Ο παλιός μας γνώριμος, ο ολλανδός Paul Verhoeven, χαμένος τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται το 2016 με το πολυσυζητημένο "Elle" (Εκείνη), με μια πολύ δυνατή Ιζαμπέλ Ιπέρ στον βασικό ρόλο, μόνο που, σε πρώτη ματιά τουλάχιστον, δεν μοιάζει και πολύ με Verhoeven. Ξεχάστε την άγρια βία, τη δράση και συχνά την επιστημονική φαντασία των παλιών φιλμς του. Η ταινία είναι κοινωνική!
Η ηρωίδα είναι μια πετυχημένη και "ατσάλινη" businesswoman, ιδιοκτήτρια εταιρίας (βίαιων) videogames. Όταν βιάζεται βίαια από μασκοφόρο στο σπίτι της, δείχνει εξαιρετική ψυχραιμία (ίσως και απάθεια) και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ξεπεράσει την εμπειρία. Σιγά - σιγά οι σχέσεις με τον κοινωνικό της περίγυρο αποκαλύπτονται (και είναι πολύ περίπλοκες), καθώς και το παρελθόν της (είναι κόρη serial killer). Κάποια στιγμή η ταυτότητα του βιαστή θα αποκαλυφτεί, αλλά το φιλμ δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχουν κι άλλα...
Είναι αναμενόμενο η ταινία να έχει προκαλέσει αντιφατικά σχόλια. Η σχέση του θύματος με τον βιαστή είναι φυσικά η βασική αιτία διαμάχης. Έτσι κι αλλιώς όμως ο Verhoeven είναι ένα είδος κινηματογραφικού προβοκάτορα. Εδώ φτιάχνει ένα πολύπλοκο κοινωνικό φιλμ, όπου όλες οι σχέσεις της ηρωίδας, ερωτικές ή μη, είναι αληθινό κουβάρι. Προς την συνεταίρο της, τους γονείς της, τον πρώην σύζυγό της, τον εραστή της, τον γιο της, τον γείτονα, τον βιαστή βεβαίως... Μέσα από σταδιακές αποκαλύψεις και όλο και πιο υπερβολικά γεγονότα, τόσο που αγγίζουν το γκροτέσκο και το χιουμοριστικό, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει τα πάντα: Από την υποκρισία των ανώτερων τάξεων μέχρι τη βία που μας περιβάλλει από παντού (βλέπε videogames) και την οποία απολαμβάνουμε κιόλας, από την συνενοχή της θρησκείας μέχρι τη σκληρότητα στους εργασιακούς χώρους, από τις συχνά "άρρωστες" σχέσεις των μόνιμων ζευγαριών μέχρι τις πιεστικές και συχνά δίχως συναίσθημα ερωτικές σχέσεις... Η ηρωίδα είναι βεβαίως ένας αντιφατικός χαρακτήρας, αλλά νομίζω ότι οι αρνητικοί πρωταγωνιστές είναι όλοι ανεξαιρέτως οι άντρες - με πολύ διαφορετικούς τρόπους ο καθένας. Οπότε, τελικά, πιστεύω ότι μέσα στις αντιφάσεις και τις ακραίες (όπως στις αντίστοιχες ταινίες του Αλμοδοβάρ) σχέσεις και καταστάσεις, αυτό που θριαμβεύει είναι η γυναίκα και η δύναμή της. Αν το καλοσκεφτείτε όταν όλα τελειώσουν, η ηρωίδα δεν είναι παρά ένας εξολοθρευτής άγγελος. Αρσενικών βεβαίως. Μήπως, τελικά, παράλληλα με την περιφρόνηση κάθε "πολιτικώς ορθού", πρόκειται για βαθιά φεμινιστική ταινία;
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά την ενόχληση που μου προκάλεσε σε κάποια σημεία, και, με το σκληρό και υπόγειο χιούμορ, που προκύπτει απ' όλες αυτές τις ακραίες καταστάσεις και σχέσεις, το θεωρώ από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του 2016. Και λόγω της εξαιρετικής Ιπέρ βεβαίως...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2016
Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2016
ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΣΤΟ "BLACK RAINBOW"
To "Black Rainbow" που γύρισε το 1989 ο βρετανός Mike Hodges είναι ένα παράξενο μεταφυσικό θρίλερ, που κάθε άλλο παρά σε εφέ βασίζεται.
Μια νεαρή μέντιουμ περιφέρεται με τον αλκοολικό πατέρα της σε αμερικάνικες πόλεις κάνοντας ένα είδος σόου σε εκκλησίες - επικοινωνεί στον "άλλο κόσμο"με νεκρούς. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να προβλέπει μελλοντικούς θανάτους. Στην ιστορία εμπλέκεται "παράπλευρα" ένας πλούσιος εργοστασιάρχης με όχι πολύ νομότυπες εργασιακές (και όχι μόνο) μεθόδους, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός και ένας δημοσιογράφος. Από ένα σημείο και πέρα η ζωή της κοπέλας αρχίζει να κινδυνεύει εξ αιτίας κάποιων αποκαλύψεων.
Είπαμε ότι εδώ δεν υπάρχουν καθόλου εφέ ούτε και καθαρός τρόμος - ίσως ένα είδος ανατριχίλας όταν αντιλαμβανόμαστε το χάρισμα της κοπέλας και σε κάποια άλλα σημεία. Πρόκειται περισσότερο για ταινία χαρακτήρων και δίνει αρκετό βάρος στην ταραγμένη σχέση πατέρα - κόρης. Ταυτόχρονα αποδέχεται τον μεταφυσικό χαρακτήρα των γεγονότων, οπότε τοποθετείται καθαρά στα φιλμ του φανταστικού. Το τέλος είναι ανοιχτό (και μελαγχολικό) και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του. Πολύ καλή η Ροσάνα Άρκετ στον βασικό ρόλο (και ο Τζέισον Ρόμπαρτς ως πατέρας της).
Γενικά, δίχως να είναι κάτι σπουδαίο, διαθέτει νομίζω μια περίεργη, "υποδόρια" γοητεία και, τελικά, το είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχουν καταιγιστική δράση και γρήγοροι ρυθμοί (προειδοποιώ) και όλα βαίνουν σχετικά χαλαρά προς το όχι ξεκάθαρο (επίτηδες φαντάζομαι) τέλος. Οπότε ετοιμαστείτε για ένα σχετικά "ήσυχο" φιλμ, στο οποίο μπορείτε κατά τη γνώμη μου να δώσετε μια ευκαιρία.
Μια νεαρή μέντιουμ περιφέρεται με τον αλκοολικό πατέρα της σε αμερικάνικες πόλεις κάνοντας ένα είδος σόου σε εκκλησίες - επικοινωνεί στον "άλλο κόσμο"με νεκρούς. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να προβλέπει μελλοντικούς θανάτους. Στην ιστορία εμπλέκεται "παράπλευρα" ένας πλούσιος εργοστασιάρχης με όχι πολύ νομότυπες εργασιακές (και όχι μόνο) μεθόδους, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός και ένας δημοσιογράφος. Από ένα σημείο και πέρα η ζωή της κοπέλας αρχίζει να κινδυνεύει εξ αιτίας κάποιων αποκαλύψεων.
Είπαμε ότι εδώ δεν υπάρχουν καθόλου εφέ ούτε και καθαρός τρόμος - ίσως ένα είδος ανατριχίλας όταν αντιλαμβανόμαστε το χάρισμα της κοπέλας και σε κάποια άλλα σημεία. Πρόκειται περισσότερο για ταινία χαρακτήρων και δίνει αρκετό βάρος στην ταραγμένη σχέση πατέρα - κόρης. Ταυτόχρονα αποδέχεται τον μεταφυσικό χαρακτήρα των γεγονότων, οπότε τοποθετείται καθαρά στα φιλμ του φανταστικού. Το τέλος είναι ανοιχτό (και μελαγχολικό) και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του. Πολύ καλή η Ροσάνα Άρκετ στον βασικό ρόλο (και ο Τζέισον Ρόμπαρτς ως πατέρας της).
Γενικά, δίχως να είναι κάτι σπουδαίο, διαθέτει νομίζω μια περίεργη, "υποδόρια" γοητεία και, τελικά, το είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχουν καταιγιστική δράση και γρήγοροι ρυθμοί (προειδοποιώ) και όλα βαίνουν σχετικά χαλαρά προς το όχι ξεκάθαρο (επίτηδες φαντάζομαι) τέλος. Οπότε ετοιμαστείτε για ένα σχετικά "ήσυχο" φιλμ, στο οποίο μπορείτε κατά τη γνώμη μου να δώσετε μια ευκαιρία.
Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2016
ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΥΣ ΓΡΙΦΟΥΣ ΤΟΥ "THE LAST OF SHEILA"
Να μια ταινία της οποίας την ύπαρξη αγνοούσα πριν την δω: Το "The Last of Sheila" γυρίστηκε το 1973 από τον Herbert Ross (1927-2001) και πρόκειται για ένα τυπικό, λίγο παλιομοδίτικο, αστυνομικό φιλμ του τύπου "who done it?", με πολύπλοκο σενάριο και διαρκείς ανατροπές.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο της γυναίκας του Σίλα σε τροχαίο (χτυπήθηκε και εγκαταλείφθηκε), ο εκατομμυριούχος σύζυγός της καλεί τους βασικούς ύποπτους στο πολυτελές γιωτ του για μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και, όντας φανατικός των παιχνιδιών, τους βάζει να παίξουν ένα παιχνίδι που ο ίδιος επινόησε. Κάπου στα μισά του φιλμ ένας αναπάντεχος φόνος θα συμβεί (δεν σας λέω ποιού ή ποιάς) και, από εκεί και πέρα το ερώτημα γίνεται διπλό: Ποιός σκότωσε και εγκατέλειψε τη Σίλα παλιά και ποιος σκότωσε το νυν θύμα;
Το φιλμ, σε στιλ Άγκαθα Κρίστι βεβαίως, είναι κοσμοπολίτικο, με πολυτελή ντεκόρ και πλούσιους ήρωες. Μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στο γιωτ και το υπόλοιπο σε διάφορα μεσογειακά λιμάνια. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν των ηρώων έρχονται η μια μετά την άλλη, εννοείται ότι οι πάντες είναι ύποπτοι και για τον παλιό (τον κατά λάθος) και για το νέο φόνο, ενώ οι ανατροπές είναι ραγδαίες (είναι από τα φιλμ που νομίζεις ότι τελείωσαν, αλλά δεν... διότι ακολουθούν κι άλλα συμβάντα). Το πρόβλημ, όπως πάντα σε ταινίες του είδους, είναι ότι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι τοσο τραβηγμένα, ώστε είναι απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ωστόσο αυτό αποτελεί την βασική σύμβαση του είδους. Στην ουσία κάποιος επινοεί μια εντελώς απίθανη σπαζοκεφαλιά και εμείς παρακολουθούμε τη σταδιακή λύση του γρίφου.
Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα απ' όσο συνήθως και οι ανατροπές περισσότερες, ενώ η ιστορία παίζεται σε πολλά ταμπλό (ο παλιός φόνος, ο νέος φόνος, το μπερδεμένο παιχνίδι που παίζουν οι καλεσμένοι...) οπότε χρειάζεται προσπάθεια να παρακολουθήσεις τι ακριβώς έχει συμβεί. Επίσης η κινηματογραφική γραφή είναι νομίζω μάλλον παλιομοδίτικη. Ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να ξεχάσετε τις αναληθοφάνειες, να προσέχετε τις λεπτομέρειες και απλώς να αφεθείτε - ή να προσπαθείτε να μαντέψετε - τη λύση του (ή μάλλον των) μυστηρίων. Και υπάρχει και το all star cast: Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Ράκελ Γουέλς, Νταϊάν Κάνον, Ρίτσαρντ Μπένζαμιν. Απλώς διασκεδάστε λοιπόν.
ΥΓ: Ένας από τους δύο σεναριογράφους είναι ο διάσημος ηθοποιός Άντονι Πέρκινς!
Ένα χρόνο μετά το θάνατο της γυναίκας του Σίλα σε τροχαίο (χτυπήθηκε και εγκαταλείφθηκε), ο εκατομμυριούχος σύζυγός της καλεί τους βασικούς ύποπτους στο πολυτελές γιωτ του για μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και, όντας φανατικός των παιχνιδιών, τους βάζει να παίξουν ένα παιχνίδι που ο ίδιος επινόησε. Κάπου στα μισά του φιλμ ένας αναπάντεχος φόνος θα συμβεί (δεν σας λέω ποιού ή ποιάς) και, από εκεί και πέρα το ερώτημα γίνεται διπλό: Ποιός σκότωσε και εγκατέλειψε τη Σίλα παλιά και ποιος σκότωσε το νυν θύμα;
Το φιλμ, σε στιλ Άγκαθα Κρίστι βεβαίως, είναι κοσμοπολίτικο, με πολυτελή ντεκόρ και πλούσιους ήρωες. Μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στο γιωτ και το υπόλοιπο σε διάφορα μεσογειακά λιμάνια. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν των ηρώων έρχονται η μια μετά την άλλη, εννοείται ότι οι πάντες είναι ύποπτοι και για τον παλιό (τον κατά λάθος) και για το νέο φόνο, ενώ οι ανατροπές είναι ραγδαίες (είναι από τα φιλμ που νομίζεις ότι τελείωσαν, αλλά δεν... διότι ακολουθούν κι άλλα συμβάντα). Το πρόβλημ, όπως πάντα σε ταινίες του είδους, είναι ότι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι τοσο τραβηγμένα, ώστε είναι απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ωστόσο αυτό αποτελεί την βασική σύμβαση του είδους. Στην ουσία κάποιος επινοεί μια εντελώς απίθανη σπαζοκεφαλιά και εμείς παρακολουθούμε τη σταδιακή λύση του γρίφου.
Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα απ' όσο συνήθως και οι ανατροπές περισσότερες, ενώ η ιστορία παίζεται σε πολλά ταμπλό (ο παλιός φόνος, ο νέος φόνος, το μπερδεμένο παιχνίδι που παίζουν οι καλεσμένοι...) οπότε χρειάζεται προσπάθεια να παρακολουθήσεις τι ακριβώς έχει συμβεί. Επίσης η κινηματογραφική γραφή είναι νομίζω μάλλον παλιομοδίτικη. Ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να ξεχάσετε τις αναληθοφάνειες, να προσέχετε τις λεπτομέρειες και απλώς να αφεθείτε - ή να προσπαθείτε να μαντέψετε - τη λύση του (ή μάλλον των) μυστηρίων. Και υπάρχει και το all star cast: Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Ράκελ Γουέλς, Νταϊάν Κάνον, Ρίτσαρντ Μπένζαμιν. Απλώς διασκεδάστε λοιπόν.
ΥΓ: Ένας από τους δύο σεναριογράφους είναι ο διάσημος ηθοποιός Άντονι Πέρκινς!
Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2016
Η ΔΕΥΤΕΡΗ "ADDAMS FAMILY" ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Προσωπικά διασκέδαζα πάντα με τις απίθανες σε σύλληψη ταινίες των Addams Family (παλιότερα ήταν σειρά). Η δεύτερη απ' αυτές γυρίστηκε, όπως και η πρώτη, από τον Barry Sonnenfeld το 1993 με τίτλο "Addams Family Values" ("Οικογένεια Άνταμς 2" στην Ελλάδα).
Για όσους δεν γνωρίζουν, ήρωες είναι μια απίστευτη οικογένεια που ζει κυριολεκτικά μέσα στον γοτθικό τρόμο - και το απολαμβάνει. Δυσλειτουργική; Κάθε άλλο! Οι γονείς εξακολουθούν μετά τόσα χρόνια να είναι τρελά ερωτευμένοι, τα δύο παιδιά ζουν ευτυχισμένα με τις μακάβριες ασχολίες τους, ο θείος, η γιαγιά, ο υπηρέτης, το "κατοικίδιο" Χέρι επίσης. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία. Στον κόσμο τους υπάρχει βέβαια έντονα το μεταφυσικό στοιχείο και φυσικά οι αξίες τους - πέρα από την αγάπη και την ομόνοια που προαναφέραμε - είναι απολύτως αντίστροφες με τις κοινώς παραδεκτές. Στο δεύτερο αυτό μέρος το ζεύγος αποκτά και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι με... μουστάκι, πράγμα που προκαλεί ζήλια στα δύο μεγαλύτερα τέκνα, που στον ελεύθερο χρόνο τους προσπαθούν να το εξοντώσουν. Τα πράγματα όμως μπερδεύονται όταν εμφανίζεται μια σατανική γκουβερνάντα για το μικρό, η οποία στην πραγματικότητα είναι κατά συρροήν δολοφόνος... συζύγων, η οποία ξελογιάζει τον εργένη θείο Φέστερ, τον παντρεύεται, τον απομακρύνει από την οικογένεια (προς μεγάλο πόνο της τελευταίας) και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον δολοφονήσει.
Φυσικά πρόκειται για κωμωδία, που, όπως και η πρώτη ταινία, βασίζεται αποκλειστικά στο κατάμαυρο χιούμορ. Τα τέρατα - μέλη ή γνωστοί της φοβερής οικογένειας - παρελαύνουν, οι αξίες είναι εντελώς αντίστροφες από τις ισχύουσες στον "κανονικό" κόσμο, η γοτθική ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, προς μεγάλη απόλαυση των μελών, ενώ ταυτόχρονα η σάτιρα των "καθαρών" και ξενέρωτων καθώς πρέπει δυτικών αξιών σπάει κόκαλα (οι σκηνές με τα παιδιά στην πιο-αμερικάνικη-δεν-γίνεται κατασκήνωση και το χάος που δημιουργούν στην "υπέροχη" εικόνα της είναι απολαυστικές).
Γενικά, ενώ πρόκειται για μια εμπορική και πετυχημένη ταινία, λειτουργεί απόλυτα ανατρεπτικά για πολλές κατεστημένες αξίες κι αυτό είναι το στοιχείο που μ' αρέσει. Από τους ηθοποιούς η μικρή τότε Κριστίνα Ρίτσι κλέβει νομίζω την παράσταση, ενώ συνολικά το βρίσκω αξιοπρεπές νο 2, πράγμα που βεβαίως δεν συμβαίνει καθόλου συχνά.
Για όσους δεν γνωρίζουν, ήρωες είναι μια απίστευτη οικογένεια που ζει κυριολεκτικά μέσα στον γοτθικό τρόμο - και το απολαμβάνει. Δυσλειτουργική; Κάθε άλλο! Οι γονείς εξακολουθούν μετά τόσα χρόνια να είναι τρελά ερωτευμένοι, τα δύο παιδιά ζουν ευτυχισμένα με τις μακάβριες ασχολίες τους, ο θείος, η γιαγιά, ο υπηρέτης, το "κατοικίδιο" Χέρι επίσης. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία. Στον κόσμο τους υπάρχει βέβαια έντονα το μεταφυσικό στοιχείο και φυσικά οι αξίες τους - πέρα από την αγάπη και την ομόνοια που προαναφέραμε - είναι απολύτως αντίστροφες με τις κοινώς παραδεκτές. Στο δεύτερο αυτό μέρος το ζεύγος αποκτά και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι με... μουστάκι, πράγμα που προκαλεί ζήλια στα δύο μεγαλύτερα τέκνα, που στον ελεύθερο χρόνο τους προσπαθούν να το εξοντώσουν. Τα πράγματα όμως μπερδεύονται όταν εμφανίζεται μια σατανική γκουβερνάντα για το μικρό, η οποία στην πραγματικότητα είναι κατά συρροήν δολοφόνος... συζύγων, η οποία ξελογιάζει τον εργένη θείο Φέστερ, τον παντρεύεται, τον απομακρύνει από την οικογένεια (προς μεγάλο πόνο της τελευταίας) και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον δολοφονήσει.
Φυσικά πρόκειται για κωμωδία, που, όπως και η πρώτη ταινία, βασίζεται αποκλειστικά στο κατάμαυρο χιούμορ. Τα τέρατα - μέλη ή γνωστοί της φοβερής οικογένειας - παρελαύνουν, οι αξίες είναι εντελώς αντίστροφες από τις ισχύουσες στον "κανονικό" κόσμο, η γοτθική ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, προς μεγάλη απόλαυση των μελών, ενώ ταυτόχρονα η σάτιρα των "καθαρών" και ξενέρωτων καθώς πρέπει δυτικών αξιών σπάει κόκαλα (οι σκηνές με τα παιδιά στην πιο-αμερικάνικη-δεν-γίνεται κατασκήνωση και το χάος που δημιουργούν στην "υπέροχη" εικόνα της είναι απολαυστικές).
Γενικά, ενώ πρόκειται για μια εμπορική και πετυχημένη ταινία, λειτουργεί απόλυτα ανατρεπτικά για πολλές κατεστημένες αξίες κι αυτό είναι το στοιχείο που μ' αρέσει. Από τους ηθοποιούς η μικρή τότε Κριστίνα Ρίτσι κλέβει νομίζω την παράσταση, ενώ συνολικά το βρίσκω αξιοπρεπές νο 2, πράγμα που βεβαίως δεν συμβαίνει καθόλου συχνά.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2016
"LACOMBE LUCIEN" Ή Η "ΑΘΩΟΤΗΤΑ" ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
Το 1974 ο Louis Malle (1932-1995) γυρίζει το αμφιλεγόμενο "Lacombe Lucien". Αμφιλεγόμενη μεν, αλλά από τις πλέον ενδιαφέρουσες ταινίες του.
Η ταινία αφηγείται τη ζωή του νεαρού ομώνυμου ήρωα. Φτωχός και αμόρφωτος έφηβος χωρικός, γοητευτικός σε εμφάνιση, ζει με τη μητέρα και τον φίλο της (ο πατέρας του είναι φυλακή) και ασφυκτιά στη μίζερη και στερημένη ζωή του χωριού. Περνάει στην ενηλικίωση στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία. Δίχως καμιά ηθική αναστολή, δίχως καν περαιτέρω σκέψη ή ανάλυση, περνά στο στρατόπεδο των κατακτητών και εντάσσεται στη μισητή Γκεστάπο. Συναντιέται με έναν πλούσιο εβραίο ράφτη, ερωτεύεται (για πρώτη του φορά) την κόρη του, αλλά εξακολουθεί να καταδίδει και να συλλαμβάνει αντιστασιακούς. Το τέλος θα είναι ένα παράξενο ταξίδι στην επαρχία (και τη φύση) και, βέβαια, η αναμενόμενη τραγωδία.
