Ο Julian Rosefeldt είναι εικαστικός. To "Μανιφεστο" ήταν ένα βίντεο διάρκειας 130 λεπτών. Το 2015 το περιορίζει σε 95' ώστε να βγει στους κινηματογράφους.
Τι είναι το "Μανιφέστο"; Πριν σας πω θα ξεκαθαρίσω ότι πρόκειται για φιλμ που απευθύνεται σχεδον αποκλειστικά σε όσους γνωρίζουν την τεχνη του 20ού αιώνα και τη σύγχρονη τέχνη. Οι υπόλοιποι, απλά, δεν θα καταλάβουν τι είναι αυτά που ακούνε. Τι γίνεται λοιπόν σ' αυτό το καθαρά πειραματικό φιλμ; Η εξαιρετική Κέιτ Μπλάνσετ ερμηνεύει 13 διαφορετικούς ρόλους (δασκάλα, χορογράφος, βιομηχανική εργάτρια, άστεγος άντρας, χήρα σε κηδεία, πλούσια νοικοκυρά, πανκ τραγουδίστρια, παρουσιάστρια τηλεοπτικού δελτίου ειδήσεων κλπ.). Βρίσκεται στη δουλειά της ή στο σπίτι της ή αλλού, συνδιαλέγεται με άλλους ανθρώπους (οδηγίες στις χορεύτριες, επικήδειος, οικογενειακή προσευχή πριν το φαγητό, τηλεοπτική συνέντευξη με ανταποκρίτρια κλπ.), μόνο που αντί να μιλά "κανονικά" απαγγέλει αποσπάσματα από ποικίλα μανιφέστα εικαστικών, αρχιτεκτονικών και κινηματογραφικών ομάδων ή μεμονωμένων καλλιτεχνών της μοντέρνας και της σύγχρονης τέχνης. Ντανταϊστών, σουρεαλιστών, φουτουριστών, fluxus, σιτουασιονιστών, του Γκοντάρ, Δόγμα 95 και άλλων πολλών. Η κινηματογράφηση είναι εντυπωσιακή (πλάνα από ψηλά, επιβλητικοί ή/και παράδοξοι χώροι κλπ.), η Μπλάνσετ όπως πάντα εκπληκτική... και αυτό που προκύπτει είναι ένα εντελώς αλλόκοτο αποτέλεσμα, που πολλές φορές προκαλεί (ηθελημένα) γέλιο.
Ποιο είναι λοιπόν το τελικό συμπέρασμα; Τα διάφορα μανιφέστα για την τέχνη είναι φυσικά αντιφατικά μεταξύ τους. Από το ονειρικό - ρομαντικό κατά βάθος όραμα των σουρεαλιστών ως το σκληρό, κυνικό μήνυμα των φουτουριστών και άπειρες άλλες αποχρώσεις. Αυτό λοιπόν που προσωπικά εισέπραξα είναι ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια για την τέχνη, αλλά πολλές και υποκειμενικές (πράγμα γνωστό βεβαίως). Τοποθετώντας τα συχνά παθιασμένα αυτά κείμενα πάνω σε παντελώς άσχετες, καθημερινές καταστάσεις (μια κηδεία, ένα οικογενειακό τραπέζι, ένας εργοστασιακός χώρος εργασίας κλπ.) νομίζω ότι ο σκηνοθέτης σατιρίζει τα κείμενα αυτά και τα βάζει άλλοτε να έρχονται σε αντίθεση και άλλοτε να μοιάζουν επίκαιρα σε σχέση με την καθημερινότητα. Η γενική αίσθηση που αποκόμισα είναι ότι οι θεωρίες μπορούν να λένε (ή να θέλουν να λένε) τα πάντα, πλην όμως αυτό που μένει είναι η τέχνη καθεαυτή.
Προσοχή: Σε ένα τέτοιο ερμητικό, πειραματικό φιλμ ίσως ο δημιουργός να είχε εντελώς άλλες προθέσεις απ' αυτές που εγώ ανίχνευσα και ίσως πάλι να ανακαλύψετε άλλες εσείς. Εγώ το "διάβασα" σαν ένα είδος σάτιρας και σε πολλά σημεία γέλασα κιόλας. Εσείς μπορείτε να διαφωνήσετε ριζικά. Όπως και να το κάνουμε πάντως θα επαναλάβω ότι πρόκειται για ταινία για πολύ λίγους - και για όσους λίγο-πολύ γνωρίζουν τι έχει συμβεί στην τέχνη το τελευταίο αιώνα και κάτι.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017
Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2017
"ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ" ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΛΑ ΚΑΘΕ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ
Ο σκηνοθέτης Raoul Peck είναι από την Αϊτή και διετέλεσε κάποια στιγμή υπουργος πολιτισμού της πατρίδας του! Το 2016 κάνει ένα πολύ δυνατό ντοκιμαντέρ με θέμα τον ρατσισμό στις ΗΠΑ. Το "Δεν Είμαι ο Νέγρος σου" είναι ταυτόχρονα ένα μάθημα ιστορίας και μια οδυνηρή διαπίστωση ότι μέχρι σήμερα τίποτα δεν είναι οριστικά κερδισμένο.
Ο Πεκ εστιάζει στα χρόνια της ταραγμένης δεκαετίας του 60. Ανάμεσα στα 1963 και 1968 δολοφονήθηκαν τρεις ακτιβιστές και ηγέτες του μαύρου κινήματος για ισότητα και κατάργηση του ρατσισμού : Ο Μέντγκαρ Έβερς, ο Μάλκολμ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μεταξύ τους είχαν μεγάλες ιδεολογικές διαφορές, υιοθετούσαν διαφορετικούς τρόπους πάλης ενάντια στο λευκό φασισμό, ωστόσο η μοίρα τους ήταν κοινή... Θυμίζουμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο είχαμε και τις δολοφονίες των προοδευτικών (για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον) Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι. Άξονας της ταινίας αποτελεί η παρουσία και η αφήγηση του μαύρου συγγραφέα και διανοητή Τζέιμς Μπάλντουιν (1924-1987). Ακτιβιστής ο ίδιος και προσωπικός φίλος και των τριών νεκρών, ο συγγραφέας είχε ξεκινήσει ένα βιβλίο με τίτλο "Remember this House" όπου, μέσα ακριβώς από τους φόνους των τριών, επιχειρούσε την καταγραφή των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, το οποίο βιβλιο ωστόσο παρέμεινε ημιτελές. Στο φιλμ βλέπουμε τον ίδιο τον Μπάλντουιν να μιλά με έξυπνο, μεστό, αλλά και παθιασμένο λόγο για όλα αυτά είτε από φιλμ αρχείου (ομιλίες του, τηλεοπτικές εκπομπές κλπ.) είτε από ακουστικά αποσπάσματα από το βιβλίο με τη φωνή του Σάμιουελ Τζάκσον. Είναι πολύ δυνατές οι στιγμές όπου περιγράφει πού βρισκόταν και πώς αντέδρασε όταν έμαθε τους θανάτους των φίλων του, αλλά και η στιγμή που απαντά (και βάζει στη θέση του) λευκό καθηγητή (του Χάρβαρντ νομίζω) σε τηλεοπτική εκπομπή της εποχής. Επίσης πολύ ενδιαφέρον έχουν τα αποσπάσματα από γνωστές χολιγουντιανές ταινίες ή η παράθεση παλιών διαφημίσεων, που καταδεικνύουν ανάγλυφα την άποψη που καλλιεργειται για τη θέση που (πρέπει να) έχουν η μαύροι στην αμερικάνικη κοινωνία (συνήθως καλοσυνάτοι, χαζούληδες και πιστοί υπηρέτες). Φυσικά υπάρχουν και σκηνές από διαδηλώσεις μαύρων, αλλά και ρατσιστικές εκδηλώσεις εναντίον τους. Και, για να μη ξεχνιόμαστε, υπάρχουν και σκηνές σύγχρονης βίας αστυνομικών εις βάρος μαύρων (μετά το 2000 εννοώ).
Όλο το φιλμ, ενδιαφέρον και κινηματογραφικά, καταδεικνύει νομίζω με συγκλονιστικό τρόπο τον εφιάλτη του ρατσισμού, τα σκατά στα κεφάλια όσων νομίζουν ότι κάποιοι είναι εξ ορισμού κατώτεροι από τους ίδιους, τη βία και την καταπίεση όλης αυτής της φριχτής κατάστασης. Και, βέβαια, ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι μερικούς αιώνες πριν οι άνθρωποι αυτοί απήχθησαν βίαια από τις πατρίδες τους και με το ζόρι έφτασαν στην Αμερική σαν σκλάβοι, σαν "πράγματα" προς αγοροπωλησία κι όχι σαν άνθρωποι, και τώρα έχουν κάθε δίκιο όχι μόνο να απαιτούν ίσα δικαιώματα, αλλά και να είναι οργισμένοι. Και, τελευταίο αλλά καθόλου ασήμαντο - κάθε άλλο - το γεγονός ότι παρά τις βελτιώσεις (ο ρατσισμός δεν είναι πλέον θεσπισμένος με νόμους όπως λίγες μόλις δεκαετίες πριν) η κατάσταση παραμένει περίπου ίδια: Στις σύγχρονες ΗΠΑ άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, υποφέρουν την αστυνομική βία ή ακόμα και σκοτώνονται εξ αιτίας του χρώματος του δέρματός τους.
Σας προτείνω να το δείτε. Εκτός όλων των άλλων είναι εφιαλτικά επίκαιρο στη σημερινή Αμερική ενός φασιστοειδούς Τραμπ.
Ο Πεκ εστιάζει στα χρόνια της ταραγμένης δεκαετίας του 60. Ανάμεσα στα 1963 και 1968 δολοφονήθηκαν τρεις ακτιβιστές και ηγέτες του μαύρου κινήματος για ισότητα και κατάργηση του ρατσισμού : Ο Μέντγκαρ Έβερς, ο Μάλκολμ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μεταξύ τους είχαν μεγάλες ιδεολογικές διαφορές, υιοθετούσαν διαφορετικούς τρόπους πάλης ενάντια στο λευκό φασισμό, ωστόσο η μοίρα τους ήταν κοινή... Θυμίζουμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο είχαμε και τις δολοφονίες των προοδευτικών (για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον) Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι. Άξονας της ταινίας αποτελεί η παρουσία και η αφήγηση του μαύρου συγγραφέα και διανοητή Τζέιμς Μπάλντουιν (1924-1987). Ακτιβιστής ο ίδιος και προσωπικός φίλος και των τριών νεκρών, ο συγγραφέας είχε ξεκινήσει ένα βιβλίο με τίτλο "Remember this House" όπου, μέσα ακριβώς από τους φόνους των τριών, επιχειρούσε την καταγραφή των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, το οποίο βιβλιο ωστόσο παρέμεινε ημιτελές. Στο φιλμ βλέπουμε τον ίδιο τον Μπάλντουιν να μιλά με έξυπνο, μεστό, αλλά και παθιασμένο λόγο για όλα αυτά είτε από φιλμ αρχείου (ομιλίες του, τηλεοπτικές εκπομπές κλπ.) είτε από ακουστικά αποσπάσματα από το βιβλίο με τη φωνή του Σάμιουελ Τζάκσον. Είναι πολύ δυνατές οι στιγμές όπου περιγράφει πού βρισκόταν και πώς αντέδρασε όταν έμαθε τους θανάτους των φίλων του, αλλά και η στιγμή που απαντά (και βάζει στη θέση του) λευκό καθηγητή (του Χάρβαρντ νομίζω) σε τηλεοπτική εκπομπή της εποχής. Επίσης πολύ ενδιαφέρον έχουν τα αποσπάσματα από γνωστές χολιγουντιανές ταινίες ή η παράθεση παλιών διαφημίσεων, που καταδεικνύουν ανάγλυφα την άποψη που καλλιεργειται για τη θέση που (πρέπει να) έχουν η μαύροι στην αμερικάνικη κοινωνία (συνήθως καλοσυνάτοι, χαζούληδες και πιστοί υπηρέτες). Φυσικά υπάρχουν και σκηνές από διαδηλώσεις μαύρων, αλλά και ρατσιστικές εκδηλώσεις εναντίον τους. Και, για να μη ξεχνιόμαστε, υπάρχουν και σκηνές σύγχρονης βίας αστυνομικών εις βάρος μαύρων (μετά το 2000 εννοώ).
Όλο το φιλμ, ενδιαφέρον και κινηματογραφικά, καταδεικνύει νομίζω με συγκλονιστικό τρόπο τον εφιάλτη του ρατσισμού, τα σκατά στα κεφάλια όσων νομίζουν ότι κάποιοι είναι εξ ορισμού κατώτεροι από τους ίδιους, τη βία και την καταπίεση όλης αυτής της φριχτής κατάστασης. Και, βέβαια, ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι μερικούς αιώνες πριν οι άνθρωποι αυτοί απήχθησαν βίαια από τις πατρίδες τους και με το ζόρι έφτασαν στην Αμερική σαν σκλάβοι, σαν "πράγματα" προς αγοροπωλησία κι όχι σαν άνθρωποι, και τώρα έχουν κάθε δίκιο όχι μόνο να απαιτούν ίσα δικαιώματα, αλλά και να είναι οργισμένοι. Και, τελευταίο αλλά καθόλου ασήμαντο - κάθε άλλο - το γεγονός ότι παρά τις βελτιώσεις (ο ρατσισμός δεν είναι πλέον θεσπισμένος με νόμους όπως λίγες μόλις δεκαετίες πριν) η κατάσταση παραμένει περίπου ίδια: Στις σύγχρονες ΗΠΑ άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, υποφέρουν την αστυνομική βία ή ακόμα και σκοτώνονται εξ αιτίας του χρώματος του δέρματός τους.
Σας προτείνω να το δείτε. Εκτός όλων των άλλων είναι εφιαλτικά επίκαιρο στη σημερινή Αμερική ενός φασιστοειδούς Τραμπ.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2017
"FIERCE PEOPLE": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΠΛΟΥΣΙΩΝ
Ο Griffin Dunne σαφώς δεν είναι μεγάλος σκηνοθέτης και έχει κάνει λίγες, μαλλον αδιάφορες ταινίες. Ωστόσο το 2005 γυρίζει το "Fierce People", με τον πολύ καλό Ντόναλντ Σάντερλαντ, την Νταϊάν Λέιν, την Κρίστεν Στιούαρτ και τον πρόωρα χαμένο Άντον Γέλτσιν μεταξύ άλλων, το οποίο βρισκω αρκετά ενδιαφέρον.
Μια εθισμένη σε ουσίες μητέρα, η οποία δουλεύει ως μασέρ, ζει με τον 16χρονο γιο της στη Νέα Υόρκη. Ο μονίμως απών πατέρας είναι γνωστός ανθρωπολόγος και ζει μόνιμα κάπου στη Νότια Αμερική με χαμένες φυλές, τις οποίες μελετά. Ο γιος, ενώ έχει κανονίσει να περάσει το καλοκαίρι στη ζούγκλα με τον πατέρα του, αναγκάζεται να αλλάξει σχέδια όταν η μητέρα του προσκαλείται να μείνει στην αχανή πραγματικά ιδιοκτησία του ηλικιωμένου "7ου πλουσιότερου ανθρώπου των ΗΠΑ". Δουλεύει γι' αυτόν ως μασέρ, πολλοί όμως υποψιάζονται και άλλες σχέσεις μεταξύ τους... Ο 16χρονος θα γνωρίσει τα μέλη της πολυμελούς οικογένειας του χήρου εκατομμυριούχου, θα μπει θαμπωμένος στην αρχή στον κόσμο της χλιδής και του μεγαλείου, θα τα φτιάξει με την εγγονή του ζάμπλουτου... και θα περάσει ένα συγκλονιστικό γι' αυτόν καλοκαίρι ενηλικίωσης, το οποίο θα ξεκινήσει σαν όνειρο και θα καταλήξει σε εφιάλτη.
Βρήκα δυνατή αυτή την "ταινία ενηλικίωσης". Η οποία, ωστόσο, διαθέτει και σασπένς, και κάποιες απρόσμενες αποκαλύψεις και καλές ηθοποιίες. Η δύναμή της ωστόσο έγκειται νομίζω στην κατάδειξη της διαφθοράς και του ουσιαστικού "φασισμού" που επικρατεί στις ερμητικά κλειστές για τους απέξω οικογένειες - μικροκοινωνίες των πολύ πολύ πλούσιων. Οι οποίοι, βεβαίως, πολύ δύσκολα θα δεχτούν έναν "παρείσακτο", κατώτερό τους, να εισχωρήσει στον περίκλειστο πολυτελή κόσμο τους. Το θέμα είναι απόλυτα ταξικό (μιλάμε σχεδόν για ένα είδος κάστας). Περιφρουρούμε με κάθε τρόπο τα προνόμιά μας από όσους θέλουν να γίνουν "σαν κι εμάς".
Η ταινία κάνει έναν έξυπνο παραλληλισμό: Ο νεαρός ονειρεύεται να περάσει το καλοκαίρι του στη ζούγκλα (και ανησυχεί και λίγο γι' αυτό και για το τι θα συναντήσει εκεί). Αντ΄αυτού το περνά τελικά στο πιο πολυτελές, ονειρεμένο περιβάλλον που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, εισχωρεί σ' έναν άγνωστο γι' αυτόν και εκθαμβωτικό κόσμο (ζει μάλιστα εκεί και τον πρώτο του έρωτα), πλην όμως τελικά ο κόσμος αυτός αποδεικνύεται εξ ίσου ζούγκλα (αν όχι χειρότερη) απ' αυτήν που αρχικά σκόπευε να πάει. Νομίζω η αναλογία είναι ξεκάθαρη.
Όπως είπα στην αρχή το φιλμ με εξέπληξε ευχάριστα, και μάλιστα από έναν σκηνοθέτη από τον οποίο δεν περίμενα τίποτα. Είναι αυτή η στηλίτευση του κόσμου των εκατομμυριούχων, αλλά και η αντμετώπιση μιας δύσκολης ενηλικίωσης, που με τράβηξαν. Προτείνω να του δώσετε μια ευκαιρία.
Μια εθισμένη σε ουσίες μητέρα, η οποία δουλεύει ως μασέρ, ζει με τον 16χρονο γιο της στη Νέα Υόρκη. Ο μονίμως απών πατέρας είναι γνωστός ανθρωπολόγος και ζει μόνιμα κάπου στη Νότια Αμερική με χαμένες φυλές, τις οποίες μελετά. Ο γιος, ενώ έχει κανονίσει να περάσει το καλοκαίρι στη ζούγκλα με τον πατέρα του, αναγκάζεται να αλλάξει σχέδια όταν η μητέρα του προσκαλείται να μείνει στην αχανή πραγματικά ιδιοκτησία του ηλικιωμένου "7ου πλουσιότερου ανθρώπου των ΗΠΑ". Δουλεύει γι' αυτόν ως μασέρ, πολλοί όμως υποψιάζονται και άλλες σχέσεις μεταξύ τους... Ο 16χρονος θα γνωρίσει τα μέλη της πολυμελούς οικογένειας του χήρου εκατομμυριούχου, θα μπει θαμπωμένος στην αρχή στον κόσμο της χλιδής και του μεγαλείου, θα τα φτιάξει με την εγγονή του ζάμπλουτου... και θα περάσει ένα συγκλονιστικό γι' αυτόν καλοκαίρι ενηλικίωσης, το οποίο θα ξεκινήσει σαν όνειρο και θα καταλήξει σε εφιάλτη.
Βρήκα δυνατή αυτή την "ταινία ενηλικίωσης". Η οποία, ωστόσο, διαθέτει και σασπένς, και κάποιες απρόσμενες αποκαλύψεις και καλές ηθοποιίες. Η δύναμή της ωστόσο έγκειται νομίζω στην κατάδειξη της διαφθοράς και του ουσιαστικού "φασισμού" που επικρατεί στις ερμητικά κλειστές για τους απέξω οικογένειες - μικροκοινωνίες των πολύ πολύ πλούσιων. Οι οποίοι, βεβαίως, πολύ δύσκολα θα δεχτούν έναν "παρείσακτο", κατώτερό τους, να εισχωρήσει στον περίκλειστο πολυτελή κόσμο τους. Το θέμα είναι απόλυτα ταξικό (μιλάμε σχεδόν για ένα είδος κάστας). Περιφρουρούμε με κάθε τρόπο τα προνόμιά μας από όσους θέλουν να γίνουν "σαν κι εμάς".
Η ταινία κάνει έναν έξυπνο παραλληλισμό: Ο νεαρός ονειρεύεται να περάσει το καλοκαίρι του στη ζούγκλα (και ανησυχεί και λίγο γι' αυτό και για το τι θα συναντήσει εκεί). Αντ΄αυτού το περνά τελικά στο πιο πολυτελές, ονειρεμένο περιβάλλον που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, εισχωρεί σ' έναν άγνωστο γι' αυτόν και εκθαμβωτικό κόσμο (ζει μάλιστα εκεί και τον πρώτο του έρωτα), πλην όμως τελικά ο κόσμος αυτός αποδεικνύεται εξ ίσου ζούγκλα (αν όχι χειρότερη) απ' αυτήν που αρχικά σκόπευε να πάει. Νομίζω η αναλογία είναι ξεκάθαρη.
Όπως είπα στην αρχή το φιλμ με εξέπληξε ευχάριστα, και μάλιστα από έναν σκηνοθέτη από τον οποίο δεν περίμενα τίποτα. Είναι αυτή η στηλίτευση του κόσμου των εκατομμυριούχων, αλλά και η αντμετώπιση μιας δύσκολης ενηλικίωσης, που με τράβηξαν. Προτείνω να του δώσετε μια ευκαιρία.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2017
ΤΟ ΠΡΩΤΟ "INVASION OF THE BODY SNATCHERS" Ή Ο ΕΧΘΡΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΗΔΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ
Η δεκαετία του 50 καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, από ένα πλήθος ταινιών επιστημονικής φαντασίας, b-movies κυρίως. Οι περισσότερες αντανακλούν τη ανεξέλεγκτη και υστερική κομουνιστοφοβία των αμερικάνων της εποχής (καρδιά Ψυχρού Πολέμου άλλωστε), αλλά και τον φόβο, πολύ νωπό τότε, που προκάλεσε η ατομική βόμβα. Πολλές απ' αυτές σήμερα μάλλον ακούσιο γέλιο προκαλούν ή, τέλος πάντων, είναι με διάφορους τρόπους ξεπερασμένες. Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, αυτές που αντέχουν άνετα μέχρι σήμερα. Περίοπτη θέση σ' αυτές καταλαμβάνει το "Invasion of the Body Snatchers" του 1956. Δεν είναι τυχαίο ότι ανήκει σε έναν καλό σκηνοθέτη, που συνέχισε να γυρίζει για πολύ ακόμα, τον Don Siegel (1912-1991).
Ένας γιατρός επιστρέφει από συνέδριο στη μικρή του πόλη για να ανακαλύψει ότι πολλά έχουν αλλάξει κατά την ολιγοήμερη απουσία του: Όλο και περισσότεροι κάτοικοι παραπονούνται ότι οι οικείοι τους (γονείς, σύζυγοι κλπ.)... δεν είναι οι ίδιοι, ενώ εξωτερικά παραμένουν πανομοιότυποι. Η συμπεριφορά, τα συναισθήματα... κάτι έχει αλλάξει. Ο γιατρός δεν δίνει αρχικά σημασία, μέχρι που αρχίζει να ανακαλύπτει κάποια πτώματα... ή μήπως δεν είναι πτώματα; Είναι σώματα κάπως ασχημάτιστα, που βαθμιαία μεταλλάσσονται σε οικεία πρόσωπα... Ο τρόμος αρχίζει.
Να πούμε αρχικά ότι το φιλμ έχει κάποια σεναριακά κενά. Και να τελειώσουμε με τις αρνητικές κριτικές. Από εκεί και πέρα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως εκπληκτική ταινία. Είναι η ολοένα κλιμακούμενη ένταση που δεν αφήνει τον θεατή να ανασάνει, είναι ένας κλοιός που διαρκώς σφίγγει γύρω από τον ήρωα παγιδεύοντάς τον και δημιουργώντας έτσι ένα απόλυτα κλειστοφοβικό κλίμα, είναι η ιδέα ότι ποτέ δεν ξέρεις με σιγουριά ποιοι έχουν ήδη "αλλάξει" και ποιοι όχι... Κι είναι και κάποιες σκηνές που μένουν αξέχαστες (όπως μια από τις τελευταίες, με τον ήρωα να ουρλιάζει στους αδιάφορους οδηγούς στο μέσον ενός πολυσύχναστου αυτοκινητόδρομου).
Όσο για τον γενικότερο προβληματισμό; Κυριαρχεί βεβαίως η ιδέα ότι "ο εχθρός έρχεται από μέσα", ότι οποιοσδήποτε γύρω μας, όσο γνωστός κι αν είναι, μπορεί να μην είναι καθόλου αυτό που αρχικά δείχνει, πράγμα ούτως ή άλλως ανατριχιστικό. Όσο για την ερμηνεία του; Πολλοί το ερμηνεύουν και πάλι ως μεταφορά του φόβου για το "άλλο", το "διαφορετικό" και, στο συγκεκριμένο κλίμα της εποχής, ως τον φόβο για τους "κόκκινους" που λέγαμε στην αρχή. Ο ίδιος ο Σίγκελ πάντως είχε δηλώσει ότι το θεωρεί ως ταινία πάνω στο θέμα της ελεύθερης βούλησης - και του κινδύνου να χαθεί. Βλέπετε, τα πλάσματα στα οποία μεταλλάσσονται οι άνθρωποι έχουν το χαρακτηριστικό συλλογικό πνεύμα της κυψέλης, των εντόμων και είναι ήρεμοι συναισθηματικά. Η ατομικότητα παύει ουσιαστικά να υπάρχει.
Φυσικά ένα τέτοιο θέμα μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους και να πάρει τις προεκτάσεις που ο καθένας του δίνει. Σκεφτείτε το όπως νομίζετε, στο μεταξύ όμως, πάνω απ' όλα, απολάυστε το. Μαζί με 'Τη Μέρα που η Γη Σταμάτησε", τον 'Ανθρωπο που Ζάρωνε" και λίγα άλλα, είναι ό,τι καλύτερο κατά τη γνώμη μου έδωσε η ασπρόμαυρη ΕΦ των 50ς.
ΥΓ: Το φιλμ γνώρισε δύο κινηματογραφικά remake: Το εξαιρετικό ομώνυμο του 1978 του Kaufman, από τα σπάνια πολύ καλά ριμέικ της κινηματογραφικής ιστορίας, και το αδιάφορο "Invasion" του Hirschbiegel του 2007.
