολμηρό και απόλυτα καυτό για την εποχή και... ίσως να μην πρέπει να γκρινιάζω πολύ, αφού πολλοί θα πιστεύουν ότι σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και υπάρχει και το περίφημο τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν στους τίτλους και το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για τον Τομ Χανκς. Όλα καλά λοιπόν - και να μη βγάζετε από το μυαλό σας και τη φορτισμένη σε σχέση με το θέμα εποχή κατά την οποία γυρίστηκε. Απόλυτα πολιτικώς ορθό λοιπόν, αλλά αυτό μερικές φορές δεν είναι κακό...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 29, 2017

"Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ"... ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

"Η Ψυχή και το Σώμα" (Testrol es Lelekrol ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μια ουγγρική ταινία του 2017 που γύρισε η Ildigo Enyedi. Και ειναι μία από τις πιο τρυφερές και κομψές που έχω δει τελευταία.
Εκείνος είναι μεσήλικας, μοναχικός και παράλυτος από το αριστερό χέρι οικονομικός διευθυντής. Εκείνη είναι μια εύθραυστη γιατρός, πλην όμως όχι απλώς μοναχική, αλλά αυτιστική. Δεν μιλά με κανέναν, συμπεριφέρεται σαν ρομπότ, πρέπει να μάθει συνηθισμένα για όλους πράγματα της ζωής από την αρχή. Και οι δύο δουλεύουν σε ένα κάθε άλλο παρά "τρυφερο" εργασιακό περιβάλλον: Σε ένα σφαγείο βοοειδών. Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί από την αρχή μια παράξενη ερωτική έλξη, η οποία θα κορυφωθεί όταν θα διαπιστώσουν ότι κάθε βράδι βλέπουν τα ίδια ακριβώς όνειρα, με ένα ζευγάρι ελαφιών σε ένα χιονισμένο δάσος. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι και οι δύο έχουν άμεση ανάγκη από αγάπη.
Εξαιρετική, χαμηλότονη ταινία, κομψή, ποιητική και με ενδιαφέροντα προβληματισμό. Κατά τη διάρκειά της αντιπαρατίθενται διαρκώς αντίθετα πράγματα ή καταστάσεις: Τα ντελικάτα ελάφια στα όνειρα και το σφαγείο των βοδιών στην πραγματικότητα. Η σωματική με την ψυχική αναπηρία. Ο ρεαλισμός με την ποίηση. Το σώμα με την ψυχή, όπως λέει ο τίτλος. Η επιστήμη με τη μεταφυσική. Το όνειρο και με τη σκληρή πραγματικότητα τελικά.
Τα νοήματα πολλαπλά: Η απεγνωσμένη ανάγκη για αγάπη, η τάση για φυγή από την πραγματικότητα και η ανάγκη καταφυγής στο όνειρο, η σκληρότητα των ανθρώπων (η αντιμετώπιση της γιατρού από το περιβάλλον της) και η πεζότητα της καθημερινότητας (το τελευταίο τονίζεται ιδιάιτερα με τις "κλινικές" σκηνές στους χώρους εργασίας), η ανάγκη επαφής με τους άλλους και πολλά άλλα που πιθανόν θα ανακαλύψετε μόνοι σας. Όλα αυτά δοσμένα με έναν ιδιαίτερα κομψό τρόπο, χαμηλότονο, όπως είπαμε στην αρχή, συχνά συγκινητικό, με αμυδρό χιούμορ άλλες φορές. Και αν προσθέσουμε κι αυτή την πανταχού παρούσα (σοκαριστική ενίοτε, όπως στις σκηνές των σφαγείων) αντιπαράθεση ποίησης και σκληρότητας του πραγματικού, έχουμε μια από τις καλύτερες και πιο εκλεπτυσμένες, κατά τη γνώμη μου, φετινές ταινίες.
Εννοείται ότι δεν αφορά καθόλου τους αποκλειστικούς καταναλωτές multiplex. Και, ας το τονίσω, όλα όσα προανέφερα περί "αναζήτησης της αγάπης", "φυγής από την πεζή πραγματικότητα" κλπ., ακούγονται ίσως τετριμμένα, πιστέψτε με όμως, η αντιμετώπισή τους εδώ βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από την αντίστοιχη, απόλυτα ξενέρωτη και μπανάλ, που σχεδόν σίγουρα θα παρουσίαζε ένα σύγχρονο χολιγουντιανό φιλμ με αντίστοιχες προθέσεις.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2017

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΤΟ "ΤΕΡΑΓΩΝΟ"

Ο Ruben Ostlund είναι ο σουηδός ο οποίος είχε γυρίσει το 2014 την "Ανωτέρα Βία". Το 2017 επανέρχεται με το σαρκαστικό για την "προχωρημένη" δυτική κοινωνία "Τετράγωνο", μια ταινία η οποία, εκτός των άλλων, σατιρίζει και τη σύγχρονη τέχνη (και ίσως απαιτεί κάποιες γνώσεις αυτής για να αντιληφτεί ο θεατής το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται).
Ο ήρωας είναι ένας γοητευτικός επιμελητής μουσείου σύγχρονης τέχνης, χωρισμένος και πατέρας δύο μικρών κοριτσιών. Στην παρούσα φάση ετοιμάζει για το μουσείο μια εγκατάσταση με τίτλο "Το Τετράγωνο". Όταν όμως κάποιος του κλέβει το πορτοφόλι στο δρόμο, μια σειρά παρορμητικών πράξεων από μέρους του θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του και θα τον φέρει αντιμέτωπο με ηθικά διλήμματα. Ταυτόχρονα, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, μια επιθετική διαφημιστική καμπάνια (ερήμην του) για τη νέα εικαστική εγκατάσταση θα κλονίσει τη διευθυντική του θέση.
Η ταινία μοιάζει να δοκιμάζει διαρκώς τα όρια και τις ανοχές της σύγχρονης, ανεκτικής, ανεπτυγμένης δυτικής κοινωνίας. Μοιάζει να επιδιώκει να φέρνει διαρκώς έναν κατ' εξοχήν πετυχημένο, "τυχερό" αντιπρόσωπό της (κι όχι μόνο αυτόν) μπροστά σε άβολες καταστάσεις. Και ταυτόχρονα - περισσότερο σημαντικό αυτό - να καταδεικνύει ότι η κοινωνική αλληλεγγύη έχει χαθεί, όσο κι αν η σύγχρονη δυτική κοινωνία πιστεύει (ή υποκρίνεται) ότι αυτή υπάρχει κι ότι προσπαθεί να βοηθήσει τους αληθινά πάσχοντες. Η εποχή μας φυσικά, με μια ανθρωπότητα "δύο ταχυτήτων" περισσότερο ίσως από ποτέ, προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Ο επιτυχημένος και διανοούμενος ήρωας για πρώτη ίσως φορά θα συνειδητοποιήσει (προφανώς το βλέπει καθημερινά, το γνωρίζει, αλλά δεν το συνειδητοποιεί μέχρι τώρα) την ύπαρξη ενός "άλλου κόσμου", που ζει δίπλα του, παράλληλα. Κόσμου ταπεινού, βουτηγμένου στην ανέχεια και στα δικά του, παντελώς διαφορετικής φύσης προβλήματα. Η σύγχρονη δυτική κοινωνία είναι πολυπολιτισμική, ο πλούτος όμως δεν μοιράζεται ούτε οι "άλλοι" μπορούν να ενσωματωθούν σ' αυτή και να απολαύσουν την ευημερία της. Κι αυτό είναι μια ωρολογιακή βόμβα στα σπλάχνα της.
Από την άλλη υπάρχει η σάτιρα της σύγχρονης τέχνης. Συχνά κενής, γεμάτης βερμπαλισμό, που δείχνει να νοιάζεται για όλα όσα συμβαίνουν, πλην όμως ελάχιστους πραγματικά ενδιαφέρει πραγματικά. Λειτουργεί ως ένα κλειστό κύκλωμα (μουσεία και γκαλερί, πλούσιοι, συλλέκτες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ένας ελάχιστος μικρόκοσμος). Κόπτεται για το κοινωνικό γίγνεσθαι, ποτέ όμως δεν ήταν περισσότερο ξεκομμένη απ' αυτό.
Το φιλμ τα αντιμετωπίζει όλα αυτά, εκτός των άλλων, και με αρκετό χιούμορ και σαρκασμό. Οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι κωμικοτραγικές και συνήθως ξεβολεύουν τα μέλη της προνομιούχας κοινωνίας, τα κάνουν περισσότερο να νοιώθουν αμήχανα παρά πραγματικά τραγικά. Όσο για τη γραφή του, είναι αρκετά αποσπασματική, σα να παρακολουθούμε ξεχωριστά επεισόδια από τα τεκταινόμενα. Δεν ξέρω αν θα αρέσει συνολικά, ωστόσο προσωπικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα της χρονιάς. Όπως κάθε παιχνίδι με τα όρια άλλωστε.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2017

