Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017

"THE GRUDGE" ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ...

Η ιστορία έχει επαναληφθεί πολλές φορές: Όταν μια μη αγγλόφωνη ταινία θεωρηθεί πετυχημένη, το αλλεργικό σε "ξενόγλωσσα" φιλμ Χόλιγουντ σπεύδει να την ξαναγυρίσει στην Αμερική, με "δικούς μας" ηθοποιούς και, κυρίως, στη "δική μας" γλώσσα. Αυτό συνέβει και με το γιαπωνέζικο φιλμ τρόμου "Ju-On : The Grudge", που αρχικά γυρίστηκε το 2002 από τον Takashi Shimizu και, μετά την επιτυχία, ο ίδιος σκηνοθέτης κλήθηκε το 2004 να γυρίσει την αμερικάνικη βερσιόν με τίτλο απλώς "The Grudge". Το συγκεκριμένο φιλμ διαδραματίζεται και πάλι στην Ιαπωνία, πλην όμως με αμερικάνους κυρίως ηθοποιούς (Μπιλ Πούλμαν μεταξύ άλλων και την γνωστή "βαμπιροφόνισα" Μπάφι Sarah Michelle Gellar).
Η οποία υποδύεται μια νοσοκόμα που δουλεύει στο Τόκιο και σύντομα έρχεται σε επαφή με το εκδικητικό πνεύμα βιαίως νεκρού κοριτσιού, το οποίο εξοντώνει τα θύματά του και διαιωνίζει την κατάρα. Α, ναι, εμφανίζεται και ένα σιωπηλό αγοράκι, για να υπάρχει ποικιλία τρομακτικών παιδιών. Η ηρωίδα πρέπει να βρει τρόπο να σπάσει αυτή την φρκτή αλυσίδα, αλλιώς θα γίνει η ίδια το επόμενο θύμα.
Ωστόσο, εκτός του "ξαναζεσταμένου φαγητού" βεβαίως, δεν βρήκα και πολύ πρωτότυπο το σενάριο, το οποίο φυσικά βασίζεται στον τρόμο που προκαλούν σε δεκάδες γιαπωνέζικα φιλμ τα κλασικά (νεκρά συνήθως) κορίτσια που αναδύονται από διάφορα μέρη με τα λευκά τους φορέματα και τα μακριά, κατάμαυρα μαλλιά που τους κρύβουν το πρόσωπο. Η εικόνα προκαλεί βεβαίως σχεδόν πάντοτε ρίγη τρόμου, όταν την δεις όμως πολλές φορές δεν νομίζω ότι μπορεί πλέον να σε πολυτρομάξει (όχι ιδιαίτερα τουλάχιστον).
Η αφήγηση στο συγκεκριμένο φιλμ δεν είναι γραμμική, αλλά πάει μπρος - πίσω στον χρόνο δένοντας τα κομμάτια της ιστορίας. Και μάλιστα αφηγείται τρεις διαφορετικές ιστορίες (η πρώτη τρία χρόνια πριν τα γεγονότα που παρακολουθούμε), πάει από τη μία στην άλλη και γι' αυτό μπορεί ίσως να μπερδέψει τον θεατή. Σίγουρα δεν βασίζεται σε σπλάτερ στοιχεία (αυτό το θεωρώ θετικό), δεν μπορώ να πω όμως ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. ΟΚ, το κακοπεθαμένιο πνεύμα κυνηγά αιωνίως τα θύματά του, κάποια "μπου" υπάρχουν - και κάποια ατμόσφαιρα βεβαίως - και μέχρις εκεί. Πόσες φορές πρέπει να δούμε παρόμοια πράγματα;
Η ταινία πάντως έκανε αρκετή επιτυχία στις ΗΠΑ, ο Shimizu γύρισε το αναπόφευκτο αμερικάνικο νο 2 (προϋπήρχε και γιαπωνέζικο νο 2) και μετά από μία - δύο άλλες αγγλόφωνες ταινίες επέστρεψε στην πατρίδα του όπου εξακολουθεί να γυρίζει μάλλον μέτρια φιλμ κυρίως τρόμου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2017

ΣΩΖΟΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ "ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ"

Ο ενδιαφέρον σκοτσέζος δημιουργός David Mackenzie αυτή τη φορά μας ταξιδεύει στον άγριο αμερικάνικο νότο και με το "Πάση Θυσία" (Hell or High Water) του 2016, με έναν θαυμάσιο Τζεφ Μπρίτζες στο βασικό ρόλο, μας δίνει ένα εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου σύγχρονο γουέστερν (με τη λέξη "σύγχρονο" εννοώ ότι διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή).
Δύο αδέλφια με διαφορετικές ιδιοσυγκρασιες, ο ένας πρώην κατάδικος, επιδίδονται σε μια σειρά ληστειών τραπεζών στο Τέξας. Τα "θύματά" τους είναι πάντοτε μικρές τράπεζες που βρίσκονται σε εξ ίσου μικρές, ξεχασμένες πολεις και η λεία τους αποτελείται από μικρά σχετικά ποσά σε μικρά χαρτονομίσματα. Στη συνέχεια, μεθοδικά, εξαφανίζουν κάθε ίχνος τους. Στόχος τους να σώσουν την υποθηκευμένη φάρμα του πιο "σοβαρού" αδελφού από τα νύχια μιας τράπεζας. Κάποια στιγμή το κυνήγι τους θα αναλάβει βετεράνος, σκληροτράχηλος και στα πρόθυρα της σύνταξης αστυνομικός με τον ινδιάνο βοηθό του.
Ένας γυμνός, ζεστός και μίζερος αμερικάνικος νότος πρωταγωνιστεί στο φιλμ. Που, όπως είπαμε, είναι ένα είδος νεο-γουέστερν, αλλά και με περιπετειώδες στιλ, αφού στον πυρήνα του υπάρχει ένα ανθρωποκυνηγητό. Απολαυστικοί διάλογοι, νωχελικοί χρόνοι, μη πολιτικώς ορθό χιούμορ (οι εκατέρωθεν ρατσιστικές προσβολές του ρέιντζερ και του βοηθού του προκαλούν διαρκώς γέλιο), αγωνία για την τελική έκβαση, συνθέτουν το πολύ καλό μείγμα που κάνει τοσο ενδιαφέρουσα την ταινία. Το βασικότερο όμως στοιχείο της για μένα είναι η πολιτική της ματιά: Αυτό που ουσιαστικά "ζωγραφίζεται" εδώ είναι η εξέλιξη του παλιού, βίαιου (με την έννοια της ωμής, άμεσης βίας) παλιού Ουέστ σε ένα εξ ίσου βίαιο και αδίστακτο παρόν, αυτή τη φορά όμως με κυρίρχο στοιχείο την οικονομική βία. Οι αληθινοί "κακοί" εδώ είναι οι τράπεζες, αδυσώπητοι και απάνθρωποι μηχανισμοί στων οποίων τα χέρια περνά σιγά - σιγά η γη των παλιών κάουμπόις. Δίχως σε καμία περίπτωση να παρουσιάζει ο Mackenzie τους ληστές με εξωραϊστική ή με ρομαντική ματιά ή κάπως ως "Ζορό" (κάθε άλλο), και αποφεύγοντας βεβαίως την όποια ηρωοποίηση των κυνηγών τους, αφήνει να πλανάται στην ατμόσφαιρα ένα είδος συμπάθειας γι' αυτούς - όπως και για τους κυνηγούς αστυνομικούς - με μόνους αληθινά αντιπαθείς τις τράπεζες και το γύρω απ' αυτούς σύστημα. Το τέλος, δίχως την κλασικού στιλ λυτρωση, αποδεικνύει νομίζω τα παραπάνω.
Από τις πολύ αξιόλογες ταινίες της χρονιάς, με κάπως Κοενική ατμόσφαιρα, μελέτη των άγριων κοινωνικών αλλαγών και της απεχθούς και στυγνής όψης του σύγχρονου προσώπου του καπιταλισμού, αλλά και συγχρόνως απολαυστικό και με χιούμορ, νομίζω ότι θα βρίσκεται στο επόμενο προσωπικό μου top-10 τον Σεπτέμβρη.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2017

O ΕΛΒΙΣ ΣΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ

Θα σας αποκαλύψω μια κινηματογραφική αμαρτία μου (σιγά την αμαρτία δηλαδη): Μέχρι τώρα δεν είχα δει ποτέ τον Έλβις Πρίσλεί επί της οθονης, ενώ εκτιμώ την ανεπανάληπτη φωνή και αρκετά από τα τραγούδια που ερμήνευσε. Το γνωστό "Viva Las Vegas" ("Νύχτες στο Λας Βέγκας" εν Ελλάδι), που γύρισε το 1964 ο γνωστός από άλλα μιούζικαλ George Sidney (1916-2002), ήταν το πρώτο του φιλμ που παρακολούθησα. Μιούζικαλ βέβαια κι αυτό, το οποίο ωστόσο δεν με ενθουσίασε καθόλου. Έως και χαζό μπορώ να το χαρακτηρίσω...
Ο οδηγός σε ράλι Λάκι (ο Πρίσλεϊ φυσικα) φτάνει στο Λας Βέγκας για να πάρει μέρος στον εκεί αγώνα. Αρχικά έχει λεφτά για να αγοράσει καινούρια σούπερ μηχανή για το αμάξι του, τα χάνει όμως όταν ερωτεύεται την όμορφη εργαζόμενη στην πισίνα ξενοδοχείου (Αν Μάργκρετ), την οποία διεκδικεί και πλούσιος ευρωπαίος επίσης οδηγός στο ράλι και αντίπαλος του Λάκι (με τον οποίο ωστόσο η σχέση του ήρωά μας είναι συγχρόνως και φιλική). Ο Λάκι πασχίζει να βρει τα λεφτά, η ερωτική του σχέση με την κοπέλα θα περάσει από διάφορες φάσεις, εκείνη αρχικά απεχθάνεται τα ράλι, τελικά όμως όλα θα καταλήξουν (και θα λυθούν) στον αγώνα αυτόν.
Μπορώ να πω ότι τα τραγούδια του Έλβις στις καθαρά μιούζικαλ σκηνές (με γνωστότερη επιτυχία του το ομώνυμο) σώζουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ, το οποίο, κατά τα άλλα, μάλλον δεν βλέπεται. Χαζό, γεμάτο κενά σενάριο, απότομες, αψυχολόγητες και άνευ ορατού λόγου μεταστροφές χαρακτήρων και συναισθημάτων, απίστευτες "ευκολίες", αδιάφορο χιούμορ, χαζοχαρούμενο κλίμα εν γένει και μέτριες ηθοποιίες το χαρακτηρίζουν. Θα μου πείτε "καλά, διεκδικούσαν ποτέ σεναριακές δάφνες τα μιούζικαλ?" Σαφώς όχι, αλλά πολλά απ' αυτά, μέσα στην (αισθηματικής φύσης) χαριτωμένη αφέλειά τους και στο σαφώς πιο πετυχημένο χιούμορ τους διέθεταν μια χαρακτηριστική γοητεία (και κάπως περισσότερο σεναριακό ειρμό). Πάντοτε κατά την προσωπική μου γνώμη, αυτό εδώ το μιούζικαλ όχι.  (Αλήθεια, πώς μεταστρέφεται στα καλά καθούμενα η ηρωίδα και παρακολουθεί με τόσο ενδιαφέρον το μισητό μέχρι προ πενταλέπτου ράλι?)
Μένει λοιπόν η σπάνια φωνή του Έλβις και η έντονη γοητεία που εκπέμπει όταν τραγουδά και μερικές συμπαθητικές μουσικες στιγμές. Και φυσικά είναι ευκαιρία να δείτε επί δύο ώρες μια από τις μυθικότερες φιγούρες στην ιστορία της ποπ μουσικής. Αν αυτά σας αρκούν ίσως και να το απολαύσετε.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2017