Στην εποχή του το φιλμ είχε ξεσηκώσει τους κριτικούς. Αιτία η άρνηση του Μαλ να καταδικάσει ανοιχτά τον ήρωά του και όσους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές ναζί. Η γραμμή του δημιουργού είναι να καταγράψει τα γεγονότα, να δείξει την πορεία ενός - δίχως καλλιέργεια και σκέψη - ανθρώπου προς το κακό. Με τον τρόπο αυτόν τίθεται μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα: Μήπως φταίει η παντελής έλλειψη κουλτούρας; Μήπως οι ταξικές διακρίσεις (ο ήρωας ανήκει στην κατώτατη τάξη και ζει μια ζωή στερήσεων στο χωριό), οπότε, πολύ απλά, τον έλκει η άνετη ζωή των προδοτών; Όλα αυτά, χαρακτηριστικά της κοινωνίας, μοιάζουν να οδηγούν μαθηματικά στο κακό. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο καταδότης δεν διαθέτει ίχνος ιδεολογίας, ούτε ναζιστικής ούτε οποιασδήποτε άλλης. Απλώς έλκεται προς την καλή ζωή ή/και τη γοητεία της δύναμης και της εξουσίας και κάνει ό,τι κτηνώδες ή καταπιεστικό (η συμπεριφορά προς την οικογένεια και την κοπέλα που ερωτεύεται μπορεί σε κάποια σημεία να γίνει ακόμα και αστεία μέσα στη χυδαιότητά της) και μάλιστα με έντονη αίσθηση καθηκοντος. Τελικά πρόκειται για ένα παράδοξο μείγμα κακού και αθωότητας. Σαν να μην υπάρχει καμιά απολύτως συνείδηση μέσα σ' αυτόν τον άνθρωπο (ο οποίος, σε κάποιες στιγμές του, μπορεί να γίνει και τρυφερός). Φυσικά όλα αυτά κάπου θα πληρωθούν...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που θέτει μια σειρά από ερωτήματα πάνω στη φύση του κακού, αλλά και παρακολουθείται δίχως να κουράσει.
ΥΓ: Ήταν ο πρώτος ρόλος του πρωταγωνιστή Pierre Blaise. Τον επόμενο μόλις χρόνο σκοτώθηκε σε δυστύχημα σε ηλικία 23 χρονών!
Η ταινία αφηγείται τη ζωή του νεαρού ομώνυμου ήρωα. Φτωχός και αμόρφωτος έφηβος χωρικός, γοητευτικός σε εμφάνιση, ζει με τη μητέρα και τον φίλο της (ο πατέρας του είναι φυλακή) και ασφυκτιά στη μίζερη και στερημένη ζωή του χωριού. Περνάει στην ενηλικίωση στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία. Δίχως καμιά ηθική αναστολή, δίχως καν περαιτέρω σκέψη ή ανάλυση, περνά στο στρατόπεδο των κατακτητών και εντάσσεται στη μισητή Γκεστάπο. Συναντιέται με έναν πλούσιο εβραίο ράφτη, ερωτεύεται (για πρώτη του φορά) την κόρη του, αλλά εξακολουθεί να καταδίδει και να συλλαμβάνει αντιστασιακούς. Το τέλος θα είναι ένα παράξενο ταξίδι στην επαρχία (και τη φύση) και, βέβαια, η αναμενόμενη τραγωδία.
Στην εποχή του το φιλμ είχε ξεσηκώσει τους κριτικούς. Αιτία η άρνηση του Μαλ να καταδικάσει ανοιχτά τον ήρωά του και όσους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές ναζί. Η γραμμή του δημιουργού είναι να καταγράψει τα γεγονότα, να δείξει την πορεία ενός - δίχως καλλιέργεια και σκέψη - ανθρώπου προς το κακό. Με τον τρόπο αυτόν τίθεται μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα: Μήπως φταίει η παντελής έλλειψη κουλτούρας; Μήπως οι ταξικές διακρίσεις (ο ήρωας ανήκει στην κατώτατη τάξη και ζει μια ζωή στερήσεων στο χωριό), οπότε, πολύ απλά, τον έλκει η άνετη ζωή των προδοτών; Όλα αυτά, χαρακτηριστικά της κοινωνίας, μοιάζουν να οδηγούν μαθηματικά στο κακό. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο καταδότης δεν διαθέτει ίχνος ιδεολογίας, ούτε ναζιστικής ούτε οποιασδήποτε άλλης. Απλώς έλκεται προς την καλή ζωή ή/και τη γοητεία της δύναμης και της εξουσίας και κάνει ό,τι κτηνώδες ή καταπιεστικό (η συμπεριφορά προς την οικογένεια και την κοπέλα που ερωτεύεται μπορεί σε κάποια σημεία να γίνει ακόμα και αστεία μέσα στη χυδαιότητά της) και μάλιστα με έντονη αίσθηση καθηκοντος. Τελικά πρόκειται για ένα παράδοξο μείγμα κακού και αθωότητας. Σαν να μην υπάρχει καμιά απολύτως συνείδηση μέσα σ' αυτόν τον άνθρωπο (ο οποίος, σε κάποιες στιγμές του, μπορεί να γίνει και τρυφερός). Φυσικά όλα αυτά κάπου θα πληρωθούν...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που θέτει μια σειρά από ερωτήματα πάνω στη φύση του κακού, αλλά και παρακολουθείται δίχως να κουράσει.
ΥΓ: Ήταν ο πρώτος ρόλος του πρωταγωνιστή Pierre Blaise. Τον επόμενο μόλις χρόνο σκοτώθηκε σε δυστύχημα σε ηλικία 23 χρονών!
Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2016
Η "MISS PEREGRINE" ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΙΜ ΜΠΑΡΤΟΝ ΣΤΟ GOTH
Μετά από σύντομο διάλειμμα (βλέπε "Μεγάλα Μάτια") ο Tim Burton, κάποτε αγαπημένος δημιουργός, επιστρέφει στο χαρακτηριστικό του κλίμα: Αυτό της περιπέτειας φαντασίας, που θα μπορούσε μεν να ταιριάζει σε εφήβους, ταυτόχρονα όμως είναι εξαιρετικά σκοτεινή και μακάβρια. Το goth κλίμα με λίγα λόγια.
Η "Μις Πέρεγκριν: Στέγη για Ασυνήθιστα Παιδιά" του 2016 προέρχεται από ένα μπεστ σέλερ φαντασίας του Ράνσομ Ριγκς και σίγουρα τα πάντα ταιριάζουν στο στιλ του σκηνοθέτη. Μια ομάδα από "ασυνήθιστα" παιδιά, παιδιά με παράξενες ικανότητες δηλαδή, βρίσκουν καταφύγιο για να γλυτώσουν από τον κόσμο στο φιλόξενο σπίτι της Μις Πέρεγκριν, που, όπως άλλες όμοιές της, έχει την ικανότητα να δημιουργεί χρονικούς βρόγχους διάρκειας μιας μέρας. Η ίδια μέρα δηλαδή, με σχετικές διαφορές κάθε φορά, επαναλαμβάνεται αέναα, προστατεύοντάς τα με τον τρόπο αυτόν από μια κοινωνία που δεν ανέχεται το αλλόκοτο και το διαφορετικό. Ένας έφηβος, μετά τον άγριο θάνατο του αγαπημένου του παππού και ποτισμένος από τις απίστευτες ιστορίες του τελευταίου, αποφασίζει να εισχωρήσει στον βρόγχο αυτόν και να ενταχθεί στον παράξενο κόσμο του. Τίποτα όμως δεν είναι ασφαλές εκεί...
Φυσικά η "Μέρα της Μαρμότας" και οι ιστορίες των X-Men μας έρχονται αμέσως στο μυαλό. Ωστόσο η ματιά τόσο του συγγραφέα όσο και του Μπάρτον είναι εντελώς διαφορετική, καθώς εδώ παρακολουθούμε την ιστορία επιβίωσης μιας ομάδας και όχι μια ακόμα υπερηρωική "σωτηρία του κόσμου". Τα στοιχεία και οι εμμονές του δημιουργού είναι πανταχού παρούσες: Η συμπάθεια σε κάθε διαφορετικότητα, η φαντασμαγορική νεανική περιπέτεια με την παραμυθένια ατμόσφαιρα, το χιούμορ, ο ρομαντισμός, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, συγχρόνως όμως και το σκοτεινό, το μακάβριο, το τρομαχτικό (χαρακτηριστικές οι σχεδόν σπλάτερ σκηνες με τα μάτια). Ταυτόχρονα νομίζω ότι ασκεί και μια κριτική στη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση, την τόσο "ξενέρωτη" σε σχέση με το "ρομαντικό παρελθόν", το οποίο όμως επίσης είναι αδιέξοδο και "μουχλιασμένο" (η διαρκώς επαναλαμβανόμενη μέρα).
Όλα αυτά είναι καλά και χαίρομαι πολύ που ο Burton επιστρέφει στο στοιχείο του. Πλην όμως φοβάμαι ότι πλέον έχει χάσει τις "μαγικές" του ικανότητες. Εδώ το όλο πράγμα, από ένα σημείο και μετά (ευτυχώς όταν το φιλμ είχε ήδη προχωρήσει αρκετά) με κούρασε, η ιστορία έγινε στριφνή, η ισορροπία κάπου χάθηκε, οι αιτίες για όσα συνέβαιναν, κυρίως από τη μεριά των εφιαλτικών "κακών", ήταν μπερδεμένες, το όλο συμβάν με το πλοίο απίστευτο (καλά, κανένας δεν εξέτασε ένα πλοίο - φάντασμα σταματημένο στα καλά καθούμενα σε πολυσύχναστο λιμάνι;) κλπ. Ναι, ίσως να απόλαυσα ως ένα βαθμό την ταινία, πιστεύω όμως ότι συνολικά "δεν του βγήκε", ότι η αρμονία και η οικονομία έχουν χαθεί.
Ελπίζω ακόμα στους μαγικούς κόσμους του Burton, από την άλλη όμως πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα θα ξαναβρεί την παλιά μαγεία, πράγμα που με λυπεί.
Η "Μις Πέρεγκριν: Στέγη για Ασυνήθιστα Παιδιά" του 2016 προέρχεται από ένα μπεστ σέλερ φαντασίας του Ράνσομ Ριγκς και σίγουρα τα πάντα ταιριάζουν στο στιλ του σκηνοθέτη. Μια ομάδα από "ασυνήθιστα" παιδιά, παιδιά με παράξενες ικανότητες δηλαδή, βρίσκουν καταφύγιο για να γλυτώσουν από τον κόσμο στο φιλόξενο σπίτι της Μις Πέρεγκριν, που, όπως άλλες όμοιές της, έχει την ικανότητα να δημιουργεί χρονικούς βρόγχους διάρκειας μιας μέρας. Η ίδια μέρα δηλαδή, με σχετικές διαφορές κάθε φορά, επαναλαμβάνεται αέναα, προστατεύοντάς τα με τον τρόπο αυτόν από μια κοινωνία που δεν ανέχεται το αλλόκοτο και το διαφορετικό. Ένας έφηβος, μετά τον άγριο θάνατο του αγαπημένου του παππού και ποτισμένος από τις απίστευτες ιστορίες του τελευταίου, αποφασίζει να εισχωρήσει στον βρόγχο αυτόν και να ενταχθεί στον παράξενο κόσμο του. Τίποτα όμως δεν είναι ασφαλές εκεί...
Φυσικά η "Μέρα της Μαρμότας" και οι ιστορίες των X-Men μας έρχονται αμέσως στο μυαλό. Ωστόσο η ματιά τόσο του συγγραφέα όσο και του Μπάρτον είναι εντελώς διαφορετική, καθώς εδώ παρακολουθούμε την ιστορία επιβίωσης μιας ομάδας και όχι μια ακόμα υπερηρωική "σωτηρία του κόσμου". Τα στοιχεία και οι εμμονές του δημιουργού είναι πανταχού παρούσες: Η συμπάθεια σε κάθε διαφορετικότητα, η φαντασμαγορική νεανική περιπέτεια με την παραμυθένια ατμόσφαιρα, το χιούμορ, ο ρομαντισμός, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, συγχρόνως όμως και το σκοτεινό, το μακάβριο, το τρομαχτικό (χαρακτηριστικές οι σχεδόν σπλάτερ σκηνες με τα μάτια). Ταυτόχρονα νομίζω ότι ασκεί και μια κριτική στη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση, την τόσο "ξενέρωτη" σε σχέση με το "ρομαντικό παρελθόν", το οποίο όμως επίσης είναι αδιέξοδο και "μουχλιασμένο" (η διαρκώς επαναλαμβανόμενη μέρα).
Όλα αυτά είναι καλά και χαίρομαι πολύ που ο Burton επιστρέφει στο στοιχείο του. Πλην όμως φοβάμαι ότι πλέον έχει χάσει τις "μαγικές" του ικανότητες. Εδώ το όλο πράγμα, από ένα σημείο και μετά (ευτυχώς όταν το φιλμ είχε ήδη προχωρήσει αρκετά) με κούρασε, η ιστορία έγινε στριφνή, η ισορροπία κάπου χάθηκε, οι αιτίες για όσα συνέβαιναν, κυρίως από τη μεριά των εφιαλτικών "κακών", ήταν μπερδεμένες, το όλο συμβάν με το πλοίο απίστευτο (καλά, κανένας δεν εξέτασε ένα πλοίο - φάντασμα σταματημένο στα καλά καθούμενα σε πολυσύχναστο λιμάνι;) κλπ. Ναι, ίσως να απόλαυσα ως ένα βαθμό την ταινία, πιστεύω όμως ότι συνολικά "δεν του βγήκε", ότι η αρμονία και η οικονομία έχουν χαθεί.
Ελπίζω ακόμα στους μαγικούς κόσμους του Burton, από την άλλη όμως πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα θα ξαναβρεί την παλιά μαγεία, πράγμα που με λυπεί.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2016
"ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ" Ή ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΠΟΥ ΣΥΝΘΛΙΒΕΙ
Ο James Schamus είναι παραγωγός και σεναριογράφος (μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του Ang Lee μάλιστα). Ο Φίλιπ Ροθ είναι βέβαια ένας από τους γνωστότερους εν ζωή αμερικανούς συγγραφείς. Η συνάντησή τους γίνεται το 2016 με την πρώτη σκηνοθετικά μεγάλου μήκους ταινία του πρώτου, την "Αγανάκτηση" (Indignation), από το ομώνυμο βιβλίο του δεύτερου, και τα αποτελέσματα είναι νομίζω ευτυχή.
Στην αρχή βλέπουμε ένα διπλό φλας μπακ, από το τώρα, σε ένα γηροκομείο, στον πόλεμο της Κορέας στς μέσα των 50ς και μετά στην Αμερική του 1951. Τότε, σε ένα "σοβαρό" αλλά συντηρητικό πανεπιστήμιο του Οχάιο φτάνει για να σπουδάσει ένας προικισμένος και ιδεολόγος νέος, αφήνοντας την εβραϊκή οικογένειά του και τη δουλειά στο κρεοπωλείο του πατέρα του. Θα γνωρίσει άλλους συμφοιτητές, θα ερωτευτεί για πρώτη φορά μια ψυχολογικά "ασταθή" κοπέλα, αλλά όλα, μα όλα, στο περιβάλλον του τον πιέζουν αφόρητα. Ο κομφορμισμός - και η "με το γάντι" καταπιεστική επιβολή του - βασιλεύουν παντού.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, με στιβαρή σκηνοθεσία, εξαιρετικές ηθοποιίες και πολύ καλή ατμόσφαιρα εποχής. Πάνω απ' όλα βέβαια μιλά για την καταπίεση. Ο νεαρός ήρωας πιέζεται τόσο από το συντηρητικό πανεπιστημιακό περιβάλλον (οι διάλογοι με τον πρύτανη είναι από τα καλύτερα σημεία του φιλμ), όσο και από την οικογένειά του. Και προσοχή: Όχι μόνο από το καθηγητικό κατεστημένο, αλλά και από τις "λέσχες" των συμφοιτητών του, τη στάση τους απέναντι στη σχέση του, τους συγκατοίκους του. Κι από την άλλη, όχι μόνο από τον ούτως ή άλλως φορτικό και υπερπροστατευτικό πατέρα του, αλλά και από τη "γλυκιά και καλόβολη" μητέρα του, η οποία, ωστόσο, σε μια κρίσιμη στιγμή θα παίξει καθοριστικό (αρνητικό) ρόλο. Η αναμενόμενη εξέγερση, που σιγοβράζει καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, θα έχει τραγικά αποτελέσματα.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, που μιλά για μια πραγματικά μετ' εμποδίων ενηλικίωση και για μια ασφυκτική σε όλες της τις δομές κοινωνία (της Αμερικής του 50 τουλάχιστον). Και για το πώς συνθλίβονται οι καλύτερες περιπτώσεις όταν αρνηθούν (δεν μπορούν θα ήταν καλύτερα να πούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση) να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Απολαύστε την, αν βεβαίως δεν σας κουράζουν οι μακροί διάλογοι (πολύ καλοί, παρεπιπτόντως), οι σχετικά αργοί (αλλά τόσο ταιριαστοί) ρυθμοί και η έλλειψη δράσης και εφέ... Αλλά δεν βρίσκεται, προφανώς, σ' αυτά το νόημα ενός όμορφου φιλμ, με πολύ δυνατό, σημειωτέον, φινάλε.
Στην αρχή βλέπουμε ένα διπλό φλας μπακ, από το τώρα, σε ένα γηροκομείο, στον πόλεμο της Κορέας στς μέσα των 50ς και μετά στην Αμερική του 1951. Τότε, σε ένα "σοβαρό" αλλά συντηρητικό πανεπιστήμιο του Οχάιο φτάνει για να σπουδάσει ένας προικισμένος και ιδεολόγος νέος, αφήνοντας την εβραϊκή οικογένειά του και τη δουλειά στο κρεοπωλείο του πατέρα του. Θα γνωρίσει άλλους συμφοιτητές, θα ερωτευτεί για πρώτη φορά μια ψυχολογικά "ασταθή" κοπέλα, αλλά όλα, μα όλα, στο περιβάλλον του τον πιέζουν αφόρητα. Ο κομφορμισμός - και η "με το γάντι" καταπιεστική επιβολή του - βασιλεύουν παντού.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, με στιβαρή σκηνοθεσία, εξαιρετικές ηθοποιίες και πολύ καλή ατμόσφαιρα εποχής. Πάνω απ' όλα βέβαια μιλά για την καταπίεση. Ο νεαρός ήρωας πιέζεται τόσο από το συντηρητικό πανεπιστημιακό περιβάλλον (οι διάλογοι με τον πρύτανη είναι από τα καλύτερα σημεία του φιλμ), όσο και από την οικογένειά του. Και προσοχή: Όχι μόνο από το καθηγητικό κατεστημένο, αλλά και από τις "λέσχες" των συμφοιτητών του, τη στάση τους απέναντι στη σχέση του, τους συγκατοίκους του. Κι από την άλλη, όχι μόνο από τον ούτως ή άλλως φορτικό και υπερπροστατευτικό πατέρα του, αλλά και από τη "γλυκιά και καλόβολη" μητέρα του, η οποία, ωστόσο, σε μια κρίσιμη στιγμή θα παίξει καθοριστικό (αρνητικό) ρόλο. Η αναμενόμενη εξέγερση, που σιγοβράζει καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, θα έχει τραγικά αποτελέσματα.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, που μιλά για μια πραγματικά μετ' εμποδίων ενηλικίωση και για μια ασφυκτική σε όλες της τις δομές κοινωνία (της Αμερικής του 50 τουλάχιστον). Και για το πώς συνθλίβονται οι καλύτερες περιπτώσεις όταν αρνηθούν (δεν μπορούν θα ήταν καλύτερα να πούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση) να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Απολαύστε την, αν βεβαίως δεν σας κουράζουν οι μακροί διάλογοι (πολύ καλοί, παρεπιπτόντως), οι σχετικά αργοί (αλλά τόσο ταιριαστοί) ρυθμοί και η έλλειψη δράσης και εφέ... Αλλά δεν βρίσκεται, προφανώς, σ' αυτά το νόημα ενός όμορφου φιλμ, με πολύ δυνατό, σημειωτέον, φινάλε.
Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2016
"ΑΝΤΙΟ ΠΑΙΔΙΑ" : ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ
Το 1987, κοντά στο τέλος πλέον της καριέρας του, ο Louis Malle (1932-1995) γυρίζει το "Αντίο Παιδιά" (Au Revoir Les Enfants), μια από τις πιο ευαίσθητες και συγκινητικές δουλειές του. Εδώ ο Μαλ επιστρέφει στα χρόνια του πολέμου, όπως στο παλιότερο "Λακόμπ Λισιέν", για να μας αφηγηθεί μια ακόμα ιστορία της πιο δύσκολης για την Ευρώπη εποχής, αυτή τη φορά όμως με ήρωες και μέσα από τα μάτια παιδιών.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου λοιπόν παρακολουθούμε ένα καθολικό οικοτροφείο αρρένων για παιδιά της ανώτερης τάξης. Η Γαλλία βρίσκεται βέβαια υπό γερμανική κατοχή, ο πόλεμος μαίνεται κάπου εκεί έξω, τα πράγματα όμως μέσα μοιάζουν ήσυχα. Μοιάζουν. Διότι οι απόηχοι της έξω κατάστασης δεν μπορούν παρά να έχουν επιπτώσεις... Ένας νέος μαθητής φτάνει στο σχολείο. Το φιλμ παρακολουθεί τις σχέσεις του με ένα άλλο παιδί, τον κατοπινό αφηγητή της ιστορίας, που από ανταγωνιστικές και μάλλον τεταμένες (ή αδιάφορες) στην αρχή, θα εξελιχτούν σε μια βαθιά φιλία. Σύντομα ωστόσο μαθαίνουμε ότι ο καινούριος είναι εβραίος. Ουσιαστικά όλοι μαζί, δάσκαλοι και παπάδες, τον κρύβουν στο οικοτροφειο. Είναι στο χέρι των παιδιών (όσων ξέρουν το μυστικό) να αποκαλύψουν ή όχι την αλήθεια, η οποία, όπως καταλαβαίνετε, είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Ελπίζω να μην περιμένετε δράση, γραφική βία ή κάτι τέτοιο. Στην ταινία κυριαρχεί η ευαισθησία. Στις σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά, στις σχέσεις του "έξω" και του "μέσα", του περιβάλλοντος και του εσωτερικού του οικοτροφείου δηλαδή. Ο ανταγωνισμός (ή και το μπούλινγκ ακόμα), η φιλία, η συνεργασία είναι κυρίαρχες καταστάσεις. Αλλά και η λεπτή μελέτη του πώς κανένας μικρόκοσμος, όσο περιφραγμένος κι αν φαίνεται σε πρώτη όψη, είναι αδύνατο να μείνει αλώβητος από όσα συμβαίνους στον έξω κόσμο, στο ευρύτερο περιβάλλον. Από ιστορική πλευρά ο Μαλ έχει εδώ ένα συμφιλιωτικό τόνο. Όλοι μοιάζουν να συνεργάζονται για έναν ανώτερο σκοπό, ξεχνώντας, προς το παρόν τουλάχιστον, ταξικές, θρησκευτικές ή όποιες άλλες διαφορές - οι οποίες ωστόσο παραμένουν παρούσες και δείχνονται, απλώς έχουν μπει για λίγο στην άκρη. Βλέπετε, οι μόνοι "κακοί" εδώ είναι οι ναζί και η θηριωδία τους.
