Από τη δεκαετία του 70 οι ταινίες καταστροφής υπήρξαν προσφιλές και συνήθως προσοδοφόρο είδος για το Χόλιγουντ. Μέχρι τις μέρες μας άλλωστε. Και, βεβαίως, αρκετές από αυτές μάλλον δεν βλέπονται, ανεξαρτήτως των εκατομμυρίων που συσσωρεύουν στα ταμεία. Κατά τη γνώμη μου μία από τις πλέον προβλέψιμες είναι το "Twister", που γύρισε το 1996 ο εξπέρ στη δράση (θυμηθείτε τ,ο αν μη τι άλλο, σχετικά πρωτότυπο σαν ιδέα "Speed") Jan De Bond, και ο οποίος, μετά από 5 φιλμ, μεταξύ των οποίων ηταν και το ριμέικ - κατακρεούργηση του κλασικού "The Haunting" εξαφανίστηκε. Μάλλον ευτυχώς.
Το "Twister" αναφέρεται βέβαια στους διαβόητους κυκλώνες που μαστίζουν συχνά τις αμερικάνικες πολιτείες, αφήνοντας πίσω τους πολλά θύματα και μεγάλες καταστροφές. Και έχει στο επίκεντρό του (το φιλμ εννοώ) μια ομάδα τρελαμένων "κυνηγών κυκλώνων", οι οποίοι προσπαθούν - με κίνδυνο της ζωής τους φυσικά - να πλησιασουν όσο πιο πολύ μπορούν το εφιαλτικό κέντρο τους και να τοποθετήσουν μηχανήματα για να τους μελετήσουν, ώστε η συμπεριφορά τους να γινει περισσότερο προβλέψιμη και, τελικά, να σωθούν ζωές . Εννοείται ότι οι τύποι είναι εθισμένοι στην αδρεναλίνη και, εν τέλει, αυτό που γουστάρουν πραγματικά είναι η ίδια η περιπέτεια, το ίδιο το πλησίασμα στον τρομαχτικό φαινόμενο. Κάπου εκεί καταφτάνει ο σούπερ κυνηγός κυκλώνων (ο Τομ Πάξτον) με τη φίλη του, ο οποίος έχει αποσυρθεί, για να πάρει τις τελευταίες υπογραφές από την πρώην σύζυγό του (Έλεν Χαντ) για το διαζύγιο, η οποία πρώην είναι ακόμα πιο φανατική απ' αυτόν στο ιδιόρυθμο αυτό κυνήγι και νυν επικεφαλής της ομάδας, και φυσικά η φίλη είναι ξενέρωτη και άσχετη με όλα αυτά, ενώ η χημεία των πρώην λειτουργεί ακόμα... και να και το αισθηματικό κομμάτι της υπόθεσης. Υπάρχει και η ομάδα των "κακών" αντίζηλων κυνηγών... και η συνταγή συμπληρώνεται.
Βρήκα το φιλμ μάλλον βαρετό, υπερβολικό σε πολλά σημεία και, κυρίως, αφόρητα προβλέψιμο, με τα κλισέ (στις σχέσεις κυρίως) να διαδέχονται το ένα το άλλο με ταχύτητα κυκλώνα. Οι πολλές σεναριακές υπερβολές / ευκολίες δεν βοηθούν ιδιαίτερα και, γενικά, μου φάνηκε μία από τις πλέον αδιάφορες ταινίες καταστροφής. Ίσως να μη βαρέθηκα ακριβώς, δεν νομίζω όμως ότι αυτό το "δεν βαρέθηκα" φτάνει για να κάνει ένα φιλμ ενδιαφέρον.
ΥΓ: Σε δευτερο ρόλο θα ανακαλύψετε έναν "σαλταρισμένο" (λόγω ρόλου εννοώ), άγνωστο τότε Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.
Κυριακή, Ιουνίου 18, 2017
Τετάρτη, Ιουνίου 14, 2017
"WONDER WOMAN": Η ΠΡΩΤΗ ΣΟΥΠΕΡ-ΗΡΩΙΔΑ
Ωραία, έγινε κι αυτό: Η Wonder Woman, δημιούργημα του Ουίλιαμ Μούλτον Μάρστον, είναι η πρώτη γυναίκα πρωταγωνίστρια υπερηρωικών κόμικς και, όπως είναι φυσικό, είναι από τις πρώτες που μεταφέρονται στην οθόνη, από την "ιδιοκτήτρια" εταιρία - και αντίπαλο της Marvel - DC. Ωραία λοιπόν. Γυναίκα ηρωίδα, πλήρης αλλαγή (;;;), τι άλλο θέλετε; Σκηνοθέτης η Patti Jenkins (δεύτερη μόλις ταινία της μετά το καλό "Monster" του 2003) εν έτει 2017.
Η οποία Wonder Woman (κατά κόσμον Νταϊάνα) έχει... αρχαιοελληνική καταγωγή, καθότι Αμαζόνα, έχει στενή σχέση με τον Δία (ο οποίος έχει σκοτωθεί) και ο μεγάλος εχθρός της είναι ο Άρης, ο θεός του πολέμου. Με τα μπούνια στην ελληνική μυθολογία όπως βλέπετε. Η ηρωίδα μας λοιπόν, Αμαζόνα η ίδια, αποφασίζει να φύγει από το παραδεισένιο και προστατευμένο νησί των Αμαζόνων, όπου κατοικούν μόνο γυναίκες, αθάνατες προφανώς, και στο οποίο υπήρξε το μόνο παιδί που γεννήθηκε εδώ και αιώνες, για να βοηθήσει τους ανθρώπους που βασανίζονται από τον πρωτοφανή τότε Α' παγκόσμιο πόλεμο. Όλα αυτά μετά τη γνωριμία (και τον έρωτα βεβαίως) με τον πρώτο άντρα που συναντά ποτέ, έναν βρετανό κατάσκοπο που ναυαγεί στο μυθικό νησί. Η συνάντησή της με την ανθρωπότητα ωστόσο δεν είναι πάντοτε θετική, καθώς θα γνωρίσει εξ ίσου την καλή και την κακή πλευρά των θνητών.
Πέραν λοιπόν της θηλυκής ιδιαιτερότητας, θα επαναλάβω όσα βαρετά λέω για κάθε φιλμ του είδους: Όλα σχεδόν αυτά είναι καλογυρισμένα, εντυπωσιακά σε εφέ, φτιαγμένα με περισσή φροντίδα ώστε να κρατούν μέχρι τέλους τον θεατή, με μόνιμη σχεδόν μίξη δράσης και χιούμορ (εδώ χιούμορ με φεμινιστική διάθεση), με εντυπωσιακούς ηθοποιούς (ο ρόλος ταιριάζει γάντι στην μις Ισραήλ Γκαλ Γκαντότ). Και όλα καταλήγουν σε ένα κρεσέντο δράσης, καθώς ο... "αρχικαλός" και ο "αρχικακός" φτάνουν στην τελική σύγκρουση για πολλή πολλή ώρα δυστυχώς... Τα ίδια κι εδώ. Στα συν κάποια φιλοσοφική διάθεση περί της "καλής" ή "κακής" φύσης της ανθρωπότητας (ναι, μέσα μας αυτά συνυπάρχουν) και η αποφυγή του απόλυτου χάπι εντ. Αυτά.
Κατά τα άλλα, το είδα για μια ακόμα φορά ευχάριστα (εντάξει, δεν βαρέθηκα), προτίμησα το πρώτο μέρος, αυτό με το λιγότερο ξύλο... και μετά το τέλος είπα "ΟΚ, μία από τα ίδια, με σούπερ γυναίκα αυτή τη φορά". Δεν αμφιβάλλω πάντως ότι τους φίλους του απελπιστικά επαναλαμβανόμενου (και με κέρδη δις βεβαίως) υπερηρωικού είδους θα τους ενθουσιάσει.
Η οποία Wonder Woman (κατά κόσμον Νταϊάνα) έχει... αρχαιοελληνική καταγωγή, καθότι Αμαζόνα, έχει στενή σχέση με τον Δία (ο οποίος έχει σκοτωθεί) και ο μεγάλος εχθρός της είναι ο Άρης, ο θεός του πολέμου. Με τα μπούνια στην ελληνική μυθολογία όπως βλέπετε. Η ηρωίδα μας λοιπόν, Αμαζόνα η ίδια, αποφασίζει να φύγει από το παραδεισένιο και προστατευμένο νησί των Αμαζόνων, όπου κατοικούν μόνο γυναίκες, αθάνατες προφανώς, και στο οποίο υπήρξε το μόνο παιδί που γεννήθηκε εδώ και αιώνες, για να βοηθήσει τους ανθρώπους που βασανίζονται από τον πρωτοφανή τότε Α' παγκόσμιο πόλεμο. Όλα αυτά μετά τη γνωριμία (και τον έρωτα βεβαίως) με τον πρώτο άντρα που συναντά ποτέ, έναν βρετανό κατάσκοπο που ναυαγεί στο μυθικό νησί. Η συνάντησή της με την ανθρωπότητα ωστόσο δεν είναι πάντοτε θετική, καθώς θα γνωρίσει εξ ίσου την καλή και την κακή πλευρά των θνητών.
Πέραν λοιπόν της θηλυκής ιδιαιτερότητας, θα επαναλάβω όσα βαρετά λέω για κάθε φιλμ του είδους: Όλα σχεδόν αυτά είναι καλογυρισμένα, εντυπωσιακά σε εφέ, φτιαγμένα με περισσή φροντίδα ώστε να κρατούν μέχρι τέλους τον θεατή, με μόνιμη σχεδόν μίξη δράσης και χιούμορ (εδώ χιούμορ με φεμινιστική διάθεση), με εντυπωσιακούς ηθοποιούς (ο ρόλος ταιριάζει γάντι στην μις Ισραήλ Γκαλ Γκαντότ). Και όλα καταλήγουν σε ένα κρεσέντο δράσης, καθώς ο... "αρχικαλός" και ο "αρχικακός" φτάνουν στην τελική σύγκρουση για πολλή πολλή ώρα δυστυχώς... Τα ίδια κι εδώ. Στα συν κάποια φιλοσοφική διάθεση περί της "καλής" ή "κακής" φύσης της ανθρωπότητας (ναι, μέσα μας αυτά συνυπάρχουν) και η αποφυγή του απόλυτου χάπι εντ. Αυτά.
Κατά τα άλλα, το είδα για μια ακόμα φορά ευχάριστα (εντάξει, δεν βαρέθηκα), προτίμησα το πρώτο μέρος, αυτό με το λιγότερο ξύλο... και μετά το τέλος είπα "ΟΚ, μία από τα ίδια, με σούπερ γυναίκα αυτή τη φορά". Δεν αμφιβάλλω πάντως ότι τους φίλους του απελπιστικά επαναλαμβανόμενου (και με κέρδη δις βεβαίως) υπερηρωικού είδους θα τους ενθουσιάσει.
Κυριακή, Ιουνίου 11, 2017
Η "ΚΥΡΙΑ ΣΛΟΑΝ" ΚΑΙ Η ΔΥΣΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Κατά καιρούς το Χόλιγουντ, το προοδευτικό Χόλιγουντ, γυρίζει ταινίες που στοχεύουν ενάντια στο σύστημα, ξεμπροστιάζουν τη βρωμιά και τη σαθρότητα της (αμερικανικής τουλάχιστον) πολιτικής και αποκαλύπτουν τα παρασκήνια των όσων συμβαίνουν σε "πρώτο πλάνο". Μια απ' αυτές τις ταινίες είναι και η "Κυρία Σλόαν" (Miss Sloane) που γύρισε ο John Madden το 2016, με μια εξαιρετική Τζέσικα Τσαστέιν στο βασικό ρόλο.
Η οποία είναι μια ιδιοφυής, δυναμική, μοναχική και αδίστακτη λομπίστρια. Τι είναι αυτό; Ας το περιγράψουμε κάπως έτσι: Μια κυβερνηση ή κάποιοι τέλος πάντων θέλουν να περάσουν ένα νομοσχέδιο. Στις ΗΠΑ το πράγμα δεν είναι τόσο απλό αν το θέμα του είναι αμφιλεγόμενο (όπως εδώ για τον περιορισμό της κατοχής όπλων) και, κυρίως, θίγει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Πρέπει να ψηφιστεί από συγκεκριμένο αριθμό γερουσιαστών. Όπως λοιπόν ένα προϊόν αναθέτει σε μια διαφημιστική εταιρία την προώθησή του, έτσι ακριβώς τα ενδιαφερόμενα μέρη αναθέτουν σε ειδικά γραφεία την εκστρατεία ώστε να περάσει ή όχι το νομοσχέδιο. Τα στελέχη τους, οι λομπίστες που λέγαμε, πρέπει να πείσουν αυτούς που θα ψηφίσουν. Μερικές φορές (όπως η κ. Σλόαν, αλλά σαφώς δεν είναι η μόνη) θα χρησιμοποιήσουν και "ανορθόδοξα" (για να το πούμε κομψά) μέσα όπως η δωροδοκία ή ο εκβιασμός. Κάποτε η ηρωίδα μας θα υπερβεί λόγω απύθμενης φιλοδοξίας κάποιες "κόκκινες γραμμές" του ούτως ή άλλως βρώμικου αυτού παιχνιδιού και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο. Το πράγμα όμως δεν τελειώνει εκεί...
Κατ' αρχήν έχουμε το δυνατό πορτρέτο ενός "άρρωστου" ατόμου: Μοναχική, εργασιομανής στα όρια της κατάρρευσης, αδίστακτη στις μεθόδους της, είναι σαφές ότι η Σλόαν βρίσκεται από την πλευρά των "καλών" (= αυτών που επιδιώκουν περιορισμούς στην οπλοκατοχή) όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή πρέπει πάσει θυσία να "κερδίσει το στοίχημα", όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Πρέπει να αποδείξει (και στον ακόρεστο εαυτό της) ότι μπορεί να ανατρέψει τα προγνωστικά. Από εκεί και πέρα, αυτό που παρακολουθούμε είναι ένα απόλυτο ξεγύμνωμα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος και η αποκάλυψη του ότι τίποτα δεν βασίζεται στην ιδεολογία (πολιτική ή ηθική) ή στα πιστεύω των πολιτικών, αλλά είναι θέμα συνδυασμού προσεχτικών κινήσεων, σωστής "διαφήμiσης", χτυπημάτων μερικές φορές προσωπικών και "κάτω από τη ζώνη", και βέβαια χρημάτων που πέφτουν στην εκάστοτε καμπάνια. Έτσι το ποιος θα είναι ο κερδισμένος καμία σχέση δεν έχει με το αν είναι "καλός" ή "κακός" (το λέω επίτηδες απλοϊκά), αλλά πόσο σωστός παίχτης είναι.
Το φιλμ είναι καλογυρισμένο, γρήγορο σε ρυθμούς (και ατάκες), με πολύ καλές ηθοποιίες και σαφώς βγάζει τη βρωμιά και την απύθμενη υποκρισία του συστήματος και σε κάνει να αηδιάσεις με τα όσα συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια. Ωστόσο το σενάριο δεν είναι και πολύ ρεαλιστικό (απίθανο να συμβούν όλα αυτά στην πραγματικότητα) και βασίζεται σε διαρκείς ανατροπές, ακόμα και της τελευταίας στιγμής, ώστε τελικά να κρατά μεν τον θεατή, αλλά να λειτουργεί περισσότερο σαν θρίλερ (πολιτικό βεβαίως), όχι όμως απόλυτα πιστευτό. Πάντως δεν νομίζω ότι θα πλήξετε.
Όσο για το μεγάλο θέμα του απόλυτου ξεγυμνώματος του συστήματος... το έχω ξαναπεί: Φοβάμαι ότι το σινεμά (η τέχνη γενικότερα) σαφώς δεν είναι σε θέση να αλλάξει κάτι από τη ζοφερή πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε. Γι' αυτό και μια κολοσιαία οικονομική μηχανή όπως το Χόλιγουντ δεν διστάζει να ξεσκεπάζει τη βρωμιά, να καταδύεται στα άδυτα του πολιτικού συστήματος και να δηλώνει απερίφραστα "να, έτσι ακριβώς παίζεται το παιχνίδι" και όμως, να μην ιδρώνει το αυτί κανενός και όλα να παραμένουν ακριβώς ίδια, παρά το ότι διαπιστώσαμε το πόσο βρώμικα είναι. Κρίμα...
Η οποία είναι μια ιδιοφυής, δυναμική, μοναχική και αδίστακτη λομπίστρια. Τι είναι αυτό; Ας το περιγράψουμε κάπως έτσι: Μια κυβερνηση ή κάποιοι τέλος πάντων θέλουν να περάσουν ένα νομοσχέδιο. Στις ΗΠΑ το πράγμα δεν είναι τόσο απλό αν το θέμα του είναι αμφιλεγόμενο (όπως εδώ για τον περιορισμό της κατοχής όπλων) και, κυρίως, θίγει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Πρέπει να ψηφιστεί από συγκεκριμένο αριθμό γερουσιαστών. Όπως λοιπόν ένα προϊόν αναθέτει σε μια διαφημιστική εταιρία την προώθησή του, έτσι ακριβώς τα ενδιαφερόμενα μέρη αναθέτουν σε ειδικά γραφεία την εκστρατεία ώστε να περάσει ή όχι το νομοσχέδιο. Τα στελέχη τους, οι λομπίστες που λέγαμε, πρέπει να πείσουν αυτούς που θα ψηφίσουν. Μερικές φορές (όπως η κ. Σλόαν, αλλά σαφώς δεν είναι η μόνη) θα χρησιμοποιήσουν και "ανορθόδοξα" (για να το πούμε κομψά) μέσα όπως η δωροδοκία ή ο εκβιασμός. Κάποτε η ηρωίδα μας θα υπερβεί λόγω απύθμενης φιλοδοξίας κάποιες "κόκκινες γραμμές" του ούτως ή άλλως βρώμικου αυτού παιχνιδιού και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο. Το πράγμα όμως δεν τελειώνει εκεί...
Κατ' αρχήν έχουμε το δυνατό πορτρέτο ενός "άρρωστου" ατόμου: Μοναχική, εργασιομανής στα όρια της κατάρρευσης, αδίστακτη στις μεθόδους της, είναι σαφές ότι η Σλόαν βρίσκεται από την πλευρά των "καλών" (= αυτών που επιδιώκουν περιορισμούς στην οπλοκατοχή) όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή πρέπει πάσει θυσία να "κερδίσει το στοίχημα", όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Πρέπει να αποδείξει (και στον ακόρεστο εαυτό της) ότι μπορεί να ανατρέψει τα προγνωστικά. Από εκεί και πέρα, αυτό που παρακολουθούμε είναι ένα απόλυτο ξεγύμνωμα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος και η αποκάλυψη του ότι τίποτα δεν βασίζεται στην ιδεολογία (πολιτική ή ηθική) ή στα πιστεύω των πολιτικών, αλλά είναι θέμα συνδυασμού προσεχτικών κινήσεων, σωστής "διαφήμiσης", χτυπημάτων μερικές φορές προσωπικών και "κάτω από τη ζώνη", και βέβαια χρημάτων που πέφτουν στην εκάστοτε καμπάνια. Έτσι το ποιος θα είναι ο κερδισμένος καμία σχέση δεν έχει με το αν είναι "καλός" ή "κακός" (το λέω επίτηδες απλοϊκά), αλλά πόσο σωστός παίχτης είναι.
Το φιλμ είναι καλογυρισμένο, γρήγορο σε ρυθμούς (και ατάκες), με πολύ καλές ηθοποιίες και σαφώς βγάζει τη βρωμιά και την απύθμενη υποκρισία του συστήματος και σε κάνει να αηδιάσεις με τα όσα συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια. Ωστόσο το σενάριο δεν είναι και πολύ ρεαλιστικό (απίθανο να συμβούν όλα αυτά στην πραγματικότητα) και βασίζεται σε διαρκείς ανατροπές, ακόμα και της τελευταίας στιγμής, ώστε τελικά να κρατά μεν τον θεατή, αλλά να λειτουργεί περισσότερο σαν θρίλερ (πολιτικό βεβαίως), όχι όμως απόλυτα πιστευτό. Πάντως δεν νομίζω ότι θα πλήξετε.
Όσο για το μεγάλο θέμα του απόλυτου ξεγυμνώματος του συστήματος... το έχω ξαναπεί: Φοβάμαι ότι το σινεμά (η τέχνη γενικότερα) σαφώς δεν είναι σε θέση να αλλάξει κάτι από τη ζοφερή πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε. Γι' αυτό και μια κολοσιαία οικονομική μηχανή όπως το Χόλιγουντ δεν διστάζει να ξεσκεπάζει τη βρωμιά, να καταδύεται στα άδυτα του πολιτικού συστήματος και να δηλώνει απερίφραστα "να, έτσι ακριβώς παίζεται το παιχνίδι" και όμως, να μην ιδρώνει το αυτί κανενός και όλα να παραμένουν ακριβώς ίδια, παρά το ότι διαπιστώσαμε το πόσο βρώμικα είναι. Κρίμα...
Σάββατο, Ιουνίου 10, 2017
ΤΟ ΚΑΤΑ ΣΑΜΠΡΟΛ "ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ"
Από τους πρωταγωνιστές της περίφημης νουβέλ βάγκ ο Claude Chabrol (1930-2010) συνέχισε μετά το τέλος της συγκεκριμένης πρωτοπορίας να γυρίζει χαμηλότονα φιλμ, συχνά με ένα είδος αστυνομικού περιεχομένου. "Το Άνθος του Κακού" (La fleur du mal) που γύρισε το 2003 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο, αν και περιέχει ένα φόνο.
Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τρεις γενιές μιας εύπορης οικογένειας του Μπορντό, οι οποίες συνυπάρχουν στο πλούσιο σπίτι τους. Όταν η σύζυγος αποφασίζει να ασχοληθεί ενεργά (και με επιτυχία) με την πολιτική, ένας λίβελος εμφανίζεται άγνωστο από ποιον και διανέμεται σε φυλλάδια, ο οποίος ξεθάβει παλιά, βρώμικα μυστικά της οικογένειας. Στο μεταξύ τα δύο νεαρά παιδιά (γιος και κόρη του πατέρα και της μητέρας από άλλους γάμους) νοιώθουν την ανάμεσά τους ερωτική έλξη να δυναμώνει, ακολουθώντας ίσως τη μοίρα των δύο οικογενειών τους...
Το φιλμ είναι και πάλι (Σαμπρόλ γαρ) χαμηλότονο. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα (ακόμα κι αν αυτά είναι τραγικά) αποστασιοποιημένα, από κάποια απόσταση, με απόλυτα "ευθεία" και απλή ματιά. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, ξεσπάσματα παθών, κραυγές κυριολεκτικές ή μεταφορικές. Όλα προχωράνε με έναν γραμμικό, "στρωτό" ρυθμό, μέχρι την βίαιη κορύφωση, που περιέχει φόνο και αποκάλυψη παλαιού, φοβερού μυστικού, η οποία όμως (ή μάλλον ακόμα κι αυτή) δίνεται με τον απλούστερο των τρόπων, σα να μη συμβαίνει τίποτα.
Στο μεταξύ ο Chabrol προλαβαίνει να θίξει κάμποσα θέματα: Η αδυναμία της πολιτικής να λύσει ουσιαστικά προβλήματα και η συγκαταβατική ματιά ακόμα και καλοπροαίρετων πολιτικών στους φτωχούς, είναι ένα από αυτά. Περισσότερο κυρίαρχη όμως είναι η αίσθηση των όσων κρύβονται κάτω από ένα απόλυτα καθώς πρέπει, άψογο προσωπείο, κάτω από μια ασάλευτη, στιλπνή επιφάνεια, η οποία όμως κρύβει τρικυμίες. Το τέλος μας δείχνει καθαρά τη διπλή αυτή εικόνα, όλα δηλαδή να βαίνουν απόλυτα ομαλά, ενώ κάπου στο σπίτι υπάρχει ένα πτώμα... Ναι, πολλά σιγοβράζουν κάτω από ήρεμες επιφάνειες. Ταυτόχρονα ο Chabrol μοιάζει να επιμένει στο θέμα της μοίρας, μιας προκαθορισμένης πορείας που επαναλαμβάνεται απο γενιά σε γενιά, μια υπόκωφη σύγκρουση γενεών που συνεχίζεται στο σήμερα. Το στοιχείο της μοίρας φαίνεται να προσθέτει και κάποιο σχεδόν μεταφυσικό στοιχείο στο φιλμ.
Αν αγνοείτε το σινεμά του Chabrol ίσως να ξαφνιαστείτε ή / και να ενοχληθείτε από το πόσο άτονα, δίχως νεύρο, συμβαίνουν όλα, από την αποστασιοποιημένη δηλαδή ματιά που λέγαμε. Όσοι όμως συμπαθείτε το χαμηλότονο σινεμά του γάλλου δημιουργού, θα βρείτε μια ακόμα αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία του.
Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τρεις γενιές μιας εύπορης οικογένειας του Μπορντό, οι οποίες συνυπάρχουν στο πλούσιο σπίτι τους. Όταν η σύζυγος αποφασίζει να ασχοληθεί ενεργά (και με επιτυχία) με την πολιτική, ένας λίβελος εμφανίζεται άγνωστο από ποιον και διανέμεται σε φυλλάδια, ο οποίος ξεθάβει παλιά, βρώμικα μυστικά της οικογένειας. Στο μεταξύ τα δύο νεαρά παιδιά (γιος και κόρη του πατέρα και της μητέρας από άλλους γάμους) νοιώθουν την ανάμεσά τους ερωτική έλξη να δυναμώνει, ακολουθώντας ίσως τη μοίρα των δύο οικογενειών τους...