"THE HILL" Ή Η ΚΟΛΑΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΣΡΑΤΟΠΕΔΟ

Βρισκόμαστε στα χρόνια του Β' παγκόσμιου πολέμου. Στην έρημο της Λιβύης, στο πουθενά, λειτουργεί στρατόπεδο - φυλακή βρετανών στρατιωτών, οι οποίοι έχουν υποπέσει σε παραπτώματα κάθε είδους. Μια μέρα φτάνουν εκεί πέντε νέοι κρατούμενοι και αμέσως αντιμετωπίζουν απάνθρωπες συνθήκες κράτησης και την ενίοτε σαδιστική αντιμετώπισή τους από κάποιους δεσμοφύλακες. Οι αντιδράσεις των 5 είναι ποικίλες, αλλά πρωταρχικός σκοπός όλων τους είναι η ίδια η επιβίωση. Όσο γιά τον "Λόφο" του τίτλου, πρόκειται για έναν τεχνητό λόφο στο μέσον του στρατοπέδου, τον οποίο εξαναγκάζονται οι κρατούμενοι να ανεβοκατεβαίνουν πολλές φορές, μόνιμα σε συνθήκες αφόρητου καύσωνα, ως τιμωρία ή καψόνι.
Αναφέρομαι στην ταινία "The Hill", που γύρισε το 1965 ο συνήθως εξαιρετικός Sidney Lumet  (1924-2011), με πρωταγωνιστή, εν μέσω ενός εξαίρετου καστ, έναν Σον Κόνερι που εδώ βρίσκεται  πολύ μακριά από το στιλ του Τζέιμς Μποντ με το οποίο μεσουρανούσε αυτή την εποχή. Πρόκειται βέβαια για φιλμ φυλακών, ιδιότυπων στη συγκεκριμένη περίπτωση, που μελετά τις ποικίλες σχέσεις εξουσίας που αναπτύσονται σε ένα τέτοιο εφιαλτικό περιβάλλον. Και βέβαια για μια μελέτη της βίας, των τρόπων αντιμετώπισής της και τα ολέθρια αποτελέσματά της. Βλέπετε, όπως είναι γνωστό, η βία γεννά βία και η αλυσίδα αυτή δεν πρόκειται να σπάσει μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή των πάντων.
Εξαίρετες ηθοποίες, ασπρόμαυρη φωτογραφία, ζέστη, ιδρώτας και κλειστοφοβικό περιβάλλον, δημιουργούν ένα "δύσκολο" κλίμα, που, νομίζω, πιάνει τον θεατή και δεν τον αφήνει να ανασάνει μέχρι το πικρό φινάλε. Λεπτή ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων, ψυχολογικός πόλεμος εξουσιαστών - εξουσιαζομένων σε μια παρτίδα σαν σκάκι μεταξύ τους, μελέτη των σχέσεων όλων αυτών των έγκλειστων ανδρών (μη ξεχνάτε ότι ουσιαστικά και οι φύλακες έγκλειστοι είναι σ' αυτό το καυτό πουθενά), αμφισβήτηση των στρατιωτικών αξιών και της φύσης της ιεραρχίας, κι όλα αυτά με επίκεντρο την προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του στην κόλαση, συνθέτουν μια ιστορία που νομίζω ότι παρακολουθείται απνευστί. Για μια ακόμα φορά μπράβο στον Λούμετ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2017

"ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ

Η ζωή των αγροτών είναι παντού και πάντα σκληρή. Οι αμερικάνοι αγρότες βεβαίως δεν αποτελούν εξαίρεση. Αυτό μας ξεκαθαρίζει με κάθε δυνατό τρόπο ο Mark Rydell στην ταινία του 1984 "The River", με τον Μελ Γκίμπσον και την Σίσι Σπέισεκ στους βασικούς ρόλους.
Οι οποίοι είναι ένα ζεύγος αγροτών με δύο παιδιά, που παλεύουν με νύχια και δόντια να κρατήσουν τη φάρμα τους. Να επιζήσουν θα ήταν μάλλον καλύτερα να πω. Το ποτάμι που περνά δίπλα από τη φάρμα πλημμυρίζει στην πρώτη μόλις σκηνή και ο φοβερός αγώνας να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί είναι το μοτίβο που ακολουθείται σε ολόκληρο το φιλμ. Πολλοί γείτονες αναγκάζονται να αφήσουν τα κτήματά τους και να μετακομίσουν στην πόλη, η τοπική τράπεζα αρνείται να δώσει άλλο δάνειο, ενώ ο πλούσιος κτηματίας και εργοστασιάρχης της περιοχής (γνωστός της οικογένειας αφού η πόλη είναι μικρή) επιβουλεύεται τη γη, αλλά και τη σύζυγο του αγρότη. Ο πεισματάρης ήρωας αρνείται να πουλήσει το κτήμα του και να μετακομίσει, οπότε θα αναγκαστεί να πάει στην πόλη για να δουλέψει για ένα διάστημα σε εργοστάσιο (όπου θα θεωρηθεί απεργοσπάστης)... και ο αγώνας για την επιβίωση συνεχίζεται.
Πρόκειται για ένα βαρύ αγροτικό δράμα, που "πιάνει" από την αρχή τον θεατή και δεν τον αφήνει να αναπνεύσει, καθώς μύρια όσα κακά θα συμβούν στην πολύπαθη οικογένεια. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι αγρότες του φιλμ δεν είναι αναγκασμένοι να παλέψουν μονάχα ενάντια στην αδυσώπητη φύση (τις πλημμύρες), αλλά και στα ενάντια ανθρώπινα συμφέροντα (των ισχυρών προφανώς). Οι οποίοι εκμεταλλεύονται αδίστακτα τους αδύναμους - η μεγάλη κρίση της αξίας της γης βοηθά σ' αυτό - και προσπαθούν να τους πάρουν την περιουσία για να πραγματοποιήσουν τα δικά τους μακροπρόθεσμα σχέδια (για περισσότερο κέρδος προφανώς). Πρόκειται για αλυσίδα: Ο ισχυρός άντρας θα απειλήσει τον τραπεζίτη ότι θα αποσύρει τις καταθέσεις του, ο τραπεζίτης θα αρνηθεί νέο δάνειο στον αγρότη, οπότε ο τελευταίος θα αναγκαστεί να πουλήσει όσο όσο τη γη και να γίνει εργάτης των πόλεων. Η διαδικασία της εκμετάλλευσης δίνεται ανάγλυφα και σαφέστατα.
Κατά τα άλλα ο αγώνας της οικογένειας (των αγροτών γενικότερα) παρουσιάζεται με δυνατό τρόπο, στο θέμα της απεργίας στο εργοστάσιο ο σκηνοθέτης κρατά ίσες αποστάσεις δείχνοντάς μας την απόλυτη ανάγκη των αγροτών για δουλειά (γι' αυτό σπάνε την απεργία), ενώ ο χαρακτήρας του "κακού" δεν είναι καθόλου μονοδιάστατος, αφού δείχνεται και η θετική, ανθρώπινη πλευρά του (η οποία βεβαίως δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στα οικονομικά του σχέδια). Ενδιαφέρον έχει το τέλος, το οποίο καταφέρνει να είναι ένα κράμα χάπι εντ και μη. Θα το καταλάβετε αν το δείτε. Όλα πάντως δείχνουν ότι μακροπρόθεσμα ο αγώνας των φτωχών αγροτών είναι χαμένος...
Η ταινία είναι όντως πολύ βαριά και μουντή, δεν υπάρχει ιχνος ανάσας, οι ελπίδες είναι ελάχιστες... Ωστόσο, όπως είπαμε, η κοινωνική εκμετάλλευση σκιαγραφείται με έντονο τρόπο. Δείτε το αν αντέχετε σε τόσο δράμα και καουχίες...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2017

