Παρασκευή, Μαΐου 05, 2017

ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΣΤΟ "ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ"

Η δεύτερη ταινία του αραβικής καταγωγής (αλγερο-σουδανός) Rachid Djaidani είναι το "Μια Βόλτα στη Γαλλία" (Tour de France) του 2016. Πρόκειται για κλασικό road movie (και buddy movie), αυτό όπου δύο αταίριαστοι χαρακτήρες αναγκάζονται να συμβιώσουν (να συνταξιδέψουν εδώ) για κάποιο διάστημα και οι διαφορές αναδεικνύονται, αλλά...ΟΚ, πολυχρησιμοποιημένο, αλλά βρήκα το συγκεκριμένο φιλμ αρκετά χαριτωμένο.
Ένας μεσήλικας, μάλλον ξενοφοβικός γάλλος ερασιτέχνης ζωγράφος επισκέπτεται λιμάνια της Γαλλίας ακολουθώντας τα ίχνη του αγαπημένου του θαλασσογράφου του 17ου αιώνα Βερνέ. Οδηγός του αυτοκινήτου ένας 20χρονος ταλαντούχος ράπερ αραβικής καταγωγής, ο Φαρούκ, ο οποίος παίρνει τη θέση του γιου του ζωγράφου (απομακρυσμένου από τον πατέρα του), ο οποίος γιος είναι και μουσικός παραγωγός του νεαρού άραβα και επειδή ο γιος δεν μπορεί, αλλά και επειδή αποτελεί ευκαιρία για τον Φαρούκ να φύγει από το Παρίσι εξ αιτίας μιας σκληρής και επικίνδυνης διαμάχης του με άλλους ράπερ. Φυσικά η σχέση των δύο θα περάσει από πολλά στάδια και τελικά αυτό που θα κυριαρχήσει είναι η βαθιά φιλία. Κλασικό.
Η ταινία είναι ανάλαφρη, με αρκετό χιούμορ, βλέπεται ευχάριστα και, κυρίως, διαθέτει τον (βουβαλώδη πλέον) Ζεράρ Ντεπαρντιέ, ο οποίος είναι εξαιρετικός. Εκτός της διαφοράς-που-μεταρέπεται-σε-φιλία πάντως, το φιλμ αναδεικνύει τα δύο τόσο διαφορετικά πρόσωπα της σύγχρονης Γαλλίας (και της Ευρώπης γενικότερα βεβαίως): Από τη μία η παραδοσιακή,συντηρητική, λευκή, χριστιανική Ευρώπη, από την άλλη οι νέοι, "σκούροι", μουσουλμάνοι κυρίως όχι πλέον μετανάστες, αλλά δεύτερης και βάλε γενιάς, με τη δική τους, διαφορετική βεβαίως, κουλτούρα. Και (συμβολικό αυτό στο φιλμ) πιο νέοι, πιο ορμητικοί, πιο "φρέσκοι" από τους παλιούς ευρωπαίους. Η ταινία είναι ένας ύμνος στην αποδοχή του διαφορετικού, στην καταδίκη της ξενοφοβίας, στο τέλος του εκατέρωθεν φόβου και της καχυποψίας. Πολύ ευχάριστο λοιπόν φιλμ, με μοναδική μου αντίρηση ότι είναι κάπως "εύκολο" ιδεολογικά, ότι δηλαδή πολύ εύκολα βγαίνει το καλό στους χαρακτήρες τόσο του ημιπαράνομου ράπερ του δρόμου όσο και του συντηρητικού μεσοαστού γάλλου, ώσπου τελικά να συναντηθούν και να αποδεχτούν ο ένας τον άλλον. Επίσης βρίσκω πολύ προφανή τα (θετικά) μηνύματα. Ξαναλέω όμως, απολαυστική ταινία στην παρακολούθησή της.
ΥΓ: Και ένα σημείο που με "πάγωσε": Ο γιος του Ντεπαρντιέ, 30άρης, γάλλος, γαλλότατος, λευκός, λευκότατος, μικροαστικής καταγωγής, έχει εδώ και χρόνια, στα καλά καθούμενα, ασπαστει το Ισλάμ και είναι ένας όχι φανατικός ή τρομοκράτης ή κάτι τέτοιο, αλλά απόλυτα πιστός μουσουλμάνος (γι' αυτό και η απομάκρυνσή του από το σοκαρισμένο πατέρα). Φυσικά δεν τρόμαξα από την "εγκατάλειψη του χριστιανισμού" (όσοι με ξέρουν γνωρίζουν ότι δεν καίγομαι και πολύ για τις θρησκείες), αλλά για το ότι τα αδιέξοδα των νέων στην ασφυκτική πλέον και στα όρια της φτώχιας Ευρώπη βρίσκουν διέξοδο όχι σε μια υγιή δράση (ή αντίδραση στο σύστημα, αν θέλετε), αλλά σε μια άλλη, μάλλον φανατικότερη θρησκεία. Αυτό όντως με τρομάζει.

Τετάρτη, Μαΐου 03, 2017

ΣΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ (Ή ΜΗΠΩΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΑ;) "ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΣΙΒΗΡΙΑΣ"

"Τα Δάση της Σιβηρίας" (Dans les Forets de Siberie) είναι γαλλική ταινία, πλην όμως είναι ολόκληρη γυρισμένη στη Σιβηρία και, εκτός του πρωταγωνιστή, οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι ρώσοι. Γυρίστηκε το 2016 από τον Safy Nebbou και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σιλβέν Τεσόν. Ο συγγραφέας, δεινός ταξιδιώτης σε όλο τον κόσμο, έζησε ολομόναχος σε μια απομονωμένη ξύλινη καλύβα στην παγωμένη Σιβηρία για περίπου 6 μήνες και στο βιβλίο περιγράφει την εμπειρία του. Στο φιλμ έχουν προστεθεί, όπως διαβάζω, μυθοπλαστικά στοιχεία, με την άδεια του συγγραφέα.
Ο ήρωας λοιπόν, απηυδισμένος από την πολυπλοκότητα, το άγχος, αλλά και την κενότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής στις δυτικές μεγαλουπόλεις (στο Παρίσι συγκεκριμένα), εγκαταλείπει τα πάντα, ταξιδεύει στην παγωμένη Σιβηρία και στις όχθες της εξ ίσου παγωμένης λίμνης Βαϊκάλης αγοράζει μια μικρή καλύβα, πολλά χιλιόμετρα μακρυά από κάθε άλλη ανθρώπινη παρουσία, και αποφασίζει να ζήσει εκεί "για να βρει τον εαυτό του και τη μοναξιά". Ναι, όντως υπάρχουν άνθρωποι που αποζητούν τη μοναξιά. Ωστόσο η άγρια φύση δε είναι καθόλου, μα καθόλου φιλική. Με την πρώτη εφιαλτική χιονοθύελλα θα χαθεί. Συγχρόνως όμως θα βρει έναν εντελώς απρόσμενο φίλο.
Η ταινία θυμίζει το "Ταξίδι στην Άγρια Φύση" του Σον Πεν. Ίδια αναζήτηση του εαυτού, ίδια ανάγκη για κάθαρση από την ανθρώπινη κοινωνία και τους ίδιους τους ανθρώπους τελικά, ίδια ανάγκη για απομόνωση και για να ζήσει κανείς με τα απολύτως απαραίτητα, τα βασικά, τα οποία γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, από ευτελή αντικείμενα αποκτούν κεφαλαιώδη αξία, ίδια ανάγκη για "επιστροφή στη φύση". Αυτό το τελευταίο όμως δεν είναι καθόλου απλό. Με λίγα λόγια, η φύση είναι εχθρική. Σύντομα το ταξίδι μετατρέπεται σε εφιάλτη επιβίωσης. Τελικά, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, το θέμα δεν είναι η επιστροφή στη φύση (ή στην αγριότητα) ή η απόλυτη μοναξιά. Ο άνθρωπος χρειάζεται ανθρώπους. Η φιλία και η αληθινή, η ουσιαστική επαφή είναι αυτή που θα κρατήσει τον ήρωά μας και όχι η όποια επιθυμία του. Η απλή φυγή από τα πάντα μάλλον ανέφικτη ή/και αδιέξοδη είναι...
Όλα αυτά δίνονται με μινιμαλιστικό τρόπο, απόλυτα ταιριαστό φυσικά με το όλο νόημα, με μερικές πανέμορφες εικόνες της παγωμένης ερημιάς, με την λιτή παρουσία του κάθε ευτελούς αντικειμένου να αποκτά τεράστια σημασία. Προσωπικά η έλλειψη δράσης (αυτό είναι το θέμα άλλωστε) δεν με κούρασε καθόλου και, τελικά, βρήκα το φιλμ αρκετά ενδιαφέρον και ιδιαίτερο. Όσο για την απόλυτη "επιστροφή με τη φύση", σκεφτείτε το καλύτερα πριν το αποφασίσετε. Τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο ρομαντικά όσο φαντάζεστε. Παρά το γεγονός ότι μια κάθαρση παρόμοιου τύπου είναι, νομίζω, ζητούμενη για τον σύγχρονο άνθρωπο, κάτοικο ενός ολοένα και πιο εφιαλτικού κόσμου (κόσμου σε απόλυτο πισωγύρισμα μάλιστα στην περίοδο που διανύουμε).

Δευτέρα, Μαΐου 01, 2017

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΖΩΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΣΜΙΘ

Προσθήκη λεζάντας
Εν έτει 2005 ο Doug Liman σκηνοθετεί το καυτό ζεύγος Αντζελίνα Τζολί - Μπραντ Πιτ σε μια κωμωδία, ταινία δράσης, σάτιρα και άλλα, το "Mr. & Mrs. Smith", με αρκετά διασκεδαστικά αποτελέσματα.
Πέντε (ή έξη;) χρόνια παντρεμένοι και ο γάμος τους βρίσκεται σε τέλμα. Μάλλον αναμενόμενο, αφού αμφότεροι κρύβουν τερατώδεις αλήθειες ο ένας από τον άλλον. Βλέπετε, κάτω από την απόλυτα καθώς πρέπει, ευκατάστατη βιτρίνα, κρύβονται δύο αδίστακτοι πράκτορες φοβερών και τρομερών, και μάλιστα αντίπαλων μεταξύ τους μυστικών οργανώσεων. Ενώ λοιπόν υποτίθεται ότι πηγαίνουν στην καθημερινή, ρουτινιέρικη δουλειά τους, αυτοί εκτελούν παράτολμες μυστικές αποστολές, σκοτώνουν, ανατινάζουν... και μετά επιστρέφουνσα να μη συμβαίνει τίποτα, στη βαρετή τους καθημερινότητα, λέγοντας κοινοτοπίες για το πώς πέρασαν τη μέρα τους. Ώσπου κάποτε θα συμπέσουν στην ίδια μυστική αποστολή, με αντίθετο ο καθένας στόχο. Η αναγνώριση θα είναι σοκαριστική για αμφοτέρους... και η δράση μόλις τώρα αρχίζει!
Φυσικά το σενάριο κάθε άλλο παρά πιστευτό και αληθοφανές είναι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση αυτό ουδόλως μας ενδιαφέρει. Πρόκειται πρώτιστα για ταινία δράσης, με καταιγισμούς πυροβολισμών, εκρήξεων, κυνηγητών κλπ. κλπ., αλλά και για κωμωδία με καταιγισμό από ατάκες, συνήθως δηλητηριώδεις, του ενός προς τον άλλον. Αν ήταν μόνο αυτά, θα είχαμε μία από τα ίδια (έχουμε δει πολλές φορές παρόμοιους συνδυασμούς). Εδώ όμως πρόκειται σαφώς για σάτιρα - μεταφορά των σχέσεων του ζευγαριού σε ταινία δράσης. Όλα, η αφόρητη καθημερινή ρουτίνα (και έλλειψη σεξ), ο πανταχού παρόν ανταγωνισμός, τα μυστικά (μικρά έστω) που κρύβει κάθε μέλος του ζευγαριολύ, η σύγκρουση, η συμφιλίωση, η απόφαση να πέσουν οι μάσκες, όλα παραπέμπουν στις σχέσεις ενός κοινού ζευγαριού. Άπειρα άλλωστε περνούν από αυτές (ή μερικές απ' αυτές) τις φάσεις στον έγγαμο βίο τους. Αυτό το συμβολικό στοιχείο και η διαρκής (το είπαμε) σύγκρουση των φύλων (θυμόμαστε κάπως τον "Πόλεμο των Ρόουζ") είναι που σώζει το φιλμ και το κάνει λιγότερο συνηθισμένο από πάμπολλα άλλα action-movies-με-χιούμορ. Και γι' αυτό μπορεί να το διασκεδάσετε αρκετά, φτάνει βεβαίως, κι αυτό το ξαναείπα, να μην ψάξετε για την παραμικρή αληθοφάνεια σε όσα καταιγιστικά συμβαινουν επί της οθόνης και απλώς να αφεθείτε στο θέαμα. Και βέβαια, αν είστε φαν, να απολαύσετε τους δύο πρωταγωνιστές.
Καλή διασκέδαση, δίχως φυσικά σε καμία περίπτωση να περιμένετε το αριστούργημα.

Κυριακή, Απριλίου 30, 2017

ΟΤΑΝ "ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΣΟΥ"...

Το "Sleeping with the Enemy" ("Νύχτες με τον Εχθρό μου" στην Ελλάδα), που γύρισε ο μάλλον μέτριος σκηνοθέτης Joseph Ruben το 1991 (είναι αυτός που γύρισε μετά και το "The Good Son"), είναι ένα θρίλερ που ποντάρει στην παρουσία της σούπερ σταρ (τότε τουλάχιστον) Τζούλια Ρόμπερτς στο βασικό ρόλο.
Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα η οποία ζει με τον ευκατάστατο σύζυγό της, το ζευγάρι παρουσιάζει μια εξωτερικά άψογη εικόνα, πλην όμως εκείνος, στα όρια της παράνοιας, την κακοποιεί βάναυσα με την παραμικρή αφορμή (ή και δίχως αφορμή) και της επιβάλλει ένα καθεστώς διακριτικού καθημερινού τρόμου. Όταν σε μια ιστιοπλοϊα όλα πάνε στραβά, εκείνη βρίσκει την ευκαιρία να δραπετεύσει ενώ όλοι νομίζουν ότι έχει πνιγεί, νακατα φύγει σε μια άγνωστη επαρχιακή πόλη στο πουθενά και να αρχίσει μια καινούρια ζωή. Είναι όμως ασφαλής ακόμα κι εκεί;
Περισσότερο ψυχολογικό θρίλερ παρά ταινία τρόμου, το φιλμ χτίζει από την αρχή μια σωστή αγχωτική ατμόσφαιρα βασισμένη σε καθημερινές, αδιάφορες σε πρώτη ματιά, μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες ωστόσο πιστοποιούν με μικρές πινελιές την παράνοια του συζύγου και τον διαρκή φόβο μέσα στον οποίο ζει η γυναίκα. Κάπου στα μισά το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος love story, στη συνέχεια όμως η ατμόσφαιρα θα γίνεται όλο και πιο αγχωτική καθώς ο κίνδυνος αρχίζει να πλησιάζει και πάλι. Και υπάρχουν και μερικές καλές σκηνές όπου η αγωνία κορυφώνεται.
Η ταινία είναι νομίζω σωστά γυρισμένη, όλα λειτουργούν καλά, ωστόσο δεν έχει κάτι καινούριο να προσθέσει σε οποιοδήποτε επίπεδο. Όλα είναι προβλέψιμα, αφού τέτοια θρίλερ έχουνε (ξανα)δεί αρκετές φορές. Ξαναλέω, δεν είναι κακό, αυτή όμως αριβώς είναι και η "χλιαρή" κριτική μου: "Δεν είναι κακό". Μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι θα πλήξετε, μάλλον θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, τίποτα όμως παραπάνω. Και, επιπλέον, βρήκα τους άντρες πρωταγωνιστές (και τον καλό και τον κακό) μάλλον προς το ξενέρωτο.
ΥΓ: Είναι άραγε τόσο εύκολο να αλλάξεις ταυτότητα και να ξεκινήσεις από το μηδέν; Τα ενοικιαστήρια; Η εφορία; Δεν ξέρω αν όλα είναι τόσο απλά σε ένα σύγχρονο, πολύπλοκο κράτος που γνωρίζει τα πάντα (σχεδόν) για τους πολίτες του...

