Ο S. Craig Zahler είναι πρωτοεμφανιζόμενος σαν σκηνοθέτης. Είναι όμως, όπως διαβάζω, και σεναριογράφος και μουσικός (heavy metal μάλιστα) και συγγραφέας αστυνομικών, γουέστερν και επιστημονικής φαντασίας. Το "Τσεκούρι από Κόκκαλο" (Bone Tomahawk) του 2015 κάνει την είσοδό του στο χώρο της σκηνοθεσίας σχεδόν σοκαριστική, αφού η βία του είναι τέτοια που μάλλον στις ταινίες τρόμου θα έπρεπε να το κατατάξουμε.
Σε μια απομακρυσμένη, τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα ένας ξένος κάνει την (ύποπτη) εμφάνισή του, πυροβολείται από τον σερίφη και φυλακίζεται. Τη νύχτα ο βοηθός του σερίφη, ο φυλακισμένος και η γιατρός της πόλης θα εξαφανιστούν από το κελί. Όλα δείχνουν ότι έχουν απαχθεί από μια φυλή κανίβαλων, εξαθλιωμένων ινδιάνων. Ο σερίφης, ο ηλικιωμένος δεύτερος βοηθός του, ο τραυματισμένος στο πόδι σύζυγος της γιατρού και ένας "αφ' υψηλού" τύπος, έντονα ρατσιστής, θα ξεκινήσουν για απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ψάχνοντας το λημέρι της φριχτής φυλής, για να σώσουν τους απαχθέντες.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή η έντονη βία ξεχειλίζει από το ιδιόρρυθμο αυτό γουέστερν. Φυσικά από το φιλμ απουσιάζει κάθε ηθική και ηρωισμός. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται πιο ανελέητη, σκληρή, βίαιη και τραχιά από ποτέ. Ο ρεαλισμός σε κάθε τι περισσεύει. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και η "ταραντινική" φλέβα, με τις συχνά άσχετες συζητήσεις των ανδρών και το υπόγειο χιούμορ (κυρίως από τον ηλικιωμένο βοηθό). Όσο για την τελική συνάντηση των "πολιτισμένων" ανθρώπων με τη φρίκη της λίθινης εποχής, ε, εκεί θα δείτε εφιαλτικές σκηνές αληθινού σπλάτερ (με κανίβαλους), που φτάνουν στα όρια του να μην αντέχονται. Πάντως σπάνια οι αμερικάνικες ρίζες (το Ουέστ δηλαδή) έχουν δειχτεί τόσο απογυμνωμένες από κάθε καλό, τόσο άγριες και αμοραλιστικές (βία, ρατσισμός, αθλιότητα...).
Η πορεία των 4 ανδρών προς την κόλαση είναι βασανιστική, γεμάτη εμπόδια και αίμα, η τελική κατάληξη ακόμα χειρότερη. Τόσο, που δεν θα σας συνιστούσα την ταινία αν δεν διαθέτετε γερο στομάχι. Ο σαρκασμός στις αντιηρωικές απαρχές της Αμερικής είναι έντονος, υπόσχομαι ότι θα παρακολουθώ τον Zahler μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα: Δείτε το με δική σας ευθύνη. Όπως είπα μάλλον για τρόμου (σπλάτερ) πρόκειται (ειδικά προς το τέλος) παρά για γουέστερν.
Παρασκευή, Ιουλίου 29, 2016
Τετάρτη, Ιουλίου 27, 2016
ΠΩΣ ΤΟ "ALIEN" ΕΓΙΝΕ "ALIENS"
Θα πω κατ' αρχή ότι η σειρά των 4 "Alien" είναι μία από τις ελάχιστες στην οποία και οι 4 ταινίες έχουν ενδιαφέρον και δεν είναι κακέκτυπα της πρώτης (ναι μεν προτιμώ την πρώτη, αλλά σε καμία περίπτωση οι συνέχειες δεν είναι κακές). Άλλωστε και οι 4 γυρίστηκαν από αξιόλογους δημιουργούς (σκοτ, Κάμερον, Φίντσερ, Ζενέ). Το 1986 λοιπόν ο πολύς James Cameron φτιάχνει τη συνέχεια του αρχικού κλασικού "Alien" του Ridley Scott με τίτλο "Aliens" (Άλιενς: Η Επιστροφή" στα ελληνικά), πάλι με τη Σιγκούρνι Γουίβερ στον βασικό ρόλο.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.
Σάββατο, Ιουλίου 23, 2016
ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΕΝΑ ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η... ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ
Καιρό είχε να μου αρέσει - σχετικά - μια ταινία του κάποτε ταλαντούχου και νυν αποπροσανατολισμένου (με την έννοια ότι κάνει εντελώς άσχετα μεταξύ τους πράγματα) γερμανού Tom Tykwer. Ευτυχώς το "Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά" του 2016 διορθώνει κάπως τα πράγματα.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συνεννοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συνεννοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.
Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2016
Η "ΑΝΗΘΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ" ΚΑΙ Η ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Ο αμφιλεγόμενος Andrian Lyne προκάλεσε σάλο με κάποιες ταινίες του στα 80ς, πήρε την κατιούσα στα 90ς και μετά εξαφανίστηκε παντελώς. Στο μεταξύ, το 1993, είχε προλάβει να κάνει το "Indecent Proposal" (Ανήθικη Πρόταση), μια δραματική / αισθηματική ταινία με καλή αρχική ιδέα και, κατά τη γνώμη μου, απογοητευτική κατάληξη.
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;
Τρίτη, Ιουλίου 19, 2016
"FLORENCE" Ή Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ "ΨΩΝΙΟΥ"
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Η ομώνυμη κυρία, που έζησε μεταξύ 1868-1944 ήταν μια πλούσια αμερικάνα, παθιασμένη λάτρης της μουσικής, που πίστευε ότι είχε υπέροχη φωνή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς φάλτσα. Το απίστευτο είναι ότι ο σύζυγος και ατζέντης της, που τη στήριζε πάντα, δωροδοκούσε κριτικούς, ενώ το υψηλής κοινωνίας κοινό έκρυβε την αλήθεια και της έδινε συγχαρητήρια, πασχίζοντας βέβαια να κρατηθεί ώστε να μη γελάσει. Έτσι τα κλειστά ρεσιτάλ που έδινε γνώριζαν μεγάλη επιτυχία. Η ταινία την βρίσκει στον τελευταίο χρόνο της ζωής της, όταν, νοιώθοντας "ώριμη", αποφασίζει να δώσει ρεσιτάλ στο Κάρνεγκι Χολ μπροστά σε 3000 κόσμο! Σε τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μη μαθευτεί η αλήθεια για το "τελέντο" της...
Φυσικά την ταινία κρατά η Μέριλ Στριπ, και πάλι πολύ καλή στο ρόλο της. Αλλά και οι άλλοι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί (δείτε τον Χιου Γκραντ όπως δεν τον έχετε συνηθίσει), ενώ βρήκα απολαυστικότατο τον άγνωστό μου Σάιμον Χέλμπεργκ. Ο Frears άλλωστε είναι πολύ έμπειρος και ασχολείται επί αρκετά χρόνια με τις βιογραφίες. Έτσι κρατά την ισορροπία ανάμεσα στο γέλιο (αν την ακούσεις να τραγουδά δεν μπορείς παρά να πεθάνεις από γέλιο) και στο δράμα. Πράγματι σιγά - σιγά η ευαίσθητη Φλοράνς αποκαλύπτεται ότι είναι μια μάλλον τραγική περίπτωση, σημαδεμένη από παλιά τραύματα. Ωστόσο η αθωότητά της είναι προφανής, όπως και η παθιασμένη και ειλικρινής λατρεία της για τη μουσική. Και σίγουρα δεν αντιλαμβάνεται τη γελοιότητά της. Έτσι, νομίζω ότι τελικά η συγκίνηση υπερτερεί και γενικά συμπαθείς (και λυπάσαι) την ηρωίδα. Φυσικά στην "παράξενη κι όμως αληθινή" αυτή ιστορία ενυπάρχει και η κριτική πάνω στην υποκριτική στάση της "καλής κοινωνίας" (ή την πλήρη άγνοιά τους περί μουσικής), τους κριτικούς και γενικά το ψέμα που κυριαρχεί στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους. Καθώς και η (δυστυχώς μάλλον αληθινή) αίσθηση ότι τελικά αν έχεις λεφτά μπορείς να αγοράσεις τα πάντα. Ακόμα και τη φήμη.
Χωρίς να είναι κάτι φοβερό (άλλωστε πρόκειται για μια μεμονωμένη, απίθανη περίπτωση), το φιλμ μου κράτησε το ενδιαφέρον και το βρήκα συμπαθητικό. Και, για να πω την αλήθεια, αυτή η "Εντ Γουντ της μουσικής" με συγκίνησε αρκετά.
ΥΓ: Ακούστε στο You Tube ηχογραφήσεις (από τις λίγες που έκανε) της αληθινής Jenkins. Δεν θα πιστεύετε στ' αυτιά σας. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα διασκεδάσετε.
Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2016
ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΓΑΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΟΥ ΣΤΟ "ENEMY AT THE GATE"
Τελικά ο μεγαλεπήβολος και συχνά εντυπωσιακός Jean-Jacques Annaud έχει κάνει πολύ λίγες καλές ταινίες. Η τελευταία του που προβλήθηκε στην Ελλάδα ήταν το μακρινό 2001. Μιλάμε για το πολεμικό δράμα "Enemy at the Gates" (Εχθρός προ των Πυλών) με το καλό πρωταγωνιστικό δίδυμο Τζουντ Λο - Εντ Χάρις.
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της φριχτής και αιματηρότατης πολιορκίας του Στάλιγκραντ από τους ναζί, των οποίων η ήττα καθόρισε ίσως την τύχη του πολέμου. Καθώς οι ρώσοι υπερασπιστές της πόλης αποδεκατίζονται και το ηθικό τους βρίσκεται στο ναδίρ, η ζωή ενός αξιωματικού σώζεται από έναν νεαρό, απλό βοσκό από τα Ουράλια, ο οποίος, εκπαιδευμένος από παιδί να σκοτώνει λύκους, έχει την ικανότητα να είναι εξαιρετικός (και υπομονετικός) σκοπευτής. Ο αξιωματικός έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει τον νεαρό ελεύθερο σκοπευτή και να τον μετατρέψει σε ήρωα, ινδάλμα για τους υπόλοιπους στρατιώτες, αλλά και για ολόκληρο τον ρωσικό λαό, καθώς οι πολεμικές επιτυχίες του γίνονται πρωτοσέλιδα, ενώ το ηθικό ανεβαίνει κατακόρυφα..Οι ναζί θα στείλουν έναν εξ ίσου άψογο σκοπευτή, αξιωματικό και αριστοκράτη, και οι δυο τους θα ξεκινήσουν ένα αγωνιώδες παιχνίδι γάτας - ποντικιού.
Τα σκηνικά της κατεστραμένης πόλης είναι εντυπωσιακά, οι σκηνές μάχης το ίδιο, ενώ ο πάντα φιλόδοξος Annaud καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς, παρά τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, με τη "μονομαχία" των δύο ελεύθερων σκοπευτών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και την παραμικρή λεπτομέρεια. Άλλωστε από τις ελάχιστες λεπτομέρειες εξαρτάται η τελική νίκη - και η επιβίωσή τους. Βρήκα ενδιαφέρουσα τη διαδικασία μετατροπής ενός καλού στρατιώτη σε ήρωα και πολεμική διασημότητα, καθώς και την κατάδειξη του ψυχολογικού παράγοντα, του ηθικού, στην έκβαση μιας μάχης ή και ενός ολόκληρου πολέμου. Φυσικά ο Annaud δεν παραλείπει να τονίσει την βάναυση συμπεριφορά των "ανωτέρων κλιμακίων" κομμουνιστών στους στρατιώτες (και τον λαό) και γενικότερα τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος (ο Μπομπ Χόσκινς μάλιστα ερμηνεύει έναν Χρουστσόφ στα όρια της καρικατούρας). Από ιστορική άποψη διαβάζω μάλλον κακά λόγια, αν και αυτό προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τόσο. Δεν θα μάθω ιστορία από το σινεμά. Σημειώστε ότι ο ήρωας του φιλμ είναι υπαρκτό πρόσωπο. Από την άλλη βρήκα αφελή και εύκολη την προσθήκη ενός love story και τη σύγκρουση για μια γυναίκα των δύο ρώσων.
Συνολικά το φιλμ, παρά τις σεναριακές του αδυναμίες, νομίζω ότι κρατά τον θεατή και πιθανόν να αρέσει στους φίλους των πολεμικών ταινιών. Πάντως, από εκεί και πέρα, αγνοώ πλήρως τη δουλειά του Ανό (έχει γυρίσει άλλες 4 ταινίες).
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της φριχτής και αιματηρότατης πολιορκίας του Στάλιγκραντ από τους ναζί, των οποίων η ήττα καθόρισε ίσως την τύχη του πολέμου. Καθώς οι ρώσοι υπερασπιστές της πόλης αποδεκατίζονται και το ηθικό τους βρίσκεται στο ναδίρ, η ζωή ενός αξιωματικού σώζεται από έναν νεαρό, απλό βοσκό από τα Ουράλια, ο οποίος, εκπαιδευμένος από παιδί να σκοτώνει λύκους, έχει την ικανότητα να είναι εξαιρετικός (και υπομονετικός) σκοπευτής. Ο αξιωματικός έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει τον νεαρό ελεύθερο σκοπευτή και να τον μετατρέψει σε ήρωα, ινδάλμα για τους υπόλοιπους στρατιώτες, αλλά και για ολόκληρο τον ρωσικό λαό, καθώς οι πολεμικές επιτυχίες του γίνονται πρωτοσέλιδα, ενώ το ηθικό ανεβαίνει κατακόρυφα..Οι ναζί θα στείλουν έναν εξ ίσου άψογο σκοπευτή, αξιωματικό και αριστοκράτη, και οι δυο τους θα ξεκινήσουν ένα αγωνιώδες παιχνίδι γάτας - ποντικιού.
Τα σκηνικά της κατεστραμένης πόλης είναι εντυπωσιακά, οι σκηνές μάχης το ίδιο, ενώ ο πάντα φιλόδοξος Annaud καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς, παρά τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, με τη "μονομαχία" των δύο ελεύθερων σκοπευτών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και την παραμικρή λεπτομέρεια. Άλλωστε από τις ελάχιστες λεπτομέρειες εξαρτάται η τελική νίκη - και η επιβίωσή τους. Βρήκα ενδιαφέρουσα τη διαδικασία μετατροπής ενός καλού στρατιώτη σε ήρωα και πολεμική διασημότητα, καθώς και την κατάδειξη του ψυχολογικού παράγοντα, του ηθικού, στην έκβαση μιας μάχης ή και ενός ολόκληρου πολέμου. Φυσικά ο Annaud δεν παραλείπει να τονίσει την βάναυση συμπεριφορά των "ανωτέρων κλιμακίων" κομμουνιστών στους στρατιώτες (και τον λαό) και γενικότερα τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος (ο Μπομπ Χόσκινς μάλιστα ερμηνεύει έναν Χρουστσόφ στα όρια της καρικατούρας). Από ιστορική άποψη διαβάζω μάλλον κακά λόγια, αν και αυτό προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τόσο. Δεν θα μάθω ιστορία από το σινεμά. Σημειώστε ότι ο ήρωας του φιλμ είναι υπαρκτό πρόσωπο. Από την άλλη βρήκα αφελή και εύκολη την προσθήκη ενός love story και τη σύγκρουση για μια γυναίκα των δύο ρώσων.
Συνολικά το φιλμ, παρά τις σεναριακές του αδυναμίες, νομίζω ότι κρατά τον θεατή και πιθανόν να αρέσει στους φίλους των πολεμικών ταινιών. Πάντως, από εκεί και πέρα, αγνοώ πλήρως τη δουλειά του Ανό (έχει γυρίσει άλλες 4 ταινίες).
Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2016
"EURO TRIP" : ΜΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΧΑΖΗ ΣΑΤΙΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ
Το "EuroTrip" (2004) του τηλεοπτικού Jeff Schaffer είναι μία από τις λίγες απόπειρές μου να δω σύγχρονη αμερικάνικη "νεανική κωμωδία". Και, δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους φόβους μου για το υποείδος αυτό (εννοείται ότι εξαιρέσεις υπαρχουν πάντα και παντού, η συγκεκριμένη ταινία όμως δεν νομίζω ότι είναι μία απ' αυτές).
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο ένας νεαρός αμερικανός αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να βρει την γερμανίδα αγαπημένη του δια e mail (όπως παλιά θα λέγαμε "δι' αλληλογραφίας", δηλαδή δεν την έχει δει ποτέ ζωντανά), με την οποία έχει χωρίσει από ένα λάθος. Τον συνοδεύουν, σχεδόν ακούσια, ένας "έξω καρδιά" (βλέπε ηλίθιος) συμμαθητής του, του οποίου ο νους είναι μονίμως στο σεξ, και δύο δίδυμα (αγόρι και κορίτσι), επίσης συμμαθητές. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι θα περιπλανηθούν σε κάμποσες χώρες της Ευρώπης, αφού από την αρχή όλα τους πάνε στραβά και δεν καταφέρνουν να φτάσουν αμέσως στη Γερμανία όπως προγραμμάτιζαν. Έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε τη σατιρική ματιά μας σε διάφορα ευρωπαϊκά έθνη.
Το φιλμ βασίζεται κυρίως σε χοντρά αστεία και γκαγκς: Σεξουαλικής φύσης ως επί το πλείστον, αλλά και παρεξηγήσεις και λάθη και καφρίλες και άλλα σχετικά. Σε κάποιες στιγμές υπάρχουν και αστεία ή αστείες καταστάσεις που βγάζουν αρκετό γέλιο, φοβάμαι όμως ότι αυτές είναι λίγες. Όσο για το σενάριο - με τον εξωπραγματικό, ρομαντικό, μέσω e mail πλην όμως ακατανίκητο έρωτα και τη σειρά από απιθανότητες που συμβαίνουν στους ήρωες, είναι μου φαίνεται τραβηγμένο απ' τα μαλλιά (σκεφτείτε τη σκηνή με τον πάπα, που είναι αδύνατο να συμβεί, αν και μου φάνηκε από τις σχετικά αστείες) για να βγάλει υποτίθεται γέλιο πάσει θυσία. Χειρότερο βέβαια είναι το χιούμορ με τους ευρωπαίους: Όλοι τους είναι κάτι σαν καρικατούρες, που ενσαρκώνουν την γενική και πρόδηλη εικόνα που έχει ο (πολύ) "μέσος άνθρωπος" (βλέπε αμερικάνος) για κάθε λαό της Γηραιάς Ηπείρου. Έτσι οι ευρωπαίοι είναι συνήθως αγροίκοι, σεξουαλικά διεστραμένοι με ποικίλους τρόπους, ναζί και άλλα τέτοια. Το πράγμα είναι τόσο καρικατουρίστικο, που αγγίζει τα όρια ενός ιδιότυπου ρατσισμού. Γενικά, αυτό που βγαίνει ανάγλυφα είναι η χονδρειδής εικόνα για την Ευρώπης και τους μύθους της που κουβαλά στο μυαλό του ο μέσος αμερικάνος.
ΟΚ, το είδα, ομολογώ ότι διασκέδασα και γέλασα σε κάποια σημεία (μόνο σε κάποια σημεία ξαναλέω), σίγουρα πάντως δεν είναι το είδος κωμωδίας που προτιμώ. Το θεωρώ πολύ χοντρό και απλοϊκό, για τα γούστα μου τουλάχιστον.
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο ένας νεαρός αμερικανός αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να βρει την γερμανίδα αγαπημένη του δια e mail (όπως παλιά θα λέγαμε "δι' αλληλογραφίας", δηλαδή δεν την έχει δει ποτέ ζωντανά), με την οποία έχει χωρίσει από ένα λάθος. Τον συνοδεύουν, σχεδόν ακούσια, ένας "έξω καρδιά" (βλέπε ηλίθιος) συμμαθητής του, του οποίου ο νους είναι μονίμως στο σεξ, και δύο δίδυμα (αγόρι και κορίτσι), επίσης συμμαθητές. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι θα περιπλανηθούν σε κάμποσες χώρες της Ευρώπης, αφού από την αρχή όλα τους πάνε στραβά και δεν καταφέρνουν να φτάσουν αμέσως στη Γερμανία όπως προγραμμάτιζαν. Έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε τη σατιρική ματιά μας σε διάφορα ευρωπαϊκά έθνη.
Το φιλμ βασίζεται κυρίως σε χοντρά αστεία και γκαγκς: Σεξουαλικής φύσης ως επί το πλείστον, αλλά και παρεξηγήσεις και λάθη και καφρίλες και άλλα σχετικά. Σε κάποιες στιγμές υπάρχουν και αστεία ή αστείες καταστάσεις που βγάζουν αρκετό γέλιο, φοβάμαι όμως ότι αυτές είναι λίγες. Όσο για το σενάριο - με τον εξωπραγματικό, ρομαντικό, μέσω e mail πλην όμως ακατανίκητο έρωτα και τη σειρά από απιθανότητες που συμβαίνουν στους ήρωες, είναι μου φαίνεται τραβηγμένο απ' τα μαλλιά (σκεφτείτε τη σκηνή με τον πάπα, που είναι αδύνατο να συμβεί, αν και μου φάνηκε από τις σχετικά αστείες) για να βγάλει υποτίθεται γέλιο πάσει θυσία. Χειρότερο βέβαια είναι το χιούμορ με τους ευρωπαίους: Όλοι τους είναι κάτι σαν καρικατούρες, που ενσαρκώνουν την γενική και πρόδηλη εικόνα που έχει ο (πολύ) "μέσος άνθρωπος" (βλέπε αμερικάνος) για κάθε λαό της Γηραιάς Ηπείρου. Έτσι οι ευρωπαίοι είναι συνήθως αγροίκοι, σεξουαλικά διεστραμένοι με ποικίλους τρόπους, ναζί και άλλα τέτοια. Το πράγμα είναι τόσο καρικατουρίστικο, που αγγίζει τα όρια ενός ιδιότυπου ρατσισμού. Γενικά, αυτό που βγαίνει ανάγλυφα είναι η χονδρειδής εικόνα για την Ευρώπης και τους μύθους της που κουβαλά στο μυαλό του ο μέσος αμερικάνος.
ΟΚ, το είδα, ομολογώ ότι διασκέδασα και γέλασα σε κάποια σημεία (μόνο σε κάποια σημεία ξαναλέω), σίγουρα πάντως δεν είναι το είδος κωμωδίας που προτιμώ. Το θεωρώ πολύ χοντρό και απλοϊκό, για τα γούστα μου τουλάχιστον.
Πέμπτη, Ιουλίου 14, 2016
"THE BIG TREES" : ΜΕΤΡΙΟ, ΑΛΛΑ ΠΡΩΙΜΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ
Φυσικά και αγνοούσα τον Felix E. Feist (1910-1965), έναν από τους πολλούς άγνωστους σκηνοθέτες που - μάστορες περισσότερο παρά αληθινοί δημιουργοί - εδραίωσαν την εικόνα του αμερικάνικου σινεμά (εννοείται παράγοντας συχνά σαβούρες, θεμελιώνοντας όμως διάφορα χαρακτηριστικά είδη του). Το "The Big Trees" είναι ένα μέτριο, νομίζω, γουέστερν, γυρίστηκε το 1952 και έχει πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας.