Ένας γιατρός επιστρέφει από συνέδριο στη μικρή του πόλη για να ανακαλύψει ότι πολλά έχουν αλλάξει κατά την ολιγοήμερη απουσία του: Όλο και περισσότεροι κάτοικοι παραπονούνται ότι οι οικείοι τους (γονείς, σύζυγοι κλπ.)... δεν είναι οι ίδιοι, ενώ εξωτερικά παραμένουν πανομοιότυποι. Η συμπεριφορά, τα συναισθήματα... κάτι έχει αλλάξει. Ο γιατρός δεν δίνει αρχικά σημασία, μέχρι που αρχίζει να ανακαλύπτει κάποια πτώματα... ή μήπως δεν είναι πτώματα; Είναι σώματα κάπως ασχημάτιστα, που βαθμιαία μεταλλάσσονται σε οικεία πρόσωπα... Ο τρόμος αρχίζει.
Να πούμε αρχικά ότι το φιλμ έχει κάποια σεναριακά κενά. Και να τελειώσουμε με τις αρνητικές κριτικές. Από εκεί και πέρα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως εκπληκτική ταινία. Είναι η ολοένα κλιμακούμενη ένταση που δεν αφήνει τον θεατή να ανασάνει, είναι ένας κλοιός που διαρκώς σφίγγει γύρω από τον ήρωα παγιδεύοντάς τον και δημιουργώντας έτσι ένα απόλυτα κλειστοφοβικό κλίμα, είναι η ιδέα ότι ποτέ δεν ξέρεις με σιγουριά ποιοι έχουν ήδη "αλλάξει" και ποιοι όχι... Κι είναι και κάποιες σκηνές που μένουν αξέχαστες (όπως μια από τις τελευταίες, με τον ήρωα να ουρλιάζει στους αδιάφορους οδηγούς στο μέσον ενός πολυσύχναστου αυτοκινητόδρομου).
Όσο για τον γενικότερο προβληματισμό; Κυριαρχεί βεβαίως η ιδέα ότι "ο εχθρός έρχεται από μέσα", ότι οποιοσδήποτε γύρω μας, όσο γνωστός κι αν είναι, μπορεί να μην είναι καθόλου αυτό που αρχικά δείχνει, πράγμα ούτως ή άλλως ανατριχιστικό. Όσο για την ερμηνεία του; Πολλοί το ερμηνεύουν και πάλι ως μεταφορά του φόβου για το "άλλο", το "διαφορετικό" και, στο συγκεκριμένο κλίμα της εποχής, ως τον φόβο για τους "κόκκινους" που λέγαμε στην αρχή. Ο ίδιος ο Σίγκελ πάντως είχε δηλώσει ότι το θεωρεί ως ταινία πάνω στο θέμα της ελεύθερης βούλησης - και του κινδύνου να χαθεί. Βλέπετε, τα πλάσματα στα οποία μεταλλάσσονται οι άνθρωποι έχουν το χαρακτηριστικό συλλογικό πνεύμα της κυψέλης, των εντόμων και είναι ήρεμοι συναισθηματικά. Η ατομικότητα παύει ουσιαστικά να υπάρχει.
Φυσικά ένα τέτοιο θέμα μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους και να πάρει τις προεκτάσεις που ο καθένας του δίνει. Σκεφτείτε το όπως νομίζετε, στο μεταξύ όμως, πάνω απ' όλα, απολάυστε το. Μαζί με 'Τη Μέρα που η Γη Σταμάτησε", τον 'Ανθρωπο που Ζάρωνε" και λίγα άλλα, είναι ό,τι καλύτερο κατά τη γνώμη μου έδωσε η ασπρόμαυρη ΕΦ των 50ς.
ΥΓ: Το φιλμ γνώρισε δύο κινηματογραφικά remake: Το εξαιρετικό ομώνυμο του 1978 του Kaufman, από τα σπάνια πολύ καλά ριμέικ της κινηματογραφικής ιστορίας, και το αδιάφορο "Invasion" του Hirschbiegel του 2007.
Κυριακή, Νοεμβρίου 26, 2017
ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ED WOOD"
Οι περισσότεροι γνωρίζετε (ίσως) τον διαβόητο Ed Wood, που έδρασε κυρίως στη δεκαετία του 50 και θεωρείται "ο χειρότερος σκηνοθέτης του κόσμου". Και, βέβαια, διέθετε και άλλα παράδοξα... Το 1994 ο Tim Burton στην κορυφή ίσως της καριέρας του, αποφασίζει να κάνει έναν φόρο τιμής στον απιστευτο αυτόν σκηνοθέτη, γυρίζοντας το ασπρόμαυρο "Ed Wood" και πετυχαίνοντας εξαιρετικές ερμηνείες τόσο από τον Τζόνι Ντεπ στον ομώνυμο ρόλο όσο και από τον Μάρτιν Λαντάου στο ρόλο του Μπέλα Λουγκόζι.
Ο Εντ Γουντ λατρεύει το σινεμά, θέλει να γίνει σκηνοθέτης, αλλά δεν βρίσκει χρηματοδότες για να γυρίσει τα μεγαλεπήβολα και εντελώς κιτς όνειρα του. Επίσης είναι αθεράπαυτα αισιόδοξος, ακούραστος, έχει πάντοτε έτοιμη μια λύση για κάθε αντιξοότητα (άσχετα αν αυτή δεν είναι υποχρεωτικά η "κομψότερη") και... του αρέσει να ντύνεται γυναικεία, παρά το ότι δεν είναι γκέι (αντίθετα έχει κοπέλα, η οποία, αρχικά τουλάχιστον, υπομένει τις παραξενιές του). Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μάλιστα, το "Glen or Glenda" έχει ακριβώς σαν θέμα την παρενδυσία. Η καμπή της καριέρας του ή "καριέρας" του έρχεται όταν γνωρίζει τον κάποτε θρυλικό Μπάλα Λουγκόζι, διάσημο για το ρόλο του Δράκουλα στη δεκετία του 30 και παντελώς ξεχασμένο, γέρο και ναρκομανή τώρα (στα 50ς εννοώ). Θα τον πείσει να πρωταγωνιστήσει στις ταινίες που σχεδιάζει, θα βρει όπως - όπως απίθανους χρηματοδότες, θα επινοεί διαρκώς απίστευτες πατέντες για να γυρίζει ταινίες του σχεδόν τσάμπα και, ό,τι και να του συμβαίνει (πολύ συχνά τον κυνηγάνε ή τον γιουχαϊζουν) εκείνος θα συνεχίζει ακάθεκτος, κεφάτος, αισιόδοξος... και πάντοτε κάκιστος αισθητικά.
Το φιλμ του Μπάρτον ίσως ξεπερνά μια απλή βιογραφία. Καταφέρνει - παράλληλα με το αβίαστο γέλιο που βγάζουν οι πρακτικές και η προσωπικότητα του Εντ Γουντ - να γίνεται συχνά αληθινά συγκινητικό. Και κυρίως μιλά για μια βαθιά φιλία ή, αν προτιμάτε, για δύο ιδιόρρυθμους ανθρώπους που βρίσκουν παρηγοριά ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας ότι ο άλλος είναι το όχημα της πραγματοποίησης των ονείρων του. Βλέπετε ο Γουντ θέλει πάσει θυσία να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να γυρίσει τις αδιανόητες ταινίες του (πράγμα που όντως κατάφερε) με όχημα τον κάποτε διάσημο Λουγκόζι και ο τελευταίος να αναβιώσει την κατεστραμένη καριέρα του και να πάρει αληθινό κουράγιο από έναν ταλαντούχο (όπως νομίζει) νεαρό που πιστεύει απόλυτα σ' αυτόν και στην ηθοποιία του. Αλλά, βέβαια, δεν είναι μόνο οι παραπάνω λόγοι. Όπως προείπα η αμοιβαία φιλία τους είναι βαθιά και ειλικρινής και ο Γουντ, μέσα στην σχεδόν τρέλα του, θα ομορφύνει πραγματικά τις τελευταίες μέρες της ζωής του γέρου φίλου του (ο Λ. πέθανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του "Plan 9").
Εξαιρετικό φιλμ, που πιάνει την ατμόσφαιρα της εποχής, είναι βαθύτατα σινεφίλ για τους λάτρεις της 7ης τέχνης, βρίσκει την ευκαιρία να "ξαναγυρίσει" σπαρταριστές σκηνές από τα φιλμ του Γουντ, αποτίει φόρο τιμής σε έναν αληθινό ονειροπόλο, είναι βαθύτατα συγκινητικό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα διασκεδαστικότατο και, βέβαια, ικανοποιεί τις εμμονές και την αγάπη για τα φιλμ της παιδικής του ηλικίας, που τον γαλούχησαν, του ίδιου του Μπάρτον. Γενικά συνίσταται ανεπιφύλακτα.
Ο Εντ Γουντ λατρεύει το σινεμά, θέλει να γίνει σκηνοθέτης, αλλά δεν βρίσκει χρηματοδότες για να γυρίσει τα μεγαλεπήβολα και εντελώς κιτς όνειρα του. Επίσης είναι αθεράπαυτα αισιόδοξος, ακούραστος, έχει πάντοτε έτοιμη μια λύση για κάθε αντιξοότητα (άσχετα αν αυτή δεν είναι υποχρεωτικά η "κομψότερη") και... του αρέσει να ντύνεται γυναικεία, παρά το ότι δεν είναι γκέι (αντίθετα έχει κοπέλα, η οποία, αρχικά τουλάχιστον, υπομένει τις παραξενιές του). Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μάλιστα, το "Glen or Glenda" έχει ακριβώς σαν θέμα την παρενδυσία. Η καμπή της καριέρας του ή "καριέρας" του έρχεται όταν γνωρίζει τον κάποτε θρυλικό Μπάλα Λουγκόζι, διάσημο για το ρόλο του Δράκουλα στη δεκετία του 30 και παντελώς ξεχασμένο, γέρο και ναρκομανή τώρα (στα 50ς εννοώ). Θα τον πείσει να πρωταγωνιστήσει στις ταινίες που σχεδιάζει, θα βρει όπως - όπως απίθανους χρηματοδότες, θα επινοεί διαρκώς απίστευτες πατέντες για να γυρίζει ταινίες του σχεδόν τσάμπα και, ό,τι και να του συμβαίνει (πολύ συχνά τον κυνηγάνε ή τον γιουχαϊζουν) εκείνος θα συνεχίζει ακάθεκτος, κεφάτος, αισιόδοξος... και πάντοτε κάκιστος αισθητικά.
Το φιλμ του Μπάρτον ίσως ξεπερνά μια απλή βιογραφία. Καταφέρνει - παράλληλα με το αβίαστο γέλιο που βγάζουν οι πρακτικές και η προσωπικότητα του Εντ Γουντ - να γίνεται συχνά αληθινά συγκινητικό. Και κυρίως μιλά για μια βαθιά φιλία ή, αν προτιμάτε, για δύο ιδιόρρυθμους ανθρώπους που βρίσκουν παρηγοριά ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας ότι ο άλλος είναι το όχημα της πραγματοποίησης των ονείρων του. Βλέπετε ο Γουντ θέλει πάσει θυσία να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να γυρίσει τις αδιανόητες ταινίες του (πράγμα που όντως κατάφερε) με όχημα τον κάποτε διάσημο Λουγκόζι και ο τελευταίος να αναβιώσει την κατεστραμένη καριέρα του και να πάρει αληθινό κουράγιο από έναν ταλαντούχο (όπως νομίζει) νεαρό που πιστεύει απόλυτα σ' αυτόν και στην ηθοποιία του. Αλλά, βέβαια, δεν είναι μόνο οι παραπάνω λόγοι. Όπως προείπα η αμοιβαία φιλία τους είναι βαθιά και ειλικρινής και ο Γουντ, μέσα στην σχεδόν τρέλα του, θα ομορφύνει πραγματικά τις τελευταίες μέρες της ζωής του γέρου φίλου του (ο Λ. πέθανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του "Plan 9").
Εξαιρετικό φιλμ, που πιάνει την ατμόσφαιρα της εποχής, είναι βαθύτατα σινεφίλ για τους λάτρεις της 7ης τέχνης, βρίσκει την ευκαιρία να "ξαναγυρίσει" σπαρταριστές σκηνές από τα φιλμ του Γουντ, αποτίει φόρο τιμής σε έναν αληθινό ονειροπόλο, είναι βαθύτατα συγκινητικό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα διασκεδαστικότατο και, βέβαια, ικανοποιεί τις εμμονές και την αγάπη για τα φιλμ της παιδικής του ηλικίας, που τον γαλούχησαν, του ίδιου του Μπάρτον. Γενικά συνίσταται ανεπιφύλακτα.
Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2017
ΣΤΟ "ΟΡΙΑΝ ΕΞΠΡΕΣ" (ΞΑΝΑ)ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ!
Το "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές" μάλλον το γνωρίζετε οι περισσότεροι είτε από το κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι είτε απο την μεταφορά του στο σινεμά από τον Λούμετ στη δεκαετία του 70. Το 2017 ο Kenneth Branagh αποφασίζει να γυρίσει ένα ριμέικ της γνωστής ταινίας. Κάνει κάποιες αλλαγές (διατηρώντας βέβαια το βασικό στόρι), προσπαθεί να το εκσυγχρονίσει, αυτό όμως που κρατά αυτούσιο είναι το σχεδόν εξ ίσου εντυπωσιακό καστ με αυτό της πρώτης ταινίας, το εντυπωσιακότερο ίσως των τελευταίων ετών μετά το " Budapest Hotel". Πριν πούμε λοιπόν για το φιλμ καθ' εαυτό κρατείστε την αναπνοή σας και σημειώστε: Κένεθ Μπράνα, Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φαιφερ, Ουίλιαμ Νταφόε, Πενέλοπε Κρουζ, Τζούντι Ντεντς, Ντέρεκ Τζάκομπι... Εκπληκτικό.
Για όσους δεν ξέρουν: Στο πολυτελές Οριάν Εξπρές επιβαίνουν μια ντουζίνα διακεκριμένες πρσωπικότητες, πλούσιοι στη πλειοψηφία τους. Το τρένο αναγκάζεται να σταματήσει στο πουθενά εξ αιτίας μιας χιονοστιβάδας που σχεδόν το εκτροχιάζει, ενώ συμβαίνει ο φόνος (με πολλές μαχαιριές) ενός όντως αντιπαθητικού επιβάτη. Ο Ηρακλής Πουαρό, ο "διασημότερος ντετέκτιβ του κόσμου" και ένας εκ των επιβατών, αναλαμβάνει να διαλευκάνει το έγκλημα, παρά το ότι βρίσκεται σε διακοπές. Ποιος είναι ο δολοφόνος;
Ο Μπράνα προσθέτει στο στόρι την νέα ιδέα του ακινητοποιημένου πάνω σε γέφυρα τρένου μέσα σε ένα αφιλόξενο, απόκρημνο και υποβλητικό, σχεδόν τρομακτικό, χιονισμένο τοπίο. Ταυτόχρονα προσθέτει περισσότερη δράση από το αρχικό φιλμ (όχι, δεν πλημμυρίζει - ευτυχώς - την ταινία με κυνηγητά και πιστολίδια) και γυρίζει και κάποιες εξωτερικές σκηνές. Η ταινία με κράτησε αρκετά, την βρήκα συμπαθητική, παρά το ότι στερείται νομίζω της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας που θα ταίριαζε γάντι σε ένα τέτοιο θέμα. Ο Πουαρό παρουσιάζεται και κάπως αστείος με τους ψυχαναγκασμούς του, η έρευνα κρατά τον θεατή σε εγρήγορση, οπότε όλα καλά. Βασικό θέμα του φιλμ είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο συναίσθημα και το καθήκον. Βλέπετε, ο Πουαρό είναι ένας ψυχρός ορθολογιστής και δουλεύει (αποδίδοντας δικαιοσύνη) με βάση την τετράγωνη, υπερφυσική σχεδόν λογική του και μόνο. Εδώ, για πρώτη ίσως φορά στην καριέρα του, θα βρεθεί αναποφάσιστος: Πρέπει να ενεργήσει με βάση τη λογική που λέγαμε και την ψυχρή εφαρμογή του γράμματος του νόμου ή με βάση τα εντελώς διαφορετικά συναισθήματά του; Αυή η σύγκρουση, όσο προχωρά η ώρα, τοποθετείται όλο και περισσότερο στο κέντρο του φιλμ.
Θα μου πείτε τώρα: Έχει νόημα να το δει κανείς αν ξέρει από την αρχή (από το βιβλίο ή από την παλιά ταινία) τον δολοφόνο; Αυτά τα φιλμ βασίζονται πάντοτε στην ανατροπή και στις απρόσμενες αποκαλύψεις. Όντως ένα μεγάλο μέρος της έκπληξης εξαφανίζεται εδώ και είναι κρίμα (γι' αυτό και είναι παρακινδυνευμένο από την αρχή ένα τέτοιο ριμέικ). Δείτε το λοιπόν σαν να πηγαίνετε σε θέατρο. Ο κόσμος πάει και ξαναπάει σε ανεβάσματα Σέξπιρ ή τραγωδιών κλπ. κλπ. ξέροντας εξ αρχής όχι μόνο τι θα συμβεί, αλλά και τις ίδιες τις ατάκες μία προς μία. Μόνο κάπως έτσι θα το αντιμετωπίσετε: Για τη σκηνοθεσία και το απίστευτο καστ. Όσοι πάντως δεν γνωρίζουν τι θα συμβεί σίγουρα θα το ευχαριστηθούν περισσότερο.
Για όσους δεν ξέρουν: Στο πολυτελές Οριάν Εξπρές επιβαίνουν μια ντουζίνα διακεκριμένες πρσωπικότητες, πλούσιοι στη πλειοψηφία τους. Το τρένο αναγκάζεται να σταματήσει στο πουθενά εξ αιτίας μιας χιονοστιβάδας που σχεδόν το εκτροχιάζει, ενώ συμβαίνει ο φόνος (με πολλές μαχαιριές) ενός όντως αντιπαθητικού επιβάτη. Ο Ηρακλής Πουαρό, ο "διασημότερος ντετέκτιβ του κόσμου" και ένας εκ των επιβατών, αναλαμβάνει να διαλευκάνει το έγκλημα, παρά το ότι βρίσκεται σε διακοπές. Ποιος είναι ο δολοφόνος;
Ο Μπράνα προσθέτει στο στόρι την νέα ιδέα του ακινητοποιημένου πάνω σε γέφυρα τρένου μέσα σε ένα αφιλόξενο, απόκρημνο και υποβλητικό, σχεδόν τρομακτικό, χιονισμένο τοπίο. Ταυτόχρονα προσθέτει περισσότερη δράση από το αρχικό φιλμ (όχι, δεν πλημμυρίζει - ευτυχώς - την ταινία με κυνηγητά και πιστολίδια) και γυρίζει και κάποιες εξωτερικές σκηνές. Η ταινία με κράτησε αρκετά, την βρήκα συμπαθητική, παρά το ότι στερείται νομίζω της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας που θα ταίριαζε γάντι σε ένα τέτοιο θέμα. Ο Πουαρό παρουσιάζεται και κάπως αστείος με τους ψυχαναγκασμούς του, η έρευνα κρατά τον θεατή σε εγρήγορση, οπότε όλα καλά. Βασικό θέμα του φιλμ είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο συναίσθημα και το καθήκον. Βλέπετε, ο Πουαρό είναι ένας ψυχρός ορθολογιστής και δουλεύει (αποδίδοντας δικαιοσύνη) με βάση την τετράγωνη, υπερφυσική σχεδόν λογική του και μόνο. Εδώ, για πρώτη ίσως φορά στην καριέρα του, θα βρεθεί αναποφάσιστος: Πρέπει να ενεργήσει με βάση τη λογική που λέγαμε και την ψυχρή εφαρμογή του γράμματος του νόμου ή με βάση τα εντελώς διαφορετικά συναισθήματά του; Αυή η σύγκρουση, όσο προχωρά η ώρα, τοποθετείται όλο και περισσότερο στο κέντρο του φιλμ.
Θα μου πείτε τώρα: Έχει νόημα να το δει κανείς αν ξέρει από την αρχή (από το βιβλίο ή από την παλιά ταινία) τον δολοφόνο; Αυτά τα φιλμ βασίζονται πάντοτε στην ανατροπή και στις απρόσμενες αποκαλύψεις. Όντως ένα μεγάλο μέρος της έκπληξης εξαφανίζεται εδώ και είναι κρίμα (γι' αυτό και είναι παρακινδυνευμένο από την αρχή ένα τέτοιο ριμέικ). Δείτε το λοιπόν σαν να πηγαίνετε σε θέατρο. Ο κόσμος πάει και ξαναπάει σε ανεβάσματα Σέξπιρ ή τραγωδιών κλπ. κλπ. ξέροντας εξ αρχής όχι μόνο τι θα συμβεί, αλλά και τις ίδιες τις ατάκες μία προς μία. Μόνο κάπως έτσι θα το αντιμετωπίσετε: Για τη σκηνοθεσία και το απίστευτο καστ. Όσοι πάντως δεν γνωρίζουν τι θα συμβεί σίγουρα θα το ευχαριστηθούν περισσότερο.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2017
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, ΦΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο "MAN APART" ΗΡΩΑΣ
Ούτε ο F. Gary Grey είναι μεγάλος σκηνοθέτης (γυρίζει περισσότερο χιπ χοπ βιντεοκλίπ) ούτε ο Βιν Ντίζελ έξοχος ηθοποιός. Ούτε βεβαίως και το "A Man Apart" του 2003 θα μείνει κλασικό. Πάντως βλέπεται σχετικά ευχάριστα ως περιπέτεια δράσης και μέχρις εκεί. Και, βέβαια, το τεράστιο πρόβλημα των ναρκωτικών και των εγκληματικών και οργανωμένων σαν κανονικός κρατικός στρατός πανίσχυρων καρτέλ, φαίνεται ότι απασχολεί έντονα τις ΗΠΑ (και δίνει και πάμπολλες αφορμές στον κινηματογράφο βεβαίως. Θυμηθείτε για παράδειγμα τα πολύ πιο σοβαρά "Traffic" και "Sicario".
Τυπικό σενάριο: Ο ήρωας και ο κολλητός του φίλος είναι μπάτσοι και αγωνίζονται στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών που μαίνεται στα σύνορα Αμερικής - Μεξικό. Κάποια στιγμή έχουν μια μεγάλη επιτυχία: Καταφέρνουν να φυλακίσουν ένα από τα μεγαλύτερα "κεφάλια" του χώρου. Ενώ όμως εκείνος μένει ήσυχος και σιωπηλός στη φυλακή, ένας καινούριος, ανελέητος "παίχτης" εμφανίζεται , με το ψευδώνυμο Ντιάμπλο. Όταν η αγαπημένη σύζυγος του ήρωα δολοφονείται, εκείνος βρίσκεται πλέον εκτός ελέγχου και αναλαμβάνει δράση μόνος του. Στο μεταξύ όμως αναγκάζεται να έρθει σε επαφή και να ζητήσει βοήθεια από τον "μεγάλο" που ο ίδιος έκλεισε στη φυλακή.
Τυπικό, έτσι; Όντως. Παραλλαγές του θέματος αυτού έχουμε δει άπειρες φορές εδώ και δεκαετίες. Οπότε ιδού μία ακόμη. Η οποία, όπως είπαμε, κινείται ανάμεσα σε αδίστακτους, αιμοβόρους έμπορους των καρτέλ, σασπένς (ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Ντιάμπλο;) και κάμποσης δράσης αφού, το φαντάζεστε αυτό, ο Βιν Ντίζελ τα κάνει όλα. Ανακαλύπτει την άκρη του μίτου, πυροβολεί, καθαρίζει σχεδόν μόνος του, τραυματίζεται αλλά ξανασηκώνεται, είναι "πιο δυνατός" από τους κακούς κλπ. κλπ. Αν λοιπόν έχετε όρεξη για χαλαρή βραδιά με δράση, πιστολίδι, περιπέτειες, δίχως να ζητάτε πολλά - πολλά παραπάνω, νομίζω ότι είναι από τις σχετικά συμπαθητικές περιπτώσεις του πολυφορεμένου είδους και αρκετά καλογυρισμένη. Αν μάλιστα είστε "φίλος", μάλλον θα περάσετε καλά. Πίτσες και μπύρες απαραίτητες.
Τυπικό σενάριο: Ο ήρωας και ο κολλητός του φίλος είναι μπάτσοι και αγωνίζονται στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών που μαίνεται στα σύνορα Αμερικής - Μεξικό. Κάποια στιγμή έχουν μια μεγάλη επιτυχία: Καταφέρνουν να φυλακίσουν ένα από τα μεγαλύτερα "κεφάλια" του χώρου. Ενώ όμως εκείνος μένει ήσυχος και σιωπηλός στη φυλακή, ένας καινούριος, ανελέητος "παίχτης" εμφανίζεται , με το ψευδώνυμο Ντιάμπλο. Όταν η αγαπημένη σύζυγος του ήρωα δολοφονείται, εκείνος βρίσκεται πλέον εκτός ελέγχου και αναλαμβάνει δράση μόνος του. Στο μεταξύ όμως αναγκάζεται να έρθει σε επαφή και να ζητήσει βοήθεια από τον "μεγάλο" που ο ίδιος έκλεισε στη φυλακή.
Τυπικό, έτσι; Όντως. Παραλλαγές του θέματος αυτού έχουμε δει άπειρες φορές εδώ και δεκαετίες. Οπότε ιδού μία ακόμη. Η οποία, όπως είπαμε, κινείται ανάμεσα σε αδίστακτους, αιμοβόρους έμπορους των καρτέλ, σασπένς (ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Ντιάμπλο;) και κάμποσης δράσης αφού, το φαντάζεστε αυτό, ο Βιν Ντίζελ τα κάνει όλα. Ανακαλύπτει την άκρη του μίτου, πυροβολεί, καθαρίζει σχεδόν μόνος του, τραυματίζεται αλλά ξανασηκώνεται, είναι "πιο δυνατός" από τους κακούς κλπ. κλπ. Αν λοιπόν έχετε όρεξη για χαλαρή βραδιά με δράση, πιστολίδι, περιπέτειες, δίχως να ζητάτε πολλά - πολλά παραπάνω, νομίζω ότι είναι από τις σχετικά συμπαθητικές περιπτώσεις του πολυφορεμένου είδους και αρκετά καλογυρισμένη. Αν μάλιστα είστε "φίλος", μάλλον θα περάσετε καλά. Πίτσες και μπύρες απαραίτητες.
Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2017
"MAGNOLIA" : ΕΝΑ ΜΩΣΑΪΚΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Η ταινία παρουσιάζει ένα αληθινό μωσαϊκό ανθρώπινων χαρακτήρων μια μέρα με απαίσιο καιρό στο Λος Άντζελες. Όλοι τους σε κρίσιμες καμπές της ζωής τους. Κανένας δεν είναι αληθινά ευτυχισμένος. Σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι "τρέχουν" δύο παράλληλες ιστορίες. Οι ηλικιωμένοι "πατέρες" και των δύο πεθαινουν από καρκίνο: Από τη μία ένας πλούσιος γέρος. Δίπλα του βρίσκεται η νέα και όμορφη γυναίκα του και ένας μοναχικός νοσοκόμος. Από την άλλη ένας διάσημος, ηλικιωμένος επίσης, τηλεπαρουσιαστής. Δίπλα του βρίσκεται η γυναίκα του. Και οι δύο είναι αποξενωμένοι από τα ενήλικα παιδιά τους και τώρα, στο τέλος, θέλουν να συνδεθούν ξανά μαζί τους. Γύρω τους κινείται ένα πλήθος άλλων χαρακτήρων: Ένας σεξιστής, μισογύνης και πετυχημένος τηλεπαρουσιαστής μιας επιεικώς χυδαίας εκπομπής, μια ναρκομανής κοπέλα, ένα παιδί - θαύμα (λόγω απίστευτων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων) που παίρνει μέρος σε τηλεπαιχνίδι, ένας ευσυνείδητος και αγαθός αστυνομικός, ένας μοναχικός πωλητής που αποφασίζει να κάνει μια κομπίνα κλπ. Τι σχέσεις έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους; Και, το σπουδαιότερο, τι είναι αυτό που έχουν κοινό;
Ο Anderson παρουσιάζει εδώ ανάγλυφη την ανθρώπνη αλλοτρίωση που προέρχεται από τη σύγχρονη ζωή. Πολλοί απο αυτούς τους ανθρώπους είναι πετυχημένοι επαγγελματικά ή / και οικονομικά. Κι όμως είναι δυστυχισμένοι. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τους πιο "μέτριους" σε κοινωνική κλίμακα. Αν ψάξουμε θα δούμε ποιό είναι το κοινό τους, αυτό που τους κάνει δυστυχισμένους: Η έλλειψη αγάπης, η έλλειψη αληθινής επαφής με άλλους ανθρώπους. Τελικά όλοι αυτοί οι χαρακτήρες αναζητούν την αγάπη. Έστω και την τελευταία στιγμή πριν το τέλος ή την καταστροφή. Αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα τη βρουν όλοι, μετά από συσσωρευμένα λάθη τόσων χρόνων...
Το φιλμ γίνεται συχνά στενόχωρο ή και καταθλιπτικό. Ωστόσο στο βάθος του υπάρχει ελπίδα. Αν υπάρχει αγάπη υπάρχει και ελπίδα. Μάλλον αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα. Όλα τα άλλα είναι άχρηστα ή, εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορούν να θεραπεύσουν τη δυστυχία.
Σημαντική νομίζω ταινία, παρά τη αρκετή μιζέρια που περιέχει, με ένα απίστευτο καστ: Τζούλιαν Μουρ, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τομ Κρουζ (σε ρόλο "μαλάκα" και, πιστέψτε με, του πάει πολύ), Ουίλιαμ Μέισι, Τζέισον Ρόμπαρτς, Τζον Ράιλι κλπ. Από τα σημαντικά φιλμ της δεκαετίας του 90, που καταγράφει, τελικά, την σύγχρονη ανθρώπινη αποτυχία στις σχέσεις. Εκτός αν... είπαμε.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2017
"A DIFFERENT LOYALTY": ΜΙΑ "ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ" ΤΑΙΝΙΑ ΜΕ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΥΣ
Ο βρετανός Marek Kanievska ήταν κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης, από το 1984 όμως έχει κάνει και 4 ταινίες, κάποιες απ' τις οποίες έχουν ξεχωρίσει. Το 2004 γυρίζει το "A Different Loyalty" (και από τότε, άγνωστο γιατί, δεν έχει γυρίσει τίποτα άλλο), μια χαμηλότονη κατασκοπική ταινία με τον Ρούπερτ Έβερετ και την Σάρον Στόουν.
Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου στη Βηρυτό ο Λίο, στέλεχος της βρετανικής αντικατασκοπείας, ερωτεύεται μια όμορφη παντρεμένη γυναίκα και, αφού το αίσθημα είναι αμοιβαίο, εκείνη χωρίζει τον σύζυγό της και παντρεύεται τον Λϊο. Κάνουν παιδιά, ζουν πάντοτε ερωτευμένοι, η ευτυχία τους όμως θα κρατήσει λίγα μόνο χρόνια. Μια μέρα ο Λίο θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Υπάρχουν φήμες ότι αυτομόλησε στη Μόσχα, η σύζυγος αρχίζει να πιέζεται από διάφορους, υπάρχει και μια σκιά στο παρελθόν του (πριν παντρευτεί) για μια παταγώδη αποτυχία του στη Βρετανία... Τι ακριβώς συμβαίνει;
Είπα στην αρχή ότι η ταινία είναι χαμηλότονη. Αυτό σημαίνει να μην περιμένετε δράση, κυνηγητά, δύσκολα μυστήρια, συνεχείς ανατροπές και άλλα τέτοια, στα οποία εστιάζουν παρόμοια φιλμ. Εδώ το βάρος πέφτει στις προσωπικές σχέσεις ενός πιθανού κατάσκοπου των σοβιετικών, κυρίως στη σχέση με τη γυναίκα του που υπεραγαπά, και σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα, που έχει να κάνει με την προσωπική ευτυχία αφ' ενός και τα πολιτικά πιστεύω, το καθήκον αν θέλετε, από την άλλη. Τι θα διαλέξει ο ήρωας; Και ποιο είναι το κόστος;
Περισσότερο δραματικό λοιπόν παρά "κατασκοπικό" φιλμ, με ενδιαφέρουσα εμβάθυνση στις ψυχολογίες των ηρώων, αποφεύγει τις εύκολες λύσεις και τα καθησυχαστικά χάπι εντ, βασίζεται σε αληθινή ιστορία (στο τελος θα μάθετε την αληθινή μοίρα των ηρώων) και επιμένει στο ρεαλιστικό (και το δραματικό, όπως είπα) στοιχείο. Ίσως ξενίσει αρκετούς που περιμένουν μια περιπέτεια του είδους, γι' αυτό σας προειδοποίησα για το αντίθετο. Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για κάτι τέτοιο και ζητάτε συναισθηματικές κυρίως συγκινήσεις και εξοντωτικά διλήμματα, δώστε του μια ευκαιρία. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο (δίχως να είναι βεβαίως κανένα αριστούργημα). Και να θυμάστε πάντα ότι πρόκειται κυρίως για ταινία που ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες σχέσεις και το βάρος της Ιστορίας και της ιδεολογίας που πέφτει πάνω τους αλλάζοντάς τες (ή καταστρέφοντάς τις;) αναπόφευκτα...
Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου στη Βηρυτό ο Λίο, στέλεχος της βρετανικής αντικατασκοπείας, ερωτεύεται μια όμορφη παντρεμένη γυναίκα και, αφού το αίσθημα είναι αμοιβαίο, εκείνη χωρίζει τον σύζυγό της και παντρεύεται τον Λϊο. Κάνουν παιδιά, ζουν πάντοτε ερωτευμένοι, η ευτυχία τους όμως θα κρατήσει λίγα μόνο χρόνια. Μια μέρα ο Λίο θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Υπάρχουν φήμες ότι αυτομόλησε στη Μόσχα, η σύζυγος αρχίζει να πιέζεται από διάφορους, υπάρχει και μια σκιά στο παρελθόν του (πριν παντρευτεί) για μια παταγώδη αποτυχία του στη Βρετανία... Τι ακριβώς συμβαίνει;
Είπα στην αρχή ότι η ταινία είναι χαμηλότονη. Αυτό σημαίνει να μην περιμένετε δράση, κυνηγητά, δύσκολα μυστήρια, συνεχείς ανατροπές και άλλα τέτοια, στα οποία εστιάζουν παρόμοια φιλμ. Εδώ το βάρος πέφτει στις προσωπικές σχέσεις ενός πιθανού κατάσκοπου των σοβιετικών, κυρίως στη σχέση με τη γυναίκα του που υπεραγαπά, και σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα, που έχει να κάνει με την προσωπική ευτυχία αφ' ενός και τα πολιτικά πιστεύω, το καθήκον αν θέλετε, από την άλλη. Τι θα διαλέξει ο ήρωας; Και ποιο είναι το κόστος;
Περισσότερο δραματικό λοιπόν παρά "κατασκοπικό" φιλμ, με ενδιαφέρουσα εμβάθυνση στις ψυχολογίες των ηρώων, αποφεύγει τις εύκολες λύσεις και τα καθησυχαστικά χάπι εντ, βασίζεται σε αληθινή ιστορία (στο τελος θα μάθετε την αληθινή μοίρα των ηρώων) και επιμένει στο ρεαλιστικό (και το δραματικό, όπως είπα) στοιχείο. Ίσως ξενίσει αρκετούς που περιμένουν μια περιπέτεια του είδους, γι' αυτό σας προειδοποίησα για το αντίθετο. Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για κάτι τέτοιο και ζητάτε συναισθηματικές κυρίως συγκινήσεις και εξοντωτικά διλήμματα, δώστε του μια ευκαιρία. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο (δίχως να είναι βεβαίως κανένα αριστούργημα). Και να θυμάστε πάντα ότι πρόκειται κυρίως για ταινία που ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες σχέσεις και το βάρος της Ιστορίας και της ιδεολογίας που πέφτει πάνω τους αλλάζοντάς τες (ή καταστρέφοντάς τις;) αναπόφευκτα...
Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2017
Η "ΠΟΛΙΤΗΣ ΡΟΥΘ" ΠΟΥ ΣΑΡΚΑΖΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
Ο Alexander Payne (ελληνικής καταγωγής αμερικάνος, αν δεν το ξέρετε) φαινόταν απο την αρχή ότι θα γινόταν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες της εποχής μας. Τουλάχιστον από τη σαρκαστικότατη "Citizen Ruth", τη δεύτερη μόλις ταινία του του 1996 (δεν έχω δει την πρώτη), με μια απολαυστική Λόρα Ντερν στον βασικό ρόλο.
Η οποία είναι ένα κυριολεκτικά "χαμένο κορμί". Σνιφάρει οτιδήποτε βρει μπροστά της (κόλλα, απορυπαντικά ή ό,τι άλλο βάλει ο νους σας), όταν δεν έχει γκόμενο κοιμάται στο δρόμο, μπαινοβγαίνει στα κρατητήρια, έχει κάνει παιδιά με άγνωστους και τα έχει παραδώσει στην Πρόνοια... γενικώς είναι παντελώς ανεύθυνη. Ώσπου, όταν ξαναμένει έγγυος, την "ανακαλύπτει" μια ομάδα φανατικών χριστιανών και την παίρνει υπό την προστασία της, με τον όρο ότι δεν θα κάνει έκτρωση όπως σκόπευε η ίδια (αν έβρισκε λεφτά βεβαίως). Κάπου εκεί, μια παντελώς αντίθετη προοδευτική ομάδα, που, μεταξύ άλλων, είναι υπέρ του δικαιώματος της γυναίκας στην άμβλωση, καταφέρει να την "κλέψει" από τους χριστιανούς και να την θέσει υπό τη δική της φιλοξενία, βοηθώντας την να κάνει αυτό που επιθυμεί. Σύντομα η "υπόθεση Ρουθ" θα γίνει τεράστιο τοπικό και μετά σχεδόν παναμερικανικό θέμα καθώς θα ανακαλυφτεί (και) από τα αδηφάγα media και ένας αληθινός "πόλεμος" θα ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο ομάδες με ιλαροτραγικά αποτελέσματα. Σε όλα αυτά η ίδια η πέτρα του σκανδάλου μένει παντελώς αμέτοχη - ή μάλλον πάει με όποιον της δίνει τα περισσότερα λεφτά...
Ο Payne τινάζει τα πάντα στον αέρα, σαρκάζοντας αδίστακτα και τις δύο πλευρές (οι οποίες αποδεικνύονται το ίδιο φανατικές) και καταδεικνύοντας ότι η ίδια η άμεσα ενδιαφερόμενη (αληθινό ρεμάλι για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) είναι η τελευταία που ρωτιέται τελικά για όσα αφορούν τον εαυτό της και μόνο. Είναι απλώς ένα πιόνι ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα. Η σαρδόνια ματιά του δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Φυσικά - αναμενόμενο - η μεγαλύτερη πλάκα γίνεται με τους χριστιανούς, των οποίων μάλιστα ο τοπικός αρχηγός παρουσιάζεται, εκτός του πρόδηλου φανατισμού του, και ως απόλυτα υποκριτής. Πάντως, πέραν των άλλων, νομίζω ότι γενικά εντυπωσιάζει η κυνική ματιά ενός νέου τότε δημιουργού.
Δείτε το αν μπορέσετε και διασκεδάστε το. Αξίζει. Και απολαύστε και έναν Μπαρτ Ρέινολντς σε έναν απροσδόκητο γι' αυτόν δεύτερο, αλλά χαρακτηριστικότατο ρόλο.
Η οποία είναι ένα κυριολεκτικά "χαμένο κορμί". Σνιφάρει οτιδήποτε βρει μπροστά της (κόλλα, απορυπαντικά ή ό,τι άλλο βάλει ο νους σας), όταν δεν έχει γκόμενο κοιμάται στο δρόμο, μπαινοβγαίνει στα κρατητήρια, έχει κάνει παιδιά με άγνωστους και τα έχει παραδώσει στην Πρόνοια... γενικώς είναι παντελώς ανεύθυνη. Ώσπου, όταν ξαναμένει έγγυος, την "ανακαλύπτει" μια ομάδα φανατικών χριστιανών και την παίρνει υπό την προστασία της, με τον όρο ότι δεν θα κάνει έκτρωση όπως σκόπευε η ίδια (αν έβρισκε λεφτά βεβαίως). Κάπου εκεί, μια παντελώς αντίθετη προοδευτική ομάδα, που, μεταξύ άλλων, είναι υπέρ του δικαιώματος της γυναίκας στην άμβλωση, καταφέρει να την "κλέψει" από τους χριστιανούς και να την θέσει υπό τη δική της φιλοξενία, βοηθώντας την να κάνει αυτό που επιθυμεί. Σύντομα η "υπόθεση Ρουθ" θα γίνει τεράστιο τοπικό και μετά σχεδόν παναμερικανικό θέμα καθώς θα ανακαλυφτεί (και) από τα αδηφάγα media και ένας αληθινός "πόλεμος" θα ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο ομάδες με ιλαροτραγικά αποτελέσματα. Σε όλα αυτά η ίδια η πέτρα του σκανδάλου μένει παντελώς αμέτοχη - ή μάλλον πάει με όποιον της δίνει τα περισσότερα λεφτά...
Ο Payne τινάζει τα πάντα στον αέρα, σαρκάζοντας αδίστακτα και τις δύο πλευρές (οι οποίες αποδεικνύονται το ίδιο φανατικές) και καταδεικνύοντας ότι η ίδια η άμεσα ενδιαφερόμενη (αληθινό ρεμάλι για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) είναι η τελευταία που ρωτιέται τελικά για όσα αφορούν τον εαυτό της και μόνο. Είναι απλώς ένα πιόνι ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα. Η σαρδόνια ματιά του δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Φυσικά - αναμενόμενο - η μεγαλύτερη πλάκα γίνεται με τους χριστιανούς, των οποίων μάλιστα ο τοπικός αρχηγός παρουσιάζεται, εκτός του πρόδηλου φανατισμού του, και ως απόλυτα υποκριτής. Πάντως, πέραν των άλλων, νομίζω ότι γενικά εντυπωσιάζει η κυνική ματιά ενός νέου τότε δημιουργού.
Δείτε το αν μπορέσετε και διασκεδάστε το. Αξίζει. Και απολαύστε και έναν Μπαρτ Ρέινολντς σε έναν απροσδόκητο γι' αυτόν δεύτερο, αλλά χαρακτηριστικότατο ρόλο.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2017
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ
Το 2016 η τουρκάλα Ceyda Torun είχε μια πρωτότυπη ιδέα: Να κάνει ένα ντοκομαντέρ για την Κωνσταντινούπολη, τη γενέτειρά της, παρουσιάζοντας όμως όχι την ιστορία, τα τοπία ή τους ανθρώπους της, αλλά τις χιλιάδες αδέσποτες γάτες της. Έτσι φτιάχτηκαν "Οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης" ("Kedi" ο πρωτότυπος τουρκικός τίτλος).
Η πόλη διαθέτει αμέτρητες αδέσποτες γάτες, που βρίσκονται παντού και φαίνεται ότι είναι ένα άλλο "σήμα κατατεθέν" της, πέρα από τα γνωστά και τουριστικά (Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί, Τοπ Καπί κλπ.) Ο κάτοικοι μοιάζουν να τρέφουν ιδιαίτερο σεβασμό προς αυτές, να τις αγαπάνε και, πολλοί απ' αυτούς, να τις φροντίζουν. Το φιλμ μας παρουσιάζει τα "πορτρέτα" επτά από τα συμπαθέστατα (και μυστηριώδη βεβαίως) αυτά ζώα, που ζουν και κινούνται σε διαφορετικές συνοικίες της Πόλης, στους δρόμους, τις σκεπές ή τα μπαλκόνια της, ενώ οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά τους και, συνήθως, τις ταϊζουν μιλούν γι' αυτές και τις ιδιαιτερότητές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις αυτές (που γίνονται με διαφοτερικούς τρόπους και στιλ) αντιλαμβανόμαστε πόσο διαφορετική είναι η προσωπικότητα καθ' ενός από τα ζώα αυτά, πόσο διαφορετικός ο χαρακτήρας, τα γούστα και, τελικά, ο τρόπος ζωής τους. Υπάρχουν κυνηγοί, ερωτικοί, "τζέντλεμεν", καταφερτζήδες κλπ. Κοινός παρονομαστής; Οι κοντινοί τους άνθρωποι μοιάζουν να τις λατρεύουν.
Το φιλμ συνδυάζει κάποιες (καθόλου τουριστικές, πιστέψτε με) απόψεις της χαοτικής μεγαλούπολης (ο πληθυσμός της αγγίζει σήμερα τα 15 εκατομμύρια) με τις κυρίαρχες σκηνές με τις γάτες σε διάφορες (συχνά αστείες) δραστηριότητές τους. Πολλές φορές οι λήψεις γίνονται από χαμηλά, ώστε να παρακολουθούμε υποκειμενικά πλάνα των γατών. Οι ιστορίες που αφηγούνται οι άνθρωποι για τη συμβίωσή τους μ' αυτές είναι ποικίλες, μερικές απίστευτες (αυτή με το πορτοφόλι π.χ.), οι περισσότερες ωστόσο απλές και καθημερινές. Όλες όμως πλημμυρίζουν από αγάπη και σεβασμό για τα ζώα αυτά. Όπως χαρακτηριστικά λέει κάποιος "οι γάτες είναι η ψυχή της πόλης. Δίχως αυτές η Κωνσταντινούπολη δεν θα ήταν ίδια". Όντως.
Το ντοκιμαντέρ είναι καλογυρισμένο, ισορροπημένο και δεν κουράζει. Αντίθετα, διασκεδάζεις με τα καμώματα των πρωταγωνιστών της και τη γλαφυρή κινηματογραφική αφήγηση. Φυσικά υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: Να είναι κανείς γατόφιλος. Σ΄αυτούς απευθύνεται η ταινία. Αν λοιπόν αγαπάτε τα υπέροχα αυτά τετράποδα θα το απολάυσετε. Αν δεν είστε φαν... καλύτερα να αποφύγετε το φιλμ.
Η πόλη διαθέτει αμέτρητες αδέσποτες γάτες, που βρίσκονται παντού και φαίνεται ότι είναι ένα άλλο "σήμα κατατεθέν" της, πέρα από τα γνωστά και τουριστικά (Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί, Τοπ Καπί κλπ.) Ο κάτοικοι μοιάζουν να τρέφουν ιδιαίτερο σεβασμό προς αυτές, να τις αγαπάνε και, πολλοί απ' αυτούς, να τις φροντίζουν. Το φιλμ μας παρουσιάζει τα "πορτρέτα" επτά από τα συμπαθέστατα (και μυστηριώδη βεβαίως) αυτά ζώα, που ζουν και κινούνται σε διαφορετικές συνοικίες της Πόλης, στους δρόμους, τις σκεπές ή τα μπαλκόνια της, ενώ οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά τους και, συνήθως, τις ταϊζουν μιλούν γι' αυτές και τις ιδιαιτερότητές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις αυτές (που γίνονται με διαφοτερικούς τρόπους και στιλ) αντιλαμβανόμαστε πόσο διαφορετική είναι η προσωπικότητα καθ' ενός από τα ζώα αυτά, πόσο διαφορετικός ο χαρακτήρας, τα γούστα και, τελικά, ο τρόπος ζωής τους. Υπάρχουν κυνηγοί, ερωτικοί, "τζέντλεμεν", καταφερτζήδες κλπ. Κοινός παρονομαστής; Οι κοντινοί τους άνθρωποι μοιάζουν να τις λατρεύουν.
Το φιλμ συνδυάζει κάποιες (καθόλου τουριστικές, πιστέψτε με) απόψεις της χαοτικής μεγαλούπολης (ο πληθυσμός της αγγίζει σήμερα τα 15 εκατομμύρια) με τις κυρίαρχες σκηνές με τις γάτες σε διάφορες (συχνά αστείες) δραστηριότητές τους. Πολλές φορές οι λήψεις γίνονται από χαμηλά, ώστε να παρακολουθούμε υποκειμενικά πλάνα των γατών. Οι ιστορίες που αφηγούνται οι άνθρωποι για τη συμβίωσή τους μ' αυτές είναι ποικίλες, μερικές απίστευτες (αυτή με το πορτοφόλι π.χ.), οι περισσότερες ωστόσο απλές και καθημερινές. Όλες όμως πλημμυρίζουν από αγάπη και σεβασμό για τα ζώα αυτά. Όπως χαρακτηριστικά λέει κάποιος "οι γάτες είναι η ψυχή της πόλης. Δίχως αυτές η Κωνσταντινούπολη δεν θα ήταν ίδια". Όντως.
Το ντοκιμαντέρ είναι καλογυρισμένο, ισορροπημένο και δεν κουράζει. Αντίθετα, διασκεδάζεις με τα καμώματα των πρωταγωνιστών της και τη γλαφυρή κινηματογραφική αφήγηση. Φυσικά υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: Να είναι κανείς γατόφιλος. Σ΄αυτούς απευθύνεται η ταινία. Αν λοιπόν αγαπάτε τα υπέροχα αυτά τετράποδα θα το απολάυσετε. Αν δεν είστε φαν... καλύτερα να αποφύγετε το φιλμ.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2017
"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ" ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΝΘΙΜΟΥ
Ταινία με ταινία ο Γιώργος Λάνθιμος χτίζει ένα δικό του σύμπαν, άμεσα αναγνωρίσιμο και έντονα σκοτεινό και στενόχωρο. Η διεθνής επιτυχημένη πορεία του συνεχίζεται το 2017 με τον "Θάνατο του Ιερού Ελαφιού", όπως πάντα σε σεναριακή συνεργασία με τον Ευθύμη Φιλίππου (βραβείο σεναρίου στις Κάννες), με τον Κόλιν Φαρέλ και τη Νικόλ Κίντμαν στους βασικούς ρόλους.
Οι οποίοι είναι ζεύγος μεγαλογιατρών (χειρούργος και οφθαλμίατρος) με δύο παιδιά. Ο καρδιοχειρουργός σύζυγος συνδέεται φιλικά με έναν 16χρονο ορφανό από πατέρα, βασικά επειδή τον λυπάται, ο οποίος ωστόσο μοιάζει να επιζητεί με κάθε τρόπο τη φιλία του, φέρνοντας συχνά τον γιατρό σε αμηχανία. Κι όχι μόνο αυτό. Αργά και μεθοδικά ο μικρός θα αποκτήσει πρόσβαση σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Και κάποια στιγμή θα κάνει ξεκάθαρες στο γιατρό τις αληθινές του προθέσεις (και απιτήσεις), αλλιώς... Κι από εδώ και πέρα μπαίνουμε καθαρά στο χώρο του φανταστικού και του ανορθολογικού.
Ο Λάνθιμος ξέρει να κατασκευάζει αληθινά ζοφερές καταστάσεις. Η ιστορία εδώ θυμίζει λίγο το "Θεώρημα" του Παζολίνι. Εμφανέστερα όμως αντλεί την έμπνευσή του από τον Ευριπίδη και την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" (εξ ου και ο τίτλος του φιλμ. Θυμίζουμε ότι εκεί οι θεοί ζητάνε από τον Αγαμέμνονα να θυσιάσει την ίδια του την κόρη, αλλιώς δεν πρόκειται να ξεκινήσει η εκστρατεία στην Τροία). Έτσι και από τον πατέρα, αθώο εκ πρώτης όψεως, ζητείται μια φριχτή θυσία για κάποιο παλιό του λάθος. Κι εδώ λοιπόν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του κι έτσι η ζωή του καταστρέφεται, "ξεβολεύεται" για πάντα. Μετά τίποτα δεν μπορεί να είναι πια ίδιο...
Δεν ξέρω αν υπάρχουν κι άλλα κρυμένα νοήματα ή τα πάντα λειτουργούν έτσι ώστε να προχωρήσει η διαβολική ιστορία. Εκτός των αναφορών που επισημάναμε παραπάνω πάντως το "δύσκολο" κλίμα του Χάνεκε βρίσκεται νομίζω κι αυτό παρόν. Δύσκολο. Νομίζω ότι σωστότερο θα ήταν να αποκαλέσω το κλίμα αυτό "άβολο", τόσο φυσικά για τους ήρωες όσο και για τον θεατή. Πράγματι συχνά η θέαση του φιλμ γίνεται δύσκολη (όπως και στον "Αστακό" άλλωστε), αισθάνεσαι άσχημα, άβολα. Υπάρχει μια διάχυτη δυσάρεστη αίσθηση, που επιτείνεται και από τους συχνά ψυχρούς, μοντέρνους χώρους. Όχι, δεν είναι μια "ευχάριστη" ταινία, είναι όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, μια πολύ καλή ταινία. Και φέρει και πάλι ξεκάθαρη τη σφραγίδα του δημιουργού της, ο οποίος, παρά το ότι πλέον "μεγαλοπιάνεται", δουλεύει διεθνώς και χρησιμοποιεί σούπερ σταρς, καταφέρνει να διατηρήσει ακέραιο το ύφος του, παρακάμπτοντας τις όποιες επιταγές κάποιων. Μπράβο του. Όσο για αλληγορίες, ας βρει ο καθένας όσες θέλει και μπορεί. Α, και υπάρχει (καλά καμουφλαρισμένο κάτω από τις τρομακτικές καταστάσεις) και το στοιχεό του μαύρου χιούμορ.
