Τρίτη, Ιουλίου 27, 2010

ΡΙΦΙΦΙ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΛΗΣΤΕΙΑ, ΑΛΛΑ...


Το 1955 ο Jules Dassin (1911-2008) γυρίζει τη γνωστότερη μάλλον ταινία του και συγχρόνως καθιερώνει μια νέα λέξη στα λεξικά: "Ριφιφί" σημαίνει έκτοτε την τέλεια οργανωμένη ληστεία ενός εκ πρώτης όψεως "απόρθητου" στόχου. Και παραμένει ένα άψογο γαλλικό νουάρ, απ' αυτά που φαίνεται ότι δεν θα γεράσουν ποτέ.
Μια ομάδα φίλων κατά βάση, που κανείς δεν είναι διατεθειμένος να προδώσει τους άλλους, σχεδιάζουν μια πανέξυπνη ληστεία κοσμηματοπωλείου κατά τη διάρκεια μιας νύχτας, την εκτελούν κατά γράμμα και... μετά αρχίζουν τα προβλήματα. Πολλά από τα νουάρ στοιχεία είναι παρόντα: Το αστικό τοπίο, νυχτερινό κυρίως, ο υπόκοσμος, η αντρική φιλία, οι γκάνγκστερς, οι γυναίκες (μοιραίες εδώ μόνο κατά μία έννοια)... Αυτό που εντυπωσιάζει και σήμερα είναι το τέλειο timing, το οποίο, εμένα τουλάχιστον, δεν με άφησε να βαρεθώ ούτε στιγμή. Στις ιδιορυθμίες του φιλμ το γεγονός ότι η εκτέλεση της ληστείας δεν αποτελεί την κορύφωσή του, όπως θα περίμενε κανείς. Αντίθετα, συμβαίνει κάπου στα μισά και το σασπένς στη συνέχεια γίνεται ακόμα εντονότερο. Στα αξιοσημείωτα επίσης το οτι ο θεατής ταυτίζεται και συμπάσχει απόλυτα με τους ληστές, αν και προφανώς οι τελευταίοι είναι παράνομοι.
Οι χαρακτήρες δίνονται ανάγλυφα: Από τον βλοσυρό, βασανισμένο "εγκέφαλο" της ληστείας μέχρι τον κομψό, αθεράπευτα γυναικά και μονίμως καλοντυμένο ιταλό. Και οι γυναίκες; Εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει έναν έντονο μισογυνισμό, καθώς αυτές αποτελούν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, "γκόμενες" και τίποτα παραπάνω. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Αν προσέξουμε καλύτερα θα δούμε ότι μια γυναίκα, η σύζυγος του μοναδικού οικογενειάρχη της παρέας, λέει τις πιο καίριες ίσως ατάκες όλου του φιλμ, που περιέχουν πιθανότατα και τις "θέσεις" του ίδιου του Ντασέν. Είναι όταν επιτέλους κάνει σκληρή κριτική στον άντρα της και, επιτέλους ξανά, λέει το προφανές, που όλοι ξεχνάμε σε όλες τις κατά βάθος "μάτσο" ταινίες του είδους και όχι μόνο (άσχετα αν πολλες απ' αυτές είναι κατά τα άλλα θαυμάσιες ταινίες): Ότι για όσα κακά συμβούν φταίνε οι ίδιοι οι άντρες, αφού επέλεξαν σαν σταδιοδρομία στη ζωή τους το έγκλημα κι όχι τη ζωή εκατομμυρίων άλλων που γεννήθηκαν, σαν τους ίδιους, φτωχοί. Τη βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση που, απ' όσο ξέρω, δεν έχει ξαναγίνει στα νουάρ, όπου η σκληρότητα "κακών" ή ντετέκτιβ ή μπάτσων (που μοιάζουν να αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος) ή η εγκληματικότητα θεωρούνται δεδομένες δίχως να σχολιάζονται.
Άφησα τελευταία την περίφημη σκηνή της ληστείας. Μια εκπληκτική, απόλυτα βουβή σκηνή, δίχως καν μουσική υπόκρουση, που για τα αρκετά λεπτά λεπτά που διαρκεί κρατά κυριολεκτικά τεντωμένα τα νεύρα του θεατή, σχεδόν τον κάνει να μην αναπνέει κι ο ίδιος, καθώς ο παραμικρός θόρυβος μπορεί να αποβεί μοιραίος. Φυσικά πρόκειται για το πρότυπο δεκάδων παρόμοιων σκηνών που ακολούθησαν, από το "Top Kapi" του ίδιου του Ντασέν μέχρι τα διάφορα σύγχρονα Ocean 11, με τους καταιγισμούς λέιζερ και υπολογιστών και σύγχρονης υψηλής τεχνολογίας και όλους τους απίθανους και όλο πιο εξεζητημένους τρόπους που σκαρφίζονται οι σεναριογράφοι για να παρακάμψουν όλα αυτά. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με το αυθεντικό, το real thing. Ίσως και γι' αυτό και μόνο αξίζει μέχρι σήμερα η ταινία (αν και, το είπα, κατά τη γνώμη μου δεν είναι μόνο αυτό).

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2010

Η ΖΩΗ, Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΑ "ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ"


Τα "Κόκκινα Παπούτσια" είναι ένα γνωστό (και λυπητερό) παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Το 1948 το γνωστότερο δίδυμο του βρετανικού σινεμά, οι Michael Powell (1905-1990) και Emeric Pressburger (1902-1988) αποφασίζουν να το μεταφέρουν στην οθόνη. Προσοχή όμως: Καμία (σχεδόν) σχέση με το παραμύθι. Η εποχή είναι σύγχρονη, το περιβάλλον συχνά κοσμοπολίτικο, οι ήρωες καλλιτέχνες. Τα "Κόκκινα Παπούτσια" είναι ένα μπαλέτο, βασισμένο στο μύθο του Άντερσεν, που ανεβάζει ένας διάσημος ρώσος διευθυντής θιάσου, ένα είδος "πεφωτισμένου δικτάτορα" στο χώρο της τέχνης του. Οι υπόλοιποι βασικοί ήρωες είναι ένας συνθέτης και μια χορεύτρια, εξαιρετικά ταλαντούχοι και οι δύο, που ο ίδιος έχει ανακαλύψει και εκτινάξει στα ύψη της διασημότητας. Γύρω τους, τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου: Ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, χορευτές...
Θα νομίζετε ίσως ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν πρόδρομο του "Fame". Χμμμ... Ούτε γι' αυτό ακριβώς πρόκειται. Τα πράγματα εδώ είναι πιο πολύπλοκα (και ενδιαφέροντα). Εδώ το ζήτημα που άμεσα τίθεται είναι η σχέση της τέχνης με την αληθινή ζωή (που συμβολίζεται από τον έρωτα, στη συγκεκριμένη περίπτωση). Πόσες θυσίες μπορεί να κάνει κανείς υπηρετώντας την πρώτη εις βάρος της δεύτερης; Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Μπορεί κανείς να αφιερωθεί απόλυτα στην πρώτη, τελειοποιώντας το ταλέντο του και κερδίζοντας απεριόριστη δόξα και να αντλεί απόλυτη ικανοποίηση απ' αυτό, πληρώνοντας σαν τίμημα την εξ ίσου απόλυτη παραίτηση από την αληθινή ζωή; Ο Λερμόντωφ, ο μυθικός θιασάρχης, τάσσεται απόλυτα με την τέχνη. Ο νεαρός, ταλαντούχος συνθέτης προτιμά τη ζωή. Και η ευαίσθητη, εξ ίσου ταλαντούχα, χορεύτρια τι θα διαλέξει, καθώς συνθλίβεται ανάμεσα στις δυο υπέρτατες αγάπες της ζωής της;
Όμως το φιλμ δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η κατάδειξη όσων συμβαίνουν πίσω από την κλειστή αυλαία, είναι η προετοιμασία ενός μαγικού θεάματος και οι ιστορίες από τα παρασκήνια, είναι οι σχέσεις των μελών ενός θιάσου. Πάνω απ' όλα όμως, ως ένα από τα ωραιότερα "θεάματα μέσα στο θέαμα", στη συγκεκριμένη περίπτωση μπαλέτου μέσα στο σινεμά, είναι η υπέροχη κινηματογράφηση του ίδιου του μπαλέτου που ανεβάζει ο θίασος. Σε μια εκπληκτική 15λεπτη περίπου σκηνή βλέπουμε τα "Κόκκινα Παπούτσια" να ανεβαίνουν στη σκηνή, βλέπουμε τη θεατρική τους απόδοση. Είναι δύσκολο να μη μαγευτεί κανείς απ' αυτό. Είναι η σκηνή που χάρισε στο φιλμ μια θέση ανάμεσα στα κινηματογραφικά αριστουργήματα όλων των εποχών. Θα πρέπει να τονίσουμε όμως κάτι πολύ βασικό κατά τη γνώμη μου: Το δαιμόνιο σκηνοθετικό δίδυμο κινηματογραφεί τη σκηνή αυτή όχι με θεατρικό τρόπο, κάθε άλλο. Ξεφεύγοντας από κάθε πρόθεση ρεαλιστικής καταγραφής μιας χορευτικής παράστασης, χρησιμοποιεί καθαρά κινηματογραφικά μέσα, σπέσιαλ εφέ, παράξενες λήψεις, δείχνοντάς μας μια χορευτική παράσταση που, πολύ απλά, δεν μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα μιας σκηνής, αλλά μόνο στο πανί του σινεμά. Και μόνο γι' αυτό θα άξιζε η ταινία.
Όσο για το στιλ, η κομεντί παντρεύεται με το δράμα, το οποίο, κάπως απροσδόκητα θα λέγαμε, παίρνει όσο προχωράμε το "πάνω χέρι" για να καταλήξει σε μια τραγική κορύφωση. Από τις πιο παράξενες (λόγω ανάμειξης των ειδών) και συγχρόνως μαγικές στιγμές του σινεμά, νομίζω ότι είναι ένα φιλμ που οπωσδήποτε αξίζει να δει κανείς.

Σάββατο, Ιουλίου 24, 2010

Ο ΠΕΠΕ ΚΑΙ Η ΚΑΣΜΠΑ


Το "Pepe le Moko" είναι ένα εξαίρετο γαλλικό νουάρ που γύρισε ο Julien Duvivier (1896-1967) το 1937. Και, ενώ διαθέτει όλα σχεδόν από τα στοιχεία του νουάρ, έχει ένα πολύ ιδιαίτερο άρωμα που το κάνει να ξεχωρίζει από αυτά - ή τουλάχιστον από τα περισσότερα αμερικάνικα. Ο Ζαν Γκαμπέν βρίσκεται εδώ στο ζενίθ της καριέρας του και αποτελεί άλλη μια σίγουρη απόλαυση.
Ο Πεπέ λε Μοκό είναι ένας γνωστός γκάνγκστερ, ειδικευμένος στις ληστείες. Καταζητούμενος παντού, βρίσκει προστασία στο Αλγέρι (θυμίζουμε ότι το 1937 η Αλγερία ήταν ακόμα γαλλική αποικία) και συγκεκριμένα στη θρυλική Κάσμπα (θυμάστε το Rock the Cashba των Clash;), που είναι η αμιγώς αραβική συνοικία της πόλης. Εκεί ζει σαν άρχοντας και είναι απόλυτα ασφαλής, αφού η γειτονιά αυτή είναι κυριολεκτικά άβατο για την αστυνομία και αφού όλοι οι κάτοικοι τον προστατεύουν. Όλα αυτά έως ότου εμφανιστεί η κλασική μοιραία γυναίκα...
Είπαμε ότι ο Γκαμπέν είναι ο πρωταγωνιστής του φιλμ. Στην ουσία όμως ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η ίδια η Κάσμπα. Από την αρχή κιόλας ο ντόπιος αστυνομικός μιλά γι' αυτή τονίζοντας τις ιδιαιτερότητες και το μυστήριό της. Παράλληλα ο φακός μας επιφυλάσσει μια εξαίρετη περιπλάνηση στα στενά σοκάκια της, στα παράξενα μπαρ, στις γυναίκες της, στους ανεξιχνίαστους κατοίκους της. Μας δείχνει έναν αληθινό λαβύρινθο, για εκατοντάδες ταράτσες που επικοινωνούν η μία με την άλλη, για παράδοξα υπόγεια ή καταγώγια, για σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν θυμίζοντας πίνακα του Έσερ, μιλά για ένα μέρος που "χωρά 1000 ανθρώπους, αλλά κατοικείται από 40.000". Σπάνια ο κθνηματογράφος συνέλαβε τον εξωτισμό και συγχρόνως το ανησυχητικό (για τα δυτικά μάτια) μυστήριο τόσο καίρια. Η Κάσμπα προστατεύει, αλλά συγχρόνως πνίγει τον Πεπέ, που είναι αδύνατο να βγει απ' αυτήν και νοσταλγεί την πόλη και, πάνω απ' όλα, το Παρίσι, στο οποίο είναι αδύνατο να επιστρέψει δίχως να συλληφτεί άμεσα.
Οι τύποι που περιστοιχίζουν τον Πεπέ, συνεργάτες, καταδότες, απλοί κάτοικοι, ερωμένες, είναι όλοι εξαιρετικοί. Μια αληθινή πινακοθήκη μορφών και χαρακτήρων, που απο μόνη της αποτελεί ατού για το φιλμ. Η σχέση του Πεπέ με τον ντόπιο αρχηγό της αστυνομίας είναι επίσης πολύ ιδιαίτερη. Γνωρίζονται πολύ καλά, κάνουν διαρκώς παρέα, πίνουν και συζητάνε, σέβονται ο ένας τον άλλον, αλλά ο αστυνομικός δηλώνει ξεκάθαρα ότι απώτερος σκοπός του είναι να συλλάβει τον φίλο του, βγάζοντάς τον από την Κάσμπα... Τέλος, ολόκληρο το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από αυθεντική αραβική μουσική της εποχής, εκτελεσμένη, φαντάζομαι, από ντόπιους, που επιτείνει την χαρακτηριστική "εξωτική" ατμόσφαιρα.
Αντιλαμβάνεστε ίσως ότι όλα αυτά συνθέτουν μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, που προσωπικά με εντυπωσίασε. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στην ελευθερία (θα το καταλάβετε αν μη τι άλλο από το τέλος), ενώ μιλά για τη νοσταλγία για πράγματα που μοιάζουν οριστικά χαμένα και άπιαστα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία θεωρείται κλασική: Το γαλλικό νουάρ στα καλύτερά του!