Σάββατο, Απριλίου 29, 2017

"THE NIGHT AND THE CITY"... ΞΑΝΑ

Ο Irwin Winkler είναι γνωστός παραγωγός του "προοδευτικού" Χόλιγουντ από τη δεκαετία του 60 ήδη. Ωστόσο από τη δεκαετία του 90 έχει σκηνοθετήσει και κάποιες ταινίες ο ίδιος. Η δεύτερη απ' αυτές, το 1992, ήταν το ριμέικ του περίφημου "Night and the City" του Jules Dasin. Ένα ριμέικ που, όπως τα περισσότερα άλλωστε, μάλλον αχρείαστο ήταν. Παρά την παρουσία των καλών Ρόμπερτ ντε Νίρο (τότε ήταν ακόμα καλός) και Τζέσικα Λανγκ στους βασικούς ρόλους.
Η ιστορία μοιάζει μ' αυτή του πρωτότυπου, μεταφερμένη στην τότε σύγχρονη εποχή. Ο Ντε Νίρο είναι ένας αεικινητος, επιπόλαιος, καταφερτζής και ελαφρώς απατεώνας δικηγόρος, που προσπαθεί κυριολεκτικά πάσει θυσία να πιάσει την καλή. Χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν, δανείζεται απ' όπου μπορεί, δεν διστάζει να πει ψέματα, φτάνει να του βγει αυτό που κάθε φορά επιδιώκει. Αυτή τη φορά αποφασίζει να ασχοληθεί με τη διοργάνωση αγώνων πυγμαχίας (ένας μάλλον βρώμικος χώρος), μη διστάζοντας να αναμετρηθεί στα ίσια με τον μαφιόζο ισχυρό τύπο που ελέγχει τον χώρο. Σαν όπλο χρησιμοποιεί τον ηλικιωμένο αδελφό του μαφιόζου, ο οποίος στα νιάτα του υπήρξε θρύλος του μποξ ο ίδιος, και ο οποίος δεν συμπαθεί τον "βρώμικο" αδελφό του. Τι μπορεί να πάει στραβά στα σχέδιά του; Πιθανόν τα πάντα.
Ο Ντε Νίρο ερμηνεύει απολαυστικά τον αεικίνητο χαρακτήρα, που δεν λέει να ησυχάσει με τίποτα, που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που πιστεύει βαθιά στο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο ιχυρίζεται ότι οποιοσδήποτε τολμηρός και καπάτσος μπορεί να ανέβει έστω κι από το τίποτα. Αρκεί να αρπάξει την κατάλληλη ευκαιρία. Αυτό του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα στην πραγματικότητα; Ο ήρωάς μας θα νοιώσει στο πετσί του ότι μάλλον δεν είναι... Κι ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο, παντού, ακόμα και σε περιορισμένους χώρους, βασιλεύουν κάποιου είδους "μονοπώλια". Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω - επειδή δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις συγκρίσεις που αβίαστα μας έρχονται στο μυαλό - το φιλμ χάνει αισθητά μπροστά στο πρωτότυπο, το οποίο, εκτός των άλλων, διακρινόταν για την εκπληκτική νυχτερινή του ατμόσφαιρα. Εδώ γίνεται προσπάθεια να αναπαραχθεί ένα βρώμικο, κοινότοπο καθημερινό αστικό περιβάλλον, αλλά... Έτσι λοιπόν νομίζω ότι οι προθέσεις είναι καλές, η ταινία αποτελεί φόρο τιμής στον Ντασέν (αναγράφεται εμφανώς και στους τίτλους του τέλους), όμως "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας". Μην το αποφύγετε ντε και καλά, δεν νομίζω όμως ότι θα εκστασιαστείτε κιόλας.

Τρίτη, Απριλίου 25, 2017

"Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥΣ" ΣΤΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΟ

H Lone Scherfig είναι δανέζα, δουλεύει όμως στη Βρετανία (θυμηθείτε το (Αn Education"). Η ταινία της μάλιστα "Η Καλύτερη Στιγμή τους" (Their Finest) του 2016 θα λέγαμε ότι είναι μια καθαρά βρετανική ταινία, με όλα τα χαρακτηριστικά της μεγαλης σχολής της χώρας αυτής.
Βρισκόμαστε στο 1940 και το Λονδίνο βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους ναζί. Οι άγγλοι γυρίζουν προπαγανδιστικά φιλμ, που εξυμνούν "τον βρετανικό ηρωισμό" για να ανυψωσουν το ηθικό του σκληρά δοκιμαζόμενου λαού. Μια κοπέλα, πρώην γραμματέας, προσλαμβάνεται σαν σεναριογράφος για ένα φιλμ που σχεδιάζεται, ενώνεται με την υπόλοιπη ομάδα των σεναριογράφων και, από την αρχή, κάνει τη διαφορά. Ωστόσο ψαχνοντας για μα "αληθινή ιστορία" που να αφορά την εκκένωση της Δουνκέρκης από τους βρετανούς στρατιώτες που είχαν παγιδευτεί εκεί μετά την υποχώρησή τους, ανακαλύπτει ότι η αλήθεια δεν είναι καθόλου ηρωική, όπως θα φανταζόταν κανείς. Κανένα πρόβλημα όμως. Γι' αυτό υπάρχουν (για να την αλλάξουν) οι σεναριογράφοι, οι παραγωγοί, οι "επιβλέποντες" του υπουργείου κλπ. κλπ. Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
Ισορροπώντας έξυπνα και κομψά ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα, η ταινία βλέπεται νομίζω πολύ ευχάριστα και, συγχρόνως, θίγει μια σειρά από θέματα: Την δύναμη του ίδιου του σινεμά πρωτίστως (ιδιαίτερα την εποχή εκείνη, που τα φιλμ ασκούσαν τεράστια επιροή σε εξ ίσου τεράστιες μάζες του πληθυσμού). Βλέπετε, παρακολουθούμε και την "ταινία μέσα στην ταινία", ένα μάλλον αφελές σεναριακά ηρωικό φιλμ, άψογα δουλεμένο όμως για να πετύχει τον στόχο του (και τον προπαγανδιστικό, αλλά και αυτόν των εισιτηρίων, στην Αμερική ιδιάιτερα). Από την άλλη βγαίνει ανάγλυφα και το "αδίστακτο" των ανθρώπων που εμπλέκονται με διάφορους τρόπους στην κινηματογραφική βιομηχανία, οι οποίοι βεβαίως δεν διστάζουν καθολου (κάθε άλλο) να "αλλάξουν τα φώτα" κυριολεκτικά στην αλήθεια (όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό το "based on a true story" που τόσο συχνά βλέπουμε, σηκώνει πολλή, μα πολλή συζήτηση). Και, σε δραματικό επίπεδο, παρακολουθούμε το πώς η ατομική ζωή γίνεται έρμαιο της ιστορίας και των πολιτικοκοινωνικών καταστάσεων της κάθε εποχής. Και υπάρχει επίσης έντονη φεμινιστική πινελιά, αφού θίγεται και το θέμα της ισότητας, αλλά και της γυναικείας δύναμης.
Όλα δίνονται με ένα ιδιαίτερα νοσταλγικό κλίμα, η αλληλεπίδραση της ταινίας που γυρίζεται και των πραγματικών γεγονότων λειτουργεί άψογα και, στο τέλος, μπορεί να σας ξεφύγει και κανένα δάκρυ, αν και το φιλμ διαποτίζεται από πανταχού παρόν χιούμορ, το χαρακτηριστικό φλεγματικό των βρετανών μάλιστα. Σας το προτείνω ως κάτι που συγχρόνως είναι ευχάριστο, αλλά και θίγει αρκετά ενδιαφεροντα θέματα (είπαμε, κυρίως αυτό της αλληλεπίδρασης τέχνης και ζωής). Και μη φοβηθείτε καθόλου τον συνήθη χαρακτηρισμό της "κομεντί", διότι εδώ το είδος ξεπερνιέται σε πολλά επίπεδα.

Σάββατο, Απριλίου 22, 2017

"ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ" ΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΠΟΥ;

Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας αργεντίνος νομπελίστας που ζει στη Βαρκελώνη (η Αργεντινή δεν διαθέτει τέτοιον, αλλά φυσικά βρισκόμαστε στον χώρο της μυθοπλασίας). Κάποια στιγμή δέχεται την πρόταση να τιμηθεί στην κωμόπολη που γεννήθηκε, το άγνωστο στους πάντες Σάλας, στο οποίο έχει να πατήσει μερικές δεκαετίες. Φτάνει λοιπόν εκεί, και από την πρώτη στιγμή, από το αεροδρόμιο ήδη, τίποτα δεν είναι όπως το φανταζόταν. Εκεί θα συναντήσει βεβαίως παλιούς, παιδικούς φίλους, τον πρώτο του έρωτα (παντρεμένη με παιδί πλέον), αλλά και νέους θαυμαστές. Ωστόσο τα πάντα θα πάρουν σύντομα μια σχεδόν σουρεαλιστική τροπή και θα αρχίσουν να στρέφονται όχι απλώς προς "άβολη" για τον πρωταγωνιστή κατεύθυνση, αλλά μάλλον προς αγχωτική, έως και επικίνδυνη και γκροτέσκα...
Πρόκειται για το αργεντίνικο φιλμ "Ο Επιφανής Πολίτης" ( El Ciudadano  Ilustre) του 2016 των Gaston Duprat και Mariano Cohn. Και πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα έξυπνο και καλό φιλμ, απ' αυτά που αρκετά συχνά προσφέρει τελευταία ο κινηματογράφος της χώρας αυτής. Ουσιαστικά πρόκειται για το γνωστό ρητό "ουδείς προφήτης στον τόπο του", τραβηγμένο, κατά κάποιον τρόπο, στα άκρα. Το οποίο, ταυτόχρονα, θίγει και μια σειρά από θέματα: Από το ασφυκτικό, κοντόφθαλμο και μίζερο επαρχιακό σύμπαν (νομίζω ότι συμβαίνει σε κάθε επαρχία του πλανήτη) μέχρι την αδυναμία του διανοούμενου ή καλλιτέχνη να κατανοήσει την πεζή καθημερινότητα ή τις καθημερινές ανάγκες (και αντίστροφα: την ουσιαστική αδυναμία του απλού, καθημερινού ανθρώπου να κατανοήσει τα "μεγάλα έργα"). Από το γεγονός ότι οι αναμνήσεις μας - εξωραϊσμένες ίσως - συχνά δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα έως το ότι η εξέλιξη κάποιων πραγμάτων ή κάποιων ανθρώπων δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτή που θα περιμέναμε. Σε σχέση με τις πρώτες παρατηρήσεις θα μπορούσαμε βάβαια να αναρωτηθούμε: "Μήπως η "υψηλή τέχνη" τελικά είναι για λίγους μόνο; Και μήπως η προσπάθεια να "εκπολιτίσεις" τους "αμαθείς" (όλα σε εισαγωγικά), είναι τελικά καταδικασμένη να πέσει στο κενό;
Πέραν αυτών των θεωρητικών η ταινία συνδυάζει με πολύ καλό τρόπο (νομίζω) τη συγκίνηση με το χιούμορ, το απρόοπτο με το μπανάλ, για να καταλήξει ακόμα και σε κάτι σαν ψυχολογικό θρίλερ. Κι όλα αυτά δίχως να με κουράσει καθόλου. Αντίθετα, παρά την έλλειψη εντυπωσιακών σκηνοθετικών στοιχείων, έρεε αβίαστα και με ρυθμό. Όσο για τους συχνά γραφικούς τύπους της μικρής πόλης, είναι απλώς απολαυστικοί. Και βέβαια το σατιρικό στοιχείο δεν έλειπε ούτε στιγμή. Τέλος ο Όσκαρ Μαρτίνεζ, που ερμηνεύει τον βασικό ρόλο, είναι πολύ καλός. Τελικά ευχαριστήθηκα την ταινία περισσότερο απ' όσο περίμενα.