Το φιλμ είναι και πάλι (Σαμπρόλ γαρ) χαμηλότονο. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα (ακόμα κι αν αυτά είναι τραγικά) αποστασιοποιημένα, από κάποια απόσταση, με απόλυτα "ευθεία" και απλή ματιά. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, ξεσπάσματα παθών, κραυγές κυριολεκτικές ή μεταφορικές. Όλα προχωράνε με έναν γραμμικό, "στρωτό" ρυθμό, μέχρι την βίαιη κορύφωση, που περιέχει φόνο και αποκάλυψη παλαιού, φοβερού μυστικού, η οποία όμως (ή μάλλον ακόμα κι αυτή) δίνεται με τον απλούστερο των τρόπων, σα να μη συμβαίνει τίποτα.
Στο μεταξύ ο Chabrol προλαβαίνει να θίξει κάμποσα θέματα: Η αδυναμία της πολιτικής να λύσει ουσιαστικά προβλήματα και η συγκαταβατική ματιά ακόμα και καλοπροαίρετων πολιτικών στους φτωχούς, είναι ένα από αυτά. Περισσότερο κυρίαρχη όμως είναι η αίσθηση των όσων κρύβονται κάτω από ένα απόλυτα καθώς πρέπει, άψογο προσωπείο, κάτω από μια ασάλευτη, στιλπνή επιφάνεια, η οποία όμως κρύβει τρικυμίες. Το τέλος μας δείχνει καθαρά τη διπλή αυτή εικόνα, όλα δηλαδή να βαίνουν απόλυτα ομαλά, ενώ κάπου στο σπίτι υπάρχει ένα πτώμα... Ναι, πολλά σιγοβράζουν κάτω από ήρεμες επιφάνειες. Ταυτόχρονα ο Chabrol μοιάζει να επιμένει στο θέμα της μοίρας, μιας προκαθορισμένης πορείας που επαναλαμβάνεται απο γενιά σε γενιά, μια υπόκωφη σύγκρουση γενεών που συνεχίζεται στο σήμερα. Το στοιχείο της μοίρας φαίνεται να προσθέτει και κάποιο σχεδόν μεταφυσικό στοιχείο στο φιλμ.
Αν αγνοείτε το σινεμά του Chabrol ίσως να ξαφνιαστείτε ή / και να ενοχληθείτε από το πόσο άτονα, δίχως νεύρο, συμβαίνουν όλα, από την αποστασιοποιημένη δηλαδή ματιά που λέγαμε. Όσοι όμως συμπαθείτε το χαμηλότονο σινεμά του γάλλου δημιουργού, θα βρείτε μια ακόμα αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία του.
Τρίτη, Ιουνίου 06, 2017
"ALIEN: COVENANT": Η SAGA ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ...
Εντάξει. Το ότι είμαι αρχικά εναντίον των sequel, prequel και δεν συμμαζεύεται το εχω γράψει περί τις 100 φορές. Έτσι ένα ακόμα Alien (το 5ο μετά το κλασικό αυθεντικό του 1979) δεν είναι εξ ορισμού δυνατόν (για μένα τουλάχιστον) να προσθέσει κάτι ουσιαστικό στη σειρά. Το συγκεκριμένο "Alien: Covenant" είναι του 2017, το υπογράφει ο πρώτος διδάξας Ridley Scott και είναι η δεύτερη συνέχεια των prequel του αυθεντικού, μετά το απογοητευτικό (κατά τη γνώμη μου και πάλι) "Prometheus". Για να μη μπερδεύεστε με όλα αυτά, διαδραματίζεται χρόνια μετά το προαναφερθέν "Prometheus" και μερικά χρόνια πριν το πρώτο κλασικό Alien.
Το σκάφος Covenant μεταφέρει 2000 επιβάτες σε ύπνωση με σκοπό να εποικίσει έναν συγκεκριμένο πλανήτη, που έχει κριθεί απόλυτα κατάλληλος για την ανθρώπινη επιβίωση και στον οποίο θα φτάσουν κάμποσα χρόνια μετά. Όταν το σχετικά ολιγομελές πλήρωμα ξυπνά αιφνιδίως εξ αιτίας μιας βλάβης, θα διαπιστώσει έκπληκτο ότι εκεί κοντά βρίσκεται ένας παντελώς άγνωστος πλανήτης, ο οποίος μοιάζει τέλειος για εποικισμό και δεν είχε ανακαλυφτεί ποτέ. Για να μην ξανακοιμηθούν άλλα 9 χρόνια, το πλήρωμα αποφασίζει να αποβιβαστεί στον κοντινό πλανήτη για μια πρώτη εξερεύνηση (δίχως φυσικά να ξυπνήσει τους άποικους)... αλλά από την αρχή κιόλας τίποτα εκεί δεν πάει καλά. Πολύ σύντομα ο απόλυτος εφιάλτης ξεκινά (και δεν υπάρχει επιστροφή).
Η ταινία μάς αποκαλύπτει την αληθινή προέλευση του εφιαλτικού τέρατος και προετοιμάζει, όπως είπαμε, για όσα συνέβησαν στο κλασικό Alien του 1979. Κατ' αρχήν θα πω ότι προσωπικά το βρήκα καλύτερο, πιο "στρωτό" θα έλεγα, από το πρώτο prequel "Prometheus". Το φιλμ με κράτησε, η αναλογία δράσης - τρόμου ήταν ευτυχώς σωστή (κοινως δεν υπήρχαν η κλωτσοπατινάδα και οι ατελείωτες θεαματικές εκρήξεις που φοβόμουν), οι σχεδόν σπλάτερ σκηνές δεν έλειπαν (προειδοποιώ) και γενικά το είδα ευχάριστα. Μέχρις εκεί. Σεναριακά τώρα, για μια ακόμα φορά το βρήκα σχετικά βαρυφορτωμένο, καθώς ο Scott εμμένει απαράλλαχτα στην ίδια προβληματική που ανέπτυξε ήδη και στο αυθεντικό Alien, αλλά και στο αριστούργημά του, το Blade Runner, αφού τα περί cyborg / κλώνων και τα ερωτήματα της ανθρώπινης ή μη φύσης τους καταλαμβάνουν εδώ ένα πολύ βασικό μέρος της πλοκής, που μπαίνει εμβόλιμα στην καθαρή ιστορία τρόμου με τα τέρατα (γι' αυτό το χαρακτήρισα κάπως βαρυφορτωμένο). Όσο για τον "κακό" (δεν σας αποκαλύπτω ποιός είναι), η παραπομπή στα απόλυτα ναζιστικά πρότυπα είναι κάτι παραπάνω από σαφής.
Λοιπόν, ανακεφαλαιώνοντας, το είδα μεν ευχάριστα, καμιά σχέση όμως με την αυθεντική, συγκλονιστική εμπειρία του πρώτου φιλμ. Η αρχική έκπληξη / θαυμασμός έχει εξ ορισμού χαθεί, αφού σε όλα τα pre- και seq- η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται και παραλλάσσεται μέχρι τελικής πτώσης (και απόλυτου ξεζουμίσματος). Πάλι καλά που μου άρεσε περισσότερο από τον "Προμηθέα".
Το σκάφος Covenant μεταφέρει 2000 επιβάτες σε ύπνωση με σκοπό να εποικίσει έναν συγκεκριμένο πλανήτη, που έχει κριθεί απόλυτα κατάλληλος για την ανθρώπινη επιβίωση και στον οποίο θα φτάσουν κάμποσα χρόνια μετά. Όταν το σχετικά ολιγομελές πλήρωμα ξυπνά αιφνιδίως εξ αιτίας μιας βλάβης, θα διαπιστώσει έκπληκτο ότι εκεί κοντά βρίσκεται ένας παντελώς άγνωστος πλανήτης, ο οποίος μοιάζει τέλειος για εποικισμό και δεν είχε ανακαλυφτεί ποτέ. Για να μην ξανακοιμηθούν άλλα 9 χρόνια, το πλήρωμα αποφασίζει να αποβιβαστεί στον κοντινό πλανήτη για μια πρώτη εξερεύνηση (δίχως φυσικά να ξυπνήσει τους άποικους)... αλλά από την αρχή κιόλας τίποτα εκεί δεν πάει καλά. Πολύ σύντομα ο απόλυτος εφιάλτης ξεκινά (και δεν υπάρχει επιστροφή).
Η ταινία μάς αποκαλύπτει την αληθινή προέλευση του εφιαλτικού τέρατος και προετοιμάζει, όπως είπαμε, για όσα συνέβησαν στο κλασικό Alien του 1979. Κατ' αρχήν θα πω ότι προσωπικά το βρήκα καλύτερο, πιο "στρωτό" θα έλεγα, από το πρώτο prequel "Prometheus". Το φιλμ με κράτησε, η αναλογία δράσης - τρόμου ήταν ευτυχώς σωστή (κοινως δεν υπήρχαν η κλωτσοπατινάδα και οι ατελείωτες θεαματικές εκρήξεις που φοβόμουν), οι σχεδόν σπλάτερ σκηνές δεν έλειπαν (προειδοποιώ) και γενικά το είδα ευχάριστα. Μέχρις εκεί. Σεναριακά τώρα, για μια ακόμα φορά το βρήκα σχετικά βαρυφορτωμένο, καθώς ο Scott εμμένει απαράλλαχτα στην ίδια προβληματική που ανέπτυξε ήδη και στο αυθεντικό Alien, αλλά και στο αριστούργημά του, το Blade Runner, αφού τα περί cyborg / κλώνων και τα ερωτήματα της ανθρώπινης ή μη φύσης τους καταλαμβάνουν εδώ ένα πολύ βασικό μέρος της πλοκής, που μπαίνει εμβόλιμα στην καθαρή ιστορία τρόμου με τα τέρατα (γι' αυτό το χαρακτήρισα κάπως βαρυφορτωμένο). Όσο για τον "κακό" (δεν σας αποκαλύπτω ποιός είναι), η παραπομπή στα απόλυτα ναζιστικά πρότυπα είναι κάτι παραπάνω από σαφής.
Λοιπόν, ανακεφαλαιώνοντας, το είδα μεν ευχάριστα, καμιά σχέση όμως με την αυθεντική, συγκλονιστική εμπειρία του πρώτου φιλμ. Η αρχική έκπληξη / θαυμασμός έχει εξ ορισμού χαθεί, αφού σε όλα τα pre- και seq- η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται και παραλλάσσεται μέχρι τελικής πτώσης (και απόλυτου ξεζουμίσματος). Πάλι καλά που μου άρεσε περισσότερο από τον "Προμηθέα".
Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017
"ΠΡΟΣΩΠΑ": ΤΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ, ΤΟΣΟ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΟ, ΑΛΛΑ...
Να μια από τις λίγες σχετικά φορές που δεν θα ενθουσιαστώ με κάτι που θωρείται απολυτα κλασικό στο είδος του: Μιλώ για το περίφημο "Πρόσωπα" (Faces) που γύρισε το 1968 ο συμπατριώτης μας John Cassavetes (1929-1989), εγκαινιάζοντας έτσι αυτό που σήμερα ονομάζουμε ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Κασαβέτης, έχοντας βαρεθεί το Χόλιγουντ, τις "στημένες" ιστορίες του και τη συμβατικότητά του, γυρίζει κάτι αυτοσχεδιαστικό, με ελάχιστο budget, ασπρόμαυρο φυσικά, σχεδόν δίχως πλοκή... Μια "φέτα ζωής".
Ο γάμος ενός ευκατάστατου ζεύγους βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Εκείνος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά μιας όμορφης και νεότερής του πόρνης (πιθανόν) πολυτελείας, εκείνη συνάπτει μια μάλλον εφήμερη σχέση με έναν επίσης νεότερό της άντρα. Στο μεταξύ παρακολουθούμε καθημερινές (πιο καθημερινές, πεθαίνεις) σκηνές από τις ζωές όλων αυτών των προσώπων. Αυτά.
Αναγνωρίζω απόλυτα την ιστορικότητα του φιλμ. Ο σκηνοθέτης (ήδη γνωστός ηθοποιός του Χόλιγουντ) ξεφορτώνεται παραγωγούς, στούντιο, εταιρίες, γνωστούς σταρ (μόνο η γυναίκα του Τζίνα Ρόουλαντς είναι γνωστή ηθοποιός), πλοκή... τα πάντα. Γυρίζει μια πάμφτηνη ταινία δωματίου (διαδραματίζεται δηλαδή σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστούς χώρους) και, αρνούμενος να έχει "κανονικό" σενάριο, αφήνει τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν, να μιλάνε ακατάπαυστα, να γελάνε επίσης ακατάπαυστα, να βγάζουν με κάθε τρόπο μια εικόνα καθημερινότητας, δίχως το παραμικρό φτιασίδι. Έτσι ο Κασαβέτης καταφέρνει να δείξει στους πάντες ότι μπορεί να υπάρξει αμερικάνικο σινεμά και έξω από το κυρίαρχο Χόλιγουντ, να θίξει σημαντικά κοινωνικά θέματα (το βάλτωμα του γάμου εν προκειμένω), να φτιάξει κάτι απόλυτα χειροποίητο και αφτιασίδωτο, όσο μπορεί να γίνει "κοντά στην αληθινή ζωή". Για πολλούς ο Κασαβέτης είναι ουσιαστικά ο ιδρυτής του αμερικάνιου ανεξάρτητου κινηματογράφου.
Καλά όλα αυτά και απόλυτα σεβαστά. Κι όχι μόνο αυτό: Επιρροές της πρωτοπόρας αυτής ταινίας βλέπουμε σήμερα σε μεγάλη γκάμα ανεξάρτητων αμερικάνικων (κατηγορία που συνήθως αγαπώ) : Και στον Τζάρμους και στον Χάρτλεϊ και σε άλλους. Ωστόσο το φιλμ για μένα είναι απόλυτα βαρετό. Είναι αυτό που λες "δεν συμβαίνει τίποτα". Οι ήρωες μιλάνε και η κουβέντα φτάνει στα (χρονικά) άκρα της. Οι ήρωες δισκεδάζουν σε ένα κλαμπ και η σκηνή τραβά μέχρι να τελειώσει ολόκληρο το κομμάτι που παιζει το γκρουπ. Οι ήρωες τα κάνουν όλα σχεδόν σε πραγματικούς χρόνους. Και οι θεατές (εγώ εννοώ, συγνώμη για τον αυθαίρετο πληθυντικό) πλήττουν αφόρητα. Ομολογώ ότι παρακολούθησα το φιλμ εξαιρετικά δύσκολα και πολύ συχνά έμπαινα στον πειρασμό να το "τρέξω", αφού δεν άντεχα άλλο το ακατάπαυστο μπλά μπλά και την ουσιαστική έλλειψη δράσης (δίχως φυσικά να υπάρχει - ηθελημένα - εικαστικότητα στην εικόνα ή κάτι άλλο. Είπαμε: απλή "φέτα ζωής").
Συγνώμη αν απογοητεύω κάποιους που θεωρούν τον Κασαβέτη "ήρωά" τους. Και, τονίζω ξανά, είναι από τις πολύ λίγες περιπτώσεις που αναγνωρίζω την αξία, την πρωτοπορία και την επιδραστικότητα μιας ταινίας (η οποία ουσιαστικά δημιουργεί σχολή), αλλά δεν αντέχω την ίδια την ταινία. Ναι, συμβαίνουν κι αυτά τα παράδοξα ενίοτε...
Ο γάμος ενός ευκατάστατου ζεύγους βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Εκείνος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά μιας όμορφης και νεότερής του πόρνης (πιθανόν) πολυτελείας, εκείνη συνάπτει μια μάλλον εφήμερη σχέση με έναν επίσης νεότερό της άντρα. Στο μεταξύ παρακολουθούμε καθημερινές (πιο καθημερινές, πεθαίνεις) σκηνές από τις ζωές όλων αυτών των προσώπων. Αυτά.
Αναγνωρίζω απόλυτα την ιστορικότητα του φιλμ. Ο σκηνοθέτης (ήδη γνωστός ηθοποιός του Χόλιγουντ) ξεφορτώνεται παραγωγούς, στούντιο, εταιρίες, γνωστούς σταρ (μόνο η γυναίκα του Τζίνα Ρόουλαντς είναι γνωστή ηθοποιός), πλοκή... τα πάντα. Γυρίζει μια πάμφτηνη ταινία δωματίου (διαδραματίζεται δηλαδή σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστούς χώρους) και, αρνούμενος να έχει "κανονικό" σενάριο, αφήνει τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν, να μιλάνε ακατάπαυστα, να γελάνε επίσης ακατάπαυστα, να βγάζουν με κάθε τρόπο μια εικόνα καθημερινότητας, δίχως το παραμικρό φτιασίδι. Έτσι ο Κασαβέτης καταφέρνει να δείξει στους πάντες ότι μπορεί να υπάρξει αμερικάνικο σινεμά και έξω από το κυρίαρχο Χόλιγουντ, να θίξει σημαντικά κοινωνικά θέματα (το βάλτωμα του γάμου εν προκειμένω), να φτιάξει κάτι απόλυτα χειροποίητο και αφτιασίδωτο, όσο μπορεί να γίνει "κοντά στην αληθινή ζωή". Για πολλούς ο Κασαβέτης είναι ουσιαστικά ο ιδρυτής του αμερικάνιου ανεξάρτητου κινηματογράφου.
Καλά όλα αυτά και απόλυτα σεβαστά. Κι όχι μόνο αυτό: Επιρροές της πρωτοπόρας αυτής ταινίας βλέπουμε σήμερα σε μεγάλη γκάμα ανεξάρτητων αμερικάνικων (κατηγορία που συνήθως αγαπώ) : Και στον Τζάρμους και στον Χάρτλεϊ και σε άλλους. Ωστόσο το φιλμ για μένα είναι απόλυτα βαρετό. Είναι αυτό που λες "δεν συμβαίνει τίποτα". Οι ήρωες μιλάνε και η κουβέντα φτάνει στα (χρονικά) άκρα της. Οι ήρωες δισκεδάζουν σε ένα κλαμπ και η σκηνή τραβά μέχρι να τελειώσει ολόκληρο το κομμάτι που παιζει το γκρουπ. Οι ήρωες τα κάνουν όλα σχεδόν σε πραγματικούς χρόνους. Και οι θεατές (εγώ εννοώ, συγνώμη για τον αυθαίρετο πληθυντικό) πλήττουν αφόρητα. Ομολογώ ότι παρακολούθησα το φιλμ εξαιρετικά δύσκολα και πολύ συχνά έμπαινα στον πειρασμό να το "τρέξω", αφού δεν άντεχα άλλο το ακατάπαυστο μπλά μπλά και την ουσιαστική έλλειψη δράσης (δίχως φυσικά να υπάρχει - ηθελημένα - εικαστικότητα στην εικόνα ή κάτι άλλο. Είπαμε: απλή "φέτα ζωής").
Συγνώμη αν απογοητεύω κάποιους που θεωρούν τον Κασαβέτη "ήρωά" τους. Και, τονίζω ξανά, είναι από τις πολύ λίγες περιπτώσεις που αναγνωρίζω την αξία, την πρωτοπορία και την επιδραστικότητα μιας ταινίας (η οποία ουσιαστικά δημιουργεί σχολή), αλλά δεν αντέχω την ίδια την ταινία. Ναι, συμβαίνουν κι αυτά τα παράδοξα ενίοτε...
Πέμπτη, Μαΐου 25, 2017
"ΤΟ ΔΙΧΤΥ" Ή ΟΙ ΚΑΦΚΙΚΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ
Ο κορεάτης Kim Ki-duk μας έχει χαρίσει αρκετές αξιόλογες ταινίες παλιότερα, με την ωμή βία και την τρυφερότητα να συνδυάζονται στο έργο του. Το 2016 επανέρχεται με το "Δίχτυ" (Geumul), αυτή τη φορά περισσότερο πολιτικοκοινωνικός παρά (άρρωστα συνήθως) ψυχογραφικός.
Η ιστορία έχει να κάνει με τη χωρισμένη στα δύο Κορέα (ένας διχασμός που μόνο αρνητικές συνέπειες φέρει). Ένας βορειοκορεάτης ψαράς περνά κατά λάθος τα θαλάσσια σύνορα επειδή του χάλασε η μηχανή (μπλέχτηκε - συμβολιά - σ' αυτή το δίχτυ του τίτλου) και συλλαμβάνεται ως πιθανός κατάσκοπος από τους "Νότιους". Όταν αυτοί αντιλαμβάνονται ότι είναι αθώος, προσπαθούν, για προπαγανδιστικούς λόγους, να τον κάνουν να αυτομολήσει στον "καπιταλιστικό παράδεισο". Όταν όμως εκείνος αρνείται πεισματικά (το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει στην οικογένειά του), θα τον στείλουν τελικά πίσω, αλλά οι τραγικές δοκιμασίες του δεν έχουν τελειώσει. Κάθε άλλο...
Ο ήρωας είναι βεβαίως εδώ ο απλός, ανυποψίαστος, καθημερινός άνθρωπος, καλός κατά βάθος και με λίγες πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες, που άθελά του θα εμπλακεί σε διαμάχες τεραστίων πολιτικών συμφερόντων, που τον ξεπερνούν κατά πολύ - και τις οποίες ούτε καν αντιλαμβάνεται. Οπότε εδώ έχουμε μια κλασική περίπτωση καφκικού εφιάλτη, με το "δίχτυ" του τίτλου να τυλίγεται όλο και πιο ασφυκτικά γύρω του. Ταυτόχρονα ο Kim Ki-duk γίνεται εξ ίσου πικρός και απαξιωτικός τόσο με τον νοτιοκορεάτικο "καπιταλιστικό παράδεισο" όσο και με τον βορειοκορεάτικο "κομμουνιστικό" φασισμό. Πίσω από την απαστράπτουσα νότια βιτρίνα κρύβεται πολύς πόνος, πολλή παράνοια, τεράστια σκληρότητα και ανισότητα. Πίσω από τις μεγαλόστομες μαρξιστικής προέλευσης ρητορείες κρύβεται ένας αληθινός φασισμός, μια καταπίεση που συνδυάζεται μάλιστα με την απόλυτη φτώχια. Ανάμεσα σ' αυτές τις συμπληγάδες, η μόνη "ιδιότητα" που διαθέτει το άτομο είναι αυτή του θύματος, θύματος μιας πολύπλοκης πραγματικότητας που το ξεπερνά κατά πολύ.
Η μόνη μου αντίρρηση είναι ότι ολα αυτά δίνονται κάπως σχηματικά και σχετικά απλοϊκά. Οι χαρακτήρες, ιδιαίτερα ο "καλός" και ο "κακός" νοτιοκορεάτης φύλακας και ανακριτής αντίστοιχα, αλλά και οι σχέσεις τους με του από πάνω τους, μάλλον δεν με έπεισαν για την αληθοφάνειά τους, τους βρήκα κάπως καρικατούρες (ίσως επίτηδες, δεν ξερω). Γενικά κάποιες ευκολίες στους χαρακτήρες τους είχε. Παρ' όλα αυτά όμως είναι κατά τη γνώμη μου μια πολύ δυνατή ταινία, που αξίζει την προσοχή μας. Και η άποψή της για τη ζωή και το (τα) σύστημα(τα) δεν είναι καθόλου αισιόδοξη... Άλλωστε ο Kim Ki-duk δεν είναι καθόλου τυχαίος δημιουργός.
Η ιστορία έχει να κάνει με τη χωρισμένη στα δύο Κορέα (ένας διχασμός που μόνο αρνητικές συνέπειες φέρει). Ένας βορειοκορεάτης ψαράς περνά κατά λάθος τα θαλάσσια σύνορα επειδή του χάλασε η μηχανή (μπλέχτηκε - συμβολιά - σ' αυτή το δίχτυ του τίτλου) και συλλαμβάνεται ως πιθανός κατάσκοπος από τους "Νότιους". Όταν αυτοί αντιλαμβάνονται ότι είναι αθώος, προσπαθούν, για προπαγανδιστικούς λόγους, να τον κάνουν να αυτομολήσει στον "καπιταλιστικό παράδεισο". Όταν όμως εκείνος αρνείται πεισματικά (το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει στην οικογένειά του), θα τον στείλουν τελικά πίσω, αλλά οι τραγικές δοκιμασίες του δεν έχουν τελειώσει. Κάθε άλλο...
Ο ήρωας είναι βεβαίως εδώ ο απλός, ανυποψίαστος, καθημερινός άνθρωπος, καλός κατά βάθος και με λίγες πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες, που άθελά του θα εμπλακεί σε διαμάχες τεραστίων πολιτικών συμφερόντων, που τον ξεπερνούν κατά πολύ - και τις οποίες ούτε καν αντιλαμβάνεται. Οπότε εδώ έχουμε μια κλασική περίπτωση καφκικού εφιάλτη, με το "δίχτυ" του τίτλου να τυλίγεται όλο και πιο ασφυκτικά γύρω του. Ταυτόχρονα ο Kim Ki-duk γίνεται εξ ίσου πικρός και απαξιωτικός τόσο με τον νοτιοκορεάτικο "καπιταλιστικό παράδεισο" όσο και με τον βορειοκορεάτικο "κομμουνιστικό" φασισμό. Πίσω από την απαστράπτουσα νότια βιτρίνα κρύβεται πολύς πόνος, πολλή παράνοια, τεράστια σκληρότητα και ανισότητα. Πίσω από τις μεγαλόστομες μαρξιστικής προέλευσης ρητορείες κρύβεται ένας αληθινός φασισμός, μια καταπίεση που συνδυάζεται μάλιστα με την απόλυτη φτώχια. Ανάμεσα σ' αυτές τις συμπληγάδες, η μόνη "ιδιότητα" που διαθέτει το άτομο είναι αυτή του θύματος, θύματος μιας πολύπλοκης πραγματικότητας που το ξεπερνά κατά πολύ.
