Τρίτη, Μαΐου 24, 2011

"C.H.U.D." ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ


Το “C.H.U.D.” είναι ένα b-movie τρόμου που γυρίστηκε το 1984 και είναι η μοναδική ταινία του μοντέρ κατά τα άλλα Douglas Cheek. Ως τέτοιο λοιπόν (ως b-movie εννοώ) φέρει όλα τα κλισέ και όλες τις ευκολίες του είδους.
Μια σειρά από παράξενους φόνους στη Νέα Υόρκη οδηγεί κατ’ ευθείαν στους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης όπου, όπως όλα δείχνουν, κατοικούν κάποια όχι και πολύ συνηθισμένα ανθρωποφάγα όντα. Στην ιστορία εμπλέκονται άστεγοι της πόλης που κατοικούν στους υπονόμους, ένας εθελοντής «χίπης» που τους φροντίζει, ένας φωτογράφος μόδας και η φίλη του και ο απαραίτητος αστυνομικός που ερευνά την υπόθεση. Φυσικά ένα μέρος της δράσης εκτυλίσσεται εκεί κάτω.
Εντάξει, μην περιμένετε πολλά. Απλώς πρόκειται για ένα συμπαθητικό δείγμα του είδους αυτού (αν είστε φαν), «τίμιο» μέσα στην αφέλειά του. Την σεναριακή αφέλεια εννοώ, αφού και διάφορα κενά υπάρχουν και ένα τέλος όπου, ενώ βλέπουμε την κατάληξη των ηρώων, δεν ξέρουμε τι ακριβώς γίνεται (ή θα γίνει) με τα τέρατα. Όσο για τα εφφέ, είναι αστεία με τα σημερινά δεδομένα (μάτια που φωσφορίζουν, καταπράσινο αίμα κλπ.), αλλά, θυμηθείτε, το 1984 δεν υπήρχαν ακόμα ψηφιακές δυνατότητες, οπότε το συγκεκριμένο θέμα δεν με χαλάει και πολύ. Ίσα – ίσα που προσθέτει κάτι στη γοητεία του «χειροποίητου» b-movie. Σασπένς και κάποιες τρομακτικές σκηνές υπάρχουν, αλλά και άλλες που έχουμε ξαναδεί.
Θα αναφέρω και την κάποια πολιτική διάσταση του μικρού αυτού φιλμ. Πολλά απ’ όσα συμβαίνουν οφείλονται στην κυβέρνηση και κάποιους χειρισμούς της, ενώ ο «κακός» της ταινίας είναι ένας υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος. Και, σαν background στο όλο φιλμ, υπάρχει μια έντονη οικολογική προβληματική. Όλα αυτά εγώ τουλάχιστον τα θεωρώ θετικά στοιχεία. Στα συν και η έστω επιφανειακή ματιά που ρίχνει σε κάποιους πραγματικά «καταραμένους» και παρίες, που ζουν ανάμεσά μας και βρίσκονται, δυστυχώς, σε κάθε μεγάλη πόλη του πλανήτη. Γενικά το όλο κλίμα του και οι χώροι (κυριολεκτικά και κοινωνικά) στους οποίους κινείται έχουν ενδιαφέρον.
Συνολικά βρίσκω την ταινία συμπαθητική – με όλη την πλάκα που μπορεί να κάνει κανείς – όπως επίσης και αρκετά καλό δείγμα b-movie τρόμου μιας συγκεκριμένης εποχής (των 80ς συγκεκριμένα). Δεν είναι κάτι σπουδαίο, μην το πάρετε πολύ στα σοβαρά, και θυμηθείτε απαραιτήτως: Απευθύνεται αποκλειστικά σε φανς του είδους. Θυμηθείτε επίσης ότι το φιλμ αυτό έχει γυριστεί πολύ πριν το κατά πολύ γνωστότερο "Mimic" του Ντελ Τόρο, που κι αυτό διαδραματίζεται κυρίως σε υπονόμους.
Αν, τέλος,΄καίγεστε να μάθετε τι διάολο σημαίνει επιτέλους αυτό το C.H.U.D., δεν έχετα παρά να δείτε την ταινία.

Κυριακή, Μαΐου 22, 2011

Ο ΝΟΝΟΣ ΩΣ ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Ήταν στα 1972 όταν ο Francis Ford Coppola γύριζε τον θρυλικό "Νονό" (The Godfather), κάνοντάς τον αυτόματα κλασικό. Δεν ήταν μόνο ο εξαιρετικός Μάρλον Μπράντο στο ρόλο ίσως της καριέρας του, που περιστοιχιζόταν από μια πλειάδα επίσης θαυμάσιων ηθοποιών με επικεφαλής τον Αλ Πατσίνο. Δεν ήταν η θαυμάσια σκηνοθεσία, η σημασία και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, το αμείωτο ενδιαφέρον που παρουσίαζε μια τρίωρη ταινία. Κυρίως μένουμε άφωνοι με την ενδελεχέστερη μελέτη που είχε γίνει ποτέ (πιθανότατα μέχρι σήμερα) στην τεράστια εγκληματική οργάνωση που λέγεται Μαφία.
Πολύ πέρα από καρικατούρες κακών μαφιόζων και γκάγκστερς, ο Κόπολα μας έδειχνε μια Μαφία με ανθρώπινο πρόσωπο, παρακολουθούσε τόσο τις "επαγγελματικές δραστηριότητες", όσο και τις προσωπικές ζωές και ανθρώπινες σχέσεις των μελών - ή μάλλον των επικεφαλής της, εμβάθυνε στους χαρακτήρες και τελικά έφτιαχνε ένα πολυδιάστατο φιλμ που δεν έχει χάσει καθόλου μέχρι σήμερα. Ανθρώπινο πρόσωπο; Δηλαδή παρουσιάζει ανθρώπινα τους μαφιόζους, εξωραϊζοντάς τους; Δεν νομίζω. Κάθε άλλο θα έλεγα. Ίσα - ίσα, το να βλέπεις ανθρώπους με "κανονικά" αισθήματα να ερωτεύονται, να παντρεύονται, να αγαπούν τα παιδιά τους και τις οικογένειές τους και ταυτόχρονα να είναι βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στο αίμα και την παρανομία, κάνει το πράγμα, νομίζω, πολύ πιο ανατριχιαστικό. Όπως η και συνεχής αντιπαράθεση οικογενειακών σκηνών και τελετών με σκηνές άγριας βίας. Πώς μπορεί να είναι έτσι άνθρωποι σαν εμάς, όντως καλοί οικογενειάρχες, θρήσκοι; Αν αυτό δεν είναι σοκ, τότε τι είναι;
Καλά, θα μου πείτε. Άξιζε όμως να δημιουργηθεί όλο αυτό το έπος (γιατί περί έπους προκειται) για κάποιους εγκληματίες με, έστω, ανθρώπινο πρόσωπο; Η πρώτη μεγάλη και εκπληκτική για μένα σκηνή του γάμου της κόρης του "νονού" δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το αν άξιζε: Με αριστοτεχνικό πραγματικά τρόπο, κινούμενος διαρκώς ανάμεσα στη χαρά και την αθωότητα του γλεντιού και των τελετουργικών του στοιχείων και των ποικίλων σκοτεινών υποθέσεων που διευθετεί ταυτόχρονα ο δον Κορλεόνε από το γραφείο του (παράλληλο μοντάζ που χρησιμοποιεί θαυμάσια και σε άλλα σημεία της ταινίας, όπως αυτό της βάπτισης και του ταυτόχρονου μπαράζ φόνων προς το τέλος), ο Κόπολα δείχνει δίχως δισταγμό το απίστευτο πραγματικά βάθος στο οποίο έχει διεισδύσει η οργάνωση σε κάθε πτυχή της αμερικάνικης (τουλάχιστον) κοινωνίας. Βλέπουμε να κινεί τα νήματα πολιτικής, δικαιοσύνης, ακόμα και της βιομηχανίας του θεάματος (Χόλιγουντ, μουσική κλπ.) Και, φυσικά, να συνεχίζει και τις καθαυτό μπίζνες. Τζόγος και πορνεία κυρίως και, σιγά - σιγά επέκταση και σε άλλους τομείς όπως τα ναρκωτικά, πράγμα που αποτελεί και βασικό θέμα της ταινίας. Οπότε δεν μιλάμε πλέον για ληστές ή απλώς απατεώνες. Μιλάμε για κάτι βαθύτατα ριζωμένο στο ίδιο το σύστημα της χώρας και γι' αυτό εξαιρετικά σημαντικό. Και, βέβαια, το ίδιο συμβαίνει και με τη γενέτειρα της οργάνωσης, τη νότια Ιταλία, όπου είναι γυρισμένο και ένα μέρος του φιλμ (τη βαθύτατη σχέση οργάνωσης - κοινωνίας εκεί μας έδειξαν πολύ πιο πρόσφατα τα συγκλονιστικά "Γόμμορα"). Οπότε, όχι, η Μαφία δεν είναι κάτι αμελητέο, δεν είναι μια ομάδα που οργανώνει ληστείες ή άλλης μορφής εγκλήματα, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και σημαντικότερο.
Άλλη παρατήρηση είναι η σύγκριση της λειτουργίας της οργάνωσης με τις δομές του ίδιου του καπιταλισμού. Τα πάντα, έρωτας, οικογένεια, συναίσθημα, προσωπική ευτυχία, περνάνε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις μπίζνες που πάντοτε έχουν το πάνω χέρι. Εδώ η επιχείρηση μπορεί να εξασκεί παράνομες δραστηριότητες και να χρησιμοποιεί κάθε άλλο παρά νόμιμες μεθόδους, αλλά οι δομές παραμένουν πανομοιότυπες. Διάβολε, πόσες φορές καθημερινά βάζουμε (ή αναγκαζόμαστε να βάλουμε) τη δουλειά πάνω από οτιδήποτε άλλο; Γιατί λοιπόν να μη θεωρηθεί η Μαφία μια μικρογραφία του όλου συστήματος;
Φυσικά μπορούμε να πούμε πάμπολλα άλλα πράγματα για την ταινία καθ' εαυτή. Τον ρυθμό της που δεν κουράζει παρά τη μεγάλη διάρκεια, την παράδοξη προσωπικότητα του Αλ Πατσίνο, που από το πουθενά αναλαμβάνει τα ηνία με μια πολύ πιο αυστηρή και στυγνή "μπίζνες" άποψη, κοντύτερα ίσως στη μοντέρνα εποχή, για την αξέχαστη μουσική, για την εικόνα, για χίλιες δυο άλλες αρετές που ανακαλύπτει κανείς ξαναβλέποντας το φιλμ. Αλλά το είπαμε νομίζω από την αρχή: Πρόκειται για κλασική ταινία κι αυτό τα λέει όλα. Και όπως πάντα, για να προλάβω το γεγονός ότι σήμερα είμαστε κορεσμένοι με το θέμα που έχει δειχτεί δεκάδες φορές έκτοτε, μη ξεχνάτε ποτέ ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά. Και, νομίζω, και η καλύτερη.

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2011

ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΕΣ ΚΑΙ ΚΛΟΟΥΝ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ


Το έργο του ισπανού Álex de la Iglesia χαρακτηρίζεται από την πληθωρικότητα και την υπερβολή. Άγριος, αγγίζει συχνά τα όρια του κιτς, αλλά και του σπλάτερ. Η εντυπωσιακή (αν μη τι άλλο) "Τελευταία Ακροβάτις της Μαδρίτης" (Balada Triste de Trompeta) του 2010 δεν αποτελεί εξαίρεση. Υπερφιλόδοξη και αλληγορική ταινία, κινείται ανάμεσα στο ιστορικό φιλμ και το σπλάτερ, το δράμα, το γκροτέσκο και την κωμωδία, το ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό στοιχείο.
Ξεκινώντας από τον ισπανικό εμφύλιο και φτάνοντας ως τις τελευταίες μέρες του δικτάτορα Φράνκο (μέσα δεκαετίας 70), παρακολουθεί δύο κλόουν, τον "θλιμένο" και τον "κωμικό" να συγκρούονται άγρια για την καρδιά μιας όμορφης ακροβάτισας. Μαζί τους δείχνονται και στοιχεία της ιστορίας της χώρας. Όσο όμως το φιλμ προχωρά, ξεφεύγει όλο και περισσότερο από κάθε αληθοφανές στοιχείο, γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστικό και παράλογο, βυθίζεται στην τρέλα - ηθελημένα βέβαια. Στο τέλος φτάνουμε και σε μια μεγάλη σκηνή - αναφορά στον Χίτσκοκ και τη "Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" για να μπει και το σινεφίλ στοιχείο και να ολοκληρωθεί το χάος.
Φυσικά η αλληγορία είναι ξεκάθαρη: Οι δύο μέχρι θανάτου αντίζηλοι που διεκδικούν την Ισπανία είναι οι αντίπαλοι του εμφύλιου: Οι δημοκρατικοί και οι φασίστες. Από την άλλη θα μπορούσαν να είναι και η σωματική, άμεση, βίαιη και η πνευματική, σκεπτόμενη και συνάμα δειλή πλευρά - η σάρκα και το πνεύμα με λίγα λόγια - που διεκδικούν τον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα της βίας, της μη συνεργασίας, της αέναα ανακυκλούμενης εκδικητικότητας και από τις δύο πλευρές, είναι βέβαια η αυτοκαταστροφή αμφοτέρων, αλλά και του αντικείμενου του πόθου. Η βία, βλέπετε, γεννά βία.
Σας είπα από την αρχή ότι πρόκειται για εντυπωσιακό, φαντασμαγορικό φιλμ και ο de la Iglesia σίγουρα διαθέτει σκηνοθετικές ικανότητες. Δεν διστάζει να είναι ωμός, ακόμα και κιτς, αφού έχει κάτι (την τρέλα ίσως) από μεγάλους συμπατριώτες του όπως ο Μπουνουέλ ή ο Αλμοδοβάρ. Απλώς, όλη αυτή η ορμή, η παράνοια, που πριν απ' όλα κυριαρχεί στους χαρακτήρες των ηρώων του, κάνει το όλο πράγμα κάπως "χύμα" και προσωπικά με κούρασε (ίσως και να με ενόχλησε) σε κάποια σημεία. Νομίζω ότι όλος αυτός ο πληθωρισμός ιδεών κάπου χάνει, γίνεται too much, οδηγεί στο χάσιμο του ελέγχου.
Ξέρω ότι πολλοί θα βρουν την ταινία δυνατή και - τρίτη φορά το λέω - εντυπωσιακή. Το καταλαβαίνω και είναι σεβαστό μπροστά σ' όλον αυτόν τον πλούτο εικόνων και συμφωνώ εν μέρει. Απλώς προσωπικά θεωρώ ότι ενώ έχει εξαιρετικές ιδέες, ο σκηνοθέτης αυτός, βουτηγμένος πάντα στην υπερβολή, κάπου "το χάνει".