Φυσικά δεν είναι για όλους τους θεατές. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα μισήσουν το φιλμ, όπως και τα προηγούμενα του δημιουργού. Είναι προφανώς δικαίωμα του καθενός. Ωστόσο για ένα είμαι σίγουρος: Διεθνώς, διεθνώς λέω, ο Λάμθιμος έχει δημιουργήσει ένα καθαρά δικό του είδος φανταστικού σινεμά, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Και μέχρι τώρα το υπηρετεί άψογα. Ακόμα λοιπόν κι αν δεν αρέσουν σε πολλούς οι ταινίες του (δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς), ως προς αυτό τουλάχιστον πρέπει να του "βγάλουμε το καπέλο".
Οι οποίοι είναι ζεύγος μεγαλογιατρών (χειρούργος και οφθαλμίατρος) με δύο παιδιά. Ο καρδιοχειρουργός σύζυγος συνδέεται φιλικά με έναν 16χρονο ορφανό από πατέρα, βασικά επειδή τον λυπάται, ο οποίος ωστόσο μοιάζει να επιζητεί με κάθε τρόπο τη φιλία του, φέρνοντας συχνά τον γιατρό σε αμηχανία. Κι όχι μόνο αυτό. Αργά και μεθοδικά ο μικρός θα αποκτήσει πρόσβαση σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Και κάποια στιγμή θα κάνει ξεκάθαρες στο γιατρό τις αληθινές του προθέσεις (και απιτήσεις), αλλιώς... Κι από εδώ και πέρα μπαίνουμε καθαρά στο χώρο του φανταστικού και του ανορθολογικού.
Ο Λάνθιμος ξέρει να κατασκευάζει αληθινά ζοφερές καταστάσεις. Η ιστορία εδώ θυμίζει λίγο το "Θεώρημα" του Παζολίνι. Εμφανέστερα όμως αντλεί την έμπνευσή του από τον Ευριπίδη και την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" (εξ ου και ο τίτλος του φιλμ. Θυμίζουμε ότι εκεί οι θεοί ζητάνε από τον Αγαμέμνονα να θυσιάσει την ίδια του την κόρη, αλλιώς δεν πρόκειται να ξεκινήσει η εκστρατεία στην Τροία). Έτσι και από τον πατέρα, αθώο εκ πρώτης όψεως, ζητείται μια φριχτή θυσία για κάποιο παλιό του λάθος. Κι εδώ λοιπόν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του κι έτσι η ζωή του καταστρέφεται, "ξεβολεύεται" για πάντα. Μετά τίποτα δεν μπορεί να είναι πια ίδιο...
Δεν ξέρω αν υπάρχουν κι άλλα κρυμένα νοήματα ή τα πάντα λειτουργούν έτσι ώστε να προχωρήσει η διαβολική ιστορία. Εκτός των αναφορών που επισημάναμε παραπάνω πάντως το "δύσκολο" κλίμα του Χάνεκε βρίσκεται νομίζω κι αυτό παρόν. Δύσκολο. Νομίζω ότι σωστότερο θα ήταν να αποκαλέσω το κλίμα αυτό "άβολο", τόσο φυσικά για τους ήρωες όσο και για τον θεατή. Πράγματι συχνά η θέαση του φιλμ γίνεται δύσκολη (όπως και στον "Αστακό" άλλωστε), αισθάνεσαι άσχημα, άβολα. Υπάρχει μια διάχυτη δυσάρεστη αίσθηση, που επιτείνεται και από τους συχνά ψυχρούς, μοντέρνους χώρους. Όχι, δεν είναι μια "ευχάριστη" ταινία, είναι όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, μια πολύ καλή ταινία. Και φέρει και πάλι ξεκάθαρη τη σφραγίδα του δημιουργού της, ο οποίος, παρά το ότι πλέον "μεγαλοπιάνεται", δουλεύει διεθνώς και χρησιμοποιεί σούπερ σταρς, καταφέρνει να διατηρήσει ακέραιο το ύφος του, παρακάμπτοντας τις όποιες επιταγές κάποιων. Μπράβο του. Όσο για αλληγορίες, ας βρει ο καθένας όσες θέλει και μπορεί. Α, και υπάρχει (καλά καμουφλαρισμένο κάτω από τις τρομακτικές καταστάσεις) και το στοιχεό του μαύρου χιούμορ.
Φυσικά δεν είναι για όλους τους θεατές. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα μισήσουν το φιλμ, όπως και τα προηγούμενα του δημιουργού. Είναι προφανώς δικαίωμα του καθενός. Ωστόσο για ένα είμαι σίγουρος: Διεθνώς, διεθνώς λέω, ο Λάμθιμος έχει δημιουργήσει ένα καθαρά δικό του είδος φανταστικού σινεμά, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Και μέχρι τώρα το υπηρετεί άψογα. Ακόμα λοιπόν κι αν δεν αρέσουν σε πολλούς οι ταινίες του (δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς), ως προς αυτό τουλάχιστον πρέπει να του "βγάλουμε το καπέλο".
Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2017
"Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ"... ΔΑΚΡΥΒΡΕΚΤΑ
Το 2007 ο Richard Attenborough (1923-2014) γυρίζει το κύκνειο άσμα του, το "Ο Κύκλος Έκλεισε" (Closing the Ring), ένα μάλλον δακρύβρεκτο δράμα που συνδυάζει παλιές και σύγχρονες ιστορίες και καταδεικνύει τις συνδέσεις τους. Οι παλιές έχουν να κάνουν με τον πόλεμο, ενώ το θέμα της απώλειας και των μεγάλων, πλην όμως σύντομων (λόγω "βίαιας" διακοπής) ερώτων κυριαρχεί. Σε βασικούς ρόλους οι παλαίμαχοι Σίρλεϊ Μακ Λέιν και ο Κρίστοφερ Πλάμερ.
Με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο παρακολουθούμε τρεις διαφορετικές ιστορίες: Στην Αμερική του 1991 η ηλικιωμένη ηρωίδα χάνει τον επί δεκαετίες σύζυγό της. Κι όμως, ενώ η εξωτερική εικόνα είναι αυτή ενός αγαπημένου ζεύγους, εκείνη μοιάζει να μην πενθεί ιδιαίτερα, προς μεγάλη έκπληξη (και δυσαρέσεκεια) της κόρης της. Πίσω, στα χρόνια του πολέμου, τρεις αχώριστοι φίλοι ερωτεύονται την ίδια λαμπερή κοπέλα. Εκείνη θα διαλέξει ξεκάθαρα τον έναν, θα τον ερωτευτεί βαθύτατα, πλην όμως η ιστορία τους θα διακοπεί απότομα καθώς οι τρεις φίλοι θα κληθούν στο στρατό και θα φύγουν για την Ευρώπη για να πολεμήσουν. Στην τρίτη ιστορία, στα 1991 και πάλι, διαδραματίζεται στο ταραγμένο Μπέλφαστ της εποχής, όπου μαίνεται ο πόλεμος βρετανών και ΙΡΑ. Ένας ηλικιωμένος σε έναν απομονωμένο λόφο πασχίζει να ξεθάψει (άγνωστο γιατί) ένα πολεμικό αεροπλάνο που είχε πέσει εκεί στα χρόνια του πολέμου. Ένα νεαρό - και λίγο αφελές - αγόρι θα γίνει βοηθός του και η όλη κατάσταση θα μπλέξει αναπόφευκτα με την εμφύλια διαμάχη που μαίνεται στην περιοχή. Πώς δένουν μεταξύ τους οι τρεις αυτές, άσχετες σε πρώτη ανάγνωση, ιστορίες;
Ο Attenborough σκηνοθετεί ακαδημαϊκά και "καλλιγραφικά" και σκοπεύει πρώτιστα να προκαλέσει τη συγκίνηση των θεατών, πράγμα που πιθανόν θα λειτουργήσει σε πολλούς από αυτούς. Ο έρωτας και ο πόλεμος (δηλαδή η Ιστορία) μπλέκονται αξεδιάλυτα. Οι ανθρώπινες επιθυμίες ή τα σχέδια είναι έρμαιά της (της Ιστορίας εννοώ) και των βίαιων εξάρσεών της. Τα ιστορικά γεγονότα σαρώνουν τα πάντα: Ανθρώπινες σχέσεις ή ό,τι άλλο. Ταυτόχρονα υπάρχει κάποιο σασπένς (τι έχει συμβεί τελικά; Πώς σχετίζονται τα σύγχρονα με τα παλιά γεγονότα;) και αρκετά πράγματα δεν είναι όπως αρχικά φαίνονται. Οι αποκαλύψεις είναι βασικό στοιχείο της ταινίας.
ΟΚ, καλογυρισμένο, έντονα ρομαντικό, συμβατικό σε γενικές γραμμές φιλμ, θα ικανοποιήσει τους φίλους της "στρωτής" αφήγησης και της κλασικής σκηνοθεσίας. Και, επαναλαμβάνω, θα συγκινήσει νομίζω αρκετούς από αυτούς.
Με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο παρακολουθούμε τρεις διαφορετικές ιστορίες: Στην Αμερική του 1991 η ηλικιωμένη ηρωίδα χάνει τον επί δεκαετίες σύζυγό της. Κι όμως, ενώ η εξωτερική εικόνα είναι αυτή ενός αγαπημένου ζεύγους, εκείνη μοιάζει να μην πενθεί ιδιαίτερα, προς μεγάλη έκπληξη (και δυσαρέσεκεια) της κόρης της. Πίσω, στα χρόνια του πολέμου, τρεις αχώριστοι φίλοι ερωτεύονται την ίδια λαμπερή κοπέλα. Εκείνη θα διαλέξει ξεκάθαρα τον έναν, θα τον ερωτευτεί βαθύτατα, πλην όμως η ιστορία τους θα διακοπεί απότομα καθώς οι τρεις φίλοι θα κληθούν στο στρατό και θα φύγουν για την Ευρώπη για να πολεμήσουν. Στην τρίτη ιστορία, στα 1991 και πάλι, διαδραματίζεται στο ταραγμένο Μπέλφαστ της εποχής, όπου μαίνεται ο πόλεμος βρετανών και ΙΡΑ. Ένας ηλικιωμένος σε έναν απομονωμένο λόφο πασχίζει να ξεθάψει (άγνωστο γιατί) ένα πολεμικό αεροπλάνο που είχε πέσει εκεί στα χρόνια του πολέμου. Ένα νεαρό - και λίγο αφελές - αγόρι θα γίνει βοηθός του και η όλη κατάσταση θα μπλέξει αναπόφευκτα με την εμφύλια διαμάχη που μαίνεται στην περιοχή. Πώς δένουν μεταξύ τους οι τρεις αυτές, άσχετες σε πρώτη ανάγνωση, ιστορίες;
Ο Attenborough σκηνοθετεί ακαδημαϊκά και "καλλιγραφικά" και σκοπεύει πρώτιστα να προκαλέσει τη συγκίνηση των θεατών, πράγμα που πιθανόν θα λειτουργήσει σε πολλούς από αυτούς. Ο έρωτας και ο πόλεμος (δηλαδή η Ιστορία) μπλέκονται αξεδιάλυτα. Οι ανθρώπινες επιθυμίες ή τα σχέδια είναι έρμαιά της (της Ιστορίας εννοώ) και των βίαιων εξάρσεών της. Τα ιστορικά γεγονότα σαρώνουν τα πάντα: Ανθρώπινες σχέσεις ή ό,τι άλλο. Ταυτόχρονα υπάρχει κάποιο σασπένς (τι έχει συμβεί τελικά; Πώς σχετίζονται τα σύγχρονα με τα παλιά γεγονότα;) και αρκετά πράγματα δεν είναι όπως αρχικά φαίνονται. Οι αποκαλύψεις είναι βασικό στοιχείο της ταινίας.
ΟΚ, καλογυρισμένο, έντονα ρομαντικό, συμβατικό σε γενικές γραμμές φιλμ, θα ικανοποιήσει τους φίλους της "στρωτής" αφήγησης και της κλασικής σκηνοθεσίας. Και, επαναλαμβάνω, θα συγκινήσει νομίζω αρκετούς από αυτούς.
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2017
"SUBURBICON": ΕΙΔΥΛΙΑΚΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ 50ς; ΚΑΘΕ ΑΛΛΟ...
Έχω ξαναπεί ότι ο George Clooney έχει αποδειχτεί και πολύ καλός σκηνοθέτης. Το "Suburbicon" του 2017, έκτη αισίως τανία του, το αποδεικνύει περίτρανα. Και τα πράγματα γίνονται ακόμα καλύτερα όταν στο σενάριο έχουν ενσωματωθεί πολλά στοιχεία από παλιό, αχρησιμοποίητο σενάριο των δαιμόνιων αδελφών Κοέν! (διαβάζω ότι Κλούνεϊ, Κοέν και Ματ Ντέιμον - ο πρωταγωνιστής - είναι φίλοι, συνεργάζονται συχνά κα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του "προοδευτικού" και αντιτραμπικού Χόλιγουντ).
Αμερική των 50ς. Παστέλ χρώματα, ειρηνικά προάστια, τα πάντα ήσυχα, ευτυχισμένα, τακτοποιημένα. Επιφανειακά. Διότι από κάτω... αφείστε καλύτερα. Το Suburbicon είναι ένα άψογο προάστιο κατοικημένο από προνομιούχους, οικογενειάρχες μικρο- μεσοαστούς, λευκούς φυσικά, όλοι με δουλειές και παιδιά. Τη γαλήνη και τάξη θα διαταράξει η μετακόμιση εκεί της πρώτης μαύρης οικογένειας. Οι "φιλήσυχοι" λευκοί θα αντιδράσουν βίαια, θα πολιορκήσουν κυριολεκτικά το σπίτι των έγχρωμων και θα απαιτήσουν να φύγουν (το ανατριχιαστικό είναι ότι μέχρι εδώ βασιζόμαστε σε αληθινά γεγονότα ρατσιστικής βίας από "φιλήσυχους οικογενειάρχες" που συνέβησαν σε πόλη της Πενσιλβάνια το 1957). Αυτό όμως είναι μόνο το ένα σκέλος της ιστορίας. Ενώ συμβαίνουν τα ρατσιστικά έκτροπα μια λευκή, φιλήσυχη οικογένεια δέχεται εισβολή από δύο κτηνώδεις τύπους, οι οποίοι δολοφονούν εν ψυχρώ τη σύζυγο και μητέρα του μικρού αγοριού. Γιατί όμως όταν ο σύζυγος και η αδελφή του θύματος καλούνται από την αστυνομία να αναγνωρίσουν τους δράστες, αρνούνται ότι είναι αυτοί, ενώ τους βλέπουν μπροστά τους;
Αυτή η δεύτερη, παράλληλη ιστορία και τα "ενδοοικογενεικά" γεγονότα που διαδραματίζονται ταυτόχρονα με το ξέσπασμα του ρατσισμού, είναι που φέρει ατόφια τη σφραγίδα των Κοέν. Ο Κλούνεϊ τινάζει κυριολεκτικά στον αέρα κάθε επίφαση "ήρεμης", "ευνομούμενης", "γαλήνιας" Αμερικής και δείχνει έναν αληθινό βόθρο να χάσκει κάτω από την ηλιόλουστη, τακτοποιημένη, απαστράπτουσα επιφάνεια. Δεν είναι μόνο ο άγριος ρατσισμός των λευκών κατοίκων των ειδυλιακών προαστίων, είναι και όσα φριχτά συμβαίνουν στους ίδιους τους κόλπους της "φιλήσυχης" οικογένειας. Γενικά, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν υπάρχει - όπως βαθμιαία θα διαπιστώσουμε - σχεδόν κανένας "καλός". Τι καλός; Απλώς φυσιολογικός... Τα πάντα είναι βαθύτατα σάπια.
Η ταινία ξεκινά "φυσιολογικά" (;) και όσο πάει πραγματικά εκτροχιάζεται. Τα πράγματα γίνονται όλο και πιο άγρια και αγχωτικά, το αίμα αρχίζει να ρέει, τα πτώματα συσσωρεύονται και κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι από ένα σημείο και πέρα αυτό που παρακολουθούμε είναι μια κυριολεκτικά κατάμαυρη (πιο μαύρη δεν γίνεται) κωμωδία - σάτιρα της "καθώς πρέπει" Αμερικής. Οι συμπτώσεις υπάρχουν, χρησιμοποιούνται μάλιστα κι αυτές σατιρικά, πλην όμως το σενάριο είναι πανέξυπνο και σφιχτοδεμένο (Κοέν γαρ) και οδηγεί μαθηματικά στο αιματοβαμένο κρεσέντο του τέλους.
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά το ότι οι δύο παράλληλες ιστορίες είναι γενικά δύσκολο εγχείρημα. Το προτείνω, αλλά να ξέρετε ότι θα δείτε κάτι βίαιο, ανατρεπτικό και ματωμένο, με κατάμαυρο χιούμορ όμως, που κάνει πλάκα με τις απίθανες συγκυρίες προς το τέλος (σαφώς επίτηδες επινοημένες βεβαίως). Δεχτείτε λοιπόν τις απιθανότητες ως μέρος της όλης μαύρης πλάκας. Από εμένα μπράβο στον Κλούνεϊ και, για πολλοστή φορά, στους Κοέν. Είναι από τα πλέον ανατρεπτικά και αντιαμερικάνικα χολιγουντιανά φιλμ που έχω δει.
Αμερική των 50ς. Παστέλ χρώματα, ειρηνικά προάστια, τα πάντα ήσυχα, ευτυχισμένα, τακτοποιημένα. Επιφανειακά. Διότι από κάτω... αφείστε καλύτερα. Το Suburbicon είναι ένα άψογο προάστιο κατοικημένο από προνομιούχους, οικογενειάρχες μικρο- μεσοαστούς, λευκούς φυσικά, όλοι με δουλειές και παιδιά. Τη γαλήνη και τάξη θα διαταράξει η μετακόμιση εκεί της πρώτης μαύρης οικογένειας. Οι "φιλήσυχοι" λευκοί θα αντιδράσουν βίαια, θα πολιορκήσουν κυριολεκτικά το σπίτι των έγχρωμων και θα απαιτήσουν να φύγουν (το ανατριχιαστικό είναι ότι μέχρι εδώ βασιζόμαστε σε αληθινά γεγονότα ρατσιστικής βίας από "φιλήσυχους οικογενειάρχες" που συνέβησαν σε πόλη της Πενσιλβάνια το 1957). Αυτό όμως είναι μόνο το ένα σκέλος της ιστορίας. Ενώ συμβαίνουν τα ρατσιστικά έκτροπα μια λευκή, φιλήσυχη οικογένεια δέχεται εισβολή από δύο κτηνώδεις τύπους, οι οποίοι δολοφονούν εν ψυχρώ τη σύζυγο και μητέρα του μικρού αγοριού. Γιατί όμως όταν ο σύζυγος και η αδελφή του θύματος καλούνται από την αστυνομία να αναγνωρίσουν τους δράστες, αρνούνται ότι είναι αυτοί, ενώ τους βλέπουν μπροστά τους;
Αυτή η δεύτερη, παράλληλη ιστορία και τα "ενδοοικογενεικά" γεγονότα που διαδραματίζονται ταυτόχρονα με το ξέσπασμα του ρατσισμού, είναι που φέρει ατόφια τη σφραγίδα των Κοέν. Ο Κλούνεϊ τινάζει κυριολεκτικά στον αέρα κάθε επίφαση "ήρεμης", "ευνομούμενης", "γαλήνιας" Αμερικής και δείχνει έναν αληθινό βόθρο να χάσκει κάτω από την ηλιόλουστη, τακτοποιημένη, απαστράπτουσα επιφάνεια. Δεν είναι μόνο ο άγριος ρατσισμός των λευκών κατοίκων των ειδυλιακών προαστίων, είναι και όσα φριχτά συμβαίνουν στους ίδιους τους κόλπους της "φιλήσυχης" οικογένειας. Γενικά, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν υπάρχει - όπως βαθμιαία θα διαπιστώσουμε - σχεδόν κανένας "καλός". Τι καλός; Απλώς φυσιολογικός... Τα πάντα είναι βαθύτατα σάπια.
Η ταινία ξεκινά "φυσιολογικά" (;) και όσο πάει πραγματικά εκτροχιάζεται. Τα πράγματα γίνονται όλο και πιο άγρια και αγχωτικά, το αίμα αρχίζει να ρέει, τα πτώματα συσσωρεύονται και κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι από ένα σημείο και πέρα αυτό που παρακολουθούμε είναι μια κυριολεκτικά κατάμαυρη (πιο μαύρη δεν γίνεται) κωμωδία - σάτιρα της "καθώς πρέπει" Αμερικής. Οι συμπτώσεις υπάρχουν, χρησιμοποιούνται μάλιστα κι αυτές σατιρικά, πλην όμως το σενάριο είναι πανέξυπνο και σφιχτοδεμένο (Κοέν γαρ) και οδηγεί μαθηματικά στο αιματοβαμένο κρεσέντο του τέλους.
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά το ότι οι δύο παράλληλες ιστορίες είναι γενικά δύσκολο εγχείρημα. Το προτείνω, αλλά να ξέρετε ότι θα δείτε κάτι βίαιο, ανατρεπτικό και ματωμένο, με κατάμαυρο χιούμορ όμως, που κάνει πλάκα με τις απίθανες συγκυρίες προς το τέλος (σαφώς επίτηδες επινοημένες βεβαίως). Δεχτείτε λοιπόν τις απιθανότητες ως μέρος της όλης μαύρης πλάκας. Από εμένα μπράβο στον Κλούνεϊ και, για πολλοστή φορά, στους Κοέν. Είναι από τα πλέον ανατρεπτικά και αντιαμερικάνικα χολιγουντιανά φιλμ που έχω δει.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2017
"YES": ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ - ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ...
Η βρετανίδα Sally Potter είναι μια σκηνοθέτης που δουλεύει συνήθως πειραματικά και, εκτός από σινεμά, ασχολείται με χορό, περφόρμανς, σκηνοθετεί όπερες κλπ. Στην Ελλάδα την ξερουμε από το πολύ ενδιαφέρον "Orlando" του 1992. Το 2004 γυρίζει την ταινία "Yes", ένα αισθηματικό φιλμ με... ιδιαιτερότητες, το οποίο, για να το δηλώσω από την αρχή, δεν μου άρεσε.
Η ηρωίδα είναι μια εύπορη επιστήμονας, εγκλωβισμένη σε γάμο που καταρρέει με έναν φιλόδοξο πολιτικό. Δεν υπάρχει πλέον αγάπη ανάμεσά τους, όλα είναι συμβατικά και ρουτινιάρικα. Κάπου εκεί εκείνη γνωρίζει και ερωτεύεται με πάθος έναν λιβανέζο αυτοεξόριστο, γιατρό στην πατρίδα του, ο οποίος στο Λονδίνο δουλεύει σε εστιατόριο. Η έντονη σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια, ο θάνατος της αγαπημένης της θείας θα τη δοκιμάσει, μ' όλα αυτά πάντως το βάλτωμα των τελευταίων χρόνων θα γίνει ξεκάθαρο και η απόφασή της να αντιδράσει αμετάκλητη.
Αυτά. Τα οποία, ως ιστορία τουλάχιστον, τα έχουμε δει νομίζω πολλές φορές (και στην πραγματική ζωή άλλωστε). Η σκηνοθεσία είναι καλή, μερικές εικόνες πολύ όμορφες, ενώ τα ίδια τα σκηνικά καταδεικνύουν την ψυχρότητα στις σχέσεις του παντρεμένου ζεύγους αφ' ενός και τη "θερμότητα" όταν η ηρωίδα βρίσκεται με τον αγαπημένο της. Η πρωταγωνίστρια Τζόαν Άλλεν και ο σύζυγος Σαμ Νιλ είναι καλοί, φοβάμαι όμως ότι ως παρουσία ο λιβανέζος εραστής (Simon Abkarian) τείνει να γίνεται ακόμα και γελοίος σε ορισμένα σημεία. Το βασικό μου όμως πρόβλημα δεν είναι αυτό. Η Potter, στην προσπάθειά της να είναι πάντοτε πειραματική και πρωτότυπη, φτιάχνει όλους, μα όλους τους διαλόγους ποιητικούς με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι το μοναδικό φιλμ που έχω δει όπου οι ηθοποιοί μιλάνε με ποιήματα, και μάλιστα με ομοιοκαταληξία. Ομολογώ ότι αυτό με κούρασε αρκετά. Πιστεύω ότι έγινε για να δώσει ενδιαφέρον σε μια ούτως ή άλλως τετριμμένη σεναριακά ιστορία, ωστόσο προσωπικά βρήκα ότι εξ αιτίας του ευρήματος αυτού το φιλμ σερνόταν περισσσότερο. Υπάρχουν και κάποιες φιλοσοφικές πρόζες, έμμετρες πάντοτε... αλλά ούτε κι αυτές με άγγιξαν.
Ίσως κάποιοι εντυπωσιαστούν από τις αναμφισβήτητες πρωτοτυπίες και την πειραματική διάθεση. Προσωπικά, όπως σας είπα ήδη, βαρέθηκα.
Η ηρωίδα είναι μια εύπορη επιστήμονας, εγκλωβισμένη σε γάμο που καταρρέει με έναν φιλόδοξο πολιτικό. Δεν υπάρχει πλέον αγάπη ανάμεσά τους, όλα είναι συμβατικά και ρουτινιάρικα. Κάπου εκεί εκείνη γνωρίζει και ερωτεύεται με πάθος έναν λιβανέζο αυτοεξόριστο, γιατρό στην πατρίδα του, ο οποίος στο Λονδίνο δουλεύει σε εστιατόριο. Η έντονη σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια, ο θάνατος της αγαπημένης της θείας θα τη δοκιμάσει, μ' όλα αυτά πάντως το βάλτωμα των τελευταίων χρόνων θα γίνει ξεκάθαρο και η απόφασή της να αντιδράσει αμετάκλητη.