"NOEL" ΓΙΑ (ΕΥΚΟΛΑ) ΔΑΚΡΥΑ

Τα Χριστούγεννα δίνουν βαβαίως την ευκαιρία (ανέκαθεν) να γυριστούν παιδικές ή συγκινητικές ή δακρύβρεκτες ταινίες όπου η αγάπη κυριαρχεί και τα θαύματα δίνουν και παίρνουν. Από την άλλη ο Chazz Palminteri είναι ο γνωστός καλός ηθοποιός. Ο οποίος όμως εν έτει 2004 γύρισε (δυστυχώς) και τη μοναδική του ταινία ως σκηνοθέτης με τίτλο "Noel", η οποία διαθέτει όλα τα παραπάνω κλισέ και μάλιστα σε αρκετή δόση. Διαθέτει πάντως και ένα εντυπωσιακό καστ,  που περιλαμβάνει τη Σούζαν Σάραντον, την Πενέλοπε Κρουζ, τον Ρόμπιν Ουίλιαμς, τον Άλαν Άρκιν και τον Πολ Γουόκερ.
Είναι, βεβαίως, παραμονές Χριστουγέννων. Η ηρωίδα (Σάραντον) είναι καλόκαρδη μεσήλιξ, η οποία φροντίζει τη μητέρα της που έχει αλτσχάιμερ, και φροντίζει επίσης όλους τους άλλους, αλλά όχι τον εαυτό της. Στον δίπλα θάλαμο της κλινικής θα γνωρίσει τον μοναδικό επισκέπτη του ασθενούς που νοσηλευεται εκεί. Από την άλλη ένας νεαρός μπάτσος (αυτός πάσχει από υπερβολική ζήλεια) γνωρίζει μια νεαρή λατίνα. Ερωτεύονται παράφορα, αλλά η παθολογική ζήλεια του τύπου στέκεται εμπόδιο στη σχέση τους. Ταυτόχρονα ένας μυστήριος μεσήλικας την "πέφτει" στον μπάτσο (κι όμως, ο μεσήλικας δεν είναι γκέι), θεωρώντας ότι είναι... η μετεμψύχωση της πεθαμένης γυναίκας του.  Φυσικά όλες αυτές οι ιστορίες κάπως θα συναντηθούν.
Αρχικά το παρακολουθούσα με σχετικό ενδιαφέρον. Ωστόσο όσο το φιλμ προχωρούσε τόσο... ξενέρωνε. Οι εύκολες συγκινήσεις και τα κλισέ πλήθαιναν σε ανησυχητικό βαθμό: Η μοναξιά των μοναχικών ανθρώπων, η οποία αυξάνεται κάθετα τις γιορτινές, "οικογενειακές" μέρες, η αναζήτηση του έρωτα, της αγάπης γενικότερα, ως πανάκεια, η φροντίδα των γονιών, οι προσωπικές αποκαλύψεις που δείχνουν το πώς και το γιατί των χαρακτήρων, η πίστη στο θεό που χάνεται και ξαναβρίσκεται (ουφ!) και, κερασάκι στην τούρτα, το απαραίτητο χριστουγεννιάτικο θαύμα (κυριολεκτικά, μιλάμε για μεταφυσικής υφής θαύμα), το οποίο αποτελεί και την "ανατροπή" στο τέλος της ταινίας. Και βέβαια εύκολο, τραβηγμένο απ' τα μαλιά χάπι εντ σε όλα τα επίπεδα, διότι, ως γνωστόν, τα Χριστούγεννα γίνονται θαύματα και γι' αυτό γινόμαστε όλοι ευτυχισμένοι (;;;)
Απόλαυσα του μαζεμένους καλούς ηθοποιούς, αλλά και λιγώθηκα όσο δεν παίρνει μ' όλο αυτό το overdose συγκίνησης και τελικής ευτυχίας και με την κλισεδιάρικη για πολλοστή φορά αντιμετώπιση της ντε και καλά "χριστουγεννιάτικης ευτυχίας" (σε συνδυασμό φυσικά με τα απαραίτητα χριστιανικά μηνύματα). Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω παραπάνω τέτοιο. Έσκασα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2017

"WONDER WHEEL": O ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΚΑΙ ΤΟ "ΘΕΑΤΡΟΓΕΝΕΣ" ΔΡΑΜΑ

Πιστός στο ετήσιο ραντεβού του, ο ακαταπόνητος Woody Allen, στα 82 του πλέον, παραδίδει το 2017 την 47η μεγάλου μήκους κινηματογραφική ταινία του (έχει κάνει και τηλεοπτικές), το "Wonder Wheel". Αυτή τη φορά, όπως η "Θλιμένη Τζασμίν" ας πούμε, πρόκειται για καθαρό δράμα, και μάλιστα θεατρικής υφής, με ελάχιστο από το γουντιαλενικό χιούμορ.
Βρισκόμαστε στην "παστέλ" δεκαετία του 50. Η ιστορία αφορά τέσσερεις χαρακτήρες, χαμένους στα πάθη και τα προβλήματα τους. Αρχικά ένα ζευγάρι. Αμφότεροι δουλεύουν σε λούνα παρκ στο Κόνι Άιλαντ και ζουν σε οίκημα μέσα σ' αυτό (στο λούνα παρκ εννοώ). Εκείνος τυπικός, μάλλον καλόκαρδος αμερικάνος, παραδοσιακών αξιών και πρώην αλκοολικός. Εκείνη, πρώην (αποτυχημένη) ηθοποιός, ασταθής ψυχολογικά, νοιώθει παγιδευμένη στο γάμο αυτόν και θα ήθελε να είναι ηθοποιός. Η τωρινή ζωή της της φαίνεται μίζερη. Κάποια στιγμή, όχι δίχως κάποιες τύψεις, θα τα φτιάξει με τον γοητευτικό (και νεότερό της) ναυαγοσώστη της πλαζ του λούνα παρκ, ενός νεαρού που το όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας θεατρικών έργων. Κάπου εκεί θα φτάσει η κόρη του συζύγου από προηγούμενο γάμο, κυνηγημένη από τον γκάνγκστερ σύζυγό της, τον οποίο εγκατέλειψε, και θα εγκατασταθεί (για να κρυφτεί ουσιαστικά) στο σπίτι του ζεύγους. Θα γνωρίσει κι εκείνη τον ναυαγοσώστη, και τα συναισθηματικά προβλήματα θα αρχίσουν... καταλήγοντας σε τραγωδία.
Εδώ ο Allen επιρρεάζεται από τα θεατρικά έργα του Ευγένιου Ο'Νιλ, ο οποίος αναφέρεται μάλιστα αρκετές φορές στο φιλμ. Διαφορετικοί, ταπεινοί χαρακτήρες, πλην όμως, μερικοί τουλάχιστον, με όνειρα τα οποία πλέον φαντάζουν άπιαστα και τσακισμένα. Άλλοι είναι ονειροπόλοι και συναισθηματικοί (τα έντονα και ανεξέλεγκτα συναισθήματα άλλωστε είναι αυτά που θα φέρουν την τραγωδία), άλλοι περισσότερο προσγειωμένοι, όλοι όμως όλοι τους βιώνουν μια ταπεινή καθημερινότητα. Το θέμα είναι πόσοι την αποδέχονται και πόσοι ασφυκτιούν μέσα της... Και, φυσικά, υπάρχει η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, στο όνειρο και την αποδοχή της πραγματικότητας. Βλέπετε, πολύ συχνά, τα πάθη και τα όνειρα μπορεί να πληρωθούν ακριβά.
Όλοι αυτοί οι πόθοι και τα πάθη σιγοβράζουν κάτω από τη χαρακτηριστική, "αθώα" επιφανειακά εικόνα των αμερικάνικων 50ς, την οποία ο Allen τονίζει με την παστέλ φωτογραφία, τα νοσταλγικά χρώματα και τα αντίστοιχα τραγούδια της εποχής. Η Κέιτ Γουίνσλετ είναι πολύ καλή στο ρόλο της και ο Τζιμ Μπελούσι πειστικός σε ρόλο που δεν έχουμε συνηθίσει απ' αυτόν. Και, άλλη μια έκπληξη, ο Τζάστιν Τίμπερλέικ (ναι, αυτός) σε "σοβαρο" ρόλο.
Προσωπικά μου άρεσε και με άγγιξε αυτή η ελεγεία πάνω σε, τελικά, χαμένες ζωές. Θυμηθείτε όμως: Δεν θα δείτε κάτι ανάλαφρο και κωμικό. Είπαμε: Εδώ έχουμε και πάλι ραντεβού με τη δραματική και σκοτεινή πλευρά του Γούντι Άλεν.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2017

ΣΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ (ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ) "THE RING"

Μερικές φορές είναι ευχάριστο να βρίσκεις εξαιρέσεις στους κανόνες. Ο κανόνας στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι όταν μια "ξένη χώρα" φτιάξει μια καλή ταινία (που υπόσχεται εισιτήρια τέλος πάντων) το Χόλιγουντ σπεύδει να την αμερικανοποιήσει, με περισσότερους σταρ, εφέ και, σίγουρα, περισσότερα λεφτά. Στη συντριπτική πλειοψηφία το αμερικάνικο φιλμ που προκύπτει είναι (πολύ) χειρότερο από το αρχικό "ξένο". Και ιδού μια σπάνια εξαίρεση του κανόνα (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον): Το αμερικάνικο "The Ring" του 2002, που γύρισε ο Gore Verbinski. Το οποίο βέβαια είναι ριμέικ της ομώνυμης γιαπωνέζικης ταινίας τρόμου του 1998, η οποία με τη σειρά της γνώρισε διάφορα εξ ίσου γιαπωνέζικα σίκουελ.
Η ιστορία είναι αρκετά γνωστή: Υπάρχει μία βιντεοκασέτα που δείχνει σκόρπιες, μάλλον ακατανόητες εικόνες. Όποιος έχει την ατυχία να τη δει δέχεται αμέσως μετά το τέλος της προβολής ένα τηλεφώνημα. Κάποιος άγνωστος του λέει: "Εφτά μέρες". Και σε εφτά μέρες ο δύστυχος θεατής πεθαίνει. Τα πτώματα βρίσκονται με ακραίες εκφράσεις τρόμου στο πρόσωπό τους. Όταν μια δημοσιογράφος βλέπει κατά λάθος την κασέτα αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα περίεργα και τρομακτικά πράγματα. Όταν λοιπόν πέιθεται ότι η ιστορία της φριχτής βιντεοκασέτας είναι αληθινή, αρχίζει να ψάχνει με μανία την εβδομάδα που της μένει να βρει το πώς και το γιατί, αναλύοντάς την πλάνο πλάνο. Το κακό είναι ότι την κασέτα έχουν επίσης δει ο μικρός γιος της και ο πατέρας του και πρώην της...
Η ταινία δημιουργεί από την αρχή σχεδόν μια αγωνιώδη ατμόσφαιρα, που επιτείνεται από το διαρκώς μουντό και συννεφιασμένο περιβάλλον και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς (λογικό αφού υπάρχουν τόσο στενά περιθώρια χρόνου μέχρι να πεθάνεις και ό,τι κάνεις πρέπει να το κάνεις μέσα σ' αυτά). Η έρευνα της ηρωίδας (Ναομί Γουότς)  οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο μυστήριο, το απομονωμένο και σχεδόν έρημο νησί όπου αυτή καταλήγει επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα, τα κρυμένα μυστικά που αποκαλύπτονται χτίζουν ψηφίδα με ψηφίδα μια παλιά εφιαλτική ιστορία, ενώ η σκηνή με το άλογο στο φέρι μποτ είναι από τις πιο παράδοξες. Γενικά και ατμοσφαιρικότατο το βρήκα και ικανό να κρατήσει τον θεατή "στην άκρη του καθίσματος". Εξ άλλου πιστεύω πάντα ότι ο Βερμπίνσκι είναι καλός σκηνοθέτης.
Μπορεί τώρα να μου ζητήσετε να το συγκρίνω με το πρωτότυπο γιαπωνέζικο φιλμ. Εντάξει, την καλή ιδέα το πρωτότυπο την επινόησε (προφανώς) και σ' αυτό αξίζουν τα συγχαρητήρια. Αυτό που απλώς επισημαίνω είναι αυτή τη φορά (από τις πολύ λίγες, επαναλαμβάνω) οι αμερικάνοι έκαναν καλή δουλειά μένοντας αρκετά πιστοί στο κλίμα του πρώτου φιλμ και γυρίζοντας γενικά ένα καλό και τρομακτικό φιλμ (που είναι και το ζητούμενο βέβαια). Αν δεν ήταν ριμέικ θα το έλεγα μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες τρόμου των αρκετών τελευταίων χρόνων. Όντας ριμέικ, παραμένει νομίζω μια καλή ταινία του είδους, must για τους φίλους του σινεμά τρόμου.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2017

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ "ROBIN HOOD" ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΤΕ

O Kevin Reynolds δεν υπήρξε ποτέ μεγάλος σκηνοθέτης (λίγες ταινίες γύρισε άλλωστε), πλην όμως κάποιες είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικές. Όπως, νομίζω, ο "Robin Hood: Prince of Thieves" του 1991, με τον Κέβιν Κόστνερ στο βασικό ρόλο και τον Μόργκαν Φρίμαν ως πιστό του σύντροφο. Και, μην ξεχνάμε, τον Άλαν Ρίκμαν ως διασκεδαστικό πολύ-κακό-αλλά-και-κωμικό σερίφη.
Η ιστορία του Ρομπέν των Δασών έχει πολλάκις μεταφερθεί στην οθόνη. Εδώ ξεκινάμε από την αρχή: Ο ευγενής (και κακομαθημένος) Ρόμπιν ακολουθεί τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο στη σταυροφορία του στους Άγιους Τόπους, δεινοπαθεί και φυλακίζεται στην Ιερουσαλήμ, δραπετεύει, καταφέρνει να επιστρέψει στην Αγγλία... και βρίσκει τα πάντα υπό διάλυση: Ο πατέρας του είναι νεκρός, η περιουσία του καταπατημένη, οι "κακοί" συνωμοτούν ενάντια στον Ριχάρδο, ο οποίος δεν έχει ακόμα επιστρέψει, ενώ ο τρόμος βασιλεύει κάτω από τη μπότα του αιμοσταγούς σερίφη του Νότιγχαμ, ο οποίος έχει πολύ πιο σοβαρές βλέψεις για εξουσία... Φυσικά ο λαός, μόνιμο θύμα, υποφέρει και πεινά. Ο ηρωικός Ρόμπιν, ξεχνώντας το ευγενές παρελθόν του, θα προσχωρήσει στους ληστές του δάσους του Σέργουντ, θα γίνει αρχηγός τους, θα ληστέψει επανειλημμένα τους πλούσιους (ιδίως τους άρπαγες του σερίφη) και θα μοιράσει τη λεία στους φτωχούς. Η βεντέτα ανάμεσά τους θα ξεσπάσει βίαια και, βέβαια, αμφότεροι θα διεκδικήσουν την όμορφη Μάριαν.
Εκτός του βασικού "μηνύματος" που πάντοτε υπάρχει στην ιστορία του Ρομπέν των Δασών (όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται ο Ρόμπιν Χουντ στη χώρα μας), δηλαδή "κλέβω τους πλούσιους και τα μοιράζω στους φτωχούς" (πράγμα ευπρόσδεκτο βεβαίως), στη συγκεκριμένη μεταφορά υπάρχει νομίζω και αρκετή διασκέδαση. Η δράση είναι σφιχτοδεμένη, οι περιπέτειες αρκετές, οι μάχες καλογυρισμένες και, γενικά, το όλο "πακέτο" κρατά τον θεατή που δεν ζητά κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση. Και, βασικό στοιχείο, το χιούμορ που υπάρχει διάχυτο, το οποίο γίνεται ενίοτε μαύρο όταν αφορά τον πολύ κακό σερίφη, ο οποίος ποτέ δεν κατορθώνει να πραγματοποιήσει τους άνομους πόθους του. Η σκηνή προς το τέλος με τον Ρίκμαν να πασχίζει να βιάσει τη Μάριον, την οποία έχει άρτι νυμφευτεί, με το ζόρι βεβαίως, ενώ γύρω γίνεται χαμός, είναι χαρακτηριστική. Τονίζω επίσης την αρκετά συνηθισμένη σήμερα στο Χόλιγουντ αποδοχή του διαφορετικού, που εδώ παίρνει και θρησκευτικές διαστάσεις: Ο μαύρος και, βεβαίως, μουσουλμάνος Φρίμαν είναι σε πολλά σημεία πολύ πιο πολιτισμένος, γενναίος και πολύτιμος απ' όσο οι "πολιτισμένοι" υποτίθεται άγγλοι. Οι σπόντες επί του θέματος είναι συχνές. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν σε μια σύγχρονη απόλυτα mainstream ταινία, σε μια εποχή που σήμα κατατεθέν της είναι η ισλαμοφοβία.
Έτσι λοιπόν, δίχως να πρόκειται για κάτι ιδιάιτερο, βρίσκω το φιλμ διασκεδαστικό. Θα σας χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο δίχως πολλούς προβληματισμούς - εκτός αν θέλετε να συγκρίνετε την προ 2001 και Δίδυμων Πύργων εποχή με τη σημερινή, οπότε μάλλον θα μελαγχολήσετε...

Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2017

Ο "LUCKY" ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ...

Υπάρχουν ταινίες αργόσυρτες, χαμηλότονες, για τις οποίες κάποιοι θα έλεγαν "Μα δεν συμβαίνει τίποτα!" Κι όμως, κάποιες απ' αυτες μπορεί να συγκινούν βαθύτατα, να "πιάνουν" τον θεατή (εμένα τουλάχιστον). Μια τέτοια ταινία είναι το "Lucky" (2017), πρώτη τού ηθοποιού John Carroll Lynch και τελευταία του σημαντικότατου πρωταγωνιστή της Χάρι Ντιν Στάντον, ο οποίος πέθανε λίγο μετά στα 91 του (άρα πρωταγωνιστούσε και ήταν υπέροχος κάπου στα 90 του).
Τι συμβαίνει στο "Lucky"; Απλώς παρακολουθούμε τη ρουτίνα της ζωής του ομώνυμου μοναχικού ηλικιωμένου, ο οποίος ζει σε μικρή αμερικάνικη πόλη όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Πρωινή γυμναστική, αδιόρθωτη κατανάλωση τσιγάρου, κουίζ στην τηλεόραση, σταυρόλεξα και καθημερινή βόλτα στο γειτονικό μπαρ, όπου πίνει το ίδιο πάντα ποτό και μιλά με τους ίδιους πάντα φίλους περί ανέμων και υδάτων. Ώσπου μια ξαφνική λιποθυμία τον κάνει να συνειδητοποιήσει την ηλικία του και ότι το τέλος πλησιάζει. Και αρχίζει να φιλοσοφεί τη ζωή με έναν μάλλον ορθολογικό και αισιόδοξο τρόπο και, κυρίως, με στωικότητα.
Το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ρουτίνα του ήρωά της, τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα (κάποιες φορές είναι μελαγχολικός, άλλοτε εριστικός κι άλλοτε φοβάται για ό,τι έρχεται), πάντοτε όμως παραμένει γλυκός και συμπαθητικός. Τι άλλο μπορείς να κάνεις με το αναπόφευκτο, αυτό που περιμένει όλους μας; Συγχρόνως το φιλμ αντιμετωπίζει με ευαισθησία και καλή κατά βάθος διάθεση τη μοναχικότητα. Ο ήρωάς μας δεν παντρεύτηκε ποτέ και ζούσε πάντοτε μόνος. Ήταν "μοναχικός, δεν ένοιωθε όμως μοναξιά", όπως λέει κάποια στιγμή. Όταν βρίσκεις την αγαπημένη ρουτίνα σου και έχεις φίλους να μιλάς και να μοιράζεσαι πράγματα η μοναχικότητα δεν ταυτίζεται με την επώδυνη μοναξιά. Τι μοιράζεται στις καθημερινές του συναντήσεις; Από σχεδόν αστεία γεγονότα (η αγαπημένη χελώνα ενός φίλου του έσκασε) έως συγκλονιστικές πολεμικές αναμνήσεις. Εν τέλει το φιλμ, όπως κάποια του Τζάρμους, εξυμνούν και "ανυψώνουν" την κοινότοπη καθημερινότητα. Κι αυτό είναι πολύτιμο. Και, για να μην το ξεχάσω, υπάρχει και αρκετό χιούμορ στην όλη αντιμετώπιση του επερχόμενου τέλους.
Φυσικά την ταινία παίρνει στην πλάτη του ο καταπληκτικός Χάρι Ντιν Στάντον στον τελευταίο και απόλυτα ταιριαστό, όπως είπαμε, ρόλο του. Χωρις αυτόν τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Και, κερασάκι, ο Ντέιβιντ Λιντς αυτοπροσώπως σε δεύτερο, πλην όμως χαρακτηριστικό, ρόλο.
Με συγκίνησε και με γοήτευσε. Προσοχή όμως: Μόνο για όσους αντέχουν σε αργούς ρυθμούς και χαμηλότονη αφήγηση, σε εσωτερικές καταστάσεις. Κοινώς δεν συνίσταται σε αποκλειστικούς φίλους της ξέφρενης δράσης και των multiplex. Αν δεν είστε απ' αυτούς νομίζω ότι θα το απολαύσετε και ότι θα σας συγκινήσει.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2017

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΗΡΩΙΚΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ"