Πέμπτη, Απριλίου 13, 2017

ΔΙΑΠΛΟΚΕΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΤΗ "SUBURRA"

O Sergio Sollima ήταν γνωστός ιταλός σκηνοθετης, κυρίως γουέστερν σπαγγέτι. Ο Stefano Sollima είναι γιος του και, όπως φαίνεται, εξαιρετικά ικανός. Το αποδεικνύει με το "Suburra" (στον ελληνικό τίτλο έχει προστεθεί και το "Υπόγεια Πόλη"), ένα φιλμ του 2015 που αφορά τη Μαφία.
Η Suburra, όπως διαβάζω, υπήρξε κακόφημη συνοικία της αρχαίας Ρώμης. Η ταινία, που διαδραματίζεται το 2011 και αντλεί την έμπνευσή της από αληθινά γεγονότα, ασχολείται με την προσπάθεια της Μαφίας (κάποιων "οικογενειών" της τέλος πάντων) να μετατρέψουν σε ένα αχανές Λας Βέγκας την παραλιακή Όστια, προάστιο της πρωτεύουσας. Στο χορό των εκατομμυρίων που θα προκύψουν έχουν μπει οι πάντες: Από τη Μαφία φυσικά έως πουλημένους πολιτικούς και, βέβαια, το Βατικανό (λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;).Το σχέδιο αρχίζει να χαλάει όμως όταν ένας βουλευτής (οικογενειάρχης κατά τα άλλα) εμπλέκεται επικίνδυνα σε ένα σκάνδαλο με δύο πόρνες και πολλή κοκαϊνη. Η προσπάθεια συγκάλυψης θα δημιουργήσει μια αληθινή αλυσίδα γεγονότων, στα οποία εμπλέκονται οι πάντες, και το πράγμα θα καταλήξει σε πόλεμο "οικογενειών".
Η ταινία αρχικά σε αφήνει άφωνο με το τερατώδες μέγεθος της διαπλοκής που αποκαλύπτει. Η Μαφία ελέγχει άμεσα και συνεργάζεται με βουλευτές κάθε κόμματος (κάποιος αρχιμαφιόζος λέει κάπου: "Δεν πειράζει αν πέσει η κυβέρνηση, θα αγοράσουμε κάποιους από τους άλλους"), περνώντας έτσι νομοσχέδια που της συμφέρουν, αλλά και με υψηλά ιστάμενους καρδινάλιους του Βατικανού. Όλοι έχουν την τιμή τους, όλοι αγοράζονται (υπάρχουν και εκβιασμοί βεβαίως, αλλά οι περισσότεροι ζητάνε συγκεκριμένα ανταλλάγματα). Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το φιλμ είναι ένα από τα λίγα που έχω δει, τα οποία δεν έχουν κανέναν (ούτε έναν, κυριολεκτικά) θετικό χαρακτήρα. Οι πάντες, με διαφορετικό τρόπο και λόγο ο καθένας, είναι πραγματικά βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στα σκατά. Λογικό, αφού ολόκληρη η κοινωνία παρουσιάζεται ως ένα τεράστιος βόθρος. Αν τα πράγματα λειτουργούν έτσι και η διαφθορά είναι τόσο βαθιά, φοβάμαι ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα...
Το σενάριο είναι σφιχτοδεμένο και με κράτησε απόλυτα, ενώ ο Sollima αποδεικνύεται στυλίστας, με όμορφες εικόνες και εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Προσέξτε ότι οι χαρακτήρες και το όλο στιλ των γκάνγκστερ είναι εντελώς διαφορετικοί, ο καθένας, σαν πραγματικός άνθρωπος, έχει τα γούστα, τις προτιμήσεις, την αισθητική, τον τρόπο ζωής του. Επίσης, επειδή ακριβώς είναι άνθρωποι, ολόκληρη σχεδόν η πλοκή πυροδοτείται από προσωπικές ενέργειες και συναισθήματα που οι ίδιοι δεν μπορούν να ελέγξουν. Κενένας δεν είνα απλό "ρομπότ", που υπακούει τυφλά σε άνωθεν εντολές. Η  προσωπικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα.
Εκεί που τα πολύ καλά "Gomora" εστίαζαν βαθύτερα στην εσωτερική λειτουργία της Μαφίας και δι'εθεταν πολύ πιο ντοκιμαντερίστικο στιλ, αυτή εδώ η ταινία είναι πιο στυλιζαρισμένη, με πιο πολύπλοκο σενάριο.Βρήκα αμφότερες πολύ ενδιαφέρουσες!

Τετάρτη, Απριλίου 12, 2017

"A FACE IN THE CROWD": Η ΔΗΜΑΓΩΓΙΑ ΚΑΙ Η ΟΛΕΘΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗς ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ



Το είπαμε πολλές φορές, ας το πούμε και τώρα για να τελειώνουμε μ' αυτό: Ο Elia Kazan (1909-2003) υπήρξε πολιτικά απαράδεκτος και καταδικαστέος, αλλά συγχρόνως υπήρξε και μεγάλος σκηνοθέτης. Ας το χωνέψουμε: Συμβαίνουν αυτά. Το "A Face in the Crowd" του 1957 αποτελεί ένα μεγάλο παράδειγμα.
Μια επαρχιακή δημοσιογράφος, κάνοντας ένα ρεπορτάζ στη μικρή τοπική φυλακή, ανακαλύπτει έναν πραγματικά χαρισματικό προσωρινό τρόφιμο (είναι μεσα για μεθύσι και αλητεία). Τον βγάζει στην εκπομπή της, γνωρίζει τεράστια επιτυχία και ο τύπος (ένας ακαλλιέργητος, χυδαίος και απατεώνας εγωιστής στην ουσία) ανεβαίνει ταχύτατα όλα τα σκαλιά της διασημότητας για να γίνει ο απόλυτος αμερικάνος σούπερσταρ, με τεράστια επιρροή ακόμη και στην πολιτική. Το θέμα είναι ότι και ο ίδιος μεθά από τη δύναμη και την επιτυχία και... Ως πού μπορεί να φτάσει αυτό;
Βρίσκω την ταινία (για να το πω από την αρχή) εκπληκτική. Η τόσο πρώιμη ανάλυση σε πολλά θέματα (1957, θυμηθείτε)  με εντυπωσίασε. Από τη μία έχουμε την ανεξέλεγκτη δύναμη της τηλεόρασης, η οποία μπορεί κυριολεκτικά να κατευθύνει όπου εκείνη θέλει κοπάδια ολόκληρα μη σκεπτόμενων "καταναλωτών-οποιασδήποτε-εικόνας-ή-είδησης". Ένα υπνωτισμένο πλήθος, που ακολουθεί άνωθεν κελεύσματα κάθε είδους και άγεται και φερεται από κάθε λογής επιτήδειους (ή απλούς διαφημιστές). Από τη άλλη πρόκειται για μια μελέτη του διαχρονικού δυστυχώς φαινομένου της δημαγωγίας. Μπορεί ένας απλός "καπάτσος" (εδώ σε υπερθετικό βαθμό) "μαλάκας" να χειραγωγεί εκατομμύρια και να τα κάνει να αποφασίζουν ό,τι αυτός επιθυμεί (ή τον συμφέρει;). Ναι, απαντά με σιγουριά το φιλμ. Και δυστυχώς τα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν μέχρι σήμερα είναι πολλά. Από την άλλη πρόκειται για μια μελέτη του ίδιου του χαρακτήρα του ήρωα. Μια μελέτη της φθοράς του, της μέθης του, όχι τόσο από το χρήμα όσο από τη δύναμη και τη δόξα (όχι ότι ό συγκεκριμένος υπήρξε ποτέ θετικός τύπος, τουλάχιστον όμως διέθετε στην αρχή μια προσωπική αίσθηση αναρχικής ελευθερίας). Έτσι το φιλμ μετατρέπεται και σε μελέτη του φαινομένου του σταρ σύστεμ γενικότερα και της τάσης του να χρησιμοποιεί ανθρώπους και να τους πετάει αφού τους ξεζουμίσει, αλλά και της σκληρής, αληθινής όψης του "αμερικάνικου ονείρου", αφού πρόκειται και για τυπική ιστορία ανόδου και πτώσης.
Πολυεπίπεδη ταινία, σκληρή (συναισθηματικά) και πικρή, προοιωνίζει μεταγενέστερα φιλμ όπως για παράδειγμα το θαυμάσιο "Να Είσαι εκεί, κύριε Τσανς" του Άσμπι. Και, ενώ οι βασικοί ηθοποιοί ειναι μάλλον άγνωστοι (ήταν η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Άντι Γκρίφιθ, ο οποίος, στη συνέχεια, ταιριαστος στο ρόλο που υποδυόταν στο φιλμ, έκανε μεγάλη τηλεοπτική καριέρα), θα ανακαλύψουμε σε δεύτερους ρόλους σταρς όπως ο Γουόλτερ Ματάου και η Λι Ρέμικ.
Καταλάβατε από όσα έγραψα ότι συνιστώ ανεπιφύλακτα την ταινία.

Κυριακή, Απριλίου 09, 2017

"GHOST IN THE SHELL", ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΣΕ ΑΝΙΜΕ

Το "Ghost" αναφέρεται στην "ψυχή", που βρίσκεται μέσα (ή φυλακισμένη μέσα) στο κέλυφος (shell), το σώμα ή, στην περίπτωσή μας, το τεχνητό σώμα. To "Ghost"in the Shell" υπήρξε αρχικά manga (γιαπωνέζικο κόμικς) το 1989, anime (γιαπωνέζικο κινούμενο σχέδιο) το 1995 - αμφότερα από τα πλέον πετυχημένα και διασημα του είδους τους - και, εν έτει 2017, γίνεται και χολιγουντιανή υπερπαραγωγή σε σκηνοθεσία του Rupert Sanders (δεύτερη ταινία του) και με μια απόλυτα ταιριαστή νομίζω Σκάρλετ Γιόχανσον στο βασικό ρόλο.
Στο μέλλον οι άνθρωποι αποκτούν εύκολα τεχνητά μέλη. Η Major είναι ωστόσο η πρώτη στο είδος της: Ένα τέλειο cyborg (ανθρώπινος εγκέφαλος σε εξ ολοκλήρου τεχνητό σώμα απίστευτων δυνατοτήτων). Ο εγκέφαλος σώθηκε από θύμα τρομοκρατικής επίθεσης και η κοπέλα έχει μεταβληθεί σε μια τέλεια πολεμική μηχανή, η οποία, στην υπηρεσία του νόμου, κυνηγά το έγκλημα. Ωστόσο εκείνη υποφέρει από οράματα (ή μήπως θραύσματα αναμνήσεων από την προηγούμενη "κανονική" ζωή της;) Και όταν αρχίσει να κυνηγά έναν εγκληματία, ο οποίος σκοτώνει στελέχη της εταιρίας που την κατασκεύασε, πολλά από όσα νομίζει ως αλήθειες θα ανατραπούν...
Για μια ακόμα φορά το "Blane Runner" βάζει εμφανώς τη σφραγίδα του σε μια φιλόδοξη παραγωγή επιστημονικής φαντασίας (τελικά το φιλμ αυτό μου φαίνεται ότι δεν θα πάψει ποτέ να επηρεάζει το είδος). Αλλά και το "Matrix" βρίσκεται εδώ.Όσο για τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα είναι πλέον αρκετά συνηθισμένα στο χώρο: Η ανθρώπινη ψυχή που επιβιώνει σε ένα απόλυτα τεχνητό - μηχανικό κόσμο, το ερώτημα αν ένα cyborg ή μια τεχνητή νοημοσύνη έχει προσωπικότητα, δικαιώματα, αν τελικά οφείλει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό ή το φυσικό και το τεχνητό, η φύση και η αλήθεια των αναμνήσεων κλπ. Και βέβαια το ότι τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Σίγουρα τα έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές.
Εδώ βέβαια η παραγωγή κρατά απόλυτα τον θεατή, η φουτουριστικές εικόνες, τα σκηνικά και τα εφέ είναι εντυπωσιακά, η δράση θεαματική. Ένα άψογο και αρκετά σοβαρό χολιγουντιανό blockbaster δηλαδή. Καλό, αλλά όλα αυτά, επαναλαμβάνω, τα έχουμε ξαναδεί. Αν ωστόσο είστε φίλοι του είδους μάλλον θα το (έστω και ξανα-)απολαύσετε.
Για να δούμε: Θα στραφεί άραγε για έμπνευση το παντελώς ανέμπνευστο πλέον από μόνο του Χόλιγουντ στον ανεξάντλητο ωκεανό των manga και των anime; (στον χώρο του τρόμου το έχει ήδη κάνει μερικές φορές).
Bonus στην ταινία ο cult Takeshi Kitano σε σημαντικό ρόλο.

Παρασκευή, Απριλίου 07, 2017

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ "FORCE OF EVIL"

Ο Abraham Polonsky (1910 -1999) υπήρξε κυρίως σεναριογράφος, αλλά γύρισε και λίγες ταινίες. Ήταν ένα από τα διασημότερα θύματα του φασιστοειδούς μακαρθισμού, ο οποίος ουσιαστικά κατέστρεψε την καριέρα του, καθώς το όνομά του περιλαμβανόταν στην διαβόητη "μαύρη λίστα" (κομουνιστής γαρ). Το 1948 γυρίζει το "Force of Evil" με τον Τζον Γκάρφιλντ στο βασικό ρόλο, ένα κλασικό νουάρ.
Όπως πολλάκις συμβαίνει στα φιλμ αυτά, η ταινία περιγράφει έναν σκοτεινό, απόλυτα ανήθικο κόσμο, γεμάτο διαπλεκόμενα συμφέροντα, όπου οι εγκληματικές οργανώσεις λειτουργούν ως κανονικές επιχειρήσεις, με λογιστές και υπαλλήλους. Ο ήρωας είναι ένας δικηγόρος δίχως ίχνος ηθικής, ο οποίος εργάζεται για ένα μεγάλο γραφείο παράνομων στοιχημάτων. Το όνειρό του είναι να ενώσει όλες τις μικρές τράπεζες και τα ημιπαράνομα γραφεία στοιχημάτων σε έναν μεγάλο, πανίσχυρο οργανισμό, μια μεγάλη εταιρία. Συγχρόνως όμως, με το μοναδικό ίχνος ανθρωπιάς που του έχει απομείνει, θέλει να προστατέψει τον τίμιο μεγάλο του αδελφό, ιδιοκτήτη ημιπαράνομης μικροτράπεζας που λειτουργεί και ως γραφείο στοιχημάτων, από την καταστροφή που θα επιφέρει η συντριβή των μικρών επιχειρήσεων για να δημιουργηθεί η μεγάλη. Θα ζητήσει άδεια από τον αρχιγκάνγκστερ για τον οποίο εργάζεται για να προστατέψει τον αδελφό του, τα πράγματα όμως θα περιπλακούν όταν εκείνος (ο αδελφός) αρνειται κατηγορηματικά κάθε βοήθεια από εγκληματίες και κάθε ανάμιξη στα σχέδιά τους...
Το πολύ ενδιαφέρον στο φιλμ είναι η κατάδειξη της λειτουργίας των παράνομων ή/και εγκληματικών οργανώσεων ως κανονικών επιχειρήσεων, οι οποίες, σε έναν απόλυτα σάπιο κόσμο, συνήθως δεν ενοχλούνται από την αστυνομία, η οποία κάνει μονίμως τα στραβά μάτια. Ο αριστερός Polonsky ουσιαστικά ταυτίζει το έγκλημα και τις δομές με τις οποίες λειτουργεί με τον ίδιο τον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει χώρος για ηθική, για επιλογή ανάμεσα στο "καλό" και το "κακό", ό,τι τέλος πάντων σημαίνουν αυτά για τον καθένα. Όπως αναφέρεται ρητά στην ταινία άλλωστε από ορισμένους χαρακτήρες, "η δουλειά είναι δουλειά", ανεξάρτητα του τι συνεπάγεται αυτό. Τα πάντα λειτουργούν δίχως τον παραμικρό ηθικό φραγμό για τα συμφέροντα και την απόκτηση χρήματος και μόνο. Κάπως έτσι δεν συμβαίνει άλλωστε με τις "κανονικές", νόμιμες σύγχρονες μεγάλες εταιρίες; Ο βασικός ήρωας μάλιστα όχι μόνο δεν έχει την παραμικρή αναστολή (είπαμε: "busines is busines", τίποτα άλλο), αλλά μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται καν τι είναι ηθική.
Σημαντικό φιλμ του είδους, από τα πλέον καταγγελτικά για ολόκληρο το σύστημα (και την μοίρα όσων θέλουν να παραμείνουν πιστοί στις αρχές τους) που γυρίστηκαν ποτέ στην Αμερική, ίσως κουράσει λιγάκι στο πρώτο μέρος, όταν αναλύονται διεξοδικά τα σχέδια "ενοποίησης" που λέγαμε, πλην όμως συνολικά νομίζω ότι πρόκειται για κλασικό.

