Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2008

ΑΡΓΟΙ ΦΥΓΑΔΕΣ, ΝΩΘΡΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ


Ο Arthur Penn είναι από τους πιο αξιόλογους αμερικανούς σκηνοθέτες των 60ς και 70ς, που τα πολλά ταελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί. Ωστόσο βρίσκω τους "Φυγάδες του Μισούρι" (The Missouri Breaks) του 1976 από τις πλέον βαρετές ταινίες του. Ή μάλλον, σύμφωνα με την προσωπική μου αντίληψη τουλάχιστον, από αυτές που λέμε "άνευ λόγου".
Η ταινία βέβαια περιέχει ορισμένα στοιχεία που την κάνουν να κατέχει μια θέση στην κινηματογραφική ιστορία. Το βασικότερο απ' αυτά είναι η μοναδική επί οθόνης συνύπαρξη δύο ιερών τεράτων: Του Μάρλον Μπράντο και του Τζακ Νίκολσον. Υπάρχει επίσης και μια σαφώς απομυθοποιητική και σαρκαστική ματιά του σκηνοθέτη πάνω στο γουέστερν, που ίσως το 1976 ήταν κάτι σχετικά σπάνιο σε σχέση με σήμερα. Αυτά τα στοιχεία όμως δεν με εμπόδισαν να βαρεθώ αρκετά κάτά την προβολή. Οι ρυθμοί είναι αργοί, η αφήγηση κάπως "ατσούμπαλη" και ήταν αδύνατο να αποφασίσω αν πρόκειται για ένα είδος σάτιρας (με πολύ λίγο χιούμορ) ή μια ρεαλιστική ματιά στην πραγματικότητα της "ηρωικής Δύσης".
Ο πλέον παράξενος είναι ο ρόλος του Μπράντο, που είναι ένας αδίστακτος πληρωμένος δολοφόνος, αλλά με μιά απροσδόκητη... θηλυκή πλευρά στην προσωπικότητά του. Αλλά η αφήγηση είναι τόσο άκομψη (πιθανόν επίτηδες, αφού ίσως ο Πεν ήθελε να απομηθοποιήσει κι αυτήν την ίδια), που, επαναλαμβάνω, δεν κατάφερε να με κρατήσει. Οι χαρακτήρες έχουν παράδοξη και άγαρμπη εξέλιξη, που συχνά δεν κατάφερα να δικαιολογήσω, ενώ η τελική λύση με κάποιον θάνατο έρχεται εντελώς απροειδοποίητα, στα καλά καθούμενα και μένεις να αναρωτιέσαι αν είδες καλά. Αν όλα αυτά γίνονται όπως είπα ηθελημένα, πράγμα πιθανότατο, είναι ίσως ανατρεπτικά, πλην όμως βαρετά.
Εξακολουθώ να αγαπώ τον Arthur Penn, αλλά επιτρέψτε μου να προτιμήσω (πολλές) άλλες ταινίες του.

Τρίτη, Ιουλίου 22, 2008

Ο ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ BATMAN


Πιστεύω ότι "Ο Σκοτεινός Ιππότης" του Christopher Nolan είναι με διαφορά ο σκοτεινότερος και ίσως και ο καλύτερος Μπάτμαν από τους 6 μέχρι στιγμής (από τότε δηλαδή που ο ιδιοφυής Τιμ Μπάρτον ανέλαβε να ανανεώσει και να ενηλικιώσει τη μυθολογία του πιο ενδιαφέροντα, τελικά, υπερήρωα). Αν πάτε να δείτε ένα "ελαφρό", εφηβικό υπερθέαμα, ξεχάστε το. Τα πράγματα εδώ είναι πολύ σοβαρά. Τα πάντα γύρω από τον ήρωα τίθενται υπό αμφισβήτηση, ενώ η ίδια η κόμικς αισθητική πάει περίπατο.
Ναι, το φιλμ είναι ένα χορταστικό υπερθέαμα, και μάλιστα πολύ μεγάλης διάρκειας (145΄) και τηρεί όλες τις προδιαγραφές ενός χολιγουντιανού blogbuster. Επίσης διαθέτει πλήθος συνεχών ανατροπών (από τις απροσδόκητες συμμαχίες και τους ρόλους καλών - κακών που εναλλάσσονται, μέχρι το ποιοι θα πεθάνουν και ποιοι όχι). Ίσως μάλιστα οι ανατροπές αυτές να είναι πάρα πολλές για μια ταινία. Δεν πρόκειται λοιπόν να βαρεθείτε καθόλου.
Από εκεί και πέρα όμως, αρχίζουν οι αληθινές ανατροπές. Η όλη ιστορία του πολυεκατομμυριούχου που το βράδυ ντύνεται νυχτερίδα και πολεμά το έγκλημα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Τι τύπος πρέπει να είναι κάποιος για να κάνει με τέτοια εμμονή κάτι τέτοιο; Μήπως, τελικά, είναι ο ίδιος τόσο psycho όσο και οι κακοί που κυνηγά; Και, τελικά, όλη αυτή η ολομέτωπη επίθεση στο κακό, μήπως συσπειρώνει τους εγκληματίες και συνολικά δημιουργεί περισότερο κακό απ' όσο εξαλείφει; Τα πτώματα, βλέπετε, γύρω από τον Μπάτμαν - ή μάλλον εξ αιτίας της δράσης του, έστω κι αν ο ίδιος δεν το θέλει - είναι σχεδόν ίσα με αυτά που αφήνει πίσω του ο ειδεχθής Τζόκερ. Υπάρχει ο προβληματισμός πάνω στις έννοιες της τάξης και του χάους και, κυρίως, ο έντονος προβληματισμός πάνω στις έννοιες καλού - κακού και πόσο αλληλένδετες είναι τελικά (η μία δεν θα υπήρχε δίχως την άλλη). Μπορεί να ζήσει ο Μπάτμαν χωρίς Τζόκερ κι ο Τζόκερ χωρίς Μπάτμαν;
Ο ίδιος ο ήρωας παρουσιάζεται τρωτός, σαφώς προβληματικός, με σκοτεινές πτυχές. Πολύ πιο σκοτεινός όμως είναι ο κόσμος γύρω του. Η διαφθορά έχει εισχωρήσει βαθύτατα, σε κάθε κοινωνικό στρώμα, τάξη ή θεσμό. Οι πολιτικοκοινωνικές αναφορές είναι σαφείς, ενώ το χιούμορ των ταινιών του Μπάρτον έχει εκλείψει σχεδόν ολοσχερώς. Και στο τέλος... ε... με όλα όσα σας είπα μην περιμένετε κανένα φοβερό χάπι-εντ...
Πλειάδα γνωστών και καλών ηθοποιών παρελαύνει από την ταινία, με τον Χιθ Λέτζερ - Τζόκερ να κλέβει την παράσταση. Εκεί που ο Τζόκερ του Νίκολσον ήταν ένα μείγμα τρελού χιούμορ και παράνοιας, εδώ είναι μόνο ένας ζοφερός παρανοϊκός. Και η κόμικς αισθητική του Μπάρτον έχει εξαφανιστεί για να αντικατασταθεί από ένα βρώμικο, ρεαλιστικό Γκόθαμ Σίτι, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε σύγχρονη μεγαλούπολη. Αυτά δεν σημαίνουν ότι απορρίπτω τους 2 Μπάτμαν του Μπάρτον. Κάθε άλλο. Μ' αρέσουν πολύ (ιδιαίτερα ο δεύτερος). Απλώς εδώ μιλάμε για εντελώς διαφορετική προσέγγιση.
Ένας φίλος παρατήρησε ότι η ταινία έχει τόσο πολλές πρωτότυπες και καλές ιδέες, που θα μπορούσαν να γίνουν πολλά φιλμ, το καθένα βασισμένο σε μια απ΄ αυτές. Όντως. Συνολικά πάντως, παρά το κάπως too much του όλου πράγματος, το απόλαυσα πραγματικά. Απλώς μην περιμένετε ανώδυνη διασκέδαση.

