Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

ΑΦΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΗ "ΖΩΗ ΜΕΤΑ"


Ο Clint Eastwood είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες, πλην όμως παραμένει άνισος. Εν έτει 2010 δείχνει κατά τη γνώμη μου μια σαφή κάμψη με τη "Ζωή Μετά" ("Hereafter"), όπου ασχολείται μ' αυτό ακριβώς που λέει: Την ύπαρξη μετά θάνατον ζωής. Ο μεγάλος δημιουργός γυρίζει το φιλμ στα 80 του (!), οπότε μπορώ να δικαιολογήσω τέτοιου είδους ανησυχίες (ποιος ξέρει, στο κάτω - κάτω, πώς θα σκέφτομαι εγώ αν φτάσω ποτέ σε τέτοια ηλικία;) Πλην όμως ελάχιστα με έπεισε.
Η ταινία είναι σαφώς καλογυρισμένη, με το στιβαρό και "κλασικό" στιλ του Eastwood. Το σενάριο θυμίζει φιλμ του Ιναρίτου (στο πιο μεταφυσικό και αφελές): Τρεις άσχετες ιστορίες, που όμως σχετίζονται με διάφορους τρόπους με τον θάνατο και που διαδραματίζονται σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, συναντιούνται τελικά και μπλέκονται μεταξύ τους. Η διαδρομή προς την κοινή κατάληξη έχει ενδιαφέρον και δεν μπορώ να πω ότι βαρέθηκα. Το θέμα είναι ότι δεν με άγγιξε.
Είναι σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με φιλμ του φανταστικού: Όταν βλέπουμε την "6η Αίσθηση" π.χ. (με παρόμοιο, παντελώς διαφορετικά διαπραγματευμένο όμως θέμα) ή ταινίες με βρικόλακες ή φαντάσματα, ουδείς μας ζητά να πιστέψουμε όσα παρακολουθούμε. Μπορεί κάλλιστα να συγκλονιστούμε από την εκάστοτε ταινία, ξέροντας όμως πολύ καλά ότι δεν υπάρχουν ζόμπι ή λυκάνθρωποι ή η "Δύναμη που είναι μαζύ μας" ή ό,τι άλλο. Εδώ, αντίθετα, ο Eastwood μοιάζει να το παίρνει όλο αυτό απόλυτα σοβαρά, μοιάζει να το πιστεύει ο ίδιος και να θέλει να μας κάνει να το πιστέψουμε κι εμείς. Ευχαριστώ, αλλά μάλλον δεν θα πάρω.
Γενικά βρήκα το όλο πράγμα αρκετά αφελές. Ιδίως στη διαπίστωση ότι όχι μόνο οι νεκροί διάγουν ένα είδος μυστηριώδους "άλλης ζωής", αλλά επικοινωνούν μαζί μας και, κάποιες φορές, μας προστατεύουν κιόλας, γλυτώνοντάς μας από εντελώς υλικής φύσης καταστροφές. Από τη άλλη, αν πρέπει να διαλέξω μια από τις 3 παράλληλες ιστορίες, θα προτιμούσα αυτή του μικρού αγοριού, που την βρήκα πραγματικά συγκινητική και ανθρώπινη - αν εξαιρέσεις τα μεταφυσικά που λέγαμε. Αντίθετα η πανίσχυρη "κυρία Στάη" (κάτι τέτοιο είναι η Σεσίλ ντε Φρανς) που εγκαταλείπει τα πάντα για να γράψει ένα βιβλίο για τη μετά θάνατο ζωή και ο Ντέιμον, που αρκεί να αγγίξει κάποιον για να μάθει τα πάντα γι' αυτόν και να μιλήσει με τους προσφιλείς του νεκρούς, ουδόλως με έπεισαν. Στο κάτω - κάτω, ξέρετε πόσα αμφίβολα βιβλία με παρόμοια θέματα υπάρχουν, στοιβάζονται στα ράφια "ειδικών" βιβλιοπωλείων και πολύ λίγοι τους ρίχνουν δεύτερη ματιά; Σημειωτέον ότι το φιλμ δεν έχει πολύ σχέση με θρησκευτικές απόψεις. Κινείται στο χώρο μιας καθαρής μεταφυσικής, μακριά από χριστιανικά ή βουδιστικά πιστεύω επί του θέματος. Ενός θέματος (για να αναφέρω και πάλι κάτι που δεν με έπεισε) που είναι μάλλον απίθανο να μελετηθεί επιστημονικά, όπως, ας πούμε, η τηλεπέθεια ή η τηλεκίνηση, που μπορεί κάλλιστα να έχουν κατανοητές εξηγήσεις, τις οποίες όμως δεν έχει ακόμα νακαλύψει η επιστήμη (και πιθανόν να μην ανακαλύψει ποτέ, διότι ποιος μας διαβεβαιώνει ότι ντε και καλά μέχρι το τέλος της ανθρωπότητας θα τα έχουμε καταλάβει όλα;)
Φυσικά αυτά είναι καθαρά προσωπικές απόψεις. Μπορώ να συγχωρήσω τον Eastwood γιατί τον αγαπώ ως σκηνοθέτη και, όπως είπα στην αρχή, να κατανοήσω τις ανησυχίες του. Και στο κάτω - κάτω, το είπα ήδη κι αυτό, δεν παύει να είναι ένα καλογυρισμένο φιλμ, με μια εξαιρετικά εντυπωσιακή σκηνή καταστροφής στην αρχή. Θα το ξεχάσω όμως σύντομα και θα περιμένω εναγωνίως το επόμενο. Αλλά, προσέξτε, ακόμα κι αν δεν ξανακάνει ποτέ μεγάλη ταινία (τελευταία του μεγάλη θεωρώ το "Γκραν Τορίνο"), πάλι θα τον δικαιολογήσω, θα τη θεωρήσω απόλυτα φυσιολογική παρακμή λόγω ηλικίας και θα εξακολουθήσω να τον θεωρώ μεγάλο. Διάβολε! Έχει ήδη κάνει κάμποσα θαυμάσια πράγματα!

ΑΣΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΜΠΕΙ


Ξέρουμε ότι οι αμερικάνοι αδυνατούν να παρακολουθήσουν μια ταινία που δεν μιλά αγγλικά. Πρέπει ντε και καλά να είναι στη γλώσσα τους. Γι’ αυτό και 2 μόλις χρόνια μετά ο Matt Reeves, που το 2008 είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "Cloverfield", ξαναγυρίζει το θαυμάσιο σουηδικό βαμπιρικό φιλμ «Άσε το Κακό να Μπει», ονομάζοντάς το «Let Me In».
Έχω πει επανειλημμένα ότι συνήθως απεχθάνομαι τα ριμέικ, και μάλιστα αυτά που κάνουν οι αμερικάνοι σε ξένες ταινίες, συνήθως αλλάζοντάς τους τα φώτα (μοναδική εξαίρεση απ’ όσα τέτοια έχω δει το αμερικάνικο «Ring”, άντε κάπως και το «Insomnia”). Εδώ λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις σπάνιες αυτές εξαιρέσεις. Όχι ότι η ταινία του Reeves είναι καλύτερη από τη σουηδική. Απλώς είναι τόσο πιστή, τόσο σεναριακά όσο και στο πνεύμα, που καταφέρνει να πιάσει άψογα όλες τις σκοτεινές αποχρώσεις και την ζοφερή ατμοσφαιρικότητα του πρωτότυπου.
Η ιστορία του 12χρονου κοριτσιού – βαμπίρ και του συνομήλικού της συνεσταλμένου και «περίεργου» αγοριού δίνεται εδώ με όλη της τη σκοτεινιά, τη βία, τη σεξουαλικότητα που υποβόσκει τελικά σε όλες τις ιστορίες με βρικόλακες, αλλά και την τρυφερότητα και την ευαισθησία που έκαναν το «Άσε το Κακό να Μπει» ένα ξεχωριστό φιλμ. Τρυφερότητα και ευαισθησία που έρχονται σε έντονη αντίθεση με το παγωμένο, άσχημο, νεκρό θαρρείς από συναισθήματα περιβάλλον της μικρής πόλης όπου διαδραματίζεται. Το περιβάλλον αυτό τονίζεται ακόμα περισσότερο με την αποπνικτική κατάσταση στο σπίτι του μικρού πρωταγωνιστή, που είναι πάντα μισοσκότεινο, με την σχεδόν τρελή, θρησκόληπτη μάνα – την οποία, σημειωτέον, αν προσέξετε, δεν βλέπουμε ποτέ.
Θα μπορούσε και να είναι μια ερωτική, ρομαντική ιστορία της πρώιμης εφηβείας ή μια ταινία πάνω στο ξύπνημα του έρωτα και την επίπονη είσοδο στην εφηβεία. Είναι όμως μια ταινία τρόμου, και μάλιστα αρκετά διαφορετική από τις άλλες. Γι' αυτό θα έλεγα να μη σας πτοήσει ο φόβος της "αμερικανιάς". Είναι πολύ σκοτεινό και δίχως παραχωρήσεις και κλισέ φιλμ, πράγμα σπάνιο για αμερικάνικη, μη ανεξάρτητη παραγωγή. Απλώς το έχουμε ξαναδεί. Και μάλιστα σχεδόν ολόιδιο.

Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2011

ΘΕΑΤΡΟΓΕΝΕΣ "ΠΕΤΡΩΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ"


