Πέμπτη, Ιουνίου 10, 2010

"ΡΕΒΑΝΣ" ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


Ξαναείδα, άπειρα χρόνια μετά, τη "Ρεβάνς", που ο Νίκος Βεργίτσης γύρισε το 1983 και που είναι η καλύτερη ταινία του (από μόνο του αυτό δεν λέει τίποτα, αφού έχει γυρίσει μόλις τρεις). Στην εποχή της είχε συζητηθεί αρκετά και είχε κάνει αρκετά μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα. Δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα απ' αυτή. Μόνο το ότι παλιά μου είχε αρέσει, και ήμουν περίεργος να δω πώς θα μου φαινόταν τώρα.
Μάλλον με έκπληξη λοιπόν διαπίστωσα ότι παραμένει ενδιαφέρουσα και καλογυρισμένη, πράγμα σπάνιο για ελληνική ταινία μιας εποχής όπου κυριαρχούσαν οι άθλιες "κωμικές" βιντεοταινίες και οι κακογυρισμένες "ψαγμένες", πολιτικοποιημένες κυρίως, ταινίες του "Νέου ελληνικού κινηματογράφου" και αποπνέει ακόμα έναν αέρα νεανικής φρεσκάδας.
Η "Ρεβάνς" είχε πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία τότε. Βέβαια, για να το καταλάβει κανείς αυτό σήμερα, πρέπει να γνωρίζει λίγο την εποχή αυτή: Ήταν τότε που οι νέοι πειραματίζονταν πολύ περισσότερο από τους σημερινούς, ενώ η άγρια πολιτικοποίηση (που στην πραγματικότητα ήταν κυρίως κομματικοποίηση) των πρώτων διψασμένων χρόνων της μεταπολίτευσης - δικαιολογημένη κατά τη γνώμη μου μετά από μια επταετία στυγνών απαγορεύσεων - είχε μόλις αρχίσει να αμφισβητείται. Αυτά ακριβώς είναι τα θέματα που θίγει η ταινία: Τους πειραματισμούς των νέων (κυρίως σε επίπεδο σχέσεων και σεξουαλικότητας) και την αμφισβήτηση της παραδοσιακής αριστεράς και των ποικίλων αρτηριοσκληρωτισμών της (για δεξιά ούτε λόγος να γίνεται. Αυτή δεν υπήρχε καν στο λεξιλόγιο των φοιτητών τουλάχιστον της εποχής).
Άλλοτε με τρόπο δραματικό κι άλλοτε με πολύ χιούμορ, η ταινία καταγράφει τη ζωή τριών νέων, μιας κοπέλας και δύο αντρών, που ανήκουν σε ένα εξωκοινοβουλευτικό "περιθώριο" (πολύ διαδεδομένο ωστόσο την εποχή αυτή) και συνιστούν ένα παράξενο ερωτικό τρίγωνο, άλλοτε με έντονες συγκρούσεις κι άλλοτε σε απόλυτη αρμονία. Έτσι πρώτα - πρώτα το φιλμ μιλά για τη σεξουαλική ελευθερία. Κυρίαρχο μοτίβο άλλωστε είναι το σύνθημα που υπάρχει στον τοίχο του δωματίου "Στον έρωτα τίποτα δεν είναι ανήθικο". Το φεμινιστικό στοιχείο είναι επίσης πολύ έντονο, με τη γυναίκα να διεκδικεί την ελευθερία των επιλογών της ισότιμα με τους άντρες. Και είναι και gay friendly, με τον απολαυστικό ρόλο του Πουλικάκου που κάνει ένα συμπαθή ομοφυλόφιλο. Από την άλλη η πολιτική αμφισβήτηση (της καθιερωμένης αριστεράς κυρίως) είναι κι αυτή έντονα παρούσα μέσα από πλήθος αναφορών και περιστατικών, αλλά και με την τελική ανατροπή - αποκάλυψη και τον χαρακτήρα του καταπιεστικού πατέρα (μια λεπτομέρεια της αμφισβήτησης αυτής είναι και η επιλογή των ηρώων να ακούν ροκ, που τότε ήταν κυριολεκτικά απαγορευμένο στους κύκλους της ΚΝΕ).
Πέραν αυτών όμως βρήκα την ταινία καλογυρισμένη, με όμορφη φωτογραφία, έξυπνα σκηνοθετικά ευρήματα και με μια έντονη σινεφίλ διάθεση, καθώς οι αναφορές σε κλασικά φιλμ είναι πολλές και εμφανείς και ο βασικός ήρωας (ο νεαρός τότε Καφετζόπουλος) είναι μανιακός με το σινεμά και έχει συχνά κινηματογραφικής προέλευσης φαντασιώσεις. Γενικά, το κλίμα της γαλικής νουβέλ-βαγκ είναι πανταχού παρόν (ο Βεργίτσης άλλωστε είχε σχετικά πρόσφατα τότε γυρίσει από τη Γαλλία, όπου σπούδαζε σινεμά).
Συνολικά λοιπόν τη θεωρώ μια σημαντική ταινία καταγραφής μιας εποχής - ή ενός συγκεκριμένου χώρου της εποχής αυτής, η οποία μάλιστα είναι και πολύ πιο όμορφη κινηματογραφικά από ξεπερασμένες σήμερα παρόμοιες προσπάθειες, όπως, ας πούμε, ο "Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο" του Ζερβού.

Τρίτη, Ιουνίου 08, 2010

ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΕΣ, ΤΕΡΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΤΩ


"Η Πεντάμορφη και το Τέρας" (La Belle et la Bete) του 1946 ίσως είναι η ομορφότερη ταινία του Jean Cocteau (1889-1963). Ποιητής, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ζωγράφος, ο πολυσχιδής αυτός καλλιτέχνης γύρισε λίγες σχετικά ταινίες, που αναμειγνύουν το έντονα ρομαντικό πνεύμα με τον σουρεαλισμό. Πολλές απ' αυτές είναι ποιητικές ή/και σουρεαλιστικές και στην ίδια τη δομή τους, μπαίνοντας έτσι στο χώρο του πειραματικού σινεμά. Η συγκεκριμένη όμως ταινία έχει σαφή αφηγηματική δομή: Πρόκειται για την κατά Cocteau εκδοχή του ομώνυμου γνωστού παραμυθιού.
Σπάνια μπορεί κανείς με τόσο σιγουριά να δώσει σε ένα φιλμ τον χαρακτηρισμό του ποιητικού. Η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία, τα μπαρόκ, παράδοξα σκηνικά, το όλο ονειρικό κλίμα, σε συνδυασμό με τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι τίποτα υπερβολικό, μη φοβηθείτε) δημιουργούν μια έντονα υπνωτική ατμόσφαιρα, που κάνει τον θεατή να νομίζει διαρκώς ότι παρακολουθεί ένα όνειρο. Μερικές σκηνές είναι εξαιρετικές: Η αρχική είσοδος του πατέρα στον μαγεμένο πύργο του τέρατος προκαλεί μέχρι σήμερα ανατριχίλα, θυμίζοντας ταινία τρόμου (η σκηνή θα επαναληφτεί αργότερα με ποιητικότερη διάθεση με την είσοδο της Πεντάμορφης στον πύργο). Οι εικόνες των κηροπηγίων που κρατάνε χέρια που βγαίνουν από τους τοίχους, τα αγάλματα που κινούνται αργά και παρακολουθούν τους ήρωες με το βλέμμα τους, η πρώτη εμφάνιση του τέρατος με την ζωόμορφη μορφή που θα γίνει ένα από τα κινηματογραφικά αρχέτυπα, η τελική απογείωση των εραστών στον ουρανό - εικόνα θαρρείς βγαλμένη από πίνακες του Σαγκάλ - μένουν βαθειά χαραγμένες στη μνήμη. Αλλά και η μελέτη του Κοκτώ στο θέμα του έρωτα ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά πλάσματα, καθώς και η πρώιμη ενασχόληση με το θέμα της διαφορετικότητας και της αποδοχής της, φέρνουν την ταινία μπροστά από τη εποχή της: Το Τέρας παρουσιάζεται όχι ως κακό και αιμοβόρο, αλλά ως τραγική φιγούρα, καταδικασμένη σε ένα αιώνιο μαρτύριο εξ αιτίας ακριβώς της διαφορετικότητάς του, της τρομαχτικής του δηλαδή εμφάνισης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατάδειξη (πρώιμη επίσης) της διπλής του φύσης: Από τη μία είναι ένας ρομαντικός, ευγενικός ήρωας, που εκτελεί κάθε διαταγή της αγαπημένης του και είναι έτοιμος να πεθάνει από έρωτα όταν την χάνει, από την άλλη είναι το αιμοβόρο κτήνος με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα. Η δεύτερη, η σκοτεινή αυτή εκδοχή της φύσης του σχετίζεται άμεσα με την καταπιεσμένη του σεξουαλικότητα, πράγμα που δείχνεται καθαρά σε μια εντυπωσιακή σκηνή όπου το κτήνος έχει πάρει το πάνω χέρι μέσα του όταν παραμονεύει, ενώ καίγεται κυριολεκτικά και μεταφορικά, έξω από την πόρτα της κοπέλας που αγαπά και δεν μπορεί να πλησιάσει.
Ίσως το φιλμ σας γεννήσει κι άλλους συνειρμούς και να προχωρήσετε και σε άλλες αναλύσεις. Θα πρότεινα όμως απλώς - ή τουλάχιστον πριν απ' αυτά - να αφεθείτε στη μαγεία και την ονειρική του ατμόσφαιρα κι αυτό, νομίζω, είναι αρκετό για να αποζημειώσει έναν ευαίσθητο θεατή. Ίσως βέβαια σήμερα τα εφφέ να σας φανούν ξεπερασμένα και πρωτόγονα, ίσως αυτός ο έντονος ρομαντισμός του Κοκτω να γίνεται ακόμα και αστείος σε κάποια σημεία, όπως και το παίξιμο των ηθοποιών σε κάποιες σκηνές, ίσως να σας ξενερώσει λιγάκι η τελική μεταμόρφωση... θεωρώ όμως όλα αυτά πταίσματα, που διακιολογούνται και από την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, μπροστά σε ένα από τα αριστουργήματα του κινηματογράφου.

Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010

"ΣΚΑΘΑΡΟΖΟΥΜΗΔΕΣ" ΚΑΙ ΕΞΟΡΚΙΣΤΕΣ... ΖΩΝΤΑΝΩΝ


Βρισκόματε στα 1988 όταν ουσιαστικά γνωρίσαμε τον Tim Burton. Ο "Σκαθαροζούμης" (Beetle Juice) ήταν η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, αλλά, όπως είπα, όλοι τον μάθαμε απ' αυτήν, αφού η πρώτη είχε ουσιαστικά περάσει απαρατήρητη. Ωστόσο στον πρώιμο αυτόν "Σκαθαροζούμη" ο Burton δείχνει ήδη όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά που έμελλε να σημαδέψουν το έργο του: Κατάμαυρο χιούμορ με ανατροπή των κλισέ τρόμου, εικόνα βγαλμένη από μυαλό γνήσιου σουρεαλιστή με οργιαστική φαντασία, ιστορία - παραμύθι, που απευθύνεται όμως κυρίως σε ενήλικους. Παιδικότητα; Κι αυτή υπάρχει, αλλά για κάπως πιο ενήλικα παιδιά. Γιατί τα κανονικά μπορεί και να παγώσουν με όσα βλέπουν...
Μια αστεία ιστορία τρόμου λοιπόν, με ένα συμπαθέστατο ζεύγος φαντασμάτων που προσπαθεί να διώξει τους παρείσακτους και θορυβώδεις ξένους που αγοράζουν το αγαπημένο τους σπίτι, το οποίο στοιχειώνουν. Τα πράγματα όμως θα μπερδευτούν κι άλλο όταν το απελπισμένο ζεύγος θα καλέσει σε βοήθεια τον φριχτό και αηδή Σκαθαροζούμη, εξορκιστή... ζωντανών και νεκρό και τον ίδιο.
Αυτό που αμέσως παρατηρεί κανείς είναι η εντυπωσιακή, πλούσια σε χρώματα και φαντασία εικόνα του Burton. Όταν μάλιστα δείχνει κάποιες σκηνές του "άλλου κόσμου", οι επιρροές από τον κλασικό γερμανικό εξπρεσιονισμό ("Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι" κλπ.) είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Και, φυσικά, υπάρχουν επιροές από παραμύθια, αλλά και όλα τα κλισέ τρόμου (έστω και ανεστραμένα). Όσο για τα τέρατα, δεν έχει κανένα πρόβλημα να τα δείξει εμφανώς ψεύτικα και πολύχρωμα, κάτι σαν τρομαχτικά παιδικά παιχνίδια. Τι πετυχαίνει με όλα αυτά; Μια προσωπική εφιαλτική παιδικότητα, ένα σύμπαν δηλαδή που βουτάει βαθιά στην παιδική φαντασία, αλλά είναι πολύ σκοτεινό και τρομαχτικό για να ανήκει σε παιδική ταινία. Όπως δηλαδή είναι συχνά η παιδική ηλικία, που συνδυάζει την ανεμελιά με τους μυστικούς εφιάλτες. Και κάνει και μια αστεία κριτική στη σύγχρονη τέχνη και το extreme ντιζάιν των 80ς. Χμμ... αυτός είναι ιδιαίτερος δημιουργός κι όχι ένας ακόμα αμερικάνος μπλογκμπαστεράς, είχαμε σκεφτεί τότε και, ευτυχώς, πέσαμε μέσα.
Πέραν αυτών, νομίζω ότι μέχρι σήμερα ο "Σκαθαροζούμης" παραμένει, αν μη τι άλλο, μια πολύ διασκεδαστική ταινία. Η πρώτη σημαντική ενός σημαντικού σύγχρονου δημιουργού, ενός από τους λίγους που έχουν καταφέρει να συνδυάσουν την εμπορική επιτυχία με το προσωπικό όραμα.