"Η ΣΙΩΠΗ" ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΗΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Είμαι ο τελευταίος που θα διαφωνήσει στο ότι ο Martin Scorsese είναι ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά. Ωστόσο, να το πω από την αρχή, η "Σιωπή" του 2016 (μεταφορά στην οθόνη μυθιστορήματος του ιάπωνα Σιουράκο Έντο) συνολικά με απογοήτευσε. Ίσως να είναι ο προφανής χριστιανισμός του, ίσως τα πολύπλοκα θέματα που εγείρει, τα οποία σχετίζονται με την πίστη - θέμα που προσωπικά λίγο μ' ενδιαφέρει, σε συνδυασμό με τη ζοφερή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί...
Το 1640 δύο πορτογάλοι ιεραπόστολοι πηγαίνουν κρυφά στην Ιαπωνία, όπου ο χριστιανισμός διώκεται ανηλεώς, για να βρουν τον δάσκαλό τους, για τον οποίο υπάρχουν φήμες ότι αλλαξοπίστησε. Εκεί αρχικά θα ανακαλύψουν μια κοινότητα πιστών (που κρύβονται φυσικά) και στη συνέχεια θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν μπροστά σε έναν ανακριτή με τρομερή φήμη. Οι ιάπωνες δεν θα βασανίσουν τον βασικό ήρωα, όπως κάνουν με άλλους "κατώτερους" χριστιανούς. Αντίθετα θα τον φέρουν αντιμέτωπο με μια σειρά από ηθικά διλήμματα, όλο και πιο πολύπλοκα.
Ο Σκορσέζε, χριστιανός ο ίδιος, καθολικός, στοχάζεται πάνω σε μια σειρά ερωτημάτων που σχετίζονται με το θέμα της πίστης. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή; Η απόλυτη προσύλωση σ' αυτήν, αγνοώντας οτιδήποτε άλλο (και άλλους), μήπως τελικά είναι ένα είδος αλαζονείας; Όπως και η απόφαση να ζήσεις "όπως ο Χριστός", έστω κι αν αυτό προκαλεί πόνο σε άλλους; Πώς σχετίζονται το τι παραδεχόμαστε δημόσια και τι πιστεύουμε βαθιά μέσα μας; Συγχρόνως μελετά τις μεγάλες διαφορές δυτικού και ανατολικού πολιτισμού (ακόμα και στον τρόπο που εκλαμβάνουν τον χριστιανισμό) και αναρωτιέται μήπως τελικά η χριστιανική πίστη των ιαπώνων δεν είναι αυτό που ξέρουμε, αλλά κάτι διαφορετικό, που έχει προσαρμοστεί στον δικό τους τρόπο σκέψης. Και - καθαρά θεολογικής φύσης αυτή η αγωνία - γιατί ο θεός είναι τόσο σιωπηλός; Τι σημαίνει αυτή του η σιωπή; Μήπως ο θεός δεν υπάρχει καν ή είναι τόσο μυστηριώδης η αγάπη του και οι τρόποι που αυτή εκδηλώνεται ώστε είναι αδύνατο να την κατανοήσουμε;
Όλα αυτά δίνονται βεβαίως με συχνά πολύ δυνατές εικόνες, πάντοτε όμως μουντές, συχνά ζοφερές. Δεν υπάρχει καμιά ανάσα, καμιά διαφυγή απ' όλη αυτή τη σκοτεινιά. Η ταινία, θαυμάσια σαν εικόνα, είναι έντονα βαριά και καταθλιπτική. Ο σωματικός και ο εσωτερικός πόνος έχουν εδώ ίσα μερίδια.
Φυσικά δεν θίγεται καθόλου το θέμα της ίδιας της έννοιας της ιεραποστολής και του προσηλυτισμού. Εννοειται ότι διαφωνώ ριζικότατα με την απάνθρωπη μεταχείρση των χριστιανών από τους ιάπωνες, πριν απ' αυτό όμως μήπως θα επρεπε να αναρωτηθεί κανείς γιατί θα έπρεπε να διαδίδεται ντε και καλά η χριστιανική θρησκεία (ή η μουσουλμανική ή όποια άλλη) σε καθε γωνιά της γης κι έπειτα να νοιώθουμε φρίκη και αποτροπιασμό για τη βάρβαρη μεταχείριση των πιστών που λέγαμε; Από τη άλλη βεβαίως μπορεί κανείς να δει τον προβληματισμό του φιλμ σαν προβληματισμό στο θέμα της όποιας πίστης γενικότερα, όχι μόνο της θρησκευτικής, στο θέμα της πίστης μας σε οποιοδήποτε ιδανικό.  Ίσως...
Προσωπικά πάντως οι αργοί, τελετουργικοί ρυθμοί (που συχνά μου αρέσουν και με υποβάλλουν) εδώ με κούρασαν αρκετά. Φταίει βεβαίως, όπως προείπα, το ότι δεν με ενδιαφέρει ο προβληματισμός σε θρησκευτικά θέματα (χριστιανικά ή μη), και δεν κατανοώ την συχνά βαθύτατη ανάγκη πολλών ανθρώπων να πιστέψουν τυφλά οπουδήποτε, οπότε όλο αυτό ήταν πολύ δύσκολο να με αγγίξει. Έμεινε μόνο το βάρος και η ζοφερότητα... Προσωπικά όλα αυτά βεβαίως, διότι ο Σκορσέζε και εδώ παραμένει κινηματογραφικά μεγάλος.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2017

"BEYOND BORDERS": ΟΤΑΝ ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ...

Το "Beyond Borders" είναι ένα φιλμ του 2003 του μέτριου σκηνοθέτη Martin Campbell, που ως ατού διαθέτει το πρωταγωνιστικό ζεύγος Αντζελίνα Τζολί - Κλάιβ Όουεν και κάμποσα εξωτικά μέρη. Πρόκειται για ρομαντικό επικό δράμα, με πολλή δόση ηρωισμού και αυτοθυσίας.
Δεκαετία του 80. Παντρεμένη με γιο πάμπλουτου βρετανού βιομήχανου η ηρωίδα συναντά σε μια δήθεν και glamorous φιλανθρωπική εκδήλωση της υψηλής κοινωνίας έναν παθιασμένο ακτιβιστή γιατρό, ο οποίος για χρόνια βοηθά με αυτοθυσία στο τραγικο δράμα της Αφρικής (πείνα, ασθένειες, πόλεμοι κλπ.) και στηλιτεύει την υποκρισία των πλουσίων, που θεωρούν ότι με ψίχουλα μπορούν να εξιλεωθούν. Η ζωή της θα αλλάξει μετά τη συνάντηση αυτή. Η ίδια θα ευαισθητοποιηθεί στο δράμα του Τρίτου Κόσμου, θα εγκαταλείψει τη χλιδάτη ζωή και θα πάει στην Αιθιοπία για να βοηθήσει όπως μπορεί. Θα συναντήσει φυσικά και πάλι τον γιατρό, θα τον ερωτευτεί και, από εκεί και πέρα, η ζωή τους θα κυλήσει με σποραδικές συναντήσεις στις πιο δύσκολες και επικίνδυνες γωνιές της γης (Αφρική, Καμπότζη, Τσετσενία) - εκείνη στο μεταξύ θα έχει εξελιχθεί σε πρέσβειρα του ΟΗΕ - συναντήσεις που ακολουθούνται από χρόνια υποχρεωτικών χωρισμών... μέχρι το τέλος, το οποίο βεβαίως δεν θα σας αποκαλύψω.
Η ταινία συνδυάζει μεγάλους, αιώνιους, "πάνω από τη ζωή" έρωτες με τον ηρωικό αγώνα παθιασμένων ανθρώπων, που θυσιάζουν την προσωπική τους ζωή και το βόλεμα πασχίζοντας να μειώσουν όσο μπορούν τη δυστυχία στις εξαθλιωμένες περιοχές του πλανήτη. Ο ρομαντικός, εκτός ορίων έρωτας φουντώνει πάνω σ' αυτό το φοντο δυστυχίας. Από την άλλη το φιλμ στηλιτεύει την υποκρισία των πλουσίων και τον στρουθοκαμηλισμό των ανεπτυγμένων χωρών μπροστά στο δράμα των φτωχών χωρών της γης, αλλά και την αναποτελεσματικότητα, τελικά, του ΟΗΕ όχι απλώς να λύσει, αλλά και να ανακουφίσει κάπως αυτές τις καταστάσεις.
Καλά όλα αυτά, αλλά ο Campbell, το είπαμε, παραμένει μέτριος σκηνοθέτης και δεν καταφέρνει, νομίζω, ούτε να μας συγκινήσει βαθιά, αλλά ούτε και να κάνει απόλυτα πιστευτή την ξαφνική και τόσο μεγάλη αυταπάρνηση μιας πλούσιας και απόλυτα βολεμένης (ευαίσθητης προφανώς) μεγαλοαστής. Τόση αλλαγή πια... λίγο από το σοκ της επαφής με την πραγματική δυστυχία, λίγο από αθεράπευτο έρωτα... Καλές λοιπόν οι προθέσεις, αλλά δεν μπορώ να πω ότι πρόκειται για φιλμ που με συγκλόνισε. Ίσως βέβαια αρκετοί από εσάς να συγκινηθούν και να συμπάσχουν με το εφιαλτικό δράμα του Τρίτου Κόσμου και τον μεγάλο έρωτα... αλλά προσωπικά το βρήκα κινηματογραφικά "λίγο".