Τετάρτη, Μαΐου 18, 2011

ΤΡΑΓΩΔΙΑ "ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ"


Ο Denis Villeneuve είναι από το Κεμπέκ του Καναδά και γι' αυτό γαλλόφωνος. Γαλλόφωνο λοιπόν είναι και το "Μέσα από τις Φλόγες" (Incendies) που γύρισε το 2010. Πρόκειται για μια δραματική, συγκλονιστική σε κάποια σημεία της, ταινία, που ήταν μάλιστα υποψήφια για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Δύο δίδυμα αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, από λιβανέζα χριστιανή μητέρα, που ζουν στον Καναδά, αρχίζουν μετά το θάνατο της μητέρας τους να αναζητούν τα ίχνη του άγνωστου πατέρα τους. Η αναζήτηση θα τα φέρει μοιραία στα μόνιμα ταραγμένα εδάφη της Μέσης Ανατολής (του Λίβανου μάλλον), όπου σοκαριστικές αποκαλύψεις τα περιμένουν...
Σπάνια σύγχρονη ταινία μοιάζει τόσο πολύ με αρχαία ελληνική τραγωδία (και μάλιστα με συγκεκριμένη τραγωδία, που δεν θα σας αποκαλύψω). Το φιλμ μοιράζεται παράλληλα και ισότιμα ανάμεσα στη σύγχρονης εποχής αναζήτηση των παιδιών και στα προ τριακονταετίας περίπου φλας μπακ, μέσα από τα οπία καταγράφεται η ιστορία της μητέρας. Και, όπως είναι φυσικό, οι προσωπικές ιστορίες μπλέκονται αξεδιάλυτα με την εφιαλτική ιστορία μιας από τις πιο βασανισμένες περιοχές του πλανήτη. Εδώ βρίσκεται και το στοιχείο που μου άρεσε περισότερο: Σ' αυτό το μπλέξιμο προσωπικού και ιστορικού στοιχείου. Σα να σου λέει ο σκηνοθέτης ότι η προσωπική ιστορία του καθενός μας συναρτάται απόλυτα με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής ή/και της συγκεκριμένης περιοχής του. Ουδείς μπορεί να ζήσει απομονωμένος, ανεπηρέαστος από το κοινωνικό γίγνεσθαι, ακόμα και αν δεν έχει την παραμικρή υποψία της σφραγίδας αυτού του γίγνεσθαι στη ζωή του, όπως συμβαίνει με τα δύο παιδιά της ιστορίας μας. Και βέβαια η καταδίκη του πολέμου και της βίας, που επιτυγχάνεται φανερώνοντας τις τραγικές και μακροχρόνιές της επιπτώσεις, είναι πανταχού παρούσα. Θύτες και θύματα, ήρωες και καθάρματα, αναδύονται από αυτή την κόλαση με εξ ίσου κατεστραμένες ζωές.
Καλογυρισμένο, με σασπένς και συνεχείς, όλο και πιο οδυνηρές, αποκαλύψεις έως τη συγκλονιστική κατάληξη, το φιλμ με κράτησε απόλυτα, συχνά με συγκίνησε και φανέρωσε τη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη στο πάντρεμα ιστορικού και προσωπικού στοιχείου. Εκ των υστέρων πάντως είχα κάποιες αντιρρήσεις. Αυτές αφορούν κυρίως στο κάπως μελό στοιχείο και, κυρίως, στην τραβηγμένη ιστορία που βασίζεται σε μια τραγική σύμπτωση. Ε, ένα σοβαρό σενάριο που στηρίζεται σε σύμπτωση, κάπου χάνει νομίζω. Είναι, πώς να το πω, κάπως εύκολη λύση. Αν εξαιρέσει όμως κανείς αυτό το στοιχείο, πρόκειται σίγουρα, αν μη τι άλλο, για μια εξαιρετικά δυνατή ταινία.

Κυριακή, Μαΐου 15, 2011

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΠΟΙΗΣΗ


Για τον Andrey Tarkovsky (1932-1986) τι να πούμε; Ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος ποιητής του σινεμά; Ότι είναι δύσκολος, στατικός, αλλά ταυτόχρονα υπνωτιστικός, με πανέμορφες εικόνες, ενώ διέθετε σε ύψιστο βαθμό πνευματικότητα; Ότι το σινεμά του είναι δύσκολο, τόσο όμορφο όμως που κυριολεκτικά παραλύει τον θεατή που θα αφεθεί σ' αυτό; Αυτά και άλλα πολλά.
Η "Νοσταλγία" γυρίζεται στην Ιταλία το 1983 (του ήταν πια σχεδόν αδύνατο να γυρίζει ταινίες στην πατρίδα του) και είναι η προτελευταία ταινία του. Και ακριβώς αυτό το συναίσθημα, η νοσταλγία, τη διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη. Προφανώς και ο ίδιος ο δημιουργός της, αυτοεξόριστος, νοσταλγεί τη Ρωσία και το βγάζει κάθε στιγμή στην οθόνη. Ένας ρώσος ποιητής ταξιδεύει στην Ιταλία με την όμορφη διερμηνέα του. Διαφορετικοί χαρακτήρες οι δυο τους. Αυτός ασκητικός, στραμένος αποκλειστικά σχεδόν στα πνευματικά και περιφρονώντας τα εγκόσμια, εκείνη πιο προσγειωμένη, ερωτική, μπερδεμένη πνευματικά. Κάποια στιγμή θα συναντήσουν έναν τρελό (;) που προσπαθεί να εκπληρώσει ένα τάμα. Ο ποιητής θα αναλάβει ο ίδιος αυτό το χρέος.
Εκτός από τη νοσταλγία, ο χριστιανισμός του Ταρκόφσκι βρίσκεται εδώ στο υψηλότερο ίσως σημείο του. Ταυτιζόμενος με τον ποιητή (αλλά και συμφωνώντας με τον τρελό), μοιάζει να περιφρονεί απόλυτα κάθε γήινη ευχαρίστηση, ακόμα και τον έρωτα. Γι' αυτόν τα της ψυχής έχουν απείρως μεγαλύτερη σημασία. Το στοιχείο του νερού, εμμονή του Ταρκόφσκι, είναι και εδώ κυρίαρχο - όπως και στο "Στάλκερ". Το κατόρθωμα του μεγάλου δημιουργού είναι ότι μέσα από ένα μινιμαλιστικό σενάριο και δράση, μέσα από τους αργούς, υπνωτιστικούς ρυθμούς, μέσα από τις πανέμορφες πραγματικά εικόνες (η τελευταία αινιγματική σκηνή είναι αληθινά μια από τις ομορφότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου), καταφέρνει να περνά τέλεια αυτή την πνευματικότητα, τα πιστεύω του. Σπάνια μορφή και περιεχόμενο βρίσκονται σε τέτεοια θαυμαστή αρμονία. Και σπάνια η ποίηση έίναι τόσο, μα τόσο κυρίαρχη.
Ο Ταρκόφσκι είναι βέβαια αυτός που είναι και η "Νοσταλγία" του ένα ποιητικό αριστούργημα. Λίγοι μπορούν να απολαύσουν τις ταινίες του, ακριβώς λόγω των αργών ρυθμών και της μινιμαλιστικής δράσης. Το καταλαβαίνω. Σεβαστό. Προσωπικά με γοητεύει όσο λίγοι άλλοι σκηνοθέτες. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως να επισημάνω και να σχολιάσω είναι ένα άλλο στοιχείο, που αφορά όλες τις μορφές τέχνης: Αφήνομαι στη μαγεία του Ταρκόφσκι και τον θεωρώ μεγάλο, ενώ ταυτόχρονα δεν συμφωνώ καθόλου σχεδόν με τις ιδέες του. Η πνευματικότητά του είναι συγκινητική, γοητευτική και απόλυτα ειλικρινής, αλλά... Δεν είμαι ιδιαίτερα χριστιανός και ο πανταχού παρόν χριστιανισμός του με αφήνει αδιάφορο. Δεν θεωρώ τον ασκητισμό ιδανικό τρόπο ζωής και δεν θαυμάζω τους μοναχούς κάθε είδους (τους σέβομαι απόλυτα για τις επιλογές τους, αλλά προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν). Με ενοχλεί η θέση του για τις γυναίκες (λίγο-πολύ θεωρεί ότι ο μοναδικός προορισμός τους είναι η δημιουργία και φροντίδα οικογένειας). Και πολλά άλλα. Εδώ ακριβώς όμως βρίσκεται νομίζω το μεγαλείο της τέχνης. Γιατί, ανεξάρτητα από τις αδιάφορες για μένα θέσεις του, εξακολουθώ να τον θαυμάζω και να τον θεωρώ μέγιστο. Κι αυτό (μου) συμβαίνει συχνά όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και με άλλους δημιουργούς σε άλλες τέχνες. Θεωρώ το φαινόμενο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον, αφού δείχνει πόσο ανεξάρτητη είναι συχνά η τέχνη από την ιδεολογία από την οποία εμφορείται. Φυσικά θα προτιμούσα να συμφωνώ και με τις ιδέες ενός καλλιτέχνη που θαυμάζω. Τότε θα ήμουν ακόμα πιο ευτυχής. Παρ΄ όλα αυτά, όπως είπα, δεν μου είναι απαραίτητο. Ίσως γι' αυτό να μιλάμε συχνά για τη "μαγεία" της τέχνης. Γιατί στις μεγάλες στιγμές της μπορεί να καταφέρει αυτό ακριβώς το μαγικό: Να θαυμάζεις κάποιον, ενώ διαφωνείς μαζί του.

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2011

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΜΗ Μ' ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΟΤΕ"



Το "Μη μ' αφήσεις ποτέ" (Never let me go, 2010) του Mark Romanek βασίζεται σε βιβλίο του ιαπωνικής καταγωγής βρετανού Καζούο Ισιγκούρα και είναι μια συγκινητική και απόλυτα μελαγχολική ταινία επιστημονιής φαντασίας. Όχι, μη νομίζετε ότι έχει εξωγήινους και διαστημόπλοια, καμία σχέση. Αλλά επιστημονική φαντασία μπορεί να είναι και μια ιστορία εναλλακτικού παρελθόντος, όπως αυτή εδώ.
Το μελαγχολικό στοιχείο διαπερνά απ' ακρη σ' άκρη το φιλμ. Τρία παιδιά, δυο κορίτσια και ένα αγόρι, μεγαλώνουν εσώκλειστα σε ένα σχολείο κάπου στην εξοχή. Κάποια στιγμή, στις αρχές της εφηβείας τους, θα μάθουν την φοβερή αλήθεια: Το γιατί ακριβώς βρίσκονται εκεί και ποιος είναι ο αληθινός προορισμός τους. Τι γίνεται τότε; Τίποτα. Απλώς μαθαίνουν να ζουν μ' αυτό. Να ζουν σ' έναν κόσμο με ελάχιστο μέλλον.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως δραματικές εξάρσεις (σίγουρα από σκηνοθετική άποψη). Δομείται σαν ερωτική ιστορία, σαν ένα ερωτικό τρίγωνο δηλαδή, όπου το ένα από τα τρία σκέλη είναι καταδικασμένο να ζήσει στη μοναξιά. Όμως πίσω από την ερωτική ιστορία διαγράφεται σκοτεινό το φοβερό φόντο που λέγαμε. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι οι ήρωες δεν εξεγείρονται όταν μαθαίνουν την αλήθεια. Όπως είπαμε, απλώς μαθαίνουν να ζουν μ' αυτή. Η στωικότητα αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως ανημποριά, αδυναμία να πράξουν οτιδήποτε (μάλλον δεν θα μπορούσαν έτσι κι αλλιώς) ή ως φιλοσοφική άποψη (καλβινική; βουδιστική; δεν ξέρω), που ζητά από τους ανθρώπους να παίρνουν τη ζωή όπως είναι, αγόγγυστα. Από τη άλλη όμως μπορεί να ερμηνευτεί και σαν ένα είδος αλληγορίας της πραγματικής ζωής, όπου ουσιαστικά συμβαίνει ό,τι ακριβώς στην ταινία, σε άλλη κλίμακα όμως: Ενώ όλοι ξέρουμε πολύ καλά ότι η ζωή μας είναι πεπερασμένη, θα έχει σίγουρα ένα τέλος, ωστόσο συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να αγωνιούμε, να ερωτευόμαστε και να απογοητευόμαστε, λες και όλα αυτά θα κρατήσουν για πάντα. Δεν ξέρω τι απ' όλα θέλει να μας πει το φιλμ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ή επινοείτε άλλες, διαφορετικές ερμηνείες.
Πέραν αυτών όμως προσωπικά τη βρήκα καλή ταινία και σε πολλά σημεία κατάφερε να με συγκινήσει πραγματικά. Αυτή η τρυφερότητα και η συγκίνηση είναι άλλωστε που κυριαρχούν παρά το εφιαλτικό θέμα (ενώ, ας πούμε, σε μια εξ ίσου απελπισμένη πρόσφατη ταινία όπως "Ο Δρόμος" κυριαρχεί αυτή ακριβώς η ζοφερότητα και το απόλυτο αδιέξοδο, δίχως ίχνος διαφυγής). Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι παρά την δεδομένη του ζοφερότητα και παρά το ότι απ' την αρχή είναι σαφές ότι δεν υπάρχει σωτηρία, μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει ακόμα και αισιόδοξη. Αν τη δει δηλαδή κάτω από μια άλλη σκοπιά (όπως καταλάβατε μπορεί να ειδωθεί από πολλές και εντελώς διαφορετικές γωνίες): Αυτή που λέει "απόλαυσε όσο μπορείς ακόμα και τα ελάχιστα που έχεις. Ακόμα και γι' αυτά τα ελάχιστα ή ακόμα κι αν η ίδια είναι ελάχιστη, η ζωή αξίζει".

Τρίτη, Μαΐου 10, 2011

"ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ



Ο Johnnie To είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σινεμά του Χονγκ Κονγκ και, όπως έμαθα από φίλους, αφού αυτή εδώ είναι η πρώτη του ταινία που βλέπω, "εγγύηση" για κάτι καλό. Το "Running Out of Time" (Am Zin για τους κινεζομαθείς) γυρίστηκε το 1999 και επιβεβαίωσε την φήμη αυτή.
Πρόκειται για τυπικό αστυνομικό φιλμ, με μπάτσους και ληστές, με κυνηγητά, με τέλεια οργανωμένες ληστείες και όλα τα στάνταρς του είδους, πλην όμως για μένα αποτέλεσε ένα από τα πολύ καλά δείγματά του, που σίγουρα θα ζήλευαν πάμπολλοι αμερικάνοι δημιουργοί που ειδικεύονται σ' αυτό.
Η ταινία παρακολουθεί το παιχνίδι γάτας και ποντικού (μόνο που δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι γάτα και ποιος ποντίκι) ενός ιδιόρυθμου και πανέξυπνου μπάτσου και ενός ιδιοφυούς ληστή. Μόνο που το παιχνίδι αυτό έχει ιδιαιτερότητες: Ο ληστής έχει μπροστά του μόνο λίγες μέρες ζωής, καθώς πάσχει από καρκίνο. Γιατί λοιπόν καταστρώνει όλα αυτά τα ιδιοφυή σχέδια και γιατί μοιάζει να αποζητά να αναλάβει την υπόθεση ο συγκεκριμένος μπάτσος και όχι οποιοσδήποτε άλλος;
Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η όλη ιστορία δεν είναι παρά ένα διανοητικό παιχνίδι και για τους δύο, ένα είδος παρτίδας σκακιού, κάτι που, πέρα από ρόλους καλού και κακού, πέρα από καθήκον και παραβατικότητα, πέρα από εφαρμογή ή παραβίαση του νόμου, πολύ απλά απολαμβάνουν και οι δύο. Και αυτό το παιχνίδι είναι η ουσία. Κι ας βρίσκονται σχεδόν κάθε στιγμή και οι δύο στα όρια του θανάτου. Μπορούμε να το δούμε όμως και σαν έναν ύμνο στην αντρική φιλία. Διότι, παρά το ότι προφανώς ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα, μια υπόγεια φιλία δένει τους δύο "εχθρούς", μια φιλία που πηγάζει από έναν ανομολόγητο αμοιβαίο θαυμασμό.
Στο μεταξύ, εγώ παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα μια ταινία βίαιη και τρυφερή ταυτόχρονα, δίχως κοιλιές, με διαρκείς ανατροπές, με σασπένς, με το χιούμορ και την συγκίνηση να εναλλάσσονται, με "κατάμαυρα" σημεία και, βέβαια, με κάποιες σεναριακές "ταρζανιές" (εκεί που λες "ε, αυτό μάλλον δεν γίνεται"). Αλλά αυτό το τελευταίο λίγο με πείραξε, αφού βρήκα το όλο πράγμα απολαυστικότατο.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2011