Το βασικό στοιχείο πάντως για μένα είναι η συγκίνηση και η τρυφερότητα. Όχι μόνο στην περιγραφή της παιδικής ηλικίας και των όσων συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της, αλλά και στο φινάλε, που δίχως να έχει τίποτα το ηρωικό (όπως και ολόκληρο το φιλμ άλλωστε) είναι από πιο συγκινητικά του σινεμά.
Σας το συνιστώ αν δεν έχετε πλήρως παραδοθεί στη βία και τη δράση, τα ψηφιακά εφέ, τις καταστάσεις / καρικατούρες και την ντε και καλά βιντεοκλιπίστικη οπτική του κυρίαρχου σύγχρονου Χόλιγουντ (με εξαιρέσεις βεβαίως πάντοτε).
Κατά τη διάρκεια του πολέμου λοιπόν παρακολουθούμε ένα καθολικό οικοτροφείο αρρένων για παιδιά της ανώτερης τάξης. Η Γαλλία βρίσκεται βέβαια υπό γερμανική κατοχή, ο πόλεμος μαίνεται κάπου εκεί έξω, τα πράγματα όμως μέσα μοιάζουν ήσυχα. Μοιάζουν. Διότι οι απόηχοι της έξω κατάστασης δεν μπορούν παρά να έχουν επιπτώσεις... Ένας νέος μαθητής φτάνει στο σχολείο. Το φιλμ παρακολουθεί τις σχέσεις του με ένα άλλο παιδί, τον κατοπινό αφηγητή της ιστορίας, που από ανταγωνιστικές και μάλλον τεταμένες (ή αδιάφορες) στην αρχή, θα εξελιχτούν σε μια βαθιά φιλία. Σύντομα ωστόσο μαθαίνουμε ότι ο καινούριος είναι εβραίος. Ουσιαστικά όλοι μαζί, δάσκαλοι και παπάδες, τον κρύβουν στο οικοτροφειο. Είναι στο χέρι των παιδιών (όσων ξέρουν το μυστικό) να αποκαλύψουν ή όχι την αλήθεια, η οποία, όπως καταλαβαίνετε, είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Ελπίζω να μην περιμένετε δράση, γραφική βία ή κάτι τέτοιο. Στην ταινία κυριαρχεί η ευαισθησία. Στις σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά, στις σχέσεις του "έξω" και του "μέσα", του περιβάλλοντος και του εσωτερικού του οικοτροφείου δηλαδή. Ο ανταγωνισμός (ή και το μπούλινγκ ακόμα), η φιλία, η συνεργασία είναι κυρίαρχες καταστάσεις. Αλλά και η λεπτή μελέτη του πώς κανένας μικρόκοσμος, όσο περιφραγμένος κι αν φαίνεται σε πρώτη όψη, είναι αδύνατο να μείνει αλώβητος από όσα συμβαίνους στον έξω κόσμο, στο ευρύτερο περιβάλλον. Από ιστορική πλευρά ο Μαλ έχει εδώ ένα συμφιλιωτικό τόνο. Όλοι μοιάζουν να συνεργάζονται για έναν ανώτερο σκοπό, ξεχνώντας, προς το παρόν τουλάχιστον, ταξικές, θρησκευτικές ή όποιες άλλες διαφορές - οι οποίες ωστόσο παραμένουν παρούσες και δείχνονται, απλώς έχουν μπει για λίγο στην άκρη. Βλέπετε, οι μόνοι "κακοί" εδώ είναι οι ναζί και η θηριωδία τους.
Το βασικό στοιχείο πάντως για μένα είναι η συγκίνηση και η τρυφερότητα. Όχι μόνο στην περιγραφή της παιδικής ηλικίας και των όσων συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της, αλλά και στο φινάλε, που δίχως να έχει τίποτα το ηρωικό (όπως και ολόκληρο το φιλμ άλλωστε) είναι από πιο συγκινητικά του σινεμά.
Σας το συνιστώ αν δεν έχετε πλήρως παραδοθεί στη βία και τη δράση, τα ψηφιακά εφέ, τις καταστάσεις / καρικατούρες και την ντε και καλά βιντεοκλιπίστικη οπτική του κυρίαρχου σύγχρονου Χόλιγουντ (με εξαιρέσεις βεβαίως πάντοτε).
Κυριακή, Οκτωβρίου 02, 2016
"SPARTAN": ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΑΠΟ... ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ
Παλιότερα παρακολουθούσα τις ταινίες του David Mamet, ο οποίος , ως γνωστόν, είναι και διάσημος θεατρικός συγγραφέας. Τα τελευταία χρόνια δεν γυρίζει συχνά ταινίες (μεγάλου μήκους τουλάχιστον). Η προτελευταία του είναι το "Spartan" του 2004, ένα σφιχτοδεμένο θρίλερ, δίχως ωστόσο πολλές εκπλήξεις.
Ένας βετεράνος πράκτορας, γνωστός για τις ανορθοδοξες, αλλά αποτελεσματικές μεθόδους του, καλείται να βρει την κόρη διάσημου πολιτικού που έχει απαχθεί από το πανεπιστήμιο όπου σπούδαζε. Η έρευνα θα δείξει αρχικά ότι η κοπέλα δεν είναι τόσο αθώα όσο φαινόταν, ωστόσο η απαγωγή της έγινε για άσχετους από τον πατέρα της λόγους: Την απήγαγαν για να τη στείλουν στα "σκλαβοπαζαρα" της Μέσης Ανατολής, όπου το εμπόριο λευκής σάρκας ανθεί. Η αποστολή του ήρωα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, καθώς νέες παράμετροι έρχονται στο φως.
Ο Βαλ Κιλμερ είναι πειστικός στο ρόλο του, ανατροπές υπάρχουν αρκετές, καθώς και διάθεση καταγγελίας της διαφθοράς και σαπίλας που κυριαρχούν τόσο στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους, όσο και στα άδυτα των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών: Τα συμφέροντα, ακόμα και τα βρώμικα φυσικά, πάνω απ' όλα. Επίσης η ταινία είναι καλογυρισμένη και, με το αρκετό σασπένς που διαθέτει, κρατά νομίζω τον θεατή.
Απλώς θεωρώ οτι όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, ότι πρόκειται γιαένα χιλιοχρησιμοποιημένο είδος, που πολύ δύσκολα μπορεί να προσφέρει κάτι αληθινά πρωτότυπο, κάτι που θα ανατρέψει τα μέχρι τότε δεδομένα. Με την έννοια αυτή νομίζω ότι ο Mamet δεν δίνει κάτι καινούριο. Σίγουρα, γενικά μιλώντας, δίχως να θεωρώ ότι έχει κάνει κακές ταινίες, κάθε άλλο μάλιστα, πιστεύω ότι δεν ακολούθησε τις υποσχέσεις που έδωσε με το πρώτο του φιλμ, την "Λέσχη της Απάτης" του 1987.
Ας μη γκρινιάζω όμως. Όπως σας είπα το φιλμ είναι καλογυρισμένο και μπορεί άνετα να ψυχαγωγήσει τον θεατή. Και να πει και μερικά πράγματα - χιλιοειπωμένα φοβάμαι ωστόσο - για την κάθε είδους διαφθορά, όπως λέγαμε και πριν.
ΥΓ: Η ταινία ξεκινά με άγρια και σκληρή εκπαίδευση πεζοναυτών ή κάτι τέτοιο και μου θύμισε στρατόκαυλη πολεμικοειδή αμερικανιά. Μην σας πτοήσει όμως αυτό. Ευτυχώς πρόκειται μόνο για την εισαγωγή. Μετά εξελίσσεται σε θρίλερ, όπως είπαμε.
Ένας βετεράνος πράκτορας, γνωστός για τις ανορθοδοξες, αλλά αποτελεσματικές μεθόδους του, καλείται να βρει την κόρη διάσημου πολιτικού που έχει απαχθεί από το πανεπιστήμιο όπου σπούδαζε. Η έρευνα θα δείξει αρχικά ότι η κοπέλα δεν είναι τόσο αθώα όσο φαινόταν, ωστόσο η απαγωγή της έγινε για άσχετους από τον πατέρα της λόγους: Την απήγαγαν για να τη στείλουν στα "σκλαβοπαζαρα" της Μέσης Ανατολής, όπου το εμπόριο λευκής σάρκας ανθεί. Η αποστολή του ήρωα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, καθώς νέες παράμετροι έρχονται στο φως.
Ο Βαλ Κιλμερ είναι πειστικός στο ρόλο του, ανατροπές υπάρχουν αρκετές, καθώς και διάθεση καταγγελίας της διαφθοράς και σαπίλας που κυριαρχούν τόσο στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους, όσο και στα άδυτα των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών: Τα συμφέροντα, ακόμα και τα βρώμικα φυσικά, πάνω απ' όλα. Επίσης η ταινία είναι καλογυρισμένη και, με το αρκετό σασπένς που διαθέτει, κρατά νομίζω τον θεατή.
Απλώς θεωρώ οτι όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, ότι πρόκειται γιαένα χιλιοχρησιμοποιημένο είδος, που πολύ δύσκολα μπορεί να προσφέρει κάτι αληθινά πρωτότυπο, κάτι που θα ανατρέψει τα μέχρι τότε δεδομένα. Με την έννοια αυτή νομίζω ότι ο Mamet δεν δίνει κάτι καινούριο. Σίγουρα, γενικά μιλώντας, δίχως να θεωρώ ότι έχει κάνει κακές ταινίες, κάθε άλλο μάλιστα, πιστεύω ότι δεν ακολούθησε τις υποσχέσεις που έδωσε με το πρώτο του φιλμ, την "Λέσχη της Απάτης" του 1987.
Ας μη γκρινιάζω όμως. Όπως σας είπα το φιλμ είναι καλογυρισμένο και μπορεί άνετα να ψυχαγωγήσει τον θεατή. Και να πει και μερικά πράγματα - χιλιοειπωμένα φοβάμαι ωστόσο - για την κάθε είδους διαφθορά, όπως λέγαμε και πριν.
ΥΓ: Η ταινία ξεκινά με άγρια και σκληρή εκπαίδευση πεζοναυτών ή κάτι τέτοιο και μου θύμισε στρατόκαυλη πολεμικοειδή αμερικανιά. Μην σας πτοήσει όμως αυτό. Ευτυχώς πρόκειται μόνο για την εισαγωγή. Μετά εξελίσσεται σε θρίλερ, όπως είπαμε.
Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2016
ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΤΟΥ "ATLANTIC CITY"
Το 1980 ο πολύ καλός γάλλος σκηνοθέτης Louis Malle (1932-1995) γυρίζει στην Αμερική μια από τις πιο όμορφες κατά τη γνώμη μου, αλλά μάλλον ξεχασμένες ταινίες του, το "Atlantic City", με πολύ καλούς στους βασικούς ρόλους έναν ηλικιωμένο Μπαρτ Λάνκαστερ και μια νεαρή Σούζαν Σάραντον.
Ένας γερασμένος πρώην απατεώνας ή ίσως γκάνγκστερ, που διαρκως ονειρεύεται το ένδοξο (;) παρελθόν, συναντά και ερωτεύεται μια νεαρή μπαργουμαν που φιλοδοξεί να γίνει γκρουπιέρισα σε καζίνο. Εκείνος θα μπλέξει με μια ιστορία με ναρκωτικά, κάποιοι φόνοι θα γίνουν, οι ζωές τους θα μπλεχτούν και οι δυο τους θα βρεθούν κυνηγημένοι απο τη μαφία.
Ναι, είναι ένα είδος γκανγκστερικής ταινίας, με την οπτική του Malle όμως. Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια σειρά από μερικές φορές συγκινητικούς χαρακτήρες, βουτηγμένους σε μια ατμόσφαιρα παρακμής. Η Atlantic City είναι μια πόλη με καζίνα και θα ήθελε να γίνει Λας Βέγκας, πλην όμως - κατά τη διάρκεια του φιλμ τουλάχιστον - είναι εξώφθαλμα αποτυχημένη και παρακμασμένη. Το ίδιο και οι χαρακτήρες που λέγαμε. Όλοι ζουν μίζερα στο περιβάλλον αυτό, όλοι όμως έχουν όνειρα, παλεύουν με τις λίγες δυνάμεις τους για κάτι καλύτερο. Ο βασικός αντρικός χαρακτήρας ζει διαρκώς στο παρελθόν, τρέφεται με μνήμες παλιάς δόξας (που, τελικά, δεν ήταν καν δόξα). Νοσταλγεί, καυχάται ασύστολα, ενίοτε ψευδόμενος, πλην όμως διαθέτει ένα προσωπικό είδος ιπποτισμού και ηθικής. Και πάντα είναι έτοιμος "να πιάσει την καλή", όσο κι αν τα χρόνια έχουν περάσει. Όσο για την ηρωίδα, τα όνειρά της φτάνουν μέχρι του να "προαχθεί" σε γκρουπιέρισα, αυτό όμως είναι το όνειρο που την τρέφει και την κάνει να ελπίζει για κάτι καλύτερο.
Ναι, υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολία στο φιλμ. Μικρές ζωές ασήμαντων ανθρώπων, που όμως ζουν με τα δικά τους όνειρα και βιώνουν τη δική τους περιπέτεια. Και, τελικά, αυτό έχει την ίδια αξία με τις μεγαλεπήβολες βλέψεις των"μεγάλων", αυτών που λάμπουν και φαίνονται. Και μια παρατήρηση: Κανένας από τους βασικούς χαρακτήρες του φιλμ δεν είναι ακριβώς "καλός" ή "κακός". Όλοι διαθέτουν θετικά και αρνητικά στοιχεία, όλοι έχουν τις καλές και κακές πλευρές τους. Όπως στην αληθινή ζωή δηλαδή, η οποία μάλλον δεν διαθέτει τέλειους σούπερ ήρωες...
Πέραν αυτών όμως ένα καλοστημένο σενάριο κατορθώνει να κρατά τον θεατή με το σασπένς του και, τελικά, κάθε άλλο παρά να τον κάνει να βαριέται. Αυτός ο συνδυασμός ιστορίας που σε "κρατά" και μελγχολίας και παρακμής ταυτόχρονα είναι ό,τι μ' αρέσει περισσότερο στην ταινία. Η οποία, παρά τα ναρκωτικά και τους γκάνγκστερς, αποδεικνύεται εξ ίσου τρυφερή με μερικές από τις γνωστότερες δημιουργίες του σκηνοθέτη.
Ένας γερασμένος πρώην απατεώνας ή ίσως γκάνγκστερ, που διαρκως ονειρεύεται το ένδοξο (;) παρελθόν, συναντά και ερωτεύεται μια νεαρή μπαργουμαν που φιλοδοξεί να γίνει γκρουπιέρισα σε καζίνο. Εκείνος θα μπλέξει με μια ιστορία με ναρκωτικά, κάποιοι φόνοι θα γίνουν, οι ζωές τους θα μπλεχτούν και οι δυο τους θα βρεθούν κυνηγημένοι απο τη μαφία.
Ναι, είναι ένα είδος γκανγκστερικής ταινίας, με την οπτική του Malle όμως. Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια σειρά από μερικές φορές συγκινητικούς χαρακτήρες, βουτηγμένους σε μια ατμόσφαιρα παρακμής. Η Atlantic City είναι μια πόλη με καζίνα και θα ήθελε να γίνει Λας Βέγκας, πλην όμως - κατά τη διάρκεια του φιλμ τουλάχιστον - είναι εξώφθαλμα αποτυχημένη και παρακμασμένη. Το ίδιο και οι χαρακτήρες που λέγαμε. Όλοι ζουν μίζερα στο περιβάλλον αυτό, όλοι όμως έχουν όνειρα, παλεύουν με τις λίγες δυνάμεις τους για κάτι καλύτερο. Ο βασικός αντρικός χαρακτήρας ζει διαρκώς στο παρελθόν, τρέφεται με μνήμες παλιάς δόξας (που, τελικά, δεν ήταν καν δόξα). Νοσταλγεί, καυχάται ασύστολα, ενίοτε ψευδόμενος, πλην όμως διαθέτει ένα προσωπικό είδος ιπποτισμού και ηθικής. Και πάντα είναι έτοιμος "να πιάσει την καλή", όσο κι αν τα χρόνια έχουν περάσει. Όσο για την ηρωίδα, τα όνειρά της φτάνουν μέχρι του να "προαχθεί" σε γκρουπιέρισα, αυτό όμως είναι το όνειρο που την τρέφει και την κάνει να ελπίζει για κάτι καλύτερο.
Ναι, υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολία στο φιλμ. Μικρές ζωές ασήμαντων ανθρώπων, που όμως ζουν με τα δικά τους όνειρα και βιώνουν τη δική τους περιπέτεια. Και, τελικά, αυτό έχει την ίδια αξία με τις μεγαλεπήβολες βλέψεις των"μεγάλων", αυτών που λάμπουν και φαίνονται. Και μια παρατήρηση: Κανένας από τους βασικούς χαρακτήρες του φιλμ δεν είναι ακριβώς "καλός" ή "κακός". Όλοι διαθέτουν θετικά και αρνητικά στοιχεία, όλοι έχουν τις καλές και κακές πλευρές τους. Όπως στην αληθινή ζωή δηλαδή, η οποία μάλλον δεν διαθέτει τέλειους σούπερ ήρωες...
Πέραν αυτών όμως ένα καλοστημένο σενάριο κατορθώνει να κρατά τον θεατή με το σασπένς του και, τελικά, κάθε άλλο παρά να τον κάνει να βαριέται. Αυτός ο συνδυασμός ιστορίας που σε "κρατά" και μελγχολίας και παρακμής ταυτόχρονα είναι ό,τι μ' αρέσει περισσότερο στην ταινία. Η οποία, παρά τα ναρκωτικά και τους γκάνγκστερς, αποδεικνύεται εξ ίσου τρυφερή με μερικές από τις γνωστότερες δημιουργίες του σκηνοθέτη.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2016
ΟΤΑΝ Ο "SUPERMAN" ΠΕΤΟΥΣΕ ΣΤΑ 70ς...
Ήταν τότε, στα 1978, όταν ανατίθεται στον πετυχημένο την εποχή εκείνη Richard Donner να μεταφέρει στην οθόνη τον θρυλικότερο υπερήρωα των κόμικς, τον "Superman". Εκτός του μακαρίτη πλέον Κρίστοφερ Ριβ, απόλυτα ταιριαστό στον κεντρικό ρόλο, υπάρχουν και πολλοί καλοί ηθοποιοί, όπως ο Τζιν Χάκμαν ως Λεξ Λούθορ, ο παλιός Γκλεν Φορντ και, βέβαια, ο πολύς Μάρλον Μπράντο στον σύντομο ρόλο του πατέρα.
Η ιστορία είναι βέβαια πασίγνωστη: Ένα βρέφος από τον πλανήτη Κρυπτόν στέλνεται από τον πατέρα του στη μακρινή γη για να σωθεί από την καταστροφή του πλανήτη του. Εκεί, λόγω των γήινων συνθηκών, αλλά και των τεράστιων γνώσεών του, θα αποκτήσει υπερδυνάμεις και όταν μεγαλώσει θα γίνει ο διάσημος Superman, που αναλαμβάνει να πολεμήσει το κακό σε κάθε μορφή του. Η αληθινή του ταυτότητα είναι σε όλους άγνωστη, αφού, όταν διαθέτει την περσόνα του κοινού θνητού, παρουσιάζεται ως άτολμος και γκαφατζής δημοσιογράφος Κλαρκ Κεντ. Ερωτεύεται σφόδρα μια συνάδελφό του και βέβαια την γοητεύει πανεύκολα ως Superman, αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο ως Κεντ...
Στην εποχή του το φιλμ έγινε τεράστια επιτυχία, η πρώτη με σούπερ ήρωα, που άνοιξε τον δρόμο για τον αληθινό καταιγσμό που δεχόμαστε τον 21ο αιώνα από το είδος (με βαρετά συνήθως αποτελέσματα). Τώρα όμως; Βλέποντάς το πρόσφατα ομολογώ ότι μου φάνηκε κουρασμένο και υπερβολικό, αλλά και πολύ light για τα σύγχρονα δεδομένα. Όχι, το τελευταίο δεν είναι κακό και οφείλεις να κρίνεις τις ταινίες (και όλα τα έργα τέχνης) λαμβάνοντας πάντοτε υπ' όψιν τα δεδομένα της εποχής που δημιουργήθηκαν, αυτό είναι σίγουρο. Ωστόσο υπάρχουν παμπάλαιες ταινίες που αντέχουν πολύ περισσότερο στο χρόνο. Και, βέβαια, εννοείται, ο λόγος δεν είναι η έλλειψη εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ που, απλούστατα, δεν υπήρχαν τότε, κάθε άλλο. Προτιμώ κάποια παλιομοδίτικα από την κατάχρηση ψηφιακών και κούφιων εντυπωσιασμών. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ αφελές και κάπως ξεπερασμένο. Ο κακός Λεξ είναι ένας μάλλον γελοίος τζιτζιφιόγκος, το σενάριο, ιδιαίτερα προς το τέλος, υπερέβει εαυτόν σε απιθανότητες, η Λόις δεν μου έβγαλε καμιά σεξουαλικότητα...
Υπάρχει βέβαια η γοητεία του αφελούς παραμυθιού και πολλοί μπορεί να ξεχαστούν για δύο ώρες και να αφεθούν στις ονειρικές πτήσεις του ήρωα και της καλής του. Και, για να πω και τα ελαφρυντικά, ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η σημερινή βία που κυριαρχεί στις οθόνες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αφού το είδος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο στο τότε σινεμά, έμεινε συνειδητα στην αφελή "κόμικς" πλευρά (με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται) και απευθύνθηκε κυρίως σε εφηβικό κοινό, που "διαβάζει ακόμα κόμικς" (ας μη ξεχνάμε επίσης ότι το 1978 τα κόμικς δεν απολάμβαναν τη σημερινή τους υπόληψη και ο όρος "graphic novel" δεν υπήρχε). Αρκετά δικαιολογητικά όντως...
Πάντως (κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε) νομίζω ότι το συγκεκριμένο φιλμ θα λατρεύεται για πάντα μόνο από όσους το πρωτοείδαν σε τρυφερές ηλικίες (και πιθανόν τους σημάδεψε). Δύσκολα θα συγκινούσε έναν ενήλικα ή ένα σύγχρονο έφηβο, που τόσα έχουν δει τα μάτια του...