Σάββατο, Ιουλίου 19, 2008

Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ


Οι καλύτερες εποχές του Wim Wenders είναι σίγουρα οι δεκαετίες του 70 και του 80. "Η Αλίκη στις πόλεις" του 1974 το επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο. Και χαρίζει στο ευρωπαϊκό σινεμά ένα από τα σημαντικότερα road movies του.
Ασπρόμαυρη, λιτή, δίχως "περιπέτειες" με τη χολιγουντιανή έννοια του όρου, η ταινία αφηγείται τις περιπλανήσεις ενός δημοσιογράφου που έχει "μπλοκάρει" και δεν μπορεί να γράψει το άρθρο που περιμένουν απ' αυτόν για την Αμερική και της ενιάχρονης Αλίκης, που ο πρώτος αναλαμβάνει να παραδώσει στη γιαγιά της μετά την εγκατάλειψή της από τη μητέρα της. Νέα Υόρκη, Άμστερνταμ και μετά μια σειρά γερμανικών πόλεων συνθέτουν το ταξίδι αυτό στο άγνωστο και την βαθμιαία επαφή του ήρωα με τη ζωή. Ο κόσμος είναι αρχικά κενός για τον δημοσιογράφο, αφού προσπαθεί να τον γνωρίσει δίχως να συμμετάσχει, απ' έξω. Αρκείται να τον φωτογραφίζει με Πολαρόιντ και του είναι αδύνατο να τον περιγράψει με λόγια. Ηλίθιες εκπομπές στην τηλεόραση, πανομοιότυπα δωμάτια ξενοδοχείων, ψηλά, απρόσωπα κτίρια... Η ανεπιθύμητη (αρχικά τουλάχιστον)εισβολή της μικρής Αλίκης, που βιώνει ξένοιαστα την παιδική της ηλικία, τον φέρνει σε επαφή με τη ζωή, του δίνει ένα σκοπό, έστω κι αν αυτός είναι ουσιαστικά ένα βάρος, μια ευθύνη.
Ο τρόπος που πραγματεύεται τη σχέση τους ο Βέντερς είναι λεπτός, οι αλλαγές ανεπαίσθητες, όμως συμβαίνουν. Δίχως τίποτα κραυγαλέο και "συγκλονιστικό" παρακολουθούμε την βαθμιαία εξέλιξη του ήρωα και ταυτόχρονα αγωνιούμε για την έκβαση της αναζήτησης της "Ιθάκης", της άγνωστης γιαγιάς δηλαδή όπου η εγκαταλειμένη μικρή θα βρει καταφύγιο. Οι πόλεις που αλλάζουν δείχνονται γυμνές, δίχως γνωστά αξιοθέατα ή τουριστικές ατραξιόν. Περιπλανήσεις σε άγνωστους, συνηθισμένους δρόμους, καφέ, σπίτια και ξενοδοχεία. Η καρδιά της πόλης, βλέπετε, δεν είναι η Ακρόπολη ή το Μέγαρο, αλλά ο συνηθισμένος δρόμος (άσχετο αν είναι όμορφος ή άσχημος) στο Παγκράτι ή στα Πατήσια. Ενώ, ταυτόχρονα, οι εμμονές του Βέντερς με την Αμερική, το ροκ και, φυσικά, τις πόλεις, είναι παρούσες.
Ίσως πρόκειται για μια σινεφίλ ταινία, αφού, ξαναλέω, τίποτα εντυπωσιακό, καμιά ανατροπή δεν συμβαίνει. Τη βρίσκω όμως, μέσα στη λιτότητα και τη χαλαρότητά της, μια από τις ωραιότερες και τρυφερότερες του ευρωπαϊκού σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 18, 2008

ΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΡΧΟΤΑΝ...


Βρισκόμαστε στα 1957 και ο Jules Dassin (1911-2008) κάνει την πρώτη του «ελληνική» ταινία. Μπορεί να μιλά γαλλικά και οι περισσότεροι ηθοποιοί να είναι ξένοι, τόσο η ιστορία όμως (μεταφορά του περίφημου και αιρετικού «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη), όσο και το τοπίο (γυρίστηκε ολόκληρο σε ένα χωριό της Κρήτης) είναι πέρα για πέρα ελληνικά. Πρωταγωνιστεί βέβαια και η Μελίνα (νομίζω ότι ήταν ήδη η αγαπημένη του σκηνοθέτη την εποχή αυτή), οπότε μπορούμε άνετα να τη χαρακτηρίσουμε έτσι.
Ο Dassin μένει αρκετά πιστός στο βιβλίο του Καζαντζάκη και ακολουθεί την προβληματική του, μεταφέροντας το δράμα του Ιησού στη σύγχρονη εποχή (στο 1922 τέλος πάντων, όπου διαδραματίζεται η ιστορία). Ο πρωτότυπος τίτλος είναι χαρακτηριστικός: «Celui qui doit mourir» (Αυτός που πρέπει να πεθάνει). Οι βασικοί άξονες βιβλίου και ταινίας είναι οι ακόλουθοι: Οι αδίστακτοι ισχυροί είναι πάντοτε έτοιμοι να συντρίψουν τους φτωχούς και αδύναμους όταν αυτό τους συμφέρει. Η εξουσία πάντοτε δρα υπέρ της διατήρησης του status quo (δηλαδή της διατήρησης ακριβώς της εξουσίας της πάνω στους άλλους), αφού απ’ αυτήν πηγάζουν μεγάλα συμφέροντα. Ο χριστιανισμός και η φιλοσοφία του έχουν διπλή όψη: Την ουσιαστική, αυτά που δίδαξε δηλαδή ο ίδιος ο Ιησούς, («αγαπάτε αλλήλους», «μοιράζετε τα υπάρχοντά σας στους φτωχούς» κλπ.), που εκπροσωπείται από τον παπά των προσφύγων, και αυτήν της επίσημης, οργανωμένης εκκλησίας, που πάντοτε συμμαχεί με τους εκάστοτε ισχυρούς – εδώ με τους κατακτητές Τούρκους και τους ευημερούντες προύχοντες – και αντιπροσωπεύει το άκρον άωτον της υποκρισίας και της ψευτιάς, διαστρεβλώνοντας αδίστακτα αυτά που υποτίθεται ότι πρεσβεύει, προκειμένου να διατηρήσει με νύχια και με δόντια τα συμφέροντά της (ο βασικός «κακός» της ταινίας είναι ο παπάς του πλούσιου χωριού). Όλα αυτά συνυπάρχουν με μια ουμανιστική και αριστερή λογική και, τελικά, ο Ντασέν μοιάζει να μας λέει ότι στην ουσία η φιλοσοφία του χριστιανισμού (όχι της εκκλησίας) βρίσκεται πολύ κοντά σε αριστερές οπτικές. Το τελικό συμπέρασμα πάντως είναι ότι και σήμερα αν ερχόταν ο Χριστός, πάλι θα σταυρωνόταν, αφού τίποτα στη δομή του κόσμου δεν έχει αλλάξει.
Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά σήμερα η ταινία δείχνει τα χρόνια της. Βασικό μειονέκτημα για μένα είναι το τυπικό υπερβολικό παίξιμο (όπως της Μερκούρη, την οποία ποτέ δεν συμπάθησα σαν ηθοποιό), χαρακτηριστικό πολλών ταινιών της εποχής, και το επίσης υπερβολικό «στήσιμο» στη σκηνοθεσία, κυρίως στα σκηνές πλήθους. Αυτό που σήμερα αποκαλούμε «φυσική ροή» μάλλον δεν αποτελούσε αρετή τότε. Αν πάντως ο σημερινός θεατής ξεπεράσει αυτά τα σημεία, πιστεύω ότι θα απολαύσει ένα βαθιά αλληγορικό, τολμηρό φιλμ, που θίγει καίρια και επίκαιρα μέχρι τώρα προβλήματα.

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ (ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ;)


