Φυσικά ο βρετανός Michael Powell (1905-1990) υπήρξε μεγάλος δημιουργός. Υπέγραφε τις ταινίες του με τον σχεδόν μόνιμο συνεργάτη του Emmeric Pressburger, ο οποίος βασικά ήταν σεναριογράφος. Μία από τις εντυπωσιακότερες δουλειές τους υπήρξε το "Ζήτημα Ζωής και Θανάτου" (A Matter of Life and Death) του 1946.
Ένας βρετανός πιλότος καταρρίπτεται κατά τη διάρκεια του πολέμου σε μια αερομαχία. Τις τελευταίες στιγμές του μιλά στον ασύρματο με μια νεαρή αμερικανίδα νοσοκόμα. Όταν το αεροπλάνο πέφτει, εκείνος όχι μόνο επιβιώνει όλως παραδόξως, αλλά συναντά τη συγκεκριμένη κοπέλα, με την οποία ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι η απίθανη επιβίωσή του οφείλεται σε λάθος της... ουράνιας υπηρεσίας που κανονίζει την παραλαβή των άρτι αφιχθέντων νεκρών. Έτσι, μια που η περίπτωση αυτή είναι ίσως η μοναδική στα χρονικά, ένα πελώριο ουράνιο δικαστήριο στήνεται για να αποφασίσει αν θα του δοθούν πολλά χρόνια παράτασης ζωής ή αν θα επιστρέψει άμεσα στον ουρανό, όπου φυσιολογικά ανήκει. Το κριτήριο θα είναι το αν είναι αληθινός ο έρωτάς τους - ενώ ο πιλότος στο μεταξύ βρίσκεται σε κώμα.
Πάνω σ' αυτόν τον σχεδόν σουρεαλιστικό καμβά ο Powell φτιάχνει μια ταινία η οποία είναι ταυτόχρονα βαθύτατα ρομαντική, διασκεδαστικότατη και πραγματικά εντυπωσιακή σε σκηνοθεσία, εικόνες και εφέ (της εποχής βεβαίως). Εννοείται ότι ο βασικός της άξονας είναι ο ρομαντισμός, η δύναμη του έρωτα (πραγματικά "έρως ανίκατε μάχαν"). Οι χιουμοριστικές πινελιές όμως και το βρετανικό φλέγμα κάνουν το φιλμ να βλέπεται εξαιρετικά ευχάριστα. Στο μεταξύ η ταινία υμνεί τη χαρά της ζωής - σε αντίθεση με τη φρίκη και τη μιζέρια του πολέμου και προλαβαίνει να κάνει μια αρκετά οξεία κριτική της ίδιας της βρετανικής αυτοκρατορίας και του ιμπεριαλισμού της, δίχως να παραλείψει να κριτικάρει - συγκριτικά - και την αμερικάνικη πλευρά (ας μη ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ τότε δεν ήταν ακόμα κοσμοκράτειρες).
Εκτός της ευχάριστης παρακολούθησης και της - πιθανής - συγκίνησης που θα προκαλέσει το φιλμ, στο νου μένουν χαραγμένες μερικές μεγαλεπήβολες εικόνες: Η ατέρμονη σκάλα που ανεβαίνει στον ουρανό, το αχανές ουράνιο δικαστήριο που προκαλεί δέος, ο σχεδιασμός του χώρου υποδοχής "εκεί πάνω", με τα ανοίγματα παρακολούθησης της γης κλπ., ενώ το μισό έγχρωμο - μισό ασπρόμαυρο (ανάλογα με το πού βρισκόμαστε) λειτουργεί κι αυτό άψογα.
Αν δεν την έχετε δει, ψάξτε την. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή κλασική ταινία ή, αν θέλετε, για ένα ασυνήθιστο φιλμ φανταστικού. Και αν δεν αντέχετε τον τόσο ρομαντισμό, δεν πειράζει. Απολαύστε το σαν φιλμ και μόνο.
ΥΓ: Η ταινία είναι γνωστή και με τον τίτλο "Stairway to Heaven" (ναι, ακριβώς όπως το πασίγνωστο τραγούδι των Led Zeppelin).
Δευτέρα, Μαρτίου 21, 2016
Κυριακή, Μαρτίου 20, 2016
ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΑ ΓΚΡΟΤΕΣΚΟ "DEATH BECOMES HER"
Θεωρώ τον Robert Zemeckis έναν καλό εμπορικό σκηνοθέτη, που μας έχει χαρίσει μερικές από τις διασκεδαστικότερες χολιγουντιανές ταινίες (Roger Rabbitt, Back to the Future, Forrest Gumb κλπ.). Ωστόσο το "Death Becomes Her" ("Ο Θάνατος σου πάει πολύ" στα ελληνικά) του 1992 πάντοτε με ενοχλούσε ως φιλμ.
Πρόκειται για μια κωμωδία φαντασίας. Μία φαντασμένη και "κακιά" σταρ του Χολιγουντ, που πάνω απ' όλα φοβάται τα γηρατειά - μεσήλιξ γαρ, καταφέρνει να χωρίσει έναν σούπερ επιτυχημένο πλαστικό χειρούργο από την κοπέλα του και να τον παντρευτεί η ίδια. Με την κοπέλα είναι πολύ παλιές φίλες και η ιστορία αυτή έχει επαναληφτεί πολλάκις στο παρελθόν. Η τελευταία καταρρέει και μόνος σκοπός της ζωής της γίνεται να εκδικηθεί την σταρ. Χρόνια μετά, και ενώ ο γάμος της ηθοποιού με τον χειρούργο βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, θα ανακαλύψει ένα πολύ παράξενο μέρος για πολύ λίγους, όπου θα της δοθεί ένα ελιξήριο, το οποίο, πρακτικά, την κάνει αθάνατη. Κάπου εκεί θα επανεμφανιστεί η παλιά κοπέλα του παρακμασμένου πλέον γιατρού... και, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, θα είναι πιο φρέσκια και σέξι από ποτέ...
Στόχος του φιλμ είναι να γίνει μια κατάμαυρη κωμωδία, ίσως και λίγο τρόμου, με σατιρικές αιχμές στο Χόλιγουντ και το σταρ σύστεμ, ενώ τα ειδικά εφέ παίζουν βασικό ρόλο. Αυτό που εισέπραξα εγώ είναι ένα φιλμ που θεωρεί τους"καλούς" άντρες θύματα των πολύ κακών και γεμάτων ζήλεια θηλυκών, τα οποία θηλυκά μάλιστα μισούν θανάσιμα το ένα το άλλο και μόνος στόχος τους είναι να "πιάσουν την καλ'η" με έναν καλό γάμο. Όσο για τα εφέ που λέγαμε, είναι μεν εντυπωσιακά για την εποχή τους, προσωπικά όμως τα βρίσκω κακόγουστα. Γενικά θεωρώ ολόκληρη την ταινία κακόγουστη και ενοχλητική σε πολλές της λεπτομέρειές της, και η γνώμη μου αυτή εδραιώθηκε όταν έτυχε να τη ξαναδώ πρόσφατα. Ενώ συνήθως απολαμβάνω τις μαύρες κωμωδίες, αυτή εδώ βρήκα ότι έχει κάτι απωθητικό και το χιούμορ - αλλά και η εικόνα - γίνονται όλο και πιο γκροτέσκα όσο προχωρά. Υπάρχει κι αυτός ο αντιφεμινισμός που με ενοχλεί, και το διάχυτο κιτς (ηθελημένο ίσως, αλλά...) και, στο σεναρικό μέρος, η άγνωστη προέλευση του φίλτρου και αυτής που το διαθέτει δωρεάν (!) σε πολύ λίγους, επίσης άγνωστο γιατί, και η σεναριακή αντίφαση: (SPOILER: Τελικά τι κάνει αυτό το φίλτρο; Σε θεραπεύει από τα γεράματα ή απλώς σε κρατά στη ζωή όσο κι αν το σώμα σου καταρρέει; ΤΕΛΟΣ SPOILER)...
Όχι. Λυπάμαι, αλλά δεν απόλαυσα ούτε το πλούσιο καστ (Μέριλ Στριπ, Μπρους Γουίλις, Γκόλντι Χον, Ισαμπέλα Ροσελίνι) ούτε τα εφέ. Δεν θα το αναλύσω παραπάνω - ίσως και να μη μπορώ - αλλά η αίσθηση του ενοχλητικού παραμένει κυρίαρχη.
Πρόκειται για μια κωμωδία φαντασίας. Μία φαντασμένη και "κακιά" σταρ του Χολιγουντ, που πάνω απ' όλα φοβάται τα γηρατειά - μεσήλιξ γαρ, καταφέρνει να χωρίσει έναν σούπερ επιτυχημένο πλαστικό χειρούργο από την κοπέλα του και να τον παντρευτεί η ίδια. Με την κοπέλα είναι πολύ παλιές φίλες και η ιστορία αυτή έχει επαναληφτεί πολλάκις στο παρελθόν. Η τελευταία καταρρέει και μόνος σκοπός της ζωής της γίνεται να εκδικηθεί την σταρ. Χρόνια μετά, και ενώ ο γάμος της ηθοποιού με τον χειρούργο βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, θα ανακαλύψει ένα πολύ παράξενο μέρος για πολύ λίγους, όπου θα της δοθεί ένα ελιξήριο, το οποίο, πρακτικά, την κάνει αθάνατη. Κάπου εκεί θα επανεμφανιστεί η παλιά κοπέλα του παρακμασμένου πλέον γιατρού... και, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, θα είναι πιο φρέσκια και σέξι από ποτέ...
Στόχος του φιλμ είναι να γίνει μια κατάμαυρη κωμωδία, ίσως και λίγο τρόμου, με σατιρικές αιχμές στο Χόλιγουντ και το σταρ σύστεμ, ενώ τα ειδικά εφέ παίζουν βασικό ρόλο. Αυτό που εισέπραξα εγώ είναι ένα φιλμ που θεωρεί τους"καλούς" άντρες θύματα των πολύ κακών και γεμάτων ζήλεια θηλυκών, τα οποία θηλυκά μάλιστα μισούν θανάσιμα το ένα το άλλο και μόνος στόχος τους είναι να "πιάσουν την καλ'η" με έναν καλό γάμο. Όσο για τα εφέ που λέγαμε, είναι μεν εντυπωσιακά για την εποχή τους, προσωπικά όμως τα βρίσκω κακόγουστα. Γενικά θεωρώ ολόκληρη την ταινία κακόγουστη και ενοχλητική σε πολλές της λεπτομέρειές της, και η γνώμη μου αυτή εδραιώθηκε όταν έτυχε να τη ξαναδώ πρόσφατα. Ενώ συνήθως απολαμβάνω τις μαύρες κωμωδίες, αυτή εδώ βρήκα ότι έχει κάτι απωθητικό και το χιούμορ - αλλά και η εικόνα - γίνονται όλο και πιο γκροτέσκα όσο προχωρά. Υπάρχει κι αυτός ο αντιφεμινισμός που με ενοχλεί, και το διάχυτο κιτς (ηθελημένο ίσως, αλλά...) και, στο σεναρικό μέρος, η άγνωστη προέλευση του φίλτρου και αυτής που το διαθέτει δωρεάν (!) σε πολύ λίγους, επίσης άγνωστο γιατί, και η σεναριακή αντίφαση: (SPOILER: Τελικά τι κάνει αυτό το φίλτρο; Σε θεραπεύει από τα γεράματα ή απλώς σε κρατά στη ζωή όσο κι αν το σώμα σου καταρρέει; ΤΕΛΟΣ SPOILER)...
Όχι. Λυπάμαι, αλλά δεν απόλαυσα ούτε το πλούσιο καστ (Μέριλ Στριπ, Μπρους Γουίλις, Γκόλντι Χον, Ισαμπέλα Ροσελίνι) ούτε τα εφέ. Δεν θα το αναλύσω παραπάνω - ίσως και να μη μπορώ - αλλά η αίσθηση του ενοχλητικού παραμένει κυρίαρχη.
Παρασκευή, Μαρτίου 18, 2016
Ο "ΚΑΥΤΟΣ ΗΛΙΟΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ...
Ο σκηνοθέτης είναι Κροάτης, αλλά η ταινία είναι συμπαραγωγή Σερβίας, Κροατίας και Σλοβενίας. Μιλάμε για τον Dalibor Matanic και το φιλμ του 2015 "Καυτός Ήλιος" (Zvizdan). Μια ταινία η οποία, βεβαίως, μιλά για τον εφιαλτικό γιουγκοσλαβικό εμφύλιο της δεκαετίας του 90 και τα πάμπολλα τραύματα άφησε πίσω του.
Πρόκειται για σπονδυλωτό φιλμ με τρεις ιστορίες. Και στις τρεις "πρωταγωνιστεί" ο έρωτας (ανεκπλήρωτος ή μη) ανάμεσα σε έναν κροάτη και μια σέρβα. Η πρώτη διαδραματίζεται λίγο πριν ξεσπάσει ο αιματηρός πόλεμος, η δεύτερη λίγο μετά το τέλος του και η τρίτη στο σήμερα. Η κάθε μία απέχει δέκα χρόνια από την άλλη. Και οι τρεις διαδραματίζονται σε γειτονικά χωριά, διαφορετικής όμως εθνικότητας, κοντά στα σύνορα Σερβίας - Κροατίας δηλαδή. Η πρώτη, πιθανόν και η δυνατότερη συναισθηματικά, μας δίνει την εικόνα στην αρχή του ξεσπάσματος της σύγκρουσης. Η δεύτερη στα ερείπια που άφησε αυτή και βέβαια αναφέρεται στο μίσος που παραμένει άσβηστο. Η τρίτη στα σύγχρονα κατάλοιπα αυτού του μίσους, στις μακροπρόθεσμες δηλαδή επιπτώσεις της σφαγής - και αφήνει και μια αισιόδοξη "χαραματιά".
Η ταινία διαθέτει κάποιες καλές ιδέες: Και οι τρεις ιστορίες, παρά το ότι απέχουν 10 χρόνια η μία από την άλλη, ερμηνεύονται από το ίδιο πρωταγωνιστικό ζευγάρι νέων. Ο πόλεμος καθ΄εαυτός δεν δείχνεται ποτέ. Δείχνονται οι τραγικές επιπτώσεις του στην ανθρώπινη καθημερινότητα και κυρίως στον έρωτα, οι επιπτώσεις του φριχτού εθνικιστικού μίσους για να είμαστε ακριβέστεροι. Η σκηνοθεσία είναι μινιμαλιστική, εστιάζει στις λεπτομέρειες, στους χαρακτήρες, στον ψυχικό τους κόσμο και στα εσωτερικά τους τραύματα. Και, φυσικά, καταγγέλλει τον πόλεμο και το μίσος που προαναφέραμε.
Καλά όλα αυτά και θετικοί οι στόχοι, αλλά πρέπει να πω ότι η ταινία συνολικά με κούρασε. Οι αργοί ρυθμοί, ο μινιμαλισμός της, όλα παραπέμπουν στο χαρακτηριστικό αυτό είδος που προορίζεται κυρίως για φεστιβάλ (δεν με χαλάει αυτό υποχρεωτικά, απλώς δεν μου πολυάρεσε στο συγκεκριμένο φιλμ). Έτσι, ενώ νομίζω ότι οι στόχοι της ιδεολογικά εκπληρώνονται απόλυτα (οι επιπτώσεις του μίσους ακόμα κι όταν η φωτιά έχει προ πολλού σβήσει), δεν θα μπορούσα να πω ότι συνολικά μου άρεσε.
Πρόκειται για σπονδυλωτό φιλμ με τρεις ιστορίες. Και στις τρεις "πρωταγωνιστεί" ο έρωτας (ανεκπλήρωτος ή μη) ανάμεσα σε έναν κροάτη και μια σέρβα. Η πρώτη διαδραματίζεται λίγο πριν ξεσπάσει ο αιματηρός πόλεμος, η δεύτερη λίγο μετά το τέλος του και η τρίτη στο σήμερα. Η κάθε μία απέχει δέκα χρόνια από την άλλη. Και οι τρεις διαδραματίζονται σε γειτονικά χωριά, διαφορετικής όμως εθνικότητας, κοντά στα σύνορα Σερβίας - Κροατίας δηλαδή. Η πρώτη, πιθανόν και η δυνατότερη συναισθηματικά, μας δίνει την εικόνα στην αρχή του ξεσπάσματος της σύγκρουσης. Η δεύτερη στα ερείπια που άφησε αυτή και βέβαια αναφέρεται στο μίσος που παραμένει άσβηστο. Η τρίτη στα σύγχρονα κατάλοιπα αυτού του μίσους, στις μακροπρόθεσμες δηλαδή επιπτώσεις της σφαγής - και αφήνει και μια αισιόδοξη "χαραματιά".