Ο Archie Mayo (1891–1968) υπήρξε ένας χολιγουντιανός σκηνοθέτης που ξεκίνησε από μικρού μήκους κωμωδίες τη δεκαετία του '10, για να περάσει στη συνέχεια σε άλλα είδη. Το 1936 γυρίζει το "Petrified Forest" (Πετρωμένο Δάσος), που βασίζεται σε θεατρικό έργο και έχει αρκετό ενδιαφέρον.
Διαδραματίζεται σε ένα μικρό βενζινάδικο - εστιατόριο στο μέσον του πουθενά, χαμένο δηλαδή σε μια έρημο κάπου στην Αριζόνα. Εκεί ζει η κόρη του ιδιακτήτη, ευαίσθητη και με καλλιτεχνική φύση, που ονειρεύεται μια άλλη ζωή μακριά από την καθημερινή μιζέρια και απομόνωση. Έκεί φτάνει τυχαία, με ωτοστόπ, και ένας περιπλανώμενος άντρας, συγγραφέας κάποτε δίχως ιδιαίτερη έμπνευση, τον οποίο η κοπέλα ερωτεύεται. Μια συμμορία καταζητούμενων γκάνγκστερ που εισβάλλει στο εστιατόριο και κρατά σαν όμηρους όχι μόνο τους προαναφερθέντες, αλλά και έναν υπάλληλο και ένα ζευγάρι πλούσιων πελατών, αποτελεί τον καταλύτη στην ιστορία.
Ατμοσφαιρικό δράμα κλειστών χώρων, με μόνιμο μοτίβο την ανεμοδαρμένη έρημο, που κυρίως φαίνεται έξω από τα παράθυρα του κτιρίου και τονίζει την απομόνωση των ηρώων, αναλύει τους χαρακτήρες των έγκλειστων, αιχμαλώτων και "δεσμοφυλάκων", διαθέτει αρκετές υποπλοκές, σασπένς, και καταλήγει σε δραματική κορύφωση. Η απεγνωσμένη ανάγκη για αλλαγή ζωής, οι διαφορετικές φύσεις του περιπλανώμενου άντρα και του υπάλληλου του βενζινάδικου που θα συγκρουστούν για την κοπέλα, οι τελματωμένες σχέσεις του ζευγαριού, ο αφόρητος συντηρητισμός του κοινωνικού περίγυρου (που δίνεται από τον πατέρα της κοπέλας και το νεαρό υπάλληλό του), η πνιγηρή επαρχία, οι σχέσεις εξουσιαστών - εξουσιαζόμενων μέσα από τη σχέση του γκάνγκστερ με τους ομήρους του, ο "συμβολικός" χαρακτήρας του ίδιου του γκάνγκστερ, η αναζήτηση σκοπού σε μια άδεια ουσιαστικά ζωή (του περιπλανώμενου συγγραφέα, και μάλιστα παρά τις εμπειρίες που έχει ζήσει), νύξεις για τον ρατσισμό κατά των μαύρων, όλα βρίσκονται εδώ - και αρκετά άλλα που πιθανόν θα ανακαλύψετε. Σημειωτέον ότι τα μέλη της συμμορίας των γκάνγκστερ λειτουργούν εδώ μάλλον σαν σύμβολα ελευθερίας, παρά σαν κλασικοί "κακοί".
Συγχρόνως έχουμε μια σειρά λαμπρών παλιών ηθοποιών, με επικεφαλής τους Λέσλι Χάουαρντ και Μπέτι Ντέιβις, ενώ το ρόλο του γκάνγκστερ παίζει ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, που, υποθέτω, δεν είχε γίνει ακόμα πρωταγωνιστής.
Βαθύ ψυχολογικά, πολυεπίπεδο και με ενδιαφέρουσα εξέλιξη, με κράτησε απόλυτα. Μόνο μειονέκτημα που του βρίσκω είναι ίσως η εμφανής του θεατρικότητα. Κάτι ο κλειστός χώρος, κάτι το στιλ των διαλόγων, κάνουν το φιλμ να προδίδει την θεατρική του καταγωγή. Πράγμα που, ωστόσο, δεν είναι πολύ κακό, αφού, όπως είπα, με κράτησε απόλυτα. Αν το βρείτε δείτε το. Αξιζει τον κόπο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 07, 2011

"ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ" ΓΙΑ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙΑ


Το 2004 ο Danny Boyle, πασίγνωστος ήδη από το "Trainspotting", γυρίζει μια σχεδόν παιδική ταινία, το "Millions" ("Εκατομμύρια"), βασισμένη σε ομώνυμο βιβλίο του Boyce. Η ταινία νομίζω ότι βλέπεται ευχάριστα, δεν ξέρω όμως αν έχει να πει πολλά συνολικά.
Δυο μικρά αδέλφια, ορφανά από μητέρα, δέχονται ξαφνικά ένα ουρανοκατέβατο δέμα που περιέχει... χιλιάδες λίρες. Τα κρύβουν, αλλά οι διαφορετικοί χαρακτήρες τους τα κάνουν να έχουν διαφορετική γνώμη για το τι να τα κάνουν περαιτέρω. Ο μεγαλύτερος, συμπεριφερόμενος "σα μεγάλος", καρικατούρα μεγάλου ουσιαστικά, προσπαθεί να τα ξοδέψει ικανοποιώντας παιδικές ανάγκες του, ενώ αποκτά από τη μια μέρα στην άλλη εξουσία στο σχολείο. Ο μικρός, ψωνισμένος με τη θρησκεία και τους αγίους, θέλει να τα ξοδέψει σε αγαθοεργίες, πιστεύοντας ότι του τα έχει στείλει ο θεός. Τα πράγματα περιπλέκονται γιατί σε λίγες μέρες η Βρετανία θα μπει - υποτίθεται - στο ευρώ, οπότε οι λίρες θα είναι άχρηστες, ενώ κάποιοι όχι πολύ τίμιοι τύποι αναζητούν τα λεφτά που έχασαν...
Έξυπνο σενάριο, ή μάλλον έξυπνη ιδέα, με χιούμορ και αρκετό κέφι, που όμως νομίζω ότι κάπου μπερδεύεται με ηθικοπλαστικές ρητορίες, λίγο μελό και κάπως ξενέρωτο τέλος. Διαθέτει ωστόσο καλές ιδέες και αρκετό σασπένς. Αυτό που μ' αρέσει κυρίως είναι η σουρεαλιστική νότα. Όλα τα λεφτά το μικρό αδερφάκι που είναι πρόωρος... θεούσος, ξέρει τα πάντα για τις βιογραφίες των αγίων, απαντά συνεχώς με θρησκευτικά τσιτάτα και, σα να μην έφταναν όλα, βλέπει οράματα με αγίους. Νομίζω ότι αυτή η πολύ αστεία - και κάπως αλλόκοτη - πινελιά, κάνει για μένα ενδιαφέρουσα την ταινία. Στα συν και τα εξαιρετικά πιτσιρίκια που παίζουν, όπως και το αρκετό χιούμορ της.
Συνολικά πάντως τη θεωρώ μια μάλλον χαμένη ευκαιρία. Θα μπορούσε να γίνει κάτι σπαρταριστό, αλλά... Σας είπα: Δεν μου φάνηκε κακό, το παρακολούθησα σχετικά ευχάριστα, δεν μου φαίνεται όμως και ότι είναι μια από τις καλές ταινίες του Boyle.
ΥΓ: Είπα ότι πρόκειται για παιδική ταινία, ας μη διστάσει όμως να τη δει και μεγάλος. Βλέπεται άνετα από όλες τις ηλικίες.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 05, 2011

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΣΠΡΩΧΝΕΙΣ, ΔΕΝ ΦΕΥΓΩ


Μετά το αρκετά αστείο "Hangover", εν έτει 2010 πλέον, ο Todd Phillips γυρίζει το "Due Date" (ο μάλλον άγαρμπος ελληνικός τίτλος είναι "Μη σπρώχνεις, έρχομαι"), στο ίδιο λίγο - πολύ κλίμα. Χοντρό χιούμορ, δίχως όμως να είναι πολύ χοντρό ώστε να ενοχλεί (τις περισσότερες φορές) και πολύ συχνά ξεκαρδιστικό. Εδώ υπάρχει βέβαια ο Ρομπερτ Ντάουνι Τζ., όπως αντιλαμβάνεστε όμως όλα τα λεφτά είναι ο Ζακ Γαλιφιανάκης, που, αφού έκλεψε την παράσταση στο "Χανγκόβερ", αναβαθμίζεται τώρα σε έναν από τους δύο πρωταγωνιστές, υποδυόμενος περίπου τον ίδιο "κουφό" χαρακτήρα.
Κατά τα άλλα η ταινία βασίζεται στο χιλιοδοκιμασμένο - και παρ' όλα αυτά συχνά πολύ λειτουργικό - εύρημα της αναγκαστικής συνύπαρξης δύο εντελώς αταίριαστων και διαφορετικών χαρακτήρων. Ο Ντάουνι είναι ένας πετυχημένος, απόλυτα σοβαρός αρχιτέκτονας που πρέπει να προλάβει μια πτήση για την άλλη άκρη της Αμερικής, όπου γεννάει η γυναίκα του. Ο Γαλιφιανάκης είναι ένας επίδοξος ηθοποιός... και παντελώς απερίγραπτος ως χαρακτήρας (πρέπει να το δείτε). Λόγω μιας σειράς από συμπτώσεις οι δύο αυτοί άνθρωποι αναγκάζονται να πάνε στο ος Άντζελες με το αυτοκίνητο του δεύτερου... και αντιλαμβάνεστε τι γίνεται.
Το γέλιο, συχνά ξεκαρδιστικό, βγαίνει από τη συνύπαρξη των δύο και κυρίως από τον ανεκδιήγητο χαρακτήρα του Γαλιφιανάκη. Αδύνατο να τον κατατάξεις. Δεν είναι ακριβώς ηλίθιος, δεν είναι γκέι ή διαστραμμένος (;), δεν είναι ακριβώς τρελός, έχει όμως κάτι απ' όλα αυτά, συν κάτι που σε κάνει να τον λυπάσαι ταυτόχρονα. "Ούφο" ίσως να είναι η σωστή λέξη στην καθομιλουμένη. Γενικά είναι νομίζω ένας από τους κωμικότερους και πιο αλλόκοτους τύπους που έχουν περάσει από την οθόνη. Συγχρόνως υπάρχει και το σασπένς - αν θα καταφέρουν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους και τι θα συμβεί εκεί. Γενικά το φιλμ σε κάνει να συμπονάς τον άτυχο αρχιτέκτονα και, σε ορισμένα σημεία, ο θεατής νοιώθει απόλυτα αγχωμένος, λες και βλέπει θρίλερ.
Διασκέδασα αρκετά, δίχως και να το θεωρώ βέβαια επιτομή στην κωμωδία. Δείτε το για να περάσετε δύο αστείες ώρες, αλλά σας προειδοποιώ: Εδώ βρισκόμαστε μίλια μακριά από εκλεπτυσμένες κωμωδίες σε στιλ Άλλεν ή Τατί και άλα τόσα μίλα μακριά από τον σουρεαλισμό των Monty Python. Εδώ το χιούμορ συχνά γίνεται χοντρό, έως και σχεδόν ενοχλητικό (σχεεδόν. Ποτέ δεν υπαρβαίνει κάποια όρια). Ίσως να βρίσκεται κοντύτερα στον Borat - αν και σε καμιά περίπτωση τόσο τραβηγμένο. Αν σας αρέσει αυτό, πρόκειται νομίζω από τα καλά δείγματα

