Είναι 76 χρονών και εχει γυρίσει 41 μεγάλου μήκους ταινίες (και κάτι ψηλά) και δεν το βάζει κάτω με τίποτα. Ο Woody Allen με το "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" (2011) εμφανίζεται πέρα για πέρα ρομαντικός, με έναν όμως τρόπο που μόνο αυτός ξέρει και μπορεί. Τουριστικός επίσης; Βεβαίως. Όπως έκανε και με τη Βαρκελώνη άλλωστε. Μπορείτε λοιπόν ελεύθερα να τον κατηγορήσετε για τουριστική ματιά. Είναι όμως τόσο ευχάριστος, που δύσκολα του αντιστέκεται κανείς.
Ο ρομαντικός αμερικάνος χολιγουντιανός σεναριογράφος, που το μόνο που θέλει είναι να γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα και είναι και φανατικός λάτρης της δεκαετίας του 20, επισκέπτεται με την ξενέρωτη και προσγειωμένη - πλην όμορφη - μνηστή του και τα φριχτά (οπαδοί του Μπους) πεθερικά του την πόλη των ονείρων του, το Παρίσι, το οποίο λατρεύει. Και εκεί, μια νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, μεταφέρεται στην εποχή των ονείρων του, πράγμα που επαναλαμβάνεται κάθε νύχτα. Από εδώ και πέρα ο Allen προχωρά σ' ένα όργιο αναφορών σε πρόσωπα που ζούσαν τότε και καταστάσεις που συνέβαιναν εκεί. Ο Μπουνιουέλ, ο Πικάσο, ο Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Νταλί, ο Κολ Πόρτερ, ο Χεμινγουέι, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Ματίς, ο Μαν Ρέι κι άλλοι, κι άλλοι πολλοί, βρίσκονται όλοι εκεί και γνωρίζονται μαζί του. Παιχνίδι με πλήθος αναφορών λοιπόν με το θεατή. "Ανακαλύψτε ποιος ελίναι ποιος". Και ανάμεσά τους και ο μεγάλος έρωτας. Αληθινός παράδεισος δηλαδή. Πώς να επιστρέψει κανείς στη σύγχρονη, "ξενέρωτη" εποχή;
Ακούγεται ίσως αφελές και - τρίτη φορά η λέξη αυτή - υπέρ ρομαντικό. Το Παρίσι δείχνει πιο όμορφο από ποτέ, η παλιά εποχή τέλεια, ο έρωτας απόλυτος. Για προσέξτε όμως και τη "σκιά" στο βάθος! Είναι ακριβώς έτσι; Ο μεγάλος έρωτας, βλέπετε, έχει με τη σειρά του μυθοποιήσει μια παλιότερη παρισινή εποχή, τη μπελ επόκ (οπότε έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε και τον Τουλούζ Λοτρέκ, τον Ντεγκά, τον Γκογκέν και άλλους). Ο καθένας εξιδανικεύει κάτι, μοιάζει να μας λέει ο σοφός Γούντι. Τελικά όμως τίποτα δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ τέλειο. Η νοσταλγία για κάτι που θα θέλαμε να ζήσουμε είναι απλώς φυγή από το τώρα με όχημα τη φαντασία. Αν θες λοιπόν να βρεις την ευτυχία ψάχ'την εδώ.
Όλα αυτά βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να ερωτευτούμε το Παρίσι. Το όλο εγχείρημα μοιάζει μ' αυτό που πέτυχε ο Ζενέ στην "Αμελί" - με εντελώς διαφορετικό τρόπο φυσικά. Και βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να διασκεδάσουμε αφάνταστα και να γελάσουμε με τις πάντοτε πανέξυπνες ατάκες που πέφτουν από παντού. Μακάρι όλοι να διέθεταν το αστείρευτο κέφι και τη φαντασία του δημιουργού αυτού (που συνοδεύεται, παρά την απόλυτα χαριτωμένη επιφάνεια, και από κάμποσο υπόγειο προβληματισμό). Και, στο κάτω - κάτω της γραφής, γιατί να αντισταθεί κανείς στο άκρο άωτο της feel good ταινίας;
Το έχω ξαναπεί άλλωστε ότι παραμένω φαν του αστείρευτου δημιουργού. Οι χειρότερες ταινίες του (στις οποίες πιστεύω ότι δεν συγκαταλέγεται αυτή εδώ) είναι απλώς συμπαθητικές. Ποτέ πιο κάτω.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011
ΣΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ
Είναι 76 χρονών και εχει γυρίσει 41 μεγάλου μήκους ταινίες (και κάτι ψηλά) και δεν το βάζει κάτω με τίποτα. Ο Woody Allen με το "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" (2011) εμφανίζεται πέρα για πέρα ρομαντικός, με έναν όμως τρόπο που μόνο αυτός ξέρει και μπορεί. Τουριστικός επίσης; Βεβαίως. Όπως έκανε και με τη Βαρκελώνη άλλωστε. Μπορείτε λοιπόν ελεύθερα να τον κατηγορήσετε για τουριστική ματιά. Είναι όμως τόσο ευχάριστος, που δύσκολα του αντιστέκεται κανείς.
Ο ρομαντικός αμερικάνος χολιγουντιανός σεναριογράφος, που το μόνο που θέλει είναι να γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα και είναι και φανατικός λάτρης της δεκαετίας του 20, επισκέπτεται με την ξενέρωτη και προσγειωμένη - πλην όμορφη - μνηστή του και τα φριχτά (οπαδοί του Μπους) πεθερικά του την πόλη των ονείρων του, το Παρίσι, το οποίο λατρεύει. Και εκεί, μια νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, μεταφέρεται στην εποχή των ονείρων του, πράγμα που επαναλαμβάνεται κάθε νύχτα. Από εδώ και πέρα ο Allen προχωρά σ' ένα όργιο αναφορών σε πρόσωπα που ζούσαν τότε και καταστάσεις που συνέβαιναν εκεί. Ο Μπουνιουέλ, ο Πικάσο, ο Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Νταλί, ο Κολ Πόρτερ, ο Χεμινγουέι, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Ματίς, ο Μαν Ρέι κι άλλοι, κι άλλοι πολλοί, βρίσκονται όλοι εκεί και γνωρίζονται μαζί του. Παιχνίδι με πλήθος αναφορών λοιπόν με το θεατή. "Ανακαλύψτε ποιος ελίναι ποιος". Και ανάμεσά τους και ο μεγάλος έρωτας. Αληθινός παράδεισος δηλαδή. Πώς να επιστρέψει κανείς στη σύγχρονη, "ξενέρωτη" εποχή;
Ακούγεται ίσως αφελές και - τρίτη φορά η λέξη αυτή - υπέρ ρομαντικό. Το Παρίσι δείχνει πιο όμορφο από ποτέ, η παλιά εποχή τέλεια, ο έρωτας απόλυτος. Για προσέξτε όμως και τη "σκιά" στο βάθος! Είναι ακριβώς έτσι; Ο μεγάλος έρωτας, βλέπετε, έχει με τη σειρά του μυθοποιήσει μια παλιότερη παρισινή εποχή, τη μπελ επόκ (οπότε έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε και τον Τουλούζ Λοτρέκ, τον Ντεγκά, τον Γκογκέν και άλλους). Ο καθένας εξιδανικεύει κάτι, μοιάζει να μας λέει ο σοφός Γούντι. Τελικά όμως τίποτα δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ τέλειο. Η νοσταλγία για κάτι που θα θέλαμε να ζήσουμε είναι απλώς φυγή από το τώρα με όχημα τη φαντασία. Αν θες λοιπόν να βρεις την ευτυχία ψάχ'την εδώ.
Όλα αυτά βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να ερωτευτούμε το Παρίσι. Το όλο εγχείρημα μοιάζει μ' αυτό που πέτυχε ο Ζενέ στην "Αμελί" - με εντελώς διαφορετικό τρόπο φυσικά. Και βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να διασκεδάσουμε αφάνταστα και να γελάσουμε με τις πάντοτε πανέξυπνες ατάκες που πέφτουν από παντού. Μακάρι όλοι να διέθεταν το αστείρευτο κέφι και τη φαντασία του δημιουργού αυτού (που συνοδεύεται, παρά την απόλυτα χαριτωμένη επιφάνεια, και από κάμποσο υπόγειο προβληματισμό). Και, στο κάτω - κάτω της γραφής, γιατί να αντισταθεί κανείς στο άκρο άωτο της feel good ταινίας;
Το έχω ξαναπεί άλλωστε ότι παραμένω φαν του αστείρευτου δημιουργού. Οι χειρότερες ταινίες του (στις οποίες πιστεύω ότι δεν συγκαταλέγεται αυτή εδώ) είναι απλώς συμπαθητικές. Ποτέ πιο κάτω.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2011
DR. NO: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ
Βρισκόμαστε στα 1962 όταν υποδεχόμαστε τη γέννηση ενός αληθινού κινηματογραφικού φαινομένου: Της εμφάνισης του πρώτου Τζέιμς Μποντ. Το "Dr. No" του Terence Young (1915–1994) υπήρξε τόσο μεγάλη επιτυχία, που εγακαινίασε τη μακροβιότερη κινηματογραφική σειρά όλων των εποχών, που ως γνωστόν συνεχίζεται ακάθεκτη μέχρι τις μέρες μας. Ο λογοτεχνικός ήρωας λοιπόν του Ian Fleming, ο βρετανός υπερκατάσκοπος 007, που κυριολεκτικά τα έχει όλα και συμφέρει (ευφυία, ακαταμάχητη γοητεία, δύναμη, απίστευτα γκάτζετ, αγάπη για την πολυτελή ζωή κλπ. κλπ. και, φυσικά, ακόρεστη όρεξη για γυναίκες) ήρθε για να μείνει.
Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερος φαν της σειράς. Άντε να διασκεδάσω (σχετικά) με μερικές απ' τις ταινίες της, τις οποίες μάλιστα θα ξεχάσω εντελώς και με μαθηματική βεβαιότητα λίγο μετά. Παρ' όλα αυτά η ιστορία είναι ιστορία, έστω κι αν γράφεται με αμέτρητα εκατομμύρια δολάρια κέρδους.