Παρασκευή, Ιουλίου 23, 2010

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ BARRY LYNDON


Ξέρω πολλούς που θεωρούν το Barry Lyndon, που γύρισε ο μεγάλος Stanley Kubrick (1928-1999) το 1975 σαν την πιο βαρετή του ταινία. Φταίει μάλλον το ότι είναι ταινία εποχής - είδος που έχει φανατικούς εχθρούς, φταίει η τρίωρη διάρκεια, οι μάλλον αργοί ρυθμοί, ο συχνά αντιπαθητικός ήρωας, με τον οποίο δύσκολα ταυτίζεσαι ή, πιθανόν, ο "άχαρος" 18ος αιώνας στον οποίο διαδρματίζεται. Ωστόσο προσωπικά το θεωρώ σαν ένα από τα παραγνωρισμένα του αριστουργήματα.
Βασισμένη σε μυθιστόρημα του Θάκερέι, η ταινία αφηγείται τη ζωή ενός ιρλανδού τυχοδιώκτη, ανήθικου και συναισθηματικά ψυχρού, που μοναδικό στόχο έχει την είσοδό του στην υψηλή κοινωνία και την απόκτηση πλούτου. Η ίδια έλλειψη ηθικής όμως που τον κάνει να πετύχει τον στόχο του, γίνεται αιτία και για την πτώση του. Χωρισμένο σε δύο μέρη (την "άνοδο" και την "πτώση"), με αφήγηση off η οποία παραπέμπει σε γλώσσα και αφηγηματικό ύφος στα μυθιστορήματα της εποχής, αποτελεί μια πλατειά τοιχογραφία της Ευρώπης του 17ου αιώνα. Ως εκ τούτου, είναι λογικό αρκετοί να δηλώσουν "δεν με ενδιαφέρει".
Αυτό όμως που κάνει την ταινία εκπληκτική για μένα είναι κυρίως η απίστευτη εικαστικότητά της. Στον τομέα αυτόν ο Kubrick δημιουργεί ίσως το αριστούργημά του. Τα πλάνα συναγωνίζονται σε ομορφιά το ένα το άλλο, οι εικόνες τής ακόμα ανέγγιχτης ως επί το πλείστον φύσης σου κόβουν την ανάσα, τα εσωτερικά το ίδιο. Συνειδητά τα πλάνα παραπέμπουν σε πίνακες μεγάλων ζωγράφων της εποχής (ο Χόγκαρθ και ο Βατό και αρκετοί τοπιογράφοι είναι κάποιοι από αυτούς που μου έρχονται στο νου). Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο σκηνοθέτης κατέφυγε στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας της εποχής για να φωτογραφίσει τα εσωτερικά του μόνο με φυσικό φως κεριών στα νυχτερινά πλάνα ή φως μέρας που μπαίνει από τα παράθυρα στα ημερήσια. Δίνει έτσι μια ανεπανάληπτη ποιότητα στην εικόνα και, συγχρόνως, μας δίνει μια ιδέα για το τι ακριβώς έβλεπαν οι άνθρωποι πριν την καθιέρωση του τεχνητού φωτισμού. Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς ίσως αυτοί δεν είναι επαρκείς λόγοι, εμένα όμως με καθήλωσαν πραγματικά. Ελάχιστες φορές ο κινηματογραφικός φακός έχει συλλάβει τόση ομορφιά. Επίσης είναι σαφές ότι ο μάλλον όχι σπουδαίος σε συνολική προσφορά Ράιαν Ο'Νιλ ερμηνεύει εδώ τον ρόλο της ζωής του.
Το φιλμ διαθέτει τη συμμετρία που τόσο αγαπά ο Kubrick (θυμηθείτε τη δομή του "Κουρδιστού Πορτοκαλιού" ή του "Μάτια ερμητικά Κλειστά"), με άνοδο στο πρώτο μισό, κορύφωση και "συμμετρική" πτώση στο δεύτερο. Νοηματικά, ίσως πρόκειται για μια καταδίκη της έλλειψης ηθικής, του ανθρώπου - ψυχρού υπολογιστή, της έλλειψης συναισθημάτων. Ο ίδιος ο Kubrick, μιμούμενος ίσως τον χαρακτήρα του ήρωα, κινηματογραφεί με ψυχρό, αποστασιοποιημένο τρόπο, στον οποίο συντελεί τόσο η τελειότητα της εικόνας όσο και η επιτηδευμένη αφήγηση και η ηθελημένη λογοτεχνικότητα. Σας είπα: Ίσως κάτι που προσωπικά μ' αρέσει πολύ κουράσει αρκετούς. Νομίζω όμως ότι κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στην τόση ομορφιά της εικόνας.

Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2010

Η ΑΓΕΡΑΣΤΗ ΦΡΕΣΚΑΔΑ ΤΗΣ "ΣΑΜΠΡΙΝΑ"


Νομίζω ότι το 1954 γυρίζεται μια αρχετυπική ταινία για ένα είδος: Αυτό της ρομαντικής κομεντί. Μιλώ για τη "Σαμπρίνα" του εξαίρετου Billy Wilder (1906-2002), του οποίου η υπογραφή είναι σφραγίδα άλλοτε για απόλυτη διασκέδαση κι άλλοτε για πικρόταη, ασυνήθιστη για τα χολιγουντιανά δεδομένα, κριτική και στην οποία "Σαμπρίνα" η Όντρεϊ Χέπμπορν λάμπει για μια ακόμα φορά και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ ερμηνεύει έναν μάλλον ασυνήθιστο ρόλο για την καριέρα του, μακριά από τον "σκληρό τύπο" που έχουμε συνηθίσει.
Η "Σαμπρίνα" διαθέτει σε άψογες δόσεις ρομαντισμό και χιούμορ και μπορεί να σε κάνει μέχρι σήμερα να χαμογελάς και να ονειρεύεσαι. Αφέλειες; Αρκετές. Παραμύθι; Ίσως. Διότι πόσες φορές έχετε δει να συμβαίνει στην πραγματικότητα ο μύθος της Σταχτοπούτας; Είναι όμως τόση η κομψότητα του Wilder (και της Χέπμπορν φυσικά), τόσο τέλειες οι δόσεις που λέγαμε πριν, ώστε νομίζω ότι είναι δύσκολο να βγει θεατής δίχως ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά. Κι ο Wilder, όπως συχνότατα κάνει, "τη λέει" κιόλας με πλάγιο τρόπο, μέσα σ' όλο αυτό το χαριτωμένο περιτύλιγμα, στο σκληρό και άκαρδο καπιταλισμό, που σκέφτεται μόνο το κέρδος και τις μπίζνες ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Πριν φτάσετε όμως μέχρι εκεί, έχετε τόσο διασκεδάσει (ή μαγευτεί σε κάμποσες περιπτώσεις), που μάλλον θα αργήσετε να τα σκεφτείτε όλα αυτά. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν μη τι άλλο, θεωρώ τη διασκέδαση δεδομένη.
Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι μπορεί να σιχαίνεστε το είδος της ρομαντικής κομεντί. Δεκτό και σεβαστό. Προσέξτε όμως: Πρόκειται για είδος που τις λίγες τελευταίες δεκαετίες έχει κακοποιηθεί όσο ελάχιστα άλλα από (αμερικάνικες φυσικά) επιεικώς ηλίθιες ταινίες. Αν αυτό είναι το κριτήριό σας και ο λόγος που το αντιπαθείτε, ξεχάστε το. Τα εξαιρετικά δείγματα του είδους βρίσκονται πολύ, πολύ πίσω στη χολιγουντιανή ιστορία. Και η "Σαμπρίνα" είναι αναμφισβήτητα ένα από αυτά.
ΥΓ: Και επειδή βρισκόμαστε στη δεκαετία του 50, βλέπεουμε για μια ακόμα φορά τον αφελή μάλλον θαυμασμό των αμερικάνων για το Παρίσι, που, παρά το ότι σίγουρα έχει ξεθωριάσει, διατηρείται κάπως ακόμα και στις μέρες μας. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε το φιλμ και υπό τη σκοπιά του αισθήματος κατωτερότητας που ένοιωθαν και ως ένα βαθμό νοιώθουν ακόμα οι αμερικάνοι για την Ευρώπη (και ιδιαίτερα το Παρίσι, που τότε ήταν ακόμα το κέντρο της). Ίσως επειδή αντιλαμβάνονται την έλλειψη βάθους της κουλτούρας τους, ίσως επειδή νοιώθουν μειονεκτικά για τη μάλλον σύντομη ιστορία τους, ίσως για άλλους λόγους... Δεν ξέρω. Αλλά αυτός ο αφελής θαυμασμός σίγουρα υπάρχει, ανάμικτος πολλές φορές με κάποιο φόβο και σκανδαλισμό για τα ήθη της γηραιάς ηπείρου. Γι' αυτό και το Παρίσι είναι αυτό που μεταμορφώνει στο φιλμ το δειλό και άβγαλτο κοριτσάκι, στο οποίο κανείς δεν δίνει σημασία, σε κυριολεκτικά περιζήτητη γυναίκα, με πλήθος ανδρών να λειώνουν στα πόδια της.

Πέμπτη, Ιουλίου 15, 2010

Η "ΑΤΑΛΑΝΤΗ" ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ


Ο Jean Vigo (1905-1934) υπήρξε ένας πολλά υποσχόμενος γάλλος δημιουργός της πρωτοπορίας, που δυστυχώς πέθανε μόλις 29 ετών. Το έργο που πρόλαβε να αφήσει (3 μικρές και μια μεγάλου μήκους ταινία) είναι πολύ διαφορετικό: Από μια σουρεαλιστική, πειραματική ταινία στα χνάρια του "Ανδαλουσιανού Σκύλου" μέχρι ένα ντοκιμαντέρ για τη Νίκαια. Η "Αταλάντη" του 1934 είναι η μοναδική μεγάλου μήκους του και η τελευταία του, αφού πέθανε από φυματίωση λίγο μετά την ολοκλήρωσή της.
Πρόκειται για το μόνο φιλμ του με "κανονική" ιστορία. Για έναν έρωτα, που καταλήγει σε γάμο, του καπετάνιου ενός ποταμόπλοιου, της "Αταλάντης", που διασχίζει τη Γαλλία και μιας γυναίκας από χωριό, που ποθεί να φύγει απ' αυτό και να γνωρίσει τις μεγάλες πόλεις και τον έρωτα. Και του πληρώματός του, ενός παράξενου γέρου πρώην θαλασσόλυκου και ενός παιδιού. Βασικά αφηγείται τα σκαμπανεβάσματα στις σχέσεις του ζευγαριού, την φυγή της γυναίκας, την αναζήτησή της από τον απελπισμένο σύζυγο και τον γέρο...
Αυτό που εκπλήσσει μέχρι σήμερα, παρά τη σεναριακή απλότητα, στο ασπρόμαυρο και με σχετικά λίγους διαλόγους αυτό φιλμ είναι η φρεσκάδα της σκηνοθετικής ματιάς. Ανάμεσα στο ρεαλισμό και την ποιητικότητα, την καταγραφή των σχέσεων του ζευγαριού και τις ονειρικές εικόνες, τη σκληρή πραγματικότητα και τον ρομαντικό έρωτα, η ταινία παραμένει μια από τις αγαπημένες πολλών σύγχρονων μεγάλων δημιουργών. Με σεναριακά κενά ίσως, με παράδοξο τρόπο αφήγησης, με χρονικά άλματα, κερδίζει ωστόσο τον θεατή με την ομορφιά των εικόνων της. Και ταυτόχρονα, αποτελεί ίσως ένα από τα πρώτα (αν όχι το πρώτο) road movie, έστω και με ποταμόπλοιο. Και περιέχει και κάποιες σκηνές σχεδόν αυτοερωτισμού, καθώς το ζευγάρι έχει χωρίσει, αλλά εξακολουθεί να ονειρεύεται ο ένας την άλλη, που ενώ σήμερα θα περάσουν μάλλον απαρατήρητες, στη μακρυνή εποχή τους υπήρξαν εξαιρετικά τολμηρές. Ίσως η ταινία να θέλει να μας μιλήσει για το ρομαντικό ξεκίνημα, τα όνειρα στην αρχή μιας νέας ζωής και την απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, ίσως πάλι να θέλει απλώς να μας αφηγηθεί μια κατά βάθος ρομαντική ιστορία - διανθισμένη με τον απίθανο χαρακτήρα του γέρου ναυτικού. Όπως και να το κάνουμε πάντως παραμένει όμορφη.
Φυσικά απευθύνεται σε σινεφίλ κοινό και σε όσους ψάχνουν σε βάθος την ιστορία του σινεμά. Οι υπόλοιποι μάλλον θα κουραστούν από ένα κομψοτέχνημα κινηματογραφικής ιστορίας. Όσοι νομίζουν ότι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία ας σπεύσουν.

Τρίτη, Ιουλίου 13, 2010

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΓΕΡΑΚΙΑ ΚΑΙ ΛΥΚΟΥΣ


Ο Richard Donner ήταν πάντοτε ένας εμπορικός σκηνοθέτης με επιτυχίες κυρίως στα 80ς. Το "Ladyhawke" που γύρισε το 1985 είναι ένα γλυκό και, σε κάποια σημεία, συγκινητικό παραμύθι, που διαθέτει κάμποσα από τα κλισέ του είδους, δεν το λες όμως και απόλυτα κακό. Και μόνο οι ηθοποιοί αρκούν για να τραβήξουν το θεατή (ή εμένα τουλάχιστον): Μια υπέροχη Μισέλ Φάιφερ στις μεγάλες ομορφιές της και ο καλτ (και δυστυχώς πρόωρα εξαφανισμένος) Ρούντγκερ Χάουαρντ, ενώ από κοντά και ο πιτσιρικάς σταρ της εποχής Μάθιου Μπρόντερικ.
Η κατάρας που πέφτει σε ένα απεγνωσμένα ερωτευμένο ζευγάρι είναι απόλυτα σατανική στη σύλληψή της, ώστε να προκαλέσει τον μεγαλύτερο δυνατό πόνο (εσωτερικό εννοώ) στους ερωτευμένους (ας μην σας την αποκαλύψω, αφού αποτελεί μία από τις αποκαλύψεις κάπου στο ένα τρίτο της ταινίας). Όλα αυτά σε έναν μεσαίωνα με ξόρκια, μαγεία και τα άλλα συναφή που περιμένει κανείς, και, φυσικά, με καλούς και κακούς. Ο πολύ κακός εδώ μάλιστα συμβαίνει να είναι επίσκοπος.
Αρκετά καλογυρισμένο φιλμ, δεν βασίζεται στα εφφέ, αλλά στα όσα συμβαίνουν. Το είδα με σχετικό ενδιαφέρον (χωρίς να το θεωρώ και τίποτα πολύ σπουδαίο), αλλά, όπως έγραψα στην αρχή, τα κλισέ - πέραν των καλών και των πολύ κακών - βάρυναν αρκετά την ατμόσφαιρα: Απίθανες συμπτώσεις, κυρίως στο timing (όλα συμβαίνουν το κατάλληλο ακριβώς δευτερόλεπτο και με τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν), όλοι οι καλοί είναι ηρωικοί και με απίθανες ικανότητες κλπ. κλπ.
Τέλος πάντων, αν αυτά θεωρηθούν συμβάσεις μιας ταινίας του είδους, μένει ένα ευχάριστο παραμύθι με πολύ ρομαντισμό (μπορεί να σς ξεφύγει κατά λάθος και κανένα δάκρυ) που μάλλον βλέπεται ευχάριστα παρά τα χρόνια που έχουν περάσει. Αλλά είπαμε: Μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά.