Ο ήρωας είναι ένας αδίστακτος απατεώνας, που ασχολείται κυρίως με την ξυλεία. Χρησιμοποιώντας την προσωπική του γοητεία και τις χειριστικές του ικανότητες, δεν διστάζει να οικειοποιηθεί χρήματα άλλων προκειμένου να προωθήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Κάποια στιγμή θα βάλει στο μάτι τις γιγάντιες και υπεραιωνόβιες σεκόγιες της Καλιφόρνια. Βλέπετε, από ένα και μόνο τέτοιο κολοσσιαίο δέντρο θα μπορούσαν να χτιστούν πολλά σπίτια, οπότε συμφέρει. Στην περιοχή όμως κατοικεί μια κοινότητα ειρηνικών Κουάκερων (μια χριστιανική αίρεση, κάτι σαν τους Μορμόνους και άλλους παρόμοιους), οι οποίοι θεωρούν τα επιβλητικά δέντρα σχεδόν ιερά, κάπως σαν απόδειξη της ύπαρξης του θεού και, φυσικά, θα εναντιωθούν στα σχέδιά του.
Είπα από την αρχή ότι η ταινία είναι μέτρια. Οι σκηνές δράσης είναι μάλλον αστείες και αδέξια σκηνοθετημένες, αλλά σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι ραγδαίες και αδικαιολόγητες αλλαγές χαρακτήρων από "κακούς" σε "καλούς" και αντιστρόφως. Ειδικά η σχεδόν άμεση μετατροπή του αρχικού αδίστακτου καθάρματος σε τύπο που θυσιάζει τα πάντα για να βοηθήσει την κοινότητα φαίνεται απίστευτη. Το στοιχείο όμως που κάνει το φιλμ κάπως να ξεχωρίζει είναι ότι διαθέτει μία πρώιμη οικολογική ματιά : Τα δέντρα δεν πρέπει να κοπούν (κόντρα σε κάθε οικονομικό συμφέρον) απλώς διότι είναι πανέμορφα, επιβλητικά, είναι το μεγαλείο της φύσης προσωποποιημένο. Βεβαίως η ματιά αυτή εδώ υπάρχει για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, αλλά μιλάμε για μια εποχή που ο όρος οικολογία ήταν άγνωστος. Οπότε, έστω και έτσι, το όλο πράγμα έχει την αξία του. Εξ άλλου γινόμαστε μάρτυρες μιας (μάλλον ακούσιας) άγριας κόντρας του στυγνού καπιταλισμού που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα με το συμφέρον της κοινότητας, πράγμα τόσο επίκαιρο, δυστυχώς, σήμερα... Φυσικά η ταινία δεν φαντάζομαι ότι είχε την παραμικρή συνειδητή πολιτικής φύσης βλέψη, να όμως που καμιά φορά "από μικρό κι από τρελό"...
Ο ήρωας είναι ένας αδίστακτος απατεώνας, που ασχολείται κυρίως με την ξυλεία. Χρησιμοποιώντας την προσωπική του γοητεία και τις χειριστικές του ικανότητες, δεν διστάζει να οικειοποιηθεί χρήματα άλλων προκειμένου να προωθήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Κάποια στιγμή θα βάλει στο μάτι τις γιγάντιες και υπεραιωνόβιες σεκόγιες της Καλιφόρνια. Βλέπετε, από ένα και μόνο τέτοιο κολοσσιαίο δέντρο θα μπορούσαν να χτιστούν πολλά σπίτια, οπότε συμφέρει. Στην περιοχή όμως κατοικεί μια κοινότητα ειρηνικών Κουάκερων (μια χριστιανική αίρεση, κάτι σαν τους Μορμόνους και άλλους παρόμοιους), οι οποίοι θεωρούν τα επιβλητικά δέντρα σχεδόν ιερά, κάπως σαν απόδειξη της ύπαρξης του θεού και, φυσικά, θα εναντιωθούν στα σχέδιά του.
Είπα από την αρχή ότι η ταινία είναι μέτρια. Οι σκηνές δράσης είναι μάλλον αστείες και αδέξια σκηνοθετημένες, αλλά σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι ραγδαίες και αδικαιολόγητες αλλαγές χαρακτήρων από "κακούς" σε "καλούς" και αντιστρόφως. Ειδικά η σχεδόν άμεση μετατροπή του αρχικού αδίστακτου καθάρματος σε τύπο που θυσιάζει τα πάντα για να βοηθήσει την κοινότητα φαίνεται απίστευτη. Το στοιχείο όμως που κάνει το φιλμ κάπως να ξεχωρίζει είναι ότι διαθέτει μία πρώιμη οικολογική ματιά : Τα δέντρα δεν πρέπει να κοπούν (κόντρα σε κάθε οικονομικό συμφέρον) απλώς διότι είναι πανέμορφα, επιβλητικά, είναι το μεγαλείο της φύσης προσωποποιημένο. Βεβαίως η ματιά αυτή εδώ υπάρχει για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, αλλά μιλάμε για μια εποχή που ο όρος οικολογία ήταν άγνωστος. Οπότε, έστω και έτσι, το όλο πράγμα έχει την αξία του. Εξ άλλου γινόμαστε μάρτυρες μιας (μάλλον ακούσιας) άγριας κόντρας του στυγνού καπιταλισμού που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα με το συμφέρον της κοινότητας, πράγμα τόσο επίκαιρο, δυστυχώς, σήμερα... Φυσικά η ταινία δεν φαντάζομαι ότι είχε την παραμικρή συνειδητή πολιτικής φύσης βλέψη, να όμως που καμιά φορά "από μικρό κι από τρελό"...
Τετάρτη, Ιουλίου 13, 2016
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΡΟΥΣΟΥΖΗ "ΚΥΡΙΟΥ ΟΒΕ"
Το έχουμε δει πολλές φορές στο σινεμά, σε ποικίλες παραλλαγές: Ο μίζερος, γρουσούζης, καυγατζής και άλλα τέτοια (συνήθως) ηλικιωμένος κύριος, που (συνήθως) ζει μόνος και, παρά τη μισητή επιφάνεια "κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Ιδού λοιπόν και μια σουηδική παραλλαγή: "Ο κύριος Όβε" (En man som hete Ove) του 2015 του Hannes Holm διαθέτει όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Ο ομώνυμος 60χρονος ήρωας έχει σχετικά πρόσφατα χάσει την αγαπημένη του γυναίκα, το μόνο πλάσμα που λάτρευε, και είναι ο απόλυτος γρουσούζης (σε υπερβολικό βαθμό). Κακός και αγενής με τους πάντες, μοιάζει να μισεί όλον τον κόσμο. Είναι κάτι σαν διαχειριστής σε ένα περιφραγμένο συγκρότημα κατοικιών, κλειστό θαρρείς από τον έξω κόσμο. Και μια μικρή λεπτομέρεια: ο κ. Όβε κάθε λίγο προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Την μίζερη αυτή ρουτίνα θα διαταράξει η άφιξη μιας φασαριόζικης οικογένειας απέναντι, που αποτελείται από ένα ζεύγος με σουηδό σύζυγο, ιρανή μητέρα και ένα κοριτσάκι. Όπως καταλαβαίνετε, πολλά θα αλλάξουν.
Φυσικά πρόκειται για φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, κατά τη γνώμη μου πετυχημένα. Σε διαρκή φλας μπακ βλέπουμε ολόκληρη τη ζωή του Όβε, ο οποίος, για να πούμε την αλήθεια, από μικρός ήταν παράξενος και κλειστός, και τη σχέση με την υπέροχη σύζυγό του, και, σταδιακά, διάφορα μυστικά αποκαλύπτονται. Στο τέλος το φιλμ διαθέτει χώρο και για τη συγκίνηση.
Εκτός του ότι παρακολουθείται ευχάριστα και πετυχαίνει την ισορροπία που είπαμε, κάνει και κριτική (ή σάτιρα) στον "βόρειο", άνετο μεν, αλλά απόλυτα τακτοποιημένο και τυποποιημένο, απόλυτα "λογικό" και, τελικά, στεγνό τρόπο ζωής, φέρνοντάς τον σε αντίθεση με τον συναισθηματικό, εκρηκτικό και "τσαπατσούλικο" νότιο (ή/και τριτοκοσμικό) τρόπο. Μιλά επίσης για τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας, που επιτείνονται από τον ψυχρό τρόπο ζωής που προαναφέραμε. Επίσης τα εκτεταμένα φλας μπακ δίνονται αρκετά στυλιζαρισμένα, αποτελούν μια επίτηδες "τραβηγμένη" ιστορία και διαθέτουν ένα ανεπαίσθητο είδος (σχεδόν) σουρεαλισμού. Τέλος ο πρωταγωνιστής Ραλφ Λάσγκαρντ είναι πολύ καλός και στηρίζει το φιλμ.
Καλά όλα αυτά (αν και πολυειδωμένα), επιτρέψτε μου όμως να γκρινιάξω: Μέχρι πότε όλοι αυτοί οι γρουσούζηδες γερο - παράξενοι θα είναι "κατά βάθος καλοί"; Θέλω να πω ότι ο συγκεκριμένος δεν είναι απλά ενοχλητικός επιφανειακά. Αγγίζει τα όρια του φασισμού. Εθνικιστής (η Σουηδία πάνω απ' όλα), ξενοφοβικός, ομοφοβικός, δεν συμπαθεί τα ζώα... Τι άλλο θέλετε; Γενικά ιδεολογικά είναι το άκρο άωτο της συντήρησης. Με προβληματίζει λίγο το αν τύποι σαν κι αυτόν πρέπει τελικά να δικαιώνονται. Παρά το όποιο background τους.
Ο ομώνυμος 60χρονος ήρωας έχει σχετικά πρόσφατα χάσει την αγαπημένη του γυναίκα, το μόνο πλάσμα που λάτρευε, και είναι ο απόλυτος γρουσούζης (σε υπερβολικό βαθμό). Κακός και αγενής με τους πάντες, μοιάζει να μισεί όλον τον κόσμο. Είναι κάτι σαν διαχειριστής σε ένα περιφραγμένο συγκρότημα κατοικιών, κλειστό θαρρείς από τον έξω κόσμο. Και μια μικρή λεπτομέρεια: ο κ. Όβε κάθε λίγο προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Την μίζερη αυτή ρουτίνα θα διαταράξει η άφιξη μιας φασαριόζικης οικογένειας απέναντι, που αποτελείται από ένα ζεύγος με σουηδό σύζυγο, ιρανή μητέρα και ένα κοριτσάκι. Όπως καταλαβαίνετε, πολλά θα αλλάξουν.
Φυσικά πρόκειται για φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, κατά τη γνώμη μου πετυχημένα. Σε διαρκή φλας μπακ βλέπουμε ολόκληρη τη ζωή του Όβε, ο οποίος, για να πούμε την αλήθεια, από μικρός ήταν παράξενος και κλειστός, και τη σχέση με την υπέροχη σύζυγό του, και, σταδιακά, διάφορα μυστικά αποκαλύπτονται. Στο τέλος το φιλμ διαθέτει χώρο και για τη συγκίνηση.
Εκτός του ότι παρακολουθείται ευχάριστα και πετυχαίνει την ισορροπία που είπαμε, κάνει και κριτική (ή σάτιρα) στον "βόρειο", άνετο μεν, αλλά απόλυτα τακτοποιημένο και τυποποιημένο, απόλυτα "λογικό" και, τελικά, στεγνό τρόπο ζωής, φέρνοντάς τον σε αντίθεση με τον συναισθηματικό, εκρηκτικό και "τσαπατσούλικο" νότιο (ή/και τριτοκοσμικό) τρόπο. Μιλά επίσης για τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας, που επιτείνονται από τον ψυχρό τρόπο ζωής που προαναφέραμε. Επίσης τα εκτεταμένα φλας μπακ δίνονται αρκετά στυλιζαρισμένα, αποτελούν μια επίτηδες "τραβηγμένη" ιστορία και διαθέτουν ένα ανεπαίσθητο είδος (σχεδόν) σουρεαλισμού. Τέλος ο πρωταγωνιστής Ραλφ Λάσγκαρντ είναι πολύ καλός και στηρίζει το φιλμ.
Καλά όλα αυτά (αν και πολυειδωμένα), επιτρέψτε μου όμως να γκρινιάξω: Μέχρι πότε όλοι αυτοί οι γρουσούζηδες γερο - παράξενοι θα είναι "κατά βάθος καλοί"; Θέλω να πω ότι ο συγκεκριμένος δεν είναι απλά ενοχλητικός επιφανειακά. Αγγίζει τα όρια του φασισμού. Εθνικιστής (η Σουηδία πάνω απ' όλα), ξενοφοβικός, ομοφοβικός, δεν συμπαθεί τα ζώα... Τι άλλο θέλετε; Γενικά ιδεολογικά είναι το άκρο άωτο της συντήρησης. Με προβληματίζει λίγο το αν τύποι σαν κι αυτόν πρέπει τελικά να δικαιώνονται. Παρά το όποιο background τους.
Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2016
"ΟΙΩΝΟΣ" : ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΠΕΡΙ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΗΣ ΠΙΣΤΗΣ(!)
Τελικά νομίζω ότι ο M. Night Shyamalan έχει κάνει μόνο μία απόλυτα
ικανοποιητική ταινία, την "6η Αίσθηση". Και κάποια άλλα του μου
άρεσαν σχετικά, αλλά... Όσο για τον "Οιωνό" (Signs) του 2002, ε, αυτό
μπορώ να πω ότι είναι η χειρότερή μου (ιδεολογικά τουλάχιστον).
Ένας χήρος, πρώην ιερέας που τώρα έχει χάσει την πίστη του, ζει
στην σχετικά απομονωμένη φάρμα του με τον αδελφό του και τα δύο μικρά παιδιά
του. Κάποια στιγμή στη φυτεία με τα καλαμπόκια του εμφανίζονται μυστηριώδη,
περίεργα σύμβολα. Από την τηλεόραση μαθαίνουν ότι παρόμοια φαινόμενα συμβαίνουν
σε ολόκληρο τον κόσμο. Σύντομα όλοι αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για εξωγήινη
εισβολή.
Κατ' αρχήν θα πω ότι στο μεγαλύτερό της μέρος η ταινία
παρακολουθείται κατά τη γνώμη μου ευχάριστα και καταφέρνει να δημιουργεί
σασπένς. Το άλλο θετικό είναι ότι μιλά για μια παγκόσμια εξωγήινη εισβολή δίχως
να χρησιμοποιεί ούτε ένα εφέ, δίχως τη λογική των διαφόρων "Ημερών
Ανεξαρτησίας". Αντιμετωπίζει το θέμα αυτό σχεδόν σαν θρίλερ δωματίου - και
καταφέρνει αρκετά να δημιουργήσει ανατριχίλες. Καλό λοιπόν το μέρος της
σκηνοθεσίας. Το σενάριο όμως τι το ήθελε;
Πάμε λοιπόν στα αρνητικά. Κατ' αρχήν - πέραν του μοτίβου της
εισβολής - πρόκειται στην ουσία για ένα χριστιανικό φιλμ, που θα μπορούσε
κάλλιστα να έχει χρηματοδοτηθεί από τις εταιρίες που παράγουν κατά κόρον τέτοια
στην Αμερική, και γνωρίζουν και επιτυχία (μόνο εκεί εννοείται). Το θέμα που
υποβόσκει διαρκώς είναι αυτό της πίστης στο Θεό, αν αυτή έχει νόημα, αν
υπάρχουν "αποδείξεις" για να στηριχτεί κλπ. Τελικά (αλίμονο τώρα) η
πίστη θα ξαναβρεθεί με ένα επιχείρημα επιεικώς ηλίθιο - κατά την προσωπική μου
γνώμη πάντα. Και το ίδιο αφελές είναι κι αυτό που συμβαίνει με την εισβολή που
λέγαμε, το περίφημο "γύρισμα", η "μεγάλη έκπληξη" που πάντα
επιφυλάσσει ο Shyamalan στο τέλος των ταινιών του. Στο συγκεκριμένο φιλμ η
αφέλεια χτυπάει κυριολεκτικά κόκκινο. Δυστυχώς δεν μπορώ να συζητήσω άλλο τους παραπάνω ισχυρισμούς μου, διότι θα ήταν κάτι παραπάνω από spoiler.
Εν κατακλείδει σπάνια έχω δει ταινία τόσο ευχάριστη αρχικά, με τόσο
ηλίθιο και απογοητευτικό τέλος. Ουφ!
ΥΓ: Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με τη γραμματοσειρά, που δεν αλλάζει με τίποτα. Τα computer είναι του διαβόλου, βλέπετε, αφείστε που μπορεί να τα κατευθύνουν οι γνωστοί εξωγήινοι...Κυριακή, Ιουλίου 10, 2016
Η ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ ΤΟΥ "GUMMO"
Δεν ξέρω αν είσαστε εξοικειωμένοι με ταινίες του Larry Clark (όπως το "Kids" για παράδειγμα) και αν μπορείτε να αντέξετε το σινεμά αυτού του είδους. Σεναριογράφος αρχικά της παραπάνω ταινίας, ο Harmony Korine γυρίζει το 1997 το πρώτο του φιλμ, το περιβόητο "Gummo", οδηγώντας το πράγμα σε ακόμη πιο σοκαριστικά άκρα.
Τι ακριβώς είναι το "Gummo"; Ένα φιλμ δίχως υπόθεση, σχεδόν πειραματικό, δίχως γραμμική αφήγηση, που απαρτίζεται από σκόρπιες, τυχαία βαλμένες θαρρείς, σχεδόν πάντοτε όμως ενοχλητικές σκηνές, που η αισθητική τους και η "βρώμικη" φωτογραφία παραπέμπουν σε ντοκιμαντέρ. Όλα συμβαίνουν σε μια πόλη του Οχάιο που χτυπήθηκε από τυφώνα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισοί κάτοικοι και να καταστραφεί η μισή πόλη. Το φιλμ παρακολουθεί τις ζωές διαφόρων κατοίκων, εφήβων κυρίως - αλλά και των μεγαλύτερών τους, των οποίων οι ποικίλες συμπεριφορές είναι τουλάχιστον σοκαριστικές. Στο επίκεντρο δυο έφηβοι φίλοι με απόλυτα παραβατική ζωή: Σκοτώνουν γάτες, σνιφάρουν κόλα, κάνουν έρωτα με μια καθυστερημένη, την οποία εκπορνεύει ο σύζυγός της... για να αναφέρουμε μερικά μόνο. Το κοινωνικό τους περιβάλλον μοιάζει να αποτελείται αποκλειστικά από τέρατα: Μια νεαρή καθυστερημένη, ένας μαύρος νάνος, ένα 12χρονο τραβεστί, ένα αγόρι ντυμένο μόνιμα ... ροζ κουνέλι... για να αναφέρουμε και πάλι μερικούς μόνο απ' αυτούς. Η συμπεριφορά των πάντων είναι - για να το χαρακτηρίσουμε με μια λέξη - μηδενιστική.
Με μια λέξη επίσης θα προσπαθήσω να χαρακτηρίσω την ταινία: Ενοχλητική (θα μπορούσα να πω απωθητική). Όλοι πασχίζουν να διασκεδάσουν με τρόπους από κοινωνικά απαράδεκτους έως απλώς ανεγκέφαλους. Το όλο περιβάλλον μοιάζει με κόλαση κατοικημένη από τέρατα. Κανένας δεν ενστερνίζεται την παραμικρή αξία. Εμείς παρακολουθούμε απλώς σκόρπιες, ασύνδετες φάσεις από τις μίζερες (εφιαλτικές καλύτερα) ζωές τους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την έντονη αίσθηση ντοκιμαντέρ, κάνουν αυτό που αρχικά χαρακτήρισα σαν σημαντικότερη αίσθηση που αφήνει η παρακολούθηση της ταινίας: Απώθηση.
Ίσως ο Korine προσπαθεί να καταγράψει τον απόλυτο "πάτο" της Αμερικής. Ίσως πάλι να επινοεί ό,τι πιο νοσηρό - και καθημερινό ταυτόχρονα - μπορεί για να ενοχλήσει, δρώντας έτσι ως προβοκάτορας. Όποια κι αν είναι η πρόθεσή του, ο θεατής για το μόνο που είναι σίγουρος είναι ότι δεν θα ήθελε να ζει σ' αυτό το μέρος. Έτσι λοιπόν την ταινία ή τη μισείς βαθύτατα (πολλοί μάλιστα θα τη σταματήσουν στη μέση δίχως καν να τη δουν ολόκληρη) ή θαυμάζεις το θράσος, την τόλμη και τον απόλυτο μηδενισμό της (ηθικές αξίες; Τι διάβολο είναι αυτό;) Διαλέγετε και παίρνετε. Ό,τι και να αποφασισετε πάντως, δείτε το με δική σας ευθύνη. Αν αηδιάσετε, εγώ σας προειδοποίησα.
Τι ακριβώς είναι το "Gummo"; Ένα φιλμ δίχως υπόθεση, σχεδόν πειραματικό, δίχως γραμμική αφήγηση, που απαρτίζεται από σκόρπιες, τυχαία βαλμένες θαρρείς, σχεδόν πάντοτε όμως ενοχλητικές σκηνές, που η αισθητική τους και η "βρώμικη" φωτογραφία παραπέμπουν σε ντοκιμαντέρ. Όλα συμβαίνουν σε μια πόλη του Οχάιο που χτυπήθηκε από τυφώνα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισοί κάτοικοι και να καταστραφεί η μισή πόλη. Το φιλμ παρακολουθεί τις ζωές διαφόρων κατοίκων, εφήβων κυρίως - αλλά και των μεγαλύτερών τους, των οποίων οι ποικίλες συμπεριφορές είναι τουλάχιστον σοκαριστικές. Στο επίκεντρο δυο έφηβοι φίλοι με απόλυτα παραβατική ζωή: Σκοτώνουν γάτες, σνιφάρουν κόλα, κάνουν έρωτα με μια καθυστερημένη, την οποία εκπορνεύει ο σύζυγός της... για να αναφέρουμε μερικά μόνο. Το κοινωνικό τους περιβάλλον μοιάζει να αποτελείται αποκλειστικά από τέρατα: Μια νεαρή καθυστερημένη, ένας μαύρος νάνος, ένα 12χρονο τραβεστί, ένα αγόρι ντυμένο μόνιμα ... ροζ κουνέλι... για να αναφέρουμε και πάλι μερικούς μόνο απ' αυτούς. Η συμπεριφορά των πάντων είναι - για να το χαρακτηρίσουμε με μια λέξη - μηδενιστική.
Με μια λέξη επίσης θα προσπαθήσω να χαρακτηρίσω την ταινία: Ενοχλητική (θα μπορούσα να πω απωθητική). Όλοι πασχίζουν να διασκεδάσουν με τρόπους από κοινωνικά απαράδεκτους έως απλώς ανεγκέφαλους. Το όλο περιβάλλον μοιάζει με κόλαση κατοικημένη από τέρατα. Κανένας δεν ενστερνίζεται την παραμικρή αξία. Εμείς παρακολουθούμε απλώς σκόρπιες, ασύνδετες φάσεις από τις μίζερες (εφιαλτικές καλύτερα) ζωές τους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την έντονη αίσθηση ντοκιμαντέρ, κάνουν αυτό που αρχικά χαρακτήρισα σαν σημαντικότερη αίσθηση που αφήνει η παρακολούθηση της ταινίας: Απώθηση.