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΥΛΟΣ


"Ο Λόγος του Βασιλιά" (The King's Speech, 2010) του Tom Hooper είναι χαρακτηριστική ταινία απ' αυτές που χτυπάνε Όσκαρ. Και δικαίως. Άψογη αναπαράσταση εποχής (μεσοπόλεμος), βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, έξυπνο σενάριο που κρατά τον θεατή, ωραία σκηνοθεσία και, κυρίως, φοβερές ηθοποιίες απο τους εξαιρετικούς Τζέφρι Ρας και Κόλιν Φερθ. Τι άλλο θέλετε;
Ο δευτερότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου του 5ου είναι τραυλός και, γενικάτερα, ένας καταπιεσμένος άνθρωπος, που το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι να γίνει βασιλιάς (ναι, συμβαίνουν κι αυτά). Λόγω του άσωτου βίου του πρωτότοκου και διαδόχου όμως, καλείται αυτός να αναλάβει τον θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. Δεν μπορεί όμως να εκφωνήσει λόγο εξ αιτίας του τραυλισματός του, ενώ οι συγκυρίες γίνονται όλο και δυσκολότερες (ο 2ος Παγκόσμιος πλησιάζει). Μοναδική του ελπίδα ένας ιδιόρυθμος και αμφιλεγόμενος λογοθεραπευτής. Η σχέση τους, που περνά από πολλά σκαμπανεβάσματα, είναι αυτή που αναλύεται στην ταινία.
Στην ουσία ο λογοθεραπευτής είναι ένα είδος άτυπου ψυχαναλυτή. Πιστεύει ότι το τραύλισμα οφείλεται σε ψυχικά προβλήματα - πράγμα επιβεβαιωμένο σήμερα. Άντε όμως να ψυχαναλύσεις ένα βασιλιά... Η ψυχαναλυτική διάσταση λοιπόν, ή ένας βασιλιάς ως κανονικός άνθρωπος, με τα προσωπικά του προβλήματα και τον δικό του χαρακτήρα, απογυμνωμένος δηλαδή από τον μύθο της εξουσίας και την ψεύτικη εικόνα με τις στολές, τα παράσημα και τις τελετές, είναι ο ένας άξονας της ταινίας. Ο άλλος είναι η Βρετανία - ή η ανθρωπότητα ολόκληρη - σε ένα σημείο καμπής. Όχι μόνο καθαρά ιστορικά, αφού βρισκόμαστε, όπως είπαμε, λίγο μόλις πριν τον 2ο Παγκόσμιο, αλλά και εξ αιτίας της τεχνολογίας. Το κυρίαρχο τότε ραδιόφωνο αλλάζει κάθε δεδομένο, φέρνει τον βασιλιά (οποιονδήποτε τέλος πάντων ασκεί εξουσία) στα σπίτια του κάθε ανθρώπου. Ο "ελέω Θεού" μονάρχης γίνεται για πρώτη φορά άνθρωπος, όλοι μπορούν ν' ακούσουν τη φωνή του. Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα του βασιλιά. Αν δεν υπήρχε το ραδιόφωνο και τα μικρόφωνα θα μπορούσε να εκφωνεί κουτσά - στραβά τους λόγους του μπροστά σε ένα περιορισμένο κοινό ευγενών και αξιωματούχων, που θα ήταν οι μόνοι που θα ήξεραν για το πρόβλημά του.
Αν το δούμε απ' αυτή τη σκοπιά και προεκτείνουμε το συλλογισμό, μπορούμε να πούμε ότι τα μίντια και η κυριαρχία τους, η τεχνολογία γενικότερα, οδηγούν σε ένα είδος κοινωνικού εκδημοκρατισμού. Το "ελέω Θεού" δεν μπορεί πια να ισχύει, αφού κάθε πολίτης βλέπει / ακούει έναν εμφανώς κοινό άνθρωπο, με τις ιδιαιτερότητές του, τη φωνή του, τα προβλήματά του ενδεχομένως. Αυτό το σημαντικότατο λοιπόν σημείο καμπής της δυτικής κοινωνίας αποτελεί νομίζω βασικό προβληματισμό του Hooper.
Η αξία της ταινίας όμως είναι και καθαρά κινηματογραφική. Θα σας πω την προσωπική μου εμπειρία: Σε πρώτη φάση η όλη ιστορία μάλλον δεν με ενδιέφερε. Γενικά δεν με έλκουν ιδιαίτερα τα ιστορικά δράματα που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα (δικό μου βίτσιο, μην το κρίνετε). Παρ' όλα αυτά το φιλμ με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, δίχως να βαρεθώ ούτε στιγμή. Το απόλαυσα πραγματικά. Γι' αυτό και μόνο, ακόμα δηλαδή κι αν έλειπαν οι κάθε λογής προεκτάσεις, θα το θεωρούσα πολύ καλή ταινία.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 03, 2011

Η ΤΑΜΑΡΑ ΝΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ


Ο Stephen Frears αποδεικνύει χρόνο με τον χρόνο ότι είναι ένας σκηνοθέτης... παντός καιρού. Δεν το λέω με κακιά έννοια. Κάθε άλλο. Θεωρώ ότι οι πολύ διαφορετικές ταινίες που έχει κάνει (από τις "Επικίνδυνες σχέσεις" μέχρι το "Πιτσιρίκι" και από το "Ωραίο μου Πλυντήριο" μέχρι το "The Hit") είναι πάντα από ενδιαφέρουσες έως εξαιρετικές, δηλαδή από ένα επίπεδο και πάνω.
Έτσι το 2010 γυρίζει την "Tamara Drew" ("Η επεισοδιακή επιστροφή της Ταμάρα Ντρου"), ταινία βασισμένη σε κόμικς, την οποία, δίχως να πρόκειται για ένα από τα μεγάλα φιλμ του, βρήκα διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα. Η ομώνυμη ηρωίδα, πρώην ασχημόπαπο και νυν σούπερ γκόμενα χάρη σε μια πλαστική που έκανε στη μύτη της, επιστρέφει στη μικρή, επαρχιακή πόλη της και αναστατώνει τις ζωές των κατοίκων - και κυρίως, βέβαια, του αντρικού πληθυσμού.
Ακούγεται χαζό; Δεν είναι τόσο. Ο Φρίαρς μένει πολύ μακριά από τη φτηνή φαρσοκωμωδία. Το χιούμορ βεβαίως υπάρχει, πικρό πολύ συχνά, αλλά συνυπάρχει με μια εξονυχιστική καταγραφή της επαρχιακής μιζέριας (που, όπως φαίνεται τελικά, είναι ίδια σ' όλο τον κόσμο) και των πολλών χαρακτήρων που εμπλέκονται στην ιστορία και αποτελούν το μικρόσκοσμο της αγροτικής πόλης. Και είναι πολλοί και ποικίλοι οι χαρακτήρες αυτοί: Ο πετυχημένος συγγραφέας αστυνομικών, που με τη σύζυγό του διατηρεί φάρμα - καταφύγιο συγγραφέων (!), οι συγγραφείς που ζουν εκεί, ο ωραίος αγρότης, ο ροκ σταρ που σκάει απο το πουθενά, τα δύο 15χρονα κοριτσάκια που γίνονται καταλύτης στη όλη ιστορία και κάμποσοι άλλοι. Μια μικρή κοινωνία με τις ιστορίες, τα ψέματα, τα μικρά δράματα, την υποκρισία... μια μικρογραφία της βρετανικής κοινωνίας, που ο Φρίαρς σατιρίζει εύστοχα. Η ιστορία μπορεί να γίνει κάπου και τραγική - αν και η φρεσκάδα του σκηνοθέτη δεν σε κάνει ποτέ να τα βάψεις μαύρα. Το όλο κλίμα ίσως θυμίζει κάπως Νικ Χόρνμπι (ο Φρίαρς έχει άλλωστε μεταφέρει στην οθόνη το δικό του διασκεδαστικότατο "High Fidelity").
Αυτό που θαυμάζω στον σκηνοθέτη αυτόν είναι η αστείρευτη φρεσκάδα του, αν σκεφτεί κανείς ότι γυρίζει αυτή την ταινία στα 69 του χρόνια. Και η ικανότητά του να μεταμορφώνεται διαρκώς, δίχως σχεδόν ποτέ να δίνει κακά αποτελέσματα. Και μη μου πει κανείς ότι παρήκμασε. Πάντοτε, σ' όλη του την καριέρα, γύριζε όπως είπαμε πολύ διαφορετικά πράγματα, που, ξαναλέω, τις φορές που δεν ήταν εξαιρετικά, ήταν τουλάχιστον πολύ συμπαθητικά. Όπως σ' αυτή εδώ την Ταμάρα. Δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, βλέπεται όμως πολύ ευχάριστα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2010

Ο ΑΚΡΩΣ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟΥ


Το "Μπλε Βελούδο" του 1986 είναι μια αστυνομική ταινία. Μια απαγωγή, ένα κομμένο αυτί, μια συμμορία, κάποια ντίλινγκ ναρκωτικών, ένας ερασιτέχνης ντετέκτιβ... Τι είναι όμως αυτό που κάνει την ταινία του David Lynch να ξεχωρίζει σαν τη μύγα μεσ' το γάλα από πλήθος άλλες αστυνομικές ταινίες;
Είναι φυσικά ο εντελώς προσωπικός τρόπος που ο Lynch προσεγγίζει ένα μάλλον τετριμένο θέμα, είναι η ίδια η εικόνα, είναι το πλήθος λεπτομερειών και δευτερευόντων χαρακτήρων, που μας κάνει να μιλάμε για τον "κόσμο του Lynch". Κι είναι και ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στη γλυκύτητα και την αθωότητα και στη φρίκη που παραμονεύει από κάτω. Η πρώτη σκηνή, πριν καν τους τίτλους, συνοψίζει όλη την προβληματική της ταινίας: Μια απόλυτα ειδυλλιακή εικόνα αμερικάνικου προάστειου, ηλιόλουστη, καθαρή, με συμπαθείς ανθρώπους που κάθονται ευτυχισμένοι στα όμορφα σπίτια τους... και ξαφνικά μια βάνα βρύσης εκτινάζεται και τραυματίζει σοβαρά τον καλό ηλικιωμένο κύριο που ποτίζει αμέριμνος το γρασίδι του. Στη συνέχεια η κάμερα ζουμάρει στο καλοκουρεμένο χορτάρι και τους οικιακούς θάμνους... και μας αποκαλύπτει έναν υπόγειο, αθέατο κόσμο φρίκης, όπου έντομα ξεσκίζουν το ένα το άλλο μέσα στην κοπριά...
Το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται - ανάμεσα σε ανθρώπους πλέον - σ' ολόκληρο το φιλμ. Μια λουστραρισμένη επιφάνεια (η οικογένεια, η θεία, τα αστικά σπίτια, ο έρωτας των δύο νεαρών πρωταγωνιστών, η γλυκειά και αθώρα Λόρα Ντερν...) κι από κάτω ένας εφιαλτικός, βρώμικος κοσμος (ο εφιαλτικός Φρανκ, οι απαγωγές και οι φόνοι, η απόλυτη διαστροφή, το κιτς, η άγρια σεξουαλικότητα της Ισαμπέλα Ροσελίνι...) Το βασικό τραγούδι, το κλασικό Blue Velvet, ακούγεται και ξανακούγεται, γλυκό, νοσταλγικό, ευχάριστα παλιομοδίτικο, υπογραμμίζοντας τη στιλπνή επιφάνεια των πραγμάτων, βουτηγμένη σε μια πλαστή και ψεύτικη αθωότητα. Ψεύτικη, διότι είπαμε τι ελλοχεύει από κάτω.
Κι όσο για τις μικρές πινελιές, τις λεπτομέρειες... Η διαστροφή του Φρανκ, το πορνείο(;) που αντί για ποθητές πουτάνες είναι γεμάτο με ευτραφείς ηλικιωμένες κυρίες, ο μπάτσος με το κίτρινο σακάκι, όλα παραπέμπουν σ' ένα προσωπικό, διεστραμμένο ίσως κόσμο, σήμα κατατεθέν του Λιντς. Όπως χαρακτηριστική είναι και η ίδια η εικόνα, η φωτογραφία που χρησιμοποιεί: Κρυστάλινα καθαρή, με πλούσια και έντονα χρώματα, είναι σα να τονίζει και πάλι την λεία επιφάνεια και να έρχεται σε αντίθεση με τη βρωμιά από κάτω. Πέραν των άλλων βέβαια, η ταινία καρφώνεται στη μνήμη μας εξ αιτίας ενός από τους πιο παράδοξους και εφιαλτικούς "κακούς" του σινεμά, του Φρανκ βέβαια του εξαιρετικού Ντένις Χόπερ.
Όλα στο φιλμ συγκλίνουν, κατά τη γνώμη μου, σε μία μόνο λέξη που χαρακτηρίζει τον κόσμο αυτόν: Ανησυχητικός. Τίποτα δεν είναι όπως δείχνει. Το αμερικάνικο (ή όποιο άλλο) όνειρο είναι διαβρωμένα εκ των έσω. Γι' αυτό και η φράση που επαναλαμβάνεται συχνά είναι "Ο κόσμος είναι παράξενος". Όντως. Όπως και ο κύριος David Lynch άλλωστε.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 30, 2010