Δευτέρα, Ιουλίου 12, 2010

ΟΙ ΛΥΚΟΙ, Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ


Η δεύτερη ταινία του Neil Jordan γυρίστηκε το 1984 και λεγόταν "Η Παρέα των Λύκων". Και ήταν πραγματικά εκτυφλωτική. Σίγουρα μία από τις καλύτερές του και μια από τις εντυπωσιακότερες των 80ς. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω απο την αρχή είναι ότι το φιλμ αυτό δεν έχει ένα κλασικό σενάριο, δεν διαθέτει μια δομημένη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος όπως θα λέγαμε. Τι ακριβώς είναι όμως η ταινία;
Ο Jordan παίρνει όλες σχεδόν τις ιστορίες που έχετε ακούσει για λύκους: Στα παραμύθια, στους θρύλους, στις ταινίες τρόμου, στις λαϊκές δοξασίες, και κάνει ένα κολάζ απ' όλα αυτά. Η Κοκκινοσκουφίτσα δένει με ιστορίες τρόμου για λυκάνθρωπους, τα παραμύθια της γιαγιάς με μεσαιωνικούς θρύλους για κατάρες και κορίτσια που χάθηκαν στο δάσος... Και ταυτόχρονα η παιδικότητα, το παραμύθι, η αθωότητα, "παντρεύονται" με τον τρόμο, τη σεξουαλικότητα ή, αν προτιμάτε, με τον τρόμο της σεξουαλικότητας, ενώ οι ονειρικές σκηνές που παραπέμπουν στην παιδική ηλικία ακολουθούνται από σκηνές τρόμου, ακόμα και σπλάτερ. Η δομή που ακολουθείται από το σκηνοθέτη είναι αυτή της "ιστορίας μέσα στην ιστορία μέσα στην ιστορία".
Υπάρχει σαν κεντρικό πρόσωπο μια γιαγιά που αφηγείται ιστορίες με άντρες και λύκους (που συχνά ταυτίζονται) στην έφηβη εγγονή της, που είναι έτοιμη να υποδεχτεί την αφύπνηση της σεξουαλικότητάς της (γι' αυτό άλλωστε ο άντρας ταυτίζεται με τον λύκο και ο πόθος με τον τρόμο). Ο χρόνος πισωγυρίζει ανάμεσα στον 20ό αιώνα και τον μεσαίωνα, με τους ίδιους ηθοποιούς να ερμηνεύουν παρόμοιους ρόλους και στις δύο εποχές. Και βέβαια, πάνω απ' όλα αυτά δεσπόζει η φιγούρα του λύκου (του κακού λύκου ή του ποθητού λύκου ή και τα δύο) και η απόλυτη συγχώνευση των δύο, ο λυκάνθρωπος (αλλά και η λυκανθρωπίνα σε μία περίπτωση). Τα ένστικτα παλεύουν με τον καθωσπρεπισμό, το "ζώο μέσα μας" πασχίζει να απελευθερωθεί από τον πολιτισμό και όσα αυτός επιβάλλει. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, θύτες και θύματα. Όλοι είναι λίγο απ' όλα.
Αυτό που καθηλώνει στην ταινία είναι η πανέμορφη, ατμοσφαιρική εικόνα της. Υπέροχη φωτογραφία, θαυμάσιες εικόνες, που ενίοτε συνδυάζουν εικαστική ομορφιά και φρίκη, γλυκειά παιδικότητα και τρόμο. Πρόκειται νομίζω για μια από τις εικαστικότερες ταινίες που έγιναν ποτέ. Και, σας προειδοποιώ, μην ξεγελαστείτε από την ομορφιά. Υπάρχουν αρκετές εφιαλτικές σκηνές και εντυπωσιακές (και αιμοσταγείς) μεταμορφώσεις. Από την άλλη, σπάνια ταινία είναι τόσο γεμάτη (φορτωμένη ίσως) από σύμβολα. Σε σχεδόν κάθε καρέ ο Φρόιντ κλείνει πονηρά το μάτι στον θεατή και τα αντικείμενα ζητούν αποκρυπτογράφηση...
Αφού χωνέψετε το τρομακτικό στοιχείο, ξεχάστε την έλλειψη γραμμικής αφήγησης και ολοκληρωμένης ιστορίας (είπαμε, πρόκειται για κολλάζ μύθων) και απολαύστε μια από τις ομορφότερες και πιο πρωτότυπες ταινίες (για μένα τουλάχιστον) των 80ς. Θα καταλήξω με την ίδια φράση που τέλειωνα και το ποστ για το "Παιχνίδι των Λυγμών": Κρίμα που ο Jordan έχει τόσα χρόνια να κάνει καλή ταινία...

Κυριακή, Ιουλίου 11, 2010

M FOR MURDER ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


To 1954 o Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει μια από τις τυπικές αστυνομικές του ταινίες: Το "Dial M for Murder" ("Καλέστε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως" ελληνικά). Το συγκεκριμένο, θεατρικής προέλευσης, φιλμ ανήκει στην κατηγορία των "αστυνομικών δωματίου", αφού διαδραματίζεται κυρίως σε κλειστούς χώρους (σε ένα διαμέρισμα ουσιαστικά) και είναι απ' αυτά που γνωρίζουμε από την αρχή τον δολοφόνο και το ζητούμενο είναι αν το έγκλημα που σχεδιάζει είναι "τέλειο" ή όχι: Ένας σύζυγος αναθέτει, εκβιάζοντάς τον, σε ένα όχι και τόσο καθαρό τύπο να δολοφονήσει τη γυναίκα του που τον απατά. Όλα είναι τέλεια σχεδιασμένα. Μπορεί όμως κάτι να πάει στραβά;
Συνολικά δεν θεωρώ την ταινία από τα αριστουργήματα του Hitchcock, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν βλέπεται ευχάριστα και, πολύ περισσότερο, ότι δεν διαθέτει πολλά από τα χιτσκοκικά χαρακτηριστικά: Το σασπένς κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος, το θέμα της ανάθεσης ενός φόνου (της ευθύνης γενικότερα) σε κάποιον άλλον βρίσκεται εδώ (έχει αναπτυχθεί πολύ καλύτερα κατά τη γνώμη μου στον αγαπημένο μου "Άγνωστο του Εξπρές"), η προτίμησή του στις ξανθιές (κυρίως θύματα, αλλά όχι πάντα) είναι καθαρή - εδώ έχουμε και πάλι την πολύ όμορφη Γκρέις Κέλι - και ο ίδιος κάνει την παραδοσιακή του εμφάνιση σε μία... φωτογραφία, κλείνοντας πονηρά για μια ακόμα φορά το μάτι στο θεατή.
Βασισμένο κυρίως σε μικρές λεπτομέρειες που χτίζουν την ιστορία (και κάποιες στιγμές την κάνουν και αρκετά πολύπλοκη), με αναπάντεχο γύρισμα κάπου μετά τα δύο τρίτα, καταφέρνει για μια ακόμα φορά να κάνει αυτό που ο Χίτσκοκ ξέρει καλύτερα από κάθε άλλο: Να κρατήσει τον θεατή. Τελικά νομίζω ότι στην περίπτωση του μεγάλου αυτού δημιουργού η διασκέδασή μας, όσα χρόνια κι αν περάσουν, παραμένει εγγυημένη. Τι σημασία έχει λοιπόν το ότι δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του ταινίες; Πιστεύω ότι θα περάσετε πολύ καλά.

Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010

ΟΤΑΝ ΟΙ MONTY PYTHON "ΑΣΕΛΓΟΥΣΑΝ" ΣΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ


Πρέπει να είμαι σαφής από την αρχή: Όσα θα γράψω για το θρυλικό "Monty Python and the Holy Grail" του 1975 (με έναν από τους χειρότερους ελληνικούς τίτλους ever, τον ανεκδιήγητο "Το Αδελφάτο των Ιπποτών της Ελεεινής Τραπέζης" !!!), δεν μπορεί να είναι παρά καθαρά υποκειμενικό. Κι αυτό διότι η ταινία αυτή καθόρισε κατά πολύ, όταν την πρωτοείδα, το χιούμορ μου, ίσως και τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να διαφωνήσει ελεύθερα σε οποιοδήποτε επίπεδο επιθυμεί. Όταν λοιπόν παίχτηκε στην Ελλάδα το φιλμ αυτό, αρκετά μετά τη χρονιά που γυρίστηκε, έσκασε κυριολεκτικά σαν κεραυνός εν αιθρία. Τότε αγνοούσαμε την ύπαρξη της πιο αστείας κωμικής ομάδας που έγινε ποτέ (προσωπική άποψη), παρά το ότι είχε στην πλάτη της κοντά 5 χρόνια αριστουργηματικής τηλεοπτικής παραγωγής με το αξεπέραστο Flying Circus. Δεν υπήρχε διαδίκτυο, βλέπετε, ούτε dvd και μια ξένη τηλεοπτική σειρά ήταν, πολύ απλά, αδύνατο να τη δει κάποιος που δεν έμενε στη χώρα που παιζόταν. Το Holy Grail πάντως ήταν η πρώτη από τις 3 ταινίες που θα γύριζε η ομάδα και σκηνοθέτες του ήταν οι δύο από τους 6 Python, οι Terry Gilliam και Terry Jones.
Ξαφνικά λοιπόν, από το πουθενά κυριολεκτικά, ήρθα αντιμέτωπος με ένα είδος χιούμορ που πραγματικά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχε. Ήταν πέρα για πέρα σουρεαλιστικό και παράλογο, απίστευτα βλάσφημο και δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα, και απόλυτα, μα απόλυτα ξεκαρδιστικό (για τα δικά μου δεδομένα τουλάχιστον). Κάτι καινούριο εμφανιζόταν στον ορίζοντα για μένα.
Για την ιστορία, η ταινία είναι μια πέρα για πέρα ανατρεπτική παρωδία του κύκλου των επών του Βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Για τους Άγγλους οι μύθοι αυτοί είναι ό,τι είναι για μας η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, ας πούμε. Κι ίσως ακομα πιο σοβαροί, αφού μιλάνε ουσιαστικά για τη γέννηση του βρετανικού έθνους και τη συγκρότησή του σε κράτος. Οπότε το να παρωδείς μέχρι τελικής πτώσης κάτι τέτοιο, είναι ήδη αρκετά τολμηρό (τόλμη που συνέχισαν ακόμα πιο "άγρια" με το Life of Brian, όπου παρωδούσαν τη ζωή του Χριστού). Και διαθέτει όλο το οπλοστάσιο της ανεπανάληπτης ομάδας: Συνειδητούς αναχρονισμούς και αναφορές στη σύγχρονη εποχή, ατάκες και φάσεις από τις πιο αστείες που έγιναν ποτέ, συχνές διακοπές από κινούμενα σχέδια, πέρα για πέρα παράλογες καταστάσεις και το πιο ανατρεπτικό τέλος που έγινε ποτέ, με καυστικότατο σχόλιο για την... αστυνομία (όχι, πέστε μου, ποιοι άλλοι θα τολμούσαν να τελειώσουν μια ταινία με έναν τρόπο σαν αυτό που θα δείτε, πάνω στο κρισιμότερο σημείο, αδιαφορώντας πλήρως για την... "ψυχική υγεία" των θεατών;) Φυσικά για όσους γνώριζαν το τηλεοπτικό Flying Circus, το είδος αυτό του χιούμορ ήταν γνώριμο. Για μας τους "παρθένους" όμως;
Δεν θα αναφέρω εδώ μεμονωμένες φάσεις από το φιλμ, αφού διαθέτει πάμπολλες και εξαιρετικά αστείες. Επίσης δέχομαι ότι πιθανόν το "Life of Brian" είναι ακόμα πιο αστείο. Ωστόσο, σας το είπα στην αρχή, το post αυτό είναι υποκειμενικότερο από τα άλλα, αφού αυτή είναι η αγαπημένη μου ταινία της ομάδας. Επειδή άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο γελούσα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν γελάνε όλοι με το χιούμορ των Python. Μερικοί, όπως εγώ, είναι φανατικοί, αλλά κάποιοι άλλοι το βρίσκουν πολύ "ξένο" και ασυνήθιστο. Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι' αυτό. Εννοείται όμως ότι για όσους είναι φίλοι αυτού του τόσο ιδιόρυθμου χιούμορ, η ταινία είναι κάτι περισσότερο από must.

Πέμπτη, Ιουλίου 08, 2010

"Ο ΠΑΙΚΤΗΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ


"Ο Παίκτης" (The Player) που γύρισε ο Robert Altman (1925-2006) το 1992, είναι για μένα μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις καλύτερες των 90ς γενικότερα, ενώ συγχρόνως αποτελεί και ένα κινηματογραφικό παράδοξο. Ποτέ κάποιος αμερικάνος, και μάλιστα αρκετές φορές χολιγουντιανός σκηνοθέτης, δεν έκανε μια τόσο άμεση, σαρκαστική επίθεση στο ίδιο το Χόλιγουντ και την κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Altman δεν αφήνει κυριολεκτικά τίποτα όρθιο στην ταινία του. Κι όταν τελειώσει, το μόνο που μένει στο θεατή είναι μια γεύση αηδίας για τις αληθινές συνθήκες σ' αυτόν τον ηθικό βόθρο που λέγεται Χόλιγουντ (και μη παρεξηγείτε τα λεγόμενά μου. Το ότι είναι βόθρος, δεν σημαίνει ότι παύουμε να αγαπάμε αρκετά από τα προϊόντα του).
Όλα αυτά τα κάνει ο Altman χρησιμοποιώντας και αρκετό χιούμορ, οπότε μη νομίσετε ότι το φιλμ είναι μια σοβαροφανής, στυγνή καταγγελία. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Ο ήρωάς του, ο Τιμ Ρόμπινς, είναι αυτός που αποφασίζει ποιες ταινίες θα γυρίσει και ποιες όχι η μεγάλη κινηματογραφική εταιρία στην οποία είναι σούπερ στέλεχος. Ακούει λοιπόν καθημερινά δεκάδες υποψήφια σενάρια και αποφασίζει, πάντοτε φυσικά με μοναδικό γνώμονα το αν το φιλμ θα φέρει κέρδος ή όχι και πάντοτε ακολουθώντας δοκιμασμένες συνταγές. Φυσικά πολλοί τον μισούν, αφού απορρίπτει πλήθος σεναρίων. Κι όταν κάποιος αρχίζει να τον απειλεί, το πανηγύρι αρχίζει.
Ο ήρωάς του Altman είναι ένα αληθινό κάθαρμα. Ένας γλοιώδης, υποκριτικός γιάπης, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα. Ένας καρχαρίας ανάμεσα σε καρχαρίες, αφού και τα κάθε λογής πισώπλατα μαχαιρώματα μεταξύ high συναδέλφων κάθε άλλο παρά λείπουν. Κάποτε θα φτάσει μέχρι το έγκλημα. Από εκεί και πέρα, σε μια από τις καυστικότερες ματιές που έριξε ποτέ σκηνοθέτης στην αμερικάνικη κοινωνία, SPOILER SPOILER θα παρακολουθήσουμε όλες τις συγκυρίες που συντελούν στο να μείνει ατιμώρητος κι όλα θα τελειώσουν με ένα εμφανέστατα ειρωνικό χάπι εντ. Ποτέ πριν, νομίζω, ένα χάπι εντ δεν αποτέλεσε τόσο γροθιά στα μούτρα του συστήματος ΤΕΛΟΣ SPOILER. Και, ταυτόχρονα, η ταινία είναι μια καυστικότατη ματιά στον κόσμο και τη νοοτροπία των γιάπηδων εν γένει.
Το άλλο στοιχείο, που κάνει το φιλμ απόλυτα cult, είναι οι δεκάδες (πολλές δεκάδες) σούπερ σταρ, σκηνοθέτες και άλλοι παράγοντες του Χόλιγουντ που κάνουν σύντομα περάσματα, μερικές φορές απλώς φαίνονται στο πλάνο, παίζοντας τον εαυτό τους. Η Τζούλια Ρόμπερτς είναι η Τζούλια Ρόμπερτς, ο Μπρους Γουίλις ο Μπρους Γουίλις κλπ. Αξίζει τον κόπο να δείτε δεύτερη φορά το φιλμ, σταματώντας όπου υπάρχουν άνθρωποι εκτός των πρωταγωνιστών στο πλάνο, και να αναγνωρίζετε πρόσωπα. Είναι πραγματικά απίστευτο. Ο Altman ήταν ένα πολύ σεβαστό πρόσωπο - ίσως επειδή παρέμενε πάντοτε με το ένα πόδι ανεξάρτητος - και, προφανώς, όλοι, ακόμα και οι σούπερ σταρς, δέχτηκαν να κάνουν ένα πέρασμα (αφιλοκερδώς υποθέτω). Οι λεκτικές αναφορές σε άλλους τόσους σταρ και σκηνοθέτες είναι επίσης άπειρες, ενώ το πρωτοφανές αυτό όργιο κινηματογραφικών αναφορών συνεχίζεται και σε "δεύτερο πλάνο" με τις αφίσες παλιών χολιγουντιανών επιτυχιών που εμφανίζονται παντού, σχολιάζοντας κατά κάποιον τρόπο με τους τίτλους τους τα δρώμενα. Έτσι η αυτοαναφορικότητα και η κινηματογραφοφιλία γίνονται ο άλλος βασικός άξονας της ταινίας.
Και βέβαια, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα: Μα καλά, δεν αυτοαναιρείται το φιλμ όταν μας δείχνει ένα αληθινά βρώμικο, υποκριτικό, ψεύτικο Χόλιγουντ, που έχει τεράστια σχέση με επενδύσεις, αλλά καμία με τέχνη, τη στιγμή που το ίδιο αυτό Χόλιγουντ επέτρεψε να γυριστεί στους κόλπους του μια τέτοια ταινία, που, κυριολεκτικά, το χέζει πατόκορφα; Αυτό παραμένει και για μένα ένα μυστήριο. Πάντοτε βέβαια η καρδιά της βιομηχανίας του θεάματος άφηνε μικρά παραθυράκια για πολύ τολμηρά (σε διάφορα επίπεδα) φιλμ. Αλλά τόσο πολύ, τόση κοροϊδία στο ίδιο το σύστημα που παράγει τις mainstream ταινίες, τόση κατάδειξη των όσων κρύβονται κάτω από την αστραφτερή επιφάνεια, μάλλον δεν έχει ξαναγίνει. Δεν ξέρω. Ίσως, μια που οι ιθύνοντες εκεί φαίνεται να πιστεύουν ότι πρακτικά η τέχνη είναι ακίνδυνη, να αφήνουν να γυριστούν τέτοιες ταινίες για να μπορούν να λένε μετά :"Κοιτάξτε πόσο δημοκρατικοί είμαστε!"
Τέλος πάντων, όποια κι αν είναι η απάντηση, θεωρώ τον "Παίκτη" αριστούργημα. Όχι μόνο για την ιδιοφυή του ιστορία, όχι μόνο για τον απίστευτο κυνισμό και σαρκασμό του, όχι μόνο για το πανταχού παρόν σινεφίλ, αυτοαναφορικό στοιχείο, αλλά και γιατί παρακολουθείται νομίζω με απόλαυση από την αρχή ως το τέλος. Ε, μετά σε πιάνει και η ακατάσχετη επιθυμία να βάλεις καμιά βόμβα σε κανένα στούντιο...