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2017

"ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ": ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΠΑΡΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το μακρινό 1946 ο κλασικός αμερικανός σκηνοθέτης King Vidor (1894-1982) γυρίζει τη "Μονομαχία στον Ήλιο" (Duel in the Sun), ταινία που από άλλους αγαπήθηκε (ο Σκορσέζε έχει δηλώσει ότι είναι η βασικότερη επιρροή του) και από άλλους μισήθηκε (περιλαμβάνεται στις 100 χειρότερες ταινίες στο βιβλίο του John Wilson, ο οποίος επινόησε τα γνωστά Golden Ruspberry Awards). Ο διάσημος παραγωγός David O. Selznick πάντως πίστευε σ' αυτή, έγραψε το σενάριο και επέβαλλε διάφορες απόψεις του στα γυρίσματα (εξ αιτίας τους ο Vidor παραιτήθηκε πριν την ολοκλήρωσή τους και αντικαταστάθηκε από τον William Dieterle). .
Η όμορφη μιγάς Περλ, μετά το κρέμασμα του πατέρα της, ο οποίος είχε σκοτώσει την άπιστη γυναίκα του και τον εραστή της, πηγαίνει να ζήσει στη φάρμα μακρινών συγγενών της στο Τέξας. Η μητέρα της οικογένειας την καλοδέχεται, όχι όμως και ο αλαζονικός και καταπιεστικός πατέρας. Ο μεγάλος και συνετός γιος την ερωτεύεται, ο μικρός όμως, ένα αληθινό, πλην όμως  γοητευτικό κάθαρμα, απλώς την εκμεταλλεύεται, ακόμα και βίαια μερικές φορές. Εκείνη πάντως υποκύπτει στη γοητεία του "κακού" και στο πάθος της για εκείνον και τα πράγματα περιπλέκονται μέχρι το τραγικό (και συγκλονιστικό) φινάλε.
Σίγουρα η ταινία ξενίζει αρκετούς από τους φίλους του καθαρόαιμου, κλασικού γουεστερν, καθώς είναι περισσότερο μια ιστορία άγριου και κόντρα σε νόμους ερωτικού πάθους και λιγότερο μια περιπέτεια στο Φαρ Ουέστ με πιστολίδια, άμαξες και άλογα. Εδώ υπάρχουν διάφορες ανατροπές στο είδος: Από την κατάδειξη του σκέτου, "στυγνού" σεξουαλικού πάθους, το οποίο υπερισχύει του αγνού έρωτα, έως τον ασυνήθιστο ρόλο του Γκρέγκορι Πεκ ως κακού. Νομίζω μάλιστα ότι η μελέτη του τυφλού πάθους, που είναι ανεξέλεγκτο και υπεράνω κανόνων και ηθικής, είναι το βασικό μοτίβο του φιλμ. Και βέβαια δεν παραλείπονται οι αναφορές στον πανταχού παροντα στην Αμερική (και οχι μόνο βεβαίως) ρατσισμό :Η περιφρονητική (τουλάχιστον) συμπεριφορά πολλών προς την ηρωίδα οφείλεται βεβαίως στο ότι εκείνη είναι μιγάς.
Τζόζεφ Κότεν και Γκρέγκορι Πεκ είναι καλοί στους ρόλους τους , αλλά, από τη  άλλη, βρίσκω την ηθοποιία της πανέμορφης Τζένιφερ Τζόουνς υπερβολική, ακόμα και γελοία σε κάποια σημεία, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα. Πάντως το φινάλε είναι πραγματική σκηνή ανθολογίας - και μάλιστα ασυνήθιστη, με μια από τις δυνατότερες απεικονίσεις σχέσης αγάπης - μίσους που έχουμε δει ποτέ στην οθόνη. Όπως και να το κάνουμε πάντως, είτε την αγαπάτε είτε όχι, η "Μονομαχία στον Ήλιο" ανήκει νομίζω στα κλασικά φιλμ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2017

"Ο ΕΜΠΟΡΑΚΟΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΡΙ ΤΟΥ ΦΑΡΑΝΤΙ

Τέσσερα στα τέσσερα λοιπόν. Εννοώ ότι έχω δει τις 4 τελευταίες ταινίες (μεταξύ 2009-2016) του ιρανού Ashgar Farhadi και πραγματικά με ενθουσίασαν όλες. Η τέτερτη είναι ο "Εμποράκος" τού 2016. Οπότε μπορώ άνετα να τον χαρακτηρίσω ως έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή σκηνοθέτες της εποχής μας.
Εδώ η ιστορία ενός ζευγαριού στην Τεχεράνη μπλέκει αριστοτεχνικά με το ερασιτεχνικό ανέβασμα του "Θάνατου του Εμποράκου"του Άρθουρ Μίλερ, στο οποίο πρωταγωνιστεί το ζεύγος. Όσα συμβαίνουν στη ζωή τους έχουν φυσικά αντίκτυπο στην εξέλιξη της παράστασης. Όπως κάνει συνήθως ο Farhadi, και εδώ εξετάζει ένα απόλυτα νορμάλ μεσοαστικό νέο ζευγάρι, καλλιεργημένο και με ροπή στα καλλιτεχνικά (αυτός είναι δάσκαλος), η ισορροπία του οποίου καταρρέει μόλις τους συμβεί ένα απρόσμενο γεγονός. Μετά το σεισμό στην Τεχεράνη το ζευγάρι αναγκάζεται να μετακομίσει, αφού το σπίτι του έχει ρωγμές. Ένας φίλος από το ανέβασμα της παράστασης τους προτείνει ένα άδειο διαμέρισμά του. Εκείνοι μετακομίζουν, ένα δωμάτιο όμως παραμένει άχρηστο αφού είναι γεμάτο από τα πράγματα της προηγούμενης ενοίκου, η οποία απλώς δηλώνει στον ιδικτήτη ότι "θα τα πάρει όταν βρει σπίτι". Σύντομα μαθαίνουν ότι πρόκειται για γυναίκα "με πολλούς και διαφορετικούς αρσενικούς επισκέπτες". Ένα βράδυ ένας απ' αυτούς μπαίνει κατά λάθος στο σπίτι αγνοώντας τη μετακόμιση της προηγούμενης ενοίκου και βρίσκει τη σύζυγο μόνη στο μπάνιο. Το κακό δεν αργεί να συμβεί. Από εκεί και πέρα τα πάντα αλλάζουν στη ζωή του ζεύγους, καθώς η γυναίκα αρνείται να καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία, ενώ ο σύζυγος αρχίζει να ψάχνει εμμονικά τον άγνωστο δράστη για να τον εκδικηθεί.
Οι προβληματισμοί είναι πολλοί και το εξαιρετικό σενάριο πολυεπίπεδο. Υπάρχει βεβαίως το κυρίαρχο θέμα της βίας η οποία γεννά βία. Υπάρχει ο προβληματισμός στο θέμα της εκδίκησης (της αυτοδικίας συγκεκριμένα) και τα τραγικά επακόλουθά της. Υπάρχει πάντοτε το κοινωνικοπολιτικό φόντο, η απόλυτα φαλοκρατική και θρησκόληπτη ιρανική κοινωνία (σε μεγάλο μέρος της τουλάχιστον), που μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει (εκείνη δεν πάει στην αστυνομία διότι ντρέπεται, εκείνος αναζητά τον ένοχο με τόσο πάθος επειδή θίγεται κυρίως η "ανδρική του τιμη"). Υπάρχει η θαυμάσια μελέτη των χαρακτήρων, πολύ - πολύ μακριά βέβαια από "καλές" ή "κακές" καρικατούρες (θα εκπλαγείται όταν δείτε τον ένοχο και τα συναισθήματα που αυτός θα σας προξενήσει). Υπάρχει το στοιχείο της παγκοσμιοποίησης (ένα αμερικάνικο έργο ανεβαίνει στο Ιράν). Και υπάρχει - πάντα στον  Farhadi- το στοιχείο του σασπένς, τόσο στην αναζήτηση του ενόχου, όσο και στον ασφυκτικό κλοιό που σιγά - σιγά τυλίγεται γύρω από την οικογένεια οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο των σχέσεων. Οι ρωγμές στο παλιό σπίτι λειτουργουν (και) συμβολικά... Τελικά πόσο εύθραυστες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις;
Σπάνια στο σινεμά ένας δημιουργός συνδυαζει με τόσο άψογο τρόπο κοινωνικό περίγυρο και προσωπικό στοιχείο (δράμα για την ακρίβεια) και συγχρόνως δεν κάνει ντοκιμαντερίστικο, στεγνό ρεαλισμό, αλλά διατηρεί πάντοτε στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ. Είμαι περίεργος για το τι ακόμα θα μας δώσει ο μεγάλος αυτός του σύγχρονου σινεμά (ο οποίος, σημειωτέον, γράφει μόνος και τα σενάριά του).

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤHA "ΣΦΑΙΡΑΣ"

Στον βυθό του ωκεανού ανακαλύπτεται ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο, που υπολογίζεται ότι βρίσκεται εκεί 300 χρόνια. Μια ομάδα επιστημόνων (καθένας από διαφορετικό κλάδο) εισέρχεται σ' αυτό, για να ανακαλύψει έκπληκτη ότι πρόκειται για γήινο σκάφος του μέλλοντος, το οποίο βρέθηκε εκεί από κάποιο χρονικό παράδοξο που σχετίζεται με μαύρη τρύπα. Ωστόσο στο εσωτερικό του το σκάφος μεταφέρει μια τεράστια σφαίρα από απροσδιόριστο υλικό, προφανώς εξωγήινης προέλευσης. Όταν η ομάδα πλησιάζει τη σφαίρα, παράξενα (εφιαλτικά μάλλον) φαινόμενα συμβαίνουν, που ακολουθούνται από θανάτους με απίθανους τρόπους μελών της αποστολής.
Όπως ίσως καταλάβατε μιλάω για την ταινία του 1998 "Η Σφαίρα" (Sphere) του αξιόλογου Barry Levinson. Μια ταινία επιστημονικής φαντασίας με δυνατό καστ (Ντάστιν Χόφμαν, Σάρον Στόουν, Σάμουελ Τζάκσον, Πίτερ Κογιότ), η οποία βέβαια θυμίζει πολλά. Ουσιαστικά βρίσκεται ανάμεσα στην "Άβυσσο" και το "Σολάρις", αν θέλετε να εντοπίσω τις σημαντικότερες επιρροές της. Η ουσία του φιλμ βεβαίως βρίσκεται περισσότερο κοντά στην ταινία του Ταρκόσφσκι (νοηματικά εννοώ, όχι κινηματογραφικά).
Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον, αν και, εκτός του ξαναειδωμένου θέματος, κατά τη γνώμη μου τραβά κάπως σε μάκρος. Επίσης θα γκρινιάξω κάπως με την απίθανη ικανότητα των επιστημόνων να χειρίζονται διάφορα πολύπλοκα μηχανήματα και συσκευές στα υποβρύχια σκάφη τους (διάβολε, κάποιος είναι απλώς ψυχολόγος). Φυσικά η προσπάθεια για δημιουργία αγωνιώδους ατμόσφαιρας (που κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του τρόμου) υπάρχει, καθώς και η κλιμακούμενη περιέργεια του θεατή για το τι ακριβώς συμβαίνει, ενώ βρήκα ενδιαφέρουσα τη σχέση που προκύπτει κάποια στιγμή με το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Βερν "20000 Λεύγες υπό την Θάλασσα". Γίνεται επίσης προσπάθεια σκιαγράφησης των ψυχολογικών πορτρέτων των ηρώων και των μεταξύ τους σχέσεων. Ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι το όλο αποτέλεσμα με ικανοποίηση απόλυτα. Περισσότερο ενδιαφέρον βρήκα στο τελικό, πικρό συμπέρασμα, το οποίο (το μόνο που μπορώ να πω) κάθε άλλο παρά θετικό είναι για την ανθρώπινη φύση εν γένει. Φοβάμαι ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Δυστυχώς. Γενικά πάντως θεωρώ ότι ο Λέβινσον έχει κάνει και καλύτερες ταινίες.