Στο πρώτο επεισόδιο λοιπόν ο 007 στέλνεται στην εξωτική Τζαμάικα (που τότε δεν είχε ακόμα ρέγγε) για να ερευνήσει τις ύποπτες δραστηριότητες του μυστηριώδους Dr. No, που ζει σε ένα απομονωμένο και απόλυτα φυλασόμενο νησί. Φυσικά ο υπερήρωας θα καταφέρει να φτάσει σ' αυτό, θα υπερνικήσει κάθε εμπόδιο και, κερασάκι στην τούρτα, θα γνωρίσει και την Ούρσουλα Άντρες - αφού προηγουμένως, εννοείται, έχει επιδοθεί σε άλλες ερωτικές περιπέτειες. Άλλωστε η ταινία διαθέτει και την περίφημη σκηνή της ανάδυσης από τη θάλασσα της Ούρσουλα με το διάσημο λευκό μπικίνι, που θεωρήθηκε ιδιαίτερα ερεθιστική στην εποχή της, αλλά προσωπικά μάλλον λίγο με συγκινεί.
Φυσικά το φιλμ είναι ένα απόλυτο ρεσιτάλ αφέλειας και πολλά σημεία του σήμερα μπορεί να προκαλέσουν γέλιο. Ο Μποντ δε σκοτώνεται με τίποτα, καμιά γυναίκα, φίλη ή εχθρή, δεν μπορεί να του αντισταθεί (και μάλιστα με την πρώτη ματιά ή/και ατάκα), οι κακοί δεν σκοτώνουν ποτέ απ' ευθείας, αλλά επιθυμούν να υποβάλλουν το θύμα τους σε αργό θάνατο, από τον οποίο το τελευταίο πάντα τη σκαπουλάρει και άλλα τέτοια, που ενυπάρχουν σε κάθε λεπτομέρεια. Επιπλέον σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε μάλλον κρυπτορατσιστικό (αρκεί να παρατηρήσετε τους ρόλους των εκάστοτε ιθαγενών) και σίγουρα μισογυνικό. Αλλά, βέβαια, τότε όλα αυτά περνούσαν στα ψηλά γράμματα.
Απομένουν οι θανατηφόρες ατάκες και γενικότερα η γοητεία της αφέλειας, της περιπέτειας, της δράσης και του απαραίτητου εξωτικού στοιχείου, οι οποίες προφανώς είναι διαχρονικές. Αν προσθέσετε και τη νοσταλγία, μπορεί και να την καταβρείτε, απενοχοποιημένοι για όλα τα παραπάνω. Και βέβαια, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Σον Κόνερι υπήρξε εξ αρχής η τέλεια ενσάρκωση του σούπερ κατάσκοπου και σίγουρα σ' αυτόν οφείλεται μεγάλο μέρος της επιτυχίας του πράκτορα 007.
ΥΓ: Για το ψυχροπολεμικό στοιχείο και το εν γένει πολιτικό κλίμα θα μιλήσουμε όταν γράψουμε για το δεύτερο φιλμ της σειράς.
Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2011
"HOT FUZZ" ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΛΑΚΑ
Τρία χρόνια με τά το "Shaun of the Dead", τo 2007 συγκεκριμένα, ο Edgar Wright γυρίζει την επόμενη ταινία του (ειχαν προηγηθεί τηλεοπτικά και video clips), το "Hot Fuzz", φτιάχνοντας έτσι μια ακόμα διασκεδαστικότατη παρωδία. Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκονται οι αστυνομικές ταινίες δράσης, με πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, τυπικά αταίριαστα ζεύγη μπάτσων και άλλα τέτοια, αλλά δεν λείπουν και οι ανατροπές, όπως και η παρωδία φιλμ όπου ευρύτερες συνωμοσίες υφαίνονται γύρω από έναν ανύποπτο ήρωα.
Ένας μπάτσος είναι τόσο άψογος, τυπικός (και τυπολάτρης), αλλά και αποτελεσματικός, γυμνασμένος, πετυχημένος κι ό,τι άλλο καλό για μπάτσο μπορείτε να φανταστείτε, που ρεζιλεύει τους συναδέλφους του, που μένουν πολύ - πολύ πίσω σε επιδόσεις. Εκείνοι για να τον εκδικηθούν του δίνουν μετάθεση σε μια κοιμισμένη μικρή επαρχιακή πόλη, όπου δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Δεν υπάρχει χειρότερη καταδίκη για τον υπερδραστήριο ήρωά μας, που πασχίζει να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του κόβοντας κλήσεις ή διώχνοντας ανήλικους από το μπαρ. Ώσπου... (η συνέχεια επί της οθόνης, σύμφωνα με την αρχαία φράση κινηματογραφικών προγραμμάτων).
Μιλάμε βέβαια για μια κατάμαυρη κωμωδία, όπου ακόμα και κάποιες (σχετικά) σπλάτερ σκηνές περισσότερο γέλιο βγάζουν παρά οτιδήποτε άλλο. Η παρωδία είναι κατά τη γνώμη μου αποτελεσματική, η δράση δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, ενώ το τελευταίο μέρος - όπου γίνεται χαμός - βασίζεται σε μια εξωφρενική (και γι' αυτό ταιριαστή με το όλο κλίμα) ανατροπή. Ο Wright υιοθετεί ένα απόλυτα βιντεοκλιπίστικο στιλ, με γρήγορες και κοφτές σκηνές και ταχύτατο μοντάζ. Τώρα όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν στοιχειωδώς αυτό το μπλογκ θα με έχουν συχνά ακούσει να γκρινιάζω ακριβώς για τη βιντεοκλιπάδικη οπτική, που όταν γίνεται σε περιπέτειες μάλλον βάβούρα και πονοκέφαλο μου προκαλεί. Ωστόσο - μπορείτε να με βρίσετε αν θέλετε - εδώ βρίσκω ότι το στιλ αυτό ταιριάζει γάντι και με διασκέδασε ιδιαίτερα.
Αν κάνετε τώρα βαθιές αναλύσεις και καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι το φιλμ είναι υπέρ των άτεγκτων, τυπολατρών μπάτσων, ίσως να έχετε δίκιο. Αλλά όταν σαφώς έχουμε να κάνουμε με ταινία που κάνει πλάκα σε κινηματογραφικά είδη και κλισέ και δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά... ε, μην το αναλύσετε τόσο βαθιά. Απλώς αφείστε τον εαυτό σας ελεύθερο να διασκεδάσει. Το ίδιο έκανα κι εγώ άλλωστε.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2011
ΜΙΑ "ΑΛΛΗ ΓΗ" ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ
Τι θα κάνατε αν ένας πλανήτης πλησίαζε ξαφνικά τη γη; Όχι, δεν μιλώ για τη "Μελαγχολία" του Φον Τρίερ. Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο παράξενα: Σύντομα διαπιστώνεται ότι ο άλλος αυτός πλανήτης είναι... η ίδια η γη, ή μάλλον ένας "σωσίας" πλανήτης. Κι αν νομίζετε ότι οι εκπλήξεις τελείωσαν, κάθε άλλο. Όχι μόνο ο πλανήτης είναι πανομοιότυπος, αλλά σ' αυτόν υπάρχουμε ακριβώς... εμείς, ο καθένας μας δηλαδή έχει εκεί έναν άλλον εαυτό. Όλα αυτά συμβαίνουν στην ταινία "Another Earth" (2011) του Mike Cahill, η οποιά είναι η πρώτη fiction ταινία του.
Και τώρα αρχίζουν οι προειδοποιήσεις. Η σίγουρα ευφάνταστη αυτή ιδέα δεν χρησιμοποιείται για να φτιάξει ένα χορταστικό σε θέαμα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, όπως θα επιθυμούσαν οι φανς του είδους. Αντίθετα, εδώ μιλάμε για μια μάλλον χαμηλότονη, low budget ταινία, που πατά πάνω σ' αυτή την ιδέα για να χτίσει ένα υπαρξιακό δράμα περισσότερο παρά ένα sci-fi θέαμα. Η ηρωίδα είναι μια κοπέλα που προξενεί από αμέλεια ένα τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα και, ίσως για να εξιλεωθεί, πλησιάζει λίγα χρόνια μετά τον μοναδικό επιζήσαντα. Κι όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο μέρα - νύχτα κρέμεται αυτή η "άλλη γη".
Το φανταστικό λοιπόν στοιχείο αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα, έναν καμβά πάνω στον οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία ή, αν προτιμάτε, μια καθαρά συμβολική επινόηση. Όλα επικεντρώνονται στην ηρωίδα, στο δράμα της, στις τύψεις της, στην βαθμιαία (επανα)προσέγγισή της με τους ανθρώπους, με τη ζωή. Πώς μπορούν να επουλωθούν πληγές που αρχικά φαίνονται αγιάτρευτες; Μπορείς να ξεφύγεις από τις ενοχές που σε κυνηγάνε; Μήπως, τελικά, πρέπει να ξαναβρείς τον ίδιο σου τον εαυτό;
Ξεχάστε λοιπόν κάθε προσμονή θεάματος. Η ταινία, με απλή, λιτή εικόνα, είναι τρυφερή, ανθρώπινη, με τα συναισθήματα να κυριαρχούν. Οι έννοιες της εξιλέωσης, της θυσίας, της ανθρωπιάς, είναι πανταχού παρούσες. Συνολικά το βρήκα ενδιαφέρον σα δράμα, δίχως βέβαια να ενθουσιαστώ κιόλας. Νομίζω πάντως ότι θα συγκινήσει αρκετούς. Και σίγουρα αποτελεί ένα αρκετά αξιόλογο ντεμπούτο.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 05, 2011
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΣΤΟ "SILVER TONGUES"
Ο Simon Arthur κάνει ένα αν μη τι άλλο ενδιαφέρον ντεμπούτο με την πρώτη του ταινία, το "Silver Tongues" του 2011. Τουλάχιστον από σεναριακή σκοπιά έχει εξασφαλισμένη την πρωτοτυπία: Ένα ζευγάρι γύρω στα 40 περιπλανιέται στις ΗΠΑ επινοώντας κάθε λογής σκληρότητα, μόνο και μόνο για να "παίξει", για τη χάρη και την ηδονή του παιχνιδιού δηλαδή. Προσοχή: Μην πάει ο νούς σας σε βία, σπλάτερ βασανιστήρια ή κάτι τέτοιο. Καμία σχέση. Τα "παιχνίδια" είναι καθαρά ψυχολογικής φύσης. Με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους κάνουν, ας πούμε, ένα νιόπαντρο, ερωτευμένο ζευγάρι που βρίσκεται στο μήνα του μέλιτος να χωρίσει, καταρρακώνουν και τις τελευταίες ελπίδες ενός γεράκου που ζει σε γηροκομείο... τέτοια πράγματα. Μιλάμε δηλαδή για ένα ρεσιτάλ κακίας, δίχως όμως σωματική βία. Ώσπου ένα έγκλημα θα δώσει άλλη τροπή στα πράγματα και, τελικά, μια μεγάλη ανατροπή μας περιμένει στο τέλος.