Η ταινία διαθέτει κάποιες καλές ιδέες: Και οι τρεις ιστορίες, παρά το ότι απέχουν 10 χρόνια η μία από την άλλη, ερμηνεύονται από το ίδιο πρωταγωνιστικό ζευγάρι νέων. Ο πόλεμος καθ΄εαυτός δεν δείχνεται ποτέ. Δείχνονται οι τραγικές επιπτώσεις του στην ανθρώπινη καθημερινότητα και κυρίως στον έρωτα, οι επιπτώσεις του φριχτού εθνικιστικού μίσους για να είμαστε ακριβέστεροι. Η σκηνοθεσία είναι μινιμαλιστική, εστιάζει στις λεπτομέρειες, στους χαρακτήρες, στον ψυχικό τους κόσμο και στα εσωτερικά τους τραύματα. Και, φυσικά, καταγγέλλει τον πόλεμο και το μίσος που προαναφέραμε.
Καλά όλα αυτά και θετικοί οι στόχοι, αλλά πρέπει να πω ότι η ταινία συνολικά με κούρασε. Οι αργοί ρυθμοί, ο μινιμαλισμός της, όλα παραπέμπουν στο χαρακτηριστικό αυτό είδος που προορίζεται κυρίως για φεστιβάλ (δεν με χαλάει αυτό υποχρεωτικά, απλώς δεν μου πολυάρεσε στο συγκεκριμένο φιλμ). Έτσι, ενώ νομίζω ότι οι στόχοι της ιδεολογικά εκπληρώνονται απόλυτα (οι επιπτώσεις του μίσους ακόμα κι όταν η φωτιά έχει προ πολλού σβήσει), δεν θα μπορούσα να πω ότι συνολικά μου άρεσε.
Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2016
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ "SHAFT" ΚΑΙ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
Ο "Shaft" υπήρξε η χαρακτηριστικότερη ίσως blaxploitation ταινία της δεκαετίας του 70, γνωστή βέβαια ακόμα περισσότερο εξ αιτίας της διάσημης μουσικής που έγραψε γι' αυτήν ο Isaac Hayes. Σχεδόν 30 χρόνια μετά, το 2000 συγκεκριμένα, ο "Shaft" ξαναγίνεται ταινία (κάτι σαν καθυστερημένο σίκουελ), αυτή τη φορά με τον Σάμουελ Τζάκσον στο βασικό ρόλο και τον John Singleton στη σκηνοθεσία. Ο τελευταίος, μαύρος κι ίδιος, είχε γίνει γνωστός από το ανεξάρτητο "Boyz n the Hood", αλλά στη συνέχεια έκανε διάφορες προσπάθειες να μπει για τα καλά στον mainstream κινηματογράφο.
Ο Σαφτ είναι βέβαια ο μαύρος αστυνομικός της Νέας Υόρκης, ο οποίος εδώ αναλαμβάνει μία εξαιρετικά "ευαίσθητη" υπόθεση: Ένα ρατσιστικό έγκλημα. Ένας νεαρός πλούσιος λευκός (ο τύπος που θα αποκαλούσαμε με όλη μας την καρδιά "κωλόπαιδο") δολοφονεί έναν μαύρο έξω από ένα μπαρ μετά από καυγά που ο ίδιος (ο λευκός) έχει προκαλέσει. Έχοντας όμως τα "μεγάλα μέσα" με το μέρος του, τη γλυτώνει στο δικαστήριο, αφού η τρομοκρατημένη και μοναδική αυτόπτης μάρτυρας, μια σερβιτόρα, δεν εμφανίζεται να καταθέσει. Ο Σαφτ κυνηγά μετά μανίας την υπόθεση θέλοντας να απονείμει δικαιοσύνη και δεν κουράζεται ακόμα κι όταν έχουν περάσει δύο χρόνια απ' το έγκλημα. Τα "μεγάλα μέσα" του κυνικού και θρασύτατου "μικρού" όμως εξακολουθούν να λειτουργούν, οπότε...
Ο Singleton κάνει μια "κανονική", συνηθισμένη θα λέγαμε, αστυνομική περιπέτεια, με τη βασική διαφορά όμως ότι τοποθετεί στο κέντρο της το ρατσιστικό πρόβλημα. Κατά βάση όλα συμβαίνουν εξ αιτίας του. Το έγκλημα, η έλλειψη δικαιοσύνης που ακολουθεί, ακόμα και τα προβλήματα που ο ίδιος ο Σαφτ αντιμετωπίζει στη δουλειά του. Αυτός βέβαια δεν πτοείται, είναι κάτι σαν σούπερμαν... κι από εδώ μπαίνουμε στα κλισέ: Ο σούπερ ήρωας που τα κάνει όλα, οι απόλυτα κακοί, η δράση, το πιστολίδι, τα κυνηγητά... Τυπική αμερικάνικη αστυνομική περιπέτεια δηλαδή. Καλογυρισμένη, δεν λέω, αλλά με όλα τα σχετικά που έχουμε δει πολλές, πάρα πολλές φορές. Α, στην ιστορία μπαίνει και η άλλη ανερχόμενη δύναμη του κακού: Οι λατίνοι έμποροι ναρκωτικών, οι οποίοι δινουν μια άλλη διάσταση στην ιστορία, με την απροσδόκητη "συμμαχία του κακού" που δημιουργείται.
Όπως είπα είναι καλογυρισμένο, μάλλον θα κρατήσει τον θεατή, αλλά δεν είναι και τίποτα εξαιρετικό. Έχουμε δει πάμπολλά τέτοια. Αν εξαιρέσουμε βεβαίως την εντονότατη αντιρατσιστική πινελιά που προαναφέραμε. Και ίσως λειτουργήσει και νοσταλγικά λόγω της αναβίωσης του ήρωα της ταινίας του 1971.
Ο Σαφτ είναι βέβαια ο μαύρος αστυνομικός της Νέας Υόρκης, ο οποίος εδώ αναλαμβάνει μία εξαιρετικά "ευαίσθητη" υπόθεση: Ένα ρατσιστικό έγκλημα. Ένας νεαρός πλούσιος λευκός (ο τύπος που θα αποκαλούσαμε με όλη μας την καρδιά "κωλόπαιδο") δολοφονεί έναν μαύρο έξω από ένα μπαρ μετά από καυγά που ο ίδιος (ο λευκός) έχει προκαλέσει. Έχοντας όμως τα "μεγάλα μέσα" με το μέρος του, τη γλυτώνει στο δικαστήριο, αφού η τρομοκρατημένη και μοναδική αυτόπτης μάρτυρας, μια σερβιτόρα, δεν εμφανίζεται να καταθέσει. Ο Σαφτ κυνηγά μετά μανίας την υπόθεση θέλοντας να απονείμει δικαιοσύνη και δεν κουράζεται ακόμα κι όταν έχουν περάσει δύο χρόνια απ' το έγκλημα. Τα "μεγάλα μέσα" του κυνικού και θρασύτατου "μικρού" όμως εξακολουθούν να λειτουργούν, οπότε...
Ο Singleton κάνει μια "κανονική", συνηθισμένη θα λέγαμε, αστυνομική περιπέτεια, με τη βασική διαφορά όμως ότι τοποθετεί στο κέντρο της το ρατσιστικό πρόβλημα. Κατά βάση όλα συμβαίνουν εξ αιτίας του. Το έγκλημα, η έλλειψη δικαιοσύνης που ακολουθεί, ακόμα και τα προβλήματα που ο ίδιος ο Σαφτ αντιμετωπίζει στη δουλειά του. Αυτός βέβαια δεν πτοείται, είναι κάτι σαν σούπερμαν... κι από εδώ μπαίνουμε στα κλισέ: Ο σούπερ ήρωας που τα κάνει όλα, οι απόλυτα κακοί, η δράση, το πιστολίδι, τα κυνηγητά... Τυπική αμερικάνικη αστυνομική περιπέτεια δηλαδή. Καλογυρισμένη, δεν λέω, αλλά με όλα τα σχετικά που έχουμε δει πολλές, πάρα πολλές φορές. Α, στην ιστορία μπαίνει και η άλλη ανερχόμενη δύναμη του κακού: Οι λατίνοι έμποροι ναρκωτικών, οι οποίοι δινουν μια άλλη διάσταση στην ιστορία, με την απροσδόκητη "συμμαχία του κακού" που δημιουργείται.
Όπως είπα είναι καλογυρισμένο, μάλλον θα κρατήσει τον θεατή, αλλά δεν είναι και τίποτα εξαιρετικό. Έχουμε δει πάμπολλά τέτοια. Αν εξαιρέσουμε βεβαίως την εντονότατη αντιρατσιστική πινελιά που προαναφέραμε. Και ίσως λειτουργήσει και νοσταλγικά λόγω της αναβίωσης του ήρωα της ταινίας του 1971.
Τρίτη, Μαρτίου 15, 2016
Η "MADEMOISELLE" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ
Η μελέτη του κακού στην ανθρώπινη φύση είναι χαρακτηριστικό του έργου του Ζαν Ζενέ. Αναμενόμενο λοιπόν να αποτελεί το κυρίαρχο μοτίβο ενός σεναρίου του της δεκαετίας του 50, το οποίο όμως δεν μπορεσε στην εποχή του να βρει το δρόμο του για την οθόνη. Από την άλλη ο Tony Richardson (1928-1991) είναι ο γνωστός σκηνοθέτης του αγγλικού Free Cinema. Το 1966 ωστόσο βρέθηκε στη Γαλλία και ανέλαβε να γυρίσει εκεί το σενάριο του Ζενέ, το "Mademoiselle". Έτσι φτιάχτηκε μια από τις πιο σκοτεινές και ανησηχητικές ταινίες του σινεμά, με τη Ζαν Μορό στον βασικό ρόλο.
Σε ένα μικρό, φτωχικό γαλλικό χωριό η δασκάλα (της οποίας το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, αφού απλά αποκαλείται "mademoiselle"), μοναχική και στερημένη σεξουαλικά, επίδεται σε μια σειρά κάθε λογής ευφάνταστων εγκληματικών ενεργειών (από πυρκαγιές μέχρι πρόκληση πλημμύρας), ενώ η ίδια, από τους λίγους μορφωμένους εκεί, και σεβαστή από κατοίκους και αρχές, παραμένει υπεράνω πάσης υποψίας. Οι υποψίες πέφτουν σε έναν ιταλό ξυλοκόπο, προσωρινό κάτοικο του χωριού, αφού αυτός είναι ο μόνος "ξένος". Υπάρχει όμως και ένα διάχυτο μίσος γι' αυτόν, αφού αποτελεί σεξουαλικό πειρασμό για τις γυναίκες του χωριού. Αυτό που κανείς δεν ξέρει είναι ότι ο ιταλός είναι ο πιο ισχυρός κρυφός πόθος και της ίδιας της δασκάλας. Η κατάληξη όλων αυτών θα είναι κλιμακούμενη και συγκλονιστική.
Είπαμε ότι το επίκεντρο του ασπρόμαυρου αυτού φιλμ είναι η ύπαρξη του κακού στον άνθρωπο. Η ηρωίδα πράττει τις απιστευτα σκληρές πράξεις της (από άνευ λόγου κακοποίηση ζώων μέχρι μεγάλα εγκλήματα που βλάπτουν ολόκληρη την κοινότητα) εντελώς αναίτια, από καθαρή κακία - κι αυτό ακριβώς είναι που συγκλονίζει στην ταινία. Βεβαίως η εσωτερική αυτή οργή προς τους πάντες και τα πάντα συνδέεται εδώ άμεσα με την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα. Η μη ύπαρξη διεξόδου στην σεξουαλική επιθυμία δημιουργεί όλο το ψυχικό της μπλοκάρισμα, όλη τη σκοτεινή και διεστραμμένη ψυχοσύνθεσή της. Ταυτόχρονα σχολιάζεται και η κοινωνική υποκρισία στο θέμα αυτό. Βλέπετε, η τοσο σεμνή και κρατημένη εξωτερικά δασκάλα τη νύχτα, όταν είναι μονη στο δωμάτιό της, μετατρέπεται σε αληθινό ηφαίστειο, ντύνεται προκλητικά και βάφεται καλώντας φανταστικούς εραστές. Και., όπως είπαμε, καίγεται από ανομολόγητο πόθο για τον αρενωπό ξυλοκόπο. Τέλος από τον σχολιασμό της ταινίας δεν ξεφεύγει και η κριτική της ξενοφοβία. Άλλωστε ο πρώτος ύποπτος για κάθε κακό είναι ο ξένος, που θεωρείται παρείσακτος στην κλειστή κοινωνία του χωριού.
Θεωρώ την ταινία, κινηματογραφικά μιλώντας, κάπως άνιση. Υπάρχουν καθυστερήσεις δίχως λόγο, ίσως κάποιες "κοιλιές". Είναι όμως το (απεχθές) πορτρέτο που σχεδιάζει σε κάθε σκηνή η Ζαν Μορό και το ασυνήθιστο και "κακό" του θέματος, όπως και η κυνικότατη έλλειψη κάθε μορφής κάθαρσης και δικαιοσύνης (όπως δυστυχώς πολύ συχνά γίνεται και στην πραγματικότητα) που κάνουν το σχετικά άγνωστο αυτό φιλμ αξέχαστο. Και, προσοχή, δεν απευθύνεται σε θεατές με αδύναμα στομάχια. Όχι, δεν περιέχει ακριβώς αηδείς σκηνές (απωθητικές ναι), είναι όμως το όλο concept που σοκάρει.
Σε ένα μικρό, φτωχικό γαλλικό χωριό η δασκάλα (της οποίας το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, αφού απλά αποκαλείται "mademoiselle"), μοναχική και στερημένη σεξουαλικά, επίδεται σε μια σειρά κάθε λογής ευφάνταστων εγκληματικών ενεργειών (από πυρκαγιές μέχρι πρόκληση πλημμύρας), ενώ η ίδια, από τους λίγους μορφωμένους εκεί, και σεβαστή από κατοίκους και αρχές, παραμένει υπεράνω πάσης υποψίας. Οι υποψίες πέφτουν σε έναν ιταλό ξυλοκόπο, προσωρινό κάτοικο του χωριού, αφού αυτός είναι ο μόνος "ξένος". Υπάρχει όμως και ένα διάχυτο μίσος γι' αυτόν, αφού αποτελεί σεξουαλικό πειρασμό για τις γυναίκες του χωριού. Αυτό που κανείς δεν ξέρει είναι ότι ο ιταλός είναι ο πιο ισχυρός κρυφός πόθος και της ίδιας της δασκάλας. Η κατάληξη όλων αυτών θα είναι κλιμακούμενη και συγκλονιστική.
Είπαμε ότι το επίκεντρο του ασπρόμαυρου αυτού φιλμ είναι η ύπαρξη του κακού στον άνθρωπο. Η ηρωίδα πράττει τις απιστευτα σκληρές πράξεις της (από άνευ λόγου κακοποίηση ζώων μέχρι μεγάλα εγκλήματα που βλάπτουν ολόκληρη την κοινότητα) εντελώς αναίτια, από καθαρή κακία - κι αυτό ακριβώς είναι που συγκλονίζει στην ταινία. Βεβαίως η εσωτερική αυτή οργή προς τους πάντες και τα πάντα συνδέεται εδώ άμεσα με την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα. Η μη ύπαρξη διεξόδου στην σεξουαλική επιθυμία δημιουργεί όλο το ψυχικό της μπλοκάρισμα, όλη τη σκοτεινή και διεστραμμένη ψυχοσύνθεσή της. Ταυτόχρονα σχολιάζεται και η κοινωνική υποκρισία στο θέμα αυτό. Βλέπετε, η τοσο σεμνή και κρατημένη εξωτερικά δασκάλα τη νύχτα, όταν είναι μονη στο δωμάτιό της, μετατρέπεται σε αληθινό ηφαίστειο, ντύνεται προκλητικά και βάφεται καλώντας φανταστικούς εραστές. Και., όπως είπαμε, καίγεται από ανομολόγητο πόθο για τον αρενωπό ξυλοκόπο. Τέλος από τον σχολιασμό της ταινίας δεν ξεφεύγει και η κριτική της ξενοφοβία. Άλλωστε ο πρώτος ύποπτος για κάθε κακό είναι ο ξένος, που θεωρείται παρείσακτος στην κλειστή κοινωνία του χωριού.