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2017

Η ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΤΟΥ "RIGHT AT YOUR DOOR"

Υπάρχουν ταινίες τόσο, μα τόσο απελπισμένες, που σου μένουν καιρό μετά. Μερικές φορές μάλιστα μπορούν να το καταφέρουν κυριολεκτικά με το τίποτα, από άποψη παραγωγής εννοώ. Το "Right at your Door", που γύρισε το 2006 ο άγνωστος Chris Gorak αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά από εκρήξεις βομβών με χημικά αέρια στο κέντρο του Λος Άντζελες (ποτέ δεν θα μάθουμε το ποιος και το γιατί της επίθεσης), στην πόλη επικρατεί χάος. Στα προάστεια ένας άντρας πασχίζει να βρει τη γυναίκα του που βρισκόταν στο κέντρο κατά την έκρηξη, είναι όμως αδύνατο να περάσει τα μπλόκα στρατού και αστυνομίας. Ταμπουρώνεται λοιπον στο σπίτι του με τον λατίνο κηπουρό του διπλανού σπιτιού που επιβίωσε, κλείνουν κάθε χαραμάδα για να μην μπει το δολοφονικό αέριο, ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβερνησης από το ραδιόφωνο, και περιμένουν με τα νεύρα σπασμένα. Κάποια στιγμή θα κάνει την εμφάνισή της, σε κακή κατάσταση, η μολυσμένη ήδη σύζυγος, εκείνος όμως δεν θα την αφήσει να μπει στο σπίτι και το δράμα θα κορυφωθεί.
Απόλυτα low budget παραγωγή, διαθέτει αρκετή ένταση και τόνους απελπισίας, όπως έγραψα στην αρχή. Γυρισμένη ολόκληρη σχεδον στο σπίτι του ζευγαριού, παρακολουθεί την σπαρακτική πορεία του έγκλειστου άντρα και της γυναίκας του, η οποία περιφέρεται έξω, μέχρι το τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά. Το άγχος και η αγωνία αυξάνονται διαρκώς, η όλη ιστορια γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη και κλειστοφοβική, η βοήθεια απ' έξω αργεί να φτάσει κι όταν φτάνει... ας μην πω και πάλι περισσότερα και γενικά πρόκειται για φιλμ που μάλλον δύσκολα βλέπεται. Θεωρώ πάντως τόλμη του σκηνοθέτη να αρνηθεί κάθε σεναριακή ευκολία και κάθε παραχώρηση σε ελάχιστη έστω ελπίδα.
Το φιλμ θυμίζει βέβαια ταινίες που περιγράφουν το "μετά" μιας πυρηνικής καταστροφής (μου θύμισε το σπαρακτικό animation "Όταν Φυσά ο Άνεμος") και καταφέρνει, νομίζω, να περάσει την απόλυτα πνιγηρή ατμόσφαιρα που επιδιώκει. Αν και αμερικάνικο, βρίσκεται πολύ μακριά από χολιγουντιανές συμβάσεις και ηρωισμούς και μοιάζει απλώς να θέλει να περιγράψει ρεαλιστικά το τι θα συμβεί μετά από μια τέτοια εφιαλτική ενέργεια, δίχως να εξωραϊζει τίποτα.
Παρακολουθείστε το λοιπόν με δική σας ευθύνη.

Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2017

ΜΙΑ ΚΟΜΙΣΣΑ... ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΤΣΑΠΛΙΝΙΚΗ



Σχετικά λίγοι γνωρίζουν την τελευταία ταινία του μεγάλου Charlie Chaplin (1889-1977). Την γύρισε το 1967, 78 χρονών ήδη και 10 ολόκληρα χρόνια δηλαδή μετά την προηγούμενή του (τον "Βασιλιά στη Νέα Υόρκη"), είναι το "Μια Κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ" και πρόκειται για το μοναδικό του έγχρωμο φιλμ. Φυσικά μιλάμε για κωμωδία, μάλλον δικαίως όμως παραμένει σχετικά άγνωστη, αφού πολύ λίγο τσαπλινική είναι.
Ένας πλούσιος γόνος, σε διάσταση με τη σύζυγό του και μελλοντικός πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, επισκέπτεται με το επιτελείο του το Χονγκ Κονγκ. Σε ένα μπαρ γνωρίζει μια πρώην ρωσίδα κόμισσα εξόριστη από την πατρίδα της και νυν πόρνη πολυτελείας, με την οποία περνά μεθυσμένος τη νύχτα. Την επομένη, επιβάτης πλέον σε πολυτελές υπερωκεάνειο που ταξιδεύει για τη Σαουδική Αραβία, ανακαλύπτει την κοπέλα κρυμένη στη ντουλάπα της καμπίνας του, αφού εκείνη θέλει πάσει θυσία να φύγει από το Χονγκ Κονγκ και να πάει, έστω και χωρίς χαρτιά στις ΗΠΑ. Θα αναγκαστεί να την κρύψει για να αποφύγει το σκάνδαλο, θα την ερωτευτεί φυσικά, θα αναγκαστεί να της κάνει έναν εικονικό γάμο με τον πιστό υπηρέτη του... και τα ευτράπελα και οι παρεξηγήσεις δεν σταματούν σε όλη την ταινία.
Θα μπορούσε να είναι μια ευχάριστη αισθηματική κωμωδία δωματίου (μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στην καμπίνα του ήρωα και, γενικότερα, πάνω στο πλοίο). Μια ανώδυνη, ευχάριστη αισθηματική κωμωδιούλα. Αλλά, τελικά, αυτό είναι το πρόβλημά της: Ένα τέτοιο χλιαρό (ευχάριστο κατά τα άλλα) "προϊόν" δεν ταιριάζει καθόλου, ή μάλλον είναι πολύ λίγο, για έναν Τσάπλιν. Λείπουν μάλιστα παντελώς τα αιχμηρά κοινωνικοπολιτικά σχόλια τω υπόλοιπων φιλμ του. Είναι λοιπόν απογοητευτικό για μια εικοσάχρονη αναμονή. Ίσως μάλιστα οι συνεχείς παρεξηγήσεις και ο αγώνας να παραμείνει κρυφή η ύπαρξη της κοπέλας στο πλοίο να κουράζουν λιγάκι. Εξ άλλου νομίζω ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη χημεία μεταξύ των λαμπρών πρωταγωνιστών Μάρλον Μπράντο και Σοφία Λόρεν. Ειδικά ο Μπράντο... πώς να το κάνουμε... δεν είναι φτιαγμένος για κωμικούς ρόλους, δεν του πάνε, και μάλλον περιφέρεται σαν αγγούρι στο φιλμ. Ο ίδιος ο Τσάπλιν κάνει μια μικρή cameo εμφάνιση, γερασμένος πλέον, ενώ το ρόλο της συζύγου παίζει η χιτσκοκική Τίπι Χέντρεν.
"Εύκολη" κωμωδιούλα λοιπόν, με απιθανότητες στο σενάριο και το όλο concept (σιγά μην ερωτευόταν ζάπλουτος αμερικάνος πρέσβης μια ξεπεσμένη ρωσίδα πρώην πόρνη και έπαιζε γι' αυτήν τα πάντα κορώνα - γράμματα), οι οποίες απιθανότητες ίσως παραβλέπονται στις αμερικάνικες κομεντί του σωρού, όχι όμως και σε ένα τσαπλινικό φιλμ. Και μάλιστα το τελευταίο του. Κρίμα, αφού ο μεγάλος δημιουργός δεν μας αποχαιρέτησε με τον καλύτερο τρόπο...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017

OLIVER STONE ΚΑΙ ΟΨΙΜΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "WORLD TRADE CENTER"

Κάποτε ο Oliver Stone ήταν ένας τολμηρός και ρηξικέλευθος σκηνοθέτης, ίσως λίγο συνωμοσιολόγος, αλλά πάντοτε έτοιμος να ρίξει φως στη μη επίσημη, την σκοτεινή πλευρά της Αμερικής και της ιστορίας της. Ωστόσο το 2006 θυμάται την προ πενταετίας ήδη καταστροφή των Δίδυμων Πύργων και αποφασίζει να κάνει μια ταινία γι' αυτό. Ωστόσο στο "World Trade Center" δεν υπάρχει καμία ιστορική ανάλυση, καμιά θεωρία για το "τι ακριβώς έγινε", καμία άποψη του στιλ "η Αμερική πληρώνει για όσα έκανε" (έστω και με τη σφαγή αθώων) ή κάτι παρόμοιο. Εδώ επιλέγει αυστηρά προσωπικές ιστορίες που σχετίζονται με το ιστορικό γεγονός, και μάλιστα υιοθετεί μια απόλυτα ηρωική ματιά.
Είναι γνωστό ότι στα ερείπια των Δίδυμων Πύργων, όταν αυτοί κατέρρευσαν, παγιδεύτηκαν και έχασαν τη ζωή τους πολλοί πυροσβέστες που είχαν πάει να απεγκλωβίσουν επιζώντες από τις εκρήξεις και την πυρκαγιά που ακολούθησε. Δεν μπορούσαν φυσικά να φανταστούν ότι ολόκληροι ουρανοξύστες θα κατέρρεαν. Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία μιας ομάδας πυροσβεστών που παγιδεύτηκαν. Άλλοι απ' αυτούς επέζησαν κι άλλοι όχι. Ξεκινά σκιαγραφώντας τις προσωπικές τους ζωές (οικογένεια, σχέσεις, δουλειά κλπ.). Την μοιραία μέρα η ομάδα παίρνει εντολή να πάει στους Πύργους για να βοηθήσει επιζώντες απο την επίθεση. Μετά την κατάρρευση δύο απ' αυτούς, ο λευκός (Νίκολας Κέιτζ) και ο λατίνος (Michael Pena), παγιδεύονται ζωντανοί και βαριά τραυματισμένοι στα ερείπια, πολύ κάτω από την επιφάνεια. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την αγωνία των θαμένων ζωντανών, την πάλη τους να κρατηθούν στη ζωή, την κάτι παραπάνω από βασανιστική αναμονή για τον ερχομό της σωτηρίας...
Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στα μισοσκότεινα υπόγεια ερείπια και παρακολουθεί τις συνομιλιες των δύο όλο και πιο εξαντλημένων (ο ένας σχεδόν ετοιμοθάνατος) συναδέλφων και στις παράλληλες προσπάθειες των διασωστών. Κι επειδή όλο αυτό κρατά πάνω από 2 ώρες, οφείλω να σας ομολογήσω ότι βαρέθηκα αρκετά. Επίσης με κούρασε το μονοδιάστατο της αντιμετώπισης. Ουσιαστικά όλοι οι πυροσβέστες είναι ήρωες. Όλα γίνονται από την επιθυμία τους να κάνουν το καλό. Το όλο πράγμα γίνεται σχεδον δοξαστικό για τον "συνηθισμένο άνθρωπο, αυτόν της διπλανής πόρτας, που ανυψώνεται σε ήρωα". Στο τέλος μάλιστα υπάρχουν κορώνες του στιλ "μπροστά στο κακό όλοι είμαστε απόλυτα ενωμένοι και κάθε διαφορά παραμερίζεται". Καμιά αμφισβήτηση, καμιά έστω λιγάκι σκοτεινή πτυχή. Ο Στόουν, μάλλον για πρώτη φορά, δοξάζει απλώς τους ήρωες που θυσιάστηκαν. Τελεία.
Όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα. Κάθε άλλο. Όταν μάλιστα το συγκεκριμένο φιλμ ήταν το επόμενο από τον ανεκδιήγητο ¨Αλέξανδρο", πιστεύω ότι την περίοδο αυτή ο Στόουν βρισκόταν στο ναδίρ της καριέρας του.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2017