Η μόνη μου αντίρρηση είναι ότι ολα αυτά δίνονται κάπως σχηματικά και σχετικά απλοϊκά. Οι χαρακτήρες, ιδιαίτερα ο "καλός" και ο "κακός" νοτιοκορεάτης φύλακας και ανακριτής αντίστοιχα, αλλά και οι σχέσεις τους με του από πάνω τους, μάλλον δεν με έπεισαν για την αληθοφάνειά τους, τους βρήκα κάπως καρικατούρες (ίσως επίτηδες, δεν ξερω). Γενικά κάποιες ευκολίες στους χαρακτήρες τους είχε. Παρ' όλα αυτά όμως είναι κατά τη γνώμη μου μια πολύ δυνατή ταινία, που αξίζει την προσοχή μας. Και η άποψή της για τη ζωή και το (τα) σύστημα(τα) δεν είναι καθόλου αισιόδοξη... Άλλωστε ο Kim Ki-duk δεν είναι καθόλου τυχαίος δημιουργός.
Δευτέρα, Μαΐου 22, 2017
7 ΧΡΟΝΙΑ... ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΘΙΒΕΤ
Το "7 Χρόνια στο Θιβέτ" του 1997 μάλλον δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές. Εδώ ασχολείται με μια αληθινή περιπέτεια, που, αν μη τι άλλο, από τη φύση της προσφέρεται για μπόλικο εξωτισμό. Στα τέλη της δεκαετίας του 30 ναζί "ήρωας" ορειβάτης (είχε κατακτήσει και μετάλιο σε Ολυμπιακούς) πηγαίνει στην Ινδία για να ανέβει (για λογαριασμό της χιτλερικής Γερμανίας φυσικά) στην 9η ψηλότερη κορυφή των Ιμαλαϊων, η οποία είναι όμως από τις πλέον δύσκολες. Λίγοι ξέρουν ότι έχει ουσιαστικά χωρίσει από την έγγυο γυναίκα του (αμφότεροι αποτελούν πρότυπα της άρειας φυλής και κάμποση ναζιστική προπαγάνδα βασίζεται σ' αυτό). Η αποστολή αρχικά αποτυγχάνει, το θέμα όμως είναι ότι ενώ βρίσκεται στην Ινδία θα ξεσπάσει ο πόλεμος και οι άγγλοι κατακτητές της χώρας θα αιχμαλωτίσουν τα μέλη της γερμανικής αποστολής. Δύο (αν θυμάμαι καλά) χρόνια μετά θα δραπετεύσουν και με τον αρχηγό της αποστολής θα φτάσουν στο κλειστό στους ξένους Θιβέτ και, μέσα από διάφορες συγκυρίες ο ήρωάς μας θα φτάσει να γίνει ο απόλυτος έμπιστος και μοναδικός ουσιαστικά φίλος του νεαρού τότε Δαλάι Λάμα, ο οποίος δεν είναι ακόμα παρά ένα παιδί (αυτό που λέμε "κλεισμένο σε χρυσό κλουβί").
Αυτό που μας δείχνει εδώ ο Ανό είναι ουσιαστικά η μεταβολή του χαρακτήρα του ήρωα, ο οποίος από αντιπαθέστατος, εγωιστής και ξεροκέφαλος (και ναζί από πάνω) θα γίνει συμπονετικός, υπομονετικός, πράος. "Φταίει" (για την προς το καλό αλλαγή εννοώ) ο προσωπικός του πόνος (δεν έχει ποτέ δει τον γιο του), οι κακουχίες που πέρασε στο στρατόπεδο και κυρίως μετά τη δραπέτευσή του, η έκθεσή του σε μια παντελώς διαφορετική κουλτούρα, αυτή των βουδιστών, με εκ διαμέτρου διαφορετικές αξίες από τις δυτικές, η σχέση του με το παιδί Δαλάι Λάμα, στο οποίο κατά βάθος προβάλλει τον γιο του, ο συνδυασμός όλων αυτών μαζι... Πάντως το σίγουρο είναι ότι μετά από τα 7 χρόνια του τίτλου θα είναι ένας παντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Παράλληλα βλέπουμε και το "μαρτύριο" του νεαρού αρχηγού του κράτους, ενός παιδιού ουσιαστικά που στερείται την οικογένειά του, την παρέα άλλων παιδιών, το παιχνίδι, και, δίχως ουσιαστικά παιδική ηλικία, προορίζεται για απόλυτος μονάρχης. Πόσο δύσκολο είναι αυτό για ένα παιδί;
Καλά όλα αυτά, μερικές εντυπωσιακές εικόνες της άγριας φύσης και της εξωτικής θιβετιανής κουλτούρας υπάρχουν, ο νεαρός τότε Μπραντ Πιτ, αλλά και ο Ντέιβιντ Θιούλις, είναι ταιριαστοί στους βασικούς ρόλους, αλλά νομίζω ότι άπό το φιλμ λείπει κάπως το νεύρο. Το βρήκα επίσης κάπως απλοϊκό: Το Θιβέτ παρουσιάζεται ως ένας χαμένος, αποκομμένος παράδεισος, που σύντομα θα αρχίσει να υποφέρει κάτω από την μπότα των πολύ κακών κινέζων κατακτητών. Όλα εκεί είναι ειδυλιακά (υπάρχει βέβαια το θέμα της προδοσίας του υπουργού ή του πολιτικού του ρεαλισμού αν προτιμάτε, αλλά η καθημερινότητα των κατοίκων κυλά ουσιαστικά σε μια μακάρια φτώχια). Μου φαίνονται πολύ απλοϊκά ή πολύ άσπρο - μαύρο όλα αυτά, δίχως τα ενδιάμεσα που θα δημιουργούσαν εντάσεις και αληθινό ρεαλισμό. Η ματιά ενός θαμπωμένου από τον εξωτισμό δυτικού. Φοβάμαι ότι ποτέ δεν υπήρξαν φτωχές-και-ειδυλιακές κοινωνίες...
Δείτε το για το θέαμα και για την κατάδειξη μιας ξένης κουλτούρας, δεν το θεωρώ όμως μεγάλη ταινία.
Κυριακή, Μαΐου 14, 2017
"LIFE"...Ή ΜΑΛΛΟΝ ΟΧΙ
Πολλοί (και εγώ ανάμεσά τους) γκρινιάζουμε για την έκπτωση της επιστημονικής φαντασίας στις μέρες μας και την υποβάθμιση ενός τόσο αβανταδόρικου είδους σε υπερηρωικές φανφάρες και ανούσια επίδειξη εφέ. Ωστόσο πού και πού εμφανίζονται κάποιες ταινίες που, δίχως να φέρνουν επανάσταση στο είδος, είναι, αν μη τι άλλο, τίμιες και απολαυστικές. Τέτοια το 2017 είναι το "Life" του Daniel Espinoza (παρά το όνομά του γεννήθηκε στη Σουηδία και, βέβαια, δουλεύει στην Αμερική).
Ένας διαστημικός σταθμός παραλαμβάνει δείγματα από υλικό από τον Άρη. Οι έρευνα αποκαλύπτει αυτό που ολόκληρη η ανθρωπότητα ποθεί - αναρωτιέται - ελπίζει. Υπάρχει μια μορφή ζωής στο δείγμα, η πρώτη μη γήινη που εντοπίζεται ποτέ. Η συγκίνηση και οι πανηγυρισμοί (τόσο στο σταθμό όσο και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα στη γη) είναι έντονοι. Ώσπου θα αποδειχτεί ότι ο εξωγήινος, μικροσκοπικός αρχικά οργανισμός, έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να μεγαλώνει με τεράστιες ταχύτητες, αλλά και να αυξάνει τη νοημοσύνη του. Πολύ σύντομα το αρχικό ρίγος χαράς θα μετατραπεί σε ρίγος τρόμου και οι ελπίδες θα γίνουν εφιάλτης.
Φυσικά το πρώτο που μας έρχεται στο νου είναι το αυθεντικό "Alien" του Ρίντλει Σκοτ: Μια ομάδα ανθρώπων εγκλωβισμένη σε ένα διαστημικό σταθμό κοντά στη γη, γύρω τους το άπειρο του διαστήματος και ένα εξωγήινο "τέρας" με κάθε άλλο παρά φιλικές προθέσεις ανάμεσά τους. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι εξασφαλισμένη. Πλην όμως το συγκεκριμένο φιλμ, παρά το ότι σίγουρα δανείζεται από το Alien, έχει να επιδείξει αρκετές αρετές: Και καλογυρισμένο είναι, και την αγωνία ανεβάζει σε υψηλά επίπεδα και δεν υποκύπτει σε χολιγουντιανές ευκολίες (αν και χολιγουντιανό): Ένας από τους σταρ της ταινίας θα πεθάνει πριν καλά - καλά το μισό φιλμ, το χάπι εντ είναι αδιάφορο για το σκηνοθέτη, ανατροπή στο τέλος υπάρχει, ενώ σε αρκετές στιγμές υπάρχει ακόμα και σπλάτερ στοιχείο. Όχι ακριβώς η τέλεια συνταγή για να προσελκύσει εκατομμύρια (θεατών και δολαρίων) και γι' αυτό ακριβώς η ταινία είναι για μένα ενδιαφέρουσα. Και, πέραν όλων των άλλων, βλέπεται ευχάριστα, που σημαίνει ότι το σασπένς ανεβαίνει διαρκώς και εγώ τουλάχιστον καθηλώθηκα κατά τη διάρκειά της. Τι άλλο θέλετε λοιπόν από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, και μάλιστα όχι τόσο πιστή στα χολιγουντιανά κλισέ ; (ή μάλλον τα κλισέ υπάρχουν, και μάλιστα πολλά, αλλά και είναι έξυπνα και με ανατρεπτικό τρόπο χρησιμοπιούνται).
Ένας διαστημικός σταθμός παραλαμβάνει δείγματα από υλικό από τον Άρη. Οι έρευνα αποκαλύπτει αυτό που ολόκληρη η ανθρωπότητα ποθεί - αναρωτιέται - ελπίζει. Υπάρχει μια μορφή ζωής στο δείγμα, η πρώτη μη γήινη που εντοπίζεται ποτέ. Η συγκίνηση και οι πανηγυρισμοί (τόσο στο σταθμό όσο και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα στη γη) είναι έντονοι. Ώσπου θα αποδειχτεί ότι ο εξωγήινος, μικροσκοπικός αρχικά οργανισμός, έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να μεγαλώνει με τεράστιες ταχύτητες, αλλά και να αυξάνει τη νοημοσύνη του. Πολύ σύντομα το αρχικό ρίγος χαράς θα μετατραπεί σε ρίγος τρόμου και οι ελπίδες θα γίνουν εφιάλτης.
Φυσικά το πρώτο που μας έρχεται στο νου είναι το αυθεντικό "Alien" του Ρίντλει Σκοτ: Μια ομάδα ανθρώπων εγκλωβισμένη σε ένα διαστημικό σταθμό κοντά στη γη, γύρω τους το άπειρο του διαστήματος και ένα εξωγήινο "τέρας" με κάθε άλλο παρά φιλικές προθέσεις ανάμεσά τους. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι εξασφαλισμένη. Πλην όμως το συγκεκριμένο φιλμ, παρά το ότι σίγουρα δανείζεται από το Alien, έχει να επιδείξει αρκετές αρετές: Και καλογυρισμένο είναι, και την αγωνία ανεβάζει σε υψηλά επίπεδα και δεν υποκύπτει σε χολιγουντιανές ευκολίες (αν και χολιγουντιανό): Ένας από τους σταρ της ταινίας θα πεθάνει πριν καλά - καλά το μισό φιλμ, το χάπι εντ είναι αδιάφορο για το σκηνοθέτη, ανατροπή στο τέλος υπάρχει, ενώ σε αρκετές στιγμές υπάρχει ακόμα και σπλάτερ στοιχείο. Όχι ακριβώς η τέλεια συνταγή για να προσελκύσει εκατομμύρια (θεατών και δολαρίων) και γι' αυτό ακριβώς η ταινία είναι για μένα ενδιαφέρουσα. Και, πέραν όλων των άλλων, βλέπεται ευχάριστα, που σημαίνει ότι το σασπένς ανεβαίνει διαρκώς και εγώ τουλάχιστον καθηλώθηκα κατά τη διάρκειά της. Τι άλλο θέλετε λοιπόν από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, και μάλιστα όχι τόσο πιστή στα χολιγουντιανά κλισέ ; (ή μάλλον τα κλισέ υπάρχουν, και μάλιστα πολλά, αλλά και είναι έξυπνα και με ανατρεπτικό τρόπο χρησιμοπιούνται).
Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017
"32 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ" (;!) : ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ
Κι όμως: Κάτω από τον παράξενο τίτλο "32 Αυγούστου" (Une 32 aout sur terre) κρύβεται η πρώτη ταινία, του 1998, του εξαιρετικού (όπως εξελίχτηκε) καναδού Denis Villeneuve. Καναδού εκ Κεμπέκ, γι' αυτό και το φιλμ είναι γαλλόφωνο. Και είναι κάτι μεταξύ κομεντί, δράματος και ταινίας δρόμου, με στοιχεία φανταστικού. Βλέπετε, ο χρόνος "γράφει" 32, 33, 34 κλπ. Αυγούστου...
Η ηρωίδα, μοντέλο, με ιδιόρυθμη ομορφιά που αρέσει στους άντρες, είναι κάπως ασταθής και παρορμητική σαν χαρακτήρας. Όταν γλυτώνει από ένα παρ' ολίγον θανατηφόρο αυτοκινητιστικό ατύχημα, αποφασίζει ότι θέλει οπωσδήποτε να κάνει παιδί. Υποψήφιος είναι ο καλύτερός της φίλος, ο οποίος ωστόσο είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της, πλην όμως τώρα βρίσκεται σε σταθερή σχέση. Αναποφάσιστος για το αν θα πρέπει να ενδώσει, εκείνος την καλεί σε ένα ταξίδι στην κοντινότερη έρημο (στο Σολτ Λέικ Σίτι των ΗΠΑ), όπου πολλά, σοβαρά, αλλά και αρκετές φορές ευτράπελα, θα συμβούν...
Το φιλμ ισορροπεί, όπως είπαμε, ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό. Οι επιρροές είναι αναγνωρίσιμες: Ο πρώιμος Γκοντάρ και η νουβέλ βαγκ γενικότερα (δεν είναι τυχαίο το μεγάλο πόστερ της Τζιν Σίμπεργκ που κρέμεται στο δωμάτιο της πρωταγωνίστριας), αλλά και ο Τζάρμους και το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Και, βεβαίως, η ταινία δρόμου, αφού ένα μεγάλο μέρος αναφέρεται σε ένα ταξίδι λίγο αναπάντεχο και "όπου βγει". Φιλμ - αφιέρωμα στην περιπλάνηση, στις δυσκολίες του έρωτα, στα νεανικά αδιέξοδα, αλλά και με διφορούμενα στοιχεία φανταστικού.
Το είδα σχετικά ευχάριστα, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασε. Το βρήκα μάλλον πρωτόλειο. Ο Villeneuve άλλωστε ήταν τότε μόνο 31 ετών και, το είπαμε, ήταν η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Ωστόσο νομίζω ότι το παράξενο στοιχείο, το διφορούμενο, το ιδιοσυγκρασιακό, διακρίνονται από τότε. Στο μέλλον, όταν θα ορίμαζε περισσότερο, θα μας έδινε σημαντικά φιλμ, με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρείται (και να είναι) από τους πολύ αξιόλογους σύγχρονους δημιουργούς του κινηματογράφου (θυμηθείτε τα "Prisoners", "Sicario", "Enemy", "Arrival"...)
Η ηρωίδα, μοντέλο, με ιδιόρυθμη ομορφιά που αρέσει στους άντρες, είναι κάπως ασταθής και παρορμητική σαν χαρακτήρας. Όταν γλυτώνει από ένα παρ' ολίγον θανατηφόρο αυτοκινητιστικό ατύχημα, αποφασίζει ότι θέλει οπωσδήποτε να κάνει παιδί. Υποψήφιος είναι ο καλύτερός της φίλος, ο οποίος ωστόσο είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της, πλην όμως τώρα βρίσκεται σε σταθερή σχέση. Αναποφάσιστος για το αν θα πρέπει να ενδώσει, εκείνος την καλεί σε ένα ταξίδι στην κοντινότερη έρημο (στο Σολτ Λέικ Σίτι των ΗΠΑ), όπου πολλά, σοβαρά, αλλά και αρκετές φορές ευτράπελα, θα συμβούν...
Το φιλμ ισορροπεί, όπως είπαμε, ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό. Οι επιρροές είναι αναγνωρίσιμες: Ο πρώιμος Γκοντάρ και η νουβέλ βαγκ γενικότερα (δεν είναι τυχαίο το μεγάλο πόστερ της Τζιν Σίμπεργκ που κρέμεται στο δωμάτιο της πρωταγωνίστριας), αλλά και ο Τζάρμους και το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Και, βεβαίως, η ταινία δρόμου, αφού ένα μεγάλο μέρος αναφέρεται σε ένα ταξίδι λίγο αναπάντεχο και "όπου βγει". Φιλμ - αφιέρωμα στην περιπλάνηση, στις δυσκολίες του έρωτα, στα νεανικά αδιέξοδα, αλλά και με διφορούμενα στοιχεία φανταστικού.
Το είδα σχετικά ευχάριστα, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασε. Το βρήκα μάλλον πρωτόλειο. Ο Villeneuve άλλωστε ήταν τότε μόνο 31 ετών και, το είπαμε, ήταν η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Ωστόσο νομίζω ότι το παράξενο στοιχείο, το διφορούμενο, το ιδιοσυγκρασιακό, διακρίνονται από τότε. Στο μέλλον, όταν θα ορίμαζε περισσότερο, θα μας έδινε σημαντικά φιλμ, με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρείται (και να είναι) από τους πολύ αξιόλογους σύγχρονους δημιουργούς του κινηματογράφου (θυμηθείτε τα "Prisoners", "Sicario", "Enemy", "Arrival"...)
Παρασκευή, Μαΐου 05, 2017
ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΣΤΟ "ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ"
Η δεύτερη ταινία του αραβικής καταγωγής (αλγερο-σουδανός) Rachid Djaidani είναι το "Μια Βόλτα στη Γαλλία" (Tour de France) του 2016. Πρόκειται για κλασικό road movie (και buddy movie), αυτό όπου δύο αταίριαστοι χαρακτήρες αναγκάζονται να συμβιώσουν (να συνταξιδέψουν εδώ) για κάποιο διάστημα και οι διαφορές αναδεικνύονται, αλλά...ΟΚ, πολυχρησιμοποιημένο, αλλά βρήκα το συγκεκριμένο φιλμ αρκετά χαριτωμένο.
Ένας μεσήλικας, μάλλον ξενοφοβικός γάλλος ερασιτέχνης ζωγράφος επισκέπτεται λιμάνια της Γαλλίας ακολουθώντας τα ίχνη του αγαπημένου του θαλασσογράφου του 17ου αιώνα Βερνέ. Οδηγός του αυτοκινήτου ένας 20χρονος ταλαντούχος ράπερ αραβικής καταγωγής, ο Φαρούκ, ο οποίος παίρνει τη θέση του γιου του ζωγράφου (απομακρυσμένου από τον πατέρα του), ο οποίος γιος είναι και μουσικός παραγωγός του νεαρού άραβα και επειδή ο γιος δεν μπορεί, αλλά και επειδή αποτελεί ευκαιρία για τον Φαρούκ να φύγει από το Παρίσι εξ αιτίας μιας σκληρής και επικίνδυνης διαμάχης του με άλλους ράπερ. Φυσικά η σχέση των δύο θα περάσει από πολλά στάδια και τελικά αυτό που θα κυριαρχήσει είναι η βαθιά φιλία. Κλασικό.
Η ταινία είναι ανάλαφρη, με αρκετό χιούμορ, βλέπεται ευχάριστα και, κυρίως, διαθέτει τον (βουβαλώδη πλέον) Ζεράρ Ντεπαρντιέ, ο οποίος είναι εξαιρετικός. Εκτός της διαφοράς-που-μεταρέπεται-σε-φιλία πάντως, το φιλμ αναδεικνύει τα δύο τόσο διαφορετικά πρόσωπα της σύγχρονης Γαλλίας (και της Ευρώπης γενικότερα βεβαίως): Από τη μία η παραδοσιακή,συντηρητική, λευκή, χριστιανική Ευρώπη, από την άλλη οι νέοι, "σκούροι", μουσουλμάνοι κυρίως όχι πλέον μετανάστες, αλλά δεύτερης και βάλε γενιάς, με τη δική τους, διαφορετική βεβαίως, κουλτούρα. Και (συμβολικό αυτό στο φιλμ) πιο νέοι, πιο ορμητικοί, πιο "φρέσκοι" από τους παλιούς ευρωπαίους. Η ταινία είναι ένας ύμνος στην αποδοχή του διαφορετικού, στην καταδίκη της ξενοφοβίας, στο τέλος του εκατέρωθεν φόβου και της καχυποψίας. Πολύ ευχάριστο λοιπόν φιλμ, με μοναδική μου αντίρηση ότι είναι κάπως "εύκολο" ιδεολογικά, ότι δηλαδή πολύ εύκολα βγαίνει το καλό στους χαρακτήρες τόσο του ημιπαράνομου ράπερ του δρόμου όσο και του συντηρητικού μεσοαστού γάλλου, ώσπου τελικά να συναντηθούν και να αποδεχτούν ο ένας τον άλλον. Επίσης βρίσκω πολύ προφανή τα (θετικά) μηνύματα. Ξαναλέω όμως, απολαυστική ταινία στην παρακολούθησή της.
ΥΓ: Και ένα σημείο που με "πάγωσε": Ο γιος του Ντεπαρντιέ, 30άρης, γάλλος, γαλλότατος, λευκός, λευκότατος, μικροαστικής καταγωγής, έχει εδώ και χρόνια, στα καλά καθούμενα, ασπαστει το Ισλάμ και είναι ένας όχι φανατικός ή τρομοκράτης ή κάτι τέτοιο, αλλά απόλυτα πιστός μουσουλμάνος (γι' αυτό και η απομάκρυνσή του από το σοκαρισμένο πατέρα). Φυσικά δεν τρόμαξα από την "εγκατάλειψη του χριστιανισμού" (όσοι με ξέρουν γνωρίζουν ότι δεν καίγομαι και πολύ για τις θρησκείες), αλλά για το ότι τα αδιέξοδα των νέων στην ασφυκτική πλέον και στα όρια της φτώχιας Ευρώπη βρίσκουν διέξοδο όχι σε μια υγιή δράση (ή αντίδραση στο σύστημα, αν θέλετε), αλλά σε μια άλλη, μάλλον φανατικότερη θρησκεία. Αυτό όντως με τρομάζει.
Ένας μεσήλικας, μάλλον ξενοφοβικός γάλλος ερασιτέχνης ζωγράφος επισκέπτεται λιμάνια της Γαλλίας ακολουθώντας τα ίχνη του αγαπημένου του θαλασσογράφου του 17ου αιώνα Βερνέ. Οδηγός του αυτοκινήτου ένας 20χρονος ταλαντούχος ράπερ αραβικής καταγωγής, ο Φαρούκ, ο οποίος παίρνει τη θέση του γιου του ζωγράφου (απομακρυσμένου από τον πατέρα του), ο οποίος γιος είναι και μουσικός παραγωγός του νεαρού άραβα και επειδή ο γιος δεν μπορεί, αλλά και επειδή αποτελεί ευκαιρία για τον Φαρούκ να φύγει από το Παρίσι εξ αιτίας μιας σκληρής και επικίνδυνης διαμάχης του με άλλους ράπερ. Φυσικά η σχέση των δύο θα περάσει από πολλά στάδια και τελικά αυτό που θα κυριαρχήσει είναι η βαθιά φιλία. Κλασικό.
Η ταινία είναι ανάλαφρη, με αρκετό χιούμορ, βλέπεται ευχάριστα και, κυρίως, διαθέτει τον (βουβαλώδη πλέον) Ζεράρ Ντεπαρντιέ, ο οποίος είναι εξαιρετικός. Εκτός της διαφοράς-που-μεταρέπεται-σε-φιλία πάντως, το φιλμ αναδεικνύει τα δύο τόσο διαφορετικά πρόσωπα της σύγχρονης Γαλλίας (και της Ευρώπης γενικότερα βεβαίως): Από τη μία η παραδοσιακή,συντηρητική, λευκή, χριστιανική Ευρώπη, από την άλλη οι νέοι, "σκούροι", μουσουλμάνοι κυρίως όχι πλέον μετανάστες, αλλά δεύτερης και βάλε γενιάς, με τη δική τους, διαφορετική βεβαίως, κουλτούρα. Και (συμβολικό αυτό στο φιλμ) πιο νέοι, πιο ορμητικοί, πιο "φρέσκοι" από τους παλιούς ευρωπαίους. Η ταινία είναι ένας ύμνος στην αποδοχή του διαφορετικού, στην καταδίκη της ξενοφοβίας, στο τέλος του εκατέρωθεν φόβου και της καχυποψίας. Πολύ ευχάριστο λοιπόν φιλμ, με μοναδική μου αντίρηση ότι είναι κάπως "εύκολο" ιδεολογικά, ότι δηλαδή πολύ εύκολα βγαίνει το καλό στους χαρακτήρες τόσο του ημιπαράνομου ράπερ του δρόμου όσο και του συντηρητικού μεσοαστού γάλλου, ώσπου τελικά να συναντηθούν και να αποδεχτούν ο ένας τον άλλον. Επίσης βρίσκω πολύ προφανή τα (θετικά) μηνύματα. Ξαναλέω όμως, απολαυστική ταινία στην παρακολούθησή της.