Θεωρώ την ταινία, κινηματογραφικά μιλώντας, κάπως άνιση. Υπάρχουν καθυστερήσεις δίχως λόγο, ίσως κάποιες "κοιλιές". Είναι όμως το (απεχθές) πορτρέτο που σχεδιάζει σε κάθε σκηνή η Ζαν Μορό και το ασυνήθιστο και "κακό" του θέματος, όπως και η κυνικότατη έλλειψη κάθε μορφής κάθαρσης και δικαιοσύνης (όπως δυστυχώς πολύ συχνά γίνεται και στην πραγματικότητα) που κάνουν το σχετικά άγνωστο αυτό φιλμ αξέχαστο. Και, προσοχή, δεν απευθύνεται σε θεατές με αδύναμα στομάχια. Όχι, δεν περιέχει ακριβώς αηδείς σκηνές (απωθητικές ναι), είναι όμως το όλο concept που σοκάρει.
Κυριακή, Μαρτίου 13, 2016
ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ - ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ Χ ΣΤΟ "UNDERWORLD"
To 2003 o αδιάφορος (σε μένα τουλάχιστον) Len Wiseman γυρίζει την πρώτη του ταινία (και μάλλον την καλύτερή του), το "Underworld", η οποία, δυστυχώς, έμελλε να έχει και πολλές συνέχειες. Αν μη τι άλλο, η πρώτη αυτή ταινία ήταν σχετικά πρωτότυπη, τουλάχιστον σαν σεναριακή ιδέα.
Κάπου κάτω από την πόλη μαίνεται εδώ και αιώνες ένας αμείλικτος πόλεμος ανάμεσα σε βρυκόλακες και λυκάνθρωπους. Εδώ και πολλά πολλά χρόνια οι βρυκόλακες μοιάζουν να έχουν επικρατήσει πλήρως. Η ηρωίδα είναι μια όμορφη βρυκόλακας, αμείλικτη κυνηγός των υπολοιμάτων της αντίπαλης φυλής. Να όμως που όλο και περισσότερα σημάδια δείχνουν ότι οι λυκάνθρωποι δεν είναι τόσο ηττημένοι όσο οι αντίπαλοί τους νομίζουν. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Όσο το φιλμ προχωρά τόσο περισσότερες ανατροπές συμβαίνουν, τόσο περισσότερες πολύπλοκες ίντριγγες αποκαλύπτονται, τόσο τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται σε πρώτη ματιά - και όπως τα θεωρεί μέχρι τώρα η ηρωίδα...
Σίγουρα το φιλμ εντυπωσιάζει με συνεχείς σκηνές δράσης, αλλά και με την ατμόσφαιρά του. Σχεδόν ολόκληρο αποτελούμενο από νυχτερινά πλάνα γεμάτα υγρασία, με κυρίαρχα χρώματα το μπλέ και το μαύρο, με εντυπωσιακούς υπόγειους χώρους και σκηνικά και με την σεξι Κέιτ Μπέκινσέιλ με μαύρα δερμάτινα στο κέντρο όλων αυτών, κρατά τον θεατή - τουλάχιστον αυτόν της εποχής του ή αυτόν που δεν έχει δει - και βαρεθεί - ούτε τα πάμπολλα franchise της αρχικής ταινίας (και έρχονται κι άλλα) ούτε και άλλες που επηρεάστηκαν απ' αυτήν. Γενικά το όλο κλίμα μου θυμίζει κάπως το προγενέστερο "Κοράκι" του Πρόγιας. Προσωπικά η βιντεοκλιπίστικη σκηνοθετική οπτική και η βαβούρα στον ήχο και το σάουντρακ με κουράζουν, αναγνωρίζω όμως τα εντυπωσιακά στοιχεία που διαθέτει το φιλμ. Άλλωστε, το είπαμε, δημιούργησε "σχολή" (αδιάφορη σχολή ξεπατικώματος για μένα, αλλά τι να κάνουμε;)
Αν δεν το έχετε δει, δείτε το ως μια εμβληματική ταινία δράσης (και φανταστικού βεβαίως) της δεκαετίας του 2000. Αν δεν είστε αυτού του κλίματος, απλώς προσπεράστε το.
Κάπου κάτω από την πόλη μαίνεται εδώ και αιώνες ένας αμείλικτος πόλεμος ανάμεσα σε βρυκόλακες και λυκάνθρωπους. Εδώ και πολλά πολλά χρόνια οι βρυκόλακες μοιάζουν να έχουν επικρατήσει πλήρως. Η ηρωίδα είναι μια όμορφη βρυκόλακας, αμείλικτη κυνηγός των υπολοιμάτων της αντίπαλης φυλής. Να όμως που όλο και περισσότερα σημάδια δείχνουν ότι οι λυκάνθρωποι δεν είναι τόσο ηττημένοι όσο οι αντίπαλοί τους νομίζουν. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Όσο το φιλμ προχωρά τόσο περισσότερες ανατροπές συμβαίνουν, τόσο περισσότερες πολύπλοκες ίντριγγες αποκαλύπτονται, τόσο τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται σε πρώτη ματιά - και όπως τα θεωρεί μέχρι τώρα η ηρωίδα...
Σίγουρα το φιλμ εντυπωσιάζει με συνεχείς σκηνές δράσης, αλλά και με την ατμόσφαιρά του. Σχεδόν ολόκληρο αποτελούμενο από νυχτερινά πλάνα γεμάτα υγρασία, με κυρίαρχα χρώματα το μπλέ και το μαύρο, με εντυπωσιακούς υπόγειους χώρους και σκηνικά και με την σεξι Κέιτ Μπέκινσέιλ με μαύρα δερμάτινα στο κέντρο όλων αυτών, κρατά τον θεατή - τουλάχιστον αυτόν της εποχής του ή αυτόν που δεν έχει δει - και βαρεθεί - ούτε τα πάμπολλα franchise της αρχικής ταινίας (και έρχονται κι άλλα) ούτε και άλλες που επηρεάστηκαν απ' αυτήν. Γενικά το όλο κλίμα μου θυμίζει κάπως το προγενέστερο "Κοράκι" του Πρόγιας. Προσωπικά η βιντεοκλιπίστικη σκηνοθετική οπτική και η βαβούρα στον ήχο και το σάουντρακ με κουράζουν, αναγνωρίζω όμως τα εντυπωσιακά στοιχεία που διαθέτει το φιλμ. Άλλωστε, το είπαμε, δημιούργησε "σχολή" (αδιάφορη σχολή ξεπατικώματος για μένα, αλλά τι να κάνουμε;)
Αν δεν το έχετε δει, δείτε το ως μια εμβληματική ταινία δράσης (και φανταστικού βεβαίως) της δεκαετίας του 2000. Αν δεν είστε αυτού του κλίματος, απλώς προσπεράστε το.
Σάββατο, Μαρτίου 12, 2016
Η "ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ" ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΛΙΓΟ ΑΠ' ΟΛΑ...
Το 2005 ο γάλλος Chris Nahon γυρίζει το "L' Empire des Loups" (Η Αυτοκρατορία των Λϋκων) με τον καλό Ζαν Ρενό σε βασικό ρόλο, μια ταινία που θέλει να είναι δράσης, με λίγο άγγιγμα φανταστικού, και τελικά, νομίζω, γίνεται κάτι λίγο απ' όλα και τίποτα απόλυτα καλό.
Μια γυναίκα αρχίζει ξαφνικά να έχει περίεργες διαλείψεις, σαν κάτι να μην είναι σωστό στην άνετη και τακτοποιημένη ζωή με τον σύζυγό της. Αρχίζει να αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το αν όλα αυτά είναι η πραγματικότητα ή... τι; Ταυτόχρονα ένας ντετέκτιβ προσπαθεί να συλλάβει έναν σίριαλ κίλερ που δολοφονεί τουρκάλες εργάτριες (μερικές παράνομες μετανάστριες). Θα ζητήσει τη βοήθεια ενός σκοτεινού πρώην αστυνομικού που έχει αποσυρθεί για όχι και τόσο κολακευτικούς για την καριέρα του λόγους και μαζί θα μπουν στα άδυτα της τουρκικής μαφίας στη Γαλλία. Κάποια στιγμή οι δύο αυτές φαινομενικά άσχετες υποθέσεις θα αρχίσουν να δείχνουν ότι δεν είναι και τόσο άσχετες...
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό ενδιαφέρον, σαν θρίλερ μυστηρίου με μάλλον πολύπλοκες πτυχές. Όσο όμως προχωρά αρχίζει να φορτώνεται όλο και περισσότερο, να μπαίνουν όλο και πιο πολλές ιστορίες και, σαν να μην έφταναν όλα, το όλο σκηνικό να βασίζεται, όπως αποδεικνύεται, σε μια απίθανη σύμπτωση. Στο μεταξύ το μυστήριο της αρχής αντικαθίσταται βαθμιαία με όλο και περισσότερη δράση και πυροβολισμούς και ξύλο και εκρήξεις και όλα τα σχετικά και, κερασάκι στην τούρτα, ανακατεύονται και οι γνωστοί Γκρίζοι Λύκοι, οι οποίοι είναι βεβαίως οι κακοί, μια εγκληματική οργάνωση, δίχως όμως την φασιστική πολιτική ταυτότητα που εχει στην πραγματικότητα η οργάνωση αυτή στην Τουρκία. Και μάλιστα σκιαγραφούνται σαν ένα είδος εγκληματικής μεν, σχεδόν μυστικιστικής δε σέχτας, της οποίας το όλο κλίμα θυμίζει την ιστορία του μεσαιωνικού "Γέρου του Βουνού". Η δράση θα καταλήξει στην ίδια την Τουρκία, το φιλμ όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, μέχρι τότε θα έχει γίνει περίπου ανεκδιήγητο.
Συνολικά το βρήκα σεναρικά ανερμάτιστο, με όλο και περισσότερα και βαρύτερα και πιο απίθανα στοιχεία να μπλέκουν στην αρχικά ενδιαφέρουσα ιστορία και, τελικά, να γίνεται κάτι δίχως ίχνος ρεαλισμού, που, από ένα σημείο και μετά, μόνο χαμόγελα προκαλεί λόγω της ελάχιστης πειστικότητάς του. Και, τελειώνοντας, πώς πήγαν τόσο εύκολα τόσοι γάλλοι αστυνομικοί (ή ίσως και στρατιώτες;) στα βάθη της Τουρκίας;
Μια γυναίκα αρχίζει ξαφνικά να έχει περίεργες διαλείψεις, σαν κάτι να μην είναι σωστό στην άνετη και τακτοποιημένη ζωή με τον σύζυγό της. Αρχίζει να αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το αν όλα αυτά είναι η πραγματικότητα ή... τι; Ταυτόχρονα ένας ντετέκτιβ προσπαθεί να συλλάβει έναν σίριαλ κίλερ που δολοφονεί τουρκάλες εργάτριες (μερικές παράνομες μετανάστριες). Θα ζητήσει τη βοήθεια ενός σκοτεινού πρώην αστυνομικού που έχει αποσυρθεί για όχι και τόσο κολακευτικούς για την καριέρα του λόγους και μαζί θα μπουν στα άδυτα της τουρκικής μαφίας στη Γαλλία. Κάποια στιγμή οι δύο αυτές φαινομενικά άσχετες υποθέσεις θα αρχίσουν να δείχνουν ότι δεν είναι και τόσο άσχετες...
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό ενδιαφέρον, σαν θρίλερ μυστηρίου με μάλλον πολύπλοκες πτυχές. Όσο όμως προχωρά αρχίζει να φορτώνεται όλο και περισσότερο, να μπαίνουν όλο και πιο πολλές ιστορίες και, σαν να μην έφταναν όλα, το όλο σκηνικό να βασίζεται, όπως αποδεικνύεται, σε μια απίθανη σύμπτωση. Στο μεταξύ το μυστήριο της αρχής αντικαθίσταται βαθμιαία με όλο και περισσότερη δράση και πυροβολισμούς και ξύλο και εκρήξεις και όλα τα σχετικά και, κερασάκι στην τούρτα, ανακατεύονται και οι γνωστοί Γκρίζοι Λύκοι, οι οποίοι είναι βεβαίως οι κακοί, μια εγκληματική οργάνωση, δίχως όμως την φασιστική πολιτική ταυτότητα που εχει στην πραγματικότητα η οργάνωση αυτή στην Τουρκία. Και μάλιστα σκιαγραφούνται σαν ένα είδος εγκληματικής μεν, σχεδόν μυστικιστικής δε σέχτας, της οποίας το όλο κλίμα θυμίζει την ιστορία του μεσαιωνικού "Γέρου του Βουνού". Η δράση θα καταλήξει στην ίδια την Τουρκία, το φιλμ όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, μέχρι τότε θα έχει γίνει περίπου ανεκδιήγητο.
Συνολικά το βρήκα σεναρικά ανερμάτιστο, με όλο και περισσότερα και βαρύτερα και πιο απίθανα στοιχεία να μπλέκουν στην αρχικά ενδιαφέρουσα ιστορία και, τελικά, να γίνεται κάτι δίχως ίχνος ρεαλισμού, που, από ένα σημείο και μετά, μόνο χαμόγελα προκαλεί λόγω της ελάχιστης πειστικότητάς του. Και, τελειώνοντας, πώς πήγαν τόσο εύκολα τόσοι γάλλοι αστυνομικοί (ή ίσως και στρατιώτες;) στα βάθη της Τουρκίας;
Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2016
ΠΡΩΤΟΦΑΝΩΣ ΕΝΗΛΙΚΗ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΓΙΑ ΑΝΙΜΑΤΙΟΝ) "ANOMALISA"
Υπάρχουν animation που απευθύνονται αποκλειστικά σε ενήλικες και, μερικές φορές, κρίνονται "ακατάλληλα". Ένα απ' αυτά είναι η "Anomalisa" (2015), η επιστροφή του χαμένου για χρόνια ευφυούς και παράδοξου σεναριογράφου (κυρίως) και σκηνοθέτη Charlie Kaufman σε συνσκηνοθεσία Duke Johnson.
Ένας πολύ πετυχημένος συγγραφέας βιβλίου για αυτοβελτίωση και επαγγελματική επιτυχία ταξιδεύει για μια διάλεξη που θα δώσει στο Σινσινάτι. Όχι και πολύ ισορροπημένος ψυχικά ο ίδιος, στα πρόθυρα κατάθλιψης, θα γοητευτεί από μια θαυμάστριά του, η οποία ωστόσο, τόσο ψυχικά όσο και εμφανισιακά, είναι το άκρον άωτον της κοινοτοπίας. Σ' αυτή την περίεργη και σύντομη σχέση που αναπτύσσεται ίσως κρύβεται το "φάρμακο" για τη δική του θεραπεία, για να πάψει να βλέπει αρνητικά τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Οι ιδιομορφίες της ταινίας είναι πολλές: Η βασική είναι η απόλυτη και λεπτομερής κατάδειξη του κοινότοπου, του καθημερινού, του συνηθισμένου και άχαρου, του ρεαλισμού δηλαδή της καθημερινής μας ζωής όπως ποτέ δεν έχει αποτυπωθεί σε animation. Εντελώς απρόσωποι χώροι - κυρίως στο όμοιο με πάμπολλά άλλα ξενοδοχείο -, εντελώς συνηθισμένες συνομιλίες, σιωπές, καθημερινές πράξεις (ακόμα και κατούρημα ή απλή ξάπλα στο κρεβάτι), μια σκηνή εξ ίσου κοινότοπου και μάλλον δίχως ιδιαίτερου πάθους σεξ, τα πάντα συμβάλλουν στην απεικόνιση μιας ρεαλιστικής, απόλυτα μπανάλ καθημερινότητας. Ακόμα και η τεχνική που χρησιμοποιείται (κούκλες και πρόσωπα εμφανώς τεχνητά, από αφρολέξ) συμβάλλουν στην δημιουργία μιας συνειδητά και επίτηδες άχαρης καθημερινής ατμόσφαιρας. Όσο για τον ήρωα, πάσχει από μια σπάνια ψυχολογική (και υπαρκτή, όπως διάβασα) ασθένεια: Θεωρεί όλους τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν το ίδιο πρόσωπο. Γι' αυτό άλλωστε και όλοι, άντρες γυναίκες και παιδιά, μιλάνε με την ίδια ακριβώς αντρική φωνή, προσθέτοντας έτσι έναν έντονο τόνο απειλής και αλλόκοτου στην κοινότοπη ατμόσφαιρα που προαναφέραμε. Ο ήρωας γοητεύεται από την τόσο συνηθισμένη κοπέλα ακριβώς επειδή σ' αυτή και μόνο αναγνωρίζει κάτι διαφορετικό (γι' αυτό και είναι η μόνη στο φιλμ που μιλά με διαφορετική από τις άλλες, κανονική γυναικεία φωνή).