Ο Παντελής Βούλγαρης πάντοτε εμπνεόταν από την ελληνική ιστορία και αρκετά φιλμ του διαδραματίζονται σε σκοτεινές εποχές της. "Το Τελευταίο Σημείωμα" του 2017 δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτή τη φορά το θέμα είναι η βάρβαρη εκτέλεση 200 κομμουνιστών κρατούμενων από τους ναζί στην Καισαριανή, θέμα βεβαίως που πονά μέχρι σήμερα.
Ο ήρωας (και κυριολεκτικά εδώ) είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης (υπαρκτό πρόσωπο, όπως και πολλοί από τους συγκρατούμενούς του). Αφού, κομμουνιστής γαρ, έζησε για καιρό από φυλακή σε φυλακή (είχε συλληφθεί από τη δικτατορία του Μεταξά), καταλήγει με πολλούς άλλους ομοϊδεάτες του στο Χαϊδάρι, όπου χρησιμοποιείται ως διερμηνέας στις ανακρίσεις κυρίως, αφού γνωρίζει άπταιστα γερμανικά. Το φιλμ περιγράφει τη δύσκολη (το λέω αρκετά επιεικώς) ζωή των κρατουμένων εκεί, τις σχέσεις τους με τα αγαπημένα τους πρόσωπα έξω από τη φυλακή, επικεντρώνεται ωστόσο στην πολύπλοκη σχέση του Ναπολέοντα με τον ναζί λοχαγό που είναι ο διοικητής του στρατοπέδου. Σχέσεις αγάπης - μίσους βεβαίως, αφού ο γερμανός συμπαθεί κατά βάθος τον κρατούμενο (αν και συχνά εξοργίζεται και τον χτυπά) και μέχρι τέλους του κάνει δελεαστικές προτάσεις ελευθερίας, τις οποίες εκείνος με ηρωικό τρόπο αρνείται. Όταν η ελληνική αντίσταση εκτελεί έναν γερμανό υποστράτηγο στην Πελοπόννησο ο διοικητής διατάσεται από τους ανωτέρους του να εκτελέσει 200 έλληνες ως αντίποινα.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και το βαθύτατα φορτισμένο θέμα της καταφέρνει νομίζω να συγκινήσει τον θεατή. Η σχεση έλξης - απώθησης ανάμεσα σε δεσμοφύλακα και δεσμώτη δίνεται καλά - βασικός άξονας του φιλμ, που δείχνει πώς η ιστορία και τα τραγικά και καταλυτικά γεγονότα της δρουν σαρωτικά και αλλοιώνουν τις σχέσεις δύο ανθρώπων που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσαν να είναι ακόμα και φίλοι ή, εν πάσει περιπτώσει, να αλληλοεκτιμούνται. Και, βέβαια, όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και οι βαθύτατες ιδεολογικές διαφορές - κομμουνιστής ο ένας, ναζί ο άλλος. Αμφότεροι ωστόσο είναι ιδεολόγοι και πιστεύουν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το σημείο όπου συγκλίνουν. Πριν περάσω σε κάποιες αρνητιές παρατηρήσεις θα επισημάνω την συγκλονιστική σκηνή του γλεντιού την τελευταία νύχτα, από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου της ταινίας.
Οι αρνητικές μου λοιπόν παρατηρήσεις βασίζονται στην έντονη ηρωοποίηση των κρατουμένων, και κυρίως του βασικού χαρακτήρα, καθώς και σε κάποιες χολιγουντιανού στιλ καταστάσεις της μακράς σκηνής της εκτέλεσης, οι οποίες δεν ταιριάζουν με το υπόλοιπο ρεαλιστικό ύφος του φιλμ. ΟΚ, ο Βούλγαρης πάντοτε είχε κάποιες (λίγες ευτυχώς) τέτοιες "τάσεις". Συνολικά πάντως, επειδή το γεγονός, όπως προείπα, είναι τόσο, μα τόσο φορτισμένο, τόσο δυνατό από μόνο του, η ταινία νομίζω ότι αγγίζει τους περισσότερους θεατές, οι οποίοι μάλιστα (το είδα κι εγώ στην προβολή) κάνουν ώρα να συνέλθουν μετά το τέλος (παρακολουθούσαν αμίλητοι τα credits, και κάποιοι χειροκρότησαν). Τελικά το σινεμά πάντοτε είχε τη δύναμη να συγκινεί...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2017

"Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ" ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ

Ο Steven Zaillian είναι περισσότερο σεναριογράφος, αν και έχει γυρίσει και τρεις ταινίες. Μία από αυτές είναι "Ο Κατήγορος" (A Civil Action) του 1998 με τον Τζον Τραβόλτα και τον Ρόμπερτ Ντιβάλ στους βασικούς ρόλους.
Πρόκειται για κλασικό δικαστικό δράμα. Και μάλιστα απ' αυτά που κάποιοι "μικροί" τα βάζουν ατρόμητα με "μεγάλους" και "κακούς". Απ' αυτά δηλαδή που πολύ συχνά μας δίνει το αμερικάνικο σινεμά. Εδώ ο ήρωας είναι αδίστακτος δικηγόρος, κάτι σαν κοράκι, που εντοπίζει περιπτώσεις οι οποίες είναι πιθανόν να πληρώνουν αποζημείωση στα θύματα και μοιράζεται τα λεφτά - αν πετύχει η υπόθεση - με τους παθόντες. Σε μια μικρή πόλη οι κάτοικοι παραπονιούνται ότι υπάρχουν υπερβολικά πολλοί θανατοι από λευχαιμία και θέλουν να μηνύσουν βυρσοδεψείο που λειτουργεί εκεί κοντά μολύνοντας το περιβάλλον με τα απόβλητά του. Ο δικηγόρος αρχικά δεν ενδιαφέρεται (δεν έχει λεφτά η υποθεση, οπότε σκασίλα μας για τους θανάτους), στη συνέχεια όμως θα ανακαλύψει ότι το εργοστάσιο ανήκει σε τεράστιες εταιρίες, οπότε... υπάρχει ψωμί. Ένας άνισος αγώνας ξεκινά, ο οποίος βαθμιαία μετατρέπεται σε προσωπικό στοίχημα για τον ήρωα.
ΟΚ. Τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Από ένα σημείο και μετά ο μέχρι τώρα "κοράκι" δικηγόρος ανακαλύπτει την τιμιότητα και το αίσθημα δικαίου μέσα του και τα δίνει όλα. Θυσιάζεται για την ακρίβεια, μη διστάζοντας να ξεπουλήσει τα πάντα για το καλό του αγώνα. Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν ξεκαθαρίζεται απόλυτα πώς και γιατί έγινε αυτή η ηθική μεταστροφή σε κάποιον που μέχρι τούδε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ώς κυνικό κάθαρμα. Πέραν αυτού υπάρχουν τα θετικά, πλην όμως πολυχρησιμοποιημένα μοτίβα της οικολογικής (και ανθρώπινης) καταστροφής εν ονόματι του πάσει θυσία κέρδους, ο αγώνας του Δαβίδ ενάντια στον Γολιάθ, η σύγκρουση ανάμεσα στο ότι "το εργοστάσιο μολύνει" αφ' ενός και "το εργοστάσιο δίνει δουλειά στην περιοχή" αφ' ετέρου  και άλλα σχετικά. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον (και απολαυστικός μέσα στην κακία του) είναι ο χαρακτήρας του μεγαλοδικηγόρου που ενσαρκώνει ο Ντιβάλ.
Εντάξει, δεν είναι κακό. Βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον και νομίζω ότι κρατά αρκετά τον θεατή, ιδίως αν αυτός είναι φαν των δικαστικών δραμάτων, ωστόσο προσωπικά μου φάνηκε χιλιοειδωμένο και, όπως ήδη


είπα, όχι πειστικό στην εξέλιξη των χαρακτήρων.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2017

O ΜΠΑΒΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ "ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ"