Η ιστορία είναι βέβαια πασίγνωστη: Ένα βρέφος από τον πλανήτη Κρυπτόν στέλνεται από τον πατέρα του στη μακρινή γη για να σωθεί από την καταστροφή του πλανήτη του. Εκεί, λόγω των γήινων συνθηκών, αλλά και των τεράστιων γνώσεών του, θα αποκτήσει υπερδυνάμεις και όταν μεγαλώσει θα γίνει ο διάσημος Superman, που αναλαμβάνει να πολεμήσει το κακό σε κάθε μορφή του. Η αληθινή του ταυτότητα είναι σε όλους άγνωστη, αφού, όταν διαθέτει την περσόνα του κοινού θνητού, παρουσιάζεται ως άτολμος και γκαφατζής δημοσιογράφος Κλαρκ Κεντ. Ερωτεύεται σφόδρα μια συνάδελφό του και βέβαια την γοητεύει πανεύκολα ως Superman, αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο ως Κεντ...
Στην εποχή του το φιλμ έγινε τεράστια επιτυχία, η πρώτη με σούπερ ήρωα, που άνοιξε τον δρόμο για τον αληθινό καταιγσμό που δεχόμαστε τον 21ο αιώνα από το είδος (με βαρετά συνήθως αποτελέσματα). Τώρα όμως; Βλέποντάς το πρόσφατα ομολογώ ότι μου φάνηκε κουρασμένο και υπερβολικό, αλλά και πολύ light για τα σύγχρονα δεδομένα. Όχι, το τελευταίο δεν είναι κακό και οφείλεις να κρίνεις τις ταινίες (και όλα τα έργα τέχνης) λαμβάνοντας πάντοτε υπ' όψιν τα δεδομένα της εποχής που δημιουργήθηκαν, αυτό είναι σίγουρο. Ωστόσο υπάρχουν παμπάλαιες ταινίες που αντέχουν πολύ περισσότερο στο χρόνο. Και, βέβαια, εννοείται, ο λόγος δεν είναι η έλλειψη εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ που, απλούστατα, δεν υπήρχαν τότε, κάθε άλλο. Προτιμώ κάποια παλιομοδίτικα από την κατάχρηση ψηφιακών και κούφιων εντυπωσιασμών. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ αφελές και κάπως ξεπερασμένο. Ο κακός Λεξ είναι ένας μάλλον γελοίος τζιτζιφιόγκος, το σενάριο, ιδιαίτερα προς το τέλος, υπερέβει εαυτόν σε απιθανότητες, η Λόις δεν μου έβγαλε καμιά σεξουαλικότητα...
Υπάρχει βέβαια η γοητεία του αφελούς παραμυθιού και πολλοί μπορεί να ξεχαστούν για δύο ώρες και να αφεθούν στις ονειρικές πτήσεις του ήρωα και της καλής του. Και, για να πω και τα ελαφρυντικά, ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η σημερινή βία που κυριαρχεί στις οθόνες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αφού το είδος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο στο τότε σινεμά, έμεινε συνειδητα στην αφελή "κόμικς" πλευρά (με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται) και απευθύνθηκε κυρίως σε εφηβικό κοινό, που "διαβάζει ακόμα κόμικς" (ας μη ξεχνάμε επίσης ότι το 1978 τα κόμικς δεν απολάμβαναν τη σημερινή τους υπόληψη και ο όρος "graphic novel" δεν υπήρχε). Αρκετά δικαιολογητικά όντως...
Πάντως (κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε) νομίζω ότι το συγκεκριμένο φιλμ θα λατρεύεται για πάντα μόνο από όσους το πρωτοείδαν σε τρυφερές ηλικίες (και πιθανόν τους σημάδεψε). Δύσκολα θα συγκινούσε έναν ενήλικα ή ένα σύγχρονο έφηβο, που τόσα έχουν δει τα μάτια του...
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2016
ΒΙΝΤΕΟΚΛΙΠΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΓΧΩΤΙΚΟ "RUNNING SCARE"
Τελικά και ο Guy Richie έχει κάνει ένα είδος "σχολής". Το καταλαβαίνει κανείς αν δει το "Running Scare" (Τρέξε Γρήγορα) που γύρισε το 2006 ο Wayne Kramer. Όπου τα σέπια χρώματα, η σαλταρισμένη δράση, τα εντυπωσιακά σκηνοθετικά κόλπα, τα ξαφνικά slow motion και πάμπολλα άλλα τέτοια κυριαρχούν πραγματικά.
Ένας οικογενειάρχης κακοποιός παίρνει μέρος σε ένα απίστευτο πιστολίδι με διεφθαρμένους μπάτσους. Μετά το τέλος της σφαγής το αφεντικό του του δίνει ένα "ενοχοποιητικό" πιστόλι από τη συμπλοκή για να το εξαφανίσει. Εκείνος δεν το κάνει αμέσως, το πιστόλι βρίσκεται σε λάθος χέρια (ενός παιδιού αρχικά και μετά...) και από εκεί και πέρα ξεκινά ένα άγριο κυνηγητό όλων εναντίον όλων με απίθανες τροπές και εκπλήξεις.
Η ταινία χωράει ένα σκασμό κυριολεκτικά γεγονότων, ακόμα και υποπλοκές, όπως αυτή με το διεστραμμένο ζευγάρι, μέσα στις λίγες σχετικά ώρες κατά τις οποίες συμβαίνουν όλα. Ο ρυθμός - σε ταιριαστή σχέση με το ανάλογο σενάριο - είναι κυριολεκτικά αγχωτικός, τα γεγονότα συμβαίνουν καταιγιστικά, τα πτώματα πληθαίνουν, οι πυροβολισμοί δεν σταματούν, η βία συμβαίνει πραγματικά "μέσα στα μούτρα μας" και η επίδειξη σκηνοθετικών τρικ είναι ασταμάτητη. Η ιστορία βέβαια και όσα γίνονται είναι μάλλον απίθανα, με αποκορύφωμα την "κουφή" τελική ανατροπή (συγνώμη δηλαδή, αλλά μετά απ' αυτό τι θα γίνει; Δεν θα τον δει κάποιος ποτέ; (δεν λέω άλλα γιατί θα είναι κάτι παραπάνω από spoiler).
Αν σας ελκύουν λοιπόν τα α λα Richie κόλπα και η βιντεοκλιπίστικη, αγχωμένη σκηνοθεσία και πλοκή, όπου δεν μπορείς να πάρεις ανάσα και το ένα γεγονός φέρνει το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, το φιλμ πιθανόν θα σας φανεί εντυπωσιακό, παρά τις σεναριακές του απιθανότητες. Εγώ πάντως κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά...
Ένας οικογενειάρχης κακοποιός παίρνει μέρος σε ένα απίστευτο πιστολίδι με διεφθαρμένους μπάτσους. Μετά το τέλος της σφαγής το αφεντικό του του δίνει ένα "ενοχοποιητικό" πιστόλι από τη συμπλοκή για να το εξαφανίσει. Εκείνος δεν το κάνει αμέσως, το πιστόλι βρίσκεται σε λάθος χέρια (ενός παιδιού αρχικά και μετά...) και από εκεί και πέρα ξεκινά ένα άγριο κυνηγητό όλων εναντίον όλων με απίθανες τροπές και εκπλήξεις.
Η ταινία χωράει ένα σκασμό κυριολεκτικά γεγονότων, ακόμα και υποπλοκές, όπως αυτή με το διεστραμμένο ζευγάρι, μέσα στις λίγες σχετικά ώρες κατά τις οποίες συμβαίνουν όλα. Ο ρυθμός - σε ταιριαστή σχέση με το ανάλογο σενάριο - είναι κυριολεκτικά αγχωτικός, τα γεγονότα συμβαίνουν καταιγιστικά, τα πτώματα πληθαίνουν, οι πυροβολισμοί δεν σταματούν, η βία συμβαίνει πραγματικά "μέσα στα μούτρα μας" και η επίδειξη σκηνοθετικών τρικ είναι ασταμάτητη. Η ιστορία βέβαια και όσα γίνονται είναι μάλλον απίθανα, με αποκορύφωμα την "κουφή" τελική ανατροπή (συγνώμη δηλαδή, αλλά μετά απ' αυτό τι θα γίνει; Δεν θα τον δει κάποιος ποτέ; (δεν λέω άλλα γιατί θα είναι κάτι παραπάνω από spoiler).
Αν σας ελκύουν λοιπόν τα α λα Richie κόλπα και η βιντεοκλιπίστικη, αγχωμένη σκηνοθεσία και πλοκή, όπου δεν μπορείς να πάρεις ανάσα και το ένα γεγονός φέρνει το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, το φιλμ πιθανόν θα σας φανεί εντυπωσιακό, παρά τις σεναριακές του απιθανότητες. Εγώ πάντως κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά...
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2016
"Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ" ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ...
Το 1958 ο νεορεαλισμός επηρέαζε ακόμα τον κινηματογράφο της Ιταλίας, ο οποίος βεβαίως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Τότε λοιπόν γυρίζεται από τον σημαντικό Mario Monicelli (1915-2010) η εμβληματική κωμωδία "Ο Κλέψας του Κλέψαντος" (I Soliti Ignoti), που αποτελεί μία από τις πρώτες και καλύτερες κοινωνικές ιταλικές κωμωδίες, είδος το οποίο ήκμασε στη γειτονική χώρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70, δίνοντάς μας μια σειρά από εξαιρετικά φιλμ.
Μια ομάδα φτωχών μικροαπατεώνων, μερικοί από τους οποίους μπαινοβγαίνουν στη φυλακή, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο κόλπο, χτυπώντας το ενεχειροδανειστήριο της περιοχής. Ο λεπτομερής σχεδιασμός του "χτυπήματος" στο πρώτο μέρος του φιλμ και η εκτέλεσή του στο δεύτερο, με τα όσα απρόοπτα και αστεία θα προκύψουν, αποτελεί τον κορμό της ταινίας. Στο μεταξύ εμείς θα απολαύσουμε μια αξέχαστη σειρά από απίθανους λαϊκούς τύπους, ένα ζωντανό και έξυπνο σενάριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και πολλές αστείες έως ξεκαρδιστικές καταστάσεις.
Νομίζω όμως ότι η αξία της ταινίας έγκειται και στην άριστη καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η φτώχεια και η μιζέρια της εποχής αποτυπώνονται εντονότατα (και αδυσώπητα). Οι σκηνές των λαϊκών πολυκατοικιών και των εσωτερικών των σπιτιών των ηρώων καταδεικνύουν ανάγλυφα την ανέχεια. Ελάχιστες διέξοδοι απ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουν, οπότε πολλοί είναι αυτοί που σαν μόνο τρόπο επιβίωσης (ή στοιχειώδους κοινωνικής ανόδου) βρίσκουν την παρανομία (για την οποία, σημειωτέον, αρκετοί είναι περήφανοι). Ταυτόχρονα η ταξική αλληλεγγύη (και η αλληλεγγύη απ' όλο τον κοινωνικό περίγυρο και για την ίδια την παρανομία βεβαίως) είναι σχεδόν έμφυτη, θεωρείται δεδομένη. Τελικά, ένα άρωμα ανθρωπιάς αναδύεται από το δύσκολο αυτό περιβάλλον (η πρώτη - πρώτη σκηνή το δείχνει αυτό χαρακτηριστικά). Όσο για την κωμική αντιμετώπιση όλων αυτών των τραγικών στην ουσία καταστάσεων, ε, αυτό πιστεύω ότι αποτελεί την φιλοσοφική στάση της ταινίας. Ας σημειώσουμε τέλος ότι οι ήρωες δεν εξωραϊζονται καθόλου: Δείχνονται με όλα τους τα ελαττώματα: Άλλοτε δειλοί, άλλοτε φανφαρόνοι ή ό,τι άλλο. Παρ' όλα αυτά παραμένουν συμπαθητικοί. Όσο για το καστ, με ιταλούς σταρ της εποχής, είναι λαμπρό: Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Τοτό, Κλαούντια Καρντινάλε, Ρενάτο Σαλβατόρι...
Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον το φιλμ δεν έχει γεράσει παρά τις δεκαετίες που πέρασαν. Παραμένει απολαυστικότατο και σε μερικά σημεία ξεκαρδιστικό, διατηρεί το σασπένς του μέχρι τέλους και ακόμα αναδίδει αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση, σήμα κατατεθέν της παλιάς ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας. Οπότε, μια που το θεωρώ κλασικό στο είδος του, θα πρότεινα να μη φοβηθείτε τα χρόνια και τις διαφορετικές (;) εποχές και, αν δεν το έχετε ήδη δει, να μη διστάσετε.
Μια ομάδα φτωχών μικροαπατεώνων, μερικοί από τους οποίους μπαινοβγαίνουν στη φυλακή, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο κόλπο, χτυπώντας το ενεχειροδανειστήριο της περιοχής. Ο λεπτομερής σχεδιασμός του "χτυπήματος" στο πρώτο μέρος του φιλμ και η εκτέλεσή του στο δεύτερο, με τα όσα απρόοπτα και αστεία θα προκύψουν, αποτελεί τον κορμό της ταινίας. Στο μεταξύ εμείς θα απολαύσουμε μια αξέχαστη σειρά από απίθανους λαϊκούς τύπους, ένα ζωντανό και έξυπνο σενάριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και πολλές αστείες έως ξεκαρδιστικές καταστάσεις.
Νομίζω όμως ότι η αξία της ταινίας έγκειται και στην άριστη καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η φτώχεια και η μιζέρια της εποχής αποτυπώνονται εντονότατα (και αδυσώπητα). Οι σκηνές των λαϊκών πολυκατοικιών και των εσωτερικών των σπιτιών των ηρώων καταδεικνύουν ανάγλυφα την ανέχεια. Ελάχιστες διέξοδοι απ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουν, οπότε πολλοί είναι αυτοί που σαν μόνο τρόπο επιβίωσης (ή στοιχειώδους κοινωνικής ανόδου) βρίσκουν την παρανομία (για την οποία, σημειωτέον, αρκετοί είναι περήφανοι). Ταυτόχρονα η ταξική αλληλεγγύη (και η αλληλεγγύη απ' όλο τον κοινωνικό περίγυρο και για την ίδια την παρανομία βεβαίως) είναι σχεδόν έμφυτη, θεωρείται δεδομένη. Τελικά, ένα άρωμα ανθρωπιάς αναδύεται από το δύσκολο αυτό περιβάλλον (η πρώτη - πρώτη σκηνή το δείχνει αυτό χαρακτηριστικά). Όσο για την κωμική αντιμετώπιση όλων αυτών των τραγικών στην ουσία καταστάσεων, ε, αυτό πιστεύω ότι αποτελεί την φιλοσοφική στάση της ταινίας. Ας σημειώσουμε τέλος ότι οι ήρωες δεν εξωραϊζονται καθόλου: Δείχνονται με όλα τους τα ελαττώματα: Άλλοτε δειλοί, άλλοτε φανφαρόνοι ή ό,τι άλλο. Παρ' όλα αυτά παραμένουν συμπαθητικοί. Όσο για το καστ, με ιταλούς σταρ της εποχής, είναι λαμπρό: Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Τοτό, Κλαούντια Καρντινάλε, Ρενάτο Σαλβατόρι...
Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον το φιλμ δεν έχει γεράσει παρά τις δεκαετίες που πέρασαν. Παραμένει απολαυστικότατο και σε μερικά σημεία ξεκαρδιστικό, διατηρεί το σασπένς του μέχρι τέλους και ακόμα αναδίδει αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση, σήμα κατατεθέν της παλιάς ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας. Οπότε, μια που το θεωρώ κλασικό στο είδος του, θα πρότεινα να μη φοβηθείτε τα χρόνια και τις διαφορετικές (;) εποχές και, αν δεν το έχετε ήδη δει, να μη διστάσετε.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2016
"SHOOT TO KILL": ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
Σκηνοθέτης με όχι και κάτι πολύ αξιόλογο στο ενεργητικό του (εκτός ίσως απο το "Under Fire") ο Roger Spottiswood γυρίζει το 1988 το "Shot To Kill", ένα αστυνομικό φιλμ το οποίο, δίχως να διαθέτει κάτι πολύ αξιόλογο, σηματοδοτεί την μετά από δέκα και παραπάνω χρόνια επιστροφή στην οθόνη του Σίντεϊ Πουατιέ.
Ένας αδίστακτος και πανέξυπνος δολοφόνος, αφού κλέψει ένα σακούλι με διαμάντια και σκοτώσει εν ψυχρώ μια ηλικιωμένη όμηρο, αναγκάζεται να καταφύγει σε ορεινή περιοχή της Αμερικής, όπου, για να καλύψει τα ίχνη του, ενσωματώνεται σε μια ομάδα τουριστών - ορειβατών, οι οποίοι θα περάσουν κάποιες μέρες στην άγρια φύση. Μαζί τους είναι ο μόνος τρόπος να περάσει και ο ίδιος τα αφιλόξενα βουνά. Ένας αστυνομικός ακολουθεί πεισματικά τα ίχνη του και, επειδή δεν έχει ούτε αυτός ιδέα από φύση, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια ενός σκληροτράχηλου ντόπιου, ο οποίος κυνηγά κι αυτός την ομάδα επειδή η ανύποπτη οδηγός της είναι η κοπέλα που αγαπά. Το σεναριακό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι για πάνω από το μισό φιλμ ούτε και οι θεατές γνωρίζουν ποιος από την ομάδα είναι ο δολοφόνος. Με μάλλον προβλέψιμο τρόπο ωστόσο, το φιλμ θα καταλήξει τελικά σε κλασικό ανθρωποκυνηγητό.
Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η ταινία βλέπεται μεν ευχάριστα, διαθέτει σασπένς και καλές ερμηνείες, πλην όμως δεν έχει να προσθέσει κάτι στο πολύ συνηθισμένο αυτό είδος. Όπως είπα και πριν όλα είναι μάλλον προβλέψιμα και σίγουρα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Έτσι λοιπόν - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μην διστάσετε να το δείτε αν "πέσει στα χέρια σας", μην περιμένετε ομως ότι θα συγκλονιστείτε κιόλας. Απλώς θα περάσετε δύο μάλλον ευχάριστες και ευπρόσωπες ώρες.
Ένας αδίστακτος και πανέξυπνος δολοφόνος, αφού κλέψει ένα σακούλι με διαμάντια και σκοτώσει εν ψυχρώ μια ηλικιωμένη όμηρο, αναγκάζεται να καταφύγει σε ορεινή περιοχή της Αμερικής, όπου, για να καλύψει τα ίχνη του, ενσωματώνεται σε μια ομάδα τουριστών - ορειβατών, οι οποίοι θα περάσουν κάποιες μέρες στην άγρια φύση. Μαζί τους είναι ο μόνος τρόπος να περάσει και ο ίδιος τα αφιλόξενα βουνά. Ένας αστυνομικός ακολουθεί πεισματικά τα ίχνη του και, επειδή δεν έχει ούτε αυτός ιδέα από φύση, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια ενός σκληροτράχηλου ντόπιου, ο οποίος κυνηγά κι αυτός την ομάδα επειδή η ανύποπτη οδηγός της είναι η κοπέλα που αγαπά. Το σεναριακό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι για πάνω από το μισό φιλμ ούτε και οι θεατές γνωρίζουν ποιος από την ομάδα είναι ο δολοφόνος. Με μάλλον προβλέψιμο τρόπο ωστόσο, το φιλμ θα καταλήξει τελικά σε κλασικό ανθρωποκυνηγητό.
Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η ταινία βλέπεται μεν ευχάριστα, διαθέτει σασπένς και καλές ερμηνείες, πλην όμως δεν έχει να προσθέσει κάτι στο πολύ συνηθισμένο αυτό είδος. Όπως είπα και πριν όλα είναι μάλλον προβλέψιμα και σίγουρα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Έτσι λοιπόν - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μην διστάσετε να το δείτε αν "πέσει στα χέρια σας", μην περιμένετε ομως ότι θα συγκλονιστείτε κιόλας. Απλώς θα περάσετε δύο μάλλον ευχάριστες και ευπρόσωπες ώρες.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2016
"ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ"...ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 30 και ο πόλεμος είναι έτοιμος να ξεσπάσει στην Ευρώπη. Η ταινία παρακολουθεί μια μέρα από τη ζωή ενός άγγλου πρώην διπλωμάτη, που βρίσκεται στα τελευταία στάδια του αλκοολισμού και ζει σε μια μικρή πόλη του νότιου Μεξικού. Η μέρα αυτή είναι η περίφημη μεξικάνικη "Γιορτή των Νεκρών". Η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει κι αυτό τον πονά πολύ. Τη μέρα αυτή λοιπόν η γυναίκα του θα επανεμφανιστεί, κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να σώσει το γάμο τους. Με τον ιδεαλιστή φίλο του που τονφροντίζει, με τον οποίο ωστόσο τον είχε απατήσει εκείνη, ξεκινάνε μια περιπλάνηση σε γωνιές - όχι πάντοτε καθώς πρέπει, κάθε άλλο - της πόλης, ενώ το αλκοόλ δεν σταματά να ρέει άφθονο.
Η ταινία είναι πολλά πράγματα μαζί: Η πορεία προς το αναπόφευκτο τέλος ενός απίστευτα αυτοκαταστροφικού χαρακτήρα, στην οποία κάποιοι βλέπουν μια μεταφορά ενός ολόκληρου αυτοκαταστροφικού πολιτισμού. ΄Ενα εξαιρετικό πορτρετο ενός "αφημένου" ανθρώπου. Μια συναρπαστική εικόνα του μεξικάνικου κόσμου, εξωτικού στα μάτια των δυτικών. Μια ιστορία εθισμών και εμμονών. Και πάνω απ' όλα μια εξαιρετική ερμηνεία του Άλμπερτ Φίνεϊ, στις πλάτες του οποίου στηρίζεται ολόκληρο το φιλμ (αλλά και η Ζακλίν Μπισέ είναι και πολύ καλή και πανέμορφη). Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετική ταινία, για έναν άνθρωπο που ό,τι και να γίνει είναι καταδικασμένος να μην είναι ποτέ ευτυχισμένος (με δική του υπαιτιότητα). Αλλά και σαν "μεξικάνικο φολκλόρ" αν το δείτε, πιστεύω ότι θα το απολαύσετε, ενώ το πολιτικό background υποβόσκει (οι αναφορές στον πόλεμο που είναι έτοιμος να ξεσπάσει και η αντιναζιστική στάση του ήρωα δεν περνούν απαρατήρητες).