ΥΓ: Και ένα σημείο που με "πάγωσε": Ο γιος του Ντεπαρντιέ, 30άρης, γάλλος, γαλλότατος, λευκός, λευκότατος, μικροαστικής καταγωγής, έχει εδώ και χρόνια, στα καλά καθούμενα, ασπαστει το Ισλάμ και είναι ένας όχι φανατικός ή τρομοκράτης ή κάτι τέτοιο, αλλά απόλυτα πιστός μουσουλμάνος (γι' αυτό και η απομάκρυνσή του από το σοκαρισμένο πατέρα). Φυσικά δεν τρόμαξα από την "εγκατάλειψη του χριστιανισμού" (όσοι με ξέρουν γνωρίζουν ότι δεν καίγομαι και πολύ για τις θρησκείες), αλλά για το ότι τα αδιέξοδα των νέων στην ασφυκτική πλέον και στα όρια της φτώχιας Ευρώπη βρίσκουν διέξοδο όχι σε μια υγιή δράση (ή αντίδραση στο σύστημα, αν θέλετε), αλλά σε μια άλλη, μάλλον φανατικότερη θρησκεία. Αυτό όντως με τρομάζει.
Τετάρτη, Μαΐου 03, 2017
ΣΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ (Ή ΜΗΠΩΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΑ;) "ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΣΙΒΗΡΙΑΣ"
"Τα Δάση της Σιβηρίας" (Dans les Forets de Siberie) είναι γαλλική ταινία, πλην όμως είναι ολόκληρη γυρισμένη στη Σιβηρία και, εκτός του πρωταγωνιστή, οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι ρώσοι. Γυρίστηκε το 2016 από τον Safy Nebbou και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σιλβέν Τεσόν. Ο συγγραφέας, δεινός ταξιδιώτης σε όλο τον κόσμο, έζησε ολομόναχος σε μια απομονωμένη ξύλινη καλύβα στην παγωμένη Σιβηρία για περίπου 6 μήνες και στο βιβλίο περιγράφει την εμπειρία του. Στο φιλμ έχουν προστεθεί, όπως διαβάζω, μυθοπλαστικά στοιχεία, με την άδεια του συγγραφέα.
Ο ήρωας λοιπόν, απηυδισμένος από την πολυπλοκότητα, το άγχος, αλλά και την κενότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής στις δυτικές μεγαλουπόλεις (στο Παρίσι συγκεκριμένα), εγκαταλείπει τα πάντα, ταξιδεύει στην παγωμένη Σιβηρία και στις όχθες της εξ ίσου παγωμένης λίμνης Βαϊκάλης αγοράζει μια μικρή καλύβα, πολλά χιλιόμετρα μακρυά από κάθε άλλη ανθρώπινη παρουσία, και αποφασίζει να ζήσει εκεί "για να βρει τον εαυτό του και τη μοναξιά". Ναι, όντως υπάρχουν άνθρωποι που αποζητούν τη μοναξιά. Ωστόσο η άγρια φύση δε είναι καθόλου, μα καθόλου φιλική. Με την πρώτη εφιαλτική χιονοθύελλα θα χαθεί. Συγχρόνως όμως θα βρει έναν εντελώς απρόσμενο φίλο.
Η ταινία θυμίζει το "Ταξίδι στην Άγρια Φύση" του Σον Πεν. Ίδια αναζήτηση του εαυτού, ίδια ανάγκη για κάθαρση από την ανθρώπινη κοινωνία και τους ίδιους τους ανθρώπους τελικά, ίδια ανάγκη για απομόνωση και για να ζήσει κανείς με τα απολύτως απαραίτητα, τα βασικά, τα οποία γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, από ευτελή αντικείμενα αποκτούν κεφαλαιώδη αξία, ίδια ανάγκη για "επιστροφή στη φύση". Αυτό το τελευταίο όμως δεν είναι καθόλου απλό. Με λίγα λόγια, η φύση είναι εχθρική. Σύντομα το ταξίδι μετατρέπεται σε εφιάλτη επιβίωσης. Τελικά, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, το θέμα δεν είναι η επιστροφή στη φύση (ή στην αγριότητα) ή η απόλυτη μοναξιά. Ο άνθρωπος χρειάζεται ανθρώπους. Η φιλία και η αληθινή, η ουσιαστική επαφή είναι αυτή που θα κρατήσει τον ήρωά μας και όχι η όποια επιθυμία του. Η απλή φυγή από τα πάντα μάλλον ανέφικτη ή/και αδιέξοδη είναι...
Όλα αυτά δίνονται με μινιμαλιστικό τρόπο, απόλυτα ταιριαστό φυσικά με το όλο νόημα, με μερικές πανέμορφες εικόνες της παγωμένης ερημιάς, με την λιτή παρουσία του κάθε ευτελούς αντικειμένου να αποκτά τεράστια σημασία. Προσωπικά η έλλειψη δράσης (αυτό είναι το θέμα άλλωστε) δεν με κούρασε καθόλου και, τελικά, βρήκα το φιλμ αρκετά ενδιαφέρον και ιδιαίτερο. Όσο για την απόλυτη "επιστροφή με τη φύση", σκεφτείτε το καλύτερα πριν το αποφασίσετε. Τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο ρομαντικά όσο φαντάζεστε. Παρά το γεγονός ότι μια κάθαρση παρόμοιου τύπου είναι, νομίζω, ζητούμενη για τον σύγχρονο άνθρωπο, κάτοικο ενός ολοένα και πιο εφιαλτικού κόσμου (κόσμου σε απόλυτο πισωγύρισμα μάλιστα στην περίοδο που διανύουμε).
Ο ήρωας λοιπόν, απηυδισμένος από την πολυπλοκότητα, το άγχος, αλλά και την κενότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής στις δυτικές μεγαλουπόλεις (στο Παρίσι συγκεκριμένα), εγκαταλείπει τα πάντα, ταξιδεύει στην παγωμένη Σιβηρία και στις όχθες της εξ ίσου παγωμένης λίμνης Βαϊκάλης αγοράζει μια μικρή καλύβα, πολλά χιλιόμετρα μακρυά από κάθε άλλη ανθρώπινη παρουσία, και αποφασίζει να ζήσει εκεί "για να βρει τον εαυτό του και τη μοναξιά". Ναι, όντως υπάρχουν άνθρωποι που αποζητούν τη μοναξιά. Ωστόσο η άγρια φύση δε είναι καθόλου, μα καθόλου φιλική. Με την πρώτη εφιαλτική χιονοθύελλα θα χαθεί. Συγχρόνως όμως θα βρει έναν εντελώς απρόσμενο φίλο.
Η ταινία θυμίζει το "Ταξίδι στην Άγρια Φύση" του Σον Πεν. Ίδια αναζήτηση του εαυτού, ίδια ανάγκη για κάθαρση από την ανθρώπινη κοινωνία και τους ίδιους τους ανθρώπους τελικά, ίδια ανάγκη για απομόνωση και για να ζήσει κανείς με τα απολύτως απαραίτητα, τα βασικά, τα οποία γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, από ευτελή αντικείμενα αποκτούν κεφαλαιώδη αξία, ίδια ανάγκη για "επιστροφή στη φύση". Αυτό το τελευταίο όμως δεν είναι καθόλου απλό. Με λίγα λόγια, η φύση είναι εχθρική. Σύντομα το ταξίδι μετατρέπεται σε εφιάλτη επιβίωσης. Τελικά, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, το θέμα δεν είναι η επιστροφή στη φύση (ή στην αγριότητα) ή η απόλυτη μοναξιά. Ο άνθρωπος χρειάζεται ανθρώπους. Η φιλία και η αληθινή, η ουσιαστική επαφή είναι αυτή που θα κρατήσει τον ήρωά μας και όχι η όποια επιθυμία του. Η απλή φυγή από τα πάντα μάλλον ανέφικτη ή/και αδιέξοδη είναι...
Όλα αυτά δίνονται με μινιμαλιστικό τρόπο, απόλυτα ταιριαστό φυσικά με το όλο νόημα, με μερικές πανέμορφες εικόνες της παγωμένης ερημιάς, με την λιτή παρουσία του κάθε ευτελούς αντικειμένου να αποκτά τεράστια σημασία. Προσωπικά η έλλειψη δράσης (αυτό είναι το θέμα άλλωστε) δεν με κούρασε καθόλου και, τελικά, βρήκα το φιλμ αρκετά ενδιαφέρον και ιδιαίτερο. Όσο για την απόλυτη "επιστροφή με τη φύση", σκεφτείτε το καλύτερα πριν το αποφασίσετε. Τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο ρομαντικά όσο φαντάζεστε. Παρά το γεγονός ότι μια κάθαρση παρόμοιου τύπου είναι, νομίζω, ζητούμενη για τον σύγχρονο άνθρωπο, κάτοικο ενός ολοένα και πιο εφιαλτικού κόσμου (κόσμου σε απόλυτο πισωγύρισμα μάλιστα στην περίοδο που διανύουμε).
Δευτέρα, Μαΐου 01, 2017
ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΖΩΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΣΜΙΘ
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Πέντε (ή έξη;) χρόνια παντρεμένοι και ο γάμος τους βρίσκεται σε τέλμα. Μάλλον αναμενόμενο, αφού αμφότεροι κρύβουν τερατώδεις αλήθειες ο ένας από τον άλλον. Βλέπετε, κάτω από την απόλυτα καθώς πρέπει, ευκατάστατη βιτρίνα, κρύβονται δύο αδίστακτοι πράκτορες φοβερών και τρομερών, και μάλιστα αντίπαλων μεταξύ τους μυστικών οργανώσεων. Ενώ λοιπόν υποτίθεται ότι πηγαίνουν στην καθημερινή, ρουτινιέρικη δουλειά τους, αυτοί εκτελούν παράτολμες μυστικές αποστολές, σκοτώνουν, ανατινάζουν... και μετά επιστρέφουνσα να μη συμβαίνει τίποτα, στη βαρετή τους καθημερινότητα, λέγοντας κοινοτοπίες για το πώς πέρασαν τη μέρα τους. Ώσπου κάποτε θα συμπέσουν στην ίδια μυστική αποστολή, με αντίθετο ο καθένας στόχο. Η αναγνώριση θα είναι σοκαριστική για αμφοτέρους... και η δράση μόλις τώρα αρχίζει!
Φυσικά το σενάριο κάθε άλλο παρά πιστευτό και αληθοφανές είναι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση αυτό ουδόλως μας ενδιαφέρει. Πρόκειται πρώτιστα για ταινία δράσης, με καταιγισμούς πυροβολισμών, εκρήξεων, κυνηγητών κλπ. κλπ., αλλά και για κωμωδία με καταιγισμό από ατάκες, συνήθως δηλητηριώδεις, του ενός προς τον άλλον. Αν ήταν μόνο αυτά, θα είχαμε μία από τα ίδια (έχουμε δει πολλές φορές παρόμοιους συνδυασμούς). Εδώ όμως πρόκειται σαφώς για σάτιρα - μεταφορά των σχέσεων του ζευγαριού σε ταινία δράσης. Όλα, η αφόρητη καθημερινή ρουτίνα (και έλλειψη σεξ), ο πανταχού παρόν ανταγωνισμός, τα μυστικά (μικρά έστω) που κρύβει κάθε μέλος του ζευγαριολύ, η σύγκρουση, η συμφιλίωση, η απόφαση να πέσουν οι μάσκες, όλα παραπέμπουν στις σχέσεις ενός κοινού ζευγαριού. Άπειρα άλλωστε περνούν από αυτές (ή μερικές απ' αυτές) τις φάσεις στον έγγαμο βίο τους. Αυτό το συμβολικό στοιχείο και η διαρκής (το είπαμε) σύγκρουση των φύλων (θυμόμαστε κάπως τον "Πόλεμο των Ρόουζ") είναι που σώζει το φιλμ και το κάνει λιγότερο συνηθισμένο από πάμπολλα άλλα action-movies-με-χιούμορ. Και γι' αυτό μπορεί να το διασκεδάσετε αρκετά, φτάνει βεβαίως, κι αυτό το ξαναείπα, να μην ψάξετε για την παραμικρή αληθοφάνεια σε όσα καταιγιστικά συμβαινουν επί της οθόνης και απλώς να αφεθείτε στο θέαμα. Και βέβαια, αν είστε φαν, να απολαύσετε τους δύο πρωταγωνιστές.
Καλή διασκέδαση, δίχως φυσικά σε καμία περίπτωση να περιμένετε το αριστούργημα.
Κυριακή, Απριλίου 30, 2017
ΟΤΑΝ "ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΣΟΥ"...
Το "Sleeping with the Enemy" ("Νύχτες με τον Εχθρό μου" στην Ελλάδα), που γύρισε ο μάλλον μέτριος σκηνοθέτης Joseph Ruben το 1991 (είναι αυτός που γύρισε μετά και το "The Good Son"), είναι ένα θρίλερ που ποντάρει στην παρουσία της σούπερ σταρ (τότε τουλάχιστον) Τζούλια Ρόμπερτς στο βασικό ρόλο.
Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα η οποία ζει με τον ευκατάστατο σύζυγό της, το ζευγάρι παρουσιάζει μια εξωτερικά άψογη εικόνα, πλην όμως εκείνος, στα όρια της παράνοιας, την κακοποιεί βάναυσα με την παραμικρή αφορμή (ή και δίχως αφορμή) και της επιβάλλει ένα καθεστώς διακριτικού καθημερινού τρόμου. Όταν σε μια ιστιοπλοϊα όλα πάνε στραβά, εκείνη βρίσκει την ευκαιρία να δραπετεύσει ενώ όλοι νομίζουν ότι έχει πνιγεί, νακατα φύγει σε μια άγνωστη επαρχιακή πόλη στο πουθενά και να αρχίσει μια καινούρια ζωή. Είναι όμως ασφαλής ακόμα κι εκεί;
Περισσότερο ψυχολογικό θρίλερ παρά ταινία τρόμου, το φιλμ χτίζει από την αρχή μια σωστή αγχωτική ατμόσφαιρα βασισμένη σε καθημερινές, αδιάφορες σε πρώτη ματιά, μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες ωστόσο πιστοποιούν με μικρές πινελιές την παράνοια του συζύγου και τον διαρκή φόβο μέσα στον οποίο ζει η γυναίκα. Κάπου στα μισά το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος love story, στη συνέχεια όμως η ατμόσφαιρα θα γίνεται όλο και πιο αγχωτική καθώς ο κίνδυνος αρχίζει να πλησιάζει και πάλι. Και υπάρχουν και μερικές καλές σκηνές όπου η αγωνία κορυφώνεται.
Η ταινία είναι νομίζω σωστά γυρισμένη, όλα λειτουργούν καλά, ωστόσο δεν έχει κάτι καινούριο να προσθέσει σε οποιοδήποτε επίπεδο. Όλα είναι προβλέψιμα, αφού τέτοια θρίλερ έχουνε (ξανα)δεί αρκετές φορές. Ξαναλέω, δεν είναι κακό, αυτή όμως αριβώς είναι και η "χλιαρή" κριτική μου: "Δεν είναι κακό". Μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι θα πλήξετε, μάλλον θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, τίποτα όμως παραπάνω. Και, επιπλέον, βρήκα τους άντρες πρωταγωνιστές (και τον καλό και τον κακό) μάλλον προς το ξενέρωτο.
ΥΓ: Είναι άραγε τόσο εύκολο να αλλάξεις ταυτότητα και να ξεκινήσεις από το μηδέν; Τα ενοικιαστήρια; Η εφορία; Δεν ξέρω αν όλα είναι τόσο απλά σε ένα σύγχρονο, πολύπλοκο κράτος που γνωρίζει τα πάντα (σχεδόν) για τους πολίτες του...
Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα η οποία ζει με τον ευκατάστατο σύζυγό της, το ζευγάρι παρουσιάζει μια εξωτερικά άψογη εικόνα, πλην όμως εκείνος, στα όρια της παράνοιας, την κακοποιεί βάναυσα με την παραμικρή αφορμή (ή και δίχως αφορμή) και της επιβάλλει ένα καθεστώς διακριτικού καθημερινού τρόμου. Όταν σε μια ιστιοπλοϊα όλα πάνε στραβά, εκείνη βρίσκει την ευκαιρία να δραπετεύσει ενώ όλοι νομίζουν ότι έχει πνιγεί, νακατα φύγει σε μια άγνωστη επαρχιακή πόλη στο πουθενά και να αρχίσει μια καινούρια ζωή. Είναι όμως ασφαλής ακόμα κι εκεί;
Περισσότερο ψυχολογικό θρίλερ παρά ταινία τρόμου, το φιλμ χτίζει από την αρχή μια σωστή αγχωτική ατμόσφαιρα βασισμένη σε καθημερινές, αδιάφορες σε πρώτη ματιά, μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες ωστόσο πιστοποιούν με μικρές πινελιές την παράνοια του συζύγου και τον διαρκή φόβο μέσα στον οποίο ζει η γυναίκα. Κάπου στα μισά το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος love story, στη συνέχεια όμως η ατμόσφαιρα θα γίνεται όλο και πιο αγχωτική καθώς ο κίνδυνος αρχίζει να πλησιάζει και πάλι. Και υπάρχουν και μερικές καλές σκηνές όπου η αγωνία κορυφώνεται.
Η ταινία είναι νομίζω σωστά γυρισμένη, όλα λειτουργούν καλά, ωστόσο δεν έχει κάτι καινούριο να προσθέσει σε οποιοδήποτε επίπεδο. Όλα είναι προβλέψιμα, αφού τέτοια θρίλερ έχουνε (ξανα)δεί αρκετές φορές. Ξαναλέω, δεν είναι κακό, αυτή όμως αριβώς είναι και η "χλιαρή" κριτική μου: "Δεν είναι κακό". Μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι θα πλήξετε, μάλλον θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, τίποτα όμως παραπάνω. Και, επιπλέον, βρήκα τους άντρες πρωταγωνιστές (και τον καλό και τον κακό) μάλλον προς το ξενέρωτο.
ΥΓ: Είναι άραγε τόσο εύκολο να αλλάξεις ταυτότητα και να ξεκινήσεις από το μηδέν; Τα ενοικιαστήρια; Η εφορία; Δεν ξέρω αν όλα είναι τόσο απλά σε ένα σύγχρονο, πολύπλοκο κράτος που γνωρίζει τα πάντα (σχεδόν) για τους πολίτες του...
Σάββατο, Απριλίου 29, 2017
"THE NIGHT AND THE CITY"... ΞΑΝΑ
Ο Irwin Winkler είναι γνωστός παραγωγός του "προοδευτικού" Χόλιγουντ από τη δεκαετία του 60 ήδη. Ωστόσο από τη δεκαετία του 90 έχει σκηνοθετήσει και κάποιες ταινίες ο ίδιος. Η δεύτερη απ' αυτές, το 1992, ήταν το ριμέικ του περίφημου "Night and the City" του Jules Dasin. Ένα ριμέικ που, όπως τα περισσότερα άλλωστε, μάλλον αχρείαστο ήταν. Παρά την παρουσία των καλών Ρόμπερτ ντε Νίρο (τότε ήταν ακόμα καλός) και Τζέσικα Λανγκ στους βασικούς ρόλους.
Η ιστορία μοιάζει μ' αυτή του πρωτότυπου, μεταφερμένη στην τότε σύγχρονη εποχή. Ο Ντε Νίρο είναι ένας αεικινητος, επιπόλαιος, καταφερτζής και ελαφρώς απατεώνας δικηγόρος, που προσπαθεί κυριολεκτικά πάσει θυσία να πιάσει την καλή. Χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν, δανείζεται απ' όπου μπορεί, δεν διστάζει να πει ψέματα, φτάνει να του βγει αυτό που κάθε φορά επιδιώκει. Αυτή τη φορά αποφασίζει να ασχοληθεί με τη διοργάνωση αγώνων πυγμαχίας (ένας μάλλον βρώμικος χώρος), μη διστάζοντας να αναμετρηθεί στα ίσια με τον μαφιόζο ισχυρό τύπο που ελέγχει τον χώρο. Σαν όπλο χρησιμοποιεί τον ηλικιωμένο αδελφό του μαφιόζου, ο οποίος στα νιάτα του υπήρξε θρύλος του μποξ ο ίδιος, και ο οποίος δεν συμπαθεί τον "βρώμικο" αδελφό του. Τι μπορεί να πάει στραβά στα σχέδιά του; Πιθανόν τα πάντα.
Ο Ντε Νίρο ερμηνεύει απολαυστικά τον αεικίνητο χαρακτήρα, που δεν λέει να ησυχάσει με τίποτα, που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που πιστεύει βαθιά στο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο ιχυρίζεται ότι οποιοσδήποτε τολμηρός και καπάτσος μπορεί να ανέβει έστω κι από το τίποτα. Αρκεί να αρπάξει την κατάλληλη ευκαιρία. Αυτό του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα στην πραγματικότητα; Ο ήρωάς μας θα νοιώσει στο πετσί του ότι μάλλον δεν είναι... Κι ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο, παντού, ακόμα και σε περιορισμένους χώρους, βασιλεύουν κάποιου είδους "μονοπώλια". Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω - επειδή δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις συγκρίσεις που αβίαστα μας έρχονται στο μυαλό - το φιλμ χάνει αισθητά μπροστά στο πρωτότυπο, το οποίο, εκτός των άλλων, διακρινόταν για την εκπληκτική νυχτερινή του ατμόσφαιρα. Εδώ γίνεται προσπάθεια να αναπαραχθεί ένα βρώμικο, κοινότοπο καθημερινό αστικό περιβάλλον, αλλά... Έτσι λοιπόν νομίζω ότι οι προθέσεις είναι καλές, η ταινία αποτελεί φόρο τιμής στον Ντασέν (αναγράφεται εμφανώς και στους τίτλους του τέλους), όμως "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας". Μην το αποφύγετε ντε και καλά, δεν νομίζω όμως ότι θα εκστασιαστείτε κιόλας.
Η ιστορία μοιάζει μ' αυτή του πρωτότυπου, μεταφερμένη στην τότε σύγχρονη εποχή. Ο Ντε Νίρο είναι ένας αεικινητος, επιπόλαιος, καταφερτζής και ελαφρώς απατεώνας δικηγόρος, που προσπαθεί κυριολεκτικά πάσει θυσία να πιάσει την καλή. Χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν, δανείζεται απ' όπου μπορεί, δεν διστάζει να πει ψέματα, φτάνει να του βγει αυτό που κάθε φορά επιδιώκει. Αυτή τη φορά αποφασίζει να ασχοληθεί με τη διοργάνωση αγώνων πυγμαχίας (ένας μάλλον βρώμικος χώρος), μη διστάζοντας να αναμετρηθεί στα ίσια με τον μαφιόζο ισχυρό τύπο που ελέγχει τον χώρο. Σαν όπλο χρησιμοποιεί τον ηλικιωμένο αδελφό του μαφιόζου, ο οποίος στα νιάτα του υπήρξε θρύλος του μποξ ο ίδιος, και ο οποίος δεν συμπαθεί τον "βρώμικο" αδελφό του. Τι μπορεί να πάει στραβά στα σχέδιά του; Πιθανόν τα πάντα.
Ο Ντε Νίρο ερμηνεύει απολαυστικά τον αεικίνητο χαρακτήρα, που δεν λέει να ησυχάσει με τίποτα, που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που πιστεύει βαθιά στο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο ιχυρίζεται ότι οποιοσδήποτε τολμηρός και καπάτσος μπορεί να ανέβει έστω κι από το τίποτα. Αρκεί να αρπάξει την κατάλληλη ευκαιρία. Αυτό του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα στην πραγματικότητα; Ο ήρωάς μας θα νοιώσει στο πετσί του ότι μάλλον δεν είναι... Κι ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο, παντού, ακόμα και σε περιορισμένους χώρους, βασιλεύουν κάποιου είδους "μονοπώλια". Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω - επειδή δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις συγκρίσεις που αβίαστα μας έρχονται στο μυαλό - το φιλμ χάνει αισθητά μπροστά στο πρωτότυπο, το οποίο, εκτός των άλλων, διακρινόταν για την εκπληκτική νυχτερινή του ατμόσφαιρα. Εδώ γίνεται προσπάθεια να αναπαραχθεί ένα βρώμικο, κοινότοπο καθημερινό αστικό περιβάλλον, αλλά... Έτσι λοιπόν νομίζω ότι οι προθέσεις είναι καλές, η ταινία αποτελεί φόρο τιμής στον Ντασέν (αναγράφεται εμφανώς και στους τίτλους του τέλους), όμως "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας". Μην το αποφύγετε ντε και καλά, δεν νομίζω όμως ότι θα εκστασιαστείτε κιόλας.