Τρίτη, Απριλίου 04, 2017

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ "REPO MEN"

Η ταινία "Repo Men" είναι η πρώτη του βρετανού Miguel Sapochnik (καθόλου βρετανικών ριζών υποθέτω), ο οποίος στη συνέχεια ασχολήθηκε αποκλειστικά με την τηλεόραση. Γυρίστηκε το 2010 και είναι ένα ενδιαφέρον δυστοπικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας.
Στο μέλλον η εμφύτευση τέλειων τεχνητών οργάνων, τα οποία λειτουργούν άψογα, είναι κάτι απλό και εξαιρετικά συνηθισμένο. Μόνο που μια καρδιά ή συκώτι ή ό, τι άλλο είναι πανάκριβα και οι περισσότεροι άνθρωποι τα αγοράζουν πληρώνοντας σχεδόν εφ' όρου ζωής τοκογλυφικές δόσεις στην πανίσχυρη Εταιρία που τα κατασκευάζει. Τι γίνεται όμως όταν δεν έχεις να πληρώσεις τη δόση σου; Η Εταιρία κάνει ό, τι ακριβώς οι τράπεζες σήμερα με τα σπίτια: Εξειδικευμένοι άντρες της (Repo Men) εντοπίζουν τον "κακοπληρωτή" και... αφαιρούν το πανάκριβο όργανο, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί σε άλλον άτυχο. Αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν του πάρουν την καρδιά, το συκώτι ή το πάγκρεας (συνήθως με καθόλου κομψές μεθόδους). Οι ήρωες είναι δύο κολλητοί Repo Men της Εταιρίας, από τους καλύτερους, οι οποίοι ουδεμία τύψη νοιώθουν γι΄αυτό που κάνουν. "Η δουλειά είναι δουλειά" άλλωστε. Ο ένας μάλιστα είναι και καλός οικογενειάρχης. Ώσπου...
Η ταινία είναι πολύ βίαιη, με αρκετές σπλάτερ σκηνές και γι' αυτό προειδοποιώ από την αρχή όσους δεν αντέχουν τομές, εγχειρήσεις, βίαιες "αφαιρέσεις" κλπ. Πέραν αυτού πάντως λειτουργεί και σαν μια κατάμαυρη, σαρκαστικότατη σάτιρα, την οποία κυρίως αντιλαμβανόμαστε από την off φωνή σε πρώτο πρόσωπο του πρωταγωνιστή. Σάτιρα τίνος; Μα της σημερινής κατάστασης προφανώς. Η Εταιρία κάνει με τα όργανα - και τις ανθρώπινες ζωές κατά συνέπεια - ό, τι ακριβώς κάνουν οι τράπεζες σήμερα με τα σπίτια των ανθρώπων. "Η δουλειά είναι δουλειά", κι αν η οικογένεια μείνει άστεγη... τι να κάνουμε; Αφού δεν είχε να πληρώσει τη δόση; Αν επεκτέείετε την απάνθρωπη αυτή λογική, έχετε όσο συμβαίνουν στο φιλμ.
Το οποίο είναι πραγματικά γεμάτο από επιρροές ΕΦ: "Blade Runner" στα εξωτερικά σκηνικά, Κρόνενμπεργκ στη γενική "άρρωστη" ατμόσφαιρα, "Old Boy" στις βίαιες σκηνές, Φίλιπ Ντικ και cyberpunk στο σενάριο και πολλά άλλα, που θα ανακαλύψει ο προσεχτικός θεατής. Και μια τελική ανατροπή την οποία έχουμε ξαναδεί βέβαια, αλλά κατά τη γνώμη μου λειτουργεί μια χαρά και μας απομακρύνει από το προβλεπόμενο happy end.
Γενικά τη βρήκα αρκετά καλή ταινία - και με σάτιρα που σπάει κόκαλα, όπως είπα - και με το πλήθος των επιρροών της "καλοχωνεμένο". Καθώς μάλιστα πρωταγωνιστούν οι Τζουντ Λο και Φόρεστ Γουαϊτέκερ, και το περιπετειώδες μέρος της κρατά τον θεατή, μου κάνει εντύπωση το ότι δεν βγήκε ποτέ στις ελληνικές οθόνες (διορθώστε με αν κάνω λάθος). Πάντως προειδοποίησα: Για σχετικά γερά στομάχια λόγω του πλήθους των "άρρωστων" ("εντοσθιακών") σκηνών που περιέχει.

Κυριακή, Απριλίου 02, 2017

ΤΟ "EL CUERPO" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ

Έχουμε ξαναπεί ότι το ισπανικό σινεμά έχει κατορθωσει να επιβληθεί και να δημιουργήσει παράδοση στο χώρο των θρίλερ - όχι φυσικά πάντοτε πετυχημένων, λογικό είναι. Στο είδος αυτό ανήκει η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Oriol Paulo. Λέγεται "El Cuerpo" (The Body) και γυρίστηκε το 2012. Πρόκειται για αστυνομικό θρίλερ, που βασίζεται στις ανατροπές.
Ένας νυχτερινός φύλακας νεκροτομείου τρέχει πανικόβλητος στο δάσος, βγαίνει απότομα στο δρόμο, χτυπιέται από αυτοκίνητο και πέφτει σε κώμα. Τι έχει δει ώστε να πανικοβληθεί τόσο; Η αστυνομία, ερευνώντας στο νεκροτομείο, ανακαλύπτει έκπληκτη οτι λείπει το σώμα μιας γυναίκας που πέθανε τη μέρα εκείνη μάλλον από καρδιακή προσβολή. Πρόκειται για μια μεσήλικη, πλην όμως όμορφη, πλούσια και πανίσχυρη γυναίκα, η οποία είναι ιδιοκτήτης μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας. Ο σύζυγός της, νεότερός της, ανακρίνεται από τον επιθεωρητή και, όσο η νύχτα προχωρά, αποδεικνύεται όλο και πιο ύποπτος. Ωστόσο όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου...
Η ταινία δεν μπαίνει στο χώρο του μεταφυσικού (όλα έχουν "λογικές" εξηγήσεις), πλην όμως σε κάποιες (λίγες) σκηνές φλερτάρει με τα όρια της ταινίας τρόμου. Ωστόσο δεν βρίσκεται εκεί το focus της. Αυτό επικεντρώνεται στο αστυνομικό μυστήριο, στην αγωνιώδη προσπάθεια του επιθεωρητή (με τραυματικό παρελθόν και ο ίδιος) και του θεατή βεβαίως να κατανοήσει τι ακριβώς έχει συμβεί. Τα στοιχεία αποκαλύπτονται σιγά - σιγά, μέχρι την τελευταία σκηνή ωστόσο δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς πώς και γιατί δένουν όλα μεταξύ τους. Μέχρι την τελευταία (πρωινή) αποκάλυψη. Διότι το φιλμ διαδραματίζεται ολόκληρο μέσα σε μια νύχτα.
Ωραία όλα αυτά, σασπένς υπάρχει βεβαίως και νομίζω ότι η ταινία κρατά τον θεατή. Από την άλλη, ωστόσο, νομίζω ότι τα πάντα γίνονται για χάρη της "ανατροπής για την ανατροπή". Όταν τελικά τελειώνουν όλα και αποκαλύπτεται τι έχει συμβεί, η γενική αίσθηση που μου έμεινε είναι ενός σεναρίου - και επί μέρους σεναριακών καταστάσεων - κυριολεκτικά τραβηγμένου απ' τα μαλλιά. Με λίγα λόγια μιλάμε μεν για ένα θρίλερ που παραμένει στα όρια της πραγματικότητας, ωστόσο, πολύ απλά, όλα αυτά είναι εντελώς απίθανο να συμβούν. Όχι στην πραγματική ζωή τουλάχιστον.
Αν δεν ενδιαφέρεστε γι' αυτό το στοιχείο, για τον στοιχειώδη δηλαδή ρεαλισμό των καταστάσεων, και είστε απλώς φαν των πιο απίθανων ανατροπών, τοτε μάλλον θα απολαύσετε την ταινία. Προσωπικά έχω λίγο κουραστεί από τις συσσωρευμένες απιθανότητες...

Παρασκευή, Μαρτίου 31, 2017

"ΠΑΡΑΔΟΞΗ" ΟΝΤΩΣ "ΕΥΤΥΧΙΑ"

Η "Παράδοξη Ευτυχία" (Gleiss Endes Gluck) είναι ένα γερμανικό ψυχολογικό δράμα, που γύρισε ο Sven Taddicken το 2016. Είναι σχετικά βαρύ, αν και όχι όσο θα μπορούσε να είναι στα χέρια άλλων δημιουργών (για καλό το λέω). Εξερευνά τα εσωτερικά μπλοκαρίσματα σύγχρονων ανθρώπων - και τα σεξουαλικά τους προβλήματα (αδιέξοδα πιθανόν).
Η ηρωίδα είναι μια 55άρα γυναίκα, που έχει χάσει την παλιά της θερμή πίστη στο θεό και ζει συμβατικά με τον ενίοτε βίαιο σύζυγό της. Όλο αυτό το κλίμα την οδηγεί βαθμιαία στη κατάθλιψη (και την αϋπνία). Ώσπου κάποια στιγμή θα διαβάσει το βιβλίο ενός διασημου επιστήμονα - ψυχολόγου, που ισχυρίζεται (περίπου) ότι μπορούμε με το μυαλό μας να φτιάξουμε τη δική μας ευτυχία. Η γυναίκα θα επιδιώξει να τον συναντήσει και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια παράξενη, θερμή σχέση, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πλατωνικό έρωτα. Ωστοσο σύντομα θα αποδειχτεί ότι ο ψυχολόγος έχει κι αυτός τα δικά του θέματα με το σεξ (θέματα που θα έτρεπαν σε φυγή πολλές γυναίκες). Πώς θα αντιδράσει εκείνη;
Η ταινία είναι βεβαίως μια ψυχολογική μελέτη σύγχρονων ανθρώπων. Οι συνθήκες που διαμορφωνουν τα εσωτερικά τους προβλήματα (να το τονίσουμε: μόνο με εσωτερικά προβλήματα ασχολείται το φιλμ και όχι με τον με τον πολιτικοκοινωνικό περίγυρο) έχουν βεβαίως τη ρίζα τους στον σύγχρονο τρόπο ζωής: Το βαθύ ανικανοποίητο από μία συμβατική ζωή, έστω και σε συνθήκες υλικής άνεσης, η απομάκρυνση από την θρησκεία, που κάποτε έδινε σίγουρες απαντήσεις και σε έπειθε να υπομένεις τα επίγεια βάσανα, η άμεση επαφή με (ή έκθεση στο) έστω εικονικό σεξ παντού γύρω μας, είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις - όχι όλους, αλλά σίγουρα κάποιους (προσωπικά, ας πούμε, δεν έχω καμιά επαφή με τη θρησκεία, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα απ' αυτό το θέμα τουλάχιστον). Επίσης δείχνει σχεδόν με εμμονή κοινότοπα και απρόσωπα περιβάλλοντα (ξενοδοχεία, καφέ, χώρους συνεδρίων κλπ.). Σίγουρα, το απρόσωπο στοιχείο που κυριαρχεί στη σύγχρονη πόλη παίζει κι αυτό το ρόλο του στη διαμόρφωση του εσωτερικού μας κόσμου. Φυσικά η τελική απάντηση είναι πάντα η ίδια: Αγάπη και κατανόηση του Άλλου.
Παρακολούθησα την ταινία με σχετικό ενδιαφέρον, παρά τη μουντή της ατμόσφαιρα και την έλλειψη δράσης. Σημειωτέον, μπορεί να "σκανδαλίσει" κάποιους με το σχετικά με το σεξ θέμα που θίγει (δίχως βεβαίως να δείχνει τίποτα), το οποίο θεωρώ σημαντικό στην εποχή μας (δεν θα πω περισσότερα γι' αυτό διότι θα είναι είδος μικρού spoiler, αφού το θέμα αποκαλύπτεται λίγο πριν τα μισά του φιλμ). Διαθέτει νομίζω λεπτή ψυχολογική παρατήρηση, καλές ηθοποιίες και δίνει σημασία στη λεπτομέρεια. Διατηρώ πάντως τις αντιρρήσεις μου για το τέλος: Το βρίσκω αρκετά εύκολο και προβλέψιμο και, ομολογώ, με χάλασε λιγάκι. Κατά τα άλλα... αξιοπρεπές και σε κάποια σημεία ενδιαφέρον, δίχως να με συγκλονίσει.

Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2017

ΤΟ "HOWARD'S END" ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ (ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ) ΔΙΑΜΑΧΕΣ

Το 1992, σε μια πολύ καλή φάση της καριέρας του, ο James Ivory γυρίζει το "Howard's End" ("Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ε.Μ.Φόρστερ, φτιάχνοντας έτσι μια από τις καλύτερες ταινίες του.
Φυσικά πρόκειται για ταινία εποχής (σήμα κατατεθέν του Ivory). Στις αρχές του 20ού αιώνα δύο καλόκαρδες, φιλάνθρωπες και προοδευτικών απόψεων αδελφές συναντούν τόσο τους Γουίλκοξ, πλούσιους καπιταλιστές που ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα, όσο και τους Μπαστ, φτωχούς που πασχίζουν να επιβιώσουν. Όταν η μεγάλη αδελφή θα παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της χήρο Γουίλκοξ, θα συγκρουστεί μαζί του στην προσπάθειά της να βοηθήσει τους φτωχούς φίλους της. Όσο για τη μικρή αδελφή, που είναι και "ζωηρούτσικη", αλλά και πολύ πιο ρομαντική, θα γνωρίσει τον δικό της Γολγοθά...
Ταινία κατ' αρχή εξαιρετικών και βαθιών συναισθημάτων, διαυγής μελέτη χαρακτήρων, με άψογη, όπως πάντα στα βρετανικά φιλμ, ατμόσφαιρα εποχής, κρατά κατ' αρχήν τον θεατή με τη σφιχτή και γεμάτη (κοινωνικής φύσης) σασπένς πλοκή της. Προσθέστε και τις καλές ηθοποιίες με ηθοποιούς όπως η Έμα Τόμσον, ο Άντονι Χόπκινς, η Έλενα Μπόναμ-Κάρτερ, η Βανέσα Ρέντγκρέιβ... και θα έχετε μια θαυμάσια, ευαίσθητη ταινία. Η οποία, βεβαίως, δεν μένει στη μελέτη των χαρακτήρων, αλλά προχωρά και σε μια βαθιά κοινωνική ανάλυση. Ουσιαστικά πρόκειται για το πορτρέτο ολόκληρων τάξεων: Μεγάλων, μεσαίων και χαμηλών. Οι πρώτοι μοιάζουν να στερούνται συναισθημάτων, να ζουν και να δρουν με μοναδικό άξονα το συμφέρον, δίχως την παραμικρή ευαισθησία. Οι μεσαίοι εδώ είναι "πεφωτισμένοι", πονούν τους κάτω, αλλά κάθε προσπάθεια να τους βοηθήσουν συντρίβεται στον "τοίχο" που έχουν υψώσει όσοι έχουν τη δυνατότητα της πραγματικής βοήθειας. Και μαζί συντρίβονται και τα αισθήματά τους. Όσο για τους "κάτω"... η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη: Σκληρή σε ένα σκληρό και καθόλου συμπαθούντα κόσμο, κόσμο που είναι φτιαγμένος για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα άλλων.
Συνιστώ απόλυτα την ταινία, η οποία, νομίζω, και με την πλοκή και τις αισθηματικές και όχι μόνο καταστάσεις θα σας κρατήσει, αλλά και με τα αρκετά άλλα επίπεδα που διαθέτει.