Αυτά. Τα οποία, ως ιστορία τουλάχιστον, τα έχουμε δει νομίζω πολλές φορές (και στην πραγματική ζωή άλλωστε). Η σκηνοθεσία είναι καλή, μερικές εικόνες πολύ όμορφες, ενώ τα ίδια τα σκηνικά καταδεικνύουν την ψυχρότητα στις σχέσεις του παντρεμένου ζεύγους αφ' ενός και τη "θερμότητα" όταν η ηρωίδα βρίσκεται με τον αγαπημένο της. Η πρωταγωνίστρια Τζόαν Άλλεν και ο σύζυγος Σαμ Νιλ είναι καλοί, φοβάμαι όμως ότι ως παρουσία ο λιβανέζος εραστής (Simon Abkarian) τείνει να γίνεται ακόμα και γελοίος σε ορισμένα σημεία. Το βασικό μου όμως πρόβλημα δεν είναι αυτό. Η Potter, στην προσπάθειά της να είναι πάντοτε πειραματική και πρωτότυπη, φτιάχνει όλους, μα όλους τους διαλόγους ποιητικούς με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι το μοναδικό φιλμ που έχω δει όπου οι ηθοποιοί μιλάνε με ποιήματα, και μάλιστα με ομοιοκαταληξία. Ομολογώ ότι αυτό με κούρασε αρκετά. Πιστεύω ότι έγινε για να δώσει ενδιαφέρον σε μια ούτως ή άλλως τετριμμένη σεναριακά ιστορία, ωστόσο προσωπικά βρήκα ότι εξ αιτίας του ευρήματος αυτού το φιλμ σερνόταν περισσσότερο. Υπάρχουν και κάποιες φιλοσοφικές πρόζες, έμμετρες πάντοτε... αλλά ούτε κι αυτές με άγγιξαν.
Ίσως κάποιοι εντυπωσιαστούν από τις αναμφισβήτητες πρωτοτυπίες και την πειραματική διάθεση. Προσωπικά, όπως σας είπα ήδη, βαρέθηκα.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2017
ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ "ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ"
Ο ρώσος Andrey Zvyagintsev, με 5 ταινίες στο ενεργητικό του, έχει αναδειχτεί σε σημαντικό σύγχρονο δημιουργό. Φτιάχνει ζοφερά δράματα και σκιαγραφεί έναν εφιαλτικό σύγχρονο κόσμο με τις κάθε είδους αξίες να βρίσκονται στο ναδίρ. Το 2017 γυρίζει το "Χωρίς Αγάπη" και μας κατεβάζει (και πάλι) σε μια επίγεια κόλαση.
Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών είναι αποφασισμένο να χωρίσει (στην πραγματικότητα μισεί ο ένας τον άλλον). Έχουν και οι δύο φτιάξει ήδη τις μελλοντικές ζωές τους: Εκείνη έχει σχέση με έναν πλούσιο και καλό άνθρωπο, εκείνος με μια κοπέλα η οποία είναι ήδη έγκυος. Υπάρχει όμως ένα εμπόδιο: Έχουν, βλέπετε, έναν 12χρονο γιο, τον οποίος κανένας τους δεν θέλει και προσπαθούν να τον φορτώσουν ο ένας στον άλλον. Και, σε μια σοκαριστική σχεδόν στιγμή, αντιλαμβανόμαστε ότι το παιδί γνωρίζει ότι κανείς δεν το αγαπά. Και ξαφνικά, μια μέρα, το παιδί θα εξαφανιστεί. Οι άσπονδοι γονείς θα αναγκαστούν να πάρουν μέρος στις προσπάθειες αναζήτησής του, οι οποίες γίνονται όλο και πιο δύσκολες καθώς ο γιος δεν βρίσκεται.
Είπαμε : Ο κόσμος που μας δείχνει ο Zvyagintsev είναι τρομακτικός σε πολλά επίπεδα: Πρώτα - πρώτα σε συναισθηματικό. Ο τίτλος του φιλμ δηλώνει ακριβώς αυτό : Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο χωρίς αγάπη. Οι γονείς δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον, η μητέρα δεν αγαπά τη γιαγιά (και αντιστρόφως) και, το χειρότερο, κανένας από τους δύο δεν αγαπά το παιδί τους (το οποίο, όπως μαθαίνουμε, έγινε κατά λάθος, επειδή εκείνη έμεινε έγκυος και επιπόλαια αποφάσισε να μην το ρίξει). Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου τα πάντα γίνονται για "εμένα", για το άτομο, το οποίο αρνείται να μοιραστεί, να "ξεβολευτεί" για το καλό κάποιου άλλου. Το εγώ, τεράστιο, μπροστά απ' όλα. Καμιά συλλογικότητα πλέον, καμιά αλληλεγγύη. Το παιδί, συμβολικά νομίζω, θα εξαφανιστεί επειδή κανείς δεν μπορεί να ζει "χωρίς αγάπη".
Αυτά με τον εσωτερικό, παγωμένο κόσμο των ηρώων. Ο σκηνοθέτης όμως μας δείχνει και το έξω, την κοινωνική κατάσταση. Κι αυτό παγώνει εξ ίσου τον θεατή. Η Ρωσία είναι ένα κράτος δίχως την παραμικρή βοήθεια προς τον πολίτη. Τα πάντα υπολειτουργούν. Η αστυνομία, στην οποία καταφεύγουν αρχικά οι γονείς για την εξαφάνιση - λογικό - δηλώνει κυνικά (πιο κυνικά δεν γίνεται) ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν έχουν κόσμο, χρόνο, υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις κλπ. Έτσι οι έρευνες διεξάγονται αποκλειστικά από μια δραστήρια και έμπειρη ομάδα εθελοντών! Τα πάντα είναι διαλυμμένα. Τόσο στον μέσα όσο και στον έξω κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να ελπίζει για βοήθεια πουθενά. Αν είσαι τυχερός και τα καταφέρεις μόνος εντάξει. Αλλιώς... τίποτα!
Τα εσωτερικά τοπία των ανθρώπων ταιριάζουν απόλυτα με τα εξωτερικά. Μουντή συννεφιά, βροχή και χιόνι κυριαρχούν σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του φιλμ. Έκλειψη των πάντων. Παγωνιά μέσα και έξω.
Είπαμε: Πρόκειται για ζοφερό δράμα που θα "ρίξει" πολλούς. Εξαιρετικό όμως. Καλοδουλεμένο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Και, πολύ φοβάμαι, αληθινό...
Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών είναι αποφασισμένο να χωρίσει (στην πραγματικότητα μισεί ο ένας τον άλλον). Έχουν και οι δύο φτιάξει ήδη τις μελλοντικές ζωές τους: Εκείνη έχει σχέση με έναν πλούσιο και καλό άνθρωπο, εκείνος με μια κοπέλα η οποία είναι ήδη έγκυος. Υπάρχει όμως ένα εμπόδιο: Έχουν, βλέπετε, έναν 12χρονο γιο, τον οποίος κανένας τους δεν θέλει και προσπαθούν να τον φορτώσουν ο ένας στον άλλον. Και, σε μια σοκαριστική σχεδόν στιγμή, αντιλαμβανόμαστε ότι το παιδί γνωρίζει ότι κανείς δεν το αγαπά. Και ξαφνικά, μια μέρα, το παιδί θα εξαφανιστεί. Οι άσπονδοι γονείς θα αναγκαστούν να πάρουν μέρος στις προσπάθειες αναζήτησής του, οι οποίες γίνονται όλο και πιο δύσκολες καθώς ο γιος δεν βρίσκεται.
Είπαμε : Ο κόσμος που μας δείχνει ο Zvyagintsev είναι τρομακτικός σε πολλά επίπεδα: Πρώτα - πρώτα σε συναισθηματικό. Ο τίτλος του φιλμ δηλώνει ακριβώς αυτό : Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο χωρίς αγάπη. Οι γονείς δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον, η μητέρα δεν αγαπά τη γιαγιά (και αντιστρόφως) και, το χειρότερο, κανένας από τους δύο δεν αγαπά το παιδί τους (το οποίο, όπως μαθαίνουμε, έγινε κατά λάθος, επειδή εκείνη έμεινε έγκυος και επιπόλαια αποφάσισε να μην το ρίξει). Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου τα πάντα γίνονται για "εμένα", για το άτομο, το οποίο αρνείται να μοιραστεί, να "ξεβολευτεί" για το καλό κάποιου άλλου. Το εγώ, τεράστιο, μπροστά απ' όλα. Καμιά συλλογικότητα πλέον, καμιά αλληλεγγύη. Το παιδί, συμβολικά νομίζω, θα εξαφανιστεί επειδή κανείς δεν μπορεί να ζει "χωρίς αγάπη".
Αυτά με τον εσωτερικό, παγωμένο κόσμο των ηρώων. Ο σκηνοθέτης όμως μας δείχνει και το έξω, την κοινωνική κατάσταση. Κι αυτό παγώνει εξ ίσου τον θεατή. Η Ρωσία είναι ένα κράτος δίχως την παραμικρή βοήθεια προς τον πολίτη. Τα πάντα υπολειτουργούν. Η αστυνομία, στην οποία καταφεύγουν αρχικά οι γονείς για την εξαφάνιση - λογικό - δηλώνει κυνικά (πιο κυνικά δεν γίνεται) ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν έχουν κόσμο, χρόνο, υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις κλπ. Έτσι οι έρευνες διεξάγονται αποκλειστικά από μια δραστήρια και έμπειρη ομάδα εθελοντών! Τα πάντα είναι διαλυμμένα. Τόσο στον μέσα όσο και στον έξω κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να ελπίζει για βοήθεια πουθενά. Αν είσαι τυχερός και τα καταφέρεις μόνος εντάξει. Αλλιώς... τίποτα!
Τα εσωτερικά τοπία των ανθρώπων ταιριάζουν απόλυτα με τα εξωτερικά. Μουντή συννεφιά, βροχή και χιόνι κυριαρχούν σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του φιλμ. Έκλειψη των πάντων. Παγωνιά μέσα και έξω.
Είπαμε: Πρόκειται για ζοφερό δράμα που θα "ρίξει" πολλούς. Εξαιρετικό όμως. Καλοδουλεμένο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Και, πολύ φοβάμαι, αληθινό...
Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017
ROMASANTA": ΜΙΑ (ΣΧΕΔΟΝ) ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟ
Ο Paco Plaza είναι ο ισπανός σκηνοθέτης που το 2007 είχε γυρίσει το τρομακτικό "Rec". Πριν απ' αυτό όμως, το 2004, είχε κάνει μια μάλλον περίεργη ταινία: Το αγγλόφωνο "Romasanta: The Werewolf Hunt" με πρωταγωνιστή τον σχετικά ξεχασμένο ηθοποιό κυρίως των 80ς Τζούλιαν Σαντς. Περίεργη διότι βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, αλλά και επειδή "παίζει" ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό.
Στα μέσα του 190υ αιώνα σε επαρχία της Ισπανίας βρίσκονται κατακρεουργημένα πτώματα γυναικών. Πολλοί αποδίδουν τους φόνους σε λυκάνθρωπο. Σύντομα αποκαλύπτεται (στο φιλμ εννοώ) ότι ένοχος είναι ο γοητευτικός γυρολόγος Ρομασάντα, που έχει παντρευτεί κάμποσες γυναίκες με... κρυφούς σκοπούς. Η αδελφή μιας από τα θύματα, που αρχικά τον έχει κι αυτή ερωτευτεί, αποφασίζει να τον κυνηγήσει μέχρι τέλους συνεργαζόμενη με έναν δκαστή. Το ερώτημα που πλανάται ωστόσο παραμένει: Είναι ο Ρομασάντα λυκάνθρωπος ή ένας κοινός δολοφόνος;
Όποια κι αν είναι η απάντηση ωστόσο, στο φιλμ δείχνεται ώς ο απόλυτος, συνειδητός φορέας του κακού. Ακόμα κι αν μεταμορφώνεται δηλαδή, δεν έχει τύψεις μετά (οπως συνήθως συμβαινει στις ιστορίες με λυκάνθρωπους), αλλά είναι ευτυχής γι' αυτό, για τη δύναμη που αποκτά, για το αίμα που χύνει, για την εξουσία πάνω στη ζωή των άλλων... Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία αυτή με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο και ο στόχος της δεν είναι τόσο να τρομάξει τον θεατή.
Τα αληθινά γεγονότα στα οποία βασίστηκε είναι ότι ο εφιαλτικός Ρομασάντα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ήταν όντως γυρολόγος και δικάστηκε το 1852 για τους φόνους 13 ανθρώπων, τους οποίους ομολόγησε, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι τους διέπραξε επειδή μεταμορφωνόταν σε λυκάνθρωπο!
Τώρα, παρά το ότι παρακολούθησα την ταινία με αρκετό ενδιαφέρον, ομολογώ ότι είχε κάμποσα αδιευκρίνιστα σημεία. Η σχέση του Ρομασάντα με τον κυνηγό του, στον οποίο είχε παλιά επιτεθεί, δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ ακριβώς ενώ κάποια φλας μπακ εξακολουθούν να αφήνουν σκοτεινα σημεία... Γενικά υπάρχει κάτι ελλειπτικό στην αφήγηση, το οποίο δεν ξέρω αν είναι συνειδητό. Πάντως το φιλμ τείνει να υποστηρίξει το μεταφυσικό στοιχείο στην όλη ιστορία: Τον λυκανθρωπισμό, την κυριαρχία του ήρωα στο μυαλό των άλλων... γενικά την παραδοχή, όπως είπαμε, ότι αυτός προσωποποιεί το απόλυτο κακό, τον διάβολο ίσως. Όλα αυτά πάντως, όπως επίσης είπα, παραμένουν κάπως "θαμπά" δοσμένα.
Παρ΄ όλα αυτά το σχετικό ενδιαφέρον υπάρχει. Αν μη τι άλλο το θέμα του λυκανθρωπισμού δίνεται με διαφορετικό τρόπο από άλλες (πολλές) φορές που το έχουμε δει και, τελικά, η περιρέουσα ρεαλιστική ατμόσφαιρα και τα αληθινά γεγονότα που έχουν όντως συμβεί, κάνουν το φιλμ αξιοπερίεργο και σχετικά πρωτότυπο.
Στα μέσα του 190υ αιώνα σε επαρχία της Ισπανίας βρίσκονται κατακρεουργημένα πτώματα γυναικών. Πολλοί αποδίδουν τους φόνους σε λυκάνθρωπο. Σύντομα αποκαλύπτεται (στο φιλμ εννοώ) ότι ένοχος είναι ο γοητευτικός γυρολόγος Ρομασάντα, που έχει παντρευτεί κάμποσες γυναίκες με... κρυφούς σκοπούς. Η αδελφή μιας από τα θύματα, που αρχικά τον έχει κι αυτή ερωτευτεί, αποφασίζει να τον κυνηγήσει μέχρι τέλους συνεργαζόμενη με έναν δκαστή. Το ερώτημα που πλανάται ωστόσο παραμένει: Είναι ο Ρομασάντα λυκάνθρωπος ή ένας κοινός δολοφόνος;
Όποια κι αν είναι η απάντηση ωστόσο, στο φιλμ δείχνεται ώς ο απόλυτος, συνειδητός φορέας του κακού. Ακόμα κι αν μεταμορφώνεται δηλαδή, δεν έχει τύψεις μετά (οπως συνήθως συμβαινει στις ιστορίες με λυκάνθρωπους), αλλά είναι ευτυχής γι' αυτό, για τη δύναμη που αποκτά, για το αίμα που χύνει, για την εξουσία πάνω στη ζωή των άλλων... Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία αυτή με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο και ο στόχος της δεν είναι τόσο να τρομάξει τον θεατή.
Τα αληθινά γεγονότα στα οποία βασίστηκε είναι ότι ο εφιαλτικός Ρομασάντα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ήταν όντως γυρολόγος και δικάστηκε το 1852 για τους φόνους 13 ανθρώπων, τους οποίους ομολόγησε, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι τους διέπραξε επειδή μεταμορφωνόταν σε λυκάνθρωπο!
Τώρα, παρά το ότι παρακολούθησα την ταινία με αρκετό ενδιαφέρον, ομολογώ ότι είχε κάμποσα αδιευκρίνιστα σημεία. Η σχέση του Ρομασάντα με τον κυνηγό του, στον οποίο είχε παλιά επιτεθεί, δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ ακριβώς ενώ κάποια φλας μπακ εξακολουθούν να αφήνουν σκοτεινα σημεία... Γενικά υπάρχει κάτι ελλειπτικό στην αφήγηση, το οποίο δεν ξέρω αν είναι συνειδητό. Πάντως το φιλμ τείνει να υποστηρίξει το μεταφυσικό στοιχείο στην όλη ιστορία: Τον λυκανθρωπισμό, την κυριαρχία του ήρωα στο μυαλό των άλλων... γενικά την παραδοχή, όπως είπαμε, ότι αυτός προσωποποιεί το απόλυτο κακό, τον διάβολο ίσως. Όλα αυτά πάντως, όπως επίσης είπα, παραμένουν κάπως "θαμπά" δοσμένα.
Παρ΄ όλα αυτά το σχετικό ενδιαφέρον υπάρχει. Αν μη τι άλλο το θέμα του λυκανθρωπισμού δίνεται με διαφορετικό τρόπο από άλλες (πολλές) φορές που το έχουμε δει και, τελικά, η περιρέουσα ρεαλιστική ατμόσφαιρα και τα αληθινά γεγονότα που έχουν όντως συμβεί, κάνουν το φιλμ αξιοπερίεργο και σχετικά πρωτότυπο.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2017
O "ROGER RABBIT" ΜΑΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ ΑΚΟΜΑ
Από πολύ παλιά (τουλάχιστον από τα 50ς) υπήρχαν ταινιες που συνδύαζαν αληθινούς ηθοποιούς με animaton (θυμηθείτε τον Τζιν Κέλι να χορεύει με τον Μπαγκς Μπάνι νομίζω). Ωστόσο το 1988 γυρίζεται το "Ποιος Παγίδευσε τον Roger Rabbit" του Robert Zemeckis, το οποία, προσωπική άποψη, παραμέμνει η καλύτερη μ' αυτόν τον συνδυασμό.
Η έξυπνη ιδέα στην οποία βασίζεται το φιλμ είναι ότι στο Χόλιγουντ συνυπάρχουν δύο κόσμοι: Αυτός των κινουμένων σχεδίων κι αυτός των ανθρώπων. Πολλά από τα καρτούν είναι σούπερσταρς, διάσημοι όπως και οι αντίστοιχοι κανονικοί ηθοποιοί. Ενας μεγαλοπαραγωγός (άνθρωπος) αναθέτει σε έναν μάλλον ξοφλημένο ντετέκτιβ, που μισεί τα καρτούν για παλιούς, προσωπικούς λόγους, να βρει στοιχεία για το αν η φοβερή και σούπερ σέξι Τζέσικα Ράμπιτ (καρτούν) απατά τον σύζυγό της Ρότζερ Ράμπιτ, καρτούν σούπερσταρ, ο οποίος την υπεραγαπά. Ο ντετέκτιβ θα κάνει τη δουλειά του, πολλά πράγματα όμως δεν είναι όπως αρχικά φαίνονται...
Το φιλμ συνδυάζει το χιούμορ με μια νουάρ πλοκή, την τρελή λογική των animation (πέφτουν από ψηλά και δεν σκοτώνονται, τραυματίζονται αλλά αμέσως σηκώνονται ξανά κλπ.) με την "κανονική" δράση. Η εικόνα και η μίξη των δύο ειδών (και των δύο "κόσμων") είναι εντυπωσιακή και απόλυτα πειστική. Τα καρτούν συμπεριφέρονται με μια δική τους παλαβή λογική, η οποία ωστόσο υπακούει σε κανόνες. Οι άνθρωποι... ΟΚ, είναι οι άνθρωποι. Κι όλα αυτά με την κλασική, αστική και νυχτερινή ατμόσφαιρα των νουάρ. Η αστυνομική ίντριγκα κρατά απόλυτα τον θεατή, ο στυγνός δικαστής, ο οποίος επίσης μισεί τα καρτούν, προκαλεί ανατριχίλες, η Τζέσικα (με τη φωνή της Καθλίν Τέρνερ), αν και καρτούν, είναι το άκρον άωτον της σέξι γυναίκας (η σκηνή του υπέροχου τραγουδιού της α λα Ρίτα Χέιγουορθ είναι κλασική) και οι Μπομπ Χόσκινς και Κρίστοφερ Λόιντ εξαιρετικοί στους "ανθρώπινους" ρόλους τους.
Η ταινία είχε όντως εντυπωσιάσει με την "μικτή" τεχνική της στην εποχή της. Σήμερα μπορούν πλέον να δημιουργηθούν οποιαδήποτε εφέ ή / και τεχνικές. Ωστόσο, με το έξυπνο και σφιχτό σενάριό της και με το πανταχού παρόν χιούμορ (γκαγκς όπως αυτά των καρτούν και όχι μόνο), νομίζω ότι παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Εγώ τουλάχιστον, που είχα να τη δω άπειρα χρόνια, την απόλαυσα και πάλι.
Η έξυπνη ιδέα στην οποία βασίζεται το φιλμ είναι ότι στο Χόλιγουντ συνυπάρχουν δύο κόσμοι: Αυτός των κινουμένων σχεδίων κι αυτός των ανθρώπων. Πολλά από τα καρτούν είναι σούπερσταρς, διάσημοι όπως και οι αντίστοιχοι κανονικοί ηθοποιοί. Ενας μεγαλοπαραγωγός (άνθρωπος) αναθέτει σε έναν μάλλον ξοφλημένο ντετέκτιβ, που μισεί τα καρτούν για παλιούς, προσωπικούς λόγους, να βρει στοιχεία για το αν η φοβερή και σούπερ σέξι Τζέσικα Ράμπιτ (καρτούν) απατά τον σύζυγό της Ρότζερ Ράμπιτ, καρτούν σούπερσταρ, ο οποίος την υπεραγαπά. Ο ντετέκτιβ θα κάνει τη δουλειά του, πολλά πράγματα όμως δεν είναι όπως αρχικά φαίνονται...
Το φιλμ συνδυάζει το χιούμορ με μια νουάρ πλοκή, την τρελή λογική των animation (πέφτουν από ψηλά και δεν σκοτώνονται, τραυματίζονται αλλά αμέσως σηκώνονται ξανά κλπ.) με την "κανονική" δράση. Η εικόνα και η μίξη των δύο ειδών (και των δύο "κόσμων") είναι εντυπωσιακή και απόλυτα πειστική. Τα καρτούν συμπεριφέρονται με μια δική τους παλαβή λογική, η οποία ωστόσο υπακούει σε κανόνες. Οι άνθρωποι... ΟΚ, είναι οι άνθρωποι. Κι όλα αυτά με την κλασική, αστική και νυχτερινή ατμόσφαιρα των νουάρ. Η αστυνομική ίντριγκα κρατά απόλυτα τον θεατή, ο στυγνός δικαστής, ο οποίος επίσης μισεί τα καρτούν, προκαλεί ανατριχίλες, η Τζέσικα (με τη φωνή της Καθλίν Τέρνερ), αν και καρτούν, είναι το άκρον άωτον της σέξι γυναίκας (η σκηνή του υπέροχου τραγουδιού της α λα Ρίτα Χέιγουορθ είναι κλασική) και οι Μπομπ Χόσκινς και Κρίστοφερ Λόιντ εξαιρετικοί στους "ανθρώπινους" ρόλους τους.
Η ταινία είχε όντως εντυπωσιάσει με την "μικτή" τεχνική της στην εποχή της. Σήμερα μπορούν πλέον να δημιουργηθούν οποιαδήποτε εφέ ή / και τεχνικές. Ωστόσο, με το έξυπνο και σφιχτό σενάριό της και με το πανταχού παρόν χιούμορ (γκαγκς όπως αυτά των καρτούν και όχι μόνο), νομίζω ότι παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Εγώ τουλάχιστον, που είχα να τη δω άπειρα χρόνια, την απόλαυσα και πάλι.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2017
"ΚΡΙΣΗ" ΚΑΙ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ
Ο Richard Brooks (1912-1992) είναι ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς δημιουργούς. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία γυρίστηκε το 1950 και λέγεται "Crisis". Πρωταγωνιστές ο Κάρι Γκραντ (σε σχετικά ασυνήθιστο γι' αυτόν δραματικό ρόλο) και ο Χοσέ Φερέρ.
Ένας διακεκριμένος νευροχειρουργός και η γυναίκα του κάνουν διακοπές σε απροσδιόριστη χώρα της Νότιας Αμερικής, της οποίας καταπιεστικός δικτατορας είναι ο Φαράγκο. Η σύζυγος απάγεται και ο γιατρός οδηγείται με το έτσι θέλω μπροστά στον τύραννο. Εκεί θα μάθει ότι ο τελευταίος πάσχει από όγκο στον εγκέφαλο και πρέπει να χειρουργηθεί επειγόντως (γι' αυτό εκβιάζει με την απαγωγή τον διάσημο αμερικάνο γιατρό). Το δίλημμα είναι αν πρέπει να βοηθήσει, μένοντας πιστός στον ιατρικό όρκο, έναν σχεδόν παρανοϊκό δικτάτορα, ο οποίος όταν θεραπευτεί θα καταπιέσει κι άλλο τον λαό του. Στο μεταξύ η πολιτική αναταραχή αυξάνεται και οι επαναστάτες αντιδρούν...
Ο Brooks, από την πρώτη του κιόλας ταινία, φανερώνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς που ενυπάρχουν σε όλο το έργο του. Πώς αντιδρά κανείς στο δίλημμα που περιγράψαμε παραπάνω; Παύει να φέρεται ως γιατρός, καταπατώντας τον όρκο του ή μένει πιστός σ' αυτόν, βοηθώντας όμως έναν τύραννο; Εκτός από αυτό το βασικό μοτίβο ο σκηνοθέτης κάνει ένα πικρό (και κυνικό) σχόλιο πάνω στην πολιτική, τις υποσχέσεις "αλλαγής" που διαψεύδονται, αποδεικνύοντας ότι πίσω από μεγάλα λόγια συχνά κρύβεται απλώς ο πόθος για εξουσία (σας φαίνεται αρκετά επίκαιρο αυτό, έτσι;)
Αλλά βέβαια και κινηματογραφικά αν εξετάσει κανείς το φιλμ, εκτός από τις ερμηνείες (ο Φερέρ κλέβει την παράσταση στο ρόλο του αδίστακτου δικτάτορα), νομίζω ότι, τόσα χρόνια μετά, κρατά (και) τον σύγχρονο θεατή με την αγωνία που διαθέτει και την πανταχού παρούσα αίσθηση της παγίδευσης των ηρώων σε ένα μη ελεγχόμενο απ' αυτούς πολύπλοκο και ταραγμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Ίσως άλλος στόχος του Μπρουκς ήταν ακριβώς να δείξει ότι τα μεμονωμένα άτομα είναι έρμαια της ιστορίας, των μεγάλων γεγονότων που συμβαίνουν γύρω τους και, όσο αμέτοχα και αδιάφορα αν θέλουν να είναι, αναπόφευκτα παγιδεύονται απ' αυτά (από τα γεγονότα εννοώ). Όχι, το άτομο (δυστυχώς) δεν μπορεί να πάει κόντρα και να μείνει αλώβητο από το ορμητικό ποτάμι των μεγάλων ιστορικών αλλαγών.
Καλή ταινία, με ενδιαφέρον σκεπτικό και άνετη ροή, συνίσταται σε όσους δεν φοβούνται τα "παλιά" και ασπρόμαυρα.
