Σάββατο, Νοεμβρίου 12, 2016

Η "ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ" ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το 1969 ο Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει την κλασική "Άγρια Συμμορία", που μερικοί την θεωρούν την καλύτερη ταινία του και που κατά τη γνώμη μου παραμένει ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών, και μάλιστα σε μια εποχή που το είδος έφθινε.
Μια συμμορία, της οποίας τα δύο βασικά μέλη είναι πλέον μεσήλικες, οργανώνουν ένα τελευταίο κόλπο πριν αποσυρθούν. Όταν αυτό αποτυγχάνει και καταλήγει σε λουτρό αίματος λόγω των κυνηγών επικηρυγμένων που ακολουθούν τη συμμορία, τα μέλη θα πάνε στο Μεξικό - συζητώντας πάντα για οριστική απόσυρση - θα εμπλακούν στην μεξικάνικη επανάσταση και, σε μια κυριολεκτικά αποστολή αυτοκτονίας, θα αποφασίσουν να ελευθερώσουν έναν σύντροφό τους, που έχει αιχμαλωτιστεί από έναν σκληρό μεξικάνο στρατηγό. Ταυτόχρονα ένα παλιό μέλος της συμμορίας έχει (με βαριά καρδιά) αναλάβει το ρόλο του διώκτη τους από τη μεριά του νόμου.
Ελεγειακό γουέστερν, σκληρό, βίαιο και αιματοβαμένο, μιλά για πολλά πράγματα. Για το τέλος μιας εποχής πρώτα - πρώτα και μάλιστα σε δύο επίπεδα: Σε προσωπικό επίπεδο τα βασικά μέλη αρχίζουν να γερνάνε και δεν αντέχουν πια αυτή τη ζωή, που, ωστόσο, τους έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές στο παρελθόν. Αυτό που τώρα κυριαρχεί είναι κούραση... Σε κοινωνικό επίπεδο είναι ο κόσμος γύρω τους που αλλάζει, οι παλιοί κώδικες που χάνονται, η τεχνολογία που μπαίνει στις ζωές τους (μας). Μιλά επίσης για συγκεκριμένους κώδικες τιμής, που κρατούνται μέχρι τέλους με οποιοδήποτε τίμημα. Ακόμα κι αν αυτό είναι ο θάνατος. Μιλά για την αντρική φιλία, που μοιάζει να είναι πάνω απ' όλα.Και ίσως και για άλλα, που εσείς μπορεί να νανακαλύψετε. Με όλα αυτά το παλιό Φαρ Ουέστ μυθοποιείται εδώ, και μάλιστα τη στιγμή ακριβώς που αργοπεθαίνει, που χάνεται. Οι παράνομοι είναι πιο ανθρώπινοι, έχουν περισότερη "μπέσα". Ο νόμος- ή μάλλον αυτοί με το μέρος των οποίων είναι ο νόμος - είναι άπληστοι, σκληροί και χυδαίοι. Όπως και να το κάνουμε πάντως λιγότερο συμπαθείς από τους ήρωες του φιλμ.
Φυσικά, όπως συνήθως στα φιλμ του Peckinpa, το αίμα ρέει άφθονο, οι σκηνές βίας σε slow motion διαδέχονται η μία την άλλη (μια τόσο συνηθισμένη σήμερα τεχνική, που αυτός χρησιμοποίησε πρώτος), και η δράση δεν κορυφώνεται μία μόνο φορά... Συγχρόνως όμως με αυτά η έντονη μελαγχολική ατμόσφαιρα, αυτή που υπογραμμίζει το "τέλος εποχής" σε κάθε επίπεδο, που λέγαμε και πριν, είναι πανταχού παρούσα. Στο τέλος, το ξέσπασμα, η λύτρωση θαρρείς μέσω του θανάτου, αυτό το φοβερά απλό και τόσο δυνατό "Γιατί όχι;" που ακούγεται, κάνει το βίαιο φιλμ ακόμα και συγκινητικό. Βλέπετε, κάποιοι δεν μπορούν να χωρέσουν στη νέα εποχή. Κι αν το δεις πολιτικά, τελικά οι μόνοι κερδισμένοι απ' όλο αυτό το μακελειό είναι οι φτωχοί χωρικοί, τα μόνιμα θύματα που καταπιέζονται από παντού.
Νομίζω ότι η ταινία παραμένει μεγάλη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αν βέβαια αποδεχτούμε την έντονη βία σε όλο το έργο του  Peckinpa.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2016

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ "7 ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ"

Ο ισπανός Juan Antonio Bayona έχει φαίνεται για τα καλά μπει στο χώρο του αγγλόφωνου, αμερικανο-κάτι-άλλο κινηματογράφου. Μετά το πολύ καλό ισπανικό "Ορφανοτροφείο" έκανε το "The Impossible", ενώ το 2016 μεταφέρει στην οθόνη το εφηβικό μπεστ σέλερ του Πάτρικ Νες "A Monster Calls" ("7 Λεπτά μετά τα Μεσάνυχτα" στην Ελλάδα).
Ένα 12χρονο αγόρι ζει δυστυχισμένα, καθώς η νεαρή, χωρισμένη μητέρα του πάσχει από ανίατη ασθένεια, η γιαγιά του είναι αυταρχιή και καταπιεστική, ενώ στο σχολείο αποτελεί μόνιμο θύμα μπούλινγκ από μια ομάδα συμμαθητών του. Μια νύχτα δέχεται την επίσκεψη ενος τέρατος με τη μορφή ενός γιγάντιου κινούμενου δέντρου. Το τέρας, στις διαδοχικές του επισκέψεις, θα του αφηγηθεί τρείς συμβολικές ιστορίες και θα απαιτήσει από τον μικρό να πει μία δική του, που περιλαμβάνει την απόλυτη αλήθεια για το πώς νοιώθει.
Η ταινία είναι βέβαια ταινία φαντασίας, εντυπωσιακή μάλιστα σε κάποιες εικόνες της. Διαθέτει μάλιστα και κάποια σκοτεινή ατμόσφαιρα, στην αρχή κυρίως. Ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι το βάρος πέφτει όχι τόσο στο φανταστικό ή στον τρόμο, αλλά στο δράμα.  Και μάλιστα βαρύ δράμα. Κυρίως στις σχέσεις του παιδιού με τη μητέρα του, στα πιο βαθιά και κρυφά συναισθήματα που αυτό τρέφει για εκείνη. Το ψυχαναλυτικό στοιχείο υπάρχει έντονο και όλα μοιάζουν να λύνονται (κάπως αφελώς κατά τη γνώμη μου) όταν βγάλουμε στο φως τις αλήθειες που κρύβουμε μέσα μας (συχνά τις κρύβουμε κι από τον ίδιο μας τον εαυτό). Τελικά έχουμε να κάνουμε με ένα ψυχολογικό δράμα που "κρύβεται" κάτω από το φανταστικό στοιχείο.
Οι εικόνες ισοροπούν ανάμεσα στον καθημερινό ρεαλισμό και την γοτθική ατμόσφαιρα του φανταστικού, κι αυτή η "αταίριαστη" ισοροπία δίνει μια ιδιαιτερότητα στο φιλμ. Οι ιστορίες που αφηγείται το τέρας "εικονογραφούνται" με όμορφο εικαστικά animation, που ταιριάζει με τις εικόνες που ζωγραφίζει το παιδί. Αυτό το πάντρεμα κινηματογραφικής εικόνας και animation εξασφαλίζει άλλη μια ιδιαιτερότητα. Ωστόσο συνολικά δεν μπορώ να πω ότι η ταινία με ενθουσίασε. Είναι ευαίσθητη και όμορφη αισθητικά, αλλά το πολύ δράμα και η κάπως απογοητευτική λύση μάλλον με κούρασαν. Πάντωςπαραμένει μια αρκετά ιδιαίτερη ταινία.
Τελικά νομίζω ότι από τα τρία προτιμώ το πρώτο φιλμ του Bayona, το "Ορφανοτροφείο".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2016

"ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ, ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ", ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ

Ο βέλγος Bouli Lanners είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο αγνοούσα. Το 2016 γυρίζει το "Les Premiers les Derniers" (Οι Πρώτοι οι Τελευταίοι), ένα ασυνήθιστο νουάρ (ή περίπου), το οποίο προσωπικά μου άρεσε πολύ.
Δύο πενηντάρηδες πλέον σύγχρονοι "κυνηγοί επικηρυγμένων" ψάχνουν να βρουν έναπολύτιμο  κινητό που κάποιοι έκλεψαν από τον εργοδότη τους. Καθώς το ανθρωποκυνηγητό θα συνεχιστεί σε μια μουντή, βροχερή και άσχημη επαρχία, θα διαπιστώσουν ότι το κινητό το έχει κλέψει ένα ζευγάρι ελαφρά καθυστερημένων, που το έχουν σκάσει από το ίδρυμά τους και ζουν σαν κλοσάρ. Συγχρόνως στην ιστορία εμπλέκονται μεταξύ άλλων μια ομάδα βέλγων ή γάλλων (δεν ξέρω πού ακριβώς διαδραματίζεται το φιλμ) "rednecks" (ναι, δεν υπάρχουν μονο στην Αμερική τέτοιοι), μια γυναίκα που περιθάλπει έναν από τους δύο κυνηγούς, ο μυστηριώδης εργοδότης και ο... Ιησούς.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Διαθέτει έξυπνο, δίχως κενά σενάριο, πολύ ενδιαφέροντες και πρωτότυπους χαρακτήρες, καλούς διαλόγους, σασπένς και μια υφέρπουσα μελαγχολία, που κάποιες στιγμές μετατρέπεται σε γλυκύτητα, ενώ το χιούμορ είναι κι αυτό παρόν. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι η ανατροπή όχι στο σενάριο και στις όποιες αποκαλύψεις, αλλά στους ίδιους τους χαρακτήρες. Στην αρχή δύσκολα θα μαντέψει κανείς ποιοι είναι οι "καλοί" και οι "κακοί" (σχηματικά το λέω, δεν υπάρχουν ακριβώς τέτοιοι) και βαθμιαία η ανθρωπιά θα ξεπεταχτεί από εκεί που δεν το περιμένεις, ενώ οι δύο κυνηγοί παρουσιάζονται ως τυπικοί κουρασμένοι loosers. Η φωτογραφία εντυπωσιάζει επίσης τονίζοντας την ασχήμια, τη γκριζάδα, τη θλίψη της (βελγικής ή γαλικής) επαρχίας, μιας επαρχίας κατοικημένης από κάθε άλλο παρά καλοκάγαθους και αθώους κατοίκους.
Εξαιρετικό σύγχρονο νουάρ με όχι τόσο πολύπλοκο σενάριο, όσο με πολύπλοκους και εξελισόμενους χαρακτήρες, διαθέτει και την πρωτοτυπία ότι διαδραματίζεται στην άχαρη ύπαιθρο και όχι, όπως συνήθως συμβαίνει στο είδος, στην πόλη. Θα προσπαθησω να δω κι άλλες ταινίες του σκηνοθέτη.
ΥΓ: Στο φιλμ κάνει μια απροσδόκητη εμφάνιση σε μικρό ρόλο ο Μαξ φον Σίντοφ!

Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2016

ΟΤΑΝ ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΟ "MIMIC"

Το έχω ξαναγράψει: Ο μεξικάνος Guillermo Del Toro, κινούμενος πάντοτε στο χώρο του φανταστικού, γυρίζει εξαιρετικές ισπανόφωνες ταινίες, ενώ όταν πάει στο Χόλιγουντ και κάνει αγγλόφωνες το αποτέλεσμα είναι τις περισσότερες φορές μέτριο. Το 1997 φοβάμαι ότι ήταν η σειρά της μετριότητας, αν τουλάχιστον κρίνουμε από το φιλμ τρόμου "Mimic" (για να πούμε την αλήθεια ήταν η δεύτερη μόλις ταινία του και ακόμα δεν είχε δείξει τις δυνατότητές του).
Μια εντομολόγος σώζει την ανθρωπότητα από μια μυστηριώδη θανατηφόρα ασθένεια που προσβάλλει παιδιά, δημιουργώντας μεταλλαγμένα έντομα, τα οποία σκοτώνουν τις κατσαρίδες, που είναι οι φορείς της ασθένειας. Τρία χρόνια μετά τερατώδη γιγάντια έντομα (ή μήπως άνθρωποι - έντομα;) εμφανίζονται στους αχανείς υπονόμους της πόλης σκορπίζοντας τον τρόμο. Και, καθως στρέφονται ενάντια στους ανθρώπους, αυτό που μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα θα είναι πολύ πιο εφιαλτικό. Τα τέρατα βεβαίως πολεμά στους υπονόμους - ποια άλλη;- η ίδια η εντομολόγος με τον σύζυγό της και έναν - δύο άλλους...
Κατ' αρχήν είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ότι θέλοντας να δημιουργήσεις κάτι καλό, να νικήσεις δηλαδή μια φοβερή αρρώστια, δημιουργείς κάτι φριχτό, που απειλεί με τη σειρά του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εδώ δεν έχουμε "τρελό επιστήμονα", αλλά μόνο αγαθές προθέσεις. Από εκεί και πέρα όμως το μυαλό του θεατή θα πάει κατ' ευθείαν στο "Alien" - και πιο πολύ στο δεύτεροο "Aliens", του οποίου η επιροή είναι εμφανέστατη. Εκτός αυτού η δράση είναι συχνά προσχηματική, ο τρόμος δεν είναι ακριβώς τρόμος, αλλά περισσότερο αηδία (βρώμικοι υπόνομοι, κατσαρίδες, γιγάντια έντομα, υγρά αυγά που στάζουν και αντίστοιχα κουκούλια, εντόσθια εντόμων και ζουμιά εντόμων με τα οποία όλοι πασαλείβονται, και συγνώμη αν σας έκοψα την όρεξη...), μάλλον ξέρουμε από την αρχή ποιοι από τους "καλούς" θα πεθάνουν και ποιοι θα επιβιώσουν... και εν τέλει μας περιμένει και ένα ηλίθιο φινάλε. Αφείστε δε και τις σεναριακές αυθαιρεσίες (το παιδί γιατί δεν το φάγανε;) Το τυπικό, βαρετό Χόλιγουντ σε μια ακόμα μπανάλ εκδοχή του.
Εντάξει, μην το θάψω εντελώς. Βλέπεται και ίσως κρατά τον θεατή για δύο ώρες, αλλά μέχρις εκεί και απολύτως τίποτα περισσότερο. Αν σκεφτείτε ότι οι επιρροές που λέγαμε μπορεί να θεωρηθούν από κάποιους και αντιγραφές, νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν Del Toro στα χειρότερά του (μόνο το "Pacific Rim" του βρήκα ακόμα χειρότερο). Ήταν βέβαια η δεύτερη μόλις ταινία του και ακόμα δεν είχε δείξει τις δυνατότητές του.

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2016

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΣΤΙΣ "ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΝΤΙΣΟΝ"

Να λοιπόν που μια απο τις πιο τρυφερές, ευαίσθητες και ρομαντικές ταινίες των πολλών τελευταίων χρόνων έγινε από έναν "σκληρό" του σινεμά. Μιλώ για τις θαυμάσιες "Γέφυρες του Μάντισον" του 1995 και, βέβαια, για τον Clint Eastwood, ο οποίος εδώ μάλιστα αποσπά και εξαιρετικές ηθοποιίες από την Μέριλ Στριπ και... τον εαυτό του.
Σε μια συντηρητική επαρχία των ΗΠΑ, μετά το θάνατο της μητέρας τους, τα 40κάτι πλέον παιδιά της, άντρας και γυναίκα, με μια μάλλον όχι και τόσο ευχάριστη προσωπική  ζωή, διαβάζουν τα γράμματα που τους άφησε και ανακαλύπτουν εμβρόντητοι ότι η "τέλεια νοικοκυρά", πρότυπο επαρχιακής παντρεμένης γυναίκας, είχε κάποτε εραστή. Σοκαρισμένοι αρχικά μαθαίνουν για μια παθιασμένη σχέση που κράτησε 4 μόλις μέρες, αλλά λίγο έλειψε να αλλάξει ριζικά ολόκληρη τη ζωή της (τη ζωή τους μάλλον), κι εμείς μεταφερόμαστε στην επαρχία Μάντισον στις αρχές των 60ς όταν η αψεγάδιαστη σύζυγος και μητέρα γνωρίζει έναν μποέμ φωτογράφο του National Geographic που φτάνει στην ξεχασμένη περιοχή τους, όταν σύζυγος και παιδιά θα λείψουν για 4 μέρες για ένα τοπικό πανηγύρι, και όλα όσα κρύβει βαθιά μέσα τους θα ξεσπάσουν.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω σε ένα τόσο χαμηλότονο φιλμ όπως αυτό, γεμάτο όμως με νοήματα και ευαισθησία. Είναι εξαιρετική η μελέτη και η ανάδειξη μιας μακράς σειράς καταστάσεων: Της επαρχιακής και οικογενειακής πλήξης μιας γυναίκας. Της σφοδρής σύγκρουσης συναισθήματος και λογικής, ρομαντισμού και πραγματικότητας. Των ονείρων που χάνονται, καλυμμένα από τόννους ρουτινιάρικης καθημερινότητας. Των συμβιβασμών που αναγκαζόμαστε όλοι να κάνουμε στη ζωή μας. Της ανάλυσης του ερωτικού πάθους, που, αλοίμονο, δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Της ήσυχης, γλυκιάς και υπνωτικής επαρχιακής μελαγχολίας. Και, εντέλει, της κυριαρχης αίσθησης του καθήκοντος (ή μήπως των κοινωνικών συμβάσεων;), το οποίο όμως δεν είναι ακριβώς μια βαρύτατη θυσία, με την έννοια ότι υποχρεώνει στην απομάκρυνση από το πάθος, αλλά προσφέρει κι αυτό τη δική του μικρή, ήπια, καθημερινή ικανοποίηση. Αν και η έννοια της θυσίας παραμένει βασική...
Συγκίνηση, δίχως όμως μελό, υπέροχη φωτογραφία, που αναδεικνύει τόσο την ομορφιά όσο και τη μελαγχολία της ήσυχης επαρχιακής φύσης, πάθη που σιγοβράζουν δίχως ποτέ να ξεσπάνε, θαυμάσιοι χαρακτήρες και, τελικά, ένας μεγάλος, ανεκπλήρωτος έρωτας σαν επίκεντρο όλων αυτών, συνθέτουν μια από τις πιο όμορφες ταινίες του είδους. Χωρίς δράση ή έντονες δραματικές κορυφώσεις, προειδοποιώ και πάλι, αλλά αυτή ακριβώς είναι νομίζω η αξια της. Οι αργοί σχετικά ρυθμοί, τα βουβά πάθη, οι χαμηλοί τόνοι, εναρμονίζονται τέλεια με την όλη μελαγχολία που θέλει να δείξει. Είναι αυτό που προσωπικά θα χαρακτήριζα βαθιά συγκινητικό, δίχως κορώνες και φωνές. Απλώς τέλεια αρμονικό σαν ιστορία, νόημα και ατμόσφαιρα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 05, 2016

Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ, Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΖΚΑΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΓΕΙΑΣ

Η σειρά των σούπερ μπεστ σέλερ βιβλίων του Χάρυ Πότερ έγινε βέβαια σειρά επίσης πετυχημένων στα ταμεία (και ευχάριστων σε γενικές γραμμές) ταινιών (προς μεγάλη χαρά, φαντάζομαι, της J.K. Rowling, ιδαίτερα σε οικονομικό επίπεδο). Το 2004 κυκλοφορεί η τρίτη ταινία της σειράς, το "Harry Potter and the Prisoner of Azkaban", μάλλον η καλύτερη μέχρι τότε. Αναμενόμενο βεβαίως, αφού τη σκηνοθεσία παίρνει από τα χέρια του απλώς καλού διεκπεραιωτή Chris Colombus ο σαφώς περισσότερο ικανός και "ψαγμένος" μεξικάνος Alfonso Cuaron.
 Ο Πότερ βρίσκεται στο τρίτο έτος της σχολής μαγείας του Hogwats, ένα έτος όπου σημαδιακά πράγματα συμβαίνουν σ' αυτό: Αποκτά καινούριο καθηγητή στο μάθημα της "Άμυνας ενάντια στις Σκοτεινές Τέχνες", γνωρίζεται με έναν... γρύπα, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι ο παρανοϊκός δολοφόνος Σίριους Μπλακ δραπετεύει από το Αζκαμπάν, όπου κρατείται, και, όπως όλα δείχνουν, αναζητά τον Πότερ. Χειρότερο ακόμα είναι ότι τον αναζητούν και κάποιες σκοτεινές οντότητες, οι εφιαλτικοί Dementors, φύλακες του Αζκαμπάν. Σύντομα ο ήρωάς μας θα μάθει ότι ο Σίριους Μπλακ, ενώ ήταν ο αγαπημένος φίλος των νεκρών γονιών του, σχετίζεται άμεσα με τον θάνατό τους...
Φυσικά πρόκειται απλώς για μια ακόμα θεαματική περιπέτεια του Χάρι Πότερ. Χορταστική, διασκεδαστική, που εγγυάται δύο (και παραπάνω) ευχάριστες ώρες. Ωστόσο αυτή εδώ διαθέτει και κάτι παραπάνω: Αρκετά σκοτεινό κλίμα (κυρίως λόγω της παρουσίας των Dementors, αλλά και του φυγά Σίριους) και αρκετές απροσδόκητες ανατροπές. Ποιοι είναι αληθινά οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί"; Είναι πάντοτε τα πράγματα όπως φαίνονται; Προφανώς όχι...
Όπως αποδεικνύει εδώ, ο Cuaron μπορεί να φέρει άνετα σε πέρας μια κλασική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή. Και μάλιστα από τις χορταστικές του είδους. Εκτός από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που προαναφέραμε, κατορθώνει να μην κουράσει τον θεατή στα 142 λεπτά της διάρκειάς του. Δεν είναι λίγο αυτό.
Γενικά, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα φαν των βιβλίων ή των ταινιών του Χάρι Πότερ, βρίσκω την ταινία διασκεδαστική και ευχάριστη, και μάλιστα μάλλον από τις καλύτερες της τόσο πετυχημένης σειράς.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2016

ΤΟ "ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ" ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΣΤΟ "WILD"

Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της γερμανίδας (και ηθοποιού) Nicolette Krebitz (την οποία ομολογώ ότι αγνοούσα), το "Wild" του 2016 εντυπωσιάζει τόσο με το ωμό και στα άκρα καλεσμα της φύσης που πρεσβεύει όσο και με τη δυσκολία των γυρισμάτων καθ' εαυτή. Σίγουρα πάντως είναι φιλμ που δεν θα ξεχάσετε σύντομα.
Μια μοναχική, εργαζόμενη κοπέλα, περνά μια μουντή, γκρίζα και ανούσια ζωή. Ώσπου μια μέρα, σε ένα πάρκο το οποίο διασχίζει κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά της, συναντά έναν λύκο, ο οποίος προφανώς κάπως έχει κατέβει στην πόλη. Το ζώο γίνεται έμμονη ιδέα της ηρωίδας. Μετά από καιρό και με ποικίλες μεθόδους καταφέρνει να το πιάσει και, ναρκωμένο, να το οδηγήσει στο διαμέρισμά της. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια απίστευτη, δύσκολη συμβίωση. Ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ένας έρωτας;
Το φιλμ κυριαρχείται από την ιδέα της απόριψης κάθε μορφής πολιτισμού και κοινωνικότητας και την απόλυτη, τέλεια επιστροφή στη φύση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η ηρωίδα ξεκινά με ένα είδος εμμονής για το ζώο. Κάποια στιγμή αυτό θα εξελιχτεί σε ένα είδος επίσης έρωτα και στη συνέχεια ο δεσμός τους θα γίνει όλο και πιο βαθύς, καθώς εκείνη μοιάζει να απορρίπτει όλο και πιο ολοκληρωτικά κάθε μορφή ανθρώπινης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, άλλωστε, που δεν παρουσιάζεται με τα πιο όμορφα χρώματα...
Αλληγορία για τα καταπιεσμένα ένστικτα που όλοι κρύβουμε μέσα μας (ή, αν προτιμάτε, για το κτήνος μέσα μας), μαύρη σάτιρα των κοινωνικών συμβάσεων και της κοινωνικής καταπίεσης, μιλώντας για τη δύσκολη και ζωώδη ελευθερία της φύσης, η ταινία ίσωςνα σας γίνει ακόμα και ενοχλητική με κάποιες σκηνές της. Μέχρι κάποιο σημείο μάλιστα μου θύμισε την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, λόγω της βαθμιαίας εγκατάλειψης των πάντων από την ηρωίδα. Φυσικά εδώ έχουμε απόλυτα διαφορετικό concept και όσο συμβαίνουν συμβαίνουν για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Πέραν αυτών πάντως είναι αξιοθαύμαστο και το πώς γυρίστηκε το φιλμ. Βλέπετε εδώ δεν υπάρχει τίποτα ψηφιακό. Πρόκειται για έναν αληθινό λύκο, που "παίζει" με την πρωταγωνίστρια στα στενά όρια ενός μικρού διαμερίσματος.
Το συνιστώ σαν κάτι πρωτότυπο και παράξενο. Και ακραίο, αν θέλετε, και κάπως δύσκολο. Το βρήκα όμως δυνατό και, συνολικά, αν μη τι άλλο, μια αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2016

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑΤΙΚΗ "JULIETA"