"ALIEN AUTOPSY" : ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΠΛΑΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ROSWELL

Μου αρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με θεωρίες συνωμοσίας. Όχι όμως ακριβώς: Μου αρέσουν αυτές που κάνουν πλάκα με τις ιστορίες συνωμοσίας. Γι' αυτό ευχαριστήθηκα (δίχως βεβαίως να το θεωρώ κάτι σπουδαίο) με το "Alien Autopsy" που γύρισε το 2006 ο τηλεοπτικός (είναι η μοναδική του κινηματογραφική ταινία) Jonny Campbell. Την ευχαριστήθηκα μάλιστα περισσότερο επειδή είναι βρετανική και διαθέτει το αντίστοιχο βρετανικό χιούμορ.
Ξέρετε φαντάζομαι τι είναι η υπόθεση Roswell. Για τους αδαείς, πρόκειται για μια θεωρία που λέει ότι οι αμερικανοί κρατούν στην ομώνυμη βάση το σώμα ενός εξωγήινου από το μακρινό 1947, όταν αυτός έπσε στη γη. Κυκλοφορούν μάλιστα και οι σχετικές φωτογραφίες. Το 1995 είχε δημιουργηθεί σκάνδαλο όταν δύο νεαροί βρετανοί είχαν κατηγορηθεί ότι γύρισαν μια ψεύτικη ταινία που δείχνει υποτίθεται επιστήμονες να κάνουν αυτοψία στο σώμα του "εξωγήινου του Roswell", από την οποία ταινία έβγαλαν κάμποσα λεφτά. Αυτή ακριβώς την ιστορία του 1995 αφηγείται με χιουμοριστικό τρόπο το φιλμ. Οι διαφορετικών χαρακτήρων κολλητοί φίλοι, που προσπαθούν να βγάλουν λεφτά από οτιδήποτε, πέφτουν στην αυθεντική υποτίθεται ταινιούλα της αυτοψίας (που τους την πουλά πολύ φτηνά ο πάντοτε cult Χάρι Ντιν Στάντον)... και μετά από συμβάντα που δεν θα σας αποκαλύψω, αναγκάζονται να την... ξαναγυρίσουν από την αρχή. Στο μεταξύ στην ιστορία έχει εμπλακεί και ένας ούγγρος σαδιστής εκατομμυριούχος, που έχει ψώνιο με τους εξωγήινους...
Διασκέδασα παρακολουθώντας την άγνωστη αυτή ταινία, επειδή και χιούμορ διέθετε και αρκετό σασπένς, αφού ο θεατής αγωνιά για το πώς θα τη βγάλουν καθαρή οι δύο φίλοι, γύρω από τους οποίους ο κλοιός σφίγγεται ολοένα. Ταυτόχρονα βεβαίως σατιρίζεται και η μανία κάποιων με τις κάθε λογής θεωρίες συνωμοσίας (από UFO και εξωγήινους μέχρι Ναϊτες Ιππότες και Δίδυμους Πύργους κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Νομίζω ότι πίσω από κάθε σχεδόν σημαντικό - συνήθως - γεγονός υπάρχει και η σχετική θεωρία που λέει "όχι, κορόιδα, δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα..."). Η υπόθεση Roswell είναι από τις γνωστότερες τέτοιες ("η κυβέρνηση ξέρει για την ύπαρξη εξωγήινων, αλλά το κρατά επτασφράγιστο μυστικό"). Ταυτόχρονα το φιλμ, με το σενάριό του, θέτει σε αμφισβήτηση την υποτιθέμενη αυθεντία των ντοκουμέντων (;). Τα πάντα μπορεί αν είναι ψεύτικα, ιδιαίτερα στην εποχή μας.
Είπαμε ότι η ιστορία των νεαρών που "πλαστογράφησαν" το φιλμ στη δεκαετία του 90 είναι αληθινή. Ωστόσο μην περιμένετε να μάθετε την πραγματική ιστορία τους. Επαναλαμβάνω: Η ταινία είναι κωμωδία μυθοπλασίας, που απλώς εμπνέεται από την αληθινή ιστορία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

"PATERSON" ΟΠΩΣ ΖΕΝ

Τα αρκετά τελευταία χρόνια ο Jim Jarmusch, από τους αγαπημένους μου δημιουργούς, οδηγείται όλο και περισσότερο σε ένα προσωπικό δρόμο, στον οποίο νομίζω ότι θα ταίριαζε ο όρος Ζεν. Κι αν στο "The Limits of Control" του 2009 το αποτέλεσμα δεν μου άρεσε (το βρήκα αν μη τι άλλο βαρετό), το "Paterson" του 2016, ενώ ουσιαστικά ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Τι είναι όμως το Paterson;
Πόλη του Νιου Τζέρσεϊ 120.000 κατοίκων, που κατοικείται και από πολλούς μετανάστες, πατρίδα του πυγμάχου "Χαρικέιν" και τόπος όπου έζησε ο Γκίνσμπεργκ. Διάσημο ποίημα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, στο οποίο (δεν το έχω διαβάσει, αλλά διαβάζω ότι) "εξυμνείται η  ομορφιά της καθημερινής ζωής". Και συγχρόνως, το επιθετο του ήρωα της ταινίας, ο οποίος, συμπτωματικά, ζει στο Πάτερσον. Είναι οδηγός λεωφορείου και γράφει κρυφά ποιήματα δίχως να τα δείχνει σε κανέναν εκτός της ιρανικής καταγωγής γυναίκας του, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος (πολλά ποιήματα αναφέρονται σ' αυτήν). Η οποία είναι καλλιτεχνικός τύπος, αλλά κάπως χύμα, βάφει διάφορα πράγματα ασπρόμαυρα, φτιάχνει καπ κέικς και ονειρεύεται να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της κάντρι. Το φιλμ παρακολουθεί, σαν ημερολόγιο, μέρα με τη μέρα μία εβδομάδα από τη ζωή του ήρωα: Ξύπνημα στις 6.30 περίπου το πρωί, πρωινό, δουλειά, οδήγηση του λεωφορείου όλη τη μέρα, όπου παρακολουθεί τις ποικίλες συζητήσεις κάθε είδους επιβατών, επιστροφή στο σπίτι, φαγητό, βόλτα το βράδι με τον απίστευτο, "κακό" σκύλο του ζεύγους (που κλέβει την παράσταση), στάση στο ίδιο πάντα μπαρ, όπου κουβεντιάζει με τον μαύρο ιδιοκτήτη και άλλους γνώριμους θαμώνες, επιστροφή στο σπίτι. Αυτά.
Οι μέρες είναι πανομοιότυπες, σαν "μέρα της μαρμότας", πλην όμως με μικρές παραλλαγές, όπως συμβαίνει άλλωστε με την καθημερινότητα πολλών από εμάς. Ο στόχος ακριβώς της ταινίας είναι να ανακαλύψει την ποίηση και την ομορφιά σ' αυτήν ακριβώς τη βαρετή (σε πρώτη όψη) ρουτίνα, την αξία των μικρών παραλλαγών που λέγαμε, την ποίηση και τη γοητεία της καθημερινότητας. Κι όταν κάτι αναπάντεχο συμβαίνει προς το τέλος της εβδομάδας, ο Π. το αντιμετωπίζει με απόλυτη στωικότητα, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει την καθημερινότητά του.
Ναι, το φιλμ είναι ηθελημένα επαναλαμβανόμενο. Ωστόσο έχει τόσο χιούμορ και γλυκύτητα, τόσο ζεν ματιά στα πράγματα, τόση καθημερινή ποίηση (τα ποιήματα άλλωστε που γράφει ο ήρωας εμφανίζονται στην οθόνη), τόσο φιλοσοφική προσέγγιση, που για μένα μοιάζει να απογειώνεται, δημιουργώντας έναν σπάνιο ύμνο στο συνηθισμένο, στην κρυμένη ομορφιά της επανάληψης και της καθημερινότητας (που βέβαια συνεπικουρείται από έναν έρωτα).
Κάποιοι ίσως βαρεθούν. Προσωπικά μπήκα βαθιά στο τριπ της επανάληψης, του ζεν κοιτάγματος των πραγμάτων, της ποίησης που αναδύεται κυριολεκτικά από το τίποτα. Αν κάτι καταφέρνει εδώ ο Τζάρμους είναι να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτό που ζούμε, όσο τετριμένο κι αν είναι. Φτάνει να έχουμε από κάπου να πιαστούμε (ο ήρωας έχει την ποίηση και μια γυναίκα).
ΥΓ: Προσέξτε το διαρκές παιχνίδι του σκηνοθέτη με τους δίδυμους. Ως εικόνα ή ως έννοια εμφανίζονται με διάφορους τρόπους όλες τις μέρες της εβδομάδας που παρακολουθούμε. Ίσως να είναι μια αναφορά στο "διπλό", το γιν και το γιανγκ ή, ίσως, κάποιο μη καταληπτό παιχνίδι του δημιουργού.