Η ταινία είναι χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητη, και βασίζεται καθαρά στο σενάριο. Οι ρόλοι εναλλάσσονται, οι εκπλήξεις είναι αρκετές, οι ανατροπές το ίδιο, με μεγαλύτερη την τελική. Μερικές φορές γίνεται σπαρακτική, όταν πραγματικά δεν αντέχεις να δεις τι άλλο θα σκαρφιστούν οι ήρωές μας για να προκαλέσουν δυστυχία σε άγνωστους συνανθρώπους τους, ενώ παράλληλα ενδιαφέρον έχει και το μεταξύ τους παιχνίδι. Ίσως ο νέος δημιουργός να θέλει να εξερευνήσει τα όρια της έννοιας του παιχνιδιού (αυστηρά για ενήλικες). Ίσως, το πιθανότερο, να μη στοχεύει κάπου, αλλά απλώς να απολαμβάνει αναπτύσοντας την πρωτότυπη ιδέα του. Πάντως, ό,τι κι αν επιδιώκει, το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους, όχι με τη θεαματικότητά του (είπαμε ότι πρόκειται για μικρή παραγωγή) και την εικόνα του εν γένει, αλλά με την πρωτότυπη ιδέα του. Γι' αυτό άλλωστε πήρε και το βραβείου σεναρίου στις τελευταίες Νύχτες Πρεμιέρας. Θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον την περαιτέρω πορεία του Arthur.
Τελειώνοντας, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: Ως πού μπορείς να φτάσει κανείς - πέρα και κόντρα σε κάθε ηθική - για να "παίξει", για να βιώσει διάφορους ρόλους, δηλαδή, ουσιαστικά, για να σπάσει την καθημερινή του ρουτίνα;
Δευτέρα, Οκτωβρίου 03, 2011
ΤΟ "ΚΑΜΠΑΡΕ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛΣ
Ο Bob Fosse (1927–1987) γύρισε 5 όλες κι όλες ταινίες. Τουλάχιστον 3 από αυτές είναι εξαιρετικές. Πάντοτε η θεματολογία του περιστρεφόταν γύρω από τη σόου μπίζνες σε διάφορες μορφές της. Έτσι το περίφημο "Cabaret" του 1972 μας πάει πίσω, σε μια από τις πιο σκοτεινές εποχές του 20ού αιώνα: Στη Γερμανία της δεκαετίας του 30, όταν η ευδαιμονία και οι (πολύ ευχάριστες) καταχρήσεις συνυπήρχαν με την απόλυτη φτώχια, απόροια της ήττας της χώρας στον πρώτο μεγάλο πόλεμο, κι όταν ο εφιαλτικός ναζισμός εδραιωνόταν σιγά - σιγά και ύπουλα, με τα γνωστά σε όλους μετέπειτα αποτελέσματα.
Το "Καμπαρέ" λοιπόν σε πρώτο επίπεδο είναι μια όμορφη ερωτική ιστορία στο Βερολίνο της εποχής αυτής, ανάμεσα σε δύο ξένους που κατοικούν εκεί. Η αμερικάνα ηρωίδα, αρτίστα των περίφημων βερολινέζικων καμπαρέ και "εύκολη" (έως και ελαφρώς πόρνη πολυτελείας), ερωτεύεται έναν σοβαρό, άβγαλτο νεαρό εγγλέζο που μόλις φτάνει εκεί. Η ιστορία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα, το χιούμορ και τα τραγούδια και τα νούμερα του περίφημου καμπαρέ και αντανακλά τα ελεύθερα ήθη της εποχής και του τόπου.
Αυτό όμως, όπως είπαμε, είναι το πρώτο μόνο επίπεδο. Το δεύτερο, που αποτελεί τον σταθερό καμβά πάνω στον οποίο δομείται η ιστορία, είναι το πολιτικό. Που, βέβαια, δεν είναι άλλο από τη σταδιακή άνοδο των ναζί, που θα καταλήξει στην ανέλιξή τους στην εξουσία. Το στοιχείο αυτό ίσως να περνά σε δεύτερη μοίρα, αλλά παρακολουθούμε την όλο και συχνότερη παρουσία του στα τεκταινόμενα, ακόμα και μέσα στο ίδιο το καμπαρέ όπου διαδραματίζεται μεγάλο μέρος της δράσης, όπου οι ναζί συχνάζουν όλο και πιο πολύ σαν θεατές. Ταυτόχρονα η ταινία κάνει σαφείς νύξεις για την συλλογική ευθύνη των πολιτών για την άνοδο του εφιαλτικότερου καθεστώτος που γνώρισε ο εικοστός αιώνας στην "πολιτισμένη" δύση. Συγκεκριμένα μιλά για την ευκολοπιστία, την αφέλεια και την τρωτότητα στην προπαγάνδα των απλών, μέσων πολιτών, αλλά και για την άμεση ευθύνη - είτε λόγω εγκληματικής αδιαφορίας είτε λόγω καθαρής συνενοχής - της άρχουσας τάξης, των πλουσίων.
Αυτό που θαυμάζω στο "Καμπαρέ" είναι το πόσο το δεύτερο αυτό επίπεδο, που όμως μοιραία επηρεάζει τις ζωές των ηρώων, περνά "εξ απαλών ονύχων", δίχως να καθιστά το φιλμ άμεσα αναγνωρίσιμο ως πολιτικό, αφού αυτό κύρια εξακολουθεί να ασχολείται με την ερωτική ιστορία και τα ήθη της εποχής και παραμένει απόλυτα ψυχαγωγικό. Παράλληλα βέβαια, υπάρχει η εξαιρετική Λίζα Μινέλι στον σαφώς σπουδαιότερο ρόλο της καριέρας της (δεν έπαιξε και πολλούς άλλωστε), υπάρχουν και τα θαυμάσια από μουσική και θεαματική άποψη νούμερα, με τον εξ ίσου καταπληκτικό Τζόελ Γκρέι ως επικεφαλής των χορευτών - τραγουδιστών του καμπαρέ, του οποίου η αμίμητη ατμόσφαιρα δίνεται πλήρως. Τα νούμερα αυτά, ως άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας, σχολιάζουν τα όσα συμβαίνουν είτε στις ατομικές ιστορίες των ηρώων είτε στο δεύερο, το πολιτικοκοινωνικό, επίπεδο που λέγαμε. Και, βέβαια, μερικά από τα τραγούδια αυτά είναι εθιστικά.
Το "Καμπαρέ" έρχεται σε μια εποχή παρακμής των μιούζικαλ. Κι ενώ τα κλασικά δείγματα του είδους συχνά ασχολούνται με προσωπικές ερωτικές ιστορίες ή είναι αυτοαναφορικά στο είδος αυτό καθ' εαυτό και τις σχέσεις "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, αυτό εδώ σχολιάζει ερύτερα θέματα. Γι' αυτό και το αποκάλεσα "σκεπτόμενο" μιούζικαλ. Γενικότερα θεωρώ τον Fosse ως τον τελευταίο μεγάλο δημιουργό του είδους και, βέβαια, το συγκεκριμένο φιλμ ως ένα από τα τελευταία σημαντικά του δείγματα.
Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2011
ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ... ΤΡΟΛ

Τα τρολ είναι γιγάντια, μαλιαρά τέρατα της σκανδιναβικής μυθολογίας. Τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους, βρωμάνε απίστευτα και έχουν ορισμένες ιδιότητες, όπως, ας πούμε, το ότι μετατρέπονται σε πέτρα όταν πέσει πάνω τους φως ημέρας ή οποιοδήποτε άλλο έντονο φως. Το "Trollhunter" (Trolljegeren για τους νορβηγομαθείς φίλους μας) πάλι, είναι μια νορβηγική ταινία του 2010, που γύρισε ο André Øvredal. Η οποία, βεβαίως, μας διαβεβαιώνει ότι τα τρολ υπάρχουν και όντως τρώνε τα πάντα.
Πρόκειται για ένα χιουμοριστικό ψευδοντοκιμαντέρ, στα χνάρια που χάραξε το "Blair Witch Project". Μη φοβάστε όμως. Εδώ δεν έχουμε τόσο κουνημένη κάμερα ούτε τόσο θαμπές εικόνες. Υπάρχουν κι αυτά, αλλά δεν είναι το κυρίαρχο στιλ. Ένα κινηματογραφικό συνεργείο λοιπόν αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για έναν περίεργο τύπο που ανακαλύπτει να περιφέρεται με το τροχόσπιτό του στις νορβηγικές ερημιές. Σύντομα θα αποδειχτεί ότι πρόκειται για έναν... κυνηγό τρολ που ξεφεύγουν από την αυστηρά περιορισμένη περιοχή τους. Και μάλιστα επίσημο κυνηγό, με την ανοχή της κυβέρνησης, που, φυσικά, ξέρει, αλλά δεν λέει τίποτα. Και το κυνήγι αρχίζει.
Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει από την απόλυτα σοβαρή αντιμετώπιση όλων αυτών, σα να πρόκειται όντως για ένα κανονικό ντοκουμέντο, δηλαδή από την πειστική φόρμα του ντοκιμαντέρ που υιοθετεί. Συνεντεύξεις με τον κυνηγό, κουνημένες σκηνές δράσης, κυβερνητικοί υπάλληλοι, επιστήμονες "που ξέρουν", συνθέτουν μια ταινία με απόλυτα σοβαροφανή ματιά, πράγμα που κάνει το όλο πράγμα ιδιαίτερα αστείο (διότι, αλήθεια σας λέω, πιστέψτε με, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν τρολ).