Τρίτη, Ιουλίου 06, 2010

ΡΗΧΟΙ ΤΑΦΟΙ, ΑΠΥΘΜΕΝΗ ΑΠΛΗΣΤΙΑ


Το 1994 ήταν η χρονιά που γνωρίσαμε τον άγγλο Danny Boyle, που μέχρι τότε έκανε τηλεόραση. Το Shallow Graves ("Μικρά Εγκλήματα μεταξύ Φίλων" στα ελληνικά) ήταν η πρώτη του ταινία. Και μας έκανε αμέσως να ενδιαφερθούμε γι' αυτόν.

Το φιλμ κινείται στη γραμμή που χάραξε πρώτος (νομίζω) ο Χιούστον με τον "Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε". Έχει να κάνει δηλαδή με την ανθρώπινη απληστία και την παράνοια, σε τελική ανάλυση, που προκαλεί το χρήμα. Τρεις νεαροί φίλοι και συγκάτοικοι, δύο άντρες και μία γυναίκα (τίποτα ερωτικό μεταξύ τους), ζουν αρμονικά. Πλάκες, χαρούμενη ατμόσφαιρα, εύθυμη καθημερινότητα. Ώσπου στα χέρια τους πέφτει τυχαία ένας αμύθητος θησαυρός. Από εκεί και πέρα τα πάντα αλλάζουν δραματικά.

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσετε τη δεξιοτεχνία με την οποία ο Boyle αλλάζει σταδιακά την ατμόσφαιρα και το στιλ. Όλα ξεκινάν σαν μια ανάλαφρη αγγλική κωμωδία, είδος που οι βρετανοί γνωρίζουν τόσο καλά. Σιγά - σιγά τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο "βαριά" για να καταλήξουμε σε ένα απόλυτα ζοφερό τελευταίο μέρος, με σκηνές που αγγίζουν τα όρια του σπλάτερ. Η ψυχολογία των ηρώων αλλάζει όσο περνά η ώρα, τη φιλία αντικαθιστά η αμοιβαία καχυποψία, που με τη σειρά της δίνει τη θέση της στην καθαρή παράνοια. Κι όλα αυτά με απόλυτα πειστικό, κατά τη γνώμη μου, τρόπο. Η "τιμή" για να αγοραστεί μια συνείδηση, για να ξεχαστεί κάθε έννοια ηθικής, για να παραμεριστεί κάθε συναίσθημα, είναι φτηνή, μοιάζει να μας λέει στο απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση αυτό δοκίμιο ο σκηνοθέτης. Αρκεί μια βαλίτσα λεφτά και όλα τα άλλα πάνε περίπατο. Αλλά, όπως έγραψα και πιο πάνω, δεν είναι μόνο η ηθική που εξαφανίζεται. Είναι και η καθαρή τρέλα που κυριεύει τους ανθρώπους μπροστά στον πλούτο ή, έστω, την προοπτική του. Όπως ακριβώς και στην αρχετυπική για το θέμα ταινία του Χιούστον που προανέφερα.

Από τα φιλμ που μου είχαν κάνει εξαιρετική εντύπωση στην εποχή τους, ξεγελά τον θεατή με τη χαρούμενη αρχή του για να καταλήξει σε κάτι απόλυτα σκοτεινό και ανατριχιαστικό. Και, όπως απέδειξε η συνέχεια, το πολύ καλό (και πάμφτηνο) αυτό ντεμπούτο του Boyle δεν ήταν καθόλου τυχαίο...

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2010

Η "ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Ο βρετανός σκηνοθέτης David Lean (1908-1991), από τους μεγάλους της χώρας του, γυρίζει τη "Σύντομη Συνάντηση" το 1946. Έκτοτε θεωρείται μια από τις 10 καλύτερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών. Θα συμφωνήσουν άραγε οι σημερινοί εθισμένοι στο Χόλιγουντ και τη συνεχή δράση θεατές; Πολύ φοβάμαι ότι όσοι διαθέτουν βιντεοκλιπάδικη (και μόνο) οπτική δεν θα τα καταφέρουν.
Η ταινία είναι τόσο απλή κι όμως τόσο συγκλονιστική... Ενώ εξωτερικά τίποτα σχεδόν δεν συμβαίνει, οι εσωτερικοί κόσμοι των δύο ηρώων σαρώνονται κυριολεκτικά, κάθε σταθερά τους ανατρέπεται, τα πάντα μέσα τους καταρρέουν. Κι όμως γύρω τους εξακολουθεί να μη συμβαίνει τίποτα. Κανείς άλλος δεν αντιλαμβάνεται το παραμικρό. Αλλά αυτό ακριβώς είναι τελικά, νομίζω, το μεγαλείο της ταινίας: Το πόσο δεξιοτεχνικά, ευαίσθητα, ιδιοφυώς θα έλεγα, καταγράφει ο Lean όλο αυτό το εσωτερικό δράμα, καταφέρνοντας να κάνει χιλιάδες θεατές να φεύγουν συγκλονισμένοι.
Σας είπα ότι πρόκειται για την απλούστερη ιστορία του κόσμου: Ένας άντρας και μια γυναίκα, γιατρός εκείνος, απλή νοικοκυρά η άλλη, παντρεμένοι με παιδιά αμφότεροι, συναντιούνται τυχαία στο μπαρ του σιδηροδρομικού σταθμού που χρησιμοποιούν τακτικά, ερωτεύονται παράφορα, αλλά είναι αδύνατο να προχωρήσουν, να αποκαλύψουν τον έρωτά τους. Ποτέ η συμβατική, κοινότοπη καθημερινότητα δεν δείχτηκε τόσο πνιγηρή, σκληρή, απαγορευτική στην οθόνη. Ποτέ η τυχαία συνάντηση με ένα γνωστό, η καθημερινή ρουτίνα του σπιτιού και της οικογένειας, ένα τυχαίο βλέμμα, δεν υπήρξαν τόσο φριχτά, επικίνδυνα. Ποτέ κάποιες ελάχιστες καθημερινές στιγμές ευτυχίας δεν φάνηκαν τόσο πολύτιμες, σα να περικλείουν μέσα τους την πεμπτουσία των ζωών των δύο ηρώων. Και να φανταστείτε ότι ολόκληρο το φιλμ διαδραματίζεται σε ελάχιστους χώρους (κοινότοπους φυσικά): Στο περίφημο μικρό, ευτελές μπαρ του σταθμού όπου οι ήρωες περιμένουν πάντοτε τις Πέμπτες τα τρένα τους, στο σπίτι της γυναίκας και σε ελάχιστους άλλους.
Φυσικά η όλη ιστορία έχει να κάνει και με το συντηρητισμό και την εν γένει πνιγηρή ατμόσφαιρα της Βρετανίας της εποχής. Πιστεύω όμως ότι ξεπερνά κατά πολύ τις χωροχρονικές αυτές συντεταγμένες και γίνεται μια παγκόσμια και διαχρονική ιστορία, μια μελέτη του θριάμβου του "πρέπει" πάνω στο "θέλω", του καθωσπρεπισμού και του κοινωνικού περίγυρου πάνω στις ατομικές επιθυμίες. Θα μποορούσα να θεωρήσω μακρινό απόγονο της ταινίας το θαυμάσιο "In the Mood for Love" του Γουανγκ Καρ-Βάι, που, με εντελώς διαφορετική αισθητική, πραγματεύεται επίσης το θέμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Κι έπειτα, σκέφτεσαι πόσο αληθινό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο ακόμα και στη σύγχρονη, σαφώς πιο απελευθερωμένη εποχή, και τότε παγώνεις…
Μικρές λεπτομέρειες, απίστευτη ευαισθησία, μικρά γεγονότα αδιάφορα για τους πάντες εκτός από τους δύο πρωταγωνιστές, συνθέτουν όντως μια κλασική ταινία του παγκόσμιου σινεμά. Προσωπικά με άγγιξε απόλυτα. Είμαι όμως περίεργος για το αν μπορεί να επιδράσει τόσο στην πλειοψηφία των σημερινών θεατών.

Σάββατο, Ιουλίου 03, 2010

Ο WOODY ALLEN ΩΣ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ


Βρισκόμαστε στα 1969 όταν το παγκόσμιο σινεμά γνωρίζει τον Woody Allen και το ιδιοφυές χιούμορ του (είχε προηγηθεί άλλη μια ιδιόρυθμη ταινία, αλλά μάλλον είχε περάσει απαρατήρητη). Μιλάμε για το "Take the Money and Run" (άσχετος ελληνικός τίτλος "Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία"). Στην πρώτη του ουσιαστικά προσπάθεια ο Allen χρησιμοποιεί το ίδιο εύρημα στο οποίο βάσισε, χρόνια μετά, το αριστουργηματικό Zelig: Αυτό του ψευδοντοκιμαντέρ. Έτσι παρακολουθούμε, ως ντοκιμαντέρ τάχα, τη ζωή του Βίρτζιλ (που ερμηνεύει φυσικά ο ίδιος ο Allen), ενός "γεννημένου" κακοποιού, του οποίου η εγκληματική δραστηριότητα ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια και σ' όλη του τη ζωή μπαινοβγαίνει στις φυλακές, παρά το ότι στο μεταξύ έχει ερωτευτεί και έχει αποκτήσει οικογένεια.
Φυσικά ο Βέρτζιλ είναι κυριολεκτικά ληστής για κλάματα. Οι περισότερες απόπειρές του αποτυγχάνουν (και ληστείας και απόδρασης) και, εννοείται, για σωφρονισμό ούτε λόγος. Παρ' όλα αυτά πάντως καταφέρνει να πραγματοποιήσει το όνειρό του: Να μπει στο Top 10 των πλέον καταζητούμενων των ΗΠΑ. Οι ξεκαρδιστικές φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ το πανέξυπνο, εγκεφαλικό, αλλά και σουρεαλιστικό χιούμορ έχει την τιμητική του. Κι όλα αυτά, όπως είπαμε, με τη μορφή ντοκιμαντέρ. Φωνή off που αφηγείται τα γεγονότα, διακοπή της ροής για συνεντεύξεις από ανθρώπους που τον γνώρισαν (οι πιο αστείες από τους γονείς του, που εμφανίζονται πάντοτε μεταμφιεσμένοι σε... Γκράουτσο Μαρξ γιατί ντρέπονται να δείξουν τα πρόσωπά τους, αφού ο γιος τους τους έχει κάνει ρεζίλι), ασπρόμαυρες σκηνές κλπ. Ταυτόχρονα απολαμβάνουμε την παρωδία διαφόρων κινηματογραφικών ειδών (γκανγκστερικών, αστυνομικών, ταινιών φυλακής κλπ.).
Από την αρχή λοιπόν ο Woody Allen έδειξε το εξαιρετικό του ταλέντο. Η συνέχεια, ως γνωστόν, θα τον ανεδείκνυε ως ένα από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες διεθνώς. Το "Take the Money and Run" πάντως παραμένει κατά τη γνώμη μου μια από τις χαρακτηριστικότερες καθαρά κωμικές στιγμές του.

Παρασκευή, Ιουλίου 02, 2010

ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ

Θα έχετε ίσως προσέξει ότι οι περισσότερες από τις ταινίες για τις οποίες γράφω τελευταία είναι παλιές και, επί πλέον, μου αρέσουν από αρκετά έως πάρα πολύ. Δεν είναι τυχαίο και όχι, δεν έγινα ξαφνικά καλός με όλους. Απλώς περνάω μια φάση (καλοκαίρι βλέπετε) που κάνω επαναλήψεις αγαπημένων ταινιών που έχω να δω πάνω από δέκα χρόνια και θυμάμαι λίγα πράγματα απ' αυτές. Θυμάμαι όμως καλά ότι μου είχαν αρέσει σίγουρα. Έτσι θα σας κουράσω για κάμποσο ακόμα με παλιά favorites, πράγμα που θα γίνει ακόμα χειρότερο αν οι καινούριες ταινίες που βγαίνουν στα σινεμά είναι του ύψους της "Έκλειψης", των "Kings of Myconos" ή της... "Τριχωτής επίθεσης" (αλήθεια, βγήκε και τέτοιο!!!)