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΙΝΑ ΜΠΑΟΥΣ


Τελικά φαίνεται ότι ο απόλυτα παρακμασμένος εδώ και δεκαετίες Wim Wenders εξακολουθεί να κάνει καλό σινεμά μόνο όταν γυρίζει ντοκιμαντέρ. Θυμόμαστε βέβαια το "Buena Vista...". Να λοιπόν τώρα που καταπιάνεται με τη συμπατριώτισα και φίλη του (όπως διάβασα) όσο ζούσε Pina Bausch.
Η Πίνα Μπάους (1940-2009) είναι φυσικά μια από τις κορυφαίες χορογράφους του μοντέρνου χορού. Για όσους δεν την ξέρετε, δημιούργησε ένα είδος χοροθεάτρου, που πολύ μακριά βρίσκεται από την τυπική εικόνα της μπαλαρίνας και του χορευτή στο κλασικό μπαλέτο. Οι χορευτές της φοράνε σύγχρονα ρούχα, χρησιμοποιούν καθημερινά, σύγχρονα χρηστικά αντικείμενα, πολλές φορές δεν χορεύουν ακριβώς αλλά κινούνται στο χώρο, άλλες φορές πάλι το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του ακροβατικού... αλλά η υψηλή ποίηση είναι πάντοτε παρούσα, ενώ σχεδόν πάντοτε τα έργα της μιλάν για τον ανθρώπινο πόνο, τη μοναξιά, την σκοτεινή πλευρά της ζωής.
Στο ντοκιμαντέρ Pina (2011) μην περιμένετε να δείτε ένα βιογραφικό της μεγάλης χορογράφου, ούτε την ίδια να μιλά για το έργο της (ελάχιστα μόνο). Η ταινία άλλωστε γυρίστηκε κυρίως μετά τον ξαφνικό της θάνατο, παρά το ότι είχε προγραμματιστεί λίγα χρόνια πριν. Εδώ λοιπόν τον λόγο έχει ο καθαρός χορός. Οι χορευτές της ξαναχορεύουν αποσπάσματα από 4 από τα γνωστότερα έργα της (ανάμεσά τους και το πιο γνωστό ίσως Cafe Miller), αλλά χορεύουν και στους δρόμους ή στην εξοχή της πόλης τους, του Βούπερταλ. Ανάμεσα στα επί σκηνής ή υπαίθρια κομμάτια, ένας - ένας απ' αυτούς μιλά σύντομα για κάτι που τον/την συγκλόνισε ή άλλαξε ή θυμάται έντονα από τη συνεργασία του/της μαζί της, αποδεικνύοντας έμμεσα και με λιτό και καθόλου κουραστικό τρόπο πόσο μεγάλη δασκάλα ήταν, αλλά και τον τρόπο που δούλευαν σαν όλοι μαζί ομάδα, το πόσο δεμένοι ήταν, το πώς ένοιωθαν την ομάδα σαν οικογένεια.
Το 3D που επιλέγει ο Wenders αποδίδει κατά τη γνώμη μου, καθώς σε βάζει μέσα στη σκηνή, στο χορό, στις συχνά εκπληκτικές κινήσεις των μελών της ομάδας. Να σημειώσω εδώ και τις θαυμάσιες μουσικές που ντύνουν το χορό, με την εκπληκτική ποικιλία που τις διακρίνει. Κινούνται σε μια ευρύτατη γκάμα, από κλασική μέχρι Gaetano Veloso και παλιά τραγούδια των 30ς ή 40ς.
Γενικά λοιπόν αν δεν σας ενδιαφέρει ο χορός δεν σας ενδιαφέρει και το τόσο εξειδικευμένο αυτό φιλμ. Αλλά ούτε αν πάτε για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, για να μάθετε για την Pina Bausch, σας ενδιαφέρει ακριβώς. Η πρότασή μου; Ξεχάστε ότι πήγατε σινεμά. Αφεθείτε στη μαγεία των σωμάτων, των κινήσεων, των μουσικών, σα να παρακολουθείτε αποσπάσματα από χορευτικές παραστάσεις. Συγκινηθείτε, νοιώστε το, απολαύστε το. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε αλλιώς, μέσω του σινεμά μυηθείτε σε μια άλλη, διαφορετική τέχνη.

Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011

Ο ΜΥΛΟΣ, Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΠΡΙΓΚΕΛ


Μερικές ταινίες πριν, είχα θεωρήσει το "Exam" ως παράδειγμα ταινίας όπου πάνω από το 80% της αποτελεσματικότητάς της οφείλεται στο σενάριο και ελάχιστα στην εικόνα ή τη σκηνοθεσία. Η τύχη το έφερε να δω σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα την ακριβώς αντίθετη περίπτωση: "Ο Μύλος και ο Σταυρός" (The Mill and the Cross, 2011) του πολωνού Lech Majewski ρίχνει όλο το βάρος στην εικόνα, ενώ η όποια αφήγηση περνά εμφανώς σε δεύτερη μοίρα.
Ο Pieter Bruegel (1525-1569) είναι βέβαια ο μεγάλος φλαμανδός ζωγράφος, γνωστός τόσο για τις καθημερινές σκηνές που ζωγράφισε, όσο και για τις "μεταφυσικές" (π.χ. "Ο Θρίαμβος του Θανάτου", εμπνευσμένος από την επιδημία πανούκλας και τα άλλα δεινά της εποχής). Και στις δύο περιπτώσεις τα έργα του είναι πάντοτε σχεδον πολυπρόσωπα, τόσο που μερικές φορές χρειάζεται κανείς μεγενθυτικό φακό για να δει όλες τις λεπτομέρειες. Ο Majewski (καθόλου τυχαίο ότι έχει αποφοιτήσει από σχολή Καλών Τεχνών) εμπνέεται από τον πίνακα του Μπρίγκελ "Ο Χριστός φέρων τον Σταυρό" ή "Ο δρόμος για τον Γολγοθά" και κάνει μια παράξενη ταινία όπου η πραγματικότητα της εποχής, ο ίδιος ο Μπρίγκελ και η ιστορία του Χριστού γίνονται ένα με τη δημιουργία και τελικά τον ίδιο τον πίνακα. Ο Μπρίγκελ που συζητά με έναν φίλο του συλλέκτη για τον τρόπο που δουλεύει, ο γνωστή ιστορία της στάυρωσης του Χριστου και διάφορες αποσπασματικές ιστορίες της Φλάνδρας της εποχής μπερδεύονται σε ένα τελικά εντυπωσιακό εικαστικό αποτέλεσμα. Το πολιτικό φόντο της εποχής δεν μένει έξω από τον καμβά: Η Φλάνδρα ήταν τότε υπό την κατοχή των Ισπανών, οι οποίοι, ως φανατικοί καθολικοί, βασάνιζαν και εκτελούσαν τους "αιρετικούς" (βλέπε προτεστάντες) με την αγριότητα που πάντα χαρακτηρίζει τους θρησκευτικούς πολέμους (από τις μεγαλύτερες ηλιθιότητες της ανθρώπινης ιστορίας κατά τη γνώμη μου). Έτσι ο ζωγράφος βίωνε τη φρίκη και την καταπίεση, οι οποίες μπλέκονταν αναπόφευκτα με τις καθημερινές σκηνές (γιορτές, φαγοπότια, παιδικά παιχνίδια κλπ.) Όλα αυτά συνυπάρχουν στο έργο του.
Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο Majewski κάνει αυτό το "συνοθύλευμα" από καταστάσεις ακολουθώντας ακριβώς τον τρόπο του ζωγράφου: Μπορεί το θέμα του πίνακα να είναι ο Γολγοθάς, το πλήθος όμως είναι ντυμένο με σύγχρονα ρούχα (του 1500 εννοώ) και γύρω συμβαίνουν πλήθος καθημερινών σκηνών. Όπως λέει χαρακτηριστικά σε μια σκηνή ο καλλιτέχνης, αυτό που θέλει να δείξει στον πίνακά του είναι ότι ενώ δίπλα μας συμβαίνουν κοσμοϊστορικά, συγκλονιστικά γεγονότα, οι άνθρωποι συχνά δεν τα αντιλαμβάνονται και εξακολουθούν να ζουν τις κανονικές, ευχάριστες ή δυσάρεστες, ζωές τους, ασχολούμενοι με τα προσωπικά τους προβλήματα. Αυτό ακριβώς κάνει στο έργο: Η σκηνή με το Χριστό είναι κάπου χαμένη στο πλήθος, καθόλου κεντρική, ενώ δεκάδες άλλα πρόσωπα γύρω ασχολούνται με καθημερινές ενασχολήσεις. Οπότε, λαμβάνοντας αυτό υπ' όψη, κατανοούμε γιατί ο Majewski μπερδεύει κι αυτός τόσα πράγματα στη ταινία του, ακολουθώντας την ίδια τεχνική.
Είπα όμως από την αρχή ότι το βάρος του φιλμ πέφτει στο εικαστικό μέρος. Ο σκηνοθέτης έχει καταφέρει να αναπλάσει μια τέλεια μπριγκελική ατμόσφαιρα. Αν μάλιστα ξέρετε κι άλλους πίνακες του ζωγράφου, θα δείτε ότι σχεδόν κάθε σκηνή είναι και ένας Μπρίγκελ. Οδηγώντας μάλιστα στα άκρα τη λογική του και χρησιμοποιώντας ψηφιακές τεχνικές, χρησιμοποιεί σαν φόντο σε κάθε εξωτερική σκηνή (ακόμα κι αυτές που φαίνονται λιγάκι έξω από παράθυρα) όχι κινηματογραφημένα τοπία ή σκηνικά, αλλά αυτούσια τα φόντα και τα τοπία από πίνακες του Μπρίγκελ. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό και εικαστικότατο.
Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για το εικαστικό μέρος του σινεμά, η ταινία είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετική. Αν πάτε να παρακολουθήσετε όμως μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, μάλλον ατυχήσατε. Χωρίς αυτή η έλλειψη - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - να είναι αρνητική. Κάθε άλλο.
ΥΓ: Το φιλμ μπορεί να είναι αρκετά "πειραματικό", το πολυεθνικό καστ όμως είναι εντυπωσιακό: Ρούντγκερ Χάουερ ως Μπρίγκελ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Μάικλ Γιορκ!

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

ΑΣΤΕΙΟ, ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"


Ο παραγωγικότατος Michael Winterbottom παραμένει πιστός στο concept του: Την απόλυτη απουσία concept. Πρόκειται για έναν από τους σύγχρονους δημιουργούς των οποίων οι ταινίες δεν έχουν καμία σχεδόν σχέση μεταξύ τους. "Το Ταξίδι" (The Trip, 2010) είναι ένα είδος κωμωδίας (σκεφτείτε ότι η προηγούμενή του ήταν ο βιαιότατος "Δολοφόνος Μέσα μου"). Σαν γενικό κλίμα και χιούμορ αυτό το "Ταξίδι" θυμίζει το "Τρίσταμ Σάντι" (A cock and bull story), που ο W. είχε γυρίσει μερικά χρόνια πριν. Πρωταγωνιστεί άλλωστε και το ίδιο δίδυμο, οι Στιβ Κούγκαν και Ρομπ Μπράντον. Αρχικά γυρίστηκε σαν σίριαλ του BBC σε 6 επεισόδια και στη συνέχεια συμπτύχθηκε για να γίνει ταινία.
Στην ταινία λοιπόν, ένα μεγάλο περιοδικό προτείνει σε έναν ηθοποιό να κάνει ένα ταξίδι στη Βόρεια Αγγλία, με σκοπό να γράψει τις τις γευστικές του εμπειρίες για 6 εστιατόρια. Επειδή όμως βαριέται να το κάνει μόνος, καλεί και έναν φίλο του κωμικό για παρέα.
Ουσιαστικά το φιλμ κινείται κάπως αυτοσχεδιαστικά (υποθέτω), με μίνιμαλ σενάριο και δίχως ιδιαίτερη πλοκή. Οι δυο τους ταξιδεύουν από πόλη σε πόλη (ή χωριό), τρώνε, συζητάν ατελείωτα, κάνουν πλήθος μιμήσεων γνωστών ηθοποιών (συχνά πολύ αστείων), ανταλλάσουν σινεφίλ ατάκες, βλέπουν σινεφίλ όνειρα, ενίοτε ο ένας πηδά και καμιά κοπέλα (ο άλλος είναι καλός και πιστός οικογενειάρχης)... Αυτό που αποκαλύπτεται είναι η μεταξύ τους σχέση αγάπης - μίσους. Άλλωστε οι δυο τους είναι και εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, που αποκαλύπτονται κι αυτοί βαθμιαία, μαζί με τα κοινωνικά και οικογενειακά τους background: Ο ένας είναι ματαιόδοξος, λίγο καβαλημένος, αγχώδης, αγωνιά για το καλλιτεχνικό του μέλλον και θέλει να γίνει διάσημος. Ο άλλος πιο προσγειωμένος, συμφιλιωμένος με τη ζωή και την οικογένειά του, πετά συνεχώς κωμικές ατάκες και κάνει ατέλειωτες μιμήσεις, λες και δεν μπορεί να μιλήσει διαφορετικά. Στην τελευταία σκηνή, ίσως ο θεατής συγκινηθεί και κάπως, αφού ο καθένας δείχνεται πια ξεχωριστά, στο προσωπικό του περιβάλλον. Στο μεταξύ μάλλον θα του έχει ανοίξει η όρεξη με τα διάφορα - συχνά ασυνήθιστα και γκουρμέ - που δοκιμάζουν οι ήρωές μας.
Πολλές από τις ατάκες, τις συνομιλίες, τις καταστάσεις και τις μιμήσεις έχουν αρκετή πλάκα και το όλο φιλμ κυλά σ' ένα χαλαρωτικό και ευχάριστο κλίμα. Συχνά βέβαια δεν έπιανα όσα σχολίαζαν την εκπομπή του Μπράντον (αφού δεν την ξέρω), κάπου βρήκα ότι υπάρχουν πολλές μιμήσεις και αρκετό μπλα μπλα, συνολικά όμως διασκέδασα και βγήκα με ευχάριστη διάθεση. Μέχρις εκεί όμως. Δεν θα το χαρακτήριζα κάτι παραπάνω, αν και είδα αρκετές πολύ εγκωμιαστικές κριτικές. Για μένα η λέξη που θα το χαρακτήριζε είναι "χαριτωμένο". Με την καλή έννοια.