Το φιλμ, με το συνδυασμό "σοβαρών" (άρα χιουμοριστικών) στοιχείων (επιστήμονες εξηγούν τα είδη των τρολ, τους κάνουν αναλύσεις αίματος, ελέγχουν συμπληρωμένες φόρμες με στοιχεία για τα τρολ που εξοντώθηκαν, κυβερνητικοί εκπρόσωποι επινοούν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ιστορίες για το πώς συνέβησαν ορισμένα "ατυχήματα" κλπ.), αλλά και της διαρκώς υποβόσκουσας απειλητικής και αγωνιώδους ατμόσφαιρας, κατάφερε να με κρατήσει και, τελικά, να μου αρέσει. Το βρήκα από τα καλά δείγματα αυτής της ψευδοντοκιμαντερίστικης σχολής που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια (βλέπε Cloverfield, Paranormal Activity, τα τελευταία ζόμπι του Ρομέρο κλπ.). Τελικά, αν αντιμετωπίσεις με απόλυτη σοβαροφάνεια και συνέπεια οποιαδήποτε κουφή ιδέα, και κατέχεις και τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν σίγουρα διασκεδαστικό.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2011
RED ANGEL: Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ

Υπάρχουν κάποιες βαθύτατα αντιπολεμικές ταινίες, τις οποίες το να δεις είναι αληθινή δοκιμασία. Συγκλονιστικές μεν, αλλά τόσο εφιαλτικές... Σκέφτομαι το "Ο Τζόνι Πήρε το Όπλο του" για παράδειγμα. Στην κατηγορία αυτών των φιλμ έρχεται να προστεθεί και το "Red Angel" (Akai tenshi) που γύρισε ο Yasuzo Masumura (1924–1986) το 1966.
Μας μεταφέρει στον ούτως ή άλλως άδικο κινεζοϊαπωνικό πόλεμο στη δεκαετία του 30. Η όμορφη ηρωίδα είναι μια νοσοκόμα που στέλνεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Εκεί βιώνει την απόλυτη φρίκη του πολέμου και, ως αληθινός άγγελος, ανακουφίζει τραυματίες χρησιμοποιώντας τον μόνο τρόπο που διαθέτει: Το σεξ. Ταυτόχρονα ερωτεύεται έναν αρκετά μεγαλύτερό της γιατρό, εθισμένο στη μορφίνη για να αντέξει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η ταινία βλέπεται πραγματικά δύσκολα. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στα πρόχειρα στημένα χειρουργεία, όπου εκατοντάδες βαριά τραυματισμένοι άνθρωποι ψυχοραγούν και σφαδάζουν, ενώ οι γιατροί, μην έχοντας χρόνο και υλικά, αποφασίζουν απλώς ποιους θα αφήσουν να πεθάνουν και ποιους θα ακρωτηριάσουν για να επιβιώσουν. Χειρουργικές επεμβάσεις και κομμένα μέλη αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο του σκηνικού. Ωστόσο, μέσα σ΄αυτό το ζοφερό, πνιγηρό περιβάλλον, τό πιο κοντά στην κόλαση που μπορώ να φανταστώ (που επιτείνει και η ασπρόμαυρη φωτοραφία), ανθίζει ένας έρωτας που, σε κάποια σημεία, αγγίζει τα όρια της διαστροφής - προσφιλές άλλωστε θέμα στον Masumura.
Είπα και στην αρχή ότι το να δει κανείς το φιλμ αποτελεί μάλλον δοκιμασία. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη συγκλονιστικότητά του. Ίσα - ίσα, ακριβώς αυτή η αδυσώπητη καταγραφή της κόλασης είναι που επιτείνει το στοιχείο αυτό. Φεύγοντας έχει κανείς μισήσει τον πόλεμο βαθύτατα, τον πόλεμο που δεν διαθέτει απολύτως τίποτα ηρωικό. Μόνο καθαρή φρίκη. Ο ίδιος ο γιατρός άλλωστε, σα να μην αρκούν οι εικόνες από μόνες τους, θίγει μια - δυο φορές το παράλογο και μάταιο του πολέμου. Μιλά βέβαια για τον συγκεκριμένο πόλεμο (ενδιαφέρον στοιχείο κι αυτό αν αναλογιστούμε ότι το σχόλιο για την γιαπωνέζικη επιθετικότητα γίνεται το 1966 και ενώ είναι γνωστή η συνήθης στρατοκαυλίαση της χώρας αυτής), αλλά προφανώς ο σκηνοθέτης υπονοεί οποιονδήποτε πόλεμο. Και η τόλμη του βέβαια αυξάνεται και με το ερωτικό στοιχείο. Αλήθεια, τι το μεμπτό μπορεί να έχει το να ανακουφίσεις σεξουαλικά έναν ανήμπορο άνθρωπο, κάποιον που ίσως να μη μπορέσει να ξανακάνει έρωτα στη ζωή του;
Ο έρωτας στην κόλαση λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο τίτλος του φιλμ. Επέμενα όμως λίγο παραπάνω στο αντιπολεμικό στοιχείο, γιατί αυτό είναι που τελικά με συγκλόνισε περισσότερο. Γι' αυτό άλλωστε και θεωρώ το "Red Angel" μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011
ΧΛΙΑΡΟ "SENSATION"

Νεαρός ιρλανδός κτηνοτρόφος, παρθένος ακόμα, ζει τη βαρετή ζωή της υπαίθρου έχοντας έναν και μοναδικό αμφιβόλου ποιότητας φίλο, ενώ βασανίζεται από ανεκπλήρωτες σεξουαλικές επιθυμίες. Μετά το θάνατο του πατέρα του πουλά τα πρόβατα και καλεί μεγαλύτερή του σε ηλικία πόρνη, με την οποία, αφού τη βρίσκουν και τα βρίσκουν, αποφασίζουν να ανοίξουν πορνείο.
Αυτά συμβαίνουν σε γενικές γραμμές στο "Sensation" του 2010 του Tom Hall. Πρόκειται για ένα είδος τολμηρής (λεκτικά κυρίως) κομεντί, με κάμποσα δραματικά στοιχεία, τα οποία πάντως απαλύνονται πάντοτε από δόσεις χιούμορ. Συνδυασμός ρεαλισμού και κωμωδίας λοιπόν, που ίσως θέλει να καταγράψει τη ζωή στην ιρλανδική επαρχία. Το σκαμπρόζικο θέμα πάντως δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες τολμηρές σκηνές (αν αυτό είναι ο στόχος σας). Το μόνο που πετυχαίνει η ταινία είναι να δώσει ανάγλυφα τη βαρεμάρα και τη μιζέρια της επαρχίας στη σύγχρονη εποχή (της ιρλανδικής στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αλλά και της κάθε επαρχίας γενικότερα).
Είπα "ίσως" διότι προσπαθούσα να καταλάβω τον λόγο για τον οποίο γυρίζονται ορισμέα φιλμ. Η συγκεκριμένη κυλά μάλλον ευχάριστα, πλην όμως ούτε ακριβώς ξεκαρδιστική κωμωδία είναι, ούτε βαρύ ρεαλιστικό δράμα, ούτε ντοκιμαντερίστικη καταγραφή ενός θέματος, ούτε τολμηρό ερωτικό φιλμ και μάλλον λίγες κοινωνικές ή πολιτικές αναφορές περιέχει. Γι' αυτό απορώ για το λόγο ύπαρξής του. Προσέξτε, δεν σημαίνουν όλα αυτά κατά τη γνώμη μου ότι πρόκειται για κακή ταινία, σας είπα ότι το είδα ευχάριστα, απλώς προσπαθώ να κατανοήσω το γιατί τόσος κόπος...
Γενικά νομίζω ότι συγκαταλέγεται στα φιλμ με τα οποία πιθανόν να διασκεδάσεις για δύο ώρες, μετά όμως μάλλον θα τα ξεχάσεις. Γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός "χλιαρό".
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2011
"ΤΥΦΛΟ ΚΤΗΝΟΣ": Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ

Ο γιαπωνέζος Yasuzo Masumura (1924–1986) έχει κάνει κάθε είδους ταινίες. Η "διαστροφή" πάντως είναι ένα θέμα που μοιάζει να τον ελκύει ιδιαίτερα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο "Τυφλό Κτήνος" (Mοju ή Blind Beast στα αγγλικά) του 1969, όπου τυφλός γλύπτης, με τη βοήθεια της μητέρας του, απαγάγει όμορφο μοντέλο που έχει ερωτευθεί και το φυλακίζει στο εργαστήριό του με σκοπό να φτιάξει το "τέλειο έργο" του. Σιγά - σιγά όμως τα πράγματα θα ξεφύγουν από κάθε όριο.
Νομίζουμε στην αρχή ότι πρόκειται για άλλη μια ταινία εγκλεισμού, στο στιλ του "The Collector" του Γουάιλερ. Φυσικά πρόκειται για τέτοια ταινία, το πράγμα όμως, προς το τέλος ιδιαίτερα, πάει πολύ πιο μακριά, δοκιμάζοντας την αντοχή του θεατή. Οι χώροι είναι περιορισμένοι. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στο εργαστήριο. Αυτό το εργαστήριο όμως, με το παράδοξο ντεκόρ, που κινείται ανάμεσα στο απόλυτα εντυπωσιακό και το κιτς, είναι το πρώτο στοιχείο που θα σοκάρει τον θεατή. Η σταδιακή αποκάλυψή του στην αντίστοιχη σκηνή μένει καρφωμένη στη μνήμη μας.
Από εκεί και πέρα υπάρχουν πολλοί φροϊδικοί συμβολισμοί, ο ρόλος της μητέρας είναι καθοριστικός, ενώ η κλιμάκωση του τέλους έρχεται σχετικά απότομα, αφήνοντάς μας μουδιασμένους (ίσως χρησιμοποιήσετε άλλες λέξεις, εντονότερες). Στόχος είναι βέβαια η καταγραφή του απόλυτου έρωτα, που κάποια στιγμή ξεπερνά κάθε φραγμό όταν η αμοιβαία επιθυμία για απόλυτη και με όλους τους τρόπους κατοχή;, κατάκτηση;, απόκτηση;, απόλαυση; (ή όπως αλλιώς θέλετε να το χαρακτηρίσετε), του άλλου φτάνει στα απώτατα όριά της.
Φυσικά το φιλμ θα σοκάρει πολλούς. Οι ιάπωνες, όπως αποδεικνύεται με αυτό το παράδειγμα, είχαν από πολύ παλιά αναπτύξει αυτή τη χαρακτηριστικά διαστροφική ή/και "άρρωστη" ματιά - όπως τουλάχιστον θα τη χαρακτήριζε ο μέσος δυτικός - πράγμα που φαίνεται έντονα από το σινεμά, αλλά και από τη λογοτεχνία και τα κόμικς τους.