ΤΖΟ Ο ΛΕΜΟΝΑΔΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ


Εποχή υπαρκτού σοσιαλισμού. Το 1953 ο Στάλιν πεθαίνει και κάποιες από τις χώρες - δορυφόρους της Σοβιετικής Ένωσης αρχίζουν να αναπνέουν πιο ελεύθερα. Φυσικά αυτό αποτυπώνεται απόλυτα και στον κινηματογράφο τους. Η Τσεχοσλοβακία είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Από το 1963 περίπου αρχίζει να πνέει εκεί ένας άνεμος ελευθερίας, το σινεμά δίνει όλο και πιο τολμηρά δείγματα, μίλια μακριά από τον κρατικά επιβεβλημένο σοσιαλιστικό ρεαλισμό και όλοι μιλάνε για το "τσέχικο νέο κύμα". Αυτά μέχρι την Άνοιξη της Πράγας και τη σοβιετική επέμβαση (με τανκς, όπως χούντα) του 1968. Ακολουθεί μαρασμός, διώξεις, απαγορεύσεις ταινιών, φυγή διάσημων δημιουργών του νέου κύματος, όπως ο Μίλος Φόρμαν, στη δύση. Τέλος εποχής.
Μέχρι σήμερα όμως παραμένουν κάμποσα θαυμάσια δείγματα των 5-6 αυτών χρόνων. Από τα πιο γνωστά ο "Τζο ο Λεμονάδας" (Limonadovy Joe, 1964) του Oldrich Lipský (1924-1986). Άνελέητη παρωδία γουέστερν, με λίγους διαλόγους, βασίζεται ουσιαστικά στην εικόνα, στα γκαγκς και στα... τραγούδια που συχνά συνεχίζουν με μουσικό τρόπο την αφήγηση. Βλέποντάς το σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω τη φρεσκάδα του, που νομίζω ότι κρατά ακόμα, το χιούμορ, το πάντρεμα σάτιρας και πολιτικού λόγου: Σε τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ, που μαστίζεται από αλκοολισμό και εγκληματικότητα, φτάνει ως "φτωχός και μόνος κάουμπόι" ο Τζο ο Λεμονάδας, που συμμαχεί με τους ελάχιστους "καλούς" του αντιαλκοολικού αγώνα και λανσάρει την Λόκα Κόλα, ένα μη αλκοολούχο αναψυκτικό. Πολύ σύντομα θα αποκαλυφτεί ότι δεν πρόκειται ακριβώς για "ιεραπόστολο", αλλά για εκπρόσωπο της εταιρίας που παράγει το ποτό. Κι απο κει και πέρα αρχίζουν οι περιπέτειες.
Γυρισμένο όλο σε μονοχρωμίες που παραπέμπουν σε ορισμένες ταινίες εποχής βωβού (με άλλες σκηνές δηλαδή να είναι αποκλειστικά με αποχρώσεις κίτρινες, άλλες του μπλε κλπ.), με παρωδία όλων των γνωστών κλισέ του γουέστερν (καυγάδες σε μπαρ, πιανίστες, μονομαχίες, μοναχικοί τραγουδιστές, ερωτικές τραγουδίστριες - ντίβες, αδίστακτοι κακοί πιστολέρος κλπ. κλπ.), με συχνές αλλαγές στιλ (γρήγορη κίνηση α λα βωβού σινεμά, μιούζικαλ, ακόμα και animation), το φιλμ παραμένει νομίζω απολαυστικό και, κυρίως, καυστικότατο. Και μια από τις πολλές αποδείξεις του τι θα μπορούσε να είναι το κεντροευρωπαϊκό σινεμά αν δεν υπήρχε η στυγνή λογοκρισία 45 περίπου χρόνων...
ΥΓ: Και μια ακόμα μικρή πινελιά που δείχνει τον κάλο των ανεγκέφαλων λογοκριτών της εποχής και των λίγων απ' αυτούς που απομένουν μέχρι σήμερα: Η ταινία είναι απόλυτα σύμφωνη με το αντικαπιταλιστικό πνεύμα που πρεσβεύουν οι ίδιοι (οι λογοκριτές εννοώ). Ιδιαίτερα με το τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, που δείχνει ανάγλυφα όλο το πνεύμα και τη δολιότητα, αν θέλετε, του καπιταλισμού. Αυτό όμως που τους ενοχλούσε δεν ήταν το πνεύμα, η ιδεολογία, αλλά η φόρμα του φιλμ, ο τρόπος γραφής. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτό το πάντρεμα των στιλ, την έλλειψη σοβαροφάνειας, την πειραματική μορφή. Η ηλιθιότητα σε όλο της το μεγαλείο.

Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΣΤΟ CAINE


O Edward Dmytryk (1908-1999) είναι ένας γνωστός χολιγουντιανός σκηνοθέτης με κάμποσες καλές ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1954 γυρίζει το "The Caine Mutiny", μια παραλλαγή του θέματος της πολύ γνωστότερης "Ανταρσίας του Μπάουντι". Το τελευταίο διαδραματιζόταν σε προηγούμενους αιώνες, ενώ η ταινία που μας ενδιαφέρει κατά τη διάρκεια του Β' Παγόσμιου.
Δεν πρόκειται ακριβώς για πολεμική περιπέτεια. Σε ένα πολεμικό σαπιοκάραβο, που ωστόσο εκτελεί μια χαρά τις αποστολές του, και στο οποίο η κατάσταση είναι εντελώς "χύμα", έρχεται νέος καπετάνιος, ο Χάμφρει Μπόγκαρντ και το κλίμα αλλάζει άρδην. Τυπολάτρης, καταπιεστικός προς τους ναύτες και τους αξιωματικούς του, ανίκανος να πάρει σημαντικές αποφάσεις τις στιγμές που χρειάζεται, προκαλεί τελικά την ανταρσία του πληρώματος στις κρίσιμες στιγμές ενός τυφώνα. Στο τελευταίο μισάωρο περίπου το φιλμ εξελίσσεται σε δικαστικό δράμα, καθώς οι στασιαστές αξιωματικοί περνάνε από Ναυτοδικείο.
Το ενδιαφέρον της ταινίας βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στους ποικίλους και πολύπλοκους χαρακτήρες. Τα όρια μεταξύ "καλών" και "κακών" μπερδεύονται, τα κίνητρα διαφόρων έρχονται στην επιφάνεια, οι "κακοί" μπορεί να έχουν και συμπαθητικές πλευρές... Στην ουσία πρόκειται για μια σύγκρουση του γράμματος τους νόμου (της τυφλής εφαρμογής των κανονισμών κοινώς), με το πνεύμα του. Εξαιρετικά ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος που σκηνή - σκηνή χτίζεται και καταδεικνύεται τελικά η παράνοια του νέου καπετάνιου. Βρήκα αυτό το στοιχείο από τα καλύτερα: Δεν έχουμε με κάποιον κραυγαλέο τρελό, που κάνει παρανοϊκές πράξεις. Κάθε άλλο. Η νεύρωσή του δείχνεται σταδιακά, με ελάχιστες λεπτομέρειες, που κάθε μία είναι επουσιώδης, όλες μαζί όμως συνθέτουν μια απόλυτα ανησυχητική εικόνα. Για μια ακόμα φορά σκέφτηκα ότι το παλιό Χόλιγουντ έκανε ίσως βαθύτερες μελέτες χαρακτήρων από πολλές σύγχρονες παραγωγές του, που βασίζονται αποκλειστικά στα κυνηγητά, το θέαμα και τα εφφέ.
Και, φυσικά, άφησα τη γκρίνια για το τέλος: Παρά την πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή που προαναφέραμε και παρά το ότι το φιλμ με κράτησε απόλυτα, από την πρώτη κιόλας στιγμή εντοπίζεται μια "στρατοκαυλίαση". Από την αρχή ξεκαθαρίζεται η απόλυτη γενναιότητα και ικανότητα του αμερικάνικου ναυτικού, και τονίζεται ότι μιλάμε για μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις. Στις σκηνές του δικαστηρίου γίνονται τα πάντα για να μη θιγεί το ναυτικό, που είναι "ιερό". Και ο τελικός μονόλογος του συνήγορου, παρά τις αποκαλύψεις που περιέχει, μπερδεύει αρκετά τα πράγματα ως προς την θέση των δημιουργών της ταινίας. Βέβαια οφείλουμε να εξετάζουμε πάντοτε τα πράγματα στο ιστορικό τους πλαίσιο: Το 1954 βρισκόμαστε ακόμα πολύ κοντά στον πόλεμο, αλλά και στην καρδιά του ψυχρού πολέμου που ακολούθησε. Οποιαδήποτε αναφορά λοιπόν στα στραβά του στρατού ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη. Ο στρατός έπρεπε να έχει άψογη εικόνα. Γι΄ αυτό και οι συνεχείς υπενθυμίσεις ότι η ιστορία που βλέπουμε αποτελεί σπάνια εξαίρεση. Και μόνο το ότι γυρίζεται όμως ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, είναι αρκετά τολμηρό για την εποχή.
Έχοντας πάντως αυτά στο μυαλό μου, και παρά την ενόχληση που μου προκάλεσε η τυφλή πίστη στην "ιερότητα" του ναυτικού, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Τη συνιστώ σαν δείγμα παλιού, καλού, ασπρόμαυρου Χόλιγουντ.

Τρίτη, Ιουνίου 29, 2010

ΤΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΤΑ "ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΛΥΓΜΩΝ"


Το 1992 ο Neil Jordan γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες του: Το "Crying Game" (Το Παιχνίδι των Λυγμών). Ταινία με πολλές ιδιαιτερότητες, ασυνήθιστη δομή και εξ ίσου ασυνήθιστη μίξη καταστάσεων. Αυτό που από παλιά με είχε εντυπωσιάσει ήταν η δομή που σας έλεγα: Ξεκινά σαν ένα πολύ δυνατό δράμα σχέσεων απαγωγέα - ομήρου, συνεχίζει με μια ερωτική ιστορία με αναπάντεχη εξέλιξη και καταλήγει σε ένα αγχωτικό κρεσέντο γεγονότων και δράσης. Το κάθε ένα απ' αυτά τα στοιχεία θα μπορούσε από μόνο του να αποτελεί το θέμα μιας ολόκληρης ταινίας. Εδώ όμως όλα αυτά δένονται αριστοτεχνικά και, τουλάχιστον εμένα, ουδέποτε με ενόχλησε η συνύπαρξη καταστάσεων και θεμάτων που εύκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανομοιογενή. Και, για να επιμείνουμε στα ασυνήθιστα στοιχεία, το μεγάλο μυστικό που ανατρέπει τα πάντα αποκαλύπτεαται λίγο μετά το μέσο του φιλμ και όχι στο φινάλε, όπως γίνεται συνήθως.
Στην αρχή έχουμε μια ενδιαφέρουσα μελέτη της σχέσης που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα σε έναν όμηρο και τον απαγωγέα του. Αυτό που είναι ιδιαίτερο είναι το στοιχείο της ανθρωπιάς και της φιλίας που μπορεί να παρεισφρύσει ανάμεσα στα στυγνά πολιτικά συμφέροντα ή πατριωτικά αισθήματα και να ανατρέψει πολλά δεδομένα. Στο δεύτερο μέρος συναντάμε έναν δεξιοτεχνικά φτιαγμένο ύμνο σε έναν παράξενο έρωτα, ενώ στο τέλος το συναίσθημα και το καθήκον, ο άνθρωπος και οι πράξεις που είναι υποχρεωμένος να κάνει, συγκρούονται για μια ακόμα φορά.
Ίσως κάποιοι γκρινιάξουν για τον τρόπο που δείχνονται οι επαναστάτες του ΙΡΑ (κυρίως σαν φανατικοί και αδίστακτοι). Νομίζω όμως ότι ο ΙΡΑ είναι απλώς πρόσχημα. Ο Τζόρνταν είναι ιρλανδός και φτιάχνει μια ιστορία από την πατρίδα του. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη οργάνωση στον κόσμο, αφού αυτό που ενδιφέρει σαφώς δεν είναι το ιστορικό πλαίσιο, αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις και ιδιαίτερα η σύγκρουση του προσωπικού (που εδώ ταυτίζεται σε πολλά επίπεδα με το απαγορευμένο) με το γενικότερο, απρόσωπο πλαίσιο και η εξέγερση του ατόμου ενάντια σ' αυτό. Βλέπετε, ο ήρωας έχει να ξεπεράσει πολλά ταμπού και απαγορεύσεις μέχρι το τέλος.
Αν δεν το έχετε δει, το θεωρώ must. Ακόμα κι αν έλειπαν η ευαισθησία και το πλήθος των λεπτομερειών , θα αρκούσε η ασυνήθιστη ιστορία για να ανεβάσει στα ύψη το ενδιαφέρον του θεατή.
Κρίμα που ο Jordan έχει κάμποσα χρόνια να κάνει καλή ταινία...

Δευτέρα, Ιουνίου 28, 2010

TOY STORY 3: ΟΤΑΝ ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΟΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΝΑ


Έχει, νομίζω, γίνει κλισέ να επαναλαμβάνω σε πόσο υψηλό επίπεδο έχουν φτάσει τα animation στις μέρες μας. Η επιβεβαίωση έρχεται για μια ακόμα φορά με το θαυμάσιο Toy Story 3 (2010) του Lee Unkrich, κι αυτό σας το λέει κάποιος που συνήθως απεχθάνεται τις σειρές και τα διάφορα πρισίκουελ. Έμεινα όμως έκπληκτος με την ευρηματικότητα, το άψογο timing και, κυρίως, την τέλεια μίξη διαφόρων κινηματογραφικών ειδών στο συγκεκριμένο φιλμ, το οποίο, όπως και άλλα animation σήμερα, αποτελούν κινηματογραφική απόλαυση και για μικρούς και για μεγάλους. Εδώ έχουμε και μια έντονη δόση συγκίνησης (καμία σχέση με μελό), που όταν παντρεύεται με καταιγιστική δράση, μπόλικο χιούμορ και κάμποσες κινηματογραφοφιλικές αναφορές (όπως στην αρχική σκηνή), δημιουργεί ένα απολαυστικότατο αποτέλεσμα, από το οποίο δεν λείπει ακόμα και μια αναφορά σε ταινίες τρόμου, όταν εμφανίζεται η μεγάλη, παγερή κούκλα - βρέφος.
Η ιστορία; Ο Άντι μεγάλωσε και ετοιμάζεται για το κολέγιο και, φυσικά, έχει χρόνια ν' αγγίξει τα παλιά του παιχνίδια. Οι πιθανότητες γι' αυτά είναι οι εξής: Καταστροφή στα σκουπίδια, κλείσιμο στη σοφίτα ή δωρεά σε παιδικό σταθμό. Κι όταν καταλήγουν στον τελευταίο, τίποτα δεν είναι όπως αρχικά φαίνεται...
Αυτό που εκπλήσει είναι οι πολύπλοκοι χαρακτήρες, οι μεταπτώσεις και οι αντιφάσεις τους, ακόμα και η κατάδειξη των λόγων για τους οποίους κάποιοι απ' αυτούς είναι κακοί (κι ας μη δείχνουν καθόλου τέτοιοι εξωτερικά). Μπορώ να πω ότι αυτό το βάθος λείπει από πολλές χολιγουντιανές κανονικές ταινίες. Κυρίως όμως είναι η απόλαυση που προανέφερα. Δεν βαρέθηκα ούτε ένα λεπτό, το σασπένς βρισκόταν διαρκώς σε υψηλά επίπεδα, η δράση, το γέλιο, η αγωνία και η συγκίνηση εναλάσσονταν συνεχώς. Τι άλλο να ζητήσεις από ένα φιλμ που, εκτός από μια παράδοξη αλληγορία του τέλους μιας συγκεκριμένης εποχής είναι επίσης και μια όμορφη ιστορία ενηλικίωσης; Αφείστε που πολλοί μπορεί να συγκινηθείτε βλέποντας υπαρκτά παιχνίδια παλιότερων δεκαετιών, που ίσως και οι ίδιοι παίξατε κάποτε...
Τελικά η ευρηματικότητα της ομάδας της Pixar φαίνεται ότι δεν έχει όρια, ακόμα κι όταν κάνει ένα νο 3. Μακάρι όλες οι συνέχειες να ήταν σαν κι αυτή.