Τρίτη, Απριλίου 25, 2017
"Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥΣ" ΣΤΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΟ
H Lone Scherfig είναι δανέζα, δουλεύει όμως στη Βρετανία (θυμηθείτε το (Αn Education"). Η ταινία της μάλιστα "Η Καλύτερη Στιγμή τους" (Their Finest) του 2016 θα λέγαμε ότι είναι μια καθαρά βρετανική ταινία, με όλα τα χαρακτηριστικά της μεγαλης σχολής της χώρας αυτής.
Βρισκόμαστε στο 1940 και το Λονδίνο βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους ναζί. Οι άγγλοι γυρίζουν προπαγανδιστικά φιλμ, που εξυμνούν "τον βρετανικό ηρωισμό" για να ανυψωσουν το ηθικό του σκληρά δοκιμαζόμενου λαού. Μια κοπέλα, πρώην γραμματέας, προσλαμβάνεται σαν σεναριογράφος για ένα φιλμ που σχεδιάζεται, ενώνεται με την υπόλοιπη ομάδα των σεναριογράφων και, από την αρχή, κάνει τη διαφορά. Ωστόσο ψαχνοντας για μα "αληθινή ιστορία" που να αφορά την εκκένωση της Δουνκέρκης από τους βρετανούς στρατιώτες που είχαν παγιδευτεί εκεί μετά την υποχώρησή τους, ανακαλύπτει ότι η αλήθεια δεν είναι καθόλου ηρωική, όπως θα φανταζόταν κανείς. Κανένα πρόβλημα όμως. Γι' αυτό υπάρχουν (για να την αλλάξουν) οι σεναριογράφοι, οι παραγωγοί, οι "επιβλέποντες" του υπουργείου κλπ. κλπ. Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
Ισορροπώντας έξυπνα και κομψά ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα, η ταινία βλέπεται νομίζω πολύ ευχάριστα και, συγχρόνως, θίγει μια σειρά από θέματα: Την δύναμη του ίδιου του σινεμά πρωτίστως (ιδιαίτερα την εποχή εκείνη, που τα φιλμ ασκούσαν τεράστια επιροή σε εξ ίσου τεράστιες μάζες του πληθυσμού). Βλέπετε, παρακολουθούμε και την "ταινία μέσα στην ταινία", ένα μάλλον αφελές σεναριακά ηρωικό φιλμ, άψογα δουλεμένο όμως για να πετύχει τον στόχο του (και τον προπαγανδιστικό, αλλά και αυτόν των εισιτηρίων, στην Αμερική ιδιάιτερα). Από την άλλη βγαίνει ανάγλυφα και το "αδίστακτο" των ανθρώπων που εμπλέκονται με διάφορους τρόπους στην κινηματογραφική βιομηχανία, οι οποίοι βεβαίως δεν διστάζουν καθολου (κάθε άλλο) να "αλλάξουν τα φώτα" κυριολεκτικά στην αλήθεια (όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό το "based on a true story" που τόσο συχνά βλέπουμε, σηκώνει πολλή, μα πολλή συζήτηση). Και, σε δραματικό επίπεδο, παρακολουθούμε το πώς η ατομική ζωή γίνεται έρμαιο της ιστορίας και των πολιτικοκοινωνικών καταστάσεων της κάθε εποχής. Και υπάρχει επίσης έντονη φεμινιστική πινελιά, αφού θίγεται και το θέμα της ισότητας, αλλά και της γυναικείας δύναμης.
Όλα δίνονται με ένα ιδιαίτερα νοσταλγικό κλίμα, η αλληλεπίδραση της ταινίας που γυρίζεται και των πραγματικών γεγονότων λειτουργεί άψογα και, στο τέλος, μπορεί να σας ξεφύγει και κανένα δάκρυ, αν και το φιλμ διαποτίζεται από πανταχού παρόν χιούμορ, το χαρακτηριστικό φλεγματικό των βρετανών μάλιστα. Σας το προτείνω ως κάτι που συγχρόνως είναι ευχάριστο, αλλά και θίγει αρκετά ενδιαφεροντα θέματα (είπαμε, κυρίως αυτό της αλληλεπίδρασης τέχνης και ζωής). Και μη φοβηθείτε καθόλου τον συνήθη χαρακτηρισμό της "κομεντί", διότι εδώ το είδος ξεπερνιέται σε πολλά επίπεδα.
Βρισκόμαστε στο 1940 και το Λονδίνο βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους ναζί. Οι άγγλοι γυρίζουν προπαγανδιστικά φιλμ, που εξυμνούν "τον βρετανικό ηρωισμό" για να ανυψωσουν το ηθικό του σκληρά δοκιμαζόμενου λαού. Μια κοπέλα, πρώην γραμματέας, προσλαμβάνεται σαν σεναριογράφος για ένα φιλμ που σχεδιάζεται, ενώνεται με την υπόλοιπη ομάδα των σεναριογράφων και, από την αρχή, κάνει τη διαφορά. Ωστόσο ψαχνοντας για μα "αληθινή ιστορία" που να αφορά την εκκένωση της Δουνκέρκης από τους βρετανούς στρατιώτες που είχαν παγιδευτεί εκεί μετά την υποχώρησή τους, ανακαλύπτει ότι η αλήθεια δεν είναι καθόλου ηρωική, όπως θα φανταζόταν κανείς. Κανένα πρόβλημα όμως. Γι' αυτό υπάρχουν (για να την αλλάξουν) οι σεναριογράφοι, οι παραγωγοί, οι "επιβλέποντες" του υπουργείου κλπ. κλπ. Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
Ισορροπώντας έξυπνα και κομψά ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα, η ταινία βλέπεται νομίζω πολύ ευχάριστα και, συγχρόνως, θίγει μια σειρά από θέματα: Την δύναμη του ίδιου του σινεμά πρωτίστως (ιδιαίτερα την εποχή εκείνη, που τα φιλμ ασκούσαν τεράστια επιροή σε εξ ίσου τεράστιες μάζες του πληθυσμού). Βλέπετε, παρακολουθούμε και την "ταινία μέσα στην ταινία", ένα μάλλον αφελές σεναριακά ηρωικό φιλμ, άψογα δουλεμένο όμως για να πετύχει τον στόχο του (και τον προπαγανδιστικό, αλλά και αυτόν των εισιτηρίων, στην Αμερική ιδιάιτερα). Από την άλλη βγαίνει ανάγλυφα και το "αδίστακτο" των ανθρώπων που εμπλέκονται με διάφορους τρόπους στην κινηματογραφική βιομηχανία, οι οποίοι βεβαίως δεν διστάζουν καθολου (κάθε άλλο) να "αλλάξουν τα φώτα" κυριολεκτικά στην αλήθεια (όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό το "based on a true story" που τόσο συχνά βλέπουμε, σηκώνει πολλή, μα πολλή συζήτηση). Και, σε δραματικό επίπεδο, παρακολουθούμε το πώς η ατομική ζωή γίνεται έρμαιο της ιστορίας και των πολιτικοκοινωνικών καταστάσεων της κάθε εποχής. Και υπάρχει επίσης έντονη φεμινιστική πινελιά, αφού θίγεται και το θέμα της ισότητας, αλλά και της γυναικείας δύναμης.
Όλα δίνονται με ένα ιδιαίτερα νοσταλγικό κλίμα, η αλληλεπίδραση της ταινίας που γυρίζεται και των πραγματικών γεγονότων λειτουργεί άψογα και, στο τέλος, μπορεί να σας ξεφύγει και κανένα δάκρυ, αν και το φιλμ διαποτίζεται από πανταχού παρόν χιούμορ, το χαρακτηριστικό φλεγματικό των βρετανών μάλιστα. Σας το προτείνω ως κάτι που συγχρόνως είναι ευχάριστο, αλλά και θίγει αρκετά ενδιαφεροντα θέματα (είπαμε, κυρίως αυτό της αλληλεπίδρασης τέχνης και ζωής). Και μη φοβηθείτε καθόλου τον συνήθη χαρακτηρισμό της "κομεντί", διότι εδώ το είδος ξεπερνιέται σε πολλά επίπεδα.
Σάββατο, Απριλίου 22, 2017
"ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ" ΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΠΟΥ;
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας αργεντίνος νομπελίστας που ζει στη Βαρκελώνη (η Αργεντινή δεν διαθέτει τέτοιον, αλλά φυσικά βρισκόμαστε στον χώρο της μυθοπλασίας). Κάποια στιγμή δέχεται την πρόταση να τιμηθεί στην κωμόπολη που γεννήθηκε, το άγνωστο στους πάντες Σάλας, στο οποίο έχει να πατήσει μερικές δεκαετίες. Φτάνει λοιπόν εκεί, και από την πρώτη στιγμή, από το αεροδρόμιο ήδη, τίποτα δεν είναι όπως το φανταζόταν. Εκεί θα συναντήσει βεβαίως παλιούς, παιδικούς φίλους, τον πρώτο του έρωτα (παντρεμένη με παιδί πλέον), αλλά και νέους θαυμαστές. Ωστόσο τα πάντα θα πάρουν σύντομα μια σχεδόν σουρεαλιστική τροπή και θα αρχίσουν να στρέφονται όχι απλώς προς "άβολη" για τον πρωταγωνιστή κατεύθυνση, αλλά μάλλον προς αγχωτική, έως και επικίνδυνη και γκροτέσκα...
Πρόκειται για το αργεντίνικο φιλμ "Ο Επιφανής Πολίτης" ( El Ciudadano Ilustre) του 2016 των Gaston Duprat και Mariano Cohn. Και πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα έξυπνο και καλό φιλμ, απ' αυτά που αρκετά συχνά προσφέρει τελευταία ο κινηματογράφος της χώρας αυτής. Ουσιαστικά πρόκειται για το γνωστό ρητό "ουδείς προφήτης στον τόπο του", τραβηγμένο, κατά κάποιον τρόπο, στα άκρα. Το οποίο, ταυτόχρονα, θίγει και μια σειρά από θέματα: Από το ασφυκτικό, κοντόφθαλμο και μίζερο επαρχιακό σύμπαν (νομίζω ότι συμβαίνει σε κάθε επαρχία του πλανήτη) μέχρι την αδυναμία του διανοούμενου ή καλλιτέχνη να κατανοήσει την πεζή καθημερινότητα ή τις καθημερινές ανάγκες (και αντίστροφα: την ουσιαστική αδυναμία του απλού, καθημερινού ανθρώπου να κατανοήσει τα "μεγάλα έργα"). Από το γεγονός ότι οι αναμνήσεις μας - εξωραϊσμένες ίσως - συχνά δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα έως το ότι η εξέλιξη κάποιων πραγμάτων ή κάποιων ανθρώπων δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτή που θα περιμέναμε. Σε σχέση με τις πρώτες παρατηρήσεις θα μπορούσαμε βάβαια να αναρωτηθούμε: "Μήπως η "υψηλή τέχνη" τελικά είναι για λίγους μόνο; Και μήπως η προσπάθεια να "εκπολιτίσεις" τους "αμαθείς" (όλα σε εισαγωγικά), είναι τελικά καταδικασμένη να πέσει στο κενό;
Πέραν αυτών των θεωρητικών η ταινία συνδυάζει με πολύ καλό τρόπο (νομίζω) τη συγκίνηση με το χιούμορ, το απρόοπτο με το μπανάλ, για να καταλήξει ακόμα και σε κάτι σαν ψυχολογικό θρίλερ. Κι όλα αυτά δίχως να με κουράσει καθόλου. Αντίθετα, παρά την έλλειψη εντυπωσιακών σκηνοθετικών στοιχείων, έρεε αβίαστα και με ρυθμό. Όσο για τους συχνά γραφικούς τύπους της μικρής πόλης, είναι απλώς απολαυστικοί. Και βέβαια το σατιρικό στοιχείο δεν έλειπε ούτε στιγμή. Τέλος ο Όσκαρ Μαρτίνεζ, που ερμηνεύει τον βασικό ρόλο, είναι πολύ καλός. Τελικά ευχαριστήθηκα την ταινία περισσότερο απ' όσο περίμενα.
Πρόκειται για το αργεντίνικο φιλμ "Ο Επιφανής Πολίτης" ( El Ciudadano Ilustre) του 2016 των Gaston Duprat και Mariano Cohn. Και πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα έξυπνο και καλό φιλμ, απ' αυτά που αρκετά συχνά προσφέρει τελευταία ο κινηματογράφος της χώρας αυτής. Ουσιαστικά πρόκειται για το γνωστό ρητό "ουδείς προφήτης στον τόπο του", τραβηγμένο, κατά κάποιον τρόπο, στα άκρα. Το οποίο, ταυτόχρονα, θίγει και μια σειρά από θέματα: Από το ασφυκτικό, κοντόφθαλμο και μίζερο επαρχιακό σύμπαν (νομίζω ότι συμβαίνει σε κάθε επαρχία του πλανήτη) μέχρι την αδυναμία του διανοούμενου ή καλλιτέχνη να κατανοήσει την πεζή καθημερινότητα ή τις καθημερινές ανάγκες (και αντίστροφα: την ουσιαστική αδυναμία του απλού, καθημερινού ανθρώπου να κατανοήσει τα "μεγάλα έργα"). Από το γεγονός ότι οι αναμνήσεις μας - εξωραϊσμένες ίσως - συχνά δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα έως το ότι η εξέλιξη κάποιων πραγμάτων ή κάποιων ανθρώπων δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτή που θα περιμέναμε. Σε σχέση με τις πρώτες παρατηρήσεις θα μπορούσαμε βάβαια να αναρωτηθούμε: "Μήπως η "υψηλή τέχνη" τελικά είναι για λίγους μόνο; Και μήπως η προσπάθεια να "εκπολιτίσεις" τους "αμαθείς" (όλα σε εισαγωγικά), είναι τελικά καταδικασμένη να πέσει στο κενό;
Πέραν αυτών των θεωρητικών η ταινία συνδυάζει με πολύ καλό τρόπο (νομίζω) τη συγκίνηση με το χιούμορ, το απρόοπτο με το μπανάλ, για να καταλήξει ακόμα και σε κάτι σαν ψυχολογικό θρίλερ. Κι όλα αυτά δίχως να με κουράσει καθόλου. Αντίθετα, παρά την έλλειψη εντυπωσιακών σκηνοθετικών στοιχείων, έρεε αβίαστα και με ρυθμό. Όσο για τους συχνά γραφικούς τύπους της μικρής πόλης, είναι απλώς απολαυστικοί. Και βέβαια το σατιρικό στοιχείο δεν έλειπε ούτε στιγμή. Τέλος ο Όσκαρ Μαρτίνεζ, που ερμηνεύει τον βασικό ρόλο, είναι πολύ καλός. Τελικά ευχαριστήθηκα την ταινία περισσότερο απ' όσο περίμενα.
Πέμπτη, Απριλίου 13, 2017
ΔΙΑΠΛΟΚΕΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΤΗ "SUBURRA"
O Sergio Sollima ήταν γνωστός ιταλός σκηνοθετης, κυρίως γουέστερν σπαγγέτι. Ο Stefano Sollima είναι γιος του και, όπως φαίνεται, εξαιρετικά ικανός. Το αποδεικνύει με το "Suburra" (στον ελληνικό τίτλο έχει προστεθεί και το "Υπόγεια Πόλη"), ένα φιλμ του 2015 που αφορά τη Μαφία.
Η Suburra, όπως διαβάζω, υπήρξε κακόφημη συνοικία της αρχαίας Ρώμης. Η ταινία, που διαδραματίζεται το 2011 και αντλεί την έμπνευσή της από αληθινά γεγονότα, ασχολείται με την προσπάθεια της Μαφίας (κάποιων "οικογενειών" της τέλος πάντων) να μετατρέψουν σε ένα αχανές Λας Βέγκας την παραλιακή Όστια, προάστιο της πρωτεύουσας. Στο χορό των εκατομμυρίων που θα προκύψουν έχουν μπει οι πάντες: Από τη Μαφία φυσικά έως πουλημένους πολιτικούς και, βέβαια, το Βατικανό (λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;).Το σχέδιο αρχίζει να χαλάει όμως όταν ένας βουλευτής (οικογενειάρχης κατά τα άλλα) εμπλέκεται επικίνδυνα σε ένα σκάνδαλο με δύο πόρνες και πολλή κοκαϊνη. Η προσπάθεια συγκάλυψης θα δημιουργήσει μια αληθινή αλυσίδα γεγονότων, στα οποία εμπλέκονται οι πάντες, και το πράγμα θα καταλήξει σε πόλεμο "οικογενειών".
Η ταινία αρχικά σε αφήνει άφωνο με το τερατώδες μέγεθος της διαπλοκής που αποκαλύπτει. Η Μαφία ελέγχει άμεσα και συνεργάζεται με βουλευτές κάθε κόμματος (κάποιος αρχιμαφιόζος λέει κάπου: "Δεν πειράζει αν πέσει η κυβέρνηση, θα αγοράσουμε κάποιους από τους άλλους"), περνώντας έτσι νομοσχέδια που της συμφέρουν, αλλά και με υψηλά ιστάμενους καρδινάλιους του Βατικανού. Όλοι έχουν την τιμή τους, όλοι αγοράζονται (υπάρχουν και εκβιασμοί βεβαίως, αλλά οι περισσότεροι ζητάνε συγκεκριμένα ανταλλάγματα). Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το φιλμ είναι ένα από τα λίγα που έχω δει, τα οποία δεν έχουν κανέναν (ούτε έναν, κυριολεκτικά) θετικό χαρακτήρα. Οι πάντες, με διαφορετικό τρόπο και λόγο ο καθένας, είναι πραγματικά βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στα σκατά. Λογικό, αφού ολόκληρη η κοινωνία παρουσιάζεται ως ένα τεράστιος βόθρος. Αν τα πράγματα λειτουργούν έτσι και η διαφθορά είναι τόσο βαθιά, φοβάμαι ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα...
Το σενάριο είναι σφιχτοδεμένο και με κράτησε απόλυτα, ενώ ο Sollima αποδεικνύεται στυλίστας, με όμορφες εικόνες και εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Προσέξτε ότι οι χαρακτήρες και το όλο στιλ των γκάνγκστερ είναι εντελώς διαφορετικοί, ο καθένας, σαν πραγματικός άνθρωπος, έχει τα γούστα, τις προτιμήσεις, την αισθητική, τον τρόπο ζωής του. Επίσης, επειδή ακριβώς είναι άνθρωποι, ολόκληρη σχεδόν η πλοκή πυροδοτείται από προσωπικές ενέργειες και συναισθήματα που οι ίδιοι δεν μπορούν να ελέγξουν. Κενένας δεν είνα απλό "ρομπότ", που υπακούει τυφλά σε άνωθεν εντολές. Η προσωπικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα.
Εκεί που τα πολύ καλά "Gomora" εστίαζαν βαθύτερα στην εσωτερική λειτουργία της Μαφίας και δι'εθεταν πολύ πιο ντοκιμαντερίστικο στιλ, αυτή εδώ η ταινία είναι πιο στυλιζαρισμένη, με πιο πολύπλοκο σενάριο.Βρήκα αμφότερες πολύ ενδιαφέρουσες!
Η Suburra, όπως διαβάζω, υπήρξε κακόφημη συνοικία της αρχαίας Ρώμης. Η ταινία, που διαδραματίζεται το 2011 και αντλεί την έμπνευσή της από αληθινά γεγονότα, ασχολείται με την προσπάθεια της Μαφίας (κάποιων "οικογενειών" της τέλος πάντων) να μετατρέψουν σε ένα αχανές Λας Βέγκας την παραλιακή Όστια, προάστιο της πρωτεύουσας. Στο χορό των εκατομμυρίων που θα προκύψουν έχουν μπει οι πάντες: Από τη Μαφία φυσικά έως πουλημένους πολιτικούς και, βέβαια, το Βατικανό (λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;).Το σχέδιο αρχίζει να χαλάει όμως όταν ένας βουλευτής (οικογενειάρχης κατά τα άλλα) εμπλέκεται επικίνδυνα σε ένα σκάνδαλο με δύο πόρνες και πολλή κοκαϊνη. Η προσπάθεια συγκάλυψης θα δημιουργήσει μια αληθινή αλυσίδα γεγονότων, στα οποία εμπλέκονται οι πάντες, και το πράγμα θα καταλήξει σε πόλεμο "οικογενειών".
Η ταινία αρχικά σε αφήνει άφωνο με το τερατώδες μέγεθος της διαπλοκής που αποκαλύπτει. Η Μαφία ελέγχει άμεσα και συνεργάζεται με βουλευτές κάθε κόμματος (κάποιος αρχιμαφιόζος λέει κάπου: "Δεν πειράζει αν πέσει η κυβέρνηση, θα αγοράσουμε κάποιους από τους άλλους"), περνώντας έτσι νομοσχέδια που της συμφέρουν, αλλά και με υψηλά ιστάμενους καρδινάλιους του Βατικανού. Όλοι έχουν την τιμή τους, όλοι αγοράζονται (υπάρχουν και εκβιασμοί βεβαίως, αλλά οι περισσότεροι ζητάνε συγκεκριμένα ανταλλάγματα). Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το φιλμ είναι ένα από τα λίγα που έχω δει, τα οποία δεν έχουν κανέναν (ούτε έναν, κυριολεκτικά) θετικό χαρακτήρα. Οι πάντες, με διαφορετικό τρόπο και λόγο ο καθένας, είναι πραγματικά βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στα σκατά. Λογικό, αφού ολόκληρη η κοινωνία παρουσιάζεται ως ένα τεράστιος βόθρος. Αν τα πράγματα λειτουργούν έτσι και η διαφθορά είναι τόσο βαθιά, φοβάμαι ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα...
Το σενάριο είναι σφιχτοδεμένο και με κράτησε απόλυτα, ενώ ο Sollima αποδεικνύεται στυλίστας, με όμορφες εικόνες και εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Προσέξτε ότι οι χαρακτήρες και το όλο στιλ των γκάνγκστερ είναι εντελώς διαφορετικοί, ο καθένας, σαν πραγματικός άνθρωπος, έχει τα γούστα, τις προτιμήσεις, την αισθητική, τον τρόπο ζωής του. Επίσης, επειδή ακριβώς είναι άνθρωποι, ολόκληρη σχεδόν η πλοκή πυροδοτείται από προσωπικές ενέργειες και συναισθήματα που οι ίδιοι δεν μπορούν να ελέγξουν. Κενένας δεν είνα απλό "ρομπότ", που υπακούει τυφλά σε άνωθεν εντολές. Η προσωπικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα.
Εκεί που τα πολύ καλά "Gomora" εστίαζαν βαθύτερα στην εσωτερική λειτουργία της Μαφίας και δι'εθεταν πολύ πιο ντοκιμαντερίστικο στιλ, αυτή εδώ η ταινία είναι πιο στυλιζαρισμένη, με πιο πολύπλοκο σενάριο.Βρήκα αμφότερες πολύ ενδιαφέρουσες!
Τετάρτη, Απριλίου 12, 2017
"A FACE IN THE CROWD": Η ΔΗΜΑΓΩΓΙΑ ΚΑΙ Η ΟΛΕΘΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗς ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
Το είπαμε πολλές φορές, ας το πούμε και τώρα για να τελειώνουμε μ' αυτό: Ο Elia Kazan (1909-2003) υπήρξε πολιτικά απαράδεκτος και καταδικαστέος, αλλά συγχρόνως υπήρξε και μεγάλος σκηνοθέτης. Ας το χωνέψουμε: Συμβαίνουν αυτά. Το "A Face in the Crowd" του 1957 αποτελεί ένα μεγάλο παράδειγμα.
Μια επαρχιακή δημοσιογράφος, κάνοντας ένα ρεπορτάζ στη μικρή τοπική φυλακή, ανακαλύπτει έναν πραγματικά χαρισματικό προσωρινό τρόφιμο (είναι μεσα για μεθύσι και αλητεία). Τον βγάζει στην εκπομπή της, γνωρίζει τεράστια επιτυχία και ο τύπος (ένας ακαλλιέργητος, χυδαίος και απατεώνας εγωιστής στην ουσία) ανεβαίνει ταχύτατα όλα τα σκαλιά της διασημότητας για να γίνει ο απόλυτος αμερικάνος σούπερσταρ, με τεράστια επιρροή ακόμη και στην πολιτική. Το θέμα είναι ότι και ο ίδιος μεθά από τη δύναμη και την επιτυχία και... Ως πού μπορεί να φτάσει αυτό;
Βρίσκω την ταινία (για να το πω από την αρχή) εκπληκτική. Η τόσο πρώιμη ανάλυση σε πολλά θέματα (1957, θυμηθείτε) με εντυπωσίασε. Από τη μία έχουμε την ανεξέλεγκτη δύναμη της τηλεόρασης, η οποία μπορεί κυριολεκτικά να κατευθύνει όπου εκείνη θέλει κοπάδια ολόκληρα μη σκεπτόμενων "καταναλωτών-οποιασδήποτε-εικόνας-ή-είδησης". Ένα υπνωτισμένο πλήθος, που ακολουθεί άνωθεν κελεύσματα κάθε είδους και άγεται και φερεται από κάθε λογής επιτήδειους (ή απλούς διαφημιστές). Από τη άλλη πρόκειται για μια μελέτη του διαχρονικού δυστυχώς φαινομένου της δημαγωγίας. Μπορεί ένας απλός "καπάτσος" (εδώ σε υπερθετικό βαθμό) "μαλάκας" να χειραγωγεί εκατομμύρια και να τα κάνει να αποφασίζουν ό,τι αυτός επιθυμεί (ή τον συμφέρει;). Ναι, απαντά με σιγουριά το φιλμ. Και δυστυχώς τα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν μέχρι σήμερα είναι πολλά. Από την άλλη πρόκειται για μια μελέτη του ίδιου του χαρακτήρα του ήρωα. Μια μελέτη της φθοράς του, της μέθης του, όχι τόσο από το χρήμα όσο από τη δύναμη και τη δόξα (όχι ότι ό συγκεκριμένος υπήρξε ποτέ θετικός τύπος, τουλάχιστον όμως διέθετε στην αρχή μια προσωπική αίσθηση αναρχικής ελευθερίας). Έτσι το φιλμ μετατρέπεται και σε μελέτη του φαινομένου του σταρ σύστεμ γενικότερα και της τάσης του να χρησιμοποιεί ανθρώπους και να τους πετάει αφού τους ξεζουμίσει, αλλά και της σκληρής, αληθινής όψης του "αμερικάνικου ονείρου", αφού πρόκειται και για τυπική ιστορία ανόδου και πτώσης.