Ναι, δεν υπάρχει μια πλοκή με σασπένς ή ανατροπές ούτε έντονη δράση, μην περιμένετε κάτι τέτοιο. Ίσως λίγα να συμβαίνουν στη διάρκεια της, παρ' όλα αυτά, τόσο γεμάτης μέρας. Άλλες όμως είναι οι αρετές του φιλμ. Ενός φιλμ που συνιστώ ως μια σημαντική μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2016
VAN HELSING...ΠΟΥ ΤΑ ΚΑΝΕΙ ΟΛΑ (ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΘΕΑΤΕΣ)
Νομίζω ότι σε κάποιους δεν θα έπρεπε μα επιτρέπουν να γυρίζουν ταινίες. Στον Stephen Sommers ας πούμε, δημιουργό του ανεκδιήγητου "Van Helsing" του 2004, με τον Χιου Τζάκμαν στον βασικό ρόλο. Υποτίθεται ότι είναι ταινία τρόμου, αλλά το μόνο που υπάρχει είναι διαρκής δράση, απίστευτη βαβούρα, όχι απλώς μη πιστευτές καταστάσεις, αλλά κάτι περισσότερο... κι ό,τι άλλο ανακαλύψετε μόνοι σας.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ο γνωστός ηλικιωμένος εξολοθρευτής του Δράκουλα στο πρωτότυπο έργο του Στόουκερ, αλλά και σε πολλές σχετικές ταινίες. Εδώ είναι ένας μάτσο επαγγελματίας εξολοθρευτής κάθε λογής τεράτων, που κάποια στιγμή, ε, φτάνει και στην Τρανσυλβανία για να κυνηγήσει τον Δράκουλα, παρέα με έναν ιδιοφυή, πλην όμως δειλό μοναχό (υποτίθεται ότι αυτός βγάζει το απαραίτητο γέλιο στην ταινία). Κάπου στη Βιέννη (νομίζω) θα συναντήσει την πανέμορφη τσιγγάνα Άννα (η Κέιτ Μπέκινσέιλ επαναλαμβάνει έναν σχετικό μ' αυτόν του "Underworld" ρόλο), της οποίας η οικογένεια είναι καταραμένη και έχει σχεδόν εξολοθρευτεί από τον Δράκουλα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος, αφού από το φιλμ παρελαύνουν και συναντιούνται όλα τα γνωστά κλασικά τέρατα: Ο Φρανκενστάιν και το τερας του, λυκάνθρωποι, κάτι περίεργοι νάνοι, λίγο από τα... αυγά του Alien... κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σας.
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι (ή θα ήθελε να είναι) μια αναφορά σε όλα τα παραπάνω και, βέβαια, στη χρυσή εποχή του κινηματογραφικού τρόμου της δεκαετίας του 30. Αυτό που είδα εγώ είναι απλά ένας απίστευτος αχταρμάς, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα action movie για 15χρονους (το πολύ) και μάλιστα μη σκεπτόμενους τέτοιους. Πραγματικά κουράστηκα από το πολύ ξύλο, από τη διαρκή φασαρία, από τα εμφανώς κομπιουτερέ εφέ (ειδικά αυτά με τους εκατοντάδες δαίμονες μου φάνηκαν πολύ ψεύτικα), από τις συνεχείς πτώσεις, από τις οποίες βεβαίως κανένας από τους ήρωες δεν παθαίνει το παραμικρό (α, ναι, σε μια από τις τελευταίες σκηνές το μέτωπο της Άννας ματώνει λίγο), από την γενική βιντεοκλιπίστικη οπτική. Αυτό που πραγματικά λείπει από όλο αυτό το πανηγύρι είναι λίγος έστω αληθινός τρόμος, μια κάποια ανατριχίλα. Πιο πολύ για κακός Τζέιμς Μποντ μου έμοιαζε...
Είχα την περιέργεια να το δω, παρά το ότι το είχαν θάψει οι πάντες. Να που τελικά είχαν απόλυτο δίκιο.
ΥΓ: Αν όντως είστε εθισμένοι στη διαρκή και εκκωφαντική δράση και διασκεδάζετε με όλα αυτά που σας περιέγραψα, ίσως και να το ευχαριστηθείτε ή, έστω, να το θεωρήσετε "ένοχη απόλαυση". Εμένα πάντως δεν μου πήγε καθόλου για τέτοαο.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ο γνωστός ηλικιωμένος εξολοθρευτής του Δράκουλα στο πρωτότυπο έργο του Στόουκερ, αλλά και σε πολλές σχετικές ταινίες. Εδώ είναι ένας μάτσο επαγγελματίας εξολοθρευτής κάθε λογής τεράτων, που κάποια στιγμή, ε, φτάνει και στην Τρανσυλβανία για να κυνηγήσει τον Δράκουλα, παρέα με έναν ιδιοφυή, πλην όμως δειλό μοναχό (υποτίθεται ότι αυτός βγάζει το απαραίτητο γέλιο στην ταινία). Κάπου στη Βιέννη (νομίζω) θα συναντήσει την πανέμορφη τσιγγάνα Άννα (η Κέιτ Μπέκινσέιλ επαναλαμβάνει έναν σχετικό μ' αυτόν του "Underworld" ρόλο), της οποίας η οικογένεια είναι καταραμένη και έχει σχεδόν εξολοθρευτεί από τον Δράκουλα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος, αφού από το φιλμ παρελαύνουν και συναντιούνται όλα τα γνωστά κλασικά τέρατα: Ο Φρανκενστάιν και το τερας του, λυκάνθρωποι, κάτι περίεργοι νάνοι, λίγο από τα... αυγά του Alien... κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σας.
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι (ή θα ήθελε να είναι) μια αναφορά σε όλα τα παραπάνω και, βέβαια, στη χρυσή εποχή του κινηματογραφικού τρόμου της δεκαετίας του 30. Αυτό που είδα εγώ είναι απλά ένας απίστευτος αχταρμάς, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα action movie για 15χρονους (το πολύ) και μάλιστα μη σκεπτόμενους τέτοιους. Πραγματικά κουράστηκα από το πολύ ξύλο, από τη διαρκή φασαρία, από τα εμφανώς κομπιουτερέ εφέ (ειδικά αυτά με τους εκατοντάδες δαίμονες μου φάνηκαν πολύ ψεύτικα), από τις συνεχείς πτώσεις, από τις οποίες βεβαίως κανένας από τους ήρωες δεν παθαίνει το παραμικρό (α, ναι, σε μια από τις τελευταίες σκηνές το μέτωπο της Άννας ματώνει λίγο), από την γενική βιντεοκλιπίστικη οπτική. Αυτό που πραγματικά λείπει από όλο αυτό το πανηγύρι είναι λίγος έστω αληθινός τρόμος, μια κάποια ανατριχίλα. Πιο πολύ για κακός Τζέιμς Μποντ μου έμοιαζε...
Είχα την περιέργεια να το δω, παρά το ότι το είχαν θάψει οι πάντες. Να που τελικά είχαν απόλυτο δίκιο.
ΥΓ: Αν όντως είστε εθισμένοι στη διαρκή και εκκωφαντική δράση και διασκεδάζετε με όλα αυτά που σας περιέγραψα, ίσως και να το ευχαριστηθείτε ή, έστω, να το θεωρήσετε "ένοχη απόλαυση". Εμένα πάντως δεν μου πήγε καθόλου για τέτοαο.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2016
ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ "ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΑ"
O Dudley Nichols (1985-1960) υπήρξε σημαντικός και παραγωγικός σεναριογράφος του παλιού Χόλιγουντ, ενώ σκηνοθέτησε τρεις μόνο ταινίες. Η τρίτη από αυτές αποτέλεσε την κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού θεατρικού έργου του Ευγένιου Ο'Νιλ "Το Πένθος Ταιριάζει στην Ηλέκτρα" (Mourning Becomes Electra) και γυρίστηκε το 1947, με την Κατίνα Παξινού μάλιστα στον ρόλο της μητέρας και έναν νεαρότατο Κερκ Ντάγκλας σε δεύτερο ρόλο.
Η ιστορία αφορά τον ψυχισμό και τα πάθη των μελών μιας ευκατάστατης οικογένειας. Όταν ο πατέρας και ο γιος επιστρέφουν από τον αμερικάνικο εμφύλιο, η κόρη θα ανακαλύψει ότι η μητέρα της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με έναν καπετάνιο, τον οποίο η ίδια (η κόρη) έχει ερωτευτεί. Τα πάθη ξεσπούν ανεξέλεγκτα, αποκαλύπτοντας τους χαρακτήρες, αλλά και τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη, σχέσεις που συχνά αγγίζουν το οιδιπόδειο. Φυσικά όλα θα έχουν τραγική κατάληξη, αφού το ίδιο το έργο είναι ουσιαστικά μια μεταγραφή, σε άλλη εποχή βέβαια, της Ορέσετιας του Αισχύλου.
Η ταινία έχει διάρκεια 159 λεπτών και είναι ένα ιδιαιτέρως βαρύ δράμα, με μυστικά να αποκαλύπτονται, κυρίως όμως να αποκαλύπτεται ο μάλλον αρρωστημένος ψυχισμός των μελών μιας "καταραμένης" οικογένειας. Το θέμα είναι ότι βρήκα την όλη απόδοση έντονα θεατρική και πολύ συμβατική για κινηματογράφο. Και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (με την Παξινού πολύ δυνατή, αλλά και όλο το υπόλοιπ καστ), πλην όμως κι αυτές δεν μπορούν να κρύψουν τις θεατρικές καταβολές τους. Το όλο δράμα, η γλώσσα του έργου, το στήσιμο, η σκηνοθεσία, όλα παραπέμπουν σε θέατρο κι αυτό, προσωπικά, με ενοχλεί. Μπορεί το ξεγύμνωμα των χαρακτήρων να δίνεται ανάγλυφα και η ανθρώπινη κατάσταση να μην φαίνεται καθόλου κολακευτική, τραγική θα έλεγα, ωστόσο η παρακολούθησή του μάλλον με κούρασε. Κυρίως βέβαια επειδή δεν είμαι άνθρωπος του θεάτρου. Αντίθετα στους φανατικούς της τέχνης αυτής το φιλμ μπορεί να αρέσει ιδιαίτερα.
Όπως διάβασα η ταινία υπήρξε τεράστια εμπορική αποτυχία στην εποχή της, ενώ ο Nichols δεν σκηνοθέτησε κάτι άλλο. Αντίθετα συνέχισε ακάθεκτος την σεναριογραφική του καριέρα.
Η ιστορία αφορά τον ψυχισμό και τα πάθη των μελών μιας ευκατάστατης οικογένειας. Όταν ο πατέρας και ο γιος επιστρέφουν από τον αμερικάνικο εμφύλιο, η κόρη θα ανακαλύψει ότι η μητέρα της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με έναν καπετάνιο, τον οποίο η ίδια (η κόρη) έχει ερωτευτεί. Τα πάθη ξεσπούν ανεξέλεγκτα, αποκαλύπτοντας τους χαρακτήρες, αλλά και τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη, σχέσεις που συχνά αγγίζουν το οιδιπόδειο. Φυσικά όλα θα έχουν τραγική κατάληξη, αφού το ίδιο το έργο είναι ουσιαστικά μια μεταγραφή, σε άλλη εποχή βέβαια, της Ορέσετιας του Αισχύλου.
Η ταινία έχει διάρκεια 159 λεπτών και είναι ένα ιδιαιτέρως βαρύ δράμα, με μυστικά να αποκαλύπτονται, κυρίως όμως να αποκαλύπτεται ο μάλλον αρρωστημένος ψυχισμός των μελών μιας "καταραμένης" οικογένειας. Το θέμα είναι ότι βρήκα την όλη απόδοση έντονα θεατρική και πολύ συμβατική για κινηματογράφο. Και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (με την Παξινού πολύ δυνατή, αλλά και όλο το υπόλοιπ καστ), πλην όμως κι αυτές δεν μπορούν να κρύψουν τις θεατρικές καταβολές τους. Το όλο δράμα, η γλώσσα του έργου, το στήσιμο, η σκηνοθεσία, όλα παραπέμπουν σε θέατρο κι αυτό, προσωπικά, με ενοχλεί. Μπορεί το ξεγύμνωμα των χαρακτήρων να δίνεται ανάγλυφα και η ανθρώπινη κατάσταση να μην φαίνεται καθόλου κολακευτική, τραγική θα έλεγα, ωστόσο η παρακολούθησή του μάλλον με κούρασε. Κυρίως βέβαια επειδή δεν είμαι άνθρωπος του θεάτρου. Αντίθετα στους φανατικούς της τέχνης αυτής το φιλμ μπορεί να αρέσει ιδιαίτερα.
Όπως διάβασα η ταινία υπήρξε τεράστια εμπορική αποτυχία στην εποχή της, ενώ ο Nichols δεν σκηνοθέτησε κάτι άλλο. Αντίθετα συνέχισε ακάθεκτος την σεναριογραφική του καριέρα.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 16, 2016
"ΕVEN MONEY" Ή ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΓΟΥ
Το 2006 ο παλαίμαχος Marc Rydell γυρίζει μάλλον την τελευταία του ταινία, το "Even Money", ένα δραματικό και λιγάκι αστυνομικό φιλμ με ένα λαμπρό καστ: Κιμ Μπάσινγκερ, Ρέι Λιότα, Φόρεστ Γουαϊτέκερ, Τιμ Ροθ, Ντάνι Ντε Βίτο...
Το φιλμ αποτελείται μάλλον από μια συρραφή ιστοριών: Μια πετυχημένη στο πρώτο της βιβλίο συγγραφέας "κολλάει" με τον τζόγο και η οικογένειά της διαλύεται σιγά - σιγά. Γίνεται φίλη με έναν παρακμασμένο μάγο, που απελπισμένα προσπαθεί να κάνει ένα εντυπωσιακό come back. Ένας μαύρος που χρωστά (εξ αιτίας του τζόγου) πιέζει τον ανερχόμενο μπασκετμπολίστα αδελφό του να "πουλάει" παιχνίδια. Δύο νεαροί - και κολλητοί φίλοι - bookies συγκρούονται με έναν αδίστακτο γκάνγκστερ, ο οποίος δουλεύει για τον αθέατο και μυστηριώδη Ιβάν, με βαρειές συνέπειες. Ένας αστυνομικός προσπαθεί να διελευκάνει τον φόνο ενός άλλου bookie... Οι ιστορίες διαπλέκονται μάλλον χαλαρά και συχνά πρόσωπα από τη μία μπαίνουν στον κόσμο των άλλων.
Τι κοινό έχουν όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτό το μωσαϊκό που κάπου θυμίζει Altman; Τον εθισμό (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) στον τζόγο, πάντοτε όμως με βλαβερές (μέχρι θανάτου) συνέπειες. Είναι σαν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος να προσπαθούν να μας προειδοποιήσουν για τις ολέθριες συνέπειές του, να μας προειδοποιήσουν να μείνουμε μακριά. Κάποιες από τις υποπλοκές βρίσκω ότι είναι δυνατότερες από τις άλλες (προσωπικά ξεχωρίζω την ιστορία του Ντε Βίτο). Συνολικά πάντως, δίχως να το βρίσκω κάτι πολύ ιδιαίτερο, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, καθώς, κάτω απ' όλη αυτή την κοινωνική πινακοθήκη υποβόσκει και ένα αστυνομικό μυστήριο με ένα σχετικά απρόβλεπτο τέλος μάλιστα. Απλώς ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
ΥΓ: Χαρακτήρισα το φιλμ "μάλλον την τελευταία" ταινία του Rydell διότι όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, το 2016, ο δημιουργός του "Golden Pond" και του "The Rose" είναι ήδη 87 ετών.
Το φιλμ αποτελείται μάλλον από μια συρραφή ιστοριών: Μια πετυχημένη στο πρώτο της βιβλίο συγγραφέας "κολλάει" με τον τζόγο και η οικογένειά της διαλύεται σιγά - σιγά. Γίνεται φίλη με έναν παρακμασμένο μάγο, που απελπισμένα προσπαθεί να κάνει ένα εντυπωσιακό come back. Ένας μαύρος που χρωστά (εξ αιτίας του τζόγου) πιέζει τον ανερχόμενο μπασκετμπολίστα αδελφό του να "πουλάει" παιχνίδια. Δύο νεαροί - και κολλητοί φίλοι - bookies συγκρούονται με έναν αδίστακτο γκάνγκστερ, ο οποίος δουλεύει για τον αθέατο και μυστηριώδη Ιβάν, με βαρειές συνέπειες. Ένας αστυνομικός προσπαθεί να διελευκάνει τον φόνο ενός άλλου bookie... Οι ιστορίες διαπλέκονται μάλλον χαλαρά και συχνά πρόσωπα από τη μία μπαίνουν στον κόσμο των άλλων.
Τι κοινό έχουν όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτό το μωσαϊκό που κάπου θυμίζει Altman; Τον εθισμό (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) στον τζόγο, πάντοτε όμως με βλαβερές (μέχρι θανάτου) συνέπειες. Είναι σαν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος να προσπαθούν να μας προειδοποιήσουν για τις ολέθριες συνέπειές του, να μας προειδοποιήσουν να μείνουμε μακριά. Κάποιες από τις υποπλοκές βρίσκω ότι είναι δυνατότερες από τις άλλες (προσωπικά ξεχωρίζω την ιστορία του Ντε Βίτο). Συνολικά πάντως, δίχως να το βρίσκω κάτι πολύ ιδιαίτερο, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, καθώς, κάτω απ' όλη αυτή την κοινωνική πινακοθήκη υποβόσκει και ένα αστυνομικό μυστήριο με ένα σχετικά απρόβλεπτο τέλος μάλιστα. Απλώς ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
ΥΓ: Χαρακτήρισα το φιλμ "μάλλον την τελευταία" ταινία του Rydell διότι όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, το 2016, ο δημιουργός του "Golden Pond" και του "The Rose" είναι ήδη 87 ετών.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2016
BEST OF 2015-2016
Ήρθε πάλι ο Σεπτέμβρης, ο παραδοσιακός μήνας για απολογοσμούς της κινηματογραφικής σεζόν που πέρασε. Ομολογώ ότι όσο περνά ο καιρός βλέπω όλο και περισσότερα παλιότερα φιλμ, καθώς θεωρώ ότι τα καινούρια, τα mainstream κυρίως, βρίσκονται σε περίοδο παρακμής. Ωστόσο βλέπω όσα μπορώ κι απ' αυτά...
Υπενθυμίζω ότι η σειρά τόσο των πρώτων 10 όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Επίσης ότι στη λίστα περιλαμβάνονται ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (ή είδα στο σπίτι) της περιόδου 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως 31 Αυγούστου 2016. Στις ταινίες αυτές ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιά φιλμ (ακόμα κι αν είναι αριστουργήματα), απ' αυτά που ξαναβγαίνουν σε πρώτη προβολή (π.χ. "Ξημερώνει" ή "Κάτω από το Ηφαίστειο"). Ορίστε λοιπόν:
1. Dheepan του Jacques Audiard
2. Η Ελιά του Iciar Bollein
3. Inside Out των Peter Docter και Ronnie Del Carmen
4. Truman του Cesc Guy
5. Στην Αγκαλιά του Φιδιού του Ciro Guerra
6. Η Επιστροφή (The Revenant) του Alejandro Inarritu
7. Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου
8. El Club (Η Μυστική Λέσχη) του Pablo Larrain
9. Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου
10. Sicario του Denis Villeneuve
Να και τα "επιλαχόντα". Να τονίσω ότι πολλά απ' αυτά τα θεωρώ στην ουσία εφάμιλλα των 10 πρώτων και θα μπορούσαν να είναι στην πρώτη λίστα, αλλά τι να κάνουμε; Αφού μπήκαμε στη λογική αυτή, πρέπει ντε και καλά να ξεχωρίσουμε 10 μόνο...
1. Η Ολοκαίνουρια Καινή Διαθήκη (Le Tout Nouveau Testament) του Jaco Van Dormael
2. Remember του Atom Egoyan
3. Το Μαργαριταρένιο Κουμπί (El Boton de Nacar) του Patricio Guzman
4. Δεσμοί Αίματος (Hrutar) του Grimur Hakonarson
5. Carol του Todd Haynes
6. Spotlight του Tom McCarthy
7. Η Μοδίστρα της Jocelyn Moorhouse
8. Ο Γιος του Σαούλ του Lazlo Nemes
9. Ο Λύκος της Ερήμου (Theeb) του Abu Naji Nowar
10. Η Γέφυρα των Κατασκόπων του Steven Spielberg
11. Οι Μισητοί 8 του Quentin Tarantino
Και του χρόνου!
Υπενθυμίζω ότι η σειρά τόσο των πρώτων 10 όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Επίσης ότι στη λίστα περιλαμβάνονται ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (ή είδα στο σπίτι) της περιόδου 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως 31 Αυγούστου 2016. Στις ταινίες αυτές ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιά φιλμ (ακόμα κι αν είναι αριστουργήματα), απ' αυτά που ξαναβγαίνουν σε πρώτη προβολή (π.χ. "Ξημερώνει" ή "Κάτω από το Ηφαίστειο"). Ορίστε λοιπόν:
1. Dheepan του Jacques Audiard
2. Η Ελιά του Iciar Bollein
3. Inside Out των Peter Docter και Ronnie Del Carmen
4. Truman του Cesc Guy
5. Στην Αγκαλιά του Φιδιού του Ciro Guerra
6. Η Επιστροφή (The Revenant) του Alejandro Inarritu
7. Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου
8. El Club (Η Μυστική Λέσχη) του Pablo Larrain
9. Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου
10. Sicario του Denis Villeneuve
Να και τα "επιλαχόντα". Να τονίσω ότι πολλά απ' αυτά τα θεωρώ στην ουσία εφάμιλλα των 10 πρώτων και θα μπορούσαν να είναι στην πρώτη λίστα, αλλά τι να κάνουμε; Αφού μπήκαμε στη λογική αυτή, πρέπει ντε και καλά να ξεχωρίσουμε 10 μόνο...
1. Η Ολοκαίνουρια Καινή Διαθήκη (Le Tout Nouveau Testament) του Jaco Van Dormael
2. Remember του Atom Egoyan
3. Το Μαργαριταρένιο Κουμπί (El Boton de Nacar) του Patricio Guzman
4. Δεσμοί Αίματος (Hrutar) του Grimur Hakonarson
5. Carol του Todd Haynes
6. Spotlight του Tom McCarthy
7. Η Μοδίστρα της Jocelyn Moorhouse
8. Ο Γιος του Σαούλ του Lazlo Nemes
9. Ο Λύκος της Ερήμου (Theeb) του Abu Naji Nowar
10. Η Γέφυρα των Κατασκόπων του Steven Spielberg
11. Οι Μισητοί 8 του Quentin Tarantino
Και του χρόνου!
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2016
"ΟΜΑΔΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ": ΣΧΕΤΙΚΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ
Έχουμε φτάσει στην εποχή όπου κοντεύει πλέον να παράγεται ένα σουπερηρωικό φιλμ το μήνα... Ο κορεσμός, για μένα τουλάχιστον, που δεν ήμουν ποτέ φαν του είδους ούτε στα κόμικς, είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Το "Suicide Squad" (Ομάδα Αυτοκτονίας) του 2016 γυρίστηκε από τον David Ayer και κάπου υποσχόταν κάτι σχετικά διαφορετικό.
Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στο σύμπαν της DC (και όχι της Marvel). Όταν προκύπτει μια υπερφυσική απειλή για ολόκληρο τον κόσμο από μια... κακιά μάγισα, μια πανίσχυρη μυστική κυβερνητική πράκτορας αναλαμβάνει να φτιάξει μια ομάδα από σούπερ - κακούς υπερήρωες, που όλοι τους βρίσκονται στη φυλακή με ισόβια, αφού αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν ίσως να αντιμετωπίσουν το χειρότερο από αυτούς κακό (μαθαίνουμε ότι κάπου ο Σούπερμαν έχει αποσυρθεί ή κάτι τέτοιο). Έτσι λοιπόν έχουμε την σεναριακή ανατροπή ότι όλοι οι ήρωες, που θα σώσουν τον κόσμο, είναι υπερ-κακοί, οι οποίοι αναγκάζονται άρον - άρον να συνεργαστούν.
Κάτι είναι κι αυτή η ανατροπή. Κάνει τα πράγματα κάπως πιο διασκεδαστικά και, βέβαια, γίνεται η πηγή του απαραίτητου τελευταία χιούμορ στο κινηματογραφικό αυτό είδος. Το θέαμα και η δράση προφανώς υπάρχουν (εντάξει, αυτό είναι πλέον μόνιμο στο είδος και δεν προκαλεί εντύπωση) και σούπερ σταρ αναδεικνύεται η ψυχοπαθής και πανέμορφη Harley Queen, γκόμενα, αν δεν το γνωρίζετε, του περίφημου Joker.
Γενικά, έχοντας σκυλοβαρεθεί τα διάφορα prequel, sequel ή επανεκκινήσεις, τουλάχιστον είδα κάτι κάπως πιο πρωτότυπο. Όχι σαν στυλ ταινίας, που είναι μια από τα ίδια, αλλά λόγω του ευρήματος των "κακών". Μέχρις εκεί όμως. Κατά τα άλλα οι αφέλειες, οι απιθανότητες, ακόμα και το μελό, περισσεύουν και το φινάλε, όπου η "ομάδα" και οι υπερφυσικοί κακοί "σφίγγονται" για το ποιος θα κάνει ισχυρότερα κόλπα, μου φάνηκε χαζό. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... αφείστε να πάνε. Όχι δεν είμαι συνωμοσιολόγος και δεν ισχυρίζομαι ότι το σατανικό Χόλιγουντ έχει απώτατα σχέδια για τις ψυχές μας (απλώς δολάρια θέλει να βγάλει με κάθε τίμημα), αλλά, διάβολε, όλη αυτή η συμπάθεια που αναπόφευκτα νοιώθουμε για μια χούφτα καθάρματα... ε, κάτι μου κάνει.
Πάντως θα διαφωνήσω με την μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών που έθαψαν πλήρως το φιλμ. Προσωπικά το βρήκα, όπως σας είπα, κάπως πιο διασκεδαστικό από άλλα του είδους. Μέχρις εκεί όμως και τίποτα παραπάνω.
Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στο σύμπαν της DC (και όχι της Marvel). Όταν προκύπτει μια υπερφυσική απειλή για ολόκληρο τον κόσμο από μια... κακιά μάγισα, μια πανίσχυρη μυστική κυβερνητική πράκτορας αναλαμβάνει να φτιάξει μια ομάδα από σούπερ - κακούς υπερήρωες, που όλοι τους βρίσκονται στη φυλακή με ισόβια, αφού αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν ίσως να αντιμετωπίσουν το χειρότερο από αυτούς κακό (μαθαίνουμε ότι κάπου ο Σούπερμαν έχει αποσυρθεί ή κάτι τέτοιο). Έτσι λοιπόν έχουμε την σεναριακή ανατροπή ότι όλοι οι ήρωες, που θα σώσουν τον κόσμο, είναι υπερ-κακοί, οι οποίοι αναγκάζονται άρον - άρον να συνεργαστούν.
Κάτι είναι κι αυτή η ανατροπή. Κάνει τα πράγματα κάπως πιο διασκεδαστικά και, βέβαια, γίνεται η πηγή του απαραίτητου τελευταία χιούμορ στο κινηματογραφικό αυτό είδος. Το θέαμα και η δράση προφανώς υπάρχουν (εντάξει, αυτό είναι πλέον μόνιμο στο είδος και δεν προκαλεί εντύπωση) και σούπερ σταρ αναδεικνύεται η ψυχοπαθής και πανέμορφη Harley Queen, γκόμενα, αν δεν το γνωρίζετε, του περίφημου Joker.
Γενικά, έχοντας σκυλοβαρεθεί τα διάφορα prequel, sequel ή επανεκκινήσεις, τουλάχιστον είδα κάτι κάπως πιο πρωτότυπο. Όχι σαν στυλ ταινίας, που είναι μια από τα ίδια, αλλά λόγω του ευρήματος των "κακών". Μέχρις εκεί όμως. Κατά τα άλλα οι αφέλειες, οι απιθανότητες, ακόμα και το μελό, περισσεύουν και το φινάλε, όπου η "ομάδα" και οι υπερφυσικοί κακοί "σφίγγονται" για το ποιος θα κάνει ισχυρότερα κόλπα, μου φάνηκε χαζό. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... αφείστε να πάνε. Όχι δεν είμαι συνωμοσιολόγος και δεν ισχυρίζομαι ότι το σατανικό Χόλιγουντ έχει απώτατα σχέδια για τις ψυχές μας (απλώς δολάρια θέλει να βγάλει με κάθε τίμημα), αλλά, διάβολε, όλη αυτή η συμπάθεια που αναπόφευκτα νοιώθουμε για μια χούφτα καθάρματα... ε, κάτι μου κάνει.
Πάντως θα διαφωνήσω με την μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών που έθαψαν πλήρως το φιλμ. Προσωπικά το βρήκα, όπως σας είπα, κάπως πιο διασκεδαστικό από άλλα του είδους. Μέχρις εκεί όμως και τίποτα παραπάνω.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 11, 2016
"ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ", ΑΛΛΑ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Το 1939 η Γαλλία ετοιμαζόταν να υποστεί τις φρίκες του πολέμου, η κοινωνία ήταν αναστατωμένη, η καταιγίδα ερχόταν. Τότε ο μεγάλος σκηνοθέτης Marcel Carne (1906-1996) γυρίζει ένα από τα πιο σκοτεινά και απαισιόδοξα φιλμ του, το περίφημο "Ξημερώνει" (Le Jour se Leve), ένα γαλλικού τύπου νουάρ με τον Ζαν Γκαμπέν στο βασικο ρόλο.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας ο Φρανσουά, ένας συμπαθητικός εργάτης, δολοφονεί κάποιον. Στη συνέχεια κλείνεται στο στενόχωρο διαμέρισμά του και αρνείται να παραδοθεί στην αστυνομία που τον έχει περικυκλώσει. Μόνος στο σκοτεινό διαμέρισμα, θυμάται σε συνεχή φλας μπακ την ιστορία του, τη σχέση του με δύο γυναίκες και, τελικά, τους λόγους που τον οδήγησαν στο φόνο.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του φιλμ: Δύο άντρες και δύο γυναίκες. Οι μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις είναι περίπλοκες, οι χαρακτήρες πολύ διαφορετικοί. Από τον "αγνό" Φρανσουά ως τον διεφθαρμένο, "σάπιο" Valentin, που αντλεί ηδονή με το να παίζει με τους ανθρώπους ακόμα κι αν αυτό οδηγεί στην καταστροφή τους, και περνώντας από τις δύο γυναίκες, που θα αποκαλύψουν σταδιακά διάφορες πτυχές και μυστικά τους, η "πινακοθήκη" αυτή διαθέτει εξαιρετικό ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα είναι ότι οι ρίζες και τα αίτια του εγκλήματος μπορεί να είναι βαθειά και αυτός που το διαπράτει να μην είναι υποχρεωτικά "κακός". Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, και στο πιο "καλό παιδί", μοιάζει να μας λέει ο Carne. Ποιός μπορεί να κρίνει;
Ο καταδικασμένος, μοναχικός ήρωας του νουάρ είναι βέβαια παρόν, η μοιραία γυναίκα (όχι υποχρεωτικά σατανική, αλλά πάντως αμφιλεγόμενη) επίσης. Τα σκηνικά, παράξενα και παραμορφωμένα κάποιες φορές, αντανακλούν τον απελπισμένο κόσμο του ήρωα, μερικές μάλιστα σκηνές στις σκάλες είναι εξαιρετικές, οι αστυνομικοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι ή / και ηλίθιοι, ενώ το τέλος δεν αφήνει ελπίδες... Ο κόσμος είναι σκοτεινός, οι άνθρωποι (όχι όλοι) είναι κακοί ή υποκριτές.
Το φιλμ είχε απαγορευτεί από την στρατιωτική λογοκρισία τότε και ο Carne, ήδη από προηγούμενες ταινίες του (Le Quai des Brumes), είχε κατηγορηθεί για πεσιμισμό. Όταν οι λογοκριτές, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχαν πει "Αν χάσουμε τον πόλεμο να κατηγορείτε το "Le Quai des Brumes", ο Carne απάντησε με κάτι που ισχύει και για το "Ξημερώνει" και για όλη την τέχνη γενικά: "Μην κατηγορείτε το βαρόμετρο για την καταιγίδα".
Κλασική ταινία, που δεν νομίζω ότι έχει γεράσει. Την συνιστώ και τη θεωρώ από τις σημαντικές στιγμές του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας ο Φρανσουά, ένας συμπαθητικός εργάτης, δολοφονεί κάποιον. Στη συνέχεια κλείνεται στο στενόχωρο διαμέρισμά του και αρνείται να παραδοθεί στην αστυνομία που τον έχει περικυκλώσει. Μόνος στο σκοτεινό διαμέρισμα, θυμάται σε συνεχή φλας μπακ την ιστορία του, τη σχέση του με δύο γυναίκες και, τελικά, τους λόγους που τον οδήγησαν στο φόνο.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του φιλμ: Δύο άντρες και δύο γυναίκες. Οι μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις είναι περίπλοκες, οι χαρακτήρες πολύ διαφορετικοί. Από τον "αγνό" Φρανσουά ως τον διεφθαρμένο, "σάπιο" Valentin, που αντλεί ηδονή με το να παίζει με τους ανθρώπους ακόμα κι αν αυτό οδηγεί στην καταστροφή τους, και περνώντας από τις δύο γυναίκες, που θα αποκαλύψουν σταδιακά διάφορες πτυχές και μυστικά τους, η "πινακοθήκη" αυτή διαθέτει εξαιρετικό ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα είναι ότι οι ρίζες και τα αίτια του εγκλήματος μπορεί να είναι βαθειά και αυτός που το διαπράτει να μην είναι υποχρεωτικά "κακός". Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, και στο πιο "καλό παιδί", μοιάζει να μας λέει ο Carne. Ποιός μπορεί να κρίνει;
Ο καταδικασμένος, μοναχικός ήρωας του νουάρ είναι βέβαια παρόν, η μοιραία γυναίκα (όχι υποχρεωτικά σατανική, αλλά πάντως αμφιλεγόμενη) επίσης. Τα σκηνικά, παράξενα και παραμορφωμένα κάποιες φορές, αντανακλούν τον απελπισμένο κόσμο του ήρωα, μερικές μάλιστα σκηνές στις σκάλες είναι εξαιρετικές, οι αστυνομικοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι ή / και ηλίθιοι, ενώ το τέλος δεν αφήνει ελπίδες... Ο κόσμος είναι σκοτεινός, οι άνθρωποι (όχι όλοι) είναι κακοί ή υποκριτές.
Το φιλμ είχε απαγορευτεί από την στρατιωτική λογοκρισία τότε και ο Carne, ήδη από προηγούμενες ταινίες του (Le Quai des Brumes), είχε κατηγορηθεί για πεσιμισμό. Όταν οι λογοκριτές, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχαν πει "Αν χάσουμε τον πόλεμο να κατηγορείτε το "Le Quai des Brumes", ο Carne απάντησε με κάτι που ισχύει και για το "Ξημερώνει" και για όλη την τέχνη γενικά: "Μην κατηγορείτε το βαρόμετρο για την καταιγίδα".
Κλασική ταινία, που δεν νομίζω ότι έχει γεράσει. Την συνιστώ και τη θεωρώ από τις σημαντικές στιγμές του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2016
ΜΙΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΑ ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΑ... ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ
Τι άλλο θα σκεφτούν οι γιαπωνέζοι; Μια γιαπωνέζα Σέρλοκ Χολμς, σαφέστατη αναφορά στον διασημότερο ντετέκτιβ όλων των εποχών, που προσπαθεί να λύσει ένα μυστήριο που σχετίζεται με τη θρυλική Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του 2014 "All-Around Appraiser Q : The Eyes of Mona Lisa" του Shinsuke Sato.
Η ηρωίδα είναι μια ιδιοφυής ντετέκτιβ - αν και σχεδόν στάσιμη στο σχολείο, εξπέρ σε όλα σχεδόν, που λύνει τους δυσκολότερους γρίφους με μεθόδους που παραπέμπουν κατ' ευθείαν στον Σέρλοκ Χολμς (τον αυθεντικό λογοτεχνικό του Κόναν Ντόιλ εννοώ, όχι τον action hero που δημιούργησε το αδηφάγο Χόλιγουντ). Μετά από μια επιτυχία της, προσλαμβάνεται μαζί με μία συντάκτρια περιοδικού τέχνης ως οι δύο βασικές επιμελήτριες στην επικείμενη έκθεση της Τζοκόντα στο Τόκιο. Πριν όμως πρέπει να περάσουν μια σειρά από δοκιμασίες, όπου καλούνται να βρουν ποια είναι πλαστά και ποια γνήσια από μια σειρά έργων τέχνης. Έπειτα θα έρθει η ιστορία με το μυστικό που κρύβουν τα μάτια του διάσημου πορτρέτου και τα πάντα θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο.
Χμμμ... ενδιαφέρον φάνηκε στην αρχή σαν ένα παράξενο είδος αστυνομικού μυστηρίου. Ωστόσο ένα ελαφρά μεταφυσικό στοιχείο αιωρείτο πάντα στην ατμόσφαιρα (η ηρωίδα ξεχωρίζει τα γνήσια έργα όχι μετά από εκπαίδευση στην τέχνη, αλλά από κάτι σαν διάισθηση ή ένστικτο). Στη συνέχεια προχωρήσαμε λίγο στη συνωμοσιολογία - κάτι σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι, αλλά μάλλον ξώφαλτσα (ευτυχώς) - και μετά τα πάντα έγιναν ένα όλο και πιο μπερδεμένο αστυνομικοειδές θρίλερ με πλαστές και γνήσιες Τζοκόντες... Κάπου όλα αυτά περιπλέκονται, κάπου το φιλμ είναι ή too much και, βέβαια, καθόλου πειστικό σε κάποια σημεία ή τοσο περίπλοκο που καταντά απίθανο... Δεν ξέρω, όλα αυτά όμως μου φάνηκαν άνευ λόγου πολύπλοκα. Ή, αν προτιμάτε, διέκρινα ένα είδος αναποφασιστικότητας στον σκηνοθέτη: Θέλει να κάνει αστυνομικό, μεταφυσικό θρίλερ, ταινία συνωμοσιολογίας ή τι; Ή μήπως, πολύ φοβάμαι, λίγο απ' όλα; Γενικά νομίζω ότι καλές ιδέες και καλά σημεία υπάρχουν, όλο το φιλμ όμως δεν δένει πολύ. Και η τελική ίντριγκα πολύ λίγο πιστευτή μου φάνηκε.
Δεν ξέρω αν η εν λόγω ντετέκτιβ, που, παρά τις επιμονες ερωτήσεις, δεν θα μας αποκαλύψει ποτέ τι σημαίνει αυτό το Q, έχει ή θα έχει κι άλλες ταινίες στο ενεργητικό της. Θα είναι ευπρόσδεκτες, γιατί πρόκειται για ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αλλά, ελπίζω, συνολικά να είναι καλύτερες από αυτήν εδώ.
Η ηρωίδα είναι μια ιδιοφυής ντετέκτιβ - αν και σχεδόν στάσιμη στο σχολείο, εξπέρ σε όλα σχεδόν, που λύνει τους δυσκολότερους γρίφους με μεθόδους που παραπέμπουν κατ' ευθείαν στον Σέρλοκ Χολμς (τον αυθεντικό λογοτεχνικό του Κόναν Ντόιλ εννοώ, όχι τον action hero που δημιούργησε το αδηφάγο Χόλιγουντ). Μετά από μια επιτυχία της, προσλαμβάνεται μαζί με μία συντάκτρια περιοδικού τέχνης ως οι δύο βασικές επιμελήτριες στην επικείμενη έκθεση της Τζοκόντα στο Τόκιο. Πριν όμως πρέπει να περάσουν μια σειρά από δοκιμασίες, όπου καλούνται να βρουν ποια είναι πλαστά και ποια γνήσια από μια σειρά έργων τέχνης. Έπειτα θα έρθει η ιστορία με το μυστικό που κρύβουν τα μάτια του διάσημου πορτρέτου και τα πάντα θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο.
Χμμμ... ενδιαφέρον φάνηκε στην αρχή σαν ένα παράξενο είδος αστυνομικού μυστηρίου. Ωστόσο ένα ελαφρά μεταφυσικό στοιχείο αιωρείτο πάντα στην ατμόσφαιρα (η ηρωίδα ξεχωρίζει τα γνήσια έργα όχι μετά από εκπαίδευση στην τέχνη, αλλά από κάτι σαν διάισθηση ή ένστικτο). Στη συνέχεια προχωρήσαμε λίγο στη συνωμοσιολογία - κάτι σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι, αλλά μάλλον ξώφαλτσα (ευτυχώς) - και μετά τα πάντα έγιναν ένα όλο και πιο μπερδεμένο αστυνομικοειδές θρίλερ με πλαστές και γνήσιες Τζοκόντες... Κάπου όλα αυτά περιπλέκονται, κάπου το φιλμ είναι ή too much και, βέβαια, καθόλου πειστικό σε κάποια σημεία ή τοσο περίπλοκο που καταντά απίθανο... Δεν ξέρω, όλα αυτά όμως μου φάνηκαν άνευ λόγου πολύπλοκα. Ή, αν προτιμάτε, διέκρινα ένα είδος αναποφασιστικότητας στον σκηνοθέτη: Θέλει να κάνει αστυνομικό, μεταφυσικό θρίλερ, ταινία συνωμοσιολογίας ή τι; Ή μήπως, πολύ φοβάμαι, λίγο απ' όλα; Γενικά νομίζω ότι καλές ιδέες και καλά σημεία υπάρχουν, όλο το φιλμ όμως δεν δένει πολύ. Και η τελική ίντριγκα πολύ λίγο πιστευτή μου φάνηκε.
Δεν ξέρω αν η εν λόγω ντετέκτιβ, που, παρά τις επιμονες ερωτήσεις, δεν θα μας αποκαλύψει ποτέ τι σημαίνει αυτό το Q, έχει ή θα έχει κι άλλες ταινίες στο ενεργητικό της. Θα είναι ευπρόσδεκτες, γιατί πρόκειται για ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αλλά, ελπίζω, συνολικά να είναι καλύτερες από αυτήν εδώ.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2016
OTAN TO "INVASION OF THE BODY SNATCHERS" ΕΓΙΝΕ ΑΠΛΩΣ "INVASION"
Ο Oliver Hirschbiegel είναι ο γερμανός σκηνοθέτης που γύρισε το πολύ δυνατό "Πείραμα" και την εξαιρετική "Πτώση". Λίγο αργότερα πήγε στο Χόλιγουντ (τι πρωτότυπο) και το 2007 φτιάχνει την "Εισβολή" (The Invasion), ένα τρίτο ριμέικ των κλασικών "Invasion of the Body Snatchers" (το αυθεντικό στη δεκαετία του 50 και το πολύ καλό πρώτο ριμέικ του Κάουφμαν στη δεκαετία του 70).
Έλλογοι μικροοργανισμοί από το διάστημα φτάνουν στη γη και μολύνουν τους ανθρώπους. Μπαίνουν μέσα τους και τους μετατρέπουν - ενώ η εξωτερική εμφάνιση παραμένει ίδια - σε όντα δίχως συναισθήματα και με συλλογική συνείδηση, κάτι σαν έντομα (δεν κάνω spoiler. Αυτά τα ξέρουμε από την αρχή). Πρόκειται φυσικά για εξωγήινη εισβολή, όχι όμως με όπλα και διαστημόπλοια... Μια χωρισμένη μητέρα, ψυχίατρος στο επάγγελμα, πασχίζει με όσα μέσα διαθέτει να παραμείνει άνθρωπος, αυτή και ο μικρός γιος της, ενώ γύρω τους όλα αλλάζουν ραγδαία.
Μπορώ από την αρχή να πω ότι κατά τη γνώμη μου η διασκευή αυτή είναι σαφώς χειρότερη από αυτήν του 1978. Η παλιά διέθετε μια αληθινή ανατριχίλα, κάτι που σου πάγωνε το αίμα. Εδώ όλο αυτό έχει μετατραπεί σε ένα μάλλον άνευρο θρίλερ, που ναι μεν δεν ρίχνει το βάρος στη δράση και τα κυνηγητά (ευτυχώς), παρ' όλα αυτά όμως δεν καταφέρνει να πιάσει την στοιχειωμένη ατμόσφαιρα του προηγούμενου. Η Νικόλ Κίντμαν προσπαθεί, αλλά σίγουρα ο Ντάνιελ Κρεγκ δεν είναι Ντόναλντ Σάντερλαντ. Ούτε κατά διάνοια... Τι περιμένετε όμως από ριμέικ, που αποτελούν χαρακτηριστικές ενδείξεις της έλλειψης φαντασίας του σημερινού Χόλιγουντ; (η ταινία του 78 είπαμε ότι ήταν επίσης ριμέικ, αποτελεί όμως μία από τις σπανιότατες περιπτώσεις που το ριμέικ βγαίνει καλύτερο από το πρωτότυπο).
Σαν μοναδικό συν του φιλμ βρίσκω τον τελικό προβληματισμό του πάνω στο όλο θέμα. Βλέπετε, με τη "συλλογική συνείδηση" παύουν άμεσα οι άνθρωποι να στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον, οι πόλεμοι σταματούν πάραυτα, η ζωή κυλά ειρηνικά (και εφιαλτικά τακτοποιημένα και ρουτινιάρικα). [SPOILER SPOILER] Αμέσως μετά την ήττα των εισβολέων - όπως αντιλαμβάνεστε το τέλος έχει αλλάξει κι αυτό - ο προβληματισμός για τα συν και τα πλην της "νίκης" είναι έντονος και το τέλος είναι, τουλάχιστον, μελαγχολικό, δίνοντας, αν μη τι άλλο, τροφή για σκέψη και μια σκοτεινή νότα στο υποτιθέμενο happy end. Πάλι καλά. Κατά τα άλλα προτιμήστε σαφέστατα το φιλμ του 1978.