Κυριακή, Ιουνίου 06, 2010

ΤΟ "ΒΡΑΔΥ ΣΤΙΣ ΟΧΤΩ" ΚΑΙ Η ΚΡΥΜΕΝΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Ο George Cukor (1899-1983) είναι ασφαλώς από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες. Το 1933 γυρίζει το "Dinner at Eight" ("To Βράδυ στις Οχτώ" καθ' ημάς) με ένα εντυπωσιακό καστ μεγάλων σταρ της εποχής, προσπαθώντας να κάνει επιτυχία χάρη στα συγκεντρωμένα ονόματα (Μαρί Ντρέσλερ, Τζον Μπάριμορ, Λάιονελ Μπάριμορ, Γουόλας Μπίρι, Τζιν Χάρλοου κ.ά.) Η επιτυχία έγινε, αλλά νομίζω ότι το φιλμ αξίζει πολύ περισσότερο απ' αυτή.
Μερικές φορές το "Βράδυ" περιγράφεται σαν κωμωδία. Σίγουρα διαθέτει χιούμορ και μερικές εξαιρετικές ατάκες, αλλά βασικά πρόκειται για ένα πυκνό δράμα. Τι κωμωδία θα ήταν άλλωστε όταν ένας από τους ήρωες αυτοκτονεί, ενώ κάποιος άλλος αποδεικνύεται ότι είναι ετοιμοθάνατος; Η ταινία αφηγείται τις προετοιμασίες για ένα επίσημο δείπνο που θα γίνει στο πολυτελές σπίτι ενός πλούσιου ιδιοκτήτη ναυτιλιακής εταιρίας, με καλεσμένους, φυσικά, ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας. Κι εδώ αρχίζει το "γδύσιμο" των ανθρώπων αυτών, η αποκάλυψη όσων κρύβονται "κάτω από το χαλί", η διαπίστωση ότι ο αστραφτερός αυτός κόσμος καθόλου αστραφτερός δεν είναι κι ότι στην πραγματικότητα κρύβει πλήθος βρώμικων μυστικών. Αυτό που κυριαρχεί (κι αυτό που κάνει την επιφάνεια αστραφτερή) είναι η υποκρισία, οι καλοί τρόποι, οι κάθε λογής τυπικότητες. Αυτές καλύπτουν τη βρωμιά και τις ανοιχτές πληγές. Διότι, βλέπετε, η οικογένεια που δίνει το δείπνο είναι στην πραγματικότητα απένταρη, με την εταιρία της έτοιμη να καταρρεύσει, ο ηθοποιός είναι στην πραγματικότητα ξοφλημένος και αλκοολικός, η άλλη παλιά ηθοποιός - δόξα δεν έχει δεκάρα, ο επιχειρηματίας που θα γίνει υπουργός βασίζει τη δύναμή του σε απάτες, ενώ οι σχέσεις του με τη φτηνή πλην σέξυ γυναίκα του άθλιες... κι αυτά είναι μερικά μόνο απ' όσα κρύβονται κάτω από τον αβάσταχτο καθωσπρεπισμό. Ακόμα και μια υπηρέτρια, από τα ελάχιστα άτομα άλλης τάξης που εμφανίζονται, εκβιάζει την κυρία της - και καλά κάνει αφού ζει στο βρώμικο περιβάλλον της και εμπνέεται απ' αυτό, πολύ περισσότερο που η κυρία της φέρεται σαν σε σκουπίδι.
Νομίζω ότι σπάνια το Χόλιγουντ έχει δείξει τόσο ανάγλυφα την παρακμή και τη σαπίλα των ανώτερων τάξεων ή, αν θέλετε, την αθέατη πλευρά μιας εξωτερικής, μεγαλοπρεπούς εικόνας που όλοι θα ζήλευαν. Η τελική σκηνή, με το περίφημο δείπνο που αρχίζει σα να μην τρέχει τίποτα, και όπου όλοι μετά βίας κρύβουν τις πληγές τους, είναι χαρακτηριστική της χρυσής ψευτιάς που καλύπτει όλη αυτή την παρακμή. Νομίζω ότι ο θεατής βγαίνει αηδιασμένος απ' όσα έχει μάθει για όλους σχεδόν τους ήρωες του φιλμ, που στην αρχή ζήλευε εξ αιτίας όλου αυτού του γκλάμουρ που συσσωρεύεται γύρω τους.
Βασισμένη σε θεατρικό έργο, η ταινία διαδραματίζεται κυρίως σε πλούσια, βαρυφορτωμένα εσωτερικά, που τονίζουν την υποκρισία, τα ψέματα και τις διαλυμένες σχέσεις που είναι οι πραγματικοί τους κάτοικοι. Σαφώς δεν διαθέτει "δράση" ή κυνηγητά και άλλα σχετικά. Αυτό για προειδοποίηση όσων άλλα περιμένουν. Είναι όμως νομίζω από τις πιο καυστικές ταινίες που γύρισε ποτέ το κλασικό Χόλιγουντ και ο σημαντικότατος κύριος Cukor.

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2010

"ΟΛΟΙ ΛΕΝΕ Σ' ΑΓΑΠΩ" ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑ


Μια από τις συνήθειες του Woody Allen είναι να περιδιαβαίνει τα διάφορα κινηματογραφικά είδη: Αστυνομικό θρίλερ, καφκικής ατμόσφαιρας φιλμ, μπεργκμανικά δράματα, βουβά επίκαιρα εποχής, σεξπιρικές κωμωδίες, παρωδίες κλασικών μυθιστορημάτων... διανθίζοντάς τα βέβαια με το προσωπικό του χιούμορ. Το 1996 λοιπόν, με το "Everyone Says I Love You" (Όλοι λένε σ' αγαπώ) αποφασίζει να επισκεφτεί άλλο ένα είδος: Το μιούζικαλ. Έτσι γυρίζει μια κομεντί, που κάθε λίγο διακόπτεται από παλιομοδίτικα τραγούδια, στο στιλ του κλασικού αμερικάνικου τραγουδιού, όπως ακριβώς συνέβαινε στις παλιές ταινίες του είδους.
Η ταινία παρακολουθεί τις ερωτικές (κυρίως) ιστορίες των μελών μιας πλούσιας νεοϋορκέζικης οικογένειας: 4 κόρες από διαφορετικούς πατεράδες, αλλά και ο πρώην σύζυγος και πατέρας της μιας, που ζει στο Παρίσι. Έτσι ο Allen βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει τις νευρώσεις, τις ανασφάλειες, συχνά την αφέλεια καλοζωισμένων - αλλά και διανοούμενων - αμερικανών. Την εμμονή τους, ας πούμε, με την Ευρώπη και ιδίως με το Παρίσι που οι περισσότεροι έχουν μυθοποιήσει, τις φιλανθρωπικές τους επιδόσεις, την περί "αριστεράς" αντίληψή τους (που συνήθως περιορίζεται στο να ψηφίζουν δημοκρατικούς και να απεχθάνονται τους ρεπουμπλικάνους) κλπ. Με την ευκαιρία μάλιστα, ο Allen βάζει στο στόμα των ηρώων του μερικές ξεκαρδιστικές ατάκες για τους τελευταίους, που θα πρόσβαλλαν βαθύτατα οποιονδήποτε ψηφοφόρο τους. Γενικά, μερικές ατάκες που ακούγονται είναι πραγματικά πνευματώδεις, αν και δεν συναντάμε εδώ τη συχνότητα με την οποία σκάνε σε άλλα του φιλμ. Και υπάρχουν και τα μουσικοχορευτικά νούμερα, συχνά ευφάνταστα, που διαρκώς παραπέμπουν στα αντίστοιχα νούμερα μιούζικαλ όταν αυτό βρισκόταν στην ακμή του.
Για μια ακόμα φορά η ταινία κατά τη γνώμη μου βλέπεται ευχάριστα (αυτό είναι ένα μίνιμουμ που νομίζω ότι ο Woody Allen το έχει κατακτήσει απόλυτα ακόμα και στις πιο μέτριες ταινίες του), ωστόσο δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του. Παραμένει σ' αυτό ακριβώς το επίπεδο: Να βλέπεται ευχάριστα. Και διαθέτει και την έκπληξη ενός μοντέρνου μιούζικαλ (που όμως, όπως έλεγα, μιμείται τα παλιά), ενός είδους δηλαδή που τις αρκετές τελευταίες δεκαετίες έχει παρακμάσει και σπανίως το θυμούνται οι σκηνοθέτες.
ΥΓ: Έχετε συνειδητοποιήσει πόσοι μεγάλοι ηθοποιοί - και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους - έχουν περάσει από τις σχεδόν 50 ταινίες του Woody Allen; Μπείτε στο IMDB π.χ. και κάντε μια λίστα. Δε νομίζω ότι τόσο πολλοί διασημοι έχουν περάσει από τα χέρια άλλου δημιουργού. Εδώ, ας πούμε, έχουμε τη Γκόλντι Χον, τον Άλαν Άλντα, τη Τζούλια Ρόμπερτς, τον Έντουαρντ Νόρτον, τη Ντρου Μπάριμορ και τον ίδιο τον Γούντι Άλεν βεβαίως...

Πέμπτη, Ιουνίου 03, 2010

"Ο ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΨΗΦΙΑΚΕΣ 1001 ΝΥΧΤΕΣ


Προφανώς ο Mike Newell είναι σκηνοθέτης παντός καιρού και μπορεί να κάνει εξ ίσου καλές και κακές ταινίες, από ρομαντικές εποχής μέχρι blogbuster (περνώντας και από την κωμωδία). Στα blogbuster ανήκει βέβαια και ο "Πρίγκηπας της Περσίας", μια ακόμα μεταφορά βιντεογκέιμ στην οθόνη.
Τώρα τι να σας πω; Ότι είναι απόλυτα χορταστική περιπέτεια; Είναι. Ότι γίνεται χαμός από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό; Γίνεται. Ότι συχνά τα εντυπωσιακά εφέ παίρνουν το πάνω χέρι; Κι αυτό συμβαίνει, και δεν μ' αρέσει ιδιαίτερα. Θα αντιληφθήκατε φυσικά ότι όσα συμβαίνουν στο φιλμ είναι πέρα για πέρα εξωπραγματικά και απίθανα. Και δεν εννοώ μόνο τα μαγικά εγχειρίδια που γυρίζουν τον χρόνο πίσω και την "Άμμο του Χρονου" που μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο. Μιλάω και για τις συνεχείς κλωτσοπατινάδες, τις απίστευτες ικανότητες του ήρωα που αποφεύγει χιλιάδες βέλη, σκοτώνει μόνος του δεκάδες εχθρούς, πηδάει από γκρεμούς και γλιτώνει και από εκρήξεις μετά κατολισθήσεων και φυσικά δεν παθαίνει τίποτα. Με συγχωρείτε, αλλά τα έχω δει τόσες φορές όλα αυτά, που δεν μου είπαν και πολλά. Και, για να μη νομίζετε ότι είμαι ντε και καλά εναντίον οποιασδήποτε υπερπαραγωγής, το θεωρώ κατώτερο και από τους πρώτους Ιντιάνα Τζόουνς και από τους Πειρατές της Καραϊβικής, που είναι ταινίες του είδους που πραγματικά ευχαριστήθηκα (και στοιχεία από τις οποίες έχει ο "Πρίγκηπας").
Η Ανατολή κυριαρχεί βέβαια, με τα παλάτια, τα χαρέμια, την έρημο, τους φοίνικες... και μέσα στο χαμό μπλέκονται και οι θρυλικοί Ασσασίνοι του Γέρου του Βουνού (και παίρνει το μάτι μας κι ένα δερβίση να χορεύει). Θα μπορούσαμε λοιπόν κάλλιστα να βρισκόμαστε σε ψηφιακές 1001 Νύχτες. Αλλά σας είπα: Μου φαίνεται ότι τα έχω βαρεθεί πια όλα αυτά - που είναι και αρκετά προβλέψιμα επί πλέον. Φυσικά είναι καλογυρισμένη σαν ταινία (αλλοίμονο τώρα) και φαντάζομαι ότι πολλοί θα την ευχαριστηθούν ως απλή διασκέδαση. Εγώ... έτσι κι έτσι. Στα συν πάντως κρατάω την σαφή αναφορά στον σύγχρονο βρώμικο πόλεμο του Ιράκ, με τα όπλα που υποτίθεται ότι διαθέτει η ιερή πόλη και γι' αυτό καταλαμβάνεται από τα περσικά στρατεύματα και φυσικά... όπλα δεν υπάρχουν. Πλάκα έχει που τέτοιες σύγχρονες αναφορές τρυπώνουν σε πέρα για πέρα ανώδυνα (κατά τα άλλα) blogbuster. Όσοι λοιπόν είστε φίλοι του χαμού επί της οθόνης, νομίζω ότι μάλλον θα διασκεδάσετε. Αν μάλιστα το πετύχετε σε κανένα θερινό, ακόμα καλύτερα.

Τετάρτη, Ιουνίου 02, 2010

ΤΟ ΠΑΛΙΟ THING , TΑ Β-ΜΟVΙΕS ΚΑΙ Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Συνήθως τα κινηματογραφικά ριμέικ είναι πολύ χειρότερα από το πρωτότυπο (θυμηθείτε, ας πούμε το νερόβραστο "When thw Earth stood Still" σε σχέση με το εξαιρετικό πρωτότυπο). Ωστόσο υπάρχουν και εξαιρέσεις - που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Χαρακτηριστική τέτοια εξαίρεση αποτελεί κατά τη γνώμη μου το "The Thing from Another World", πρώτη ταινία του άγνωστου και μέτριου τηλεοπτικού κυρίως σκηνοθέτη Christian Nyby, που γυρίστηκε το 1951. Νομίζω δηλαδή ότι το "The Thing" του Κάρπεντερ των αρχών της δεκαετίας του 80 είναι πολύ καλύτερο. Και μόνο το γεγονός ότι το δεύτερο μένει πιστό στο ευρηματικό κλασικό διήγημα επιστημονικής φαντασίας "Who Goes There?", στο οποίο βασίζονται και τα δύο, του δίνει πολλούς πόντους.
Στο παλιό φιλμ πίσω από τον Nyby βρίσκεται σε ρόλο παραγωγού ο μεγάλος Howard Hawks, αυτό όμως δεν βοηθά νομίζω. Πρόκειται βέβαια για τυπικό b-movie επιστημονικής φαντασίας των 50ς και κρατά αρκετά τον θεατή μέχρι σήμερα. Δεν νομίζω ότι είναι ακριβώς κακό, αλλά, βλέπετε, υπάρχει πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μας η σύγκριση με τον Κάρπεντερ... Εδώ ο εξωγήινος εισβολέας που τρομοκρατεί την απομονωμένη βάση στην Αλάσκα είναι ένα ανθρωπόμορφο ον "φυτικής" δομής, πράγμα που τον κάνει άτρωτο σε σφαίρες. Θα επινοήσουν κάτι εναντίον του οι παγιδευμένοι στρατιωτικοί και επιστήμονες;
Η πρώτη αρνητική παρατήρηση είναι η ξεπερασμένη και ψεύτικη (για μια ακόμα φορά) συμπεριφορά των ηρώων. Είναι πολύ άνετοι. Κάνουν αστειάκια, φλερτάρουν, γενικά δεν δείχνουν κανένα τρόμο ενώ η ζωή τους κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή από έναν εξωγήινο εισβολέα. Ίσως στα ηρωικά 50ς οι άντρες δεν φοβόντουσαν...
Βασικότερο μελανό σημείο όμως είναι η έντονα ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα. Οι εξωγήινοι, το ξένο στοιχείο δηλαδή, αντιμετωπίζονται μονοδιάστατα ως κακοί, που έρχονται να τραφούν με μας (συγκρίνετε την πολύ διαφορετική αντιμετώπιση στο "Όταν η γη σταμάτησε"). Αυτό όμως δεν με πειράζει τόσο όταν χρησιμοποιείται για τη δημιουργία τρομακτικής, κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας. Είναι όμως και η πρωτοκαθεδρία σε όλα των στρατιωτικών, που είναι ηρωικοί, πρακτικοί και έχουν απόλυτο δίκιο στις απόψεις τους, στις βίαιες λύσεις που υποστηρίζουν για την ακρίβεια, ενώ οι επιστήμονες που προσπαθούν να επικοινωνήσουν με το πλάσμα, πολύ απλά λένε μπούρδες. Αφείστε που ο επί κεφαλής των επιστημόνων με τις "αιρετικές" απόψεις μοιάζει πολύ με ρώσο με τη γουνίτσα και το επίσης γούνινο καπελάκι του... Και βέβαια το φιλμ τελειώνει με την κλασική προειδοποιητική και ψυχροπολεμική ατάκα "Κοιτάτε πάντα τους ουρανούς", κοινώς "επαγρυπνείτε διαρκώς, γιατί δεν ξέρουμε από πού θα μας την πέσουν"...
ΟΚ. Παρ' όλα αυτά πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα φιλμ στο είδος του, αν και όχι υποχρεωτικά από τα καλύτερα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει (το είδος εννοώ) δείτε το οπωσδήποτε.

Τρίτη, Ιουνίου 01, 2010

"Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ" Ή ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΕΛΟ


Η ιταλίδα Maria Sole Tognazzi είναι κόρη του γνωστού ηθοποιού Ugo Tognazzi και το "L'Uomo chi ama" (Ο άντρας που αγαπά) του 2008 η δεύτερη ταινία της και μια από τις πιο βαρετές που έχω δει τον κάμποσο τελευταίο καιρό.
Πρόκειται για αισθηματικό δράμα, δεν έχω όμως καμιά αντίρρηση να το χαρακτηρίσω ένα σχετικά καλογυρισμένο σύγχρονο μελό. Παρακολουθούμε τον έρωτα ενός άντρα για μια γυναίκα και την κατάθλιψη (πλήρη διάλυση θα έλεγα καλύτερα) που ακολουθεί όταν αυτή τον αφήνει. Αργότερα θα τα φτιάξει με μια άλλη γυναίκα, αλλά μετά τρία χρόνια δεν θα μπορεί άλλο μαζί της, αφού θα τον κυνηγά η ανάμνηση της πρώτης. Ταυτόχρονα, για να γίνουν ακόμα πιο δακρύβρεκτα τα πράγματα, έχουμε και την ιστορία του μικρού αδελφού που είναι γκέι, αλλά ξαφνικά αποκαλύπτει ότι πάσχει από σοβαρή καρδιακή ασθένεια... και υπάρχουν και κάμποσες άλλες μικρές λεπτομέρειες που κάνουν ακόμα πιο "συγκινητική" την ατμόσφαιρα.
Τι να σας πω. Ίσως κάποιοι να χαρακτηρίσουν ευάισθητη την ταινία (και εμένα αναίσθητο, κατά συνέπεια), αλλά δεν κατάφερε να με κρατήσει καθόλου. Μου θύμιζε εκσυχρονισμένο Ξανθόπουλο... και το τέλος (άντε, ας μη σας το αποκαλύψω, αν και δεν κρύβει καμιά σπουδαία έκπληξη) επιβεβαίωσε απόλυτα τήν αίσθησή μου αυτή. Η σκηνοθέτης θέλει να μας μιλήσει για τον απόλυτο έρωτα, αυτό που λέμε "η γυναίκα της ζωής μου" αφού ο ήρωας είναι άντρας, τη φρίκη της απώλειάς του και την αδυναμία, τελικά, ξεπεράσματός του όσο καιρός κι αν περάσει. Μάλιστα. Δεν συγκαταλέγομαι όμως σ' αυτούς που συγκινήθηκαν από την όλη προσπάθεια. Και, κυρίως, με ενοχλούσαν οι τριγύρω παράλληλες ανθρώπινες ιστορίες που σκιαγραφούνται, όπως αυτή του αδελφού που σας έλεγα ή της ηλικιωμένης συναδέλφου του ήρωα, που κάνουν το παν για να φορτώσουν ακόμα πιο πολύ τα πράγματα. Φοβάμαι ότι μετά από τόσο λίγωμα θα εκλιπαρώ για λίγο Σβαρτσενέγκερ για να συνέλθω...
ΥΓ: Από τα αξιοπερίεργα του φιλμ: Η γυναίκα που δεν μπορεί να αγαπήσει ο ήρωας και την αφήνει μετά 3 χρόνια επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει την άλλη κι εκείνη κλαίει καθώς ο κόσμος της γκρεμίζεται... ποια νομίζετε ότι είναι; Η Μόνικα Μπελούτσι! Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...

Κυριακή, Μαΐου 30, 2010

10 ΜΙΚΡΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ... ΝΕΓΡΟΙ


Το "Ten Little Indians" είναι ίσως το γνωστότερο έργο της Άγκαθα Κρίστι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτό στα ελληνικά μεταφράστηκε ως "Δέκα Μικροί Νέγροι" και οι ταινίες φέρουν τον ίδιο τίτλο. Λέω οι ταινίες, επειδή το κλασικό αυτό αστυνομικό μυθιστόρημα έχει μεταφερθεί πάμπολλες φορές στο σινεμά.
Μια απ' αυτές, ασπρόμαυρη και σχετικά ατμοσφαιρική, γυρίζεται το 1966 από τον μάλλον μέτριο βρετανό σκηνοθέτη George Pollock (1907-1979). Η δράση μεταφέρεται σε ένα απομονωμένο και αποκλεισμένο από τα χιόνια σπίτι (τι σπίτι, πύργο θα λέγαμε καλύτερα) στις Άλπεις, όπου οι δέκα ετερόκλητοι ένοικοι καλούνται να περάσουν το ΠΣΚ... και οι φόνοι αρχίζουν.
Ο αποκλεισμός των ενοίκων σίγουρα συμβάλλει σε μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, όπως και το σπίτι καθ' εαυτό με την πολύπλοκη δομή του, τις μεγάλες σκάλες και τα αχανή, μυστηριώδη υπόγεια, ωστόσο η ταινία δεν νομίζω ότι καταφέρνει να ξεφύγει από το κλασικό "ποιος έκανε το φόνο". Και βέβαια αυτό προφανώς χαρακτηρίζει μια μεγάλη κατηγορία αστυνομικών (όχι όλα πάντως. Μια ματιά σε συγγραφείς όπως ο Elroy π.χ. θα σας το αποδείξει), αλλά εμένα μάλλον μου φαίνεται κάπως βαρετό και χιλιοειδωμένο.
Αυτό όμως δεν πειράζει. Και, στο κάτω - κάτω, υπάρχουν άπειροι λάτρεις του είδους. Άλλα είναι τα στοιχεία που βρήκα προβληματικά στο φιλμ: Βασικά μου έβγαζε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή ένα πολύ παλιομοδίτικο στιλ. Όχι όμως με την συχνά ευπρόσδεκτη έννοια του νοσταλγικού, αλλά μ' αυτήν του ξεπερασμένου. Δεν φταίει ακριβώς η απίθανη ουσιαστικά ιστορία, με τον δολοφόνο να υπολογίζει από πριν κάθε λεπτομέρεια και εκδοχή των συμβάντων κι όλα να του έρχονται ρολόι, πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα. Αυτές οι απιθανότητες, είπαμε, αποτελούν μέρος των συμβάσεων του είδους και είναι γνωστές, ο δε θεατής ή αναγνώστης καλείται να τις αποδεχτεί από πριν. Αυτό που με ενοχλούσε ήταν η εντελώς εξωπραγματική συμπεριφορά των ηρώων. Φέρονταν όλοι εντελώς φυσιολογικά, σα να μη συμβαίνει τίποτα, ρωτούσαν τί έχει για πρωινό, έπαιζαν μπιλιάρδο, φλέρταραν, ενώ τα πτώματα συσωρεύονταν γύρω τους και οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι ο επόμενος. Σ' αυτό το επίπεδο νομίζω ότι το σύγχρονο σινεμά έχει κερδίσει αρκετά σε ρεαλισμό και φυσικότητα.
Τέλος πάντων, συμπαθητικό είναι αν δεν έχει κανείς διαβάσει το βιβλίο και δεν έχει δει άλλη κινηματογραφική μεταφορά του, σε επίπεδο αινίγματος του στιλ "ποιος είναι ο δολοφόνος" και μόνο. Κατά τα άλλα, και παρά την κάποια ατμοσφαιρικότητά του, δεν το θεωρώ σπουδαία ταινία.

Σάββατο, Μαΐου 29, 2010

Ο ΡΟΜΠΙΝ ΧΟΥΝΤ ΩΣ PREQUEL


Ο Ridley Scott έχει προ αμνημονεύτων ετών πάψει να είναι ένας σκηνοθέτης αριστουργημάτων. Έχει πλέον γίνει ένας καλός και χορταστικός εμπορικός δημιουργός, που δείχνει πάντοτε σχεδόν τις ικανότητές του, αλλά τα φιλμ του δεν ξεπερνούν τις ευπρόσωπες, καλογυρισμένες (υπερ)παραγωγές.
Το ίδιο νομίζω ότι ισχύει και με τον "Robin Hood" του (2010). Κατ' αρχήν βρίσκω θετικό το ότι επέλεξε να μην αφηγηθεί τον κλασικό, χιλιοειδωμένο στο σινεμά μύθο, αλλά ένα είδος prequel (αν ξεναγύριζε τον συνήθη Ρομπέν, που έχει γυριστεί δεκάδες φορές, νομίζω ότι δεν θα πήγαινα καν να δω την ταινία). Για τους λίγους λοιπόν που δεν το ξέρουν ακόμα, οφείλω να πληροφορήσω ότι εδώ βλέπουμε την ιστορία του Ρομπέν πριν γίνει θρύλος, τις καταστάσεις δηλαδή που οδήγησαν έναν πρώην σταυροφόρο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου στην παρανομία στο δάσος του Σέργουντ. Το άλλο θετικό στοιχείο είναι ότι το φιλμ διαθέτει έναν κάποιο ρεαλισμό (ή, τουλάχιστον, περισσότερο ρεαλισμό από άλλες αποδόσεις του μύθου), τόσο σε κάποια ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία όσο και στην συνολική απόδοση της αληθινής (πιο αληθινής απ' όσο άλλες, τέλος πάντων) εικόνας του τέλους του μεσαίωνα, Στοιχείο αυτού του ρεαλισμού και το ότι επιλέγει να δείξει σχεδόν μεσήλικες τον Ρομπέν και την αγαπημένη του Μάριον.
Πρέπει βέβαια να παρατηρήσω εδώ ότι το θέμα αυτό του ρεαλισμού και της σχετικά πιστότερης εικόνας ιστορικών εποχών δεν είναι αποκλειστικότητα του Σκοτ, αλλά μια αρκετά διαδεδομένη "μόδα" των τελευταίων χρόνων. Πρέπει επίσης να δηλώσω για πολλοστή φορά σ' αυτό το μπλογκ ότι δεν με ενδιαφέρει η απόλυτη ιστορική πιστότητα (αν έγιναν έτσι ακριβώς οι συγκεκριμένες μάχες, αν παρουσιάζεται σωστά ο Ριχάρδος ή ο αδελφός του Ιωάννης κλπ.) Δεν προσπάθησα ποτέ να μάθω ιστορία από το Χόλιγουντ και δεν νομίζω ότι υπήρξε ποτέ αυτό το ζητούμενο. Με αυτά τα δεδομένα μπορώ να πω ότι είδα ευχάριστα την ταινία, σα μια χορταστική, καλογυρισμένη περιπέτεια, που μάλιστα έχει επινοήσει μια άγνωστη ιστορία "ερμηνεύοντας" έναν πασίγνωστο μύθο.
Φυσικά τα κλισέ υπάρχουν (αλλοίμονο τώρα). Και ο Ρομπέν είναι πολύ, μα πολύ ηρωικός και ικανός και φοβερός τοξότης και τίμιος κλπ. κλπ. και ο κακός είναι πολύ κακός και αδίστακτος και, κυρίως (κι αυτό είναι που με ενόχλησε αρκετά) οι γάλλοι είναι "κακοί" και εισβολείς, ενώ οι άγγλοι "καλοί" και ηρωικοί. Έλεος. Παραείναι εθνικιστικά όλα αυτά. Έχει όμως ενδιαφέρον η απόλυτα κριτική ματιά στους βασιλείς. Ο "ηρωικός" Ριχάρδος δεν είναι κατά βάθος και τόσο ηρωικός και ντόμπρος, ενώ ο Ιωάννης... άστα να πάνε. Όπως επίσης έχει ενδιαφέρον και η στοιχειώδης κατάδειξη και ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών της εποχής: Το αληθινό βάσανο της καθημερινότητας, αλλά και η σημαντική ιστορική συγκυρία: Ο φεουδαρχισμός που πνέει τα λοίσθια και παραχωρεί τη θέση του σ' έναν ελέω θεού "δικτάτορα" βασιλιά αρχικά, που κι αυτός με τη σειρά του αλλάζει για να γίνει ένα είδος κάπως πιο πεφωτισμένης μοναρχίας.
Εν κατακλείδει, παρά το προβλήματα που αναφέραμε, πέρασα συνολικά δύο ευχάριστες ώρες. Ελπίζω μόνο να μην ακολουθήσει για χιλιοστή περίπου φορά η γνωστή ιστορία του Ρομπέν (τη φορά αυτή ως σίκουελ του πρίκουελ).

Πέμπτη, Μαΐου 27, 2010

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: ΑΓΝΩΣΤΟ


Το "Επάγγελμα : Ρεπόρτερ" (Professione: Reporter) του 1975 είναι ίσως η τελευταία πολύ σημαντική ταινία του Michelangelo Antonioni (1912-2007). Γυρισμένη σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και της Αφρικής, αργή, υποβλητική, μιλά για την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει πίσω την παλιά ζωή του, όλα όσα τον δένουν με πρόσωπα και πράγματα, και να ξεκινήσει από την αρχή.
Αυτό άλλωστε κάνει ο ήρωας του φιλμ, ένας δημοσιογράφος που υποδύεται στα καλύτερα χρόνια της καριέρας του ο Τζακ Νίκολσον. Όταν βρίσκει τη ευκαιρία χάρη στον τυχαίο θάνατο ενός άγνωστου σε μια ξεχασμένη χώρα της Αφρικής, αλλάζει τα στοιχεία του με τα δικά του και παίρνει έτσι την ταυτότητά του. Μαζί μ' αυτήν "κληρονομεί" τη ζωή του άλλου, παίζει το ρόλο του, ακολουθώντας τα πράγματα ως το τέλος.
Σπάνια το σινεμά έχει εξερευνήσει τόσο βαθιά το ερώτημα: "Θα ήθελες να είσαι κάποιος άλλος;" Και σπάνια έχει δείξει τόσο αβίαστα την ανάγκη ανανέωσης, καινούριας αρχής, πόθου για το καινούριο και το άγνωστο, για το απόλυτο "ξεσκαρτάρισμα" του παρελθόντος, που πλέον, όπως συμβαίνει με όλους μας σχεδόν, έχει μεταβληθεί σε ρουτίνα και βάρος που κουβαλάμε για όλη μας τη ζωή. Αλλά, βέβαια, ο Antonioni ξέρει καλά ότι στον κόσμο μας κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι ανώδυνο, να είναι μόνο ένα παιχνίδι. Υπάρχει το τίμημα που πρέπει να πληρώσει αυτός που τολμά.
Παράλληλα ο σκηνοθέτης βάζει και μια άλλη σημαντικότατη παράμετρο: Ο βαθύτερος λόγος που ο ήρωας κάνει την ακραία αυτή πράξη είναι επειδή μέσα του νοιώθει κενός. Από τους άλλους περιγράφεται σαν "αντικειμενικός δημοσιογράφος". Φυσικά το "αντικειμενικός" στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρετή, μπορεί όμως κάλλιστα και να σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πιστεύει σε τίποτα (ή σε τίποτα πλέον). Όπως επισημαίνεται στο φιλμ, όλο αυτό το μοιραίο παιχνίδι γίνεται επειδή ο ήρωας νοιώθει βαθιά μέσα του την ανάγκη να πιστέψει κάπου. Όποιο κι αν είναι το τίμημα.
Υπαρξιακό φιλμ, που μερικές φορές φέρνει στο νου τον "Ξένο" του Καμί, ιδιότυπο road movie, το "Επάγγελμα: Ρεπόρτερ" εμπλέκει στην ιστορία του και μια πολιτική διάσταση: Μιλά για δικτατορικά καθεστώτα με "μακρύ χέρι" που μπορεί να φτάσει πολύ μακριά (ο πρωταγωνιστής παρακολουθείται στην Ισπανία από πράκτορες της αφρικανικής χώρας). Διαθέτει μερικές χαρακτηριστικές σκηνές στη Βαρκελώνη, κάποιες γυρισμένες στη θρυλική Casa Mila του μεγάλου αρχιτέκτονα Gaudi, άλλες όπου κυριαρχεί η έρημος με την αιώνια γοητεία της και, τέλος, την περίφημη σκηνή του τέλους, όπου επί σχεδόν ένα δεκάλεπτο παρακολουθούμε δίχως να βλέπουμε τα τεκταινόμενα, με την κάμερα να δείχνει μέσα από τα κάγκελα ενός παράθυρου μια σχεδόν έρημη, γυμνή αυλή και τη σποραδική κίνηση σ' αυτή, ενώ εκτός πλάνου συμβαίνουν καθοριστικά γεγονότα, τα οποία ωστόσο αντιλαμβανόμαστε απόλυτα. Νομίζω ότι πρόκειται για σκηνή ανθολογίας, που δείχνει τέλεια τη δύναμη του σινεμά να αφηγείται με πολύ - πολύ διαφορετικούς τρόπους.
Φυσικά το κλασικό αυτό φιλμ απευθύνεται σε σινεφίλ. Οι ρυθμοί είναι συχνά αργοί, πράγμα απόλυτα ταιριαστό με το όλο νωχελικό κλίμα, οι εικόνες συχνά όμορφες αλλά σχεδόν πάντοτε γυμνές και λιτές, το μυστήριο στο σενάριο δίνεται υπαινικτικά, δίχως να είναι αυτό που ενδιαφέρει κύρια τον Αντονιόνι. Έχοντας όλα αυτά υπ' όψιν, το συνιστώ απόλυτα. Προφανώς.

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010

ΤΑ "ΝΙΚΕΛΟΝΤΕΟΝ" ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Ο Peter Bogdanovich ξεκίνησε σαν ένας πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης, αρκετά σύντομα όμως "ξεφούσκωσε" και τα τελευταία χρόνια σκηνοθετεί πλέον για την τηλεόραση. Η αρχή της παρακμής φαίνεται ήδη, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, από το 1976, όταν γυρίζει το "Nickelodeon", κάνοντας μια κεφάτη αναφορά στα πρώτα χρόνια του σινεμά.
"Νικελόντεον" λέγονταν οι άθλιες ως επί το πλείστον αίθουσες (σταύλοι, αποθήκες όπου έβαζαν ξύλινους πάγκους κλπ.) όπου προβάλλονταν οι πρώτες βουβές μικρού μήκους ταινίες. Το μεγάλο μήκος ήρθε αργότερα, στη δεκαετία του 10, κυρίως με τον Γκρίφιθ.
Η ταινία του Bogdanovich προσπαθεί να πιάσει την ατμόσφαιρα των πρώτων αυτών ηρωικών χρόνων, τότε που ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί ότι το σινεμά θα μπορούσε να είναι τέχνη ή μια μπίζνα πολλών εκατομμυρίων. Παρακολουθεί λοιπόν μια ομάδα πιονιέρων του είδους που προέρχονται από ποικίλες προελεύσεις και έχουν εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες και οι οποίοι τυχαία (όπως συχνά γινόταν τα χρόνια αυτά) μπαίνουν στο χώρο του νεογέννητου κινηματογράφου σαν ηθοποιοί, σκηνοθέτες, σεναριογράφοι κλπ... και σύντομα μαγεύονται απ' αυτόν. Οι περιπέτειές τους, ευτράπελες κυρίως, οι χωρισμοί και τα ξανασμιξίματά τους τα επόμενα χρόνια, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του φιλμ και δίνουν την ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε και μερικά στάνταρς του αρχαϊκού σινεμά: Τον δικτατορικό ρόλο των παραγωγών, τον πόλεμο μικρών και μεγάλων εταιριών παραγωγής, την προχειρότητα και ενίοτε το τυχαίο των γυρισμάτων, τον κυρίαρχο ρόλο που έπαιξε ο Ντέιβιντ Γκρίφιθ στη συνειδητοποίηση του ότι ο κινηματογράφος είναι και τέχνη και άλλα πολλά.
Ο σκηνοθέτης προσπαθώντας να μιμηθεί το κλίμα των πρώτων ολιγόλεπτων κωμικών ταινιών του σινεμά, γυρίζει το πρώτο κυρίως μέρος του φιλμ με λίγους διαλόγους και μια εντελώς σλάπστικ ατμόσφαιρα, γεμάτη χοντρά γκαγκς (άνθρωποι που πέφτουν, τούρτες, τούμπες και άλλα πολλά) και, σιγά - σιγά "σοβαρεύει" κάπως την ιστορία, δίχως ποτέ όμως να χάσει το χιούμορ του. Ίσως σας ακούγονται ενδιαφέροντα όλα αυτά, όμως τα γκαγκς παραείναι χοντρά, όπως και οι άλλες καταστάσεις, με αποτέλεσμα να καταφέρω ελάχιστα να χαμογελάσω με όλον αυτό τον χαμό. Και γενικά, βρήκα ότι η ταινία δεν είχε καθόλου ρυθμό, πλατείαζε αφηγηματικά και γενικά, παρά την προσπάθεια για χαβαλέ, κούραζε. Και να φανταστείτε ότι παίζουν μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως ο Μπαρτ Ρέινολντς και ο Ράιαν Ο'Νιλ...
Απομένει μια διάχυτη αγάπη για το σινεμά, λίγες συμπαθητικές στιγμές και ίσως λίγες περισσότερες εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τις απαρχές της τέχνης που αγαπάμε. Πιστέψτε με όμως: Όλα αυτά είναι πολύ λίγα μπροστά στο μάλλον μεγαλεπήβολο στόχο που είχε ο Μπαγκντάνοβιτς και δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Κρίμα.

Δευτέρα, Μαΐου 24, 2010

"ΤΑ ΟΜΟΡΦΟΠΑΙΔΑ", Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΞ


Ο Riad Sattouf είναι ένας γάλλος δημιουργός κόμικς. "Τα Ομορφόπαιδα" (Les Beaux Gosses, 2009) είναι η πρώτη του ταινία και είναι μια εφηβική κωμωδία όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το σεξ, που οι πιτσιρικάδες ήρωες προσπαθούν επιτέλους να γνωρίσουν. Άκουσα ότι στη Γαλλία έκανε μεγάλη επιτυχία, αλλά εμένα με άφησε μάλλον αδιάφορο.
Το μυαλό οποιουδήποτε θα μπορούσε πολύ εύκολα να πάει κάπου μεταξύ "Ρόδας, Τσάντας και Κοπάνας" και των ηλίθιων και συχνά χυδαίων αμερικάνικων εφηβικών κωμωδιών. Ωστόσο εδώ υπάρχουν στοιχεία που κάνουν την ταινία να διαφέρει, ενώ το θέμα είναι ακριβώς ίδιο: Υπάρχει λοιπόν κάποιος περισσότερος ρεαλισμός, μια πιο άμεση και χαριτωμένη ματιά, μια πιο ειλικρινής καταγραφή της σύγχρονης (και δυτικής γενικότερα) νεολαίας. Και κατορθώνει ταυτόχρονα να μιλήσει και για τον κυνισμό και τη σκληρότητα ενίοτε (σε αισθηματικό επίπεδο εννοώ) των παιδιών αυτών, αγοριών και κοριτσιών. Οι καταστάσεις είναι συχνά αστείες, αλλά και τραυματικές για μερικούς / ές.
Το θέμα είναι ότι πολύ λίγο γέλασα με όλο αυτό, παρά τα αρκετά ευτράπελα που περιείχε, και κάπου, παρά το ότι είναι καλύτερο από αντίστοιχα αμερικάνικα όπως είπαμε, δεν με ενδιέφερε και πολύ κιόλας. Και είναι και το θέμα του σεξ, γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα, μα όλα. Όχι δηλαδή ότι δεν είναι περίπου έτσι όταν αρχίζουν οι ορμές της εφηβείας, αλλά εδώ μου φάνηκε ότι δεν υπήρχε τίποτα, μα τίποτα άλλο πέραν αυτού, και το γεγονός αυτό με κούρασε κάπως.
Εκτός αυτών πάντως, είναι κάπως τρομακτικό να βλέπεις το απόλυτο κενό, το απόλυτο τίποτα αυτών των εφήβων. Ελάχιστα ενδιαφέροντα, μια γενική βαρεμάρα, αρκετή ανοησία και ο κυνισμός και η σκληρότητα που λέγαμε πριν (σκληρότητα που κι αυτή είναι κάπως άσκεφτη - πρόκειται μάλλον για αποτέλεσμα της ανοησίας που προείπαμε). Ίσως τελικά αυτό να αποτελεί και την αξία του φιλμ: Η καταγραφή αυτού του απόλυτου τίποτα, του κενού, της μη ελπίδας. Αν τα πράγματα είναι έτσι, δεν ξέρω τι θα δούμε μεθαύριο. Διότι, αναρωτιέμαι, τι ελπίδες να έχει ένας κόσμος όπου το στοιχειώδες "όνειρο" (κι αυτό χλιαρό) ενός δεκαπεντάχρονου - εκτός του να πηδήσει φυσικά - είναι να γίνει γιάπης...
Ενδιαφέρον λοιπόν το σημείο αυτό, αλλά δεν με γλύτωσε από τη γενική βαρεμάρα. Και επειδή είχε τύχει πριν από κάμποσα χρόνια να δω και μια άλλη μεγάλη γαλική επιτυχία, τους "Επισκέπτες", και τη βρήκα περίπου άθλια, παρά το ότι τα πράγματα εδώ είναι νομίζω καλύτερα, θα το σκεφτώ πολύ να ξαναδώ "μεγάλη εμπορική γαλική επιτυχία".

Σάββατο, Μαΐου 22, 2010

"ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΚΥΛΟΥΝ" ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΚΑΡ - ΒΑΪ


Το "Καθώς Κυλούν τα Δάκρυά μας" (Wong gok ka moon) είναι το ντεμπούτο του εκ Χονγκ Κονγκ Wong Kar-Wai, που γυρίστηκε το 1988. Σαν πρώτη ταινία λοιπόν έχει διαφορές, αλλά και βασικές ομοιότητες με το υπόλοιπο έργο του.
Η βασική διαφορά, αυτή που θα εκπλήξει όσους είναι οικείοι με το έργο του, είναι θεματική. Η ταινία είναι ένα βίαιο γκαγκστερικό δράμα, είδος το οποίο ακμάζει στην πόλη - κράτος (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) του Χονγκ Κονγκ. Νύχτα, υπόκοσμος, συμμορίες, οι μαφιόζοι και οι άγραφοι, σκληροί νόμοι τους, βία, νονοί, δολοφονίες και άλλα σχετικά συνθέτουν ένα σκοτεινό σκηνικό που θεματικά, ξαναλέω, βρίσκεται μακριά από τη γνωστή ευαισθησία του δημιουργού. Στο μέσον όλων αυτών μια ερωτική ιστορία, κυρίως όμως μια ιστορία αντρικής φιλίας και αγάπης ανάμεσα σε δυο αδέλφια - μέλη της ίδιας συμμορίας.
Και οι ομοιότητες; Αυτές ανιχνεύονται στην ερωτική ιστορία που αναπτύσεται εν μέσω τόσης βίας, κυρίως όμως στο οπτικό μέρος του φιλμ. Εδώ, έστω και σε πρωτόλεια μορφή, βρίσκουμε διάφορα στοιχεία που χαρακτηρίζουν έντονα τη μετέπειτα δουλειά του: Την αγάπη του για τα νυχτερινά πλάνα, τους πολύχρωμους, κυρίως νέον, τεχνητούς φωτισμούς, την όλη ατμόσφαιρα. Θα μπορούσε κάποιος, ακόμα και με τόσο διαφορετικό θέμα, να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για ταινία του Καρ Βάι.
Χωρίς να το θεωρώ αριστούργημα, βρήκα ενδιαφέρον αυτό το πρώτο φιλμ ενός ξεχωριστού δημιουργού. Νομίζω ότι τουλάχιστον οι φίλοι του σκηνοθέτη πρέπει να το δουν σαν μια πρώτη, αρκετά καλή προσπάθεια.
ΥΓ: Εντύπωση προκαλούν οι τόσο διαφορετικοί κώδικες του κινέζικου υπόκοσμου σε σχέση με τον δυτικό, με τον οποίο είμαστε απόλυτα εξοικειωμένοι μέσα από ταινίες του Σκορσέζε, του Ντε Πάλμα, του Μελβίλ και πλήθους άλλων δημιουργών. Πολλά απ' όσα συμβαίνουν στους κόλπους της εκεί μαφίας είναι πολύ μακριά απ' όσα ξέρουμε. Η βία είναι πιο έντονη, οι σχέσεις διαφορετικές, η έννοια της τιμής (και του συνεπαγόμενου τσαμπουκά) πολύ διαφορετική και καθοριστική. Άλλος κόσμος...

Παρασκευή, Μαΐου 21, 2010

ΤΟ "ΣΜΑΡΑΓΔΕΝΙΟ ΔΑΣΟΣ": ΜΙΑ ΑΦΕΛΗΣ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΞΩΤΙΣΜΟ


Το 1985 ο πολύ ενδιαφέρων κατά τα άλλα John Boorman γυρίζει το “Emerald Forest” (Σμαραγδένιο Δάσος) και κατά τη γνώμη μου… ατυχεί. Για να το πω επιγραμματικά, σπάνια έχω δει ταινία τόσο καλών προθέσεων να δίνεται με τόση αφέλεια, που μερικές φορές καταντά αστεία.
Ο Μπούρμαν θέλει να κάνει ένα παθιασμένο κήρυγμα για τα δάση του Αμαζονίου που χάνονται με εγκληματικά γρήγορους ρυθμούς, πράγμα που θα έχει εφιαλτικές επιπτώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη (ίσως να έχει ήδη, καθώς μέρος της κλιματικής αλλαγής και της υπερθέρμανσης της γης πιθανόν οφείλεται σ’ αυτή την αιτία). Πολύ καλά κάνει ο σκηνοθέτης, αν θέλετε τη γνώμη μου. Αλλά το κάνει με τρόπο τόσο απλοϊκό, που μόνο χαμόγελα μπορεί να προκαλέσει.
Νομίζω ότι το φιλμ είναι τυπικό δείγμα για το πώς βλέπει ένας δυτικός τους τροπικούς, τη ζωή των πρωτόγονων, την παρθένα φύση - ή τουλάχιστον, μια μερίδα δυτικών. Η ταινία έχει σα ραχοκοκαλιά την αναζήτηση ενός πατέρα για το χαμένο του γιο, που έχει απαχθεί όταν ήταν μικρός από μια «παρθένα» φυλή ινδιάνων, ανθρώπων δηλαδή που σχεδόν δεν έχουν έρθει σε επαφή με τον δικό μας πολιτισμό. Από τη συνάντηση λοιπόν πατέρα και γιου μέχρι διάφορες επί μέρους λεπτομέρειες, πολλά πράγματα βασίζονται σε συμπτώσεις, πράγμα φυσικά αρνητικό για το σενάριο. Αλλά το χειρότερο για μένα είναι η εντελώς απλοϊκή αντιμετώπιση των πρωτόγονων φυλών. Ο Boorman τις παρουσιάζει να ζουν κυριολεκτικά σε έναν παράδεισο, σε ένα ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, ώσπου έρχονται οι «κακοί» λευκοί και τα καταστρέφουν όλα. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα κατά το ήμισι τουλάχιστον, πλην όμως οι ιθαγενείς ποτέ δεν ζούσαν σ’ έναν «παράδεισο», όπως τους θέλει ένα μέρος της απλοϊκής δυτικής φαντασίας. Η εναρμόνιση με τη φύση και η ομαλή συνύπαρξη μ’ αυτή (αντίθετα με μας που την καταστρέφουμε συστηματικά) δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση «παράδεισος». Οι ασθένειες, τα εχθρικά στοιχεία της φύσης, η κατά καιρούς πείνα, η παντελής έλλειψη κάποιων πραγμάτων που για μας θεωρούνται στοιχειώδη, κάνουν την επιβίωση δύσκολη και, εν πάσει περιπτώσει, κάθε άλλο παρά "παραδεισένια". Και, βέβαια, όλες, μα όλες οι ντόπιες, που περιφέρονται σχεδόν γυμνές, είναι κατά τον Μπούρμαν πανέμορφες. Αν ήταν έτσι, πιστέψτε με, δεν θα με βλέπατε για πολύ ακόμα εδώ. Αλλά όσοι έχουν στοιχειώδη γνώση του πράγματος και έχουν δει και μερικές φωτογραφίες, ξέρουν καλά ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν θα μπορούσαν να είναι δηλαδή. Αφήστε που στο φιλμ έχουμε «καλές» και «κακές» φυλές (οι τελευταίες φυσικά ανθρωποφάγες έτσι, επειδή το ανθρώπινο κρέας είναι νόστιμο, πράγμα που μάλλον δεν συνέβαινε ποτέ), αφήστε την ευκολία με την οποία δείχνεται ο σαμανισμός, που, μεταξύ άλλων, λύνει και άμεσα πρακτικά προβλήματα, όπως να βρεις τη… διεύθυνση κάποιου σε μια μεγάλη πόλη… Ας μην θυμηθώ κι άλλα καλύτερα.
Μένουν μερικές πολύ όμορφες εικόνες, κάποιο σασπένς που κρατά σχετικά τον θεατή… και οι πανέμορφες γυμνές ινδιάνες, που ίσως αποτελούν καλό λόγο για κάποιους να δουν το φιλμ. Πιστέψτε με, ο Boorman έχει κάνει πολύ πολύ καλύτερα πράγματα.

Τετάρτη, Μαΐου 19, 2010

ΕΡΩΤΑΣ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ


Το έργο του Woody Allen μπορεί εύκολα να χωριστεί σε δύο περιόδους: Την πριν και τη μετά τον "Νευρικό Εραστή" του 1977. Στην πρώτη έχουμε ξεκαρδιστικές κωμωδίες. Στη δεύτερη, δίχως το χιούμορ να λείπει ποτέ, επίσης ξεκαρδιστικό μερικές φορές, τα πράγματα γίνονται σοβαρότερα. Μπαίνουμε στη διερεύνηση του μικρόκοσμου των διανοούμενων της Νέας Υόρκης, στον χώρο των ερωτικών κομεντί με έναν τρόπο που μόνο εκείνος μπορεί να φτιάχνει, στους βαθύτερους προβληματισμούς, ακόμα και σε μερικά δράματα.
Το "Love and Death" του 1975 ("Ο Ειρηνοποιός" στα ελληνικά) ανήκει προφανώς στην πρώτη περίοδο και κατά τη γνώμη μου είναι η πιο αστεία από τις πρώτες του κωμωδίες. Εδώ ο δαιμόνιος δημιουργός παρωδεί το "Πόλεμος και Ειρήνη" του Τολστόι με το χαρακτηριστικό πανέξυπνο, σουρεαλιστικό, ανατρεπτικό και εγκεφαλικό χιούμορ του. Και όταν λέμε παρωδεί, εννοούμε ότι δεν αφήνει τίποτα απ' έξω. Στο στόχαστρό του μπαίνουν ο στρατιωτικός ηρωισμός και η αγάπη για την πατρίδα, ο θεός και οι προβληματισμοί γύρω από την ύπαρξή του, ο έρωτας και το σεξ, ο θάνατος και το άγχος που προκαλεί στον άνθρωπο, η αντιπαράθεση εξυπνάδας και κτηνώδους δύναμης, ο ρατσισμός κατά των εβραίων, ο ίδιος ο Γούντι Άλλεν και ο χαρακτήρας του... για να αναφέρω μερικά μόνο. Και κάπου - κάπου παρωδεί και κάποιες κλασικές στιγμές του σινεμά (π.χ. "Θωρηκτό Ποτέμκιν").
Η ταινία διαδραματίζεται στην τσαρική Ρωσία και ο ήρωας (ο ίδιος ο Άλλεν φυσικά) είναι ένας διανοούμενος ρώσος, που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η δειλία. Δεν έχει καμιά όρεξη να πάει στον πόλεμο για να υπερασπίσει την πατρίδα από τον Ναπολέοντα που εισβάλλει σ' αυτήν, ούτε να μονομαχήσει για την τιμή του και για τα μάτια μιας όμορφης γυναίκας, ούτε να υπερασπιστεί τις παραδόσεις και τις πατροπαράδοτες αξίες. Κι όταν αναγκάζεται να τα κάνει όλα αυτά... ακόμα γελάω.
Μπορεί κανείς να κατηγορήσει το φιλμ ως κάπως αποσπασματικό και ανεκδοτολικό. Όντως. Όμως τα όσα συμβαίνουν και οι απίστευτες ατάκες που ξεστομίζει ο ήρωας με ρυθμό πολυβόλου είναι τόσο αστείες, που νομίζω ότι αποζημειώνουν απόλυτα τον θεατή (από τις αγαπημένες μου στιγμές είναι όταν ο πατέρας εξηγεί στο μικρό γιο για το "πώς είναι οι εβραιοι" και όταν το ζεύγος των πρωταγωνιστών αφήνει έναν φίλο τους στο... Συνέδριο Τρελών Χωριού). Όσο για την ποιότητα του χιούμορ... όπως καταλάβατε, κατά την προσωπική μου τουλάχιστον γνώμη, δεν έχει χάσει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια.
Πλάκα - πλάκα, αλλά βέβαια ο Allen περνά μέσα από το φοβερό του χιούμορ τους μόνιμους προβληματισμούς του: Φιλοσοφικούς, περί θεού, περί έρωτα, περί της φύσης του ηρωισμού, περί θανάτου κλπ. Και βέβαια καταλαβαίνει κανείς από τα πρώτα λεπτά ότι δεν έχει να κάνει με έναν συνηθισμένο κωμικό, αλλά με έναν σκεπτόμενο και βαθιά καλλιεργημένο δημιουργό. Προσωπικά πάντοτε τη θεωρώ την καλύτερη ταινία της πρώτης περιόδου του.
ΥΓ: Στο ρόλο της μητέρας του ήρωα θα δείτε τη δικιά μας Δέσπω Διαμαντίδου, που την εποχή αυτή βρισκόταν στην Αμερική.

Δευτέρα, Μαΐου 17, 2010

ΣΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΗ ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ ΤΟΥ "THE THING"


Ξαναβλέποντας μετά από πολλά χρόνια το "The Thing" του 1982, επιβεβαίωσα τη γνώμη μου ότι μάλλον πρόκειται για την καλύτερη ταινία του John Carpenter. Πρόκειται βέβαια για ένα φιλμ που συνδυάζει άψογα τον καθαρό τρόμο με την επιστημονική φαντασία και είναι, νομίζω, το δεύτερο που πετυχαίνει τον συνδυασμό αυτόν τόσο καλά μετά το πρώτο Alien του Ρίντλεϊ Σκοτ (χρονικά εννοώ, όχι αξιολογικά).
Βασισμένο στο κλασικό διήγημα του John Campbell "Who goes there?" της δεκαετίας του 40 νομίζω, παραμένει πολύ πιο πιστό σ' αυτό απ' όσο η πρώτη ομώνυμη, ψυχροπολεμική ταινία του Howard Hawks του 1951. Παγιδευμένοι στον σταθμό τους στην Ανταρκτική, εκατοντάδες μίλα μακριά από άλλους ανθρώπους, μια χούφτα άντρες έρχονται αντιμέτωποι με την υπέρτατη απειλή: Ένα ον που μπορεί να μεταλλάσεται, παίρνοντας τη μορφή οποιουδήποτε ζωντανού οργανισμού "αφομοιώσει". Επιτυγχάνεται έτσι ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα: Δεν φοβάσαι μόνο το τέρας, που μπορεί να κρύβεται οπουδήποτε, αλλά και τον διπλανό σου, που μπορεί να έχει ήδη "καταληφτεί", διατηρώντας φυσικά την γνωστή, ανθρώπινη μορφή του. Ταυτόχρονα η απομόνωση της ομάδας σε μια βάση, με περιβάλλον -100 βαθμών και αδύνατη επικοινωνία με τον έξω κόσμο, κάνει την ατμόσφαιρα αφόρητα κλειστοφοβική. Καμιά διέξοδος. Έτσι στο νου έρχονται αυθόρμητα σκέψεις για μια αλληγορία για τον φόβο προς τον συνάνθρωπο, που όσο γνωστός και φίλος να είναι, αγνοούμε το τι κρύβει μέσα του. Το πράγμα γίνεται πολυπλοκότερο από το Alien, ας πούμε: Δεν φοβάσαι απλώς ένα τέρας. Φοβάσαι τον διπλανό σου, τον φίλο σου.
Άψογα γυρισμένη η ταινία, κατορθώνει να καθηλώνει τον θεατή (ή τουλάχιστον εμένα) από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Αλλά προειδοποιώ: Πρόκειται για φιλμ για γερά στομάχια. Τα εφφέ, εκτός από πολύ εντυπωσιακά, είναι ταυτόχρονα και εξόχως αηδιαστικά. Το σπλάτερ στοιχείο έχει την τιμητική του. Αυτό όμως που θαυμάζω στο "The Thing" είναι ότι ο τρόμος και το σασπένς δεν βασίζονται σ' αυτά, αλλά στο ευρηματικό σενάριο και την όλη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο σκηνοθέτης, που, βέβαια, την εποχή αυτή βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή του. Και κάτι ακόμα: Η αληθινή μορφή του τέρατος δεν δείχνεται ποτέ. Βλέπουμε μόνο έντρομοι τις μεταλλάξεις του. Άλλη μια έξυπνη ιδέα που αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται να δείξεις αυτόν καθ' εαυτόν τον εφιάλτη. Αρκεί να τον υπαινιχτείς με τον σωστο τρόπο.
Και κάτι τελευταίο: Τόσες δεκαετίες μετά, η ταινία δεν έχει χάσει το παραμικρό από τη δύναμή της. Καθώς μάλιστα βοηθά το απομονωμένο περιβάλλον, οπότε δεν έχουμε εξωτερικές λήψεις, κοστούμια κλπ., θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γυριστεί φέτος. Αλλά πού τέτοια τύχη... Δεν νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχει γυριστεί μια τόσο καλή ταινία τρόμου. Αν λοιπόν είστε φίλος του είδους δείτε το για να το πιστέψετε. Και, βέβαια, δείτε το επειδή αποτελεί must. Αν πάλι δεν είστε, καλύτερα αλλάξετε dvd ή κινηματογράφο...

Κυριακή, Μαΐου 16, 2010

ΒΙΑΙΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΗΡΟΣ "ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ"


Ο Neil Marshall είναι ένας ενδιαφέρων βρετανός δημιουργός. Κινείται κυρίως στο χώρο του τρόμου, αλλά και αν ακόμα δεν κάνει μια ταινία του είδους, είναι - εκτός από καλός σκηνοθέτης - πάντοτε βίαιος, ίσως και αιμοσταγής. Ο "Σιωπηλός εχθρός" (Centurion, 2010) είναι μια ταινία "χλαμύδας", τουτέστιν ρωμαίοι, σπαθιά, μάχες και τα σχετικά. Μπορώ να σας πω όμως ότι μάλλον δεν μοιάζει με άλλες τέτοιες ταινίες που έχετε δει.
Αναφέρεται στη ρωμαϊκή εισβολή στη Βρετανία και στις απίστευτες δυσκολίες που συνάντησαν οι ρωμαίοι στη Σκωτία, κυρίως από τους Πίκτους, έναν άγριο λαό που ζούσε εκεί. Το αποκορύφωμα ήταν η ολοσχερής σχεδόν εξόντωση μιας ολόκληρης λεγεώνας. Το φιλμ παρακολουθεί τον άγριο αγώνα για επιβίωση των επτά μόνο που επέζησαν. Αλλά, σας είπα, μη φανταστείτε ηρωισμούς (εντάξει, υπάρχουν κι αυτοί) και μονομαχίες και τέτοια. Εδώ όλα είναι αιματοβαμένα, οι σφαγές διαθέτουν έναν άγριο ρεαλισμό, η βία κυριαρχεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή και αγγίζει σχεδόν τα όρια του σπλάτερ. Ακόμα κι αν υπάρχουν μερικές σεναριακές ευκολίες, ο ρεαλισμός που σας έλεγα σε κάνει να νοιώθεις τα χτυπήματα, να πονάς σχεδόν με τους στρατιώτες.
Νομίζω ομως ότι ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι το άγριο, σχεδόν τρομαχτικό τοπίο. Αφιλόξενο, κρύο, συχνά χιονισμένο, απόκρημνο, κόβει την ανάσα με την άγρια ομορφιά του και, βέβαια, συντελεί στην εκμηδένιση και την ψυχική καταρράκωση των εισβολέων. Η φωτογραφία είναι μουντή, ψυχρή, γκριζοπράσινη, και συμβάλλει κι αυτή στη ζοφερότητα του κλίματος. Διαβάζοντας τη φιλμογραφία του Marshall άλλωστε (γιατί έχω δει μόνο την "Κάθοδο") διαπίστωσα ότι οι περισσότερες ταινίες του διαδραματίζονται στα άγρια Highlands της Σκωτίας.
Όσοι όμως γνωρίζουν αυτό το "βίτσιο" μου, θα καταλάβουν ότι εκτίμησα το φιλμ κυρίως για έναν άλλο λόγο: Το ότι δεν υπάρχουν οι συνήθεις σχηματικοί "καλοί" και "κακοί". Υπάρχει βέβαια ο ήρωας πρωταγωνιστής που είναι σαφώς "καλός" (και λέει και ατάκες του στιλ "θα πολεμήσουμε ή θα πεθάνουμε - δεν θυμάμαι - για τη Ρώμη", λες και δεν έχουν εισβάλλει άνευ λόγου οι ρωμαίοι στου διαόλου τη μάνα), αλλά όλα τα άλλα δείχνονται απόλυτα ισορροπημένα. Οι βάρβαροι Πίκτες δεν είναι σε καμιά περίπτωση οι κλασικοί "κακοί". Υπερασπίζονται τη χώρα τους και εκδικούνται τις βαρβαρότητες που έχουν υποστεί από τους εισβολείς, κι αυτό γίνεται σαφές σε πολλά σημεία. Γενικά δεν δείχνονται απρόσωποι και διαθέτουν μια ανθρώπινη διάσταση. Οι ρωμαίοι πάλι, πολύ μακριά από ηρωισμούς, αυτό που κυρίως επιθυμούν είναι να ξεμπερδεύουν απ' αυτόν τον καταραμένο τόπο και να γυρίσουν το γρηγορότερο στην πατρίδα τους. Το τέλος, με την ξεκάθαρη απόρριψη και των δύο πλευρών, επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Έτσι, μέσα στο όργιο της βίας που κυριαρχεί, στην ταινία μπορεί να ανιχνευτεί ακόμα και μια αντιπολεμική διάσταση.
Δεν είναι και κανένα αριστούργημα και σας είπα ότι σεναριακές αφέλειες υπάρχουν, αλλά εκτός του ότι με καθήλωσε για δύο ώρες, τη βρήκα μια πολύ ενδιαφέρουσα και αρκετά διαφορετική από τις άλλες ταινία του χιλιοειδωμένου αυτού είδους. Θα παρακολουθώ από κοντά τον Neil Marshall.

Παρασκευή, Μαΐου 14, 2010

ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΗ "ΣΙΩΠΗ"


Με τη "Σιωπή" (Tystnaden) του 1963 ο Ingmar Bergman (1918-2007) κάνει μια από τις σπαρακτικότερες ταινίες του. Δράμα δωματίου (το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στα δωμάτια ή στους έρημους διαδρόμους ενός ξενοδοχείου), το φιλμ αυτό με την πολύ καλή, σχεδόν εξπρεσιονιστική φωτογραφία, κυλά αργά και βλέπεται δύσκολα από μη υποψιασμένους θεατές.
Μιλά για τη "άρρωστη" σχέση μίσους ανάμεσα σε δυο αδελφές, μία που αργοπεθαίνει και μία άλλη που απολαμβάνει υλικά μόνο και δίχως συναισθήματα τη ζωή - το σεξ για να είμαστε ακριβέστεροι. Με ελάχιστα πρόσωπα και λίγους, αραιούς διαλόγους, καταφέρνει να δημιουργήσει μια κλειστοφοβική, αποπνικτική ατμόσφαιρα, ενώ το βασικό στοιχείο που κυριαρχεί είναι η αποξένωση ανάμεσα στους ανθρώπους και η μοναξιά. Οι αδελφές μισούν η μία την άλλη, κανείς δεν μπορεί να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους αφού (συμβολικό αυτό) βρίσκονται σε μια ξένη χώρα της οποίας τη γλώσσα δεν ξέρουν, το σεξ γίνεται μόνο μηχανικά, δίχως έρωτα, η αγάπη απουσιάζει παντελώς. Η κόλαση είναι σ' αυτήν εδώ τη ζωή, μοιάζει να μας λέει ο μεγάλος δημιουργός ή, αν προτιμάτε τη γνωστή ρήση του Σαρτρ, "η κόλαση είναι η άλλοι". Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ένα άλλο στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία είναι η διαρκής ζέστη, που κάνει ακόμα πιο αποπνικτική την ατμόσφαιρα και την πλησιάζει σ' αυτήν της κόλασης που ο μέσος άνθρωπος έχει στο μυαλό του.
Όπως καταλαβαίνετε όλα εδώ λειτουργούν συμβολικά. Το μεγάλο, έρημο ξενοδοχείο, ο γέρος θαλαμηπόλος που, όπως έχει γραφτεί, "θα μπορούσε να είναι κλειδοκράτορας του κάτω κόσμου", η ξένη χώρα και η έλλειψη επικοινωνίας λόγω άγνοιας της γλώσσας, οι γκροτέσκοι νάνοι που κατοικούν στο ξενοδοχείο, ακόμα και η εξωτερική απειλή, καθώς σε μία από τις σπάνιες εξωτερικές σκηνές, βλέπουμε ένα τανκς να διασχίζει τους έρημους νυχτερινούς δρόμους, παραπέμποντας έτσι σε δικτατορία ή πόλεμο που σοβεί στην ανώνυμη χώρα και εντείνοντας το κλίμα της απειλής.
Ο Μπέργκμαν είχε δηλώσει λίγο καιρό πριν την ταινία ότι δεν πιστεύει πια στην ύπαρξη του θεού "και από τότε που το αποδέχτηκε αυτό νοιώθει πολύ καλύτερα" (ας μη ξεχνάμε ότι είχε ανατραφεί σε καταπιεστικό, θρησκευτικό περιβάλλον από πάστορα πατέρα). Έτσι, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η ταινία μιλά ουσιαστικά για τον "θάνατο του θεού". Το θέμα είναι (το πρόβλημα για πολλούς) ότι όταν αποδεχτείς τη μη ύπαρξη θεού, τότε συνειδητοποιείς την ανθρώπινη μοναξιά και αντιλαμβάνεσαι ότι ο θάνατος είναι απλώς το τέλος και τίποτα παραπάνω και ότι όλα αυτά περί αιωνιότητας δεν ισχύουν. Όπως τα περισσότερα πράγματα, ο θάνατος της πίστης έχει διττά αποτελέσματα: Την απελευθέρωση από μια σειρά από δεσμά και την ελευθερία του ανθρώπου από έναν "ουράνιο μπαμπούλα", αλλά και αυτά που μόλις περιγράψαμε προηγουμένως. Τη ζοφερή πλευρά του θέματος, την κυριαρχία της μοναξιάς και την έλλειψη ανθρώπινης επαφής εικονογραφεί λοιπόν το κλασικό αυτό φιλμ.
Στην εποχή του είχε προκαλέσει σκάνδαλο και είχε λογοκριθεί σε πολλές χώρες λόγω κάποιων σεξουαλικών σκηνών που περιέχει. Σήμερα αυτό μας φαίνεται αστείο. Ήταν όμως η πρώτη φορά σε μη πορνογραφικό φιλμ που δειχνόταν όχι κάτι τολμηρό με τα σημερινά δεδομένα, αλλά απλώς η διαδικασία του σεξ, πέρα από το αρχικό φιλί όπου έμεναν όλα στις παλιότερες ταινίες, καθώς και το ωμό, σκέτο σεξ δίχως έρωτα και συναισθήματα. Αλλά αυτό δεν είναι η ουσία της ταινίας.
Θα μπορούσε να είναι θεατρικό, η υπέροχη φωτογραφία όμως και η υποβλητική σκηνοθεσία το κάνουν πέρα για πέρα σινεμά. Και υπάρχουν και οι πολύ δυνατές ερμηνείες των δύο γυναικών. Έτσι μπορούμε να μιλάμε για ένα αποπνικτικό (αυτή κατά τη γνώμη μου είναι η λέξη που το χαρακτηρίζει περισότερο) και ζοφερό αριστούργημα. Μάλλον για λίγους όμως.

Τετάρτη, Μαΐου 12, 2010

Ο ΜΠΟΥΦΑΛΟ ΜΠΙΛ Ή ΠΏΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ


Ο Robert Altman (1925-2006) είναι ένας σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης, πάντοτε όμως έβρισκα το έργο του άνισο. Έτσι υπάρχουν ταινίες του που αγαπώ και άλλες που βαριέμαι. Στη δεύτερη, φοβάμαι, κατηγορία ανήκει το "Buffalo Bill and the Indians" του 1976.
Το περίεργο είναι ότι αυτό που θέλει να κάνει εδώ ο Altman είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και προσωπικά συμφωνώ απόλυτα με την οπτική του. Παρ' όλα αυτά είδα την ταινία δύσκολα. Ήταν σα να "μην τραβούσε", κοινώς με κούρασε αρκετά.
Ας δούμε όμως το ενδιαφέρον σημείο της: Όπως καταλάβατε από τον τίτλο, κύριο πρόσωπο είναι ο Μπούφαλο Μπιλ, ένας από τους ήρωες του Φαρ Ουέστ. Αυτό που ίσως δεν ξέρετε είναι ότι στην πραγματικότητα ο Μπιλ Κόντι, όπως ήταν το αληθινό του όνομα, καθόλου ήρωας δεν ήταν. Υπήρξε απλώς ένας καλός κυνηγός, που είχε εξοντώσει εκατοντάδες βίσωνες, και κάποια στιγμή σκέφτηκε (αφού βοηθούσε και η ωραία του εμφάνιση) να κάνει τον εαυτό του - και ολόκληρο τον μύθο της Άγριας Δύσης - ένα μεγάλο σόου. Και αυτό ακριβώς έκανε. Δημιούργησε έναν θίασο από καουμπόιδες, ινδιάνους, παλιούς στρατιώτες, βίσωνες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε που να σχετίζεται με το Ουέστ, περιόδευε μ' αυτόν την Αμερική αναπαριστώντας σκηνές από τη ζωή και τις περιπέτειες των μυθικών πιονιέρων, και πολύ σύντομα έγινε πλούσιος και διάσημος. Η μεγάλη στιγμή στην καριέρα του φτάνει όταν προσλαμβάνει τον ινδιάνο αρχηγό μιας φυλής των Σιου Καθιστό Ταύρο, διάσημο ήδη αφού ήταν ο άνθρωπος που σκότωσε τον θρυλικό στρατηγό Κάστερ, ο οποίος εμφανίζεται στις παραστάσεις του (ο ινδιάνος, όχι ο μακαρίτης Κάστερ) παίζοντας τον εαυτό του.
Με όλα αυτά τα πραγματικά γεγονότα στα χέρια του, ο Altman βρίσκει την ευκαιρία να σαρκάσει όλη την ιστορία της χώρας του, να δείξει πόσο ψεύτικοι και κούφιοι είναι οι μύθοι που την έθρεψαν, να υπενθυμίσει για μια ακόμα φορά ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές, αλλά και να καταδείξει τη δύναμη του θεάματος να δημιουργεί μύθους, οι οποίοι συνήθως είναι ψευδείς. Ταυτόχρονα ενδιαφέρεται για την κατάντια πρώην σημαντικών ανθρώπων, και κυρίως των ινδιάνων, που "ξεπουλιούνται" για τα λεφτά, δεχόμενοι να γίνουν μέρος ενός φτηνού θεάματος. Κυρίως όμως ενδιαφέρεται για την τραγική μοίρα των ινδιάνων και υπενθυμίζει την φριχτή τους εξόντωση από τους αδίστακτους λευκούς άποικους - των οποίων φυσικά δεν παραλείπει να τονίσει το ρατσισμό και την άνευ όρων παράδοση στο πάσει θυσία κέρδος. Και δεν διστάζει να δείξει σαν αλαζόνα, ανόητο και σκληρό τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Κλίβελαντ. Έτσι, με τολμηρό τρόπο, τινάζει στον αέρα τα θεμέλια της ιστορίας της χώρα του, θυμίζοντας με κάθε τρόπο πόσο κατασκευασμένα είναι αυτά και πόσο στηρίζονται στην πραγματικότητα σε ένα μαζικό έγκλημα και στο σφετερισμό της γης από τους αρχικούς κατοίκους της. Οι ινδιάνοι εξ άλλου, στην τελευταί καλή σκηνή της ταινίας, παρουσιάζονται ως οι τύψεις της Αμερικής, αυτοί που για πάντα θα στοιχειώνουν τον ύπνο των περισσότερο βάρβαρων σε τελική ανάλυση νικητών.
Κρίμα που όλα αυτά τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμβαίνουν με τόσο αργό, στατικό θα έλεγα και, τελικά, βαρετό για μένα τουλάχιστον τρόπο. Νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κλασική περίπτωση καλών, ανατρεπτικών και πολύ τολμηρών προθέσεων και μέτριου αποτελέσματος. Και να σκεφτείτε ότι παίζει και ένα πλούσιο καστ: Από τον Πολ Νιούμαν και τον Μπαρτ Λάνκαστερ μέχρι τη Τζεραλντίν Τσάπλιν και τον νεαρό τότε Χάρβεϊ Καϊτέλ...

Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΣΤΙΣ ΑΓΡΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


Από τις πρώτες ταινίες του στυλίστα Wong Kar Wai "Οι Άγριες μέρες μας" (A Fei zheng chuan ή Days of being Wild στα αγγλικά), γυρίστηκε το 1990, συναντούμε όμως σ' αυτή πολλά από τα χαρακτηριστικά τού τόσο ιδιαίτερου αυτού δημιουργού.
Οι σχέσεις των ανθρώπων (ερωτικές κυρίως, αλλά και άλλες) κυριαρχούν και πάλι στο όμορφο αυτό φιλμ. Δύο άντρες, ο ένας "κακομαθημένος", που φέρεται άκαρδα στις γυναίκες που τον ερωτεύονται, δύο γυναίκες, πρώην ερωμένες του πρώτου, άλλα πρόσωπα που κινούνται γύρω απ' αυτούς, τυχαίες συναντήσεις, χαρούμενες και δύσκολες στιγμές, συνθέτουν ένα "κάδρο" που κυριαρχείται από μια σκοτεινή ατμόσφαιρα και τη χαρακτηριστική μελαγχολία που συναντάμε σε πολλές ταινίες του σκηνοθέτη. Κάτω από τις σχέσεις των ανθρώπων υποβόσκει μια υποτυπώδης αστυνομική πλοκή, που είναι σαφές ότι δεν ενδιαφέρει τον δημιουργό. Είναι μόνο ένα πρόσχημα για να κινηθεί η ιστορία. Άλλωστε δεν είναι τυχαία η χρήση συμπτώσεων (της μοίρας, ίσως θα έλεγε κανείς), που δείχνει την αδιαφορία του για την αληθοφάνεια της ιστορίας καθ' εαυτής.
Ο βασικός ήρωας ψάχνει την αληθινή του μητέρα (υιοθετημένος γαρ), ταυτόχρονα όμως είναι αδιάφορος για τα πάντα - όχι μόνο για τον έρωτα - σα να μην ενδιαφέρεται για το πώς θα κυλήσει η ζωή του, ούτε καν για το αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Τυχοδιώκτης τόσο στη ζωή όσο και στον έρωτα, αφήνεται να παρασυρθεί από τις εκάστοτε συγκυρίες. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες, είναι πολύ διαφορετικοί απ' αυτόν. Έτσι έχουμε εδώ αναφορές τόσο στο ερωτικό πάθος, όσο και στον μονόπλευρο, δίχως ανταπόκριση έρωτα, άλλο ένα κυρίαρχο στοιχείο του φιλμ.
Στον Kar Wai βέβαια, το είπαμε, δεν έχει ποτέ σημασία η ίδια η ιστορία. Ο σκηνοθέτης αυτός είναι μάστορας στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Εδώ η ατμόσφαιρα είναι παρακμιακή, σκοτεινή, γεμάτη βροχή και, πάνω απ' όλα, νοσταλγική. Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές των 60ς (60-61 για την ακρίβεια) σ' ένα διαφορετικό απ' αυτό που ξέρουμε σήμερα Χονγκ Κονγκ και, εκτός από τα παλιά αντικείμενα που συνθέτουν τις εικόνες της, είναι πλημμυρισμένη από ηθελημένα παλιομοδίτικη, πλην όμως όμορφη μουσική, που συμβάλλει τα μέγιστα στη δημιουργία του νοσταλγικού κλίματος που λέγαμε. Οι έρωτες έχουν εντελώς διαφορετικό αντίκτυπο στην κάθε πλευρά, η ζωή καλπάζει προς το τέλος της "δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία". Γι' αυτό και ο χρόνος είναι πανταχού παρόν, με τη συνεχή σχεδον παρουσία ρολογιών, ενός ακόμα χαρακτηριστικού του φιλμ.
Αν και ομολογώ ότι δεν κατάλαβα την τελική σκηνή και το νόημά της, η ταινία μου άρεσε και με συγκίνησε. Διαθέτει, νομίζω, αυτή την τρυφερότητα, τη γλυκειά παρακμή, τη νοσταλγία, που συχνά συγκινούν, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς το λόγο. Ήταν άλλωστε η πρώτης ταινία του Kar Wai που τον ξεχώρισε από το υπόλοιπο σινεμά του Χονγκ Κονγκ, λίγο πριν γίνει παγκόσμια γνωστός με το "Σανγκάι Εξπρές". Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για ένα διαφορετικό, ευαίσθητο σινεμά, έχετε μπροστά σας ένα θαυμάσιο παράδειγμα.

Κυριακή, Μαΐου 09, 2010

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


"Το Μυστικό στα μάτια της" (El Secreto de sus Ojos, 2009) του Juan José Campanella είναι η αργεντίνικη ταινία που κέρδισε το ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2010. Νομίζω ότι ήταν καλή επιλογή, όχι συγκριτικά με τις υπόλοιπες υποψηφιότητες, αλλά αν το δει κανείς μεμονωμένα, με την έννοια ότι τη βρήκα καλή ταινία.
Παρακολουθούμε ένα φιλμ που συνδυάζει με ενδιαφέροντα τρόπο μια αστυνομική ιστορία με ένα ανείπωτο, ανομολόγητο love story. Έτσι νομίζω ότι κρατά τον θεατή όχι μόνο με τις ανατροπές και με το σασπένς που σχετίζεται με τον αρχικό βιασμό και φόνο. Διαθέτει μάλιστα την ιδιομορφία να μαθαίνουμε σχετικά σύντομα το δράστη, αλλά το ενδιαφέρον συνεχίζεται αμείωτο. Όλα αυτά είναι ποτισμένα με μια πανταχού παρούσα μελαγχολική διάσταση, που κάποιες στιγμές αγγίζει τα όρια της συγκίνησης - αν και συχνά έχουμε με μικρές δόσεις χιούμορ που πλουτίζουν την ατμόσφαιρα, μερικές από τις οποίες μάλιστα αναφέρονται στο μπάχαλο κάποιων δικαστικών υπηρεσιών της χώρας, για να καταλήξουμε στο δυνατό φινάλε και τη λύση της υπόθεσης, που έρχεται 25 χρόνια μετά. Άλλωστε όλη η ταινία αποτελείται από ένα διαρκές μπρος - πίσω ανάμεσα στο τώρα και το τότε.
Αυτό που βρήκα σημαντικό και όχι πολύ συχνό στο σινεμά τέτοιου είδους, είναι ότι ενώ ξεκινά με την κλασική περίπτωση ενός φόνου, δεν μένει στην αναζήτηση του ενόχου με τη σχετική αγωνία και τις ανατροπές, αλλά διερευνά και τις επιπτώσεις, συχνά μακροχρόνιες, της απεχθούς αυτής πράξης στις ζωές κάποιων ανθρώπων που σχετίζονται με το θύμα, αλλά και αυτών που αγωνίζονται για τη διελεύκανση της ιστορίας. Το άλλο θετικό σημείο είναι ότι, συγχρόνως, ρίχνει διακριτικές ματιές στην ιστορία της Αργεντινής, από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα, τονίζοντας έτσι με πολύ έξυπνο και έμμεσο τρόπο τις επιπτώσεις της Ιστορίας και των πολιτικών γεγονότων στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και λέει, έμμεσα και πάλι, ότι ένα μέρος των ευθυνών της τραγικής αυτής ιστορίας βαρύνει πολιτικές καταστάσεις και πρόσωπα.
Ίσως σε κάποια σημεία να αγγίζει κάπως το μελό, αυτό όμως δεν με εμπόδισε καθόλου να ευχαριστηθώ την ταινία, αφού δεν βρίσκεται εκεί η ουσία της. Έτσι συνολικά τη βρήκα αξιόλογη και την προτείνω σε όσους ενδιαφέρονται για μια διαφορετική, πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη αντιμετώπιση μιας ιστορίας που ξεκινά από αστυνομική. Το έχουμε άλλωστε πει πάμπολλες φορές: Καλό σινεμά υπάρχει και σε άγνωστες κινηματογραφικά χώρες.

Πέμπτη, Μαΐου 06, 2010

Η ΤΡΙΣΤΑΝΑ ΚΑΙ Η ΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Ο Luis Buñuel (1900-1983) είναι ήδη 70 χρόνων όταν γυρίζει την "Τριστάνα" το 1970. Παρά την ηλικία του όμως δεν έχει χάσει τίποτα από τον σαρκασμό και τη "βλάσφημη" ματιά του σε κάθε καθιερωμένο θεσμό της κοινωνίας. Ο βαθύτερα αναρχικός και αντισυμβατικός μεγάλος του σινεμά μπορεί να δείχνει ακόμα τα δόντια του.
Στην "Τριστάνα" βάζει σα στόχο έναν ηλικιωμένο αριστοκράτη, ξεπεσμένο αρχικά και πλούσιο στη συνέχεια χάρη σε μια κληρονομιά, και τον "ξεγυμνώνει" ανελέητα (και, φυσικά, μαζί μ' αυτόν και την τάξη του). Για να μην απλοποιήσει τα πράγματα όμως, δεν τον παρουσιάζει ως τυπικό συντηρητικό. Αντίθετα, ο ήρωας είναι αυτό που θα λέγαμε προοδευτικός: Σοσιαλιστής, απεχθάνεται τον κλήρο και την εκκλησία, έχει κόψει τους δεσμούς με τη συντηρητική αδελφή του και τάσσεται υπέρ μιας σεξουαλικής ελευθεριότητας. Παρ΄ όλα αυτά παραμένει δέσμιος των συμβάσεων της τάξης του, συχνά υποκριτής και ο ορισμός του "μόνο λόγια". Σοσιαλιστής, είπαμε, αλλά δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του και καυχιέται γι' αυτό. Έχει μάλιστα ιδεολογικοποιήσει το θέμα, κάνοντας μια σωστή αλλά παντελώς ανέφικτη κριτική στο θέμα της εργασίας. Άλλωστε, αν και σοσιαλιστής, εξαρτάται σχεδόν στα πάντα από την πιστή υπηρέτριά του. Έτσι η ιδεολογία μένει στα λόγια, ενώ η ταξική δομή της κοινωνίας μένει ανέπαφη, ενώ, όταν πια γερνάει πολύ, έρχεται κοντά και στους παπάδες που πάντοτε απεχθανόταν και σε διάφορους άλλους θεσμούς που σάρκαζε. Ζηλότυπος από την άλλη, δεν διστάζει να ξεπαρθενέψει τη νεαρή ανιψιά του και στη συνέχεια να κάνει τα πάντα για να την κρατήσει κοντά του. Έτσι ο Μπουνουέλ ρίχνει μια ματιά και σε ένα άλλο προσφιλές θέμα του: Τον γεροντικό έρωτα και τα αδιέξοδά του.
Η Τριστάνα πάλι, αθώα αρχικά, μετατρέπεται σιγά - σιγά σε ένα στριφνό και κυνικό πλάσμα (κυρίως μετά το ατύχημά της). Νομίζω ότι είναι σα να θέλει να μας πει ο σκηνοθέτης ότι η κοινωνία διαφθείρει κι ότι είναι αδύνατο να διατηρήσει κανείς την αθωότητά του σε ένα τέτοιο κόσμο. Παράλληλα ο Μπουνουέλ παίζει με τα φετίχ του σαν καλός σουρεαλιστής: Τους εφιάλτες ή ένα ξύλινο πόδι ας πούμε, ενώ ο μόνιμος στόχος του, η καθολική εκκλησία, είναι και πάλι παρούσα. Και, για να το πούμε κι αυτό, ποιος άλλος θα τολμούσε να δείξει την νεαρή, πανέμορφη και στις δόξες της την εποχή αυτή Κατρίν Ντενέβ... μονοπόδαρη;
Έτσι ο γερο Μπουνουέλ καταφέρνει και πάλι να σαρκάσει θεσμούς και καθιερωμένες αξίες και να κάνει μια από τις πιο γνωστές του ταινίες. Προσωπικά η "Τριστάνα" δεν είναι από τα αγαπημένα φιλμ ενός από τους πολύ αγαπημένους μου δημιουργούς, παραμένει όμως, νομίζω, σημαντική και χαρακτηριστική του έργου του.

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

ΟΙ ΤΖΕΝΤΑΪ ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ


Το 1983 ο πρόωρα χαμένος Richard Marquand (1938-1987) γυρίζει την "Επιστροφή των Τζεντάι" (το "επεισόδιο VI" όπως το ήθελε ο Λούκας) κλείνοντας τον αυθεντικό κύκλο των Star Wars. Εδώ όλα ξεκαθαρίζονται, παλιά μυστικά αποκαλύπτονται, ενώ οδηγούμαστε σ' ένα ενδιαφέρον τέλος. Κυρίαρχη μορφή γίνεται πλέον ο φοβερός Νταρθ Βέιντερ (είχε φανεί από το δεύτερο μέρος), μια από τις πλέον αρχετυπικές φιγούρες "κακών" που επινόησε το παγκόσμιο σινεμά. Και αυτό που είχε ξεκινήσει το 1977 σαν απόλυτα διασκεδαστικό παραμύθι αγγίζει σχεδόν τώρα τα όρια της τραγωδίας.
Φυσικά, μετά την τεράστια επιτυχία, το τρίτο αυτό μέρος είναι πιο προσεγμένο σε εφφέ, σκηνικά και τα άλλα σχετικά που φτιάχνουν ένα χορταστικό θέαμα. Χαρακτηριστικό είναι το πλήθος των εξωγήινων έλλογων μορφών ζωής που εμφανίζονται εδώ, προσθέτοντας μια ακόμα πινελιά στο όλο πράγμα. Και βέβαια ο "προβληματισμός" για τη φύση του καλού και του κακού και η φιλοσοφία των ιπποτών Τζεντάι παίρνουν το πάνω χέρι.
Όλα αυτά δεν εμποδίζουν τις σεναριακές αφέλειες που χαρακτηρίζουν όλο τον κύκλο. Εννοώ στις επί μέρους σκηνές. Στις αποδράσεις που είναι πολύ εύκολες, στους κακούς που δεν πετυχαίνουν ποτέ τους καλούς όταν πυροβολούν, στους "από μηχανής θεούς" που σκάνε την τελευταία στιγμή κλπ. Αλλά, το έγραψα και στο προηγούμενο ποστ, όλα αυτά είναι αναμενόμενα και οι συμάβάσεις αποδεκτές όταν ο βασικός στόχος, παρά τους προβληματισμούς που παρεισφρίουν, παραμένει η διασκέδαση στην πιο καθαρή της μορφή. Επίσης και σ' αυτό το φιλμ η επεισοδιακή δομή παραμένει, με παράλληλες δράσεις των ηρώων (χαρακτηριστικό όλης της τριλογίας) και κάποια συμπληρωματικά επεισόδια να κινούνται γύρω από τα βασικά.
Είπα και στην αρχή ότι ποτέ δεν υπήρξα φανατικός της τριλογίας, όπως εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Ωστόσο αυτό δεν με εμποδίζει να διασκεδάζω με τη σειρά και να την παρακολουθώ με ενδιαφέρον. Από την απόσταση τόσων χρόνων, μπορώ να πω ότι αυτό που ξεκίνησε σαν απλό παιχνίδι στο μυαλό του Λούκας, όσο προχωρούσε "σοβάρευε", πρόσθετε βάθος στους ήρωες, αποκάλυπτε στοιχεία του παρελθόντος. Φαντάζομαι ότι συνέβει ό,τι και στον Τόλκιν, που ξεκίνησε το Χόμπιτ σαν ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά και κατέληξε να γράψει στο επικό Lord of the Rings, προσθέτοντας όλο και περισσότερο βάθος και αληθοφάνεια στον κόσμο που είχε επινοήσει (τηρουμένων των αναλογιών πάντοτε ανάμεσα στα δύο έπη).
Έχοντας αυτά υπ' όψη, και προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμος απέναντι στο μύθο που δημιούργησε η σειρά, νομίζω ότι αξίζει να δει κανείς σήμερα την πρώτη τριλογία, όχι τόσο για να προβληματιστεί (έλεος πια με τη Τζεντάι φιλοσοφία / θρησκεία), αλλά κυρίως για να διασκεδάσει, και μάλιστα με κλιμακούμενο ανά ταινία ενδιαφέρον. Όσο για τη δεύτερη πρίκουελ τριλογία που έφτιαξε ο Λούκας σαν σκηνοθέτης πλέον στα '00ς... αφείστε καλύτερα. Ας μείνουμε στην πρώτη, για να μείνουμε και φίλοι.

Τρίτη, Μαΐου 04, 2010

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ - ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ - ΑΝΤΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ


Το 1980 έρχεται το δεύτερο μέρος της αυθεντικής τριλογίας του "Πολέμου των Άστρων", "Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται" (The Empire strikes back), του όχι και τόσο σημαντικού σκηνοθέτη Irvin Kershner. Ο Λούκας έχει πλέον αποσυρθεί από τη σκηνοθεσία και, ακολουθώντας τα χνάρια του Ντίσνεϊ, έχει γίνει πια μεγαλοπαραγωγός, πράγμα που παραμένει η βασική του ιδιότητα μέχρι σήμερα.
Διατηρώντας όλα τα χαρακτηριστικά του πρώτου φιλμ, με βασικό την "επεισοδιακή" δομή, νομίζω ότι η ταινία αυτή είναι βελτιωμένη σε σχέση με την πρώτη. Τα εφφέ είναι πιο πειστικά (αλλοίμονο, τόσα εκατομμύρια είχαν βγάλει με το πρώτο φιλμ), οι σεναριακές αφέλειες κάπως λιγότερες και, κυρίως, το ίδιο το σενάριο είναι πιο ενδιαφέρον. Εδώ σκάει αναπάντεχα το φοβερό μυστικό της ταυτότητας του εφιαλτικού Νταρθ Βέντερ αλλάζοντας τα πάντα (δεν θα σας το αποκαλύψω, γιατί ίσως υπάρχουν ακόμα ένας - δύο εκεί έξω που δεν έχουν δει την αρχική τριλογία). Επίσης εισάγεται ο πετυχημένος χαρακτήρας του σοφού Γιόντα και αναλύεται κάπως βαθύτερα η φιλοσοφία γύρω από την περίφημη Δύναμη, οπότε το πάντρεμα επιστημονικής φαντασίας και μεταφυσικής είναι εδώ ακόμα πιο εμφανές.
Η "σιριαλοειδής" δομή είναι στην "Αυτοκρατορία" ακόμα περισσότερο φανερή απ' όσο στο πρώτο μέρος. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τέλος σ' αφήνει στα κρύα του λουτρού να περιμένεις οπωσδήποτε το τρίτο επεισόδιο. Τα δύο αυτά μέρη (2ο και 3ο) είναι απόλυτα συνεχή. Εξ άλλου αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό με την περιπέτεια του Λουκ στους πάγους, τη σεκάνς δηλαδή που ανοίγει την ταινία. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, το φιλμ δεν θα άλλαζε στο παραμικρό αν έλειπε ολόκληρη αυτή η υποϊστορία των 15 περίπου λεπτών.
Φυσικά οι σεναριακές ευκολίες υπάρχουν και πάλι (οι κακοί ποτέ δεν πετυχαίνουν τους καλούς όταν πυροβολούν, οι ποικίλες αποδράσεις γίνονται πολύ εύκολα κλπ.), αλλά είπαμε: Όλα αυτά είναι αποδεκτές συμβάσεις σε μια μεγάλη περιπέτεια σαν κι αυτή.
Γενικά μπορώ να πω ότι μάλλον απόλαυσα περισσότερο το δεύτερο αυτό μέρος από το πρώτο (δίχως φυσικά να παραβλέπω το γεγονός ότι το πρώτο Star Wars είναι αυτό που έσκασε σαν κεραυνός και σημάδεψε για πάντα την ποπ κουλτούρα). Και ετοιμάστηκα ψυχολογικά για το τρίτο και τελευταίο μέρος.

Κυριακή, Μαΐου 02, 2010

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ STAR WARS ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΜΕΤΑ Ι


Μετά πολλά πολλά χρόνια βρήκα χρόνο (και κέφι) να ξαναδώ και τις τρεις ταινίες της αυθεντικής τριλογίας των "Star Wars". Ήμουν περίεργος για την εντύπωση που θα μου έκαναν σήμερα. Πριν απ' αυτό όμως οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ δεν υπήρξα φανατικός της θρυλικής σειράς. Με διασκέδασε σαφέστατα, αλλά μέχρι εκεί. Ευχαρίστως την ξαναείδα, αλλά, και πάλι, μέχρι εκεί. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Βρισκόμαστε στα 1977 όταν ο νέος τότε George Lucas, με δυο - τρεις συμπαθητικές ταινίες στο ενεργητικό του, γυρίζει το Star Wars. Φυσικά ούτε κι ο ίδιος φανταζόταν τι έμελλε να ακολουθήσει.
Βλέποντάς τη σήμερα μπορώ να πω ότι τη βρίσκω μάλλον αφελή. Αυτό όμως δεν της στερεί την μεγάλη σημασία: Το φιλμ συνδυάζει έξυπνα την επιστημονική φαντασία με το υπερφυσικό, μαγικό στοιχείο (τη "Δύναμη" φυσικά, που είναι κάτι μεταξύ θρησκείας και παραψυχολογικών δυνάμεων). Συγχρόνως διαθέτει όλη την ευχάριστη αφέλεια και αφηγηματική δεινότητα των παραμυθιών, τη συνεχή δράση, αλλά και το μεγάλο θέαμα, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κομπιούτερ και τα blockbuster δεν ήταν αυτά που ξέρουμε (και έχουμε βαρεθεί) σήμερα. Νομίζω ότι το μυστικό της επιτυχίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: Στην εποχή.
Η αληθινή καινοτομία του Lucas βρίσκεται στο ότι, σε μια πολιτικοποιημένη εποχή, με νωπές ακόμα τις ανατροπές της δεκαετίας του 60, αποφασίζει να κάνει αυτό που για τότε ήταν το άκρο άωτο της καθαρής ψυχαγωγίας και τίποτα παραπάνω ή, αν θέλετε, να απενοχοποιήσει την καθαρή διασκέδαση. Σήμερα αυτό είναι κανόνας. Είναι το πρώτο που κυνηγάνε τα μεγάλα στούντιο. Τότε όμως δεν ήταν καθόλου αυτονόητο. Και, για να περάσει ακόμα περισσότερο το μήνυμα "ξεχάστε κάθε προβληματισμό. Εδώ έρχεστε να το ευχαριστηθείτε και μόνο" διαλέγει την ξεχασμένη δομή των παλιών κινηματογραφικών σίριαλ, που για να τα παρακολουθήσεις έπρεπε να ξέρεις τι είχε συμβεί στα προηγούμενα επεισόδια και στο τέλος σε άφηναν σε κρίσιμο σημείο, ώστε να περιμένεις με αγωνία το επόμενο. Έτσι ξεκινάμε ξαφνικά από το "Επεισόδιο IV" (δίχως φυσικά να έχει προηγηθεί κάτι άλλο), πράγμα που αποτελεί ένα πανέξυπνο κλείσιμο του ματιού τόσο στις νέες τότε γενιές, όσο και σε παλαιότερους σινεφίλ. Βεβαίως ο Λούκας ήταν και ικανός σκηνοθέτης για να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον με τη συνεχή δράση, τα κυνηγητά των διαστημοπλοίων και τα εντυπωσιακά εξωγήινα περιβάλλοντα, κατασκευές και πλάσματα. Και υπήρχαν και δύο πασίγνωστοι "κλασικοί" ηθοποιοί, ο Άλεκ Γκίνες και ο Πίτερ Κάσινγκ σαν κερασάκι στην τούρτα.
Έτσι μια απλή ταινία, στην οποία, αν τη δούμε ψύχραιμα, μπορούμε να εντοπίσουμε πλήθος από σεναριακές ευκολίες (που λύνονται με το εύκολο εύρημα των τερατωδών συμπτώσεων) και αφέλειες, μέτριες ηθοποιίες και αρκετά κενά, μετατρέπεται σε ένα σημείο αναφοράς της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, δημιουργεί μια αληθινή "δυναστεία" (όχι μόνο κινηματογραφική, αν αναλογιστούμε τα εκατοντάδες προϊόντα που σχετίζονται με τους "Πολέμους των Άστρων") και εκατομμύρια φανατικών πιστών ανά τον κόσμο, ενώ η λάμψη της δεν έχει ξεθωριάσει μέχρι σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι λίγα χρόνια μετά - και ενώ ακόμα η εποχή είναι σχετικά "παρθένα" από τέτοιες απόπειρες - ο Σπίλμπεργκ δημιουργεί άλλη μια φοβερά πετυχημένη saga (που προσωπικά μ' αρέσει περισσότερο), με τις ίδιες ακριβώς "ιδεολογικές" προδιαγραφές, αυτή του Ιντιάνα Τζόουνς.
Μη εκλάβετε όλα τα παραπάνω σαν γκρίνια. Ξαναβλέποντας το πρώτο Star Wars δεν βαρέθηκα. Απλώς έκανα κάποιες πιο ψύχραιμες παρατηρήσεις. Εξ άλλου είναι πολύ δύσκολο σήμερα να εκτιμηθεί η σημασία του αν δεν έχει ζήσει κάποιος στην εποχή του και μάλιστα αν δεν έτυχε να είναι έφηβος στην εποχή του. Πολλούς τότε έφηβους, βλέπετε, τους σημάδεψε για όλη τους τη ζωή.

Σάββατο, Μαΐου 01, 2010

"Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ


Να λοιπόν που φτάσαμε στο τέλος της τριλογίας του "Millenium", της σειράς ταινιών δηλαδή που βασίζονται στα τρία ομώνυμα σουηδικά μπεστ σέλλερ του Στιγκ Λάρσον. Το τρίτο και τελευταίο μέρος λέγεται "Το Κορίτσι στη Φωλιά της σφίγγας" (Luftslottet som sprängdes) και γυρίστηκε από τον Daniel Alfredson (όπως και το προηγούμενο μέρος) το 2009.
Ο κύκλος κλείνει εδώ, τα πάντα ξεκαθαρίζονται και... αλλά βέβαια δεν θα σας αποκαλύψω τι γίνεται στο τέλος. Η ταινία διατηρεί αυτόν τον "βρώμικο" ρεαλισμό των προηγουμένων μερών, με κράτησε σε σχετική αγωνία παρά τις δυόμιση ώρες της και βέβαια διαθέτει όπως και οι προκάτοχοί της το σημαντικότατο ατού της απόλυτα αντισυμβατικής ηρωίδας, που βρίσκεται κυριολεκτικά στον αντίποδα των συνηθισμένων (χολυγουντιανών κυρίως) αντίστοιχων ηρωίδων. Και μόνο η εμφάνισή της αρκεί για να πειστείτε για του λόγου το αληθές και, πιστέψτε με, δεν είναι μόνο η εμφάνιση.
Παρ' όλα τα ατού που κάνουν τη σειρά - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - πολύ ενδιαφέρουσα, αυτό το τελευταίο μέρος είναι το πλέον συμβατικό και προβλέψιμο, τόσο σαν εξέλιξη όσο και στο φινάλε του. Φταίει σίγουρα το ότι μιλάμε για ένα Νο 3, πράγμα εξ ορισμού σχεδόν βαρετό, αλλά και το ότι του λείπουν οι πολλαπλές ανατροπές και εκπλήξεις των δύο προηγούμενων. Επίσης αυτό το τρίτο μέρος έχει λιγότερη δράση από τα προηγούμενα (αυτό δεν το λέω υποχρεωτικά ως κακό, απλώς προειδοποιώ τους ρέκτες του είδους), αφού η ηρωίδα είναι στο μεγαλύτερο μέρος του καθηλωμένη στο νοσοκομείο ή στην αίθουσα του δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά, συνιστώ ανεπιφύλακτα την τριλογία, όχι μόνο για το πρωτότυπο στόρι της, που πολύ λίγο μοιάζει με άλλα αστυνομικά θρίλερ, ούτε μόνο για τα πολύ ιδιαίτερα στοιχεία που διαθέτει (την ηρωίδα, τον ρεαλισμό που γίνεται ωμότητα μερικές φορές, την πολυπλοκότητα, τους αληθινούς χαρακτήρες), αλλά και για το ότι εξερευνά με τόλμη τη σκοτεινή πλευρά της προοδευμένης και ευνομούμενης Σουηδίας και τα βρώμικα μυστικά που μπορεί να κρύβονται κάτω από τη άψογη επιφάνεια.
Προσέξατε ότι μιλώ συνεχώς για τριλογία και όχι για το συγκεκριμένο μέρος. Δεν είναι τυχαίο. Οι ταινίες αποτελούν συνέχεια η μία της άλλης και πρέπει να ειδωθούν με τη συγκεκριμένη σειρά που γυρίστηκαν (κάτι σαν το Lord of the Rings δηλαδή). Ειδικά αυτό το τρίτο μέρος είναι απόλυτη συνέχεια του προηγούμενου και ίσως πολλοί θεατές που αγνοούν το γεγονός αυτό να μείνουν ξεκάρφωτοι.

Πέμπτη, Απριλίου 29, 2010

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΚΟΡΗ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ


Το 1994 ο Roman Polanski γυρίζει το "Death and the Maiden" (O Θάνατος και η κόρη), τίτλος που παραπέμπει σε μεσαιωνικούς, αλλά και μεταγενέστερους πίνακες ή χαρακτικά, που απεικόνιζαν μια όμορφη γυναίκα, συχνά γυμνή, με τον θάνατο δίπλα της, συνήθως με τη μορφή ενός σκελετού. Η πρωταγωνίστρια της ταινίας Σιγκούρνι Γουίβερ δεν έχει πεθάνει βέβαια, αλλά έχει βιώσει στο παρελθόν εφιαλτικές καταστάσεις, πολύ κοντά (ή για μερικούς χειρότερες) από το θάνατο.
Η ταινία θέτει το ερώτημα: Τι θα έκανε κάποιος αν ξαφνικά έπεφτε στα χέρια του ανήμπορος ο άνθρωπος που μισεί περισσότερο, που ουσιαστικά του έχει καταστρέψει τη ζωή; Ή, αν θέλετε να το διατυπώσουμε αλλιώς, πόσο επιτρεπτή είναι η αυτοδικία ή/και η εκδίκηση; Τοποθετημένο σε μια νοτιοαμερικάνικη χώρα που δεν κατονομάζεται μερικά χρόνια μετά την πτώση μιας φρικτής δικτατορίας (της οποίας οι υποστηρικτές και οι βασανιστές δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, πράγμα που κάτι μας θυμίζει), γυρισμένη κυρίως στο εσωτερικό ενός απομονωμένου σπιτιού, διαθέτει κλιμακούμενη ένταση και κατάφερε να με κρατήσει σε αγωνία και τώρα, όπως την πρώτη φορά που την είχα δει.
Φυσικά τον πρώτο λόγο εδώ έχουν τα ηθικής φύσης ερωτήματα. Σ΄ αυτά, νομίζω, καλείται να απαντήσει κάθε θεατής. Να σας πω την αλήθεια; Εγώ προσωπικά δεν κατόρθωσα να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα έκανα και πώς θα αντιδρούσα αν βρισκόμουν στη θέση της ηρωίδας. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι αυτό που επέλεξε στο τέλος (το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια) είναι σωστό, αν αναλογιστεί κανείς την τελική σκηνή. Αλλά και να απαντούσα κατηγορηματικά, δεν νομίζω ότι έχει και πολύ νόημα. Εδώ ισχύει απόλυτα η παροιμία "έξω απ' το χορό πολλά τραγούδια". Μου φαίνεται αδύνατο να ξέρω τι θα έκανα αν είχα βιώσει την κόλαση που είχε βιώσει η ηρωίδα. Μου φαίνεται αδύνατο να το ξέρει οποιοσδήποτε, όσο καθαρές φιλοσοφικές θέσεις και ηθικές αρχές και να έχει.
Το φιλμ θέτει επίσης ερωτήματα σε σχέση με τη σχέση του νόμου με την αυθόρμητη πράξη, της νομιμότητας με αυτό που αρχικά φαίνεται ηθικά προφανές. Αλλά σκαλίζει και λίγο τα σαθρά θεμέλια στα οποία χτίζουν τη ζωή τους πολλά ζευγάρια, την υποκρισία που επικρατεί συχνά στους κόλπους τους.
Συνολικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, με μόνο ίσως ψεγάδι τη φανερή του θεατρικότητα. Βασίζεται σε θεατρικό έργο και μου φαίνεται ότι το δείχνει. Αυτό όμως δεν νομίζω ότι πρέπει να εμποδίσει κάποιον να το δει και, κυρίως, να προβληματιστεί με την αμφιλεγόμενη λύση. Και βέβαια υπάρχουν και οι πολύ καλές ηθοποιίες της Σιγκούρνι Γουίβερ και του Μπεν Κίνγκσλεϊ.
Τελικά ο Polanski έχει κάνει κάμποσα διαφορετικά πράγματα στην καριέρα του.

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

ΤΟ ΠΟΡΦΥΡΟ ΡΟΔΟ ΚΑΙ ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ


Το 1985 ο Woody Allen γυρίζει το "Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου" (The Purple Rose of Cairo), φτιάχνοντας έτσι μια από τις πιο έξυπνες και ευφάνταστες ταινίες του. Εδώ παίζει τόσο με το φανταστικό, όσο και με τη φύση του ίδιου του σινεμά, τη μαγεία του, τη σαγήνη που εξασκεί σε πλήθη ανθρώπων. Ταυτόχρονα βέβαια το φιλμ διαθέτει, όπως πάντοτε σχεδόν, και το αμίμητο χιούμορ του.
Μακριά από τα σύγχρονα προβλήματα των νεοϋορκέζων διανοούμενων αυτή τη φορά, μας μεταφέρει στην εποχή του μεγάλου κραχ, γύρω στα 1929 και ασχολείται με φτωχούς, καθημερινούς ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο το φόντο. Γιατί αυτό που συμβαίνει είναι ότι ένας νεαρός ηθοποιός... το σκάει από την οθόνη και από την ταινία όπου παίζει και βγαίνει στην πραγματική ζωή επειδή ερωτεύτηκε μiα γυναίκα που παρακολουθούσε το φιλμ. Από εκεί και πέρα συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα και μη. Η όλη κατάσταση θυμίζει κάποια από τα χιουμοριστικά διηγήματα του Γούντι Άλλεν στα βιβλία που είχει γράψει παλιότερα.
Ο Allen βρίσκει κυρίως την ευκαιρία να σχολιάσει τη μαγική δύναμη του κινηματογράφου, την έλξη που ασκεί σε εκατομμύρια ανθρώπους, τις φαντασιώσεις που προκαλεί, την ικανότητα που έχει να κάνει τον κόσμο να ονειρεύεται, να φαντάζεται, να ξεφεύγει από τη συχνά μίζερη καθημερινότητα. Του κινηματογράφου κυρίως, αλλά και οποιουδήποτε άλλου μυθοπλαστικού μέσου κατά προέκταση. Αλλά νομίζω ότι η ματιά του είναι μέλλον κριτική γι' αυτή την "μαγική" ικανότητα. Διότι πέραν από την ηδονή του ονείρου και της καταφυγής στη φαντασία, όλο αυτό το παιχνίδι λειτουργεί και αποξενωτικά για τον άνθρωπο, τον απομακρύνει από καυτά προβλήματα, άρα απομακρύνει και την προσπάθεια για λύσεις. Spoiler Το πολύ πικρό τέλος και η ανώμαλη προσγείωση της αφελούς ηρωίδας (της Μία Φάροου φυσικά) στη σκληρή πραγματικότητα μετά τα τόσα όνειρα, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Το τέλος αυτό είναι που ανατρέπει όλη τη γλυκειά, ανάλαφρη ατμόσφαιρα του φιλμ. Τέλος spoi;er.
Συγχρόνως ο δαιμόνιος σκηνοθέτης προλαβαίνει να ρίξει μια σύντομη ματιά και στο εσωτερικό της κινηματογραφικής βιομηχανίας, στην ψευτιά που συχνά βασιλεύει εκεί, στη διαπίστωση ότι τις περισσότερες φορές όλα γίνονται για τα λεφτά, στον τρόπο που χτίζονται (ή προφυλάσσονται) οι καριέρες. Ενώ μια ιδιαίτερα αστεία και ευφάνταστη νότα αποτελεί το ότι, μετά τη "δραπέτευση" του ήρωα, εμείς παρακολουθούμε τι συμβαίνει επί της οθόνης στους εναπομείναντες ηθοποιούς της ταινίας, οι οποίοι δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν αφού το σενάριο άλλαξε δραματικά με την εξαφάνιση ενός από τους βασικούς χαρακτήρες.
Δείτε το, αν όχι επειδή είναι - παρά τα όσα είπαμε πριν - μια γλυκιά και έξυπνη ταινία, που παίζει και με το ρομαντικό στοιχεία, αλλά και επειδή αποτελεί μια από τις σπάνιες επισκέψεις του Woody Allen στο χώρο του φανταστικού.