Πολυεπίπεδη ταινία, σκληρή (συναισθηματικά) και πικρή, προοιωνίζει μεταγενέστερα φιλμ όπως για παράδειγμα το θαυμάσιο "Να Είσαι εκεί, κύριε Τσανς" του Άσμπι. Και, ενώ οι βασικοί ηθοποιοί ειναι μάλλον άγνωστοι (ήταν η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Άντι Γκρίφιθ, ο οποίος, στη συνέχεια, ταιριαστος στο ρόλο που υποδυόταν στο φιλμ, έκανε μεγάλη τηλεοπτική καριέρα), θα ανακαλύψουμε σε δεύτερους ρόλους σταρς όπως ο Γουόλτερ Ματάου και η Λι Ρέμικ.
Καταλάβατε από όσα έγραψα ότι συνιστώ ανεπιφύλακτα την ταινία.
Κυριακή, Απριλίου 09, 2017
"GHOST IN THE SHELL", ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΣΕ ΑΝΙΜΕ
Το "Ghost" αναφέρεται στην "ψυχή", που βρίσκεται μέσα (ή φυλακισμένη μέσα) στο κέλυφος (shell), το σώμα ή, στην περίπτωσή μας, το τεχνητό σώμα. To "Ghost"in the Shell" υπήρξε αρχικά manga (γιαπωνέζικο κόμικς) το 1989, anime (γιαπωνέζικο κινούμενο σχέδιο) το 1995 - αμφότερα από τα πλέον πετυχημένα και διασημα του είδους τους - και, εν έτει 2017, γίνεται και χολιγουντιανή υπερπαραγωγή σε σκηνοθεσία του Rupert Sanders (δεύτερη ταινία του) και με μια απόλυτα ταιριαστή νομίζω Σκάρλετ Γιόχανσον στο βασικό ρόλο.
Στο μέλλον οι άνθρωποι αποκτούν εύκολα τεχνητά μέλη. Η Major είναι ωστόσο η πρώτη στο είδος της: Ένα τέλειο cyborg (ανθρώπινος εγκέφαλος σε εξ ολοκλήρου τεχνητό σώμα απίστευτων δυνατοτήτων). Ο εγκέφαλος σώθηκε από θύμα τρομοκρατικής επίθεσης και η κοπέλα έχει μεταβληθεί σε μια τέλεια πολεμική μηχανή, η οποία, στην υπηρεσία του νόμου, κυνηγά το έγκλημα. Ωστόσο εκείνη υποφέρει από οράματα (ή μήπως θραύσματα αναμνήσεων από την προηγούμενη "κανονική" ζωή της;) Και όταν αρχίσει να κυνηγά έναν εγκληματία, ο οποίος σκοτώνει στελέχη της εταιρίας που την κατασκεύασε, πολλά από όσα νομίζει ως αλήθειες θα ανατραπούν...
Για μια ακόμα φορά το "Blane Runner" βάζει εμφανώς τη σφραγίδα του σε μια φιλόδοξη παραγωγή επιστημονικής φαντασίας (τελικά το φιλμ αυτό μου φαίνεται ότι δεν θα πάψει ποτέ να επηρεάζει το είδος). Αλλά και το "Matrix" βρίσκεται εδώ.Όσο για τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα είναι πλέον αρκετά συνηθισμένα στο χώρο: Η ανθρώπινη ψυχή που επιβιώνει σε ένα απόλυτα τεχνητό - μηχανικό κόσμο, το ερώτημα αν ένα cyborg ή μια τεχνητή νοημοσύνη έχει προσωπικότητα, δικαιώματα, αν τελικά οφείλει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό ή το φυσικό και το τεχνητό, η φύση και η αλήθεια των αναμνήσεων κλπ. Και βέβαια το ότι τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Σίγουρα τα έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές.
Εδώ βέβαια η παραγωγή κρατά απόλυτα τον θεατή, η φουτουριστικές εικόνες, τα σκηνικά και τα εφέ είναι εντυπωσιακά, η δράση θεαματική. Ένα άψογο και αρκετά σοβαρό χολιγουντιανό blockbaster δηλαδή. Καλό, αλλά όλα αυτά, επαναλαμβάνω, τα έχουμε ξαναδεί. Αν ωστόσο είστε φίλοι του είδους μάλλον θα το (έστω και ξανα-)απολαύσετε.
Για να δούμε: Θα στραφεί άραγε για έμπνευση το παντελώς ανέμπνευστο πλέον από μόνο του Χόλιγουντ στον ανεξάντλητο ωκεανό των manga και των anime; (στον χώρο του τρόμου το έχει ήδη κάνει μερικές φορές).
Bonus στην ταινία ο cult Takeshi Kitano σε σημαντικό ρόλο.
Στο μέλλον οι άνθρωποι αποκτούν εύκολα τεχνητά μέλη. Η Major είναι ωστόσο η πρώτη στο είδος της: Ένα τέλειο cyborg (ανθρώπινος εγκέφαλος σε εξ ολοκλήρου τεχνητό σώμα απίστευτων δυνατοτήτων). Ο εγκέφαλος σώθηκε από θύμα τρομοκρατικής επίθεσης και η κοπέλα έχει μεταβληθεί σε μια τέλεια πολεμική μηχανή, η οποία, στην υπηρεσία του νόμου, κυνηγά το έγκλημα. Ωστόσο εκείνη υποφέρει από οράματα (ή μήπως θραύσματα αναμνήσεων από την προηγούμενη "κανονική" ζωή της;) Και όταν αρχίσει να κυνηγά έναν εγκληματία, ο οποίος σκοτώνει στελέχη της εταιρίας που την κατασκεύασε, πολλά από όσα νομίζει ως αλήθειες θα ανατραπούν...
Για μια ακόμα φορά το "Blane Runner" βάζει εμφανώς τη σφραγίδα του σε μια φιλόδοξη παραγωγή επιστημονικής φαντασίας (τελικά το φιλμ αυτό μου φαίνεται ότι δεν θα πάψει ποτέ να επηρεάζει το είδος). Αλλά και το "Matrix" βρίσκεται εδώ.Όσο για τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα είναι πλέον αρκετά συνηθισμένα στο χώρο: Η ανθρώπινη ψυχή που επιβιώνει σε ένα απόλυτα τεχνητό - μηχανικό κόσμο, το ερώτημα αν ένα cyborg ή μια τεχνητή νοημοσύνη έχει προσωπικότητα, δικαιώματα, αν τελικά οφείλει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό ή το φυσικό και το τεχνητό, η φύση και η αλήθεια των αναμνήσεων κλπ. Και βέβαια το ότι τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Σίγουρα τα έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές.
Εδώ βέβαια η παραγωγή κρατά απόλυτα τον θεατή, η φουτουριστικές εικόνες, τα σκηνικά και τα εφέ είναι εντυπωσιακά, η δράση θεαματική. Ένα άψογο και αρκετά σοβαρό χολιγουντιανό blockbaster δηλαδή. Καλό, αλλά όλα αυτά, επαναλαμβάνω, τα έχουμε ξαναδεί. Αν ωστόσο είστε φίλοι του είδους μάλλον θα το (έστω και ξανα-)απολαύσετε.
Για να δούμε: Θα στραφεί άραγε για έμπνευση το παντελώς ανέμπνευστο πλέον από μόνο του Χόλιγουντ στον ανεξάντλητο ωκεανό των manga και των anime; (στον χώρο του τρόμου το έχει ήδη κάνει μερικές φορές).
Bonus στην ταινία ο cult Takeshi Kitano σε σημαντικό ρόλο.
Παρασκευή, Απριλίου 07, 2017
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ "FORCE OF EVIL"
Ο Abraham Polonsky (1910 -1999) υπήρξε κυρίως σεναριογράφος, αλλά γύρισε και λίγες ταινίες. Ήταν ένα από τα διασημότερα θύματα του φασιστοειδούς μακαρθισμού, ο οποίος ουσιαστικά κατέστρεψε την καριέρα του, καθώς το όνομά του περιλαμβανόταν στην διαβόητη "μαύρη λίστα" (κομουνιστής γαρ). Το 1948 γυρίζει το "Force of Evil" με τον Τζον Γκάρφιλντ στο βασικό ρόλο, ένα κλασικό νουάρ.
Όπως πολλάκις συμβαίνει στα φιλμ αυτά, η ταινία περιγράφει έναν σκοτεινό, απόλυτα ανήθικο κόσμο, γεμάτο διαπλεκόμενα συμφέροντα, όπου οι εγκληματικές οργανώσεις λειτουργούν ως κανονικές επιχειρήσεις, με λογιστές και υπαλλήλους. Ο ήρωας είναι ένας δικηγόρος δίχως ίχνος ηθικής, ο οποίος εργάζεται για ένα μεγάλο γραφείο παράνομων στοιχημάτων. Το όνειρό του είναι να ενώσει όλες τις μικρές τράπεζες και τα ημιπαράνομα γραφεία στοιχημάτων σε έναν μεγάλο, πανίσχυρο οργανισμό, μια μεγάλη εταιρία. Συγχρόνως όμως, με το μοναδικό ίχνος ανθρωπιάς που του έχει απομείνει, θέλει να προστατέψει τον τίμιο μεγάλο του αδελφό, ιδιοκτήτη ημιπαράνομης μικροτράπεζας που λειτουργεί και ως γραφείο στοιχημάτων, από την καταστροφή που θα επιφέρει η συντριβή των μικρών επιχειρήσεων για να δημιουργηθεί η μεγάλη. Θα ζητήσει άδεια από τον αρχιγκάνγκστερ για τον οποίο εργάζεται για να προστατέψει τον αδελφό του, τα πράγματα όμως θα περιπλακούν όταν εκείνος (ο αδελφός) αρνειται κατηγορηματικά κάθε βοήθεια από εγκληματίες και κάθε ανάμιξη στα σχέδιά τους...
Το πολύ ενδιαφέρον στο φιλμ είναι η κατάδειξη της λειτουργίας των παράνομων ή/και εγκληματικών οργανώσεων ως κανονικών επιχειρήσεων, οι οποίες, σε έναν απόλυτα σάπιο κόσμο, συνήθως δεν ενοχλούνται από την αστυνομία, η οποία κάνει μονίμως τα στραβά μάτια. Ο αριστερός Polonsky ουσιαστικά ταυτίζει το έγκλημα και τις δομές με τις οποίες λειτουργεί με τον ίδιο τον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει χώρος για ηθική, για επιλογή ανάμεσα στο "καλό" και το "κακό", ό,τι τέλος πάντων σημαίνουν αυτά για τον καθένα. Όπως αναφέρεται ρητά στην ταινία άλλωστε από ορισμένους χαρακτήρες, "η δουλειά είναι δουλειά", ανεξάρτητα του τι συνεπάγεται αυτό. Τα πάντα λειτουργούν δίχως τον παραμικρό ηθικό φραγμό για τα συμφέροντα και την απόκτηση χρήματος και μόνο. Κάπως έτσι δεν συμβαίνει άλλωστε με τις "κανονικές", νόμιμες σύγχρονες μεγάλες εταιρίες; Ο βασικός ήρωας μάλιστα όχι μόνο δεν έχει την παραμικρή αναστολή (είπαμε: "busines is busines", τίποτα άλλο), αλλά μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται καν τι είναι ηθική.
Σημαντικό φιλμ του είδους, από τα πλέον καταγγελτικά για ολόκληρο το σύστημα (και την μοίρα όσων θέλουν να παραμείνουν πιστοί στις αρχές τους) που γυρίστηκαν ποτέ στην Αμερική, ίσως κουράσει λιγάκι στο πρώτο μέρος, όταν αναλύονται διεξοδικά τα σχέδια "ενοποίησης" που λέγαμε, πλην όμως συνολικά νομίζω ότι πρόκειται για κλασικό.
Όπως πολλάκις συμβαίνει στα φιλμ αυτά, η ταινία περιγράφει έναν σκοτεινό, απόλυτα ανήθικο κόσμο, γεμάτο διαπλεκόμενα συμφέροντα, όπου οι εγκληματικές οργανώσεις λειτουργούν ως κανονικές επιχειρήσεις, με λογιστές και υπαλλήλους. Ο ήρωας είναι ένας δικηγόρος δίχως ίχνος ηθικής, ο οποίος εργάζεται για ένα μεγάλο γραφείο παράνομων στοιχημάτων. Το όνειρό του είναι να ενώσει όλες τις μικρές τράπεζες και τα ημιπαράνομα γραφεία στοιχημάτων σε έναν μεγάλο, πανίσχυρο οργανισμό, μια μεγάλη εταιρία. Συγχρόνως όμως, με το μοναδικό ίχνος ανθρωπιάς που του έχει απομείνει, θέλει να προστατέψει τον τίμιο μεγάλο του αδελφό, ιδιοκτήτη ημιπαράνομης μικροτράπεζας που λειτουργεί και ως γραφείο στοιχημάτων, από την καταστροφή που θα επιφέρει η συντριβή των μικρών επιχειρήσεων για να δημιουργηθεί η μεγάλη. Θα ζητήσει άδεια από τον αρχιγκάνγκστερ για τον οποίο εργάζεται για να προστατέψει τον αδελφό του, τα πράγματα όμως θα περιπλακούν όταν εκείνος (ο αδελφός) αρνειται κατηγορηματικά κάθε βοήθεια από εγκληματίες και κάθε ανάμιξη στα σχέδιά τους...
Το πολύ ενδιαφέρον στο φιλμ είναι η κατάδειξη της λειτουργίας των παράνομων ή/και εγκληματικών οργανώσεων ως κανονικών επιχειρήσεων, οι οποίες, σε έναν απόλυτα σάπιο κόσμο, συνήθως δεν ενοχλούνται από την αστυνομία, η οποία κάνει μονίμως τα στραβά μάτια. Ο αριστερός Polonsky ουσιαστικά ταυτίζει το έγκλημα και τις δομές με τις οποίες λειτουργεί με τον ίδιο τον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει χώρος για ηθική, για επιλογή ανάμεσα στο "καλό" και το "κακό", ό,τι τέλος πάντων σημαίνουν αυτά για τον καθένα. Όπως αναφέρεται ρητά στην ταινία άλλωστε από ορισμένους χαρακτήρες, "η δουλειά είναι δουλειά", ανεξάρτητα του τι συνεπάγεται αυτό. Τα πάντα λειτουργούν δίχως τον παραμικρό ηθικό φραγμό για τα συμφέροντα και την απόκτηση χρήματος και μόνο. Κάπως έτσι δεν συμβαίνει άλλωστε με τις "κανονικές", νόμιμες σύγχρονες μεγάλες εταιρίες; Ο βασικός ήρωας μάλιστα όχι μόνο δεν έχει την παραμικρή αναστολή (είπαμε: "busines is busines", τίποτα άλλο), αλλά μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται καν τι είναι ηθική.
Σημαντικό φιλμ του είδους, από τα πλέον καταγγελτικά για ολόκληρο το σύστημα (και την μοίρα όσων θέλουν να παραμείνουν πιστοί στις αρχές τους) που γυρίστηκαν ποτέ στην Αμερική, ίσως κουράσει λιγάκι στο πρώτο μέρος, όταν αναλύονται διεξοδικά τα σχέδια "ενοποίησης" που λέγαμε, πλην όμως συνολικά νομίζω ότι πρόκειται για κλασικό.
Τρίτη, Απριλίου 04, 2017
ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ "REPO MEN"
Η ταινία "Repo Men" είναι η πρώτη του βρετανού Miguel Sapochnik (καθόλου βρετανικών ριζών υποθέτω), ο οποίος στη συνέχεια ασχολήθηκε αποκλειστικά με την τηλεόραση. Γυρίστηκε το 2010 και είναι ένα ενδιαφέρον δυστοπικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας.
Στο μέλλον η εμφύτευση τέλειων τεχνητών οργάνων, τα οποία λειτουργούν άψογα, είναι κάτι απλό και εξαιρετικά συνηθισμένο. Μόνο που μια καρδιά ή συκώτι ή ό, τι άλλο είναι πανάκριβα και οι περισσότεροι άνθρωποι τα αγοράζουν πληρώνοντας σχεδόν εφ' όρου ζωής τοκογλυφικές δόσεις στην πανίσχυρη Εταιρία που τα κατασκευάζει. Τι γίνεται όμως όταν δεν έχεις να πληρώσεις τη δόση σου; Η Εταιρία κάνει ό, τι ακριβώς οι τράπεζες σήμερα με τα σπίτια: Εξειδικευμένοι άντρες της (Repo Men) εντοπίζουν τον "κακοπληρωτή" και... αφαιρούν το πανάκριβο όργανο, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί σε άλλον άτυχο. Αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν του πάρουν την καρδιά, το συκώτι ή το πάγκρεας (συνήθως με καθόλου κομψές μεθόδους). Οι ήρωες είναι δύο κολλητοί Repo Men της Εταιρίας, από τους καλύτερους, οι οποίοι ουδεμία τύψη νοιώθουν γι΄αυτό που κάνουν. "Η δουλειά είναι δουλειά" άλλωστε. Ο ένας μάλιστα είναι και καλός οικογενειάρχης. Ώσπου...
Η ταινία είναι πολύ βίαιη, με αρκετές σπλάτερ σκηνές και γι' αυτό προειδοποιώ από την αρχή όσους δεν αντέχουν τομές, εγχειρήσεις, βίαιες "αφαιρέσεις" κλπ. Πέραν αυτού πάντως λειτουργεί και σαν μια κατάμαυρη, σαρκαστικότατη σάτιρα, την οποία κυρίως αντιλαμβανόμαστε από την off φωνή σε πρώτο πρόσωπο του πρωταγωνιστή. Σάτιρα τίνος; Μα της σημερινής κατάστασης προφανώς. Η Εταιρία κάνει με τα όργανα - και τις ανθρώπινες ζωές κατά συνέπεια - ό, τι ακριβώς κάνουν οι τράπεζες σήμερα με τα σπίτια των ανθρώπων. "Η δουλειά είναι δουλειά", κι αν η οικογένεια μείνει άστεγη... τι να κάνουμε; Αφού δεν είχε να πληρώσει τη δόση; Αν επεκτέείετε την απάνθρωπη αυτή λογική, έχετε όσο συμβαίνουν στο φιλμ.
Το οποίο είναι πραγματικά γεμάτο από επιρροές ΕΦ: "Blade Runner" στα εξωτερικά σκηνικά, Κρόνενμπεργκ στη γενική "άρρωστη" ατμόσφαιρα, "Old Boy" στις βίαιες σκηνές, Φίλιπ Ντικ και cyberpunk στο σενάριο και πολλά άλλα, που θα ανακαλύψει ο προσεχτικός θεατής. Και μια τελική ανατροπή την οποία έχουμε ξαναδεί βέβαια, αλλά κατά τη γνώμη μου λειτουργεί μια χαρά και μας απομακρύνει από το προβλεπόμενο happy end.
Γενικά τη βρήκα αρκετά καλή ταινία - και με σάτιρα που σπάει κόκαλα, όπως είπα - και με το πλήθος των επιρροών της "καλοχωνεμένο". Καθώς μάλιστα πρωταγωνιστούν οι Τζουντ Λο και Φόρεστ Γουαϊτέκερ, και το περιπετειώδες μέρος της κρατά τον θεατή, μου κάνει εντύπωση το ότι δεν βγήκε ποτέ στις ελληνικές οθόνες (διορθώστε με αν κάνω λάθος). Πάντως προειδοποίησα: Για σχετικά γερά στομάχια λόγω του πλήθους των "άρρωστων" ("εντοσθιακών") σκηνών που περιέχει.
Κυριακή, Απριλίου 02, 2017
ΤΟ "EL CUERPO" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ
Έχουμε ξαναπεί ότι το ισπανικό σινεμά έχει κατορθωσει να επιβληθεί και να δημιουργήσει παράδοση στο χώρο των θρίλερ - όχι φυσικά πάντοτε πετυχημένων, λογικό είναι. Στο είδος αυτό ανήκει η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Oriol Paulo. Λέγεται "El Cuerpo" (The Body) και γυρίστηκε το 2012. Πρόκειται για αστυνομικό θρίλερ, που βασίζεται στις ανατροπές.
Ένας νυχτερινός φύλακας νεκροτομείου τρέχει πανικόβλητος στο δάσος, βγαίνει απότομα στο δρόμο, χτυπιέται από αυτοκίνητο και πέφτει σε κώμα. Τι έχει δει ώστε να πανικοβληθεί τόσο; Η αστυνομία, ερευνώντας στο νεκροτομείο, ανακαλύπτει έκπληκτη οτι λείπει το σώμα μιας γυναίκας που πέθανε τη μέρα εκείνη μάλλον από καρδιακή προσβολή. Πρόκειται για μια μεσήλικη, πλην όμως όμορφη, πλούσια και πανίσχυρη γυναίκα, η οποία είναι ιδιοκτήτης μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας. Ο σύζυγός της, νεότερός της, ανακρίνεται από τον επιθεωρητή και, όσο η νύχτα προχωρά, αποδεικνύεται όλο και πιο ύποπτος. Ωστόσο όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου...
Η ταινία δεν μπαίνει στο χώρο του μεταφυσικού (όλα έχουν "λογικές" εξηγήσεις), πλην όμως σε κάποιες (λίγες) σκηνές φλερτάρει με τα όρια της ταινίας τρόμου. Ωστόσο δεν βρίσκεται εκεί το focus της. Αυτό επικεντρώνεται στο αστυνομικό μυστήριο, στην αγωνιώδη προσπάθεια του επιθεωρητή (με τραυματικό παρελθόν και ο ίδιος) και του θεατή βεβαίως να κατανοήσει τι ακριβώς έχει συμβεί. Τα στοιχεία αποκαλύπτονται σιγά - σιγά, μέχρι την τελευταία σκηνή ωστόσο δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς πώς και γιατί δένουν όλα μεταξύ τους. Μέχρι την τελευταία (πρωινή) αποκάλυψη. Διότι το φιλμ διαδραματίζεται ολόκληρο μέσα σε μια νύχτα.
Ωραία όλα αυτά, σασπένς υπάρχει βεβαίως και νομίζω ότι η ταινία κρατά τον θεατή. Από την άλλη, ωστόσο, νομίζω ότι τα πάντα γίνονται για χάρη της "ανατροπής για την ανατροπή". Όταν τελικά τελειώνουν όλα και αποκαλύπτεται τι έχει συμβεί, η γενική αίσθηση που μου έμεινε είναι ενός σεναρίου - και επί μέρους σεναριακών καταστάσεων - κυριολεκτικά τραβηγμένου απ' τα μαλλιά. Με λίγα λόγια μιλάμε μεν για ένα θρίλερ που παραμένει στα όρια της πραγματικότητας, ωστόσο, πολύ απλά, όλα αυτά είναι εντελώς απίθανο να συμβούν. Όχι στην πραγματική ζωή τουλάχιστον.
Αν δεν ενδιαφέρεστε γι' αυτό το στοιχείο, για τον στοιχειώδη δηλαδή ρεαλισμό των καταστάσεων, και είστε απλώς φαν των πιο απίθανων ανατροπών, τοτε μάλλον θα απολαύσετε την ταινία. Προσωπικά έχω λίγο κουραστεί από τις συσσωρευμένες απιθανότητες...
Ένας νυχτερινός φύλακας νεκροτομείου τρέχει πανικόβλητος στο δάσος, βγαίνει απότομα στο δρόμο, χτυπιέται από αυτοκίνητο και πέφτει σε κώμα. Τι έχει δει ώστε να πανικοβληθεί τόσο; Η αστυνομία, ερευνώντας στο νεκροτομείο, ανακαλύπτει έκπληκτη οτι λείπει το σώμα μιας γυναίκας που πέθανε τη μέρα εκείνη μάλλον από καρδιακή προσβολή. Πρόκειται για μια μεσήλικη, πλην όμως όμορφη, πλούσια και πανίσχυρη γυναίκα, η οποία είναι ιδιοκτήτης μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας. Ο σύζυγός της, νεότερός της, ανακρίνεται από τον επιθεωρητή και, όσο η νύχτα προχωρά, αποδεικνύεται όλο και πιο ύποπτος. Ωστόσο όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου...