Να λοιπόν που συμπτωματικά έτυχε να δω τόσο κοντά τη μια στην άλλη τις δύο ταινίες που θεωρείται ότι μιλάνε έμμεσα για το ίδιο το σινεμά, την ηδονοβλεπτική του διάσταση, την παθητικότητα του θεατή. Έγραφα πρόσφατα για τον "Ηδονοβλεψία" του Powell και ιδού τώρα ο περίφημος "Σιωπηλός Μάρτυρας" (Rear Window) του 1954 του Alfred Hitchcock (1899-1980). Κλασική ταινία, για την οποία έχουν γραφτεί πολλά, παρακολουθείται μέχρι σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον, καθώς ο φωτογράφος Τζέιμς Στιούαρτ, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι με σπασμένο πόδι, παρακολουθεί τους γείτονές του για να σκοτώσει την ώρα του (μάλλον του αρέσει όμως). Ώσπου γίνεται μάρτυρας ενός πιθανού φόνου και τότε τα πράγματα αρχίζουν να σοβαρεύουν...
Και πάλι παραβολή για τον κινηματογράφο λοιπόν. Όταν ο ήρωας παρακολυθεί τα τεκταινόμενα στην απέναντι πολυκατοικία (όταν ο θεατής παρακολουθεί μια ταινία) είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι (είναι κλεισμένος σε μια σκοτεινή αίθουσα), άρα και στις δύο περιπτώσεις μακριά από την αληθινή ζωή. Η δράση, η ζωή, υποκαθίστανται από την παρακολούθηση των ζωών των άλλων (ή μιας ταινίας). "Είμαστε όλοι κατά βάθος ηδονοβλεψίες" μοιάζει να λέει ο Χίτσκοκ και το δείχνει αυτό βάζοντας τόσο τη μνηστή του ήρωα (Γκρέις Κέλι) όσο και την ηλικιωμένη νοσοκόμα να "κολλάνε" άμεσα τον ηδονοβλεπτισμό του πρωταγωνιστή και μάλιστα να γίνονται φανατικότερες από αυτόν στην έρευνα για τη λύση του μυστηρίου (ή, αν θέλετε, στο να χώνονται στις ζωές των άλλων). Και μάλιστα ο προσωρινά ανάπηρος ήρωας είναι, όπως είπαμε, φωτογράφος και διαθέτει σύγχρονες για την εποχή κάμερες, σαν για να τονιστεί η σχέση του με το σινεμά. Ωστόσο ο Χίτσκοκ μοιάζει να μας λέει ότι δεν μπορείς να παίζεις ακίνδυνα μ' όλα αυτά. Είπαμε, κάποια στιγμή τα πράγματα σοβαρεύουν.
Δεν είναι δικές μου αναλύσεις όλα τα παραπάνω. Η διάσταση αυτή της ταινίας έχει πολλές φορές επισημανθεί σε κείμενα εδώ και πολλά χρόνια. Το ερώτημα που ίσως παραμένει είναι αν ο Χίτσκοκ, ένας διασκεδαστής στην ουσία, που δούλευε στο Χόλιγουντ, τα έκανε συνειδητά όλα αυτά. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία η απάντηση. Να θυμάστε ότι στην τέχνη (σε όλες τις τέχνες) ο θεατής / ακροατής / αναγνώστης ή ό,τι άλλο πολύ συχνά εντοπίζει διαστάσεις και νοήματα που ο ίδιος ο δημιουργός δεν είχε σκεφτεί. Αυτό το παιχνίδι άλλωστε με το ενίοτε ασαφές νόημα του έργου τέχνης είναι ακριβώς μια από τις γοητευτικότερες πλευρές της.
Πέραν των αναλύσεων όμως, η ταινία παραμένει και σε πρώτο επίπεδο γοητευτικότατη. Εξαιρετικό χιούμορ, έξυπνες ατάκες, κλασικό χιτσκοκικό σασπένς που όσο προχωρά κορυφώνεται, συν την ενδιαφέρουσα σκιαγράφηση του μικρόκοσμου της πολυκατοικίας (ένα είδος μικρογραφίας της κοινωνίας), την κάνουν μια από τις καλύτερες του δημιουργού της. Αν δεν την έχετε δει σπεύσατε.

Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2008

REC Ή ΤΙ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ


Ας ξεκινήσουμε λέγοντας ότι το ισπανικό Rec (2007) των Jaume Balagueró και Paco Plazaείναι μια καθαρή ταινία τρόμου, και μάλιστα με αρκετές δόσεις σπλάτερ. Οπότε όσοι από σας δεν είσαστε φίλοι του είδους, αλλάξτε καλύτερα σινεμά. Ας πούμε επίσης ότι είναι μια ακόμα ταινία της «μόδας» που ξεκίνησε από το Blair Witch Project, τα δήθεν ντοκιμαντέρ δηλαδή, με την ανοιχτή, ανεξέλεγκτη κάμερα που υποτίθεται ότι καταγράφει τα πάντα (κουνημένη εικόνα, κόκκος στο φιλμ, περίεργες λήψεις και ό,τι άλλο αυτό συνεπάγεται). Και μπορώ να γκρινιάξω και λίγο, γιατί η μόδα αυτή έχει παραγίνει τελευταία και δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορεί να κρατήσει δίνοντας ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Πέραν αυτών όμως, νομίζω ότι το Rec είναι μια καλή ταινία του είδους, που, αν και χρησιμοποιεί κάποια κλισέ, εκμεταλλεύεται στο έπακρο το απόλυτα κλειστοφοβικό της υπόθεσης (ένοικοι, πυροσβέστες, αστυνομικοί και… κάτι άλλο, παγιδευμένοι σε μια πολυκατοικία από την οποία δεν μπορούν να βγουν). Υπάρχουν αρκετές τρομακτικές σκηνές, ενίοτε σοκαριστικές, υπάρχει η «βρώμικη», αρρωστημένη ατμόσφαιρα, το διαρκώς κορυφούμενο σασπένς… οπότε νομίζω ότι οι φίλοι του είδους θα ικανοποιηθούν απόλυτα. Ακόμα πάντως κι αν κάποιοι γκρινιάξουν ότι «τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά», παραμένει ο θαυμασμός μου για το ισπανικό σινεμά, που δίνει συνεχώς από πολύ καλές έως απλώς αξιοπρόσεχτες ταινίες από άγνωστους, νέους και συχνά πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς (οι συγκεκριμένοι πάντως δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενοι).

Τετάρτη, Ιουλίου 09, 2008

ΟΙ ΑΜΜΟΛΟΦΟΙ ΚΑΙ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ


Θα πω από την αρχή ότι η "Γυναίκα στους Αμμόλοφους" (Suna no onna) του Hiroshi Teshigahara (1927-2001) του 1964 είναι μια ταινία που βλέπεται δύσκολα, σχεδόν βασανιστικά. Ασπρόμαυρη, με μεγάλη διάρκεια (146') και περιορισμένη (πόσο υποβλητική όμως) "ποικιλία" εικόνων. Όλα αυτά όμως δεν την εμποδίζουν να είναι εξαιρετική, ίσως και αριστουργηματική. Δεν θα σας πω πολλά για την ιστορία, αφού ακόμα και αυτό που αποκαλύπτεται στο πρώτο μόλις εικοσάλεπτο είναι σοκαριστικό και οποιαδήποτε περιγραφή θα ισοδυναμούσε με spoiler. Μόνο ότι ένας ερασιτέχνης εντομολόγος, ψάχνοντας για σπάνια έντομα σε μια περιοχή γεμάτη αμμόλοφους, αναγκάζεται να περάσει τη νύχτα του σε ένα σπίτι χτισμένο (θαμμένο σχεδόν) στον πάτο μιας τρύπας στην άμμο, όπου κατοικεί μια γυναίκα που χρειάζεται να δουλεύει καθημερινά πολύ σκληρά για να μη θαφτεί κυριολεκτικά κάτω από τόννους ύπουλης άμμου.
Βασισμένο στο πολύ δυνατό βιβλίο του Κόμπο Άμπε και πολύ πιστό σ' αυτό, το φιλμ σε στοιχειώνει με τις εικόνες του μισοερειπωμένου σπιτιού και, κυρίως, της πανταχού παρούσας άμμου, ύπουλης, ασυγκράτητης, που τρυπώνει παντού, που κυλά σα νερό και καταστρέφει, σαπίζει τα πάντα στο διάβα της. Η ερωτική ιστορία μυρίζει ιδρώτα, αποπνέει ζέστη, μοιάζει να πνίγει τον θεατή, όπως και τους ήρωες. Απόλυτα κλειστοφοβική, πνιγηρή ατμόσφαιρα, γεμάτη εικόνες που χαράσονται στη μνήμη, θέτει ταυτόχρονα μια μακρά σειρά από ερωτήματα για την ανθρώπινη κατάσταση: Αρκεί η ικανοποίηση των πολύ βασικών και μόνο ενστίκτων για να ζήσει ο άνθρωπος; Πόσο δυνατή είναι η ρουτίνα της καθημερινότητας (το βόλεμα, αν θέλετε να το πείτε αλλιώς) και πόσο είμαστε στ' αλήθεια διατεθειμένοι να ξεφύγουμε απ' αυτήν; Πόσο πραγματικά θέλουμε την ελευθερία και, κυρίως, τι κάνουμε αν φτάσει η κρίσιμη στιγμή να επιλέξουμε; Είναι τελικά, τόσο δυστυχισμένοι όσο φαίνονται οι παγιδευμένοι ήρωες; Ο Teshigahara, από τους μεγαλύτερους, πλην όμως άγνωστους στη Δύση γιαπωνέζους σκηνοθέτες, θέτει τα ερωτήματα και αφήνει ανοιχτές τις απαντήσεις. Δεν παραλείπει όμως να τονίσει τον βασικό ρόλο του κοινωνικού περίγυρου στη δύναμη της ρουτίνας, του ασφυκτικού (συμβολικού) εγκλεισμού.
Εξαιρετικά δυνατή, κλασική ταινία, υποψήφια για Όσκαρ στην εποχή της, βλέπεται δύσκολα όπως είπα στην αρχή, αφού έχει τη φοβερή δύναμη να μεταδίδει την ασφυκτική της ατμόσφαιρα στον θεατή, πλην όμως πιστεύω ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο.

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

ΛΕΜΟΝΙΕΣ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΕΝΩΝΟΥΝ


Το ισραηλινό σινεμά, αρκετά αξιόλογο και ενδιαφέρον, συχνά παρουσιάζει ταινίες που υιοθετούν την οπτική της άλλης πλευράς, του "εχθρού", πράγμα που είναι, βέβαια, προς τιμήν του. Έτσι και η "Λεμονιά" (008) του ισραηλινού Eran Riklis αφηγείται ένα μύθο "Δαβίδ εναντίον Γολιάθ", μόνο που εδώ οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί σε σχέση με την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης: Ο Γολιάθ είναι το πανίσχυρο ισραηλινό κράτος, ο Δαβίδ μια αγέρωχη και αποφασιστική παλαιστίνια, που αποφασίζει να τα βάλει μαζί του και να τραβήξει τη διαμάχη της μ' αυτό ως τα (δικαστικά) άκρα.
Η υπόθεση είναι σχεδόν κωμική μέσα στο παράλογό της, καθώς ο ισραηλινός υπουργός Άμυνας νοιώθει να απειλείται από έναν μεγάλο και όμορφο λεμονόκηπο που ανήκει στη γειτόνισα παλαιστίνια, διότι από εκεί μπορούν να μπουν... τρομοκράτες, και αποφασίζει να τον καταστρέψει. Πλην όμως... Ωστόσο η ταινία δεν είναι κωμικά, αλλά δραματικά διαπραγματευμένη και με έξυπνο, συμβολικό τρόπο καταφέρνει να δείξει μέσα από μια παραβολή το δράμα που παίζεται εδώ και πολλές δεκαετίες στην πολύπαθη αυτή περιοχή. Συναίσθημα εναντίον άτεγκτου νόμου, φτωχοί και αδύναμοι εναντίον ισχυρών και, φυσικά, πείσμα και αντίσταση ενάντια σε στρατοκρατικές λογικές. Εκτός από την αυθαιρεσία - που αγγίζει τα όρια του παράλογου - της ισραηλινής πλευράς, το φιλμ προλαβαίνει να ρίξει και τις σπόντες του για την παλαιστινιακή (βασικά λόγω ισλαμισμού) αρτηριοσκλήρωση σε θέματα καθημερινότητας (κυρίως σε ό,τι αφορά τον ερωτικό τομέα).
Δεν είναι αριστούργημα, ωστόσο παρακολουθείται ευχάριστα και με αδιάλειπτο ενδιαφέρον και, για όσους ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα, φωτίζει λίγο ακόμα, μέσα από μια ιστορία καθημερινότητας, το δράμα της Μέσης Ανατολής.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΣΤΟ ΜΠΡΑΪΤΟΝ ΣΚΛΗΡΑ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ


Αν και πρωτοεμφανιζόμενος ο Paul Andrew Williams, κατάφερε να με εκπλήξει με δυνατή, ρεαλιστική (σοκαριστική ενίοτε) γραφή και πολλές επί μέρους αρετές. Το "Λονδίνο - Μπράιτον" (2006) είναι τυπικά βρετανική ταινία, με τον ωμό ρεαλισμό, την διάχυτη μιζέρια, τις πολύ καλές ηθοποιίες, τη σχεδόν ντοκιμαντερίστικη καταγραφή του (μάλλον αποκρουστικού) περιβάλλοντος. Με μια βασική διαφορά: Ενώ πολλά παρόμοια αγγλικά φιλμ αρκούνται σ' αυτήν ακριβώς την ντοκιμαντερίστικη καταγραφή μιας "φέτας ζωής", αυτό εδώ, χρησιμοποιώντας τις ίδιες ακριβώς μεθόδους, διαθέτει δυνατό σενάριο, στέρεη αφήγηση, έντονο σασπένς και κρατά τον θεατή ως το τέλος - και μάλιστα με μια έξυπνη ανατροπή.
Τολμηρό στο θέμα του, αφηγείται μια ιστορία πορνείας και παιδεραστίας. Καυτηριάζοντας ανελέητα τα πάντα, παρουσιάζει ένα βρώμικο, διεφθαρμένο περιβάλλον, δίχως "καλούς" και "κακούς" (όλοι μάλλον προς το κακό τείνουν), όπου οι ισχυροί, στηριζόμενοι στη δύναμη του πλούτου τους και στην επικρατούσα αβάσταχτη μιζέρια στον κοινωνικό περίγυρο, μπορούν να αγοράσουν τα πάντα (ακόμα και δωδεκάχρονες παρθένες). Από την άλλη μεριά, ο "πάτος του πηγαδιού" κάθε άλλο παρά εξωραϊσμένα δείχνεται, οπότε η εικόνα είναι σφαιρικά αρνητική. Ενδιαφέρον έχει και το θέμα της αυτοδικίας, βασικό στην ταινία, αφού ο "κακός" κυνηγά τις δυο ηρωίδες - πόρνες που έβλαψαν τον πατέρα του. Ενώ δεκάδες χολιγουντιανές ταινίες περνούν το θέμα ξώφαλτσα, σαν κάτι αυτονόητο, που υπάρχει κυρίως για χάρη της περιπέτειας (θυμηθείτε από παλιούς Κλιντ Ίστγουντ και Τσαρλς Μπρόνσον μέχρι νεότερους Μελ Γκίμπσον), εδώ μας δίνεται σχεδόν βασανιστικά, προκαλώντας τον προβληματισμό μας. Το απρόσμενο τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά), μας βάζει σε ακόμα βαθύτερες σκέψεις για το θέμα με την διφορούμενη ματιά του (προσέξτε το τσιγάρο που ανάβει ο κακός, σαφές σημάδι απελευθέρωσης). Κρίμα που δεν μπορώ να γράψω περισσότερα. Θα ήταν ανεπίτρεπτο σπόιλερ. Τελικά μένει στο θεατή να αποφασίσει αν όλο αυτό που συμβαίνει είναι θετικό ή αρνητικό...
Σκληρή και ωμή πολλές φορές στον ρεαλισμό της, η ταινία αποτέλεσε για μένα ένα πολύ ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Περιμένω συνέχεια.

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

ΑΡΓΟ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟ KLUTE


Όταν ο Alan Pakula (1928-1998) γυρίζει το Klute (Η Εξαφάνιση) το 1971, η αισιοδοξία και οι ελπίδες της δεκαετίας του 60 έχουν σχεδόν χαθεί στην Αμερική τουλάχιστον. Όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται πόσο αφελές ήταν το όνειρο των χίπις, ο πόλεμος του Βιετνάμ παρά τις καθολικές σχεδόν αντιδράσεις συνεχίζεται (θα περνούσαν 2-3 ακόμα χρόνια μέχρι να τελειώσει), ενώ ο συντηρητικός Νίξον (ο πιο μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ μαζί με τον Μπους σύμφωνα με πρόσφατο γκάλοπ) ετοιμάζεται να εκλεγεί για δεύτερη φορά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι φυσικό ένα κοινό θρίλερ, που πραγματεύεται την εξαφάνιση ενός τύπου και τις προσπάθειες ενός ντετέκτιβ με τη βοήθεια ενός κολ-γκερλ να τον βρει, να είναι τόσο σκοτεινό.
Πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος στην ατμόσφαιρα της εποχής ο Pakula κάνει μια κλειστοφοβική, σκοτεινή ταινία, που κινείται σε ασφυκτικούς κλειστούς χώρους και μιλά για τη διαφθορά των υψηλά ιστάμενων, πολιτικών και μη, ενώ εμβαθύνει στους χαρακτήρες των ηρώων, βάζοντας και λίγη ψυχανάλυση. Στα συν οι Ντόναλντ Σάντερλαντ, ψυχρός και αμίλητος, και η Τζέιν Φόντα στο ρόλο του ασταθούς ψυχολογικά κολ-γκερλ.
Το πρόβλημα με μένα είναι ότι ο αργόσυρτος ρυθμός, η μακρά διάρκεια, το μάλλον χαλαρό σενάριο και η έλλειψη σασπένς με κούρασαν αρκετά και με έκαναν να βαρεθώ, πράγμα που συμβαίνει και με άλλες παρόμοιες ταινίες της εποχής με προοδευτική σκοπιά των πραγμάτων (Τρεις μέρες του Κόνδορα, Υπόθεση Πάραλλαξ, Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου κλπ.). Τυχαίνει καμιά φορά ταινίες με τις οποίες συμφωνώ ιδεολογικά και θαυμάζω την οξυδέρκεια και την ευαισθησία των δημιουργών τους στα μηνύματα της εποχής, να με κουράζουν κινηματογραφικά. Προσωπική άποψη. Για αρκετούς η ταινία θεωρείται εξαιρετική. Συμβαίνουν αυτά…

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008

"ΠΡΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΤΙΦΑΝΥΣ" ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Το 1961 ο Blake Edwards (1922-2010) γυρίζει την ταινία που αποτελεί αρχέτυπο του είδους που ονομάζεται "κομεντί". Το "Breakfast at Tiffany's" αγαπήθηκε όσο λίγες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και μέχρι σήμερα η παρακολούθησή του είναι συνώνυμη αυτού που λέμε κινηματογραφική απόλαυση.
Φυσικά δεν πρόκειται να προβληματιστείτε ούτε να αναζητήσετε βαθύτερα νοήματα. Απλώς στην ταινία (που βασίστκε σε βιβλίο του Τρούμαν Καπότε), όλα λειτουργούν τέλεια και είναι δοσμένα με σωστές δόσεις. Το χιούμορ, το δράμα, η συγκίνηση, ο έρωτας, όλα αναμειγνύονται άψογα για να δώσουν το τελικό γλυκόπικρο αποτέλεσμα. Αλλά και οι άλλοι, οι "εξωτερικοί" παράγοντες: Η Όντρει Χέπμπορν στον διασημότερο ρόλο της είναι η επιτομή της κομψότητας, η μουσική του Χένρι Μαντσίνι με το πασίγνωστο Moon River είναι αξέχαστη και γενικά όλα τα επιμέρους στοιχεία ισορροπούν θαυμάσια. Γι' αυτό η ιστορία αυτή του ανέμελου και "έξω καρδιά" parti girl, που προσπαθεί να πιάσει την καλή (και) στον έρωτα, πλην όμως κρύβει ένα όχι τόσο ευχάριστο για την εικόνα της μυστικό, έχει εμπνεύσει δεκάδες άλλες παραλλαγές μέχρι σήμερα.
Και είναι κι αυτός ο ανάλαφρος τρόπος που ο Edwards χειρίζεται το όλο θέμα, κομψός κι αυτός όπως η πρωταγωνίστριά του, που δίνει το όλο αέρινο αποτέλεσμα. Θα το ξαναπώ: Δεν θα βρείτε κρυμένα νοήματα και κάθε λογής "μηνύματα". Ίσα - ίσα που η ταινία μοιάζει να πιστεύει απόλυτα στο αμερικάνικο όνειρο (σε μια εποχή "αθωότητας" για να πούμε την αλήθεια) κι ίσως όλη αυτή η απροβλημάτιστη ατμόσφαιρα ενοχλήσει κάποιους. Όμως, διάβολε, περνάς πολύ καλά και βγαίνεις ανεβασμένος και αυτό, όπως όλα δείχνουν, δεν φθείρεται καθόλου με τα χρόνια. Αν αυτό δεν είναι κινηματογραφική αρετή, τότε τι είναι;

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

Ο ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ Ή ΜΕΛΕΤΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Το 1960 ο πιο γνωστός ίσως βρετανός σκηνοθέτης, ο Michael Powell (1905-1990), τολμά να γυρίσει το Peeping Tom (Ο Ηδονοβλεψίας), προκαλώντας σάλο στην εποχή του. Ίσως σήμερα η ιστορία ενός serial killer που σκοτώνει γυναίκες ακούγεται συνηθισμένη, τότε όμως - και μάλιστα με τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου φιλμ - υπήρξε μια πολύ τολμηρή κίνηση, που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών στη συντηρητική Αγγλία.
Είναι λοιπόν η ιστορία ενός κατά συροήν δολοφόνου, με πολλή ψυχανάλυση και τραύματα παιδικής ηλικίας που δικαιολογούν τις εμμονές του. Συγχρόνως όμως - κι αυτό είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον κομμάτι - είναι μια μελέτη πάνω στο ίδιο το σινεμά και τη λειτουργία του. Βλέπετε, ο ήρωας - δολοφόνος έχει μια απόλυτη εξάρτηση από την κάμερά του, την οποία κουβαλά παντού μαζί του, ακόμα κι όταν βγαίνει το βράδι για ποτό, και δουλεύει σαν φωτογράφος σε κινηματογραφικό στούντιο (οπότε υπάρχουν και σκηνές γυρισμάτων μέσα στην ταινία). Η εμμονή του είναι να κινηματογραφεί τα θύματά του την ώρα που πεθαίνουν. Και συγχρόνως, ως καλός ηδονοβλεψίας, κινηματογραφεί τα πάντα στο δρόμο, στη δουλειά, παντού, από αθώα φιλιά σε παγκάκια μέχρι φάσεις της αστυνομικής έρευνας ή τις στιγμές της ανακάλυψης των πτωμάτων που ο ίδιος αφήνει πίσω του. Η προσωπική του ζωή είναι προβληματική. Μοναχικός, δειλός, με ανύπαρκτες σχέσεις με γυναίκες, το μόνο που θέλει είναι να κλειστεί σπίτι του τη νύχτα για να δει και να ξαναδεί τα πρωτόγονα snuff movies που ο ίδιος έχει γυρίσει.
Η παραβολή με την ίδια τη φύση του σινεμά είναι σαφής: Όταν βλέπουμε μια ταινία είμαστε κλεισμένοι σε μια σκοτεινή αίθουσα, άρα μακριά από την αληθινή ζωή. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο λατρεύουν τους σταρς της οθόνης, ξέροντας ότι ουσιαστικά είναι ανύπαρκτα όντα - με την έννοια ότι δεν πρόκειται ποτέ στην πραγματικότητα να τους συναντήσουν, άρα άλλη μια απομάκρυνση από την αληθινή ζωή. Ενώ όμως τα ξέρουμε όλα αυτά, εξακολουθούμε εμμονοληπτικά να βλέπουμε ταινίες - άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο - με μια εμμονή που θυμίζει αυτή του διαταραγμένου ήρωα, "ζώντας" ηθελημένα ψευδαισθήσεις. Ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι
η ζωή, όμως το κάνουμε με απόλαυση. Με λίγα λόγια, ναι, ας το ομολογήσουμε, το σινεμά είναι ένα είδος ηδονοβλεπτισμού.
Παρακολούθησα το φιλμ με μεγάλο ενδιαφέρον, παρά τα τόσα χρόνια από το γύρισμά του. Και, μη φοβάστε, δεν σας αποκάλυψα τίποτα. Ο δολοφόνος είναι γνωστός από την πρώτη σκηνή. Εμείς απλώς παρακολουθούμε το πορτρέτο του που χτίζεται σιγά - σιγά. Όντως πρόκειται για ταινία μπροστά από την εποχή της, όπως συχνά έχει χαρακτηριστεί. Κι όχι μόνο στο σύνολό της, αλλά και σε επι μέρους λεπτομέρειες (δείτε, ας πούμε, τη σκηνή μιας τυφλής ως αντικείμενο φωτογράφησης - ηδονοβλεπτικής παρακολούθησης του δολοφόνου και θυμηθείτε πόσες φορές έκτοτε έχετε δει τυφλές σε χέρια σίριαλ κίλερς).