Το 2016, και μετά το διάλειμμα της σαχλής κατά τη γνώμη μου κωμωδίας "Δεν Κρατιέμαι", ο Pedro Almodovar επιστρέφει στη φόρμα του μελοδράματος, που τόσο καλά ξέρει να χειρίζεται, με την δραματική "Julieta".
Μια 55άρα πετυχημένη γυναίκα, που ετοιμάζεται να μετακομίσει από τη Μαδρίτη στη Βαρκελόνη με τον φίλο της, αλλάζει γνώμη όταν συναντά στο δρόμο μια παιδική φίλη της κόρης της, από την οποία μαθαίνει ότι η κόρη ζει και μάλιστα έχει οικογένεια και τρία παιδιά. Βλέπετε, έχει πολλά χρόνια να μάθει οτιδήποτε για κείνη, ακόμα και για αν και πού ζει ή αν πέθανε. Με ένα flash back διαρκείας, με αφορμή το γράμμα που αποφασίζει να της γράψει, μαθαίνουμε τι συνέβει στο παρελθόν στη νεαρή τότε Julieta. Πώς γνώρισε τον άντρα της μια νύχτα σ' ένα τρένο και κάτω από ποιες συνθήκες έφτασε να μην έχει καμία απολύτως επαφή με την αγαπημένη της κόρη.
Φυσικά πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία, στην οποία το συναίσθημα έχει τον πρώτο λόγο. Η σχέση μάνας - κόρης κυριαρχεί (συχνό θέμα άλλωστε η μητέρα στο έργο του Almodovar), κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται στην πορεία, σχέσεις οριμάζουν ή καταρρέουν, το ερωτικό πάθος όπως πάντα υπάρχει κι αυτό, οι γυναίκες έχουν φυσικά τον πρώτο λόγο και, τελικά, είναι πιθανόν και να σας ξεφύγει ένα δάκρυ. Ο σκηνοθέτης είναι βέβαια εξαιρετικός σ' αυτό που κάνει. Ωστόσο εδώ νομίζω ότι λείπει ένα βασικό στοιχείο της δουλειάς του: Το κωμικό. Ή μάλλον όχι ακριβώς κωμικό. Αυτό που συχνά συμβαίνει με τις ταινίες του είναι ότι ναι μεν είναι συνηθως μελοδράματα, αλλά όσα συμβαίνουν είναι τόσο τραβηγμένα, τόσο overdose, που, σε συνδυασμό με τα έντονα χρώματα (σε βαθμό κιτς) που φορτώνουν ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα, φτάνουν να βγάλουν ακόμα και γέλιο μέσα στο τόσο δράμα. Στην "Julieta" αυτό δεν υπάρχει. Δεν χαμογελάς με τις αλμοδοβαρικές ακρότητες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με καθαρό μελόδραμα, αυστηρό, συγκινητικό, συγκρατημένο. Εδώ μπορείς μόνο να συγκινηθείς καθώς οι εσωτερικές πληγές μιας σε πρώτη όψη ευτυχισμένης γυναίκας αποκαλύπτονται βαθμιαία.
Για όλα αυτά το φιλμ, ενώ αντικειμενικά νομίζω ότι είναι καλό, κάπως με απογοήτευσε. Όχι αυτό καθ' εαυτό, αλλά ως αλμοδοβαρική ταινία. Βρήκα μεν πολλούς συνήθεις προβληματισμούς του δημιουργού, δεν βρήκα όμως αυτό το στοιχειο που τον κάνει τόσο ιδιαίτερο. Αυτό όμως είναι προσωπικό. Αν σας αρέσουν τα βαριά δράματα και θελετε να συγκινηθείτε από μια ευαίσθητη ιστορία απώλειας (πολλαπλής ουσιαστικά) σας το συνιστώ.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2016

"RONIN", ΡΩΣΟΙ, ΙΡΛΑΝΔΟΙ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ

Ρόνιν στην παλιά Ιαπωνία ήταν οι σαμουράι που έχαναν τον αφέντη τους, οπότε προσέφεραν πλέον τις υπηρεσίες τους σε οποιονδήποτε τους πλήρωνε. Το 1998 ο σημαντικός, κυρίως στη δεκαετία του 60, John Frankenheimer (1930-2002) γυρίζει το "Ρόνιν", την προτελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, με τους Ντε Νίρο και Ζαν Ρενό, ένα ακόμα σύγχρονο θρίλερ δράσης.
Μία ιρλανδή προσλαμβάνει μία ομάδα "ρόνιν" για να αρπάξουν μια πολύτιμη βαλίτσα αγνώστου περιεχομένου από κάποιον που σκοπεύει να την πουλήσει στους ρώσους. Τη βαλίτσα αυτή όμως θέλουν διακαώς και κάποιοι ιρλανδοί. Η επιχείρηση θα πετύχει, από εκεί και πέρα όμως κάποιος από την ομάδα θα την κλέψει για τον εαυτό του και θα ακολουθήσει χάος με πολλούς νεκρούς...
Η ταινία ξεκινά συγκρατημένα, δίνοντας βάρος στην σχολαστική προετοιμασία του εγχειρήματος από τους σύγχρονους "ρόνιν" και τις μεταξύ τους σχέσεις και διαφωνίες. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί η δράση: Η εκτέλεση του σχεδίου, οι περιπλοκές που προκύπτουν, τα κυνηγητά αυτοκινήτων, οι πυροβολισμοί... Τα πάντα παίρνουν φωτιά και στο μέσο της δεσπόζει το πολύτιμο "αντικείμενο του πόθου", το γνωστό "Μακγκάφιν". Και βέβαια αναδεικνύεται η ιδιόρυθμη προσωπική ηθική του βασικού ήρωα, η "ηθική της δουλειάς", το απόλυτο δόσιμο σ' αυτήν. Υπάρχει τιμιότητα και στο έγκλημα, βλέπετε. Τώρα τι είδους εσωτερική τιμιότητα είναι αυτή, όταν έχει τιναχτεί στον αέρα η μισή πόλη για να πετύχουμε το σκοπό μας, αυτό είναι συζητήσιμο...
Αρκετά καλή ταινία κατά τη γνώμη μου, που κρατά τον θεατή, δίχως ωστόσο να προσθέτει κάτι πολύ αξιόλογο σε ένα πολυχρησιμοποιημένο είδος. Όσο για τον Frankenheimer, σίγουρα ξέρει πολύ καλά να κάνει σινεμά, αλλά νομίζω ότι το συγκεκριμένο (συμπαθητικό, ξαναλέω), φιλμ δεν συγκρίνεται με τα εξαιρετικά παλιότερά του.



Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2016

ΜΕΓΑΛΕΠΗΒΟΛΟ, ΑΛΛΑ KAI ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ "REMAINDER"

Ο ισραηλινός Omer Fast είναι σχετικά γνωστός video artist. Το "Remainder" του 2015 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και είναι γερμανοβρετανική παραγωγή. Είναι αρκετά εντυπωσιακή σαν concept, έχει μάλλον υπέρμετρες φιλόδοξίες και εικαστικές ανησυχίες, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε ιδιάιτερα.
Ένας νεαρός λονδρέζος χτυπιέται ξαφνικά από ένα ακαθόριστο αντικείμενο που πέφτει από έναν ουρανοξύστη και χάνει τη μνήμη του. Μετά μια περίοδο πλήρους απώλειας των πάντων - ζει σχεδόν σαν κλοσάρ - αποκτά πολλά λεφτά χάρη στην υπέρογκη αποζημείωση που παίρνει και αρχίζει να σχεδιάζει από την αρχή όσα σχετίζονται με το ατύχημά του, πασχίζοντας να βρει εξηγήσεις για το τι, το γιατί και πώς έχει συμβεί. Θα χρειαστεί να επανασχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια τα όσα θυμάται τη στιγμή του ατυχήματος, να ξαναχτίσει ολόκληρη γειτονιά σχεδόν, σε κάτι που γίνεται όλο και μεγαλύτερο, αλλά και όλο και πιο επικίνδυνο ταυτόχρονα...
Φυσικά το πρώτο που έρχεται στο νου είναι το "Memento". Θα προσθέσω ότι το άλλο που θυμίζει είναι η "Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης". Πρόκειται για κάτι ανάμεσα σ' αυτά τα δύο. Πολλοί θα ενθουσιαστούν σκεπτόμενοι ότι "αυτές είναι δύο από τις αγαπημένες μου ταινίες" (προσωπικά μ' αρέσει το "Μεμέντο", αλλά όχι τόσο η "Συνεκδοχή"). Ναι, αλλά το ότι κάτι είναι "ανάμεσα στα δύο" δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είναι τόσο καλό όσο αυτά, και πολύ περισσότερο ότι είναι καλύτερο κι από τα δύο, αφού τα συνδυάζει. Είπαμε ότι το φιλμ είναι φιλόδοξο και εικαστικό, κάπου όμως, μετά από το αρχικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει, "το χάνει" κατά τη γνώμη μου και γίνεται όλο και περισσότερο επαναλαμβανόμενο. Με λίγα λόγια με κούρασε αρκετά. Και, για να ομολογήσω και την αμαρτία μου, προσωπικά στο τέλος δεν πολυκατάλαβα τι ακριβώς έχει συμβεί. Κι αυτά τα μπερδέματα (προσοχή: δεν εννοώ το συνειδητά "ανοιχτό τέλος", εννοώ αυτό που έχει υποτίθεται μια λογική, αλλά είναι τόσο πολύπλοκη που τελικά σου μένουν κάμποσα κενά), αυτά τα μπερδέματα λοιπόν δεν είναι ακριβώς ό,τι αγαπώ περισσότερο.
Τέλος πάντων η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα και το φιλμ υποτίθεται ότι είναι ένας γρίφος που θα σκέπτεστε αρκετά μετά το τέλος του, προσπαθώντας να τον λύσετε. Βασίζεται σε μυθιστόρημα του Τομ ΜακΚάθι, το οποίο ομολογώ ότι μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω. Ωστοσο, πρέπει να ξαναπώ, η ταινία με κούρασε αρκετά και τελικά μου άφησε κενά. Παρ΄ όλα αυτά θα πρότεινα να της δώσετε μια ευκαιρία. Για το αξιοπερίεργο του πράγματος.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2016

"Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ" ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΑΘΕ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Από τους σκηνοθέτες που παρακολουθώ πάντοτε, ο κορεάτης Chan-wook Park επιστρέφει το 2016 δριμύτερος, μετά από το μάλλον προβλέψιμο "Stoker", με μια πολύ δυνατή, ερωτική και ανατρεπτική  "Υπηρέτρια", βασισμένη σε βιβλίο της Σάρα Γουότερς.
Ο Park μεταφέρει την δυτική ιστορία στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα της δεκαετίας του 30. Εκεί μια φτωχή κοπέλα προσλαμβάνεται σαν υπηρέτρια μιας πλούσιας και λίγο αλαφροϊσκιωτης κληρονόμου, που ζει απομονωμένη με τον καταπιεστικό (και διεστραμμένο) θείο της. Στην πραγματικότητα η υπηρέτρια έχει στήσει μια σατανική ίντριγκα με έναν γοητευτικό απατεώνα, που παρουσιάζεται ως ιάπωνας κόμης, με στόχο την περιουσία της κοπέλας. Ωστόσο οι δύο γυναίκες θα έρθουν απροσδόκητα κοντά, η μεταξύ τους σχέση θα γίνει σιγά - σιγά ερωτική και όλα θα ανατραπούν... για να ανατραπούν όμως πάλι και πάλι...
Αυτό που από την αρχή προσέχει κανείς είναι ότι εδώ ο σκηνοθέτης γίνεται για πρώτη φορά τόσο εικαστικός. Υπέροχα, μερικές φορές ακίνητα πλάνα, πανέμορφες εικόνες, σκούρα χρώματα, συνθέτουν μια οπτική πανδαισία. Από εκεί και πέρα η ατμόσφαιρα γίνεται υποβλητική, τρομαχτική, αγωνιώδης, ερωτική, εφιαλτική... ανάλογα με το πού οδηγεί το έξυπνο σενάριο. Ο Park χωρίζει το φιλμ σε τρία μέρη. Το καθένα συχνά επαναλαμβάνει σκηνές που ήδη έχουμε δει, αλλά από την οπτική γωνία διαφορετικού κάθε φορά προσώπου (ενός κάθε φορά από το πρωταγωνιστικό ερωτικό τρίγωνο). Έτσι, πράγματα που θεωρούμε βέβαια φωτίζονται ξαφνικά με εντελώς διαφορετικό τρόπο και αποκαλύπτουν απίθανα μυστικά. Το τέχνασμα αυτό κρατά νομίζω αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.
Από την άλλη τα βασικά θέματα του κορεάτη δημιουργού είναι κι εδώ παρόντα: Η εκδίκηση, ο (συχνά διεστραμμένος) ερωτισμός, που εμπεριέχει λεσβιασμό, σαδομαζοχισμό, πορνογραφία, το ανικανοποίητο, η βία... Πάνω απ' όλα όμως η  ανατροπή, η συνεχής αποκάλυψη κρυμμένων μυστικών, το παιχνίδι που μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, το παιχνίδι δηλαδή πάνω στο είναι και το φαίνεσθαι, την αλήθεια και το ψέμα... αλλά και το πώς η εισβολή των συναισθημάτων μπορεί να νατρέψει κάθε προμελετημένο σχέδιο. Και, επί πλέον, υπάρχει και μια φεμινιστική νότα, καθώς οι γυναίκες αποδεικνύονται δυνατότερες των αυτοκαταστροφικών ανδρών.
Παρά τη μεγάλη διάρκειά του παρακολούθησα την ταινία δίχως να κουραστώ. Τόσο η εικόνα όσο και οι ανατροπές δεν με άφησαν να βαρεθώ. Το συστήνω ως ένα ατμοσφαιρικό, ιδιαίτερα εικαστικό, έξυπνο, αλλά και βίαιο και "διεστραμμένο", όπως είπαμε, θρίλερ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 27, 2016

"LICENSE TO KILL" 'Η ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ ΡΟΥΤΙΝΙΑΡΙΚΟΣ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Το ότι ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα φαν των ταινιών του Τζέιμς Μποντ (της μακροβιότερης "σειράς" στην ιστορία του κινηματογράφου) το έχω δηλώσει επανειλημμένα. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ανάμεσα στα φιλμ του πράκτορα 007 δεν υπάρχουν συγκριτικά καλύτερα ή χειρότερα. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι το "Licence to Kill" ("Προσωπική Εκδίκηση"), που γύρισε το 1989 ο αδιάφορος John Glen, ο οποίος έχει γυρίσει και άλλες ταινίες του υπερπράκτορα, ανήκει στην πρώτη κατηγορία.
Ένας σούπερ κακός μεγαλέμπορος ναρκωτικών βασανίζει τον καλύτερο φίλο του Τζέιμς Μποντ και δολοφονεί βάναυσα την σύζυγό του (το ζεύγος έχει μόλις παντρευτεί και μάλιστα ο Μποντ είναι κουμπάρος). Ο 007 αυτή τη φορά παρακάμπτει όλους τους κανόνες της υπηρεσίας του και γίνεται προσωρινά παράνομος για να πάρει την, προσωπική του πλέον, εκδίκηση. Θα πλησιάσει τον ναρκέμπορα, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του, προφανώς κάτι θα κάνει με την φίλη του (τού κακού εννοώ) και μετά... ακολουθεί η άγρια δράση.
Βρίσκω το συγκεκριμένο φιλμ από τα σχετικά βαρετά της σειράς. Τα πάντα κινούνται σε απόλυτα προβλεπόμενους ρυθμούς και καταστάσεις και, επί πλέον, η σκηνοθεσία του Γκλεν είναι απρόσωπη. Βέβαια ίσως στην μέτρια γνώμη μου να συμβάλλει και η - εντελώς προσωπική - απέχθεια προς τον Τίμοθι Ντάλτον, τον οποίο θεωρώ τον χειρότερο 007. Ξαναλέω ότι αυτό είναι εντελώς προσωπικό και μπορείτε να διαφωνήσετε ελεύθερα. Κατά τα άλλα το κλου εδώ είναι η ύπαρξη καρχαριών, κάποιες υποβρύχιες μονομαχίες... και φυσικά τα γνωστά αυτοκινητοκυνηγητά με νταλίκες φορτωμένες με καύσιμα και ό,τι άλλο φανταστείτε (που εκρήγνυνται μόνο όταν τα οδηγούν οι κακοί), το άγριο πιστολίδι, οι δύο αυτή τη φορά σούπερ γυναίκες που επιθυμούν την καρδιά του Τζέιμς, οι απίθανες ταρζανιές του απέθαντου πράκτορα κλπ. κλπ.
Όπως είπα δεν είναι από τα φιλμ που μου αρέσουν ιδιαίτερα. Αν όμως είστε ορκισμένος οπαδός της σειράς φυσικά και "οφείλετε" να το δείτε.