Κυριακή, Ιουνίου 27, 2010

ΕΞΩΤΙΚΟ, ΛΙΓΟ ΚΙΤΣ, ΑΛΛΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ "TOPKAPI"


Το 1964 ο Jules Dassin (1911-2008) γυρίζει το "Topkapi", ένα κλασικό, διασκεδαστικό φιλμ ιδιοφυούς σχεδιασμού ληστείας, πρόδρομο των διάφορων σημερινών "Ocean 11". Αυτή τη φορά στόχος είναι ένα πολύτιμο μαχαίρι, διακοσμημένο με τεράστια σμαράγδια, που βρίσκεται στο Topkapi της Κωνσταντινούπολης (ανάκτορο του σουλτάνου κάποτε, μουσείο σήμερα). Ο Ντασέν βέβαια έχει προϊστορία στο είδος, καθώς δικό του είναι το κλασικό "Ριφιφί", αρχετυπική ταινία του είδους αυτού.
Στο "Topkapi" τώρα προσπάθησε να κάνει κάτι που θα τραβήξει το κοινό με τον εξωτισμό του: Ελλάδα στην αρχή, Κωνσταντινούπολη στο μεγαλύτερο μέρος, τουριστική ματιά, αξιοθέατα και ωραία τοπία του Βόσπορου, των παλιών ξύλινων σπιτιών, του ίδιου του Topkapi, γραφικοί Τούρκοι (και κάποιοι Έλληνες στην Καβάλα), αγώνες πάλης και λούνα παρκ, συν η λαϊκότροπη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, συνθέτουν μια ειδυλιακή και λίγο αφελή εικόνα. Γενικά βρήκα το πρώτο μέρος κάπως κιτς, με εντονότατα τα αρνητικά στη συγκεκριμένη περίπτωση σημάδια των 60ς, με τα πολύχρωμα ντυσίματα, τα αστεία εφφέ με χρώματα και άλλα αφελή. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα βελτιώνονται, όταν γίνονται πιο πολύπλοκα, σοβαρεύουν κι αρχίζει ο προγραμματισμός και μετά η εκτέλεση της ληστείας, με το πλήθος των αντιξοοτήτων που συναντά. Βρισκόμαστε δεκαετίες πριν τις "Επικίνδυνες Αποστολές" και τα Ocean 11, εδώ όμως θα βρείτε πολλές από τις ιδέες που χρησιμοποιήθηκαν σ' αυτά. Δίχως την ηλεκτρονική τεχνολογία βέβαια, αλλά η ουσία είναι η ίδια. Γενικά το δεύτερο μέρος με κράτησε σε αγωνία (με αποκορύφωμα την ίδια τη ληστεία με τα γεμάτα σασπένς σιωπηλά πλάνα) και με διασκέδασε ταυτόχρονα.
Εννοείται ότι όλα αυτά που συμβαίνουν με την εκτελεσμένη με ακρίβεια δευτερολέπτου ληστεία είναι μάλλον αδύνατο να συμβούν στην πραγματικότητα. Αυτό όμως ισχύει για όλα τα φιλμ του είδους αυτού και είναι μια από τις συμβάσεις που γνωρίζουμε πριν καν δούμε την ταινία. Οπότε μη γκρινιάξετε γι' αυτό - ή μάλλον γκρινιάξτε όσο θέλετε, αλλά να ξέρετε ότι παντού συμβαίνει το ίδιο. Το καστ από τη άλλη είναι εντυπωσιακό αν και, για να το εξομολογηθώ επιτέλους, πρέπει να πω ότι πάντοτε απεχθανόμουν τη Μελίνα Μερκούρη σαν ηθοποιό (εδώ, εκτός από εγκέφαλος της ληστείας είναι και νυμφομανής). Υπάρχει ομως και ο Πίτερ Ουστίνοφ και ο Μαξιμίλιαν Σελ και ο Τίτος Βανδής...
Τέλος πάντων, παρά τις αφέλειες και τις γραφικότητες, συνολικά νομίζω ότι παραμένει μια διασκεδαστική, ανάλαφρη ταινία του είδους, που πρέπει οπωσδήποτε να τη δουν όσοι αρέσκονται σ' αυτό.

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010

ΣΚΛΗΡΟΙ ΑΝΤΡΕΣ - ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ "DEAD RECKONINGΓ"


Το έχω ξαναπεί: Το νουάρ ή το γουστάρεις και είσαι φαν ή το βαριέσαι αφού δεις δυο - τρία καλά δείγματά του. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικά όλες οι ταινίες του είδους είναι παραλλαγές παρόμοιων θεμάτων και παίζουν με τα ίδια πάνω - κάτω μοτίβα: Υπάρχει ο σκληρός (αλλά ρομαντικός κατά βάθος) ήρωας, συχνά ντετέκτιβ, η μοιραία γυναίκα, ο υπόκοσμος, η αγάπη για τα νυχτερινά πλάνα και τις πόλεις, η δημιουργία υποβλητικής ατμόσφαιρας, το έγκλημα ή/και η απάτη ή/και ο τζόγος και οι σεναριακές ανατροπές. Πιστέψτε με, μ' αυτά και λίγα ακόμα στοιχεία, μπορούν να γίνουν άπειρες παραλλαγές, οι οποίες μάλιστα να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.
Το "Dead Reckoning" (1947) του αμερικανού John Cromwell (1887-1979) είναι μια τυπική ταινία του είδους. Παίζει και ο βασικότερος ηθοποιός του νουάρ, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ενώ η μοιραία ξανθιά είναι η Lizabeth Scott. Και διαθέτει όλα τα παραπάνω στοιχεία. Η ιστορία διαδραματίζεται αμέσως μετά το τέλος του Β' παγκόσμιου πόλεμου, μόλις ο ήρωας και ο συμπολεμιστής του, αλεξιπτωτιστές και οι δύο και κολλητοί επί τρία χρόνια, επιστρέφουν στην πατρίδα και προτείνονται για παρασημοφόρηση. Ο πρώτος θα διαπιστώσει τότε ότι ο φίλος του, που νόμιζε ότι ήξερε τόσο καλά, κρύβει σκοτεινά μυστικά και είναι μπλεγμένος σε περίεργες υποθέσεις, οπότε (ιδεαλιστής γαρ κι ας είναι σκληρός) ξεκινά έναν ριψικίδυνο αγώνα να αποκαταστήσει το όνομά του, μπλέκοντας με γκάνγκστερς, παράνομο τζόγο και γενικά με τον υπόκοσμο και παίζοντας κορών - γράμματα τη ζωή του.
Βρήκα την ταινία καλή για το είδος της. Ο Μπόγκαρτ εκστομίζει, όπως συνήθως, πανέξυπνες ατάκες, η αγωνία κρατιέται σε υψηλά επίπεδα και οι φανς νομίζω ότι θα μείνουν πολύ ευχαριστημένοι στο τέλος. Κι εδώ πάντως διακρίνουμε τον μισογυνισμό που χαρακτηρίζει πολλά από τα φιλμ του είδους. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι "τις γυναίκες δεν πρέπει να τις εμπιστεύεσαι" κι αυτός είναι ο κανόνας που διέπει τα πάντα. Και λέει κι άλλα επί του θέματος ο Μπόγκαρτ... Από την άλλη δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι ολόκληρο το νουάρ (και το συγκεκριμένο φυσικά) ασχολείται με την σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, δείχνει τη βρώμικη πλευρά του αμερικάνικου ονείρου, καταδύεται στον υπόκοσμο, σ' έναν κόσμο βίαιο, ψεύτικο, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται κι όπου ακόμα και τα πιο αγνά - όπως τουλάχιστον δείχνουν - αισθήματα υπακούουν σε συμφέροντα. Ίσως αυτή η σκοτεινή και καθόλου αγγελική εικόνα της κοινωνίας να είναι τελικά η μεγαλύτερη προσφορά του. Πέρα από τη γενικότερη γοητεία του βέβαια.

Πέμπτη, Ιουνίου 24, 2010

ΣΙΩΠΗΛΟΣ Α ΛΑ ΚΟΥΣΤΟΥΡΙΤΣΑ ΓΑΜΟΣ


Πρέπει να παρατηρήσω από την πρώτη στιγμή ότι η σκιά του Κουστουρίτσα πέφτει όλο και πιο βαριά σε μεγάλο μέρος βαλκανικών ταινιών κι αυτό, από ένα σημείο και πέρα, γίνεται κουραστικό, όσο διασκεδαστικά αποτελέσματα κι αν δίνει ενίοτε. Από την άλλη δεν μπορώ να μη σταθώ στο γεγονός της ανόδου του ρουμάνικου σινεμά, που κάθε λίγο μας δίνει καλά δείγματα. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε η ρουμάνικη ταινία "Σιωπηλός Γάμος" (Nunta Muta, 2008), πρώτη σκηνοθετική κινηματογραφική δουλειά του παλιού ηθοποιού Horatiu Malaele.
Το φιλμ καταγράφει τη ζωή - και το "χύμα", πηγαίο και φωνακλάδικο στοιχείο που τη διακρίνει - ενός ρουμάνικου χωριού της δεκαετίας του 50. Καυγάδες που μετατρέπονται αστραπιαία σε φιλιώματα, αυτοσχέδια γλέντια και μεθύσια μέχρι τελικής πτώσης, σεξουαλικά μυστικά που μόνο μυστικά δεν είναι, τραγικά και ευτράπελα καθημερινά γεγονότα, γάμοι και κηδείες, γιορτές, χοντρές πλάκες και καλαμπούρια και άλλα πολλά συνθέτουν την χυμώδη καθημερινότητα των κατοίκων. Κι όλα αυτά υπό τη σταλινική δικτατορία ή, αν θέλετε, την πρακτική, αν και άτυπη, κατάληψη της χώρας από τους Ρώσους. Αν και ξεκινά στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα σα θρίλερ, με ένα Χαρδαβελώδες τηλεοπτικό συνεργείο να αναζητά παραφυσικά φαινόμενα, πολύ σύντομα γυρίζει στο παρελθόν για να περιγράψει όσα σας προανέφερα.
Η ταινία διαθέτει μερικές πολύ καλές ιδέες και αρκετές πολύ αστείες στιγμές - με αποκορύφωμα τον γάμο που πρέπει να γίνει... σιωπηλά, κάποιες άλλες συγκινητικές, και γενικά προσπαθεί να δώσει το γλυκόπικρο (την τραγικωμωδία θα ήταν καλύτερα να πούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση) της ζωής της εποχής. Γενικά μου άφησε καλή γεύση. Πλην όμως δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι προσπαθεί να τα βάλει όλα μέσα: Και την κωμωδία και την ηθογραφία και τη συγκίνηση και το μεταφυσικό στοιχείο (αυτό πια το βρήκα πολύ αντιγραφή Κουστουρίτσα) και τη μεγάλη, συγκλονιστική τραγωδία και τον μαγικό ρεαλισμό και την ποίηση και το πολιτικό σχόλιο... κι ίσως κι άλλα που μου διαφεύγουν. Ε, δεν νομίζω ότι τόσο φόρτωμα μπορεί να αποδώσει. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να επικεντρωνόταν σε λιγότερους στόχους. Κι αν έχει καταφέρει να τιθασσεύσει δυο - τρεις φορές όλον αυτό τον αχταρμά ο Κουστουρίτσα, δεν σημαίνει ότι μπορούν όλοι. Και στο κάτω - κάτω, αυτός ήταν ο πρώτος που το έκανε, οπότε κι αν ακόμα δεν το είχε καταφέρει, πάλι θα μας εντυπωσίαζε με το εγχείρημά του. Αν αυτό όμως το μοτίβο συνεχίζεται επ΄ άπειρον...
Τέλος θα ήθελα να γράψω και δυο λόγια για το πολιτικό στοιχείο. Φαίνεται ότι τελικά τα σαραντατόσα χρόνια κομμουνισμού έχουν κάνει μεγάλο κακό στη χώρα. Ή πάλι, ίσως να υπάρχει και αρνητική προκατάληψη. Εδώ πάντως ο κρατικός "υπαρκτός σοσιαλισμός" είναι το απόλυτο κακό και οι Ρώσοι δείχνονται απόλυτα κτηνώδεις και βάρβαροι. Ίσως αυτό να είναι τραβηγμένο. Προσωπικά μου φάνηκε τραβηγμένη όλη η σκηνή της φοβερής τραγωδίας "δι' ασήμαντον λόγον". Δεν ξέρω όμως. Πιθανόν στη Ρουμανία τα πράγματα να ήταν χειρότερα από αλλού. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν η μόνη πρώην κομμουνιστική χώρα που εκτέλεσε τους ηγέτες της, το ζεύγος Τσαουσέσκου. Δεν ξέρω.
Πιστεύω πάντως ότι παρά τη γκρίνια μου η ταινία διαθέτει αρκετές αρετές και - το είπα ήδη - πολλές έξυπνες ιδέες και σε γενικές αρχές θα ευχαριστήσει τους θεατές. Γενικά δεν είναι κάτι που θα συνιστούσα να αποφύγετε. Κι ίσως η ενόχληση από κάποια πράγματα να παραείναι τελικά προσωπικό θέμα.

Τρίτη, Ιουνίου 22, 2010

ΜΑΚΡΙΝΕΣ ΦΩΝΕΣ, ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΖΩΕΣ


Μπορεί μια μάλλον αργή ταινία, της οποίας η πλοκή είναι σχεδόν υποτυπώδης, περιγράφει δηλαδή απλώς τη ζωή μιας εργατικής, απόλυτα κοινής αγγλικής οικογένειας, να σε συγκινήσει τοσο; Ναι, αν αυτό που προέχει δεν είναι η ιστορία, αλλά η κινηματογραφική της γραφή.
Είχα διαβάσει για τον βρετανό Terence Davis, δεν είχα δει όμως καμιά ταινία του. Αν και γεννημένος το 1945, έχει κάνει μόλις 5 μεγάλου μήκους ταινίες και μερικές μικρές, που θεωρούνται κι αυτές εξαιρετικές. Η πρώτη από τις μεγάλες του - και η καλύτερή του, όπως έχω διαβάσει πάντα - είναι το "Distant Voices, Still Lives" του 1988. Σας είπα περί τίνος πρόκειται. Μια φτωχή οικογένεια, τυπικά βρετανική, το ζεύγος και τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι, στις δεκαετίες 40 και 50. Ένας εξαιρετικά βίαιος και καταπιεστικός πατέρας, μια καλή, υπομονετική μητέρα και τα παιδιά που μεγαλώνουν, γίνονται γυναίκες και άντρες αντίστοιχα και παντρεύονται με τη σειρά τους. έχουν μεσολαβήσει βέβαια και κάποιοι θάνατοι. Αυτά. Και λοιπόν;
Κατ' αρχήν όλο αυτό είναι απόλυτα βιωμένο από τον σκηνοθέτη. Προφανώς υπάρχουν και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η φωτογραφία είναι πολύ καλή, δημιουργώντας συχνά πανέμορφες εικόνες. ΟΚ. Κυρίως όμως είναι η γραφή. Ο Davis δεν υιοθετεί γραμμική αφήγηση. Αντίθετα, λειτουργεί με τον τρόπο ακριβώς που λειτουργούν οι αναμνήσεις. Συνειρμικά, σκόρπια. Οι αναμνήσεις, όπως συχνά συμβαίνει, επικεντρώνονται σε σημαντικές στιγμές της οικογένειας, κυρίως σε τελετές και γιορτές: Γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, γλέντια. Όλα αυτά έρχονται ανακατωμένα, σαν φωτογραφίες που βρίσκονται εντελώς τυχαία πεταμένες σ' ένα κουτί και ανασύρονται με τυχαία σειρά, θυμίζοντάς μας εποχές και καταστάσεις που πέρασαν. Οι χαρές και οι λύπες, τα αστεία και τα τραγικά της ζωής, είναι όλα παρόντα.
Η ιδιαιτερότητα όμως του φιλμ στηρίζεται κυρίως σε ένα άλλο στοιχείο: Στην πρωτότυπη χρήση των τραγουδιών και της μουσικής. Σχεδόν όλη η αφήγηση στηρίζεται σε τραγούδια. Συνήθως μάλιστα όχι στις πρωτότυπες εκτελέσεις, αλλά όπως αυτά τραγουδιούνται από τους ήρωες σε ποικίλες καθημερινές περιστάσεις. Όχι, δεν είναι μιούζικαλ, με τους ηθοποιούς να τραγουδάν αντί να μιλάνε. Απλώς, τα χρόνια αυτά, τα χρόνια του ραδιοφώνου, οι άνθρωποι τραγουδούσαν πολύ περισσότερο σε πολλές περιπτώσεις. Σε κάθε λοιπόν τελετή ή γιορτή, άντρες και γυναίκες, σόλο ή όλοι μαζί, τραγουδούν με την πρώτη ευκαιρία. Ένας απίστευτος αριθμός, δεκάδες ίσως, τραγουδιών, γνωστών και άγνωστων, περνάνε από το φιλμ. Τραγούδια και μουσικές κάθε είδους. Παιδικά, σουξέ της εποχής, κομάτια κλασικού τραγουδιού, μοιρολόγια, νανουρίσματα, μπλουζ, φολκ, χορευτικά, σκωπτικά, ποδοσφαιρικά κι ό,τι... ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Άλλοτε α καπέλα, άλλοτε με συνοδεία μουσικής, άλλοτε με καλές φωνές, άλλοτε όχι, άλλοτε πάλι σε κανονικές εκτελέσεις που τυχαίνει να ακούγονται από ραδιόφωνο ή δίσκους... Δεν νομίζω ότι ποτέ άλλοτε στο σινεμά η αφήγηση βασίζεται τόσο πολύ στο τραγούδι (δίχως να πρόκειται για μιούζικαλ) όσο εδώ.
Κι όλα αυτά βουτηγμένα σε μια απίστευτα νοσταλγική διάθεση, με εξαιρετικές ηθοποιίες, με άψογη ατμόσφαιρα των εποχών που περιγράφονται και ιδιαίτερη ευαισθησία. Ίσως, επίσης, να είναι μια από τις ελάχιστες ταινίες που μπορούν να σε κάνουν να βουρκώσεις δίχως κάποια ακραία φορτισμένη συγκινησιακά κατάσταση. Απλώς και μόνο από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί, από τη θλίψη που δημιουργεί ο χρόνος που περνά ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις.
Φυσικά υπάρχουν και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, όπως η καταπίεση των γυναικών της εποχής από πατέρες και συζύγους, που δείχνεται ανάγλυφα. Δεν νομίζω όμως ότι ο βασικός στόχος είναι αυτός.
Δεν είναι μια ταινία που θα σύστηνα σε όλους. Ίσως κάποιοι να πλήξουν λόγω της έλλειψης εντυπωσιακής πλοκής που προαναφέραμε. Ίσως να είναι ένα φιλμ που θα εκτιμήσουν μόνο σινεφίλ. Δεν ξέρω. Προσωπικά πάντως το βρήκα από τα πιο ιδιαίτερα πράγματα που έχω δει. Ή, αν θέλετε, έναν απόλυτο θρίαμβο του τρόπου κινηματογραφικής γραφής πάνω στην πλοκή.