Η ταινία δεν μπαίνει στο χώρο του μεταφυσικού (όλα έχουν "λογικές" εξηγήσεις), πλην όμως σε κάποιες (λίγες) σκηνές φλερτάρει με τα όρια της ταινίας τρόμου. Ωστόσο δεν βρίσκεται εκεί το focus της. Αυτό επικεντρώνεται στο αστυνομικό μυστήριο, στην αγωνιώδη προσπάθεια του επιθεωρητή (με τραυματικό παρελθόν και ο ίδιος) και του θεατή βεβαίως να κατανοήσει τι ακριβώς έχει συμβεί. Τα στοιχεία αποκαλύπτονται σιγά - σιγά, μέχρι την τελευταία σκηνή ωστόσο δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς πώς και γιατί δένουν όλα μεταξύ τους. Μέχρι την τελευταία (πρωινή) αποκάλυψη. Διότι το φιλμ διαδραματίζεται ολόκληρο μέσα σε μια νύχτα.
Ωραία όλα αυτά, σασπένς υπάρχει βεβαίως και νομίζω ότι η ταινία κρατά τον θεατή. Από την άλλη, ωστόσο, νομίζω ότι τα πάντα γίνονται για χάρη της "ανατροπής για την ανατροπή". Όταν τελικά τελειώνουν όλα και αποκαλύπτεται τι έχει συμβεί, η γενική αίσθηση που μου έμεινε είναι ενός σεναρίου - και επί μέρους σεναριακών καταστάσεων - κυριολεκτικά τραβηγμένου απ' τα μαλλιά. Με λίγα λόγια μιλάμε μεν για ένα θρίλερ που παραμένει στα όρια της πραγματικότητας, ωστόσο, πολύ απλά, όλα αυτά είναι εντελώς απίθανο να συμβούν. Όχι στην πραγματική ζωή τουλάχιστον.
Αν δεν ενδιαφέρεστε γι' αυτό το στοιχείο, για τον στοιχειώδη δηλαδή ρεαλισμό των καταστάσεων, και είστε απλώς φαν των πιο απίθανων ανατροπών, τοτε μάλλον θα απολαύσετε την ταινία. Προσωπικά έχω λίγο κουραστεί από τις συσσωρευμένες απιθανότητες...
Παρασκευή, Μαρτίου 31, 2017
"ΠΑΡΑΔΟΞΗ" ΟΝΤΩΣ "ΕΥΤΥΧΙΑ"
Η "Παράδοξη Ευτυχία" (Gleiss Endes Gluck) είναι ένα γερμανικό ψυχολογικό δράμα, που γύρισε ο Sven Taddicken το 2016. Είναι σχετικά βαρύ, αν και όχι όσο θα μπορούσε να είναι στα χέρια άλλων δημιουργών (για καλό το λέω). Εξερευνά τα εσωτερικά μπλοκαρίσματα σύγχρονων ανθρώπων - και τα σεξουαλικά τους προβλήματα (αδιέξοδα πιθανόν).
Η ηρωίδα είναι μια 55άρα γυναίκα, που έχει χάσει την παλιά της θερμή πίστη στο θεό και ζει συμβατικά με τον ενίοτε βίαιο σύζυγό της. Όλο αυτό το κλίμα την οδηγεί βαθμιαία στη κατάθλιψη (και την αϋπνία). Ώσπου κάποια στιγμή θα διαβάσει το βιβλίο ενός διασημου επιστήμονα - ψυχολόγου, που ισχυρίζεται (περίπου) ότι μπορούμε με το μυαλό μας να φτιάξουμε τη δική μας ευτυχία. Η γυναίκα θα επιδιώξει να τον συναντήσει και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια παράξενη, θερμή σχέση, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πλατωνικό έρωτα. Ωστοσο σύντομα θα αποδειχτεί ότι ο ψυχολόγος έχει κι αυτός τα δικά του θέματα με το σεξ (θέματα που θα έτρεπαν σε φυγή πολλές γυναίκες). Πώς θα αντιδράσει εκείνη;
Η ταινία είναι βεβαίως μια ψυχολογική μελέτη σύγχρονων ανθρώπων. Οι συνθήκες που διαμορφωνουν τα εσωτερικά τους προβλήματα (να το τονίσουμε: μόνο με εσωτερικά προβλήματα ασχολείται το φιλμ και όχι με τον με τον πολιτικοκοινωνικό περίγυρο) έχουν βεβαίως τη ρίζα τους στον σύγχρονο τρόπο ζωής: Το βαθύ ανικανοποίητο από μία συμβατική ζωή, έστω και σε συνθήκες υλικής άνεσης, η απομάκρυνση από την θρησκεία, που κάποτε έδινε σίγουρες απαντήσεις και σε έπειθε να υπομένεις τα επίγεια βάσανα, η άμεση επαφή με (ή έκθεση στο) έστω εικονικό σεξ παντού γύρω μας, είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις - όχι όλους, αλλά σίγουρα κάποιους (προσωπικά, ας πούμε, δεν έχω καμιά επαφή με τη θρησκεία, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα απ' αυτό το θέμα τουλάχιστον). Επίσης δείχνει σχεδόν με εμμονή κοινότοπα και απρόσωπα περιβάλλοντα (ξενοδοχεία, καφέ, χώρους συνεδρίων κλπ.). Σίγουρα, το απρόσωπο στοιχείο που κυριαρχεί στη σύγχρονη πόλη παίζει κι αυτό το ρόλο του στη διαμόρφωση του εσωτερικού μας κόσμου. Φυσικά η τελική απάντηση είναι πάντα η ίδια: Αγάπη και κατανόηση του Άλλου.
Παρακολούθησα την ταινία με σχετικό ενδιαφέρον, παρά τη μουντή της ατμόσφαιρα και την έλλειψη δράσης. Σημειωτέον, μπορεί να "σκανδαλίσει" κάποιους με το σχετικά με το σεξ θέμα που θίγει (δίχως βεβαίως να δείχνει τίποτα), το οποίο θεωρώ σημαντικό στην εποχή μας (δεν θα πω περισσότερα γι' αυτό διότι θα είναι είδος μικρού spoiler, αφού το θέμα αποκαλύπτεται λίγο πριν τα μισά του φιλμ). Διαθέτει νομίζω λεπτή ψυχολογική παρατήρηση, καλές ηθοποιίες και δίνει σημασία στη λεπτομέρεια. Διατηρώ πάντως τις αντιρρήσεις μου για το τέλος: Το βρίσκω αρκετά εύκολο και προβλέψιμο και, ομολογώ, με χάλασε λιγάκι. Κατά τα άλλα... αξιοπρεπές και σε κάποια σημεία ενδιαφέρον, δίχως να με συγκλονίσει.
Η ηρωίδα είναι μια 55άρα γυναίκα, που έχει χάσει την παλιά της θερμή πίστη στο θεό και ζει συμβατικά με τον ενίοτε βίαιο σύζυγό της. Όλο αυτό το κλίμα την οδηγεί βαθμιαία στη κατάθλιψη (και την αϋπνία). Ώσπου κάποια στιγμή θα διαβάσει το βιβλίο ενός διασημου επιστήμονα - ψυχολόγου, που ισχυρίζεται (περίπου) ότι μπορούμε με το μυαλό μας να φτιάξουμε τη δική μας ευτυχία. Η γυναίκα θα επιδιώξει να τον συναντήσει και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια παράξενη, θερμή σχέση, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πλατωνικό έρωτα. Ωστοσο σύντομα θα αποδειχτεί ότι ο ψυχολόγος έχει κι αυτός τα δικά του θέματα με το σεξ (θέματα που θα έτρεπαν σε φυγή πολλές γυναίκες). Πώς θα αντιδράσει εκείνη;
Η ταινία είναι βεβαίως μια ψυχολογική μελέτη σύγχρονων ανθρώπων. Οι συνθήκες που διαμορφωνουν τα εσωτερικά τους προβλήματα (να το τονίσουμε: μόνο με εσωτερικά προβλήματα ασχολείται το φιλμ και όχι με τον με τον πολιτικοκοινωνικό περίγυρο) έχουν βεβαίως τη ρίζα τους στον σύγχρονο τρόπο ζωής: Το βαθύ ανικανοποίητο από μία συμβατική ζωή, έστω και σε συνθήκες υλικής άνεσης, η απομάκρυνση από την θρησκεία, που κάποτε έδινε σίγουρες απαντήσεις και σε έπειθε να υπομένεις τα επίγεια βάσανα, η άμεση επαφή με (ή έκθεση στο) έστω εικονικό σεξ παντού γύρω μας, είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις - όχι όλους, αλλά σίγουρα κάποιους (προσωπικά, ας πούμε, δεν έχω καμιά επαφή με τη θρησκεία, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα απ' αυτό το θέμα τουλάχιστον). Επίσης δείχνει σχεδόν με εμμονή κοινότοπα και απρόσωπα περιβάλλοντα (ξενοδοχεία, καφέ, χώρους συνεδρίων κλπ.). Σίγουρα, το απρόσωπο στοιχείο που κυριαρχεί στη σύγχρονη πόλη παίζει κι αυτό το ρόλο του στη διαμόρφωση του εσωτερικού μας κόσμου. Φυσικά η τελική απάντηση είναι πάντα η ίδια: Αγάπη και κατανόηση του Άλλου.
Παρακολούθησα την ταινία με σχετικό ενδιαφέρον, παρά τη μουντή της ατμόσφαιρα και την έλλειψη δράσης. Σημειωτέον, μπορεί να "σκανδαλίσει" κάποιους με το σχετικά με το σεξ θέμα που θίγει (δίχως βεβαίως να δείχνει τίποτα), το οποίο θεωρώ σημαντικό στην εποχή μας (δεν θα πω περισσότερα γι' αυτό διότι θα είναι είδος μικρού spoiler, αφού το θέμα αποκαλύπτεται λίγο πριν τα μισά του φιλμ). Διαθέτει νομίζω λεπτή ψυχολογική παρατήρηση, καλές ηθοποιίες και δίνει σημασία στη λεπτομέρεια. Διατηρώ πάντως τις αντιρρήσεις μου για το τέλος: Το βρίσκω αρκετά εύκολο και προβλέψιμο και, ομολογώ, με χάλασε λιγάκι. Κατά τα άλλα... αξιοπρεπές και σε κάποια σημεία ενδιαφέρον, δίχως να με συγκλονίσει.
Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2017
ΤΟ "HOWARD'S END" ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ (ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ) ΔΙΑΜΑΧΕΣ
Το 1992, σε μια πολύ καλή φάση της καριέρας του, ο James Ivory γυρίζει το "Howard's End" ("Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ε.Μ.Φόρστερ, φτιάχνοντας έτσι μια από τις καλύτερες ταινίες του.
Φυσικά πρόκειται για ταινία εποχής (σήμα κατατεθέν του Ivory). Στις αρχές του 20ού αιώνα δύο καλόκαρδες, φιλάνθρωπες και προοδευτικών απόψεων αδελφές συναντούν τόσο τους Γουίλκοξ, πλούσιους καπιταλιστές που ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα, όσο και τους Μπαστ, φτωχούς που πασχίζουν να επιβιώσουν. Όταν η μεγάλη αδελφή θα παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της χήρο Γουίλκοξ, θα συγκρουστεί μαζί του στην προσπάθειά της να βοηθήσει τους φτωχούς φίλους της. Όσο για τη μικρή αδελφή, που είναι και "ζωηρούτσικη", αλλά και πολύ πιο ρομαντική, θα γνωρίσει τον δικό της Γολγοθά...
Ταινία κατ' αρχή εξαιρετικών και βαθιών συναισθημάτων, διαυγής μελέτη χαρακτήρων, με άψογη, όπως πάντα στα βρετανικά φιλμ, ατμόσφαιρα εποχής, κρατά κατ' αρχήν τον θεατή με τη σφιχτή και γεμάτη (κοινωνικής φύσης) σασπένς πλοκή της. Προσθέστε και τις καλές ηθοποιίες με ηθοποιούς όπως η Έμα Τόμσον, ο Άντονι Χόπκινς, η Έλενα Μπόναμ-Κάρτερ, η Βανέσα Ρέντγκρέιβ... και θα έχετε μια θαυμάσια, ευαίσθητη ταινία. Η οποία, βεβαίως, δεν μένει στη μελέτη των χαρακτήρων, αλλά προχωρά και σε μια βαθιά κοινωνική ανάλυση. Ουσιαστικά πρόκειται για το πορτρέτο ολόκληρων τάξεων: Μεγάλων, μεσαίων και χαμηλών. Οι πρώτοι μοιάζουν να στερούνται συναισθημάτων, να ζουν και να δρουν με μοναδικό άξονα το συμφέρον, δίχως την παραμικρή ευαισθησία. Οι μεσαίοι εδώ είναι "πεφωτισμένοι", πονούν τους κάτω, αλλά κάθε προσπάθεια να τους βοηθήσουν συντρίβεται στον "τοίχο" που έχουν υψώσει όσοι έχουν τη δυνατότητα της πραγματικής βοήθειας. Και μαζί συντρίβονται και τα αισθήματά τους. Όσο για τους "κάτω"... η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη: Σκληρή σε ένα σκληρό και καθόλου συμπαθούντα κόσμο, κόσμο που είναι φτιαγμένος για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα άλλων.
Συνιστώ απόλυτα την ταινία, η οποία, νομίζω, και με την πλοκή και τις αισθηματικές και όχι μόνο καταστάσεις θα σας κρατήσει, αλλά και με τα αρκετά άλλα επίπεδα που διαθέτει.
Φυσικά πρόκειται για ταινία εποχής (σήμα κατατεθέν του Ivory). Στις αρχές του 20ού αιώνα δύο καλόκαρδες, φιλάνθρωπες και προοδευτικών απόψεων αδελφές συναντούν τόσο τους Γουίλκοξ, πλούσιους καπιταλιστές που ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα, όσο και τους Μπαστ, φτωχούς που πασχίζουν να επιβιώσουν. Όταν η μεγάλη αδελφή θα παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της χήρο Γουίλκοξ, θα συγκρουστεί μαζί του στην προσπάθειά της να βοηθήσει τους φτωχούς φίλους της. Όσο για τη μικρή αδελφή, που είναι και "ζωηρούτσικη", αλλά και πολύ πιο ρομαντική, θα γνωρίσει τον δικό της Γολγοθά...
Ταινία κατ' αρχή εξαιρετικών και βαθιών συναισθημάτων, διαυγής μελέτη χαρακτήρων, με άψογη, όπως πάντα στα βρετανικά φιλμ, ατμόσφαιρα εποχής, κρατά κατ' αρχήν τον θεατή με τη σφιχτή και γεμάτη (κοινωνικής φύσης) σασπένς πλοκή της. Προσθέστε και τις καλές ηθοποιίες με ηθοποιούς όπως η Έμα Τόμσον, ο Άντονι Χόπκινς, η Έλενα Μπόναμ-Κάρτερ, η Βανέσα Ρέντγκρέιβ... και θα έχετε μια θαυμάσια, ευαίσθητη ταινία. Η οποία, βεβαίως, δεν μένει στη μελέτη των χαρακτήρων, αλλά προχωρά και σε μια βαθιά κοινωνική ανάλυση. Ουσιαστικά πρόκειται για το πορτρέτο ολόκληρων τάξεων: Μεγάλων, μεσαίων και χαμηλών. Οι πρώτοι μοιάζουν να στερούνται συναισθημάτων, να ζουν και να δρουν με μοναδικό άξονα το συμφέρον, δίχως την παραμικρή ευαισθησία. Οι μεσαίοι εδώ είναι "πεφωτισμένοι", πονούν τους κάτω, αλλά κάθε προσπάθεια να τους βοηθήσουν συντρίβεται στον "τοίχο" που έχουν υψώσει όσοι έχουν τη δυνατότητα της πραγματικής βοήθειας. Και μαζί συντρίβονται και τα αισθήματά τους. Όσο για τους "κάτω"... η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη: Σκληρή σε ένα σκληρό και καθόλου συμπαθούντα κόσμο, κόσμο που είναι φτιαγμένος για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα άλλων.
Συνιστώ απόλυτα την ταινία, η οποία, νομίζω, και με την πλοκή και τις αισθηματικές και όχι μόνο καταστάσεις θα σας κρατήσει, αλλά και με τα αρκετά άλλα επίπεδα που διαθέτει.
Κυριακή, Μαρτίου 26, 2017
CHICAGO: ΕΝΑ "ΚΥΝΙΚΟ" ΜΟΙΥΖΙΚΑΛ
Στις λίγες πλέον ταινίες των τελευταίων δεκαετιών που αναβιώνουν πετυχημένα το κλασικό μιούζικαλ συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη μου, το "Chicago", που γύρισε το 2002 ο Rob Marshall. Βιβλίο, θεατρικό, μεταφέρεται και στην οθόνη και γίνεται ένα ιδιόρυθμα σατιρικό, σέξι και κυνικό μιούζικαλ, με Ρενέ Ζελβέγκερ, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και Ρίτσαρντ Γκιρ στους κύριους ρόλους.
Στη διάρκεια του μεσοπολέμου στο Σικάγο η Βέλμα είναι μια διάσημη φόνισα, που έχει γίνει πρωτοσέλιδο και πολλοί την θαυμάζουν. Η Ρόξι σκοτώνει κι αυτή τον απατεώνα εραστή της (με τον οποίο απατιούσε τον σύζυγό της) και παίρνει σειρά για την ηλεκτρική καρέκλα. Ωστόσο χάρη σε έναν δαιμόνιο και καπάτσο δικηγόρο, που πάντοτε αναλαμβάνει παρόμοιες υποθέσεις, όχι μόνο υποκλέπτει την πρώτη θέση στη διασημότητα από την άσπονδη αντίζηλό της Βέλμα, αλλά και αθωώνεται στη δίκη. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι το μοναδικό κίνητρο των ηρωίδων είναι η φήμη και η μεγάλη ζωή, δίχως να σκέπτονται τίποτα άλλο. Όλα είναι (και γίνονται για) ένα πετυχημένο σόου.
Οι ηρωίδες του σατιρικού αυτού μιούζικαλ (με κάμποση δόση μαύρου χιούμορ) στερούνται οποιασδήποτε ηθικής. Δεν υπάρχει ίχνος τύψεων για τις πράξεις τους. Αντίθετα, θα ξαναέκαναν ευχαρίστως κάποιο έγκλημα αν επρόκειτο χάρη σ' αυτό να κερδίσουν περισσότερη φήμη. Το μοναδικό τους όνειρο και επιθυμία είναι η επιτυχία (εδώ στις show business). Τίποτα άλλο δεν μετρά. Όσο για πίστη και έρωτα... τι είναι αυτά; Το παν είναι να πετύχουμε και όλα τα άλλα αποτελούν εργαλεία για να φτάσουμε σ' αυτό τον στόχο. Φυσικά και το αρσενικό της ιστορίας (ο δικηγόρος) είναι ένα από τα ίδια. Κανένα όραμα, καμιά επιθυμία να "λάμψει η αλήθεια" (επίσης "τι είναι αυτό";) Μόνο να πετύχουμε στη δίκη πάσει θυσία. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, το φιλμ γίνεται ένα είδος σάτιρας του ίδιου του αμερικάνικου όνειρου και του αμοραλιστικού κυνηγιού της επιτυχίας, που συνήθως είναι αλληλένδετο μ' αυτό. Αλλά και μια μελέτη για τη μέθη της δόξας και της επιτυχίας, την λάμψη της show business.
Συγχρόνως τα μουσικοχορευτικά νούμερα νομίζω ότι είναι πετυχημένα, η μουσική απολαυστική, όπως και οι φωτισμοί και τα σκηνικά και μερικές σκηνές σέξι. Οπότε όλη αυτή η βιτριολική σάτιρα "σερβίρεται" με απολυτα ευχάριστο τρόπο, ενώ οι συνήθεις διαμάχες για την επιτυχία στα παλιά κλασικά μιούζικαλ εδώ "ενηλικιώνονται", φτάνουν σε άκρα με φόνους και κατάργηση κάθε έννοιας δικαιοσύνης. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις (στυλιζαρισμένες) γυναικείες φυλακές.
Σας προτείνω να το απολάυσετε και, συγχρόνως, να εκτιμήσετε και τη σάτιρα που σπάει κόκκαλα και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα. Μη ξεχνάτε άλλωστε ότι αμφότερες οι γοητευτικότερες ηρωίδες είναι από τα πιο κακά και αδίστακτα πλάσματα που έχουμε δει στην οθόνη. Και τελικά, σαν κερασάκι στην τούρτα, θριαμβεύουν!
Στη διάρκεια του μεσοπολέμου στο Σικάγο η Βέλμα είναι μια διάσημη φόνισα, που έχει γίνει πρωτοσέλιδο και πολλοί την θαυμάζουν. Η Ρόξι σκοτώνει κι αυτή τον απατεώνα εραστή της (με τον οποίο απατιούσε τον σύζυγό της) και παίρνει σειρά για την ηλεκτρική καρέκλα. Ωστόσο χάρη σε έναν δαιμόνιο και καπάτσο δικηγόρο, που πάντοτε αναλαμβάνει παρόμοιες υποθέσεις, όχι μόνο υποκλέπτει την πρώτη θέση στη διασημότητα από την άσπονδη αντίζηλό της Βέλμα, αλλά και αθωώνεται στη δίκη. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι το μοναδικό κίνητρο των ηρωίδων είναι η φήμη και η μεγάλη ζωή, δίχως να σκέπτονται τίποτα άλλο. Όλα είναι (και γίνονται για) ένα πετυχημένο σόου.
Οι ηρωίδες του σατιρικού αυτού μιούζικαλ (με κάμποση δόση μαύρου χιούμορ) στερούνται οποιασδήποτε ηθικής. Δεν υπάρχει ίχνος τύψεων για τις πράξεις τους. Αντίθετα, θα ξαναέκαναν ευχαρίστως κάποιο έγκλημα αν επρόκειτο χάρη σ' αυτό να κερδίσουν περισσότερη φήμη. Το μοναδικό τους όνειρο και επιθυμία είναι η επιτυχία (εδώ στις show business). Τίποτα άλλο δεν μετρά. Όσο για πίστη και έρωτα... τι είναι αυτά; Το παν είναι να πετύχουμε και όλα τα άλλα αποτελούν εργαλεία για να φτάσουμε σ' αυτό τον στόχο. Φυσικά και το αρσενικό της ιστορίας (ο δικηγόρος) είναι ένα από τα ίδια. Κανένα όραμα, καμιά επιθυμία να "λάμψει η αλήθεια" (επίσης "τι είναι αυτό";) Μόνο να πετύχουμε στη δίκη πάσει θυσία. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, το φιλμ γίνεται ένα είδος σάτιρας του ίδιου του αμερικάνικου όνειρου και του αμοραλιστικού κυνηγιού της επιτυχίας, που συνήθως είναι αλληλένδετο μ' αυτό. Αλλά και μια μελέτη για τη μέθη της δόξας και της επιτυχίας, την λάμψη της show business.
Συγχρόνως τα μουσικοχορευτικά νούμερα νομίζω ότι είναι πετυχημένα, η μουσική απολαυστική, όπως και οι φωτισμοί και τα σκηνικά και μερικές σκηνές σέξι. Οπότε όλη αυτή η βιτριολική σάτιρα "σερβίρεται" με απολυτα ευχάριστο τρόπο, ενώ οι συνήθεις διαμάχες για την επιτυχία στα παλιά κλασικά μιούζικαλ εδώ "ενηλικιώνονται", φτάνουν σε άκρα με φόνους και κατάργηση κάθε έννοιας δικαιοσύνης. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις (στυλιζαρισμένες) γυναικείες φυλακές.
Σας προτείνω να το απολάυσετε και, συγχρόνως, να εκτιμήσετε και τη σάτιρα που σπάει κόκκαλα και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα. Μη ξεχνάτε άλλωστε ότι αμφότερες οι γοητευτικότερες ηρωίδες είναι από τα πιο κακά και αδίστακτα πλάσματα που έχουμε δει στην οθόνη. Και τελικά, σαν κερασάκι στην τούρτα, θριαμβεύουν!
Δευτέρα, Μαρτίου 20, 2017
"ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΑΝΤΙΟ" Ή Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ
Τελευταία είχα αρχίσει να ανησυχώ για τον τουρκογερμανό Fatih Akin, να νομίζω ότι είχε στερέψει. Να όμως που το 2016 επιστρέφει δυναμικά με το "Βερολίνο Αντίο" ("Tschick" ο πρωτότυπος τίτλος) και με κάνει και πάλι να περιμένω το επόμενο φιλμ του.
Κλασική ταινία ενηλικίωσης, αφηγείται την ιστορία δύο 14χρονων και της αποδρασής τους από τα πάντα. Ο ένας, ευκατάστατος μεν, πλην όμως με αλκοολική μητέρα και σκληρό και γυναικά πατέρα, είναι το "φρικιό" του σχολείου με την δειλή και ακοινώνητη συμπεριφορά του (δεν παύει όμως, όπως όλη η τάξη φαντάζομαι, να είναι κρυφά ερωτευμένος με το πιο όμορφο κορίτσι της, το οποίο φυσικά τον αγνοεί). Ώσπου στην τάξη εμφανίζεται ένα ακόμα-πιο-φρικιό, ένας παντελώς αδιάφορος για όλα ρωσικής καταγωγής τύπος, που πίνει, ξερνάει, αλητεύει και κανείς δεν γνωρίζει την οικογενειακή του κατάσταση. Σύντομα οι δυο τους θα ανακαλύψουν ότι - αν και με διαφορετικό τρόπο - είναι αμφότεροι παρείσακτοι και διαφορετικοί, θα κλέψουν ένα αυτοκίνητο και θα ξεκινήσουν μια δίχως πρόγραμμα και πολλά απρόοπτα περιπλάνηση στη γερμανική ύπαιθρο.
