Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΚΕΛΤΩΝ

Η κέλτικη τέχνη διακρίνεται μεταξύ άλλων από τα πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα που χρησιμοποιεί κυρίως στη ζωγραφική. Το "Book of Kells" είναι ένα περίφημο, ογκώδες χειρόγραφο που φτιάχτηκε από μοναχούς γύρω στα 800, περιέχει τα ευαγγέλια και άλλα χριστιανικά κείμενα και συμπυκνώνει όλη την κέλτικη τέχνη, που σ' αυτό μας αποκαλύπτεται σε μια από τις εντυπωσιακότερες εκφάνσεις της. Οι φιγούρες μπορεί να θεωρηθούν μάλλον απλές, ίσως και άτεχνες. Όλο το βάρος πέφτει στα υπέροχα, εξαιρετικά πολύπλοκα και με εκτυφλωτικά χρώματα διακοσμητικά μοτίβα που πλαισιώνουν και κοσμούν τόσο τα κείμενα όσο και τις εικόνες - ακι που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των πολλών σελίδων του. Είναι πραγματικά απίστευτα. Το "The Secret of Kells" είναι μια ιρλανδέζικη ταινία κινουμένων σχεδίων του 2009, που γύρισαν οι Tomm Moore και Nora Twomey και έχει αποσπάσει κάμποσα βραβεία σε σχετικά φεστιβάλ. Η ταινία αφηγείται τον τρόπο που φτιάχτηκε το διάσημο αυτό βιβλίο. Η πλοκή είναι φανταστική και δεν βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία. Δανείζεται μόνο σε γενικές γραμμές το ιστορικό background της εποχής, με τα μοναστήρια και τα χωριά της εποχής να δέχονται τις άγριες επιθέσεις των Βίκινγκς και πολλά απ' αυτά να καταστρέφονται ολοσχερώς. Μέσα σ' αυτό το γενικό κλίμα φόβου, ένα παιδί που προορίζεται να γίνει μοναχός γνωρίζει τον γέρο μοναχό που έχει ήδη εικονογραφήσει ένα μέρος του βιβλίου και αναλαμβάνει να το συνεχίσει... Η ιστορία όμως, το σενάριο, απλή σχετικά, δεν είναι κατά τη γνώμη μου το μεγάλο ατού της ταινίας. Το ατού βρίσκεται στην πραγματικά εντυπωσιακή της εικόνα. Οι δημιουργοί δανείζονται το ύφος και το κλίμα του αληθινού "Βιβλίου των Κελτών", στου οποίου τη διακόσμηση συνδυάζονατι με υπέροχο τρόπο χριστιανικά και κέλτικα, παγανιστικά στοιχεία σε ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Όπως ακριβώς στο βιβλίο, έτσι και στην ταινία οι φιγούρες των ηρώων δίνονται με απλό και πολύ στυλιζαρισμένο στιλ, δίχως λεπτομέρειες, σε δύο μόνο διατάσεις, δίχως την παραμικρή ψευδαίσθηση βάθους. Οι αιμοβόροι Βίκινγκς, για παράδειμα, είναι κάποιες σχεδόν τετράγωνες φιγούρες, των οποίων τα πρόσωπα δεν διακρίνονται ποτέ, ενώ από τα κράνη τους ξεπροβάλλουν μεγάλα κέρατα. Όπως ακριβώς στο βιβλίο, όλο το βάρος πέφτει στα εξαιρετικά ντεκόρ. Τόσο η φύση όσο και κάθε κενός χώρος (ουρανός, τοίχοι κλπ.) καλύπτονται από υπέροχα και πολύπλοκα σχέδια με λαμπρότατα χρώματα. Πρόκειται για μια αληθινή πανδαισία, που, εκτός από την κέλτικη διακοσμητική παράδοση, θυμίζει έντονα το στιλ της ζωγραφικής του Κλιμτ. Το υπέροχο στυλιζάρισμα λοιπόν σε μια από τις πλέον εντυπωσιακές μορφές του. Το πάντρεμα χροιστιανισμού και παγανισμού, πέραν της διακόσμησης, υπάρχει και στην ίδια την ιστορία, όπου το χριστιανικό στοιχείο (τα μοναστήρια, οι μοναχοί ήρωες κλπ.) συνδυάζονται με ξωτικά, νεράιδες, τέρατα που ζουν σε σπηλιές και άλλα στοιχεία της κέλτικης μυθολογίας. Έτσι βρήκα συνολικά το φιλμ απόλυτα ταιριαστό με το όλο κλίμα του αληθινού χειρόγραφου. Συνιστώ την ταινία κυρίως για λόγους οπτικής απόλαυσης. Ακόμα κι αν δεν σας κρατήσει πολύ η ιστορία, αφεθείτε στη μαγεία των εικόνων και των χρωμάτων.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2012

"THE GREY" 'Η Η ΑΓΡΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Το φιλμ "The Grey" (2011) του Joe Carnahan είναι ένα αρχετυπικό δείγμα ταινίας που αναφέρεται στον αγώνα για επιβίωση κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες: Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει άντρες - οι περισσότεροι όχι ό,τι καλύτερο υπάρχει - σε μια απομακρυσμένη βάση στην Αλάσκα συντρίβεται στο πουθενά. Οι επιζήσαντες καλούνται να επιβιώσουν με οποιοδήποτε τρόπο από τις φοβερές, πολύ υπό το μηδέν θερμοκρασίες, τις άγριες χιονοθύελες και κυρίως από τους πεινασμένους λύκους που επιτίθενται από παντού. Ανάμεσά τους και ο σκληροτράχηλος ήρωας, που προσπαθεί να ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του και να γιατρέψει τις πληγές του. Η ταινία βασίζεται στην ηθοποιϊα του Λίαμ Νίσον σε έναν από τους εντυπωσιακότερους ρόλους του. Αυτό όμως που κυρίως εκτίμησα είναι ότι είναι ένα φιλμ που "δεν χαρίζει κάστανα". Παρά το ότι βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, πρόκειται για μια απο τις μάλλον σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν γίνονται παραχωρήσεις, δεν υπάρχουν ηρωισμοί ή έστω υπερβολικοί ηρωισμοί, δεν κάνουν τα στραβά μάτια για να πετύχουν καλύτερη καριέρα στα ταμεία. Τα πράγματα δίνονται ωμά, όπως μάλλον θα συνέβαιναν σε μια παρόμοια περίπτωση σε μια αποστολή η οποία τυχαίνει να αποτελείται από κανονικούς ανθρώπους και στην οποία δεν συμμετέχει ο Σούπερμαν ή κάτι τέτοιο. Αυτή η σκληρότητα, οι αληθινές καταστάσεις, είναι που ξεχωρίζουν την ταινία από άλλες παρόμοιες. Παράλληλα δίνονται με αρκετά καλό κατά τη γνώμη μου τρόπο τα ψυχολογικά πορτρέτα όσων επιβίωσαν της πτώσης, με κάποιες αποκαλύψεις άλλων όψεων του αρχικά σκληρού, μονοδιάστατου χαρακτήρα τους, με κάμποσες μάλιστα ανατροπές. Και κυρίως, βέβαια, σκιαγραφείται το ψυχολογικό πορτρέτο του βασικού ήρωα. Ο χαρακτήρας του, σκληροτράχηλος, μοναχικός, συχνά αυτάρκης, αποκαλύπτεται ταυτόχρονα ότι διαθέτει μια τρυφερή πτυχή και ένα ανοιχτό τραύμα που πασχίζει να επουλώσει. Αυτό που κυριαρχει βέβαια απ' την αρχή ως το τέλος είναι η φύση, το άγριο, αφιλόξενο τοπίο. Μια φύση πανέμορφη, αλλά και τρομαχτική, γεμάτη κινδύνους, μπροστά στην οποία ο άνθρωπος μοιάζει πολύ μικρός και ανήμπορος, εκμηδενισμένος ουσιαστικά. Η ανελέητη δύναμή της είναι κάτι που πολύ συχνά λησμονούμε στο προστατευμένο περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Θα το χαρακτήριζα "φιλοσοφικό" φιλμ επιβίωσης, δίχως αυτό να σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι στερείται σασπένς, ότι μπορεί να κουράσει τον θεατή. Κάθε άλλο. Όσο για το δυνατό τέλος, μάλλον επιβεβαιώνει όσα έγραψα παραπάνω. Συνολικά το θεωρώ ευχάριστη έκπληξη, κυρίως εξ αιτίας της έλλειψης παραχωρήσεων προς το box office που προανέφερα. Αλλά και ένα φιλμ που πιστεύω ότι θα καθηλώσει τον θεατή. Με μένα τουλάχιστον τα κατάφερε.

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2012

ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΟΥ "13ου ΠΑΤΩΜΑΤΟΣ"

Η επιστημονική φαντασία, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο σινεμά, έχει συχνά ασχοληθεί με το θέμα των παράλληλων κόσμων. Τι γίνεται αν υπάρχουν δύο, τρεις ή εκατομμύρια άλλοι κοσμοι, που είναι μεν σαν τους δικούς μας, με την έννοια ότι σ' αυτούς ζουν οι ίδιοι άνθρωποι, σε κάθε έναν όμως υπάρχουν κάποιες παραλλαγές, έστω και ελάχιστες, οι οποίες όμως συνολικά τους διαφοροποιούν απόλυτα; Οπότε ο εαυτός μας υπάρχει σε χιλιάδες "κόπιες", η κάθε μία απ' αυτές όμως, ανάλογα με τον κόσμο στον οποίο υπάρχει, ζει μια ολότελα διαφορετική ζωή. Με το πολύπλοκο αυτό θέμα ασχολείται το "13ο Πάτωμα", ταινία του 1999 του Josef Rusnak. Ταινία που θεωρώ από τις αρκετά καλές του είδους, κυρίως από σεναριακή άποψη. Ο ήρωας, στέλεχος σε εταιρία που κάνει έρευνα στην πληροφορική, ανακαλύπτει ότι μπορεί να μεταφερθεί σε έναν εικονικό κόσμο που είναι όμοιος της Νέας Υόρκης του μεσοπολέμου. Σ' αυτόν μεταφερόταν συχνά και το αφεντικό και φίλος του, που πέθανε ξαφνικά. Αυτό όμως είναι η αρχή μόλις μιας ιστορίας με μεταφορές σε παράλληλους κόσμους, που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Ο προβληματισμός της ταινίας θυμίζει αρκετά αυτόν του κλασικού "Blade Runner". Εκεί ήταν "κόπιες", εδώ άνθρωποι που ζουν δίχως να το ξέρουν σε εικονικές πραγματικότητες. Παρόμοια προβληματική έχει αναπτυχθεί άλλωστε και σε ταινίες ή βιβλία με θέμα τους κλώνους. Η προβληματική αυτή συνίσταται στο ερώτημα: Τι συμβαίνει αν ένας "εικονικός" άνθρωπος (ή κλώνος ή "κόπια" ή ό,τι άλλο) διαθέτει συνείδηση και δεν είναι απλώς ένα είδος μηχανής; Ποια είναι ή πώς τροποποιείται στην περίπτωση αυτή η συμπεριφορά μας απέναντί του; Έχουμε δικαίωμα εμείς να παριστάνουμε τους "μικρούς θεούς" που κινούν τα νήματα του κόσμου τους αν μας δοθεί αυτή η ικανότητα; Και, τελικά, μήπως κι εμείς δεν είμαστε παρά ένα όνειρο που κάποιος άλλος ονειρεύεται; Όλα αυτά βέβαια δίνονται στην ταινία με αρκετά καλό ρυθμό, με σασπένς, ενώ συνεχώς γεννιούνται νέα ερωτηματικά και εξηγούνται ανεξήγητες μέχρι τότε καταστάσεις, έως το παζλ συμπληρωθεί και αποκαλυφτεί ολόκληρη η εικόνα. Συνολικά δεν νομίζω ότι πρόκειται για κάποιο αριστούργημα, προσωπικά όμως τη βρήκα μια καλή και ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία παρακολουθείται απνευστί (έχει, βλέπετε, και αρκετή δράση) και, τελικά, κάνει νομίζω τον θεατή να σκεφτεί αρκετά πράγματα. Για μια ακόμα φορά δε επιβεβαιώνεται ότι για να κάνες μια καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας ή φανταστικού γενικότερα δεν χρειάζονται πανάκριβα εφέ και άλλοι τέτοιου είδους εντυπωσιασμοί.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2012

Ο "ΚΕΟΜΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΣΠΑΓΓΕΤΙ

Στη δεκαετία του 60 και κυρίως του 70 οι ιταλοί ανέπτυξαν ένα στιλ σινεμά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που άλλοι το θεωρούν απόλυτα καλτ και άλλοι το μισούν. Μάλιστα το στιλ αυτό διαπέρασε διάφορα είδη: Το γουέστερν (το λεγόμενο σπαγγέτι), τις ταινίες τρόμου, τα αστυνομικά... Ωστόσο τα χαρακτηριστικά είναι κοινά: Το βάρος πέφτει εξ ολοκλήρου σχεδόν στην εικόνα, στη σκηνοθεσία, η οποία είναι εντυπωσιακή και συχνά ευφάνταστη, ενώ το σενάριο, πρόχειρο, με κενά και κάθε λογής "τρύπες", μπορεί ενίοτε να φτάσει στα όρια του γελοίου. Το ίδιο και οι ηθοποιίες. Προφανώς, όπως παντού, οι εξαιρέσεις υπάρχουν, προσπαθώ όμως να περιγράψω τον γενικό κανόνα. Ο "Keoma" του Enzo G. Castellari γυρίζεται το 1976 και θεωρείται το τελευταίο ίσως μεγάλο σπαγγέτι. Στη συνέχεια το είδος παρακμάζει. Φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε, οπότε αποτελεί τυπικό παράδειγμα. Ο μοναχικός ήρωας είναι μισός λευκός μισός ινδιάνος και επιστρέφει μετά από καιρό στο χωριό του, το οποίο (κοινό σύνηθες στοιχείο με τα αμερικάνικα γουέστερν) λυμαίνεται ένας κτηματίας με τον ιδιωτικό στρατό του, στον οποίο έχουν προσχωρήσει και τα τρία ετε(ροθαλή αδέλφια του Κεόμα, τα οποία τον μισούν ως μιγά (κριτική του ρατσισμού υπάρχει και σε άλλα σημεία της ταινίας). Από εδώ και πέρα οι συγκρούσεις και η δράση θα είναι συνεχείς. Η εικόνα και η σκηνοθεσία είναι συχνά εντυπωσιακές. Προσεγμένα πλάνα, αχανή τοπία, άνεμος που φυσά ανάμεσα σε μισοερειπωμένα σπίτια κινώντας κουρέλια, απίστευτα πεσίματα (συχνά αστεία) όσων πυροβολούνται, βιβλικές αναφορές στη σκηνή της περίπου σταύρωσης του ήρωα, μουσική και τραγούδια που σχολιάζουν τη δράση και διαπερνούν την ταινία, φλας μπακ τα όποία παρακολουθεί ο ενήλικος ήρωας μπαίνοντας ο ίδιος μέσα στη σκηνή, μια γριά που συμβολίζει τη μοίρα και εμφανίζεται συνεχώς συνομιλώντας μόνο μ' αυτόν... Ταυτόχρονα το σενάριο μπάζει από παντού. Δεν ξέρουμε γιατί ο κακός κτηματίας αρνείται να παραγγείλει φάρμακα για το μολυσμένο χωριό, δεν ξέρουμε γιατί οι κακοί δεν σκοτώνουν τον ήρωα ενώ έχουν την ευκαιρία, αλλά στήνουν ατμοσφαιρικές μονομαχίες, δεν ξέρουμε πώς ο Κεόμα μπαινοβγαίνει τόσο άνετα στο αποκλεισμένο χωριό και πολλά άλλα τέτοια. Ο Φράνκο Νέρο, κλασικός ερμηνευτής των σπαγγέτι, ξεστομίζει διαρκώς αμπελοφιλοσοφίες περί μοίρας, ελευθερίας, ανάγκης να γνωρίσει τον εαυτό του και άλλα τέτοια και, φυσικά, με τη μία καθαρίζει πεντ' έξη κακούς καθότι απίστευτα γρήγορος στο πιστόλι, ενώ ο ίδιος δεν πεθαίνει με τίποτα. Αν είστε λάτρης της εικόνας (και μόνο) θα απολαύσετε την ταινία, που θεωρείται κλασική στο συγκεκριμένο είδος. Αν όχι, μάλλον θα χαμογελάσετε σε κάμποσα σημεία. Πάντως την Όλγα Καρλάτου θα τη θαυμάσετε οπωσδήποτε αφού κρατά το βασικό γυναικείο ρόλο και μάλιστα γεννά εν μέσω σφαγής γύρω της, σφαγής κατά την οποία ακούγονται μόνο οι κραυγές πόνου του τοκετού σε ένα από τα αρκετά σκηνοθετικά ευρήματα του φιλμ. Όσο για το τέλος, το χάπι εντ συχνά δεν ήταν το φόρτε των ιταλών...

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2012

Ο ΣΜΑΪΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ "ΓΚΡΙΖΟΙ" ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τις ταινίες κατασκοπείας, ένα αρκετά κοινό παλιότερα τουλάχιστον κινηματογραφικό υποείδος, σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στις διασκεδαστικές περιπέτειες δράσης - ενίοτε blockbaster - και στις ρεαλιστικές ματιές στον περίκλειστο αυτόν κόσμο. "Ο Κλήρος έπεσε στον Σμάιλι" (Tinker Tailor Soldier Spy, 2011) του σουηδού Tomas Alfredson (που λίγα χρόνια πριν μας είχε χαρίσει το εξαιρετικό "Άσε το Κακό να Μπει" στην πρωτότυπη σουηδική βερσιόν) ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 70, ο ψυχρός πόλεμος καλά κρατεί, Δυτικοί και Σοβιετικοί κάνουν τα πάντα για να υποκλέψουν ο ένας μυστικά του άλλου και το "επάγγελμα" του κατάσκοπου βρίσκεται στις δόξες του. Ο Σμάιλι, κατάσκοπος ο ίδιος, έχει αποσυρθεί, αλλά επανέρχεται στην ενεργό δράση όταν ο αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας του υποψιάζεται ότι υπάρχει κάποιος διπλός πράκτορας στα υψηλότερα κλιμάκια της υπηρεσίας αυτής. Αυτό που απ' την αρχή γίνεται εμφανές είναι το "παλιομοδίτικο" κλίμα της ταινίας. Η δράση είναι απόλυτα ρεαλιστική, η φωτογραφία γκρίζα και μουντή, η καθημερινότητα των κατασκόπων... απλώς καθημερινότητα, δίχως ηρωισμούς και εξωτικά μέρη και άγρια δράση και ό,τι άλλο έχετε μάθει σε φιλμ του είδους. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα κυριολεκτικά του Τζέιμς Μποντ, του γνωστότερου φυσικά παραδείγματος της πρώτης κατηγορίας κατασκοπικών ταινιών που ανέφερα στην αρχή. Η υπόθεση εξελίσσεται μάλλον αργά, οι λεπτομέρειες και οι πληροφορίες είναι πολλές και πυκνές και η προσοχή του θεατή πρέπει να είναι διαρκώς οξυμένη για να αντιληφτεί τι ακριβώς συμβαίνει (εγώ μπορώ να ομολογήσω ότι δεν πολυκατάλαβα πώς ακριβώς έφτασε ο Σμάιλι στον εντοπισμό του βασικού ύποπτου). Αυτό όμως έχει τελικά λίγη σημασία μπροστά στο όλο κλίμα της ταινίας και την ανάπλαση της εποχής. Απ' όλα αυτά ίσως βγάλατε ήδη το συμπέρασμα ότι η βασική της αρετή είναι η ατμόσφαιρά της. Και, ταυτόχρονα, το απόλυτο ξεγύμνωμα, η πλήρης αποηρωοποίηση των κατασκόπων. Οι σχεδόν σούπερ ήρωες των τζειμσμποντοειδών φιλμ εδώ δείχνονται σαν απόλυτα συνηθισμένα, γκρίζα ανθρωπάκια, γραφειοκράτες στην ουσία, με συνηθισμένες οικογενειακές ζωές ή - ακόμα συχνότερα - μοναχικοί και μονόχνωτοι τύποι, που δεν κάνουν σχεδόν τίποτα άλλο πέραν του επαγγέλματός τους. Η μιζέρια, η μελαγχολία για να το πούμε λίγο πιο ήπια, είναι διάχυτη τόσο στους χώρους δουλειάς, τα γραφεία τους, όσο και στα σπίτια και στην οικογενειακή ζωή τους (όσοι απ' αυτούς διαθέτουν καν τέτοια). Κανένας ηρωισμός, κανένα ιδανικό. Και επιπλέον ο ήρωας αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή ότι κι ίδιος δεν είναι παρά ένα πιόνι ενός απρόσωπου, στυγνού και αδίστακτου συστήματος, που δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσει για να πετύχει τους θολούς σκοπούς του ακόμα και την οικογενειακή ζωή του. Νομίζω ότι σπάνια σε ταινία είναι τόσο ταιριαστός ο όρος "γκρίζα", τόσο κυριολεκτικά, στην εικόνα, όσο και μεταφορικά, σε όλα τα επίπεδα. Ξέρω ότι το φιλμ ίσως κουράσει αρκετούς. Ωστόσο το θεωρώ εξαιρετικό δείγμα απομυθοποίησης, "προσγείωσης" και αλήθειας ενός συνήθως "glamorous" (και φυσικά ψεύτικου) είδους.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2012

CINECITTA ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΥΝΗΣΙΑ

Ελάχιστες ταινίες από την Τυνησία έχω δει. Η "Cinecitta" του 2008 γυρίστηκε από τον Ibrahim Letaief και για μένα αποτέλεσε μια αρκετά ευχάριστη έκπληξη. Όχι ότι τη θεωρώ κανενα αριστούργημα, αλλά είναι νομίζω μια πολύ διασκεδαστική ταινία, η οποία μάλιστα διαθέτει και μια απροσδόκητα έντονη κινηματογραφοφιλία. Το ίδιο το στόρι της άλλωστε παραπέμπει εκεί: Μια ομάδα αποτελούμενη από ένα σεναριογράφο, σκηνοθέτη και "εγκέφαλο" της παρέας, έναν παραγωγό και ένα διευθυντή φωτογραφίας, μετά την άρνηση του αντίστοιχου τυνησιακού "Κέντρου Κινηματογράφου" να επιχορηγήσει την ταινία τους, αποφασίζει να ληστέψει μια τράπεζα για να βρει τα απαραίτητα κεφάλαια! Η ληστεία πραγματοποιείται στα πρώτα δύο - τρία λεπτά του φιλμ. Οι επιπλοκές όμως, το σασπένς και οι πλάκες αρχίζουν μετά την επιτυχή της έκβαση... Πάνω σ' αυτή την πρωτότυπη ιδέα στήνεται μια κωμωδία που, εκτός από το διαρκές σασπένς που προείπαμε, βασίζεται και πάνω στις συνεχείς κινηματογραφοφιλικές αναφορές. Εκτός της ίδιας της κεντρικής πρωταγωνιστικής ομάδας και των σχεδίων της για το φιλμ που πρόκειται να γυρίσει, από την οθόνη θα παρελάσουν οι "κακοί" που είναι μια απομίμηση των Blues Brothers, μια ηλικιωμένη κυρία που έχει μείνει στην εποχή της ιταλικής Cinecitta και θέλει να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της, να γίνει δηλαδή σταρ, αφού θεωρεί τον εαυτό της πολύ ανώτερο της Κλαούντια Καρντινάλε, ένας ηθοποιός που μιμείται άλλοτε έναν επιθεωρητή βγαλμένο από φιλμ νουάρ, άλλοτε έναν φανατικό ισλαμιστή κλπ. Και φυσικά οι ατάκες - αναφορές δίνουν και παίρνουν καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, καθώς και οι αστείες συζητήσεις από τους ήρωες για υπαρκτές ταινίες του σινεμά - του αμερικάνικου κυρίως. Εντύπωση ακόμα θα προκαλέσει σε έναν μη γνώστη του αραβικού κόσμου το πόσο σύγχρονη μοιάζει η Τύνιδα. Οι γυναίκες φοράνε μίνι, τα κτίρια είναι αρκετά σύγχρονα, οι ήρωες ενημερωμένοι σινεφίλ, κελεμπίες ή μαντήλες δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε σύγχρονη δυτική πόλη, δίχως να αλλάξει σχεδόν τίποτα από τα τεκταινόμενα. Αυτά για να μη νομίζουν αυθαίρετα μερικοί ότι οποιαδήποτε μουσουλμανική κοινωνία ταυτίζεται με τη στερεότυπη ισλαμοφοβική δυτική εικόνα περί "φανατικού και καθυστερημένου Ισλαμ" και άλλων σχετικών. Είπα ότι δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως διασκεδαστικό, "έπαιξα" προσπαθώντας να εντοπίσω όσο το δυνατόν περισσότερες αναφορές και, τέλος πάντων, διασκέδασα όσο θα διασκέδαζε ο μέσος θεατής βλέποντας μια συμπαθητική αμερικάνικη κωμωδία. Που, επιπλέον, διαθέτει και πρωτότυπη κεντρική ιδέα, πράγμα που συχνότατα πλέον στερούνται οι αμερικάνικες αντίστοιχες. Αφείστε που το φιλμ κλείνει με μια εμφάνιση - αληθινή πιθανότατα - των συντελεστών στο Φεστιβάλ των Καννών, για να ολοκληρωθεί το παιχνίδι της ταινίας μέσα στην ταινία.

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2012

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ "L"

Να λοιπόν που ο Λάνθιμος δημιουργεί ένα είδος σχολής στο ελληνικό σινεμά. Ο πρωτοεμφανιζόμενος στο μεγάλο μήκος Μπάμπης Μακρίδης με το "L" του 2012 δεν μοιάζει μεν νοηματικά ή σεναριακά με τις άλλες ταινίες της παρέας, αλλά σίγουρα κινείται στο ίδιο γενικό κλίμα μ' αυτές. Μόνο που εδώ τα πράγματα είναι πιο (ή ακόμα πιο) σουρεαλιστικά, αφού ο σουρεαλισμός ενυπάρχει στο ίδιο το στόρι της ταινίας. Ένας μεσήλικας άντρας ζει αποκλειστικά μέσα στο αυτοκίνητό του. Μέσα σ' αυτό συναντά τη γυναίκα και τα παιδιά του, ενώ ο ίδιος βγαίνει έξω μόνο όταν είναι απόλυτα απαραίτητο. Το επάγγελμά του (εξ ίσου σουρεαλιστικό κι αυτό) είναι... να μεταφέρει το καλύτερης δυνατής ποιότητας μέλι στο αφεντικό του, που έχει έμμονη ιδέα με την ακρίβεια στο χρόνο. Όταν ο ήρωας χάνει τη δουλειά του από κάποιον ακόμα ακριβέστερο και καλύτερο προμηθευτή μελιού, προσχωρεί στην ομάδα των εχθρών του αυτοκινήτου: Των ανθρώπων που ζουν αποκλειστικά σε μηχανές! Όλα αυτά (και άλλα ακόμα) συμβαίνουν σε ένα κλίμα απόλυτης αποστασιοποίησης: Η εκφορά του λόγου και οι κινήσεις των ηθοποιών είναι άκαμπτες και ψυχρές, συχνά τραγουδιούνται α καπέλα τραγούδια με εντελώς παλαβό περιεχόμενο, που μοιάζουν με αυτοσχέδια παιδικά, οι πάντες συμπεριφέρονται παράξενα, ενώ ο ήρωας μιλά σχεδόν αποκλειστικά με στερεότυπες φράσεις, σα να ακούει κανείς να απαγγέλουν εγχειρίδια οδηγιών χρήσης... Τελικά, νομίζω, μάλλον περί παράδοξης, sui generis κωμωδίας πρόκειται. Ίσως να μπορώ να διακρίνω μια σειρά από αλληγορίες στο όλο πράγμα: Ο άνθρωπος αρνείται, αδυνατεί να ζήσει πραγματικά ανεξάρτητος, να πατήσει στα δικά του πόδια. Θέλει πάντοτε να ανήκει σε ομάδες, να υποστηρίζει κάτι με πάθος. Γι' αυτό και ο ήρωάς μας "μυείται" με σχεδόν τελετουργικό τρόπο σε κάθε νέα κοινότητα στην οποία προσχωρεί, κι από εκεί και πέρα "ανήκει" με ένα είδος φανατισμού σ' αυτή. Ίσως να υποβόσκει και ένα σχόλιο για την ψυχρότητα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας ή για τη σχέση ανθρώπου - μηχανής, την εξάρτηση του πρώτου από τη δεύτερη. Ίσως να υπάρχουν και άλλα νοήματα που θα ανακαλύψει (ή θα επινοήσει) ο θεατής. Σίγουρα πάντως το φιλμ είναι ερμητικό στις προθέσεις και τους όποιους στόχους του. Γι' αυτό και χρησιμοποιώ τόσο συχνά τη λέξη ίσως σε όσα περί νοημάτων γράφω. Πολύ εύκολα πάντως μπορεί ο καθένας να εκλάβει την ταινία σαν ένα απόλυτα αυθαίρετο, παλαβό και άνευ λόγου παιχνίδι. Σίγουρα πρόκειται για ταινία για λίγους. Νομίζω ότι η πλειοψηφία των θεατών (η μεγάλη πλειοψηφία για να είμαι ακριβής) ακόμα και θα εκνευριστεί με τη συσσωρευμένη παραδοξότητα, τη μουντή, καθημερινή εικόνα - παρά τον σουρεαλισμό - και την τόση ηθελημένη ψυχρότητα. Σε μένα πρέπει να πώ ότι άσκησε κάποια γοητεία, δίχως όμως και να ενθουσιαστώ. Σε καμία περίπτωση. Πάντως περιμένω με ενδιαφέρον όχι μόνο την επόμενη κίνηση του Μακρίδη, αλλά και άλλων μελών της άτυπης αυτής ομάδας, που έφερε κάτι νέο στο ελληνικό σινεμά - και ταυτόχρονα δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο με την παραδοξότητα και την αποστασιοποίησή της, πλήθος ορκισμένων εχθρών (δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς). Εξ άλλου είναι από την αρχή ξεκάθαρο, όπως είπαμε, ότι δεν απευθύνεται στο πλατύ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

"HOOK" ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

Το 1991 ο Steven Spielberg, ήδη ο πιο πετυχημένος σκηνοθέτης από καταβολής Χόλιγουντ, αποφασίζει να καταπιαστεί με τον Πίτερ Παν από το διάσημο βιβλίο του Τζέιμς Μπάρι (του ταιριάζει το θέμα άλλωστε), γυρίζοντας όμως μια δική του εκδοχή, ένα είδος σίκουελ του κλασικού βιβλίου. Ο "Hook" είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Ο Πίτερ Παν έχει μεγαλώσει, έχει γίνει οικογενειάρχης με γυναίκα και δύο παιδιά και ζει προσγειωμένος στο σήμερα με κανονική δουλειά, εξ αιτίας της οποίας μάλιστα παραμελεί την οικογένεια. Και, το σπουδαιότερο, έχει ξεχάσει ποιος είναι και πιστεύει ότι είναι ένας κανονικός άνθρωπος σε ένα κανονικό κόσμο. Και, βέβαια, έχει ξεχάσει πως κάποτε μπορούσε να πετά. Ώσπου η απαγωγή των παιδιών του θα τον κάνει να θυμηθεί βίαια και θα τον ξαναφέρει στον παραμυθένιο κόσμο που ζούσε ως παιδί-που-δεν-μεγαλώνει, την μυθική Ονειροχώρα, όπου βέβαια θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον προαιώνιο εχθρό του Κάπτεν Χουκ και του πειρατές του. Η ταινία ανήκει φυσικά στις καθαρόαιμες σπιλμπεργκικές περιπέτειες, όπου ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται κυρίως για την καθαρή διασκέδαση του κοινού. Ωστόσο διάφορα νοήματα περνούν σ' αυτή. Κυρίαρχο θέμα βέβαια είναι αυτό της σχέσης παιδικότητας - ενηλικίωσης, περιπετειώδους - ήσυχης ζωής (βολέματος αν προτιμάτε), παιχνιδιού και ξενοιασιάς - υποχρεώσεων κλπ. Πάνω σε τέτοια δίπολα χτίζεται όλη η ιστορία. Ο ήρωας καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, την ανεμελιά και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ενηλικίωση και κυρίως η δημιουργία οικογένειας. Το "Hook" είναι από τις καθαρά περιπετειώδεις ταινίες του Σπίλμπεργκ που μάλλον μ' αρέσουν λιγότερο - παρά το ότι, όπως έχω ξαναγράψει, αυτή η πλευρά του είναι που με κάνει να τον εκτιμώ σαν άψογο διασκεδαστή και όχι οι "σοβαρές", δραματικές του προσπάθειες. Τη βρίσκω κάπως "βαρειά", κάπως περισσότερο φορτωμένη απ' όσο θα ήθελα. Το όλο σκηνικό είναι υπερβολικά μπαρόκ για τα γούστα μου. Όσο για τη δράση, αρχίζει μάλλον αργά για μια ταινία τέτοιου είδους. Φυσικά είναι απόλυτα θεαματική και φυσικά υπάρχουν πολλές εντυπωσιακές σκηνές - αλλοίμονο, για Σπίλμπεργκ μιλάμε. Αλλά είναι κι όλη αυτή η εμμονή του σκηνοθέτη με τις "αιώνιες οικογενειακές αξίες" (με μάλλον αφελή τρόπο) που προσωπικά με ξενερώνει κάπως. Όπως βέβαια εύκολη βρίσκω και την τελική προφανή διαπίστωση ότι "πρέπει να βρεθεί μια χρυσή τομή, μια ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους"... Στα συν όμως θα βάλω την ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Χουκ και τον Πίτερ Παν - τουλάχιστον από την πλευρά του πειρατή: Ναι μεν είναι ο θανάσιμος εχθρός του, ναι μεν ποθεί όσο τίποτα άλλο να τον εκδικηθεί, να τον εξοντώσει, ωστόσο, συγχρόνως, όλο αυτό είναι που δίνει σκοπό στη ζωή του, που την κάνει ενιαφέρουσα. Κοινώς δεν μπορεί να ζήσει δίχως τον εχθρό, δίχως έναν ξεκάθαρο στόχο. Ο Χουκ υποφέρει περισσότερο από το ότι ο Πίτερ εγκατέλειψε την Ονειροχώρα και τον άφησε δίχως αξιόλογο αντίπαλο, παρά επειδή δεν έχει καταφέρει να τον σκοτώσει και να πάρει έτσι την εκδίκησή του. Δεν σας θυμίζει όλο αυτό το "τι θα κάνουμε τώρα χωρίς βαρβάρους"; Τέλος πάντων, παρά τις αντιρρήσεις και την "οικογενειϊλα" που αποπνέει το φιλμ, δεν παύει να είναι μια χορταστική και θεαματική περιπέτεια, που, αν τη δουν ως τέτοια και μόνο, πολλοί μπορεί ακόμα και να ενθουσιαστούν. Άλλωστε, πάνω απ' όλα, είναι καθαρός Σπίλμπεργκ , με τα συν και τα πλην του.

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

ΑΔΙΚΟΣ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Τελικά νομίζω ότι ο Φίλιππος Τσίτος είναι μια αξιόλογη περίπτωση για το ελληνικό σινεμά. Μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» γυρίζει το 2012 τον «Άδικο Κόσμο» και επιβεβαιώνει κατά τη γνώμη μου τις αρετές του προηγούμενου φιλμ, διατηρώντας μάλιστα το προσωπικό του στιλ. Ένα στιλ που θα το χαρακτήριζα χαμηλότονο, ευαίσθητο, ανθρώπινο, που κοιτά με συμπάθεια τον συνηθισμένο άνθρωπο ενώ αφηγείται καθημερινές ιστορίες.

Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός μπάτσος, προανακριτής μάλιστα, που κάποια στιγμή, διαπιστώνοντας ότι ο κόσμος βασίζεται στην αδικία, αποφασίζει να πάψει πια να κάνει τη δουλειά του, δηλαδή να μην ασχολείται με τους φακέλους που του φέρνουν και να διώχνει τους ύποπτους, μια που αυτοί δεν είναι παρά «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», αφού οι μεγάλοι εγκληματίες μένουν πάντοτε ατιμώρητοι. Τότε όμως εμπλέκεται σε μια ακούσια ανθρωποκτονία, γνωρίζει και μια κυνική καθαρίστρια, εμπλεγμένη κι αυτή με την υπόθεση, και τα πράγματα περιπλέκονται.

Ίσως κάποιοι να απογοητευτούν από αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «έλλειψη δράσης». Είναι αυτό το χαμηλότονο ύφος που σας έλεγα πριν, αυτό το απόλυτα καθημερινό που κυριαρχεί. Η πόλη είναι η πόλη, άσχημη, όπως ακριβώς τη ξέρουμε, τα διαμερίσματα των συνηθισμένων ανθρώπων το ίδιο, όπως και οι χώροι δουλειάς. Αυτό όμως κάνει τα πράγματα πολύ περισσότερο οικεία και, τελικά, νοιώθουμε ότι όλο αυτό μας αφορά. Υπάρχει βέβαια και κάποιο χιούμορ, διακριτικό κι αυτό, υπόγειο, συχνά πικρό. Οι ήρωες βρίσκονται πολύ μακριά από σχηματικούς διαχωρισμούς «καλών» και «κακών», είναι δηλαδή όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή, ένα μείγμα απ’ όλα αυτά, με θετικές και αρνητικές πλευρές. Ο Τσίτος τους κοιτά με συμπάθεια, με ανθρωπιά.

Όσο για την καθημερινότητα, που κυριαρχεί όπως είπαμε, είναι γκρίζα, μίζερη θα μπορούσαμε να πούμε, η μοναξιά είναι πανταχού παρούσα. Οι ήρωες αναζητούν την ανθρώπινη επαφή, οι ίδιοι όμως δεν το ξέρουν καν, καθώς είναι εθισμένοι στην άχρωμη ρουτίνα τους. Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους περισσότερους ανθρώπους των πόλεων;

Απαραίτητη τέλος νομίζω ότι είναι και μια αναφορά στον πολύ καλό Καφετζόπουλο, που είναι απόλυτα πειστικός στο ρόλο του.

Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, θα περιμένω και την επόμενη δουλειά ενός σκηνοθέτη αθόρυβου μεν, αλλά αποτελεσματικού και καίριου. Παρατηρώντας γενικότερα για μια ακόμα φορά ότι το ελληνικό σινεμά νομίζω ότι επιτέλους έχει πάρει τα πάνω του τα τελευταία χρόνια και, ευτυχώς, το φαινόμενο αυτό δείχνει να έχει διάρκεια.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2012

7o SFF-RATED : ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας και Φανταστικού της Αθήνας, το γνωστό SFF Rated, βρίσκεται και πάλι εδώ. Φέτος, εκτός από τον Μικρόκοσμο, οι ταινίες θα προβάλλονται και στο Nixon. Και είναι πολλές: 13 μεγάλου μήκους και πάμπολλες μικρού, από όλο τον κόσμο φυσικά. Από τις 7 μέχρι τις 14 Μαρτίου.
Στα συν (εκτός των άλλων) η προβολή σε παγκόσμια πρεμιέρα (!) - έστω και με μια μέρα διαφορά - του αναμενόμενου "John Carter" την Τετάρτη 17 Μαρτίου στις 9 στο Μικρόκοσμο και η προβολή της πιο πλήρους κόπιας (165'), που ανακαλύφτηκε το 2010 του θρυλικού "Metrpolis" με live dj.
Το πλήρες πρόγραμμα θα το βρείτε στη διεύθυνση
http://sffrated.files.wordpress.com/2012/03/sff-rated-2012-catalogue.pdf.

Θα είμαστε εκεί.

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2012

"TEZA": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΘΙΟΠΙΑΣ

Το "Teza", που γύρισε το 2008 ο Haile Gerima, είναι η πρώτη αιθιοπική ταινία που έχω δει. Μαθαίνω ότι ο σκηνοθέτης είναι ο γνωστότερος διεθνώς από τη χώρα αυτή και ότι ζει στις ΗΠΑ. Όσο για την ταινία, με τα 140 λεπτά της, είναι, νομίζω, αυτό που θα λέγαμε "γροθιά στο στομάχι". Το φιλμ μας δίνει ολόκληρη την τραγική ιστορία της πάμπτωχης αυτής χώρας, από την εποχή της πτώσης του αυτοκράτορα - και, φυσικά, δικτάτορα - Χαϊλέ Σελασιέ, στη δεκαετία του 70, μέχρι σήμερα. Βασικός ήρωας ένας αιθίοπας, που φεύγει από την πατρίδα του νεαρός, καταφεύγει στη Γερμανία όπου σπουδάζει γιατρός, γίνεται μαρξιστής και εμπλέκεται με την πολιτική και, μετά την αλλαγή του καθεστώτος πείθεται από τον καλύτερό του φίλο, επίσης γιατρό, να επιστρέψει στην πατρίδα γεμάτος όρεξη να βοηθήσει με κάθε τρόπο τη χώρα του να βγει από τον φαύλο κύκλο του αίματος και της ανέχειας. Εκεί όμως συναντά ένα εξ ίσου εφιαλτικό και αιμοσταγές κομμουνιστικό ή "κομμουνιστικό" καθεστώς και έναν αιματηρό εμφύλιο και, τελικά, με τα λογικά του σχεδόν χαμένα επιστρέφει στο εξαθλιωμένο χωριό του και την γριά μητέρα του, όπου... Διότι η ιστορία έχει και συνέχεια. Ο Gerima αφηγείται την πολύ δυνατή ιστορία του με διαρκή φλας μπακ. Ξεκινά από την επιστροφή του ήρωα στο χωριό και τη μητέρα του και, σιγά - σιγά, ξεδιπλώνει όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Και, για να μη νομίζετε ότι τα πυρά του στρέφονται μόνο ενάντια στο απάνθρωπο "νέο" καθεστώς, δεν παραλείπει να δείξει ανάγλυφα τον ρατσισμό που επικρατεί στη Γερμανία, τους νεοναζί και, βέβαια, να μιλήσει και για όσα συνέβαιναν και επί αυτοκράτορα. Όπως επίσης δείχνει και με εξ ίσου δυνατό τρόπο τις βάρβαρες πλευρές της πρωτόγονης ουσιαστικά μικροκοινωνίας του χωριού και τις ανισότητες που επικρατούν ακόμα και σ' αυτή. Αυτό που νοιώθει ο θεατής είναι, τελικά, ότι σε κοινωνίες σαν την αιθιοπική δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος. Το φιλμ κλείνει σχετικά ελπιδοφόρα, πλην όμως δεν μπορείς να νοιώσεις φρίκη μπροστά στη σπαρακτική μοίρα της χώρας αυτής - και ολόκληρης σχεδόν της Αφρικής, όπου επικρατούν παρόμοιες καταστάσεις. Προσωπικά έφυγα συγκλονισμένος. Δίχως να πάψω - σε κινηματογραφικό επίπεδο - να σκέφτομαι ότι, μια που το φιλμ είναι και αρκετά καλογυρισμένο, η ταινία αυτή πρέπει να αποτελεί για την φτωχή κινηματογραφία της χώρας ό,τι περίπου ο "Θίασος" για την ελληνική αντίστοιχη, καθώς μας παρουσιάζει μια πλατειά, συγκλονιστική τοιχογραφία της. Και να σκέφτομαι επίσης αν, εν τέλει, υπάρχει ελπίδα σε έναν πλανήτη που δείχνει κτηνώδη ανοχή σε εφιαλτικές, απ' όποια πλευρά κι αν τις δει κανείς, καταστάσεις που συμβαίνουν σε ένα μεγάλο, δυστυχώς, μέρος του. Αν το πετύχετε κάπου δείτε το. Ακόμα και σαν μάθημα ιστορίας. Αλλά, το ξαναλέω, επειδή είναι και καλή ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

ΠΕΡΙ ΗΡΩΙΣΜΟΥ... ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ

Ο Stephen Frears είναι ένας σκηνοθέτης που ανήκει στην κατηγορία των δημιουργών των οποίων το στιλ είναι η... έλλειψη στιλ. Κοινώς δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να είναι η επόμενη ταινία του. Από ταινία εποχής μέχρι αστυνομικό, από τολμηρά κοινωνική μέχρι βιογραφία, από τρόμου μέχρι κομεντί (ο Σόντεμπεργκ είναι ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου σκηνοθέτη που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό). Ωστόσο οι περισσότερες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ - αν και έχει κάνει και κάποια αδιάφορα φιλμ. Το 1992 γυρίζει το "Accidental Hero" (Ήρωας Κατά Λάθος), μια καυστική σάτιρα που προσωπικά είναι από τις αγαπημένες μου, παρά τις κάποιες σχηματικές καταστάσεις που περιέχει, με έναν εξαιρετικό Ντάστιν Χόφμαν και, από κοντά, τον Άντι Γκαρσία στους βασικούς ρόλους. Ένας απατεώνας και καθόλου συμπαθής τύπος, σώζει με κίνδυνο της ζωής του τους εγκλωβισμένους επιβάτες ενός αεροπλάνου που κατέπεσε μπροστά στα έκθαμβα μάτια του. Αντί να γίνει όμως ήρωας στα αδηφάγα μίντια, τη δόξα και το χρήμα καρπώνεται ένας συμπαθής άστεγος που έτυχε να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο. Πάνω σ΄αυτόν τον καμβά ο Φρίαρς στήνει μια καυστικότατη σάτιρα που κατά τη γνώμη μου λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, εκτός του ότι είναι από μόνη της, έστω και αν αφαιρέσεις τα "νοήματα", απολαυστικότατη (όλα τα λεφτά ο Χόφμαν σαν μίζερος, γκρινιάρης, δίχως αρχές μικροαπατεώνας). Θα εστιάσω την προσοχή μου σε δύο απ' αυτά: Πρώτα πρώτα είναι μια ανελέητη κριτική των μίντια και ιδιαίτερα της τηλεόρασης. Αδίστακτα, δίχως να νοιάζονται για την όποια ηθική ή για την αλήθεια, ενδιαφέρονται πρώτιστα για την ακροαματικότητα και τα λεφτά που αυτή συνεπάγεται και για τίποτα άλλο. Θα κατασκευάσουν έναν ήρωα επειδή αυτό φέρνει τηλεθέαση και θα διαιωνίζουν χαμηλότατης ποιότητας εκπομπές γύρω απ' αυτόν επειδή προφανώς αυτό το θέμα πουλάει σε εκατομμύρια εθισμένους σε βαθμό ηλιθιότητας θεατές (και εδώ βέβαια τίθεται το παλιό ερώτημα, το οποίο χρειάζεται άλλη συζήτηση από μόνο του, "η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;" Κοινώς, οι τηλεθεατές είναι ηλίθιοι και γι' αυτό τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα ή γίνονται ηλίθιοι επειδή τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα;). Ταυτόχρονα οι άνθρωποι των μίντια δείχνονται ρηχοί, αλλοτριωμένοι, αδίστακτοι προκειμένου να πουλήσουν το προϊόν τους. Περισσότερο όμως μ' ενδιαφέρει προσωπικά το δεύτερο θέμα που τίθεται στο φιλμ: Το θέμα της φύσης του ηρωισμού. Κυνικά σχεδόν ο Φρίαρς δηλώνει ότι ο ηρωισμός δεν είναι πάντα κάτι σπουδαίο, είναι κάτι που μπορεί κάλλιστα να γίνει "εν βρασμώ", όπως ένας φόνος που μπορεί να γίνει κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης από έναν κατά τα άλλα απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο (και ο νόμος, άλλωστε, θεωρεί επίσημα την "εν βρασμώ" κατάσταση ως ελαφρυντικό). Έτσι ακριβώς λοιπόν μπορεί κάποιος να γίνει "ήρωας κατά λάθος", γιατί σε μια συγκεκριμένη στιγμή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, βρέθηκε μπροστά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και, δίχως να το σκεφτεί, έκανε ό,τι έκανε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, αν στοιχειωδώς το σκεφτόταν, ο κάθε άλλο παρά αλτρουιστής ήρωας του φιλμ θα άφηνε δίχως πολλές ηθικές αναστολές τους ανθρώπους να πεθάνουν. Έτσι οι καθιερωμένες παραδοχές ανατρέπονται πλήρως: Ο ήρωας είναι ένα κάθαρμα και ο σφετεριστής, αυτός που πήρε με πονηριά τη θέση του και τα τεράστια οφέλη της, ένας συμπαθέστατος, γλυκύτατος και γοητευτικός τύπος, με πραγματικά θαυμάσιο χαρακτήρα, ο οποίος επίσης τη συγκεκριμένη στιγμή και κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες είπε ένα μεγάλο ψέμμα και καρπώθηκε όσα δικαιωματικά ανήκαν σε άλλον. Πανέξυπνη ανατροπή, επαναλαμβάνω, που μας λέει πράγματα για τη φύση του ηρωισμού με τα οποία προσωπικά συμφωνώ απόλυτα. Αρκετά φλυάρησα όμως. Όπως είπα και πριν, ακόμα κι αν ξεχάσετε όσα έγραψα - ή δεν συμφωνήσετε μ' αυτά - η ταινία παραμένει μια απολαυστική κωμωδία.

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2012

ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΣΙΝΕΦΙΛ "HUGO"

Ο Martin Scorsese είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος) εν ζωή δημιουργός του σινεμά. Συγχρόνως είναι ένας αθεράπευτος, φανατικός σινεφίλ. Με το "Hugo" του 2011, εκτός από το πρώτο, που είναι γενικά παραδεκτό, αποδεικνύει περίτρανα και το δεύτερο. Και, για να προλάβω οποιεσδήποτε απορίες, λέω από την αρχή ότι η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ. Σπάνια έχω νοιώσει τόση μαγεία στο σινεμά. Η έννοια ακριβώς της μαγείας, είναι νομίζω και το ζητούμενο. Ο Scorsese εστιάζει σ' αυτήν ακριβώς την πλευρά του κινηματογράφου: Τη μαγική. Το λέει με όλους τους δυνατούς τρόπους: "Ο κινηματογράφος είναι το μέρος όπου γεννιούνται τα όνειρα". Άλλωστε σαν βασικό πρόσωπο στην πλοκή χρησιμοποιεί το ίδιο τον Ζορζ Μελιές, τον "πατέρα" του σινεμά. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή (του σινεμά): Οι Λιμιέρ είναι αυτοί που εφηύραν (ή μάλλον τελειοποίησαν) την κάμερα και τη μηχανή προβολής στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο σήμερα όμως, δεν σκέφτηκαν ποτέ το προφανέστερο εδώ και εκατοτόσα χρόνια πράγμα: Ότι με την εφεύρεσή τους θα μπορούσαν να διηγηθούν ιστορίες. Απλώς έστηναν την κάμερα και κινηματογραφούσαν τη ζωή. Τους εργάτες που σχολάνε από το εργοστάσιο, το τρένο που φτάνει στο σταθμό... Έβλεπαν το νεογέννητο σινεμά απλώς σαν επιστημονικό αξιοπερίεργο: "Κοιτάξτε, οι εικόνες κινούνται"! Ο Μελιές, παλιός ταχυδακτυλουργός και μάγος, είναι αυτός που αμέσως κατάλαβε ότι με το εργαλείο αυτό μπορεί να αφηγηθεί ιστορίες ή αλλιώς να το μετατρέψει από αξιοπερίεργο σε τέχνη. Υπήρξε ο πρώτος σκηνοθέτης του σινεμά και συγχρόνως δημιούργησε τον κινηματογράφο του φανταστικού και επινόησε πλήθος από ειδικά εφέ. Σ΄αυτή λοιπόν τη μαγική, φαντασμαγορική πλευρά της 7ης τέχνης, που ήταν και η αρχική της, εστιάζει ο Scorsese. Το "Hugo" είναι πάνω απ' όλα ένα γλυκύτατο και απολαυστικό παραμύθι. Διαδραματίζεται στη δεκαετία του 30 στο Παρίσι, έχει σαν ήρωα ένα μικρό, ορφανό αγόρι που ζει κρυμένο στο σιδηροδρομικό σταθμό, στο εσωτερικό του μεγάλου ρολογιού του(!), για να μην το συλλάβει ο μόνιμος διώκτης του αστυνομικός - φύλακας του σταθμού. Στο σταθμό, απ' όπου δεν έχει βγει ποτέ, θα γνωρίσει την εγγονή του γέρου πωλητή παιχνιδιών που έχει εκεί το μαγαζί του και η περιπέτεια θα απογειωθεί. Σημειωτέον ότι όσα θα δείτε για τη ζωή του Μελιές, που κάποια στιγμή μπαίνει κι αυτός στο στόρι, είναι αληθινά και βασίζονται όντως στην αληθινή ιστορία του. Η εικόνα είναι κάτι παραπάνω από φαντασμαγορική (έχει ίσως κάτι και από τον κόσμο του Ζενέ), οι δόσεις περιπέτειας, σασπένς, χιούμορ, συγκίνησης, σωστά μετρημένες, το θέαμα χορταστικό και το 3D (του οποίου γενικά δεν είμαι και φανατικός φίλος) πραγματικά εδώ αξίζει τον κόπο. Θέλετε να χαρακτηρίσετε το φιλμ κάπως παιδικό; Ελεύθερα. Δεν νομίζω ότι, ακόμα κι έτσι, χάνει κάτι από τη μαγεία του. Προσωπικά πάντως κόλλησα κυρίως στις άπειρες σινεφίλ αναφορές. Δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία, που μιλά για τις απαρχές του σινεμά. Είναι και οι συνεχείς αναφορές σε ταινίες, σκηνές, ατάκες κλπ. παλιών ταινιών. Ο Χάρολντ Λόιντ και η περίφημη σκηνή στο ρολόι, ο Μελιές φυσικά, ο Τσάπλιν και πλήθος άλλοι, ακόμα και ο επιθεωρητής Κλουζό (βρείτε πότε και ποιος τον μιμείται χαρακτηριστικά) "κρύβονται" σ' αυτές. Αυτό το παιχνίδι είναι που προσωπικά απόλαυσα κυρίως, κι αυτό είναι το σημείο που δυστυχώς θα χάσουν οι μη γνωρίζοντες την ιστορία του σινεμά, που θα μείνουν υποχρεωτικά απλώς στην περιπέτεια και στο φαντασμαγορικό θέαμα. Τελικά, πέρα από μηνύματα, ιδέες και νοήματα, ο Scorsese κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο: Μια ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο και δη την ονειρική του πλευρά. Και με ιδιοφυή τρόπο παντρεύει τα πρώτα του "πρωτόγονα" χρόνια, τη γέννησή του και την κυριολεκτικά χειροποίητη κατασκευή των πρωτόλειων ταινιών (ξέρετε ότι ο Μελιές χρωμάτιζε με το χέρι μερικές ταινίες του, βάφοντας κάθε καρέ ξεχωριστά;) με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας του 2011: Το 3D. Σαν να μας λέει: Όλα είναι μια συνέχεια. Το σινεμά, εδώ και 120 κοντά χρόνια, είναι το κατ΄εξοχήν μέσο που έκανε τον άνθρωπο να ονειρεύεται.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 27, 2012

SHAME : Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ ΩΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ

Ο Steve McQueen (απλή συνωνυμία με τον μακαρίτη σταρ) είναι εικαστικός, κυρίως video artist, βραβευμένος μάλιστα με το περίφημο βρετανικό Turner Price το 1999. Τα τελευταία χρόνια στρέφεται στο σινεμά και, μετά το "Hunger", γυρίζει το 2011 το τολμηρό "Shame". Ένας απόλυτα πετυχημένος γιάπης ζει μόνος στη Νέα Υόρκη, στο δικό του διαμέρισμα. Σιγά - σιγά αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει απόλυτα καλά μ' αυτόν. Και από κάποιο σημείο και μετά αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην εμμονή του με το σεξ. Ολόκληρη η ζωή του και η σκέψη του στρέφεται γύρω απ' αυτό. Όταν δεν καλεί πόρνες στο σπίτι κάνει καμάκι στο μετρό, όταν δεν βλέπει τσόντες στον υπολογιστή αυνανίζεται στο μπάνιο. Ακόμα δραματικότερη γίνεται η περίπτωσή του όταν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πραγματικά ανίκανος να συνάψει μια κανονική σχέση, κοινώς να έχει κοπέλα. Μπορεί να αντλήσει ικανοποίηση μόνο από σχέσεις της μιας φοράς, σχέσεις καθαρά σεξουαλικές, δίχως ίχνος συναισθηματισμού. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ασυνήθιστη αυτή περίπτωση, στην αρχή τουλάχιστον, ντύνεται με την εικόνα του απόλυτα πετυχημένου, αποτελεί ακριβώς το όνειρο κάθε επίδοξου ή μη γιάπι: Ωραίος, με πετυχημένη καριέρα, δικό μου σπίτι, πήδημα όποτε γουστάρω... Τι άλλο θέλω; Η απόλυτη μοναξιά δεν μοιάζει να ενοχλεί, ίσα - ίσα, δεν θέλω κανείς να ανακατεύεται στη ζωή μου, ενώ η έλλειψη συναισθήματος αποτελεί κατάκτηση... Όταν η τραγουδίστρια αδελφή του έρχεται απροειδοποίητα να μείνει στο διαμέρισμά του, ο κόσμος του αρχίζει να καταρρέει. Εκείνη είναι εντελώς αντίθετη απ' αυτόν: Υπερσυναισθηματική, εύθραυστη, επιρρεπής σε έρωτες που αφήνουν πληγές, με απόπειρες αυτοκτονίας στο ιστορικό της... Η ενοχλητική καθημερινή επαφή μ' αυτήν είναι που αποκαλύπτει την πραγματικότητα του ήρωα: Ότι είναι όχι ακριβώς ένας ευτυχισμένος, πετυχημένος σούπερ χάι τύπος, αλλά ένας συναισθηματικά άρρωστος, παγιδευμένος σε κάτι που, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι γουστάρει, τελικά τον φυλακίζει. Η ταινία, πέραν των αρκετών τολμηρών σκηνών, είναι όντως καλογυρισμένη, με ιδιαίτερη αισθητική, ενώ ο Φασμπέντερ πολύ καλός στο ρόλο του. Θα είχα μια συγκεκριμένη αντίρρηση, που συχνά έχω σε τέτοιες περιπτώσεις: Ότι ασχολείται με μια πραγματικά σπάνια, ψυχοπαθολογική σχεδόν περίπτωση, οπότε, όσο καλή και νά'ναι, είναι δύσκολο να μας πει κάτι πέραν αυτής της ειδικής κατάστασης. Ωστόσο εδώ μπορούμε να εκλάβουμε το όλο θέμα και ως αλληγορία για τη μοναξιά των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, του σύγχρονου ανθρώπου, μια αλληγορία τελικά για τη βαθύτατη αλλοτρίωσή του. Ακριβώς το ότι η εξωτερική εικόνα του είναι απόλυτα θετική, μια εικόνα απδεκτή και συμπαθής, που πολλοί θα ζήλευαν, ακριβώς αυτό μας οδηγεί σε σκέψεις για το πόσο λάθος μπορεί να είναι οι αξίες μας, πόσο μακριά από την αληθινή ευτυχία (ό,τι και να είναι αυτό) μπορεί να βρισκόμαστε και σε πόσο λάθος κατεύθυνση πιθανόν βαδίζουμε. Η κατάρευση του ήρωα, το τσαλάκωμα της άψογης εικόνας του, δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες γι' αυτό.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

"Η Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι μια κλασική ταινία τρόμου, η δεύτερη του James Watkins, με πρωταγωνιστή, στον πρώτο "ενήλικο" ρόλο του, το πρώην Χάρι Πότερ κ. Ράντκλιφ. Για μένα όμως σημαντικότερο - με κάποιες νοσταλγικές διαστάσεις βεβαίως - είναι ότι είναι η ταινία με την οποία ξεκινά και πάλι η θρυλική βρετανική Hammer, η εταιρία - σήμα κατατεθέν του τρόμου των 50ς και 60ς, που, μεταξύ άλλων, είχε δώσει και τους κλασικούς Δράκουλες με τον Κρίστοφερ Λι. Ίσως λοιπόν επειδή πρόκειται για τη Hammer, ο τρόμος στη "Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι κάπως παλιομοδίτικος (και το λέω αυτό ως θετικό). Πρόκειται για τυπική ιστορία με φαντάσματα, που βασίζεται στην πραγματικά τρομακτική ατμόσφαιρα, στα υποβλητικά σκηνικά, στα στοιχειωμένα τοπία και όχι στον καταιγισμό άνευ ουσίας εφέ. Κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα λοιπόν ένας νεαρός χήρος δικηγόρος καλείται να πάει στην επαρχία, σε μια εγκαταλειμένη έπαυλη ανάμεσα στους βάλτους, για να βρει τα απαιτούμενα νομικά χαρτιά ώστε η έπαυλη να πωληθεί. Εκεί βέβαια τα πράγματα κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι, οι κάτοικοι του χωριού είναι τρομαγμένοι και εχθρικοί και η ίδια η βίλα με τίποτα δεν θα χαρακτηριζόταν ευχάριστος τόπος διαμονής. Και εκεί κάπου θα κάνει την εμφάνισή της και η μυστηριώδης και τρομακτική γυναίκα με τα μαύρα. Στα συν το εξαιρετικό σκηνικό, με τη βίλα πραγματικά στο πουθενά, όχι μόνο να βρίσκεται ανάμεσα σε βάλτους, αλλά και να αποκλείεται για κάμποσες ώρες κάθε μέρα από τον υπόλοιπο κόσμο όταν έχει παλίρροια. Πόρτες που τρίζουν, ξαφνικές παρουσίες που πιάνεις με την άκρη του ματιού, παράδοξα φαινόμενα, έρημα παιδικά δωμάτια γεμάτα ανησυχητικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που συχνά τρομάζει τον θεατή. Αντίρρηση έχω με τα συχνά "μπου" που γίνονται, που κάθε λίγο σε τινάζουν από το κάθισμα. Όχι τίποτα, αλλά τα θεωρώ κάπως εύκολο τρόπο για να τρομάξει κανείς. Επίσης δεν μου άρεσε και με το μάλλον ξενέρωτο για μένα τέλος. Κατά τα άλλα, πρόκειται όπως είπαμε για τυπική, παλιού στιλ ταινία τρόμου με φαντάσματα που εκδικούνται, η οποία πετυχαίνει τον στόχο της - να ανησυχήσει τον θεατή δίχως σπλάτερ και άλλα τέτοια - δίχως ωστόσο να προσθέτει και κάτι καινούριο στην μακρά παράδοση του είδους. Οπότε η επιτυχία της μάλλον σε σύγχρονους εθισμένους στα εφέ θεατές οφείλεται, που αγνοούν αυτό το ατμοσφαιρικό είδος τρόμου. Χαίρομαι ωστόσο που η Hammer είναι πάλι εδώ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2012

"ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ" Ή ΟΙ ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΜΕ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ

Από την εποχή του Blair Witch Project πολλές ταινίες έχουν γίνει με αυτό το ύφος: Καταγραφή, υποτίθεται, αληθινών γεγονότων από μια ερασιτεχνική κάμερα, κουνημένη εικόνα, όχι καλά καδραρισμένες λήψεις, ντοκιμαντερίστικη αισθητική κλπ. Ε, λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι προσωπικά θεωρώ το «Χρονικό» (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου στο σινεμά Josh Trank ίσως την καλύτερη τέτοια ταινία.

Πιθανόν η η πλοκή να είναι κι αυτή πολύ συνηθισμένη: Μια ομάδα νεαρών ανακαλύπτει κάτι περίεργο, θαμμένο στη γη. Το αγγίζουν και σταδιακά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αποκτούν όλο και ισχυρότερες υπερδυνάμεις... Μια ακόμα ταινία με σούπερ ήρωες λοιπόν;

Ας δούμε το «Χρονικό» από δύο διαφορετικές σκοπιές: Αυτή της σκηνοθεσίας (της κάμερας στο χέρι δηλαδή, της επίτηδες «ερασιτεχνικής» κινηματογράφησης κλπ.) και απ’ αυτήν του σούπερ ηρωικού φιλμ.

Για την πρώτη, ξέρω ότι πολύ κόσμο ενοχλεί το κούνημα της κάμερας, ο κόκκος στη φωτογραφία, το «τυχαίο» καδράρισμα κι όλα τα σχετικά. Ε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο φιλμ, χάρη σε ένα σεναριακό εύρημα, μετά το πρώτο μισάωρο όλα αυτά εξαφανίζονται και η εικόνα γίνεται «κανονική». Ξαναλέω, αυτό δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά δικαιολογείται σεναριακά. Οπότε όσοι φοβούνται αυτή την αισθητική, δεν θα ενοχληθούν ιδιαίτερα. Σημαντικότερη για μένα όμως είναι η δεύτερη σκοπιά. Πρόκειται για σούπερ ηρωικό φιλμ, είδος που συνήθως βαριέμαι. Τι διαφορετικό έχει όμως από τις συνηθισμένες περιπέτειες του είδους; Τον ρεαλισμό. Είναι σα να παρακολουθεί κανείς τι όντως μπορεί να συμβεί στο συνηθισμένο εδώ και τώρα, όταν μια παρέα συνηθισμένων νεαρών γίνει από τη μια μέρα στην άλλη παντοδύναμη (ή περίπου).

Η δύσκολη ηλικία της ενηλικίωσης, η ψυχολογία τους και οι επιπτώσεις σ’ αυτή, δίνονται με πειστικό τρόπο, δίχως το φιλμ να υστερεί σε σασπένς, το οποίο, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες τέτοιες ταινίες, βγαίνει από την καθημερινότητά τους και τις αλλαγές που οι νέες ιδιότητες επιφέρουν σ’ αυτή. Ούτε σούπερ κακοί υπερεγκληματίες που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο ούτε τίποτα τέτοιο δηλαδή. Αντίθετα, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τα ψυχικά τραύματα που κουβαλά, ο καθένας χειρίζεται διαφορετικά την νέα του κατάσταση. Ή, αν θέλετε, ο "κακός" κρύβεται μέσα μας... Α, και προς το τέλος δεν λείπουν ούτε τα εφέ και οι εντυπωσιακές σκηνές δράσης. Στη σωστή δόση όμως νομίζω.

Ενδιαφέρον ντεμπούτο λοιπόν και ενδιαφέρουσα ματιά σε ένα χιλιοειδωμένο υποείδος του σύγχρονου κινηματογράφου. Μόνο μια τέτοια ματιά θα μπορούσε να έχει άλλωστε νόημα σήμερα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Η ΜΑΡΘΑ Ή ΜΑΡΣΙ ΜΕΪ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΛΑΣ

Στην ουσία πρόκειται για μια ακομα περίπτωση καταγραφής μιας σχιζοφρενικής κατάστασης. Μια νεαρή κοπέλα ζει για δυο χρόνια σε μια περίεργη αίρεση, όπου τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των σωμάτων των πιστών, τελούν υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης, δραπετεύει απ' αυτή, βρίσκει καταφύγιο στο εξοχικό σπίτι της ευκατάστατης αδελφής της και του άντρα της, αλλά κι εκεί το περιβάλλον δεν της ταιριάζει καθόλου... Μιλώ βέβαια για την ανεξάρτητη αμερικάνικη ταινία "Martha Marcy May Marlene" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου σε ταινία μεγάλου μήκους Sean Durkin. Η οποία νομίζω ότι κάνει ζωηρή εντύπωση στον θεατή, καθώς, δίχως φυσικά να πρόκειται για ταινία τρόμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια απειλητική και αγχωτική ατμόσφαιρα. Η αφήγησή της κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, καθώς βλέπουμε εναλλάξ σκηνές από την τωρινή ζωή της ηρωίδας και από την προηγούμενή της στο κοινόβιο, κάπου στα βουνά της Αμερικής. Οι συνεχείς επιστροφές στο παρελθόν φωτίζουν σιγά - σιγά τα όσα έχουν συμβεί εκεί (σημειωτέον ότι η ερωτική ελευθεριότητα δεν είναι σε καμιά περίπτωση αυτό που πληγώνει εσωτερικά τη Μάρθα). Καθως λοιπόν η μπρος - πίσω αφήγηση προχωρεί, διαπιστώνουμε και το πόσο βαθιά διαταραγμένη είναι η ηρωίδα (η οποία, σημειωτέον, είναι πολύ καλή στο ρόλο της). Η ταινία μας δείχνει δύο αντίθετες όψεις του κόσμου μας, δύο αντίθετες κοσμοθεωρίες, τρόπους ζωής. Τον εναλλακτικό, που απορρίπτει ριζικά την κοινωνία όπως είναι - ή όπως την έχουμε καταντήσει - και τον... ας τον πούμε mainstream, τον "καθώς πρέπει", αυτόν που ενσαρκώνει το όνειρο του "μέσου ανθρώπου". Και απορρίπτει αμφότερους. Η Μάρθα δεν μπορεί να υπάρξει σε κανέναν. Έχει ενδιαφέρον το ότι στην αρχή μπορεί να γουστάρουμε την αυθόρμητη, ειλικρινή συμπεριφορά της στον "κανονικό" κόσμο, την τάση της να τα λέει όλα έξω από τα δόντια, να απορρίπτει ανοιχτά κάθε καθιερωμένα και κάθε παγιωμένη αξία. Βαθμιαία όμως διαπιστώνουμε ότι κι αυτή η απόλυτη άρνηση, ο κυνισμός σε κάποια σημεία, έχει τις ρίζες του - πέραν προφανώς της εναλλακτικής ιδιοσυγκρασίας της - σε έναν βαθύ ψυχικό διχασμό που φτάνει στα όρια της παράνοιας, που μπορεί να προκαλέσει ακόμα και παραισθήσεις. Μιας παράνοιας βέβαια που προκαλείται ακριβώς από την έκθεσή της σε δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους ζωής. Το φιλμ από τη μία μας δείχνει έναν εξουσιαστικό, καταπιεστικό συχνά "εναλλακτικό" τρόπο και από την άλλη έναν απόλυτα κενό, υπερφίαλο και σίγουρο για τον εαυτό του "καθώς πρέπει" τρόπο, που βασίζεται στην επίδειξη και, φυσικά, στη μη αμφισβήτηση, στην απόλυτη αποδοχή δίχως πολλή - πολλή σκέψη της κυρίαρχης κατάστασης. Ενδιαφέρον, με μόνη ένστασή μου το απότομο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Μάλλον καταλαβαίνω γιατί το κάνει ο σκηνοθέτης (spoiler: για να μας δείξει πιθανόν ότι η Μάρθα κουβαλά μέχρι τέλους τα τραύματά της, τα οποία την ακολουθούν, αφού μάλλον για παραισθήσεις πρόκειται - τέλος spoiler), αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ενοχλητικό όταν συμβαίνει ξαφνικά. Κατά τα άλλα συνιστώ αυτό το χαμηλότονο και δίχως μεγάλες εξάρσεις φιλμ, που περιγράφει με τον δικό του τρόπο καταστάσεις παρόμοιες μ' αυτές του "Μαύρου Κύκνου", δίχως όμως τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο Αρονόφσκι για να εντυπωσιάσει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 13, 2012

"SPELLBOUND" ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Το 1945 ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει το "Spellbound", μια ταινία βασισμένη πέρα για πέρα στην ψυχανάλυση, θέμα προφανώς σχετικά νέο την εποχή αυτή. Ο Χίτσκοκ συχνά έχει χαρακτηριστεί ως δημιουργός που παίζει με τις φροϊδικές και τις άλλες σχετικές θεωρίες. Εδώ αυτό γίνεται πιο εξώφθαλμο από ποτέ, αφού μοιάζει να είναι απόλυτα πεπεισμένος τόσο για τα διδάγματα και τη θεωρία της όσο και για την αποτελεσματικότητά της ως θεραπευτική μέθοδο. Το όνειρο και τα σύμβολά του - "μεταμφιεσμένα" στοιχεία του εσωτερικού μας κόσμου κατά τον Φρόιντ -, τα απωθημένα ψυχικά τραύματα, οι φοβίες, έχουν εδώ την τιμητική τους. Άλλωστε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα άσυλο ψυχασθενών. Στο άσυλο λοιπόν αυτό φτάνει ο νέος διευθυντής, που θα διαδεχτεί τον προηγούμενο που αποσύρεται. Εκεί θα γνωρίσει μια νέα ψυχαναλύτρια και, φυσικά, θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα. Πολύ σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν τον νέο διευθυντή... Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο Γκρέγκορι Πεκ είναι βέββαια οι σταρ του φιλμ και η ταινία γίνεται για πολλούς καλτ λόγω μιας σκηνής ονείρου, την οποία έχει σχεδιάσει (με απόλυτα αναγνωρίσιμο τρόπο, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις) ο Salvador Dali. Κατά τα άλλα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τυπικό χιτσκοκικό φιλμ, με τις ανατροπές, το σασπένς, την αστυνομική πλοκή (όλοι υποψιαζόμαστε ότι έχει γίνει κάποιος φόνος) και όλα τα υπόλοιπα συστατικά για να δέσει για μια ακόμα φορά η αλάνθαστη συνταγή του μετρ. Εδώ βέβαια η απόλυτη πίστη του δημιουργού (ή, τέλος πάντων, του σεναρίου) στην ψυχανάλυση ως κάτι πέρα για πέρα σωστό, που θεραπεύει στα σίγουρα αποκαλύπτοντας βαθιά θαμένα στο ασυνείδητο παιδικά και άλλα τραύματα, καθώς και η άνετη, εικόνα - εικόνα ερμηνεία των ονείρων, λες και διαβάζεις λεξικό που λέει "egg = αυγό", "map = χάρτης" κλπ., γίνονται λίγο αφελή, Αν ήταν τόσο απλά τα πράγματα χιλιάδες θα είχαν θεραπευτεί σε ελάχιστο χρόνο... Αλλά είπαμε: Αν είστε φανς του Χίτσκοκ εύκολα παραβλέπετε την αφέλεια που διαποτίζει το στόρι. Αν το κάνετε αυτό θα απολαύσετε μια ακόμα διασκεδαστική ταινία του, που κρατά τον θεατή. Κι αν ακόμα προσωπικά δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του, πάλι αξίζει τον κόπο, για διάφορους λόγους, η παρακολούθησή της. Μη ξεχνάτε άλλωστε και την εποχή που γυρίστηκε, μια εποχή που όλα αυτά ίσως ήταν καινοφανή για μεγάλο μέρος των λεγόμενων "μέσων ανθρώπων", οπότε η απλοϊκότητα σε ψυχολογικά θέματα περνούσε πιθανόν απαρατήρητη.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

"ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ": ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Τελικά νομίζω ότι ο εληνικής καταγωγής Alexander Payne είναι πιθανόν ο σημαντικότερος σήμερα δημιουργός αυτού του χαμηλότονου, πλην όμως πλήρες νοημάτων και συναισθημάτων, είδους φιλμ που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δραμεντί. Οι "Απόγονοι" του 2011 το επιβεβαιώνουν. Το πρώτο πράγμα που δηλώνεται στο φιλμ είναι ότι η Χαβάη, εξωτικός "παράδεισος", τόπος διακοπών, γεμάτος πανέμορφα τοπία, απέχει στην πραγματικότητα πολύ μακριά από την έννοια του παράδεισου. Τείνουμε να βλέπουμε τέτοια μέρη ως εξωτικά, χαλαρά, δίχως πολλά - πολλά προβλήματα, ξεχνώντας όμως ότι κι αυτά κατοικούνται από κοινούς ανθρώπους, σαν κι εμάς, οι οποίοι υποφέρουν όπως κι εμείς, ελπίζουν, απογοητεύονται, αποτυγχάνουν, πασχίζουν. Ο πλούσιος μεγαλοδικηγόρος ήρωας (εξαίρετος ο Τζορτζ Κλούνεϊ) βλέπει στο μέσο της ζωής του τον καλά τακτοποιημένο, ρουτινιάρικο κόσμο του να καταρρέει. Η γυναίκα του πέφτει σε κώμα από ένα ατύχημα και μάλλον δεν θα συνέλθει ποτέ, οι κόρες του (10 και 17 χρονών) είναι... άστα να πάνε (λογικό αφού, όπως μάλλον αργά συνειδητοποιεί, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε ασχοληθεί καθόλου μαζί τους), και, κερασάκι στην τούρτα, μαθαίνει ότι εδώ και καιρό η γυναίκα του τον απατούσε. Καθώς το χαλί τραβιέται βίαια κάτω από τα πόδια του, αρχίζει ένα ταξίδι από νησί σε νησί, το οποίο στην ουσία είναι ένα ταξίδι (για πρώτη μάλλον φορά) αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης της κατάστασής του - ή μάλλον της ουσιαστικής αποτυχίας του στη ζωή, παρά τα πλούτη. Ενώ το θέμα είναι καθαρά δραματικό, ο Payne το σπάει με χιούμορ (όλα τα λεφτά ο νεαρός γκόμενος της μεγάλης κόρης), το μπολιάζει με ένα είδος ελαφρότητας, η οποία ωστόσο νομίζω ότι καθόλου δεν στερεί από την ταινία το βάθος. Αντίθετα, την κάνει να βλέπεται ευκολότερα. Αυτό άλλωστε είναι κατά τη γνώμη μου και η βασική ικανότητα του σκηνοθέτη αυτού. Το είδαμε στο "Πλαγίως" και στο "About Smit", το βλέπουμε κι εδώ: Η σπάνια ικανότητα να λες σοβαρά ή/και δυσάρεστα πράγματα με ευχάριστο τρόπο. Και, επί πλέον, βρίσκει τον τρόπο σε όλο αυτό το υπαρξιακό δράμα και την πικρή διαπίστωση ότι, παρά τα φαινόμενα, πουθενά δεν υπάρχει παράδεισος, να συζητήσει και το θέμα των ιθαγενών χαβανέζων που εχασαν τη γη τους από την λευκή αποικιοκρατία - προφανώς η περίπτωση Χαβάη είναι ένα απλό παράδειγμα για κάτι που έχει συμβεί σε όλόκληρο τον πλανήτη - αλλά και για το παγκόσμιο φλέγον θέμα της οικολογικής καταστροφής, καθώς άλλο ένα θέμα της ταινίας αφορά ένα πανέμορφο, παρθένο και αχανές κομμάτι γης που ανήκει στον ήρωα και το πλήθος των συγγενών του, το οποίο ετοιμάζεται να πουληθεί για τουριστική εκμετάλλευση. Πολύ καλή ταινία, χαμηλότονη, δίχως εντυπωσιακές εξάρσεις και κορυφώσεις, πλην όμως πυκνή και συγχρόνως ευχάριστη. Μακάρι ο Payne να συνεχίσει έτσι. Ήδη όμως νομίζω ότι έχουμε αρχίσει να μιλάμε για "σταθερή αξία".

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2012

Ο ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ ΣΤΑ 70ς

Ο John Badham υπήρξε σκηνοθέτης με μεγάλες επιτυχίες στα 70ς και 80ς κυρίως (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία του "Saturday Night Fever"). Στα 1979 λοιπόν, στην κορυφή της καριέρας του, γυρίζει έναν "Δράκουλα" με τον κλασικό γόη Φρανκ Λανγκέλα στον βασικό ρόλο και τους Λόρενς Ολίβιε (Βαν Χέλσινγκ) και Ντόναλντ Πλέζανς στους άλλους. Ο Μπάνταμ δεν ξεκινά από την αρχή την κλασική ιστορία του Μπραμ Στόουκερ, αλλά από τη στιγμή που ο φοβερός κόμης ταξιδεύει με το πλοίο (πλοίο - φάντασμα καλύτερα να πούμε) προς την Αγγλία. Από εκεί και πέρα παραμένει σχετικά πιστός στο πρωτότυπο. Θεωρώ το όλο εγχείρημα αrκετά πετυχημένο. Ο Δράκουλας διαθέτει σε σωστή αναλογία το μείγμα γοητείας - τρόμου, οι ερμηνείες είναι καλές, η ατμόσφαιρα γοητευτικά μπαρόκ και παρακμασμένη όταν χρειάζεται. Υπάρχει σαφώς περισότερος τρόμος και περισσότερος ερωτισμός από τις προηγούμενες βερσιόν, αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα εποχής: Τα 70ς είναι πολύ πιο απελευθερωμένα από τα τέλη των 50ς - αρχές 60ς που έγιναν οι κλασικοί Δράκουλες της Χάμερ με τον Κρίστοφερ Λι. Πάντως αυτή εδώ η βερσιόν του κυριολεκτικά και μεταφοριά (για τη μεγάλη οθόνη) απέθαντου ήρωα επικεντρώνει στο ρομαντικό στοιχείο. Ρομαντικό με την έννοια της βαριάς, μπαρόκ και ενίοτε παρακμιακής ατμόσφαιρας, του πάθους που αψηφά τον θάνατο (η Μίνα παραμένει μέχρι τέλους αθεράπευτα ερωτευμένη με τον γοητευτικό κόμη, ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται το τι πραγματικά είναι αυτός), του αέναου παιχνιδιού με τα άκρα. Και, βέβαια, το "ανοιχτό" τέλος δείχνει την υπόγεια συμπάθεια προς το "τέρας", το οποίο δεν είναι πλέον αποκλειστικά και μόνο, μονοδιάστατα δηλαδή, φορέας του κακού. Χαρακτηριστικό και το ότι το άσυλο των τρελών βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, αφού η οικογένεια της Μίνας κατοικεί σ' αυτό, αφού ο πατέρας της είναι ο γιατρός - ιδιοκτήτης, και σε πολλές σκηνές οι τρελοί μπερδεύονται με τους υγιείς, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ανησυχητικού κλίματος. Δεν μιλάμε φυσικά για ένα αριστούργημα όπως (κατά τη γνώμη μου βέβαια) ο μεταγενέστερος Δράκουλας του Κόπολα, σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται και για μια αδιάφορη βερσιόν, όπως πολλές που είχαν προηγηθεί. Πρόκειται για έναν τυπικό, καλό Δράκουλα - που μπορεί να μπαίνει ακάλεστος στα σπίτια και δεν φοβάται τον σταυρό όπως οι προηγούμενοί του. Αν σας ενδιαφέρει το θέμα και ο συγκεκριμένος ήρωας, θα σας τον πρότεινα ως μία αρκετά συμπαθητική εκδοχή του κλασικού μύθου.