ΜΕΤΑΞΩΤΕΣ ΚΑΛΤΣΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


Το έχω ξαναπεί επανειλημμένα: Τα παλιά χολιγουντιανά μιούζικαλ ή τα αγαπάς ή δεν τα αντέχεις. Πρόκειται για ένα νεκρό ουσιαστικά σήμερα είδος (παρά τις κάποιες σπάνιες σύγχρονες επιβιώσεις του), που κάποτε γνώρισε τεράστιες δόξες. Το "Silk Stockings" γυρίστηκε το 1957 από τον Rouben Mamoulian (1897–1987) και είναι από τα τελευταία της μεγάλης εποχής του είδους. Έχει όλα τα κλασικά του χαρακτηριστικά... και μια ιδιορυθμία: Είναι ριμέικ σε μιούζικαλ της κλασικής "Νινότσκα" του Λιούμπιτς της δεκαετίας του 30, με τη Γκρέτα Γκάρμπο φυσικά. Ο Φρεντ Αστέρ (56 χρονών τότε) και η Σιντ Τσαρίς, ένα κάτι παραπάνω από κλασικό ζευγάρι του είδους δηλαδή, κρατάνε (και χορεύουν) τους βασικούς ρόλους.
Πρέπει ακόμα να καταλάβουμε ότι εδώ και σχεδόν ένα αιώνα το αμερικάνικο σινεμά, ανεξαρτήτως είδους, καταφέρνει να διαθέτει, αν μη τι άλλο, ένα υψηλό επίπεδο ψυχαγωγίας, ακόμα κι αν συχνά σε εξοργίζει ιδεολογικά. Ένας σκεπτόμενος λάτρης του ξέρει πολύ καλά να τα διαχωρίζει αυτά. Προσπαθεί να ξεχάσει την αφέλεια, τις απλουστεύσεις ή την υπέρ του ακραιφνούς καπιταλισμού ιδεολογία... και το απολαμβάνει. Όλα αυτά ισχύουν στο έπακρο για το ριμέικ αυτό. Όπου, ενώ μένει πιστό στο στόρι της αρχικής "Νινότσκα", γίνεται ακόμα πιο ψυχροπολεμικό, τονίζοντας με οποιονδήποτε τρόπο την "ανωτερότητα" του καπιταλισμού απέναντι στο σοβιετικό σύστημα. Φυσικά το ίδιο έκανε και το ορίτζιναλ. Εδώ όμως τα πράγματα γίνονται με λιγότερη χάρη, πιο "άσπρα - μαύρα", πιο χοντροκομένα (ιδεολογικά εννοώ) και με λιγότερο χιούμορ. Η Σοβιετική Ένωση είναι μια καρικατούρα όπου τα πάντα είναι κακά, ενώ οι πιστοί του καθεστώτος της κάτι σαν ρομπότ που ενδιαφέρονται μόνο για νούμερα. Το όλο θέμα είναι ακριβώς η "διαφθορά" των ρώσων κομμουνιστών από τα θέλγητρα του καπιταλισμού. Όποιος επισκεφτεί μια έστω φορά το Παρίσι, κάνει τα πάντα για να μην επιστρέψει ποτέ στη Μόσχα. Και, απαράδεκτο για μένα, η σαγήνη αυτή εξασκείται στις γυναίκες (στην κομισάριο Νινότσκα συγκεκριμένα) με ό,τι πιο βλακώδες: Με τις μεταξωτές κάλτσες, σύμβολο της γοητείας του καπιταλισμού, τα ρούχα, τα αρώματα... Καταλαβαίνετε: Αν μια γυναίκα αντικρύσει κάλτσες και τα σχετικά λούσα είναι έτοιμη να ξεχάσει τα πάντα. Την πατρίδα ή την ιδεολογία της ας πούμε. Σήμερα θα το αποκαλούσαμε απλώς προσβλητικό για τις γυναίκες.
Φυσικά μην περιμένετε ούτε την παραμικρή ιστορική ή σκηνογραφική πιστότητα. Το νούμερο στη Μόσχα είναι αστείο, με ρώσους προλετάριους να χορεύουν κλακέτες κάτω από μια γιγάντια φωτογραφία του Λένιν. Νομίζω ότι πρέπει να το δείτε αυτό. Α, και επανέρχεται όπως πάντα σχεδόν στα μιούζικαλ, η σύγκριση "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, "σοβαρής" και ποπ κουλτούρας (με θρίαμβο φυσικά της δεύτερης, αν και οι αμερικάνοι αυτοσαρκάζονται ιδιαίτερα στο θέμα αυτό, δείχνοντάς την αδίστακτα ως σαγηνευτική, αλλά και ιδιαιτέρως κιτς ταυτόχρονα).
Από την άλλη Αστέρ και Τσαρίς διαθέτουν έντονη "χημεία" και χορεύουν άψογα. Μας μένει η σκηνή της Τσαρίς, ιδιαίτερα σέξι, να μεταμορφώνεται χορεύοντας από "χοντροκομένη" ρωσίδα σε κομψή και ερωτική παριζιάνα, το χορευτικό των δύο σε ένα κινηματογραφικό στούντιο, όπου τα σκηνικά αλλάζουν διαρκώς, και... αυτό κι αν είναι έκπληξη, ο Αστέρ να χορεύει ροκ εντ ρολ, το οποίο τότε ήταν ό,τι πιο καυτό και καινούριο.
Δεν είναι από τα πολύ μεγάλα μιούζικαλ, αν ωστόσο σας αρέσει το είδος βλέπεται ευχάριστα. Ξεχνώντας βεβαίως την αφελέστατη πολιτική διάσταση.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

EL CID: ΜΙΑ ΕΠΙΚΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ


Ο Anthony Mann (1906–1967) υπήρξε ένας από τους κλασικούς (και τυπικούς) χολιγουντιανούς σκηνοθέτες. Υπέγραψε μερικά από τα γνωστότερα έπη της εποχής, με το "El Cid" του 1961 να ξεχωρίζει ανάμεσά τους.
Πρόκειται για αληθινή υπερπαραγωγή για την εποχή. Μάχες, μονομαχίες, κάστρα, πόλεις ολόκληρες, στρατοί... ό,τι τραβά η ψυχή σας. Και πάνω απ' όλα ηρωισμοί. Τόσοι ηρωισμοί, που νοιώθεις να λιγώνεσαι. Τσάρλτον Ίστον και Σοφία Λόρεν στους βασικούς ρόλους και, μη ξεχνάμε, χιλιάδες κομπάρσοι, καθώς τότε δεν υπήρχαν ακόμα ψηφιακοί στρατοί.
Ο Ελ Σιντ δρα το μεσαίωνα σε μια Ισπανία διαιρεμένη σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, που μάχονται μεταξύ τους - αλλά μεταξύ τους μάχονται και οι διάφοροι χριστιανοί ευγενείς. Ο ομώνυμος ήρωας είναι αυτός που με τον αλτρουισμό, τη σοφία και πάνω απ' όλα την αυτοθυσία του, θα καταφέρει να ενώσει όχι μόνο τους χριστιανούς, αλλά Ισπανούς χριστιανούς και μουσουλμάνους μαζί, για να αντισταθούν στον πανίσχυρο εξ Αφρικής εισβολέα που απειλεί και τις δύο κοινότητες. Το όποιο ιδεολογικό ενδιαφέρον του φιλμ περιορίζεται σ' αυτό: Στην πρόταση συμφιλίωσης διαφορετικών φυλών και θρησκειών, που δυστυχώς παραμένει επικαιρότατη.
Φυσικά το θέαμα είναι χορταστικό. Αν μάλιστα είστε φίλοι των επικών πολεμικών ταινιών εποχής, θα την καταβρείτε, αφού πρόκειται για κλασικό δείγμα του είδους. Αυτό όμως που "κλωτσάει" με τα σημερινά δεδομένα είναι η αφέλεια και απλούστευση των πάντων. Υπάρχουν σαφέστατοι "καλοί" και "κακοί", υπάρχουν τόνοι ρομαντισμού και στόμφου, ιδιαίτερα στο ρόλο της Λόρεν και, κυρίως, ο βασικός ήρωας σχεδόν δεν είναι άνθρωπος, αλλά κάτι σαν άγιος. Καλύτερος απ' όλους στη μάχη, σοφότερος απ' όλους σε σχέδια και στρατηγικές, ηθικότερος απ' όλους, έτοιμος να απαρνηθεί τα πάντα, όλη του την προσωπική ζωή, για το καλό της χώρας, δίχως καμιά βλέψη προς την εξουσία (για την οποία, σημειωτέον, σφάζονται παληκάρια)... Καταλαβαίνετε δηλαδή, έναν κανονικός υπεράνθρωπος ή, αν προτιμάτε, άγιος, που τα έχει όλα και συμφέρει, απ' αυτούς που μάλλον δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Για να το πω με σύγχρονους όρους, μονοδιάστατος. Όπως και όλοι σχεδόν που τον περιστοιχίζουν, καλοί ή κακοί.
Έτυχε πρόσφατα να δώ τον "Σπάρτακο" του Κιούμπρικ. Έπος εποχής κι αυτό, εξ ίσου υπερπαραγωγή, εξ ίσου ηρωικό σε μερικά σημεία, εξ ίσου χορταστικό (και εξ ίσου τρίωρο). Ε, λοιπόν, δεν μπορείτε να φανταστείτε τη διαφορά βάθους. Ο Κιούμπρικ κάνει μια βαθιά τομή στη ρωμαϊκή κοινωνία, μας δίνει ανάγλυφη την κοινωνική κατάσταση της εποχής, τα συμφέροντα που συγκρούονται πίσω από τις μάχες, την ταξική διαστρωμάτωση, αλλά και το προσωπικό δράμα του ήρωα. Εδώ έχουμε μόνο μια μονοδιάστατη αγιογραφία, που σφύζει, όπως είπα, από ηρωισμό και αλτρουισμό, και κάποιο focus όχι ακριβώς στα προσωπικά διλήμματα του Σιντ (εδώ δεν υπάρχουν διλήμματα, αυτό μας έλειπε, εδώ κάνουμε μόνο το Καλό, τελεία), αλλά στην προσωπική του τραγωδία. Προφανώς ο Κιούμπρικ υπάρξε ένας μεγάλος δημιουργός, ενώ ο Mann απλώς ένας άψογος τεχνίτης.
Αυτά όσον αφορά το "βάθος". Όσον αφορά την επιφάνεια όμως, και χορταστικότατη είναι και άψογα λουστραρισμένη. Μιλάμε για έπος με τα όλα του. Που βλέπεται το ίδιο ευχάριστα ακόμα και σήμερα, αν εξαιρέσει κανείς έναν κάποιο στόμφο από τον οποίο, κατά τη γνώμη μου, πάσχει. Και από τον οποίο ακόμα και τα πιο βαρύγδουπα σύγχρονα χολιγουντιανά μπλογκμπάστερ φαίνεται να έχουν απαλλαγεί. Αλλά είπαμε. Το 1961 βρισκόμαστε ακόμα σε εποχές αθωότητας και οι Καλοί ήταν πιο καλοί απ' όσο μπορείτε να φανταστείτε. Τουλάχιστον στο σινεμά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 28, 2010