Ο Mario Bava ((1914-1980) είναι βεβαίως ο ιταλός δημιουργός που έμεινε στην κινηματογραφική ιστορία για τα giallo του (αστυνομικά φιλμ με έντονα στοιχεία τρόμου, ενίοτε και φανταστικού) και για το ιδιαίτερο οπτικό του στιλ, το οποίο επηρρέασε άμεσα τον Αρτζέντο. Το 1965 γυρίζει τον "Πλανήτη των Βρικολάκων" ("Terrore nello Spazio"), το μοναδικό του φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το οποίο, φοβάμαι, δεν είναι από τα καλύτερά του.
Ένα γήινο διαστημόπλοιο προσεδαφίζεται σε έναν μυστηριώδη πλανήτη μετά από ένα SOS που έλαβε από άλλο γήινο διαστημόπλοιο, το οποίο είχε ήδη προσεδαφιστεί εκεί. Αμέσως όμως φοβερά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν. Τα μέλη του πληρώματος στρέφονται ανεξήγητα το ένα εναντίον του άλλου, υπάρχουν νεκροί και το άλλο σκάφος ανακαλύπτεται σε όχι και τόσο καλή κατάσταση. Το εκπληκτικότερο όμως είναι ότι οι προσφάτως νεκροί αμφοτέρων των πληρωμάτων ζωντανεύουν ανεξήγητα και επιτίθενται ενάντια στους επιζώντες...
Εντάξει, τι να "πρωτοθαυμάσω"; Οι ηθοποιίες είναι επιεικώς άθλιες, πράγμα που άλλωστε συμβαίνει σε πλήθος ιταλικών ταινιών της εποχής, λες και το κακό παίξιμο αποτελεί ένα είδος "σχολής". Τα εφέ είναι αστεία (εντάξει, αυτό δικαιολογείται, διότι πρόκειται για φιλμ εντελώς low budget). Το χειρότερο όμως είναι ότι η ιστορία, η πλοκή, "σέρνεται" πραγματικά και αναλώνεται σε πάμπολλα πήγαιν' - έλα από σκάφος σε σκάφος, σαν να πασχίζει  ο σκηνοθέτης να γεμίσει τον χρόνο της ταινίας με αχρείαστες σκηνές. Η ένταση και οι κορυφώσεις λείπουν και γενικά το όλο πράγμα κυλά άνευρα και μάλλον δίχως ιδιαίτερο σασπένς. Για να το πω αλλιώς και πιο καθαρά, βαρέθηκα αρκετά. Το συνολικό αποτέλεσμα βρίσκεται πολύ κοντά στο απόλυτο κιτς σε όλα τα επίπεδα.
Τι μένει; Η εντυπωσιακή ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Μπάβα, και η οποία είναι σήμα κατατεθέν του. Ο δημιουργός αυτός χρησιμοποιεί πολύχρωμους, σουρεαλιστικούς φωτισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να υπάρχουν στην πραγματικότητα. Τα έντονα πράσινα, τα κόκκινα και τα μπλε περισσεύουν, σα να φωτίζονται τα πάντα από μυστηριώδεις πηγές φωτός που κανείς δεν ξέρει από πού μπορεί να προέρχονται. Έτσι επιτυγχάνεται και εδώ μια μαγική ατμόσφαιρα όντως παράδοξη, η οποία, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, είναι και το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας. Αυτό το στοιχείο όμως μπορείτε να το απολαυσετε και σε πολύ καλύτερα φιλμ του.
Συμπερασματικά, αν δεν είστε φανατικός οπαδός του σκηνοθετη, παραβλέψτε την συγκεκριμένη ταινία του. Ψάξτε καλύτερα για τα καθαρόαιμα giallo του.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 09, 2017

O "ΡΟΒΙΝΣΩΝ ΚΡΟΥΣΟΣ" ΞΑΝΑ...

Το περίφημο βιβλίο του Daniel Defoe "Ροβινσών Κρούσος" του 1719 (και διάφορες παραλλαγές του) έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στον κινηματογράφο. Μία από αυτές μάλιστα από τον μεγάλο Λουί Μπουνιουέλ. Επειδή όμως ποτέ δεν παρατάς μια δοκιμασμένη συνταγή, εν έτει 1997 μεταφέρεται για μια ακόμα φορά από τους ως επί το πλείστον τηλεοπτικούς σκηνοθέτες Rod Hardy και George Miller (απλή συνωνυμία με τον γνωστό Μίλερ των Mad Max). Αυτή τη φορά τον βασικό ρόλο ερμηνεύει ο Πιρς Μπρόσναν.
Την ιστορία είμαι σίγουρος ότι την ξέρετε. Ο βρετανός Robinson Crusoe αναγκάζεται να μπαρκάρει στα καράβια επειδή σκότωσε σε μονομαχία ένα φίλο του για τα μάτια μιας γυναίκας (δεν έφταιγε πάντως αυτός για όλο αυτό). Το καράβι ναυαγεί, ο ήρωάς μας είναι ο μόνος επιζών και ξεβράζεται σε ένα έρημο τροπικό νησί. Εκεί, αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει να φτιάξει ολομόναχος τη ζωή του από την αρχή ώστε να εξασφαλίσει τροφή, στέγη, προστασία. Κάποια στιγμή μια άγρια φυλή ιθαγενών από κοντινό νησί θα φτάσει εκεί με σκοπό να κάνει μια ανθρωποθυσία, ο Κρούσος θα σώσει το υποψήφιο θύμα και... θα βρει έτσι έναν σύντροφο, τον οποίο - "άγριος" γαρ - πρέπει να εκπαιδεύσει σχεδόν στα πάντα από την αρχή. Όχι βέβαια ότι και ο "άγριος" δεν έχει πλήθος γνώσεων που θα αποδειχτούν πολύιμες...
Η ταινία διαθέτει "μηνύματα". Ο ναυαγός θα φερθεί αρχικά απέναντι στον μαύρο Παρασκευά αλαζονικά, ως απόλυτα ανώτερος, ως λευκός αποικιοκράτης (όπως λέει μάλιστα κάποια στιγμή, στη σχετικά σύντομη θητεία του στα καράβια είχε κάνει και ένα ταξίδι μεταφέροντας σκλάβους). Συστήνεται ως "master" (ο μαύρος τον αποκαλεί βεβαίως έτσι νομίζοντας ότι αυτό είναι το όνομά του) και πιστεύει ότι μπροστά του έχει έναν βάρβαρο, απόλυτα αμαθή άνθρωπο, ο οποίος πρέπει να διδαχτεί τα πάντα από την αρχή. Τον πολιτισμό των λευκών δηλαδή, αλλά και τον απαραίτητο χριστιανισμό. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι ο Παρασκευάς και πανέξυπνος είναι και οι γνώσεις του είναι χρήσιμες και  ότι, βέβαια, αρνείται να δεχτεί τον χριστιανισμό, ο οποίος είναι ακατανόητος γι' αυτόν. Ο Ροβινσώνας θα μετανοιώσει για τη συμπεριφορά του, θα καταλάβει ότι και το "διαφορετικό" οφείλει να είναι εξ ίσου αποδεκτό και τελικά μεταξύ τουςθα αναπτυχθεί μια βαθειά φιλια που θα φτάσει μέχρι τα όρια της θυσίας... Όσο για το άλλο, την αλληγορική δημιουργία πολιτισμού από το τίποτα σχεδόν, αυτό μένει στα ψιλά του φιλμ.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι η ταινία δεν προσφέρει τίποτα καινούριο. Ρουτινιάρικη σκηνοθεσία, σχετικά βαρετή πλοκή (ας μη ξεχνάμε ότι είναι και γνωστή εκ των προτέρων, οπότε θα έπρεπε να υπάρχεί "κάτι" που θα προσδώσει ενδιαφέρον, είτε κινηματογραφικά είτε νοηματικά) και, τελικά, νομίζω, πλήρης έλλειψη νεύρου. Πιστεύω ότι η λέξη που προανέφερα, "ρουτινιάρικη", την χαρακτηρίζει απόλυτα. Αν θέλετε τη γνώμη μου λοιπόν, δείτε την μόνο αν είστε φανατικοί του Πιρς Μπρόσναν...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2017

ΕΡΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ "THELMA"