Ένας διακεκριμένος νευροχειρουργός και η γυναίκα του κάνουν διακοπές σε απροσδιόριστη χώρα της Νότιας Αμερικής, της οποίας καταπιεστικός δικτατορας είναι ο Φαράγκο. Η σύζυγος απάγεται και ο γιατρός οδηγείται με το έτσι θέλω μπροστά στον τύραννο. Εκεί θα μάθει ότι ο τελευταίος πάσχει από όγκο στον εγκέφαλο και πρέπει να χειρουργηθεί επειγόντως (γι' αυτό εκβιάζει με την απαγωγή τον διάσημο αμερικάνο γιατρό). Το δίλημμα είναι αν πρέπει να βοηθήσει, μένοντας πιστός στον ιατρικό όρκο, έναν σχεδόν παρανοϊκό δικτάτορα, ο οποίος όταν θεραπευτεί θα καταπιέσει κι άλλο τον λαό του. Στο μεταξύ η πολιτική αναταραχή αυξάνεται και οι επαναστάτες αντιδρούν...
Ο Brooks, από την πρώτη του κιόλας ταινία, φανερώνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς που ενυπάρχουν σε όλο το έργο του. Πώς αντιδρά κανείς στο δίλημμα που περιγράψαμε παραπάνω; Παύει να φέρεται ως γιατρός, καταπατώντας τον όρκο του ή μένει πιστός σ' αυτόν, βοηθώντας όμως έναν τύραννο; Εκτός από αυτό το βασικό μοτίβο ο σκηνοθέτης κάνει ένα πικρό (και κυνικό) σχόλιο πάνω στην πολιτική, τις υποσχέσεις "αλλαγής" που διαψεύδονται, αποδεικνύοντας ότι πίσω από μεγάλα λόγια συχνά κρύβεται απλώς ο πόθος για εξουσία (σας φαίνεται αρκετά επίκαιρο αυτό, έτσι;)
Αλλά βέβαια και κινηματογραφικά αν εξετάσει κανείς το φιλμ, εκτός από τις ερμηνείες (ο Φερέρ κλέβει την παράσταση στο ρόλο του αδίστακτου δικτάτορα), νομίζω ότι, τόσα χρόνια μετά, κρατά (και) τον σύγχρονο θεατή με την αγωνία που διαθέτει και την πανταχού παρούσα αίσθηση της παγίδευσης των ηρώων σε ένα μη ελεγχόμενο απ' αυτούς πολύπλοκο και ταραγμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Ίσως άλλος στόχος του Μπρουκς ήταν ακριβώς να δείξει ότι τα μεμονωμένα άτομα είναι έρμαια της ιστορίας, των μεγάλων γεγονότων που συμβαίνουν γύρω τους και, όσο αμέτοχα και αδιάφορα αν θέλουν να είναι, αναπόφευκτα παγιδεύονται απ' αυτά (από τα γεγονότα εννοώ). Όχι, το άτομο (δυστυχώς) δεν μπορεί να πάει κόντρα και να μείνει αλώβητο από το ορμητικό ποτάμι των μεγάλων ιστορικών αλλαγών.
Καλή ταινία, με ενδιαφέρον σκεπτικό και άνετη ροή, συνίσταται σε όσους δεν φοβούνται τα "παλιά" και ασπρόμαυρα.
Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2017
ΟΠΤΙΚΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ "LOVING VINCENT"
Ξέρετε ότι μερικές από τις πρώτες ταινίες του κινηματογράφου, του Μελιές συγκεκριμένα, ήταν έγχρωμες; Μα αφού δεν υπήρχε έγχρωμο φιλμ, θα μου πείτε. Κι όμως: Μια αληθινή βιοτεχνία που απασχολούσε δεκάδες εργάτριες χρωμάτιζαν στο χέρι, καρέ - καρέ, το ασπρόμαυρο φιλμ. Έτσι μερικές κόπιες του 13λεπτου "Ταξιδιού στη Σελήνη" για παράδειγμα είναι έγχρωμες! Πάνω από έναν αιώνα μετά, το 2017, η ίδια επίπονη τεχνική δοκιμάζεται σε ένα animation μεγάλου μήκους πλέον, το βρετανοπολωνικό "Loving Vincent" της πολωνέζας Dorota Kobiela και του βρετανού Hugh Welchman, με εκθαμβωτικά εικαστικά αποτελέσματα.
Θέμα του ειναι ο θάνατος του Βαν Γκογκ. Ως γνωστόν ο ιδιοφυής (και ψυχικά διαταραγμένος) ολλανδός αυτοκτόνησε το 1890 σε ένα χωριό της Γαλλίας. Ένα χρόνο μετά ο ταχυδρόμος που έστελνε τα πάμπολλα γράμματα του Βίνσεντ στον αγαπημένο του αδελφό Τεό ανακαλύπτει ένα τελευταίο ανεπίδοτο γράμμα και αναθέτει στον νεαρό γιο του να το παραδώσει. Εκείνος, βαρυγκομώντας αρχικά, μαθαίνει ότι και ο Τεό έχει πεθάνει (πέθανε όντως ένα χρόνο περίπου μετά τον αδελφό του), οπότε πάει στο χωριό για να το δώσει στον κοντινότερο στον Βίνσεντ άνθρωπο στα τελευταία του, τον γιατρό Γκασέτ. Στο χωριό όμως κάθε άνθρωπος που γνώρισε τον ζωγράφο έχει άλλη γνώμη γι' αυτόν (και άλλη εκδοχή για τα συμβάντα), μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται και, τελικά, ο ήρωάς μας αρχίζει να αναρωτιέται αν ο Βίνσεντ όντως αυτοκτόνησε...
Φυσικά τα όποια σεναριακά ευρήματα επισκιάζονται από το εντυπωσιακό οπτικό μέρος. Το φιλμ γυρίστηκε με αληθινούς ηθοποιούς, οι οποίοι έπαιζαν μπροστά σε άδεια φόντα. Στη συνέχεια όλα, μα όλα τα καρέ επιζωγραφίστηκαν στο χέρι από 120 περίπου επαγγελματίες ζωγράφους, οι οποίοι ακολούθησαν πιστά το στιλ και την τεχνική του Βαν Γκογκ (μιλάμε για 65.000 καρέ)! Το αποτέλεσμα είναι εκθαμβωτικό. Παρακολουθούμε την ιστορία να εκτυλίσεται σε πειστικότατο "περιβάλλον Βαν Γκογκ", λες και οι πίνακες να έχουν ζωντανέψει, ενώ οι ηθοποιοί, κατάλληλα επιχρωματισμένοι κι αυτοί, δεν είναι παρά αυτοί των οποίων τα πορτρέτα είχε φτιάξει ο Βίνσεντ (υπαρκτά πρόσωπα δηλαδή), οι οποίοι είναι και οι ήρωες της μυθοπλασίας, καθώς οι περισσότεροι ήταν κάτοικοι του χωριού και είχαν σχέσεις με τον ζωγράφο (άλλωστε πόζαραν γι΄αυτόν). Φυσικά οι περισσότερες σκηνές ξεκινούν από πασίγνωστα έργα του, τα οποία βλέπουμε να ζωντανεύουν και να κινούνται.
Σεναριακά τώρα, η κάπως αστυνομική πλοκή, με τον ακούσιο ντετέκτιβ ήρωα, επινοείται για να δώσει ενδιαφέρον (πέρα από το εικαστικό βεβαίως) στο φιλμ. Συγχρόνως μας θυμίζει κάπως την οπτική του κλασικού "Ρασομόν" του Κουροσάβα: Η αλήθεια είναι κι αυτή μερικές φορές υποκειμενική. Ο κάθε κάτοικος ερμηνεύει διαφορετικά τα γεγονότα, έχει σε διαφορετική εκτίμηση το νεκρό καλλιτέχνη (από "βλαμμένος" έως "ιδιοφυής") και προσθέτει μια μαρτυρία που μάλλον μπερδεύει τον ερευνητή παρά τον βοηθά. Και φυσικά το όλο φιλμ αποπνέει έντονη συγκίνηση για την τοσο βασανισμένη, μοναχική (και μερικές φορές όχι ιδιαίτερα ευχάριστη) προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου, ενώ η παθιασμένη μέχρι αυτοκαταστροφής αγάπη του για την τέχνη αποκαλύπτεται ανάγλυφα.
Αν σας αρέσει ζωγραφική του Βαν Γκογκ, δείτε το οπωσδήποτε. Αλλά και οι υπόλοιποι ας ψάξουν αυτό το - αν μη τι άλλο - εκπληκτικό τεχνικά επίτευγμα. Δεν γίνονται συχνά τοσο πρωτότυπες εικαστικά, τόσο πειραματικές και συγχρόνως επίπονες δουλειές!
ΥΓ: Μεγάλο μέρος των καρέ επιζωγραφίστηκε σε στούντιο στην Ελλάδα και κάμποσοι από τους 120 ζωγράφους είναι έλληνες.
Θέμα του ειναι ο θάνατος του Βαν Γκογκ. Ως γνωστόν ο ιδιοφυής (και ψυχικά διαταραγμένος) ολλανδός αυτοκτόνησε το 1890 σε ένα χωριό της Γαλλίας. Ένα χρόνο μετά ο ταχυδρόμος που έστελνε τα πάμπολλα γράμματα του Βίνσεντ στον αγαπημένο του αδελφό Τεό ανακαλύπτει ένα τελευταίο ανεπίδοτο γράμμα και αναθέτει στον νεαρό γιο του να το παραδώσει. Εκείνος, βαρυγκομώντας αρχικά, μαθαίνει ότι και ο Τεό έχει πεθάνει (πέθανε όντως ένα χρόνο περίπου μετά τον αδελφό του), οπότε πάει στο χωριό για να το δώσει στον κοντινότερο στον Βίνσεντ άνθρωπο στα τελευταία του, τον γιατρό Γκασέτ. Στο χωριό όμως κάθε άνθρωπος που γνώρισε τον ζωγράφο έχει άλλη γνώμη γι' αυτόν (και άλλη εκδοχή για τα συμβάντα), μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται και, τελικά, ο ήρωάς μας αρχίζει να αναρωτιέται αν ο Βίνσεντ όντως αυτοκτόνησε...
Φυσικά τα όποια σεναριακά ευρήματα επισκιάζονται από το εντυπωσιακό οπτικό μέρος. Το φιλμ γυρίστηκε με αληθινούς ηθοποιούς, οι οποίοι έπαιζαν μπροστά σε άδεια φόντα. Στη συνέχεια όλα, μα όλα τα καρέ επιζωγραφίστηκαν στο χέρι από 120 περίπου επαγγελματίες ζωγράφους, οι οποίοι ακολούθησαν πιστά το στιλ και την τεχνική του Βαν Γκογκ (μιλάμε για 65.000 καρέ)! Το αποτέλεσμα είναι εκθαμβωτικό. Παρακολουθούμε την ιστορία να εκτυλίσεται σε πειστικότατο "περιβάλλον Βαν Γκογκ", λες και οι πίνακες να έχουν ζωντανέψει, ενώ οι ηθοποιοί, κατάλληλα επιχρωματισμένοι κι αυτοί, δεν είναι παρά αυτοί των οποίων τα πορτρέτα είχε φτιάξει ο Βίνσεντ (υπαρκτά πρόσωπα δηλαδή), οι οποίοι είναι και οι ήρωες της μυθοπλασίας, καθώς οι περισσότεροι ήταν κάτοικοι του χωριού και είχαν σχέσεις με τον ζωγράφο (άλλωστε πόζαραν γι΄αυτόν). Φυσικά οι περισσότερες σκηνές ξεκινούν από πασίγνωστα έργα του, τα οποία βλέπουμε να ζωντανεύουν και να κινούνται.
Σεναριακά τώρα, η κάπως αστυνομική πλοκή, με τον ακούσιο ντετέκτιβ ήρωα, επινοείται για να δώσει ενδιαφέρον (πέρα από το εικαστικό βεβαίως) στο φιλμ. Συγχρόνως μας θυμίζει κάπως την οπτική του κλασικού "Ρασομόν" του Κουροσάβα: Η αλήθεια είναι κι αυτή μερικές φορές υποκειμενική. Ο κάθε κάτοικος ερμηνεύει διαφορετικά τα γεγονότα, έχει σε διαφορετική εκτίμηση το νεκρό καλλιτέχνη (από "βλαμμένος" έως "ιδιοφυής") και προσθέτει μια μαρτυρία που μάλλον μπερδεύει τον ερευνητή παρά τον βοηθά. Και φυσικά το όλο φιλμ αποπνέει έντονη συγκίνηση για την τοσο βασανισμένη, μοναχική (και μερικές φορές όχι ιδιαίτερα ευχάριστη) προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου, ενώ η παθιασμένη μέχρι αυτοκαταστροφής αγάπη του για την τέχνη αποκαλύπτεται ανάγλυφα.
Αν σας αρέσει ζωγραφική του Βαν Γκογκ, δείτε το οπωσδήποτε. Αλλά και οι υπόλοιποι ας ψάξουν αυτό το - αν μη τι άλλο - εκπληκτικό τεχνικά επίτευγμα. Δεν γίνονται συχνά τοσο πρωτότυπες εικαστικά, τόσο πειραματικές και συγχρόνως επίπονες δουλειές!
ΥΓ: Μεγάλο μέρος των καρέ επιζωγραφίστηκε σε στούντιο στην Ελλάδα και κάμποσοι από τους 120 ζωγράφους είναι έλληνες.
Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2017
ΜΑΛΛΟΝ... ΑΝΕΥ ΛΟΓΟΥ "BOARDING GATE"
Ο γάλλος Olivier Assayas είναι αγαπημένο παιδί των "σοβαρών" φεστιβάλ (Κάννες κλπ.) όπου συχνά παίζονται ταινίες του. Δεν έχω παρακολουθήσει τη δουλειά του, σαφώς δεν έχω σφαιρική άποψη, τα λίγα όμως που έχω δει μάλλον αδιάφορα μου φάνηκαν. Όπως το αγγλόφωνο "Boarding Gate" του 2007 με την Asia Argento στον βασικό ρόλο.
Πρόκειται για ένα μάλλον δραματικό θρίλερ. Η ηρωίδα ήταν ερωμένη ενός μεγαλύτερού της μεγαλοεπιχειρηματία, με τον οποίο συναντάται μετά από καιρό. Η σχέση τους βασιζόταν, όπως φαίνεται, περισσότερο στο σεξουαλικό πάθος, το οποίο τώρα πάει να αναζωπυρωθεί. Ταυτόχρονα είναι ερωμένη και ενός νέου κινέζου επιχειρηματία, τον οποίο γνώρισε μέσω του προηγούμενου φίλου της, και του οποίου η σύζυγος, κινέζα κι αυτή, μοιάζει να μην ξέρει τίποτα για την παράνομη σχέση του άντρα της. Όταν συμβεί κάποιος φόνος (δεν θα σας πω τίνος και από ποιον) η Asia θα βρεθεί στο Χονγκ Κονγκ, χαμένη σε έναν δαίδαλο τόσο της αχανούς πόλης όσο και ανθρώπων που δεν ξέρει πόσο φίλοι της είναι και αν πρέπει να εμπιστευτεί...
Το φιλμ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο σασπένς (δεν ξέρω αν ήταν καν αυτό στην πρόθεση του σκηνοθέτη), περιέχει (ώς συνήθως όταν πρόκειται για την Asia) σχετικά τολμηρές ερωτικές σκηνές (όχι τίποτα σπουδαίο, μην το δείτε μόνο γι' αυτό) και νομίζω ότι πάσχει από ρυθμό. Η σκηνή της επανεύρεσης της ηρωίδας με τον πρώην εραστή της τραβά τόσο, μα τόσο σε μάκρος, περιέχει τόσους διαλόγους και σκαμπανεβάσματα στη σχέση τους, τόσα "φεύγω - ξαναγυρίζω", "σε ποθώ - δεν σε ποθώ", "σ'αγαπούσα - δεν μ' αγαπούσες", που μου φάνηκε ακατανόητη όλη αυτή η διάρκεια. Γενικά ένοιωσα ότι το φιλμ δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποφασίσει τι ακριβώς είναι : Ψυχολογικό θρίλερ, θρίλερ σκέτο, ψυχολογικό φιλμ σκέτο ή... τι; Αν ο Assayas προσπάθησε να κάνει μια μείξη όλων αυτών μου φαίνεται ότι απέτυχε.
Γενικότερα πάντως δεν μπορώ να εντοπίσω το νόημα, το "γιατί" του φιλμ. Ταινία είδους δεν είναι (π.χ. θρίλερ με σασπένς ή δράση), ψυχολογικό φιλμ δεν είναι, να εμβαθύνει δηλαδή στην ψυχολογία των ηρώων, εντυπωσιακό σαν εικόνα επίσης δεν είναι (καλά, αυτό δεν είναι κακό, είναι άποψη η εικόνα να είναι λίγο "βρώμικη"), τελικά όμως τι είναι; Άγνωσται αι βουλαί του Assayas... Εντάξει, το είδα (δίχως να με κρατήσει ιδιάιτερα βέβαια), δεν το θεωρώ εντελώς για πέταμα, αλλά τα παραπάνω ερωτηματικά παραμένουν. Μήπως πρόκειται για αστυνομικό "μεταλλαγμένο" ώστε να γίνει δεκτό σε μεγάλα και σοβαρά φεστιβάλ;
Πρόκειται για ένα μάλλον δραματικό θρίλερ. Η ηρωίδα ήταν ερωμένη ενός μεγαλύτερού της μεγαλοεπιχειρηματία, με τον οποίο συναντάται μετά από καιρό. Η σχέση τους βασιζόταν, όπως φαίνεται, περισσότερο στο σεξουαλικό πάθος, το οποίο τώρα πάει να αναζωπυρωθεί. Ταυτόχρονα είναι ερωμένη και ενός νέου κινέζου επιχειρηματία, τον οποίο γνώρισε μέσω του προηγούμενου φίλου της, και του οποίου η σύζυγος, κινέζα κι αυτή, μοιάζει να μην ξέρει τίποτα για την παράνομη σχέση του άντρα της. Όταν συμβεί κάποιος φόνος (δεν θα σας πω τίνος και από ποιον) η Asia θα βρεθεί στο Χονγκ Κονγκ, χαμένη σε έναν δαίδαλο τόσο της αχανούς πόλης όσο και ανθρώπων που δεν ξέρει πόσο φίλοι της είναι και αν πρέπει να εμπιστευτεί...
Το φιλμ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο σασπένς (δεν ξέρω αν ήταν καν αυτό στην πρόθεση του σκηνοθέτη), περιέχει (ώς συνήθως όταν πρόκειται για την Asia) σχετικά τολμηρές ερωτικές σκηνές (όχι τίποτα σπουδαίο, μην το δείτε μόνο γι' αυτό) και νομίζω ότι πάσχει από ρυθμό. Η σκηνή της επανεύρεσης της ηρωίδας με τον πρώην εραστή της τραβά τόσο, μα τόσο σε μάκρος, περιέχει τόσους διαλόγους και σκαμπανεβάσματα στη σχέση τους, τόσα "φεύγω - ξαναγυρίζω", "σε ποθώ - δεν σε ποθώ", "σ'αγαπούσα - δεν μ' αγαπούσες", που μου φάνηκε ακατανόητη όλη αυτή η διάρκεια. Γενικά ένοιωσα ότι το φιλμ δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποφασίσει τι ακριβώς είναι : Ψυχολογικό θρίλερ, θρίλερ σκέτο, ψυχολογικό φιλμ σκέτο ή... τι; Αν ο Assayas προσπάθησε να κάνει μια μείξη όλων αυτών μου φαίνεται ότι απέτυχε.
Γενικότερα πάντως δεν μπορώ να εντοπίσω το νόημα, το "γιατί" του φιλμ. Ταινία είδους δεν είναι (π.χ. θρίλερ με σασπένς ή δράση), ψυχολογικό φιλμ δεν είναι, να εμβαθύνει δηλαδή στην ψυχολογία των ηρώων, εντυπωσιακό σαν εικόνα επίσης δεν είναι (καλά, αυτό δεν είναι κακό, είναι άποψη η εικόνα να είναι λίγο "βρώμικη"), τελικά όμως τι είναι; Άγνωσται αι βουλαί του Assayas... Εντάξει, το είδα (δίχως να με κρατήσει ιδιάιτερα βέβαια), δεν το θεωρώ εντελώς για πέταμα, αλλά τα παραπάνω ερωτηματικά παραμένουν. Μήπως πρόκειται για αστυνομικό "μεταλλαγμένο" ώστε να γίνει δεκτό σε μεγάλα και σοβαρά φεστιβάλ;
Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2017
"MOTHER!" : ΜΙΑ ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ
Εντάξει, το ότι ο Darren Aronofsky είναι ένας πρωτότυπος και sui generis δημιουργός το δέχομαι. Παρακολουθώ μεν ανελλιπώς τη δουλειά του, αλλά συχνά αυτή με ενοχλεί (βλέπε "Νώε"). Ωστόσο η ενόχλησή μου χτύπησε κόκκινο με το "Mother!" του 2017, ένα αλληγορικό φιλμ, τόσο, μα τόσο βαρυφορτωμένο και συμβολικό, που περισσότερο πεθαίνεις (ίσως μερικοί να πέθαναν κιόλας από overdose).
Ένα ζευγάρι ζει απομονωμένο σ' ένα σπίτι που στέκεται ολομόναχο στο μέσον ενός απέραντου λιβαδιού. Εκείνος, αρκετά μεγαλύτερος της, είναι διάσημος ποιητής, το κοινό του οποίου τον λατρεύει. Εκείνη... απλώς μένει στο σπίτι (οικοκυρά). Την απομόνωση του ζεύγους θα σπάσει ένα απροσκλητο ζευγάρι που θα παρακαλέσει να μείνει εκεί για τη νύχτα. Με αινιγματική, ενοχλητική και θρασεία συμπεριφορά, θα αναστατώσει την καθημερινότητα του ζεύγους. Ενώ όμως η γυναίκα θα απαιτήσει από τον σύζυγο να τους διώξει, εκείνος μοιάζει γοητευμένος από τους νεοφερμένους και, γεμάτος έμπνευση, θα ολοκληρώσει το αριστούργημά του. Η άφιξη των δύο γρήγορα θα αποδειχτεί ότι ήταν μόνο η αρχή...
Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα απολύτως δεν λειτουργεί εδώ ρεαλιστικά. Κάθε άλλο μάλιστα. Τα πάντα κινούνται σε ένα συμβολικό (παράλληλο;) σύμπαν ή στη φαντασία κάποιου ή, πιθανόν, πρόκειται για έναν ατελείωτο εφιάλτη. Τα πάντα είναι φορτωμένα με σύμβολα και αλληγορίες. Τα πάντα σημαίνουν ίσως κάτι (όχι όμως ότι είναι δυνατόν πάντοτε να το αποκρυπτογραφήσουμε). Όσο για το βιβλικό στοιχείο (προσφιλές σχεδόν πάντοτε στον Αρονόφσκι) είναι πανταχού παρόν. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι εκείνος (Εκείνος) είναι κάτι σαν θεός - δημιουργός ή απόλυτος καλλιτέχνης (βαθύτατα αρσενικός σε κάθε περίπτωση) κι εκείνη... απλώς το παιχνίδι του, η μούσα του, η κούκλα με την οποία παίζει, δίχως καθόλου να ενδιαφέρεται για τη γνώμη της, η κούκλα που τελικά θα σπάσει αδίστακτα. Από την άλλη ίσως το φιλμ να εικονογραφεί με ακραίο τρόπο τη ρήση "Η κόλαση είναι οι άλλοι". Μόνο που, προκειμένου να διατρανώσει ακόμα περισσότερο το μεγαλείο του, ο άντρας μοιάζει να επιθυμεί αυτή την κόλαση. Ίσως στόχος να είναι η κατάδειξη της δύσκολης ισορροπίας ανάμεσα στην ηρεμία, τη γαλήνη, τη θαλπωρή της κλειστής οικογένειας και στην εξωστρέφεια, τη σχέση με τον ταραγμένο κόσμο που την περιβάλλει. Εξ ου και το απομονωμένο λιβάδι με την τακτοποιημένη ζωή, το οποίο θα πλημμυρίσει ανεξέλεγκτα, έξαλλα πλήθη. Ίσως πάλι το φιλμ να μιλά για την αστείρευτη ματαιδοξια του καλλιτέχνη, που θυσιάζει τα πάντα για τη δόξα (του).
Όπως και να το κάνουμε, βρήκα την ταινία τόσο βαρυφορτωμένη, κραυγαλέα και, όσο προχωρά προς το τέλος, απόλυτα παραληρηματική, που με ενόχλησε. Νομίζω ότι από ένα σημείο και μετά ο έλεγχος έχει χαθεί, τα φρένα έχουν σπάσει και βρισκόμαστε βαθύτατα βουτηγμένοι στο απόλυτο γκροτέσκο - ή σ' έναν ατελείωτο εφιάλτη. Ο Αρονόφσκι - κι αυτό με ενόχλησε περισσότερο - μοιάζει να μη μιλά, αλλά διαρκώς να κραυγάζει, να ουρλιάζει θα έλεγα. Διαπραγματευμένο ως ταινία τρομου, προσωπικά πολύ περισσότερο μου δημιούργησε αποστροφή παρά με τρόμαξε. Και όλη αυτή η "αρσενικίλα", ο Καλλιτέχνης, ο Θεός, ο Δημιουργός, πάντοτε "πιο-αρσενικός-δεν-γίνεται", ενώ εκείνη βρίσκεται εκεί μόνο για να τον φροντίζει, ευθραυστη και συναισθηματική... συγνώμη αλλά με αηδίασε. Δεν ξέρω αν θέλει να καυτηριάσει (;) ακριβώς αυτό, αλλά σπάνια έχω δει τόσο μισογύνικη ταινία. Και, ναι, υπάρχει σκηνοθετική βιρτουοζιτέ. Τι να την κάνω όμως;
Αυτά από ένα ανεξέλεγκτο, κραυγαλέο, ενοχλητικό φιλμ, αναμφισβήτητα ωστόσο πρωτότυπο. Η πρωτοτυπία του οποίου όμως παύει να με αφορά αφού βρήκα τα πάντα τόσο, μα τόσο βαριά και "πάρτε τα στη μούρη". Κρίμα στη δυνατή επανεμφάνιση του Εντ Χάρις και, κυρίως, της Μισέλ Φάιφερ. Όσο για τον Μπαρδέμ και τη Τζένιφερ Λόρενς, είναι αυτό ακριβώς που τους θέλει ο σκηνοθετης: Ο Μεγάλος, Αρσενικός Θεός και η εύθραυστη, υπάκουη υπηρέτρια - μούσα του... Ουφ!