ΤΟ TRON...ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΖΕΤΑΙ


Υπάρχει φυσικά το πρώτο Tron του 1982, μια καλτ ταινία επιστημονικής φαντσίας, που τότε είχε πέσει ουρανοκατέβατο και άνοιξε δρόμους τόσο στη φαντασία κοινού και δημιουργών όσο και στο ψηφιακό σύμπαν γενικότερα - δίχως να είναι αριστούργημα. Ήταν απλώς μπροστά από την εποχή του.
Εν έτει 2010 η Disney κάνει το Tron Legacy με σκηνοθέτη τον πρωτοεμφανιζόμενο στο σινεμά Joseph Kosinski. Το αποτέλεσμα είναι κατά τη γνώμη μου κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό... και μέχρις εκεί. Που σημαίνει ότι τα μεν εφφέ είναι εκπληκτικά και λειτουργούν άψογα, το δε στόρι από κλισέ έως απλώς προβλέψιμο.
Ο γιος του δημιουργού του ψηφιακού κόσμου Κέβιν Φλιν, που έχει εξαφανιστει εδώ και 20 χρόνια, μπαίνει με τη σειρά του στον ψηφιακό κόσμο και ανακαλύπτει, εκτός από τον πατέρα του φυσικά, πλήθος άλλα εσωκομπιουτερικά θαύματα και βέβαια και θανάσιμους κινδύνους.
ΟΚ, το παρακολούθησα ευχάριστα και το θέαμα, το είπα ήδη, είναι χορταστικότατο. Νομίζω μάλιστα ότι αξίζει κανείς να το δει σε 3D και, προφανώς, σε μεγάλη οθόνη. Τα εφφέ έχουν φτάσει σε απίστευτα ύψη, η όλη αισθητική είναι ενδιαφέρουσα, το ίδιο και η μουσική των Daft Punk, δεν μπορείς λοιπόν παρά να φύγεις ικανοποιημένος. Το σενάριο όμως, εκτός του ότι μπάζει από κάποια σημεία, είναι γεμάτο κλισέ (βλέπε τη σχέση πατέρα - γιου, τον τελικό ύμνο στη φύση, που είναι πάνω απ' όλα κι ας έχουμε όσα ψηφιακά θαύματα θέλουμε, την προβλέψιμη τελική σύγκρουση και το εξ ίσου προβλέψιμο τέλος και δεν συμμαζεύεται). Άσε που ο γιος θα πάρει την κολοσιαία πολυεθνική... και θα την κάνει τι; Καλή πολυεθνική; Και, κερασάκι στην τούρτα, ο όλος χριστιανικός συμβολισμός που διέπει το φιλμ. Διότι τι άλλο είναι ο πατέρας - δημιουργός, ο σωτήρας γιος που μπαίνει στο πλέγμα διακινδυνεύοντας, ακόμα και η άυλη ουσιαστικά κοπέλα που θα μπορούσε να είναι κάτι σαν Άγιο Πνεύμα; Και οι στάσεις που παίρνουν οι ήρωες, και τα "προγράμματα" που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη χρηστών ή στην ύπαρξη δημιουργού μέχρι που τον αντικρύζουν με τα ίδια τους τα (ψηφιακά) μάτια... και άλλα που πιθανόν δεν πρόσεξα και μπορεί να προσέξετε εσείς. Γενικά όλο αυτό το παιχνίδι ήταν κάπως άνευ λόγου, ενώ διάφορα ενδιαφέροντα σημεία και παρατηρήσεις πέρναγαν κάπως στο ντούκου. Σα να χρειαζόμουν περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερο focus σε ορισμένες πτυχές της ιστορίας.
Τέλος πάντων, αν ψάχνετε για ταινίες που το 90% της αξίας τους είναι τα εφφέ, πετύχατε διάνα. Και, τέλος πάντων και πάλι, το είπα από την αρχή: Αν ξεχάσεις τα σεναριακά κλισέ, που βεβαίως έχουν "μεταλλαχτεί ψηφιακά" (όπως γράφει και το Αθηνόραμα), δεν περνάς καθόλου άσχημα. Φτάνει να ξέρεις τι πήγες να δεις.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2010

ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ


Ο γάλλος Sylvain Chomet μας είχε χαρίσει το 2003 τις υπέροχες "Τριπλέτες της Μπελβίλ". Το 2010 κάνει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, τον "Θαυματοποιό" (L'Illussionniste), στο ίδιο "χειροποίητο" στιλ με την πρώτη, και με μια ιδιομορφία: Το σενάριο είναι ένα αδημοσίευτο του Ζακ Τατί. Ο ίδιος ο Τατί σαν φιγούρα γίνεται ο πρωταγωνιστής της ταινίας (και μάλιστα με το όνομα Tatiscef, που ήταν το αληθινό του όνομα) και όλα είναι σα να βλέπεις μια κανονική ταινία του μεγάλου γάλλου κωμικού σε κινούμενο σχέδιο.
Βρισκόμαστε μίλα μακριά από το 3D της Disney και της Pixar, από τον καταιγισμό δράσης και τη βροχή από έξυπνες ατάκες που επικρατούν στα φιλμ τους. Εδώ όλα κινούνται αργά, το χιούμορ είναι διακριτικό και αυτό που κυριαρχεί είναι η μελαγχολία. Το ίδιο υπάροχα παλιομοδίτικο κλίμα με τις "Τριπλέτες", το ίδιο θαυμάσιο σχέδιο, το ίδιο βουβό στιλ, καθώς κι εδώ δεν υπάρχουν διάλογοι. Όλα γίνονται αντιληπτά με κινήσεις και επιφωνήματα.
Ο μοναχικός θαυματοποιός στη δύση της καριέρας του, στωικός, σιωπηλός παρατηρητής των πάντων, που παίρνει μαζί του τη μικρή φτωχή καθαρίστρια από ένα ξεχασμένο χωριό της Σκοτίας και ως άλλος Πυγμαλίων την κάνει "κυρία" με φριχτές οικονομίες, για να τη δει στο τέλος... (αλλά ας μη σας αποκαλύψω το τέλος), είναι μια σπαραχτική φιγούρα με τη χαρακτηριστική, ψιλόλιγνη μορφή του Τατί - ή μάλλον του μόνιμου alter ego που επινόησε, τον κύριο Ιλό.
Όπως καταλάβατε, πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν στο φιλμ. Ούτε καταιγισμός από γκαγκς ούτε λεκτικά αστεία (είπαμε, δεν υπάρχουν διάλογοι). Μόνο η πανταχού παρούσα μελαγχολική διάθεση (μελαγχολικοί έως τραγικοί είναι και οι άλλοι "θεατρίνοι" που περιστοιχίζουν τους βασικούς ήρωες), που σπάει πού και πού από μερικά χαμόγελα, κι αυτή η ζεστασιά, η γλυκύτητα, η ανθρωπιά. Υπάρχει και η μόνιμη στον Τατί ειρωνία και σατιρική διάθεση προς το μοντέρνο και τη σύγχρονη τεχνολογία, που εδώ φαίνεται με την πλάκα που κάνει στο καινοφανές ροκ (η ιστορία διαδραματίζεται τέλη 50 αρχές 60) και στα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής. Αυτό που αληθινά μαγεύει ωστόσο είναι η πραγματικά υπέροχη εικόνα. Δισδιάστατη, παλιομοδίτικη κι αυτή, είναι τόσο εκφραστική στις κινήσεις των ηρώων και τόσο μαγευτική στα τοπία, φυσικά ή αστικά, που κόβει την ανάσα. Θεωρώ τον Chomet μεγάλο καλλιτέχνη στο σχέδιο (και στο χρώμα φυσικά) και τον προτιμώ χιλιάδες φορές από οποιοδήποτε σύγχρονο εντυπωσιακό κομπιουτερέ 3D (σαν εικόνα, τονίζω, γιατί τα στόρι των φιλμ της Pixar τουλάχιστον είναι κι αυτά εκπληκτικά).
Αν είστε συνηθισμένοι στο αμερικάνικο πνεύμα του σύγχρονου animation ίσως το φιλμ σας φανεί κουραστικό ή/και βαρετό. Προσωπικά, εθισμένος στο κλίμα τόσο του Τατί όσο και του Chomet, το απόλαυσα απόλυτα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2010