Κυριακή, Ιουνίου 20, 2010

ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΤΙΣ "ΦΑΒΕΛΕΣ" ΤΟΥ ΜΙΛΑΝΟΥ


Ο Vittorio De Sica (1901-1974) είναι γνωστός ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του ιταλικού νεορεαλισμού, κυρίως με τον κλασικό "Κλέφτη Ποδηλάτων". Μερικά χρόνια μετά όμως, το 1951, γυρίζει ένα... παραμύθι. Το "Θαύμα στο Μιλάνο" ξεκινά με ένα βρέφος που μια ηλικιωμένη κυρία βρίσκει ανάμεσα στα λάχανά της, το οποίο εξελίσσεται σε κάτι σαν άγιο (κάτι σαν Χριστό για τους φτωχούς, για να είμαστε ακριβέστεροι) και, όταν τα πράγματα σκουραίνουν, αρχίζει να κάνει θαύματα, με την εξ ουρανών βοήθεια της νεκρής πλέον θετής του μητέρας.
Ακούγεται ασυνήθιστο; Είναι. Ο De Sica πάντως σκηνοθετεί το παραμύθι αυτό με αφοπλιστική γλυκύτητα, μπόλικο χιούμορ και αληθινή αγάπη για τους άστεγους και κατατρεγμένους που ζουν σε άθλιες συνθήκες λίγο έξω από το Μιλάνο. Αυτή η γλυκύτητα, η ανάλαφρη, χιουμοριστική, αλλά και συχνά ποιητική αντιμετώπιση σοβαρών κοινωνικών θεμάτων και η ηθελημένη αφέλεια είναι που κερδίζουν τον θεατή και κάνουν την ταινία αγαπητή μέχρι σήμερα. Οι γέροι, οι ανάπηροι, οι ξεπεσμένοι αστοί, όλο αυτό το αμόρφωτο πλήθος ανδρών και γυναικών, αντιμετωπίζονται με συμπάθεια, σαν "αλάτι της γης" κατά το ρητό. Κάθε αντικείμενο που βρίσκουν στα σκουπίδια είναι γι΄αυτούς πολύτιμο, πηγή χαράς. Οι διασκεδάσεις και τα τραγούδια είναι συχνά στην Αυλή αυτή των Θαυμάτων. Και, φυσικά πίσω απ' όλα αυτά κρύβεται και η χριστιανική ηθική του δημιουργού.
Μπορεί να διατυπωθούν αρκετές αντιρρήσεις: Η ζωή των σχεδόν λούμπεν δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ειδυλλιακή όπως δείχνεται. Οι άνθρωποι αυτοί, που ζουν σε παράγκες ή χαρτόκουτα, που διαρκώς πεινάνε και κρυώνουν και το απώτατο όνειρό τους είναι ένα ζευγάρι παπούτσια ή μια κουβέρτα, δεν είναι ευτυχισμένοι μέσα στη φτώχεια τους. Διότι ουσιαστικά έτσι ακριβώς δείχνονται. Να διασκεδάζουν, να αγαπιούνται, να είναι ευτυχείς στην αθλιότητά τους. Στην πραγματικότητα η εγκληματικότητα, η πορνεία και ό,τι άλλο φανταστείτε, είναι οι κύριοι κάτοικοι περιοχών σαν αυτές ανά τον κόσμο. Από την άλλη βέβαια, οι πλούσιοι (ιδιοκτήτες γης στη συγκεκριμένη ταινία) παρουσιάζονται ως άκαρδοι, σκληροί, γουρούνια. Είναι χαρακτηριστική (και πανέξυπνη) η σκηνή όπου δείχνονται να διαπραγματεύονται... γαυγίζοντας.
Ο De Sica υιοθετεί έναν τρόπο γραφής με ελάχιστο λόγο. Όλα δείχνονται με στυλιζαρισμένες κινήσεις, συχνά μέσα από γκαγκς, θυμίζοντας έτσι βουβές κωμωδίες. Και ο νεορεαλισμός πού βρίσκεται μέσα σ' όλα αυτά; Έχει εξαφανιστεί εντελώς; Δεν νομίζω. Παρά τα μη ρεαλιστικά συμβάντα, κρύβεται στην επιλογή του γυμνού, καταθλιπτικού τοπίου των προαστίων του Μιλάνου, στην επιλογή της κατάδειξης της φτώχειας και της ανέχειας και την αντιπάθεια απέναντι στους πλούσιους, στην καταγραφή πολλών υπαίθριων χώρων της πόλης.
Τέλος πάντων, αν έχετε πάντοτε όλα τα παραπάνω στο μυαλό και δεν πιστέψετε ούτε στιγμή ότι οι εξαθλιωμένοι περνούν καλά μέσα στην αθλιότητά τους και ότι μόνο ένα εξ ουρανού θαύμα μπορεί να τους σώσει, τότε μπορείτε πραγματικά να απολαύσετε ένα γλυκύτατο, συγκινητικό σε κάποια σημεία φιλμ, που, τόσα χρόνια μετά, παραμένει, νομίζω, εξαιρετικά ευχάριστο.

Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010

ΕΞΙΣΤΕΝΤΖ : ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΤΕΧΝΗΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΓΑΝΙΚΟ


Το 1999 ο David Cronenberg γυρίζει το "Existenz", την τελευταία μέχρι σήμερα ταινία του που κινείται στο χώρο του φανταστικού και, ιδιαίτερα, που παίζει με τις εμμονές του σε σχέση με τα όρια φαντασίας και την πραγματικότητας, οργανικού και τεχνητού, ανθρώπινου και μη ανθρώπινου. Στη συνέχεια ασχολήθηκε κυρίως με βίαια, πολύ προσωπικά ωστόσο, αστυνομικά.
Τώρα θα σας εξομολογηθώ κάτι: Είμαι από τους λιγους ανθρώπους (που ξέρω τουλάχιστον) που τους αρέσει αυτή η ταινία. Τον περισσότερο κόσμο μάλλον τον απώθησε. Και δεν είχαν και άδικο βέβαια. Η συνεχής επίδειξη εντοσθίων, τα παράδοξα, ξεκοιλιασμένα αμφίβια, οι οργανικές, σάρκινες "βάσεις παιχνιδιών", τα σαν έντερα βύσματα που χώνονται σε οπές στη βάση της σπονδυλικής στήλης των ανθρώπων, συνιστούν ένα από τα πιο άρρωστα και αηδή σύμπαντα που επινόησε ποτέ ο κινηματογράφος. Και δεν είναι τυχαίο βέβαια, ότι το φιλμ δεν αποτέλεσε και μεγάλη επιτυχία...
Ωστόσο προσωπικά με γοητεύει η προβληματική του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή σκηνοθέτη του φανταστικού, που βρίσκεται πολύ κοντά στην προβληματική του παλιότερου "Videodrome" του. Όπως και σ' αυτό, τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας μπερδεύονται διαρκώς, ποτέ δεν είσαι σίγουρος για το πού ακριβώς βρίσκεσαι. Εδώ ο Cronenberg ενδιαφέρεται κυρίως για το χώρο των εικονικών παιχνιδιών και τη σχέση τους με την πραγματικότητα - ή μάλλον με την απομάκρυνση απ' αυτήν. Επειδή όμως τον ενδιαφέρει από την αρχή ήδη της καριέρας του και η μετάλλαξη του ανθρώπινου σώματος, το πάντρεμα τεχνολογίας και οργανικού, καθώς και η ιατρική, επινοεί τον εφιαλτικό κόσμο που θα δείτε, όπου τα παιχνίδια είναι φτιαγμένα από σάρκα και είναι σχεδόν ζωντανοί οργανισμοί, τα όπλα από κόκαλα, που εκτοξεύουν σφαίρες από... ανθρώπινα δόντια και, κυρίως, η "καλωδίωση" του παίκτη για να βρεθεί στον εικονικό κόσμο του παιχνιδιού παραπέμπει άμεσα σε σεξουαλική πράξη, τόσο με τις εμφανώς πρωκτόσχημες οπές όσο και με την ηδονή (ανακατωμένη με φόβο) που φαίνεται ότι νοιώθει ο παίκτης με την κάθε διείσδυση.
Τα βρίσκετε πολύ άρρωστα όλα αυτά; Μάλλον είναι. Αλλά μιλάμε για τον Cronenberg και θα έπρεπε να περιμένετε κάτι τέτοιο. Νομίζω όμως ότι η προβληματική του πάνω στην συνεχή απομάκρυνση του ανθρώπου από την πραγματικότητα και την αυξανόμενη καταφυγή του σε εικονικούς κόσμους είναι απόλυτα σύγχρονη, εξαιρετικά επίκαιρη και, ίσως, και προφητική. Αλλά σας προειδοποιώ για μια ακόμα φορά: Δεν πρόκειται για ταινία για γερά νεύρα, αλλά για γερά, πολύ γερά, στομάχια. Αν δεν είσαστε σίγουροι γι' αυτό μάλλον θα έπρεπε να την αποφύγετε.

Πέμπτη, Ιουνίου 17, 2010

ΠΕΡΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΩΝ ΚΑΙ ΨΑΡΙΩΝ ΜΕ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΟΝΟΜΑ


Ο Charles Crichton (1910-1999) υπήρξε μεταξύ 1945-1965 ένας κλασικός βρετανός σκηνοθέτης, εξειδικευμένος στο είδος της αστυνομικής, μαύρης ενίοτε, κωμωδίας, είδος που οι Άγγλοι ήξεραν πάντοτε να κάνουν θαυμάσια. Στη συνέχεια έκανε κυρίως τηλεόραση. Το 1988 όμως γυρίζει την τελευταία του ταινία, που σίγουρα είναι μία από τις καλύτερές του, το A Fish Called Wanda ("Ένα Ψάρι που το έλεγαν Γουάντα"). Το 1988 οι Monty Python είχαν πια διαλυθεί, αλλά τα διάφορα μέλη τους συνεργάζονταν πάντοτε σε ποικίλους συνδυασμούς και σε διάφορα projects. Στην ταινία που μας ενδιαφέρει δύο απ' αυτούς έχουν βάλει για τα καλά το χεράκι τους: Ο Τζον Κλιζ, εκτός από πρωταγωνιστής, έχει γράψει το έξυπνο σενάριο και έχει συσκηνοθετήσει το φιλμ (αν και το τελευταίο δεν αναγράφεται στα credits), ενώ έναν βασικό ρόλο παίζει και ο Μάικλ Πάλιν.
Η ταινία είναι μια κατάμαυρη και εξαιρετικά αστεία αστυνομική κωμωδία, στην οποία εμπλέκονται μια ληστεία διαμαντιών, ένας σεξουαλικά καταπιεσμένος νομικός, ένας σχεδόν φασίστας και εμφανώς ηλίθιος εκτελεστής, ένας κεκές κακοποιός, ένα ψάρι με το γνωστό όνομα, μια σέξι γυναίκα που ερεθίζεται όταν ακούει... ξένες γλώσσες και πολλά άλλα, που συντελούν στην αναμφισβήτητη απόλαυσή μας.
Εκτός από το μαύρο χιούμορ (τα σκυλάκια που σκοτώνονται, τα ψάρια που τρώει ο Κλάιν κλπ.), το φιλμ χαρακτηρίζεται και από ένα απόλυτα μη πολιτικά ορθό χιούμορ (π.χ. "ρατσιστικές" εκφράσεις εναντίον των βρετανών, αλλά και των αμερικάνων) και από μια έξυπνη αστυνομική ίντριγκα με σασπένς, ανατροπές, κυνηγητά και άλλα σχετικά. Πάνω απ' όλα όμως ξεχωρίζει για τους ευρηματικούς, σπαρταριστούς χαρακτήρες που έχει επινοήσει, όπως ο κεκές και φιλόζωος κακοποιός Μάικλ Πάλιν, ο πάντοτε ξεκαρδιστικός δικηγόρος Τζον Κλιζ και, πάνω απ' όλους κατά τη γνώμη μου, ο οξύθυμος αδίστακτος εκτελεστής Κέβιν Κλάιν, που διαβάζει Νίτσε, βρίσκεται ιδεολογικά πολύ κοντά στο φασισμό, αλλά διαθέτει IQ ραδικιού. Έτσι οι αστείες φάσεις, που κυρίως στηρίζονται σε καταστάσεις και όχι τόσο σε γκαγκς, διαδέχονται η μία την άλλη δίχως σταματημό. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι σε ορισμένα σημεία (προς το τέλος κυρίως) το χιούμορ πλησιάζει αυτό των κινουμένων σχεδίων, με χαρακτήρες που μπορεί να παθαίνουν τα μύρια όσα, αλλά δεν πεθαίνουν. Ίσως αυτό να είναι μια σουρεαλιστική πινελιά που κρατά από το αναρχικό πνεύμα των Monty Python.
Οι άγγλοι είχαν πάντοτε μεγάλη παράδοση στο είδος. Και, παρά τις αντιπάθειες που μπορεί κανείς να τρέφει γι' αυτούς, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι πάντοτε διέθεταν εκπληκτικό χιούμορ, το οποίο γίνεται ακόμα καλύτερο χάρη στην άνεσή τους να αυτοσαρκάζονται άνευ ορίων. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά είναι που κάνουν τη "Γουάντα" μια από τις πιο ευχάριστες ταινίες των πολλών τελευταίων χρόνων, που νομίζω ότι δεν έχει χάσει τίποτα από τη γοητεία της. Διορθώστε με αν ξεχνώ κάτι, νομίζω όμως ότι είναι και η τελευταία μεγάλη ταινία τους είδους που περιγράψαμε.