Ένα ζευγάρι ζει απομονωμένο σ' ένα σπίτι που στέκεται ολομόναχο στο μέσον ενός απέραντου λιβαδιού. Εκείνος, αρκετά μεγαλύτερος της, είναι διάσημος ποιητής, το κοινό του οποίου τον λατρεύει. Εκείνη... απλώς μένει στο σπίτι (οικοκυρά). Την απομόνωση του ζεύγους θα σπάσει ένα απροσκλητο ζευγάρι που θα παρακαλέσει να μείνει εκεί για τη νύχτα. Με αινιγματική, ενοχλητική και θρασεία συμπεριφορά, θα αναστατώσει την καθημερινότητα του ζεύγους. Ενώ όμως η γυναίκα θα απαιτήσει από τον σύζυγο να τους διώξει, εκείνος μοιάζει γοητευμένος από τους νεοφερμένους και, γεμάτος έμπνευση, θα ολοκληρώσει το αριστούργημά του. Η άφιξη των δύο γρήγορα θα αποδειχτεί ότι ήταν μόνο η αρχή...
Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα απολύτως δεν λειτουργεί εδώ ρεαλιστικά. Κάθε άλλο μάλιστα. Τα πάντα κινούνται σε ένα συμβολικό (παράλληλο;) σύμπαν ή στη φαντασία κάποιου ή, πιθανόν, πρόκειται για έναν ατελείωτο εφιάλτη. Τα πάντα είναι φορτωμένα με σύμβολα και αλληγορίες. Τα πάντα σημαίνουν ίσως κάτι (όχι όμως ότι είναι δυνατόν πάντοτε να το αποκρυπτογραφήσουμε). Όσο για το βιβλικό στοιχείο (προσφιλές σχεδόν πάντοτε στον Αρονόφσκι) είναι πανταχού παρόν. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι εκείνος (Εκείνος) είναι κάτι σαν θεός - δημιουργός ή απόλυτος καλλιτέχνης (βαθύτατα αρσενικός σε κάθε περίπτωση) κι εκείνη... απλώς το παιχνίδι του, η μούσα του, η κούκλα με την οποία παίζει, δίχως καθόλου να ενδιαφέρεται για τη γνώμη της, η κούκλα που τελικά θα σπάσει αδίστακτα. Από την άλλη ίσως το φιλμ να εικονογραφεί με ακραίο τρόπο τη ρήση "Η κόλαση είναι οι άλλοι". Μόνο που, προκειμένου να διατρανώσει ακόμα περισσότερο το μεγαλείο του, ο άντρας μοιάζει να επιθυμεί αυτή την κόλαση. Ίσως στόχος να είναι η κατάδειξη της δύσκολης ισορροπίας ανάμεσα στην ηρεμία, τη γαλήνη, τη θαλπωρή της κλειστής οικογένειας και στην εξωστρέφεια, τη σχέση με τον ταραγμένο κόσμο που την περιβάλλει. Εξ ου και το απομονωμένο λιβάδι με την τακτοποιημένη ζωή, το οποίο θα πλημμυρίσει ανεξέλεγκτα, έξαλλα πλήθη. Ίσως πάλι το φιλμ να μιλά για την αστείρευτη ματαιδοξια του καλλιτέχνη, που θυσιάζει τα πάντα για τη δόξα (του).
Όπως και να το κάνουμε, βρήκα την ταινία τόσο βαρυφορτωμένη, κραυγαλέα και, όσο προχωρά προς το τέλος, απόλυτα παραληρηματική, που με ενόχλησε. Νομίζω ότι από ένα σημείο και μετά ο έλεγχος έχει χαθεί, τα φρένα έχουν σπάσει και βρισκόμαστε βαθύτατα βουτηγμένοι στο απόλυτο γκροτέσκο - ή σ' έναν ατελείωτο εφιάλτη. Ο Αρονόφσκι - κι αυτό με ενόχλησε περισσότερο - μοιάζει να μη μιλά, αλλά διαρκώς να κραυγάζει, να ουρλιάζει θα έλεγα. Διαπραγματευμένο ως ταινία τρομου, προσωπικά πολύ περισσότερο μου δημιούργησε αποστροφή παρά με τρόμαξε. Και όλη αυτή η "αρσενικίλα", ο Καλλιτέχνης, ο Θεός, ο Δημιουργός, πάντοτε "πιο-αρσενικός-δεν-γίνεται", ενώ εκείνη βρίσκεται εκεί μόνο για να τον φροντίζει, ευθραυστη και συναισθηματική... συγνώμη αλλά με αηδίασε. Δεν ξέρω αν θέλει να καυτηριάσει (;) ακριβώς αυτό, αλλά σπάνια έχω δει τόσο μισογύνικη ταινία. Και, ναι, υπάρχει σκηνοθετική βιρτουοζιτέ. Τι να την κάνω όμως;
Αυτά από ένα ανεξέλεγκτο, κραυγαλέο, ενοχλητικό φιλμ, αναμφισβήτητα ωστόσο πρωτότυπο. Η πρωτοτυπία του οποίου όμως παύει να με αφορά αφού βρήκα τα πάντα τόσο, μα τόσο βαριά και "πάρτε τα στη μούρη". Κρίμα στη δυνατή επανεμφάνιση του Εντ Χάρις και, κυρίως, της Μισέλ Φάιφερ. Όσο για τον Μπαρδέμ και τη Τζένιφερ Λόρενς, είναι αυτό ακριβώς που τους θέλει ο σκηνοθετης: Ο Μεγάλος, Αρσενικός Θεός και η εύθραυστη, υπάκουη υπηρέτρια - μούσα του... Ουφ!
Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2017
ΟΙ ΘΑΝΑΣΙΜΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΜΙΑΣ "SUPERNOVA"
To "Supernova" είναι ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκε το 2000 από τον... Thomas Lee. Όχι όμως ακριβώς. Η ταινία είναι γνωστή για τις διαμάχες σκηνοθέτη, παραγωγών, στούντιο κλπ. Πολλές αλλαγές έγιναν, πολλές επεμβάσεις, πολλές καθυστερήσεις και τελικά, όταν βγήκε στις αίθουσες, απέτυχε οικτρά οικονομικά. Πριν την αποτυχία πάντως, ο σκηνοθέτης αρνήθηκε να την υπογράψει με το αληθινό του όνομα και επέλεξε το παραπάνω ψευδώνυμο. Στην πραγματικοτητα δεν είναι άλλος από τον Walter Hill ("Warriors", "48 Ώρες" κλπ.) καιστο φιλμ παίζουν οι Τζέιμς Σπέιντερ και Άντζελα Μπάσετ.
Το εξαμελές πλήρωμα ενός "ιατρικού" διαστημοπλοίου που βρίσκεται στο βαθύ διάστημα δεχεται μια κατεπείγουσα κλήση για διάσωση από τα ορυχεία ενός κομήτη. Φτάνουν εκεί και όντως διασώζουν τον μοναδικό επιζώντα, γιο μάλιστα ενός παλιού (και καθόλου συμπαθούς σ' αυτή) γνωστού της γιατρού του σκάφους. Το θέμα είναι ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως δείχνουν, καθώς ο νεοφερμένος κουβαλά μαζί του ένα μυστηριώδες αντικείμενο μη γήινης προέλευσης με ποικίλες επιδράσεις... Σιγά - σιγά μια φοβερή απειλή απλώνεται στο σκάφος.
Όπως διαβάζω, στην εποχή της είχαν ακουστεί πολύ κακά λόγια για την ταινία. Μάλλον θα διαφωνήσω. Δεν πρόκειται για κανένα "χαμένο αριστούτργημα", αλλά το ενδιαφέρον της το έχει και διαθέτει και μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα (δεν σας τη λέω για λόγους spoiler). Όσο ο χρόνος κυλά τα πράγματα γίνονται όλο και ζοφερότερα, το σασπένς ανεβαίνει, τα εφέ είναι μια χαρά... και γενικά μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, ενώ ενδιαφέρον έχουν και οι χαρακτήρες (ο πρώην εθισμένος στα ναρκωτικά Σπέιντερ, η συναισθηματικά πληγωμένη Μπάσετ κλπ.), οι οποίοι αναπτύσονται αρκετά. Βέβαια από ένα σημείο και μετά τα πράγματα δεν ξεκαθαριζονται και πολύ (κάποιοι έγραψαν ότι θα ήταν καλύτερα να ήταν σίριαλ για να έχει περισσότερο χρονο να εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει) και το τέλος παραμένει μάλλον ανοιχτό (κατά τη γνώμη μου, γιατί και σ' αυτό το θέμα κάποιοι διαφώνησαν). Ίσως το νόημα του όλου πράγματος να είναι τελικά η καταδίκη του πάθους για απόκτηση όλο και περισσότερης δύναμης (κατ' εξοχήν, μεταξύ άλλων, ναζιστικό χαρακτηριστικό - εγώ το λέω, όχι ότι υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην ταινία).
Κενά λοιπόν υπάρχουν και ερωτηματικά απομένουν. Ωστόσο γενικά την βρήκα συμπαθητική και, όπως προείπα, με κράτησε αρκετά. Θα τονίσω όμως ότι απευθύνεται αποκλειστικά σε φανς του είδους της ΕΦ. Οι υπόλοιποι ας μην δοκιμάσουν.
Το εξαμελές πλήρωμα ενός "ιατρικού" διαστημοπλοίου που βρίσκεται στο βαθύ διάστημα δεχεται μια κατεπείγουσα κλήση για διάσωση από τα ορυχεία ενός κομήτη. Φτάνουν εκεί και όντως διασώζουν τον μοναδικό επιζώντα, γιο μάλιστα ενός παλιού (και καθόλου συμπαθούς σ' αυτή) γνωστού της γιατρού του σκάφους. Το θέμα είναι ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως δείχνουν, καθώς ο νεοφερμένος κουβαλά μαζί του ένα μυστηριώδες αντικείμενο μη γήινης προέλευσης με ποικίλες επιδράσεις... Σιγά - σιγά μια φοβερή απειλή απλώνεται στο σκάφος.
Όπως διαβάζω, στην εποχή της είχαν ακουστεί πολύ κακά λόγια για την ταινία. Μάλλον θα διαφωνήσω. Δεν πρόκειται για κανένα "χαμένο αριστούτργημα", αλλά το ενδιαφέρον της το έχει και διαθέτει και μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα (δεν σας τη λέω για λόγους spoiler). Όσο ο χρόνος κυλά τα πράγματα γίνονται όλο και ζοφερότερα, το σασπένς ανεβαίνει, τα εφέ είναι μια χαρά... και γενικά μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, ενώ ενδιαφέρον έχουν και οι χαρακτήρες (ο πρώην εθισμένος στα ναρκωτικά Σπέιντερ, η συναισθηματικά πληγωμένη Μπάσετ κλπ.), οι οποίοι αναπτύσονται αρκετά. Βέβαια από ένα σημείο και μετά τα πράγματα δεν ξεκαθαριζονται και πολύ (κάποιοι έγραψαν ότι θα ήταν καλύτερα να ήταν σίριαλ για να έχει περισσότερο χρονο να εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει) και το τέλος παραμένει μάλλον ανοιχτό (κατά τη γνώμη μου, γιατί και σ' αυτό το θέμα κάποιοι διαφώνησαν). Ίσως το νόημα του όλου πράγματος να είναι τελικά η καταδίκη του πάθους για απόκτηση όλο και περισσότερης δύναμης (κατ' εξοχήν, μεταξύ άλλων, ναζιστικό χαρακτηριστικό - εγώ το λέω, όχι ότι υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην ταινία).
Κενά λοιπόν υπάρχουν και ερωτηματικά απομένουν. Ωστόσο γενικά την βρήκα συμπαθητική και, όπως προείπα, με κράτησε αρκετά. Θα τονίσω όμως ότι απευθύνεται αποκλειστικά σε φανς του είδους της ΕΦ. Οι υπόλοιποι ας μην δοκιμάσουν.
Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2017
"ΟΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΝ ΟΙ ΑΕΤΟΙ"... ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ...
Το 1968 οι ταινίες δράσης ήταν, φοβάμαι, ακόμα πιο αφελείς από τις τωρινές. Αν κρίνω τουλάχιστον από την γνωστή πολεμική περιπέτεια "Όπου Τολμούν οι Αετοί", που γύρισε τότε ο Brian Hutton (1935-1914), αρχικά ηθοποιός, μετά παραγωγικός σκηνοθέτης μεταξύ 1965-1973 και σχεδόν εξαφανισμένος στη συνέχεια. Στους "Αετούς" πάντως πρωταγωνιστούν οι Ρίτσαρντ Μπάρτον και Κλιντ Ίστγουντ.
Μια ομάδα βρετανών κομάντος πέφτουν με αλεξίπτωτα σε (χιονισμένο) γερμανικό έδαφος. Σκοπός τους να μπουν σε απόρθητο οχυρό όπου κρατείται αιχμάλωτος αμερικανός στρατηγός, ο οποίος ξέρει τα πάντα για τη μέρα και τον τόπο της Απόβασης. Αν αυτός μιλήσει ο πόλεμος χάνεται. Πρέπει λοιπόν να τον απελευθερώσουν πάσει θυσία. Όταν ένας από την ομάδα σκοτώνεται στην πτώση με περίεργο τρόπο, ο επικεφαλής της Σμιθ (ο Μπάρτον δηλαδή) υποψιάζεται ότι υπάρχει προδότης ανάμεσά τους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή: Στην ίδια τη φύση της παράτολμης αποστολής τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται αρχικά...
Νομίζω ότι μάλλον θα γελάσετε με τα όσα συμβαίνουν στην ταινία. Όπου η ηρωική ομάδα μπουκάρει με απίθανους τρόπους στο φρούριο (έχουν ντυθεί ναζί φυσικά) και τα κάνουν όλα λίμπα. Τι λέω; Παρά λίγο να κερδίσουν τον πόλεμο μόνοι τους (αν δεν το έχουν κάνει ήδη, με τη σημασία που έχει η αποστολή αυτή). Οι σεναριακές ανατροπές από ένα σημείο και μετά έρχονται με καταιγιστικό ρυθμό, οι διπλοί, τριπλοί και δεν συμμαζεύεται πράκτορες φυτρώνουν σαν μανιτάρια, ο ηρωισμός περισσεύει, αλλά κυρίως η δαιμονική ευφυία του Μπάρτον, ο οποίος δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα, όσο δύσκολες και να' ναι οι καταστάσεις . Τα πάντα χτυπάνε κόκκινο σε απιθανότητα. Πιο αστείες όμως είναι οι πάμπολλες μάχες: Πρόκειται για τον ορισμό του απίθανου: Εκεί όπου δυο-τρεις τύποι κατατροπώνουν ολόκληρες γερμανικές μονάδες. Όπου οι γερμανοί πυροβολούν όλοι μαζί, αλλά ποτέ δεν πετυχαίνουν κανέναν από τους ήρωες, ενώ αυτοί (ο Κλιντ κυρίως) βρίσκουν στόχο με κάθε σφαίρα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Όπου οι δυναμίτες της συμμαχικής ομάδας (αλήθεια, πόσους είχαν πια;) λειτουργούν άψογα καθώς εκρήγνυνται πάντοτε την κατάλληλη στιγμή, βρίσκοντας τον σωστό στόχο (οι "καλοί" μόλις έχουν προλάβει να φύγουν). Αφείστε που οι ήρωές μαςκολυμπούν σε παγωμένο ποτάμι χειμωνιάτικα και μετά απλώς σκουπίζονται και συνεχίζουν κανονικά...
Δεν ξέρω, από ένα σημείο και πέρα το φιλμ, εκτός του ότι με κούρασε (διαρκεί και 158 λεπτά), μου έβγαζε (ακούσια φυσικά) και γέλιο. Τι να σας πω. Δεν το έχω προφανώς με τις τόσο ηρωικές πολεμικές περιπέτειες. Πάντως εδώ έχουμε έναν σαφή πρόδρομο των ποικίλων action movies που κυριολεκτικά κατέκλυσαν τις οθόνες τα επόμενα χρόνια (εκ Χόλιγουντ προερχόμενες φυσικά).
Η ταινία ήταν επιτυχία στην εποχή της και η βαθμολογία στο IMDB παραμένει υψηλή. ΟΚ. Εγώ πάντως δεν θα πάρω...
ΥΓ: Ο Χάτον γύρισε λίγο μετά την πολεμική σάτιρα "Οι Ήρωες του Κέλυ", που προσωπικά μου άρεσε πολύ περισσότερο (αν και είχε κι αυτή το βαρυφόρτωμα των "Αετών").
Μια ομάδα βρετανών κομάντος πέφτουν με αλεξίπτωτα σε (χιονισμένο) γερμανικό έδαφος. Σκοπός τους να μπουν σε απόρθητο οχυρό όπου κρατείται αιχμάλωτος αμερικανός στρατηγός, ο οποίος ξέρει τα πάντα για τη μέρα και τον τόπο της Απόβασης. Αν αυτός μιλήσει ο πόλεμος χάνεται. Πρέπει λοιπόν να τον απελευθερώσουν πάσει θυσία. Όταν ένας από την ομάδα σκοτώνεται στην πτώση με περίεργο τρόπο, ο επικεφαλής της Σμιθ (ο Μπάρτον δηλαδή) υποψιάζεται ότι υπάρχει προδότης ανάμεσά τους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή: Στην ίδια τη φύση της παράτολμης αποστολής τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται αρχικά...
Νομίζω ότι μάλλον θα γελάσετε με τα όσα συμβαίνουν στην ταινία. Όπου η ηρωική ομάδα μπουκάρει με απίθανους τρόπους στο φρούριο (έχουν ντυθεί ναζί φυσικά) και τα κάνουν όλα λίμπα. Τι λέω; Παρά λίγο να κερδίσουν τον πόλεμο μόνοι τους (αν δεν το έχουν κάνει ήδη, με τη σημασία που έχει η αποστολή αυτή). Οι σεναριακές ανατροπές από ένα σημείο και μετά έρχονται με καταιγιστικό ρυθμό, οι διπλοί, τριπλοί και δεν συμμαζεύεται πράκτορες φυτρώνουν σαν μανιτάρια, ο ηρωισμός περισσεύει, αλλά κυρίως η δαιμονική ευφυία του Μπάρτον, ο οποίος δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα, όσο δύσκολες και να' ναι οι καταστάσεις . Τα πάντα χτυπάνε κόκκινο σε απιθανότητα. Πιο αστείες όμως είναι οι πάμπολλες μάχες: Πρόκειται για τον ορισμό του απίθανου: Εκεί όπου δυο-τρεις τύποι κατατροπώνουν ολόκληρες γερμανικές μονάδες. Όπου οι γερμανοί πυροβολούν όλοι μαζί, αλλά ποτέ δεν πετυχαίνουν κανέναν από τους ήρωες, ενώ αυτοί (ο Κλιντ κυρίως) βρίσκουν στόχο με κάθε σφαίρα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Όπου οι δυναμίτες της συμμαχικής ομάδας (αλήθεια, πόσους είχαν πια;) λειτουργούν άψογα καθώς εκρήγνυνται πάντοτε την κατάλληλη στιγμή, βρίσκοντας τον σωστό στόχο (οι "καλοί" μόλις έχουν προλάβει να φύγουν). Αφείστε που οι ήρωές μαςκολυμπούν σε παγωμένο ποτάμι χειμωνιάτικα και μετά απλώς σκουπίζονται και συνεχίζουν κανονικά...
Δεν ξέρω, από ένα σημείο και πέρα το φιλμ, εκτός του ότι με κούρασε (διαρκεί και 158 λεπτά), μου έβγαζε (ακούσια φυσικά) και γέλιο. Τι να σας πω. Δεν το έχω προφανώς με τις τόσο ηρωικές πολεμικές περιπέτειες. Πάντως εδώ έχουμε έναν σαφή πρόδρομο των ποικίλων action movies που κυριολεκτικά κατέκλυσαν τις οθόνες τα επόμενα χρόνια (εκ Χόλιγουντ προερχόμενες φυσικά).
Η ταινία ήταν επιτυχία στην εποχή της και η βαθμολογία στο IMDB παραμένει υψηλή. ΟΚ. Εγώ πάντως δεν θα πάρω...
ΥΓ: Ο Χάτον γύρισε λίγο μετά την πολεμική σάτιρα "Οι Ήρωες του Κέλυ", που προσωπικά μου άρεσε πολύ περισσότερο (αν και είχε κι αυτή το βαρυφόρτωμα των "Αετών").
Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2017
"BLADE RUNNER 2049" ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ Ή ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ;
Φυσικά και ανατρίχιαζα με την ιδέα ότι θα γυριζόταν σίκουελ του θρυλικού "Blade Runner", μιας από τις επιδραστικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου (στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας τουλάχιστον πιθανόν η επιδραστικότερη). Λοιπόν, για να μη βρίσκεστε σε αγωνία για την τωρινή μου άποψη (σιγά την αγωνία, θα μου πείτε), το "Blade Runner 2049" του 2017 του Denis Villeneuve, ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς, μου άρεσε πολύ. Δίχως όμως συγκρίσεις με το πρωταρχικό αριστούργημα.
30 χρόνια μετά τα γεγονότα της αυθεντικής ταινίας, ένας νεαρός Blade Runner, ρέπλικα και ο ίδιος μιας νεότερης γενιάς, φτιαγμένης έτσι ώστε να μη δείχνει οποιουδήποτε είδους ανυπακοή, εντοπίζει και εξοντώνει ρέπλικες προηγούμενων μοντέλων. Κάπου εκεί ανακαλύπτει ένα συγκλονιστικό μυστικό, το οποίο μπορεί να αλλάξει για πάντα τα όσα οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένα για τις ρέπλικες. Αρχίζει λοιπόν μια επίπονη έρευνα, που θα τον οδηγήσει στα χνάρια ενός παλιού Blade Runner (του γηραιού πλέον Χάρισον Φορντ βεβαίως), αλλά και σε αμφιβολίες για τη δική του ταυτότητα (ουδέποτε αμφισβητείται ότι ο ίδιος είναι ρέπλικα, κι αυτό το γνωρίζει καλά απ' την αρχή, αλλά...)
Να πω αρχικά ότι ο θεατής δύσκολα θα παρακολουθήσει το φιλμ αν δεν έχει δει την πρώτη ταινία. Να παρατηρήσω επίσης ότι το φιλμ είναι αργό, με διάρκεια 161', πράγμα που ίσως κουράσει κάποιους (όχι εμένα πάντως). Αυτά με τις επιφανειακές επισημάνσεις. Επί της ουσίας τώρα, αυτό που πρώτα θαύμασα είναι η εκπληκτική εικαστική του ατμόσφαιρα, το χρώμα, τα σκηνικά, τα οποία δημιουργούν ένα πολύ δυνατό δυστοπικό όραμα. Η ατμόσφαιρα είναι μόνιμα μουντή και συννεφιασμένη, ο ήλιος αόρατος, η βροχή σχεδον διαρκής, μεγάλα κομμάτια του παλιού κόσμου κατεστραμένα και εγκαταλειμένα (το Λας Βέγκας π.χ., όπου διαδραματίζεται μέρος του φιλμ, είναι ερειπωμένο και ακατοίκητο). Αυτά λοιπόν με την εκπληκτική για μένα εικόνα. Η σεναριακή δομή τώρα πατά και πάλι στο φιλμ νουάρ (ο μοναχικός ήρωας, το πανταχού παρόν αχανές αστικό τοπίο, η αναζήτηση, οι αποκαλύψεις), ενώ όσο προχωράμε οι ανατροπές πολλαπλασιάζονται.
Φιλοσοφικά τώρα, το ταξίδι του ήρωα είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ωστόσο ο βασικός ρόλος της μνήμης είναι αμφισβητούμενος. Τι είναι αλήθεια απ' αυτά που θυμόμαστε και τι όχι; Γενικότερα, εικονικό και πραγματικό μπερδεύονται σχεδόν αξεδιάλυτα, με αποτέλεσμα η αλήθεια και το ψέμα να μην είναι ποτέ ευδιάκριτα, το μεταξύ τους παιχνίδι να είναι διαρκές. Και φυσικά το καφκικό όνομα του ήρωα, Κ, παραπέμπει ολοφάνερα στη δομή του κόσμου που οραματίζεται η ταινία. Επίσης εδώ πλανάται πολύ περισσότερο το ερώτημα του αυθεντικού φιλμ: Τι δικαιώματα έχει μια ρέπλικα, ένα κατασκευασμένο από τον άνθρωπο ον, με δική του σκέψη και ζωή ωστόσο; Ενώ, όπως στην πρώτη ταινία επίσης, ο σκοτεινός και δυσβάστακτος καπιταλισμός είναι κάτι παραπάνω από κυρίαρχος...
Προσωπικά λοιπόν απόλαυσα την ταινία. Για μένα πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα ριμέικ που αξίζουν τον κόπο. Ο Villeneuve επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά τη σημαντικότητά του και, τελικά, νομίζω ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει ένα τόσο προσωπικό, πιστό στη δική του αισθητική και ενδιαφέρον σίκουελ ενός αριστουργήματος. Του βγάζω μάλιστα το καπέλο, αφού η ταινία μίλια απέχει από την ισοπεδωτική λογική των μπλογκμπάστερ του σύγχρονου και απόλυτα δολαριοκεντρικού Χόλιγουντ (γι' αυτό άλλωστε, επειδή τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο, το φιλμ "δεν πήγε" στα ταμεία). Παρ΄ όλα αυτά εξακολουθώ να είμαι εναντίον των σίκουελ, ριμέικ και κάθε είδους άλλων τέτοιων. Αφού μόνο ένα όντως αμελητέο ποσοστό βγαίνει καλο, αφείστε επί τέλους ήσυχα τα πρωτότυπα! Όσο για τη σημαντικότητά του, δεν θα αμφισβητήσω ποτέ το ότι το αυθεντικό φιλμ θα είναι πάντοτε πολύ σημαντικότερο, όσο καλό κι αν είναι κατά τη γνώμη μου αυτό εδώ. Βλέπετε, οι μεγάλες ταινίες έχουν να κάνουν και με την εποχή που βγαίνουν, και με την πρωτοτυπία τους, και με τον σάλο που προκάλεσαν. Το σοκ του τότε θεατή, που έβλεπε το φιλμ με παρθένα ματιά, δεν μπορεί να επαναληφτεί. Ας μην προχωράμε λοιπόν σε συγκρίσεις, δεν αντέχουν. Απλώς θα επιμείνω ότι το παρόν φιλμ είναι εξαιρετικό αν το δει κανείς μεμονωμένα, πράγμα που προσωπικά πιστευα ακατόρθωτο κάτω από το βάρος ενός τέτοιου πρωτότυπου.