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΑΡΗΔΕΣ ΛΗΣΤΕΣ


Ίσως να είναι ο καλύτερος ρόλος του Αλ Πατσίνο. Πιθανόν να είναι η καλύτερη ταινία του Sidney Lumet. Σίγουρα είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ των 70ς. Μιλώ για το Dog Day's Afternoon (Σκυλίσια Μέρα) του 1975. Όπου ένα αληθινό γεγονός εξετάζεται κάτω από πολλά και διαφορετικά πρίσματα, οπότε μιλάμε για μία από τις πιο πολυεπίπεδες ταινίες που έχω δει.
Δύο πρωτάρηδες ληστές εισβάλλουν σε μια τράπεζα, σύντομα παγιδεύονται σ' αυτήν πριν προλάβουν να διαφύγουν, περικυκλώνονται από μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις, διαπραγματεύονται κρατώντας ομήρους... και από εκεί και πέρα τον λόγο έχουν η αστυνομία και το FBI, το πλήθος που έχει συγκεντρωθεί απ' έξω και, φυσικά, τα μίντια. Κι εμείς παρακολουθούμε ταυτόχρονα (και με κομένη την ανάσα) την εξέλιξη της όλης ιστορίας, ένα εκπληκτικό πορτρέτο του βασικού ήρωα, τις πολιτικές προεκτάσεις που αποκτά το γεγονός, την ανακήρυξη ενός κατά λάθος ήρωα, τη σκιαγράφηση του όλου κοινωνικού κλίματος της εποχής και... μπορεί να σκεφτείτε και κάμποσες άλλες προεκτάσεις.
Αυτό που άμεσα παρατήρησα είναι το πόσο έχουν αλλάξει οι εποχές από το 1975. Έχουμε σήμερα συνηθίσει σε παρόμοιες περιπτώσεις άμεσες επεμβάσεις των δυνάμεων ασφαλείας, αποκλεισμούς δρόμων σε χρόνο dt και άλλα τέτοια. Τότε τα πράγματα γίνονταν... πώς να το πω... πιο χαλαρά. Ο κόσμος πλησίαζε το επίμαχο σημείο, οι διαπραγματεύσεις γίνονταν πιο άμεσα και σχεδόν φανερά... Φυσικά το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, ο τρόπος όμως είναι τόσο διαφορετικός... Και μια που είπα για τον κόσμο: Το κλίμα της εποχής, πολιτικοποιημένο ακόμα και με εντονότερη αμφισβήτηση προς το σύστημα ακόμα και στην Αμερική, αποτυπώνεται άμεσα με τις αντιδράσεις του πλήθους. Το οποίο μαζεύεται ταχύτατα γύρω από το επίμαχο μέρο και παραμένει εκεί μέχρι αργά τη νύχτα και τη βίαιη λύση του δράματος και... τι κάνει; Γιουχαϊζει διαρκώς τους μπάτσους και επευφημεί τον ληστή Πατσίνο. Άλλες εποχές, άλλες κοινωνικές αντιλήψεις, όταν ο κόσμος δεν είχε ακόμα σιχαθεί τα πάντα και, ουσιαστικά, αποσυρθεί. Όσο για τον ληστή, με την προβολή των μίντια και τη φασαρία που δημιουργείται, γίνεται ήρωας με πολιτικό και κοινωνικό έρεισμα δίχως στην ουσία ούτε ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος να είναι ούτε οποιοδήποτε αλτρουιστικό ή πολιτικό κίνητρο να έχει για την πράξη του. Το μόνο που θέλει είναι να βελτιώσει την μπερδεμένη προσωπική ζωή του. Η όποια πολιτικοποίησή του έγκειται στο ότι, σε ένα στιγμιαίο ξέσπασμα, κραυγάζει διαρκώς "Άττικα! Άττικα!" (αναφερόμενος στην αιματηρή καταστολή από τις δυνάμεις ασφαλείας της περίφημης εξέγερσης στις ομώνυμες φυλακές λίγα χρόνια πριν), ξεσηκώνοντας έτσι ένα ήδη εξοργισμένο κοινό. Και βέβαια, κατά βάθος είναι "καλό παιδί" (δίχως ο όρος αυτός σε καμιά περίπτωση να γίνεται καρικατούρα), ή, αν προτιμάτε, ένας μπερδεμένος και πιεσμένος από παντού άνθρωπος με κάποιες ιδιαιτερότητες. Γι' αυτό και ο θεατής (όπως και ο κόσμος που λέγαμε) ταυτίζεται μαζί του και αγωνιά για την έκβαση της ιστορίας.
Ανάμεσα σ' όλα αυτά ο Λούμετ προλαβαίνει να μιλήσει και για τις πρώτες εποχές του κινήματος για την ισότητα των ομοφυλοφίλων, να μας δώσει μια στέρεη περιγραφή της μίζερης μέχρι τότε ζωής του ήρωα και να φτιάξει ένα σκοτεινό και διεισδυτικό πορτρέτο του χαρακτήρα του σχεδόν αμίλητου και μάλλον προβληματικού συνεργάτη του ληστή, που είναι ένα κράμα αγνότητας, αφέλειας και φανατισμού όσον αφορά τον σκοπό του.
Άψογο δείγμα συνδυασμού ιστορίας με σασπένς και πολιτικοκοινωνικής "ακτινογραφίας" μιας ολόκληρης εποχής δοσμένη με μάλλον ντοκιμαντερίστικο στιλ, αποτελεί, όπως είπα και στην αρχή, μια από τις αγαπημένες μου ταινίες της δεκαετίας του 70.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 24, 2010

ΚΑΥΤΗ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ


Η "Καυτή Σάρκα" (Carne trémula, 1997) σημαδεύει την αρχή της ωριμότητας του Pedro Almodovar. Μέχρι τότε ο φοβερός ισπανός ήταν ο βασιλιάς του κιτς, ενώ α σενάριά του ήταν τόσο παλαβά και πολύπλοκα, ο χαβαλές τόσο έκδηλος, που δύσκολα έπαιρνες στα σοβαρά τις ιστορίες του. Από εδώ και πέρα (ίσως και από το προηγούμενο "Μυστικό της Λουλούδι") τα πράγματα σοβαρεύουν και ο Πέδρο στρέφεται στο μελόδραμα. Κι είναι καλό αυτό; θα μου πείτε. Χμμμ... Προσωπικά είμαι φαν και της παλιότερης, της "χαβαλετζίδικης" περιόδου του. Όλα τα τελευταία φιλμ του όμως είναι... πώς να το πω... πιο συμπαγείς ταινίες, πιο σφιχτές και δομημένες, "πιο ταινίες" τελικά. Στην "Καυτή Σάρκα" λοιπόν... και τι δεν γίνεται. Μπάτσος μένει ανάπηρος εκτελώντας το καθήκον, πλην όμως ερωτεύεται και παντρεύεται τη γυναίκα που προσπαθούσε να σώσει όταν τραυματίστηκε, κάποιος άλλος, ερωτευμένος κι αυτός με την περί ης ο λόγος γυναίκας καταλήγει άδικα στη φυλακή, όταν βγαίνει τα φτιαχνει με τη γυναίκα άλλου μπάτσου κλπ. κλπ. Χαμός.
Μέσα σ' όλα αυτά κυρίαρχο ρόλο παίζει το ερωτικό πάθος, που είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας, τόσο με τη μορφή του απόλυτου, αιώνιου έρωτα όσο και με αυτή του άμεσου, καυτού σεξουαλικού πόθου. Φυσικά τα συναισθήματα - όπως πάντα στον Αλμοδοβάρ - είναι πλούσια, τα πάθη στο κόκκινο, οι άνθρωποι είναι έρμαια και των δύο. Η ταινία διατρέχεται από μία διαρκή απειλή, καθώς ο νεαρός ήρωας (ο αποφυλακισμένος) κινείται συνεχώς σε τεντωμένο σκοινί, χώνεται - συνήθως άθελά του - στις ζωές των άλλων και νοιώθεις ότι οι πάντες του την έχουν στημένη κι ότι όλο αυτό κάποια στιγμή κάπου θα ξεσπάσει. Από την άλλη οι συμπτώσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στο σφιχτό σενάριο. Αυτό κανονικά είναι στοιχείο που δεν μου αρέσει, αλλά στον Αλμοδοβάρ ειδικά το συγχωρώ, καθώς είναι αναπόσπαστο μέρος του οικοδομήματος που στήνει. Ίσως μάλιστα με τον τρόπο αυτόν να κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι στον θεατή, να του υπενθυμίζει ότι παρά τις δακρύβρεκτες, πλήρεις παθών ιστορίες του, κατά βάθος δεν παύει να το διασκεδάζει, όπως τότε που έκανε πιο καθαρές κωμωδίες. Γιατί κι εδώ ακόμα, στο απώγειο των παθών, ένα ύπουλο χιούμορ ελλοχεύει: Στην πρώτη σκηνή με τη γέννα στο νυχτερινό λεωφορείο, στην όλη υπερβολή των όσων συμβαίνουν, στις συμπτώσεις που λέγαμε...
Επίσης εδώ είναι η πρώτη φορά (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) που ο Αλμοδοβάρ κάνει μια ξεκάθαρη πολιτική αναφορά στη δικτατορία του Φράνκο και στον τρόμο που έσπειρε στη χώρα. Ο ήρωας γεννιέται τη νύχτα που ο δικτάτορας παίρνει κάποια βάρβαρα μέτρα, ενώ το φιλμ καταλήγει με τη φράση "τώρα πια η Ισπανία φοβάται πολύ λιγότερο" ή κάπως έτσι.
Αν είστε φίλοι του δαιμόνιου ισπανού μη χάσετε την "Καυτή Σάρκα". Αν δεν είστε πάλι, ίσως γίνετε βλέποντας αυτό το χορταστικό και συγχρόνως παιχνιδιάρικο μελό.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 22, 2010

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ATTENBERG


Να λοιπόν που ο Λάνθιμος δημιουργεί μια μίνι σχολή στο ελληνικό σινεμά, το οποίο, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, είναι πολύ ενδιαφέρον τα λίγα τελευταία χρόνια. Φαίνεται ότι η κρίση βοηθά τη δημιουργία...
Το "Attenberg" (2010) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη μιλά για τη μελαγχολία της ζωής (αν και διαθέτει και χιούμορ) και διαπραγματεύεται δύο από τα βασικότερα θέματά της: Την ενηλικίωση και τον θάνατο. Η ενηλικίωση και η σεξουαλική αφύπνιση της Μαρίνας μπλέκονται με την σίγουρη πορεία προς το θάνατο του άρρωστου πατέρα της. Θα μπορούσε να είναι μελό, δράμα, ταινία καταγγελίας ή ό,τι άλλο, καθώς τα θέμτα είναι αρχετυπικά και θα μπορούσαν να δοθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Η σκηνοθέτης όμως επιλέγει μια χαρακτηριστικά ψυχρή και αποστασιοποιημένη ματιά, σα να μην παίρνει θέση στα μικρά, καθημερινά δράματα που συμβαίνουν. Συγχρόνως εισάγει μια έντονα μελαγχολική διάθεση, που διαπερνά όλο το φιλμ και καταγράφει έτσι και τη μίζερη νεοελληνική επαρχία, που είναι συγχρόνως οικεία και καταθλιπτική.
Τα χρώματα που κυριαρχουν είναι μουντά και γκρίζα, οι εικόνες απόλυτα "συνηθισμένες". Το μέρος άλλωστε που διαλέγει να γυρίσει την ταινία της (τα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας που ούτως ή άλλως αποτελούν μια παράδοξη οικιστική περίπτωση) προσδίδουν μια επιπλέον μελαγχολία και έναν τόνο παράδοξου με την ηθελημένη ομοιομορφία τους.
Μπορούμε να εντοπίσουμε αρκετά θέματα που θίγονται στο φιλμ. Από τα πιο χαρακτηριστικά είναι η ψυχρότητα της νεαρής ηρωίδας και η απέχθειά της για το σεξ και την ανθρώπινη σωματική επαφή γενικότερα. Ίσως κάποτε θα αφήσει τα ένστικτά της ελεύθερα και θα αγαπήσει τον έρωτα, αφήνεται να εννοηθεί. Ίσως πάλι να πρόκειται για αλληγορία της εποχής μας γενικότερα... Από την άλλη, η σχέση με τον ετοιμοθάνατο πατέρα της είναι ζεστή, ανθρώπινη, με χιούμορ. Πιάνει λοιπόν έτσι διαφορετικές πτυχές της ζωής - της ζωής γενικά και της ζωής της Μαρίνας ειδικότερα.
Η ταινία, με τη μοντερνα αφήγησή της, τους κοφτούς διαλόγους, το παράξενο παίξιμο, τα σχεδόν σουρεαλιστικά ιντερμέντια των δύο κοριτσιών που διασκεδάζουν (;) περπατώντας με όλο και πιο παράξενους τρόπους, την όλη αποστασιοποιημένη ματιά και τη μελαγχολία της, είναι αρκετά δύσκολη και παρακολουθείται σχετικά άβολα. Έτσι μπορεί να μην αρέσει σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Προσωπικά τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και περιμένω το επόμενο βήμα της δημιουργού της. Όσον δε για τη "σχολή Λάνθιμου" που ανέφερα στην αρχή (ο ίδιος παίζει σαν ηθοποιός στο φιλμ, ενώ η Τσαγκάρη ήταν παραγωγός στον "Κυνόδοντα"), αφορά όχι τόσο το θέμα, αλλά την αισθητική της. Το γύρισμα, η εικόνα, το όλο κλίμα, μοιάζουν πολύ μ' αυτά του "Κυνόδοντα". Οπότε, ξέροντας τι περίπου θα δείτε (οπτικά ξαναλέω κι όχι θεματικά), κάντε τις επιλογές σας.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2010