Στόχος είναι μάλλον να καταδειχτεί η ανθρώπινη αποξένωση, η αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους, η εσωστρέφεια, το απρόσωπο, το μαζικό και ομοιόμορφο που κυριαρχούν στο σύγχρονο κόσμο. Πρωτότυπα όλα αυτά για animation, αλλά θα ομολογήσω ότι όλο αυτό το κλίμα (δημιουργημένο απόλυτα επίτηδες θα επισημάνω και πάλι) και οι αργοί ρυθμοί (όπως ακριβώς η καθημερινότητα, όπου τις πιο πολλές φορές "δεν συμβαίνει τίποτα") με κούρασαν κάπως. Μου φαίνεται ότι κόντεψα να βγω κι εγώ με κατάθλιψη. Ο Kaufman παραμένει σίγουρα πρωτότυπος σε ό,τι κάνει, η ταινία είναι αξιόλογη και παράδοξη από πολλές απόψεις, δεν μπορώ να πω όμως ότι με γοήτευσε. Δείτε την όμως αν ψάχνετε για κάτι πρωτότυπο και απόλυτα ενήλικο στο χώρο του
animation.
Ένας πολύ πετυχημένος συγγραφέας βιβλίου για αυτοβελτίωση και επαγγελματική επιτυχία ταξιδεύει για μια διάλεξη που θα δώσει στο Σινσινάτι. Όχι και πολύ ισορροπημένος ψυχικά ο ίδιος, στα πρόθυρα κατάθλιψης, θα γοητευτεί από μια θαυμάστριά του, η οποία ωστόσο, τόσο ψυχικά όσο και εμφανισιακά, είναι το άκρον άωτον της κοινοτοπίας. Σ' αυτή την περίεργη και σύντομη σχέση που αναπτύσσεται ίσως κρύβεται το "φάρμακο" για τη δική του θεραπεία, για να πάψει να βλέπει αρνητικά τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Οι ιδιομορφίες της ταινίας είναι πολλές: Η βασική είναι η απόλυτη και λεπτομερής κατάδειξη του κοινότοπου, του καθημερινού, του συνηθισμένου και άχαρου, του ρεαλισμού δηλαδή της καθημερινής μας ζωής όπως ποτέ δεν έχει αποτυπωθεί σε animation. Εντελώς απρόσωποι χώροι - κυρίως στο όμοιο με πάμπολλά άλλα ξενοδοχείο -, εντελώς συνηθισμένες συνομιλίες, σιωπές, καθημερινές πράξεις (ακόμα και κατούρημα ή απλή ξάπλα στο κρεβάτι), μια σκηνή εξ ίσου κοινότοπου και μάλλον δίχως ιδιαίτερου πάθους σεξ, τα πάντα συμβάλλουν στην απεικόνιση μιας ρεαλιστικής, απόλυτα μπανάλ καθημερινότητας. Ακόμα και η τεχνική που χρησιμοποιείται (κούκλες και πρόσωπα εμφανώς τεχνητά, από αφρολέξ) συμβάλλουν στην δημιουργία μιας συνειδητά και επίτηδες άχαρης καθημερινής ατμόσφαιρας. Όσο για τον ήρωα, πάσχει από μια σπάνια ψυχολογική (και υπαρκτή, όπως διάβασα) ασθένεια: Θεωρεί όλους τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν το ίδιο πρόσωπο. Γι' αυτό άλλωστε και όλοι, άντρες γυναίκες και παιδιά, μιλάνε με την ίδια ακριβώς αντρική φωνή, προσθέτοντας έτσι έναν έντονο τόνο απειλής και αλλόκοτου στην κοινότοπη ατμόσφαιρα που προαναφέραμε. Ο ήρωας γοητεύεται από την τόσο συνηθισμένη κοπέλα ακριβώς επειδή σ' αυτή και μόνο αναγνωρίζει κάτι διαφορετικό (γι' αυτό και είναι η μόνη στο φιλμ που μιλά με διαφορετική από τις άλλες, κανονική γυναικεία φωνή).
Στόχος είναι μάλλον να καταδειχτεί η ανθρώπινη αποξένωση, η αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους, η εσωστρέφεια, το απρόσωπο, το μαζικό και ομοιόμορφο που κυριαρχούν στο σύγχρονο κόσμο. Πρωτότυπα όλα αυτά για animation, αλλά θα ομολογήσω ότι όλο αυτό το κλίμα (δημιουργημένο απόλυτα επίτηδες θα επισημάνω και πάλι) και οι αργοί ρυθμοί (όπως ακριβώς η καθημερινότητα, όπου τις πιο πολλές φορές "δεν συμβαίνει τίποτα") με κούρασαν κάπως. Μου φαίνεται ότι κόντεψα να βγω κι εγώ με κατάθλιψη. Ο Kaufman παραμένει σίγουρα πρωτότυπος σε ό,τι κάνει, η ταινία είναι αξιόλογη και παράδοξη από πολλές απόψεις, δεν μπορώ να πω όμως ότι με γοήτευσε. Δείτε την όμως αν ψάχνετε για κάτι πρωτότυπο και απόλυτα ενήλικο στο χώρο του
animation.
Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2016
"ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ" Ή ΠΩΣ Ο ΔΑΒΙΔ ΤΑ ΕΒΑΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΓΟΛΙΑΘ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΟΡΑ
O Rob Sitch είναι ένας πολυπράγμων αυστραλός τηλεοπτικός κυρίως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός. Μία από τις πολύ λίγες κινηματογραφικές ταινίες του είναι το "The Castle" του 1997, μία όντως συμπαθέστατη κωμωδία. Και, συγχρόνως, ένα απολαυστικότατο πορτρέτο καθημερινότητας στην πλέον αφελή και κιτς εκδοχή της.
Πρωταγωνιστεί μια τρομερά δεμένη αυστραλέζικη εργατική οικογένεια. Πατέρας, μητέρα, μια νιόπαντρη κόρη και δύο γιοι. Αγαπημένοι, λατρεύουν το σπίτι τους, την οικογενειακή θαλπωρή, τις δουλειές τους και... ο ένας τον άλλον κι όλοι μαζί τον πάτερ - φαμίλια (ο οποίος είναι επίσης αγαθος και καλόβολος). Το σπίτι τους βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο αεροδρόμιο. Και ξαφνικά τους έρχεται ένα χαρτί: Πρέπει υποχρεωτικά να απαλλοτριωθεί, διότι το αεροδρόμιο χρειάζεται επέκταση. Από εκεί και πέρα η αφελής οικογένεια (κυρίως βεβαίως ο "αρχηγός" πατέρας) ξεκινάνε έναν λυσσαλέο και άνευ όρων αγώνα για να παραμείνουν στο αγαπημένο τους μέρος, βάζοντάς τα δίχως δισταγμό με πολύ ισχυρότερους...
Όντως το άγνωστο σε μένα αυτό φιλμ είναι απολαυστικό. Από το ξεκαρδιστικό πορτρέτο τής πολύ αγαπημένης (και με αρκετά χαμηλό IQ) οικογένειας, όπου ο καθένας (και όλοι τον πατέρα) θεωρούν τον άλλον ειδήμονα σε κάτι (συνήθως πολύ γελοίο και μπανάλ) έως την κορύφωση του αγώνα της, με την υποστήριξη ενός ανεκδιήγητου δικηγόρου αρχικά και κάποιου άλλου σημαντικότερου μετά, ενάντια σε πολυεθνικές και στο κράτος. Φυσικά δεν ξέρω αν στον πραγματικό κόσμο τα πράγματα μπορούν να εξελιχτούν τόσο "γλυκά", όμως η απόλαυση παραμένει, όπως επίσης και το ηρωικό μέσα στην ηθελημένη απλοϊκότητά του μήνυμα για αντίσταση. Και υπάρχει και το διφορούμενο του πράγματος: Ναι, ο ήρωάς μας τολμά να τα βάλει με όλους, αλλά ταυτόχρονα διακατέχεται από νοοτροπία αφόρητα μικροαστική, τεριμμένη, σχεδόν βλακώδη (και τα υπόλοιπα μέλη βεβαίως). Πρόκειται για ήρωες που, αν δεν παρουσιάζονταν τόσο γλυκά και συμπαθητικά, θα έβρισκαν τη θέση τους στην πινακοθήκη ηλιθίων των αδελφών Κοέν. Φυσικά για όση βλακεία και μικροαστισμό κι αν μιλάμε, ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα με την κιτς οικογένεια, συμμετέχει στον αγώνα της, πονά από τις περιστασιακές τους ήττες. Όμως η απλή αγάπη και η προσήλωση στη ρουτινιάρικη καθημέρινότητα βρίσκονται πάνω απ' όλα. Τελικά λέτε το νόημα της ευτυχίας να κρύβεται στην αφέλεια (για να μη πω βλακεία);
Πέραν των όποιων "μηνυμάτων" πάντως, το σίγουρο είναι ότι το φιλμ βλέπεται πολύ ευχάριστα και σε πολλά σημεία είναι όντως ξεκαρδιστικό. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να ανακαλύψετε αυτή την άγνωστη (σε μένα τουλάχιστον) ταινία του αυστραλέζικου σινεμά.
Πρωταγωνιστεί μια τρομερά δεμένη αυστραλέζικη εργατική οικογένεια. Πατέρας, μητέρα, μια νιόπαντρη κόρη και δύο γιοι. Αγαπημένοι, λατρεύουν το σπίτι τους, την οικογενειακή θαλπωρή, τις δουλειές τους και... ο ένας τον άλλον κι όλοι μαζί τον πάτερ - φαμίλια (ο οποίος είναι επίσης αγαθος και καλόβολος). Το σπίτι τους βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο αεροδρόμιο. Και ξαφνικά τους έρχεται ένα χαρτί: Πρέπει υποχρεωτικά να απαλλοτριωθεί, διότι το αεροδρόμιο χρειάζεται επέκταση. Από εκεί και πέρα η αφελής οικογένεια (κυρίως βεβαίως ο "αρχηγός" πατέρας) ξεκινάνε έναν λυσσαλέο και άνευ όρων αγώνα για να παραμείνουν στο αγαπημένο τους μέρος, βάζοντάς τα δίχως δισταγμό με πολύ ισχυρότερους...
Όντως το άγνωστο σε μένα αυτό φιλμ είναι απολαυστικό. Από το ξεκαρδιστικό πορτρέτο τής πολύ αγαπημένης (και με αρκετά χαμηλό IQ) οικογένειας, όπου ο καθένας (και όλοι τον πατέρα) θεωρούν τον άλλον ειδήμονα σε κάτι (συνήθως πολύ γελοίο και μπανάλ) έως την κορύφωση του αγώνα της, με την υποστήριξη ενός ανεκδιήγητου δικηγόρου αρχικά και κάποιου άλλου σημαντικότερου μετά, ενάντια σε πολυεθνικές και στο κράτος. Φυσικά δεν ξέρω αν στον πραγματικό κόσμο τα πράγματα μπορούν να εξελιχτούν τόσο "γλυκά", όμως η απόλαυση παραμένει, όπως επίσης και το ηρωικό μέσα στην ηθελημένη απλοϊκότητά του μήνυμα για αντίσταση. Και υπάρχει και το διφορούμενο του πράγματος: Ναι, ο ήρωάς μας τολμά να τα βάλει με όλους, αλλά ταυτόχρονα διακατέχεται από νοοτροπία αφόρητα μικροαστική, τεριμμένη, σχεδόν βλακώδη (και τα υπόλοιπα μέλη βεβαίως). Πρόκειται για ήρωες που, αν δεν παρουσιάζονταν τόσο γλυκά και συμπαθητικά, θα έβρισκαν τη θέση τους στην πινακοθήκη ηλιθίων των αδελφών Κοέν. Φυσικά για όση βλακεία και μικροαστισμό κι αν μιλάμε, ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα με την κιτς οικογένεια, συμμετέχει στον αγώνα της, πονά από τις περιστασιακές τους ήττες. Όμως η απλή αγάπη και η προσήλωση στη ρουτινιάρικη καθημέρινότητα βρίσκονται πάνω απ' όλα. Τελικά λέτε το νόημα της ευτυχίας να κρύβεται στην αφέλεια (για να μη πω βλακεία);
Πέραν των όποιων "μηνυμάτων" πάντως, το σίγουρο είναι ότι το φιλμ βλέπεται πολύ ευχάριστα και σε πολλά σημεία είναι όντως ξεκαρδιστικό. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να ανακαλύψετε αυτή την άγνωστη (σε μένα τουλάχιστον) ταινία του αυστραλέζικου σινεμά.
Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016
"HAIL CAESAR" Ή ΟΙ ΚΟΕΝ ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΟΥ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ ΤΟΥ 50
Αυτή τη φορά, εν έτει 2016, σειρά να δεχτεί την "επίθεση" των φοβερών αδελφών Joel & Ethan Coen είχε το ίδιο το Χόλιγουντ. Όχι το σύγχρονο, αυτό της δεκαετίας του 50 - αν και υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Έτσι το "Χαίρε, Καίσαρ!" (Hail, Caesar!) είναι μια σινεφίλ κωμωδία, η οποία όμως δεν παύει ούτε στιγμή να σαρκάζει τη "Μέκα του Κινηματογράφου" και μάλιστα στη χρυσή εποχή της.
Ο έμπειρος ήρωας, που δουλεύει για την κινηματογραφική εταιρία Capitol, είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει όλες τις πολύπλοκες μικρές δουλειές για να πάνε όλα καλά στο γύρισμα: Να ικανοποιήσει τα καπρίτσια των σταρ, να μιλήσει γι' αυτούς στον Τύπο λέγοντας μόνο ό,τι συμφέρει το στούντιο και - διορθώνοντας και εξωραϊζοντας την εικόνα τους - να καλύψει κάθε λογής σκάνδαλα κλπ. Κουράζεται πολύ, αλλά μοιάζει να το απολαμβάνει. Ώσπου ένας σούπερ σταρ που πρωταγωνιστεί σε... χριστιανική ταινία "χλαμύδας" (δηλαδή με Ρωμαίους, σταύρωση κτλ.) εξαφανίζεται από τα γυρίσματα. Εμείς μαθαίνουμε σύντομα ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής από... κομμουνιστές σεναριογράφους που θέλουν να υπονομεύσουν εκ των έσω την κινηματογραφική βιομηχανία... και η δράση αρχίζει.
Σε πρώτο επίπεδο πρόκειται για μια απόλυτα σινεφίλ κωμωδία. Καθώς στα μεγάλα στούντιο γυρίζονταν πολλές ταινίες ταυτόχρονα, οι Κοέν βρίσκουν την ευκαιρία να γυρίσουν σκηνές από μιούζικαλ, γουέστερν, "χλαμύδα", κοινωνικό δράμα κλπ. και, βεβαίως να κάνουν αναφορές σε πλήθος παλιών σταρ (Έστερ Γουίλιαμς, Κάρμεν Μιράντα, Τζιν Κέλι κλπ.) χρησιμοποιώντας μάλιστα πλειάδα σύγχρονων σταρ σε μικρές εμφανίσεις (εκτός των πρωταγωνιστών Τζος Μπρόλιν και Τζορτζ Κλούνεϊ βλέπουμε την Σκάρλετ Γιόχανσον, τον Ρέιφ Φάινς, την Τίλντα Σουίντον κ.ά.) Διασκεδάζουμε λοιπόν πολλαπλά και, αν θέλετε, νοσταλγικά. Πλήν όμως, κάτω από την απαστράπτουσα εικόνα της κολοσιαίας "μηχανής που παράγει διασκέδαση" βλέπουμε πλήθος από σκοτεινές πτυχές, αστείες ή μη: Τα σκάνδαλα, αλλά και την ηλιθιότητα των σταρ (αλοίμονο αν οι Κοέν δεν ασχολούνταν κι αυτή τη φορά με την ηλιθιότητα μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας), την επιδερμική αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων, την προσπάθεια "να τα έχουμε καλά με όλους" για να βγάλουμε όσο πιο πολλά λεφτά γίνεται (η συνάντηση των παπάδων διαφόρων θρησκειών για τον.. Χριστό είναι χαρακτηριστική και πολύ αστεία), ακόμα και τον ρατσισμό και, εν γένει, την κάθε λογής βρωμιά. Και, βέβαια, οι "κομουνιστές σεναριογράφοι" υπάρχουν διότι η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ ήταν και η εποχή του μακαρθισμού και της δίωξης και φίμωσης αριστερών ή συμπαθούντων.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι Κοέν θέλανε και να διασκεδάσουν οι ίδιοι, γυρίζοντας "μια σκηνή από κάθε είδος". Ωστόσο δεν παύουν να καυτηριάζουν και να σατιρίζουν ανελέητα μια βιομηχανία που μπορεί ταυτόχρονα να παράγει αριστουργήματα (και μάλιστα τολμηρά, με προοδευτικά μηνύματα, όπως λένε οι σεναριογράφοι) και ηλιθιότητες και να αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές της.
Δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες των αδελφών, τη βρήκα ωστόσο και σαρκαστική και διασκεδαστική. Ιδιαίτερα αν είστε σινεφίλ και εντοπίζετε τις πολλές αναφορές .
Ο έμπειρος ήρωας, που δουλεύει για την κινηματογραφική εταιρία Capitol, είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει όλες τις πολύπλοκες μικρές δουλειές για να πάνε όλα καλά στο γύρισμα: Να ικανοποιήσει τα καπρίτσια των σταρ, να μιλήσει γι' αυτούς στον Τύπο λέγοντας μόνο ό,τι συμφέρει το στούντιο και - διορθώνοντας και εξωραϊζοντας την εικόνα τους - να καλύψει κάθε λογής σκάνδαλα κλπ. Κουράζεται πολύ, αλλά μοιάζει να το απολαμβάνει. Ώσπου ένας σούπερ σταρ που πρωταγωνιστεί σε... χριστιανική ταινία "χλαμύδας" (δηλαδή με Ρωμαίους, σταύρωση κτλ.) εξαφανίζεται από τα γυρίσματα. Εμείς μαθαίνουμε σύντομα ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής από... κομμουνιστές σεναριογράφους που θέλουν να υπονομεύσουν εκ των έσω την κινηματογραφική βιομηχανία... και η δράση αρχίζει.
Σε πρώτο επίπεδο πρόκειται για μια απόλυτα σινεφίλ κωμωδία. Καθώς στα μεγάλα στούντιο γυρίζονταν πολλές ταινίες ταυτόχρονα, οι Κοέν βρίσκουν την ευκαιρία να γυρίσουν σκηνές από μιούζικαλ, γουέστερν, "χλαμύδα", κοινωνικό δράμα κλπ. και, βεβαίως να κάνουν αναφορές σε πλήθος παλιών σταρ (Έστερ Γουίλιαμς, Κάρμεν Μιράντα, Τζιν Κέλι κλπ.) χρησιμοποιώντας μάλιστα πλειάδα σύγχρονων σταρ σε μικρές εμφανίσεις (εκτός των πρωταγωνιστών Τζος Μπρόλιν και Τζορτζ Κλούνεϊ βλέπουμε την Σκάρλετ Γιόχανσον, τον Ρέιφ Φάινς, την Τίλντα Σουίντον κ.ά.) Διασκεδάζουμε λοιπόν πολλαπλά και, αν θέλετε, νοσταλγικά. Πλήν όμως, κάτω από την απαστράπτουσα εικόνα της κολοσιαίας "μηχανής που παράγει διασκέδαση" βλέπουμε πλήθος από σκοτεινές πτυχές, αστείες ή μη: Τα σκάνδαλα, αλλά και την ηλιθιότητα των σταρ (αλοίμονο αν οι Κοέν δεν ασχολούνταν κι αυτή τη φορά με την ηλιθιότητα μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας), την επιδερμική αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων, την προσπάθεια "να τα έχουμε καλά με όλους" για να βγάλουμε όσο πιο πολλά λεφτά γίνεται (η συνάντηση των παπάδων διαφόρων θρησκειών για τον.. Χριστό είναι χαρακτηριστική και πολύ αστεία), ακόμα και τον ρατσισμό και, εν γένει, την κάθε λογής βρωμιά. Και, βέβαια, οι "κομουνιστές σεναριογράφοι" υπάρχουν διότι η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ ήταν και η εποχή του μακαρθισμού και της δίωξης και φίμωσης αριστερών ή συμπαθούντων.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι Κοέν θέλανε και να διασκεδάσουν οι ίδιοι, γυρίζοντας "μια σκηνή από κάθε είδος". Ωστόσο δεν παύουν να καυτηριάζουν και να σατιρίζουν ανελέητα μια βιομηχανία που μπορεί ταυτόχρονα να παράγει αριστουργήματα (και μάλιστα τολμηρά, με προοδευτικά μηνύματα, όπως λένε οι σεναριογράφοι) και ηλιθιότητες και να αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές της.
Δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες των αδελφών, τη βρήκα ωστόσο και σαρκαστική και διασκεδαστική. Ιδιαίτερα αν είστε σινεφίλ και εντοπίζετε τις πολλές αναφορές .
Τρίτη, Μαρτίου 08, 2016
O ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ "ALFIE" ΚΑΙ Η - ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ - ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ
Ο "Alfie" είναι μια κλασική ταινία του 1966 με τον Μάικλ Κέιν στον βασικό ρόλο, την οποία δυστυχώς δεν έχω δει. Είχε όμως άμεση σχέση με την εποχή της, τη σεξουαλική επανάσταση και τις (συναισθηματικές) συνέπειές της. Το 2004 ο μάλλον αδιάφορος σκηνοθέτης Charles Shyer φτιάχνει το (αναμενόμενο) ριμέικ, αυτή τη φορά με τον Τζουν Λο στον ομώνυμο ρόλο.
Ο Άλφι, ωραίος οδηγός λιμουζίνας, περιστοιχίζεται από ωραίες γυναίκες και είναι και αδιόρθωτα γυναικάς. Έτσι οι ερωτικές του περιπέτειες είναι άφθονες. Διατηρεί και μια "μόνιμη" σχέση, αυτό όμως κάθε άλλο παρά τον εμποδίζει να επιδίδεται στις παράλληλες δραστηριότητές του. Ανάμεσά τους και η σύντομη σχέση με την κοπέλα του καλύτερού του φίλου και συναδέλφου. Ώσπου η "μόνιμη σχέση" αποχωρεί (όπως είναι φυσικό) και η πικρή αντίστροφη μέτρηση αρχίζει για τα καλά...
Σας είπα ότι δεν μπορώ να κάνω προσωπικές συγκρίσεις με το πρωτότυπο. Η γενική αίσθηση πάντως από πλήθος κριτικών είναι ότι, όπως συμβαίνει τις πολύ περισσότερες φορές, το ριμέικ είναι κατώτερο. Ξεχνώντας λοιπόν τις αδύνατες για μένα συγκρίσεις θα επικεντρωθώ στο φιλμ του Shyer. Ναι, το είδα ευχάριστα. Διαθέτει όμορφη, "μοντέρνα" εικόνα, ωραίες γυναίκες (προφανώς) και τον Λο να αλλάζει κοστούμια και στιλ ως ακριβοπληρωμένο μοντέλο. Ίσως (στην εποχή του AIDS τουλάχιστον) οι τόσες περιπέτειες και οι τόση ευκολία με τις γυναίκες να μη γίνεται απόλυτα πιστευτή, αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό. Πάντως η διαρκής off αφήγηση μάλλον με κούρασε.
Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται για κάποια αισθηματική κομεντί. SPOILER Ξεκινά βεβαίως έτσι, δίχως όμως το ρομαντικό στοιχείο, αφού έχουμε να κάνουμε σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και με ένα είδος ζιγκολό, για να καταλήξει πολύ, πάρα πολύ πικρά. Όσοι λοιπόν είστε συνηθισμένοι στα νερόβραστα συνήθως χάπι εντ του είδους, θα απογοητευτείτε ΤΕΛΟΣ SPOILER. Γι' αυτό και διαφέρει (θετικά για μένα) από την πλειοψηφία αντίστοιχων φιλμ. Βλέπετε, ο μη υπολογισμός των συναισθημάτων των άλλων, το διαρκές παιχνίδι, το σεξ-ως-μηχανή και τίποτα άλλο, καλώς ή κακώς πληρώνονται. Στην κοινωνία μας τουλάχιστον.
Ενδιαφέρον, δίχως σε καμία περίπτωση να το θεωρώ κάτι σπουδαίο.
Ο Άλφι, ωραίος οδηγός λιμουζίνας, περιστοιχίζεται από ωραίες γυναίκες και είναι και αδιόρθωτα γυναικάς. Έτσι οι ερωτικές του περιπέτειες είναι άφθονες. Διατηρεί και μια "μόνιμη" σχέση, αυτό όμως κάθε άλλο παρά τον εμποδίζει να επιδίδεται στις παράλληλες δραστηριότητές του. Ανάμεσά τους και η σύντομη σχέση με την κοπέλα του καλύτερού του φίλου και συναδέλφου. Ώσπου η "μόνιμη σχέση" αποχωρεί (όπως είναι φυσικό) και η πικρή αντίστροφη μέτρηση αρχίζει για τα καλά...
Σας είπα ότι δεν μπορώ να κάνω προσωπικές συγκρίσεις με το πρωτότυπο. Η γενική αίσθηση πάντως από πλήθος κριτικών είναι ότι, όπως συμβαίνει τις πολύ περισσότερες φορές, το ριμέικ είναι κατώτερο. Ξεχνώντας λοιπόν τις αδύνατες για μένα συγκρίσεις θα επικεντρωθώ στο φιλμ του Shyer. Ναι, το είδα ευχάριστα. Διαθέτει όμορφη, "μοντέρνα" εικόνα, ωραίες γυναίκες (προφανώς) και τον Λο να αλλάζει κοστούμια και στιλ ως ακριβοπληρωμένο μοντέλο. Ίσως (στην εποχή του AIDS τουλάχιστον) οι τόσες περιπέτειες και οι τόση ευκολία με τις γυναίκες να μη γίνεται απόλυτα πιστευτή, αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό. Πάντως η διαρκής off αφήγηση μάλλον με κούρασε.
Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται για κάποια αισθηματική κομεντί. SPOILER Ξεκινά βεβαίως έτσι, δίχως όμως το ρομαντικό στοιχείο, αφού έχουμε να κάνουμε σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και με ένα είδος ζιγκολό, για να καταλήξει πολύ, πάρα πολύ πικρά. Όσοι λοιπόν είστε συνηθισμένοι στα νερόβραστα συνήθως χάπι εντ του είδους, θα απογοητευτείτε ΤΕΛΟΣ SPOILER. Γι' αυτό και διαφέρει (θετικά για μένα) από την πλειοψηφία αντίστοιχων φιλμ. Βλέπετε, ο μη υπολογισμός των συναισθημάτων των άλλων, το διαρκές παιχνίδι, το σεξ-ως-μηχανή και τίποτα άλλο, καλώς ή κακώς πληρώνονται. Στην κοινωνία μας τουλάχιστον.
Ενδιαφέρον, δίχως σε καμία περίπτωση να το θεωρώ κάτι σπουδαίο.
Δευτέρα, Μαρτίου 07, 2016
ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ MILDRED PIERCE
Βρισκόμαστε στα 1945 και το Χόλιγουντ είναι μεν ακμαίο, αλλά μερικές από τις ταινίες του έχουν όλο και περισσότερο αρχίσει να δείχνουν τη σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Αυτό βεβαίως συμβαίνει κυρίως στα φιλμ νουάρ (αν και όχι μόνο). Τότε λοιπόν ένας από τους κλασικούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες (αν και ούγγρος μετανάστης στην καταγωγή), ο Michael Curtiz (1886-1962), γυρίζει την "Mildred Pierce", ταινία που χάρισε το Όσκαρ στην πρωταγωνίστριά της Τζόαν Κρόφορν.
Η ηρωίδα έχει δύο κόρες, πλην όμως η μεγάλη αδυναμία της είναι η μεγαλύτερη, η κακομαθημένη, ψηλομύτα και άπληστη Βίντα. Η Μίλντρεντ χωρίζει τον σύζυγό της που την απατά, ανοίγει ένα εξαιρετικά πετυχημένο εστιατόριο, ανέρχεται οικονομικά (και στην κοινωνική ιεραρχία βεβαίως) και παντρεύεται με έναν τυχοδιώκτη αριστοκράτη, ο οποίος άλλα έχει στο νου του... Όλα αυτά τα κάνει για το καλό της κόρης της, για να μπορεί να ικανοποιεί όλα της τα καπρίτσια. Ως πού μπορεί όμως να φτάσει γι' αυτή την (σχεδόν παράλογη) αγάπη; Μέχρι τον φόνο άραγε;
Η ταινία ξεκινά λοιπόν με έναν φόνο. Όλα τα υπόλοιπα είναι ένα διαρκές φλας μπακ. Έτσι, αν μη τι άλλο, ξέρουμε από την αρχή ποιος από τους ήρωες θα πεθάνει. Από εκεί και πέρα, αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι το φιλμ δεν είναι ακριβώς νουάρ. Πρόκειται για συνδυασμό νουάρ (με αστυνομικό σασπένς) και κοινωνικού μελοδράματος. Και, νομίζω, ότι τα είδη αυτά εδώ δένουν πολύ καλά.
Το φιλμ μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί φεμινιστικό. Η ηρωίδα, άξια (και αδίστακτη βεβαίως προκειμένου να κάνει τα πάντα για την κόρη), ανέρχεται κοινωνικά σε ένα καθαρά ανδροκρατούμενο περιβάλλον, σε μια καθαρά ανδροκρατούμενη δουλειά. Γενικά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν και επιδεικνύει εξαιρετική δύναμη και θέληση. Από εκεί και πέρα όμως δεν υπάρχει κανένας θετικός (ή απόλυτα θετικός) χαρακτήρας. Η ίδια είναι έρμαιο μιας παράλογης και άδικης αγάπης και, βεβαίως, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τον σχεδόν "άρρωστο" χαρακτήρα της κόρης της. Οι άντρες γύρω της είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλον, με διαφορετικούς βεβαίως τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό. Όσο για την περίφημη κόρη, πρόκειται για έναν από τους αντιπαθέστερους και πλέον αδίστακτους χαρακτήρες στην ιστορία του σινεμά. Νομίζω ότι αυτή τουλάχιστον θα σας μείνει αξέχαστη. Για ποιο "αμερικάνικο όνειρο" μιλάμε λοιπόν, όταν οι πάντες (σχεδόν) είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να πετύχουν τους σκοπούς τους; (οι περισσότεροι για την οικονομική άνοδο βεβαίως).
Από τις κλασικές ταινίες, στα όρια του νουάρ όπως είπαμε, νομίζω ότι βλέπεται άνετα μέχρι σήμερα. Εξ ου και κλασική άλλωστε.
ΥΓ: Στην Ελλάδα είχε τότε παιχτεί με τον... εμπνευσμένο τίτλο "Θύελλα σε μητρική καρδιά" !!!
Παρασκευή, Μαρτίου 04, 2016
"CAMILLE": ΤΑΙΝΙΑ... ΠΟΛΛΩΝ ΕΙΔΩΝ
Υπάρχουν ταινίες που, ανεξάρτητα του αν είναι καλές ή κακές, είναι, αν μη τι άλλο, αξιοπερίεργες. Η "Camille", για παράδειγμα, του 2008 είναι το μοναδικό φιλμ του παντελώς άγνωστου Gregory Mackenzie και νομίζω ότι ανήκει σ' αυτή την κατηγορία.
Ένα νεαρό ζευγάρι παντρεύεται. Εκείνη τυπική χαζοχαρούμενη αμερικάνα (και μάλιστα πολύ φλύαρη), που είναι ενθουσιασμένη με τελετές, συγγενείς, νυφικά, ροζ, ανθοδέσμες κι όλα τα σχετικά κι εκείνος... κάθε άλλο. Απόλυτα σκεπτικιστής, δεν είναι καθόλου σίγουρος αν έπρεπε να κάνει αυτό το "μεγάλο βήμα". Το ζευγάρι ξεκινά με παλιού στιλ μοτοσικλέτα με καλάθι για το ταξίδι του μέλιτος στο Νιαγάρα. Στο δρόμο όμως θα έχουν ένα δυστύχημα. Από εκεί και πέρα η Καμίλ θα είναι όλο και πιο "παράξενη". Δηλαδή, για να είμαστε ακριβέστεροι, θα είναι όλο και πιο... νεκρή. Τι θα συμβεί από εδώ και μπρος μέχρι το τέλος του ταξιδιού;
Γιατί χαρακτήρισα το φιλμ αξιοπερίεργο; Διότι μέχρι το τέλος δεν ξέρεις καθόλου τι σου επιφυλάσσει. Ουσιαστικά δεν ξέρεις σε ποιο είδος να το κατατάξεις (όχι βέβαια ότι πρέπει ντε και καλά να το κάνεις): Ξεκινά σαν κλασική αμερικάνικη κομεντί, και μάλιστα από τις χαζοχαρούμενες, ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις, κάνει βουτιά στο χώρο του φανταστικού, με αρκετή νοσηρότητα μάλιστα, σαν λίγο "άρρωστη" ταινία τρόμου, για να καταλήξει σε ένα είδος... μεταφυσικού Μπόνι και Κλάιντ, και μάλιστα με αρκετή δόση συγκίνησης και ρομαντισμού. Τι να πει κανείς...