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2016

"Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ" ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο γνωστότερος σύγχρονος κινέζος σκηνοθέτης Yimou Zhang μοιράζει το έργο του ανάμεσα σε φαντασμαγορικά έπη ("Ιπτάμενα Στιλέτα", "Ήρωας" κλπ.) και σε μικρά, καθημερινά δράματα. Στα τελευταία ανήκει "Η Μεγάλη Επιστροφή" ("Coming Home" στα αγγλικά, "Gui Lai" στα κινέζικα) του 2014, όπου ξανασυναντά την πρώην μούσα του Γκονγκ Λι (εξαιρετική η ερμηνεία της).
Στη δεκαετία του 60, εποχή της εφιαλτικής τελικά Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, μια γυναίκα προσπαθεί να περιθάλψει (παράνομα φυσικά) τον σύζυγό της, που όντας φυλακισμένος για πολιτικούς λόγους, έχει δραπετεύσει. Η κόρη τους όμως, φανατική "ερυθροφρουρός", θα τον καταγγείλει. Όταν ο σύζυγος επιστρέφει χρόνια μετά - αυτή τη φορά απελευθερώνεται επίσημα - ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του πάσχει από ένα είδος αμνησίας και αδυνατεί να τον αναγνωρίσει. Αντίθετα εξακολουθεί να περιμένει πάντοτε την επιστροφή του αγαπημένου συζύγου της... Εκείνος, με τη βοήθεια της μετανιωμένης κόρης, σκαρφίζεται διάφορα τεχνάσματα για να την κάνει να θυμηθεί ποιος είναι.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό δράμα (η περίπτωση της αμνησιακής γυναίκας) και το ιστορικό φόντο (η Πολιτιστική Επανάσταση, η κρατική τρομοκρατία, η πρόσφατη ιστορία της Κίνας). και δείχνει, με κάτι παραπάνω από σαφή τρόπο, ότι η ιστορία επηρεάζει άμεσα την ανθρώπινη καθημερινότητα, τις ζωές απλών ανθρώπων, ρίχνοντας βέβαια μια άμεσα καταγγελτική ματιά στη σκοτεινή αυτή περίοδο. Συγχρόνως το φιλμ εστιάζει στις προσωπικές ζωές των ηρώων, στην ιδιαίτερη περίπτωσή τους, βγάζοντας αρκετή συγκίνηση. Προσωπικά (ίσως και για υποκειμενικούς λόγους) η συγκίνηση αυτή με "ακούμπησε" συναισθηματικά. Και το τέλος με έκανε να φτάσω στα πρόθυρα ενός δακρύου...
Αρκετά δυνατό κατά τη γνώμη μου δράμα κλειστών χώρων, δίχως εξάρσεις και άγριες κορυφώσεις (εκτός ίσως των σκηνών στην αρχή σχετικά του φιλμ της καταδίωξης του δραπέτη), με εξαιρετικές ερμηνείες, επαναλαμβάνω ότι κατόρθωσε να με συγκινήσει. Μάλλον αυτός είναι ο σκοπός του άλλωστε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2016

RED HEAT: ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ ΡΩΣΟΙ ΜΑΖΙ

Είναι εντυπωσιακό το πώς ο mainstream κινηματογράφος (το Χόλιγουντ στην προκειμένη περίπτωση, που είναι η βασική αιχμή του) ανταποκρίνονται ταχύτατα στις όποιες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ή άλες) αλλαγές και εξελίξεις. Το 1988 ας πούμε η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε, ο Γκορμπατσόφ είχε για τα καλά ξεκινήσει την Περεστρόικα και ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν φαινόταν πια και τόσο κομουνιστικός. Πιάνοντας λοιπόν την πρωτόγνωρη για τότε συγκυρία, ο ικανός σκηνοθέτης δράσης Walter Hill γυρίζει το "Red Heat" ("Αποστολή Εκτός Έδρας" στην Ελλάδα) με τον σταρ τότε Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, όπου - ώ του θαύματος - αμερικάνοι και ρώσοι συνεργάζονται άψογα (σχεδόν άψογα τέλος πάντων) για να χτυπήσουν έναν κοινό εχθρό.
Ένας σκληρός ρώσος αστυνομικός στέλνεται σε αποστολή στις ΗΠΑ για να φέρει πίσω στην πατρίδα του έναν αδίστακτο γεωργιανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών, ο οποίος έχει συλληφθεί στην Αμερική. Ο κακοποιός θα ξεφύγει και ένα άγριο ανθρωποκυνηγητό αρχίζει, με τον ρώσο μπάτσο να συνεργάζεται με αμερικανό συνάδελφό του (ο οποίος σιγά - σιγά, και παρά την αρχική καχυποψία, αρχίζει να τον θαυμάζει) και, βέβαια τα πτώματα να συσσωρεύονται και τα κυνηγητά να κορυφώνονται.
Όπως βλέπετε, αυτό που κάποτε θα ήταν αδιανόητο για έναν Τζέιμς Μποντ ας πούμε (εκεί και στις περισσότερες ταινίες του είδους οι κακοί είναι οι "κόκκινοι") εδώ γίνεται πραγματικότητα. Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα αρκετά διασκεδαστικό κατά τη γνώμη μου action movie (ο Hill άλλωστε έχει κάνει καλές τέτοιες ταινίες), με δράση και όλα τα σχετικά και με το απαραίτητο χιούμορ. Η ιδιαιτερότητα εδώ είναι ότι οι ατάκες ανάμεσα στους πρωταγωνιστές συχνά αναφέρονται στις διαφορές καπιταλισμού - κομουνισμού, σε ένα ανταγωνιστικό, αλλά χαλαρό κλίμα, πλάκας μάλλον παρά αληθινής εχθρότητας. Και, βέβαια, ο ρώσος είναι κάπως σαν ρομπότ, άκαμπτος, δίχως συναισθήματα (ή, τουλάχιστον, καλά κρυμμένα), πιστός στο καθήκον και τίποτα άλλο. Κατά βάθος όμως είναι "καλό παιδί".
Συμπαθητικό και αρκετά στιβαρό για να περάσει κανείς δύο ευχάριστες ώρες και όχι βέβαια κάτι παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2016

EIGHT DAYS A WEEK : ΟΤΑΝ ΟΙ BEATLES ΕΠΑΙΖΑΝ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΑ

Οι Beatles είναι το θρυλικότερο ροκ συγκρότημα και μία από τις γνωστότερες "εικόνες" της ποπ κουλτούρας παγκοσμίως. Κυκλοφόρησαν δίσκους από το 1962 έως το 1970, κατέριψαν μουσικά ρεκόρ και στη συνέχεια τα μέλη ακολούθησαν σόλο καριέρες. Άρχισαν να παίζουν σε μικρά κλαμπάκια και έφτασαν να εμφανιστούν σε πελώριο στάδιο της Νέας Υόρκης μπροστά σε 56.000 θεατές. Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν κάποιοι είναι ότι οι ζωντανές εμφανίσεις τους κράτησαν μόνο από το 1962 ώς το 1966. Από τότε και μέχρι τη διάλυσή τους το 1970 δεν έκαναν ποτέ live. Το ενδιαφερον είναι  ότι αυτά ακριβώς τα τελευταία χρόνια (66-70) έβγαλαν τα σημαντικότερα (και πιο "σοβαρά", ώριμα και με πρωτόγνωρους πειραματισμούς) αριστουργήματά τους (Stg. Pepper's..., White Album, Abbey Road κλπ.). Το 2016 ο Ron Howard γυρίζει το "The Beatles : Eight Days a Week - The Touring Years", ένα ντοκιμαντέρ για τις περιοδείες και τα live του συγκροτήματος.
Έχοντας μαζέψει πολύ υλικό (συχνά άγνωστο στο ευρύ κοινό) από ζωντανές εμφανίσεις, σκηνές από τα πλήθη που παραληρούν (η περίφημη beatlemania), δηλώσεις της εποχής (αλλά και μεταγενέστερες) των μελών του γκρουπ, συνεντεύξεις από επώνυμους φαν (Γούπι Γκόλντμπεργκ, Έλβις Κοστέλο, Σιγκούρνι Γουίβερ) και άλλα, ακολουθεί τα Σκαθάρια από τα πρώτα τους βήματα στο Λίβερπουλ, την πόλη τους, και το Αμβούργο, όπου εμφανίζονταν τακτικά σε κλαμπ, στην μεγάλη έκρηξη της επιτυχίας, τη γέννηση της beatlemania και, κυρίως, τις εξοντωτικές τεράστιες περιοδείες τους τόσο στην πατρίδα τους και στην Αμερική όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο (μεταξύ άλλων είχαν παίξει στην Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες), την κατάληξη από μικρά κλαμπ σε αχανή στάδια (ήταν το πρώτο γκρουπ που έπαιξε σε στάδιο), αλλά και την τόλμη τους να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι είναι ενάντια στο ρατσισμό στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ βρίσκονταν εκεί, προκαλώντας έτσι την οργή των πάμπολλων εκεί ρατσιστών.
Η ταινία διαθέτει γρήγορο μοντάζ και νομίζω ότι αυτό βοηθά στο να μην κουραστει ο θεατής, όπως συμβαίνει συχνά σε ντοκιμαντέρ. Αναδεικνύει ανάγλυφα το χιούμορ, την τρέλα, την τόλμη (θράσος το χαρακτηρίζουν μερικοί), αλλά και τη βαθιά συντροφικότητα και αλληλοεκτίμηση των μελών στα  πρώτα χρόνια του γκρουπ και καταδεικνύει την βαθμιαία αλλαγή τους καθώς οι 4 ωριμάζουν και αρχίζουν σιγά - σιγά να έχουν προσωπικές ζωές και έξω από το συγκρότημα. Αναπόφευκτα το μεταξύ τους δέσιμο και η παροιμοιώδης συντροφικότητα εξασθενούν. Το φιλμ περιγράφει επίσης σαφώς το πώς οι συναυλίες, από απολαυστικές γι' αυτούς κατέληξαν να γίνουν επικίνδυνες, σχεδόν εφιαλτικές, ενώ οι ατελείωτες περιοδείες από την αρχική διασκέδαση και μέθη για την απίστευτη επιτυχία μετατρέπονται σε αβάσταχτη κούραση. Με λίγα λόγια διαγράφεται καθαρά το βάρος, το τίμημα αν θέλετε, της τεράστιας επιτυχίας. Άλλωστε από πάντα οι ίδιοι δήλωναν ότι προτιμούν τις στούντιο ηχογραφήσεις, όπου μπορούν να πειραματιστούν και να τελειοποιήσουν τη μουσική τους, από τη σκηνή. Γι' αυτό άλλωστε, όταν σταμάτησαν τα live, έγραψαν, όπως είπαμε, τα καλύτερα τραγούδια τους.
Η ταινία είναι ευφορική, πλημμυρισμένη από μουσική, αλλά και αφήνει μια γεύση μελαγχολίας στο τέλος. Φυσικά συνίσταται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους του μάλλον σημαντικότερου συγκροτήματος όλων των εποχών.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2016

"ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ" ΠΟΥ... ΜΟΥΓΚΡΙΖΟΥΝ

Ο Jean-Jacques Annaud πάντοτε αρεσκόταν να καταπιάνεται με μεγαλεπήβολα θέματα ή, τέλος πάντων, με φιλμ που απαιτούν πολύ δύσκολα γυρίσματα. Όχι πάντοτε με επιτυχία κατά τη γνώμη μου, παρά το ότι συνήθως τα οπτικά αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Το 2004 λοιπόν, θέλοντας ίσως να επαναλάβει την επιτυχία της παλιότερής του "Αρκούδας", γυρίζει τα "Δύο Αδέλφια" (Deux Freres), με πρωταγωνίστριες (εκτός του Γκάι Πιρς) δύο τίγρεις.
Στην Ινδοκίνα της δεκαετίας του 20 δύο τιγράκια αποχωρίζονται βίαια μετά τον φόνο της μητέρας τους και βρίσκονται υπό διαφορετικές το καθένα συνθήκες αιχμαλωσίας. Στην ιστορία εμπλέκονται ένας παράξενος, σκεπτόμενος κυνηγός - εξερευνητής (κλέβει και βουδιστικά αγάλματα, τα οποία πουλά στη Δύση), ένας γάλλος διοικητής και το δεκάχρονο παιδί του, οι ιδιοκτήτες ενός τσίρκου, ο ντόπιος εκδικητικός διοικητής και άλλοι. Ο κυνηγός δένεται με το ένα τιγράκι, το αγόρι του διοικητή με το άλλο... και μετά από κάποιον καιρό τα δύο αδέλφια τίγρεις θα ξανασυναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Φυσικά οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι τα δύο πανέμορφα ζώα - και το εξωτικό τοπίο της ζούγκλας με τους ερειπωμένους ναούς. Η ταινία προσπαθεί να βγάλει συγκίνηση, τα γυρίσματα πρέπει να ήταν όντως δύσκολα, οι εικόνες είναι συχνά πανέμορφες (θυμίζουν βέβαια National Geographic), η όλη ιστορία όμως λίγο με έπεισε. Βλέπετε, η συμπεριφορά των ζώων μου φάνηκε αρκετά ανθρωποκεντρική. Δεν ξέρω με λίγα λόγια αν αληθινές τίγρεις θα συμπεριφέρονταν, θα ένοιωθαν και θα έκαναν όλα όσα περιγράφονται. Γενικά η ταινία μου φάνηκε ότι μάλλον απευθύνεται σε εφηβικό κοινό και όλα ρέουν σαν ένα είδος παραμυθιού. Στο τέλος υπάρχει και κείμενο για τον αριθμό των τίγρεων που μειώνεται ραγδαία.
Δείτε το αν σας αρέσουν οι εξωτικές εικόνες και, φυσικά, αν ενδιαφέρεστε για τα ζώα - εδώ οι τίγρεις είναι μεγαλοπρεπείς. Γενικά για την ωραία εικόνα του. Τώρα αν θα συγκινηθείτε κιόλας... δικό σας θέμα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2016

ΣΤΟΝ (ΠΟΛΥ) ΤΑΡΑΓΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ "ΕΚΕΙΝΗΣ"

Ο παλιός μας γνώριμος, ο ολλανδός Paul Verhoeven, χαμένος τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται το 2016 με το πολυσυζητημένο "Elle" (Εκείνη), με μια πολύ δυνατή Ιζαμπέλ Ιπέρ στον βασικό ρόλο, μόνο που, σε πρώτη ματιά τουλάχιστον, δεν μοιάζει και πολύ με Verhoeven. Ξεχάστε την άγρια βία, τη δράση και συχνά την επιστημονική φαντασία των παλιών φιλμς του. Η ταινία είναι κοινωνική!
Η ηρωίδα είναι μια πετυχημένη και "ατσάλινη" businesswoman, ιδιοκτήτρια εταιρίας (βίαιων) videogames. Όταν βιάζεται βίαια από μασκοφόρο στο σπίτι της, δείχνει εξαιρετική ψυχραιμία (ίσως και απάθεια) και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ξεπεράσει την εμπειρία. Σιγά - σιγά οι σχέσεις με τον κοινωνικό της περίγυρο αποκαλύπτονται (και είναι πολύ περίπλοκες), καθώς και το παρελθόν της (είναι κόρη serial killer). Κάποια στιγμή η ταυτότητα του βιαστή θα αποκαλυφτεί, αλλά το φιλμ δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχουν κι άλλα...
Είναι αναμενόμενο η ταινία να έχει προκαλέσει αντιφατικά σχόλια. Η σχέση του θύματος με τον βιαστή είναι φυσικά η βασική αιτία διαμάχης. Έτσι κι αλλιώς όμως ο Verhoeven είναι ένα είδος κινηματογραφικού προβοκάτορα. Εδώ φτιάχνει ένα πολύπλοκο κοινωνικό φιλμ, όπου όλες οι σχέσεις της ηρωίδας, ερωτικές ή μη, είναι αληθινό κουβάρι. Προς την συνεταίρο της, τους γονείς της, τον πρώην σύζυγό της, τον εραστή της, τον γιο της, τον γείτονα, τον βιαστή βεβαίως... Μέσα από σταδιακές αποκαλύψεις και όλο και πιο υπερβολικά γεγονότα, τόσο που αγγίζουν το γκροτέσκο και το χιουμοριστικό, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει τα πάντα: Από την υποκρισία των ανώτερων τάξεων μέχρι τη βία που μας περιβάλλει από παντού (βλέπε videogames) και την οποία απολαμβάνουμε κιόλας, από την συνενοχή της θρησκείας μέχρι τη σκληρότητα στους εργασιακούς χώρους, από τις συχνά "άρρωστες" σχέσεις των μόνιμων ζευγαριών μέχρι τις πιεστικές και συχνά δίχως συναίσθημα ερωτικές σχέσεις... Η ηρωίδα είναι βεβαίως ένας αντιφατικός χαρακτήρας, αλλά νομίζω ότι οι αρνητικοί πρωταγωνιστές είναι όλοι ανεξαιρέτως οι άντρες - με πολύ διαφορετικούς τρόπους ο καθένας. Οπότε, τελικά, πιστεύω ότι μέσα στις αντιφάσεις και τις ακραίες (όπως στις αντίστοιχες ταινίες του Αλμοδοβάρ) σχέσεις και καταστάσεις, αυτό που θριαμβεύει είναι η γυναίκα και η δύναμή της. Αν το καλοσκεφτείτε όταν όλα τελειώσουν, η ηρωίδα δεν είναι παρά ένας εξολοθρευτής άγγελος. Αρσενικών βεβαίως. Μήπως, τελικά, παράλληλα με την περιφρόνηση κάθε "πολιτικώς ορθού", πρόκειται για βαθιά φεμινιστική ταινία;
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά την ενόχληση που μου προκάλεσε σε κάποια σημεία, και, με το σκληρό και υπόγειο χιούμορ, που προκύπτει απ' όλες αυτές τις ακραίες καταστάσεις και σχέσεις, το θεωρώ από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του 2016. Και λόγω της εξαιρετικής Ιπέρ βεβαίως...