ΜΑΤΙΑ ΔΙΧΩΣ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΚΑΡΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΑ


Ο γάλλος Georges Franju (1912–1987) έχει κάνει λίγες σχετικά ταινίες, αν και ήταν σημαντικότατος κινηματογραφάνθρωπος στη Γαλλία (συνιδρυτής, μεταξύ άλλων, της περίφημης Γαλλικής Ταινιοθήκης). Το 1960 γυρίζει μια από τις σημαντικές, ανατριχιαστικές και ποιητικές ταυτόχρονα, ταινίες τρόμου, το ασπρόμαυρο "Les Yeux sans Visage" (Μάτια δίχως Πρόσωπο).
Το πρόσωπο της αγαπημένης μοναχοκόρης ενός διάσημου και ιδιοφυούς χειρούργου παραμορφώνεται φριχτά σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα (για το οποίο έφταιγε ο πατέρας της), ενώ τα όμορφα μάτια της μένουν ανέγγιχτα. Ο πατέρας της πασχίζει να της μεταμοσχεύσει καινούριο πρόσωπο, "κλεμμένο" από άλλες κοπέλες, αλλά αποτυγχάνει διαρκώς. Πάνω στον ούτως ή άλλως ζοφερό αυτόν καμβά χτίζεται η ταινία, που περιέχει πολλές εικόνες που στοιχειώνουν τον θεατή και φεύγουν πολύ δύσκολα από τη μνήμη του: Η εικόνα της αιθέριας κοπέλας με τη μόνιμη μάσκα καταφέρνει να σε κάνει να παγώνεις, να νοιώθεις σχεδόν φρίκη, ακόμα κι αν δεν συμβαίνει τίποτα. Η σκηνή της μασκοφορεμένης κόρης να χαϊδεύει τα φυλακισμένα σκυλιά, οι ποιητικές εικόνες του τέλους στο δάσος (για να αναφέρουμε μερικές μόνο)... όλες και όλα συντελούν στη δημιουργία αυτού του διαρκώς ανησυχητικού κλίματος που διαπερνά το φιλμ από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό - και γίνεται ακόμα ανησυχητικότερο με το συχνό γαύγισμα πολλών αθέατων σκυλιών, το οποίο λειτουργεί ενίοτε σαν εφιαλτικό σάουντρακ.
Η ταινία δεν περιέχει σκηνές που τρομάζουν ξαφνικά τον θεατή, σαν κάποιος να του κάνει "μπαμ" στα καλά καθούμενα. Ο Franju επιλέγει να μη "δείχνει κατά πρόσωπο το τέρας", αλλά να υπονοεί διαρκώς την παρουσία του. Έτσι δημιουργείται η όλη ατμόσφαιρα, το όλο σκοτεινό, ανησυχητικό, "άρρωστο" κλίμα. Υπάρχει και η διαρκής εμπλοκή της ιατρικής, που ούτως ή άλλως μας κάνει πάντοτε να αισθανόμαστε άβολα, οπότε το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό. Κυρίως όμως η μοναδικότητα της ταινίας έγκειται, νομίζω, στο παράδοξο ανακάτεμα τρόμου και ποίησης - στις εικόνες κυρίως - που λειτουργεί μοναδικά και κάνει το φιλμ, όπως είπα, να αποτυπώνεται στη μνήμη μας.
Αν είστε φίλοι του σινεμά τρόμου και το αγνοείτε, ψάξτε το οπωσδήποτε. Ωστόσο είναι, νομίζω, από τις ταινίες που ξεπερνάν τα όρια του είδους. Γι' αυτό θα τη συνιστούσα σε οποιονδήποτε σινεφίλ.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2010

ΟΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ KAIDAN


Αν τυχόν δεν γνωρίζετε τον Masaki Kobayashi (1916–1996) θα σας πρότεινα να το κάνετε. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους γιαπωνέζους δημιουργούς, που, ωστόσο, δεν έγινε τόσο γνωστός στη Δύση όσο, ας πούμε, ο Κουρασάβα, ίσως επειδή διέθετε περισσότερη "ιαπωνικότητα" απ' αυτόν. Η λιγότερη φήμη φυσικά δεν μειώνει στο παραμικρό την αξία του.
Το "Kaidan" (ή "Kwaidan" ή "Ιστορίες Φαντασμάτων" στα ελληνικά) γυρίστηκε το 1964. Έχει τρίωρη διάρκεια και είναι σπονδυλωτό φιλμ, αφού μεταφέρει στην οθόνη τέσσερεις ιστορίες φαντασμάτων του ελληνο-ιρλανδο-αμερικανού Λευκάδιου Χερν (1850-1904), που έζησε από το 1890 μέχρι το θάνατό του στην Ιαπωνία, πήρε την υπηκοότητά της και έγραψε βιβλία με παραδοσιακές γιαπωνέζικες ιστορίες, κυρίως με φαντάσματα.
Ο Kobayashi κάνει εξαιρετική δουλειά στις 4 αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες, δίχως να χρησιμοποιεί ενιαίο στιλ. Όλες όμως διαθέτουν έντονη "ιαπωνικότητα". Και προκαλούν γνήσια ανατριχίλα. Ο φτωχός σαμουράι που επιστρέφει στο φάντασμα της γυναίκας που εγκατέλειψε, ο ξυλοκόπος που μια παγωμένη νύχτα συναντά στο δάσος μια γυναίκα - πνεύμα, η ιστορία του τυφλού μουσικού "δίχως αυτιά" και ο σαμουράι που στο φλιτζάνι του τσαγιού του αντικρύζει μια μυστηριώδη φιγούρα είναι οι κρίκοι μιας μακάβριας αλυσίδας που σχηματίζει μια ταινία στοιχειωμένη από πνεύματα και φαντάσματα των ιαπωνικών μύθων. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί εμφανώς τεχνητά, ζωγραφιστά σκηνικά, συνήθως με έντονα χρώματα, και γυρίζει όλο το φιλμ σε στούντιο. Τα πανέμορφα αυτά σκηνικά - σουρεαλιστικά μερικές φορές, όπως στη δεύτερη ιστορία, όπου ο τεχνητός ουρανός είναι γεμάτος μάτια - και τα υπέροχα καδραρίσματα δημιουργούν μια έντονη εικαστικότητα και δίνουν στο φιλμ την εξαιρετική του ομορφιά.
Αν με ρωτήσετε, θα σας έλεγα ότι η τρίτη είναι η εντυπωσιακότερη ιστορία, όπου η εφιαλτική ιστορία του Hoichi, the Earless δίνεται μέσα από εξαιρετικής ομορφιάς εικόνες και, ταυτόχρονα, μέσα από παραδοσιακά τραγούδια και παλιές ζωγραφιές (που έρχονται σε αντίθεση με τη γεωμετρική λιτότητα και τον μινιμαλισμό στην εικόνα της τέταρτης ιστορίας).
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ταινία τρόμου, οι σχετικά αργοί ρυθμοί όμως και η καθόλου δυτική αντιμετώπιση δεν κάνουν τον θεατή να τρομάξει, αλλά περισσότερο να ανατριχιάσει, πράγμα στο οποίο συμβάλλει και η υποβλητική μουσική. Ποιητικός μεταφυσικός τρόμος λοιπόν σε ένα οπτικό αριστούργημα, που ίσως να ξενίσει όσους δεν έχουν καμιά επαφή με μη δυτικό σινεμά, αλλά αναμφισβήτητα θα σας γνωρίσει έναν ακόμα μεγάλο ιάπωνα δημιουργό.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 13, 2010