Δεν είμαι σίγουρος αν όλα αυτά τα στοιχεία δένουν αρμονικά μεταξύ τους. Σας είπα από την αρχή ότι μάλλον δεν πρόκειται για μια "φοβερή" ταινία. Ωστόσο σίγουρα είναι πρωτότυπη και νομίζω ότι, είτε τελικά σας αρέσει είτε όχι, θα παρακολουθήσετε με αμείωτο ενδιαφέρον τις αναπάντεχες τροπές του σεναρίου και το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο (προσοχή: όχι ως κινηματογραφικό ύφος, αυτό είναι μάλλον τυπικό και ομοιογενές, αλλά από σεναριακή άποψη). Γι' αυτό λοιπόν δείτε το από περιέργεια, ως μία πρωτότυπη και απόλυτα πειραγμένη ρομαντική (κατά βάθος) ταινία.
Ένα νεαρό ζευγάρι παντρεύεται. Εκείνη τυπική χαζοχαρούμενη αμερικάνα (και μάλιστα πολύ φλύαρη), που είναι ενθουσιασμένη με τελετές, συγγενείς, νυφικά, ροζ, ανθοδέσμες κι όλα τα σχετικά κι εκείνος... κάθε άλλο. Απόλυτα σκεπτικιστής, δεν είναι καθόλου σίγουρος αν έπρεπε να κάνει αυτό το "μεγάλο βήμα". Το ζευγάρι ξεκινά με παλιού στιλ μοτοσικλέτα με καλάθι για το ταξίδι του μέλιτος στο Νιαγάρα. Στο δρόμο όμως θα έχουν ένα δυστύχημα. Από εκεί και πέρα η Καμίλ θα είναι όλο και πιο "παράξενη". Δηλαδή, για να είμαστε ακριβέστεροι, θα είναι όλο και πιο... νεκρή. Τι θα συμβεί από εδώ και μπρος μέχρι το τέλος του ταξιδιού;
Γιατί χαρακτήρισα το φιλμ αξιοπερίεργο; Διότι μέχρι το τέλος δεν ξέρεις καθόλου τι σου επιφυλάσσει. Ουσιαστικά δεν ξέρεις σε ποιο είδος να το κατατάξεις (όχι βέβαια ότι πρέπει ντε και καλά να το κάνεις): Ξεκινά σαν κλασική αμερικάνικη κομεντί, και μάλιστα από τις χαζοχαρούμενες, ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις, κάνει βουτιά στο χώρο του φανταστικού, με αρκετή νοσηρότητα μάλιστα, σαν λίγο "άρρωστη" ταινία τρόμου, για να καταλήξει σε ένα είδος... μεταφυσικού Μπόνι και Κλάιντ, και μάλιστα με αρκετή δόση συγκίνησης και ρομαντισμού. Τι να πει κανείς...
Δεν είμαι σίγουρος αν όλα αυτά τα στοιχεία δένουν αρμονικά μεταξύ τους. Σας είπα από την αρχή ότι μάλλον δεν πρόκειται για μια "φοβερή" ταινία. Ωστόσο σίγουρα είναι πρωτότυπη και νομίζω ότι, είτε τελικά σας αρέσει είτε όχι, θα παρακολουθήσετε με αμείωτο ενδιαφέρον τις αναπάντεχες τροπές του σεναρίου και το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο (προσοχή: όχι ως κινηματογραφικό ύφος, αυτό είναι μάλλον τυπικό και ομοιογενές, αλλά από σεναριακή άποψη). Γι' αυτό λοιπόν δείτε το από περιέργεια, ως μία πρωτότυπη και απόλυτα πειραγμένη ρομαντική (κατά βάθος) ταινία.
Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2016
"ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ" Ή ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ
Είναι πάντοτε ευχάριστο κάποιος να κάνει ένα αν μη τι άλλο ενδιαφέρον ντεμπούτο. Βέβαια ο Alex Garland, στον οποίο ανήκει το "Ex Machina" (Από Μηχανής) του 2015, είναι έμπειρος σεναριογράφος και συγγραφέας, ωστόσο η ταινία αυτή είναι η πρώτη του σαν σκηνοθέτη.
Το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και του τι μπορεί να συμβεί σε ένα τέτοιο ον με απόλυτη συνείδηση του εαυτού του έχει εξετασθεί πολλές φορές. Το θέμα βεβαίως παραπέμπει στον κλασικό "Φρανκενστάιν" και την αρχαία επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει ζωή, να γίνει δηλαδή "θεός". Εδώ συναντάμε μια από τις ενδιαφέρουσες και πολυεπίπεδες παραλλαγές του.
Ένας νεαρός προγραμματιστής κερδίζει σε ένα διαγωνισμό: Θα μείνει για μια εβδομάδα μόνος με έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο και ιδιοφυή εφευρέτη και θα λάβει μέρος σε ένα πείραμα. Στην εντελώς απομονωμένη, εντυπωσιακά πολυτελή και σούπερ high tech βίλα του θα συναντήσει ένα θηλυκό ρομπότ, μια τέλεια τεχνητή νοημοσύνη. Δουλεια του θα είναι, μέσα από διαδοχικές συνεντεύξεις μαζί της, να διαπιστώσει αν όντως είναι τέλεια, αν μπορεί να αντιδρά και να σκέπτεται απόλυτα ανθρώπινα, αν τελικά μπορεί να περάσει για άνθρωπος στον "έξω κόσμο". Πολλά όμως θα συμβούν ανάμεσα στους τρεις τους - και σε ένα τέταρτο πρόσωπο, την σιωπηλή κοπέλα για όλες τις δουλειές του εφευρέτη.
Το φιλμ αξιοποιεί νομίζω απόλυτα το κλειστό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο και τα 4 μόνο πρόσωπα που βρίσκονται σ' αυτό. Όσο η ώρα προχωρά τα πράγματα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, τα πρόσωπα διαπλέκονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, ενώ οι (μάλλον προβλέψιμες) εκπλήξεις και ανατροπές δεν λείπουν. Και, βέβαια, υπάρχει ο πολλαπλός προβληματισμός: Ως πού θα έφταναν τα δικαιώματα ενός απόλυτα ανθρώπινου, πλην όμως κατασκευασμένου, πλάσματος; Τι εξουσίες μπορεί να έχει πάνω του ο δημιουργός; Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός; Ή τελικά μιλάμε για μια ακόμα μορφή εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου; Τι γίνεται με τη σύγκρουση λογικής - συναισθήματος ή αυτή των δύο φύλων; Κι άλλα πολλά ερωτήματα πιθανόν να προκύψουν στο μυαλό του θεατή, πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι, παρά την "κλειστοφοβικότητά" της (ή ίσως εξ αιτίας της) η ταινία θα σας κρατήσει απόλυτα, ανεβάζοντας το σασπένς.
Αξιόλογο σκηνοθετικό ντεμπούτο λοιπόν και μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες, σκεπτόμενες ταινίες επιστημονικής φαντασίας (κι αυτό παρά το, όπως είπαμε, πολυχρησιμοποιημένο της θέμα).
Το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και του τι μπορεί να συμβεί σε ένα τέτοιο ον με απόλυτη συνείδηση του εαυτού του έχει εξετασθεί πολλές φορές. Το θέμα βεβαίως παραπέμπει στον κλασικό "Φρανκενστάιν" και την αρχαία επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει ζωή, να γίνει δηλαδή "θεός". Εδώ συναντάμε μια από τις ενδιαφέρουσες και πολυεπίπεδες παραλλαγές του.
Ένας νεαρός προγραμματιστής κερδίζει σε ένα διαγωνισμό: Θα μείνει για μια εβδομάδα μόνος με έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο και ιδιοφυή εφευρέτη και θα λάβει μέρος σε ένα πείραμα. Στην εντελώς απομονωμένη, εντυπωσιακά πολυτελή και σούπερ high tech βίλα του θα συναντήσει ένα θηλυκό ρομπότ, μια τέλεια τεχνητή νοημοσύνη. Δουλεια του θα είναι, μέσα από διαδοχικές συνεντεύξεις μαζί της, να διαπιστώσει αν όντως είναι τέλεια, αν μπορεί να αντιδρά και να σκέπτεται απόλυτα ανθρώπινα, αν τελικά μπορεί να περάσει για άνθρωπος στον "έξω κόσμο". Πολλά όμως θα συμβούν ανάμεσα στους τρεις τους - και σε ένα τέταρτο πρόσωπο, την σιωπηλή κοπέλα για όλες τις δουλειές του εφευρέτη.
Το φιλμ αξιοποιεί νομίζω απόλυτα το κλειστό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο και τα 4 μόνο πρόσωπα που βρίσκονται σ' αυτό. Όσο η ώρα προχωρά τα πράγματα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, τα πρόσωπα διαπλέκονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, ενώ οι (μάλλον προβλέψιμες) εκπλήξεις και ανατροπές δεν λείπουν. Και, βέβαια, υπάρχει ο πολλαπλός προβληματισμός: Ως πού θα έφταναν τα δικαιώματα ενός απόλυτα ανθρώπινου, πλην όμως κατασκευασμένου, πλάσματος; Τι εξουσίες μπορεί να έχει πάνω του ο δημιουργός; Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός; Ή τελικά μιλάμε για μια ακόμα μορφή εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου; Τι γίνεται με τη σύγκρουση λογικής - συναισθήματος ή αυτή των δύο φύλων; Κι άλλα πολλά ερωτήματα πιθανόν να προκύψουν στο μυαλό του θεατή, πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι, παρά την "κλειστοφοβικότητά" της (ή ίσως εξ αιτίας της) η ταινία θα σας κρατήσει απόλυτα, ανεβάζοντας το σασπένς.
Αξιόλογο σκηνοθετικό ντεμπούτο λοιπόν και μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες, σκεπτόμενες ταινίες επιστημονικής φαντασίας (κι αυτό παρά το, όπως είπαμε, πολυχρησιμοποιημένο της θέμα).
Τρίτη, Μαρτίου 01, 2016
ΟΙ "OCEAN'S 12" ΩΣ ΒΑΡΕΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο Steven Soderbergh, ένας σκηνοθέτης ο οποίος ούτως ή άλλως έχει ως στιλ το... να μην έχει στιλ γυρίζοντας εντελώς διαφορετικές ταινίες, είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ήδη δεν μου είχαν αρέσει οι "Ocean's 11", ωστόσο φαντάζουν ευρηματικότατοι μπροστά στο sequel τους, το "Ocean's 12" του 2004.
Η γνωστή κομψή και στιλάτη συμμορία του Ocean, μετά την ιδιοφυή ληστεία του πρώτου μέρους, τα βρίσκει σκούρα: Ο "κακός" του πρώτου φιλμ, του οποίου τα λεφτά έκλεψαν, είναι (λογικό) πυρ και μανία. Τους δίνει λοιπόν μια ασφυκτική διορία : ή θα του επιστρέψουν τα εκατομμύρια ή θα τους σκοτώσει, πράγμα πανεύκολο γι' αυτόν. Τα λεφτά βέβαια δεν υπάρχουν (έχουν ξοδευτεί ή επενδυθεί), οπότε η συμπαθής (;) ομάδα είναι αναγκασμένη να κάνει ένα ακόμα πιο εξωφρενικό κόλπο για να τα αποκτήσει. Να όμως που δεν θα τα καταφέρει στην πρώτη προσπάθεια, αφού θα πέσει πάνω σ' έναν ακόμα εξυπνότερο μοναχικό ληστή, ενώ ο χρόνος κυλά...
Νομίζω ότι πρόκειται για τυπικότατο παράδειγμα του να γίνει ένα νο 2 για το νο 2 και μόνο. Στο σίκουελ αυτό οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται ραγδαία, η ψυχολογία εξαφανίζεται παντελώς (όλοι είναι κουλ και άνετοι και κάνουν αστειάκια ενώ τους μένουν λίγες μέρες για να λήξει η προθεσμία, δηλαδή λίγες μέρες ζωής), τα ιδιοφυή (και πρακτικά απραγματοποίητα σχέδια) καταστρώνονται σε χρόνους dt, ο "αντίζηλος" ληστής περνά από πολύπλοκα λέιζερ απλώς με την... ευκινησία του και επειδή είναι σούπερ γυμνασμένος (του οποίου σημειωτέον την ταυτότητα οι ήρωές μας ανακαλύπτουν σε χρόνο επίσης dt, ενώ η αστυνομία αδυνατεί επί χρόνια) και πολλά, πολλά άλλα. Κερασάκι στην τούρτα η σύζυγος του Κλούνεϊ Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία χρησιμοποιείται στο κόλπο παριστάνοντας την... πραγματική Τζούλια Ρόμπερτς, επειδή συμπτωματικά της μοιάζει. Σπάνια έχω δει τόσο χάλια και πρόχειρο σενάριο. Και - ίσως κάποιοι διαφωνήσουν - προσωπικά δεν διασκέδασα καθόλου με τα αστεία και τις μπερδεμένες καταστάσεις.
Φυσικά μάλλον μοναδικός λόγος ύπαρξης είναι το να παρελάσει η γνωστή πλειάδα των σούπερ - σταρ (μερικοί για λίγα λεπτά μόνο) : Κλούνεϊ, Ρόμπερτς, Μπραντ Πιτ, Άντι Γκαρσία, Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, Ματ Ντέιμον συν, στο δεύτερο μέρος, Βενσάν Κασέλ και Μπρους Γουίλις υποδυόμενος τον εαυτό του. Ναι, αλλά είναι γνωστό ότι όταν ακούς πολλά κεράσια κράτα μικρό καλάθι. Τελικά, κατά τη γνώμη μου, από τα χειρότερα φιλμ του Soderbergh.
Η γνωστή κομψή και στιλάτη συμμορία του Ocean, μετά την ιδιοφυή ληστεία του πρώτου μέρους, τα βρίσκει σκούρα: Ο "κακός" του πρώτου φιλμ, του οποίου τα λεφτά έκλεψαν, είναι (λογικό) πυρ και μανία. Τους δίνει λοιπόν μια ασφυκτική διορία : ή θα του επιστρέψουν τα εκατομμύρια ή θα τους σκοτώσει, πράγμα πανεύκολο γι' αυτόν. Τα λεφτά βέβαια δεν υπάρχουν (έχουν ξοδευτεί ή επενδυθεί), οπότε η συμπαθής (;) ομάδα είναι αναγκασμένη να κάνει ένα ακόμα πιο εξωφρενικό κόλπο για να τα αποκτήσει. Να όμως που δεν θα τα καταφέρει στην πρώτη προσπάθεια, αφού θα πέσει πάνω σ' έναν ακόμα εξυπνότερο μοναχικό ληστή, ενώ ο χρόνος κυλά...
Νομίζω ότι πρόκειται για τυπικότατο παράδειγμα του να γίνει ένα νο 2 για το νο 2 και μόνο. Στο σίκουελ αυτό οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται ραγδαία, η ψυχολογία εξαφανίζεται παντελώς (όλοι είναι κουλ και άνετοι και κάνουν αστειάκια ενώ τους μένουν λίγες μέρες για να λήξει η προθεσμία, δηλαδή λίγες μέρες ζωής), τα ιδιοφυή (και πρακτικά απραγματοποίητα σχέδια) καταστρώνονται σε χρόνους dt, ο "αντίζηλος" ληστής περνά από πολύπλοκα λέιζερ απλώς με την... ευκινησία του και επειδή είναι σούπερ γυμνασμένος (του οποίου σημειωτέον την ταυτότητα οι ήρωές μας ανακαλύπτουν σε χρόνο επίσης dt, ενώ η αστυνομία αδυνατεί επί χρόνια) και πολλά, πολλά άλλα. Κερασάκι στην τούρτα η σύζυγος του Κλούνεϊ Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία χρησιμοποιείται στο κόλπο παριστάνοντας την... πραγματική Τζούλια Ρόμπερτς, επειδή συμπτωματικά της μοιάζει. Σπάνια έχω δει τόσο χάλια και πρόχειρο σενάριο. Και - ίσως κάποιοι διαφωνήσουν - προσωπικά δεν διασκέδασα καθόλου με τα αστεία και τις μπερδεμένες καταστάσεις.