Έλλογοι μικροοργανισμοί από το διάστημα φτάνουν στη γη και μολύνουν τους ανθρώπους. Μπαίνουν μέσα τους και τους μετατρέπουν - ενώ η εξωτερική εμφάνιση παραμένει ίδια - σε όντα δίχως συναισθήματα και με συλλογική συνείδηση, κάτι σαν έντομα (δεν κάνω spoiler. Αυτά τα ξέρουμε από την αρχή). Πρόκειται φυσικά για εξωγήινη εισβολή, όχι όμως με όπλα και διαστημόπλοια... Μια χωρισμένη μητέρα, ψυχίατρος στο επάγγελμα, πασχίζει με όσα μέσα διαθέτει να παραμείνει άνθρωπος, αυτή και ο μικρός γιος της, ενώ γύρω τους όλα αλλάζουν ραγδαία.
Μπορώ από την αρχή να πω ότι κατά τη γνώμη μου η διασκευή αυτή είναι σαφώς χειρότερη από αυτήν του 1978. Η παλιά διέθετε μια αληθινή ανατριχίλα, κάτι που σου πάγωνε το αίμα. Εδώ όλο αυτό έχει μετατραπεί σε ένα μάλλον άνευρο θρίλερ, που ναι μεν δεν ρίχνει το βάρος στη δράση και τα κυνηγητά (ευτυχώς), παρ' όλα αυτά όμως δεν καταφέρνει να πιάσει την στοιχειωμένη ατμόσφαιρα του προηγούμενου. Η Νικόλ Κίντμαν προσπαθεί, αλλά σίγουρα ο Ντάνιελ Κρεγκ δεν είναι Ντόναλντ Σάντερλαντ. Ούτε κατά διάνοια... Τι περιμένετε όμως από ριμέικ, που αποτελούν χαρακτηριστικές ενδείξεις της έλλειψης φαντασίας του σημερινού Χόλιγουντ; (η ταινία του 78 είπαμε ότι ήταν επίσης ριμέικ, αποτελεί όμως μία από τις σπανιότατες περιπτώσεις που το ριμέικ βγαίνει καλύτερο από το πρωτότυπο).
Σαν μοναδικό συν του φιλμ βρίσκω τον τελικό προβληματισμό του πάνω στο όλο θέμα. Βλέπετε, με τη "συλλογική συνείδηση" παύουν άμεσα οι άνθρωποι να στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον, οι πόλεμοι σταματούν πάραυτα, η ζωή κυλά ειρηνικά (και εφιαλτικά τακτοποιημένα και ρουτινιάρικα). [SPOILER SPOILER] Αμέσως μετά την ήττα των εισβολέων - όπως αντιλαμβάνεστε το τέλος έχει αλλάξει κι αυτό - ο προβληματισμός για τα συν και τα πλην της "νίκης" είναι έντονος και το τέλος είναι, τουλάχιστον, μελαγχολικό, δίνοντας, αν μη τι άλλο, τροφή για σκέψη και μια σκοτεινή νότα στο υποτιθέμενο happy end. Πάλι καλά. Κατά τα άλλα προτιμήστε σαφέστατα το φιλμ του 1978.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2016
ΤΟ "CAFE SOCIETY" ΚΑΙ Ο ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ WOODY ALLEN
Εντάξει, τα έχουμε πει χίλιες φορές και θα τα ξαναπούμε, κουράζοντάς σας φοβάμαι: Ο Woody Allen είναι πλέον 81 χρονών, διατηρεί τη φινέτσα του και είναι πάντοτε υπερπαραγωγικός: Κάνει εδώ και χρόνια από μία ταινία τον χρόνο. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έχει ένα τακτικό ραντεβού με το ελληνικό κοινό κάθε Σεπτέμβριο περίπου. Πιστός λοιπόν στο ραντεβού αυτό και το 2016, μας παρουσιάζει το "Cafe Society", που είναι μια γλυκόπικρη κομεντί της δεκαετίας του 30.
Τότε ο νεαρός και άβγαλτος νεοϋορκέζος Μπόμπι (εβραίος φυσικά), θα πάει στο Χόλιγουντ, όπου ο θείος του είναι πολυάσχολος μεγαλοπαραγωγός. Εκεί θα μπει για τα καλά στην κινηματογραφική βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως θα ερωτευτεί τη νεαρή γραμματέα του θείου. Εκείνη όμως σύντομα θα του ομολογήσει ότι τα έχει με έναν παντρεμένο και μια σειρά από μπερδέματα θα ξεκινήσει. Στην άλλη πλευρά της Αμερικής ωστόσο ένας άλλος θείος είναι "διακεκριμένος" γκάνγκστερ και, με όχι και τόσο καθαρό χρήμα, θα ξεκινήσει ένα πολύ πετυχημένο εστιατόριο.
Στο "Cafe Society" υπάρχει κάπως λιγότερο χιούμορ από όσο σε άλλες ταινίες του ακούραστου δημιουργού. Το βάρος πέφετι στις αισθηματικές καταστάσεις. Όχι βέβαια ότι λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες και τα αστεία σημεία (αλοίμονο, σε φιλμ του Woody Allen βρισκόμαστε). Ο οποίος βεβαίως βρίσκει την ευκαιρία και πάλι να περιγράψει τις αγαπημένες του παλιές δεκετίες (εδώ, όπως είπαμε τα 30ς) και να πλμμυρίσει την ταινία με τζαζ της εποχής που τόσο λατρεύει. Ταυτόχρονα κάνει ένα σχόλιο πάνω στον χαμένο ρομαντισμό της νιότης και την "προσγείωση" στην αληθινή ζωή με τους αμείλικτους και αναπόφευκτους συμβιβασμούς της. Αλλά και να περιγράψει γραφικά και επίτηδες απλοϊκά μια "διχασμένη" Αμερική : Στην ανατολική ακτή, στη Νέα Υόρκη, οι γκάνγκστερς. Στη δυτική ακτή, στο Λος Άντζελες, η βιομηχανία του σινεμά και των ονειρων. Η πρώτη είναι βίαιη, άγρια, η άλλη απλώς ψεύτικη, πλαστή και υποκριτική. Αμφότερες λατρεύουν το χρήμα.
Εντύπωση προκαλεί η εξαιρετική φωτογραφία του μεγάλου Βιτόριο Στοράρο, ο οποίος φτιάχνει μια "καθαρή", πλούσια σε χρώματα εικόνα, τόσο καθαρή ώστε να τονίζεται το νοσταλγικό, αλλά και το "ψεύτικο" στοιχείο της. Τα πάντα είναι (ηθελημένα βέβαια) σαν καρτ ποστάλ.
Φυσικά δεν είναι από τις μεγάλες ταινίες του Allen (δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο σε τέτοιες ηλικίες). Είναι όμως τρυφερή, ευχάριστη, με υπέροχη ατμόσφαιρα εποχής και βλέπεται, για πολλοστή φορά στο έργο του, ευχάριστα. Πόσοι το καταφέρνουν αυτό με τόση σταθερότητα και με 52 φιλμ πίσω τους; Πάντως, αν ήθελα να τη χαρακτηρίσω με μια μόνο λέξη θα διάλεγα τη λέξη "γλυκόπικρη".
Τότε ο νεαρός και άβγαλτος νεοϋορκέζος Μπόμπι (εβραίος φυσικά), θα πάει στο Χόλιγουντ, όπου ο θείος του είναι πολυάσχολος μεγαλοπαραγωγός. Εκεί θα μπει για τα καλά στην κινηματογραφική βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως θα ερωτευτεί τη νεαρή γραμματέα του θείου. Εκείνη όμως σύντομα θα του ομολογήσει ότι τα έχει με έναν παντρεμένο και μια σειρά από μπερδέματα θα ξεκινήσει. Στην άλλη πλευρά της Αμερικής ωστόσο ένας άλλος θείος είναι "διακεκριμένος" γκάνγκστερ και, με όχι και τόσο καθαρό χρήμα, θα ξεκινήσει ένα πολύ πετυχημένο εστιατόριο.
Στο "Cafe Society" υπάρχει κάπως λιγότερο χιούμορ από όσο σε άλλες ταινίες του ακούραστου δημιουργού. Το βάρος πέφετι στις αισθηματικές καταστάσεις. Όχι βέβαια ότι λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες και τα αστεία σημεία (αλοίμονο, σε φιλμ του Woody Allen βρισκόμαστε). Ο οποίος βεβαίως βρίσκει την ευκαιρία και πάλι να περιγράψει τις αγαπημένες του παλιές δεκετίες (εδώ, όπως είπαμε τα 30ς) και να πλμμυρίσει την ταινία με τζαζ της εποχής που τόσο λατρεύει. Ταυτόχρονα κάνει ένα σχόλιο πάνω στον χαμένο ρομαντισμό της νιότης και την "προσγείωση" στην αληθινή ζωή με τους αμείλικτους και αναπόφευκτους συμβιβασμούς της. Αλλά και να περιγράψει γραφικά και επίτηδες απλοϊκά μια "διχασμένη" Αμερική : Στην ανατολική ακτή, στη Νέα Υόρκη, οι γκάνγκστερς. Στη δυτική ακτή, στο Λος Άντζελες, η βιομηχανία του σινεμά και των ονειρων. Η πρώτη είναι βίαιη, άγρια, η άλλη απλώς ψεύτικη, πλαστή και υποκριτική. Αμφότερες λατρεύουν το χρήμα.
Εντύπωση προκαλεί η εξαιρετική φωτογραφία του μεγάλου Βιτόριο Στοράρο, ο οποίος φτιάχνει μια "καθαρή", πλούσια σε χρώματα εικόνα, τόσο καθαρή ώστε να τονίζεται το νοσταλγικό, αλλά και το "ψεύτικο" στοιχείο της. Τα πάντα είναι (ηθελημένα βέβαια) σαν καρτ ποστάλ.
Φυσικά δεν είναι από τις μεγάλες ταινίες του Allen (δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο σε τέτοιες ηλικίες). Είναι όμως τρυφερή, ευχάριστη, με υπέροχη ατμόσφαιρα εποχής και βλέπεται, για πολλοστή φορά στο έργο του, ευχάριστα. Πόσοι το καταφέρνουν αυτό με τόση σταθερότητα και με 52 φιλμ πίσω τους; Πάντως, αν ήθελα να τη χαρακτηρίσω με μια μόνο λέξη θα διάλεγα τη λέξη "γλυκόπικρη".
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016
"ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ
Ο Stephen Hopkins δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερος σκηνοθέτης και στο ενεργητικό του έχει και μερικά no 2, sequel εννοώ, που δεν δείχνουν και πολύ καλά πράγματα... Το 1996 πάντως γυρίζει μια ταινία με μάλλον ασυνήθιστο θέμα, που βασίζεται μάλιστα σε αληθινά γεγονότα. Το "The Ghost and the Darkness" είναι γυρισμένο στη μαύρη Αφρική και αφηγείται μια αρκετά τρομακτική ιστορία (όχι, δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, το τονίζω).
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός μηχανικός στέλνεται από τη βρετανική εταιρία του σην καρδιά της Αφρικής για να χτίσει μια σιδηροδρομική γέφυρα, και μάλιστα με deadline, αφού υπάρχει αποικιοκρατικός ανταγωνισμός και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο σύντομα διαπιστώνει ότι τίποτα δεν προχωρά σωστά, ενώ οι εκατοντάδες εργάτες, ινδοί κυρίως, είναι τρομοκρατημένοι και στα πρόθυρα του να τα παρατήσουν και να φύγουν. Αιτία οι συνεχείς επιθέσεις ενός λιονταριού, που ήδη έχει σκοτώσει κάμποσους απ' αυτούς. Ο μηχανικός θα βρει βοήθεια στο προσωπο ενός ιδιόρρυθμου, έμπειρου και στα όρια του θρύλου για τους ντόπιους κυνηγού, λευκού επίσης, τα πράγματα όμως θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα και επικίνδυνα όταν θα διαπιστώσουν ότι τα λιοντάρια είναι δύο και οχι ένα, ενώ οι "καταναλώσεις" εργατών συνεχίζονται ακάθεκτες...
Η ταινία βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές είναι καλοί στους ρόλους τους (Βαλ Κίλμερ και Μάικλ Ντάγκλας). Επίσης βρήκα πολύ καλές τις σκηνές κυνηγιού και αναμονής, την ένταση, τον τρόμο μερικές φορές, που αποτυπώνονται όταν κάποιοι περιμένουν... τι ; Την εμφάνιση του λιονταριού ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε μερικά σημεία μάλιστα το φιλμ αποκτά σχεδόν μεταφυσική χροιά, κυρίως μέσα από τη στάση και τα πιστεύω των ιθαγενών και των εργατών. Τα ζώα - δολοφόνοι θεωρούνται κάτι σαν εκδικητικά πνεύματα, φαντάσματα ίσως. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι ορισμένες φορές έντονη, αλλά οι εξηγήσεις δεν μπαίνουν ποτέ στο μεταφυσικό πεδίο. Πάντως προσθέτω αυτή τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα στα θετικά της ταινίας.
Από την άλλη δεν υπάρχουν παρά ελέχιστες, ανύπαρκτες σχεδον νύξεις για το πολιτικό κομμάτι της όλης ιστορίας : Την αποικιοκρατία, τη συμπεριφορά των λευκών στους ντόπιους και στους ξένους εργάτες, την κατακτητική και απομυζητική τους πολιτική. Όλα στο φιλμ γίνονται για το καλό της βρετανικής αυτοκρατορίας κι αυτό θεωρείται δεδομένο, δίχως να αμφισβητείται από κανέναν ή να τίθεται κάποιο περαιτέρω ερώτημα.
Συνολικά είδα μεν την ταινία με ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη θεωρήσω κάτι πολύ σπουδαίο. Τη συνιστώ, δίχως να περιμένετε σε καμία περίπτωση κάποιο αριστούργημα. Για την ιστορία πάντως, στην πραγματικότητα τα εφιαλτικά λιοντάρια του Τσάβο κατασπάραξαν πάνω από 100 ανθρώπους και σήμερα μπορεί κανείς να τα δει ακόμα βαλσαμωμένα σε ένα αμερικάνικο μουσείο.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός μηχανικός στέλνεται από τη βρετανική εταιρία του σην καρδιά της Αφρικής για να χτίσει μια σιδηροδρομική γέφυρα, και μάλιστα με deadline, αφού υπάρχει αποικιοκρατικός ανταγωνισμός και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο σύντομα διαπιστώνει ότι τίποτα δεν προχωρά σωστά, ενώ οι εκατοντάδες εργάτες, ινδοί κυρίως, είναι τρομοκρατημένοι και στα πρόθυρα του να τα παρατήσουν και να φύγουν. Αιτία οι συνεχείς επιθέσεις ενός λιονταριού, που ήδη έχει σκοτώσει κάμποσους απ' αυτούς. Ο μηχανικός θα βρει βοήθεια στο προσωπο ενός ιδιόρρυθμου, έμπειρου και στα όρια του θρύλου για τους ντόπιους κυνηγού, λευκού επίσης, τα πράγματα όμως θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα και επικίνδυνα όταν θα διαπιστώσουν ότι τα λιοντάρια είναι δύο και οχι ένα, ενώ οι "καταναλώσεις" εργατών συνεχίζονται ακάθεκτες...
Η ταινία βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές είναι καλοί στους ρόλους τους (Βαλ Κίλμερ και Μάικλ Ντάγκλας). Επίσης βρήκα πολύ καλές τις σκηνές κυνηγιού και αναμονής, την ένταση, τον τρόμο μερικές φορές, που αποτυπώνονται όταν κάποιοι περιμένουν... τι ; Την εμφάνιση του λιονταριού ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε μερικά σημεία μάλιστα το φιλμ αποκτά σχεδόν μεταφυσική χροιά, κυρίως μέσα από τη στάση και τα πιστεύω των ιθαγενών και των εργατών. Τα ζώα - δολοφόνοι θεωρούνται κάτι σαν εκδικητικά πνεύματα, φαντάσματα ίσως. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι ορισμένες φορές έντονη, αλλά οι εξηγήσεις δεν μπαίνουν ποτέ στο μεταφυσικό πεδίο. Πάντως προσθέτω αυτή τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα στα θετικά της ταινίας.
Από την άλλη δεν υπάρχουν παρά ελέχιστες, ανύπαρκτες σχεδον νύξεις για το πολιτικό κομμάτι της όλης ιστορίας : Την αποικιοκρατία, τη συμπεριφορά των λευκών στους ντόπιους και στους ξένους εργάτες, την κατακτητική και απομυζητική τους πολιτική. Όλα στο φιλμ γίνονται για το καλό της βρετανικής αυτοκρατορίας κι αυτό θεωρείται δεδομένο, δίχως να αμφισβητείται από κανέναν ή να τίθεται κάποιο περαιτέρω ερώτημα.
Συνολικά είδα μεν την ταινία με ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη θεωρήσω κάτι πολύ σπουδαίο. Τη συνιστώ, δίχως να περιμένετε σε καμία περίπτωση κάποιο αριστούργημα. Για την ιστορία πάντως, στην πραγματικότητα τα εφιαλτικά λιοντάρια του Τσάβο κατασπάραξαν πάνω από 100 ανθρώπους και σήμερα μπορεί κανείς να τα δει ακόμα βαλσαμωμένα σε ένα αμερικάνικο μουσείο.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2016
"ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ" : Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ "ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗΣ" ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ
Το 2012 η ντοκιμαντερίστας (κυρίως) Μαρία Ηλιού φτιάχνει το δεύτερο μέρος της ταινίας της "Σμύρνη: Η καταστροφή μιας μεγαλούπολης". Τούτο εδώ ονομάζεται "Από τις δύο πλευρές του Αιγαίου". Ο υπότιτλος είναι ιδιαίτερα εύγλωττος, δίνοντας το αληθινό θέμα του φιλμ: "Διωγμός και ανταλλαγή πληθυσμών, Τουρκία - Ελλάδα, 1922-1924".
Η μικρασιατική καταστροφή συνέβη το 1922 και περιγράφηκε διεξοδικά στο πρώτο φιλμ. Τι συνέβη όμως μετά; Μετά από διεθνή συμφωνία αποφασίστηκε η γνωστή μας ανταλλαγή πληθυσμών. Όσοι έλληνες είχαν απομείνει στην Τουρκία μετά την καταστροφή θα κατοικούσαν στην Ελλάδα, ενώ οι τούρκοι της Ελλάδας θα μετακόμιζαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Αμοιβαία εξαίρεση αποτελούσαν οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι τούρκοι της Θράκης, μειονότητες που υπαρχουν μέχρι σήμερα. Ναι, αλλά τόσο οι έλληνες όσο και οι τούρκοι ήταν ριζωμένοι στα τουρκικά ή ελληνικά μέρη τους αντίστιοιχα εδώ και γενιές. Εκεί ήταν τα σπίτια, οι πατρίδες τους. Αυτό που θεωρήθηκε δίκαιο και σωστό, η ανταλλαγή πληθυσμών, υπήρξε ουσιαστικά ένας αμοιβαίος, βίαιος ξεριζωμός.
Η ταινία διαθέτει μια κλασική, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις τεχνική: Μαρτυρίες προσώπων που επέζησαν ή παιδιά αυτών, σπάνιο μερικές φορές φωτογραφικό και κινματογραφικό υλικό της εποχής και συνεντεύξεις με ιστορικούς και μελετητές, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός και βασικός συνεργάτης της Ηλιού και στις δύο ταινίες Αλέξανδρος Κιτρόεφ. Μερικές από τις μαρτυρίες αυτές είναι πραγματικά συγκινητικές.
Τι βγαίνει απ' όλο αυτό; Πού πραγματικά θέλουν να επικεντρώσουν οι δημιουργοί; Στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι η περίφημη "ανταλλαγή" μπορεί να έλυσε ένα μείζον θέμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο ή σφαγές μειονοτικών πληθυσμών εκατέρωθεν, πλην όμως δημιούργησε αληθινή δυστυχία: Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους να αφηγούνται το πόσο βάναυσο, απάνθρωπο είναι να σου λένε ξαφνικά "Μάζεψε όσα πράγματα μπορείς. Αύριο φεύγετε για ένα παντελώς άγνωστο μέρος της Ελλάδας (η της Τουρκίας αντίστοιχα)". Και είναι θλιβερό να διαπιστώνεις ότι οι ξεριζωμένοι και των δυο πλευρών ομόφωνα νοσταλγούν πάντα τις πατρίδες που άφησαν στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάπου στην Κρήτη οι τούρκοι, κάπου στην Καπαδοκία οι έλληνες. Εκεί ήταν τα πραγματικά τους σπίτια.
Από την άλλη είναι παρήγορο να βλέπεις ανθρώπους που, δεκαετίες μετά, πήγαν στα μακρινά χωριά τους, βρήκαν τα σπίτια των παπούδων τους, μίλησαν με τους τωρινούς κάτοικους, μερικοί μάλιστα ανέπτυξαν και φιλικές σχέσεις μαζί τους. Ο χρόνος γιατρεύει (τους απογόνους, αφού η πρώτη γενιά ξεριζωμένων δεν ξέρω αν γιατρεύτηκε ποτέ). Τώρα, μετά τόσες δεκετίες, μπορούμε τουλάχιστον να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα αυτά. Για μια δίκαιη απόφαση των πολιτικών, η οποία ωστόσο βύθισε σε δυστυχία τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.
Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα για καθαρά ιστορικούς και πληροφοριακούς λόγους, για την αποκάλυψη μιας κρυμμένης τραγωδίας. Ίσως βέβαια και να κουραστείτε απο ένα σημείο και πέρα, παρά τον πλούτο μαρτυριών και πληροφοριών. Είπαμε: Κινηματογραφικά είναι απόλυτα αναμενόμενο, δίχως πρωτοτυπία.
Η μικρασιατική καταστροφή συνέβη το 1922 και περιγράφηκε διεξοδικά στο πρώτο φιλμ. Τι συνέβη όμως μετά; Μετά από διεθνή συμφωνία αποφασίστηκε η γνωστή μας ανταλλαγή πληθυσμών. Όσοι έλληνες είχαν απομείνει στην Τουρκία μετά την καταστροφή θα κατοικούσαν στην Ελλάδα, ενώ οι τούρκοι της Ελλάδας θα μετακόμιζαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Αμοιβαία εξαίρεση αποτελούσαν οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι τούρκοι της Θράκης, μειονότητες που υπαρχουν μέχρι σήμερα. Ναι, αλλά τόσο οι έλληνες όσο και οι τούρκοι ήταν ριζωμένοι στα τουρκικά ή ελληνικά μέρη τους αντίστιοιχα εδώ και γενιές. Εκεί ήταν τα σπίτια, οι πατρίδες τους. Αυτό που θεωρήθηκε δίκαιο και σωστό, η ανταλλαγή πληθυσμών, υπήρξε ουσιαστικά ένας αμοιβαίος, βίαιος ξεριζωμός.