30 χρόνια μετά τα γεγονότα της αυθεντικής ταινίας, ένας νεαρός Blade Runner, ρέπλικα και ο ίδιος μιας νεότερης γενιάς, φτιαγμένης έτσι ώστε να μη δείχνει οποιουδήποτε είδους ανυπακοή, εντοπίζει και εξοντώνει ρέπλικες προηγούμενων μοντέλων. Κάπου εκεί ανακαλύπτει ένα συγκλονιστικό μυστικό, το οποίο μπορεί να αλλάξει για πάντα τα όσα οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένα για τις ρέπλικες. Αρχίζει λοιπόν μια επίπονη έρευνα, που θα τον οδηγήσει στα χνάρια ενός παλιού Blade Runner (του γηραιού πλέον Χάρισον Φορντ βεβαίως), αλλά και σε αμφιβολίες για τη δική του ταυτότητα (ουδέποτε αμφισβητείται ότι ο ίδιος είναι ρέπλικα, κι αυτό το γνωρίζει καλά απ' την αρχή, αλλά...)
Να πω αρχικά ότι ο θεατής δύσκολα θα παρακολουθήσει το φιλμ αν δεν έχει δει την πρώτη ταινία. Να παρατηρήσω επίσης ότι το φιλμ είναι αργό, με διάρκεια 161', πράγμα που ίσως κουράσει κάποιους (όχι εμένα πάντως). Αυτά με τις επιφανειακές επισημάνσεις. Επί της ουσίας τώρα, αυτό που πρώτα θαύμασα είναι η εκπληκτική εικαστική του ατμόσφαιρα, το χρώμα, τα σκηνικά, τα οποία δημιουργούν ένα πολύ δυνατό δυστοπικό όραμα. Η ατμόσφαιρα είναι μόνιμα μουντή και συννεφιασμένη, ο ήλιος αόρατος, η βροχή σχεδον διαρκής, μεγάλα κομμάτια του παλιού κόσμου κατεστραμένα και εγκαταλειμένα (το Λας Βέγκας π.χ., όπου διαδραματίζεται μέρος του φιλμ, είναι ερειπωμένο και ακατοίκητο). Αυτά λοιπόν με την εκπληκτική για μένα εικόνα. Η σεναριακή δομή τώρα πατά και πάλι στο φιλμ νουάρ (ο μοναχικός ήρωας, το πανταχού παρόν αχανές αστικό τοπίο, η αναζήτηση, οι αποκαλύψεις), ενώ όσο προχωράμε οι ανατροπές πολλαπλασιάζονται.
Φιλοσοφικά τώρα, το ταξίδι του ήρωα είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ωστόσο ο βασικός ρόλος της μνήμης είναι αμφισβητούμενος. Τι είναι αλήθεια απ' αυτά που θυμόμαστε και τι όχι; Γενικότερα, εικονικό και πραγματικό μπερδεύονται σχεδόν αξεδιάλυτα, με αποτέλεσμα η αλήθεια και το ψέμα να μην είναι ποτέ ευδιάκριτα, το μεταξύ τους παιχνίδι να είναι διαρκές. Και φυσικά το καφκικό όνομα του ήρωα, Κ, παραπέμπει ολοφάνερα στη δομή του κόσμου που οραματίζεται η ταινία. Επίσης εδώ πλανάται πολύ περισσότερο το ερώτημα του αυθεντικού φιλμ: Τι δικαιώματα έχει μια ρέπλικα, ένα κατασκευασμένο από τον άνθρωπο ον, με δική του σκέψη και ζωή ωστόσο; Ενώ, όπως στην πρώτη ταινία επίσης, ο σκοτεινός και δυσβάστακτος καπιταλισμός είναι κάτι παραπάνω από κυρίαρχος...
Προσωπικά λοιπόν απόλαυσα την ταινία. Για μένα πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα ριμέικ που αξίζουν τον κόπο. Ο Villeneuve επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά τη σημαντικότητά του και, τελικά, νομίζω ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει ένα τόσο προσωπικό, πιστό στη δική του αισθητική και ενδιαφέρον σίκουελ ενός αριστουργήματος. Του βγάζω μάλιστα το καπέλο, αφού η ταινία μίλια απέχει από την ισοπεδωτική λογική των μπλογκμπάστερ του σύγχρονου και απόλυτα δολαριοκεντρικού Χόλιγουντ (γι' αυτό άλλωστε, επειδή τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο, το φιλμ "δεν πήγε" στα ταμεία). Παρ΄ όλα αυτά εξακολουθώ να είμαι εναντίον των σίκουελ, ριμέικ και κάθε είδους άλλων τέτοιων. Αφού μόνο ένα όντως αμελητέο ποσοστό βγαίνει καλο, αφείστε επί τέλους ήσυχα τα πρωτότυπα! Όσο για τη σημαντικότητά του, δεν θα αμφισβητήσω ποτέ το ότι το αυθεντικό φιλμ θα είναι πάντοτε πολύ σημαντικότερο, όσο καλό κι αν είναι κατά τη γνώμη μου αυτό εδώ. Βλέπετε, οι μεγάλες ταινίες έχουν να κάνουν και με την εποχή που βγαίνουν, και με την πρωτοτυπία τους, και με τον σάλο που προκάλεσαν. Το σοκ του τότε θεατή, που έβλεπε το φιλμ με παρθένα ματιά, δεν μπορεί να επαναληφτεί. Ας μην προχωράμε λοιπόν σε συγκρίσεις, δεν αντέχουν. Απλώς θα επιμείνω ότι το παρόν φιλμ είναι εξαιρετικό αν το δει κανείς μεμονωμένα, πράγμα που προσωπικά πιστευα ακατόρθωτο κάτω από το βάρος ενός τέτοιου πρωτότυπου.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2017
ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΝΕΛ"
Δεν είναι μόνο τα καθαρά ισπανικά κάθε είδους θρίλερ (από αστυνομικά έως τρόμου) που μας κατακλύζουν, αλλάζοντας το τοπίο στο είδος. Είναι ουσιαστικά τα ισπανόφωνα εν γένει. Το φιλμ "Στο Τέλος του Τούνελ" (Al Final del Tunel), για παράδειγμα, είναι αργεντίνικο (με ισπανική συμπαραγωγή) και γυρίστηκε από τον Rodrigo Grande το 2016.
Ένας καθηλωμένος σε καροτσάκι τεχνικός κομπιούτερ (στο δυστύχημα έχει χάσει γυναίκα και παιδί), ζει και δουλεύει στο υπόγειο του μεγάλου σπιτιού του. Κάποια στιγμή νοικιάζει για οικονομικούς λόγους τη σοφίτα σε μια διαχυτική (έως και ενοχλητική) όμορφη χορεύτρια και στην εξάχρονη κόρη της, η οποία έχει πάψει να μιλά μετά από κάποια ηλικία. Σχεδόν συγχρόνως διαπιστώνει ότι στο διπλανό υπόγειο, απ' όπου ακούγονται περίεργοι θόρυβοι, κάποιοι σκάβουν τούνελ για να κάνουν ληστεία σε τράπεζα. Σύντομα τα πάντα θα μπερδευτούν μεταξύ τους (ο ανάπηρος, η κοπέλα, οι ληστές, ένας ηλικιωμένος αστυνομικός...) και η αγωνία θα αρχίσει να ανεβαίνει (φυσικά η κατάσταση γίνεται χειρότερη λόγω της καθήλωσης του ήρωα).
Νομίζω ότι η αρχική σεναριακή έμπνευση πρέπει να προέρχεται από τον περίφημο "Σιωπηλό Μάρτυρα" του Χίτσκοκ. Η ίδια ανημπόρια του πρωταγωνιστή, το ίδιο σασπένς που ανεβαίνει όσο προχωρά το φιλμ, παρόμοια εισβολή αυτού που απλώς παρακολουθείς στην προσωπική σου ζωή. Ο Grande ξέρει να κρατά το ρυθμό και, όπως είπαμε, να αυξάνει την ένταση. Και βέβαια, όσο προχωράμε συναντάμε κάμποσες σεναριακές ανατροπές, κάμποσες απρόβλεπτες καταστάσεις. Είπαμε, οι ισπανόφωνοι κάνουν συμπαθητικά (τουλάχιστον) θρίλερ. Ίσως βέβαια κάποιοι να πουν ότι οι καταστάσεις αυτές είναι μάλλον απίθανο να συμβούν στην πραγματική ζωή, αλλά... έτσι δεν γίνεται συνήθως στο είδος; Κι αν ακόμα κάπου υπάρχουν κάποιες "ευκολίες", βρήκα τη γενική εικόνα, αυτή ενος σφιχτοδεμένου και σε κάποια σημεία κλειστοφοβικού θρίλερ, αρκετά καλή. Διάβασα κάπου ότι ο σκηνοθέτης είχε μέχρι το 2016 γυρίσει μόνο δύο κωμωδίες. Να λοιπόν που είναι ικανός να αλλάξει τόσο πολύ κατεύθυνση με επιτυχία.
Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα, αλλά το παρακολούθησα ευχάριστα και σε γενικές γραμμές με κράτησε. Μπράβο και πάλι στην ισπανόφωνη σχολή.
Ένας καθηλωμένος σε καροτσάκι τεχνικός κομπιούτερ (στο δυστύχημα έχει χάσει γυναίκα και παιδί), ζει και δουλεύει στο υπόγειο του μεγάλου σπιτιού του. Κάποια στιγμή νοικιάζει για οικονομικούς λόγους τη σοφίτα σε μια διαχυτική (έως και ενοχλητική) όμορφη χορεύτρια και στην εξάχρονη κόρη της, η οποία έχει πάψει να μιλά μετά από κάποια ηλικία. Σχεδόν συγχρόνως διαπιστώνει ότι στο διπλανό υπόγειο, απ' όπου ακούγονται περίεργοι θόρυβοι, κάποιοι σκάβουν τούνελ για να κάνουν ληστεία σε τράπεζα. Σύντομα τα πάντα θα μπερδευτούν μεταξύ τους (ο ανάπηρος, η κοπέλα, οι ληστές, ένας ηλικιωμένος αστυνομικός...) και η αγωνία θα αρχίσει να ανεβαίνει (φυσικά η κατάσταση γίνεται χειρότερη λόγω της καθήλωσης του ήρωα).
Νομίζω ότι η αρχική σεναριακή έμπνευση πρέπει να προέρχεται από τον περίφημο "Σιωπηλό Μάρτυρα" του Χίτσκοκ. Η ίδια ανημπόρια του πρωταγωνιστή, το ίδιο σασπένς που ανεβαίνει όσο προχωρά το φιλμ, παρόμοια εισβολή αυτού που απλώς παρακολουθείς στην προσωπική σου ζωή. Ο Grande ξέρει να κρατά το ρυθμό και, όπως είπαμε, να αυξάνει την ένταση. Και βέβαια, όσο προχωράμε συναντάμε κάμποσες σεναριακές ανατροπές, κάμποσες απρόβλεπτες καταστάσεις. Είπαμε, οι ισπανόφωνοι κάνουν συμπαθητικά (τουλάχιστον) θρίλερ. Ίσως βέβαια κάποιοι να πουν ότι οι καταστάσεις αυτές είναι μάλλον απίθανο να συμβούν στην πραγματική ζωή, αλλά... έτσι δεν γίνεται συνήθως στο είδος; Κι αν ακόμα κάπου υπάρχουν κάποιες "ευκολίες", βρήκα τη γενική εικόνα, αυτή ενος σφιχτοδεμένου και σε κάποια σημεία κλειστοφοβικού θρίλερ, αρκετά καλή. Διάβασα κάπου ότι ο σκηνοθέτης είχε μέχρι το 2016 γυρίσει μόνο δύο κωμωδίες. Να λοιπόν που είναι ικανός να αλλάξει τόσο πολύ κατεύθυνση με επιτυχία.
Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα, αλλά το παρακολούθησα ευχάριστα και σε γενικές γραμμές με κράτησε. Μπράβο και πάλι στην ισπανόφωνη σχολή.
Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2017
"Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ KAURISMAKI ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ
Έχω επανειλημμένα δηλώσει fun του τρομερού φιλανδού Aki Kaurismaki, ο οποίος δεν με απογοητεύει καθόλου ούτε με την "'Αλλη Όψη της Ελπίδας" του 2017. Όπου ασχολείται ξανά με το θέμα της "Χάβρης", αυτό δηλαδή της παράνομης ή μη μετανάστευσης στην Ευρώπη.
Ο Καλέντ είναι σύρος μετανάστης, ο οποίος έχει χάσει την οικογένειά του στο σεδόν ολοσχερώς κατεστραμένο Χαλέπι και καταλήγει παράνομα στη Φιλανδία. Στο δρόμο, στην οδύσσειά του, έχει χάσει την αδελφή του, τη μοναδική επιζήσασα, την οποία ψάχνει απεγνωσμένα. Ο Βίκστρομ πάλι είναι ένας μεσήλοκας ιδιόρυθμος φιλανδός, ο οποίος έχει μόλις εγκαταλείψει τη γυναίκα του και ανοίγει... ό,τι νάναι εστιατόριο, με εξ ίσου ιδιόρυθμα γκαρσόνια, στο οποίο προσλαμβάνεται και ο φυγάς πλέον Καλέντ. Από εκεί και πέρα πολλά, και αστεία και σπαρακτικά, θα συμβούν.
Εδώ ο Kaurismaki είναι κάπως πιο συγκινητικός και θλιμένος απ' όσο στο "Λιμάνι της Χάβρης". Ωστόσο και εδώ η σφραγίδα του είναι φανερή από χιλιόμετρα. Ο απόλυτος μινιμαλισμός στα πάντα, το πολύ ιδιαίτερο χιούμορ (κυρίως στο δεύτερο μέρος του φιλμ, μετά τη λειτουργία του εστιατορίου), οι ανέκφραστοι, αμίλητοι, σαν ρομπότ χαρακτήρες, η έντονα παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, λες και δεν βλέπεις σύγχρονο φιλμ, η αγάπη στο ροκ εντ ρολ (και μάλιστα το... φιλανδικό) κλπ. Και συγχρόνως με όλα αυτά, η απόλυτη ανθρωπιά, η ζεστασιά που αναβλύζει απροσδόκητα από εντελώς ψυχρούς επιφανειακά ανθρώπους. Και το σπουδαιότερο: Η βαθιά αγάπη στους περίεργους, sui generis, εμφανώς εκτός συστήματος χαρακτήρες. Οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικά losers (αν και πολλοί απ' αυτούς είναι), αλλά, πως να το πω, δεν ταιριάζουν καθόλου στο πλαίσιο της ψυχρής, ευνομούμενης και απόλυτα τακτοποιημένης κοινωνίας όπου ζουν. Ούτε στις (συχνά "κουφές") ενέργειές τους ούτε στα γούστα τους.
Φυσικά εδώ, δίπλα στα παραπάνω τυπικά χαρακτηριστικά του, συνυπάρχει και το πικρό (γλυκόπικρο μάλλον) σχόλιό του για το μεταναστευτικό. Για την ευγενική, ανεκτική, περιποιητική σε πρώτο επίπεδο βορειοευρωπαϊκή κοινωνία, η οποία ωστόσο στο βάθος κρύβει σκληρότητα και άρνηση να ξεβολευτεί, να βοηθήσει. Η ουσιαστικά αρνητική αυτή διάθεση ενυπάρχει τόσο στον κρατικό μηχανισμό, στις τυπικές διαδικασίες και στους νόμους, όσο και, προφανώς, στα βαθιά σκατά που περιέχονται - έστω ως μειοψηφία - στην κοινωνία αυτή (γουρούνια νεοναζί, ρατσιστές κλπ.)
Το είπαμε από την αρχή: Ο Kaurismaki κάνει ένα δικό του, πολύ προσωπικό σινεμά εδώ και δεκαετίες. Αν είστε φίλοι του μην χάσετε το φιλμ. Αν δεν αντιλαμβάνεστε ή δεν συμπαθείτε αυτό το "υποδόρειο" στιλ μείνετε μακριά. Αν πάλι δεν το γνωρίζετε, κάντε μια πρώτη προσπάθεια, έστω και στην 17η (νομίζω) ταινία του. Τη δική μου θέση πάντως τη δήλωσα στην αρχή: Απόλαυσα αυτό το κράμα χιούμορ και συγκίνησης.
Ο Καλέντ είναι σύρος μετανάστης, ο οποίος έχει χάσει την οικογένειά του στο σεδόν ολοσχερώς κατεστραμένο Χαλέπι και καταλήγει παράνομα στη Φιλανδία. Στο δρόμο, στην οδύσσειά του, έχει χάσει την αδελφή του, τη μοναδική επιζήσασα, την οποία ψάχνει απεγνωσμένα. Ο Βίκστρομ πάλι είναι ένας μεσήλοκας ιδιόρυθμος φιλανδός, ο οποίος έχει μόλις εγκαταλείψει τη γυναίκα του και ανοίγει... ό,τι νάναι εστιατόριο, με εξ ίσου ιδιόρυθμα γκαρσόνια, στο οποίο προσλαμβάνεται και ο φυγάς πλέον Καλέντ. Από εκεί και πέρα πολλά, και αστεία και σπαρακτικά, θα συμβούν.
Εδώ ο Kaurismaki είναι κάπως πιο συγκινητικός και θλιμένος απ' όσο στο "Λιμάνι της Χάβρης". Ωστόσο και εδώ η σφραγίδα του είναι φανερή από χιλιόμετρα. Ο απόλυτος μινιμαλισμός στα πάντα, το πολύ ιδιαίτερο χιούμορ (κυρίως στο δεύτερο μέρος του φιλμ, μετά τη λειτουργία του εστιατορίου), οι ανέκφραστοι, αμίλητοι, σαν ρομπότ χαρακτήρες, η έντονα παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, λες και δεν βλέπεις σύγχρονο φιλμ, η αγάπη στο ροκ εντ ρολ (και μάλιστα το... φιλανδικό) κλπ. Και συγχρόνως με όλα αυτά, η απόλυτη ανθρωπιά, η ζεστασιά που αναβλύζει απροσδόκητα από εντελώς ψυχρούς επιφανειακά ανθρώπους. Και το σπουδαιότερο: Η βαθιά αγάπη στους περίεργους, sui generis, εμφανώς εκτός συστήματος χαρακτήρες. Οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικά losers (αν και πολλοί απ' αυτούς είναι), αλλά, πως να το πω, δεν ταιριάζουν καθόλου στο πλαίσιο της ψυχρής, ευνομούμενης και απόλυτα τακτοποιημένης κοινωνίας όπου ζουν. Ούτε στις (συχνά "κουφές") ενέργειές τους ούτε στα γούστα τους.
Φυσικά εδώ, δίπλα στα παραπάνω τυπικά χαρακτηριστικά του, συνυπάρχει και το πικρό (γλυκόπικρο μάλλον) σχόλιό του για το μεταναστευτικό. Για την ευγενική, ανεκτική, περιποιητική σε πρώτο επίπεδο βορειοευρωπαϊκή κοινωνία, η οποία ωστόσο στο βάθος κρύβει σκληρότητα και άρνηση να ξεβολευτεί, να βοηθήσει. Η ουσιαστικά αρνητική αυτή διάθεση ενυπάρχει τόσο στον κρατικό μηχανισμό, στις τυπικές διαδικασίες και στους νόμους, όσο και, προφανώς, στα βαθιά σκατά που περιέχονται - έστω ως μειοψηφία - στην κοινωνία αυτή (γουρούνια νεοναζί, ρατσιστές κλπ.)
Το είπαμε από την αρχή: Ο Kaurismaki κάνει ένα δικό του, πολύ προσωπικό σινεμά εδώ και δεκαετίες. Αν είστε φίλοι του μην χάσετε το φιλμ. Αν δεν αντιλαμβάνεστε ή δεν συμπαθείτε αυτό το "υποδόρειο" στιλ μείνετε μακριά. Αν πάλι δεν το γνωρίζετε, κάντε μια πρώτη προσπάθεια, έστω και στην 17η (νομίζω) ταινία του. Τη δική μου θέση πάντως τη δήλωσα στην αρχή: Απόλαυσα αυτό το κράμα χιούμορ και συγκίνησης.
Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017
"ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ" ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ
Ο χιλιανός Sebastian Lelio είχε γυρίσει το 2013 την "Γκλόρια", δίνοντάς μας το δυνατό πορτρέτο μιας 58χρονης γυναίκας που προσπαθεί να μη μπει στο περιθώριο της ζωής λόγω ηλικίας. Το 2017 επανέρχεται με την ταινία "Μια Φανταστική Γυναίκα" (Una Mujer Fantastica).
Αυτή τη φορά η ηρωίδα είναι μία τρανσέξουαλ, η οποία δουλεύει σερβιτόρα και διατηρεί ερωτικό δεσμό με έναν μεγαλύτερό της χωρισμένο άντρα. Η σχέση τους είναι ευτυχισμένη. Τα προβλήματα όμως για την Μαρίνα θα αρχίσουν με τον ξαφνικό θάνατο του εραστή της. Τότε το αληθινό κοινωνικό πρόσωπο και η στάση ης κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό θα αποκαλυφτούν: Η αστυνομία την υποψιάζεται, ενώ η οικογένεια του νεκρού θέλει να κάνει τα πάντα ώστε να εξαφανιστεί από τη ζωή τους (και να ξεχαστεί κάθε σχέση μ' εκείνον)... Μια σειρά από καθημερινές ταπεινώσεις αρχίζουν.
Το φιλμ παρακολουθεί τον αγώνα ενός ανθρώπου να μην περιθωριοποιηθεί, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι. Η ηρωίδα αγωνίζεται με πάθος για τα δικαιώματά της, για να κατακτήσει την πολυπόθητη ισότητα με τους "φυσιολογικούς" ανθρώπους, για την αξιοπρέπειά της τελικά. Μη φανταστείτε τίποτα συγκλονιστικά δράματα, με θανάτους, ίντριγκες, συμπτώσεις κλπ. Τα πάντα εδώ συμβαίνουν στα πλαίσια της καθημερινότητας, τα προβλήματα της ηρωίδας εντοπίζονται σε καθημερινά, μικρά θα έλεγε κανείς, πράγματα, τα όποια ωστόσο είναι που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας. Ίσως γι' αυτό μπορεί κανείς να ταυτιστεί περισσότερο μ' αυτήν, αφού όσα βλέπει είναι γνώριμα και οικεία. Νομίζω ότι πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου ο ρεαλισμός ταιριάζει γάντι. Ο Leliο, θέλοντας να δείξει ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ίδια δικαιώματα - και μοιράζεται συναισθήματα όπως όλοι οι άλλοι - αρνείται να δώσει απάντηση στο ερώτημα που συχνά της κάνουν στη Μαρίνα: Αν είναι εγχειρισμένη ή όχι. Νομίζω ότι μ' αυτό δείχνει καθαρά ότι το πώς διαχειρίζεται τον εαυτό του ο καθένας δεν έχει καμιά σημασία. Αλλού βρίσκεται η ουσία.
Βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, το παρακολούθησα δίχως καθόλου να κουραστώ και θαύμασα το μεθοδικό χτίσιμό του - καθώς και τις λίγες ονειρικές σκηνές που διαθέτει.Ο καθημερινός αγώνας της ηρωίδας για να καταξιωθεί σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα, αλλά κατά βάθος παραμένει (ήπια) κλειστή και απαγορευτική για το διαφορετικό δίνεται ανάγλυφα μέσα από τα μικρά περιστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά μας. Όσο για την όντως τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια Ντανιέλα Βέγκα, είναι πολύ καλή, πράγμα που προσθέτει στα συν του φιλμ. Το οποίο, νοηματικά, ακολουθεί βεβαίως τα ίδια χνάρια με την "Γκλόρια".
Αυτή τη φορά η ηρωίδα είναι μία τρανσέξουαλ, η οποία δουλεύει σερβιτόρα και διατηρεί ερωτικό δεσμό με έναν μεγαλύτερό της χωρισμένο άντρα. Η σχέση τους είναι ευτυχισμένη. Τα προβλήματα όμως για την Μαρίνα θα αρχίσουν με τον ξαφνικό θάνατο του εραστή της. Τότε το αληθινό κοινωνικό πρόσωπο και η στάση ης κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό θα αποκαλυφτούν: Η αστυνομία την υποψιάζεται, ενώ η οικογένεια του νεκρού θέλει να κάνει τα πάντα ώστε να εξαφανιστεί από τη ζωή τους (και να ξεχαστεί κάθε σχέση μ' εκείνον)... Μια σειρά από καθημερινές ταπεινώσεις αρχίζουν.
Το φιλμ παρακολουθεί τον αγώνα ενός ανθρώπου να μην περιθωριοποιηθεί, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι. Η ηρωίδα αγωνίζεται με πάθος για τα δικαιώματά της, για να κατακτήσει την πολυπόθητη ισότητα με τους "φυσιολογικούς" ανθρώπους, για την αξιοπρέπειά της τελικά. Μη φανταστείτε τίποτα συγκλονιστικά δράματα, με θανάτους, ίντριγκες, συμπτώσεις κλπ. Τα πάντα εδώ συμβαίνουν στα πλαίσια της καθημερινότητας, τα προβλήματα της ηρωίδας εντοπίζονται σε καθημερινά, μικρά θα έλεγε κανείς, πράγματα, τα όποια ωστόσο είναι που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας. Ίσως γι' αυτό μπορεί κανείς να ταυτιστεί περισσότερο μ' αυτήν, αφού όσα βλέπει είναι γνώριμα και οικεία. Νομίζω ότι πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου ο ρεαλισμός ταιριάζει γάντι. Ο Leliο, θέλοντας να δείξει ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ίδια δικαιώματα - και μοιράζεται συναισθήματα όπως όλοι οι άλλοι - αρνείται να δώσει απάντηση στο ερώτημα που συχνά της κάνουν στη Μαρίνα: Αν είναι εγχειρισμένη ή όχι. Νομίζω ότι μ' αυτό δείχνει καθαρά ότι το πώς διαχειρίζεται τον εαυτό του ο καθένας δεν έχει καμιά σημασία. Αλλού βρίσκεται η ουσία.
Βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, το παρακολούθησα δίχως καθόλου να κουραστώ και θαύμασα το μεθοδικό χτίσιμό του - καθώς και τις λίγες ονειρικές σκηνές που διαθέτει.Ο καθημερινός αγώνας της ηρωίδας για να καταξιωθεί σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα, αλλά κατά βάθος παραμένει (ήπια) κλειστή και απαγορευτική για το διαφορετικό δίνεται ανάγλυφα μέσα από τα μικρά περιστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά μας. Όσο για την όντως τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια Ντανιέλα Βέγκα, είναι πολύ καλή, πράγμα που προσθέτει στα συν του φιλμ. Το οποίο, νοηματικά, ακολουθεί βεβαίως τα ίδια χνάρια με την "Γκλόρια".
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


