Δυστυχώς δεν έχει τύχει να δω τις προηγούμενες ταινίες του δανού Joachim Trier (καμιά σχέση με τον συμπατριώτη του Lars von Trier), για τις οποίες διαβάζω καλά λόγια. Η πρώτη για μένα είναι η "Thelma" του 2017, που μου άφησε καλές εντυπώσεις, επιβεβαιώνοντάς μου τη φήμη του δημιουργού της.
Πρόκειται για μια ιστορία δύσκολης ενηλικίωσης, στην οποία το μεταφυσικό στοιχείο παντρεύεται με το ερωτικό. Η 17χρονη ομώνυμη ηρωίδα αφήνει για πρώτη φορά τους γονείς της και την απομονωμένη επαρχία όπου μεγάλωσε για να σπουδάσει στην πόλη. Άβγαλτη, εσωστρεφής και δειλή, παντελώς άσχετη ουσιαστικά με τον "έξω κόσμο", δεν θα καταφέρει να κάνει φίλους και να προσαρμοστεί στη φοιτητική ζωή. Εκτός από μια συμφοιτήτριά της, η οποία θα την πλησιάσει και την οποία ερωτεύεται, δίχως αρχικά να τολμά να εκδηλώσει τον πόθα της για εκείνη. Ταυτόχρονα με το ξύπνημα του έρωτα η Θέλμα θα ανακαλύψει ότι διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες δεν μπορεί να τιθασεύσει και που η ίδια δεν επιθυμεί καθόλου και την τρομοκρατούν. Σιγά σιγά θα μάθουμε για το οικογενειακό της background, για το θρησκόληπτο, μουντό και αυστηρό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, αλλά και για κάποια άλλα μυστικά του παρελθόντος...
Νομίζω ότι η ιστορία φέρνει άμεσα στο νου την περίφημη "Κάρι" του Ντε Πάλμα. Μόνο που ο χειρισμός του θέματος είναι διαφορετικός. Ο Τρίερ είναι πιο χαμηλότονος από όσο το παλιότερο φιλμ, δεν αποβλέπει τόσο στον τρόμο (Στίβεν Κινγκ γαρ η "Κάρι"), αλλά στη δημιουργία ατμόσφαιρας, η οποία ενισχύεται και με το ανοιχτό τέλος της ταινίας. Και, φυσικά, μιλά όπως είπαμε αρχικά, για την ενηλικίωση, τους τρόμους και τις ανησυχίες της. Η δυσκολία προσαρμογής της ηρωίδας στο νέο περιβάλλον της προέρχεται βέβαια από την καταπιεστική, δίχως χαρά και εφηβικά ξεσπάσματα ανατροφή της και από το θρησκόληπτο σπίτι της. Αμαρτίες γονέων... Και επιτείνεται ακόμα περισσότερο όταν συμβαίνει ο έρωτάς της να είναι "απαγορευμένος". Βλέποντας την ιστορία συμβολικά, πόσες φορές οι έφηβοι δεν αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους σαν "τέρατα", φοβισμένοι από τις άγριες αλλαγές στο σώμα, αλλά και στον εσωτερικό τους κόσμο; Ιδιάιτερα αν δεν έχουν προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο από τους γονείς και αν αυτοί (οι γονείς) αντιμετωπίζουν τα πάντα σχεδόν ως αμαρτία...
Ενδιαφέρουσα, ατμοσφαιρική ταινία, σχετικά αργή πάντως - προειδοποιώ - πράγμα όμως που προσωπικά δεν με ενόχλησε. Ίσα - ίσα βρήκα ότι ενίσχυε την όλη ανησυχητική ατμόσφαιρα και ταίριαζε σ' αυτήν. Ίσως όχι για τους καθαρούς φαν του τρόμου και των multi cinema, οι υπόλοιποι όμως πιστεύω ότι θα ανακαλύψουν τα καλά στοιχεία της.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017

"ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ" ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ

Ο Julian Rosefeldt είναι εικαστικός. To "Μανιφεστο" ήταν ένα βίντεο διάρκειας 130 λεπτών. Το 2015 το περιορίζει σε 95' ώστε να βγει στους κινηματογράφους.
Τι είναι το "Μανιφέστο"; Πριν σας πω θα ξεκαθαρίσω ότι πρόκειται για φιλμ που απευθύνεται σχεδον αποκλειστικά σε όσους γνωρίζουν την τεχνη του 20ού αιώνα και τη σύγχρονη τέχνη. Οι υπόλοιποι, απλά, δεν θα καταλάβουν τι είναι αυτά που ακούνε. Τι γίνεται λοιπόν σ' αυτό το καθαρά πειραματικό φιλμ; Η εξαιρετική Κέιτ Μπλάνσετ ερμηνεύει 13 διαφορετικούς ρόλους (δασκάλα, χορογράφος, βιομηχανική εργάτρια, άστεγος άντρας, χήρα σε κηδεία, πλούσια νοικοκυρά, πανκ τραγουδίστρια, παρουσιάστρια τηλεοπτικού δελτίου ειδήσεων κλπ.). Βρίσκεται στη δουλειά της ή στο σπίτι της ή αλλού, συνδιαλέγεται με άλλους ανθρώπους (οδηγίες στις χορεύτριες, επικήδειος, οικογενειακή προσευχή πριν το φαγητό, τηλεοπτική συνέντευξη με ανταποκρίτρια κλπ.), μόνο που αντί να μιλά "κανονικά" απαγγέλει αποσπάσματα από ποικίλα μανιφέστα εικαστικών, αρχιτεκτονικών και κινηματογραφικών ομάδων ή μεμονωμένων καλλιτεχνών της μοντέρνας και της σύγχρονης τέχνης. Ντανταϊστών, σουρεαλιστών, φουτουριστών, fluxus, σιτουασιονιστών, του Γκοντάρ, Δόγμα 95 και άλλων πολλών. Η κινηματογράφηση είναι εντυπωσιακή (πλάνα από ψηλά, επιβλητικοί ή/και παράδοξοι χώροι κλπ.), η Μπλάνσετ όπως πάντα εκπληκτική... και αυτό που προκύπτει είναι ένα εντελώς αλλόκοτο αποτέλεσμα, που πολλές φορές προκαλεί (ηθελημένα) γέλιο.
Ποιο είναι λοιπόν το τελικό συμπέρασμα; Τα διάφορα μανιφέστα για την τέχνη είναι φυσικά αντιφατικά μεταξύ τους. Από το ονειρικό - ρομαντικό κατά βάθος όραμα των σουρεαλιστών ως το σκληρό, κυνικό μήνυμα των φουτουριστών και άπειρες άλλες αποχρώσεις. Αυτό λοιπόν που προσωπικά εισέπραξα είναι ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια για την τέχνη, αλλά πολλές και υποκειμενικές (πράγμα γνωστό βεβαίως). Τοποθετώντας τα συχνά παθιασμένα αυτά κείμενα πάνω σε παντελώς άσχετες, καθημερινές καταστάσεις (μια κηδεία, ένα οικογενειακό τραπέζι, ένας εργοστασιακός χώρος εργασίας κλπ.) νομίζω ότι ο σκηνοθέτης σατιρίζει τα κείμενα αυτά και τα βάζει άλλοτε να έρχονται σε αντίθεση και άλλοτε να μοιάζουν επίκαιρα σε σχέση με την καθημερινότητα. Η γενική αίσθηση που αποκόμισα είναι ότι οι θεωρίες μπορούν να λένε (ή να θέλουν να λένε) τα πάντα, πλην όμως αυτό που μένει είναι η τέχνη καθεαυτή.
Προσοχή: Σε ένα τέτοιο ερμητικό, πειραματικό φιλμ ίσως ο δημιουργός να είχε εντελώς άλλες προθέσεις απ' αυτές που εγώ ανίχνευσα και ίσως πάλι να ανακαλύψετε άλλες εσείς. Εγώ το "διάβασα" σαν ένα είδος σάτιρας και σε πολλά σημεία γέλασα κιόλας. Εσείς μπορείτε να διαφωνήσετε ριζικά. Όπως και να το κάνουμε πάντως θα επαναλάβω ότι πρόκειται για ταινία για πολύ λίγους - και για όσους λίγο-πολύ γνωρίζουν τι έχει συμβεί στην τέχνη το τελευταίο αιώνα και κάτι.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2017

"ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ" ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΛΑ ΚΑΘΕ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ

Ο σκηνοθέτης Raoul Peck είναι από την Αϊτή και διετέλεσε κάποια στιγμή υπουργος πολιτισμού της πατρίδας του! Το 2016 κάνει ένα πολύ δυνατό ντοκιμαντέρ με θέμα τον ρατσισμό στις ΗΠΑ. Το "Δεν Είμαι ο Νέγρος σου" είναι ταυτόχρονα ένα μάθημα ιστορίας και μια οδυνηρή διαπίστωση ότι μέχρι σήμερα τίποτα δεν είναι οριστικά κερδισμένο.
Ο Πεκ εστιάζει στα χρόνια της ταραγμένης δεκαετίας του 60. Ανάμεσα στα 1963 και 1968 δολοφονήθηκαν τρεις ακτιβιστές και ηγέτες του μαύρου κινήματος για ισότητα και κατάργηση του ρατσισμού : Ο Μέντγκαρ Έβερς, ο Μάλκολμ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μεταξύ τους είχαν μεγάλες ιδεολογικές διαφορές, υιοθετούσαν διαφορετικούς τρόπους πάλης ενάντια στο λευκό φασισμό, ωστόσο η μοίρα τους ήταν κοινή... Θυμίζουμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο είχαμε και τις δολοφονίες των προοδευτικών (για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον) Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι. Άξονας της ταινίας αποτελεί η παρουσία και η αφήγηση του μαύρου συγγραφέα και διανοητή Τζέιμς Μπάλντουιν (1924-1987). Ακτιβιστής ο ίδιος και προσωπικός φίλος και των τριών νεκρών, ο συγγραφέας είχε ξεκινήσει ένα βιβλίο με τίτλο "Remember this House" όπου, μέσα ακριβώς από τους φόνους των τριών, επιχειρούσε την καταγραφή των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, το οποίο βιβλιο ωστόσο παρέμεινε ημιτελές. Στο φιλμ βλέπουμε τον ίδιο τον Μπάλντουιν να μιλά με έξυπνο, μεστό, αλλά και παθιασμένο λόγο για όλα αυτά είτε από φιλμ αρχείου (ομιλίες του, τηλεοπτικές εκπομπές κλπ.) είτε από ακουστικά αποσπάσματα από το βιβλίο με τη φωνή του Σάμιουελ Τζάκσον. Είναι πολύ δυνατές οι στιγμές όπου περιγράφει πού βρισκόταν και πώς αντέδρασε όταν έμαθε τους θανάτους των φίλων του, αλλά και η στιγμή που απαντά (και βάζει στη θέση του) λευκό καθηγητή (του Χάρβαρντ νομίζω) σε τηλεοπτική εκπομπή της εποχής. Επίσης πολύ ενδιαφέρον έχουν τα αποσπάσματα από γνωστές χολιγουντιανές ταινίες ή η παράθεση παλιών διαφημίσεων, που καταδεικνύουν ανάγλυφα την άποψη που καλλιεργειται για τη θέση που (πρέπει να) έχουν η μαύροι στην αμερικάνικη κοινωνία (συνήθως καλοσυνάτοι, χαζούληδες και πιστοί υπηρέτες). Φυσικά υπάρχουν και σκηνές από διαδηλώσεις μαύρων, αλλά και ρατσιστικές εκδηλώσεις εναντίον τους. Και, για να μη ξεχνιόμαστε, υπάρχουν και σκηνές σύγχρονης βίας αστυνομικών εις βάρος μαύρων (μετά το 2000 εννοώ).
Όλο το φιλμ, ενδιαφέρον και κινηματογραφικά, καταδεικνύει νομίζω με συγκλονιστικό τρόπο τον εφιάλτη του ρατσισμού, τα σκατά στα κεφάλια όσων νομίζουν ότι κάποιοι είναι εξ ορισμού κατώτεροι από τους ίδιους, τη βία και την καταπίεση όλης αυτής της φριχτής κατάστασης. Και, βέβαια, ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι μερικούς αιώνες πριν οι άνθρωποι αυτοί απήχθησαν βίαια από τις πατρίδες τους και με το ζόρι έφτασαν στην Αμερική σαν σκλάβοι, σαν "πράγματα" προς αγοροπωλησία κι όχι σαν άνθρωποι, και τώρα έχουν κάθε δίκιο όχι μόνο να απαιτούν ίσα δικαιώματα, αλλά και να είναι οργισμένοι. Και, τελευταίο αλλά καθόλου ασήμαντο - κάθε άλλο - το γεγονός ότι παρά τις βελτιώσεις (ο ρατσισμός δεν είναι πλέον θεσπισμένος με νόμους όπως λίγες μόλις δεκαετίες πριν) η κατάσταση παραμένει περίπου ίδια: Στις σύγχρονες ΗΠΑ άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, υποφέρουν την αστυνομική βία ή ακόμα και σκοτώνονται εξ αιτίας του χρώματος του δέρματός τους.
Σας προτείνω να το δείτε. Εκτός όλων των άλλων είναι εφιαλτικά επίκαιρο στη σημερινή Αμερική ενός φασιστοειδούς Τραμπ.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2017

"FIERCE PEOPLE": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΠΛΟΥΣΙΩΝ

Ο Griffin Dunne σαφώς δεν είναι μεγάλος σκηνοθέτης και έχει κάνει λίγες, μαλλον αδιάφορες ταινίες. Ωστόσο το 2005 γυρίζει το "Fierce People", με τον πολύ καλό Ντόναλντ Σάντερλαντ, την Νταϊάν Λέιν, την Κρίστεν Στιούαρτ και τον πρόωρα χαμένο Άντον Γέλτσιν μεταξύ άλλων, το οποίο βρισκω αρκετά ενδιαφέρον.
Μια εθισμένη σε ουσίες μητέρα, η οποία δουλεύει ως μασέρ, ζει με τον 16χρονο γιο της στη Νέα Υόρκη. Ο μονίμως απών πατέρας είναι γνωστός ανθρωπολόγος και ζει μόνιμα κάπου στη Νότια Αμερική με χαμένες φυλές, τις οποίες μελετά. Ο γιος, ενώ έχει κανονίσει να περάσει το καλοκαίρι στη ζούγκλα με τον πατέρα του, αναγκάζεται να αλλάξει σχέδια όταν η μητέρα του προσκαλείται να μείνει στην αχανή πραγματικά ιδιοκτησία του ηλικιωμένου "7ου πλουσιότερου ανθρώπου των ΗΠΑ". Δουλεύει γι' αυτόν ως μασέρ, πολλοί όμως υποψιάζονται και άλλες σχέσεις μεταξύ τους... Ο 16χρονος θα γνωρίσει τα μέλη της πολυμελούς οικογένειας του χήρου εκατομμυριούχου, θα μπει θαμπωμένος στην αρχή στον κόσμο της χλιδής και του μεγαλείου, θα τα φτιάξει με την εγγονή του ζάμπλουτου... και θα περάσει ένα συγκλονιστικό γι' αυτόν καλοκαίρι ενηλικίωσης, το οποίο θα ξεκινήσει σαν όνειρο και θα καταλήξει σε εφιάλτη.
Βρήκα δυνατή αυτή την "ταινία ενηλικίωσης". Η οποία, ωστόσο, διαθέτει και σασπένς, και κάποιες απρόσμενες αποκαλύψεις και καλές ηθοποιίες. Η δύναμή της ωστόσο έγκειται νομίζω στην κατάδειξη της διαφθοράς και του ουσιαστικού "φασισμού" που επικρατεί στις ερμητικά κλειστές για τους απέξω οικογένειες - μικροκοινωνίες των πολύ πολύ πλούσιων. Οι οποίοι, βεβαίως, πολύ δύσκολα θα δεχτούν έναν "παρείσακτο", κατώτερό τους, να εισχωρήσει στον περίκλειστο πολυτελή κόσμο τους. Το θέμα είναι απόλυτα ταξικό (μιλάμε σχεδόν για ένα είδος κάστας). Περιφρουρούμε με κάθε τρόπο τα προνόμιά μας από όσους θέλουν να γίνουν "σαν κι εμάς".
Η ταινία κάνει έναν έξυπνο παραλληλισμό: Ο νεαρός ονειρεύεται να περάσει το καλοκαίρι του στη ζούγκλα (και ανησυχεί και λίγο γι' αυτό και για το τι θα συναντήσει εκεί). Αντ΄αυτού το περνά τελικά στο πιο πολυτελές, ονειρεμένο περιβάλλον που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, εισχωρεί σ' έναν άγνωστο γι' αυτόν και εκθαμβωτικό κόσμο (ζει μάλιστα εκεί και τον πρώτο του έρωτα), πλην όμως τελικά ο κόσμος αυτός αποδεικνύεται εξ ίσου ζούγκλα (αν όχι χειρότερη) απ' αυτήν που αρχικά σκόπευε να πάει. Νομίζω η αναλογία είναι ξεκάθαρη.
Όπως είπα στην αρχή το φιλμ με εξέπληξε ευχάριστα, και μάλιστα από έναν σκηνοθέτη από τον οποίο δεν περίμενα τίποτα. Είναι αυτή η στηλίτευση του κόσμου των εκατομμυριούχων, αλλά και η αντμετώπιση μιας δύσκολης ενηλικίωσης, που με τράβηξαν. Προτείνω να του δώσετε μια ευκαιρία.

eXTReMe Tracker