Ίσως ο Korine προσπαθεί να καταγράψει τον απόλυτο "πάτο" της Αμερικής. Ίσως πάλι να επινοεί ό,τι πιο νοσηρό - και καθημερινό ταυτόχρονα - μπορεί για να ενοχλήσει, δρώντας έτσι ως προβοκάτορας. Όποια κι αν είναι η πρόθεσή του, ο θεατής για το μόνο που είναι σίγουρος είναι ότι δεν θα ήθελε να ζει σ' αυτό το μέρος. Έτσι λοιπόν την ταινία ή τη μισείς βαθύτατα (πολλοί μάλιστα θα τη σταματήσουν στη μέση δίχως καν να τη δουν ολόκληρη) ή θαυμάζεις το θράσος, την τόλμη και τον απόλυτο μηδενισμό της (ηθικές αξίες; Τι διάβολο είναι αυτό;) Διαλέγετε και παίρνετε. Ό,τι και να αποφασισετε πάντως, δείτε το με δική σας ευθύνη. Αν αηδιάσετε, εγώ σας προειδοποίησα.
Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2016
ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟ "ΠΕΙΡΑΜΑ"
Ο Dan Turner είναι βρετανός και γυρίζει την πρώτη του ταινία "Experiment" το 2005 στην Τσεχία, στην Πράγα συγκεκριμένα. Η ταινία είχε επιτυχία σε φεστιβάλ και πέτυχε διεθνή διανομή. Πρόκειται για ένα πραγματικά σκοτεινό θρίλερ, με τέλος που νομίζω ότι δεν θα τολμούσε να επιλέξει χολιγουντιανή ταινία του είδους.
Μια γυναίκα περιπλανιέται στους δρόμους της Πράγας δίχως μνήμη, δίχως να ξέρει ποια είναι και τι κάνει εκεί. Κάποια στιγμή συναντά έναν άντρα που μοιάζει να πάσχει από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο. Σχεδόν από την αρχή μαθαίνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αντικείμενα ενός μυστηριώδους πειράματος και παρακολουθούνται / κατευθύνονται από ένα κρυφό υπόγειο χώρο, όπου κάποιοι (πολύ λίγοι) χειρίζονται τους υπολογιστές που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους. Σιγά - σιγά οι δύο άνθρωποι θα αρχίσουν να μαθαίνουν κάποια στοιχεία για το τι τους συμβαίνει. Μπορούν όμως να αντιδράσουν;
Θρίλερ με στοιχεία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, το φιλμ είναι ιδιαίτερα σκοτεινό σαν γενική διάθεση και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε χάπι εντ και άλλες σχετικές ευκολίες. Το σασπένς και το μυστήριο είναι νομίζω αρκετά για να κρατήσουν τον θεατή, ενώ ενυπάρχει ο έντονος προβληματισμός για τον έλεγχο των ανθρώπων από άλλους - και τη χρησιμοποίησή τους για τους σκοπούς άλλων. Θα επισημάνω επίσης την καλή μουσική που ντύνει τις σκοτεινές εικόνες του φιλμ.
Δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως αρκετά ενδιαφέρον ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρον από πολλά αμερικάνικα και παντελώς άνοστα θρίλερ τρόμου που έρχονται από τις ΗΠΑ και έχουν πραγματικά ρίξει πολύ χαμηλά τον πήχυ του είδους. Και, σημαντικό κι αυτό νομίζω, είναι το ότι πρόκειται για μια εντελώς low budget ταινία, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι τα πολλά λεφτά και τα εντυπωσιακά εφέ σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν για να φτιαχτεί μια καλή ταινία. Η έμπνευση είναι αυτό που χρειάζεται.
Μια γυναίκα περιπλανιέται στους δρόμους της Πράγας δίχως μνήμη, δίχως να ξέρει ποια είναι και τι κάνει εκεί. Κάποια στιγμή συναντά έναν άντρα που μοιάζει να πάσχει από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο. Σχεδόν από την αρχή μαθαίνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αντικείμενα ενός μυστηριώδους πειράματος και παρακολουθούνται / κατευθύνονται από ένα κρυφό υπόγειο χώρο, όπου κάποιοι (πολύ λίγοι) χειρίζονται τους υπολογιστές που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους. Σιγά - σιγά οι δύο άνθρωποι θα αρχίσουν να μαθαίνουν κάποια στοιχεία για το τι τους συμβαίνει. Μπορούν όμως να αντιδράσουν;
Θρίλερ με στοιχεία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, το φιλμ είναι ιδιαίτερα σκοτεινό σαν γενική διάθεση και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε χάπι εντ και άλλες σχετικές ευκολίες. Το σασπένς και το μυστήριο είναι νομίζω αρκετά για να κρατήσουν τον θεατή, ενώ ενυπάρχει ο έντονος προβληματισμός για τον έλεγχο των ανθρώπων από άλλους - και τη χρησιμοποίησή τους για τους σκοπούς άλλων. Θα επισημάνω επίσης την καλή μουσική που ντύνει τις σκοτεινές εικόνες του φιλμ.
Δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως αρκετά ενδιαφέρον ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρον από πολλά αμερικάνικα και παντελώς άνοστα θρίλερ τρόμου που έρχονται από τις ΗΠΑ και έχουν πραγματικά ρίξει πολύ χαμηλά τον πήχυ του είδους. Και, σημαντικό κι αυτό νομίζω, είναι το ότι πρόκειται για μια εντελώς low budget ταινία, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι τα πολλά λεφτά και τα εντυπωσιακά εφέ σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν για να φτιαχτεί μια καλή ταινία. Η έμπνευση είναι αυτό που χρειάζεται.
Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016
"BFG" ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΗ Α ΛΑ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Steven Spielberg, μετά τη "σοβαρή" "Γέφυρα των Κατασκόπων", επιστρέφει σ΄αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ' όλα (και ίσως απ' όλους): Στα γλυκά, τρυφερά, ενίοτε συγκινητικά παραμύθια, που βλέπονται από μικρούς και μεγάλους και περιέχουν και τα θετικά τους μηνύματα. Σ΄ αυτά ακριβώς ανήκει το "The BFG" (Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας) του 2016, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του μεγάλου παραμυθά Roald Dahl.
Ένας γίγαντας ύψους 7 μέτρων απάγει τη μικρή Σόφι από το ορφανοτροφείο όπου ζει ("αναγκάζεται" να την απαγάγει επειδή τον είδε, ενώ αυτός πρέπει να παραμένει αόρατος όταν βρίσκεται στην πόλη) και τη μεταφέρει στη μαγική και ονειρική Γιγαντοχώρα. Εκεί όλα είναι υπέροχα... εκτός από τους άλλους, πολύ μεγαλύτερους και δυνατότερους γίγαντες από τον δικό μας, οι οποίοι - σε αντίθεση μ' αυτόν - τυχαίνει να είναι φανατικά ανθρωποφάγοι. Μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς ξεκινά, αλλά και μια βαθιά φιλία ανάμεσα στον γίγαντα και το κοριτσάκι.
Ο Spielberg ξέρει καλά, βεβαίως, να στήνει μια εντυπωσιακή, θεαματική και μαγική ατμόσφαιρα - στην Γιγαντοχώρα κυρίως. Άψογα ψηφιακά εφέ και πολλή φαντασία συντελούν σ' αυτό και σε μερικές σκηνές απογειώνουν το φιλμ. Ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα προσφιλή του θέματα (τα οποία βεβαίως είναι και πολύ μόδα στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο): Την αποδοχή της διαφορετικότητας: (και οι δύο ήρωες είναι ένα είδος απόκληρων στους κόσμους τους), και το θέμα της φιλίας, μιας φιλίας που μπορεί να ανθίσει παρά τις τερατώδεις σωματικές διαφορές των δύο. Ταυτόχρονα το φιλμ παραμένει γλυκό, τρυφερό, γεμάτο παιδικότητα και χιούμορ - δίχως, όπως είπαμε, να ενοχλεί τους μεγάλους. Ωστόσο προς το τέλος, όταν εμπλέκεται στην ιστορία η βασίλισσα της Βρετανίας, το όλο πράγμα κάνει κατά τη γνώμη μου κάποια κοιλιά ή μάλλον πλημμυρίζει από υπερβολική αφέλεια (όσο κι αν μιλάμε για παραμύθι, έχοντας στο μυαλό τον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορώ να φανταστώ αυλικούς, πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς, να φέρονται με τόσο υπέροχο τρόπο στον "διαφορετικό" γίγαντα. Μου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό... Βλέπετε, όταν η φαντασία απογειώνεται και δημιουργεί κάθε λογής καινούριους κόσμους, τα πάντα είναι αποδεκτά. Όταν όμως στη φαντασία παρεισφρύουν ρεαλιστικά στοιχεία, στοιχεία της πραγματικότητας - κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά ή μεταφορικά - και αυτά δείχνονται τόσο διαφορετικά απ' όσο είναι, τότε το πράγμα μου φαίνεται ότι "κλωτσάει").
Γενικά πάντως είδα την ταινία ευχάριστα, απόλαυσα για μια ακόμα φορά το θέαμα και την γλυκύτητα (υπερβολική πάντως, είναι γεγονός ότι θα την προτιμούσα πιο σκοτεινή) του κατ' εξοχή παραμυθά του σινεμά, αλλά έφυγα με την αίσθηση της επανάληψης. Νομίζω ότι ο Spielberg εξακολουθεί ως ένα βαθμό να είναι μαγικός, πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να μας μαγέψει με τον ίδιο τρόπο που μπορούσε κάποτε...
Ένας γίγαντας ύψους 7 μέτρων απάγει τη μικρή Σόφι από το ορφανοτροφείο όπου ζει ("αναγκάζεται" να την απαγάγει επειδή τον είδε, ενώ αυτός πρέπει να παραμένει αόρατος όταν βρίσκεται στην πόλη) και τη μεταφέρει στη μαγική και ονειρική Γιγαντοχώρα. Εκεί όλα είναι υπέροχα... εκτός από τους άλλους, πολύ μεγαλύτερους και δυνατότερους γίγαντες από τον δικό μας, οι οποίοι - σε αντίθεση μ' αυτόν - τυχαίνει να είναι φανατικά ανθρωποφάγοι. Μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς ξεκινά, αλλά και μια βαθιά φιλία ανάμεσα στον γίγαντα και το κοριτσάκι.
Ο Spielberg ξέρει καλά, βεβαίως, να στήνει μια εντυπωσιακή, θεαματική και μαγική ατμόσφαιρα - στην Γιγαντοχώρα κυρίως. Άψογα ψηφιακά εφέ και πολλή φαντασία συντελούν σ' αυτό και σε μερικές σκηνές απογειώνουν το φιλμ. Ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα προσφιλή του θέματα (τα οποία βεβαίως είναι και πολύ μόδα στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο): Την αποδοχή της διαφορετικότητας: (και οι δύο ήρωες είναι ένα είδος απόκληρων στους κόσμους τους), και το θέμα της φιλίας, μιας φιλίας που μπορεί να ανθίσει παρά τις τερατώδεις σωματικές διαφορές των δύο. Ταυτόχρονα το φιλμ παραμένει γλυκό, τρυφερό, γεμάτο παιδικότητα και χιούμορ - δίχως, όπως είπαμε, να ενοχλεί τους μεγάλους. Ωστόσο προς το τέλος, όταν εμπλέκεται στην ιστορία η βασίλισσα της Βρετανίας, το όλο πράγμα κάνει κατά τη γνώμη μου κάποια κοιλιά ή μάλλον πλημμυρίζει από υπερβολική αφέλεια (όσο κι αν μιλάμε για παραμύθι, έχοντας στο μυαλό τον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορώ να φανταστώ αυλικούς, πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς, να φέρονται με τόσο υπέροχο τρόπο στον "διαφορετικό" γίγαντα. Μου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό... Βλέπετε, όταν η φαντασία απογειώνεται και δημιουργεί κάθε λογής καινούριους κόσμους, τα πάντα είναι αποδεκτά. Όταν όμως στη φαντασία παρεισφρύουν ρεαλιστικά στοιχεία, στοιχεία της πραγματικότητας - κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά ή μεταφορικά - και αυτά δείχνονται τόσο διαφορετικά απ' όσο είναι, τότε το πράγμα μου φαίνεται ότι "κλωτσάει").
Γενικά πάντως είδα την ταινία ευχάριστα, απόλαυσα για μια ακόμα φορά το θέαμα και την γλυκύτητα (υπερβολική πάντως, είναι γεγονός ότι θα την προτιμούσα πιο σκοτεινή) του κατ' εξοχή παραμυθά του σινεμά, αλλά έφυγα με την αίσθηση της επανάληψης. Νομίζω ότι ο Spielberg εξακολουθεί ως ένα βαθμό να είναι μαγικός, πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να μας μαγέψει με τον ίδιο τρόπο που μπορούσε κάποτε...
Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2016
"REVOLVER" Ή ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
"Αν δεις μια ταινία του Guy Ritchie είναι σα να τις έχεις δει όλες" μου έχουν πει αρκετοί σε συζητήσεις - και μάλλον συμφωνώ. Ναι, αλλά τουλάχιστον αυτή η επανάληψη είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστική. Εκτός, κατά τη γνώμη μου, από το "Revolver" του 2005. Αυτό είναι μόνο κουραστικό.
Ένας σούπερ τύπος βγαίνει μετά από 7 χρόνια από τη φυλακή (από την απομόνωση μάλιστα). Στο μυαλό του κυριαρχεί η σκέψη να εκδικηθεί αυτόν που τον έστειλε εκεί, έναν βίαιο και στα όρια της παράνοιας ιδιοκτήτη καζίνου. Ο ήρωάς μας, που ξέρει πολύ καλά να περιμένει, κερδίζει πολλά λεφτά από τον τζόγο και μετά δύο χρόνια ξαναπιάνει το σχέδιο εκδίκησης. Τότε συμβαίνουν διάφορα: Από γιατρούς μαθαίνει ότι του έχουν απομείνει τρεις μόλις μέρες ζωής, ο εχθρός του δίνει εντολή στους ανθρώπους του να τον σκοτώσουν, ενώ δύο άγνωστοι, μυστηριώδεις τύποι, μοιάζουν να τον προστατεύουν διαρκώς - με το αζημείωτο όμως. Από εκεί και πέρα... μπάχαλο.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί κι εδώ βέβαια το εντυπωσιακό στιλ σκηνοθεσίας που ξέρουμε πολύ καλά (επαναλαμβανόμενο πάντως, όπως λέγαμε στην αρχή), φτιάχνει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, βάζει τους ηθοποιούς να μιλούν ψιθυριστά και υποβλητικά (υποτίθεται), χρησιμοποιεί μέχρι τελικής πτώσης διάφορες διαρκώς επαναλαμβανόμενες βαρύγδουπες και με βαθύ (υποτίθεται πάλι) νόημα ατάκες, μας πρήζει με το σκάκι και τη φιλοσοφία του... και μετά τα μισά κάνει και μια κωλοτούμπα και η "γκαγκστερική" αρχικά ταινία παίρνει μια σχεδον μεταφυσική τροπή. Μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως πλήθος από προβλήματα συσσωρεύονται: Το σενάριο γίνεται όλο και πιο μπερδεμένο και με κενά, ίσως και ακατανόητο και οι "φιλοσοφικές" ατάκες πολλαπλασιάζονται σε βαθμό κακουργήματος, για να καταλήξουμε σε φιλοσοφικό - αυτοψυχαναλυτικό ή δεν ξέρω τι άλλο τέλος, που το βρήκα πραγματικά για κλάματα.
Ξέρετε το συνηθέστατο στο σινεμά "κόλπο" όπου στο μυαλό του ήρωα κάποια στιγμή επαναλαμβάνεται (που σημαίνει ότι εκείνος θυμάται) μια πολύ σύντομη σκηνή ή/και ατάκα που έχουμε ξαναδεί/ ξαναακούσει σε προηγούμενο μέρος του φιλμ, η οποία θα παίξει καθοριστικο ρόλο στο παρόν. Ε, λοιπόν, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο συχνή χρήση αυτής της αφηγηματικής τεχνικής. Κάθε τρεις και λίγο σκηνές ή ατάκες από την αρχή του φιλμ επεναλαμβάνονται κατά τη διάρκειά του. Γενικά δεν έχω ξαξαδεί τόσες αμπελοφιλοσοφίες και "πλήρη νοήματος" υποτίθεται τσιτάτα μαζεμένα σε μια ταινία, να πέφτουν βροχή. Τι να πω...
Ας μη σας κουράζω άλλο. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για τη χειρότερη ταινία του συνήθως διασκεδαστικού Ritchie.
Ένας σούπερ τύπος βγαίνει μετά από 7 χρόνια από τη φυλακή (από την απομόνωση μάλιστα). Στο μυαλό του κυριαρχεί η σκέψη να εκδικηθεί αυτόν που τον έστειλε εκεί, έναν βίαιο και στα όρια της παράνοιας ιδιοκτήτη καζίνου. Ο ήρωάς μας, που ξέρει πολύ καλά να περιμένει, κερδίζει πολλά λεφτά από τον τζόγο και μετά δύο χρόνια ξαναπιάνει το σχέδιο εκδίκησης. Τότε συμβαίνουν διάφορα: Από γιατρούς μαθαίνει ότι του έχουν απομείνει τρεις μόλις μέρες ζωής, ο εχθρός του δίνει εντολή στους ανθρώπους του να τον σκοτώσουν, ενώ δύο άγνωστοι, μυστηριώδεις τύποι, μοιάζουν να τον προστατεύουν διαρκώς - με το αζημείωτο όμως. Από εκεί και πέρα... μπάχαλο.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί κι εδώ βέβαια το εντυπωσιακό στιλ σκηνοθεσίας που ξέρουμε πολύ καλά (επαναλαμβανόμενο πάντως, όπως λέγαμε στην αρχή), φτιάχνει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, βάζει τους ηθοποιούς να μιλούν ψιθυριστά και υποβλητικά (υποτίθεται), χρησιμοποιεί μέχρι τελικής πτώσης διάφορες διαρκώς επαναλαμβανόμενες βαρύγδουπες και με βαθύ (υποτίθεται πάλι) νόημα ατάκες, μας πρήζει με το σκάκι και τη φιλοσοφία του... και μετά τα μισά κάνει και μια κωλοτούμπα και η "γκαγκστερική" αρχικά ταινία παίρνει μια σχεδον μεταφυσική τροπή. Μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως πλήθος από προβλήματα συσσωρεύονται: Το σενάριο γίνεται όλο και πιο μπερδεμένο και με κενά, ίσως και ακατανόητο και οι "φιλοσοφικές" ατάκες πολλαπλασιάζονται σε βαθμό κακουργήματος, για να καταλήξουμε σε φιλοσοφικό - αυτοψυχαναλυτικό ή δεν ξέρω τι άλλο τέλος, που το βρήκα πραγματικά για κλάματα.
Ξέρετε το συνηθέστατο στο σινεμά "κόλπο" όπου στο μυαλό του ήρωα κάποια στιγμή επαναλαμβάνεται (που σημαίνει ότι εκείνος θυμάται) μια πολύ σύντομη σκηνή ή/και ατάκα που έχουμε ξαναδεί/ ξαναακούσει σε προηγούμενο μέρος του φιλμ, η οποία θα παίξει καθοριστικο ρόλο στο παρόν. Ε, λοιπόν, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο συχνή χρήση αυτής της αφηγηματικής τεχνικής. Κάθε τρεις και λίγο σκηνές ή ατάκες από την αρχή του φιλμ επεναλαμβάνονται κατά τη διάρκειά του. Γενικά δεν έχω ξαξαδεί τόσες αμπελοφιλοσοφίες και "πλήρη νοήματος" υποτίθεται τσιτάτα μαζεμένα σε μια ταινία, να πέφτουν βροχή. Τι να πω...
Ας μη σας κουράζω άλλο. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για τη χειρότερη ταινία του συνήθως διασκεδαστικού Ritchie.
Παρασκευή, Ιουλίου 01, 2016
ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ, ΑΛΛΑ... ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ "ΦΑΜΙΛΙΑ"
Αν και γνωρίζω σχετικά λίγα γι' αυτό, το αργεντίνικο σινεμά μας έχει δώσει κατά καιρούς αξιόλογα δείγματα. Ένας από τους γνωστούς σκηνοθέτες του, ο Pablo Trapero, γυρίζει το 2015 την ανατριχιαστική "Φαμίλια" (El Clan), βασισμένη (για να κάνει χειρότερα τα πράγματα) σε αληθινή ιστορία της δεκαετίας του 80.
Τι θα λέγατε αν μια καθ' όλα αξιοσέβαστη μεσοαστική οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 4 παιδιά) λειτουργεί σαν εγκληματική, αιμοσταγής συμμορία; Εγκέφαλος είναι ο πατέρας, βοηθός του ο μεγάλος γιος (και αργότερα και ο δεύτερος), ενώ η μητέρα γνωρίζει τα πάντα (οι δύο κόρες είναι μικρές ακόμα). Αυτοί λοιπόν απάγουν πλούσιους (νεαρούς κυρίως, αλλά όχι μόνο), τους κρατάνε κλεισμένους στα ασφαλή υπόγεια του σπιτιού, παίρνουν τα υψηλά λίτρα που απαιτούν και στη συνέχεια, αδίστακτα, εκτελούν τους απαχθέντες. Βέβαια ο πατέρας γνωρίζει καλά το "know how", αφού είχε στενές σχέσεις με το αιμοσταγές φασιστικό καθεστώς που κυβερνούσε τη χώρα μέχρι το 1982, όπου συμμετείχε σε απαγωγές "εξαφανισμένων" πολιτικών αντιπάλων. Απλώς, μετά την πτώση της χούντας και τον εκδημοκρατισμό, συνέχισε, αυτή τη φορά για προσωπικό του όφελος.
Η ταινία σοκάρει όχι με σκηνές βίας ή σπλάτερ (ελάχιστα τέτοια δείχνονται), αλλά με την καθησυχαστική, καθημερινή, συντηρητική, απόλυτα "καθώς πρέπει" και αξιοσέβαστη επιφάνεια που καλύπτει την οικογένεια. Και γίνεται εφιαλτική τόσο με την φοβερή ψυχρότητα, την απόλυτη πίστη ότι όλα γίνονται "για το καλό της οικογένειας και το μέλλον των παιδιών" του πατέρα όσο και με την απόλυτη έλλειψη κάθε ηθικού ενδοιασμού ενός ανθρώπου τυπικού, που ανησυχεί για την έξωθεν εικόνα της φαμίλιας, για το τι θα πουν οι άλλοι, που σκουπίζει κάθε πρωί το πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του...