Τρίτη, Μαΐου 03, 2011

ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ "ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΥΟ"


"Ο Άνθρωπος που γύρισε από το Κρύο" ("Iceman Cometh" στα αγγλικά, "Ji dong ji xia" στα κινέζικα, επειδή ξέρω ότι σας ενδιαφέρει πολύ αυτή η πληροφορία) του 1989 είναι μια ακόμα ταινία εκ Χονγκ Κονγκ, αυτή τη φορά του παραγωγικότατου Clarence Fok. Και, για να το θέσω κάπως κομψά, δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις καλύτερες της χώρας αυτής με την τόσο εύρωστη κινηματογραφία.
Δύο φρουροί κάποιου μεσαιωνικού κινέζου αυτοκράτορα, άσσοι φυσικά αμφότεροι στις πολεμικές τέχνες, βρίσκονται σε θανάσιμη διαμάχη, αφού ο ένας είναι «καλός» και πιστός στον αυτοκράτορα και ο άλλος «κακός» και, για να ακριβολογούμε, σαδιστής και προδότης. Πάνω στην τελική τους μονομαχία, θάβονται στο χιόνι και ξυπνάνε… κάτι αιώνες μετά στο σύγχρονο Χονγκ Κονγκ, όπου είχαν μεταφερθεί οι σοροί τους. Αντιλαμβάνεστε τι γίνεται στη συνέχεια. Η διαμάχη συνεχίζεται με σύγχρονους πλέον όρους και, ενίοτε, και με σύγχρονα όπλα - χωρίς ωστόσο να ξεχνάμε τα πατροπαράδοτα σπαθιά - και όλα γίνονται μπάχαλο. Υπάρχει και ένας μαγικός «τροχός» που σε μεταφέρει στο χρόνο… και άλλα πολλά.
Αν είστε φίλοι του απωανατολίτικου ξύλου ή των αντίστοιχων σπαθοκαταστάσεων, ίσως διασκεδάσετε. Εγώ πάντως έβλεπα κάθε λίγο το ρολόι μου και ευχόμουν να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα όλο ατό το μπάχαλο. Που, βέβαια, συνοδευόταν από όλα τα χαρακτηριστικά που απεχθάνομαι στις ταινίες του είδους αυτού: Ηθοποιούς που ουρλιάζουν αντί να μιλάνε (ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Υπάρχει βέβαια συχνά και στον Κουροσάβα, αλλά προφανώς καμία σχέση) και εντελώς χοντροκομμένο χιούμορ (για τα δικά μου γούστα τουλάχιστον), που έχει να κάνει κυρίως με την έκπληξη του «καλού» που βρίσκεται ξαφνικά στον σύγχρονο κόσμο και όλα του φαίνονται παράδοξα και ακατανόητα. Αφήστε που βρήκα και κιτς τα σπέσιαλ εφέ, με πολύχρωμα φωτάκια και ακτίνες να βγαίνουν από την αρχαία «χρονομηχανή».
Τώρα βέβαια κάποιες μεμονωμένες σκηνές ίσως να είναι καλές ή, τέλος πάντων, εντυπωσιακές. Α, ναι, παίζει και η πολύ όμορφη και γνωστή Μάγγι Τσέουνγκ. Εγώ πάντως, όπως σας είπα, έπληξα. Ευτυχώς δεν συμβαίνουν μόνο τέτοια στο εκ Χονγκ Κονγκ σινεμά, δυστυχώς όμως τα «τέτοια» καταλαμβάνουν, φοβάμαι, μάλλον μεγάλο μέρος του.
ΥΓ: Top σκηνή όταν ο κακός ανοίγει τα χέρια και ουρλιάζει σ' ένα ερημικό χιονισμένο τοπίο: "Ναι, μ' αρέσει να βιάζω και μετά να σκοτώνω γυναίκες"! Τόσο καλά...

Κυριακή, Μαΐου 01, 2011

Η "ΜΑΥΡΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ" ΚΑΙ Ο ΑΒΑΣΤΑΧΤΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


Η "Μαύρη Αφροδίτη" (Venus Noir) του 2010, που (δυστυχώς) βασίζεται σε αληθινή ιστορία, είναι φυσικό να φέρνει στο μυαλό τον "Άνθρωπο Ελέφαντα" του Lynch, που εξετάζει μια παρόμοια περίπτωση. Στην ταινία του Abdellatif Kechiche όμως (που είχε κάνει και το πολύ ενδιαφέρον "Κους κους με φρέσκο ψάρι") τα πράγματα είναι αρκετά πιο πολύπλοκα.
Στο Λονδίνο του 1810 και, αργότερα, στο Παρίσι, η Σάρκι Μπάρτμαν, μαύρη από τη Νότια Αφρική, που ανήκει στη φυλή των Οτεντότων, επιδεικνύει σε ένα αχόρταγο λευκό κοινό τις φυλετικές της ιδιομορφίες σε ένα απόλυτα ταπεινωτικό θέαμα, που είναι ταυτόχρονα "εξωτικό" και ερεθιστικό, ώσπου αρχίζει γι' αυτήν η παρακμή.
Ενώ όμως ο "Άνθρωπος Ελέφαντας" προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι είναι άνθρωπος, νοήμον ον, εδώ αυτό είναι δεδομένο - ή τουλάχιστον το γνωρίζουν καλά οι εκμεταλλευτές της και προσπαθούν να την καλοπιάσουν, αφού γι' αυτούς είναι χρυσωρυχείο. Ετσι στο φιλμ, πέραν του ρατσιστικού θέματος, που φυσικά είναι κυρίαρχο, υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη φύση του θεάματος, για τα όρια τέχνης και πραγματικότητας, για το πόσο μπορεί κανείς να ταπεινωθεί για να κερδίσει κάτι. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι το βασικό μοτίβο δεν παραμένει η απόλυτη εκμετάλλευση σε μια κοινωνία θεάματος, μια κοινωνία που βασιζεται σε διάφορες άμεσες ή έμμεσες μορφές εκπόρνευσης. Βλέπετε, η ηρωίδα, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, συμμετέχει με τη θέλησή της στον εξευτελισμό της, πληρώνεται γι' αυτό και απολαμβάνει μια σειρά από πολυτέλειες. Γι' αυτό και χάρη στη δική της κατάθεση, ο εκμεταλλευτής της αθωώνεται από το δικαστήριο.
Όπως καταλάβατε τα θέματα που θίγονται εδώ είναι σαφώς πολυπλοκότερα από την προφανή επιθυμία κάποιου που υφίσταται εξευτελισμούς να γίνει επιτέλους σεβαστός. Και, κερασάκι στην τούρτα, μπαίνει και η επιστήμη της εποχής, που κι αυτή εκμεταλλεύεται με το δικό της τρόπο την πλήρως αποκομμένη από οτιδήποτε πραγματικά δικό της ηρωίδα, που στόχος της (της επιστήμης εννοώ) είναι να τη μελετήσει "επιστημονικά", διατυπώνοντας ρατσιστικές "επιστημονικές" πάντα αντιλήψεις. Και βέβαια η εκμετάλλευση δεν σταματά ούτε καν μετά τον θάνατό της...
Ο Kechiche υιοθετεί ένα θα το χαρακτήριζα "ενοχλητικό" στιλ. Με μεγάλες σκηνές επιμένει να δείχνει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τα "σόου", τον εξευτελισμό δηλαδή της ηρωίδας, από τις μέρες της επιτυχίας μέχρι την εποχή της απόλυτης παρακμής. Αυτό συνολικά - σε συνδυασμό και με τις δυόμιση ώρες της διάρκειας - με κούρασαν σε ορισμένα σημεία, συνετέλεσαν όμως, νομίζω, στο να επιδρά βαθιά η ταινία στον θεατή, να τον συγκλονίζει πραγματικά, ίσως μάλιστα επειδή ακριβώς συχνά τον ενοχλεί. Έτσι προσωπικά, παρά τα δύσκολα και όπως είπα κουραστικά σημεία, την θεωρώ μια εξαιρετικά δυνατή και πολυεπίπεδη ταινία, που απλώνει την προβληματική της σε πολύ ευρύτερα θέματα από αυτό του ρατσισμού.

Παρασκευή, Απριλίου 29, 2011

ΘΑΝΑΣΙΜΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ



"Exam" είναι ο τίτλος της πρώτης ταινίας του Stuart Hazeldine που γυρίστηκε το 2009. Πρόκειται για φιλμ με πολλές ιδιαιτερότητες. Διαθέτει στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, αλλά αυτό δεν είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του. Πολύ πιο βασικά είναι ότι διαδραματίζεται σε απόλυτα real time (ογδόντακάτι λεπτά) και ότι όλα συμβαίνουν μέσα σε ένα δωμάτιο. Δεν υπάρχει ούτε ένα λεπτό γυρισμένο αλλού.
Οκτώ υποψήφιοι καθισμένοι σε θρανία βρίσκονται σε ένα δωμάτιο και περιμένουν να δώσουν εξετάσεις για δουν ποιος θα προσληφθεί σε μια σούπερ - ντούπερ θέση από μια σούπερ - ντούπερ εταιρία. Τόσο η θέση όσο και η εταιρία παραμένουν μυστήρια για τους θεατές τουλάχιστον. Οι κανόνες της εξέτασης δίνονται και αρχίζει ένας αγώνας που συχνά φτάνει στα όρια ζωής και θανάτου...
Σαν δομή η ταινία βρίσκεται κοντά σε "ταινίες δωματίου" όπως το "Man On Earth" ή το "Σλουθ", για τα οποία είχα γράψει παλιότερα. Και όπως ακριβώς σ' αυτές τις περιπτώσεις, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι παρά το ότι η κάμερα δεν εγκαταλείπει ποτέ το γυμνό δωμάτιο, δεν πρόκειται να πλήξετε ούτε στιγμή. Αντίθετα η αγωνία, όσο περνάνε με βασανιστικό τρόπο τα λεπτά, ανεβαίνει. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Δεν έχετε παρά να δείτε το φιλμ για να το μάθετε.
Καταλάβατε ότι βρισκόμαστε σε μία από τις περιπτώσεις όπου κατά 80% (ίσως και παραπάνω) μετρά το σενάριο και όχι η σκηνοθεσία, το θέαμα ή οποιοδήποτε άλλο καθαρά κινηματογραφικό μέσο. Και, φυσικά, η αντίρρηση είναι "γιατί αυτό να είναι σινεμά και όχι θέατρο"; Άλλωστε το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό έργο. Η αντίρρηση (που ισχύει απόλυτα και για τα άλλα δύο παραδείγματα που ανέφερα) είναι θεμιτή και κατανοητή. Ωστόσο η ταινία δεν παύει - κατά τη γνώμη μου - να σε κρατά δέσμιό της από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Και ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για σινεμά ή για κάτι σαν κινηματογραφημένο θέατρο, το γεγονός αυτό το θεωρώ επιτυχία. Όπως πετυχημένη είναι νομίζω και η σταδιακή σκιαγράφηση των διαφορετικών χαρακτήρων των οκτώ έγκλειστων υποψήφιων.
Παρά το ότι επίσης το τέλος μου φάνηκε κάπως "light" (έμαθα ότι το τέλος του θεατρικού ήταν διαφορετικό), θεωρώ ότι η ταινία ασκεί μια σκληρή κριτική στο όλο σύγχρονο κοινωνικό μότο του αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε, που μπορεί να συνοψιστεί στη γνωστή φράση "Ο θάνατός σου η ζωή μου". Οπότε έχουμε άλλο ένα συν, κατ' εμένα τουλάχιστον.
Συνολικά πολύ ενδιαφέρον λοιπόν. Και συγχρόνως αξιοπερίεργο. Κάτι τέτοια φιλμ είναι που δικαιολογούν την άποψη κάποιων (δεν συγκαταλέγομαι, απόλυτα τουλάχιστον, σ' αυτούς) που ισχυρίζονται ότι "αν έχεις στα χέρια σου ένα γερό σενάριο, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα".

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2011

ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ


Το σινεμά του Χονγκ Κονγκ έχει μακρά παράδοση σε βίαιες, αστυνομικής υφής ταινίες ως επί το πλείστον, που επηρέασαν πολύ τις αμερικάνικες αντίστοιχες (με γνωστότερο ίσως άμεσα επηρεασμένο τον Ταραντίνο). Ο Johnny Mak γύρισε δύο μόλις φιλμ και μετά έγινε πετυχημένος παραγωγός στην πατρίδα του. Το πρώτο απ' αυτά γυρίστηκε το 1984 και είναι "Το Μακρύ Χέρι του Νόμου" (Sheng gang qi bing).
Η ταινία θεωρείται ιστορική λόγω του ότι καθόρισε το είδος που αναφέραμε και επηρέασε την πορεία όλου του σινεμά της χώρας. Μια συμμορία κινέζων (The O Gang) περνά παράνομα στο Χονγκ Κονγκ, που τότε ήταν αγγλική αποικία, άρα μια καπιταλιστική, πλούσια νησίδα στην καρδιά της κομμουνιστικής Κίνας, με σκοπό τα μέλη της να βγάλουν λεφτά από μια ληστεία και να γυρίσουν πλούσια στην πατρίδα τους. Από την αρχή όμως κιόλας, πριν καν περάσουν στο Χονγκ Κονγκ, όλα πάνε στραβά...
Μπορεί η ταινία να θεωρείται ιδιαιτέρως επιδραστική, όπως είπαμε, προσωπικά όμως μάλλον βαρέθηκα. Δεν αντέχω τους ηθοποιούς που ουρλιάζουν συνεχώς αντί να μιλάνε ή το χιούμορ που τουλάχιστον εμένα μου φαίνεται επιπέδου πρώτης δημοτικού. Στο τελευταίο βέβαια μπορεί να κάνω και λάθος, αφού ίσως πολλά αστεία να μην μεταφράζονται και τα κινέζικά μου δεν με βοηθούν ιδιαίτερα. Ωστόσο, με την παρούσα μετάφραση και με τη συνοδεία των αντίστοιχων εικόνων, αυτό εισέπραξα. Φυσικά υπάρχει και πολλή βία (πιστολίδι, κυνηγητά και όχι μόνο), που τότε δεν υπήρχαν ακόμα σε τέτοιο βαθμό στο δυτικό σινεμά. Είναι επίσης γεγονός ότι το φιλμ συνδυάζει τη δράση και τη βία που λέγαμε με το background των μελών της συμμορίας, τις μεταξύ τους σκηνές, την κυρίαρχη ανδρική φιλία και το αίσθημα πίστης στη συμμορία που τους διακρίνει και, το είπαμε κι αυτό, κάποιο κωμικό στοιχείο. Στα δικά μου μάτια πάντως όλα αυτά μάλλον δεν έδεναν καλά, παρά το ότι το τελικό κρεσέντο της σφαγής είναι εντυπωσιακό. Κι ας του έλειπε η αληθινή χορογραφία της βίας που σχεδόν πάντοτε πετυχαίνει ένας Τζον Γου (εκ Χονγκ Κονγκ κι αυτός).
Αν σας ενδιαφέρει το είδος και θέλετε να δείτε μια από τις βασικές ταινίες που επηρέασαν τα χιλιάδες φιλμ με συμμορίες, μαφίες ή ανθυπομαφίες, γιακούζα, πιστολίδια και άλλα τέτοια, από τα οποία κυριολεκτικά βρίθει το ασιατικό σινεμά, σας τη συστήνω. Με αρκετές επιφυλάξεις πάντως.