Φυσικά μάλλον μοναδικός λόγος ύπαρξης είναι το να παρελάσει η γνωστή πλειάδα των σούπερ - σταρ (μερικοί για λίγα λεπτά μόνο) : Κλούνεϊ, Ρόμπερτς, Μπραντ Πιτ, Άντι Γκαρσία, Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, Ματ Ντέιμον συν, στο δεύτερο μέρος, Βενσάν Κασέλ και Μπρους Γουίλις υποδυόμενος τον εαυτό του. Ναι, αλλά είναι γνωστό ότι όταν ακούς πολλά κεράσια κράτα μικρό καλάθι. Τελικά, κατά τη γνώμη μου, από τα χειρότερα φιλμ του Soderbergh.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2016
ΜΙΣΗΤΟΙ (ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΙ) ΟΚΤΩ
Η ταινία είναι σχεδόν τρίωρη και όλοι με διαβεβαίωναν ότι, εκτός του γεγονότος ότι διαδραματίζεται μέσα σε μια ξύλινη καλύβα, πάνω από τη μισή διάρκειά της αφιερώνεται σε διαρκές μπλα - μπλα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι αυτή τη φορά ο Quentin Tarantino το παράκανε και ότι μάλλον δεν θέλω να τη δω. Τελικά "υπέκυψα" και, ανίθετα με τις ισχνές προσδοκίες μου, βρήκα τους "Μισητούς Οκτώ" του 2015 αν μη τι άλλο απολαυστικότατους.
Στην μετεμφυλιακή, βίαιη Αμερική, μια άμαξα με 4 επιβάτες φτάνει, μετά από περιπέτειες, σε μια μεγάλη καλύβα - καταφύγιο από τη χιονοθύελα και μαζί και κατάστημα και μπαρ και εστιατόριο. Εκεί βρίσκονται άλλοι 4 άντρες. Μερικοί γνωρίζονται μεταξύ τους, άλλοι έχουν ακουστά ο ένας τον άλλον, όλοι πάντως με κάποιον τρόπο συνδέονται. Υπάρχουν κυνηγοί επικηρυγμένων και επικηρυγμένες γυναίκες, πρώην αξιωματικοί Βαρείων και Νοτίων, δήμιοι, μοναχικοί τύποι, μελλοντικοί σερίφηδες και διάφορα άλλα "λουλούδια". Όλοι όμως μοιάζουν να λένε τη μισή αλήθεια, όλοι έχουν κρυμμένα μυστικά. Κι όταν η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη, οι ανατροπές συνεχίζονται.
Ναι, οι ήρωες μιλάνε πολύ, όμως η φοβερή αφηγηματική ικανότητα του Ταραντίνο με έκανε να παρακολουθήσω το φιλμ απνευστί. Λογικό, αφού διαθέτει σε ισορροπημένες δόσεις πινελιές χιούμορ, φυσικά μαύρου κυρίως, πανέξυπνη αφήγηση με πισωγυρίσματα στο χρόνο και συνεχείς ανατροπές ώσπου να συμπληρωθεί το παζλ. Αφιέρωμα βεβαίως στο γουέστερν, στο σπαγγέτι κυρίως (αφού ακόμα και μουσική του πάντοτε υπέροχου Ένιο Μορικόνε διαθέτει) και με πολλές άλλες σινεφίλ αναφορές όπως πάντα, έξυπνοι διάλογοι και, προειδοποιώ, άγρια βία που φτάνει τα όρια του σπλάτερ, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταινία. Η οποία, εκτός από γουέστερν, μετατρέπεται με πρωτοφανή άνεση σε α λα Άγκαθα Κρίστι αστυνομικό (ποιος το έκανε;), σε σπλάτερ και, όπως στο "Django", δεν παραλείπει να είναι γεμάτο με αντιρατσιστικά στοιχεία, που φτάνουν ωστόσο ως την σαδιστική εκδίκηση μαύρων προς λευκούς. Πέραν αυτών και οι οκτώ είναι όντως τόσο "μισητοί", τόσο καθάρματα, με εντελώς διαφορετικό τρόπο και στιλ ο καθένας, που, τελικά, αναρωτιέσαι για τις βρώμικες και αιματοβαμμένες ρίζες των ίδιων των ΗΠΑ.
Για την γραφική βία προειδοποίησα. Από εκεί και πέρα απόλαυσα την ταινία, που δεν με άφησε να βαρεθώ, και έβγαλα το καπέλο (εκεί που δεν το περίμενα) στην σινεφίλ αφηγηματική δεινότητα του Ταραντίνο.
Στην μετεμφυλιακή, βίαιη Αμερική, μια άμαξα με 4 επιβάτες φτάνει, μετά από περιπέτειες, σε μια μεγάλη καλύβα - καταφύγιο από τη χιονοθύελα και μαζί και κατάστημα και μπαρ και εστιατόριο. Εκεί βρίσκονται άλλοι 4 άντρες. Μερικοί γνωρίζονται μεταξύ τους, άλλοι έχουν ακουστά ο ένας τον άλλον, όλοι πάντως με κάποιον τρόπο συνδέονται. Υπάρχουν κυνηγοί επικηρυγμένων και επικηρυγμένες γυναίκες, πρώην αξιωματικοί Βαρείων και Νοτίων, δήμιοι, μοναχικοί τύποι, μελλοντικοί σερίφηδες και διάφορα άλλα "λουλούδια". Όλοι όμως μοιάζουν να λένε τη μισή αλήθεια, όλοι έχουν κρυμμένα μυστικά. Κι όταν η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη, οι ανατροπές συνεχίζονται.
Ναι, οι ήρωες μιλάνε πολύ, όμως η φοβερή αφηγηματική ικανότητα του Ταραντίνο με έκανε να παρακολουθήσω το φιλμ απνευστί. Λογικό, αφού διαθέτει σε ισορροπημένες δόσεις πινελιές χιούμορ, φυσικά μαύρου κυρίως, πανέξυπνη αφήγηση με πισωγυρίσματα στο χρόνο και συνεχείς ανατροπές ώσπου να συμπληρωθεί το παζλ. Αφιέρωμα βεβαίως στο γουέστερν, στο σπαγγέτι κυρίως (αφού ακόμα και μουσική του πάντοτε υπέροχου Ένιο Μορικόνε διαθέτει) και με πολλές άλλες σινεφίλ αναφορές όπως πάντα, έξυπνοι διάλογοι και, προειδοποιώ, άγρια βία που φτάνει τα όρια του σπλάτερ, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταινία. Η οποία, εκτός από γουέστερν, μετατρέπεται με πρωτοφανή άνεση σε α λα Άγκαθα Κρίστι αστυνομικό (ποιος το έκανε;), σε σπλάτερ και, όπως στο "Django", δεν παραλείπει να είναι γεμάτο με αντιρατσιστικά στοιχεία, που φτάνουν ωστόσο ως την σαδιστική εκδίκηση μαύρων προς λευκούς. Πέραν αυτών και οι οκτώ είναι όντως τόσο "μισητοί", τόσο καθάρματα, με εντελώς διαφορετικό τρόπο και στιλ ο καθένας, που, τελικά, αναρωτιέσαι για τις βρώμικες και αιματοβαμμένες ρίζες των ίδιων των ΗΠΑ.
Για την γραφική βία προειδοποίησα. Από εκεί και πέρα απόλαυσα την ταινία, που δεν με άφησε να βαρεθώ, και έβγαλα το καπέλο (εκεί που δεν το περίμενα) στην σινεφίλ αφηγηματική δεινότητα του Ταραντίνο.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 26, 2016
ΤΟΣΟ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΑ "ΟΠΩΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ"
Θυμάστε το "Ghost" της δεκαετίας του 80; Ξεχάστε την αστυνομική πλοκή και τη δράση και μετατρέψτε το σε πιο αισθηματική κομεντί, πιο χαριτωμένο, και θα αντιληφθείτε το γενικό κλίμα του "Όπως στον Παράδεισο" (Just Like Heaven) που γύρισε το 2005 ο Mark Waters. Με τη Ρις Γουίδερσπουν και τον Μαρκ Ράφαλο στους βασικούς ρόλους να ερμηνεύουν το "μεταφυσικά" ερωτευμένο ζεύγος.
Ένας μοναχικός και στα πρόθυρα αλκοολισμού αρχιτέκτονας κήπων μετακομίζει σε νέο διαμέρισμα, στο οποίο πριν κατοικούσε μια εξ ίσου μοναχική γιατρός, αφοσιωμένη (μόνο) στη δουλειά της, για να ανακαλύψει σύντομα ότι το διαμέρισμα κατοικείται από το... φάντασμα της παλιάς ενοίκου, το οποίο αρνείται πεισματικά να φύγει. Το θέμα είναι βεβαίως ότι μετά τα πρώτα σοκ και τις "αναγνωριστικές" κινήσεις, εκείνος ερωτεύεται το φάντασμα, κι οι δύο μαζί ψάχνουν να βρουν τι έχει συμβεί στην κοπέλα.
Η ταινία, ως κομεντί που είναι, κινείται ανάμεσα στο χιούμορ και στο ρομαντικό - αισθηματικό φιλμ, μόνο που εδώ έχουμε και μια γενναία δόση μεταφυσικού στοιχείου, οπότε την κατατάσσουμε στο χώρο του φανταστικού. Διαθέτει βεβαίως την απαραίτητη τρυφερότητα, τη γλυκύτητα παρόμοιων ταινιών (κομεντί εννοώ, όχι φανταστικών), δίχως όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, να φτάνει στα όρια του "ξενέρωτου", πράγμα που πολύ συχνά συμβαίνει στο είδος. Μπορώ να πω μάλιστα ότι μάλλον διασκέδασα βλέποντάς το, παρά την προβλέψιμη σε γενικές γραμμές εξέλιξη. Όσο για το "μήνυμα", εντάξει, τα κλασικά: Ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, είναι δυνατότερος από οτιδήποτε άλλο, και νεκρούς ανασταίνει... ξέρετε τώρα. Η αγάπη πάνω απ' όλα. Εν τάξει, υπάρχει και ένα σχόλιο για τη μοναξιά στη σύγχρονη ζωή και στις μεγαλουπόλεις ιδιαίτερα.
Λόγω της "μεταφυσικής" ιδιαιτερότητάς του και του εν γένει συμπαθητικού κλίματος, το βρήκα αν μη τι άλλο ευχάριστο. Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα ούτε θα σας αλλάξει τη ζωή, είναι όμως, επαναλαμβάνω, συμπαθητικό.
Ένας μοναχικός και στα πρόθυρα αλκοολισμού αρχιτέκτονας κήπων μετακομίζει σε νέο διαμέρισμα, στο οποίο πριν κατοικούσε μια εξ ίσου μοναχική γιατρός, αφοσιωμένη (μόνο) στη δουλειά της, για να ανακαλύψει σύντομα ότι το διαμέρισμα κατοικείται από το... φάντασμα της παλιάς ενοίκου, το οποίο αρνείται πεισματικά να φύγει. Το θέμα είναι βεβαίως ότι μετά τα πρώτα σοκ και τις "αναγνωριστικές" κινήσεις, εκείνος ερωτεύεται το φάντασμα, κι οι δύο μαζί ψάχνουν να βρουν τι έχει συμβεί στην κοπέλα.
Η ταινία, ως κομεντί που είναι, κινείται ανάμεσα στο χιούμορ και στο ρομαντικό - αισθηματικό φιλμ, μόνο που εδώ έχουμε και μια γενναία δόση μεταφυσικού στοιχείου, οπότε την κατατάσσουμε στο χώρο του φανταστικού. Διαθέτει βεβαίως την απαραίτητη τρυφερότητα, τη γλυκύτητα παρόμοιων ταινιών (κομεντί εννοώ, όχι φανταστικών), δίχως όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, να φτάνει στα όρια του "ξενέρωτου", πράγμα που πολύ συχνά συμβαίνει στο είδος. Μπορώ να πω μάλιστα ότι μάλλον διασκέδασα βλέποντάς το, παρά την προβλέψιμη σε γενικές γραμμές εξέλιξη. Όσο για το "μήνυμα", εντάξει, τα κλασικά: Ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, είναι δυνατότερος από οτιδήποτε άλλο, και νεκρούς ανασταίνει... ξέρετε τώρα. Η αγάπη πάνω απ' όλα. Εν τάξει, υπάρχει και ένα σχόλιο για τη μοναξιά στη σύγχρονη ζωή και στις μεγαλουπόλεις ιδιαίτερα.
Λόγω της "μεταφυσικής" ιδιαιτερότητάς του και του εν γένει συμπαθητικού κλίματος, το βρήκα αν μη τι άλλο ευχάριστο. Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα ούτε θα σας αλλάξει τη ζωή, είναι όμως, επαναλαμβάνω, συμπαθητικό.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2016
"ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ΠΟΛΕΜΟΥ": ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΗ ΑΠΟΨΗ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΡΩΣ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑ
Μια ταινία σαν τον "Εγκληματία Πολέμου" (The Hunting Party) που γύρισε ο Richard Shepard το 2007, είναι αναμενόμενο να προκαλεί αντικρουόμενες αντιδράσεις, αφού αναφέρεται στον πόλεμο της Βοσνίας της δεκαετίας του 90. Αφού σας πω δυο λόγια για την πλοκή θα δούμε τα συν και τα πλην.
Ένας βετεράνος πολεμικός οπερατέρ (που τώρα έχει ηρεμήσει και έχει πλέον δική του εκπομπή) και ένας νεαρός δημοσιογράφος πηγαίνουν στη Βοσνία μερικά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Εκεί θα εμφανιστεί ξαφνικά ένας πρώην διάσημος πολεμικός ανταποκριτής, του οποίου μόνιμος συνεργάτης ήταν ο οπερατέρ, και ο οποίος έχει παρακμάσει και πρακτικά εξαφανιστεί μετά μια live κατάρρευσή του στον αέρα χρόνια πριν, όταν κάλυπτε τα τραγικά γεγονότα της Βοσνίας. Όταν πείθει τους άλλους ότι γνωρίζει πού βρίσκεται ο πλέον καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου, ένας αδίστακτος σερβοβόσνιος στρατηγός (κάτι σαν τον Κάρατζιτς ή τον Μλάντιτς), οι τρεις τους αρχίζουν κρυφά απ' όλους να αναζητούν τα ίχνη του, ενώ κινδυνεύουν όλο και περισσότερο.
Ας δούμε πρώτα - πρώτα το πολιτικό σκέλος του φιλμ κι ας τελειώσουμε μ' αυτό: Η ταινία παρουσιάζει μόνο κακούς σέρβους και θύματα μουσουλμάνους. Τελεία. Φυσικά στον βρώμικο αυτόν πόλεμο αδιανόητες σφαγές έγιναν - στις γνωστότερες από τις οποίες όντως υπεύθυνοι ήταν οι σέρβοι, οι οποίοι ξεκίνησαν άλλωστε την εφιαλτική "εθνοκάθαρση"- αλλά εδώ έχουμε να παίζει πολύ το άσπρο - μαύρο, το "καλοί - κακοί", και οι κακοί είναι μόνο οι σέρβοι (ή σερβοβόσνιοι). Παρά το ότι βεβαίως η ταινία αναφέρεται συχνά και στη γενικότερη φρίκη του πολέμου.
Τα παραπάνω είναι τα πολιτικά δεδομένα. Σαν ταινία τώρα νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη και κρατά τον θεατή. Ο κλοιός γύρω από τους ήρωες γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός καθώς αυτοί εισέρχονται όλο και βαθύτερα στην "καρδιά του σκότους", ενώ ο Ρίτσαρντ Γκιρ είναι πειστικός σαν παρακμασμένος, τελειωμένος ρεπόρτερ - τζάνκι της αδρεναλίνης. Κι ενώ όλα πάνε σχετικά καλά (κινηματογραφικά εννοώ) έρχεται το απόλυτα ξεκρέμαστο σεναριακά τέλος και τα γκρεμίζει όλα. Ενώ η δράση και το σασπένς μέχρι εκεί ήταν, νομίζω, ισορροπημένα και συμβάδιζαν με τον ρεαλισμό στις καταστάσεις, ξαφνικά στο τελευταίο τέταρτο ή κάτι τέτοιο όλα γίνονται πανεύκολα, γρήγορα, του στιλ "πάμε! φύγαμε!" και... κάθε πειστικότητα πάει περίπατο. Δεν μπορώ φυσικά να σας αποκαλύψω περισσότερα για λόγους σπόιλερ. Το βρήκα πάντως αταίριαστο με το όλο μέχρι τότε κλίμα. Πάντως το τέλος παραμένει δυνατό και ο σκηνοθέτης καυτηριάζει την αναποτελεσματικότητα - την έλλειψη βούλησης στην ουσία - Δύσης, ΟΗΕ και πολλών άλλων φορέων.
Καλογυρισμένο φιλμ λοιπόν, αλλά με πολλές αντιρρήσεις, όχι μόνο πολιτικές...