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2017

ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΔΙΑΦΟΡΑ ΦΤΕΡΑ

Το μυθιστόρημα του βρετανού A.E.W. Mason "Τα Τέσσερα Φτερά" έχει μεταφερθεί στην οθόνη αρκετές φορές από την εποχή του βωβού (5 ή 6 νομίζω). Άλλη μια απόπειρα μεταφοράς του γίνεται το 2002 από τον ινδικής καταγωγής Shekhar Kapur, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει την επιτυχημένη "Elizabeth" με πρωταγωνιστικό ζεύγος τον Χιθ Λετζερ και την Κέιτ Χάντσον. Ωστόσο αυτά εδώ τα "Φτερά" δεν νομίζω ότι φτάνουν την προηγούμενή του ταινία.
Περιπέτεια και δράμα εποχής, το φιλμ μας μεταφέρει στην κοσμοκράτειρα τότε Βρετανία του 1884. Ένας φέρελπις αξιωματικός είναι αραβωνιασμένος και ερωτευμένος με όμορφη κοπέλα. Όταν η μονάδα του στέλνεται για πόλεμο στο Σουδάν, αυτός αρνείται να πάει και παραιτείται από το στράτευμα, πράγμα που αποτελεί τεράστιο σκάνδαλο στους υψηλούς κύκλους της εποχής. Λαμβάνει λοιπόν από τους καλύτερούς του φίλους και την ίδια την κοπέλα του 4 φτερά, ταπεινωτικό σύμβολο δειλίας, και, βέβαια, εκείνη τον χωρίζει. Αυτός, πληγωμένος και κρυφά απ' όλους, πηγαίνει μεταμφιεσμένος στο Σουδάν και ακολουθει τη μονάδα του δίχως να γίνει από κανέναν αντιληπτός, προσπαθώντας να τη βοηθήσει. Οι περιπέτειες δεν σταματάνε εδώ, αλλά συνεχίζονται, περισσότερο αισθηματικές πλέον, με την επιστροφή στην πατρίδα (όχι όλων πάντως).
Βρήκα την ταινία μάλλον αδιάφορη. Νομίζω ότι έπασχε από ρυθμό, ότι τα μέρη της περιπέτειας και του δράματος δεν έδεναν τόσο καλά. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... οι βρετανοί δεν είναι βέβαια οι υπερήφανοι νικητές, κάθε άλλο, αλλά το θέμα του προφανούς ιμπεριαλισμού τους δεν θίγεται. Αντίθετα μας γίνονται συμπαθείς και καλούμαστε μάλλον να συμπάσχουμε για τις απώλειές τους. Αλλά ούτε και το θέμα της "δειλίας" αναλύεται ξεκάθαρα. Η άρνηση του ήρωα να πάει στον πόλεμο (και μάλιστα στου διαόλου τη μάνα) μάλλον δεν παρουσιάζεται ως αντιπολεμική πράξη. Άλλωστε σ' όλο το φιλμ εκείνος παχίζει να ξεπλύνει από πάνω του το στίγμα της δειλίας - και μάλιστα "για την ψυχή του", δίχως δηλαδή να γίνει αντιληπτός από τους πρώην συντρόφους του. Οπότε... μάλλον για "έγκλημα και τιμωρία" μιλάμε, όπου το "έγκλημα" είναι η άρνηση να πάω στην Αφρική και να σκοτώνω ντόπιους για τη δόξα της Αυτοκρατορίας... και στη συνέχεια η προσπάθεια εξιλέωσης. Όσο για τον αντίπαλο άραβα Μαχντί, ελάχιστα δείχνονται και οι προθέσεις της επανάστασής του παραμένουν αδιευκρίνιστες.
Γενικά διέκρινα στο φιλμ ένα είδος "στρατοκαυλίασης", με την έννοια ότι υιοθετεί μάλλον την τότε άποψη των νεαρών αξιωματικών ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να πολεμήσεις (και πιθανόν να πεθάνεις) για την Βασίλισσα και την πατρίδα (έστω και στη μακρινή Αφρική). Δείχνει βέβαια τις τραγικές συνέπειες του πολέμου όταν οι αποδεκατισμένοι "ήρωες" εεπιστρέφουν, αλλά η πίστη στα ιδανικά τους δεν αμφισβητείται. Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω...

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2017

"PASSENGERS": ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Τα τελευταία χρόνια έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες με κάποιον/ους που μένουν ολομόναχοι στο αχανές διάστημα. Ίσως η ιδέα της απόλυτης μοναξιάς να είναι ελκυστική... Το "Passengers" (2016) του νορβηγού Morten Tyldum, ο οποίος, όπως δεκάδες άλλοι ξένοι δημιουργοί, κατοικεί πλέον στο Χόλιγουντ, είναι μια τέτοια ταινία.
Ένα γιγάντιο σκάφος ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη που απέχει 120 χρόνια ταξιδιού από τη γη. Μεταφέρει χιλιάδες κοιμισμένους ανθρώπους, οι οποίοι θα εποικίσουν τον πλανήτη. Από κάποιο λάθος ένας επιβάτης θα ξυπνήσει 90 χρόνια πριν φτάσει στον προορισμό του... και αυτό σημαίνει ότι θα μείνει ολομόναχος στο αχανές σκάφος για ολόκληρη τη ζωή του, συντροφιά με έναν μηχανικό μπάρμαν. Μετά απο μήνες μοναξιάς θα ανακαλύψει μια όμορφη (κοιμωμένη φυσικά) συνεπιβάτιδά του. Θα την ξυπνήσει άραγε για να έχει συντροφιά;
Η ταινία βασίζεται στη χημεία των Τζένιφερ Λόρενς και Κρις Πρατ, οι οποίοι είναι ουσιαστικά οι μοναδικοί (σχεδόν) ηθοποιοί. Νομίζω ότι αυτή αποδεικνύεται πετυχημένη. Φυσικά μιλά (το φιλμ) για την απόλυτη μοναξιά, που λέγαμε και πριν, και κυρίως θέτει ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Αλήθεια, τι θα κάνατε στη θέση του άτυχου ήρωα; Θα "παίρνατε στο λαιμό σας" τη ζωή ενός άλλου, αθώου, ανθρώπου για να μην τρελαθείτε εσείς;
Το πρώτο μέρος λοιπόν χτίζεται γύρω απ' αυτό το δίλημμα και όσα ακολουθούν την απόφαση του - υποχρεωτικά μοναχικού - ήρωα: Η αφόρητη μοναξιά, οι σχέσεις των δύο, το δυνατό ψυχολογικό σασπένς, η αποκάλυψη... Αυτό το πρώτο μέρος λοιπόν το βρήκα όντως καλό και με κράτησε σε αγωνία - ψυχολογικής κυρίως φύσης. Όσο όμως μπαίνουμε πιο βαθιά στο δεύτερο μισό, τα πράγματα χαλάνε (κατά τη γνώμη μου πάντοτε) και σεναριακά η ταινία παραδίδεται σε εξώφθαλμες ευκολίες. Υποτίθεται ότι εδώ "σπιντάρουμε", ότι τίθεται θέμα επιβίωσης, ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος, ότι απαιτείται δράση. Κι εδώ τον προβληματισμό και το ενδιαφέρον κλίμα της αρχής διαδέχονται η δράση, οι ταρζανιές των δύο πρωταγωνιστών, το θέαμα (υποτίθεται, αλλά φτάνει πια. Τέτοιου είδους θέαμα το έχω δει χιλιάδες φορές). Οι οποίοι - άσχετοι επιβάτες, υπενθυμίζω σε μια διαστημική πτήση - επιχειρούν να επισκευάσουν μόνοι τους ένα γιγάντιο (μήκους ενός χιλιομέτρου για την ακρίβεια) διαστημόπλοιο. Φανταστείτε να ταξιδεύετε στην Αμερική με σούπερ τζετ, αυτό να χαλάσει και να κινδυνεύει να συντριβεί κι εσείς, ο επιβάτης, να κληθείτε να... επισκευάσετε τις μηχανές εν πτήσει. Έλεος!
Το ντιζάιν του σκάφους είναι ευφάνταστο, οι εικόνες πειστικές, οι ηθοποιοί καλοί... Βάζω καλό βαθμό στο πρώτο μισό... και μετά παραδίνομαι σε μια ακόμα χολιγουντιανή φούσκα με απίθανες καταστάσεις και δράση, που έχω βαρεθεί να βλέπω στο αμερικάνικο σινεμά. Κρίμα για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2017