Το θέμα πάντως είναι ότι ο Masumura είναι κάπως άτεχνος σα σκηνοθέτης, οπότε πολλά από τα τεκταινόμενα φαίνονται κάπως ψεύτικα, πράγμα που έχει να κάνει και με το καθαρά τεχνικό μέρος. Ωστόσο το φιλμ δεν παύει να είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ερωτικής εμμονής, στοιχείο που έγινε ευρύτερα γνωστό μερικά χρόνια αργότερα με την "Αυτοκρατορία των Αισθήσεων" του Όσιμα.
ΥΓ: Ίσως οι σύγχρονοι θεατές αναρωτηθούν γιατί, παρά τα όσα συμβαίνουν, δεν βλέπουμε ούτε σταγόνα αίματος, πράγμα που κάνει το πράγμα κάπως αναληθοφανές. Όπως έμαθα, αυτό έχει να κάνει με βαθιά ριζωμένα γιαπωνέζικα ταμπού σε σχέση με τα σωματικά υγρά. Την εποχή αυτή λοιπόν, το 1969, απαγορευόταν αυστηρά να δειχτεί αίμα στην οθόνη.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 24, 2011
ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΟΥΑΡ

Ο Nicolas Winding Refn είναι δανός, προέρχεται δηλαδή από χώρα με πλούσια κινηματογραφική παράδοση. Το "Drive" (2011) είναι η πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ και, αν και πιο κοντά στα b-movies βρίσκεται παρά στις υπερπαραγωγές, βάζει τα γιαλιά σε πολλές περιπέτειες του είδους.
Ο ήρωας, άσσος οδηγός, είναι κασκαντέρ σε ταινίες - τι άλλο; - με κυνηγητά αυτοκινήτων. Τη νύχτα όμως μετατρέπεται σε οδηγό σε ληστείες τραπεζών. Ώσπου ερωτεύεται, και τότε τα πάντα αλλάζουν - προσθέτοντας έτσι και τη ιάσταση του ρομαντισμού και της τρυφερότητας στο φιλμ.
Απλό σενάριο, έντονη δράση, εξ ίσου έντονα βίαια ξεσπάσματα, αλλά και μια μελαγχολική διάθεση που διατρέχει όλη την ταινία, συγκαταλέγουν κατά τη γνώμη μου το "Drive" σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα φιλμ του είδους. Εντύπωση προκαλεί τόσο η στιλάτη, νυχτερινών πλάνων κυρίως, σκηνοθεσία, όσο και η έλλειψη κάθε υποχώρησης σε κάθε λογής χάπι-εντ και άλλες τέτοιες ευκολίες. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, σίγουρα από τους σημαντικότερους νέους ηθοποιούς, κάνει μια ακόμα εξαιρετική επιλογή ρόλου, ενώ μια ακόμα θετική για μένα παράμετρος του φιλμ είναι η έντονη κινηματογραφοφιλία της. Όχι μόνο επειδή, όπως είπαμε, ο ήρωας είναι κασκαντέρ, άρα δουλεύει στο χώρο του σινεμά, αλλά και επειδή οι αναφορές σε ταινίες καταδίωξης και άλλα περιπετειώδη ή νουαρώδη είδη (b-movies ή μη) είναι πολλές. Παράλληλα υπάρχει και η ρομαντική - ηρωική ιδιοσυγκρασία του σιωπηλού και αποφασισμένου ήρωα, που τον κάνει μια δυνατή κινηματογραφική προσωπικότητα, υπάρχουν και οι όμορφοι νυχτερινοί φωτισμοί, η δράση που κρατά τον θεατή μέχρι τέλους... τι άλλο θέλετε;
Μακάρι όλες οι εκ Χόλιγουντ περιπέτειες να ήταν τόσο στιλάτες και, τελικά, τόσο καλές. Αφείστε που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα χολιγουντιανά προϊόντα γυρίζονται, από καταβολής αμερικάνικου σινεμά, από ευρωπαίους δημιουργούς, οι οποίοι (για οικονομικούς πιθανόν λόγους, καμία αντίρηση) μετακομίζουν εκεί μεταγγίζοντας νέο αίμα στο ανέμπνευστο σε γενικές γραμμές τα αρκετά τελευταία χρόνια Χόλιγουντ (και για να σας προλάβω, προφανώς οι χολιγουντιανές εξαιρέσεις σίγουρα υπάρχουν).
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011
ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΥΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΝ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ...

Το "Some Guy Who Kills People" του Jack Perez είναι μια κωμωδία τρόμου του 2011. Για να είμαστε ακριβείς, συνδυάζει την ιστορία ενός σίριαλ κίλερ, περιέχοντας και κάποιες σκηνές "αστείου" σπλάτερ μάλιστα, το χιούμορ και μια αρκετή δόση τρυφερότητας.
Ο ήρωας έχει βγει από ψυχιατρείο λόγω κατάθλιψης, δουλεύει σε παγωτατζίδικο (κάνοντας και κάποιες γελοίες δουλειές), ζει με τη μητέρα του, που μάλλον τον περιφρονεί και δεν χάνει ευκαιρία να του την πει, και κάνει κόμικς τα οποία δεν δείχνει σε κανέναν και στα οποία δολοφονεί αλύπητα κάποιους συνομήλικούς του από την πόλη που στο παρελθόν... Κάπου εκεί οι τύποι αυτοί αρχίζουν να δολοφονούνται στ' αλήθεια με φριχτούς τρόπους, ενώ από το πουθενά εμφανίζεται και η μικρή του κόρη για να περιπλέξει (συναισθηματικά κυρίως) τα πράγματα.
Βρήκα την ταινία, που είναι μικρή, ανεξάρτητη παραγωγή, διασκεδαστικότατη και, όπως είπα, και τρυφερή συγχρόνως. Περιέχει μάλιστα ορισμένες εξαιρετικές ατάκες, που προκαλούν άμεσο γέλιο. Η μικρή κόρη κλέβει σαν ηθοποιός την παράσταση, ενώ όλα τα λεφτά είναι ο ηλικιωμένος σερίφης, που ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν είναι εντελώς ηλίθιος ή πολύ έξυπνος. Γενικά σε κάποια σημεία μου θύμισε το χιούμορ των Κοέν. Φυσικά η παρωδία ταινιών με σίριαλ κίλερς είναι προφανής, αλλά, όπως είπα, εκτός της πλάκας υπάρχει και η ανθρώπινη διάσταση, καθώς έχει ενδιαφέρον και η ψυχολογία του ήρωα, που είναι χαριτωμένος και συμπαθητικός μέσα στην αδεξιότητα και τη μοναξιά του. Τέλος, αν θέλετε να το προσθέσετε αυτό στα στοιχεία του φιλμ, σημειώστε και την ανατροπή που περιέχει, για τηνη οποία φυσικά δεν θα σας πω τίποτα. Το παράξενο για μια τέτοια ταινία - παρωδία είναι ότι, τελικά, σε μένα τουλάχιστον, άφησε μια γλυκειά αίσθηση.
Συμπαθέστατη λοιπόν κατά τη γνώμη μου "μικρή" ταινία, απ' αυτές που σκάνε κάθε τόσο στο χώρο του όχι-μπλογκμπάστερ αμερικάνικου σινεμά και μας κάνουν να τον συμπαθούμε (ακόμα). Μακάρι οι περισσότερες ταινίες του χώρου αυτού να ήταν τόσο συμπαθητικές - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για μεγάλο φιλμ, σίγουρα όμως πρόκειται για απολαυστικό. Το λέω επειδή τα αρκετά τελευταία χρόνια το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά μας απογοητεύει συχνά, οπότε μια δόση φρεσκάδας είναι πάντα ευπρόσδεκτη.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 22, 2011
ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ "ΜΟΣΧΑΡΟΚΕΦΑΛΗ"

Η "Μοσχαροκεφαλή" (Rundskop) του 2011 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του βέλγου Michael R. Roskam. Και είναι σκληρή και - σαν ιστορία, δίχως να δείχνει κάποιες αιματηρές σκηνές - βαθύτατα βίαιη.
Καταπιάνεται με ένα ασυνήθιστο θέμα: Την "μαφία ορμονών" που, αδίστακτη όπως και κάθε άλλη μαφία, δρα στην Ευρώπη. Τουτέστιν ένα οργανωμένο, διαπλεκόμενο κύκλωμα που εμπορεύεται παράνομες ουσίες που βοηθούν στην ταχύτατη πάχυνση των ζώων στις φάρμες του Βελγίου, της Ολλανδίας και άλλων "υπεράνω πάσης υποψίας" χωρών. Το κέρδος είναι μεγάλο και σίγουρο, πολλοί φάρμερ αγοράζουν ή εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο, και, φυσικά, το κρέας και τα άλλα προϊόντα το καταναλώνουμε εμείς.
Αυτό είναι το βρώμικο περιβάλλον, το φόντο. Η ταινία ωστόσο εστιάζει σε μια προσωπική ιστορία με πολλούς εμπλεκόμενους. Ο ήρωας του φιλμ, που το παρατσούκλι του είναι "Μοσχαροκεφαλή", είναι ένας κτηνώδης φάρμερ μόνιμα οργισμένος, τίγκα στην τεστοστερόνη και τις κάθε λογής ουσίες στις οποίες είναι εθισμένος, πολλές από τις οποίες σχετίζονται με αυτές που καταναλώνουν και οι κοινοί "σφίχτες" που ζουν ανάμεσά μας. Τα πάντα πηγάζουν από μια φριχτή πραγματικά παιδική ιστορία, η οποία καταδυναστεύει και αλλάζει τη ζωή των σημερινών τριαντάρηδων που αποτελούν τα βασικά πρόσωπα.
Η σκηνοθεσία είναι απλή και αποτελεσματική, η φωτογραφία μουντή και δίχως φτιασίδια, οι χώροι κοινότοποι. Όλα συμβάλλουν σε ένα απόλυτα ρεαλιστικό κλίμα. Η βία ξεχειλίζει από παντού. Στην καθημερινή συμπεριφορά των ηρώων, στα επικίνδυνα, παράνομα παιχνίδια, συμφωνίες και κάθε λογής ντίλινγκ μαφιόζων, φάρμερς και αστυνομίας, στις διαπροσωπικές σχέσεις, παντού. Πολλοί από τους ήρωες είναι μόνιμα σχεδόν οργισμένοι. Όπως είπα και στην αρχή δεν υπάρχουν αιματοβαμμένες σκηνές, η βία δεν δείχνεται κυριολεκτικά, αλλά μοιάζει να κυριαρχεί σχεδόν σε κάθε καρέ. Γι' αυτό και το φιλμ κάπου γίνεται ενοχλητικό, βλέπεται δύσκολα, καθώς ελάχιστες χαραμάδες φωτός αφήνονται να διαφανούν, και παρά το ότι η ιστορία έχει ενδιαφέρον και υπάρχει αγωνία για την κατάληξη.