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

Ο ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΤΕΡΟΣ "ΠΡΟΦΗΤΗΣ" ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Θα μπορούσα να πω ότι από τα πράγματα που με έχουν επηρεάσει περισσότερο είναι το ανεπανάληπτο, σουρεαλιστικό χιούμορ των Monty Python. Από το αριστουργηματικό τηλεοπτικό Flying Circus, που παιζόταν μεταξύ 1969-1974 στο BBC μέχρι τις τρεις ξεκαρδιστικές ταινίες που έχουν γυρίσει σαν ομάδα. Η δεύτερη από αυτές είναι ίσως και η πιο αστεία τους. Αναφέρομαι βέβαια στο “Life of Brian” του 1979 (στα ελληνικά είναι γνωστό με τον τίτλο που μάλλον σε επιθεώρηση με τον Ψάλτη παραπέμπει «Ένας Προφήτης… μα τι Προφήτης»). Σκηνοθέτης ο Terry Jones, ένας από τους 6 Python δηλαδή.
Προσωπικά τη θεωρώ στο Top–10 (τουλάχιστον) των πιο αστείων ταινιών όλων των εποχών. Οι ξεκαρδιστικές καταστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη με ταχύτατους ρυθμούς, η μία φάση είναι καλύτερη από την άλλη, και το όλο φιλμ απογειώνεται από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Αλλά, εκτός αυτών, υπάρχει το ασεβέστατο, αναρχικό χιούμορ της βρετανικής ομάδας, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, όσο ιερό και όσιο κι αν θεωρείται αυτό από πολλούς ανθρώπους. Μπορείτε να σκεφτείτε κάποιον άλλον που θα έκανε μια παρωδία της ζωής του Χριστού; Γιατί γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται.
Ο Μπράιαν (ο σουρεαλισμός υπάρχει από την πρώτη στιγμή, όταν δηλαδή οι δαιμόνιοι κωμικοί επιλέγουν ένα κοινότατο, καθημερινό βρετανικό όνομα σαν όνομα κάποιου που γεννιέται στην Ιουδαία την εποχή του Χριστού) από τη στιγμή της γέννησής του μπερδεύεται με τον Ιησού, αφού θα γεννηθεί στη… διπλανή φάτνη. Στη συνέχεια θα τον περάσουν άθελά του για τον αναμενόμενο Μεσσία, τα πλήθη θα τον ακολουθούν τυφλά και τελικά θα καταλήξει να σταυρωθεί… μάλλον κατά λάθος. Πέραν όμως του απόλυτα ασεβούς περιεχομένου, οι Python εστιάζουν τη σάτιρά τους σε ορισμένα σημεία, μερικά από τα οποία είναι τα εξής:
- Στην πολυδιάσπαση και την αδυναμία συνεννόησης όχι μόνο ολόκληρων λαών, αλλά και μικρών – ή και πολύ μικρών – ομάδων. Το βλέπουμε καθημερινά στην πολιτική και όχι μόνο. Εδώ θα το απολαύσετε σε όλο του το μεγαλείο και θα γελάσετε μέχρι δακρύων με τις συνεχείς διαφωνίες όλο και μικρότερων και νεοσύστατων ομάδων.
- Στην τυφλή ανάγκη των λαών (ή, γενικότερα, μεγάλων ομάδων ανθρώπων) να ακολουθούν τους ηγέτες τους (ή αυτούς που θεωρούν ηγέτες τους) με ξεχωριστή ηλιθιότητα. Οι οποίοι ηγέτες μπορεί να λένε οποιαδήποτε παπαριά, αλλά η λατρεία στο πρόσωπό τους παραμένει ανέπαφη. Ο λόγος του Μπράιαν στα πλήθη που τον πολιορκούν έξω από το σπίτι του είναι χαρακτηριστικός.
- Στην ηλιθιότητα της εξουσίας γενικότερα.
- Στην κυριαρχία των λόγων εις βάρος των πράξεων, ακόμα και σε θέματα που οι τελευταίες είναι προφανές ότι πρέπει να γίνουν άμεσα.
Σας ανέφερα μερικά μόνο τέτοια σημεία. Μπορείτε να βρείτε κι άλλα μόνοι σας. Κυρίως όμως απολαύστε το ασύλληπτο, απόλυτα παρανοϊκό και ανατρεπτικό χιούμορ της ταινίας, που πάντοτε χαρακτήριζε την ομάδα. Και ξεκαρδιστείτε με τους ίδιους, που κατά την προσφιλή τους συνήθεια, ερμηνεύουν όλους σχεδόν τους ρόλους, ακόμα και τους γυναικείους, εμφανιζόμενοι έτσι ο καθένας σε πολλούς απ’ αυτούς. Κι αν το παρανοϊκό τους χιούμορ ξενίσει αρχικά τους «πρωτάρηδες», ξαναδείτε το. Νομίζω ότι έτσι θα αρχίσετε να μπαίνετε στο πνεύμα τους.
ΥΓ: Ο μετέπειτα σημαντικός σκηνοθέτης Terry Gilliam, μέλος της ομάδας τότε, εμφανίζεται σε πολύ λιγότερους και συντομότερους ρόλους από τα υπόλοιπα μέλη, ήταν όμως ο υπεύθυνος για τα θαυμάσια και πρωτοποριακά τότε κινούμενα σχέδια που πάντα υπήρχαν στα φιλμ και τα τηλεοπτικά τους. Στο συγκεκριμένο φιλμ μια μικρή γεύση παίρνετε από τους τίτλους της αρχής.

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

ΜΙΑ "ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ" ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


Το 1974 ο Francis Ford Coppola έχει ήδη γυρίσει τον πρώτο "Νονό" και έχει κάνει μερικές πολύ καλές "μικρότερες" ταινίες, οπότε είναι ήδη ένα σημαντικό όνομα. Τότε επιλέγει να γυρίσει τη "Συνομιλία" (Τhe Conversation), ένα χαμηλότονο, αργό, αλλά συγκλονιστικό κατά τη γνώμη μου φιλμ.
Η ταινία έχει σαν ήρωα έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ, ενώ μια αστυνομική ιστορία εκτυλίσσεται, η οποία μάλιστα μας φυλάει και μια απρόσμενη ανατροπή προς το τέλος. Παρ' όλα αυτά, μόνο αστυνομική δεν τη λες. Πάνω απ' όλα πρόκειται για τη μελέτη ενός χαρακτήρα, που ερμηνεύει πολύ καλά ο Τζιν Χάκμαν. Ο οποίος είναι ντετέκτιβ ειδικευμένος σε παρακολουθήσεις προσώπων. Ο καλύτερος στην πιάτσα, όπως γρήγορα αφήνεται να εννοηθεί. Το άλλο, που αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε σταδιακά και πάνω σ' αυτό χτίζεται ολόκληρη η ταινία, είναι η παράνοια του βασικού ήρωα. Όχι, μη φανταστείτε σίριαλ κίλερς και βίαια ξεσπάσματα και τέτοια. Σας είπα ότι πρόκειται για χαμηλότονο φιλμ. Γι' αυτό και η παράνοια είναι ύπουλη, διαβρώνει σιγά - σιγά τον ήρωα και αποκαλύπτεται δεξιοτεχνικά, καταλήγοντας σε κρεσέντο. Και γιατί μας ενδιαφέρει αυτή η παράνοια; Επειδή είναι η παράνοια ενός μοναχικού και παθολογικά κρυψίνοος ανθρώπου. Ή μήπως η δουλειά που κάνει, τόσο καλά μάλιστα, και για την οποία ωστόσο έχει τύψεις, τον οδηγεί εκεί;
Αν γενικευσουμε την κατάσταση, θα δούμε ένα φιλμ που μιλά για το πού μπορεί να οδηγήσει η μοναξιά, η άρνηση ουσιαστικής επαφής με άλλους ανθρώπους ή, πολύ πιθανόν, η εμμονή ενός ανθρώπου με το επάγγελμά του. Και μπορούμε πάλι να το θεωρήσουμε σαν ένα σχόλιο πάνω σ' αυτούς που παρακολουθούν τους άλλους, στο τίμημα που καλούνται να πληρώσουν γι' αυτό. Ο ήρωας χώνει απρόσκλητος τη μύτη του στις ιδιωτικές ζωές των άλλων, καταργεί κάθε έννοια ιδιωτικότητας, και γι' αυτό ακριβώς δεν έχει ο ίδιος ιδιωτική ζωή. Οι μικρές λεπτομέρειες που χτίζουν σιγά - σιγά αυτή την εικόνα είναι τέλεια μελετημένες: Τα μονίμως ίδια ρούχα, που δεν βγάζει ούτε στο σπίτι, η παντελής έλλειψη προσωπικού γούστου με τα μπανάλ και απολύτως απαραίτητα αντικείμενα που βρίσκονται σ' αυτό, η θρησκοληψία του, η σκηνή με το δώρο που βρίσκει στο διαμέρισμά του και η ακόλουθη αντίδραση, το διαρκές του κούμπωμα, που τον κάνει ουσιαστικά να μην έχει φίλους και να έχει μάλλον ψυχρές σχέσεις με τις γυναίκες, όλα συγκλίνουν ανεπαίσθητα προς το φινάλε, το οποίο, δίχως και πάλι να συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό, το βρήκα συγκλονιστικό. Προσέξτε επίσης τη σκηνή της εξομολόγησης: Όντας θρήσκος, πασχίζει να βγάλει από μέσα του όλα αυτά που συσσωρεύει καταφεύγοντας στον εξομολογητή, κι εκεί όμως ακόμα είναι κουμπωμένος και διστακτικός...
Σας είπα ότι πρόκειται για αργό φιλμ, που πιθανόν να κουράσει κάποιους με τους ρυθμούς του και με την εμμονή στο πρόσωπο του ήρωα. Παρ' όλα αυτά, σας το είπα κι αυτό, το βρήκα πραγματικά πολύ δυνατό. Ίσως μάλιστα αυτό να οφείλεται ακριβώς στους ρυθμούς αυτούς και στην "υπουλία" με την οποία αποκαλύπτονται τα πράγματα, το αληθινό πρόσωπο του ήρωα και το αληθινό δράμα.
ΥΓ: Σε δεύτερο ρόλο θα ανακαλύψετε έναν νεαρότατο και παντελώς άγνωστο ακομα Χάρισον Φορντ. Σαν παιδάκι μοιάζει!

Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΑΛΛΑ ΔΑΙΔΑΛΩΔΗΣ "ΜΕΓΑΛΟΣ ΥΠΝΟΣ"


Το "Big Sleep" (1946) ενός από τους κλασικούς μεγάλους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, του Howard Hawks (1896-1977) είναι ένα πραγματικά αρχετυπικό αστυνομικό φιλμ, με μία σπάνια ιδιαιτερότητα: Ενώ από όλους θεωρείται, όπως είπαμε, αρχετυπικό, ουδείς μάλλον έχει καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει σ' αυτό, ποιος είναι πίσω από ποιον, ποια είναι ακριβώς η ίντριγγα. Δεν λέω ότι δεν υπάρχει ιστορία, εξήγηση, ξεκαθάρισμα, αλλά ίσως χρειάζεται να το δει κανείς 2-3 φορές απανωτά (κρατώντας πιθανόν και σημειώσεις) για να βγάλει άκρη. Το σενάριο είναι τόσο πολύπλοκο, οι πληροφορίες τόσο πυκνές, τα ονόματα πέφτουν τόσο γρήγορα, που πολλοί από τους θεατές παραιτούνται κάπου στα μισά και... απλώς απολαμβάνουν όσα βλέπουν. Έχοντας λοιπόν αυτά υπ' όψιν, μη φοβηθείτε αν ξαφνικά διαπιστώσετε ότι δεν θυμάστε ποιος είναι ο τάδε, τι σχέση έχει με το δείνα, γιατί ο Α έκανε αυτό που έκανε εις βάρος του Β κλπ. Δεν θα είστε ο πρώτος.
Βασισμένο στο ομώνυμο (και εξ ίσου πολύπλοκο) βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ, η ταινία μεταφέρει στην οθόνη μια ακόμα περιπέτεια του θρυλικού ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, που φυσικά τον υποδύεται - ποιος άλλος; - ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ. Δίπλα του μια πανέμορφη, νεαρή τότε, Λορίν Μπακόλ. Και γιατί είναι λοιπόν κλασικό το φιλμ, ενώ οι περισσότεροι μπερδεύονται με την πλοκή; Διότι έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του φιλμ νουάρ: Υπέροχη, ασπρόμαυρη φωτογραφία που δημιουργεί ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα, σχεδόν αποκλειστικά νυχτερινά πλάνα, εξαιρετικά πνευματώδεις ατάκες, που συναγωνίζονται η μία την άλλη - πολλές με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, σασπένς, διαρκείς ανατροπές και την ανεπανάληπτη χημεία μεταξύ Μπακόλ και Μπόγκαρντ. Τι άλλο θέλετε; Συγχρόνως βέβαια, δεν παραλείπει, όπως πολλά έργα του Τσάντλερ, να καυτηριάσει την ανηθικότητα και τη βρωμιά που κρύβεται πίσω από την απαστράπτουσα βιτρίνα της πλούσιας αμερικάνικης οικογένειας, αυτής του γέρου στρατηγού με τις δύο διεφθαρμένες κόρες στο συγκεκριμένο παράδειγμα.
Φυσικά το σχεδόν εξωπραγματικό στοιχείο υπάρχει: Κρύβεται στην απίστευτη ευκολία που ο Μπόγκαρντ / Μάρλοου ρίχνει όποιαδήποτε όμορφη γυναίκα βρει μπροστά του κυριολεκτικά σε λίγα λεπτά. Αρκεί να τις κοιτάξει και να πει δυο - τρεις κουβέντες... και πάει, πέσανε όλες. Μιλάμε δηλαδή για απανωτούς κεραυνοβόλους έρωτες! Στα υπ' όψιν λοιπόν κι αυτό το στοιχείο, για να μη σας ξενίσει αν δεν είστε φίλος των παλιών αστυνομικών.
Πρέπει κανείς να κατανοήσει ότι εδώ μιλάμε για μια καθαρή "ταινία είδους". Αν δεν γοητεύεστε από τα ρεπούμπλικα, τις καπαρντίνες, τα παλιομοδίτικα αυτοκίνητα, τα αιώνια σφηνωμένα τσιγάρα στα χείλη, τους ντετέκτιβ, το τζόγο, τις εντυπωσιακές, μοιραίες γυναίκες, τότε ψάξτε αλλού. Πέραν του fun στοιχείου πάντως, και σεναριακά εξαιρετικά νουάρ υπήρξαν και πολλά απ' αυτά, όπως είπαμε, διέθεταν εντονότατο το στοιχείο της καυστικότατης κοινωνικής κριτικής. Για τους φίλους λοιπόν του είδους, αλλά και τους φίλους του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, το φιλμ συνίσταται, κι ας βγείτε με μερικά ερωτηματικά στο τέλος...