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

ΤΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΤOΥ ΒΡΑΧΟΥ


Θα το πω από την αρχή (δεν είναι ακριβώς spoiler, αν θέλετε όμως να το εκλάβετε ως τέτοιο μην το διαβάσετε): Η ταινία του Peter Weir του 1975, που τον έκανε γνωστό εκτός Αυστραλίας, "Picnic at Hanging Rock" (Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων) δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση στο μυστήριο που πραγματεύεται. Παραθέτει το πώς συνέβησαν (υποτίθεται) τα ανεξήγητα συμβάντα... και τίποτα άλλο. Ούτε "λογική", ούτε μεταφυσική εξήγηση, ούτε τίποτα. Παρ' όλα αυτά είναι μια γοητευτική ταινία, βουτηγμένη στο μυστήριο και τον ρομαντισμό, που σε δεύτερο επίπεδο μιλά για τη σεξουαλική καταπίεση των έφηβων κοριτσιών ενός οικοτροφείου των αρχών του αιώνα και, ίσως, να αποτελεί και μια παραβολή.Ξεκινά αργά, νωχελικά, ρομαντικά, με τα κορίτσια ταυτισμένα σχεδόν με την έννοια της αγνότητας, που ξεκινούν την εκδρομή τους στον Κρεμαστό Βράχο, στην άγρια, σχεδόν ανεξερεύνητη φύση δηλαδή, με τα γοητευτικά και συγχρόνως επικίνδυνα στοιχεία της. Η ατμόσφαιρα είναι από την αρχή μυστηριώδης, κάτι αιωρείται στον αέρα, ίσως και να διαθέτει κάποια στοιχεία από ταινία τρόμου. Κι έπειτα το μυστήριο κλιμακώνεται και καθώς οι έρευνες προχωρούν ο θεατής εμπλέκεται σε μια σχεδόν αστυνομική πλοκή (πάντα όμως διανθισμένη με το μεταφυσικό στοιχείο)... που δεν οδηγεί πουθενά. Στο μεταξύ όμως τα όσα συμβαίνουν (έστω και με σχετικά αργούς ρυθμούς και χωρίς κορυφώσεις) με είχαν αιχμαλωτίσει.
Υπάρχουν και κάποια κοινωνικά στοιχεία (η αυταρχική και άτεγκτη οικονομικά διαυθύντρια, η αποπομπή μιας όικότροφου επειδή δε έχει να πληρώσει δίδακτρα κλπ.), σίγουρα όμως ο Weir δεν επικεντρώνει εκεί τον προβληματισμό του. Θα μπορούσα ίσως να αποτολμήσω μια παντελώς αυθαίρετη ερμηνεία: Ίσως ο Βράχος να αποτελεί κάτι σαν τελείωση, ευτυχία, προορισμό (οι κοπέλες προχωρούν προς αυτόν οικειοθελώς, σαν μαγεμένες), ο οποίος όμως δέχεται μόνο λίγους και εκλεκτούς. Άλλους τους απορρίπτει, άλλοι πάλι δεν μπορούν να εισχωρήσουν στα μυστικά του και μένουν συντετριμμένοι ή και πεθαίνουν στο κατώφλι του. Μπορεί η συντριβή τους αυτή (βλέπε την περίπτωση του νεαρού άγγλου) να οφείλεται στο ότι γνώρισε ελάχιστα, έπιασε με την "άκρη του ματιού του" κάτι από την έκσταση, δεν κατάφερε όμως να προχωρήσει βαθύτερα. Ίσως πάλι... Όλα αυτά όμως είναι, ξαναλέω, εντελώς αυθαίρετα.
Όσοι περιμένουν δράση, τρόμο, λύσεις θα απογοητευτούν. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν στην μυστηριώδη και ανεξήγητη γοητεία της ταινίας, της πρώτης μεγάλης από τις πολλές καλές που έχει γυρίσει ο σημαντικός αυστραλός σκηνοθέτης.

Κυριακή, Ιουνίου 15, 2008

ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΑΚΟΜΑ Η "ΟΜΙΧΛΗ";


Το 1980 ο John Carpenter ήταν στις δόξες του. Είχε ήδη γυρίσει τη "Νύχτα με τις μάσκες" και τον "Σταθμό 13..." και επρόκειτο να κάνει 2-3 ακόμα καλές ταινίες πριν παρακμάσει οριστικά (εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γυρίζει ταινίες ως καρικατούρα του παλιού καλού εαυτού του). Τότε όμως, το 1980, γύρισε την "Ομίχλη", ένα καθόλου πιστό, πλην όμως καλό, ριμέικ της οποίας είδαμε πρόσφατα.
Δεν βρίσκω την "Ομίχλη" πολύ σπουδαία ταινία. Στην εποχή της σίγουρα τρόμαζε περισσότερο απ' όσο σήμερα, που πλέον είμαστε εθισμένοι σε κάθε λογής ακραία βία ή/και τρόμο. Είναι βέβαια αρκετά καλογυρισμένη, με "χτίσιμο" της ανησυχητικής ατμόσφαιρας στην αρχή και βαθμιαίο ξέσπασμα του τρόμου. Ωστόσο η ιστορία αυτή της καταραμένης παραθαλάσσιας αμερικάνικης κωμόπολης, που τη νύχτα της 100ης επετίου από την ίδρυσή της δέχεται την τρομακτική επίθεση των προγόνων της - και προ εκατονταετίας θυμάτων - που βγαίνουν μέσα από μια απόκοσμη ομίχλη, χωλαίνει αρκετά σεναριακά. Εκτός από άλλες λεπτομέρειες που δεν δικαιολογούνται, η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) δεν δένει. Έχει γυριστεί βεβαίως για καθαρούς λόγους σασπένς και μιας τελικής πινελιάς τρόμου, ωστόσο δεν δικαιολογείται το γιατί ό,τι συμβαίνει εκεί δεν συνέβει στην προηγούμενη σκηνή - κρεσέντο. Ο ρόλος της Τζέμι Λι Κέρτις είναι καθαρά διακοσμητικός (φανταστείτε το φιλμ δίχως αυτόν και θα δείτε ότι δεν θα του έλειπε απολύτως τίποτα). Και βέβαια, υπάρχει και η ξενερωτική εμφάνιση προς το τέλος των νεκρών που επιστρέφουν με γελοία κόκκινα μάτια - φωτάκια, λες και γιορτάζουμε το Halloween.
Παρ' όλα αυτά η "Ομίχλη" διαθέτει αρκετή ατμόσφαιρα, μερικές τρομακτικές σκηνές και, τέλος πάντων, βλέπεται παρά τα προβλήματά της. Δεν είναι πάντως από τις αγαπημένες μου της καλής εποχής του Κάρπεντερ. Προτιμώ το "The Thing" ή την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη".

Σάββατο, Ιουνίου 14, 2008

ΕΝΑ "ΣΥΜΒΑΝ" ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ


Φαίνεται ότι είναι οριστικό: Ποτέ δεν θα ξαναδούμε "Έκτη Αίσθηση". Ο M. Night Shyamalan με το "Συμβάν" (The Happening, 2008) παραμένει στο χώρο του φανταστικού και του μυστηριώδους, αλλά και μακριά από τον πάλαι ποτέ καλό του εαυτό. Το κακό με το "Συμβάν" αυτό είναι ότι είναι καλογυρισμένη και με στιγμές έντασης ταινία, πλην όμως προδίδεται παντελώς σεναριακά. Πράγματι, η αρχή με τις ομαδικές αυτοκτονίες στη Νέα Υόρκη με "έβαλαν στο λούκι" (με την καλή έννοια), σύντομα όμως οι σεναριακές αυθαιρεσίες με προσγείωσαν και το ενδιαφέρον παρέμεινε σε μεμονωμένες μόνο στιγμές και στη γενική ανησυχητική ατμόσφαιρα. Σίγουρα βρισκόμαστε μπροστά σε καλύτερη ταινία από τον γελοίο "Οιωνό" και το αφελέστατο "Lady in the Water", και πάλι όμως...
Καθώς η SPOILER - SPOILER: εκδίκηση της φύσης ενάντια στον βιαστή της άνθρωπο κλιμακώνεται, εμείς μένουμε ν' αναρωτιόμαστε: Γιατί συνέβει μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη; Γιατί άρχισε και τέλειωσε τόσο απότομα (από τις 8.23' μέχρι τις 9.15' της άλλης μέρας - ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι τις ώρες) λες και ανοιγόκλεινες διακόπτη; Γιατί ξανάρχισε; Γιατί στην αρχή χτυπούσε μεγάλους πληθυσμούς, αλλά στη συνέχεια πέρασε και σε μεμονωμένα άτομα (όπως η μισότρελη γριά); Και πολλά άλλα γιατί. ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Βέβαια όλες αυτές οι μη εξηγήσεις μπορεί να φέρουν στο νου τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ, όπου τα όσα διαδραματίζονται είναι εντελώς δίχως ερμηνεία, εκεί όμως αυτή ακριβώς η παντελής έλλειψη εξηγήσεων είναι, τελικά, περισσότερο αποδεκτή από μισές εξηγήσεις, που όλο και προσπαθούν να στηρίξουν κάτι λογικά, μένουν όμως στη μέση. Έτσι λοιπόν το οικολογικό αυτό θρίλερ, ένα είδος προειδοποίησης για την καταστροφή της φύσης από τον άνθρωπο, διαθέτει ατμόσφαιρα για το τίποτα.
Δεν πιστεύω ότι ο Shyamalan μπορεί να συνέλθει από τον δρόμο που έχει πάρει. Του το εύχομαι πάντως ολόψυχα, γιατί οι αρχικές τουλάχιστον σεναριακές ιδέες του παραμένουν για μένα πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες

Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008

Η ΝΥΧΤΑ, Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ


Ο Jules Dassin (1911-2008), πριν καταλήξει στην Ελλάδα, είχε γυρίσει μερικά από τα ωραιότερα νουάρ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Βρίσκω το "Η Νύχτα και η Πόλη" του 1950 ένα από τα καλύτερά του.
Στο φιλμ αυτό καταπιάνεται με έναν εξ αρχής "καταραμένο" ήρωα. Μικροαπατεώνας, τσιράκι για άλλους "μεγάλους", ονειρεύεται διαρκώς να πιάσει την καλή, κατεβάζει πανέξυπνες ενίοτε ιδέες... αλλά μένει πάντα στα χαμηλά. Τα πράγματα είναι αυστηρά περιχαρακωμένα και δεν υπάρχει θέση για παρείσακτους. Κι όταν κάποτε συλλαμβάνει το αληθινά μεγάλο κόλπο, μπαίνει υποχρεωτικά στα χωράφια πολύ μεγάλων, όπου τα λεφτά που παίζονται είναι πολλά και είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι τα φτερά που τόσο απερίσπκεπτα άνοιξε πρέπει να κοπούν... Εννοείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον χώρο του υποκόσμου και της νύχτας.
Έξυπνο σενάριο, ίντριγγες, μοιραία γυναίκα και κυρίως ατμοσφαιρικότατη ασπρόμαυρη φωτογραφία, με τις σκιές και τις ύποβλητικές γωνίες λήψης, συνιστούν ένα νουάρ που με συνεπήρε και που θεωρώ αρχετυπικό του είδους.
Όσο για το τι ακριβώς λέει μ' όλα αυτά ο Ντασέν... ίσως να υπάρχουν δύο αναγνώσεις: Από τη μία μπορεί κανείς να το δει σαν μια καταδίκη της απληστίας και του κυνηγιού της κορυφής, τα οποία, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ευτυχία φέρνουν. Ο ήρωας, ανήσυχος, αεικίνητος, μονίμως στο τρέξιμο για να πιάσει την καλή, αρνείται να συμβιβαστεί με την ευτυχία που βρίσκεται δίπλα του και που, προφανώς, θεωρεί κοινότοπη (αν μπορεί κανείς να θεωρεί "κοινότοπη" την Τζιν Τίρνεϊ). Έτσι το ασταμάτητο αυτό κυνήγι δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή. Από την άλλη, μπορεί να το δει κανείς και σαν σχόλιο και στηλίτευση μιας άκαμπτης ιεραρχίας, ενός "κακού" που ελέγχει τα πάντα και κινεί τα νήματα και το οποίο συντρίβει όποιον τολμήσει να σηκώσει κεφάλι και να αμφισβητήσει την σκοτεινή του εξουσία.
Αν σας αρέσει το νουάρ, δείτε το. Και προσέξτε ακόμα ότι, πολύ πριν ο Ντασέν γνωρίσει τη Μελίνα και εγκατασταθεί στην Ελλάδα, φαίνεται ότι έτρεφε μέσα του μια ιδιαίτερη αγάπη για τη χώρα μας. Μάλλον δεν είναι τυχαίο το ότι επιλέγει ο φοβερός γέρος παλαιστής, που εκπροσωπεί την τιμιότητα, το "ευ αγωνίζεσθαι", να είναι έλληνας.

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΚΑΛΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ


Η Ιαπωνία έχει ξεπεράσει τον πόλεμο και την ήττα, η ανοικοδόμηση και το οικονομικό θαύμα καλπάζουν, η παράδοση χάνεται και τα πάντα δυτικοποιούνται (βλ. το διαμέρισμα της ηρωίδας). Το "Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα" γυρίζεται το 1960 από τον Mikio Naruse (1905-1969), που θεωρείται μεγάλος πλην όμως άγνωστος στην Ελλάδα τουλάχιστον, και πιάνει αυτό ακριβώς το κλίμα. Και, συγχρόνως, τον αγώνα για ανεξαρτησία της γυναίκας στη χώρα αυτή.
Ο Naruse είναι ένας χαμηλότονος σκηνοθέτης. Βρίσκεται, ας πούμε, πιο κοντά στον Όζου παρά στον Κουροσάβα. Η ηρωίδα του είναι μια όμορφη χήρα που δουλεύει σε μπαρ της Γκίνζα, της μπαροπεριοχής του Τόκιο. Υπερήφανη, παραμένει ανένδοτη στις πιέσεις από πλούσιους και μη άντρες, αρνείται να "πέσει χαμηλά" προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να ανοίξει δικό της μπαρ, και διατηρεί την τιμιότητα και την προσωπική της ηθική. Πλην όμως, όλα γύρω της οδηγούν μαθηματικά στην καταπάτηση των αρχών της. Πράγμα που κάνουν, άλλωστε, και οι περισσότερες συνάδελφοί της. Ωστόσο εκείνη θα υπομείνει μια σειρά από προσωπικά δράματα και διαψεύσεις και, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της, θα συνεχίσει να κάνει τη δουλειά που μισεί.
Ο Naruze είναι χαμηλότονος, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις, με λιτό και ήρεμο στιλ, παρά τα, βουβά συνήθως, δράματα που συμβαίνουν στην ταινία. Αυτό, προειδοποιώ, μπορεί να κουράσει θεατές εθισμένους στη δράση ή στις έντονες εξάρσεις. Θα βρουν την ταινία αργή. Για τους υπόλοιπους, είναι, πιστεύω, ενδιαφέρουσα ακόμα και σαν καταγραφή της κατάστασης και της θέσης της γυναίκας στην Ιαπωνία - καθώς και το πώς λειτουργούν τα μπαρ εκεί (σε μια σκηνή, π.χ., γίνεται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε πόρνη, γκέισα και γυναίκα που δουλεύει σε μπαρ). Και σκιαγραφείται και η δύναμη των ισχυρών να επιβάλλουν τις επιθυμίες τους πάνω στους κάθε λογής αδύναμους.

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΠΕΡΟΧΗ "ΓΚΑΡΣΟΝΙΕΡΑ"


Τελικά δεν είναι το είδος που κάνει το καλό σινεμά. Οποιοδήποτε απ' αυτά (τα είδη εννοώ) διαθέτει τα αριστουργήματά του και τις κακές του στιγμές. Πώς λοιπόν να απορίψει κανείς συλλήβδην την "ξενέρωτη" (υποτίθεται) κομεντί, όταν σ' αυτή περιλαμβάνονται ταινίες όπως "Η Γκαρσονιέρα" (The apartment) του 1960; Πώς αλλιώς όμως θα μπορούσε να γίνει αφού η εν λόγω γκαρσονιέρα υπογράφεται από τον Billy Wilder (1906-2002), έναν από τους ευφυέστερους δημιουργούς που πέρασαν ποτέ από το Χόλιγουντ;
Πρώτα απ' όλα η "Γκαρσονιέρα" είναι απολαυστικότατη. Παρακολουθείται με ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, διαθέτει έξυπνο χιούμορ, μια επίσης έξυπνη ιστορία και, φυσικά, τους υπέροχους Σίρλεϊ Μακ Λέιν (στα καλύτερά της εδώ) και Τζακ Λέμον. Αν και δεν είναι μόνο κωμική. Σε αρκετές στιγμές υποβάσκει η θλίψη, η συγκίνηση, η κατάδειξη της μοναξιάς στη σύγχρονη μεγαλούπολη, ώστε να μου θυμίσει ενίοτε αυτό το μείγμα κωμικού - συγκινητικού που πάντοτε πετυχαίνει ο Τσάπλιν. Πέραν αυτών όμως, ο Wilder, κάτω από το "αθώο" καμουφλάζ της ανώδυνης, υποτίθεται, αισθηματικής κομεντί, βρίσκει για μια ακόμα φορά την ευκαιρία να σατιρίσει και να καυτηριάσει ανελέητα ένα σύστημα που βασίζεται σε μια αυστηρά άκαμπτη ιεραρχία κι όπου για να ανέβεις πρέπει να γλύψεις (στην πιο ανώδυνη περίπτωση) και γενικά να αφεθείς στις ορέξεις των αφεντικών - και, εν πάσει περιπτώσει, η ανέλιξη είναι άσχετη από τις ικανότητές σου. Και να γίνει, επίσης, και αρκετά τολμηρός (εν έτει 1960) για τα ερωτικά ήθη της εποχής και την υποκρισία που κυριαρχεί σ' αυτά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά βέβαια που ο αυστριακής καταγωγής σκηνοθέτης έκανε ανελέητη κριτική. Ταινίες σαν το "Τελευταίο ατού" ας πούμε (δείτε το αν μπορείτε να το βρείτε) έδειχναν την απόλυτα κριτική του στάση προς τα πράγματα. Και μόνο οι εκπληκτικές αρχικές σκηνές στη "Γκαρσονιέρα" με το αχανές (εφιαλτικό μάλλον) γραφείο - μυρμηγκοφωλιά αρκούν για να πείσουν οποιονδήποτε ότι η ευτυχία δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί μέσα.
Είπαμε όμως. Όλα αυτά είναι "παράλληλες" παρατηρήσεις. Γιατί πρώτα - πρώτα έχουμε ένα απόλυτα απολαυστικό κινηματογραφικό πιάτο, κι αυτό είναι που μετρά σε πρώτη φάση. Α, ναι, και την επιβεβαίωση ότι η Σίρλει ΜακΛέιν είναι μια από τις ωραιότερες γυναίκες που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.

Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

ΟΤΑΝ Ο ΙΝΤΙΑΝΑ ΞΕΘΥΜΑΙΝΕΙ


Ας πούμε από την αρχή ότι ακόμα και αριστούργημα να ήταν, ο νέος "Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull" (2008), του Steven Spielberg φυσικά, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει το ίδιο όπως η πρώτη τριλογία. Όπως και να το κάνουμε ή εμείς έχουμε μεγαλώσει (κοντά 20 χρόνια έχουν περάσει από το τελευταίο φιλμ της σειράς) ή/και δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης, αφού μιλάμε για την 4η συνέχεια. Εκτός αν είναι κανείς γύρω στα 15, άντε 20, ΚΑΙ δεν έχει τύχει να δει τα πρώτα τρία. Όταν συμβαίνει αυτός ο σπάνιος συνδυασμός, ίσως κάποιος να εκστασιαστεί. Αλλιώς, φοβάμαι ότι το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι.
Αυτά όμως ήταν λίγο - πολύ γνωστά από την αρχή. Το θέμα είναι ότι, όσο κι αν προσπάθησα να τα ξεχάσω, βρήκα το φιλμ κατώτερο από τα αρχικά. Μπορώ να βρω συγκεκριμένους λόγους γι' αυτό: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία του λείπει ο αλάνθαστος ρυθμός των πρώτων. Ειδικά προς το τέλος, με την τελική κάθοδο στο άντρο των... ας μην πούμε ποιών, μάλλον βαρέθηκα και σκεφτόμουν: "Άντε πια, τι άλλο θα γίνει; Ας τελειώνουμε". Έπειτα, σίγουρα αυτός εδώ ο Ιντιάνα διαθέτει λιγότερο χιούμορ από τους άλλους, πράγμα παράξενο, αφού στο στοιχείο αυτό στηριζόταν μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Ευπρόσδεκτη η (αυτο)σάτιρα για την ηλικία του αρχαιολόγου (και του Χάρισον φυσικά), αλλά κι αυτή ήταν μάλλον λίγη. Έπειτα, στην εποχή των ανά τον κόσμο Λιακόπουλων, πολλοί είναι αυτοί που θα γελάσουν κοροϊδευτικά και μόνο με το όλο κόνσεπτ, πράγμα που δεν συνέβαινε στη δεκαετία του 80, όταν όλα αυτά ήταν φυσικά εξ ίσου γραφικά, όχι όμως επικίνδυνα, οπότε το όλο εγχείρημα ήταν πολύ περισσότερο ευπρόσδεκτο και αθώο. Και, κερασάκι στην τούρτα, ήρθε κι όλος αυτός ο αντικομμουνισμός και η αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με τους πάνκακους Ρώσους κι έδεσε το πράγμα. Αυτό πάλι τι το ήθελαν; Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα εκτιμούσα τα "επιτεύγματα" του χασάπη Στάλιν, αλλά από εκεί μέχρις του ότι ΟΛΟΙ οι κομμουνιστές είναι κακοί εξ ορισμού, ενώ ανάμεσα στους αμερικάνους υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί, τίμιοι, πατριώτες (μπλιαχ) και άλλα τέτοια επιεικώς ηλίθια, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Νομίζετε ότι σας αποτρέπω να πάτε; Όχι. Συνολικά πέρασα μάλλον καλά, ευχαριστήθηκα πολλά καλά σημεία καταιγιστικής δράσης και θεάματος (παρά τα ενίοτε εμφανώς ψηφιακά εφφέ), στο πρώτο μέρος το "αστυνομικό" ξετύλιγμα του γρίφου με κράτησε, ήταν και η φοβερή Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο κακής κομμουνίστριας... Αλλά να, το να λες "πέρασα ΜΑΛΛΟΝ καλά" για έναν Ιντιάνα Τζόουνς, λες και μιλάς για Χάρι Πόττερ, ε, είναι αυτό καθαρή παρακμή.

Κυριακή, Μαΐου 25, 2008

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ


Το "Wag the Dog" (1997) του Barry Levinson είναι για μένα μια από τις πιο έξυπνες και καυστικές αμερικάνικες κωμωδίες. Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ εμπλέκεται σε σεξουαλικό σκάνδαλο λίγο πριν τις εκλογές και, για να τις κερδίσει, ένας παμπόνηρος τύπος που "διορθώνει καταστάσεις" συμμαχεί με έναν ισχυρό χολιγουντιανό παραγωγό και επινοούν έναν... πόλεμο ενάντια στην άσχετη Αλβανία (!) για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των αμερικανών, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Πολύ καλοί οι Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ντάστιν Χόφμαν στους βασικούς ρόλους.
Σαφώς εμπνευσμένο από τη γνωστή υπόθεση Κλίντον - Μόνικα, ξεπερνά ωστόσο κατά πολύ την επικαιρική πλάκα και καυτηριάζει ανελέητα σχεδόν κάθε πτυχή της πολιτικής και της show business, δείχνοντάς μας με πάμπολλους τρόπους ότι, τελικά, αυτά τα δύο είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ. Έτσι, ακόμα κι αν χρόνια μετά ο θεατής αγνοεί πλήρως την υπόθεση "Μόνικα", μπορεί κάλλιστα να απολαύσει την ταινία.
Φυσικά πολλοί θα πουν ότι αποκλείεται να συμβούν στην πραγματικότητα αυτά που δείχνονται. Δεν μπορείς σήμερα να κάνεις έναν εικονικό πόλεμο, πείθοντας όλη την υδρόγειο, ενώ στην πραγματικότητα "δεν κουνιέται φύλλο". Όντως, αλλά νομίζω ότι η υπερβολή στο σενάριο είναι ηθελημένη και δεν ενοχλεί, αφού λειτουργεί σαν αλληγορία για να πει πλήθος άλλων πραγμάτων και να σατιρίσει δεκάδες κλισέ που οι περισσότεροι εξακολουθούμε να "καταπίνουμε". Και, βασικό αυτό, είναι μια καλογυρισμένη, πυκνή και γρήγορη κωμωδία που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον.
Ο πόλεμος ως θέαμα στις τηλεοράσεις, η τεράστια δύναμη των media που μπορούν να κάνουν πιστευτή οποιαδήποτε ψευτιά και αποβλακώνουν εκατομμύρια θεατές, η άγνοια του μέσου αμερικάνου για πάμπολλά θέματα, η δύναμη των show business και του Χόλιγουντ ιδιαίτερα, το πλήρες ξεπούλημα της τέχνης στο χρήμα, τη δόξα ή τις "άνωθεν εντολές", η γελοιότητα της πολιτικής και τα βρώμικα μέσα που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, η αποκάλυψη μηχανισμών που κινούν τα νήματα μετατρέποντας τους εκλεγμένους άρχοντες σε μαριονέτες, η κατάδειξη των αθέατων μηχανισμών του χολιγουντιανού σινεμά αλλά και των show business γενικότερα, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται στο πυκνότατο αυτό φιλμ που, ξαναλέω, παραμένει παρ' όλα αυτά και απολαυστικό. Αν δεν το έχετε δει κάντε το, συγχωρώντας την υπερβολή του και ξεχνώντας την λογική αντίρρηση "μα δεν μπορεί να γίνουν όλα αυτά". Άλλος είναι ο στόχος.
ΥΓ: Και, φυσικά, για μια ακόμα φορά τίθεται το ερώτημα που έχω ξαναθέσει: Πώς το ίδιο το Χόλιγουντ, η πεμπτουσία της show business, γυρίζει τόσο αποκαλυπτικές και καυστικές για το ίδιο (και για πολλά άλλα θέματα) ταινίες;