Στιβαρή ταινία, δυνατή, σίγουρα αξιόλογο ντεμπούτο, αλλά, σας το είπα, την είδα δύσκολα. Αυτό το ξεχείλισμα τεστοστερόνης και επιθετικής συμπεριφοράς, η διαρκής ένταση, καθώς και η προσωπική κόλαση του ήρωα, την κάνουν σε ορισμένα σημεία σχεδόν αφόρητη. Πάντως το δέσιμο προσωπικής ιστορίας και "σάπιου" περιβάλλοντος γίνεται απόλυτα φυσικά και πειστικά, ενώ υπάρχουν και νύξεις για το διχασμό και την εκατέροθεν αντιπάθεια που επικρατεί στο Βέλγιο ανάμεσα στους Φλαμανδούς και τους γαλλόφωνους.
Θα επιμείνω πάντως στο σημείο αυτό: Στο ότι, πατώντας και στα δύο επίπεδα, το προσωπικό και το κοινωνικό, καταφέρνει να μας παγώσει το αίμα απεικονίζοντας τη βρωμιά που επικρατεί ακόμα και σε τομείς που δεν φανταζόμαστε και μάλιστα στις πιο ευνομούμενες και "πολιτισμένες" χώρες, στην καρδιά της ευρωπαϊκής ένωσης συγκεκριμένα. Ίσως γι' αυτό ακριβώς παρακολούθησα δύσκολα την ταινία. Επειδή η κόλαση βρίσκεται και εσωτερικά και στο ευρύτερο περιβάλλον. Παντού.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2011
ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΛΛΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ "LOVE"

To "Love" του 2011 είναι η πρώτη ταινία του William Eubank. Πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας που, μοιραία, φέρνει έντονα στο νου την θρυλική "Οδύσσεια του Διαστήματος" του Κιούμπρικ, αλλά και το πιο πρόσφατο "Moon".
Όπως καταλάβατε έχουμε να κάνουμε με έναν αστροναύτη που χάνει την επαφή με τη βάση και μένει ολομόναχος σε ένα σταθμό που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Μάλλον δεν θα μπορέσει να επιστρέψει ποτέ πίσω. Από εκεί και πέρα τον πρώτο λόγο έχει η μοναξιά και η παράνοια που τη συνοδεύει.
Αυτό που εντυπωσιάζει στο φιλμ είναι η πολύ καλή εικόνα. Ενώ πρόκειται για εξαιρετικά low budget ταινία, καταφέρνει να "ξεγελάσει" τον θεατή και με την ποιότητα της φωτογραφίας και με κάποιες εντυπωσιακές εξωτερικές σκηνές πίσω στη γη. Προφανώς η χρήση των χώρων, αλλά και των ανθρώπων, είναι ευρηματική.
Πέραν αυτού είμαι σχεδόν σίγουρος ότι η ταινία θα διχάσει. Αφ' ενός πολλοί θα βαρεθούν από το αναπόφευκτα μινιμαλιστικό του θέματος: Ένας άνθρωπος ολομόναχος, έγκλειστος σε κάποιον χώρο, παρά το ότι βέβαια οι παραισθήσεις - ή για ό,τι άλλο πρόκειται - διατηρούν το ενδιαφέρον. Το δεύτερο στοιχείο "διχασμού" οφείλεται στο μάλλον "ακαταλαβίστικο" των όσων συμβαίνουν. Προσωπικά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αντιλήφθηκα πλήρως τα τεκταινόμενα. Από ένα σημείο και μετά το φιλμ "χάνεται" και κανείς δεν είναι πολύ σίγουρος τι ακριβώς συμβαίνει. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα θεωρία που εμπλέκει ταξίδι στο χρόνο και η οποία μπορεί να ερμηνεύσει κάτι, αλλά και σ' αυτήν υπάρχουν κενά και σκοτεινά, δυσεξήγητα σημεία. Διότι, βλέπετε, στην όλη ιστορία εμπλέκεται, από την πρώτη - πρώτη κιόλας σκηνή, και ο αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος.
Είπα στην αρχή για τις προφανείς επιροές. Όταν τελείωσε η ταινία ωστόσο ήμουν σίγουρος ότι η βασική επιροή ήταν η "Οδύσσεια του Διαστήματος". Ο Eubank κρατά ακόμα και παρόμοια δομή και ολοκληρώνει το φιλμ του με ένα τριπ ίσως όχι τόσο φευγάτο και θεαματικό όσο αυτό του Κιούμπρικ, αλλά μάλλον εξ ίσου μεταφυσικό και, πιθανόν, ακατανόητο. Κάποιοι νομίζω θα "κολλήσουν" με το φιλμ - με τη βοήθεια και της μουσικής των Andels & Airwaives. Προσωπικά πάντως μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Σίγουρα πρόκειται για κάτι ένδιαφέρον και με επί μέρους αρετές - τέλος πάντων για ένα αξιοπρόσεχτο και υποσχόμενο ντεμπούτο - αλλά δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα κιόλας.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2011
ΣΕ ΓΝΩΣΤΑ - ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΑ - ΕΔΑΦΗ

Ο Stéphane Lafleur είναι γαλόφωνος καναδός από το Κεμπέκ και το "En Terrains Connus" ("Σε Γνώριμο Έδαφος") του 2011 η δεύτερη μεγάλου μήκους φιξιόν ταινία του. Και δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε από τις καλύτερες που είδα τελευταία. Κάθε άλλο μάλιστα.
Η γραφή είναι ρεαλιστική, ντοκιμαντερίστικη σχεδόν. Η αδιέξοδη και βαρετή καθημερινότητα των ηρώων σ' ένα εξ ίσου βαρετό, επίπεδο, μουντό και χιονισμένο επαρχιακό τοπίο καταγράφεται συχνά με εξοντωτικές λεπτομέρειες. Η σύζυγος που, δίχως να συμβαίνει κάτι κραυγαλέο, έχει βαρεθεί τη συνηθισμένη συζυγική ζωή, η μίζερη δουλειά της, ο αδελφός της, όχι και πολύ έξυπνος, άνεργος, που τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του σε όλα τα επίπεδα και ζει με τον πατέρα του (τι ωραία!), οι καθημερινές τους (μη) ασχολίες, η μεταξύ τους αποξένωση (μεταξύ των πάντων που εμφανίζονται στο φιλμ, εδώ που τα λέμε), τέτοια πράγματα... Όλα αυτά με έκαναν να βαρεθώ κι εγώ αρκετά μαζί με τους ήρωες.
Ξαφνικά, από το πουθενά κυριολεκτικά, σκάει μια ελάχιστη, κουφή δόση επιστημονικής φαντασίας, καθώς κάποιος έρχεται από το πολύ κοντινό μέλλον για να προειδοποιήσει για ένα επερχόμενο συμβάν. Αυτά. Και μετά ξαναβυθιζόμαστε στην καθημερινότητα, όπου όμως ο αδελφός κάπως γνωρίζει πλέον τι θα συμβεί.
ΟΚ, υπάρχει μια τρυφερότητα και ένας (βαρετός ξαναλέω) ρεαλισμός στο όλο φιλμ. Τελικά το πράγμα πάει προς την βαθμιαία επαναπροσέγγιση αδελφού και αδελφής, τη γέννηση μιας κάποιας ζεστασιάς μεταξύ τους (που γίνεται με τον ατσούμπαλο, άγαρμπο τρόπο του αδελφού). Μπορείς ίσως να πεις ότι στο τέλος κάπου σε συγκινεί κιόλας. Μικρή ανταμοιβή, φοβάμαι, για δύο "δύσκολες" ώρες. Όσο για χιούμορ; Υποτίθεται ότι διαθέτει λίγο. Πολύ λίγο, με το οποίο ίσως με το ζόρι χαμογελάσετε ελάχιστες φορές. Τον περισσότερο χρόνο πάντως δεν χαμογελούσα, νύσταζα.
Πάντως από το Κεμπέκ έχω δει πολύ πιο ενδιαφέρουσες ταινίες...
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2011
ΓΙΓΑΝΤΕΣ, ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ

Ο Yasuzo Masumura (1924–1986) είναι ένας παραγωγικότατος (πάνω από 60 ταινίες) γιαπωνέζος σκηνοθέτης, που μέχρι πρόσφατα μου ήταν άγνωστος (όπως και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του, φαντάζομαι). Έχει κάνει κάθε είδους ταινίες, από κοινωνικά δράματα μέχρι τρόμου και κωμωδίες.
Το "Giants and Toys" γυρίστηκε το 1958 και θεματικά βρίσκεται μάλλον πολύ μπροστά από την εποχή του. Τρεις διαφημιστικές εταιρίες, που φτιάχνουν καραμέλες για παιδιά, ανταγωνίζονται ανελέητα, επινοώντας κάθε λογής τρόπους προώθησης των προϊόντων τους, αλλά και χρησιμοποιώντας αδίστακτα κατασκοπεία και εκμεταλλευόμενες τις προσωπικές σχέσεις των υπαλλήλων τους.
Θα έχετε ακούσει υποθέτω ότι ο χώρος της διαφήμισης είναι από τους πλέον απάνθρωπους, ο ανταγωνισμός και η πίεση στους εργαζόμενους συχνά αφόρητα και ότι πολλοί μετά από 10 χρόνια πάνω - κάτω τον εγκαταλείπουν μην αντέχοντας άλλο. Φανταστείτε να βλέπετε όλα αυτά να συμβαίνουν στην Ιαπωνία του 1958 (στην Ελλάδα δεν είχαμε ακόμα ιδέα): Πάνω απ' όλα βρίσκεται η επιτυχία της εταιρίας, η οποία ουσιαστικά είναι σημαντικότερη από την οικογένεια, τον έρωτα ή ό,τι άλλο. Η εταιρία - ή το εκάστοτε προϊόν της - πρέπει να νικήσουν, να είναι πρώτα σε πωλήσεις με οποιοδήποτε κόστος. Οι προσωπικές σχέσεις των υπαλήλων βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα ή (ακόμα χειρότερα) χρησιμοποιούνται ύπουλα για το καλό της εταιρίας. Η πίεση ειναι εξοντωτική.