Κυριακή, Μαρτίου 26, 2017

CHICAGO: ΕΝΑ "ΚΥΝΙΚΟ" ΜΟΙΥΖΙΚΑΛ

Στις λίγες πλέον ταινίες των τελευταίων δεκαετιών που αναβιώνουν πετυχημένα το κλασικό μιούζικαλ συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη μου, το "Chicago", που γύρισε το 2002 ο Rob Marshall. Βιβλίο, θεατρικό, μεταφέρεται και στην οθόνη και γίνεται ένα ιδιόρυθμα σατιρικό, σέξι και κυνικό μιούζικαλ, με Ρενέ Ζελβέγκερ, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και Ρίτσαρντ Γκιρ στους κύριους ρόλους.
Στη διάρκεια του μεσοπολέμου στο Σικάγο η Βέλμα είναι μια διάσημη φόνισα, που έχει γίνει πρωτοσέλιδο και πολλοί την θαυμάζουν. Η Ρόξι σκοτώνει κι αυτή τον απατεώνα εραστή της (με τον οποίο απατιούσε τον σύζυγό της) και παίρνει σειρά για την ηλεκτρική καρέκλα. Ωστόσο χάρη σε έναν δαιμόνιο και καπάτσο δικηγόρο, που πάντοτε αναλαμβάνει παρόμοιες υποθέσεις, όχι μόνο υποκλέπτει την πρώτη θέση στη διασημότητα από την άσπονδη αντίζηλό της Βέλμα, αλλά και αθωώνεται στη δίκη. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι το μοναδικό κίνητρο των ηρωίδων είναι η φήμη και η μεγάλη ζωή, δίχως να σκέπτονται τίποτα άλλο. Όλα είναι (και γίνονται για) ένα πετυχημένο σόου.
Οι ηρωίδες του σατιρικού αυτού μιούζικαλ (με κάμποση δόση μαύρου χιούμορ) στερούνται οποιασδήποτε ηθικής. Δεν υπάρχει ίχνος τύψεων για τις πράξεις τους. Αντίθετα, θα ξαναέκαναν ευχαρίστως κάποιο έγκλημα αν επρόκειτο χάρη σ' αυτό να κερδίσουν περισσότερη φήμη. Το μοναδικό τους όνειρο και επιθυμία είναι η επιτυχία (εδώ στις show business). Τίποτα άλλο δεν μετρά. Όσο για πίστη και έρωτα... τι είναι αυτά; Το παν είναι να πετύχουμε και όλα τα άλλα αποτελούν εργαλεία για να φτάσουμε σ' αυτό τον στόχο. Φυσικά και το αρσενικό της ιστορίας (ο δικηγόρος) είναι ένα από τα ίδια. Κανένα όραμα, καμιά επιθυμία να "λάμψει η αλήθεια" (επίσης "τι είναι αυτό";) Μόνο να πετύχουμε στη δίκη πάσει θυσία. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, το φιλμ γίνεται ένα είδος σάτιρας του ίδιου του αμερικάνικου όνειρου και του αμοραλιστικού κυνηγιού της επιτυχίας, που συνήθως είναι αλληλένδετο μ' αυτό. Αλλά και μια μελέτη για τη μέθη της δόξας και της επιτυχίας, την λάμψη της show business.
Συγχρόνως τα μουσικοχορευτικά νούμερα νομίζω ότι είναι πετυχημένα, η μουσική απολαυστική, όπως και οι φωτισμοί και τα σκηνικά και μερικές σκηνές σέξι. Οπότε όλη αυτή η βιτριολική σάτιρα "σερβίρεται" με απολυτα ευχάριστο τρόπο, ενώ οι συνήθεις διαμάχες για την επιτυχία στα παλιά κλασικά μιούζικαλ εδώ "ενηλικιώνονται", φτάνουν σε άκρα με φόνους και κατάργηση κάθε έννοιας δικαιοσύνης. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις (στυλιζαρισμένες) γυναικείες φυλακές.
Σας προτείνω να το απολάυσετε και, συγχρόνως, να εκτιμήσετε και τη σάτιρα που σπάει κόκκαλα και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα. Μη ξεχνάτε άλλωστε ότι αμφότερες οι γοητευτικότερες ηρωίδες είναι από τα πιο κακά και αδίστακτα πλάσματα που έχουμε δει στην οθόνη. Και τελικά, σαν κερασάκι στην τούρτα, θριαμβεύουν!

Δευτέρα, Μαρτίου 20, 2017

"ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΑΝΤΙΟ" Ή Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ

Τελευταία είχα αρχίσει να ανησυχώ για τον τουρκογερμανό Fatih Akin, να νομίζω ότι είχε στερέψει. Να όμως που το 2016 επιστρέφει δυναμικά με το "Βερολίνο Αντίο" ("Tschick" ο πρωτότυπος τίτλος) και με κάνει και πάλι να περιμένω το επόμενο φιλμ του.
Κλασική ταινία ενηλικίωσης, αφηγείται την ιστορία δύο 14χρονων και της αποδρασής τους από τα πάντα. Ο ένας, ευκατάστατος μεν, πλην όμως με αλκοολική μητέρα και σκληρό και γυναικά πατέρα, είναι το "φρικιό" του σχολείου με την δειλή και ακοινώνητη συμπεριφορά του (δεν παύει όμως, όπως όλη η τάξη φαντάζομαι, να είναι κρυφά ερωτευμένος με το πιο όμορφο κορίτσι της, το οποίο φυσικά τον αγνοεί). Ώσπου στην τάξη εμφανίζεται ένα ακόμα-πιο-φρικιό, ένας παντελώς αδιάφορος για όλα ρωσικής καταγωγής τύπος, που πίνει, ξερνάει, αλητεύει και κανείς δεν γνωρίζει την οικογενειακή του κατάσταση. Σύντομα οι δυο τους θα ανακαλύψουν ότι - αν και με διαφορετικό τρόπο - είναι αμφότεροι παρείσακτοι και διαφορετικοί, θα κλέψουν ένα αυτοκίνητο και θα ξεκινήσουν μια δίχως πρόγραμμα και πολλά απρόοπτα περιπλάνηση στη γερμανική ύπαιθρο.
Η ταινία είναι σχεδον όλη ένα flash back. Ξεκινά με ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, με τον μικρό ήρωα καταματωμένο να ρωτά με αγωνία πού βρίσκεται ο φίλος του. Από εκεί και πέρα μας αφηγείται πώς βρέθηκαν εκεί. Ενώ λοιπόν - έχοντας υπόψη μας την κατάληξη - περιμένουμε ένα ζοφερό δράμα, η ταινία πολύ σύντομα αποδεικνύεται απόλυτα feel good, με αρκετό χιούμορ, με παιχνιδιάρικη διάθεση και σκηνοθεσία, μια τυπική ταινία δρόμου και ενηλικίωσης από τις καλές, κατά τη γνώμη μου, του είδους. Ο Μαρκ Τουέιν με τον "Χοκ Φιν" είναι εδώ, οι ταινίες δρομου των πρώτων (και καλών) Βέντερς και ένα είδος "ανήλικου" Κέρουακ επίσης, η αλητεία και η περπλάνηση δοξάζονται με χαριτωμένο τρόπο, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα επίσης, η τρέλα της εφηβείας είναι πανταχού παρούσα... τι άλλο θέλετε; Κι όλα αυτά συνυπάρχουν με τη συγκίνηση. Και φυσικά, εννοείται, η σκηνοθετική ματιά είναι γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια για τους ανήλικους και αταίριαστους αρχικά ήρωες. Α, και υπάρχει πάντοτε και το ενδιαφέρον σάουντρακ του Ακίν (ας μη ξεχνάμε ότι ο δημιουργός ξέρει από μουσική και συχνά κάνει και τον dj).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Κάποιοι μπορεί να βρουν το θέμα πολυχρησιμοποιημένο (όντως είναι) και τη ματιά κάπως αφελή, αλλά, διάβολε, πέρασα καλά. Ο Ακίν είναι πάλι εδώ για να μας δώσει ένα γλυκόπικρο, κωμικό και δραματικό συγχρόνως φιλμ.

Κυριακή, Μαρτίου 19, 2017

ΕΝΑΣ "ΑΠΑΙΣΙΟΤΑΤΟΣ", ΑΛΛΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ...

Εντάξει, τα σύγχρονα animation αποτελούν βασικό ατού της κινηματογραφικής βιομηχανίας και ενίοτε είναι και εξαιρετικές ταινίες (την επιτυχία στο box office την έχουν συνήθως εξασφαλισμένη). Το 2010 λοιπόν οι πρωτοεμφανιζόμενοι τότε σε μεγάλου μήκους animation Pierre Coffin και Chris Renaud κάνουν το "Despicable Me" ("Εγώ ο Απαισιότατος" στη χώρα μας) και, συγχρόνως μια μεγάλη επιτυχία (θα ακολουθήσει νο 2 και 3).
Η σεναριακή σύλληψη είναι έξυπνη. Ο Γκρου, μεσήλικας επαγγελματίας "κακός" και απατεώνας, βλέπει την εγκληματική του δοξα να σκιάζεται από ένα νεαρό κακοποιό, τον Βέκτορ, με πιο "μοντέρνες" εγκληματικές ιδέες και, κυρίως, τεχνολογία. Οι δύο κακοποιοί αρχίζουν έναν αγώνα δρόμου για το ποιός θα κλέψει πρώτος το... φεγγάρι. Ο Γκρου υπηρετείται από την ξεκαρδιστική στρατιά των Minions, ο Βέκτορ δουλεύει μόνος, ενώ μια σατανική τράπεζα (πρώην Lehman Brothers, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται) ελέγχει τα πάντα. Ώσπου στην ιστορία θα εμφανιστούν τρία ορφανά κοριτσάκια...
Το φιλμ είναι διασκεδαστικό, έξυπνο σε ορισμένα σημεία και βασικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του αρκετά συνηθισμένου μοτίβου "ο Κακός που κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Η φωνή του Γκρου (ενός φυσικά αξιαγάπητου τελικά "κακού") ανήκει στον Στιβ Καρέλ, πολλά από τα γκάτζετ που χρησιμοποιούν οι δύο σατανικοί εγκέφαλοι είναι ευρηματικά και εν γένει η ώρα περνά ευχάριστα. Όσο για την εικόνα του animation, πρόκειται για το κλασικό στις μέρες μας "λουστραρισμένο" κομπιουτερέ σχέδιο, "τέλειο" μεν, σίγουρο και πολυχρησιμοποιημένο, που, φευ, ελάχιστες πλέον εκπλήξεις επιφυλάσσει.
Όλα λοιπόν λειτουργούν άψογα και, όπως είπα, η επιτυχία ήταν μάλλον εξασφαλισμένη. Κι εγώ δεν παραπονιέμαι πολύ. Μόνο που, νομίζω, ότι το όλο project είναι περισσότερο παιδικό απ' ό,τι θα επιθυμούσα. Και εδώ έρχεται αναπόφευκτα η σύγκριση με τα εξαιρετικά animation της Pixar, τα οποία, νομίζω, και πιο ευφάνταστα είναι σεναριακά, αλλά και πιο απολαυστικά παρακολουθούνται από ενήλικες, δίχως σε καμιά περίπτωση να "διώχνουν" το παιδικό κοινό (το βασικό τους, ας μη ξεχνάμε, target group). Καλό λοιπόν και ευχάριστο, αλλά, φοβαμαι ότι οι συγκρίσεις δεν είναι υπέρ του...

Σάββατο, Μαρτίου 18, 2017

Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ ΩΣ ΦΟΝΤΟ ΤΟΥ "HOUSE OF BAMBOO"

Το 1955 η Ιαπωνία βρισκόταν ακόμα πολύ κοντά στον πόλεμο, στον εφιάλτη της βόμβας και, επιπλέον, τελούσε υπό αμερικανική κατοχή. Τότε λοιπόν ο δαιμόνιος Samuel Fuller (1912-1997) πάει εκεί και γυρίζει το "House of Bamboo", ένα αστυνομικό φιλμ, πλην όμως όχι ακριβώς νουάρ (είναι εξ άλλου έγχρωμο).
Ένας αμερικανός πρώην στρατιώτης φτάνει στην Ιαπωνία μετά από πρόσκληση ενός φίλου, που έχει μείνει εκεί. Αμέσως θα ανακαλύψει πολλά: Ο φίλος του μόλις έχει δολοφονηθεί, ο φίλος του ήταν παντρεμένος κρυφά με μια γιαπωνέζα, ο φίλος του ήταν μέλος μιας αδίστακτης αμερικανοκρατούμενης συμμορίας που οργανώνει κάθε είδους ληστεία μέσα στο χάος που επικρατεί την εποχή αυτή στη χώρα. Ο ίδιος, όχι και πολύ καθαρός τύπος, θα γίνει μέλος της συμμορίας, θα αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αρχηγού της και θα αρχίσει να ανεβαίνει στην εγκληματική κλίμακα. Όμως...
Θα πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία από τις πολύ καλές του Fuller. Χαλαρότεροι ρυθμοί και πιο "νορμάλ" σενάριο από αυτά που συνήθιζε εκείνος την χαρακτηρίζουν. Κάπου στα μισά συμβαίνει η σημαντική ανατροπή, από εκεί και πέρα πάντως το σασπένς συνεχίζεται. Νομίζω ωστόσο ότι το σημαντικό της στοιχείο έγκειται στην καταγραφή (σπάνια στο δυτικό σινεμά) της άσχημης μεταπολεμικής κατάστασης στη Χώρα του Ανατέλοντος Ηλίου, για την οποία μάλλον λίγα γνωρίζουμε. Το Τόκιο του '55 κάθε άλλο παρά την σύγχρονη, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, μητρόπολη θυμίζει. Χαμόσπιτα, παραδοσιακή γιαπωνέζικη κουλτούρα που ακόμα επιζεί, ανέχεια και εγκληματικότητα συνθέτουν ένα δυσάρεστο φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσεται η ιστορία. Ταυτόχρονα η απέχθεια, ο ρατσισμός στην ουσία, των (έστω ηττημένων και ταπεινωμένων) γιαπωνέζων προς οτιδήποτε ξένο γι' αυτούς δίνεται ανάγλυφα. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον αδίστακτο πλην όμως "τζένλεμαν" αμερικανό αρχηγό της συμμορίας και στον νεοφερμένο.
Ο Ρόμπερτ Ράιαν είναι καλός στο ρόλο του "κακού", οι τελικές σκηνές με την καταδίωξη στο υπερυψωμένο λούνα παρκ είναι αρκετά εντυπωσιακές, πλην όμως έχουν προηγηθεί κάμποσες σεναριακές αφέλειες (με πολύ γελοίο τρόπο δεν παγιδεύεται ο κακός;)
Δεν σας αποτρέπω να τη δείτε, κάθε άλλο (ο Φούλερ είναι πάντοτε Φούλερ), ώστόσο προσωπικά με ενδιέφερε περισσότερο το κοινωνικό background μιας σχετικά άγνωστης γιαπωνέζικης περιόδου παρά η ίδια η ιστορία.

Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2017

ΤΟ "ΨΥΧΩ" ΩΣ COPY PASTE ΑΠΟ ΤΟΝ VAN SANT

Κατ' αρχήν θα πω ότι σέβομαι σαν σκηνοθέτη τον Gus Van Sant. Νομίζω ότι έχει κάνει αξιόλογα φιλμς, αν και υπάρχουν κάποια από τα "πειραματικά" του που δεν αντέχω. Στην περίπτωση τού "Ψυχώ" (ναι, του διάσημου "Ψυχώ" του Χίτσκοκ) που ξαναγύρισε το 1998, ομολογώ ότι απλώς δεν καταλαβαίνω το πώς και το γιατί, γι' αυτό και θα γράψω λίγα μόνο πράγματα.
Την ιστορία του αυθεντικού "Psycho" την ξέρετε φαντάζομαι οι περισσότεροι (ίσως και όλοι): Μια γυναίκα κλέβει ένα μεγάλο ποσόν απο το αφεντικο της και φεύγει με το αυτοκίνητό της μακριά για να συναντήσει τον εραστή της. Τη νύχτα αναγκάζεται να διανυκτερεύσει σε ερημικό μοτέλ στο πουθενά, χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό σπίτι όπου ο "παράξενος" ιδιοκτήτης του μοτέλ κατοικεί μαζί με τη γριά μητέρα του. Τη νύχτα η κοπέλα δολοφονείται άγρια στο μπάνιο με μαχαίρι. Ο εραστής της προσλαμβάνει έναν ντετέκτιβ για να ερευνήσει τις συνθήκες της εξαφάνισής της.
Ο Van Sant λοιπόν αναλαμβάνει να κάνει ένα ριμέικ ενος κάτι παραπάνω από κλασικού φιλμ τριαντατόσα χρόνια μετά; Όχι ακριβώς. Αυτό εδώ δεν είναι ένα ριμέικ με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Ο σκηνοθέτης γυρίζει την ταινία του, έγχρωμη και, φυσικά, με σύγχρονούς του ηθοποιούς, αντιγράφοντας κυριολεκτικά πλάνο - πλάνο, κοπιάροντας έτσι απόλυτα το πρωτότυπο. Η διάσημη σκηνή του μπάνιου για παράδειγμα, μια από τις εμβληματικότερες του παγκόσμιου σινεμά, που αποτελείται από πάμπολλα διάρκειας ελάχιστων δευτερολέπτων πλάνα, αντιγράφεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια ακριβώς πλάνα. Όλα αυτά είναι προφανώς ηθελημένα. Οίδιος ο σκηνοθέτης άλλωστε είχε ξεκάθαρα δηλώσει την πρόθεσή του να μεταφέρει αυτούσιο το πρωτότυπο στη σύγχρονη εποχή (αυτή της δεκαετίας του 90 εννοώ).
Γιατί το κάνει αυτό και ποια ειναι η "χρησιμότητα"; Όπως σημείωσα στην αρχή δεν ξέρω. Ίσως να πρόκειται για τον απόλυτο κυριολεκτικά φόρο τιμής στον μεγάλο Χίτσκοκ. Ίσως πάλι να πρόκειται για περιέργεια: Πώς θα ήταν να γυρίσεις μια ολόιδια ταινία 38 χρόνια μετά; Να έχουμε δηλαδή να κάνουμε με έναν ακραίοπ ειραματισμό, απ' αυτούς που κατά καιρούς αγαπά ο σκηνοθέτης. Δεν ξέρω. Η σκέψη που έρχεται βέβαια αυθόρμητα στο νου είναι "και γιατί να ξαναδώ μια ίδια ταινία"; Τι να πω. Στέκω αμήχανος μπροστά στο εγχείρημα του συμπαθούς κατά τα άλλα δημιουργού, αναρωτιέμαι όπως όλοι και αφήνω τα όποια συμπεράσματα, καθώς και το αν θα (ξανα)δείτε το φιλμ ή όχι σε σας.
ΥΓ: Πάντως το καστ είναι αξιόλογο: Βινς Βον, Αν Χες, Βίγκο Μόρτενσεν, Τζούλιαν Μουρ, Ουίλιαμ Μέισι... Μια χαρά.

Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2017

"ΛΟΓΚΑΝ" Ή ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΑ ΥΠΕΡΗΡΩΙΚΑ ΦΙΛΜ

Να ξαναπώ ότι δεν είμαι φαν των υπερηρωικών ταινιών κλπ. κλπ. Γι' αυτό ακριβώς όταν βλέπω μια καλή (ή έστω διαφορετική) τέτοια ταινία χαίρομαι ιδιαίτερα. Διότι τέτοια ακριβώς είναι ο "Λόγκαν" που γύρισε ο συχνά αξιόλογος James Mangold το 2017, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και το σενάριο.
Οι διαφορές από τους συνήθεις υπερήρωες είναι ορατές από την αρχή: Ο Λόγκαν (κοινώς Wolverin) είναι κάτι παραπάνω από κουρασμένος και βασανισμένος (και μεσήλικας), έχει αποσυρθεί από κάθε δράση και κρύβεται στα σύνορα του Μεξικού προστατεύοντας τον γερασμένο πλέον Ξαβιέρ, ο οποίος δεν είναι καθόλου καλά. Στο μεταξύ οι μεταλλαγμένοι στην ουσία δεν υπάρχουνπλέον και δεν έχει γεννηθεί κανενας τα τελευταία 20 χρόνια. Κάποτε όμως η ταυτότητά του Λόγκαν ανακαλύπτεται από μια αδίστακτοι εταιρία "παράξενων" συμφερόντων και ένας ολόκληρος στρατός κτηνωδών μισθοφόρων βρίσκεται ξαφνικά στο κατόπι του. Ή μάλλον... ένα μικρό κορίτσι κυνηγούν, το οποίο, παραδόξως, είναι μεταλλαγμένο και ζητά προστασία από τον πρώην υπερήρωα...
Πρόκειται σίγουρα για μια από τις πλέον ανθρώπινες και αντιηρωικές σούπερηρωικές (αντίφαση, ε;) ταινίες που έχουμε δει ποτέ. Το κλίμα της δεν έχει τίποτα το ηρωικό, αντίθετα είναι πεσιμιστικό και παρακμιακό. Οι ήρωες δεν καλούνται να σώσουν την ανθρωπότητα από απόλυτα κακές παντοδύναμες οντότητες ή κάτι τέτοιο, αλλά απλά να επιβιώσουν και να αντισταθούν, διαθέτοντας μάλιστα έναν παλιομοδίτικο κώδικα ηθικής απέναντι στην παντελώς απάνθρωπη "νέα τάξη" πραγμάτων, που συμβολίζει η εταιρία. Όπως καταλάβατε, το μέλλον που σκιαγραφει η ταινία είναι κάτι παραπάνω από ζοφερό... Όσο για το τέλος της, τα ψέματα τελείωσαν. Wolverin μπορεί να ξαναγίνει μόνο με reboot και ο Τζάκμαν (απόλυτα ταιριαστός στο ρόλο) δεν θα υπάρχει, αφού δήλωσε ότι δεν θα τον ερμηνεύσει ξανά.
Θεωρούσα πάντα τις X-Men ταινίες καλύτερες από τις υπόλοιπες του είδους. Ως γνωστόν (γνωστό για τους φίλους του σύμπαντος της Marvel βεβαίως και μόνο) ο Γουλβερίν ξεκίνησε απ' αυτούς και αυτονομήθηκε στην πορεία. Να λοιπόν που τώρα κλείνει την καριέρα του με ένα πραγματικά αξιόλογο φιλμ, που, ξαναλέω, νομίζω ότι ξεφεύγει αρκετά από τα υπόλοιπα. Και μόνο η κούραση και η παραίτηση από τα πάντα του βασικού χαρακτήρα αρκούν γι' αυτό. Οι αμετανόητοι φίλοι λοιπόν του είδους ίσως "τρομάξουν" λιγάκι ("μα εδώ δεν γίνεται χαμός κι αυτοί εδώ δεν είναι ακριβώς ήρωες"). Προσωπικά - και γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους - τη βρήκα καλή ταινία και, επαναλαμβάνω, αρκετά ανατρεπτική για το είδος και νομίζω ότι αξίζει και για τους μη φαν.

Τρίτη, Μαρτίου 14, 2017

"MATRIX" : ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ

Το 1999 το "Matrix" των αδελφών Wachowski (Lana και Lilly σήμερα) τάραξε όντως τα κινηματογραφικά νερά, αυτά της επιστημονικής φαντασίας τουλάχιστον, και σχεδόν έγινε μύθος. Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ μεγάλος φαν της ταινίας, ωστόσο νομίζω ότι το τόσο εντυπωσιακό του όλου πράγματος δικαιολογεί απόλυτα τη φήμη του.
Ο ήρωας ζει σε μια κοινωνία όπως τη ξέρουμε. Προγραμματιστής, δουλεύει σε μεγάλη εταιρία και τις νύχτες... κάνει διάφορα με τον υπολογιστή του. Ωστόσο βασανίζεται από παράξενα και φριχτά όνειρα (;). Κάποια στιγμή θα έρθει σε επαφή με τον διάσημο "υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο" Μορφέα και την παρέα του, κι αυτός θα του αποκαλύψει το εφιαλτικό πρόσωπο του αληθινού κόσμου, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από την οικεία καθημερινότητά του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα του δηλώσει από την αρχή ότι τον θεωρεί τον αναμενόμενο "Μεσία", που θα σώσει την ανθρωπότητα από την βάρβαρη κυριαρχία των μηχανών.
Ξαναλέω ότι το φιλμ παραμένει εντυπωσιακό. Συχνή καταιγιστική δράση, σασπένς, διάσημα slow motion και σχεδόν χορευτικές φιγούρες στις μάχες, εντυπωσιακά σκηνικά... Η όλη ιστορία του βεβαίως αποτελεί ένα πραγματικό συνονθύλευμα επιρροών: Από τον "Εξολοθρευτή" ως την κυβερνοπανκ λογοτεχνία (με εξέχουσα αναφορά τον Ουίλιαμ Γκίμπσον) και από τη συνωμοσιολογία ως την Αγία Γραφή και τα φιλμ πολεμικών τεχνών, ενώ η εικόνα δανείζεται από τη χορογραφημένη βία του Πέκινπα έως την αντίστοιχη του Τζον Γου και των ανατολικών ταινιών καράτε. Πολλά δάνεια, έτσι;
Όσον αφορά το ιδεολογικό μέρος... εδώ θα τα χαλάσουμε κάπως. Νομίζω οτι το ουσιαστικό μήνυμα είναι καθαρά θρησκευτικής υφής: Ο κόσμος περιμένει ένα μεσία για να λυτρωθεί από τον εφιάλτη, και μάλιστα έναν μεσία του οποίου η ύπαρξη έχει ειπωθεί σε προφητείες. Υπάρχει όντως μία προφήτης, ένας "Ιωάννης Βαπτιστής" (ο Μορφέας), ο οποίος είναι αυτός που "αναγνωρίζει" τον μεσία, τον διδάσκει και τον πείθει ότι "αυτός είναι ο εκλεκτός", ενώ, για να μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την θρησκευτική υφή του όλου πράγματος, η μυστική πόλη των "ελευθερων ανθρώπων", αυτών που γνωρίζουν την αλήθεια, λέγεται Σιών. Όσο για το τέλος [spoiler, spoiler] προσωπικά με ξενέρωσε πολύ, αφού πρόκειται για μια κανονικότατη ανάσταση, η οποία μάλιστα συμβαίνει εξ αιτίας της "θαυματουργής δύναμης της αγάπης" [τέλος spoiler].
Γκρινιάζω, αλλά αν δεν το έχετε δει και είστε φαν της ΕΦ να το κάνετε οπωσδήποτε. Νομίζω ότι, παρά τις έντονες επιροές του, κι αυτό με τη σειρά του επηρέασε μεταγενέστερες ταινίες δράσης / φαντασίας και, τέλος πάντων, παραμένει ένα είδος κλασικού. Μόνο αυτό το πρώτο μέρος, το αρχικό δηλαδή, γιατί τα επόμενα δύο... αφείστε καλύτερα. Όσο για τους Wachowski, νομίζω ότι ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν κάτι αξιόλογο έκτοτε. 

Κυριακή, Μαρτίου 12, 2017

Ο ΚΑΤΑ LARRAIN "ΝΕΡΟΥΔΑ"