ΜΙΑ "CATWOMAN" ΑΞΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ

Αν δεν το ξέρατε, ο Pitof (έτσι υπογράφει, σκέτο) είναι γάλλος και πετυχημένος δημιουργός special effects στη δεκαετία του 90. Δυστυχώς από το 2001 περνά και στη σκηνοθεσία με (ευτυχώς αυτό) δύο μόνο ταινίες στο ενεργητικό του. Η δεύτερη ήταν η ανεκδιήγητη "Catwoman" το 2004, με μια Χάλι Μπέρι στον πιθανό χειρότερο ρόλο της.
Η οποία είναι μια ντροπαλή και συνεσταλμένη καλλιτέχνης, που, δυστυχώς γι' αυτήν, δουλεύει σε μεγάλη διαφημιστική με επικεφαλής ένα ζεύγος καθαρμάτων (η γυναίκα, πρώην σούπερ μοντέλο και σούπερ κακιά της ταινίας είναι η Σάρον Στόουν). Ώσπου κάποια στιγμή ανακαλύπτει ένα σκοτεινό μυστικό της εταιρίας και απολύεται. Τότε όμως, υπό την υπερφυσική επίδραση μυστηριώδους γάτας, μεταμορφώνεται σε Catwoman, τουτέστιν σε ένα άγριο θηλυκό, το οποίο όχι μόνο έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, τον χαρακτήρα και το στιλ γάτας (και την αντίστοιχη έντονη σεξουαλικότητα), αλλά διαθέτει πλέον και τις σπέσιαλ ικανότητες των αιλουροειδών. Οπότε είμαστε έτοιμες να πολεμήσουμε το Κακό και να εκδικηθούμε τους Κακούς. Σημειωτέον, η ίδια η Catwoman ισορροπεί ανάμεσα στο "καλό" και την εγκληματικότητα. Αλλά έτσι είναι οι γάτες. Τα ένστικτά τους είναι ανεξέλεγκτα...
Αυτά. Σε ένα φιλμ βεβαίως όπου η αβάσταχτη αφέλεια (μήπως θα ήταν καλύτερα να τη χαρακτηρίσω βλακεία;) βασιλεύει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, τίποτα δεν είναι στοιχειωδώς πιστευτό, όσα συμβαίνουν όχι μόνο δεν με κράτησαν, αλλά με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα, η Χάλι είναι... όπως το λέει το όνομά της στην ερμηνεία της και, όταν μπαίνει το στοιχείο του χιούμορ (συμβαίνει συχνά), κάθε απόπειρα γέλιου παγώνει στα χείλη. Κρίμα στην ωραία αφίσα.
Στην εποχή του το φιλμ είχε κερδίσει πολλά "βατόμουρα". Πριν το δω δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δίκαια τα κέρδισε. Από τις χειρότερες απόπειρες δημιουργίας σούπερηρωικού φιλμ που έχω δει, πήρε τόσο κακές κριτικές (δικαίως), που βγήκε και κάποιο κέρδος: Ο Pitof δεν ξανασκηνοθέτησε έκτοτε!

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017

ΤΟ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ (ΞΑΝΑ) ΣΤΟ "THUNDER MOUNTAIN"

Οι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε μια σειρά από παλιά γουέστερν (μερικές φορές καταπληκτικά και πολύ ευρύτερου ενδιαφέροντος από απλές περιπέτειες), όταν το είδος ήκμαζε ακόμα, και πολλοί τα αγαπάμε. Ωστόσο η ακμή αυτή του είδους δεν ήταν μόνο ποιοτική, αλλά και ποσοτική. Γυρίζονταν κάποτε πάμπολλα γουέστερν κάθε χρόνο. Τα κλασικά λοιπόν δείγματα του, αυτά που γνωρίζουμε και ανέφερα παραπάνω, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Το ασπρόμαυρο "Thunder Mountain" του 1947, για παράδειγμα, γυρίστηκε από τον Lew Landers (1901-1962), ο οποίος, όπως διαβάζω, υπήρξε ένας από τους παραγωγικότερους και άγνωστους σήμερα σκηνοθέτες - διεκπεραιωτές, που κινήθηκε σε πολλά είδη μεταξύ 30ς και 50ς. Πρόκειται μάλλον για ένα γουέστερν "του σωρού". Όχι με την έννοια ότι είναι υποχρεωτικά κακό, αλλά επειδή δεν έχει κάτι που να το κάνει να ξεχωρίζει.
Ο ήρωας επιστρέφει μετά από χρόνια στην μικρή πόλη του για να βρει το ράντσο του έτοιμο να κατασχεθεί λόγω χρεών. Παρά το ότι καταφέρνει να βρει τα λεφτά, ο σερίφης, σε μυστική συνεργασία με τον πλούσιο ιδιοκτήτη του σαλούν της πόλης, κωλυσιεργεί ώστε να προχωρήσει η κατάσχεση. Βλέπετε ο πλούσιος εποφθαλμιά τη γη του πρωταγωνιστή, η οποία πρόκειται να πάρει μεγάλη αξία. Συγχρόνως βαθύ μίσος χωρίζει τον Μάρβιν (τον ήρωά μας) με γειτονική οικογένεια, με την οποία έχουν παλιές διαφορές. Οι γιοι της τον απειλούν ανοιχτά. Ωστόσο, όπως σιγά - σιγά αποκαλύπτεται, άλλοι είναι υπεύθυνοι και υποδαυλίζουν το μίσος αυτό...
Ο πρωταγωνιστής Tim Holt (επίσης άγνωστός μου) διαβάζω ότι είχε παίξει (μεταξύ άλλων) σε 29 (!) γουέστερν μεταξύ 1947-1952 (!!!). Κάποια τέτοια νούμερα δείχνουν την απίστευτη (ποσοτική) ακμή του είοδους, για την οποία μιλούσαμε παραπάνω. Το συγκεκριμένο φιλμ πάντως μπορεί να βλέπεται σχετικά ευχάριστα, δεν νομίζω όμως ότι διαθέτει κάτι ξεχωριστό. Μια ακόμα περιπέτεια στο Φαρ Ουέστ με φόνους, συμφέροντα, απληστία, απαγορευμένο έρωτα (το κλασικό μοτίβο Ρωμαίου - Ιουλιέτας), σαλούν και αλκοόλ, καλούς και κακούς κλπ. Όσο για την ψυχολογία των ηρώων... αφήστε καλύτερα. Την επομενη στιγμή του θανάτου από πυροβολισμό του αδελφού της, για παράδειγμα, η κοπέλα είναι έτοιμη να ψάξει τον ένοχο, να πιστέψει (ή να μην πιστέψει) τα φαινόμενα, να τρέξει και να δράσει. Ούτε απλό, στοιχειώδες σοκ...
Οι φανατικοί φίλοι των γουέστερν θα διασκεδάσουν. Οι υπόλοιποι, εντάξει, καλά θα περάσουν, αλλά είπα: Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια...

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2017

ΠΟΙΗΣΗ (ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ) ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Να τα ξαναπούμε για τον Alejandro Jodorowsky; Ο οποίος είναι χιλιανός μίμος, καλλιτέχνης του κουκλοθέατρου, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος κόμικς, σκηνοθέτης και άλλα; Και το 2016, όταν γυρίζει την εκπληκτική "Ποίηση Χωρίς Τέλος" είναι αισίως 87 ετών; Με λίγες απόλυτα καλτ και ερμητικές ταινίες στο ενεργητικό του από τις δεκαετίες του 70 και του 80 κυρίως, αποφασίζει το 2013 να γυρίσει την αυτοβιογραφία του με τρόπο που μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει, ξεκινώντας από τον "Χορό της Πραγματικότητας", που αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια στην πόλη του, την Τοκοπίγια. Στην "Ποίηση Χωρίς Τέλος", που αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας σχεδιαζόμενης πενταλογίας (!!!), παρακολουθούμε τη νεανική του ηλικία, όταν συγκρούεται με τον αυταρχικό πατέρα του, αρνείται να σπουδάσει γιατρός, αποφασίζει να γίνει ποιητής, φεύγει στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο και μπαίνει στους προχωρημένους κύκλους τής τότε εκεί πρωτοπορίας, γνωρίζοντας ποιητές και ποικίλους άλλους καλλιτέχνες. Ζει ελεύθερα και απορρίπτει κάθε ταμπού και κάθε σύμβαση, πειραματιζόμενος με τον έρωτα, την τέχνη, την ποίηση της ζωής και της καθημερινότητας.
Ναι, όλο αυτό είναι απόλυτα αυτοβιογραφικό. Όσα βλέπουμε (έκπληκτοι) αντανακλούν όντως τα πραγματικά γεγονότα της πολυτάραχης και τοσο γεμάτης ζωής του. Ναι, αλλά το θέμα είναι το πώς δείχνονται όλα αυτά. Ο Jodorowsky υιοθετεί έναν απόλυτα σουρεαλιστικό και οδηγημένο στα άκρα ποιητικό τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, όπου όσα παρακολουθούμε είναι φιλτραρισμένα από το εντελώς προσωπικό του καλλιτεχνικό φίλτρο. Οι εικόνες παρελαύνουν μπροστά μας με εκπληκτική ποικιλία και ευρηματικότητα, από την μητέρα που αντί να μιλά... τραγουδά όπερα μέχρι τους παράδοξους φίλους του καλλιτέχνες που αποτελούν μια αληθινή "αυλή των θαυμάτων" και από την απίστευτη γυναικα με τα κατακόκκινα μαλιά που αποτελεί τον πρώτο του έρωτα μέχρι την φυγή στο Παρίσι με μια... μωβ βάρκα με έναν άνθρωπο - σκελετό στο κατάστρωμα και τις εμφανίσεις του ίδιου του 87χρονου σκηνοθέτη στην ιστορία. Όλα είναι παράδοξα, ενίοτε γκροτέσκα, όλα είναι ποιητικά.
Στο φιλμ ο απίστευτος αυτός δημιουργός προτείνει την "ποίηση πάνω απ' όλα". Ενστερνίζεται μια στάση ζωής που απορρίπτει κάθε πτυχή της πεζής πραγματικότητας και προτείνει τη μετατροπή της σε καθαρή ποίηση με οποιοδήποτε τίμημα. Μια βαθύτατα ρομαντική στάση τελικά, όπου το πρωταρχικό στη ζωή είναι η τέχνη και τίποτα άλλο. Και φυσικά, ανάμεσα σ' όλα αυτά, χλευάζει κάθε καταπιεστική δομή, από αυτή της συμβατικής οικογένειας (ο καταπιεστικός πατέρας, το πνιγηρό σόι) μέχρι το φασισμό και τις (πολλές δυστυχώς) δικτατορίες της Χιλής.
Η ταινία φυσικά, μέσα στις ενίοτε ακραίες της εικόνες και τον διαρκή παροξυσμό της, απευθύνεται σε σχετικά μικρό κοινό σινεφίλ. Προσωπικά με καθήλωσε και την απόλαυσα από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά το ότι αντιλαμβάνομαι πως όλο αυτό το όργιο χρωμάτων και απίστευτων καταστάσεων μπορεί να κουράσει αρκετούς. Αν πάντως αποφασίσετε να δείτε αυτό το εξαιρετικό για μένα φιλμ, δείτε πρώτα το πρώτο του μέρος, τον "Χορό της Πραγματικότητας", που, όπως είπαμε, αφηγείται με τον ίδιο ακριβώς ακραίο τρόπο τα παιδικά του χρόνια.