Ο Masumura χρησιμοποιεί το χιούμορ, αλλά και το δράμα για να μας δείξει κάθε άλλο παρά αστεία πράγματα. Στις εταιρίες κυριαρχεί το "ο θάνατός σου η ζωή μου". Οποιοσδήποτε έχει ηθικές αντιρρήσεις, όσο ψηλά στην ιεραρχία κι αν βρίσκεται, παραμερίζεται. Είναι η πρώτη φορά που είδα σε ταινία να αμφισβητείται τόσο ανοιχτά η περίφημη εργασιομανία των Ιαπώνων. Όπως και το βαθύτατα ριζωμένο πιστεύω τους ότι "πρέπει οπωσδήποτε, πάσει θυσία, να νικήσουμε", ανεξάρτητα του αν η νίκη αφορά την ίδια τη χώρα, την εταιρία ή τη συγκεκριμένη σειρά καραμελών. "Είμαστε Ιάπωνες" λέει κάπου ένας από τους ήρωες. "Δεν ξέρω τι κάνουν στην Αμερική ή την Ευρώπη, εμείς όμως πρέπει πάντοτε να νικούμε". Φυσικά στο βωμό της επιτυχίας οι προσωπικές ζωές, οι σχέσεις, ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές, η ίδια η προσωπικότητα του ατόμου, συντρίβονται. Ο βασικός ήρωας, που προσπαθεί να αντισταθεί, καταλήγει... ας μη σας πω πώς ακριβώς, στο θαυμάσιο, τραγικό και συγχρόνως βαθύτατα ειρωνικό τέλος.
Όλα αυτά, ξαναθυμίζω, στα '50ς! Μέσα σε ένα συχνά κιτς σκηνικό, με τις απίστευτα γελοίας αισθητικής για τα σημερινά δεδομένα διαφημιστικές καμπάνιες, με τους ηθοποιούς να φωνάζουν πολύ, όπως συμβαίνει πάντα σχεδόν στις γιαπωνέζικες ταινίες, ο σκηνοθέτης αμφισβητεί βαθιά το γιαπωνέζικο οικονομικό θαύμα, τις εργασιακές δομές του καπιταλισμού γενικότερα όπως αυτές αποτυπώνονται στις μεγάλες εταιρίες, τον εκμηδενισμό της προσωπικότητας και της ηθικής μπροστά στην επαγγελματική επιτυχία, και κάνει πλάκα και με το σταρ σύστεμ. Πολύ ενδιαφέρον, αν ξενασκεφτεί κανείς την εποχή. Α, και να μη ξεχάσω, τέλος, την παράδοξη σκηνή του "εξωτικού" νούμερου της σταρ πρωταγωνίστριας, που, σε σκηνικό ζούγκλας, τραγουδά διαρκώς για... κανιβαλισμό!
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2011
ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΥΨΕΙΣ "ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ"

Το "On The Ice" (2011) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Andrew Okpeaha MacLean. Γυρισμένη στην Αλάσκα, μας δίνει μια σπάνια ευκαιρία να δούμε την καθημερινότητα της παγωμένης αυτής περιοχής.
Βρισκόμαστε σε μια μικρή, γεμάτη χιόνι και πάγο πόλη, την εποχή της διαρκούς μέρας, όταν δηλαδή ο ήλιος δεν δύει επί εβδομάδες. Η νεολαία της πόλης προσπαθεί να σκοτώσει την τεράστια ανία της με χιπ χοπ, κόντρες με μηχανοκίνητα έλυθρα, αλκοόλ και ναρκωτικά. Η ιστορία θα αρχίσει όταν, σε μια έρημη, κάτασπρη περιοχή έξω από την πόλη, ένας νεαρός θα σκοτώσει σ' έναν καυγά ένα φίλο του.
Το φιλμ είναι περισσότερο κοινωνικό και όχι αστυνομικό. Ο φόνος είναι η αφορμή για να ξεκινήσει μια σειρά από ψέματα, τύψεις, άγχη. Ουσιαστικά, κάτω από την εκτυφλωτική λευκότητα του τοπίου, υποβάσκει η απόλυτη ανία, η κενότητα των νεαρών, η έλλειψη οποιουδήποτε πιστεύω. Αυτό κυρίως είναι που καταγράφει η ταινία. Βλέπετε, τυπικά βρισκόμαστε στις ΗΠΑ, οι εικόνες όμως που βλέπουμε κάθε άλλο παρά αυτές που έχουμε δει σε εκατοντάδες αμερικάνικα φιλμ μας θυμίζουν.
Οι πρωταγωνιστές είναι όλοι Εσκιμώοι και μιλάνε αγγλικά γεμάτα με πολλές λέξεις της παλιάς τους γλώσσας. Οι σχετικά αργοί ρυθμοί και η περιγραφή της βαρετής καθημερινότητας των ηρώων, μπορεί να κουράσει πολλούς θεατές. Τα συναισθήματα των πρωταγωνιστούν έχουν ενδιαφέρον, η πάλη τους ανάμεσα στην απόκρυψη του τι ακριβώς συνέβει και στις τύψεις και την αποκάλυψη της αλήθειας είναι σε κάποια σημεία δραματική, συνολικά όμως το φιλμ κυλά μάλλον δύσκολα. Δεν το θεωρώ κακό, σε καμία περίπτωση, ούτε όμως και κάτι συγκλονιστικό. Έχει πάντως το ενδιαφέρον του και σαν μια ντοκιμαντερίστικη, ρεαλιστική καταγραφή μιας κοινωνίας που ελάχιστα γνωρίζουμε, που ακόμα παραπαίει ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και τις προγονικές παραδόσεις και συνήθειες. Οι σύγχρονοι ήρωες, βλέπετε, έχουν κινητά, ακούν χιπ χοπ και κάνουν πάρτι, αλλά κυνηγάνε και φώκιες, γνωρίζουν σαν την παλάμη τους το κατάλευκο, ολόιδιο για μας τοπίο ή τα καπρίτσια του πάγου, μιλάν και την αρχαία γλώσσα τους. Το στοιχείο αυτό είναι νομίζω πολύ ενδιαφέρον. Καθώς και η διαπίστωση (για μια ακόμα φορά) ότι το κλίμα και το τοπίο μπορεί να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό - αν όχι στο μεγαλύτερο - το τι συμβαίνει και πώς δομείται μια κοινωνία.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011
Ο ΠΙΟ ΙΔΙΟΡΥΘΜΟΣ "GUARD" ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ)

Ο John Michael McDonagh είναι αδελφός του Martin McDonagh, που το 2009 νομίζω μας είχε δώσει το πολύ καλό "In Bguges". Ίσως γι' αυτό το ντεμπούτο του πρώτου "The Guard" (2011) έχει κάτι από την τρέλα και το κλίμα της ταινίας του αδελφού του.
Πρόκειται και πάλι για μια μαύρη, ανορθόδοξη και καθόλου αμερικάνικη αστυνομική κωμωδία, που διαδραματίζεται σε απομονωμένη περιοχή της Ιρλανδίας, όπου όλοι μιλάνε κέλτικα, αρνούνται να συννενοηθούν στα αγγλικά και, φυσικά, δεν χωνεύουν τους άγγλους.
Ολόκληρο το φιλμ είναι στηριγμένο στην απίθανη προσωπικότητα του μπάτσου του χωριού, του εκπληκτικού Μπρένταν Γκλίσον. Ο οποίος πάει μόνο με πόρνες, παίρνει μικρομίζες από παράνομες μικροδουλειές, πίνει και καταναλώνει ουσίες και είναι, δίχως σχεδόν να το αντιλαμβάνεται, ρατσιστής. Όλα αυτά. Κι όμως ο απαράδεκτος αυτός τύπος είναι ο πιο τίμιος μέσα σε ένα απόλυτα διεφθαρμένο ευρύτερο περιβάλλον με μπάτσους, πολύ ανώτερούς του, που παίζουν πολύ χοντρότερα παιχνίδια. Όταν λοιπόν ένα μεγάλο φορτίο ναρκωτικών φτάσει στο ξεχασμένο χωριό του, θα αναλάβει δράση σχεδόν μόνος του. Ή μάλλον με μοναδική βοήθεια αυτή ενός αμερικάνου μαύρου αστυνομικού του FBI, ο οποίος είναι πολιτικά ορθός, τυπικός και "άψογος" όσο δεν παίρνει. Το δίδυμο είναι αμίμητο.
Φυσικά μιλάμε για τον απόλυτο θρίαμβο του μη πολιτικώς ορθού χιούμορ. Οι ατάκες είναι βιτριολικές, ο ήρωας είναι απο τις πιο παράδοξες, αντιφατικές και, τελικά, αστείες φιγούρες που έχουμε δει στην οθόνη τα τελευταία χρόνια, και το αγγλικό χιούμορ δείχνει τα δόντια του απέναντι στο βαρετό πλέον αμερικάνικο (προσοχή: εξαιρέσεις υπάρχουν παντού και πάντοτε).
Η ταινία διαθέτει, κατά τη γνώμη μου, σωστές δόσεις δράσης και χιούμορ, ώστε να πετυχαίνει και στα δύο. Προσέξτε όμως: Επειδή δεν βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, ούτε ξεκαρδιστικό θα το έλεγα το χιούμορ - μάλλον υπόγειο είναι - ούτε καταιγιστική τη δράση. Και τα δύο, παρά την πολύ καλή σκηνοθεσία, είναι συνειδητά σχετικά χαμηλότονα. Υπάρχει στο μέσον και η ανθρωπιά (η σχέση του αστυνομικού με τη μητέρα του), καθώς και η αστεία περιγραφή του χωριού και των τύπων της. Γενικά, όπως καταλάβατε, απόλαυσα την ταινία. Και αν δεν είστε κολλημένοι με χολιγουντιανά πρότυπα, μάλλον θα την απολαύσετε και σεις.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2011
Η ΓΗ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ "ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ"

Το έχω ξαναπεί: Τον Lars von Trier άλλοτε τον μισώ κι άλλοτε τον θαυμάζω. Η "Μελαγχολία" του 2011, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, αφού πρόκειται για φιλμ που με συγκίνησε και συγχρόνως με μάγεψε με την απίστευτη εικαστικότητά του. Πιθανόν ο Τρίερ να είναι τρελός, αλλοπρόσαλλος, προβοκάτορας, ναζί ή όλα αυτά μαζί. Όλα αυτά όμως, κι άλλα τόσα πιθανόν, δεν κάνουν την ταινία του να μου αρέσει λιγότερο.