Η ταινία διαθέτει μια κλασική, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις τεχνική: Μαρτυρίες προσώπων που επέζησαν ή παιδιά αυτών, σπάνιο μερικές φορές φωτογραφικό και κινματογραφικό υλικό της εποχής και συνεντεύξεις με ιστορικούς και μελετητές, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός και βασικός συνεργάτης της Ηλιού και στις δύο ταινίες Αλέξανδρος Κιτρόεφ. Μερικές από τις μαρτυρίες αυτές είναι πραγματικά συγκινητικές.
Τι βγαίνει απ' όλο αυτό; Πού πραγματικά θέλουν να επικεντρώσουν οι δημιουργοί; Στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι η περίφημη "ανταλλαγή" μπορεί να έλυσε ένα μείζον θέμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο ή σφαγές μειονοτικών πληθυσμών εκατέρωθεν, πλην όμως δημιούργησε αληθινή δυστυχία: Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους να αφηγούνται το πόσο βάναυσο, απάνθρωπο είναι να σου λένε ξαφνικά "Μάζεψε όσα πράγματα μπορείς. Αύριο φεύγετε για ένα παντελώς άγνωστο μέρος της Ελλάδας (η της Τουρκίας αντίστοιχα)". Και είναι θλιβερό να διαπιστώνεις ότι οι ξεριζωμένοι και των δυο πλευρών ομόφωνα νοσταλγούν πάντα τις πατρίδες που άφησαν στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάπου στην Κρήτη οι τούρκοι, κάπου στην Καπαδοκία οι έλληνες. Εκεί ήταν τα πραγματικά τους σπίτια.
Από την άλλη είναι παρήγορο να βλέπεις ανθρώπους που, δεκαετίες μετά, πήγαν στα μακρινά χωριά τους, βρήκαν τα σπίτια των παπούδων τους, μίλησαν με τους τωρινούς κάτοικους, μερικοί μάλιστα ανέπτυξαν και φιλικές σχέσεις μαζί τους. Ο χρόνος γιατρεύει (τους απογόνους, αφού η πρώτη γενιά ξεριζωμένων δεν ξέρω αν γιατρεύτηκε ποτέ). Τώρα, μετά τόσες δεκετίες, μπορούμε τουλάχιστον να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα αυτά. Για μια δίκαιη απόφαση των πολιτικών, η οποία ωστόσο βύθισε σε δυστυχία τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.
Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα για καθαρά ιστορικούς και πληροφοριακούς λόγους, για την αποκάλυψη μιας κρυμμένης τραγωδίας. Ίσως βέβαια και να κουραστείτε απο ένα σημείο και πέρα, παρά τον πλούτο μαρτυριών και πληροφοριών. Είπαμε: Κινηματογραφικά είναι απόλυτα αναμενόμενο, δίχως πρωτοτυπία.
Τετάρτη, Αυγούστου 31, 2016
ΘΗΛΥΚΟ ΑΛΛΑ "ΚΡΥΟ" "GHOSTBUSTER"
Το 1984 το αυθεντικό "Ghostbusters" του Ivan Reitman είχε γίνει μια από τις χαρακτηριστικότερες και πιο πετυχημένες ταινίες των 80ς (του εμπορικού σινεμά εννοώ προφανώς). Τριαντατόσα χρόνια μετά, το 2016, το αδηφάγο και σαφέστατα πάσχον από έλλειψη φαντασίας Χόλιγουντ αποφασίζει να φτιάξει κάτι σαν ριμέικ ή επανεκκίνηση ή όπως θέλετε (σιγά μην το άφηνε δηλαδή. Απορώ που δεν το "πείραξε" τόσα χρόνια). Έτσι αναλαμβάνει ο Paul Feig του "Spy" και το καινούρο "Ghostbusters" είναι έτοιμο.
Η βασική ιδέα είναι εδώ το πρωτότυπο καστ να γίνει θηλυκό. Οι νέες Ghostbusters είναι τρεις αρχικά και τέσσερις εν τέλει γυναίκες. Οι δύο απ' αυτές πιστεύουν στο μεταφυσικό και θέλουν να "πιάσουν" φαντάσματα για να αποδείξουν ότι υπάρχουν, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνουν. Η τρίτη θέλει να γίνει σοβαρή επιστήμονας και να διδάξει σε πανεπιστήμιο, το παρελθόν όμως δεν την αφήνει. Έτσι, με την προσθήκη και μιας πρώην εργαζόμενης στο μετρό (α, ναι, υπάρχει και ο σέξι αλλά πανηλίθιος βοηθός) θα γίνουν η ομάδα Ghostbusters, η μόνη ικανή να αντιμετωπίσει μια εισβολή φαντασμάτων στη Νέα Υόρκη.
Υποτίθεται ότι η ταινία πρέπει να είναι ξεκαρδιστική (και φεμινιστική) κωμωδία. Προσωπικά μου φάνηκε απίστευτα κρύα ή, εν πάσει περιπτώσει, με ελάχιστα αστεία γέλασα. Το χιούμορ είναι, σύμφωνα με τα δικά μου γούστα, πολύ χοντρό, ενώ η ιστορία λίγο - πολύ μένει πιστή στην παλιά ταινία. Φυσικά υπάρχουν πολλές κινηματογραφικές αναφορές (και πού δεν υπάρχουν τελευταία), κυρίως βεβαίως στο φιλμ του 84. Ακόμα και οι Ακρόιντ, Μάρεϊ και Σιγκούρνι Γουίβερ θα κάνουν τις cameo εμφανίσεις τους για να "κλείσουν το μάτι", υποτίθεται, στον θεατή. Ωστόσο βρήκα τα πάντα "εύκολα", το φιλμ ασύνδετο, κάπως σαν αχταρμάς, το σενάριο αφελές (είναι πολύ εύκολο, ας πούμε, κάθε τρεις και λίγο η επιστήμονας της ομάδας να ξεπετά ένα νέο υπερόπλο εναντίον των φαντασμάτων ξεφουρνίζοντας επιστημονικοφανείς ατάκες. Ίσως είναι αστείο αρχικά, γρήγορα όμως γίνεται βαρετή επανάληψη). Βρήκα επίσης τις ηθοποιίες πολύ κακές ή, για να επαναλάβω τη λέξη που χρησιμοποίησα πριν, κρύες. Όσο για τις τελευταίες σκηνές, εντάξει, τα εύκολα και κατά κόρον χρησιμοποιούμενα ψηφιακά εφέ μετατρέπουν το Μανχάταν σε κάτι σαν λούνα παρκ με φαντάσματα που πετούν και τρέχουν παντού. Και φυσικά, όλο αυτό το πανηγύρι δεν μπορεί να μας δώσει ούτε κατά διάνοια μια μικρή έστω ανατριχίλα.
Εντάξει, έχω συχνότατα τις αντιρήσεις μου στα ριμέικ, ειδικά αυτό εδώ όμως το βρήκα εντελώς ανέμπνευστο και, από άποψη χιούμορ τουλάχιστον, κακόγουστο. Και μια που μιλάμε για το δίδυμο Feig - McCarthy, το προηγούμενο "Spy", ενώ διέθετε σχετικά παρόμοιο χιούμορ, με διασκέδασε πολύ περισσότερο.
Η βασική ιδέα είναι εδώ το πρωτότυπο καστ να γίνει θηλυκό. Οι νέες Ghostbusters είναι τρεις αρχικά και τέσσερις εν τέλει γυναίκες. Οι δύο απ' αυτές πιστεύουν στο μεταφυσικό και θέλουν να "πιάσουν" φαντάσματα για να αποδείξουν ότι υπάρχουν, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνουν. Η τρίτη θέλει να γίνει σοβαρή επιστήμονας και να διδάξει σε πανεπιστήμιο, το παρελθόν όμως δεν την αφήνει. Έτσι, με την προσθήκη και μιας πρώην εργαζόμενης στο μετρό (α, ναι, υπάρχει και ο σέξι αλλά πανηλίθιος βοηθός) θα γίνουν η ομάδα Ghostbusters, η μόνη ικανή να αντιμετωπίσει μια εισβολή φαντασμάτων στη Νέα Υόρκη.
Υποτίθεται ότι η ταινία πρέπει να είναι ξεκαρδιστική (και φεμινιστική) κωμωδία. Προσωπικά μου φάνηκε απίστευτα κρύα ή, εν πάσει περιπτώσει, με ελάχιστα αστεία γέλασα. Το χιούμορ είναι, σύμφωνα με τα δικά μου γούστα, πολύ χοντρό, ενώ η ιστορία λίγο - πολύ μένει πιστή στην παλιά ταινία. Φυσικά υπάρχουν πολλές κινηματογραφικές αναφορές (και πού δεν υπάρχουν τελευταία), κυρίως βεβαίως στο φιλμ του 84. Ακόμα και οι Ακρόιντ, Μάρεϊ και Σιγκούρνι Γουίβερ θα κάνουν τις cameo εμφανίσεις τους για να "κλείσουν το μάτι", υποτίθεται, στον θεατή. Ωστόσο βρήκα τα πάντα "εύκολα", το φιλμ ασύνδετο, κάπως σαν αχταρμάς, το σενάριο αφελές (είναι πολύ εύκολο, ας πούμε, κάθε τρεις και λίγο η επιστήμονας της ομάδας να ξεπετά ένα νέο υπερόπλο εναντίον των φαντασμάτων ξεφουρνίζοντας επιστημονικοφανείς ατάκες. Ίσως είναι αστείο αρχικά, γρήγορα όμως γίνεται βαρετή επανάληψη). Βρήκα επίσης τις ηθοποιίες πολύ κακές ή, για να επαναλάβω τη λέξη που χρησιμοποίησα πριν, κρύες. Όσο για τις τελευταίες σκηνές, εντάξει, τα εύκολα και κατά κόρον χρησιμοποιούμενα ψηφιακά εφέ μετατρέπουν το Μανχάταν σε κάτι σαν λούνα παρκ με φαντάσματα που πετούν και τρέχουν παντού. Και φυσικά, όλο αυτό το πανηγύρι δεν μπορεί να μας δώσει ούτε κατά διάνοια μια μικρή έστω ανατριχίλα.
Εντάξει, έχω συχνότατα τις αντιρήσεις μου στα ριμέικ, ειδικά αυτό εδώ όμως το βρήκα εντελώς ανέμπνευστο και, από άποψη χιούμορ τουλάχιστον, κακόγουστο. Και μια που μιλάμε για το δίδυμο Feig - McCarthy, το προηγούμενο "Spy", ενώ διέθετε σχετικά παρόμοιο χιούμορ, με διασκέδασε πολύ περισσότερο.
Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2016
ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ STAR TREK, ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ "BEYOND"
Ότι έχω βαρεθεί οικτρά τις διάφορες κινηματογραφικές σειρές και τα remake και τα prequel και όλα τα σχετικά το έχω πει δεκάδες φορές. Την απέχθειά μου αυτή επιβεβαίωσε και το "Star Trek. Beyond" του 2016, με σκηνοθέτη αυτή τη φορά τον Justin Lin, "δημιουργό" διαφόρων "Fast and Furious" no 4, 5 και άλλων... Για να καταλάβετε δηλαδή.
Στη συγκεκριμένη "συνέχεια" το διαστημόπλοιο Enterprise, προσπαθώντας να σώσει ένα σκάφος που κινδυνεύει, πέφτει στην σατανική παγίδα του κακού πολέμαρχου Κραλ, που μισεί θανάσιμα την Ένωση. Το σκάφος ουσιαστικά καταστρέφεται, το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος αιχμαλωτίζεται, και ο καπετάνιος Κερκ με τον βαριά πληγωμένο Σποκ, αποκλεισμένοι σε έναν πλανήτη, πασχίζουν να σώσουν ό, τι μπορούν.
Στη συγγραφή του σεναρίου έχει συμβάλλει και ο συμπαθής Simon Pegg, ο οποίος παίζει κιόλας στο φιλμ, ωστόσο φοβάμαι ότι καμιά πρωτοτυπία δεν υπάρχει αυτή τη φορά. Η περιπέτεια κυλά ρουτινιέρικα, η δράση και το θέαμα φυσικά υπάρχουν, οι αφέλειες επίσης, το τέλος είναι απόλυτα αναμενόμενο και καθόλου ανατρεπτικό... Α, ναι, υπάρχει και η τελική λύση που δίνεται από το... "Sabotage" των Beastie Boys, αν αυτό το θεωρείται φοβερό εύρημα. Υπάρχει και κάποιο χιούμορ για να μην ξεχνιόμαστε, υπάρχουν τα γνωστά ηθικά διλήμματα διαφόρων χαρακτήρων... αν είστε εξοικειωμένοι είτε με την τηλεοπτική είτε την κινηματογραφική σειρά, τα ξέρετε πολύ καλά όλα αυτά.
Ας ανακεφαλαιώσουμε: Η ταινία δεν είναι εντελώς κακή. Αν πάτε απλώς για να περάσετε ένα ευχάριστο δίωρο και τίποτα (απολύτως) άλλο, βλέπεται. Όπως επίσης κι αν είστε φανατικοί trekies. Άλλωστε, το είπαμε, δράση και θέαμα είναι εξασφαλισμένα. Το πρόβλημα για μένα είναι η επανάληψη, η απόλυτη απουσία οποιασδήποτε πρωτοτυπίας, σεναριακής ή οπτικής. Οι ίδιοι χαρακτήρες, το ίδιο ακριβώς στιλ... Ακόμα και το πόστερ είναι μια παραλλαγή της πρώτης Star Trek ταινίας της δεκαετίας του 70! Μέχρι πότε; Αυτό αποτελεί γενικότερο προβληματισμό για την εμφανέστατη έλλειψη φαντασίας στο Χόλιγουντ του 21ου αιώνα, αλλά και για τη συγκεκριμένη σειρά ειδικότερα, που τη βρίσκω πλέον αρκετά κουρασμένη. Πάμε παρακάτω (ελπίζω).
Σάββατο, Ιουλίου 30, 2016
ΔΙΑΚΟΠΕΣ
Πιστό στις παραδόσεις, το μπλογκ αναχωρεί για διακοπές στη θάλασσα. Τον Αύγουστο ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως και όχι. Ποιος ξέρει; Να περάσετε όσο πιο καλά γίνεται όπου και να πάτε (ή δεν πάτε). Όπως λοιπόν ανακοίνωναν τα παλιά χειμερινά σινεμά... "Ραντεβού τον Σεπτέμβριο".
Παρασκευή, Ιουλίου 29, 2016
"ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΑΠΟ ΚΟΚΚΑΛΟ": ΕΝΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΤΡΟΜΟΥ
Ο S. Craig Zahler είναι πρωτοεμφανιζόμενος σαν σκηνοθέτης. Είναι όμως, όπως διαβάζω, και σεναριογράφος και μουσικός (heavy metal μάλιστα) και συγγραφέας αστυνομικών, γουέστερν και επιστημονικής φαντασίας. Το "Τσεκούρι από Κόκκαλο" (Bone Tomahawk) του 2015 κάνει την είσοδό του στο χώρο της σκηνοθεσίας σχεδόν σοκαριστική, αφού η βία του είναι τέτοια που μάλλον στις ταινίες τρόμου θα έπρεπε να το κατατάξουμε.
Σε μια απομακρυσμένη, τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα ένας ξένος κάνει την (ύποπτη) εμφάνισή του, πυροβολείται από τον σερίφη και φυλακίζεται. Τη νύχτα ο βοηθός του σερίφη, ο φυλακισμένος και η γιατρός της πόλης θα εξαφανιστούν από το κελί. Όλα δείχνουν ότι έχουν απαχθεί από μια φυλή κανίβαλων, εξαθλιωμένων ινδιάνων. Ο σερίφης, ο ηλικιωμένος δεύτερος βοηθός του, ο τραυματισμένος στο πόδι σύζυγος της γιατρού και ένας "αφ' υψηλού" τύπος, έντονα ρατσιστής, θα ξεκινήσουν για απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ψάχνοντας το λημέρι της φριχτής φυλής, για να σώσουν τους απαχθέντες.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή η έντονη βία ξεχειλίζει από το ιδιόρρυθμο αυτό γουέστερν. Φυσικά από το φιλμ απουσιάζει κάθε ηθική και ηρωισμός. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται πιο ανελέητη, σκληρή, βίαιη και τραχιά από ποτέ. Ο ρεαλισμός σε κάθε τι περισσεύει. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και η "ταραντινική" φλέβα, με τις συχνά άσχετες συζητήσεις των ανδρών και το υπόγειο χιούμορ (κυρίως από τον ηλικιωμένο βοηθό). Όσο για την τελική συνάντηση των "πολιτισμένων" ανθρώπων με τη φρίκη της λίθινης εποχής, ε, εκεί θα δείτε εφιαλτικές σκηνές αληθινού σπλάτερ (με κανίβαλους), που φτάνουν στα όρια του να μην αντέχονται. Πάντως σπάνια οι αμερικάνικες ρίζες (το Ουέστ δηλαδή) έχουν δειχτεί τόσο απογυμνωμένες από κάθε καλό, τόσο άγριες και αμοραλιστικές (βία, ρατσισμός, αθλιότητα...).
Η πορεία των 4 ανδρών προς την κόλαση είναι βασανιστική, γεμάτη εμπόδια και αίμα, η τελική κατάληξη ακόμα χειρότερη. Τόσο, που δεν θα σας συνιστούσα την ταινία αν δεν διαθέτετε γερο στομάχι. Ο σαρκασμός στις αντιηρωικές απαρχές της Αμερικής είναι έντονος, υπόσχομαι ότι θα παρακολουθώ τον Zahler μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα: Δείτε το με δική σας ευθύνη. Όπως είπα μάλλον για τρόμου (σπλάτερ) πρόκειται (ειδικά προς το τέλος) παρά για γουέστερν.
Σε μια απομακρυσμένη, τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα ένας ξένος κάνει την (ύποπτη) εμφάνισή του, πυροβολείται από τον σερίφη και φυλακίζεται. Τη νύχτα ο βοηθός του σερίφη, ο φυλακισμένος και η γιατρός της πόλης θα εξαφανιστούν από το κελί. Όλα δείχνουν ότι έχουν απαχθεί από μια φυλή κανίβαλων, εξαθλιωμένων ινδιάνων. Ο σερίφης, ο ηλικιωμένος δεύτερος βοηθός του, ο τραυματισμένος στο πόδι σύζυγος της γιατρού και ένας "αφ' υψηλού" τύπος, έντονα ρατσιστής, θα ξεκινήσουν για απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ψάχνοντας το λημέρι της φριχτής φυλής, για να σώσουν τους απαχθέντες.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή η έντονη βία ξεχειλίζει από το ιδιόρρυθμο αυτό γουέστερν. Φυσικά από το φιλμ απουσιάζει κάθε ηθική και ηρωισμός. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται πιο ανελέητη, σκληρή, βίαιη και τραχιά από ποτέ. Ο ρεαλισμός σε κάθε τι περισσεύει. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και η "ταραντινική" φλέβα, με τις συχνά άσχετες συζητήσεις των ανδρών και το υπόγειο χιούμορ (κυρίως από τον ηλικιωμένο βοηθό). Όσο για την τελική συνάντηση των "πολιτισμένων" ανθρώπων με τη φρίκη της λίθινης εποχής, ε, εκεί θα δείτε εφιαλτικές σκηνές αληθινού σπλάτερ (με κανίβαλους), που φτάνουν στα όρια του να μην αντέχονται. Πάντως σπάνια οι αμερικάνικες ρίζες (το Ουέστ δηλαδή) έχουν δειχτεί τόσο απογυμνωμένες από κάθε καλό, τόσο άγριες και αμοραλιστικές (βία, ρατσισμός, αθλιότητα...).
Η πορεία των 4 ανδρών προς την κόλαση είναι βασανιστική, γεμάτη εμπόδια και αίμα, η τελική κατάληξη ακόμα χειρότερη. Τόσο, που δεν θα σας συνιστούσα την ταινία αν δεν διαθέτετε γερο στομάχι. Ο σαρκασμός στις αντιηρωικές απαρχές της Αμερικής είναι έντονος, υπόσχομαι ότι θα παρακολουθώ τον Zahler μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα: Δείτε το με δική σας ευθύνη. Όπως είπα μάλλον για τρόμου (σπλάτερ) πρόκειται (ειδικά προς το τέλος) παρά για γουέστερν.
Τετάρτη, Ιουλίου 27, 2016
ΠΩΣ ΤΟ "ALIEN" ΕΓΙΝΕ "ALIENS"
Θα πω κατ' αρχή ότι η σειρά των 4 "Alien" είναι μία από τις ελάχιστες στην οποία και οι 4 ταινίες έχουν ενδιαφέρον και δεν είναι κακέκτυπα της πρώτης (ναι μεν προτιμώ την πρώτη, αλλά σε καμία περίπτωση οι συνέχειες δεν είναι κακές). Άλλωστε και οι 4 γυρίστηκαν από αξιόλογους δημιουργούς (σκοτ, Κάμερον, Φίντσερ, Ζενέ). Το 1986 λοιπόν ο πολύς James Cameron φτιάχνει τη συνέχεια του αρχικού κλασικού "Alien" του Ridley Scott με τίτλο "Aliens" (Άλιενς: Η Επιστροφή" στα ελληνικά), πάλι με τη Σιγκούρνι Γουίβερ στον βασικό ρόλο.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.
Σάββατο, Ιουλίου 23, 2016
ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΕΝΑ ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η... ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ
Καιρό είχε να μου αρέσει - σχετικά - μια ταινία του κάποτε ταλαντούχου και νυν αποπροσανατολισμένου (με την έννοια ότι κάνει εντελώς άσχετα μεταξύ τους πράγματα) γερμανού Tom Tykwer. Ευτυχώς το "Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά" του 2016 διορθώνει κάπως τα πράγματα.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συνεννοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συνεννοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.
Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2016
Η "ΑΝΗΘΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ" ΚΑΙ Η ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Ο αμφιλεγόμενος Andrian Lyne προκάλεσε σάλο με κάποιες ταινίες του στα 80ς, πήρε την κατιούσα στα 90ς και μετά εξαφανίστηκε παντελώς. Στο μεταξύ, το 1993, είχε προλάβει να κάνει το "Indecent Proposal" (Ανήθικη Πρόταση), μια δραματική / αισθηματική ταινία με καλή αρχική ιδέα και, κατά τη γνώμη μου, απογοητευτική κατάληξη.
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)