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ


Με το "Ταξίδι στη Μυτιλήνη" (2010) ο Λάκης Παπαστάθης κάνει την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του και την πιο νοσταλγική. Νομίζω ότι η λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει απόλυτα το φιλμ είναι ακριβώς η λέξη "νοσταλγία".
Μεγάλος πια, ο Κώστας επιστρέφει από το Παρίσι όπου ζει μετά από 20 χρόνια στην πατρίδα του, τη Μυτιλήνη, από την οποία έχει απόλυτα αποκοπεί εξ αιτίας μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας - τραυματικής από μια ηλικία και πέρα, για να είμαστε ακριβείς. Πλήθος από σκηνές και πρόσωπα της παιδικής του ηλικίας, άλλα νεκρά κι άλλα σε βαθιά γεράματα πλέον, ξαναζωντανεύουν στη μνήμη του. Σιγά - σιγά η ανθρώπινη ζεστασιά, που φαίνεται να έχει χαθεί, επανέρχεται. Σαν σύμβολο της απώλειάς της χρησιμοποιείται η προσέγγιση των ανθρώπων μόνο μέσα από μια κάμερα, ενώ είναι δηλωμένος ο φόβος της ανθρώπινης επαφής από τον ήρωα.
Ο Παπαστάθης κάνει μια πολύ συγκινητική ταινία που μιλά για τη μνήμη και το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Υπάρχουν στιγμές που μπορεί όντως να κυλήσουν δάκρυα από τα μάτια των θεατών. Το πρόβλημα είναι ότι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, πέφτει στην παγίδα του overdose, τόσο όσον αφορά τη συγκίνηση όσο και τη νοσταλγία. Είναι σα να προσπαθεί να σε συγκινήσει ντε και καλά, πάσει θυσία. Όλη αυτή η χρήση των γερασμένων πια προσώπων της παιδικής ηλικίας του ήρωα, καθώς και η κατάχρηση του θλιβερού φαινομένου της γεροντικής άνοιας (διάβολε, δεν ξεμωραίνονται πια όλοι οι γέροι), αλλά και τα τόσα τραυματικά γεγονότα που συνέβησαν στους γονείς του ήρωα, νομίζω ότι είναι κάπως υπερβολικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία είναι κακή. Όπως είπα και στην αρχή περιέχει πολλές δυνατές στιγμές - και, να το ξαναπώ, γνήσια συγκινητικές. Είναι σίγουρο ότι θα αγγίξει πολλούς. Οι καλύτερες στιγμές της βρίσκονται, νομίζω, όταν βρισκόμαστε στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια του ήρωα (που κινηματογραφούνται έγχρωμα, ενώ η σύγχρονη εποχή ασπρόμαυρη). Κυρίως στο δεύτερο μισό, όταν το φιλμ παίρνει στις πλάτες του ο εξαίρετος και πειστικότατος Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, τα πράγματα βελτιώνονται πολύ και δημιουργούνται γνήσια δραματικές σκηνές.
Πάνω απ' όλα όμως η ταινία είναι ένας ύμνος στο παρελθόν του ίδιου του νησιού. Ο Παπαστάθης δείχνει να αγαπά πραγματικά τον τόπο αυτό και να κάνει μια ελεγεία γι' αυτόν ακριβώς. Και κάτι ακόμα, που βέβαια αφορά μάλλον λίγους, τους μυτιληνιούς για τη ακρίβεια. Εκτός από αγάπη, ο σκηνοθέτης φανερώνει και βαθύτατη γνώση για τον τόπο. Όλα τα ονόματα που αναφέρονται, χωριών, τοπωνυμίων, ανθρώπων, μαγαζιών, όλα, είναι πέρα για πέρα υπαρκτά (τα περισσότερα βέβαια δεν υπάρχουν πια σήμερα). Το λέω γιατί τυχαίνει να γνωρίζω καλά το νησί και η πιστή εικόνα του στο φιλμ πραγματικά με εντυπωσίασε. Όπως και οι περισσότεροι ηθοποιοί, που είναι πολύ πειστικοί ακόμα και όταν χρησιμοποιούν την πολύ ιδιαίτερη ντοπιολαλιά.
Μάλλον θετικά σχόλια λοιπόν συνολικά. Αν δεν υπήρχε μόνο όλο αυτό το overdose που ανέφερα... Παρ΄όλα αυτά, αν το δείτε, αφείστε ελεύθερα τον εαυτό σας να συγκινηθεί. Συχνά αυτό κάνει καλό.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2010

Ο ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟΣ EDVARD MUNCH


Ο βρετανός Peter Watkins είναι για μένα ένας αγαπημένος, αλλά αναμφισβήτητα δύσκολος σκηνοθέτης. Στις 3 ταινίες του που έχω δει, δουλεύει με ένα δικής του επινόησης ψευδοντοκιμαντερίστικο στιλ, έντονα πολιτικοποιημένο, πείθοντάς σε ότι όσα βλέπεις είναι αληθινά. Αυτό έκανε στο War Games ή στο Punishment Park.
Το τηλεοπτικό "Edvard Munch" του 1974 είναι εξ ορισμού μια ταινία για λίγους. Κατ' αρχάς επειδή κρατά τρισήμιση ολόκληρες ώρες, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου στιλ του. Ασχολείται με τη ζωή του γνωστού νορβηγού εξπρεσιονιστή ζωγράφου Μουνκ - ή μάλλον με δέκα περίπου χρόνια της νεότητάς του, κάπου μεταξύ 1883-1894 (ο Μουνκ πέθανε το 1944). Το ύφος είναι αυτό ενός παζλ. Ναι μεν η ζωή του εξετάζεται με στοιχειώδη χρονολογική σειρά, αλλά μια σειρά από εικόνες, αναμνήσεις, στιγμές που τον καθόρισαν κλπ. έρχονται και ξανάρχονται, συνειρμικά μερικές φορές, με διαφορετική συχνότητα και διάρκεια, υπογραμμίζοντας έτσι τις πηγές του έργου του και το γιατί των πράξεών του. Ταυτόχρονα ο πολιτικοποιημένος Watkins δεν είναι απών: Κάθε φορά που μπαίνουμε σε μια καινούρια χρονιά, μια off φωνή μας θυμίζει τα πολιτικά, καλλιτεχνικά, κοινωνικά και συχνά πολεμικά γεγονότα που συνέβησαν στον κόσμο τη χρονιά αυτή, καθορίζοντας έτσι το ιστορικό πλαίσιο.
Ο Μουνκ έζησε μια βασανισμένη ζωή, παρά τα μποέμικα χρόνια του. Μέλη της οικογένειάς του πέθαναν από φυματίωση, ενώ κάποια άλλα υπέφεραν από τρέλα, πράγμα για το οποίο φοβόταν κι ο ίδιος. Δύσκολος και κλειστός χαρακτήρας, υπέφερε και από άτυχους έρωτες. Τα απόλυτα προσωπικά αυτά δεδομένα αναμειγνύονται δεξιοτεχνικά με την καλλιτεχνική και κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα της εποχής, δίνοντάς μας έτσι ένα πολύπλευρο και ασυνήθιστο πορτρέτο του καλλιτέχνη, που δεν μοιάζει σε τίποτα με τις βιογραφίες που ξέρουμε.
Ο Watkins επίσης δεν ξεχνά το ντοκιμαντερίστικο στιλ του. Είναι λοιπόν δύσκολο να πεις με σιγουριά αν το φιλμ αυτό είναι ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία. Ενώ χρησιμοποιεί ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τον Μουνκ και τους γύρω του, συγχρόνως μια off φωνή μας εξηγεί διάφορα πράγματα, όχι μόνο τα ιστορικά που λέγαμε, αλλά και για τον ίδιο, τα συναισθήματα, την εκάστοτε κατάστασή του, ακόμα μας λέει συχνά ποιοι είναι αυτοί που βρίσκονται γύρω του σε κάθε σκηνή (η οποία φωνή ακούγεται στα αγγλικά, ενώ όλοι οι διάλογοι είναι στα νορβηγικά).
Πρωτοποριακό, με πολλές καινοτομίες στο μοντάζ και στον τρόπο αφήγησης, φωτίζει με ασυνήθιστα σύνθετο τρόπο την προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Σίγουρα βλέπεται δύσκολα και λόγω της τεράστιας διάρκειάς του ίσως να κουράζει κάπως σε κάποια σημεία, αλλά αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη προσπάθεια. Προσοχή όμως: Για λίγους.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2010

ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΧΡΟΝΙΑ


Ο βρετανός Mike Leigh, από τους σημαντικότερους σύγχρονους ρεαλιστές σκηνοθέτες, ασχολείται συνήθως στο έργο του με καθημερινούς ανθρώπους, συνήθως με προβλήματα απ' αυτά που υποφέρουν άνθρωποι που κι εμείς έχουμε συναντήσει. Άλλοτε σημαντικά και οξυμένα, άλλοτε πιο κοινά και καθημερινά (θυμηθείτε τον "Γυμνό", τα "Κορίτσια καριέρας", το "Μυστικά και Ψέματα" κλπ.). Πολλές φορές καταγράφει την κοινωνική απελπισία γύρω του, μερικές φορές αφήνει χαραμάδες αισιοδοξίας μερικές όχι, πάντοτε όμως αγαπά τους προβληματικούς ή προβληματισμένους του ήρωες, τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια και τρυφερότητα.
Στο "Μια Χρονιά Ακόμα" (Another Year, 2010) η προβληματική και δυσλειτουργική καθημερινότητα έχουν η τιμητική τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι κεντρικοί ήρωες είναι ένα ηλικιωμένο, ευτυχισμένο ζευγάρι, που ζει αρμονικά και γερνά με ιδανικό τρόπο. Γύρω τους κινούνται ένα πλήθος ανθρώπων, φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι. Η ταινία παρακολουθεί έναν ακριβώς χρόνο από τη ζωή και τα θλιβερά ή ευχάριστα γεγονότα που συμβαίνουν σ' αυτούς και στον περίγυρό τους. Ε, λοιπόν, η επιλογή ακριβώς ενός κεντρικού ευτυχισμένου ζευγαριού, τονίζει τον βαθειά προβληματικό περίγυρο. Όλοι σχεδόν οι γύρω τους υποφέρουν. Μοναξιά (το βασικότερο ίσως πρόβλημα), φόβος και αμηχανία μπροστά στα γηρατειά που έρχονται, ψυχικές δυσλειτουργίες, ένας θάνατος... Έτσι το ζευγάρι φαντάζει σαν ένα είδος όασης και εξαίρεσης σε μια κοινωνική δυστοπία. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι άλλοι ευτυχείς χαρακτήρες, όπως υπάρχουν και στην πραματικότητα άλλωστε, η πλειοψηφία όμως...
Το φιλμ μιλά κυρίως για το χρόνο που περνά και τα άγχη και τους φόβους που συσσωρεύει το πέρασμά του στους ανθρώπους. Τα προβλήματα των περισσότερων από τα πρόσωπά του υποφέρουν βασικά από το φόβο και το άγχος των γηρατειών. Άγχος που, βέβαια, πολλαπλασιάζεται όταν συνυπάρχει με τη μοναξιά, που μοιάζει να είναι η κυρίαρχη κατάσταση της εποχής μας. Ο Leigh πάντως κρατά τις ισορροπίες είτε με την ύπαρξη κάποιων ευτυχισμένων προσώπων, όπως είπαμε, είτε με μικρές, σπάνιες δόσεις χιούμορ. Στα συν και οι θαυμάσιες ηθοποιίες από τους άγνωστους ως επί το πλείστον ηθοποιούς.
Είπαμε, καταγράφει τη ζωή όπως ακριβώς είναι, γλυκειά και πικρή συγχρόνως, με χαρές και λύπες και φόβους. Και ιδιαίτερα τη ζωή της πατρίδας του, της Βρετανίας, αφού όλα τα φιλμ του έχουν ένα ιδιαίτερο αγγλικό χρώμα (ή έλλειψη χρώματος και κυριαρχία του γκρίζου, αν προτιμάτε). Και είναι εξαιρετικός σ' αυτό. Ακριβής ανατόμος της καθημερινότητας, ουδέτερος πλην όμως οξυδερκής παρατηρητής και τρυφερός ταυτόχρονα. Αν σας αρέσει το σινεμά της καθημερινότητας, πιστεύω ότι ίσως πρόκειται για τη σημαντικότερη σύγχρονη περίπτωση.