Προσθήκη λεζάντας
Ας επαναλάβω αρχικά ότι θεωρώ τον χιλιανό Pablo Larrain έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή σκηνοθέτες διεθνώς. Όλες του οι ταινίες έχουν κάτι ιδιαίτερο, κάτι δικό του και, αυτό είναι το παράδοξο, όλες ασχολούνται με ιστορίες από τη χώρα του, κι όμως ξεπερνούν κατά πολύ το τοπικό ενδιαφέρον και γίνονται διεθνείς. Το 2016 με το "Neruda" αποπειράται να αφηγηθεί μια περίοδο της ζωής, γύρω στο 1948 συγκεκριμένα, του μεγαλύτερου χιλιανού ποιητή και νομπελίστα. Ωστόσο αυτό που θα τονίσω από την πρώτη στιγμή για να σας προετοιμάσω είναι ότι κάθε άλλο παρά για μια βιογραφία του Νερούδα πρόκειται, αφού σύντομα "ξεφεύγει" και μετατρέπεται σε ένα ποιητικό φιλμ - και σατιρικό ταυτόχρονα, που στοχάζεται (μεταξύ άλλων) πάνω στο θέμα της τέχνης και τις επιπτώσεις της στην αληθινή ζωή.
Το 1948 λοιπόν η δημοκρατικά εκλεγμένη αμερικανόφιλη χιλιανή κυβέρνηση θέτει το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας εκτός νόμου και αποφασίζει να συλλάβει τον γερουσιαστή του και ήδη διάσημο ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Αναθέτει τη σύλληψη σε νεαρό και ιδιαίτερα φιλόδοξο αστυνομικό, ο οποίος καταδιώκει με ζήλο τον φυγάδα γερουσιαστή και τη σύζυγό του σε διάφορες περιοχές της Χιλής. Σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι τα νήματα της καταδίωξης, τη σκηνοθεσία της ουσιαστικά, κρατά και ελέγχει ο ίδιος ο διωκόμενος Νερούδα. Αμφιβάλλουμε ακόμα και για το αν ο αστυνομικός είναι αληθινός ή βγαλμένος από τη φαντασία του καλλιτέχνη με σκοπό να  δημιουργήσει - εδραιώσει τον μύθο του...
Έτσι λοιπόν το φιλμ στοχάζεται πάνω στη φύση της τέχνης και την αλληλεπίδρασή της με την αληθινή ζωή. Ο ίδιος ο μεγάλος ποιητής παρουσιάζεται ως κάπως αντιφατική προσωπικότητα, η οποία στη ουσία νοιάζεται το ίδιο για τον θρίαμβο του προσωπικού του μύθου και - ως κομμουνιστής - για το καλό και την πρόοδο του λαού. Ναι, η αριστερή οπτική υπάρχει στην προσωπικότητα που δημιουργεί ο Larrain, αλλά συνυπάρχει με τον εγωκεντρισμό και την ανάγκη μυθοποίησης του καλλιτέχνη, την ανάγκη ύπαρξης του φτωχού λαού, τον οποίο ο ποιητής υπηρετεί, για να τον λατρεύει. Ίσως αυτό που κινεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον κατά Larrain Νερούδα είναι ο πόθος όχι για χρήμα ή εξουσία, αλλά για τη δόξα. Από την άλλη ο φανατικός διώκτης μοιάζει - πέρα από τα όποια πολιτικά κίνητρα - να ζηλεύει και να ποθεί τη δόξα του ποιητή, να νοιώθει ότι είτε συλληφτεί αυτός είτε όχι ο Νερούδα θα είναι ο ήρωας, η προσωπικότητα που θα μείνει από όλη αυτή την ιστορία και όχι ο ιδιος. Και βεβαίως υπάρχει η μόνιμη προβληματική του σκηνοθέτη για τις επιπτώσεις του ιστορικού περίγυρου στις ανθρώπνες ζωές, καθώς και η κριτική πάνω στους επιφανείς ανθρώπους που πολεμάνε για ένα σκοπό - το αριστερό όνειρο εν προκειμένω - ενώ ταυτόχρονα δεν θέλουν να χάσουν τίποτα από τις προσωπικές τους απολαύσεις, που βεβαίως είναι πολύ ανώτερες του ίδιου του απλού λαού.
Πολυεπίπεδο φιλμ με διαφορετικές ίσως αναγνώσεις, χρησιμοποιεί στοιχεία αστυνομικού θρίλερ αλλά και σάτιρας και επίτηδες "τραβηγμένων" καταστάσεων, όλα πάντως ενσωματωμένα στο ιστορικό πλαίσιο, και διαθέτει την παλιού στιλ, νοσταλγική φωτογραφία που συχνά χρησιμοποιεί ο δημιουργός στα φιλμ του. Συνολικά πολύ ενδιαφέρον - και ίσως κάπως δύσκολο στα νοήματά του. Δείτε το ως ένα προσωπικό, παράξενο και πολυεπίπεδο εγχείρημα και σε καμία περίπτωση - προειδοποιώ και πάλι  - ως βιογραφία του Νερούδα. Μπορεί να βασίζεται σε κάποια ιστορικά γεγονότα, σύντομα όμως "απογειώνεται", καθώς η πρόθεσή του είναι εντελώς διαφορετική από την κατασκευή μιας βιογραφίας.

Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2017

"FORTY GUNS" ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΥΟΥΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ

Ο εξαιρετικός Samuel Fuller (1912-1997) είναι γνωστός κυρίως για τα πολύ καλά νουάρ (ή σχετικά μ' αυτό το είδος) b-movies του. Ωστόσο έχει γυρίσει μεταξύ άλλων και γουέστερν, και μάλιστα καλά. Ένα από αυτά είναι το "Forty Guns" του 1957 με τη Μπάρμπαρα Στάνγουικ στον βασικό γυναικείο ρόλο.
Τρία αδέλφια φτάνουν σε μια πόλη της Αριζόνα. Ο ένας πρόκειται να γίνει σερίφης, αντικαθιστώντας τον ήδη ηλικιωμένο και σχεδόν τυφλό προηγούμενο. Η πόλη εξουσιάζεται από μια αγέρωχη ιδιοκτήτρια πελώριου ράντσου, που επιβάλλει τη θέλησή της με τη βοήθεια 40 πληρωμένων πιστολάδων που δουλεύουν γι' αυτήν, ενός ιδιωτικού στρατού ουσιαστικά. Η σκληρή γυναίκα ωστόσο θα ερωτευτεί τον μεγαλύτερο αδελφό, ο δικός της αδελφός όμως, κλασικός κακομαθημένος αλήτης, θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα κι όλα θα πάνε στραβά. Το αίμα δεν θα αργήσει να κυλήσει...
Κατ' αρχήν θαυμάζουμε τη στιβαρότητα της σκηνοθεσίας, που είναι λιτή και ακριβής. Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα και σφιχτή και δεν νομίζω ότι κάνει τους θεατές να πλήξουν. Οι ηθοποιοί είναι πειστικοί  (κυρίως η Στάνγουικ), ενώ από τους χαρακτήρες, άλλοι μεν είναι στερεοτυπικά καλοί ή κακοί, αρκετοί όμως είναι πιο πολύπλοκοι, συνδυάζοντας μερικές φορές θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά.Μερικοί μάλιστα είναι διαφορετικοί από αυτό που αρχικά δείχνουν.  Όσο για τις σκηνές, υπάρχουν κάμποσες εντυπωσιακές (θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη μόλις, με τους 40 καβαλάρηδες να περνάν τον δρόμο αντίθετα στην άμαξα των αδελφών που φτάνουν στην πόλη).
 Η γενική αίσθηση (το νόημα αν θέλετε του φιλμ) είναι κοινό με αρκετά άλλα γουέστερν: Στην ουσία μιλά για το τέλος μιας εποχής και τη γέννηση μιας καινούριας, της σημερινής ουσιαστικά. Η ωμή βία και οι ανεξέλεγκτοι μεγαλοϊδικτήτες, κατάλοιπα μιας φεουδαρχικής περιόδου, χάνουν σιγά - σιγά τη θέση τους, ενώ μια πιο έννομη κοινωνία αναδύεται (η οποία βεβαίως και πάλι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυνατών, αλλά με έμμεσους και πιο "πολιτισμένους" τρόπους). Ή, αν θέλετε, το παλιό, μυθικό Φαρ Ουέστ τελείώνει...
Το θεωρώ κλασικό γουέστερν, που συνδυαζει δράση και ψυχολογικό σασπένς και, για μια ακόμα φορά, βγάζω το καπέλο στον τόσο επιδέξιο Φούλερ.

Πέμπτη, Μαρτίου 09, 2017

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΞΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ "WHITE SANDS"

Το 1992 ο ενίοτε καλός σκηνοθέτης Roger Donaldson γυρίζει την αστυνομική περιπέτεια "White Sands" ("Ο Θάνατος Σταμάτησε στην Έρημο" ο ελληνικός τίτλος), μια ταινία που, αν μη τι άλλο, βλέπεται ευχάριστα - κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Ο σερίφης μιας μικρής πόλης στο "πουθενά" των νοτιοδυτικών ΗΠΑ βρίσκει ένα πτώμα στην έρημο. Το θέμα είναι ότι το πτώμα κουβαλά μια βαλίτσα με 500.000 δολάρια. Ο σερίφης, στην προσπάθειά του να λύσει το αίνιγμα, "κλέβει" την ταυτότητα του νεκρού, προσποιέιται δηλαδή ότι είναι αυτός), ακολουθεί τα ίχνη του και σύντομα βρίσκεται μπλεγμένος σε μια πολύπλοκη υπόθεση διεθνούς εμπορίου όπλων, αλλά και ερευνών του FBI, όπου κακοποιοί και πράκτορες μπερδεύονται σε ένα κουβάρι. Και υπάρχουν βέβαια και οι αναμενόμενες ανατροπές.
Κατ' αρχήν το όλο στόρι μας θυμίζει το "Επάγγελμα Ρεπόρτερ" του Αντονιόνι. Καμία σχέση βέβαια. Άλλωστε εντελώς διαφορετικές είναι οι προθέσεις της συγκεκριμένης ταινίας. Νομίζω λοιπόν ότι το φιλμ κρατά τουλάχιστον αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, αν και βέβαια ανήκει σε ένα (για να το πω ευγενικά) πολυειδωμένο είδος σινεμά. Η ατμόσφαιρα είναι αρκετά καλή, η έρημος, με τη λιτότητα των τοπίων της και την υποβλητικότητά της πρωταγωνιστεί, οι χαρακτήρες είναι σχετικά ενδιαφέροντες και, κυρίως, οι ηθοποιοί είναι αξιόλογοι: Ουίλαμ Νταφόε στον βασικό ρόλο, με την εμμονική σχεδόν τιμιότητά του (αν και, σε κάποια στιγμή θα υποκύψει στον πειρασμό), αλλά και Μίκι Ρουρκ (πάντοτε καλός "κακός"), Σάμουελ Τζάκσον, Μαρί-Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο. Και βέβαια έχουμε την κλασική και συνηθισμένη κριτική για τη διαφθορά στα βάθη των διαφόρων υπηρεσιών ασφαλείας (εδώ του FBI) και της ανεξέλεγκτης δράσης διαφόρων διεθνών λαθρεμπόρων (εδώ όπλων). 
Σαφώς δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, αλλά, το επαναλαμβάνω, νομίζω ότι βλέπεται αρκετά ευχάριστα ως αστυνομική περιπέτεια.

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2017

Ο "ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ" ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ' ΑΥΤΟΝ...

Η δεκαετία του 50 υπήρξε, υποτίθεται, ειδυλιακή για την Αμερική. Ο πόλεμος είχε τελειώσει. Ευημερία, ανάπτυξη, vintage ρούχα και διαφημίσεις και νοσταλγικές εικόνες με τέλειες οικογένειες και τέλεια αυτοκίνητα σε τέλεια σπίτια... Τι υπήρχε όμως κάτω από την απαστράπτουσα αυτή επιφάνεια;
Ο σημαντικός Todd Haynes βάλθηκε εν έτει 2002 να αποδομήσει όλη αυτή την παστέλ, χρωματιστή εικόνα ευτυχίας γυρίζοντας το "Far from Heaven" (Μακριά από τον Παράδεισο) με εξειρετικές ερμηνείες από τη Τζούλιαν Μουρ και τον Ντένις Κουέιντ. Οι οποίοι είναι το κλασικό "τέλειο" ζευγάρι της εποχής, με το σπίτι και το αυτοκίνητο που λέγαμε, πετυχημένος εργαζόμενος εκείνος, άψογη, δημοφιλής και κοινωνικά δραστήρια νοικοκυρά εκείνη. Ώσπου η ευτυχία αρχίζει ξαφνικά να σκοτεινιάζει: Σύντομα ανακαλύπτουμε ότι ο υπέροχος σύζυγος είναι στην πραγματικότητα ομοφυλόφιλος (πράγμα για το οποίο νοιώθει ενοχές και κρύβει όσο καλύτερα μπορεί) κι εκείνη, μετά το σοκ, αρχίζει να νοιώθει έλξη για τον κηπουρό τους, ο οποίος είναι ευαίσθητος και καλλιεργημένος, πλην όμως τυχαίνει να είναι μαύρος. Ο κοινωνικός περίγυρος παύει βαθμιαία να θεωρεί ως πρότυπο την οικογένεια και αρχίζει να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο...
Ο εύστοχος κοινωνικά Haynes στηλιτεύει ταυτόχρονα δύο απεχθή κοινωνικά φαινόμενα: Τον ρατσισμό και την ομοφοβία. Ή, αν τα θέλετε σε μία πρόταση, την απέχθεια και απόρριψη του κάθε λογής διαφορετικού. Ναι, η εικόνα της κοινωνίας αυτής φαίνεται τέλεια (όσον αφορά τις μεσαίες τάξεις βεβαίως), φτάνει να είναι ομοιογενής, να αποτελείται μόνο από "εμάς", να μην αμαυρώνεται δηλαδή από τίποτα μαύρους, ομοφυλόφιλους, αλκοολοκούς και άλλους "παρείσακτους". Ειδικά στο θέμα του φυλετικού ρατσισμού, η εποχή αυτή που πολλοί τόσο νοσταλγούν δείχνει ένα πραγματικά αποκρουστικό πρόσωπο. Η επαφή (ακόμα και φιλική) με μαύρους είναι εκτός συζήτησης. Όσο για την ομοφυλοφιλία, και μόνο η απόλυτα αποδεκτή κοινωνικά αντιμετώπισή της ως ασθένεια (ο ίδιος ο ήρωας σπεύδει να επισκεφτεί γιατρό για να "θεραπευτεί|") λέει πολλά.
Ο Haynes, ακριβώς για να τονίσει την αντίθεση, χρησιμοποιεί την εντυπωσιακή φωτογραφία που ταιριάζει με την εποχή, αυτή με τα έντονα χρώματα, τη νοσταλγική και καρποσταλική διάθεση, τα ηλιόλουστα, "ιδανικά" τοπία της πόλης και των ειδυλιακών προαστείων. Έτσι η κοινωνική καταπίεση μοιάζει να παραμονεύει κάτω από την υπέροχη επιφάνεια και, τελικά, να αναδύεται απειλητική.
Πολύ καλή ταινία, πικρή και αιχμηρή ταυτόχρονα, φανερώνει τη σημαντικότητα του δημιουργού αυτού.