Πάσχοντας από κατάθλιψη ο ίδιος, σκιαγραφεί εδώ την φοβερή αυτή ψυχική ασθένεια και, κάνοντας ένα λογικό άλμα, τη θεωρεί ως κάτι που απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη. Φτάνει μάλιστα να την ταυτίσει με το τέλος του κόσμου. Διότι η ταινία, μπαίνοντας με τον προσωπικό του φυσικά τρόπο στα χωράφια της επιστημονικής φαντασίας, μιλά γι' αυτό το τέλος, όσο και για την αρρώστια.
Αυτό που ξενίζει αρχικά είναι ο χωρισμός του φιλμ σε δύο μέρη ("Τζαστίν" και "Κλερ", τα ονόματα δηλαδή των δύο αδελφών που πρωταγωνιστούν), τα οποία μοιάζουν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Μετά από μια πραγματικά εκθαμβωτική εικαστικά εισαγωγή, με εικόνες σε slow motion που παραπέμπουν σε παλιότερα και σύγχρονα εικαστικά έργα, το πρώτο μέρος προσγειώνεται στο ρεαλισμό και παρακολουθεί τη γαμήλια δεξίωση της ηρωίδας, που γίνεται με πλήρη χλιδή στον πύργο του ζάπλουτου κουνιάδου της, και την βαθμιαία βύθισή της στην κατάθλιψη. Βρήκα τη μελέτη της ασθένειας πολύ δυνατή. Στο μέρος αυτό ο Τρίερ βρίσκει επίσης την ευκαιρία να σαρκάσει την κενότητα και τη ματαιοδοξία της άρχουσας τάξης, φτιάχνοντας χαρακτήρες - καρικατούρες (οι διαζευγμένοι γονείς της νύφης, ο ορθολογιστής οικοδεσπότης, ο οργανωτής της τελετής, ο κουμπάρος - αφεντικό κλπ.) και καυτηριάζοντας τόσο την υποκρισία όσο και την εσωτερική σκληρότητα του κόσμου τους. Μερικές φορές μάλιστα χρησιμοποιεί και χιουμοριστικές πινελιές. Το όλο κλίμα θυμίζει "Οικογενειακή Γιορτή" και γενικότερα φιλμ όπου, με αφορμή μια τελετή, πολλά σκοτεινά μυστικά αποκαλύπτονται. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί περισσότερο μια άλλη ψυχική κατάσταση, το άγχος. Ουσιαστκά πρόκειται για το άγχος του θανάτου, που εδώ "μεταμφιέζεται" στο άγχος για το τέλος του κόσμου. Οι εικόνες γίνονται ποιητικές, μεταφυσικές, σκοτεινές, για να καταλήξουν στο πολύ δυνατό φινάλε.
Έχοντας υπ' όψη και τα δύο μέρη, άλλο ένα νόημα γεννιέται στο μυαλό μου: Η ματαιότητα των ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά και η γελοιότητα όλης της απίστευτης πολυτέλειας που παρακολουθήσαμε στο πρώτο μέρος. Έτσι η κενότητα, το απόλυτο τίποτα όλων αυτών των χάι τύπων, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στο συμπαντικό πεπρωμένο.
Η τελική "συμβουλή" του Τρίερ μοιάζει να είναι η στωικότητα. Μόνο οπλισμένοι μ' αυτήν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που μας περιμένει όλους τελικά. Έτσι το τέλος του φιλμ αποτελεί ένα κράμα γλυκύτητας και απαισιοδοξίας. Πώς γίνεται αυτό; Θα το δείτε. Σ' εμένα πάντως, αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα μου άφησε.
Πρόκειται για μια από τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, στιγμές του δημιουργού. Του οποίου, πάντως, το αλλοπρόσαλλο δεν θα σταματήσω να επισημαίνω: Στωικός εδώ, υπέρ της σκληρής εκδίκησης παλιότερα (Dogville), απόλυτα μοιρολάτρης σε βαθμό αντιδραστικότητας αλλού (Manderlay), χριστιανός κάποτε (Δαμάζοντας τα Κύματα)... και δεν θυμάμαι τι άλλες ηθικές / φιλοσοφικές στάσεις πήρε στο παρελθόν και δεν τολμώ να σκεφτώ τι άλλο θα δούμε στο μέλλον. Αν μη τι άλλο, ο σχεδόν παρανοϊκός δανός δεν μας κάνει ποτέ να πλήξουμε. Έστω και μισώντας τον.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2011
ΕΝΑΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΚΛΗΡΟΣ "ΕΓΓΛΕΖΟΣ"

Θεωρώ τον "Εγγλέζο" (The limey) που γύρισε το 1999 ο Steven Soderbergh μια από τις καλύτερες ταινίες του. Με έναν εξαιρετικό μάλιστα Τερενς Σταμπ, που παίρνει όλο το φιλμ πάνω του.
Ένας εγγλέζος που μόλις βγήκε από τη φυλακή πάει στην Αμερική για να βρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε η κόρη του. Ανακαλύπτει ότι αυτή τα είχε με έναν παραγωγό δίσκων, αληθινό απομεινάρι των '60ς, ο οποίος τώρα τα έχει με μια άλλη πανέμορφη μικρή. Φυσικά η βία είναι ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάζει, είναι το εξαιρετικό και πρωτότυπο μοντάζ του Soderbergh. Κοφτό, με διαρκή μπρος - πίσω στο χρόνο, με επαναλήψεις, παίζει με την αντίληψη του θεατή και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της ταινίας. Πέραν αυτού όμως ενδιαφέρον έχει και ο χαρακτήρας του σκληρού εγγλέζου, που βρίσκεται έξω από τα νερά του όταν βουτά στην αμερικάνικη κουλτούρα. Και βέβαια, καλτ στοιχείο είναι και η παρουσία του "κακού" Πίτερ Φόντα, που ουσιαστικά παίζει τον εαυτό του και βρίσκεται στα καλύτερά του όταν αφηγείται ιστορίες από την εποχή αυτή που - ποιος ξέρει; - μπορεί νά' ναι και αληθινές και να τις έζησε ο ίδιος...
Η ταινία δεν επικεντρώνεται τόσο στη δράση - η οποία πάντως υπάρχει - όσο στις σχέσες μεταξύ των ηρώων και κυρίως στην προσωπικότητα του πατέρα. Προσπαθεί άραγε να βρει όντως το δολοφόνο της κόρης του ή όλο αυτό είναι γέννημα τύψεων, αφού ποτέ του δεν της στάθηκε σαν πατέρας; Μήπως λοιπόν απλώς προσπαθεί να εξιλεωθεί; Και, τελικά, τι μπορεί να ξέρει αυτός για την κόρη του, που ουσιαστικά τη θυμάται μόνο σαν παιδί;
Ενδιαφέρον φιλμ, γυρισμένο με τρόπο που μπορεί να ξενίσει τον μέσο θεατή, βρίσκει τον δημιουργό του σε σχετικά πειραματική διάθεση. Ένα δημιουργό που πάντοτε αρεσκόταν να αλλάζει στιλ από ταινία σε ταινία. Διότι, τι σχέση έχουν το ριμέικ του "Σολάρις" με τα διάφορα "Ocean δεκακάτι", το ανεξάρτητο "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες" με την κατάβαση στον κόσμο του φανταστικού στο "Κάφκα", η κοινωνική και οσκαρική "Έριν Μπρόνκοβιτς" με το "Traffic"; Πάντως, ξαναλέω, νομίζω ότι στο "Limey" ο Soderbergh βρίσκεται στις καλές στιγμές του.
Ένας εγγλέζος που μόλις βγήκε από τη φυλακή πάει στην Αμερική για να βρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε η κόρη του. Ανακαλύπτει ότι αυτή τα είχε με έναν παραγωγό δίσκων, αληθινό απομεινάρι των '60ς, ο οποίος τώρα τα έχει με μια άλλη πανέμορφη μικρή. Φυσικά η βία είναι ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάζει, είναι το εξαιρετικό και πρωτότυπο μοντάζ του Soderbergh. Κοφτό, με διαρκή μπρος - πίσω στο χρόνο, με επαναλήψεις, παίζει με την αντίληψη του θεατή και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της ταινίας. Πέραν αυτού όμως ενδιαφέρον έχει και ο χαρακτήρας του σκληρού εγγλέζου, που βρίσκεται έξω από τα νερά του όταν βουτά στην αμερικάνικη κουλτούρα. Και βέβαια, καλτ στοιχείο είναι και η παρουσία του "κακού" Πίτερ Φόντα, που ουσιαστικά παίζει τον εαυτό του και βρίσκεται στα καλύτερά του όταν αφηγείται ιστορίες από την εποχή αυτή που - ποιος ξέρει; - μπορεί νά' ναι και αληθινές και να τις έζησε ο ίδιος...
Η ταινία δεν επικεντρώνεται τόσο στη δράση - η οποία πάντως υπάρχει - όσο στις σχέσες μεταξύ των ηρώων και κυρίως στην προσωπικότητα του πατέρα. Προσπαθεί άραγε να βρει όντως το δολοφόνο της κόρης του ή όλο αυτό είναι γέννημα τύψεων, αφού ποτέ του δεν της στάθηκε σαν πατέρας; Μήπως λοιπόν απλώς προσπαθεί να εξιλεωθεί; Και, τελικά, τι μπορεί να ξέρει αυτός για την κόρη του, που ουσιαστικά τη θυμάται μόνο σαν παιδί;
Ενδιαφέρον φιλμ, γυρισμένο με τρόπο που μπορεί να ξενίσει τον μέσο θεατή, βρίσκει τον δημιουργό του σε σχετικά πειραματική διάθεση. Ένα δημιουργό που πάντοτε αρεσκόταν να αλλάζει στιλ από ταινία σε ταινία. Διότι, τι σχέση έχουν το ριμέικ του "Σολάρις" με τα διάφορα "Ocean δεκακάτι", το ανεξάρτητο "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες" με την κατάβαση στον κόσμο του φανταστικού στο "Κάφκα", η κοινωνική και οσκαρική "Έριν Μπρόνκοβιτς" με το "Traffic"; Πάντως, ξαναλέω, νομίζω ότι στο "Limey" ο Soderbergh βρίσκεται στις καλές στιγμές του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)