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2016

ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΣΤΟ "BLACK RAINBOW"

To "Black Rainbow" που γύρισε το 1989 ο βρετανός Mike Hodges είναι ένα παράξενο μεταφυσικό θρίλερ, που κάθε άλλο παρά σε εφέ βασίζεται.
Μια νεαρή μέντιουμ περιφέρεται με τον αλκοολικό πατέρα της σε αμερικάνικες πόλεις κάνοντας ένα είδος σόου σε εκκλησίες - επικοινωνεί στον "άλλο κόσμο"με νεκρούς. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να προβλέπει μελλοντικούς θανάτους. Στην ιστορία εμπλέκεται "παράπλευρα" ένας πλούσιος εργοστασιάρχης με όχι πολύ νομότυπες εργασιακές (και όχι μόνο) μεθόδους, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός και ένας δημοσιογράφος. Από ένα σημείο και πέρα η ζωή της κοπέλας αρχίζει να κινδυνεύει εξ αιτίας κάποιων αποκαλύψεων.
Είπαμε ότι εδώ δεν υπάρχουν καθόλου εφέ ούτε και καθαρός τρόμος - ίσως ένα είδος ανατριχίλας όταν αντιλαμβανόμαστε το χάρισμα της κοπέλας και σε κάποια άλλα σημεία. Πρόκειται περισσότερο για ταινία χαρακτήρων και δίνει αρκετό βάρος στην ταραγμένη σχέση πατέρα - κόρης. Ταυτόχρονα αποδέχεται τον μεταφυσικό χαρακτήρα των γεγονότων, οπότε τοποθετείται καθαρά στα φιλμ του φανταστικού. Το τέλος είναι ανοιχτό (και μελαγχολικό) και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του. Πολύ καλή η Ροσάνα Άρκετ στον βασικό ρόλο (και ο Τζέισον Ρόμπαρτς ως πατέρας της).
Γενικά, δίχως να είναι κάτι σπουδαίο, διαθέτει νομίζω μια περίεργη, "υποδόρια" γοητεία και, τελικά, το είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχουν καταιγιστική δράση και γρήγοροι ρυθμοί (προειδοποιώ) και όλα βαίνουν σχετικά χαλαρά προς το όχι ξεκάθαρο (επίτηδες φαντάζομαι) τέλος. Οπότε ετοιμαστείτε για ένα σχετικά "ήσυχο" φιλμ, στο οποίο μπορείτε κατά τη γνώμη μου  να δώσετε μια ευκαιρία.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2016

ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΥΣ ΓΡΙΦΟΥΣ ΤΟΥ "THE LAST OF SHEILA"

Να μια ταινία της οποίας την ύπαρξη αγνοούσα πριν την δω: Το "The Last of Sheila" γυρίστηκε το 1973 από τον Herbert Ross (1927-2001) και πρόκειται για ένα τυπικό, λίγο παλιομοδίτικο, αστυνομικό φιλμ του τύπου "who done it?", με πολύπλοκο σενάριο και διαρκείς ανατροπές.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο της γυναίκας του Σίλα σε τροχαίο (χτυπήθηκε και εγκαταλείφθηκε), ο εκατομμυριούχος σύζυγός της καλεί τους βασικούς ύποπτους στο πολυτελές γιωτ του για μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και, όντας φανατικός των παιχνιδιών, τους βάζει να παίξουν ένα παιχνίδι που ο ίδιος επινόησε. Κάπου στα μισά του φιλμ ένας αναπάντεχος φόνος θα συμβεί (δεν σας λέω ποιού ή ποιάς) και, από εκεί και πέρα το ερώτημα γίνεται διπλό: Ποιός σκότωσε και εγκατέλειψε τη Σίλα παλιά και ποιος σκότωσε το νυν θύμα;
Το φιλμ, σε στιλ Άγκαθα Κρίστι βεβαίως, είναι κοσμοπολίτικο, με πολυτελή ντεκόρ και πλούσιους ήρωες. Μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στο γιωτ και το υπόλοιπο σε διάφορα μεσογειακά λιμάνια. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν των ηρώων έρχονται η μια μετά την άλλη, εννοείται ότι οι πάντες είναι ύποπτοι και για τον παλιό (τον κατά λάθος) και για το νέο φόνο, ενώ οι ανατροπές είναι ραγδαίες (είναι από τα φιλμ που νομίζεις ότι τελείωσαν, αλλά δεν... διότι ακολουθούν κι άλλα συμβάντα). Το πρόβλημ, όπως πάντα σε ταινίες του είδους, είναι ότι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι τοσο τραβηγμένα, ώστε είναι απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ωστόσο αυτό αποτελεί την βασική σύμβαση του είδους. Στην ουσία κάποιος επινοεί μια εντελώς απίθανη σπαζοκεφαλιά και εμείς παρακολουθούμε τη σταδιακή λύση του γρίφου.
Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα απ' όσο συνήθως και οι ανατροπές περισσότερες, ενώ η ιστορία παίζεται σε πολλά ταμπλό (ο παλιός φόνος, ο νέος φόνος, το μπερδεμένο παιχνίδι που παίζουν οι καλεσμένοι...) οπότε χρειάζεται προσπάθεια να παρακολουθήσεις τι ακριβώς έχει συμβεί. Επίσης η κινηματογραφική γραφή είναι νομίζω μάλλον παλιομοδίτικη. Ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να ξεχάσετε τις αναληθοφάνειες, να προσέχετε τις λεπτομέρειες και απλώς να αφεθείτε - ή να προσπαθείτε να μαντέψετε - τη λύση του (ή μάλλον των) μυστηρίων. Και υπάρχει και το all star cast: Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Ράκελ Γουέλς, Νταϊάν Κάνον, Ρίτσαρντ Μπένζαμιν. Απλώς διασκεδάστε λοιπόν.
ΥΓ: Ένας από τους δύο σεναριογράφους είναι ο διάσημος ηθοποιός Άντονι Πέρκινς!

Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2016

Η ΔΕΥΤΕΡΗ "ADDAMS FAMILY" ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Προσωπικά διασκέδαζα πάντα με τις απίθανες σε σύλληψη ταινίες των Addams Family (παλιότερα ήταν σειρά). Η δεύτερη απ' αυτές γυρίστηκε, όπως και η πρώτη, από τον Barry Sonnenfeld το 1993 με τίτλο "Addams Family Values" ("Οικογένεια Άνταμς 2" στην Ελλάδα).
Για όσους δεν γνωρίζουν, ήρωες είναι μια απίστευτη οικογένεια που ζει κυριολεκτικά μέσα στον γοτθικό τρόμο - και το απολαμβάνει. Δυσλειτουργική; Κάθε άλλο! Οι γονείς εξακολουθούν μετά τόσα χρόνια να είναι τρελά ερωτευμένοι, τα δύο παιδιά ζουν ευτυχισμένα με τις μακάβριες ασχολίες τους, ο θείος, η γιαγιά, ο υπηρέτης, το "κατοικίδιο" Χέρι επίσης. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία. Στον κόσμο τους υπάρχει βέβαια έντονα το μεταφυσικό στοιχείο και φυσικά οι αξίες τους - πέρα από την αγάπη και την ομόνοια που προαναφέραμε - είναι απολύτως αντίστροφες με τις κοινώς παραδεκτές. Στο δεύτερο αυτό μέρος το ζεύγος αποκτά και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι με... μουστάκι, πράγμα που προκαλεί ζήλια στα δύο μεγαλύτερα τέκνα, που στον ελεύθερο χρόνο τους προσπαθούν να το εξοντώσουν. Τα πράγματα όμως μπερδεύονται όταν εμφανίζεται μια σατανική γκουβερνάντα για το μικρό, η οποία στην πραγματικότητα είναι κατά συρροήν δολοφόνος... συζύγων, η οποία ξελογιάζει τον εργένη θείο Φέστερ, τον παντρεύεται, τον απομακρύνει από την οικογένεια (προς μεγάλο πόνο της τελευταίας) και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον δολοφονήσει.
Φυσικά πρόκειται για κωμωδία, που, όπως και η πρώτη ταινία, βασίζεται αποκλειστικά στο κατάμαυρο χιούμορ. Τα τέρατα - μέλη ή γνωστοί της φοβερής οικογένειας - παρελαύνουν, οι αξίες είναι εντελώς αντίστροφες από τις ισχύουσες στον "κανονικό" κόσμο, η γοτθική ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, προς μεγάλη απόλαυση των μελών, ενώ ταυτόχρονα η σάτιρα των "καθαρών" και ξενέρωτων καθώς πρέπει δυτικών αξιών σπάει κόκαλα (οι σκηνές με τα παιδιά στην πιο-αμερικάνικη-δεν-γίνεται κατασκήνωση και το χάος που δημιουργούν στην "υπέροχη" εικόνα της είναι απολαυστικές).
Γενικά, ενώ πρόκειται για μια εμπορική και πετυχημένη ταινία, λειτουργεί απόλυτα ανατρεπτικά για πολλές κατεστημένες αξίες κι αυτό είναι το στοιχείο που μ' αρέσει. Από τους ηθοποιούς η μικρή τότε Κριστίνα Ρίτσι κλέβει νομίζω την παράσταση, ενώ συνολικά το βρίσκω αξιοπρεπές νο 2, πράγμα που βεβαίως δεν συμβαίνει καθόλου συχνά.