Η ταινία είναι σχεδον όλη ένα flash back. Ξεκινά με ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, με τον μικρό ήρωα καταματωμένο να ρωτά με αγωνία πού βρίσκεται ο φίλος του. Από εκεί και πέρα μας αφηγείται πώς βρέθηκαν εκεί. Ενώ λοιπόν - έχοντας υπόψη μας την κατάληξη - περιμένουμε ένα ζοφερό δράμα, η ταινία πολύ σύντομα αποδεικνύεται απόλυτα feel good, με αρκετό χιούμορ, με παιχνιδιάρικη διάθεση και σκηνοθεσία, μια τυπική ταινία δρόμου και ενηλικίωσης από τις καλές, κατά τη γνώμη μου, του είδους. Ο Μαρκ Τουέιν με τον "Χοκ Φιν" είναι εδώ, οι ταινίες δρομου των πρώτων (και καλών) Βέντερς και ένα είδος "ανήλικου" Κέρουακ επίσης, η αλητεία και η περπλάνηση δοξάζονται με χαριτωμένο τρόπο, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα επίσης, η τρέλα της εφηβείας είναι πανταχού παρούσα... τι άλλο θέλετε; Κι όλα αυτά συνυπάρχουν με τη συγκίνηση. Και φυσικά, εννοείται, η σκηνοθετική ματιά είναι γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια για τους ανήλικους και αταίριαστους αρχικά ήρωες. Α, και υπάρχει πάντοτε και το ενδιαφέρον σάουντρακ του Ακίν (ας μη ξεχνάμε ότι ο δημιουργός ξέρει από μουσική και συχνά κάνει και τον dj).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Κάποιοι μπορεί να βρουν το θέμα πολυχρησιμοποιημένο (όντως είναι) και τη ματιά κάπως αφελή, αλλά, διάβολε, πέρασα καλά. Ο Ακίν είναι πάλι εδώ για να μας δώσει ένα γλυκόπικρο, κωμικό και δραματικό συγχρόνως φιλμ.
Κλασική ταινία ενηλικίωσης, αφηγείται την ιστορία δύο 14χρονων και της αποδρασής τους από τα πάντα. Ο ένας, ευκατάστατος μεν, πλην όμως με αλκοολική μητέρα και σκληρό και γυναικά πατέρα, είναι το "φρικιό" του σχολείου με την δειλή και ακοινώνητη συμπεριφορά του (δεν παύει όμως, όπως όλη η τάξη φαντάζομαι, να είναι κρυφά ερωτευμένος με το πιο όμορφο κορίτσι της, το οποίο φυσικά τον αγνοεί). Ώσπου στην τάξη εμφανίζεται ένα ακόμα-πιο-φρικιό, ένας παντελώς αδιάφορος για όλα ρωσικής καταγωγής τύπος, που πίνει, ξερνάει, αλητεύει και κανείς δεν γνωρίζει την οικογενειακή του κατάσταση. Σύντομα οι δυο τους θα ανακαλύψουν ότι - αν και με διαφορετικό τρόπο - είναι αμφότεροι παρείσακτοι και διαφορετικοί, θα κλέψουν ένα αυτοκίνητο και θα ξεκινήσουν μια δίχως πρόγραμμα και πολλά απρόοπτα περιπλάνηση στη γερμανική ύπαιθρο.
Η ταινία είναι σχεδον όλη ένα flash back. Ξεκινά με ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, με τον μικρό ήρωα καταματωμένο να ρωτά με αγωνία πού βρίσκεται ο φίλος του. Από εκεί και πέρα μας αφηγείται πώς βρέθηκαν εκεί. Ενώ λοιπόν - έχοντας υπόψη μας την κατάληξη - περιμένουμε ένα ζοφερό δράμα, η ταινία πολύ σύντομα αποδεικνύεται απόλυτα feel good, με αρκετό χιούμορ, με παιχνιδιάρικη διάθεση και σκηνοθεσία, μια τυπική ταινία δρόμου και ενηλικίωσης από τις καλές, κατά τη γνώμη μου, του είδους. Ο Μαρκ Τουέιν με τον "Χοκ Φιν" είναι εδώ, οι ταινίες δρομου των πρώτων (και καλών) Βέντερς και ένα είδος "ανήλικου" Κέρουακ επίσης, η αλητεία και η περπλάνηση δοξάζονται με χαριτωμένο τρόπο, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα επίσης, η τρέλα της εφηβείας είναι πανταχού παρούσα... τι άλλο θέλετε; Κι όλα αυτά συνυπάρχουν με τη συγκίνηση. Και φυσικά, εννοείται, η σκηνοθετική ματιά είναι γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια για τους ανήλικους και αταίριαστους αρχικά ήρωες. Α, και υπάρχει πάντοτε και το ενδιαφέρον σάουντρακ του Ακίν (ας μη ξεχνάμε ότι ο δημιουργός ξέρει από μουσική και συχνά κάνει και τον dj).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Κάποιοι μπορεί να βρουν το θέμα πολυχρησιμοποιημένο (όντως είναι) και τη ματιά κάπως αφελή, αλλά, διάβολε, πέρασα καλά. Ο Ακίν είναι πάλι εδώ για να μας δώσει ένα γλυκόπικρο, κωμικό και δραματικό συγχρόνως φιλμ.
Κυριακή, Μαρτίου 19, 2017
ΕΝΑΣ "ΑΠΑΙΣΙΟΤΑΤΟΣ", ΑΛΛΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ...
Εντάξει, τα σύγχρονα animation αποτελούν βασικό ατού της κινηματογραφικής βιομηχανίας και ενίοτε είναι και εξαιρετικές ταινίες (την επιτυχία στο box office την έχουν συνήθως εξασφαλισμένη). Το 2010 λοιπόν οι πρωτοεμφανιζόμενοι τότε σε μεγάλου μήκους animation Pierre Coffin και Chris Renaud κάνουν το "Despicable Me" ("Εγώ ο Απαισιότατος" στη χώρα μας) και, συγχρόνως μια μεγάλη επιτυχία (θα ακολουθήσει νο 2 και 3).
Η σεναριακή σύλληψη είναι έξυπνη. Ο Γκρου, μεσήλικας επαγγελματίας "κακός" και απατεώνας, βλέπει την εγκληματική του δοξα να σκιάζεται από ένα νεαρό κακοποιό, τον Βέκτορ, με πιο "μοντέρνες" εγκληματικές ιδέες και, κυρίως, τεχνολογία. Οι δύο κακοποιοί αρχίζουν έναν αγώνα δρόμου για το ποιός θα κλέψει πρώτος το... φεγγάρι. Ο Γκρου υπηρετείται από την ξεκαρδιστική στρατιά των Minions, ο Βέκτορ δουλεύει μόνος, ενώ μια σατανική τράπεζα (πρώην Lehman Brothers, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται) ελέγχει τα πάντα. Ώσπου στην ιστορία θα εμφανιστούν τρία ορφανά κοριτσάκια...
Το φιλμ είναι διασκεδαστικό, έξυπνο σε ορισμένα σημεία και βασικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του αρκετά συνηθισμένου μοτίβου "ο Κακός που κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Η φωνή του Γκρου (ενός φυσικά αξιαγάπητου τελικά "κακού") ανήκει στον Στιβ Καρέλ, πολλά από τα γκάτζετ που χρησιμοποιούν οι δύο σατανικοί εγκέφαλοι είναι ευρηματικά και εν γένει η ώρα περνά ευχάριστα. Όσο για την εικόνα του animation, πρόκειται για το κλασικό στις μέρες μας "λουστραρισμένο" κομπιουτερέ σχέδιο, "τέλειο" μεν, σίγουρο και πολυχρησιμοποιημένο, που, φευ, ελάχιστες πλέον εκπλήξεις επιφυλάσσει.
Όλα λοιπόν λειτουργούν άψογα και, όπως είπα, η επιτυχία ήταν μάλλον εξασφαλισμένη. Κι εγώ δεν παραπονιέμαι πολύ. Μόνο που, νομίζω, ότι το όλο project είναι περισσότερο παιδικό απ' ό,τι θα επιθυμούσα. Και εδώ έρχεται αναπόφευκτα η σύγκριση με τα εξαιρετικά animation της Pixar, τα οποία, νομίζω, και πιο ευφάνταστα είναι σεναριακά, αλλά και πιο απολαυστικά παρακολουθούνται από ενήλικες, δίχως σε καμιά περίπτωση να "διώχνουν" το παιδικό κοινό (το βασικό τους, ας μη ξεχνάμε, target group). Καλό λοιπόν και ευχάριστο, αλλά, φοβαμαι ότι οι συγκρίσεις δεν είναι υπέρ του...
Η σεναριακή σύλληψη είναι έξυπνη. Ο Γκρου, μεσήλικας επαγγελματίας "κακός" και απατεώνας, βλέπει την εγκληματική του δοξα να σκιάζεται από ένα νεαρό κακοποιό, τον Βέκτορ, με πιο "μοντέρνες" εγκληματικές ιδέες και, κυρίως, τεχνολογία. Οι δύο κακοποιοί αρχίζουν έναν αγώνα δρόμου για το ποιός θα κλέψει πρώτος το... φεγγάρι. Ο Γκρου υπηρετείται από την ξεκαρδιστική στρατιά των Minions, ο Βέκτορ δουλεύει μόνος, ενώ μια σατανική τράπεζα (πρώην Lehman Brothers, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται) ελέγχει τα πάντα. Ώσπου στην ιστορία θα εμφανιστούν τρία ορφανά κοριτσάκια...
Το φιλμ είναι διασκεδαστικό, έξυπνο σε ορισμένα σημεία και βασικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του αρκετά συνηθισμένου μοτίβου "ο Κακός που κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Η φωνή του Γκρου (ενός φυσικά αξιαγάπητου τελικά "κακού") ανήκει στον Στιβ Καρέλ, πολλά από τα γκάτζετ που χρησιμοποιούν οι δύο σατανικοί εγκέφαλοι είναι ευρηματικά και εν γένει η ώρα περνά ευχάριστα. Όσο για την εικόνα του animation, πρόκειται για το κλασικό στις μέρες μας "λουστραρισμένο" κομπιουτερέ σχέδιο, "τέλειο" μεν, σίγουρο και πολυχρησιμοποιημένο, που, φευ, ελάχιστες πλέον εκπλήξεις επιφυλάσσει.
Όλα λοιπόν λειτουργούν άψογα και, όπως είπα, η επιτυχία ήταν μάλλον εξασφαλισμένη. Κι εγώ δεν παραπονιέμαι πολύ. Μόνο που, νομίζω, ότι το όλο project είναι περισσότερο παιδικό απ' ό,τι θα επιθυμούσα. Και εδώ έρχεται αναπόφευκτα η σύγκριση με τα εξαιρετικά animation της Pixar, τα οποία, νομίζω, και πιο ευφάνταστα είναι σεναριακά, αλλά και πιο απολαυστικά παρακολουθούνται από ενήλικες, δίχως σε καμιά περίπτωση να "διώχνουν" το παιδικό κοινό (το βασικό τους, ας μη ξεχνάμε, target group). Καλό λοιπόν και ευχάριστο, αλλά, φοβαμαι ότι οι συγκρίσεις δεν είναι υπέρ του...
Σάββατο, Μαρτίου 18, 2017
Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ ΩΣ ΦΟΝΤΟ ΤΟΥ "HOUSE OF BAMBOO"
Το 1955 η Ιαπωνία βρισκόταν ακόμα πολύ κοντά στον πόλεμο, στον εφιάλτη της βόμβας και, επιπλέον, τελούσε υπό αμερικανική κατοχή. Τότε λοιπόν ο δαιμόνιος Samuel Fuller (1912-1997) πάει εκεί και γυρίζει το "House of Bamboo", ένα αστυνομικό φιλμ, πλην όμως όχι ακριβώς νουάρ (είναι εξ άλλου έγχρωμο).
Ένας αμερικανός πρώην στρατιώτης φτάνει στην Ιαπωνία μετά από πρόσκληση ενός φίλου, που έχει μείνει εκεί. Αμέσως θα ανακαλύψει πολλά: Ο φίλος του μόλις έχει δολοφονηθεί, ο φίλος του ήταν παντρεμένος κρυφά με μια γιαπωνέζα, ο φίλος του ήταν μέλος μιας αδίστακτης αμερικανοκρατούμενης συμμορίας που οργανώνει κάθε είδους ληστεία μέσα στο χάος που επικρατεί την εποχή αυτή στη χώρα. Ο ίδιος, όχι και πολύ καθαρός τύπος, θα γίνει μέλος της συμμορίας, θα αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αρχηγού της και θα αρχίσει να ανεβαίνει στην εγκληματική κλίμακα. Όμως...
Θα πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία από τις πολύ καλές του Fuller. Χαλαρότεροι ρυθμοί και πιο "νορμάλ" σενάριο από αυτά που συνήθιζε εκείνος την χαρακτηρίζουν. Κάπου στα μισά συμβαίνει η σημαντική ανατροπή, από εκεί και πέρα πάντως το σασπένς συνεχίζεται. Νομίζω ωστόσο ότι το σημαντικό της στοιχείο έγκειται στην καταγραφή (σπάνια στο δυτικό σινεμά) της άσχημης μεταπολεμικής κατάστασης στη Χώρα του Ανατέλοντος Ηλίου, για την οποία μάλλον λίγα γνωρίζουμε. Το Τόκιο του '55 κάθε άλλο παρά την σύγχρονη, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, μητρόπολη θυμίζει. Χαμόσπιτα, παραδοσιακή γιαπωνέζικη κουλτούρα που ακόμα επιζεί, ανέχεια και εγκληματικότητα συνθέτουν ένα δυσάρεστο φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσεται η ιστορία. Ταυτόχρονα η απέχθεια, ο ρατσισμός στην ουσία, των (έστω ηττημένων και ταπεινωμένων) γιαπωνέζων προς οτιδήποτε ξένο γι' αυτούς δίνεται ανάγλυφα. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον αδίστακτο πλην όμως "τζένλεμαν" αμερικανό αρχηγό της συμμορίας και στον νεοφερμένο.
Ο Ρόμπερτ Ράιαν είναι καλός στο ρόλο του "κακού", οι τελικές σκηνές με την καταδίωξη στο υπερυψωμένο λούνα παρκ είναι αρκετά εντυπωσιακές, πλην όμως έχουν προηγηθεί κάμποσες σεναριακές αφέλειες (με πολύ γελοίο τρόπο δεν παγιδεύεται ο κακός;)
Δεν σας αποτρέπω να τη δείτε, κάθε άλλο (ο Φούλερ είναι πάντοτε Φούλερ), ώστόσο προσωπικά με ενδιέφερε περισσότερο το κοινωνικό background μιας σχετικά άγνωστης γιαπωνέζικης περιόδου παρά η ίδια η ιστορία.
Ένας αμερικανός πρώην στρατιώτης φτάνει στην Ιαπωνία μετά από πρόσκληση ενός φίλου, που έχει μείνει εκεί. Αμέσως θα ανακαλύψει πολλά: Ο φίλος του μόλις έχει δολοφονηθεί, ο φίλος του ήταν παντρεμένος κρυφά με μια γιαπωνέζα, ο φίλος του ήταν μέλος μιας αδίστακτης αμερικανοκρατούμενης συμμορίας που οργανώνει κάθε είδους ληστεία μέσα στο χάος που επικρατεί την εποχή αυτή στη χώρα. Ο ίδιος, όχι και πολύ καθαρός τύπος, θα γίνει μέλος της συμμορίας, θα αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αρχηγού της και θα αρχίσει να ανεβαίνει στην εγκληματική κλίμακα. Όμως...
Θα πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία από τις πολύ καλές του Fuller. Χαλαρότεροι ρυθμοί και πιο "νορμάλ" σενάριο από αυτά που συνήθιζε εκείνος την χαρακτηρίζουν. Κάπου στα μισά συμβαίνει η σημαντική ανατροπή, από εκεί και πέρα πάντως το σασπένς συνεχίζεται. Νομίζω ωστόσο ότι το σημαντικό της στοιχείο έγκειται στην καταγραφή (σπάνια στο δυτικό σινεμά) της άσχημης μεταπολεμικής κατάστασης στη Χώρα του Ανατέλοντος Ηλίου, για την οποία μάλλον λίγα γνωρίζουμε. Το Τόκιο του '55 κάθε άλλο παρά την σύγχρονη, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, μητρόπολη θυμίζει. Χαμόσπιτα, παραδοσιακή γιαπωνέζικη κουλτούρα που ακόμα επιζεί, ανέχεια και εγκληματικότητα συνθέτουν ένα δυσάρεστο φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσεται η ιστορία. Ταυτόχρονα η απέχθεια, ο ρατσισμός στην ουσία, των (έστω ηττημένων και ταπεινωμένων) γιαπωνέζων προς οτιδήποτε ξένο γι' αυτούς δίνεται ανάγλυφα. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον αδίστακτο πλην όμως "τζένλεμαν" αμερικανό αρχηγό της συμμορίας και στον νεοφερμένο.
Ο Ρόμπερτ Ράιαν είναι καλός στο ρόλο του "κακού", οι τελικές σκηνές με την καταδίωξη στο υπερυψωμένο λούνα παρκ είναι αρκετά εντυπωσιακές, πλην όμως έχουν προηγηθεί κάμποσες σεναριακές αφέλειες (με πολύ γελοίο τρόπο δεν παγιδεύεται ο κακός;)
Δεν σας αποτρέπω να τη δείτε, κάθε άλλο (ο Φούλερ είναι πάντοτε Φούλερ), ώστόσο προσωπικά με ενδιέφερε περισσότερο το κοινωνικό background μιας σχετικά άγνωστης γιαπωνέζικης περιόδου παρά η ίδια η ιστορία.
Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2017
ΤΟ "ΨΥΧΩ" ΩΣ COPY PASTE ΑΠΟ ΤΟΝ VAN SANT
Κατ' αρχήν θα πω ότι σέβομαι σαν σκηνοθέτη τον Gus Van Sant. Νομίζω ότι έχει κάνει αξιόλογα φιλμς, αν και υπάρχουν κάποια από τα "πειραματικά" του που δεν αντέχω. Στην περίπτωση τού "Ψυχώ" (ναι, του διάσημου "Ψυχώ" του Χίτσκοκ) που ξαναγύρισε το 1998, ομολογώ ότι απλώς δεν καταλαβαίνω το πώς και το γιατί, γι' αυτό και θα γράψω λίγα μόνο πράγματα.
Την ιστορία του αυθεντικού "Psycho" την ξέρετε φαντάζομαι οι περισσότεροι (ίσως και όλοι): Μια γυναίκα κλέβει ένα μεγάλο ποσόν απο το αφεντικο της και φεύγει με το αυτοκίνητό της μακριά για να συναντήσει τον εραστή της. Τη νύχτα αναγκάζεται να διανυκτερεύσει σε ερημικό μοτέλ στο πουθενά, χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό σπίτι όπου ο "παράξενος" ιδιοκτήτης του μοτέλ κατοικεί μαζί με τη γριά μητέρα του. Τη νύχτα η κοπέλα δολοφονείται άγρια στο μπάνιο με μαχαίρι. Ο εραστής της προσλαμβάνει έναν ντετέκτιβ για να ερευνήσει τις συνθήκες της εξαφάνισής της.
Ο Van Sant λοιπόν αναλαμβάνει να κάνει ένα ριμέικ ενος κάτι παραπάνω από κλασικού φιλμ τριαντατόσα χρόνια μετά; Όχι ακριβώς. Αυτό εδώ δεν είναι ένα ριμέικ με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Ο σκηνοθέτης γυρίζει την ταινία του, έγχρωμη και, φυσικά, με σύγχρονούς του ηθοποιούς, αντιγράφοντας κυριολεκτικά πλάνο - πλάνο, κοπιάροντας έτσι απόλυτα το πρωτότυπο. Η διάσημη σκηνή του μπάνιου για παράδειγμα, μια από τις εμβληματικότερες του παγκόσμιου σινεμά, που αποτελείται από πάμπολλα διάρκειας ελάχιστων δευτερολέπτων πλάνα, αντιγράφεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια ακριβώς πλάνα. Όλα αυτά είναι προφανώς ηθελημένα. Οίδιος ο σκηνοθέτης άλλωστε είχε ξεκάθαρα δηλώσει την πρόθεσή του να μεταφέρει αυτούσιο το πρωτότυπο στη σύγχρονη εποχή (αυτή της δεκαετίας του 90 εννοώ).
Γιατί το κάνει αυτό και ποια ειναι η "χρησιμότητα"; Όπως σημείωσα στην αρχή δεν ξέρω. Ίσως να πρόκειται για τον απόλυτο κυριολεκτικά φόρο τιμής στον μεγάλο Χίτσκοκ. Ίσως πάλι να πρόκειται για περιέργεια: Πώς θα ήταν να γυρίσεις μια ολόιδια ταινία 38 χρόνια μετά; Να έχουμε δηλαδή να κάνουμε με έναν ακραίοπ ειραματισμό, απ' αυτούς που κατά καιρούς αγαπά ο σκηνοθέτης. Δεν ξέρω. Η σκέψη που έρχεται βέβαια αυθόρμητα στο νου είναι "και γιατί να ξαναδώ μια ίδια ταινία"; Τι να πω. Στέκω αμήχανος μπροστά στο εγχείρημα του συμπαθούς κατά τα άλλα δημιουργού, αναρωτιέμαι όπως όλοι και αφήνω τα όποια συμπεράσματα, καθώς και το αν θα (ξανα)δείτε το φιλμ ή όχι σε σας.
ΥΓ: Πάντως το καστ είναι αξιόλογο: Βινς Βον, Αν Χες, Βίγκο Μόρτενσεν, Τζούλιαν Μουρ, Ουίλιαμ Μέισι... Μια χαρά.
Την ιστορία του αυθεντικού "Psycho" την ξέρετε φαντάζομαι οι περισσότεροι (ίσως και όλοι): Μια γυναίκα κλέβει ένα μεγάλο ποσόν απο το αφεντικο της και φεύγει με το αυτοκίνητό της μακριά για να συναντήσει τον εραστή της. Τη νύχτα αναγκάζεται να διανυκτερεύσει σε ερημικό μοτέλ στο πουθενά, χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό σπίτι όπου ο "παράξενος" ιδιοκτήτης του μοτέλ κατοικεί μαζί με τη γριά μητέρα του. Τη νύχτα η κοπέλα δολοφονείται άγρια στο μπάνιο με μαχαίρι. Ο εραστής της προσλαμβάνει έναν ντετέκτιβ για να ερευνήσει τις συνθήκες της εξαφάνισής της.
Ο Van Sant λοιπόν αναλαμβάνει να κάνει ένα ριμέικ ενος κάτι παραπάνω από κλασικού φιλμ τριαντατόσα χρόνια μετά; Όχι ακριβώς. Αυτό εδώ δεν είναι ένα ριμέικ με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Ο σκηνοθέτης γυρίζει την ταινία του, έγχρωμη και, φυσικά, με σύγχρονούς του ηθοποιούς, αντιγράφοντας κυριολεκτικά πλάνο - πλάνο, κοπιάροντας έτσι απόλυτα το πρωτότυπο. Η διάσημη σκηνή του μπάνιου για παράδειγμα, μια από τις εμβληματικότερες του παγκόσμιου σινεμά, που αποτελείται από πάμπολλα διάρκειας ελάχιστων δευτερολέπτων πλάνα, αντιγράφεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια ακριβώς πλάνα. Όλα αυτά είναι προφανώς ηθελημένα. Οίδιος ο σκηνοθέτης άλλωστε είχε ξεκάθαρα δηλώσει την πρόθεσή του να μεταφέρει αυτούσιο το πρωτότυπο στη σύγχρονη εποχή (αυτή της δεκαετίας του 90 εννοώ).
Γιατί το κάνει αυτό και ποια ειναι η "χρησιμότητα"; Όπως σημείωσα στην αρχή δεν ξέρω. Ίσως να πρόκειται για τον απόλυτο κυριολεκτικά φόρο τιμής στον μεγάλο Χίτσκοκ. Ίσως πάλι να πρόκειται για περιέργεια: Πώς θα ήταν να γυρίσεις μια ολόιδια ταινία 38 χρόνια μετά; Να έχουμε δηλαδή να κάνουμε με έναν ακραίοπ ειραματισμό, απ' αυτούς που κατά καιρούς αγαπά ο σκηνοθέτης. Δεν ξέρω. Η σκέψη που έρχεται βέβαια αυθόρμητα στο νου είναι "και γιατί να ξαναδώ μια ίδια ταινία"; Τι να πω. Στέκω αμήχανος μπροστά στο εγχείρημα του συμπαθούς κατά τα άλλα δημιουργού, αναρωτιέμαι όπως όλοι και αφήνω τα όποια συμπεράσματα, καθώς και το αν θα (ξανα)δείτε το φιλμ ή όχι σε σας.
ΥΓ: Πάντως το καστ είναι αξιόλογο: Βινς Βον, Αν Χες, Βίγκο Μόρτενσεν, Τζούλιαν Μουρ, Ουίλιαμ Μέισι... Μια χαρά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





