Φυσικά η ταινία μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα είδος αλληγορίας για το τι μπορεί να κρύβεται κάτω από μια τόσο λουστραρισμένη και άψογη εικόνα, όσο και ως πολιτικό σχόλιο για τις σχέσεις φασισμού και ανθρώπινης ηθικής, για την πολιτική διαπλοκή (ύποπτες σχέσεις συνέχισαν φυσικά να υπάρχουν και μετά τον εκδημοκρατισμό, καθώς για μια ακόμα φορά κάθαρση σε βάθος δεν έγινε), αλλά και μια καταγγελία της κάθε είδους απληστίας, ακόμα κι αν αυτή μεταφράζεται στην ανάγκη να "ανέβουμε" κοινωνικά. Ταυτόχρονα, με διακριτικό τρόπο, καταγράφει και την πνιγηρή ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι, την "εσωτερική" δικτατορία που ασκεί ο πατέρας εκεί, πάντοτε όμως με ευγένεια και διακριτικότητα, δίχως ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής, πραγματικά "με το γάντι".
Ενδιαφέρον φιλμ, με μπρος - πίσω αφήγηση στο χρόνο, που λειτουργεί και σαν ένα είδος θρίλερ.
Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2016
ΕΝΑ ΑΚΡΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ "ΦΙΛΙ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ"
Βρισκόμαστε στα 1956. Ο Gerd Oswald (1919-1989) είναι γερμανός αλλά, όπως πάμπολλοι ευρωπαίοι, ζει και δουλεύει στο Χόλιγουντ. Τη χρονιά αυτή λοιπόν γυρίζει το "Ένα Φιλί πριν Πεθάνεις" (A Kiss Before Dying) με έναν νεαρότατο τότε Ρόμπερτ Βάγκνερ στον βασικό ρόλο.
Ένας νεαρός φοιτητής αφήνει έγκυο την κοπέλα του. Αυτό συνεπάγεται ότι η τελευταία θα αποκληρωθεί από τον πλούσιο και αυστηρό πατέρα της, οπότε ο νεαρός θα χάσει όσα ήλπιζε να κερδίσει από έναν πιθανό γάμο. Η στάση του αλλάζει ριζικά και όλο και πιο σκοτεινά σχέδια για το μέλλον της κοπέλας εξυφαίνονται στο μυαλό του. Μέχρι πού μπορεί άραγε να φτάσει για τα λεφτά;
Η ταινία είναι μια πετυχημένη μίξη ειδών. Ξεκινά σαν νεανικό μελόδραμα, χρησιμοποιώντας μάλιστα το στιλ του είδους (έντονα χρώματα, μουσική κλπ.). Σύντομα όμως θα εκπλήξει τον θεατή καθώς τα πράγματα παίρνουν μια όλο και πιο σκοτεινή τροπή, για να μετατραπεί τελικά σε ένα καλό κατά τη γνώμη μου θρίλερ. Ακόμα και τότε όμως το αισθηματικό στοιχείο (και το αντίστοιχο ύφος που το συνοδεύει) υπάρχει και μπλέκεται με την "εγκληματική" ιστορία.
Στο κέντρο όλων αυτών η φιγούρα του νεαρού, ενός αδίστακτου και με ανατριχιαστικά ψυχρή λογική ανθρώπου, που μόνος στόχος του είναι το κέρδος, τα λεφτά. Η ηθική έχει εκλείψει παντελώς. Το "αμερικάνικο όνειρο", βλέπετε, μπορεί να κατακτηθεί και μέσω της "πλαγίας οδού", κοινώς με αθέμιτα (επιεικώς) μέσα. Γι' αυτό και μόνο, για τον εξωτερικά γοητευτικό, πλην όμως απόλυτα ανήθικο βασικό χαρακτήρα, αξίζει να ψάξετε το φιλμ.
Και κάτι άλλο: Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού για τον κινηματογράφο συγγραφέα Ira Levin, το οποίο γράφτηκε το 1953. Η Patricia Highsmith γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα με ήρωα τον πασίγνωστο Ρίπλεϊ το 1956. Αν έχετε διαβάσει τα βιβλία ή έχετε δει κάποιες από τις ταινίες που βασίστηκαν σ' αυτόν, θα διαπιστώσετε ότι ο βασικός χαρακτήρας του "A Kiss..." θυμίζει πολύ στον Ρίπλεϊ. Και προηγείται κατά 3 χρόνια!
ΥΓ: Η ταινία γνώρισε ένα μάλλον αδιάφορο ριμέικ με τον Ματ Ντίλον το 1991.
Ένας νεαρός φοιτητής αφήνει έγκυο την κοπέλα του. Αυτό συνεπάγεται ότι η τελευταία θα αποκληρωθεί από τον πλούσιο και αυστηρό πατέρα της, οπότε ο νεαρός θα χάσει όσα ήλπιζε να κερδίσει από έναν πιθανό γάμο. Η στάση του αλλάζει ριζικά και όλο και πιο σκοτεινά σχέδια για το μέλλον της κοπέλας εξυφαίνονται στο μυαλό του. Μέχρι πού μπορεί άραγε να φτάσει για τα λεφτά;
Η ταινία είναι μια πετυχημένη μίξη ειδών. Ξεκινά σαν νεανικό μελόδραμα, χρησιμοποιώντας μάλιστα το στιλ του είδους (έντονα χρώματα, μουσική κλπ.). Σύντομα όμως θα εκπλήξει τον θεατή καθώς τα πράγματα παίρνουν μια όλο και πιο σκοτεινή τροπή, για να μετατραπεί τελικά σε ένα καλό κατά τη γνώμη μου θρίλερ. Ακόμα και τότε όμως το αισθηματικό στοιχείο (και το αντίστοιχο ύφος που το συνοδεύει) υπάρχει και μπλέκεται με την "εγκληματική" ιστορία.
Στο κέντρο όλων αυτών η φιγούρα του νεαρού, ενός αδίστακτου και με ανατριχιαστικά ψυχρή λογική ανθρώπου, που μόνος στόχος του είναι το κέρδος, τα λεφτά. Η ηθική έχει εκλείψει παντελώς. Το "αμερικάνικο όνειρο", βλέπετε, μπορεί να κατακτηθεί και μέσω της "πλαγίας οδού", κοινώς με αθέμιτα (επιεικώς) μέσα. Γι' αυτό και μόνο, για τον εξωτερικά γοητευτικό, πλην όμως απόλυτα ανήθικο βασικό χαρακτήρα, αξίζει να ψάξετε το φιλμ.
Και κάτι άλλο: Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού για τον κινηματογράφο συγγραφέα Ira Levin, το οποίο γράφτηκε το 1953. Η Patricia Highsmith γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα με ήρωα τον πασίγνωστο Ρίπλεϊ το 1956. Αν έχετε διαβάσει τα βιβλία ή έχετε δει κάποιες από τις ταινίες που βασίστηκαν σ' αυτόν, θα διαπιστώσετε ότι ο βασικός χαρακτήρας του "A Kiss..." θυμίζει πολύ στον Ρίπλεϊ. Και προηγείται κατά 3 χρόνια!
ΥΓ: Η ταινία γνώρισε ένα μάλλον αδιάφορο ριμέικ με τον Ματ Ντίλον το 1991.
Κυριακή, Ιουνίου 26, 2016
TRUMAN : ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΜΑΤΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΘΑΝΑΤΟ
Ισπανία και Αργεντινή "ενώνουν τις δυνάμεις τους" στο "Truman" του 2015, μια ταινία του ισπανού Cesc Gay με πρωταγωνιστή τον "μόνιμο" πρωταγωνιστή του αργεντίνικου σινεμά (και πάντα πολύ καλό) Ρικάρντο Νταρίν.
Το θέμα της μοιάζει καταθλιπτικό: Ένας μεσήλικας, διαζευγμένος αργεντίνος ηθοποιός του θεάτρου που ζει στη Μαδρίτη με μοναδική παρέα τον σκύλο του Τρούμαν, γνωρίζει ότι του απομένει λίγος ακόμη χρόνος ζωής λόγω καρκίνου. Τότε δέχεται την αιφνίδια επίσκεψη του παλιού καλύτερού του φίλου, που ζει στον Καναδά, ο οποίος θα μείνει για τέσσερεις μέρες με τον φίλο του για να τον αποχαιρετήσει (και ίσως τον πείσει να αλλάξει κάποιες αποφάσεις που έχει πάρει για την ασθένειά του). Οι μέρες αυτές θα εξελιχτούν σε μια σειρά από συναντήσεις, απροσδόκητα ταξίδια, αναπάντεχες θετικές και αρνητικές διαπιστώσεις σε σχέση με φίλους και συγγενείς... κι όλα αυτά κάτω από την αναπόφευκτη σκιά του επερχόμενου τέλους. Και, επιπλέον, μονίμως πλανάται το ερώτημα: Ποιος θα φροντίζει τον Τρούμαν μετά;
Ναι, υπάρχει πολλή συγκίνηση στην ταινία. Ποτέ όμως αυτή δεν γίνεται μελό. Κι οχι μονο αυτό: Σε ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Cesc Gay καταφέρνει να χωρέσει και αρκετό χιούμορ, και κάποιες αναπάντεχες τροπές, ώστε τελικά να ελαφρύνει το όλο πράγμα και να πετύχει μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στό ζοφερό και το γελοίο της ανθρώπινης ύπαρξης, ανάμεσα στα ψέματα (αθώα ή όχι) που λέμε ή ζούμε και τις αλήθειες, συχνά κρυμένες ή δύσκολο να εκφραστούν. Φυσικά τον πρώτο λόγο έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, φιλικές, κοινωνικές, ερωτικές, οικογενειακές: Η ποικιλία τους, οι διαβαθμίσεις από την απόλυτη αλήθεια και την ουσία ως την τυπικότητα και την απλή παραμονή την επιφάνεια, οι εκπλήξεις που κρύβουν... Ο ήρωάς μας, κάτω από την αμείλικτη σκιά του αναπόφευκτου γεγονότος που έρχεται, θα ανακαλύψει ότι μερικά από αυτά που πίστευε για γνωστούς και φίλους δεν είναι ακριβώς σωστά. Και να η ισορροπια που λέγαμε: Οι άλλοι άλλοτε αποδεικνύονται καλύτεροι κι άλλοτε χειρότεροι απ' ότι νομίζαμε. Όλα αυτά εμπεριέχουν ανατροπές και (σχετικά) αναπάντεχες εξελίξεις, που, εκτός φυσικά του ότι σκιαγραφούν την αλήθεια της ζωής, κρατούν αμείωτο και το ενδιαφέρον του θεατή.
Πολύ καλή ταινία, συγκινητική και συχνά αστεία συγχρόνως, αποκαλύπτει νομίζω το κωμικοτραγικό της ζωής (και του θανάτου) των ανθρώπων. Αν προσθέσει κανείς και τις εξαιρετικές ηθοποιίες, τις σεναριακές ανατροπές που λέγαμε και τη γενικότερα αισιόδοξη (μάλλον) ματιά πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα, νομίζω ότι όντως αξίζει. Άλλωστε το φιλμ έχει βραβευτεί με πέντε Γκόγια (τα βραβεία του ισπανόφωνου σινεμά).
Το θέμα της μοιάζει καταθλιπτικό: Ένας μεσήλικας, διαζευγμένος αργεντίνος ηθοποιός του θεάτρου που ζει στη Μαδρίτη με μοναδική παρέα τον σκύλο του Τρούμαν, γνωρίζει ότι του απομένει λίγος ακόμη χρόνος ζωής λόγω καρκίνου. Τότε δέχεται την αιφνίδια επίσκεψη του παλιού καλύτερού του φίλου, που ζει στον Καναδά, ο οποίος θα μείνει για τέσσερεις μέρες με τον φίλο του για να τον αποχαιρετήσει (και ίσως τον πείσει να αλλάξει κάποιες αποφάσεις που έχει πάρει για την ασθένειά του). Οι μέρες αυτές θα εξελιχτούν σε μια σειρά από συναντήσεις, απροσδόκητα ταξίδια, αναπάντεχες θετικές και αρνητικές διαπιστώσεις σε σχέση με φίλους και συγγενείς... κι όλα αυτά κάτω από την αναπόφευκτη σκιά του επερχόμενου τέλους. Και, επιπλέον, μονίμως πλανάται το ερώτημα: Ποιος θα φροντίζει τον Τρούμαν μετά;
Ναι, υπάρχει πολλή συγκίνηση στην ταινία. Ποτέ όμως αυτή δεν γίνεται μελό. Κι οχι μονο αυτό: Σε ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Cesc Gay καταφέρνει να χωρέσει και αρκετό χιούμορ, και κάποιες αναπάντεχες τροπές, ώστε τελικά να ελαφρύνει το όλο πράγμα και να πετύχει μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στό ζοφερό και το γελοίο της ανθρώπινης ύπαρξης, ανάμεσα στα ψέματα (αθώα ή όχι) που λέμε ή ζούμε και τις αλήθειες, συχνά κρυμένες ή δύσκολο να εκφραστούν. Φυσικά τον πρώτο λόγο έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, φιλικές, κοινωνικές, ερωτικές, οικογενειακές: Η ποικιλία τους, οι διαβαθμίσεις από την απόλυτη αλήθεια και την ουσία ως την τυπικότητα και την απλή παραμονή την επιφάνεια, οι εκπλήξεις που κρύβουν... Ο ήρωάς μας, κάτω από την αμείλικτη σκιά του αναπόφευκτου γεγονότος που έρχεται, θα ανακαλύψει ότι μερικά από αυτά που πίστευε για γνωστούς και φίλους δεν είναι ακριβώς σωστά. Και να η ισορροπια που λέγαμε: Οι άλλοι άλλοτε αποδεικνύονται καλύτεροι κι άλλοτε χειρότεροι απ' ότι νομίζαμε. Όλα αυτά εμπεριέχουν ανατροπές και (σχετικά) αναπάντεχες εξελίξεις, που, εκτός φυσικά του ότι σκιαγραφούν την αλήθεια της ζωής, κρατούν αμείωτο και το ενδιαφέρον του θεατή.
Πολύ καλή ταινία, συγκινητική και συχνά αστεία συγχρόνως, αποκαλύπτει νομίζω το κωμικοτραγικό της ζωής (και του θανάτου) των ανθρώπων. Αν προσθέσει κανείς και τις εξαιρετικές ηθοποιίες, τις σεναριακές ανατροπές που λέγαμε και τη γενικότερα αισιόδοξη (μάλλον) ματιά πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα, νομίζω ότι όντως αξίζει. Άλλωστε το φιλμ έχει βραβευτεί με πέντε Γκόγια (τα βραβεία του ισπανόφωνου σινεμά).
Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2016
ΜΙΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ "ΕΛΙΑ"
Η Iciar Bollein είναι ισπανίδα σκηνοθέτης και ηθοποιός. Ο Paul Laverty είναι βρετανός σεναριογράφος, μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του Κεν Λόουτς. Bollein και Laverty είναι ζευγάρι. Λογικό λοιπόν να συνεργάζονται, όπως έκαναν το 2016 με την ταινία "Η Ελιά" (El Olivo), ένα ακόμα φιλμ που δείχνει την ακμή του ισπανικού σινεμά.
Μια παρορμητική και συναισθηματική νεαρή αποφασίζει να βοηθήσει με κάθε θυσία τον αγαπημένο της παππού. Ο τελευταίος έχει πάψει να επικοινωνεί με τους γύρω του και τον τελευταίο καιρό έχει πάψει και να τρώει. Η σταδιακή πτώση είχε αρχίσει προ 12ετίας, όταν οι γιοι του πούλησαν σε γερμανική εταιρία μια πελώρια ελιά ηλικίας πάνω 2000 ετών, που αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η ελιά θα διακοσμήσει τα κεντρικά γραφείς της μεγάλης εταιρίας στο Ντίσελντορφ και μάλιστα θα γίνει και λογότυπό της. Η εγγονή λοιπόν, με έναν φίλο και τον θείο της, θα ξεκινήσει χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για τη Γερμανία για να φέρει πίσω το δέντρο. Κανένα σχέδιο; Όχι μόνο αυτό: Δεν έχει καν πει στους φίλους της την αλήθεια...
Η ταινία είναι ένα γλυκύτατο road movie, διαθέτει αληθινή συγκίνηση, δίχως όμως να γίνεται μελό, και παρά το δραματικό της θέμα, έχει και πινελιές χιούμορ. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, το σασπένς υπάρχει και στο τέλος ένοιωσα απόλυτα ικανοποιημένος. Φυσικά η πολιτική αλληγορία που κρύβεται κάτω από την τρυφερή αυτή ιστορία είναι σαφέστατη: Ο πλούσιος βοράς "κλέβει" (για να είμαστε ακριβείς αγοράζει με λίγα ευρώ) τα αγαθά (αλλά και τα σύμβολα, και την "ψυχή") του φτωχού νότου, χρησιμοποιώντας τα μάλιστα, σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, σαν δικά του σύμβολα. Θα μπορέσει ποτέ ο νότος να βγει από την ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να πάρει πίσω όσα είναι δικά του; Από την άλλη, επειδή το φιλμ κάθε άλλο παρά μονόπλευρη προπαγανδιστική ταινία είναι, σκιαγραφεί ξεκάθαρα και τα λάθη του φτωχού νότου, αυτά για τα οποία είναι, εν μέρει τουλάχιστον, υπεύθυνος για την κατάστασή του. Και, δίχως φολκλόρ και απλοϊκά στερεότυπα, μας μιλά και για τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο "κόσμων".
Υποδειγματικό φιλμ με στέρεα πολιτική ματιά και ταυτόχρονα ευαίσθητο, συναισθηματικό και με αγωνία για την εξέλιξη (ναι, το πολιτικό μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με όλα τα παραπάνω), απ' αυτά που ζηλεύεις καθώς διαπιστώνεις πόσο καλά αποτελέσματα μπορεί κανείς να πετύχει με πολύ λίγα χρήματα, μακριά από εκκωφαντικές υπερπαραγωγές και εντυπωσιακές (και απόλυτα κενές) φανφάρες, φτάνει να υπάρχει έμπνευση και σωστές ισορροπίες. Νομίζω ότι οι ισπανοί τουλάχιστοπν πετυχαίνουν συχνά τέτοια αποτελέσματα.
ΥΓ: Είναι σχεδον ανατριαχιαστικό να βλέπεις πόσο η σημερινή κατάσταση της Ισπανίας, οικονομικά τουλάχιστον, μοιάζει μ' αυτήν της Ελλάδας της κρίσης. Βλέπετε, η τελευταία βρίσκεται παντού και έχει το ίδιο πρόσωπο, στο νότο τουλάχιστον. Όσα λέγονται για το "πλούσιο" (και σπάταλο) παρελθόν και τα όσο συμβαίνουν τώρα, ταιριάζουν τέλεια με την εικόνα της χώρας μας. Όλα θα μπορούσαν κάλλιστα, δίχως την παραμικρή αλλαγή, να είχαν συμβεί στην Ελλάδα. Για να μη νομίζετε ότι είμαστε μόνοι σε όσα αντιμετωπίζουμε...
Μια παρορμητική και συναισθηματική νεαρή αποφασίζει να βοηθήσει με κάθε θυσία τον αγαπημένο της παππού. Ο τελευταίος έχει πάψει να επικοινωνεί με τους γύρω του και τον τελευταίο καιρό έχει πάψει και να τρώει. Η σταδιακή πτώση είχε αρχίσει προ 12ετίας, όταν οι γιοι του πούλησαν σε γερμανική εταιρία μια πελώρια ελιά ηλικίας πάνω 2000 ετών, που αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η ελιά θα διακοσμήσει τα κεντρικά γραφείς της μεγάλης εταιρίας στο Ντίσελντορφ και μάλιστα θα γίνει και λογότυπό της. Η εγγονή λοιπόν, με έναν φίλο και τον θείο της, θα ξεκινήσει χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για τη Γερμανία για να φέρει πίσω το δέντρο. Κανένα σχέδιο; Όχι μόνο αυτό: Δεν έχει καν πει στους φίλους της την αλήθεια...
Η ταινία είναι ένα γλυκύτατο road movie, διαθέτει αληθινή συγκίνηση, δίχως όμως να γίνεται μελό, και παρά το δραματικό της θέμα, έχει και πινελιές χιούμορ. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, το σασπένς υπάρχει και στο τέλος ένοιωσα απόλυτα ικανοποιημένος. Φυσικά η πολιτική αλληγορία που κρύβεται κάτω από την τρυφερή αυτή ιστορία είναι σαφέστατη: Ο πλούσιος βοράς "κλέβει" (για να είμαστε ακριβείς αγοράζει με λίγα ευρώ) τα αγαθά (αλλά και τα σύμβολα, και την "ψυχή") του φτωχού νότου, χρησιμοποιώντας τα μάλιστα, σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, σαν δικά του σύμβολα. Θα μπορέσει ποτέ ο νότος να βγει από την ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να πάρει πίσω όσα είναι δικά του; Από την άλλη, επειδή το φιλμ κάθε άλλο παρά μονόπλευρη προπαγανδιστική ταινία είναι, σκιαγραφεί ξεκάθαρα και τα λάθη του φτωχού νότου, αυτά για τα οποία είναι, εν μέρει τουλάχιστον, υπεύθυνος για την κατάστασή του. Και, δίχως φολκλόρ και απλοϊκά στερεότυπα, μας μιλά και για τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο "κόσμων".
Υποδειγματικό φιλμ με στέρεα πολιτική ματιά και ταυτόχρονα ευαίσθητο, συναισθηματικό και με αγωνία για την εξέλιξη (ναι, το πολιτικό μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με όλα τα παραπάνω), απ' αυτά που ζηλεύεις καθώς διαπιστώνεις πόσο καλά αποτελέσματα μπορεί κανείς να πετύχει με πολύ λίγα χρήματα, μακριά από εκκωφαντικές υπερπαραγωγές και εντυπωσιακές (και απόλυτα κενές) φανφάρες, φτάνει να υπάρχει έμπνευση και σωστές ισορροπίες. Νομίζω ότι οι ισπανοί τουλάχιστοπν πετυχαίνουν συχνά τέτοια αποτελέσματα.
ΥΓ: Είναι σχεδον ανατριαχιαστικό να βλέπεις πόσο η σημερινή κατάσταση της Ισπανίας, οικονομικά τουλάχιστον, μοιάζει μ' αυτήν της Ελλάδας της κρίσης. Βλέπετε, η τελευταία βρίσκεται παντού και έχει το ίδιο πρόσωπο, στο νότο τουλάχιστον. Όσα λέγονται για το "πλούσιο" (και σπάταλο) παρελθόν και τα όσο συμβαίνουν τώρα, ταιριάζουν τέλεια με την εικόνα της χώρας μας. Όλα θα μπορούσαν κάλλιστα, δίχως την παραμικρή αλλαγή, να είχαν συμβεί στην Ελλάδα. Για να μη νομίζετε ότι είμαστε μόνοι σε όσα αντιμετωπίζουμε...
Τρίτη, Ιουνίου 21, 2016
ΕΝΑΣ ΒΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΧΙΛΙΟΕΙΔΩΜΕΝΟΣ 5ος "ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ"
Υπάρχουν φορές που κάθεται κανείς σπίτι και τυχαίνει να δει κυριολεκτικά ό,τι βρει μπροστά του απλώς επειδή βαριέται. Αυτή τη φορά μου έτυχε ο 5ος αισίως "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες" με υπότιτλο "Dream Child", μια ταινία που γύρισε ο ούτως ή άλλως μέτριος Stephen Hopkins (Predator 2, Lost in Space κλπ.) το 1989.
Φυσικά πολύ πριν το νο 5 το θέμα του εφιαλτικού Φρέντι Κρούγκερ είχε εξαντληθεί. Προσωπικά θεωρώ τον πρώτο "Εφιάλτη" του Κρέιβεν σαν μια από τις εμβληματικότερες και ευρηματικότερες ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 80. Από εκεί και πέρα τα συνεχή sequel έκαναν τα πράγματα απλώς βαρετά. Προφανώς αυτό εδώ το "Dream Child" κάθε άλλο παρά ξεφεύγει από τα παραπάνω. Η πολύπαθη Άλις, που έχει επιβιώσει από προηγούμενες συνέχειες, δέχεται φυσικά και πάλι την επίσκεψη του φριχτού Φρέντι, ο οποίος προφανώς δεν ψοφάει με τίποτα. Αυτή τη φορά το "φοβερό" εύρημα είναι ότι η Άλις είναι έγκυος από τον φίλο της, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται. Εννοείται ότι θα ακολουθήσει σφαγή εφήβων μέσα σε λίγες μέρες, εννοείται ότι θα θυμηθούμε κάμποσες φορές τον εφιαλτικό τρόπο σύλληψης και γέννησης του Φρέντι και κάμποσα στοιχεία από το παρελθόν του και, τελικά, θα καταφύγουμε σε βοήθεια πνευμάτων για να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα. Ουφ!
Το φιλμ ακολουθεί πέρα για πέρα την πεπατημένη οδό και το θέμα φαίνεται διαρκώς ότι έχει πλέον ξεθυμάνει. Προσωπικά, παρά τα σποραδικά "μπου", δεν τρόμαξα καθόλου και όλη αυτή η αίσθηση του "ξέρω τι θα γίνει στο τέλος" οδηγεί σε ακόμα περισσότερη βαρεμάρα. Ο Φρέντι είναι πάντα πολύ, μα πολύ κακός - αν και εδώ απόλυτα προβλέψιμος πλέον, η σχέση του με τη δύστυχη Άλις είναι σχέση ανάγκης (τη χρειάζεται, οπότε δεν πρέπει να τη σκοτώσει), όλοι οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι, οπότε έχουμε μία από τα ίδια. Α, να πω και ότι προς το τέλος υπάρχει μία σχετικά εντυπωσιακή σκηνή σε έναν χώρο στρεβλωμένων διαστάσεων και μη υπαρκτών προοπτικών, που παραπέμπει κατευθείαν σε πίνακες του Έσερ, κι αυτό όμως ακόμα το έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του φανταστικού (θυμηθείτε το "Labyrinth" τρία χρόνια πριν).
Τι άλλο να πω; Από τις χειρότερες συνέχειες της σειράς, δεν νομίζω ότι διαθέτει κανένα θετικά στοιχεία. Αποφύγετέ το καλύτερα...
Φυσικά πολύ πριν το νο 5 το θέμα του εφιαλτικού Φρέντι Κρούγκερ είχε εξαντληθεί. Προσωπικά θεωρώ τον πρώτο "Εφιάλτη" του Κρέιβεν σαν μια από τις εμβληματικότερες και ευρηματικότερες ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 80. Από εκεί και πέρα τα συνεχή sequel έκαναν τα πράγματα απλώς βαρετά. Προφανώς αυτό εδώ το "Dream Child" κάθε άλλο παρά ξεφεύγει από τα παραπάνω. Η πολύπαθη Άλις, που έχει επιβιώσει από προηγούμενες συνέχειες, δέχεται φυσικά και πάλι την επίσκεψη του φριχτού Φρέντι, ο οποίος προφανώς δεν ψοφάει με τίποτα. Αυτή τη φορά το "φοβερό" εύρημα είναι ότι η Άλις είναι έγκυος από τον φίλο της, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται. Εννοείται ότι θα ακολουθήσει σφαγή εφήβων μέσα σε λίγες μέρες, εννοείται ότι θα θυμηθούμε κάμποσες φορές τον εφιαλτικό τρόπο σύλληψης και γέννησης του Φρέντι και κάμποσα στοιχεία από το παρελθόν του και, τελικά, θα καταφύγουμε σε βοήθεια πνευμάτων για να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα. Ουφ!
Το φιλμ ακολουθεί πέρα για πέρα την πεπατημένη οδό και το θέμα φαίνεται διαρκώς ότι έχει πλέον ξεθυμάνει. Προσωπικά, παρά τα σποραδικά "μπου", δεν τρόμαξα καθόλου και όλη αυτή η αίσθηση του "ξέρω τι θα γίνει στο τέλος" οδηγεί σε ακόμα περισσότερη βαρεμάρα. Ο Φρέντι είναι πάντα πολύ, μα πολύ κακός - αν και εδώ απόλυτα προβλέψιμος πλέον, η σχέση του με τη δύστυχη Άλις είναι σχέση ανάγκης (τη χρειάζεται, οπότε δεν πρέπει να τη σκοτώσει), όλοι οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι, οπότε έχουμε μία από τα ίδια. Α, να πω και ότι προς το τέλος υπάρχει μία σχετικά εντυπωσιακή σκηνή σε έναν χώρο στρεβλωμένων διαστάσεων και μη υπαρκτών προοπτικών, που παραπέμπει κατευθείαν σε πίνακες του Έσερ, κι αυτό όμως ακόμα το έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του φανταστικού (θυμηθείτε το "Labyrinth" τρία χρόνια πριν).
Τι άλλο να πω; Από τις χειρότερες συνέχειες της σειράς, δεν νομίζω ότι διαθέτει κανένα θετικά στοιχεία. Αποφύγετέ το καλύτερα...
Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2016
ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ (ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΕΣ) ΤΟΥ "PAYCHECK"
Μπορεί ο John Woo να ήταν μάστορας της δράσης και μάλιστα στιλίστας του είδους, νομίζω όμως ότι το 2003 βρισκόταν ήδη στην παρακμή του. Γι' αυτό και δεν θεωρώ κάτι σπουδαίο το "Paycheck", το οποίο μάλιστα, όπως πολλές άλλες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, βασιζόταν σε διήγημα του πολύπαθου Φίλιπ Ντικ και, όπως πολλές άλλες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επίσης, "άλλαζε τα φώτα" στα κείμενα του συγγραφέα.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ιδιοφυής μηχανικός. Δουλεύει για μεγάλες εταιρίες σε μυστικά projects και στη συνέχεια ο χρόνος δουλειάς διαγράφεται από τη μνήμη του, ώστε οι απόρρητες πληροφορίες που κατέχει να είναι απόλυτα ασφαλείς. Μέχρι τώρα έχουν διαγραφεί μνήμες έως 2 μηνών, όταν δέχεται την πρόταση ενός πολυεκατομμυριούχου να δουλέψει για την εταιρία του για 3 ολόκληρα χρόνια, τα οποία φυσικά στη συνέχεια θα διαγραφούν. Η αμοιβή θα είναι μυθική, οπότε ο ήρωάς μας δέχεται,όταν όμως ξυπνά όχι μόνο δεν υπάρχει αμοιβή, αλλά και πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται για την ίδια του τη ζωή. Μόνη βοήθεια ένας φάκελος που ο ίδιος έχει ταχυδρομήσει στον εαυτό του πριν τα πάντα διαγραφούν...
Η ιδέα είναι καλή. Εμείς, παρέα με τον Μπεν Άφλεκ που πρωταγωνιστεί, προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί και γιατί ο φάκελος περιέχει όσα ευτελή αντικείμενα περιέχει - τα οποία σίγουρα δεν ανήκουν στον πριν 3 χρόνια εαυτό του. Οι προβληματικές του Ντικ για τη μνήμη, για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο και πλαστό στον κόσμο, για τις παντοδύναμες και αδίστακτες εταιρίες, βρίσκονται εδώ, αλλά ελάχιστα αποτελούν το θέμα του φιλμ. Αντίθετα ο Γου, βιρτουόζος όπως είπαμε της δράσης, χειρίζεται το όλο πράγμα ως τέτοια ταινία, παραβλέποντας μάλλον τις σεναριακές δυνατότητες. Έτσι τα διαρκή κυνηγητά, ο "απέθαντος" ήρωας (εντάξει, βοηθιέται με τρόπο που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω, αλλά και πάλι...), οι εκρήξεις, το ξύλο, περισσεύουν στο φιλμ, υποβαθμίζοντάς το κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο ισχύει και για το τραβηγμένο απ' τα μαλλιά σενάριο, όπου είναι απίθανο να συμβούν όλα όσα συμβαίνουν, όσο και αν είχε προβλέψει το μέλλον ο νυν αμνησιακός ήρωας. Όσο για την Ούμα Θέρμαν... αρκεί να σας πω ότι κι αυτή παίρνει μέρος στο ξύλο, βγάζοντας νοκ άουτ κάμποσους κακούς, αν και απλή επιστήμων η ίδια! Και, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, το πολύ καλύτερο "Memento" είναι πάντοτε πανταχού παρόν.
Τι μένει λοιπόν; Να απολαύσουμε μια ακόμα καλογυρισμένη αναμφισβήτητα κλωτσοπατινάδα, να την ευχαριστηθούμε αν είμαστε φίλοι του είδους, αλλά μέχρι εκεί. Ο Γου παραμένει Γου ακόμα κι αν έχει μπροστά του ένα δυνητικά πολύ καλό υλικό. Κρίμα.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ιδιοφυής μηχανικός. Δουλεύει για μεγάλες εταιρίες σε μυστικά projects και στη συνέχεια ο χρόνος δουλειάς διαγράφεται από τη μνήμη του, ώστε οι απόρρητες πληροφορίες που κατέχει να είναι απόλυτα ασφαλείς. Μέχρι τώρα έχουν διαγραφεί μνήμες έως 2 μηνών, όταν δέχεται την πρόταση ενός πολυεκατομμυριούχου να δουλέψει για την εταιρία του για 3 ολόκληρα χρόνια, τα οποία φυσικά στη συνέχεια θα διαγραφούν. Η αμοιβή θα είναι μυθική, οπότε ο ήρωάς μας δέχεται,όταν όμως ξυπνά όχι μόνο δεν υπάρχει αμοιβή, αλλά και πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται για την ίδια του τη ζωή. Μόνη βοήθεια ένας φάκελος που ο ίδιος έχει ταχυδρομήσει στον εαυτό του πριν τα πάντα διαγραφούν...
Η ιδέα είναι καλή. Εμείς, παρέα με τον Μπεν Άφλεκ που πρωταγωνιστεί, προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί και γιατί ο φάκελος περιέχει όσα ευτελή αντικείμενα περιέχει - τα οποία σίγουρα δεν ανήκουν στον πριν 3 χρόνια εαυτό του. Οι προβληματικές του Ντικ για τη μνήμη, για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο και πλαστό στον κόσμο, για τις παντοδύναμες και αδίστακτες εταιρίες, βρίσκονται εδώ, αλλά ελάχιστα αποτελούν το θέμα του φιλμ. Αντίθετα ο Γου, βιρτουόζος όπως είπαμε της δράσης, χειρίζεται το όλο πράγμα ως τέτοια ταινία, παραβλέποντας μάλλον τις σεναριακές δυνατότητες. Έτσι τα διαρκή κυνηγητά, ο "απέθαντος" ήρωας (εντάξει, βοηθιέται με τρόπο που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω, αλλά και πάλι...), οι εκρήξεις, το ξύλο, περισσεύουν στο φιλμ, υποβαθμίζοντάς το κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο ισχύει και για το τραβηγμένο απ' τα μαλλιά σενάριο, όπου είναι απίθανο να συμβούν όλα όσα συμβαίνουν, όσο και αν είχε προβλέψει το μέλλον ο νυν αμνησιακός ήρωας. Όσο για την Ούμα Θέρμαν... αρκεί να σας πω ότι κι αυτή παίρνει μέρος στο ξύλο, βγάζοντας νοκ άουτ κάμποσους κακούς, αν και απλή επιστήμων η ίδια! Και, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, το πολύ καλύτερο "Memento" είναι πάντοτε πανταχού παρόν.
Τι μένει λοιπόν; Να απολαύσουμε μια ακόμα καλογυρισμένη αναμφισβήτητα κλωτσοπατινάδα, να την ευχαριστηθούμε αν είμαστε φίλοι του είδους, αλλά μέχρι εκεί. Ο Γου παραμένει Γου ακόμα κι αν έχει μπροστά του ένα δυνητικά πολύ καλό υλικό. Κρίμα.
Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2016
ΤΡΟΜΟΣ, ΑΚΟΥΣΙΟ ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ "PHANTASM"
Βρισκόμαστε στα 1979, μια εποχή όπου το σινεμά τρόμου παρήγαγε διαρκώς κλασικά ή cult φιλμ για το είδος (το φαινόμενο συνεχίστηκε και στα 80ς). Τότε λοιπόν ο Don Coscarelli γυρίζει το "Phantasm", μια ταινία τρόμου που, ενώ σίγουρα δεν είναι καλή σαν ταινία, παραμένει εξ ίσου σίγουρα cult.
Πιτσιρικάς υποφέρει διπλά, τόσο από τον θάνατο των γονιών του όσο και από τη φυγή σε άλλη πόλη του μεγάλου του αδελφού, τον οποίο λατρεύει. Όταν ο μεγάλος επιστρέφει για ένα διάστημα για μια κηδεία, περίεργα, έως πολύ περίεργα, πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο νεκροταφείο της περιοχής και κυρίως στο δαιδαλώδες οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου. Τα περισσότερα από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με τον εφιαλτικό "Tall Man", που μοιάζει να κατοικοεδρεύει εκεί. Σύντομα ο τρόμος θα αρχίσει να απειλεί τα δύο αδέλφια και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ανεξέλεγκτα.
Η ταινία, πολύ απλά, έχει τόσες τρύπες και αναπάντητα ερωτήματα στο σενάριο, που σχεδόν στερείται ειρμού. Επί πλέον έχει ένα τέλος - το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως - που μόνο σαν ανέκδοτο μπορεί να σταθεί σήμερα (και η τελευταία τελευταία σκηνή το ανατρέπει ανεξήγητα ακόμα κι αυτό). Επί πλέον οι ηθοποιίες είναι κακές (στα χνάρια των φιλμ του Αρτζέντο) κι όσο για βάθος χαρακτήρων... ας μη μιλάμε καλύτερα. Το ακούσιο γέλιο βγαίνει από την παντελώς γελοία αντιμετώπιση των πραγμάτων από τους ήρωες (π.χ. ποτέ δεν θα ζητήσουν βοήθεια από την αστυνομία ή όποιον άλλον, αλλά θα τρέχει καθένας μόνος του μεσ' τ' άγρια μεσάνυχτα στο νεκροταφείο για να δει τι γίνεται, παρά το μπαράζ τρόμου και υπερφυσικών γεγονότων, για να αναφέρω μία μόνο από δεκάδες αφέλειες). Όσο για το τι απέγιναν κάποιοι χαρακτήρες ή, ακόμα περισσότερο, για ποιο λόγο εμφανίζονται οι χαρακτήρες αυτοί, αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ...
Παρ' όλα αυτά τα ευτράπελα η ταινία διαθέτει μια παράξενη, ονειρική ατμόσφαιρα, μερικές σκηνές πραγματικού τρόμου (και μία πολύ γνωστή και από τις πλέον σπλάτερ της εποχής, αυτή με την περίφημη ιπτάμενη σφαίρα) και γενικά ένα κλίμα μυστηρίου που μοιάζει να προκύπτει από διαρκείς σκηνοθετικούς αυτοσχεδιασμούς του στιλ "ας το βάλουμε κι αυτό μέσα" και όχι από κάποιο δομημένο σχέδιο. Μερικά εφέ είναι εντυπωσιακά (σημειώστε ότι βρισκόμαστε σε προψηφιακή εποχή κι ότι μιλάμε για μια απόλυτα low budget παραγωγή) και σκεφτείτε επίσης ότι ο Coscarelli ήταν τότε μόλις 25 χρονών!
Τυπικό δείγμα μάλλον κακής ταινίας, η οποία όμως είναι απόλυτα cult, το "Phantasm" συνίσταται αποκλειστικά για φανς ταινιών τρόμου, για τους οποίους είναι κάτι σχεδόν κλασικό. Οι υπόλοιποι θα δουν απλώς την προφανώς κακή πλευρά της.
Πιτσιρικάς υποφέρει διπλά, τόσο από τον θάνατο των γονιών του όσο και από τη φυγή σε άλλη πόλη του μεγάλου του αδελφού, τον οποίο λατρεύει. Όταν ο μεγάλος επιστρέφει για ένα διάστημα για μια κηδεία, περίεργα, έως πολύ περίεργα, πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο νεκροταφείο της περιοχής και κυρίως στο δαιδαλώδες οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου. Τα περισσότερα από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με τον εφιαλτικό "Tall Man", που μοιάζει να κατοικοεδρεύει εκεί. Σύντομα ο τρόμος θα αρχίσει να απειλεί τα δύο αδέλφια και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ανεξέλεγκτα.
Η ταινία, πολύ απλά, έχει τόσες τρύπες και αναπάντητα ερωτήματα στο σενάριο, που σχεδόν στερείται ειρμού. Επί πλέον έχει ένα τέλος - το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως - που μόνο σαν ανέκδοτο μπορεί να σταθεί σήμερα (και η τελευταία τελευταία σκηνή το ανατρέπει ανεξήγητα ακόμα κι αυτό). Επί πλέον οι ηθοποιίες είναι κακές (στα χνάρια των φιλμ του Αρτζέντο) κι όσο για βάθος χαρακτήρων... ας μη μιλάμε καλύτερα. Το ακούσιο γέλιο βγαίνει από την παντελώς γελοία αντιμετώπιση των πραγμάτων από τους ήρωες (π.χ. ποτέ δεν θα ζητήσουν βοήθεια από την αστυνομία ή όποιον άλλον, αλλά θα τρέχει καθένας μόνος του μεσ' τ' άγρια μεσάνυχτα στο νεκροταφείο για να δει τι γίνεται, παρά το μπαράζ τρόμου και υπερφυσικών γεγονότων, για να αναφέρω μία μόνο από δεκάδες αφέλειες). Όσο για το τι απέγιναν κάποιοι χαρακτήρες ή, ακόμα περισσότερο, για ποιο λόγο εμφανίζονται οι χαρακτήρες αυτοί, αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ...
Παρ' όλα αυτά τα ευτράπελα η ταινία διαθέτει μια παράξενη, ονειρική ατμόσφαιρα, μερικές σκηνές πραγματικού τρόμου (και μία πολύ γνωστή και από τις πλέον σπλάτερ της εποχής, αυτή με την περίφημη ιπτάμενη σφαίρα) και γενικά ένα κλίμα μυστηρίου που μοιάζει να προκύπτει από διαρκείς σκηνοθετικούς αυτοσχεδιασμούς του στιλ "ας το βάλουμε κι αυτό μέσα" και όχι από κάποιο δομημένο σχέδιο. Μερικά εφέ είναι εντυπωσιακά (σημειώστε ότι βρισκόμαστε σε προψηφιακή εποχή κι ότι μιλάμε για μια απόλυτα low budget παραγωγή) και σκεφτείτε επίσης ότι ο Coscarelli ήταν τότε μόλις 25 χρονών!
Τυπικό δείγμα μάλλον κακής ταινίας, η οποία όμως είναι απόλυτα cult, το "Phantasm" συνίσταται αποκλειστικά για φανς ταινιών τρόμου, για τους οποίους είναι κάτι σχεδόν κλασικό. Οι υπόλοιποι θα δουν απλώς την προφανώς κακή πλευρά της.
Τρίτη, Ιουνίου 14, 2016
ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟ "AVIATOR"
Το 2004 ο Martin Scorsese γυρίζει το "Aviator", μια βιογραφία του αμερικανού μεγιστάνα και φανατικού αεροπόρου Χάουαρντ Χιουζ μεταξύ των δεκαετιών 20 και 40. Η ζωή του ήταν όντως μυθιστορηματική, τα οικονομικά ρίσκα που έπαιρνε τεράστια, οι εμμονές του επίσης, αλλά και η διαρκής πάλη του με την τρέλα.
Ο Χιουζ γεννιέται πλούσιος. Από μικρός έχει πάθος με τα αεροπλάνα και ο ίδιος είναι σχεδιαστής, λίγο μηχανικός και πρώτος δοκιμαστής νέων, βελτιωμένων μοντέλων. Ταυτόχρονα επενδύει στην κινηματογραφική βιομηχανία γυρίζοντας ένα πανάκριβο πολεμικό έπος με - τι άλλο; - πιλότους, ιδρύει την αεροπορική εταιρία TWΑ, αντίπαλη της κυρίαρχης τότε Pan Am, έχει σχέσεις με χολιγουντιανές σούπερ διασημότητες (μεταξύ άλλων με την Άβα Γκάρντνερ και έναν μακροχρόνιο δεσμό με την Κάθριν Χέπμπορν). Συγχρόνως όμως με όλα αυτά, παλεύει με την ψυχοπάθεια, καθώς από μικρός είναι έντονα μικροβιοφοβικός, πράγμα που σε κάποια στιγμή της ζωής του θα μετατραπεί σε ψύχωση με εφιαλτικές συνέπειες.
Σίγουρα η ταινία είναι εντυπωσιακή, και μάλιστα με πολύ καλούς Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο της Χέπμπορν. Από εκεί και πέρα δεν παύει να είναι απλώς μια βιογραφία ενός σίγουρα ιδιαίτερου ανθρώπου - η ιδιοφυία και η τρέλα είναι γνωστό ότι συχνά πλησιάζουν επικίνδυνα - αλλά, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι ίσως να μη μπορεί να βρει κανείς προεκτάσεις σε μια τόσο μοναδική περίπτωση. Εκτός βέβαια αν το νόημα είναι αυτό ακριβώς: Η εγγύτητα ιδιοφυίας και τρέλας. Ή πάλι, αν θέλετε, το κλασικό ότι "τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία", τουτέστιν ότι στη ζωή μπορεί κανείς να έχει κυριολεκτικά ό,τι θελήσει (ο Χιουζ ήταν εκατομμυριούχος), αλλά όταν το πρόβλημα είναι εσωτερικό, ούτε καν το αυτό το "ό,τι θελήσει" είναι αρκετό. Υπάρχει επίσης και το στοιχείο της επίθεσης στο σύστημα (δικαστικό στην προκειμένη περίπτωση), καθώς ο Χιουζ - πάντα μιλάμε στα σκληρά καπιταλιστικά πλαίσια της ελεύθερης, ανταγωνιστικής οικονομίας - διώχτηκε ως κερδοσκόπος εις βάρος της πολιτείας και μάλιστα εν καιρώ πολέμου όχι πραγματικά για λόγους δικαιοσύνης, αλλά για να προστατευτούν τα συμφέροντα άλλων εταιριών - κολοσών, που απλώς είχαν καλύτερες πολιτικές διασυνδέσεις.
Πέραν αυτών μπορεί κανείς να θαυμάσει το φιλμ, με την εξαιρετική φωτογραφία, την εντυπωσιακή αναπαράσταση της εποχής, τον αγώνα, τις εμμονές, την τόλμη (επιχειρηματική εννοώ, πράγμα που προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα), αλλά και τα εσωτερικά βάσανα ενός πολύ, μα πολύ ιδιαίτερου ανθρώπου. Προσέξτε πάντως, όταν λέμε ιδιαίτερου δεν εννοούμε υποχρεωτικά και συμπαθούς. Αλλά, όλες αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι που δημιουργούν το ενδιαφέρον σε έναν χαρακτήρα; Τέλος, δεν παύει να πρόκειται για φιλμ του Σκορσέζε και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για σινεφίλ.
Ο Χιουζ γεννιέται πλούσιος. Από μικρός έχει πάθος με τα αεροπλάνα και ο ίδιος είναι σχεδιαστής, λίγο μηχανικός και πρώτος δοκιμαστής νέων, βελτιωμένων μοντέλων. Ταυτόχρονα επενδύει στην κινηματογραφική βιομηχανία γυρίζοντας ένα πανάκριβο πολεμικό έπος με - τι άλλο; - πιλότους, ιδρύει την αεροπορική εταιρία TWΑ, αντίπαλη της κυρίαρχης τότε Pan Am, έχει σχέσεις με χολιγουντιανές σούπερ διασημότητες (μεταξύ άλλων με την Άβα Γκάρντνερ και έναν μακροχρόνιο δεσμό με την Κάθριν Χέπμπορν). Συγχρόνως όμως με όλα αυτά, παλεύει με την ψυχοπάθεια, καθώς από μικρός είναι έντονα μικροβιοφοβικός, πράγμα που σε κάποια στιγμή της ζωής του θα μετατραπεί σε ψύχωση με εφιαλτικές συνέπειες.
Σίγουρα η ταινία είναι εντυπωσιακή, και μάλιστα με πολύ καλούς Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο της Χέπμπορν. Από εκεί και πέρα δεν παύει να είναι απλώς μια βιογραφία ενός σίγουρα ιδιαίτερου ανθρώπου - η ιδιοφυία και η τρέλα είναι γνωστό ότι συχνά πλησιάζουν επικίνδυνα - αλλά, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι ίσως να μη μπορεί να βρει κανείς προεκτάσεις σε μια τόσο μοναδική περίπτωση. Εκτός βέβαια αν το νόημα είναι αυτό ακριβώς: Η εγγύτητα ιδιοφυίας και τρέλας. Ή πάλι, αν θέλετε, το κλασικό ότι "τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία", τουτέστιν ότι στη ζωή μπορεί κανείς να έχει κυριολεκτικά ό,τι θελήσει (ο Χιουζ ήταν εκατομμυριούχος), αλλά όταν το πρόβλημα είναι εσωτερικό, ούτε καν το αυτό το "ό,τι θελήσει" είναι αρκετό. Υπάρχει επίσης και το στοιχείο της επίθεσης στο σύστημα (δικαστικό στην προκειμένη περίπτωση), καθώς ο Χιουζ - πάντα μιλάμε στα σκληρά καπιταλιστικά πλαίσια της ελεύθερης, ανταγωνιστικής οικονομίας - διώχτηκε ως κερδοσκόπος εις βάρος της πολιτείας και μάλιστα εν καιρώ πολέμου όχι πραγματικά για λόγους δικαιοσύνης, αλλά για να προστατευτούν τα συμφέροντα άλλων εταιριών - κολοσών, που απλώς είχαν καλύτερες πολιτικές διασυνδέσεις.
Πέραν αυτών μπορεί κανείς να θαυμάσει το φιλμ, με την εξαιρετική φωτογραφία, την εντυπωσιακή αναπαράσταση της εποχής, τον αγώνα, τις εμμονές, την τόλμη (επιχειρηματική εννοώ, πράγμα που προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα), αλλά και τα εσωτερικά βάσανα ενός πολύ, μα πολύ ιδιαίτερου ανθρώπου. Προσέξτε πάντως, όταν λέμε ιδιαίτερου δεν εννοούμε υποχρεωτικά και συμπαθούς. Αλλά, όλες αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι που δημιουργούν το ενδιαφέρον σε έναν χαρακτήρα; Τέλος, δεν παύει να πρόκειται για φιλμ του Σκορσέζε και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για σινεφίλ.
Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2016
"I.Q."... ΜΕ ΧΑΜΗΛΟ I.Q.
Η Μεγκ Ράιαν υπήρξε η αγαπημένη σταρ των αμερικανών στο είδος της κομεντί για τα 80ς και τα 90ς. Και όντως πρωταγωνίστησε σε κάποιες χαριτωμένες τέτοιες. Ωστόσο το 1994 τη βρίσκει στο "I.Q." ("Ερωτικές Εξισώσεις" στα ελληνικά) του Fred Schepisi, αυστραλού, πολιτογραφημένου όμως στο Χόλιγουντ. Και, κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για μια από τις καλύτερές της ταινίες.
Κάπου στα 50ς η ηρωίδα είναι ανιψιά του... Άλμπερτ Αίνστάιν, που ζει πλέον στις ΗΠΑ. Ταλαντούχα μαθηματικός η ίδια, είναι αρραβωνιασμένη με ξενέρωτο και καθώς πρέπει ψυχολόγο, αλλά την ερωτεύεται κεραυνοβόλα κάποιος που δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων (ο Τιμ Ρόμπινς). Προσπαθεί να την προσεγγίσει παριστάνοντας τάχα τον λαμπρό επιστήμονα σε ένα project που ανακατεύει τον ίδιο τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Αϊζενχαουερ, κι όλα αυτά με την αμέριστη συμπαράσταση του Αϊνστάιν και των ηλικιωμένων φίλων του επιστημόνων, που επιθυμούν διακαώς να τη χωρίσουν από τον επιστήμονα και να την παντρέψουν ντε και καλά με το "καλό παιδί από το συνεργείο". Τι να πει κανείς...
Προσωπικά ελάχιστα χαμογέλασα. Η Ράιαν είναι συμπαθητική, αλλά η ιστορία τόσο εξωπραγματική και απίθανη, που δεν κατάφερε να με αγγίξει καθόλου. Δεν είχε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, και το σπιντάτο ή/και παλαβό χιούμορ που πιθανόν θα την απογείωνε, οπότε... αφήστε καλύτερα. Κυρίως το σενάριο παραμένει και επιμένει στο θέμα του απόλυτου ρομαντισμού. Ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος (εκατέρωθεν, αλλά η ηρωίδα δεν το καταλαβαίνει αμέσως), ο έρωτας επίσης είναι πάνω απ' όλα και δεν κοιτά διαφορές στο I.Q. ή οπουδήποτε αλλού, ενώ οι επιστημονικορομαντικές αμπελοφιλοσοφίες δίνουν και παίρνουν. Σεναριακά; Βρήκα ηλίθια την ιδέα του καλόκαρδου Αϊνστάιν να σκαρφίζεται χίλιες δυο πονηριές, να παριστάνει τον άρρωστο ή να κανονίζει τα πάντα σαν από μηχανής θεός για να... χωρίσει την ανιψιά του και να την κάνει να τα φτιάξει με άλλον. Μόνο προξενήτρα που δεν ντύθηκε ο καημένος ο Άλμπερτ... Όσο για τον Αϊζενχάουερ, κοντεύει να αγωνιστεί κι αυτός για την ευτυχία του ζεύγους...
Το βρήκα να τείνει προς το ηλίθιο. Αν τώρα κάποιοι το βρουν χαριτωμένο ή αστείο, απλώς διαφέρουν τα γούστα μας στην έννοια της κωμωδίας (ή του ρομαντισμού).
ΥΓ: Πετυχημένος πάντως ο Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Αϊνστάιν.
Κάπου στα 50ς η ηρωίδα είναι ανιψιά του... Άλμπερτ Αίνστάιν, που ζει πλέον στις ΗΠΑ. Ταλαντούχα μαθηματικός η ίδια, είναι αρραβωνιασμένη με ξενέρωτο και καθώς πρέπει ψυχολόγο, αλλά την ερωτεύεται κεραυνοβόλα κάποιος που δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων (ο Τιμ Ρόμπινς). Προσπαθεί να την προσεγγίσει παριστάνοντας τάχα τον λαμπρό επιστήμονα σε ένα project που ανακατεύει τον ίδιο τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Αϊζενχαουερ, κι όλα αυτά με την αμέριστη συμπαράσταση του Αϊνστάιν και των ηλικιωμένων φίλων του επιστημόνων, που επιθυμούν διακαώς να τη χωρίσουν από τον επιστήμονα και να την παντρέψουν ντε και καλά με το "καλό παιδί από το συνεργείο". Τι να πει κανείς...
Προσωπικά ελάχιστα χαμογέλασα. Η Ράιαν είναι συμπαθητική, αλλά η ιστορία τόσο εξωπραγματική και απίθανη, που δεν κατάφερε να με αγγίξει καθόλου. Δεν είχε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, και το σπιντάτο ή/και παλαβό χιούμορ που πιθανόν θα την απογείωνε, οπότε... αφήστε καλύτερα. Κυρίως το σενάριο παραμένει και επιμένει στο θέμα του απόλυτου ρομαντισμού. Ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος (εκατέρωθεν, αλλά η ηρωίδα δεν το καταλαβαίνει αμέσως), ο έρωτας επίσης είναι πάνω απ' όλα και δεν κοιτά διαφορές στο I.Q. ή οπουδήποτε αλλού, ενώ οι επιστημονικορομαντικές αμπελοφιλοσοφίες δίνουν και παίρνουν. Σεναριακά; Βρήκα ηλίθια την ιδέα του καλόκαρδου Αϊνστάιν να σκαρφίζεται χίλιες δυο πονηριές, να παριστάνει τον άρρωστο ή να κανονίζει τα πάντα σαν από μηχανής θεός για να... χωρίσει την ανιψιά του και να την κάνει να τα φτιάξει με άλλον. Μόνο προξενήτρα που δεν ντύθηκε ο καημένος ο Άλμπερτ... Όσο για τον Αϊζενχάουερ, κοντεύει να αγωνιστεί κι αυτός για την ευτυχία του ζεύγους...
Το βρήκα να τείνει προς το ηλίθιο. Αν τώρα κάποιοι το βρουν χαριτωμένο ή αστείο, απλώς διαφέρουν τα γούστα μας στην έννοια της κωμωδίας (ή του ρομαντισμού).
ΥΓ: Πετυχημένος πάντως ο Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Αϊνστάιν.
Σάββατο, Ιουνίου 11, 2016
"LA CULPA DEL CORDERO" Ή ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ
Η πρώτη ταινία άπό την Ουρουγουάη που έχω δει είναι και η μοναδική του Gabriel Drak. Γυρίστηκε το 2012 και λέγεται "La Culpa del Cordero" (κάπως σαν "Το Λάθος του Αμνού"). Πρόκειται για μια "οικογενειακή" ταινία, όχι όμως ακριβώς όπως την φαντάζεστε.
Ένα ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο ζευγάρι που ζει στο κτήμα του στην εξοχή, καλεί τα τέσσερα παιδια του (δύο αγόρια, δύο κορίτσια) για κυριακάτικο μπάρμπεκιου. Εκείνα καταφτάνουν μάλλον βαριεστημένα ("τι θέλουν πάλι να γιορτάσουν οι γονείς μας;"), η μεγάλη κόρη μάλιστα με την οικογένειά της, και η Κυριακή ξεκινά... Όσο όμως προχωρά η ώρα ο πατέρας, από την αρχή πικρόχολος και πίνοντας διαρκώς, γίνεται ο καταλύτης για την αποκάλυψη μιας σειράς απίστευτων μυστικών, που αφορούν όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της εύπορης οικογένειας.
Φυσικά η ταινία φέρνει στο νου φιλμ όπως η σκανδιναβική "Οικογενειακή Γιορτή", μόνο που εδώ η ατμόσφαιρα είναι κάπως πιο ελαφριά και υπάρχουν και αρκετά στοιχεία χιούμορ. Βοηθά άλλωστε και το ηλιόλουστο και ειδυλλιακό περιβάλλον της υπαίθρου, η όλη καλοκαιρινή διάθεση. Ωστόσο τα σκοτεινά μυστικά παραμένουν και μπορούν να σκιάσουν κάθε φωτεινή εικόνα. Μετά την Κυριακή αυτή, βλέπετε, τίποτα δεν θα είναι ίδιο για τη ζωή όλων ανεξαιρέτως των μελών της οικογένειας.
Η αστραφτερή, μεσοαστική επιφάνεια δεν είναι παρά ακριβώς αυτό: Μια επιφάνεια και μόνο. Αν ανασηκωθεί, η εικόνα είναι πολύ άσχημη και βρώμικη και κάθε καθωσπρεπισμός και ηθική καταρρέουν. Αυτή ακριβώς η αποκάλυψη είναι άλλωστε ο στόχος της ταινίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, όλο αυτό φαίνεται κάπως φτιαχτό, κάπως "επί τούτου". Όλοι, μα όλοι, κάτι κρύβουν από το παρόν ή από το (μακρινό μερικές φορές) παρελθόν τους ή έστω κάτι δεν πάει καλά με τον χαρακτήρα τους. Οι αποκαλύψεις πέφτουν βροχή, η μία μετά την άλλη. Σα να σκέφτεται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος "τι άλλο να βάλω για να γίνει όλο και πιο τραβηγμένη η κατάσταση;". Εντάξει, αυτό έχει κάτι και διατηρεί το σασπένς για το τι θα βγει στη φόρα μετά, αλλά νομίζω ότι απομακρύνει το φιλμ από κάθε ρεαλισμό (ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για ρεαλιστική ταινία) και το μετατρέπει σε ένα μάλλον μηχανικό παιχνίδι αποκαλύψεων.
Πάντως η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και παρά την εντελώς κοινή, καθημερινή ατμόσφαιρα που διαθέτει (και η φωτογραφία είναι κάπως ξεπλυμένη, συνηθισμένη) καταφέρνει να κρατά τον θεατή. Δίχως ωστόσο να έχει κάτι το ιδιαίτερο, τουλάχιστον για μένα.
Ένα ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο ζευγάρι που ζει στο κτήμα του στην εξοχή, καλεί τα τέσσερα παιδια του (δύο αγόρια, δύο κορίτσια) για κυριακάτικο μπάρμπεκιου. Εκείνα καταφτάνουν μάλλον βαριεστημένα ("τι θέλουν πάλι να γιορτάσουν οι γονείς μας;"), η μεγάλη κόρη μάλιστα με την οικογένειά της, και η Κυριακή ξεκινά... Όσο όμως προχωρά η ώρα ο πατέρας, από την αρχή πικρόχολος και πίνοντας διαρκώς, γίνεται ο καταλύτης για την αποκάλυψη μιας σειράς απίστευτων μυστικών, που αφορούν όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της εύπορης οικογένειας.
Φυσικά η ταινία φέρνει στο νου φιλμ όπως η σκανδιναβική "Οικογενειακή Γιορτή", μόνο που εδώ η ατμόσφαιρα είναι κάπως πιο ελαφριά και υπάρχουν και αρκετά στοιχεία χιούμορ. Βοηθά άλλωστε και το ηλιόλουστο και ειδυλλιακό περιβάλλον της υπαίθρου, η όλη καλοκαιρινή διάθεση. Ωστόσο τα σκοτεινά μυστικά παραμένουν και μπορούν να σκιάσουν κάθε φωτεινή εικόνα. Μετά την Κυριακή αυτή, βλέπετε, τίποτα δεν θα είναι ίδιο για τη ζωή όλων ανεξαιρέτως των μελών της οικογένειας.
Η αστραφτερή, μεσοαστική επιφάνεια δεν είναι παρά ακριβώς αυτό: Μια επιφάνεια και μόνο. Αν ανασηκωθεί, η εικόνα είναι πολύ άσχημη και βρώμικη και κάθε καθωσπρεπισμός και ηθική καταρρέουν. Αυτή ακριβώς η αποκάλυψη είναι άλλωστε ο στόχος της ταινίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, όλο αυτό φαίνεται κάπως φτιαχτό, κάπως "επί τούτου". Όλοι, μα όλοι, κάτι κρύβουν από το παρόν ή από το (μακρινό μερικές φορές) παρελθόν τους ή έστω κάτι δεν πάει καλά με τον χαρακτήρα τους. Οι αποκαλύψεις πέφτουν βροχή, η μία μετά την άλλη. Σα να σκέφτεται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος "τι άλλο να βάλω για να γίνει όλο και πιο τραβηγμένη η κατάσταση;". Εντάξει, αυτό έχει κάτι και διατηρεί το σασπένς για το τι θα βγει στη φόρα μετά, αλλά νομίζω ότι απομακρύνει το φιλμ από κάθε ρεαλισμό (ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για ρεαλιστική ταινία) και το μετατρέπει σε ένα μάλλον μηχανικό παιχνίδι αποκαλύψεων.
Πάντως η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και παρά την εντελώς κοινή, καθημερινή ατμόσφαιρα που διαθέτει (και η φωτογραφία είναι κάπως ξεπλυμένη, συνηθισμένη) καταφέρνει να κρατά τον θεατή. Δίχως ωστόσο να έχει κάτι το ιδιαίτερο, τουλάχιστον για μένα.
Πέμπτη, Ιουνίου 09, 2016
Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ" ΤΟΥ "BULLIT"
Βρισκόμαστε στο 1968. Τότε ο Peter Yates (1929-2011) γυρίζει ένα από τα γνωστότερα αστυνομικά φιλμ μέχρι σήμερα, το "Bullit" με τον Στιβ Μακ Κουίν να κυριαρχεί στην οθόνη με το χαρακτηριστικά cool στιλ του.
Ο Μπούλιτ είναι αστυνομικός. Ένας φιλόδοξος γερουσιαστής του αναθέτει να προφυλάξει για 48 ώρες έναν μάρτυρα, με την κατάθεση του οποίου θα ξεσκεπαστεί μια μεγάλη εγκληματική οργάνωση. Ωστόσο, και παρά τις προφυλάξεις, ο μάρτυς πυροβολείται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κρατείται. Ο Μπούλιτ, κόντρα στον γερουσιαστή πλέον, αλλά και σε ορισμένα υψηλά στελέχη της αστυνομίας, ξεκινά έναν προσωπικό αγώνα να βρει τους δολοφόνους.
Βλέποντας το φιλμ παρατηρεί κανείς πώς "χτίζονταν" παλιότερα οι αστυνομικές περιπέτειες. Η πλοκή δεν στηρίζεται στη διαρκή δράση και τα κυνηγητά, αλλά στο πυκνό, πολύπλοκο σενάριο. Όχι ότι δεν υπάρχουν σκηνές δράσης. Ίσα - ίσα που υπάρχει μια κλασική μέχρι σήμερα (και μεγάλη σε διάρκεια) σκηνή αυτοκινητοκυνηγητού, στην οποία στηρίχτηκαν πολλές μεταγενέστερες. Και αυτή όμως είναι πολύ πιο ρεαλιστική από αντίστοιχες σύγχρονες. Τα αυτοκίνητα ούτε πετάνε πάνω από άλλα αυτοκίνητα ή γέφυρες ή δεν ξέρω τι άλλο ούτε περνάνε μέσα από σπίτια ή ό ,τι άλλο απίθανο. Απλώς κυνηγά το ένα το άλλο, όπως θα γινόταν στην πραγματικότητα. Γενικότερα η αίσθηση "βρώμικου" ρεαλισμού κυριαρχεί στο φιλμ. Η καθόλου "όμορφη" φωτογραφία, το "αφημένο" αστικό σκηνικό, οι εσωτερικοί χώροι, όλα παραπέμπουν σε μια τετριμμένη καθημερινότητα (προσέξτε πόσο "άσχημο" και κοινότοπο φαίνεται το Σαν Φρανσίσκο, αντικειμενικά μια από τις πιο όμορφες πόλεις των ΗΠΑ. Κανείς εδώ δεν επιχειρεί κάθε λογής ωραιοποίηση ή "τουριστική" ματιά). Όλα αυτά αποπνέουν μια σαφώς παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, γοητευτική όμως ταυτόχρονα στην απλότητά και τον ρεαλισμό της.
Το σενάριο, θα ομολογήσω, είναι αρκετά πολύπλοκο και, μετά το τέλος, μου έμειναν κάποια κενά, τα οποία έλυσα με ιντερνετική βοήθεια. Από την άλλη, έστω και πλαγίως, το φιλμ θίγει τόσο το πολιτικό κατεστημένο, με τον γερουσιαστή που ενδιαφέρεται μόνο για τη φήμη του και τις ψήφους και όχι για την αλήθεια, αλλά και για την προσωπική ζωή του ήρωα και τα προβλήματα που δημιουργεί η βίαιη δουλειά του στη σχέση του (με μια πανέμορφη Ζακλίν Μπισέ). Παρά το λιγομίλητο του ίδιου και της ταινίας γενικότερα, το στοιχείο αυτό περνά άνετα. Και υπάρχει και η χαρακτηριστική μουσική του Lalo Schifrin...
Ίσως σύγχρονοι θεατές να βαρεθούν. Ωστόσο το Bullit παραμένει τυπικό "παλαιάς κοπής" αστυνομικό φιλμ και θα σας το συνιστούσα.
Ο Μπούλιτ είναι αστυνομικός. Ένας φιλόδοξος γερουσιαστής του αναθέτει να προφυλάξει για 48 ώρες έναν μάρτυρα, με την κατάθεση του οποίου θα ξεσκεπαστεί μια μεγάλη εγκληματική οργάνωση. Ωστόσο, και παρά τις προφυλάξεις, ο μάρτυς πυροβολείται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κρατείται. Ο Μπούλιτ, κόντρα στον γερουσιαστή πλέον, αλλά και σε ορισμένα υψηλά στελέχη της αστυνομίας, ξεκινά έναν προσωπικό αγώνα να βρει τους δολοφόνους.
Βλέποντας το φιλμ παρατηρεί κανείς πώς "χτίζονταν" παλιότερα οι αστυνομικές περιπέτειες. Η πλοκή δεν στηρίζεται στη διαρκή δράση και τα κυνηγητά, αλλά στο πυκνό, πολύπλοκο σενάριο. Όχι ότι δεν υπάρχουν σκηνές δράσης. Ίσα - ίσα που υπάρχει μια κλασική μέχρι σήμερα (και μεγάλη σε διάρκεια) σκηνή αυτοκινητοκυνηγητού, στην οποία στηρίχτηκαν πολλές μεταγενέστερες. Και αυτή όμως είναι πολύ πιο ρεαλιστική από αντίστοιχες σύγχρονες. Τα αυτοκίνητα ούτε πετάνε πάνω από άλλα αυτοκίνητα ή γέφυρες ή δεν ξέρω τι άλλο ούτε περνάνε μέσα από σπίτια ή ό ,τι άλλο απίθανο. Απλώς κυνηγά το ένα το άλλο, όπως θα γινόταν στην πραγματικότητα. Γενικότερα η αίσθηση "βρώμικου" ρεαλισμού κυριαρχεί στο φιλμ. Η καθόλου "όμορφη" φωτογραφία, το "αφημένο" αστικό σκηνικό, οι εσωτερικοί χώροι, όλα παραπέμπουν σε μια τετριμμένη καθημερινότητα (προσέξτε πόσο "άσχημο" και κοινότοπο φαίνεται το Σαν Φρανσίσκο, αντικειμενικά μια από τις πιο όμορφες πόλεις των ΗΠΑ. Κανείς εδώ δεν επιχειρεί κάθε λογής ωραιοποίηση ή "τουριστική" ματιά). Όλα αυτά αποπνέουν μια σαφώς παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, γοητευτική όμως ταυτόχρονα στην απλότητά και τον ρεαλισμό της.
Το σενάριο, θα ομολογήσω, είναι αρκετά πολύπλοκο και, μετά το τέλος, μου έμειναν κάποια κενά, τα οποία έλυσα με ιντερνετική βοήθεια. Από την άλλη, έστω και πλαγίως, το φιλμ θίγει τόσο το πολιτικό κατεστημένο, με τον γερουσιαστή που ενδιαφέρεται μόνο για τη φήμη του και τις ψήφους και όχι για την αλήθεια, αλλά και για την προσωπική ζωή του ήρωα και τα προβλήματα που δημιουργεί η βίαιη δουλειά του στη σχέση του (με μια πανέμορφη Ζακλίν Μπισέ). Παρά το λιγομίλητο του ίδιου και της ταινίας γενικότερα, το στοιχείο αυτό περνά άνετα. Και υπάρχει και η χαρακτηριστική μουσική του Lalo Schifrin...
Ίσως σύγχρονοι θεατές να βαρεθούν. Ωστόσο το Bullit παραμένει τυπικό "παλαιάς κοπής" αστυνομικό φιλμ και θα σας το συνιστούσα.
Τρίτη, Ιουνίου 07, 2016
ΣΤΟ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ "ΜΟΔΙΣΤΡΑΣ"
"Η Μοδίστρα" (The Dressmaker) είναι μια αυστραλέζικη ταινία του 2015 που γυρίστηκε από την Jocelyn Moorhouse, βασίζεται σε αυστραλέζικο μπεστ σέλλερ και έχει σαν απόλυτη πρωταγωνίστρια την Κέιτ Γουίνσλετ.
Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μια προικισμένη μοδίστρα, που ήδη έχει κάνει καριέρα στο Παρίσι, επιστρέφει στο άθλιο, χαμένο στο πουθενά χωριό της στην Αυστραλία, απ' όπου είχε εκδιωχτεί όταν ήταν περίπου 10 χρονών, κατηγορούμενη για τον φόνο ενός αγοριού. Η ίδια δεν θυμάται τίποτα και προσπαθεί σιγά - σιγά να ενώσει τα κομάτια του παζλ του παρελθόντος της για να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί. Στο παλιό της σπίτι θα συναντήσει ξανά τη μισότρελη μητέρα της και η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Στο μεταξύ, με την υψηλή της τέχνη, θα μεταμορφώσει κυριολεκτικά όλες τις γυναίκες του χωριού, πλην όμως το κοινωνικό περιβάλλον θα παραμείνει υποκριτικό, μνησίκακο, στριφνό και υπερσυντηρητικό. Τα αποτελέσματα θα είναι (κωμικο)τραγικά.
Πάνω απ' όλα πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία. Το χιούμορ λοιπόν είναι μαύρο, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και έντονα δραματικά στοιχεία. Το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό, ο ρομαντισμός με τη σκληρότητα. Αυτό ωστόσο που κυριαρχεί απόλυτα είναι το σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Η εντυπωσιακή φωτογραφία, το ίδιο το εξαθλιωμένο πάμφτωχο χωριό που θυμίζει αντίστοιχα χωριά από γουέστερν, τα εκκεντρικά κοστούμια, που έρχονται σε τέλεια αντίθεση με το περιβάλλον, οι σαν καρικατούρες κάτοικοι του χωριού, ακόμα και οι πόζες της πρωταγωνίστριας, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδιάιτερης ατμόσφαιρας συνειδητά μη ρεαλιστικής, που μερικές φορές αγγίζει ακομα και τα όρια του γκροτέσκο.
Όσο για τον στόχο; Νομίζω ότι κυρίως προσπαθεί να καυτηριάσει την υποκρισία μιας συντηρητικής μικροκοινωνίας (κάθε μικροκοινωνίας σχεδόν), την άρνησή της για κάθε τι νέο και φρέσκο, αλλά ακόμα και την σκληρά ταξική δομή τέτοιων κοινωνιών (η πρωταγωνίστρια ως μικρό κορίτσι είναι ουσιαστικά "του κλώτσου και του μπάτσου" επειδή είναι αγνώστου πατρός και η οικογένειά της δεν ανήκει στη (μικρο)ελίτ της συγκεκριμένης (μικρο)κοινωνίας). Ίσως, αφού τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την υφέρπουσα κακία, μια τέτοια κοινωνία το μόνο που χρειάζεται είναι μια πλήρης καταστροφή... Τελικά η "μοδίστρα" ίσως να μην είναι τίποτα άλλο από έναν εξολοθρευτή άγγελο.
Παρά το περίεργο σενάριο και τις απότομες στροφές του από το κωμικό στο δραματικό (σα να μη μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι), η ταινία τελικά μου άρεσε και (παρά τη σκοτεινιά της) με διασκέδασε. Αυτό άλλωστε δεν κάνει το μαύρο χιούμορ; Ίσως να ξενίσει αρκετούς (και οι κριτικές άλλωστε υπήρξαν μέτριες), προσωπικά πάντως το ευχαριστήθηκα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά οι σκηνές με τις γυναίκες με τα σούπερ ντούπερ υψηλότατης ραπτικής φορέματα να περιφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα στο πνισμένο στη σκόνη, εξαθλιωμένο χωριουδάκι.
Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μια προικισμένη μοδίστρα, που ήδη έχει κάνει καριέρα στο Παρίσι, επιστρέφει στο άθλιο, χαμένο στο πουθενά χωριό της στην Αυστραλία, απ' όπου είχε εκδιωχτεί όταν ήταν περίπου 10 χρονών, κατηγορούμενη για τον φόνο ενός αγοριού. Η ίδια δεν θυμάται τίποτα και προσπαθεί σιγά - σιγά να ενώσει τα κομάτια του παζλ του παρελθόντος της για να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί. Στο παλιό της σπίτι θα συναντήσει ξανά τη μισότρελη μητέρα της και η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Στο μεταξύ, με την υψηλή της τέχνη, θα μεταμορφώσει κυριολεκτικά όλες τις γυναίκες του χωριού, πλην όμως το κοινωνικό περιβάλλον θα παραμείνει υποκριτικό, μνησίκακο, στριφνό και υπερσυντηρητικό. Τα αποτελέσματα θα είναι (κωμικο)τραγικά.
Πάνω απ' όλα πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία. Το χιούμορ λοιπόν είναι μαύρο, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και έντονα δραματικά στοιχεία. Το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό, ο ρομαντισμός με τη σκληρότητα. Αυτό ωστόσο που κυριαρχεί απόλυτα είναι το σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Η εντυπωσιακή φωτογραφία, το ίδιο το εξαθλιωμένο πάμφτωχο χωριό που θυμίζει αντίστοιχα χωριά από γουέστερν, τα εκκεντρικά κοστούμια, που έρχονται σε τέλεια αντίθεση με το περιβάλλον, οι σαν καρικατούρες κάτοικοι του χωριού, ακόμα και οι πόζες της πρωταγωνίστριας, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδιάιτερης ατμόσφαιρας συνειδητά μη ρεαλιστικής, που μερικές φορές αγγίζει ακομα και τα όρια του γκροτέσκο.
Όσο για τον στόχο; Νομίζω ότι κυρίως προσπαθεί να καυτηριάσει την υποκρισία μιας συντηρητικής μικροκοινωνίας (κάθε μικροκοινωνίας σχεδόν), την άρνησή της για κάθε τι νέο και φρέσκο, αλλά ακόμα και την σκληρά ταξική δομή τέτοιων κοινωνιών (η πρωταγωνίστρια ως μικρό κορίτσι είναι ουσιαστικά "του κλώτσου και του μπάτσου" επειδή είναι αγνώστου πατρός και η οικογένειά της δεν ανήκει στη (μικρο)ελίτ της συγκεκριμένης (μικρο)κοινωνίας). Ίσως, αφού τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την υφέρπουσα κακία, μια τέτοια κοινωνία το μόνο που χρειάζεται είναι μια πλήρης καταστροφή... Τελικά η "μοδίστρα" ίσως να μην είναι τίποτα άλλο από έναν εξολοθρευτή άγγελο.
Παρά το περίεργο σενάριο και τις απότομες στροφές του από το κωμικό στο δραματικό (σα να μη μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι), η ταινία τελικά μου άρεσε και (παρά τη σκοτεινιά της) με διασκέδασε. Αυτό άλλωστε δεν κάνει το μαύρο χιούμορ; Ίσως να ξενίσει αρκετούς (και οι κριτικές άλλωστε υπήρξαν μέτριες), προσωπικά πάντως το ευχαριστήθηκα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά οι σκηνές με τις γυναίκες με τα σούπερ ντούπερ υψηλότατης ραπτικής φορέματα να περιφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα στο πνισμένο στη σκόνη, εξαθλιωμένο χωριουδάκι.
Κυριακή, Ιουνίου 05, 2016
ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΙ ΕΥΧΕΣΑΙ ΣΤΟ "ABSOLUTELY ANYTHING"
Είναι θαυμάσιο να συναντάς ξανά, μετά πολλά χρόνια, έναν παλιό καλο φίλο. Έτσι ένοιωσα όταν είδα την ταινάι του Terry Jones "Absolutely Anything" του 2015. Ποιος είναι ο Terry Jones; Μα ένας από τους θρυλικούς Monty Python, και μάλιστα αυτός που σκηνοθέτησε ή συνσκηνοθέτησε με τον Terry Gilliam τις 3 κλασικές τους ταινίες ("Holy Grail", "Life of Brian" μόνος του και "Meaning of Life"). Τα πράματα γίνονται ακόμα καλύτερα όταν στο φιλμ πρωταγωνιστεί ο Σάιμον Πεγκ, από τους καλύτερους σύγχρονους κωμικούς και μάλιστα μαζί με την Κέιτ Μπέκινσέιλ.
Παρωδία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ο ήρωας είναι ένας μοναχικός δάσκαλος, επίδοξος συγγραφέας, στον οποίο, συμπτωματικά δίνεται απεριόριστη δύναμη να πραγματοποιεί κυριολεκτικά κάθε, μα κάθε ευχή του για δέκα μέρες. Από ποιούς; Από εξωγήινους, των οποίων το πελώριο σκάφος περιφέρεται κάπου στο ηλιακό σύστημα, και οι οποίοι κάνουν το τεστ αυτό για να ελέγξουν αν οι άνθρωποι είναι ικανοί για κάτι καλό ώστε να μπουν στην ομοσπονδία των "ανώτερων όντων". Αλλιώς θα εξολοθρευτούν και ο πλανήτης θα καταστραφεί. Φυσικά ο ήρωάς μας μάλλον χάος προκαλεί με ό,τι εύχεται...
Βρήκα την ταινία απολαυστικότατη, σε ορισμένα σημεία μάλιστα ξεκαρδιστική. Αυτό που με συγκίνησε ήταν ότι συχνά αναγνώριζα ψήγματα από το πολύ ιδιαίτερο, σουρεαλιστικό και παλαβό χιούμορ των Monty Python. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να με κάνει να αγαπήσω το φιλμ. Άλλωστε σύσσωμη η θρυλική ομάδα (εκτος φυσικά του νεκρού Graham Chapman) συμμετέχει κάνοντας τις φωνές των τερατωδών εξωγήινων. Όσο για τη φωνή του σκύλου (από τους πιο αστείους και ιδιαίτερους πρωταγωνιστές του φιλμ), την κάνει ο Ρόμπιν Ουίλιαμς στον τελευταίο του ρόλο (φωνητικό μόνο δυστυχώς).
Το φιλμ βέβαια είναι μια ακόμα, κωμική αυτή τη φορά, παραλλαγή του γνωστού μοτίβου "πρόσεχε τι εύχεσαι". Συγχρόνως παραμένει ιδιαίτερα δηκτικό για την ανθρωπότητα εν γένει, την έλλειψη αλληλεγγύης και τον πάνω-απ'-όλα-εγωκεντρισμό μας. Φυσικά η ανθρωπότητα δεν είναι και τοσο καλή τελικά, μάλλον το ξέρουμε αυτό...
Όχι, δεν φτάνει στο ύψος των παλιών, συλλογικών ταινιών της θρυλικής βρετανικής ομάδας, ωστόσο το βρήκα αρκούντως διασκεδαστικό και γέλασα με το καθαρά βρετανικό χιούμορ του (δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα ήταν ένα καθαρά αμερικάνικο φιλμ με παρόμοιο στόρι). Και, αν και σε πολύ γενικές γραμμές συμφωνώ με την βαθμολογία του IMDB (στις παλιές ταινίες κυριως, είναι αλήθεια, και όχι στις σύγχρονες) αυτή τη φορά παραξενεύτηκα με την αρκετά χαμηλή βαθμολογία του κοινού. Ίσως ακριβώς να μην αντιλήφτηκαν το ιδαιίτερο βρετανικό χιούμορ που λέγαμε (ιδίως αν η πλειοψηφία όσων ψηφιζουν είναι αμερικανοί). Ποιος ξέρει... Για μένα πάντως αποτελεί μια καλή και σε αρκετά σημεία της έξυπνη κωμωδία, είδος σαφώς σε παρακμή τα τελευταία χρόνια.
Παρωδία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ο ήρωας είναι ένας μοναχικός δάσκαλος, επίδοξος συγγραφέας, στον οποίο, συμπτωματικά δίνεται απεριόριστη δύναμη να πραγματοποιεί κυριολεκτικά κάθε, μα κάθε ευχή του για δέκα μέρες. Από ποιούς; Από εξωγήινους, των οποίων το πελώριο σκάφος περιφέρεται κάπου στο ηλιακό σύστημα, και οι οποίοι κάνουν το τεστ αυτό για να ελέγξουν αν οι άνθρωποι είναι ικανοί για κάτι καλό ώστε να μπουν στην ομοσπονδία των "ανώτερων όντων". Αλλιώς θα εξολοθρευτούν και ο πλανήτης θα καταστραφεί. Φυσικά ο ήρωάς μας μάλλον χάος προκαλεί με ό,τι εύχεται...
Βρήκα την ταινία απολαυστικότατη, σε ορισμένα σημεία μάλιστα ξεκαρδιστική. Αυτό που με συγκίνησε ήταν ότι συχνά αναγνώριζα ψήγματα από το πολύ ιδιαίτερο, σουρεαλιστικό και παλαβό χιούμορ των Monty Python. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να με κάνει να αγαπήσω το φιλμ. Άλλωστε σύσσωμη η θρυλική ομάδα (εκτος φυσικά του νεκρού Graham Chapman) συμμετέχει κάνοντας τις φωνές των τερατωδών εξωγήινων. Όσο για τη φωνή του σκύλου (από τους πιο αστείους και ιδιαίτερους πρωταγωνιστές του φιλμ), την κάνει ο Ρόμπιν Ουίλιαμς στον τελευταίο του ρόλο (φωνητικό μόνο δυστυχώς).
Το φιλμ βέβαια είναι μια ακόμα, κωμική αυτή τη φορά, παραλλαγή του γνωστού μοτίβου "πρόσεχε τι εύχεσαι". Συγχρόνως παραμένει ιδιαίτερα δηκτικό για την ανθρωπότητα εν γένει, την έλλειψη αλληλεγγύης και τον πάνω-απ'-όλα-εγωκεντρισμό μας. Φυσικά η ανθρωπότητα δεν είναι και τοσο καλή τελικά, μάλλον το ξέρουμε αυτό...
Όχι, δεν φτάνει στο ύψος των παλιών, συλλογικών ταινιών της θρυλικής βρετανικής ομάδας, ωστόσο το βρήκα αρκούντως διασκεδαστικό και γέλασα με το καθαρά βρετανικό χιούμορ του (δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα ήταν ένα καθαρά αμερικάνικο φιλμ με παρόμοιο στόρι). Και, αν και σε πολύ γενικές γραμμές συμφωνώ με την βαθμολογία του IMDB (στις παλιές ταινίες κυριως, είναι αλήθεια, και όχι στις σύγχρονες) αυτή τη φορά παραξενεύτηκα με την αρκετά χαμηλή βαθμολογία του κοινού. Ίσως ακριβώς να μην αντιλήφτηκαν το ιδαιίτερο βρετανικό χιούμορ που λέγαμε (ιδίως αν η πλειοψηφία όσων ψηφιζουν είναι αμερικανοί). Ποιος ξέρει... Για μένα πάντως αποτελεί μια καλή και σε αρκετά σημεία της έξυπνη κωμωδία, είδος σαφώς σε παρακμή τα τελευταία χρόνια.
Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2016
ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ (ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ) ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Το έχουμε, νομίζω, ξαναπεί: Ο John Carpenter είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες της ιστορίας του σινεμά. Μετά τη λαμπρή καριέρα των 70ς και 80ς οι ταινίες του (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν βλέπονται. Από την κατάρα αυτή δεν θα μπορούσε να γλυτώσει η έμπνευση που είχε το 1996 να γυρίσει ένα σίκουελ της κλασικής και απολαυστικής "Απόδρασης από τη Νέα Υόρκη" με τίτλο (τι πρωτότυπο) "Απόδραση από το Λος Άντζελες".
Φυσικά ο ήρωας του πρώτου φιλμ, ο "Σνέικ" Πλίσεν επανέρχεται. Δριμύτερος; Δεν ξέρω. Δριμύτερος αν μ' αυτό εννοείτε πιο απέθαντος από ποτέ, σχεδόν άφθαρτος στην ουσία, με πιο πολύ ξύλο και πιστολίδια και ικανότητες στα πάντα (από σερφ έως... μπάσκετ). Και, φυσικά, η ιστορία είναι μια παραλλαγή της πρώτης. Το Λος Άντζελες έχει χωριστεί από τη ξηρά από μεγάλο σεισμό και, βεβαίως, αποτελεί φυλακή όχι μόνο εγκληματιών, αλλά και κάθε διαφωνούντα σε μια φασιστική Αμερική με ισόβιο θρησκόληπτο πρόεδρο, όπου απαγορεύονται σχεδόν τα πάντα. Εκεί καταφεύγει η εξκεγερμένη κόρη του προέδρου, κλέβοντας και ένα πολύτιμο κουτί υψηλής τεχνολογίας, το οποίο, αν στοχεύσει σε δορυφόρους, μπορεί να τερματίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κυρίαρχος στο "νέο" L.A. είναι ένας επαναστάτης με εμφάνιση... Τσε Γκεβάρα, ο οποίος, σε συνεργασία με χώρες του Τρίτου Κόσμου, ετοιμάζεται να επιτεθεί στην περιοχή. Φυσικά για μια ακόμα φορά ο ήρωάς μας αναγκάζεται να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Η ταινία ίσως σκόπευε να γίνει καλτ. Η γνώμη μου είναι ότι απλώς... δεν βλέπεται. Η δράση είναι απόλυτα προσχηματική, οι περισσότερες ιδέες ξαναχρησιμοποιημένες, ο "Σνέικ" ό,τι και να του κάνουν, σε όσες δοκιμασίες κι αν υποβληθεί, δεν παθαίνει τίποτα... κι όλα αυτά σε βαθμό κακουργήματος. Η διαρκής δράση δεν ήταν ικανή να μειώσει τη βαρεμάρα μου. Πολιτικά ο Κάρπεντερ είναι μεν χαρακτηριστικά φιλελεύθερος, με την καλή έννοια του όρου, στηλιτεύοντας άγρια τον καλπάζοντα αμερικάνικο νεοσυντηρητισμό και προβλέποντας την καταστροφική διακυβέρνηση Μπους, από την άλλη όμως ο επαναστάτης και, όπως είπαμε, ίδιος με τον Τσε, είναι εξαιρετικά κακός και μοχθηρός, εγκαθιδρύοντας μια κυριολεκτικά αυτοκρατορία τρόμου. Τι να πει κανείς...
Κρίμα στην πληθώρα εξαίρετων και καλτ ηθοποιών (είπαμε, αυτός μάλλον ήταν ο στόχος). Σημειώστε λοιπόν: Εκτός του αναπόφευκτου Κερτ Ράσελ εμφανίζονται οι Πίτερ Φόντα, Παμ Γκρίερ, Στιβ Μπουσέμι, Κλιφ Ρόμπερτσον, Βαλέρια Γκολίνο, Στέισι Κιτς, ακόμα και ο συστηματικός b-μουβάς Μπρους Κάμπελ. Κρίμα...
Φυσικά ο ήρωας του πρώτου φιλμ, ο "Σνέικ" Πλίσεν επανέρχεται. Δριμύτερος; Δεν ξέρω. Δριμύτερος αν μ' αυτό εννοείτε πιο απέθαντος από ποτέ, σχεδόν άφθαρτος στην ουσία, με πιο πολύ ξύλο και πιστολίδια και ικανότητες στα πάντα (από σερφ έως... μπάσκετ). Και, φυσικά, η ιστορία είναι μια παραλλαγή της πρώτης. Το Λος Άντζελες έχει χωριστεί από τη ξηρά από μεγάλο σεισμό και, βεβαίως, αποτελεί φυλακή όχι μόνο εγκληματιών, αλλά και κάθε διαφωνούντα σε μια φασιστική Αμερική με ισόβιο θρησκόληπτο πρόεδρο, όπου απαγορεύονται σχεδόν τα πάντα. Εκεί καταφεύγει η εξκεγερμένη κόρη του προέδρου, κλέβοντας και ένα πολύτιμο κουτί υψηλής τεχνολογίας, το οποίο, αν στοχεύσει σε δορυφόρους, μπορεί να τερματίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κυρίαρχος στο "νέο" L.A. είναι ένας επαναστάτης με εμφάνιση... Τσε Γκεβάρα, ο οποίος, σε συνεργασία με χώρες του Τρίτου Κόσμου, ετοιμάζεται να επιτεθεί στην περιοχή. Φυσικά για μια ακόμα φορά ο ήρωάς μας αναγκάζεται να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Η ταινία ίσως σκόπευε να γίνει καλτ. Η γνώμη μου είναι ότι απλώς... δεν βλέπεται. Η δράση είναι απόλυτα προσχηματική, οι περισσότερες ιδέες ξαναχρησιμοποιημένες, ο "Σνέικ" ό,τι και να του κάνουν, σε όσες δοκιμασίες κι αν υποβληθεί, δεν παθαίνει τίποτα... κι όλα αυτά σε βαθμό κακουργήματος. Η διαρκής δράση δεν ήταν ικανή να μειώσει τη βαρεμάρα μου. Πολιτικά ο Κάρπεντερ είναι μεν χαρακτηριστικά φιλελεύθερος, με την καλή έννοια του όρου, στηλιτεύοντας άγρια τον καλπάζοντα αμερικάνικο νεοσυντηρητισμό και προβλέποντας την καταστροφική διακυβέρνηση Μπους, από την άλλη όμως ο επαναστάτης και, όπως είπαμε, ίδιος με τον Τσε, είναι εξαιρετικά κακός και μοχθηρός, εγκαθιδρύοντας μια κυριολεκτικά αυτοκρατορία τρόμου. Τι να πει κανείς...