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

"SUCKER PUNCH"...ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ


Η πρώτη σας απορία είναι απόλυτα δικαιολογημένη: Γιατί πάει κάποιος άνω των 15 να δει το "Sucker Punch" που γύρισε ο Zack Snyder (2011); Και μάλιστα όταν σε γενικές γραμμές αντιπαθεί τον Snyder; Η απάντηση είναι μάλλον ότι πρόκειται για μια σινεφίλ διαστροφή, που θέλει όσους την έχουν να βλέπουν ενίοτε και σκουπίδια - εν γνώσει τους μάλιστα - έτσι, για να έχουν άποψη και για τα σκουπίδια. Από την άλλη, όπως έχω ξαναγράψει, ποτέ δεν ξέρεις αν μια ταινία μπορεί να καταχωρηθεί στο προσωπικό σου πάνθεον ως "ένοχη απόλαυση".
Δυστυχώς τίποτα τέτοιο δεν συνέβει με το εν λόγω φιλμ. Αν έπρεπε να το περιγράψω με δυο λόγια, θα το χαρακτήριζα ως τον απόλυτο αχταρμά (συνοδευόμενο μάλιστα με άφθονη βαβούρα). Ο Snyder ακολουθεί υποτίθεται μια μεταμοντέρνα οπτική και βάζει άπειρες αναφορές σε είδη. Μαζεύει και 6 (νομίζω) σέξι και φερέλπιδα κοριτσάκια και φτιάχνει μια ταινία που αποτελείται από ένα όνειρο μέσα στο όνειρο μέσα στο όνειρο (3 επίπεδα) χώνοντας αδίστακτα σκηνές από fantasy, επιστημονική φαντασία, τρόμο, ανατολικές πολεμικές τέχνες, πολεμικά φιλμ και δεν συμμαζεύεται. Ίσως ακούγεται ενδιαφέρον σαν εγχείρημα. Εγώ πάντως μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είχα βαρεθεί αφόρητα στο πρώτο μισάωρο. Όλα τα ετερόκλητα στοιχεία που χρησιμοποιεί (επίτηδες βέβαια), πολύ απλά δεν δένουν καθόλου κατά τη γνώμη μου, με αποτέλεσμα το όλο πράγμα να μπάζει από παντού και απλώς να βλέπεις ένα απίστευτο συνοθύλευμα εντελώς ετερόκλητων καταστάσεων. Κι ολα αυτά με την απαραίτητη βιντεοκλιπίστικη οπτική και την βαβούρα των εκρήξεων και όλων των άλλων εκκωφαντικών ήχων. Ουφ!
Υπάρχει πιθανόν δεξιοτεχνία στο γύρισμα και στις άπειρες σκηνές δράσης; Δεν το αρνούμαι. Αλλά στην εποχή μας, όπου - περίπου - "όλα έχουν γίνει" και υπάρχει ένα στάνταρ τεχνικό επίπεδο στο Χόλιγουντ τουλάχιστον, αυτό είναι παντελώς αδύνατο να κάνει από μόνο του μια καλή - ή έστω υποφερτή - ταινία. Αφείστε που οι πολλές σκηνές του "τρίτου επίπεδου" των φαντασιώσεων (όχι σεξουαλικών, μη χαίρεστε) της ηρωίδας στερούνται κάθε σεναριακού ενδιαφέροντος, αφού πολύ απλά τις κοπέλες μας "δεν τις πιάνουν οι σφαίρες" και όσο και να τους ρίχνουν από παντού, αυτές μένουν αλώβητες και θα νικήσουν στο τέλος. Ή περίπου. Και υπάρχουν και τα συνεχή "διδακτικά" τσιτάτα, που ίσως εκστομίζονται εν είδει παρωδίας, αλλά δεν παύουν να είναι κλισέ και πολλά, πάρα πολλά, ώστε η επανάληψη να κουράζει. Πολύ περισσότερο όταν είναι του στιλ "Η ζωή του μαχητή έχει ενδιαφέρον, ενώ ο βολεμένος βαριέται" (η ίδια φασιστική οπτική με τους "300"). Αν θέλετε να πάτε στον πόλεμο για να πάψετε να βαριέστε, με γεια σας με χαρά σας. Εγώ πάντως έχω κάτι δουλειές και δεν θα ακολουθήσω.
ΥΓ: Θα πω και του στραβού το δίκιο. Η ταινία διέθετε μια πρωτοτυπία: Το απρόσμενο τέλος, που κάθε άλλο παρά κλισέ είναι, όπως όλο το υπόλοιπο φιλμ. Τόση σκοτεινιά δεν την έχουμε συνηθίσει σε τέτοιες ανούσιες υπερπαραγωγές. Ακόμα κι αυτό όμως το έπνιξε με ένα πλήθος διδακτικών - σε βαθμό εμετικό - κλισέ, που ακούγονται μάλιστα με φωνή off. Κι άλλωστε, ακόμα κι ένα απροσδόκητο τέλος δεν βελτιώνει ιδιαίτερα μια ανυπόφορη ταινία.

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

ΣΤΗ ΦΡΙΚΗ ΤΗΣ "ΑΓΕΛΗΣ"

"Η Αγέλη" (Le Meute) είναι ένα γαλλικό φιλμ τρόμου (και σπλάτερ) του 2010 που γυρίστηκε από τον πρωτοεμφανιζόμενο Franck Richard. Οποιαδήποτε λοιπόν συζήτηση γι' αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους φίλους του είδους. Οι υπολοιποι, όπως είναι φυσικό, δεν θα περάσουν ούτε απ' έξω. Σαν τέτοιο φιλμ λοιπόν, και αυστηρά μέσα στα πλαίσια του είδους, έχει θετικά και αρνητικά στοιχεία.
Η ιστορία είναι κλασική στο χώρο: Κοπέλα ξεμένει σε έρημη περιοχή της γαλικής επαρχίας, όπου υπάρχει μόνο ένα μπαρ - εστιατόριο - μπακάλικο κλπ. με ιδιοκτήτρια μια ακοινώνητη και άγρια ηλικιωμένη, όπου, όπως αντιλαμβάνεστε, περίεργα και καθόλου ευχάριστα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν. Σκάει και μια άγρια παρέα μηχανόβιων και κάνει ακόμα χειρότερα τα πράγματα...
Ενώ λοιπόν περιμένεις να δεις μια ακόμα σπλατεριά - έχει φυσικά κι από τέτοιο - ξαφνικά, κάπου στη μέση, εισβάλλει το φανταστικό στοιχείο και ανατρέπει τα αναμενόμενα. Το ατού της ταινίας είναι η εξαίρετη πάντοτε ηθοποιός Yolande Moreau (τη θυμάστε στο "Seraphine";), σε έναν ταιριαστό γι' αυτή ρόλο. Μας έχει συνηθίσει άλλωστε να ερμηνεύει "μη ισορροπημένες" (για να το πούμε κομψά) προσωπικότητες. Ενδιαφέρουσα είναι και η όλη "άρρωστη" ατμόσφαιρα που στήνει ο σκηνοθέτης, μερικές όμορφες και φυσικά σκοτεινές και ανησυχητικές εικόνες, και κυρίως, στην αρχή ως επί το πλείστον, μια σειρά από "κουφούς" χαρακτήρες που μπαινοβγαίνουν στο μπαρ. Σ' αυτές τις σκηνές υπάρχει μαύρο χιούμορ, αλλά και ένας πραγματικά από το πουθενά σουρεαλισμός, που κάνει το όλο πράγμα πιο ενδιαφέρον. Δυστυχώς στη συνέχεια τα ευπρόσδεκτα για μένα αυτά στοιχεία χάνονται βαθμιαία. Να μη ξεχάσω και μια αμυδρή σίγουρα, υπαρκτή πάντως, πολιτική διάσταση, κάτι σαν αλληγορία θα έλεγα. Στα ψιλά βέβαια, μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά και πάτε να δείτε την ταινία γι' αυτό...
Στα αρνητικά σίγουρα θα βάζαμε το κακό ή, τέλος πάντων, πρόχειρο σενάριο. Υπάρχουν ιδέες που δεν ολοκληρώνονται, υπάρχουν μεταπτώσεις των χαρακτήρων που δεν καταλαβαίνεις πώς και γιατί συνέβησαν... και γενικά έμεινα με μια μάλλον ανολοκλήρωτη αίσθηση. Ίσως αν πρόσεχαν περισσότερο το θέμα αυτό να μιλούσαμε για ένα καλό δείγμα του μάλλον εξαντλημένου αυτού είδους. Ευτυχώς πάντως εδώ τουλάχιστον δεν μιλάμε για "torture porno", στα ίχνη των διάφορων "Saw", αν και σε κάποια σημεία φλερτάρει επικίνδυνα και μ' αυτό. Πάλι καλά.

Παρασκευή, Απριλίου 15, 2011

Η ΚΑΘΟΛΟΥ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ HANNA


Ο Joe Wright έχει αποδείξει τη μαεστρία του κυρίως σε δράματα εποχής, που στην περίπτωση της "Εξιλέωσης" αγγίζουν τα όρια του έπους. Με τη "Hanna" του 2011 αλλάζει ξαφνικά κλίμα και φτιάχνει μια περιπέτεια δράσης που κάπου εμπλέκει και στοιχεία του φανταστικού.
Η ιστορία δεν είναι ακριβώς πρωτότυπη (στο νου μας έρχεται αμέσως η τριλογία του Bourne), είναι όμως αρκετά ασυνήθιστη: Πατέρας ζει απομονωμένος σε καλύβα κάπου στην παγωμένη Φιλανδία και εκπαιδεύει από τότε ουσιαστικά που γεννήθηκε τη 16χρονη κόρη του, μετατρέποντάς την σε σχεδόν ανίκητη πολεμική μηχανή. Όταν η ίδια δεν αντέχει άλλο τη μοναξιά και νοιώθει ότι είναι πια ενήλικη, τη στέλνει για πρώτη φορά στον κόσμο με σκοπό να βρει μια πράκτορα. Και η εντυπωσιακή περιπέτεια αρχίζει. Η ταινία ξεχωρίζει σίγουρα από περιπέτειες δράσης του σωρού - παράγονται άλλωστε άπειρες τέτοιες κάθε χρόνο. Και για την πολύ καλή της σκηνοθεσία, και για το σχετικά ασυνήθιστο στόρι και για την τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης την οποία εμπλέκει έξυπνα. Βεβαίως κυριαρχεί η απόλυτη σκληρότητα. Το κοριτσάκι δεν έχει σχεδόν αισθήματα - ή μάλλον τα ανακαλύπτει τώρα μόλις - και οι "κακοί", με επικεφαλής την Κέιτ Μπλάνσετ - είναι πολύ, μα πολύ κακοί, αδίστακτοι. Η βία είναι φυσικά αρκετή, το σασπένς δεν κάνει κατά τη γνώμη μου κοιλιά ούτε στιγμή, ωστόσο η συγκίνηση και η τρυφερότητα που λέγαμε καταφέρνουν να τρυπώνουν σ' όλα αυτά σε απροσδόκητες στιγμές και μάλιστα δίχως ίχνος μελό, καθώς η μικρή ηρωίδα γνωρίζει ουσιαστικά για πρώτη φορά τον κόσμο. Οι απιθανότητες υπάρχουν σίγουρα, όπως σ' όλες αυτές τις ταινίες που βασίζονται στη δράση, αλλά αφ' ενός κάπως δικαιολογούνται με τις αποκαλύψεις του τέλους και αφ' ετέρου νομίζω ότι είναι σχετικά λίγες για να σε ενοχλήσουν, όταν μάλιστα απολαμβάνεις ένα χορταστικό και μάλλον ασυνήθιστο θέαμα. Η ηρωίδα μάλιστα είναι η εξαιρετική μικρή ηθοποιός Σέρσια Ρόναν, που δίνει μεγάλες υποσχέσεις για το μέλλον και προστίθεται στα συν.
Συνολικά μπορώ να πω ότι το φιλμ - μέσα στα πλαίσια κάποιων από τις συμβάσεις του είδους βέβαια - μου άρεσε αρκετά και θα το κατέτασα στα καλά της χρονιάς. Όσο για τον Joe Wright, αποδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι, ότι μπορεί να ελιχτεί σε μια μεγάλη γκάμα ταινιών και ότι σίγουρα μπορούμε να περιμένουμε και πολλά άλλα απ' αυτόν.

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2011

ΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ "ΑΓΝΩΣΤΟΣ" ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ

Ο Jaume Collet-Serra είναι ισπανός, αλλά "Ο Άγνωστος" (Uknown) του 2011 είναι μια αγγλογερμανική παραγωγή. Όπου ένας βιολόγος πηγαίνει με τη γυναίκα του στο Βερολίνο για ένα συνέδριο, πέφτει θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, πέφτει σε κώμα κι όταν ξυπνά... κανείς δεν τον γνωρίζει. Κάποιος άλλος έχει πάρει τη θέση του.
Πρόκειται φυσικά για θρίλερ με έντονο σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Υπάρχουν κάποια σίγουρα πράγματα: Ναι, αρκετά απ' αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Ναι, πολλά απ' όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα - σε σεναριακό επίπεδο εννοώ. Ναι, υπάρχουν όντως πολλές, πάρα πολλές τέτοιες ταινίες. Ωστόσο αυτή εδώ με κράτησε μέχρι τέλους και, παρά το ότι είχα καταλάβει από κάποιο σημείο τι περίπου συνέβαινε, η αγωνία εξακολουθούσε να υπάρχει. Κοινώς είναι πολύ καλογυρισμένη, έχει καλό timing, άφθονο σασπένς και γενικά, παρά τα κλισέ, την ευχαριστήθηκα αρκετά. Είναι και το Βερολίνο που παραμένει μια αγαπημένη πόλη, είναι και ο εξαιρετικός Μπρούνο Γκαντζ (πολυεθνικό φιλμ, το είπαμε), οπότε δεν μπορούμε - αφού βεβαίως δεχτούμε τις συμβάσεις του είδους - παρά να χαλαρώσουμε και να το ευχαριστηθούμε. Να χαλαρώσουμε; Μάλλον δεν θα τα καταφέρουμε, αλλά να, τρόπος του λέγειν... Η άλλη παρατήρηση βέβαια αφορά την ευκολία με την οποία καλογυρισμένα έστω σύγχρονα θρίλερ καταπιάνονται με κυριολεκτικά κοσμογονικά θέματα, που, όπως αποκαλύπτεται, θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Ταυτόχρονα καταγγέλονται μεγαλοκαπιταλιστές, πολυεθνικές, διαπλεκόμενα πολύπλοκα συμφέροντα, μυστικές οργανώσεις και υπηρεσίες, θίγονται έστω και ακροθιγώς καυτά σύγχρονα θέματα όπως η παράνομη μετανάστευση και δεν συμμαζεύεται. Κι όλα αυτά μέσα από ένα καλό θριλεράκι, δίχως τίποτα παραπάνω. Να χαρώ επειδή ακόμα και ταινίες ποπ κορν (έστω και καλές του είδους) πολιτικοποιούνται ή να διαπιστώσω κυνικά ότι, αφού έτσι κι αλλιώς αποδείχτηκε ότι η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, τι μας νοιάζει να τα βγάλουμε όλα στη φόρα; Έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνει τ' αυτί των εχόντων τα συμφέροντα που καταγγέλονται, οπότε γιατί όχι; Τσάμπα είναι...
Τέλος πάντων, σαν σχετικά κοινό θρίλερ ξαναλέω ότι το ευχαριστήθηκα και με κράτησε. Ναι, ξέρω πού κατατάσεται αυτό: Στις ένοχες απολαύσεις.

Δευτέρα, Απριλίου 11, 2011

Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Το 1987 ο Bernardo Bertolucci πραγματοποιεί ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: Τον "Τελευταίο Αυτοκράτορα", τη ζωή δηλαδή του Που Γι, του τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας. Φυσικά και πρόκειται για μια μεγάλη, εντυπωσιακή παραγωγή, το καλό όμως είναι νομίζω ότι συνδυάζει με καλή ισορροπία το ιστορικό backround μιας εξαιρετικά ταραγμένης εποχής για την αχανή χώρα με την τραγικότητα της προσωπικής ιστορίας του ανθρώπου αυτού. Και, βέβαια, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε κλασική περίπτωση απόδειξης της μάλλον κοινότοπης ρήσης ότι "Τα πλούτη (ή η δύναμη ή η εξουσία) δεν φέρνουν ευτυχία".
Η παιδική ηλικία του Που Γι, που στέφεται αυτοκράτορας στα... 3 του χρόνια, είναι η απόλυτη "εικονογράφηση" μιας άλλης γνωστής έκφρασης, της έκφρασης "φυλακισμένος σε χρυσό κλουβί". Ως παιδί και ως νέος δεν είχε βγει ποτέ από την Απαγορευμένη Πόλη, το τεράστιο και περιτοιχισμένο συγκρότημα των ανακτόρων δηλαδή. Όταν βγήκε, αφού είχε παντρευτεί δύο γυναίκες, ήταν στην ουσία εξόριστος και με περιορισμένη ισχύ. Περιορισμένη; Ανύπαρκτη μάλλον, αφού σ' όλη του τη ζωή υπήρξε πιόνι στα χέρια διαφόρων που εκπροσωπούσαν πολύπλοκα και συχνά αντικρουόμενα συμφερόντα. Ο ίδιος υπήρξε "καλών προθέσεων" αρχικά τουλάχιστον, ένας αυτοκράτορας που θα ήθελε να είναι μεταρυθμιστής, αλλά... Μετά δε από σειρά άλλων γεγονότων καταλήγει για αρκετά χρόνια φυλακισμένος σε στρατόπεδο εργασίας από το νέο κομουνιστικό καθεστώς και, μετά την απελευθέρωσή του, πεθαίνει σαν απλός, φτωχός κηπουρός.
Όλα αυτά ακούγονται συγκινητικά, ένα είδος ύμνου για έναν άνθρωπο που ουσιαστικά πέρασε το μεγαλύτερος μέρος της ζωής του φυλακισμένος, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, έστω και σε "χρυσό κλουβί" όπως είπαμε και σχεδόν ποτέ δεν είχε δική του βούληση. Ωστόσο ο Bertolucci δεν έχει κανένα δισταγμό να επισημάνει και την προσωπική του ευθύνη σε διάφορες φάσεις, κυρίως στην υπόθεση της Μαντζουρίας, όπου αφέθηκε με τη θέλησή του να γίνει υποχείριο των επιθετικών, εθνικιστών γιαπωνέζων, των εχθρών δηλαδή της χώρας του, από φιλοδοξία να ξαναγίνει αυτοκράτορας. Το γεγονός αυτό, που δείχνεται ξεκάθαρα, ισορροπεί τα πράγματα, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να γίνει η ταινία μια αγιογραφία (αν και σε κάποια σημεία υποκύπτει σε μάλλον εύκολους συναισθηματισμούς, όπως στη σκηνή με το γρύλο). Ταυτόχρονα το φιλμ κάνει ένα σχόλιο για την εξουσία ή, τέλος πάντων, για μια πολύ ιδιόρυθμη εκδοχή της, αφού η όλη τραγικότητα έγκειται στο ότι ο άνθρωπος αυτός έτυχε να ζήσει σε "τέλος εποχής".
Πέραν όλων αυτών βέβαια, η ταινία είναι θεαματική, χορταστική θα έλεγα, μια μεγάλη τοιχογραφία που καταφέρνει να μας δείξει τις δύο εποχές της Κίνας, την πριν και μετά τον κομουνισμό, επικεντρώνοντας βεβαίως σε μια προσωπική, εντελώς ξεχωριστή περίπτωση. Μετά το τέλος το συναίσθημα που μένει στο θεατή είναι αυτό της τραγικότητας, της τραγικής μοίρας μάλλον ενός ανθρώπου που ήταν πάντοτε υποχείριο άλλων - αν και υπεύθυνος για τα λάθη του, όπως είπαμε. Αν συνυπολογίσουμε και τη θαυμάσια μουσική του Σακαμότο και του Μπερν μεταξύ άλλων, έχουμε νομίζω να κάνουμε με ένα από τα πιο ιδιαίτερα σύγχρονα έπη του κινηματογράφου.

Σάββατο, Απριλίου 09, 2011

Ο RANGO ΚΑΙ Η ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

Δεν θα μπορούσε να μην είναι καλό: Παρωδία γουέστερν (αν και άψογο γουέστερν το ίδιο), πλήθος σινεφίλ αναφορών, καλή, τυπική γουέστερν μουσική, η φωνή του Τζόνι Ντεπ και σκηνοθέτης ο πολύ καλος, τελικά, Gore Verbinski (των "Πειρατών της Καραϊβικής" κλπ.) Έτσι το "Rango" του 2011 γίνεται ένα ακόμα από τα εξαίρετα animation των τελευταίων χρόνων, που ξεπερνάν σε εφευρετικότητα το ένα το άλλο. Η είδηση σ' αυτό εδώ είναι ότι δεν είναι φιλμ της Pixar, ούτε καν της Disney, αλλά της νέας στο είδος ILM του Λούκας, που μπαίνει έτσι στο χορό δίχως να έχει τίποτα να ζηλέψει από τις πολύ γνωστότερες άλλες εταιρίες.
Ο Rango είναι χαμαιλέοντας - ηθοποιός, που, εξ αιτίας ενός ατυχήματος, βρίσκεται στην έρημο, καταλήγει σε μια τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ (κατοικημένη από ζώα φυσικά), γίνεται σερίφης της... κι αυτά είναι λίγα μόνο από το έξυπνο στόρι. Το πλήθος των αναφορών, το αρκετά ενήλικο χιούμορ, το γεγονός ότι όσοι σκοτώνονται σκοτώνονται κανονικά - σε αντίθεση με άλλα animation - και κάμποσα άλλα στοιχεία το κάνουν να απευθύνεται κυρίως σε μεγάλους (υποθέτω ότι και τα παιδιά θα διασκεδάσουν, θα χάσουν όμως πολλούς από τους "άσσους" που το φιλμ κρύβει στο μανίκι του). Επισημαίνω, για παράδειγμα, την άμεση αναφορά που κάνει στο "Fear and Loathing in Las Vegas" του Γκίλιαμ, αλλά και στο βιβλίο του Hunter Thompson στο οποίο βασίστηκε η ταινία, και μάλιστα αναφορά που έχει σχέση με τη διαρκή μαστούρα των δύο πρωταγωνιστών του φιλμ (υπάρχει άλλωστε αναφορά στην ίδια την πόλη του Λας Βέγκας). Γι' αυτό σας μιλώ για ενήλικες καταστάσεις. Αφείστε και τα σχόλια πάνω σε γνωστές σε όλους και βρώμικες πολιτικές καταστάσεις, όπως στη διαπλοκή εξουσίας - οικονομικών συμφερόντων, την παρωδία μεταφυσικών κλισέ όπως το "πέρασμα από την άλλη πλευρά του δρόμου" (που εδώ είναι και κυριολεκτικό), που θυμίζουν τη "Δύναμη" του Star Wars και άλλα αντίστοιχα τέτοια, την εμφάνιση του ίδιου του Κλιντ Ίστγουντ (σε animation βέβαια)και πολλά άλλα. Υπάρχει δε και το φοβερό μεξικάνικο μουσικό γκρουπ των κουκουβάγιων, που ως άλλος χορός τραγωδίας σχολιάζει τα τεκταινόμενα, που προσθέτει πόντους στην απόλαυση (όπως και η ταιριαστή μουσική γενικότερα).
Γενικά το βρήκα ένα από τα απολαυστικότερα animation των τελευταίων ετών, το ευχαριστήθηκα από τη αρχή ως το τέλος και το συνιστώ. Και σε ενήλικους, έτσι; Προφανώς το καταλάβατε αυτό.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

"ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΛΛΟΝΕΣ" ΟΝΤΩΣ!

Ερνστ, Μιρό, Νταλί, Ντελβό... και αρκετοί άλλοι είναι μερικοί από τους πασίγνωστους εκπροσώπους του σουρεαλισμού στα εικαστικά. Ίσως όμως να μην ξέρετε ότι δίπλα τους κινήθηκαν και αρκετές γυναίκες σουρεαλίστριες ζωγράφοι. Που επειδή η κοινωνία μας είναι αντροκρατική (και τις παλιές αυτές εποχές ακόμα περισσότερο), έμειναν στη σκιά των διάσημων αντρών. Όχι, δεν είναι άγνωστες, οπωσδήποτε όμως δεν είχαν την προβολή των αντρών συναδέλφων τους. Λεονόρα Κάρινγκτον, Λεονόρ Φίνι, Λι Μίλερ, Φρίντα Κάλο, Μέρετ Οπενχάιμ, Ρεμέδια Βάρο. Σας λένε κάτι αυτά τα ονόματα; Ίσως αυτό της Κάλο, που είναι γνωστότερη σχετικά. Οι υπόλοιπες όμως; Μ' αυτές τις 6 γυναίκες σουρεαλίστριες ασχολείται το "μικρομέγαλο" (52') ντοκιμαντέρ του 2000 της νορβηγίδας (νομίζω) Anne Kjersti Bjorn "Χαρισματικές Καλλονές". Γιατί καλλονές; Επειδή οι γυναίκες αυτές, εκτός από ταλαντούχες και ανήσυχες, υπήρξαν όντως και όμορφες. Ίσως γι' αυτό άλλωστε να τις ήθελαν τόσο οι (άντρες) σουρεαλιστές στην παρέα τους.
Η σκηνοθέτης δεν επιλέγει σε καμιά περίπτωση μια γραμμική αφήγηση των ζωών και του έργου των γυναικών αυτών. Αντίθετα, πρόκειται για μια έξυπνη, παιχνιδιάρικη ταινία (πιστή στο πνεύμα του σουρεαλισμού άλλωστε), που μιλά "λοξά" για τις ζωές και το έργο τους, έχει αρκετό χιούμορ, χρησιμοποιεί συχνά τεχνικές animation και γενικά σκιτσάρει ένα πετυχημένο κατά τη γνώμη μου περίγραμμά τους, δίχως να κουράσει καθόλου με μακροσκελείς αφηγήσεις / αναλύσεις, ενώ συγχρόνως διαπερνάται από ένα εμφανές φεμινιστικό πνεύμα και κριτικάρει τον ανδροκρατούμενο κόσμο μας (ας σημειωθεί ότι μειωτικές για τις γυναίκες απόψεις εξέφραζε συχνά και ο ίδιος ο Μπρετόν, ο "πατριάρχης" του σουρεαλισμού). Βασικό όχημα είναι η γηραιά πλέον κυρία Κάρινγκτον, έξυπνη, κυνική και ονειροπόλα ταυτόχρονα, παιχνιδιάρα, ανατρεπτική, που που δίνει συνέντευξη στη δημιουργό, και η οποία ήταν η μόνη ζωντανή από τις 6 την εποχή των γυρισμάτων. Παράλληλα παραθέτει τη δουλειά και τα σχόλια μιας σύγχρονης δανέζας καλλιτέχνιδας, η οποία έχει σαφώς επηρεαστεί από τις μεγάλες δασκάλες της.
Ας σημειωθεί ότι οι 6 αυτές καλλιτέχνιδες δεν ήταν οι μόνες σουρεαλίστριες ζωγράφοι. Ωστόσο η επιλογή των συγκεκριμένων έγινε επειδή οι 6 αυτές γνωρίζονταν μεταξύ τους προσωπικά. Άλλες έκαναν στενή παρέα για χρόνια μεταξύ τους, άλλες γνωρίστηκαν σε συγκεκριμένες φάσεις της ζωής τους, όλες όμως ήταν γνώριμες και εκτιμούσαν η μία την άλλη. Μερικές μάλιστα είχαν ερωτικούς δεσμούς και με κάποιους από τους γνωστούς άντρες συναδέλφους τους. Ας σημειωθεί επίσης ότι οι ιδιοσυγκρασίες τους ήταν πολύ διαφορετικές, όπως και τα πιστεύω τους. Όλες όμως ήταν και παρέμεναν σουρεαλίστριες.
Γενικά πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που αποδεκνύει ξεκάθαρα ότι το ντοκιμαντέρ δεν είναι ντε και καλά "στεγνό", κάτι που απλώς δείχνει γεγονότα, αλλά, όπως και το αφηγηματικό σινεμά, μπορεί να γίνει εξ ίσου δημιουργικό και ευφάνταστο. Αν δε έχετε και ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, ε, τότε πρόκειται για την καλύτερή σας!

Τρίτη, Απριλίου 05, 2011

ΑΓΧΩΤΙΚΗ "ΔΙΟΡΙΑ"

Το "A Bout Portant" (που παίχτηκε με τον πρόχειρο τίτλο "Η Διορία", 2010) του Fred Cavayé είναι μια γαλλική αστυνομική ταινία με συνεχή δράση και σασπένς που κυριολεκτικά δεν σ' αφήνουν να ανασάνεις. Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος η δράση είναι καταιγιστική, ο χρόνος κυλά απόλυτα αγχωτικά, ο ήρωας είναι όλο και περισσότερο παγιδευμένος, ενώ οι ανατροπές δίνουν και παίρνουν.
Η έγκυος γυναίκα ενός νοσοκόμου απάγεται από αγνώστους και ο έντρομος σύζυγος παίρνει ένα τελεσίγραφο που του υπαγορεύει ότι πρέπει να κάνει κάτι εντός τριών ωρών, αλλιώς... Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι και κάθε δευτερόλεπτο είναι πολύτιμο και η αδρεναλίνη ανεβαίνει κάθε λεπτό που περνά.
Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Που το βρήκα απολαυστικό, καθώς είναι μια από τις πιο καλοκουρδισμένες ταινίες δράσης που είδα τελευταία (με "καλούς" και "κακούς" μπάτσους). Από εκεί και πέρα, βέβαια, αρχίζει ο χορός των σεναριακών απιθανοτήτων. Που δεν θα τις αναλύσω φυσικά μία - μία (δεν θα είχε και νόημα), αλλά σε γενικές γραμμές, πέραν όλων των επί μέρους και βλέποντας το φιλμ συνολικά... πώς να το πω... ε, δεν γίνονται όλα αυτά τα πράγματα μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Ούτε μπορεί να τα κάνει όλα αυτά ένας άσχετος άνθρωπος που κάτι τόσο φοβερό του τυχαίνει στα καλά καθούμενα. Αυτή είναι η γενική αίσθηση. Όταν όμως βλέπουμε τέτοιου είδους ταινίες, νομίζω ότι από την αρχή έχουμε ουσιαστικά αποδεχτεί - έστω και ασυνείδητα - μια σειρά απο αντιρεαλιστικές συμβάσεις. Ξέρουμε ότι θα δούμε κάμποσες απιθανότητες, μπόλικες ταρζανιές, γεγονότα που συμβαίνουν ακριβώς το δευτερόλεπτο που πρέπει, και αρκετά άλλα τέτοια. Κρίνουμε λοιπόν ένα τέτοιο φιλμ από το σασπένς που διαθέτει και όχι (προς θεού) από το αν έχει οποιαδήποτε σχέση με ρεαλισμό. Ως τέτοιο λοιπόν, και με αυτές τις σιωπηρές προϋποθέσεις, η "Διορία" εκπληρώνει το στόχο της πρόκλησης αδρεναλίνης και του συνεχούς σασπένς και μάλιστα τη βρήκα καλύτερη από αρκετές αντίστοιχες αμερικάνικες περιπέτειες. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι οι υπερβολές από τις οποίες βρίθει δεν είναι ακριβώς του στιλ των Die Hard (ρίχνουμε ελικόπτερα, πηδάμε από ταράτσα σε ταράτσα, κυνηγιόμαστε με σχεδόν ιπτάμενα αυτοκίνητα και άλλα τέτοια), αλλά περισσότερο σεναριακής φύσης.
Τέλος πάντων, αν είστε φίλος τέτοιων ταινιών (εγώ μάλλον τις βαριέμαι πλέον), πρόκειται νομίζω για καλό δείγμα. Με όλες τις συμβάσεις, ξαναλέω.

Σάββατο, Απριλίου 02, 2011

ΠΑΡΑΞΕΝΟ "CARGO"

Ξέρατε ότι οι Ελβετοί μπορούν να κάνουν αρκετά καλή επιστημονική φαντασία; Εγώ πάντως ομολογώ ότι όχι. Ωστόσο το "Cargo" του 2009, που γυρίστηκε από τους Ivan Engler και Ralph Etter, είναι καθαρή ΕΦ και μάλιστα καλή, και είναι και γερμανόφωνη ταινία, συνδυασμό που πρώτη φορά συναντώ.
Ένα σκάφος μεταφέρει κάποιο φορτίο σε έναν πλανήτη. Τα μέλη του πληρώματος βρίσκονται σε νάρκη εκτός από ένα κάθε φορά που κάνει "βάρδια". Διάφορα περιστατικά όμως αρχίζουν να βάζουν σε αμφιβολία την ηρωίδα για το τι ακριβώς μεταφέρει το διαστημόπλοιο και τα γεγονότα αρχίζουν να εξελίσσονται ραγδαία.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, διαθέτει αρκετό σασπένς, κάμποσες ανατροπές, αρκετό κοινωνικό προβληματισμό, δράση δίχως σε καμιά περίπτωση να βασίζεται σ' αυτήν και άλλα στοιχεία που την καθιστούν μια καθ' όλα ενδιαφέρουσα ταινία του είδους, που δεν έχει μάλιστα τίποτα απολύτως να ζηλέψει από αμερικάνικα σχετικά φιλμ (αφού το σινεμά ΕΦ υποτίθεται ότι κυρίως ακμάζει εκεί). Ίσα - ίσα μάλιστα που ξεπερνά κατά πολύ αρκετές αμρικάνικες σχετικές μπούρδες, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δυσφημούν το είδος. Αυτό όμως που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι τα σκηνικά: Το βασικό σκάφος, το αχανές, δοσμένο με λεπτομέρειες εσωτερικό του, ο διαστημικός σταθμός... το όλο περιβάλλον δηλαδή, το οποίο και απόλυτα πειστικό είναι και, όπως είπα, εντυπωσιακό. Πρόκειται κοινώς για μεγάλη παραγωγή (ή, αν δεν είναι, σε πείθει απόλυτα ότι είναι κι αυτό την κάνει ακόμα πιο αξιέπαινη).
Όσο για το στόρι... όλο και κάπου έχουμε ξαναδεί κάποια από τις πτυχές του, οπότε δεν θα μπορούσα να πω ότι διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ωστόσο και καλογυρισμένο είναι και σασπένς διαθέτει. Προσωπικά λοιπόν με κράτησε μια χαρά. Και όσα αποκαλύπτονται για σχέδια χειραγώγησης και απόκρυψης της αλήθειας και ευπρόσδεκτα και ενδιαφέροντα είναι. Και βέβαια, παρά την προσοχή που δίνεται στην όλη σκηνογραφία, η ταινία ουδόλως βασίζεται στα εφέ, αλλά στο στόρι, πράγμα που για μένα είναι πλέον προαπαιτούμενο για να μου αρέσει κάτι από το χώρο του φανταστικού. Οπότε συνολικά την βρήκα πολύ καλή προσπάθεια, και μάλιστα γυρισμένη στην τελευταία χώρα που θα περίμενα κάτι τέτοιο. Την συνιστώ λοιπόν κυρίως στους φίλους του είδους.

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2011

"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ"... ΣΕ ΒΙΝΤΕΟΚΛΙΠ

Ο Παναγιώτης Κράβας, φίλος υποθέτω των ταινιών τρόμου, γυρίζει τον "Θάνατο που Ονειρεύτηκα" το 2010 και στηρίζει την ταινία του στη γνωστή υπόθεση των σατανιστών των Γλυκών Νερών, που πριν από χρόνια είχε συγκλονίσει την Ελλάδα. Ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά ότι η υπόθεση αυτή είναι απλώς η αφορμή, η έμπνευση. Δεν παρακολουθούμε την συγκεκριμένη ιστορία. Πρόσωπα και καταστάσεις είναι φανταστικά, επινοημένα. Απλώς η διαβόητη υπόθεση είναι το έναυσμα, η αρχική ιδέα.
Αυτό που βλέπουμε λοιπόν στο φιλμ είναι μια παρέα μαθητών που, κάτω από την ολέθρια επιρροή ενός απ' αυτούς, του "αρχηγού", προχωρούν σε μια σειρά φόνων. Με μάλλον ασυνάρτητο τρόπο θα έλεγα. Ο "αρχηγός", βλέπετε, δεν ξέρω αν είναι ακριβώς σατανιστής ή οπαδός του ...Κθούλου, αφού επαναλαμβάνει αποσπάσματα από έργα του Λόβκραφτ και από το υποτιθέμενο "Νεκρονομικόν", βιβλίο που ο τελευταίος επινόησε για λογοτεχνικούς λόγους. Ούτε στιγμή δεν πείστηκα ότι ο νεαρός αυτός μπορεί να έχει τέτοια σαρωτική επιρροή σε μια ολόκληρη παρέα (καλά στην κοπέλα του, που, ας πούμε, είναι τυφλά ερωτευμένη, αλλά σε όλους;) Πολύ σύντομα βέβαια οι φόνοι εξελίσσονται σε ένα είδος αυτοάμυνας, με την έννοια ότι δεν σκοτώνουν για τελετουργικούς λόγους, αλλά για να προστατευτούν οι ίδιοι, η ομάδα, από διάφορες αποκαλύψεις. Έτσι προσγειωνόμαστε σε μια παράλογη πραγματικότητα, που πλέον, μάλλον της λείπει η παράνοια που απαιτείται για τέτοιες απίστευτες πράξεις. Κι αυτό, για τη συγκεκριμένη ιστορία που ούτως ή άλλως βασίστηκε στην παράνοια, είναι αρνητικό.
Το εντυπωσιακό στο φιλμ είναι η σκηνοθεσία του. Ο Κράβας το γυρίζει σαν ένα διαρκές, δίωρο σχεδόν βιντεοκλίπ. Κανονικό βιντεοκλίπ όμως. Ακούγονται συνεχώς τραγούδια (πολλά από τα οποία μου άρεσαν προσωπικά) και οι κινήσεις της κάμερας, τα χρώματα, οι ρυθμοί, το στιλ της εικόνας, τα πάντα υπακούουν στους κανόνες του βιντεοκλίπ. Μερικές φορές το αποτέλεσμα ίσως είναι ευρηματικό και εντυπωσιακό, αλλά συνολικά, όπως είναι φυσικό, κουράστηκα. Ο σκηνοθέτης βέβαια έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι εκτός από το τάδε και το τάδε "κυρίως ήθελε να κάνει μια ταινία για τη μουσική και τα τραγούδια που αγαπά". Γι' αυτό και υιοθετεί αυτή την ασυνήθιστη φόρμα. Εντάξει, αυτό είναι σεβαστό. Αλλά δεν παύει να είναι κουραστικό.
Μένει λοιπόν η σκηνοθετική δεξιοτεχνία, η οποία όντως υπάρχει και που μακάρι στο μέλλον να επενδυθεί σε πιο ουσιαστικά πρότζεκτ... και από τη δική μου μεριά, σε συνδυασμό με την "άνευ λόγου" και βάθους ιστορία, η κούραση. Κρίμα.

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

ΒΡΩΜΙΚΗ "ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ"


Μη σας ξεγελάει το ότι πρόκειται για ταινία κινουμένων σχεδίων. Το "Princess", δανέζικο animation φιλμ του Anders Morgenthaler που γυρίστηκε το 2006, απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικο κοινό (είναι "αυστηρά ακατάλληλο" για να είμαστε ακριβείς), αφού ασχολείται με θέματα ταμπού όπως η πορνογραφική βιομηχανία και η παιδεραστία. Και, σαν αλατάκι, διαθέτει και πολλή βία. Η ιστορία θυμίζει κάπως τον κλασικό "Ταξιτζή": Ένας πρώην παπάς παίρνει υπό την προστασία του την τετράχρονη ή πεντάχρονη κόρη της αδερφής του, η οποία ήταν διάσημη πορνοστάρ και πέθανε από ναρκωτικά σε νεαρή ηλικία. Όταν διαπιστώνει ότι η μικρή είναι σεξουαλικά κακοποιημένη αποφασίζει να εκδικηθεί με τον σκληρότερο τρόπο. Αντιλαμβάνεστε ότι κάθε άλλο παρά για παιδικό φιλμ πρόκειται. Η ταινία έχει κάποια δάνεια από anime, αλλά η αισθητική είναι εντελώς διαφορετική. Ο Morgenthaler χρησιμοποιεί "καθαρό", με σαφή περιγράμματα σχέδιο για τους χαρακτήρες και αρκετά εικαστικό, εξπρεσιονιστικό, για τους χώρους και τα τοπία. Συγχρόνως μπλέκει με πολύ πετυχημένο και έξυπνο κατά τη γνώμη μου τρόπο σκηνές με κανονικούς ηθοποιούς όταν οι ήρωες βλέπουν παλιές βιντεοκασέτες, όσα οι οποίες αφηγούνται λειτουργούν σαν φλας μπακ. Νομίζω ότι το πάντρεμα αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Η ιστορία είναι αρκετά ενοχλητική για έναν ανυποψίαστο θεατή, έχει βία, όπως είπαμε, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλει τη χρήση της και τον εθισμό σ' αυτή, που γυρνά πίσω σαν μπούμερανγκ σ' αυτούς που την εξασκούν. Εξ άλλου το φιλμ δεν χαρίζεται σε κανέναν, αποφεύγοντας σαν το διάβολο το λιβάνι βολικές λύσεις και καθησυχαστικά χάπι εντ - κάθε άλλο μάλιστα. Ίσως βέβαια να μην εξερευνά πολύ βαθιά τους "απαγορευμένους" χώρους στους οποίους καταδύεται, αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν θα μπορούσαμε παρά να το χαρακτηρίσουμε τουλάχιστον τολμηρό. Προσοχή: Δεν δείχνει ακριβώς κάποιες "τσόντες", αλλά τολμηρά είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Το είδα με πολύ ενδιαφέρον, δίχως πάντως να το θεωρώ και αριστούργημα. Ελπίζω όμως να έχουν χωνέψει οι πάντες ότι τα animation έχουν πλέον προ πολλού πάψει να απευθύνονται (μόνο) σε παιδιά. Όχι μόνο στην Ιαπωνία, αλλά, όπως αποδεικνύει η τραγική αυτή "Πριγκήπισσα", και στη Δανία και σε πολλές άλλες χώρες.

Δευτέρα, Μαρτίου 28, 2011

ΧΑΜΕΝΗ ΝΙΟΤΗ ΚΑΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ

Το "Wasted Youth" (2011) των Αργυρη Παπαδημητρόπουλου και του γερμανού Jan Vogel είναι πολύ, μα πολύ χαλαρά βασισμένο (αλπώς εμπνευσμένο θα ήταν καλύτερα να πούμε) από τα τραγικά γεγονότα της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου από ανεγκέφαλο μπάτσο. Προσοχή όμως: Μην πάτε να δείτε την ιστορία του Αλέξη. Είπαμε: Είναι απλώς εμπνευσμένο απ' αυτή και δεν έχει καμία σχέση (ηθελημένα φυσικά) με τα πραγματικά γεγονότα. Πάει αυτό.
Έχω επανειλημμένα γράψει σ' αυτό το μπλογκ ότι προσωπικά δεν είμαι πολύ φίλος του ωμά ρεαλιστικού, ντοκιμαντερίστικου σινεμά, αυτού δηλαδή που αποκαλούμε "φέτα ζωής" δίχως πολλές - πολλές πλοκές. Επειδή λοιπόν το φιλμ ανήκει στο είδος και στην αισθητική αυτή, ομολογώ ότι βαρέθηκα κάπως. Αυτό όμως αποτελεί προσωπική αισθητική επιλογή, προσωπικό βίτσιο αν θέλετε, και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε ντε και καλά να το ενστερνιστούν κι άλλοι. Έτσι, οι προσωπικές και αυθαίρετες φυσικά προτιμήσεις μου δεν με εμποδίζουν να παραδεχτώ ότι η ταινία αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα πολύ πετυχημένο δείγμα του είδους αυτού. Κατά τη διάρκειά της παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων κατά τη διάρκεια μιας μέρας: Ενός 16άρη με όλη την τρέλα και τον ζαμανφουτισμό της ηλικίας του και ενός μπάτσου πιεσμένου από οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα, που ζει στο ασφυκτικό περιβάλλον ενός μικρού σχετικά διαμερίσματος με την οικογένειά του. Οι πορείες τους, όπως ακριβώς στις συγκλονιστικές (παρόμοιας αισθητικής πάντως και γι' αυτό σχετικά βαρετές για μένα) "71 Συμπτώσεις..." του Haneke, θα συναντηθούν στο τέλος με τρόπο τραγικό και αναπάντεχο.
Οι αρετές του φιλμ είναι το απόλυτα αληθινό των καταστάσεων που δείχνονται, οι αβίαστες και φυσικές ηθοποιίες των νεαρών, ερασιτεχνών ηθοποιών (που, όπως διάβαζα, δούλευαν αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε ένα πολύ χαλαρό σενάριο), η αμερόληπτη ματιά - απλή καταγραφή γεγονότων, που αφήνει τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, η αποφυγή κατάταξης των χαρακτήρων σε καλούς - κακούς, ενώ η γκρίζα Αθήνα είναι πιο ζωντανή από ποτέ και άμεσα αναγνωρίσιμη. Ξέρουμε τον κάθε σχεδόν εξωτερικό χώρο, τα μπαρ, τις εικόνες. Ειδικά η ρέμπελη, κενή ίσως ζωή των πιτσιρικάδων περιγράφεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αλήθεια και γι' αυτό τελικά σε κερδίζει. Όσο για αυτό που θα αποκαλούσαμε "έλλειψη πλοκής" είναι απόλυτα ηθελημένο και γι' αυτό σεβαστό. Συνηθίζεται άλλωστε στο στιλ αυτό.
Φυσικά η ταινία μας οδηγεί και σε έντονο προβληματισμό. Φταίει ένας "κακός μπάτσος" (προφανώς φταίει, αλλά το ερώτημα είναι αν φταίει μόνο αυτός) ή είναι ένα ολόκληρο μίζερο και άδικο κοινωνικό σύστημα που οδηγεί σε τέτοιες άνευ επιστροφής καταστάσεις; Αντιλαμβάνεστε βέβαια την προφανή απάντηση, κι αυτό είναι που πετυχαίνει να δείξει ανάγλυφα η ταινία. Η οποία βεβαίως - και παρά τις υποκειμενικές μου αντιρήσεις - εντάσσεται νομίζω στην ερύτερη "αναγέννηση" του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, αποτελεί μια ακόμα ψηφίδα της και, εν πάσει περιπτώσει, συνίσταται ανεπιφύλακτα στους φίλους του σινεμά του στιλ π.χ. των Νταρντέν.
ΥΓ: Και μη βιαστείτε να πείτε "μα τι άθλια και ανερμάτιστη είναι αυτή η νεολάία, τι μαλακίες κάνει;". Θυμηθείτε ότι είναι μόλις 16άρηδες και, παρά την κενότητα και τις "μαλακίες" που βλέπουμε, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει τον δρόμο που θα πάρουν στη ζωή τους. Θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε αξιόλογους ανθρώπους, αλλά και να καταλήξουν κι οι ίδιοι όπως ακριβώς ο σαραντάρης μπάτσος. Όλα είναι ανοιχτά. Αλλά και έστω σαν καταγραφή της νεανικής αφασίας αν το δει κανείς, το φιλμ παραμένει σημαντικό.

Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2011

ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΤΟΥ ELDORADO


Ο μεγάλος χολιγουντιανός σκηνοθέτης Howard Hawks (1896–1977) γυρίζει την προτελευταία ταινία του, το γουέστερν "Eldorado", το 1966, την εποχή δηλαδή που το είδος βρίσκεται ήδη στην παρακμή του. Φυσικά ο Hawks, με την τεράστια εμπειρία του, έκανε και πάλι ένα χορταστικό γουέστερν, χρησιμοποιώντας μάλιστα δύο εμβληματικούς ηθοποιούς του είδους: Τον Τζον Γουέιν και τον Ρόμπερτ Μίτσαμ. Με μπόλικο πιστολίδι, με την κλασική πόλη του Φαρ Ουέστ, με καλούς και κακούς φυσικά, με κτηματίες που επιβουλεύονται ο ένας τη γη του άλλου, με το κυρίαρχο τοπίο της παρθένας τότε αμερικάνικης υπαίθρου, με πληρωμένους φονιάδες, με κλασικά σαλούν κλπ. Και, φυσικά επίσης, τα κυρίαρχα μοτίβα είναι και εδώ τα κλασικά: Η γενναιότητα που φτάνει ως την αυτοθυσία, η αντρική φιλία, η αίσθηση του καθήκοντος... τέτοια πράγματα. Από την άλλη, η ανθρώπινη ζωή ποτέ δεν είχε τόσο μικρή αξία: Οι ήρωες, καλοί και κακοί, πυροβολούν καλού - κακού πριν μιλήσουν, φόνοι γίνονται κατά λάθος - οπότε ο φονιάς είναι απόλυτα δικαιολογημένος, ο οίκτος είναι άγνωστη λέξη... και άλλα τέτοια. Ευτυχώς δεν υπάρχουν "κακοί" ινδιάνοι, αν και μια - δυο φορές κάποιος από τους θετικούς ήρωες αναφέρει περήφανος ότι έχει καθαρίσει πολλούς απ' αυτούς. Και κάτι άλλο: Υπάρχει και αρκετό χιούμορ, το οπποίο όμως νομίζω ότι ποτέ δεν αποτελεί το κυρίαρχο μοτίβο. Όχι παρωδία, δεν έχουμε φτάσει ακόμα στην αποδόμηση του είδους, απλώς χιούμορ.
Οπότε το συμπέρασμα είναι απλό: Αν είστε φαν του χαρακτηριστικά αμερικάνικου αυτού είδους - που αυτή ακριβώς την εποχή είχε πλέον μεταπηδήσει και στην Ιταλία - πρόκειται νομίζω από τα κλασικά, χορταστικά όπως είπα δείγματα, που θα σας ικανοποιήσουν. Αν πάλι έχετε αλλεργία στην Άγρια Δύση και τους ήρωές της, αλλάξτε ταινία. Απλώς, φίλοι ή εχθροί, να έχετε υπ' όψιν ότι κατά τη γνώμη μου δεν έχουμε να κάνουμε με ένα από τα "σκεπτόμενα" φιλμ του είδους, που θέτουν τους ήρωες (και τους θεατές) μπροστά σε φοβερά ηθικά διλήμματα ή τους κάνουν να σκεφτούν ή να ξανασκεφτούν ορισμένα πράγματα ("Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές", "Liberty Vallance" κλπ.) Το "Eldorado" το βλέπετε κυρίως για να διασκεδάσετε. Και ως τέτοιο είναι μια χαρά.

Πέμπτη, Μαρτίου 24, 2011

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ


Το μεξικάνικο "Κάστρο της Αγνότητας" (El Castillo de la Pureza) του 1973 είναι βέβαια η ταινία την οποία κατηγορήθηκε ότι "αντέγραψε" ο Λάνθιμος στον "Κυνόδοντα". Θα πω και λίγα πράγματα γι' αυτό, αλλά το θέμα δεν είναι οι άνευ λόγου συγκρίσεις, αλλά η ταινία η ίδια. Η οποία γυρίστηκε από τον Arturo Ripstein, γνωστό και παραγωγικό σκηνοθέτη και πρώην βοηθό του Μπουνιουέλ και βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ μάλιστα είχε ενδιαφερθεί να τη γυρίσει κάποτε, αλλά το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Λίγα λοιπόν για τις συγκρίσεις: Ναι, ο σκελετός της ιστορίας είναι ο ίδιος με τον "Κυνόδοντα". Πατέρας που κρατά έγκλειστη την οικογένειά του στο σπίτι (τα παιδιά δεν έχουν δει ποτέ τον έξω κόσμο), και μάλιστα τα παιδιά αυτά είναι και πάλι δύο κορίτσια κι ένα αγόρι - αν και διαφορετικών ηλικιών, αφού στο μεξικάνικο φιλμ το ένα κορίτσι είναι μόλις 5 χρονών. Οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Είναι τόσο διαφορετικό το πνεύμα και οι στόχοι των δύο φιλμ, τόσο, μα τόσο δοαφορετική η αισθητική, ακόμα και το στόρι που από τη μέση και πέρα αλλάζει εντελώς απ' αυτό του "Κυνόδοντα" και καταλήγει εντελώς διαφορετικά, που νομίζω ότι θα μπορούσαμε μάλλον για έμπνευση και αφορμή να μιλήσουμε και σε καμία περίπτωση για "αντιγραφή". Τέρμα οι συγκρίσεις.
Ο Ripstein κάνει μια καθαρή πολιτική αλληγορία. Ας σκεφτούμε τι γινόταν σ' όλη τη Νότια Αμερική στη δεκαετία του 70: Αιμοσταγείς χούντες σε όλες σχεδόν τις χώρες, θρησκευτική καταπίεση (η εκκλησία πάντα τα πήγαινε μια χαρά με τους δικτάτορες), παντελής έλλειψη ελευθερίας. Αυτό ακριβώς το γενικό κλίμα μεταφέρει στον οικογενειακό μικρόκοσμο ο σκηνοθέτης. Ο πατέρας - αφέντης συμβολίζει βέβαια την απόλυτα καταπιεστική εξουσία. Τα μέλη της οικογένειας τον αγαπούν (σαν πατέρα) και τον μισούν ταυτόχρονα. Περισσότερο όμως από οτιδήποτε άλλο τον φοβούνται.
Το φιλμ επικεντρώνεται κυρίως στην ανισόρροπη προσωπικότητά του. Ο πάτερ φαμίλιας δείχνεται ξεκάθαρα ως κάτι απόλυτα αρνητικό, κακό, παρανοϊκό (το τελευταίο είναι κυριολεκτικό, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, παύοντας από ένα σημείο και πέρα να ελέγχει τον εαυτό του). Από την άλλη, για να ολοκληρωθεί η φασιστοειδής προσωπικότητά του, παρουσιάζεται και ως απόλυτα υποκριτής και κακός. Κάνει κρυφά, αφού είναι ο μόνος που έχει επαφές με τον έξω κόσμο, ό,τι ακριβώς απαγορεύει με αυστηρότατο τρόπο στην οικογένειά του: Πηγαίνει με πόρνες, την πέφτει σε μια μικρή (και στη σκηνή αυτή βγάζει όλη την κακία του), τρωει κρέας ενώ επιβάλλει στους άλλους την αποχή απ' αυτό κλπ. Πιο αρνητικός χαρακτήρας δεν γίνεται.Αφείστε που υποφέρει από παθολογική ζήλεια για τη γυναίκα του, που ως καλός "μέσος πολίτης" αρνείται να επαναστατήσει και να στραφεί ανοιχτά εναντίον του.
Από την άλλη ο Ripstein είναι σουρεαλιστής (σα γνήσιος μαθητής του Μπουνιουέλ. Άλλωστε όλη η ταινία είναι πολύ στο κλίμα του μεγάλου δασκάλου). Χρησιμοποιεί λοιπόν πλήθος συμβόλων, φροϊδικών και μη. Τα δηλητήρια που κατασκευζει η οικογένεια, τα ποντίκια, η υποβόσκουσα και στυγνά καταπιεσμένη, πλην όμως πανταχού παρούσα σεξουαλικότητα (που αυτή κυρίως προκαλεί την επανάσταση των έγκλειστων), η διαρκής βροχή που με σουρεαλιστικό τρόπο πέφτει καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, το σάπιο και καταρρέον παλιό σπίτι (όπως τα τότε καθεστώτα), όλα παραπέμπουν στο σουρεαλισμό και στην εμφανή αλληγορία. Η ατμόσφαιρα που πετυχαίνει είναι πνιγηρή, μουντή, μυρίζεις θαρρείς τη μούχλα που αναδύεται από παντού.
Παρά την κλειστοφοβικότητά της, τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, με ξεκάθαρους, πολιτικούς κυρίως, στόχους, καθώς νομίζω ότι στρέφεται πρωτίστως ενάντια στα καθεστώτα που λέγαμε και την καταπιεστική εξουσία εν γένει και όχι τόσο ενάντια στον θεσμό της οικογένειας. Αξίζει να τη δείτε. Προσωπικά μάλιστα θα ήθελα να δω περισσότερα φιλμ του δημιουργού αυτού, αφού έχω δει μόνο μία ακόμα ταινία του.

Τρίτη, Μαρτίου 22, 2011

ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ "ΑΠΟΘΕΤΕΣ";


Το "Depositarios" (θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κάπως σαν "Αποθέτες") είναι μια μεξικάνικη ταινία του 2010, η πρώτη μεγάλου μήκους του Rodrigo Ordoñez. Φιλμ επιστημονικής φαντασίας, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει απο αμεριάνικα του είδους. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού είναι πολύ πιο σκεπτόμενο και πρωτότυπο από ένα αμερικάνικο blogbuster του είδους και θέτει μια σειρά ερωτημάτων που άπτονται της ηθικής.
Σε ένα κοντινό μέλλον όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με έναν κλώνο (ένα δίδυμο ουσιαστικά), που μεγαλώνει σα φυτό σε μια ειδική "γιάλα" και τον οποίο χρησιμοποιούν σαν "αποθέτη" οποιουδήποτε δυσάρεστου τους συμβαίνει, σωματικό ή συναισθηματικό. Κάποιοι όμως αμφισβητούν το ότι τα όντα αυτά είναι "φυτά" και, φυσικά, χαρακτηρίζονται τρομοκράτες.
Η ταινία ξεχωρίζει για το ότι διαθέτει ένα πλήθος πρωταγωνιστών, αλλά και υποπλοκών, οι οποίες ωστόσο δένουν κατά τη γνώμη μου αρμονικά στο τελικό αποτέλεσμα, δίχως μάλιστα να μπερδεύουν άνευ λόγου τον θεατή. Οι ανατροπές - όχι όμως απιθανότητες - και τα συνεχή γεγονότα εξ άλλου κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Όσο για τα ηθικά διλήμματα που λέγαμε... Τι θα κάνατε εσείς αν εξασφαλίζατε κάτι σαν ευτυχία, ταυτόχρονα όμως αυτό το πλήρωνε κάποιος άλλος; Η όλη ιστορία βέβαια στο φιλμ είναι το αν αυτός ο άλλος έχει συνείδηση των όσων (του) συμβαίνουν ή όχι. Πέραν αυτού όμως, το όλο πράγμα δεν θυμίζει κάπως και τη δυτική ευημερία, η οποία, εδώ και αιώνες, έχει βασιστεί στην εκμετάλλευση (και συχνά την εξόντωση) άλλων πληθυσμών και στην ύπαρξη Τρίτου Κόσμου, πράγματα που, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ταινία, αγνοούμε ή και αποφεύγουμε να σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας; Αν το κάναμε ίσως και να τρελαινόμαστε...
Μια άλλη αρετή της ταινίας είναι η αρκετά σφαιρική θέαση των πραγμάτων και ο ρεαλισμός που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο του όλου φανταστικού πλαισίου. Δεν υπάρχουν ταρζανιές, ηρωισμοί, κατορθώματα, ενώ οι ήρωες είναι αληθινοί, ακόμα και σαν εμφάνιση. Όλα είναι απόλυτα πειστικά. Είναι ακριβώς αυτό που μάλλον θα συνέβαινε αν είχε επιτευχθεί (;) η αρχική φανταστική παραδοχή. Και αυτό είναι κάτι που προσωπικά, μπουχτισμένος από τις χοντράδες, το μελό και τις απιθανότητες των υπερπαραγωγών, εκτιμώ πολύ. Μακάρι η επιστημονική φαντασία να ήταν πάντοτε τόσο σκεπτόμενη. Άλλωστε, το έχουμε ξαναπεί: Το μεξικάνικο σινεμά περνά περίοδο μεγάλης ακμής.

ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ "ΑΠΟΘΕΤΕΣ";

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2011

ΡΥΘΜΙΖΟΝΤΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ο μεγάλος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ έχει ατυχήσει μέχρι σήμερα στις πολλές μεταφορές του στην οθόνη. Ακόμα κι αν το αποτέλεσμα είναι υπέροχο, όπως στο αριστουργηματικό "Blade Runner", δεν έχει και πάλι καμιά σχεδόν σχέση με το ομώνυμο, επίσης πολύ καλό βιβλίο. Φοβάμαι ότι "Οι Ρυθμιστές" (The Adjustment Bureau) του 2011 του πρωτοεμφανιζόμενου σαν σκηνοθέτη σεναριογράφου George Nolfi δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ιδέα είναι, όπως πολύ συχνά στον Ντικ, πρωτότυπη και έξυπνη και δίνει αφορμή για πολλούς φιλοσοφικούς προβληματισμούς που αφορούν την ύπαρξη ή μη της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης: Ο ήρωας ανακαλύπτει ότι τα πάντα γύρω του, ακόμα και η παραμικρότερη καθημερινή λεπτομέρεια, κανονίζονται, προκαθορίζονται, "ρυθμίζονται" από μια ομάδα πανίσχυρων ανθρώπων (που δεν είναι σίγουρο αν είναι ακριβώς άνθρωποι), που την ρυθμίζουν σύμφωνα με το κολοσσιαίο Σχέδιο, το οποίο ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν πού ακριβώς αποβλέπει και γιατί διαμορφώνεται κάθε στιγμή όπως διαμορφώνεται. Αγωνίζεται λοιπόν να ξεφύγει απ' αυτό και να καθορίσει ο ίδιος τη μοίρα του. Είναι καλό στοιχείο μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ότι οι Ρυθμιστές σπανίως χρησιμοποιούν βία. Ασχολούνται κυρίως με μικρές λεπτομέρειες, είναι ευθυνόφοβοι και συμπεριφέρονται μάλλον σαν γραφειοκράτες.
Ενδιαφέρον. Η εκτέλεση όμως, η ταινία που βλέπουμε δηλαδή, είναι νομίζω γεμάτη κλισέ, αφέλειες και καταλήγει σε προβλέψιμο, επίσης αφελές, τέλος. Είναι κι αυτός ο υπερ-ρομαντικός έρωτας με την πρώτη ματιά που διαπερνά ολόκληρο το φιλμ, με τους ερωτευμένους να πασχίζουν να αλλάξουν τη μοίρα τους, που μάλλον ξενερώνει παρά οτιδήποτε άλλο. Δικαιολογείται κάπως βέβαια αυτή η ερωτική εμμονή αμφοτέρων, αλλά το γενικό συναίσθημα "Άρλεκιν" φοβάμαι ότι παραμένει. Όσο για το σασπένς, νομίζω ότι κι αυτό δεν καταφέρνει να παραμείνει σε ιδιαίτερα ύψη.
Δεν θυμάμαι αν έχω διαβάσει το πρωτότυπο διήγημα του Ντικ (ήταν και πολυγραφότατος ο μακαρίτης), αλλά όπως συμβαίνει μέχρι τώρα, σίγουρα είναι πολύ καλύτερο και αρκετά διαφορετικό. Περιμένω την επόμενη μεταφορά, μήπως και...
ΥΓ: Φαντάζεστε έναν διάσημο αμερικάνο γερουσιαστή, που πιθανόν προορίζεται για επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, να κάνει επί τρία χρόνια, κάθε, μα κάθε πρωί, την ίδια διαδρομή με το... λεωφορειο της γραμμής (με το Κολιάτσου - Παγκράτι σα να λέμε);