Ένας βετεράνος πολεμικός οπερατέρ (που τώρα έχει ηρεμήσει και έχει πλέον δική του εκπομπή) και ένας νεαρός δημοσιογράφος πηγαίνουν στη Βοσνία μερικά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Εκεί θα εμφανιστεί ξαφνικά ένας πρώην διάσημος πολεμικός ανταποκριτής, του οποίου μόνιμος συνεργάτης ήταν ο οπερατέρ, και ο οποίος έχει παρακμάσει και πρακτικά εξαφανιστεί μετά μια live κατάρρευσή του στον αέρα χρόνια πριν, όταν κάλυπτε τα τραγικά γεγονότα της Βοσνίας. Όταν πείθει τους άλλους ότι γνωρίζει πού βρίσκεται ο πλέον καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου, ένας αδίστακτος σερβοβόσνιος στρατηγός (κάτι σαν τον Κάρατζιτς ή τον Μλάντιτς), οι τρεις τους αρχίζουν κρυφά απ' όλους να αναζητούν τα ίχνη του, ενώ κινδυνεύουν όλο και περισσότερο.
Ας δούμε πρώτα - πρώτα το πολιτικό σκέλος του φιλμ κι ας τελειώσουμε μ' αυτό: Η ταινία παρουσιάζει μόνο κακούς σέρβους και θύματα μουσουλμάνους. Τελεία. Φυσικά στον βρώμικο αυτόν πόλεμο αδιανόητες σφαγές έγιναν - στις γνωστότερες από τις οποίες όντως υπεύθυνοι ήταν οι σέρβοι, οι οποίοι ξεκίνησαν άλλωστε την εφιαλτική "εθνοκάθαρση"- αλλά εδώ έχουμε να παίζει πολύ το άσπρο - μαύρο, το "καλοί - κακοί", και οι κακοί είναι μόνο οι σέρβοι (ή σερβοβόσνιοι). Παρά το ότι βεβαίως η ταινία αναφέρεται συχνά και στη γενικότερη φρίκη του πολέμου.
Τα παραπάνω είναι τα πολιτικά δεδομένα. Σαν ταινία τώρα νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη και κρατά τον θεατή. Ο κλοιός γύρω από τους ήρωες γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός καθώς αυτοί εισέρχονται όλο και βαθύτερα στην "καρδιά του σκότους", ενώ ο Ρίτσαρντ Γκιρ είναι πειστικός σαν παρακμασμένος, τελειωμένος ρεπόρτερ - τζάνκι της αδρεναλίνης. Κι ενώ όλα πάνε σχετικά καλά (κινηματογραφικά εννοώ) έρχεται το απόλυτα ξεκρέμαστο σεναριακά τέλος και τα γκρεμίζει όλα. Ενώ η δράση και το σασπένς μέχρι εκεί ήταν, νομίζω, ισορροπημένα και συμβάδιζαν με τον ρεαλισμό στις καταστάσεις, ξαφνικά στο τελευταίο τέταρτο ή κάτι τέτοιο όλα γίνονται πανεύκολα, γρήγορα, του στιλ "πάμε! φύγαμε!" και... κάθε πειστικότητα πάει περίπατο. Δεν μπορώ φυσικά να σας αποκαλύψω περισσότερα για λόγους σπόιλερ. Το βρήκα πάντως αταίριαστο με το όλο μέχρι τότε κλίμα. Πάντως το τέλος παραμένει δυνατό και ο σκηνοθέτης καυτηριάζει την αναποτελεσματικότητα - την έλλειψη βούλησης στην ουσία - Δύσης, ΟΗΕ και πολλών άλλων φορέων.
Καλογυρισμένο φιλμ λοιπόν, αλλά με πολλές αντιρρήσεις, όχι μόνο πολιτικές...
Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2016
"ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ": ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ Ή ΝΕΡΟΒΡΑΣΤΟ;
Υπάρχουν ταινίες που, παρά τις σχετικά καλές βαθμολογίες που βλέπω, προσωπικά δεν μπορώ να χωνέψω. Μια απ' αυτές είναι το "Χωρίς Αντάλλαγμα" (Pay it Forward) του 2000, που γύρισε η τηλεοπτική κυρίως σκηνοθέτης Mimi Leder. Η οποία υποτίθεται ότι είναι ανθρώπινη, συγκινητική, αλλά προσωπικά μόνο νερόβραστη τη βρήκα.
Το φιλμ ξεκινά κάπως σαν "Κύκλος των Χαμένων Ποιητών" και νομίζουμε ότι θα δούμε κάτι παρόμοιο. Αγοράκι που ζει μόνο με τη μητέρα του μετά την εγκατάλειψή τους από τον πατέρα εμπνέεται από τον νέο του δάσκαλο, ο οποίος μάλιστα έχει παραμορφωμένο από φωτιά πρόσωπο και είναι διαφορετικός από άλλους δασκάλους, και επινοεί (το αγοράκι) έναν τρόπο να κάνει καλύτερο τον κόσμο, προτείνοντας στους ανθρώπους να κάνει ο καθένας τρεις μεγάλες χάρες σε ισάριθμους άλλους με την προϋπόθεση ότι θα κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. Κάτι σαν το παλιό "αεροπλανάκι" δηλαδή, μόνο που εκείνο είχε να κάνει αποκλειστικά με λεφτά. Στο μεταξύ ο δάσκαλος τα φτιάχνει (ή προσπαθεί τέλος πάντων διότι υπάρχουν συναισθηματικά μπλοκαρίσματα) με τη μαμά, κάπου εμφανίζεται και ο άσωτος πατέρας και αρκετά άλλα που δεν θα σας αποκαλύψω.
Η ταινία στηρίζεται σε πολύ καλούς πρωταγωνιστές : Κέβιν Σπέισι, Έλεν Χαντ και ο πιτσιρικάς της "6ης Αίσθησης" Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε σαν ένα είδος overdose συναισθηματικότητας και εκβιαστικής συγκίνησης. Και η προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο με την καλοσύνη, και ο "καλός δάσκαλος", ο οποίος βεβαίως κρύβει το προσωπικό του δράμα, και η μόνη μαμά που κάνει δύο δουλειές για να ζήσει, και ο κακός πατέρας, και το καλό και πονόψυχο πιτσιρίκι, και το φαινόμενο του μπούλινγκ στα σχολεία, και η συνάντηση της μητέρας με τη δική της χαμένη, αλκοολική μαμά... τι άλλο δραματικό θα αποκαλυφτεί ακόμα ; Και, κερασάκι σε όλα αυτά, το απρόβλεπτα δακρύβρεκτο και αναπάντεχο τέλος, έτσι, στα καλά καθούμενα, για να ολοκληρωθεί το overdose συναισθηματικότητας που σας έλεγα και πριν. Ή μάλλον να λιγωθούμε από συγκίνηση.
Δεν ξέρω, ίσως πολλοί να συγκινηθούν πραγματικά και να τη θεωρήσουν βαθιά ταινία. Εμένα πάντως με λίγωσε, μου φάνηκε ότι ήθελε να τα πει όλα και ανακάτευε πολλά θέματα και υποπλοκές, και, επί πλέον, δεν την βρήκα και τόσο ρεαλιστική (είναι τόσο εύκολο να τα φτιάξει ένας σχεδόν διανοούμενος δάσκαλος με μια σχεδόν αλκοολική και σχεδόν αγράμματη και ακατέργαστη νοικοκυρά;) Τελικά τη θεωρώ το άκρον άωτον της "αμερικανιάς".
Το φιλμ ξεκινά κάπως σαν "Κύκλος των Χαμένων Ποιητών" και νομίζουμε ότι θα δούμε κάτι παρόμοιο. Αγοράκι που ζει μόνο με τη μητέρα του μετά την εγκατάλειψή τους από τον πατέρα εμπνέεται από τον νέο του δάσκαλο, ο οποίος μάλιστα έχει παραμορφωμένο από φωτιά πρόσωπο και είναι διαφορετικός από άλλους δασκάλους, και επινοεί (το αγοράκι) έναν τρόπο να κάνει καλύτερο τον κόσμο, προτείνοντας στους ανθρώπους να κάνει ο καθένας τρεις μεγάλες χάρες σε ισάριθμους άλλους με την προϋπόθεση ότι θα κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. Κάτι σαν το παλιό "αεροπλανάκι" δηλαδή, μόνο που εκείνο είχε να κάνει αποκλειστικά με λεφτά. Στο μεταξύ ο δάσκαλος τα φτιάχνει (ή προσπαθεί τέλος πάντων διότι υπάρχουν συναισθηματικά μπλοκαρίσματα) με τη μαμά, κάπου εμφανίζεται και ο άσωτος πατέρας και αρκετά άλλα που δεν θα σας αποκαλύψω.
Η ταινία στηρίζεται σε πολύ καλούς πρωταγωνιστές : Κέβιν Σπέισι, Έλεν Χαντ και ο πιτσιρικάς της "6ης Αίσθησης" Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε σαν ένα είδος overdose συναισθηματικότητας και εκβιαστικής συγκίνησης. Και η προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο με την καλοσύνη, και ο "καλός δάσκαλος", ο οποίος βεβαίως κρύβει το προσωπικό του δράμα, και η μόνη μαμά που κάνει δύο δουλειές για να ζήσει, και ο κακός πατέρας, και το καλό και πονόψυχο πιτσιρίκι, και το φαινόμενο του μπούλινγκ στα σχολεία, και η συνάντηση της μητέρας με τη δική της χαμένη, αλκοολική μαμά... τι άλλο δραματικό θα αποκαλυφτεί ακόμα ; Και, κερασάκι σε όλα αυτά, το απρόβλεπτα δακρύβρεκτο και αναπάντεχο τέλος, έτσι, στα καλά καθούμενα, για να ολοκληρωθεί το overdose συναισθηματικότητας που σας έλεγα και πριν. Ή μάλλον να λιγωθούμε από συγκίνηση.
Δεν ξέρω, ίσως πολλοί να συγκινηθούν πραγματικά και να τη θεωρήσουν βαθιά ταινία. Εμένα πάντως με λίγωσε, μου φάνηκε ότι ήθελε να τα πει όλα και ανακάτευε πολλά θέματα και υποπλοκές, και, επί πλέον, δεν την βρήκα και τόσο ρεαλιστική (είναι τόσο εύκολο να τα φτιάξει ένας σχεδόν διανοούμενος δάσκαλος με μια σχεδόν αλκοολική και σχεδόν αγράμματη και ακατέργαστη νοικοκυρά;) Τελικά τη θεωρώ το άκρον άωτον της "αμερικανιάς".
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2016
"THE BRAVE ONE" ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
Ο Neil Jordan, αν και έχει αραιώσει τις κινηματογραφικές εμφανίσεις του τελευταία, παραμένει ένας δημιουργός τον οποίο παρακολουθώ και με ενδιαφέρει. Το 2007 λοιπόν φτιάχνει το "The Brave One" ("Εκτός Εαυτού" στην Ελλάδα), ταινία φτιαγμένη, θα έλεγε κανείς, για να αναδείξει για μια ακόμη φορά τα υποκριτικά προσόντα της Τζόντι Φόστερ. Ωστόσο για μένα πιο ενδιαφέρων είναι ο προβληματισμός της. Το θέμα της, βλέπετε, είναι η αυτοδικία.
Η ηρωίδα, μια γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός, ετοιμάζεται να παντρευτεί με τον καλό της, με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Λίγες μέρες πριν όμως μια συμμορία πολύ βίαιων αλητών τους επιτίθενται αναίτια στο πάρκο. Εκείνος σκοτώνεται κι εκείνη τραυματίζεται βαρειά. Όταν βγαίνει από το νοσοκομείο δεν θα είναι πλέον η ίδια. Αγοράζει για πρώτη της φορά όπλο, το οποίο χρησιμοποιεί όταν της δίνεται η ευκαιρία σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι έπειτα θα το κάνει ξανά... Στο μεταξύ θα αποκτήσει μια παράξενη σχέση με έναν αστυνομικό που ερευνά τους φόνους.
Η ταινία φυσικά μελετά το θέμα της αυτοδικίας. Το πρώτο, ξεκάθαρο συμπέρασμα είναι κάτι γνωστό: Η βία γεννά βία. Πάντοτε (κρίμα που ποτέ δεν το έχουν χωνέψει αυτό οι ανθρωποι τόσους αιώνες τώρα). Η ηρωίδα δεν είναι μόνο σωματικά τραυματισμένη από το εφιαλτικό περιστατικό που της συνέβει. Είναι κυρίως ψυχικά τραυματισμένη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις της είναι αυτές που είναι. Ωστόσο η αυτοδικία είναι το φλέγον θέμα του φιλμ. Είναι σωστό να πάρεις το νόμο στα χέρια σου, έστω και αν το θύμα είναι αναμφισβήτητα κάθαρμα και ελάχιστοι θα στενοχωρηθούν αν πεθάνει; Φυσικά οι υπερηρωικές ταινίες - στις οποίες το μοτίβο του "vigilante" είναι κυρίαρχο - δεν συζητάν καν το θέμα. Απλώς το αποδέχονται. Και τα εκατομμύρια των φανς σκέφτονται "καλά κάνουν και καθαρίζουν τους κακούς". Εδώ ωστόσο πάνω στο θέμα αυτό στήνεται ολόκληρος προβληματισμός.
Ο Τζόρνταν δεν δίνει απαντήσεις, δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόβλημα. Αν και, αν σκεφτούμε και τη στάση του ντετέκτιβ, μάλλον βλέπει με συμπάθεια τις πράξεις της πρωταγωνίστριας, από την άλλη όμως τονίζει ότι πρόκειται για πράξεις ενός ψυχικά τρυματισμένου ατόμου, αλλιώς δεν θα γίνονταν.
Στο μεταξύ όμως, και πέρα απο΄τις παραπάνω συζητήσεις, η ταινία μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Οπότε, και για τη "δράση" και για τον προβληματισμό της, τη συνιστώ.
Η ηρωίδα, μια γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός, ετοιμάζεται να παντρευτεί με τον καλό της, με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Λίγες μέρες πριν όμως μια συμμορία πολύ βίαιων αλητών τους επιτίθενται αναίτια στο πάρκο. Εκείνος σκοτώνεται κι εκείνη τραυματίζεται βαρειά. Όταν βγαίνει από το νοσοκομείο δεν θα είναι πλέον η ίδια. Αγοράζει για πρώτη της φορά όπλο, το οποίο χρησιμοποιεί όταν της δίνεται η ευκαιρία σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι έπειτα θα το κάνει ξανά... Στο μεταξύ θα αποκτήσει μια παράξενη σχέση με έναν αστυνομικό που ερευνά τους φόνους.
Η ταινία φυσικά μελετά το θέμα της αυτοδικίας. Το πρώτο, ξεκάθαρο συμπέρασμα είναι κάτι γνωστό: Η βία γεννά βία. Πάντοτε (κρίμα που ποτέ δεν το έχουν χωνέψει αυτό οι ανθρωποι τόσους αιώνες τώρα). Η ηρωίδα δεν είναι μόνο σωματικά τραυματισμένη από το εφιαλτικό περιστατικό που της συνέβει. Είναι κυρίως ψυχικά τραυματισμένη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις της είναι αυτές που είναι. Ωστόσο η αυτοδικία είναι το φλέγον θέμα του φιλμ. Είναι σωστό να πάρεις το νόμο στα χέρια σου, έστω και αν το θύμα είναι αναμφισβήτητα κάθαρμα και ελάχιστοι θα στενοχωρηθούν αν πεθάνει; Φυσικά οι υπερηρωικές ταινίες - στις οποίες το μοτίβο του "vigilante" είναι κυρίαρχο - δεν συζητάν καν το θέμα. Απλώς το αποδέχονται. Και τα εκατομμύρια των φανς σκέφτονται "καλά κάνουν και καθαρίζουν τους κακούς". Εδώ ωστόσο πάνω στο θέμα αυτό στήνεται ολόκληρος προβληματισμός.
Ο Τζόρνταν δεν δίνει απαντήσεις, δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόβλημα. Αν και, αν σκεφτούμε και τη στάση του ντετέκτιβ, μάλλον βλέπει με συμπάθεια τις πράξεις της πρωταγωνίστριας, από την άλλη όμως τονίζει ότι πρόκειται για πράξεις ενός ψυχικά τρυματισμένου ατόμου, αλλιώς δεν θα γίνονταν.
Στο μεταξύ όμως, και πέρα απο΄τις παραπάνω συζητήσεις, η ταινία μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Οπότε, και για τη "δράση" και για τον προβληματισμό της, τη συνιστώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