Κρίμα στην πληθώρα εξαίρετων και καλτ ηθοποιών (είπαμε, αυτός μάλλον ήταν ο στόχος). Σημειώστε λοιπόν: Εκτός του αναπόφευκτου Κερτ Ράσελ εμφανίζονται οι Πίτερ Φόντα, Παμ Γκρίερ, Στιβ Μπουσέμι, Κλιφ Ρόμπερτσον, Βαλέρια Γκολίνο, Στέισι Κιτς, ακόμα και ο συστηματικός b-μουβάς Μπρους Κάμπελ. Κρίμα...
Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2016
Η "ΣΤΑ ΟΡΙΑ" ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΓΧΡΩΜΩΝ ΤΩΝ ΓΚΕΤΟ ΣΤΟ "CLOCKERS"
Έχετε διαβάσει βιβλία του George Pelecanos; Ο συγγραφέας - παράλληλα με την αστυνομική πλοκή - περιγράφει συχνότατα τα γκέτο των μαύρων στις μεγαλουπόλεις και την εκεί σχεδόν εφιαλτική καθημερινότητα. Εφιαλτική όχι τόσο λόγω υλικά υποβαθμισμένων συνθηκών ζωής (όπως ας πούμε στα μαύρα γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ), αλλά λόγω της παραβατικότητας και εγκληματικότητας, οι οποίες αποτελούν την ενασχόληση σημαντικού μέρους του πληθυσμού και μάλιστα από πολύ μικρές ηλικίες. Από παιδιά για να είμαστε σαφείς. Το τρομερό είναι ότι αυτό θεωρείται από τα πιτσιρίκια ως πρότυπο ζωής, στόχος, και ο θαυμασμός για τους "μεγάλους" του χώρου είναι απεριόριστος. Φυσικά το μεγαλύτερο μέρος της παραβατικότητας αυτής σχετίζεται με τα ναρκωτικά.
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει το φιλμ του Spike Lee "Clockers", που ο μαύρος σκηνοθέτης γύρισε το 1995. Ο ήρωας, ένας νεαρός μαύρος, είναι ντίλερ, όπως και ολόκληρη η παρέα του, και δουλεύει για ένα "μεγαλύτερο κεφάλι", σημαντικό στη γειτονιά. Όλα, βλέπετε, παίζουν σε επίπεδο γειτονιάς και όλοι σχεδόν ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και τα πάρκα. Τα πράγματα θα γίνουν σοβαρά όταν ο ήρωας θα εμπλακεί σε μια δολοφονία και η αστυνομία θα αρχίσει να τον πιέζει έντονα. Και θα γίνουν ακόμα πιο ασφυκτικά όταν το "αφεντικό", αλλά και η παρέα, θα τον θεωρήσουν "καρφί".
Το φιλμ διαθέτει σαφή πλοκή και εξέλιξη, θα μπορούσε όμως κανείς και να το δει σαν ένα είδος ντοκιμαντέρ πάνω στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτό που προκύπτει ανάγλυφα είναι το ότι η παραβατικότητα είναι σχεδόν μονόδρομος. Δεν την επιλέγεις ακριβώς, βρίσκεται και αναπτύσεται σχεδόν φανερά δίπλα σου από τη στιγμή που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον κόσμο, οι περισσότεροι γύρω σου εμπλέκονται και, τι πιο φυσικό, από παιδί προετοιμάζεσαι για μια καριέρα στο χώρο αυτόν. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να μην εμπλακούν, οι οποίοι αγωνιούν γι' αυτό που συμβαίνει γύρω τους, αλλά η αντίθετη πορεία είναι κάτι πανεύκολο να ακολουθηθεί, έρχεται "φυσικά", σχεδόν όχι από συνειδητή επιλογή. Η αστυνομία δεν μπορεί ή δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει. Αυτό δεν έχει ωστόσο και τόση σημασία. Το "κακό" είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, που θα εξέλειπε μόνο μετά από ριζική κοινωνική αναβάθμιση και όχι με κάποιες συλλήψεις και καταδίκες.
Το φιλμ καταγράφει με σαφήνεια όλη αυτή την κατάσταση και επιμένει σε ένα ανατριχιστικό γεγονός: Το προσδόκιμο ζωής εκεί είναι πολύ χαμηλότερο από το συνηθισμένο. Πάρα πολλοί μαύροι δολοφονούνται σε νεαρή ηλικία εξ αιτίας κάθε λογής παρενεργειών του "επαγγέλματος". Αν προσέξετε μάλιστα θα δείτε ότι πολλοί διαθέτουν μαμά ή αδέλφια, όχι όμως και πατέρα. Οι άντρες είναι ήδη είτε νεκροί είτε στη φυλακή.
Βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, με το δυνατό ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, αλλά και τη στέρεα δομή της αφήγησης. Αν σας ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής που περιέγραψα δείτε το. Το όλο πράγμα μου θύμησε κάπως "μαύρο" Σκορσέζε. Πολύ περισσότερο μια που οι δύο λευκοί μπάτσοι που τριγυρίζουν στη γειτονιά δεν είναι άλλοι από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Τζον Τουρτούρο...
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει το φιλμ του Spike Lee "Clockers", που ο μαύρος σκηνοθέτης γύρισε το 1995. Ο ήρωας, ένας νεαρός μαύρος, είναι ντίλερ, όπως και ολόκληρη η παρέα του, και δουλεύει για ένα "μεγαλύτερο κεφάλι", σημαντικό στη γειτονιά. Όλα, βλέπετε, παίζουν σε επίπεδο γειτονιάς και όλοι σχεδόν ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και τα πάρκα. Τα πράγματα θα γίνουν σοβαρά όταν ο ήρωας θα εμπλακεί σε μια δολοφονία και η αστυνομία θα αρχίσει να τον πιέζει έντονα. Και θα γίνουν ακόμα πιο ασφυκτικά όταν το "αφεντικό", αλλά και η παρέα, θα τον θεωρήσουν "καρφί".
Το φιλμ διαθέτει σαφή πλοκή και εξέλιξη, θα μπορούσε όμως κανείς και να το δει σαν ένα είδος ντοκιμαντέρ πάνω στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτό που προκύπτει ανάγλυφα είναι το ότι η παραβατικότητα είναι σχεδόν μονόδρομος. Δεν την επιλέγεις ακριβώς, βρίσκεται και αναπτύσεται σχεδόν φανερά δίπλα σου από τη στιγμή που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον κόσμο, οι περισσότεροι γύρω σου εμπλέκονται και, τι πιο φυσικό, από παιδί προετοιμάζεσαι για μια καριέρα στο χώρο αυτόν. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να μην εμπλακούν, οι οποίοι αγωνιούν γι' αυτό που συμβαίνει γύρω τους, αλλά η αντίθετη πορεία είναι κάτι πανεύκολο να ακολουθηθεί, έρχεται "φυσικά", σχεδόν όχι από συνειδητή επιλογή. Η αστυνομία δεν μπορεί ή δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει. Αυτό δεν έχει ωστόσο και τόση σημασία. Το "κακό" είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, που θα εξέλειπε μόνο μετά από ριζική κοινωνική αναβάθμιση και όχι με κάποιες συλλήψεις και καταδίκες.
Το φιλμ καταγράφει με σαφήνεια όλη αυτή την κατάσταση και επιμένει σε ένα ανατριχιστικό γεγονός: Το προσδόκιμο ζωής εκεί είναι πολύ χαμηλότερο από το συνηθισμένο. Πάρα πολλοί μαύροι δολοφονούνται σε νεαρή ηλικία εξ αιτίας κάθε λογής παρενεργειών του "επαγγέλματος". Αν προσέξετε μάλιστα θα δείτε ότι πολλοί διαθέτουν μαμά ή αδέλφια, όχι όμως και πατέρα. Οι άντρες είναι ήδη είτε νεκροί είτε στη φυλακή.
Βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, με το δυνατό ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, αλλά και τη στέρεα δομή της αφήγησης. Αν σας ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής που περιέγραψα δείτε το. Το όλο πράγμα μου θύμησε κάπως "μαύρο" Σκορσέζε. Πολύ περισσότερο μια που οι δύο λευκοί μπάτσοι που τριγυρίζουν στη γειτονιά δεν είναι άλλοι από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Τζον Τουρτούρο...
Τρίτη, Μαΐου 31, 2016
ΤΑ ΤΡΟΜΕΡΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΣΠΙΤΙΟΥ ΠΟΥ ΟΥΡΛΙΑΖΕ"
Η παράδοση των ισπανών στις ταινίες τρόμου δεν είναι καινούρια. Ήδη από τη δεκαετία του 60 παρήγαγαν αν μη τι άλλο επιδραστικά φιλμ του είδους. Το "La Residencia" ("The House that Screamed" ο αγγλόφωνος τίτλος) είναι η μία από τις δύο μόλις μεγάλου μήκους ταινίες που γύρισε ο παραγωγικότατος στην τηλεόραση (σίριαλ και τηλεταινίες) ουρουγουανός (αλλά ενεργός στην Ισπανία) Narciso Ibanez Serrador το 1970.
Σε ένα αυστηρό οικοτροφείο θηλέων, "παραστρατημένων" κοριτσιών για την ακρίβεια, που φυσικά στεγάζεται σε απομονωμένο, γοτθικό και πελώριο κτίριο, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, που φτάνουν ως τις εξαφανίσεις κάποιων κοριτσιών. Όλοι θεωρούν ότι το έσκασαν, είναι όμως έτσι; Μια καινούρια οικότροφος γνωρίζει σιγά - σιγά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον. Το οικοτροφείο διευθύνει η αυταρχική κυρία Φουρνό (Λίλι Πάλμερ), η οποία διαθέτει και γιο στα όρια της εφηβείας. Ο αυταρχισμός και ο συχνά καταπιεσμένος ερωτισμός είναι πανταχού παρόν και, όσο προχωράμε, τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα...
Η ταινία αποτελεί από τις μεγαλύτερες επιρροές του Αρτζέντο, ειδικότερα για τη "Suspiria" του, πράγμα που έχει δηλώσει ο ίδιος. Υπάρχουν σκηνές που θεωρείται ότι έχει σχεδόν αντιγράψει. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα φιλμ που εξελίσσεται μάλλον αργά και σίγουρα δεν μπορεί να τρομάξει τον σύγχρονο θεατή, παρά το πραγματικά εφιαλτικό φινάλε. Τα πάθη και οι διαστροφές είναι καλά κρυμμένες κάτω από την αυστηρή επιφάνεια του οικοτροφείου (όπως και κάτω από την εκ πρώτης όψεως "τακτοποιημένη" επιφάνεια κάθε κλειστής και αυταρχικής κοινωνίας). Ωστόσο ο ερωτισμός δεν δείχνεται (μάλλον δεν θα μπορούσε αυτή την εποχή), αλλά περισσότερο υπονοείται. Όσο για την πλοκή, συνδυάζει το αστυνομικό who dune it με το στοιχείο του τρόμου. Το σενάριο, όπως κατά κόρον συμβαίνει στα φιλμ του Αρτζέντο, είναι κάπως άγαρμπο, περίεργο. Ξαφνικά, για παράδειγμα, ένας πρωταγωνιστής/ια εξαφανίζεται και κάποιος άλλος/η παίρνει τη θέση του/της στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά να τα γνωρίζετε από την αρχή για να είσαστε προετοιμασμένοι. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία διαθέτει (παλιομοδίτικη) ατμόσφαιρα, όπως επίσης και μια εξαιρετική ερωτική σκηνή ανθολογίας, δίχως να δείχνει τίποτα απολύτως. Όλος ο ερωτισμός οικοδομείται ηχητικά, ενώ οι εικόνες δείχνουν άλλα πρόσωπα, ούτε καν το ζεύγος.
Ίσως κάποιοι, εθισμένοι στα σύγχρονα σπλάτερ ή/και εφέ, θεωρήσουν την ταινία ξεπερασμένη. Ωστόσο διαθέτει τη δική της γοητευτική ατμόσφαιρα και έχει τη δική της (για την εποχή τουλάχιστον) αξία. Αν είστε λάτρεις του είδους και ψάχνετε για σχετικά άγνωστες παλιές ταινίες του, ψάξτε το. Οι υπόλοιποι ας το προσπεράσουν.
Σε ένα αυστηρό οικοτροφείο θηλέων, "παραστρατημένων" κοριτσιών για την ακρίβεια, που φυσικά στεγάζεται σε απομονωμένο, γοτθικό και πελώριο κτίριο, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, που φτάνουν ως τις εξαφανίσεις κάποιων κοριτσιών. Όλοι θεωρούν ότι το έσκασαν, είναι όμως έτσι; Μια καινούρια οικότροφος γνωρίζει σιγά - σιγά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον. Το οικοτροφείο διευθύνει η αυταρχική κυρία Φουρνό (Λίλι Πάλμερ), η οποία διαθέτει και γιο στα όρια της εφηβείας. Ο αυταρχισμός και ο συχνά καταπιεσμένος ερωτισμός είναι πανταχού παρόν και, όσο προχωράμε, τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα...
Η ταινία αποτελεί από τις μεγαλύτερες επιρροές του Αρτζέντο, ειδικότερα για τη "Suspiria" του, πράγμα που έχει δηλώσει ο ίδιος. Υπάρχουν σκηνές που θεωρείται ότι έχει σχεδόν αντιγράψει. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα φιλμ που εξελίσσεται μάλλον αργά και σίγουρα δεν μπορεί να τρομάξει τον σύγχρονο θεατή, παρά το πραγματικά εφιαλτικό φινάλε. Τα πάθη και οι διαστροφές είναι καλά κρυμμένες κάτω από την αυστηρή επιφάνεια του οικοτροφείου (όπως και κάτω από την εκ πρώτης όψεως "τακτοποιημένη" επιφάνεια κάθε κλειστής και αυταρχικής κοινωνίας). Ωστόσο ο ερωτισμός δεν δείχνεται (μάλλον δεν θα μπορούσε αυτή την εποχή), αλλά περισσότερο υπονοείται. Όσο για την πλοκή, συνδυάζει το αστυνομικό who dune it με το στοιχείο του τρόμου. Το σενάριο, όπως κατά κόρον συμβαίνει στα φιλμ του Αρτζέντο, είναι κάπως άγαρμπο, περίεργο. Ξαφνικά, για παράδειγμα, ένας πρωταγωνιστής/ια εξαφανίζεται και κάποιος άλλος/η παίρνει τη θέση του/της στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά να τα γνωρίζετε από την αρχή για να είσαστε προετοιμασμένοι. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία διαθέτει (παλιομοδίτικη) ατμόσφαιρα, όπως επίσης και μια εξαιρετική ερωτική σκηνή ανθολογίας, δίχως να δείχνει τίποτα απολύτως. Όλος ο ερωτισμός οικοδομείται ηχητικά, ενώ οι εικόνες δείχνουν άλλα πρόσωπα, ούτε καν το ζεύγος.
Ίσως κάποιοι, εθισμένοι στα σύγχρονα σπλάτερ ή/και εφέ, θεωρήσουν την ταινία ξεπερασμένη. Ωστόσο διαθέτει τη δική της γοητευτική ατμόσφαιρα και έχει τη δική της (για την εποχή τουλάχιστον) αξία. Αν είστε λάτρεις του είδους και ψάχνετε για σχετικά άγνωστες παλιές ταινίες του, ψάξτε το. Οι υπόλοιποι ας το προσπεράσουν.
Κυριακή, Μαΐου 29, 2016
Ο "CONAN THE DESTROYER" ΚΑΙ Η ΑΦΕΛΗΣ ΕΠΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Ήταν ζήτημα χρόνου να μεταφερθεί στο σινεμά η πλέον αρχετυπική φιγούρα της fantasy λογοτεχνίας: Ο Κόναν ο Βάρβαρος του Robert E. Howard. Αυτό έγινε για πρώτη φορά το 1982 με καλά αποτελέσματα. Το 1984 ωστόσο γυρίζεται το αναπόφευκτο, φοβάμαι, νο 2, το "Conan the Destroyer" από τον βετεράνο Richard Fleischer (1916-2006) με πολύ χειρότερα αποτελέσματα. Φυσικά πρωταγωνιστής είναι και πάλι ο αρκούντως ουγκ για Κόναν Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, στις δόξες του τότε.
Ο Κόναν με αλλοπρόσαλλη συνοδεία και με μία παρθένα πριγκίπισσα ξεκινά την αναζήτηση ενός κάστρου όπου φυλάσσεται ένας μαγικός κρύσταλλος με τον οποίο η πριγκίπισσα θα "ξεκλειδώσει" ένα μαγικό κέρατο, το οποίο θα προσαρμοστεί στο μέτωπο του αγάλματος ενός θεού, ο οποίος έτσι θα ζωντανέψει... Ουφ! Η αποστολή τού έχει ανατεθεί από την βασίλισσα Τάραμις, θεία της παρθένας πριγκίπισσας που λέγαμε, η οποία ωστόσο είναι σατανική και έχει άλλα σχέδια στο μυαλό της...
Καλά όλα αυτά τα "παραμυθώδη" - τέτοια άλλωστε απαιτεί το είδος - αλλά ο δεύτερος αυτός Κόναν είναι νομίζω πολύ κατώτερος του πρώτου. Η αφέλεια περισσεύει, υπάρχουν πινελιές μάλλον ξενέρωτου χιούμορ, οι καλοί ή κακοί μάγοι τα κάνουν όλα για να γλυτώσουν την εξέλιξη της πλοκής από κακοτοπιές, οι σεναριακές ευκολίες είναι πανταχού παρούσες, αλλά και οι σεναριακές αβλεψίες (αλήθεια, στην πρώτη σκηνή, γιατί η "κακιά βασίλισσα" έπρεπε να θυσιάσει τόσους άνδρες της, αφού απλώς ήθελε να διαπραγματευτεί με τον Κόναν και να του ζητήσει ο,τι ήθελε να του ζητήσει;) Θα πω επίσης ότι πολλά από τα εφέ είναι κακά, ακόμα και με τα μέτρα της προ ψηφιακής εποχής. Ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο Κόναν αντιμετωπίζει ένα τέρας σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες (η ιδέα της σκηνής, που θυμίζει την "Κυρία από τη Σαγκάη", είναι κατ' αρχήν καλή): Το τέρας λοιπόν προκαλεί μάλλον γέλιο, καθώς πρόκειται για ένα είδος προσθετικής μάσκας στο πρόσωπο κάποιου. Είναι τόσο ακίνητη και αμέτοχη σε οργή, πόνο ή σε ό,τι άλλο νοιώθει το τέρας, ώστε είναι σα να κόλλησαν απλώς μια μάσκα στο πρόσωπο του ηθοποιού... Γενικά, ακόμα και σε μια "εκτός χρόνου" ταινία όπως αυτή, κάπου διακρίνεται ένα χαρακτηριστικό 80'ς κιτς (ακόμα και στο πρόσωπο της παρθένας πριγκίπισσας).
Από την άλλη βέβαια υπάρχει η παρουσία της αγαλματένιας φιγούρας της Γκρέις Τζόουνς στο καστ, η οποία βεβαίως τότε βρισκόταν στα πάνω της. Το παράξενο, σχεδόν ερμαφρόδιτο αυτό ον δίνει μια κάποια γοητεία στην εικόνα του φιλμ (αλλά μόνο σ' αυτήν).
Φυσικά ο Φλέσερ έχει στο παρελθόν σκηνοθετήσει πολύ καλύτερα πράγματα (γυρίζει από το 1946 ήδη κι αυτό ήταν ένα από τα τελευταία φιλμ του). Γενικά η ταινία δεν ξεφευγει από την κατάρα των σίκουελ, που στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι χειρότερες από το πρωτότυπο. Δείτε το μόνο αν ψάχνετε για μια αφελή περιπέτεια και είστε φανατικός της επικής fantasy. Γενικά πάντως θα συνιστούσα τον πρώτο Κόναν.
Ο Κόναν με αλλοπρόσαλλη συνοδεία και με μία παρθένα πριγκίπισσα ξεκινά την αναζήτηση ενός κάστρου όπου φυλάσσεται ένας μαγικός κρύσταλλος με τον οποίο η πριγκίπισσα θα "ξεκλειδώσει" ένα μαγικό κέρατο, το οποίο θα προσαρμοστεί στο μέτωπο του αγάλματος ενός θεού, ο οποίος έτσι θα ζωντανέψει... Ουφ! Η αποστολή τού έχει ανατεθεί από την βασίλισσα Τάραμις, θεία της παρθένας πριγκίπισσας που λέγαμε, η οποία ωστόσο είναι σατανική και έχει άλλα σχέδια στο μυαλό της...
Καλά όλα αυτά τα "παραμυθώδη" - τέτοια άλλωστε απαιτεί το είδος - αλλά ο δεύτερος αυτός Κόναν είναι νομίζω πολύ κατώτερος του πρώτου. Η αφέλεια περισσεύει, υπάρχουν πινελιές μάλλον ξενέρωτου χιούμορ, οι καλοί ή κακοί μάγοι τα κάνουν όλα για να γλυτώσουν την εξέλιξη της πλοκής από κακοτοπιές, οι σεναριακές ευκολίες είναι πανταχού παρούσες, αλλά και οι σεναριακές αβλεψίες (αλήθεια, στην πρώτη σκηνή, γιατί η "κακιά βασίλισσα" έπρεπε να θυσιάσει τόσους άνδρες της, αφού απλώς ήθελε να διαπραγματευτεί με τον Κόναν και να του ζητήσει ο,τι ήθελε να του ζητήσει;) Θα πω επίσης ότι πολλά από τα εφέ είναι κακά, ακόμα και με τα μέτρα της προ ψηφιακής εποχής. Ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο Κόναν αντιμετωπίζει ένα τέρας σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες (η ιδέα της σκηνής, που θυμίζει την "Κυρία από τη Σαγκάη", είναι κατ' αρχήν καλή): Το τέρας λοιπόν προκαλεί μάλλον γέλιο, καθώς πρόκειται για ένα είδος προσθετικής μάσκας στο πρόσωπο κάποιου. Είναι τόσο ακίνητη και αμέτοχη σε οργή, πόνο ή σε ό,τι άλλο νοιώθει το τέρας, ώστε είναι σα να κόλλησαν απλώς μια μάσκα στο πρόσωπο του ηθοποιού... Γενικά, ακόμα και σε μια "εκτός χρόνου" ταινία όπως αυτή, κάπου διακρίνεται ένα χαρακτηριστικό 80'ς κιτς (ακόμα και στο πρόσωπο της παρθένας πριγκίπισσας).
Από την άλλη βέβαια υπάρχει η παρουσία της αγαλματένιας φιγούρας της Γκρέις Τζόουνς στο καστ, η οποία βεβαίως τότε βρισκόταν στα πάνω της. Το παράξενο, σχεδόν ερμαφρόδιτο αυτό ον δίνει μια κάποια γοητεία στην εικόνα του φιλμ (αλλά μόνο σ' αυτήν).
Φυσικά ο Φλέσερ έχει στο παρελθόν σκηνοθετήσει πολύ καλύτερα πράγματα (γυρίζει από το 1946 ήδη κι αυτό ήταν ένα από τα τελευταία φιλμ του). Γενικά η ταινία δεν ξεφευγει από την κατάρα των σίκουελ, που στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι χειρότερες από το πρωτότυπο. Δείτε το μόνο αν ψάχνετε για μια αφελή περιπέτεια και είστε φανατικός της επικής fantasy. Γενικά πάντως θα συνιστούσα τον πρώτο Κόναν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