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017

ΑΥΤΟ ΠΟΥ "ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΕΞΩ"

Τα b-movies επιστημονικής φαντασίας ήταν βέβαια κοινός τόπος πίσω στη δεκαετία του 50. Εκφράζοντας τον φόβο των αμερικάνων για τους "κόκκινους", ίσως και τα νωπά μεταπολεμικά τους τραύματα, μιλούσαν κυρίως για ποικίλων ειδών εξωγήινες εισβολές και πολλά από αυτά προκαλούν σήμερα (ακούσια βέβαια) καθαρό γέλιο. Όχι όμως όλα.
Το "It Came from Outer Space" του 1953, ας πούμε, γυρίστηκε από τον σκηνοθέτη που ξεχώριζε στο είδος , τον Jack Arnold (1916-1992), και αποτελεί παράδειγμα καλού φιλμ ανάμεσα σε σωρό ακούσια αστείων αντίστοιχων. Ένας "μετεωρίτης" πέφτει στην έρημο της Αριζόνας και θάβεται σε κρατήρα που δημιούργησε η πτώση. Μόνο ένας ερασιτέχνης αστρολόγος και η δασκάλα γυναίκα του υποψιάζονται ότι πρόκειται για εξωγήινο σκάφος και μάλιστα ότι κάποια μορφή ζωής έχει βγει απ' αυτό. Σύντομα η συμπεριφορά κάποιων κατοίκων του χωριού αρχίζει να αλλάζει περίεργα και, επίσης σύντομα, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για εξωγήινους που έχουν πάρει τη μορφή τους. Τι ακριβώς όμως θέλουν αυτοί οι εξωγήινοι;
Οι αρετές της ταινίας ξεκινούν κατ' αρχήν από το διαρκές σασπένς που δημιουργεί στον θεατή. Είναι από τα φιλμ που δεν σε αφήνουν καθόλου να πλήξεις, καθώς η ατμόσφαιρα της απειλής σιγά - σιγά κυριαρχεί και το ενδιαφέρον κορυφώνεται. Από την άλλη (μέσα στις απαραίτητες αφέλειες και τις αστείες κραυγές τρόμου της ηρωίδας), διαθέτει ένα είδος ρεαλισμού: Οι συμπεριφορές των ηρώων είναι "κανονικές", κανείς δηλαδή δεν πάει γυρεύοντας, οι αντιδράσεις σε όσα συμβαίνουν φυσιολογικές. Κυρίως όμως σημασία έχει η σχετικά πρωτοποριακή ματιά σε πολλά θέματα, που δεν μπορώ δυστυχώς να αναφέρω γιατί θα αποτελέσουν απαράδεκτο spoiler. Πάντως θα τονίσω ότι και η στάση και συμπεριφορά των εξωγήινων είναι απόλυτα λογικές (ό, τι δηλαδή όντως θα συνέβαινε σε μια τέτοια περίπτωση) και ότι παραδόξως βρισκόμαστε πολύ μακριά από την απόλυτα φοβική αντιμετώπισή τους του στιλ "κάθε ξένο είναι κακό". Και, το σημαντικότερο ίσως, υπάρχει έντονη κριτική της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της (πολύ φοβάμαι ριζωμένης στο DNA μας) ανθρώπινης επιθετικότητας. 
Για όλα αυτά συνιστώ την ταινία ως ένα από τα καλά δείγματα του είδους που τόσο ήκμασε την εποχή αυτή. Στην επιτυχία της δεν συντελεί μόνο ο αξιόλογος Arnold. Είναι και το ότι η ιστορία βασίζεται σε διήγημα του μεγάλου Ray Bradbury. Οπότε, σίγουρα, ξεχωρίζει από άλλες.
ΥΓ: Φυσικά σήμερα ουδείς πρόκειται να τρομάξει. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο για την ταινία.

Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2017

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΣΤΟ ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ (ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ)

Πόσες φορές έχουμε δει στο σινεμά το θέμα των δύο αταίριαστων χαρακτήρων που αναγκάζονται να συνυπάρξουν και αρχικά αντιπαθούν ο ένας τον άλλον, στη συνέχεια όμως... Συνήθως το θέμα δίνεται κωμικά. Κι όμως, η πολυχρησιμοποιημένη αυτή ιδέα φαίνεται ότι δεν έχει καθόλου εξαντληθεί. Απόδειξη το "Manchester by the Sea" (Μια πόλη δίπλα στη Θάλασσα) που γύρισε το 2016 ο Kenneth Lonergan. Αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται την παραπάνω κατάσταση ως δράμα, και μάλιστα αρκετά βαρύ.
Όταν ο μεγαλύτερος αδελφός πεθαίνει ξαφνικά, ο μοναχικός, ακοινώνητος και "παρατημένος" Λι μαθαίνει έκπληκτος την επιθυμία του νεκρού αδελφού να γίνει κηδεμόνας (ο Λι ) του 16χρονου γιου του (η μητέρα έχει φύγει προ πολλού και ζει αλκοολική άγνωστο πού). Η συνύπαρξη των δύο εντελώς διαφορετικών ενδιαφερόντων και χαρακτήρων ανθρώπων είναι δύσκολη και συχνά προβληματική. Σιγά - σιγά, με διαρκή flashback μαθαίνουμε το παρελθόν του Λι, το γιατί είναι όπως είναι, αλλά και άλλες ιστορίες από παλιά...
Δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ όπως είπαμε στην αρχή, ξεδιπλώνει και μελετά τους χαρακτήρες των ηρώων του και διαθέτει μια άμεση καθημερινότητα και αληθοφάνεια που σπάνια συναντάμε στο αμερικάνικο σινεμά (περισσότερο τον βρετανικό "τρόπο" μου θύμισε, αν και η σκηνοθεσία δεν είναι τόσο "γυμνή" και ντοκιμαντερίστικη όπως σε πολλά αντίστοιχα βρετανικά φιλμ της σχολής του Λόουτς, αλλά διαθέτει αρκετά "κόλπα" - για καλό το λέω). Έτσι έχουμε να κάνουμε με συνδυασμό καθημερινότητας μεν, η οποία όμως κρύβει πίσω της πραγματικά τραγικές καταστάσεις. Ο Κέισι Άφλεκ αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι είναι εξαιρετικός ηθοποιός (κέρδισε και το Όσκαρ άλλωστε) και γενικά νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή (και τελικά μάλλον αισιόδοξη) δραματική και συχνά συγκινητική ταινία, που μελετά τα θέματα της απώλειας και του πένθους, αλλά και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις που χρειάζονται εκατέρωθεν για να συνυπάρξουν οι άνθρωποι. Μόνη μου αντίρρηση η πολύ μεγάλη (κατά τη γνώμη μου) διάρκεια.

Παρασκευή, Μαρτίου 03, 2017

ΦΥΛΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ "MOONLIGHT"

Το "Moonlight" του Barry Jenkins ήρθε από το πουθενά το 2016 (είναι η δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη), προξένησε εντύπωση και έφτασε να κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Άριστη επίδοση όντως.
Πρόκειται για ένα "φυλετικό" δράμα. Το φιλμ παρακολουθεί τη ζωή του αφροαμερικανού Σαϊρόν από το Μαϊάμι σε τρεις φάσεις της ζωής του: Ως παιδί (Λιτλ), που ζει δίχως πατέρα με την εθισμένη στα ναρκωτικά μητέρα του και τίθεται υπό την προστασία ενός ντίλερ, ο οποίος του στέκεται σαν πατέρας. Ως έφηβος ((Σαϊρόν), με τα προβλήματά του στο σχολείο από νταήδες συμμαθητές και τον έρωτά του για έναν συμμαθητή του (στη φάση αυτή συνειδητοποιεί την ομοφυλοφιλία του). Και, τέλος, ως 25χρονος πλέον άνδρας, ντίλερ και ο ίδιος, που αποφασίζει να αλλάξει ζωή (και να ερωτευτεί).
Το φιλμ είναι ρεαλιστικό και, επίσης, τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα. Ειλικρινές για τις συνθήκες ζωής στα μαύρα γκέτο των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων, όπου πάμπολλα παιδιά μεγαλώνουν συνήθως δίχως πατέρα (νεκροί ή στη φυλακή) και, φυσικά, η παρανομία (σε σχέση με ναρκωτικά τις περισσότερες φορές) αποτελεί σχεδόν μονόδρομο. Εξ ορισμού τα παιδιά αυτά γεννιούνται (δίχως προφανώς να φταίνε) με ένα μειονέκτημα σε σχέση με άλλα παιδιά (λευκά, μεσαίας τάξης). Η ταξική δομή της κοινωνίας διακρίνεται ανάγλυφα. Πάνω απ' όλα βέβαια η ταινία παρακολουθεί την αναζήτηση ταυτότητας του ήρωα σε δύο βασικούς τομείς: Τον φυλετικό και τον ερωτικό. Στην περίπτωσή μας ο Σαϊρόν αποδέχεται τόσο την "μαύρη" ταυτότητά του όσο και την ομοφυλοφιλία του, συμφιλιώνεται μ' αυτά, δείχνει ότι θα ζήσει μαζί τους, κι αυτό σε κάποιες στιγμές δίνεται με συγκινητικό τρόπο.
Ενδιαφέρουσα κοινωνική ταινία λοιπόν, με ιδιαίτερη ευαισθησία παρά τα σκληρά θέματά της (ανέχεια, ναρκωτικά, μπούλινγκ, μη αποδοχή της διαφορετικότητας), αξίζει νομίζω τον θόρυβο που προκάλεσε, δίχως ωστόσο να είναι κάτι που συγκλονίζει. Η ματιά της είναι περισσότερο νηφάλια και γεμάτη κατανόηση παρά "συγκλονιστική".

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2017

"Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ" ΚΑΙ Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Το 1975 ο τσέχος Milos Forman, ο οποίος έχει φύγει από την πατρίδα του λίγα χρόνια πριν, γυρίζει στην Αμερική την περίφημη "Φωλιά του Κούκου" (One Flew Over the Cuckoo's Nest), βασισμένη σε βιβλίο του Ken Kesey, με τον Τζακ Νίκολσον, βεβαίως, στον εμβληματικότερο ίσως ρόλο του. Βλέποντας την ταινία χρόνια μετά, διαπίστωσα ότι η δύναμή της παραμένει αναλλοίωτη.
Ο ΜακΜέρφι, άνθρωπος με αποκλίνουσα και εγκληματική συμπεριφορά, καταδικάζεται και κλείνεται - αντί φυλακής -  σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Κυρίαρχη εκεί είναι μια καταπιεστική νοσοκόμα - σε πρώτο επίπεδο ευγενής. Ο ΜακΜέρφι, από την αρχή σχεδόν, θα γίνει η ψυχή μιας ιδιότυπης ανταρσίας των ασθενών ενάντια στις "μεθόδους που χρησιμοποιούνται και στην παντελή έλλειψη χαράς και ελευθερίας της "θεραπείας". Δεν πρόκειται για μια βίαιη ανταρσία, πρόκειται μάλλον για μια προσπάθεια να ξαναβρούν οι έγκλειστοι τη χαρά της ζωής, υπονομεύοντας έτσι την πειθαρχία και την αυστηρή ιεραρχία. Το τέλος, βεβαίως, καταφέρνει, με πολύ έξυπνο τρόπο, να είναι τραγικό και αισιόδοξο ταυτόχρονα.
Φυσικά σε πρώτο επίπεδο η ταινία καυτηριάζει την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται πάνω τους (στο παρελθόν κυρίως), αλλά και ένα ολόκληρο "σωφρονιστικό" - "θεραπευτικό" υποτίθεται σύστημα. Νομίζω όμως ότι προχωρά σε πολύ γενικότερη κριτική των πραγμάτων αν δούμε συμβολικά την ιστορία: Ο ήρωας, που δεν μπαίνει σε καλούπια, γίνεται αυτόματα το σύμβολο του μέχρις εσχάτων αγώνα για ελευθερία και απόλαυση της ζωής, ενάντια σε ένα καταπιεστικό, ιεραρχικά δομημένο σύστημα που απαιτεί μόνο πειθαρχία και υπακοή, ξεχνώντας τον πόθο του ατόμου για ζωή. Και, βέβαια, αυτός που σπέρνει το σπόρο της επανάστασης θα γίνει ο στόχος του συστήματος αυτού και θα συντριβεί, αλλά ο σπόρος θα έχει ήδη πέσει...
Στο μεταξύ η ταινία παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα και νομίζω ότι ουδείς θα πλήξει μέχρι το πραγματικά συγκλονιστικό (πολλαπλά συγκλονιστικό θα έλεγα) τέλος. Και βέβαια όλοι οι ηθοποιοί, με επικεφαλής τον Νίκολσον, είναι εξαίρετοι και πειστικότατοι στους ρόλους τους. Ειδικά οι έγκλειστοι αποτελούν μέρη μιας αξέχαστης πινακοθήκης χαρακτήρων. Όπως καταλάβατε το θεωρώ κλασικό φιλμ, ένα από τα δυνατότερα στην ιστορία του κινηματογράφου. Αλλά δεν χρειάζεται να πω πολλά για κάτι τόσο γνωστό...
ΥΓ: Ανακαλύψτε στους θαυμάσιους δεύτερους ρόλους άγνωστους τότε ηθοποιούς όπως τον Ντάνι Ντε Βίτο ή τον Κρίστοφερ Λόιντ.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2017

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ "RHYMES FOR YOUNG GHOULS"

Το καναδέζικο φιλμ "Rhymes for Young Ghouls" γυρίστηκε το 2013 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jeff Barnaby. Και είναι ενδιαφέρουσα, καθώς καταγράφει (μάλλον σπάνιο αυτό) την κατάσταση των ινδιάνων στιον Καναδά στα μέσα της δεκαετίας του 70.
Οι οποίοι ινδιάνοι ζουν σε καταυλισμούς και, βάσει κυβερνητικού νόμου, τότε τουλάχιστον ήταν υποχρεωμένοι να ζουν σε ειδικά οικοτροφεία μέχρι τα 16 τους. Συχνά η κατάσταση εκεί μέσα είναι απάνθρωπη, ενώ οι συνθήκες ζωής έξω απ' αυτά κάθε άλλο παρά καλές. Η έφηβη Αϊλα, ατίθαση και με έντονο εικαστικό ταλέντο, επαναστατεί ενάντια στις συνθήκες αυτές και ενάντια στον σαδιστή ("χριστιανό") διευθυντή του οικοτροφείου και, με τη βοήθεια άλλων αυτόχθονων παιδιών ζητά εκδίκηση. Στο μεταξύ πολλά από τα παιδιά - και μεγάλοι φυσικά - βγάζουν τα προς το ζειν και πληρώνουν έναν ιδιότυπο φόρο για να μπορούν να ζουν έξω από το οικοτροφείο παρασκευαζοντας και πουλώντας ναρκωτικά, πράγμα που κάνει και η ηρωίδα. Όταν η μητέρα της αυτοκτονεί και ο πατέρας της βγαίνει από τη φυλακή, οι ισορροπίες θα ανατραπούν βίαια.
Βρήκα την ταινία αρκετά δυνατή - και συχνά βίαια. Οι εφιαλτικές συνθήκες ζωής των σύγχρονων ινδιάνων περιγράφονται γλαφυρά. Έρμαια ενός φριχτού ρατσισμού από τις αρχές - κάτι παραπάνω από καταπιεστικές - είναι απόλυτα λογικό να καταφύγουν στην παρανομία (και το αλκοόλ και τη μαστούρα, που αποτελούν τρόπο ζωής και διασκέδασης από σοκαριστικά μικρές ηλικίες). Το ξέσπασμα της βίας είναι, νομίζω, εδώ απόλυτα δικαιολογημένο. Από την άλλη το φιλμ αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση και ατμόσφαιρα, καθώς παίζει με το μεταφυσικό στοιχείο και την παγανιστική πίστη των ινδιάνων (η κοπέλα συναντά συχνά τη νεκρή μητέρα της, οι γιορτές ισορροπούν ανάμεσα σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε τρελό πάρτι και σε τελετουργία κλπ.)
Άλλωστε ο σκηνοθέτης  Jeff Barnaby είναι ο ίδιος ινδιάνος, μεγάλωσε σε καταυλισμό και γνωρίζει καλά τις συνθήκες ζωής εκεί. Όπως έχει δηλώσει η ταινία "αποτελεί φόρο τιμής στις αυτόχθονες γυναίκες του Καναδά, τις οποίες σέβεται για το θάρρος και την ψυχική τους δύναμη". Ενδιαφέρον ντεμπούτο (μεγάλου μήκους ντεμπούτου εννοώ), που φωτίζει άγνωστες πτυχές της (δύσκολης) ζωής και της κουλτούρας των καναδέζων ιθαγενών (όπως τους κατάντησε η λευκή εισβολή και ο μετάπειτα απάνθρωπος ρατσισμός). Ψάξτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα.