Κυριακή, Απριλίου 18, 2010

"ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ" ΣΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ


Το "Quest for love" είναι μια βρετανική ταινία του 1971 του Ralph Thomas (1915-2001), που αποτελεί έναν ασυνήθιστο συνδυασμό ρομαντικού, ερωτικού φιλμ και επιστημονικής φαντασίας. Και, επιπλέον, διαθέτει και μια πανέμορφη Τζόαν Κόλλινς (πριν τις διάφορες Δυναστείες). Βασίζεται σε διήγημα του καλού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας John Wyndham και είναι μία από τις πρώτες εμφανίσεις στο σινεμά της έννοιας των "παράλληλων συμπάντων", αν και τότε δεν λέγονταν ακόμα έτσι.
Ο επιστήμονας (και εργένης) ήρωας μεταφέρεται από ένα ατύχημα σε έναν εναλλακτικό σήμερα, ελαφρά πιο καθυστερημένο τεχνολογικά, όπου ο Β' Παγκόσμιος δεν έχει συμβεί ποτέ και όπου ο ίδιος είναι διάσημος θεατρικός σκηνοθέτης, παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα, την οποία απατά ασύστολα. Όλοι οι φίλοι του βρίσκονται εκεί, με διαφορετικές όμως προσωπικότητες και προσωπικές ιστορίες.
Η ταινία είναι κυρίως αισθηματική και μιλά για τον έρωτα του ήρωα για την "άγνωστη" σύζυγό του και τα όσο δραματικά συμβαίνουν μεταξύ τους σε αμφότερους τους κόσμους. Παρά το ότι πρόκειται βέβαια για καθαρή επιστημονική φαντασία, δεν υπάρχουν καθόλου εφέ, ενώ το σασπένς (πάντοτε σε ρομαντικό πλαίσιο) αυξάνεται όσο προχωράμε προς το τέλος. Το ενδιαφέρον - και παρακινδυνευμένο - είναι ότι το φιλμ ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο μελό και την ευαισθησία (αν και διανθίζεται και με αρκετό χιούμορ), το δακρύβρεκτο love story και τη μελέτη του έρωτα, αλλά το όλο φανταστικό πλαίσιο και η αγωνία των τελικών σκηνών με κέρδισαν τελικά. Η εικόνα βέβαια είναι αρκετά ξεπερασμένη - απ' αυτές που φωνάζουν από μακριά ότι βρισκόμαστε στις αρχές των 70ς - ωστόσο η ταινία κατάφερε να δώσει αρκετή τροφή για σκέψη πάνω στην παράδοξη κατάσταση που προτείνει. Την βρήκα επίσης σχετικά ενδιαφέρουσα και για τον παράξενο συνδυασμό ρομαντισμού και επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί το βασικό της γνώρισμα. Ε, και αν σας ξεφύγει και κανένα δάκρυ σε κάποιες στιγμές, δεν πειράζει... Μικρό το κακό.

Παρασκευή, Απριλίου 16, 2010

ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ "ΥΠΟΨΙΑ"


Η "Chloe" ("Υποψία" στα ελληνικά) του 2009 γυρίστηκε από τον αξιόλογο καναδό (αρμενικής καταγωγής) Atom Egoyan και είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε ερωτικό θρίλερ. Με μια ιστορία που φέρνει στο νου φιλμς όπως η "Ολέθρια Σχέση" ή ακόμα και οι "Υποψίες" του Χίτσκοκ, διαθέτει μια γερή δόση ερωτισμού, που είναι πανταχού παρόν στην ατμόσφαιρα, αλλά και κλιμακούμενη αγωνία.
Η ταινία περιγράφει ένα ασυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, με έντονο το λεσβιακό στοιχείο, ενώ το στοιχείο του θρίλερ - μιας όλο και πιο αγχώδους κατάστασης δηλαδή - εμφανίζεται σχετικά αργά και κυρίως προς το τέλος. Ο Egoyan πάντοτε ενδιαφερόταν για τον ερωτισμό, οπότε νομίζω ότι το όλο κλίμα του ταιριάζει.
Συγχρόνως το φιλμ μιλά για την παρακμή και την αλλοτρίωση μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, την κατάρρευση των μεταξύ τους σχέσεων (τόσο του ζευγαριού, όσο και των σχέσεων μητέρας - γιού), τις απαγορευμένες επιθυμίες και την αναπόφευκτη υποκρισία. Και επειδή ο Egoyan είναι ένας "κομψός" σκηνοθέτης, το φιλμ του δεν διαθέτει παροξυσμούς, δεν κραυγάζει (όπως η προαναφερθείσα "Ολέθρια Σχέση"), αλλά είναι σχετικά χαμηλότονο. Όλα γίνονται υπόγεια, σχεδον ανεπαίσθητα, και έτσι ανεπαίσθητα οι ήρωες πέφτουν στην παγίδα - ή, αν θέλετε, υποκύπτουν στα καταπιεσμένα πάθη τους με τραγικές συνέπειες. Αυτό νομίζω είναι και το βασικό θέμα (το οποίο βεβαίως έχουμε ξαναδεί): Όταν οι προσποιήσεις εξαφανιστούν, όταν τα πάθη αφεθούν ελεύθερα, η καθώς πρέπει αστική οικογένεια φτάνει στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ίσως το συμπέρασμα που προκύπτει απ' αυτό να είναι ότι ο θεσμός αυτός βασίζεται στην υποκρισία.
Η ταινία μου άρεσε αρκετά - αν και οι κριτικές που πήρε είναι μάλλον χλιαρές - δίχως βεβαίως να τη θεωρώ και αριστούργημα. Οπωσδήποτε τη στηρίζουν η καταπληκτική Τζούλιαν Μουρ, αλλά και ο Λίαμ Νίσον. Παρά το ότι τη βρήκα αρκετά καλή πάντως, νομίζω ότι ο Egoyan έχει χάσει αυτή την ιδιαιτερότητα που είχε σε παλιότερες ταινίες του (η αγαπημένη μου απ' αυτές είναι το "Exotica").

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2010

ΘΑΥΜΑΤΑ (;) ΣΤΗ ΛΟΥΡΔΗ


Θα πω από την αρχή ότι το "Προσκύνημα στη Λούρδη" (Lourdes, 2009) της αυστριακής Jessica Hausner μάλλον σε λίγους θα αρέσει. Λόγω των πολύ αργών ρυθμών του, λόγω του ντοκιμαντερίστικου στιλ του (στο οποίο όμως παρεισφρύει ένα υπό συζήτηση θαύμα), λόγω του όλου θέματος. Βρίσκω παρ' όλα αυτά ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που έχει την ικανότητα να προβληματίζει.
Η Λούρδη στη Γαλλία είναι ό,τι ακριβώς για μας η Παναγία της Τήνου. Τόπος συρροής χιλιάδων πιστών, αλλά και ένα τεράστιο εμπορικό οικοδόμημα, που αφήνει εκατομμύρια στην καθολική εκκλησία. Μέρος προσευχής, αλλά και τεράστιας εμπορικής εκμετάλλευσης ταυτόχρονα. Χιλιάδες άρρωστοι, ανάπηροι και γενικά άνθρωποι με προβλήματα υγείας μαζεύονται κάθε χρόνο εκεί περιμένοντας το θαύμα και εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στην Παναγία.
Η ταινία παρακολουθεί την θρησκευτική εκδρομή ενός τέτοιου γκρουπ. Ανάμεσα στους άρρωστους και μια νεαρή ανάπηρη κοπέλα, που ωστόσο δεν δείχνει να είναι ιδιαίτερα θρήσκα. Ωστόσο το "θαύμα" θα συμβεί σ' αυτή και ξαφνικά θα νοιώσει ότι μπορεί να περπατήσει. Η ζωή της θα αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη έως... Με αργούς, όπως σας έλεγα στην αρχή, ρυθμούς, παρακολουθούμε τις καθημερινές δραστηριότητες του γκρουπ, τις θρησκευτικές τελετές και όχι μόνο στις οποίες παίρνουν μέρος κλπ. Αλλά και τις ποικίλες αντιδράσεις μετά το θαύμα (;), που κυμαίνονται από χαρά και δέος μέχρι ζήλεια και φθόνο.
Νομίζω ότι αυτό που θέλει να τονίσει το φιλμ είναι η τυχαιότητα και - γιατί όχι - η τυφλή σκληρότητα της ζωής. Η οποία ζωή δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς", πιστούς ή μη, πλούσιους ή φτωχούς. Η μοίρα (όχι με την έννοια του προδιαγεγραμμένου, αλλά μ' αυτήν της τυχαιότητας) δεν κάνει καμιά απολύτως διάκριση. Κάτω από την ευαισθησία στην καταγραφή των όσων συμβαίνουν, διακρίνουμε μια βαθύτατη ειρωνεία: Τη βρίσκουμε στην κατάδειξη του εμπορικού στοιχείου του όλου πράγματος, στην αμηχανία των στερεότυπων απαντήσεων των παπάδων στις "δύσκολες" και γεμάτες αγωνία ερωτήσεις των πιστών ("γιατί αυτή κι όχι κάποια άλλη" είναι μια από τις πιο βασικές, και αφορά και στις καλές και στις αρνητικές καταστάσεις), ακόμα και στα "βλάσφημα" θρησκευτικά ανέκδοτα που λένε κάποιοι. Όπως επίσης μπορούμε και να διακρίνουμε, όπως ακριβώς και σε ταινίες του Μπουνιουέλ σαν τη "Βιριδιάνα", την κοινωνική "αχρηστία" ενός θαύματος (αν δεχτούμε πως συμβαίνει κάτι τέτοιο), που ευεργετεί κάποιον αφήνοντας ανέγγιχτη τη βαθιά δυστυχία χιλιάδων άλλων γύρω του. Όπως λέει και ένας ηλικιωμένος ανάπηρος πιστός με ανατριχιατική ειλικρίνεια "όταν τελειώσει όλη αυτή η όμορφη εκδρομή, θα είμαι πάλι ολομόναχος". Κι όλα αυτά για να καταλήξουμε σ' ένα φινάλε που πραγματικά παγώνει το αίμα, καταδεικνύοντας για μια ακόμα φορά την τυφλότητα της μοίρας.
Ταινία διφορούμενη, που βλέπεται μάλλον δύσκολα (εκτός αν σας ενδιαφέρει η ντοκιμαντερίστικη καταγραφή των όσων συμβαίνουν κάθε χρόνο στη Λούρδη), που ωστόσο με άγγιξε και με έκανε να σκεφτώ (και μάλλον να επιβεβαιώσω) πράγματα που ήδη πίστευα. Αυτό όμως είναι προσωπικό. Πιστεύω ότι, αφαιρώντας το τελευταίο μέρος της πρότασης, σίγουρα θα σας κάνει να σκεφτείτε.

Τρίτη, Απριλίου 13, 2010

ΤΟ (ΕΛΛΗΝΙΚΟ) ΣΙΝΕΜΑ ΓΥΜΝΟ


Ο χώρος του ελληνικού ερωτικού σινεμά (είτε για σοφτ πορνό μιλάμε είτε για χαρντ) παρέμενε μέχρι σήμερα ανεξερεύνητος, με διάφορους μύθους να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Το ντοκιμαντέρ του Βάσου Γεώργα (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Κολλιοδήμο) "Το Σινεμά Γυμνό" έρχεται να καλύψει αυτό το κενό.
Η δομή που επιλέγει ο σκηνοθέτης δεν είναι μια γραμμική ιστορική προσέγγιση του στιλ "το 1973 έγινε η τάδε ταινία, το 1974 η δείνα", αλλά ένα συνεχές πηγαινέλα ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλάνε, είτε αναλύοντας θεωρητικά το φαινόμενο, είτε παραθέτοντας τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις τους και σκηνές από ταινίες του είδους, πολλές απ' αυτές σπάνιες. Άγνωστες πτυχές αποκαλύπτονται, ακόμα πιο άγνωστες ταινίες έρχονται στο φως, σε πολλά σημεία βγαίνει γέλιο, ηθελημένα ή μη, ο Γκουσγκούνης, η Τίνα Σπάθη και άλλοι "θρύλοι" εχουν την τιμητική τους και πιθανόν κάποιοι νέοι θεατές θα μείνουν έκπληκτοι από τα όσα θα μάθουν, ενώ κάποιοι μεγαλύτεροι θα νοσταλγήσουν ίσως κάποιες άλλες εποχές...
Το φαινόμενο του ελληνικού ερωτικού σινεμά ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του 60, κορυφώνεται στη δεκαετία του 70 και σβήνει στις αρχές (ή ίσως στα μισά) των 80ς, με την εισβολή του βίντεο και αργότερα του dvd και το σταδιακό κλείσιμο της συντριπτικής πλειοψηφίας των "ειδικών" κινηματογράφων. Αρχικά ξεκινά ως ερωτικό σινεμά, με άλλοτε λίγο και άλλοτε περισσότερο γυμνό, και βαθμιαία στα 70ς μεταλλάσσεται σε κανονικό σκληρό πορνό. Απο τα μέσα των 80ς και για 20 περίπου χρόνια δεν υπάρχει ελληνικό πορνό, ενώ έκπληκτος έμαθα ότι τα τελευταία 3-4 χρόνια άρχισαν και πάλι να γυρίζονται στη χώρα μας και μάλιστα από δύο εταιρίες.
Στο φιλμ παρελαύνουν πάρα πολλοί άνθρωποι του σινεμά όλων των πιθανών ιδιοτήτων, άλλοι του "κανονικού" κι άλλοι του συγκεκριμένου χώρου, από τον βασικό ομιλητή Κολλιοδήμο (άνθρωπο με μεγάλες κινηματογραφικές γνώσεις), τον Μικελίδη, το Ζερβό ή τον Ρεντζή μέχρι την Τίνα Σπάθη και τον Όμηρο Ευστρατιάδη. Όλοι αυτοί λένε μερικές φορές αντικρουόμενα πράγματα, βρίσκω όμως ότι αυτό αποτελεί και τη γοητεία του όλου πράγματος: Τα συμπεράσματα πρέπει να είναι δικά σας. Οι ίδιοι οι δημιουργοί άλλωστε δεν παίρνουν θέση. Απλώς καταγράφουν. Ενδιαφέρον είναι και ο συσχετισμός που κάνουν αρκετοί ομιλητές ανάμεσα στο φαινόμενο που εξετάζουμε και τη χούντα, καθώς και η περιγραφή της ατμόσφαιρας των χρόνων αυτών.
Πρέπει να πούμε ότι οι περισσότερες ταινίες των οποίων αποσπάσματα βλέπουμε (μερικά με γνωστούς ηθοποιούς) είναι εξαιρετικά κακές. Σίγουρα η ποιότητα τόσο των σοφτ όσο και των σκληρών ελληνικών ερωτικών ταινιών δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα υψηλή. Γι' αυτό σας είπα στην αρχή ότι μερικές προκαλούν άθελά τους γέλιο. Και μη μου πείτε εδώ "τι σημαίνει καλό και κακό σκληρό πορνό". Ακόμα και εκεί οι ποιοτικές διαφοροποιήσεις είναι έντονες. Πολύ απλά, αν αποκλειστικός στόχος των πορνό είναι να μας ερεθίσουν, πιστέψτε με, πολλά απ' αυτά είναι τόσο κακογυρισμένα σε όλα τα επίπεδα που δεν το καταφέρνουν.
Συνολικά βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, που πετυχαίνει αρκετά τον στόχο του: Να πληροφορήσει για μια εν πολλοίς άγνωστη πτυχή του ελληνικού σινεμά. Και αποκτά μεγαλύτερη αξία αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια στο είδος της.
ΥΓ 1: Η ταινία αποτελεί "συμπυκνωμένη" έκδοση μιας σειράς 12 επεισοδίων που καλύπτουν πολύ ευρύτερο φάσμα στο ελληνικό σινεμά: Από απλές γυμνές εμφανίσεις μέχρι χαρντ κορ και από τα χρόνια του βωβού μέχρι σήμερα. Απλώς εδώ επικεντρώθηκε (περίπου) στην περίοδο 1965-1985.
ΥΓ 2: Μην περιμένετε να δείτε σκληρό πορνό στα αποσπάσματα, ειτε από τους γκουσγκουνοειδείς είτε από γνωστούς ηθοποιούς του εμπορικού σινεμά που πήραν μέρος σε φιλμ του είδους (σοφτ, να εξηγούμαστε). Μόνο γυμνό, κάποιες περιπτύξεις και σπαρταριστές ατάκες. Για να μην πάτε με άλλου είδους προσδοκίες...

Δευτέρα, Απριλίου 12, 2010

ΥΠΟΠΤΟΣ ΜΕ ΒΡΩΜΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Το "Under Suspicion" (δεν ξέρω τον ελληνικό τίτλο) είναι ένα αστυνομικό δράμα του όχι πολύ αξιόλογου Stephen Hopkins, που γυρίστηκε το 2000. Πρόκειται για μια μάλλον ασυνήθιστη ταινία, που βασίζεται σε δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς: Τον Τζιν Χάκμαν και τον Μόργκαν Φρίμαν, ενώ η Μόνικα Μπελούτσι είναι απλώς χάρμα οφθαλμών.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από μια ανάκριση: Ένας πλούσιος μεγαλοδικηγόρος κατηγορείται για βιασμό και φόνο δύο 12χρονων κοριτσιών και ανακρίνεται από τον αστυνόμο και παιδικό του φίλο (όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα νησί της Καραϊβικής, οπότε δικαολογείται το ότι όλοι είναι λίγο - πολύ γνωστοί). Καθώς η ανάκριση προχωρά, όλο και πιο πολλά προσωπικά ή/και βρώμικα μυστικά αποκαλύπτονται και οδηγούν σε απόλυτο εξευτελισμό και ψυχικό ξεγύμνωμα του ύποπτου - πράγμα που δεν είναι πάντοτε σχετικό με την κατηγορία που τον βαραίνει. Το τέλος, κατά τη γνώμη μου, είναι κάπως ξεκάρφωτο και μάλλον απογοητευτικό.
Νομίζω ότι το φιλμ έχει κάποιες αρετές και παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον, δεν μπορώ να πω πάντως ότι με ενθουσίασε ιδιαίτερα. Αφήνει πολλά σκοτεινά σημεία, πράγμα όχι υποχρεωτικά κακό, αλλά εδώ δεν κατάλαβα πού το πήγαινε. Γενικά δεν κατάλαβα πού το πήγαινε και ποιος ήταν συνολικά ο σκοπός του. Σίγουρα ήθελε, υποθέτω, να καταδείξει τη βρωμιά που κρύβεται κάτω από τον πλούτο και πίσω από καθ' όλα ευϋπόληπτους πολίτες που αποτελούν εξέχοντα μέλη της κοινωνίας - αν και αυτό το θέμα το έχουμε δει αρκετές φορές. Ίσως και να στηλιτεύει τον εξευτελισμό που μπορεί να υποστεί κάποιος από την εξουσία, απλώς επειδή είναι ύποπτος, δίχως (ακόμα) να έχει αποδειχτεί τίποτα εναντίον του. Ή, τέλος, μπορεί να επιχειρεί να σκιαγραφήσει τα ψυχολογικά πορτρέτα των δύο ηρώων. Δεν ξέρω, ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά ξαναλέω ότι δεν πολυενθουσιάστηκα.
Ο Hopkins επινοεί και διάφορα σκηνοθετικά "κόλπα" (όπως, ποιητική αδεία, το να βρίσκεται ο ανακριτής παρόν στις επίμαχες σκηνές του παρελθόντος που αφηγείται ο ύποπτος και να συνεχίζει εκεί την ανάκριση), αλλά προσωπικά μου φάνηκαν μάλλον φούσκες προς εντυπωσιασμό, τουτέστιν άνευ ουσίας. Μένουν κάποια ενδιαφέροντα σημεία, το γεγονός ότι το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους σε σχετικό ενδιαφέρον και οι καλές ηθοποιίες των δύο πρωταγωνιστών. Μικρή, κατά τη γφνώμη μου πάντα, συγκομιδή.

Κυριακή, Απριλίου 11, 2010

ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Ο γάλλος Alain Corneau γυρίζει το 1991 τα συγκινητικά "Όλα τα Πρωινά του Κόσμου" (Tous les matins du monde) και μας μεταφέρει στον 17ο αιώνα, πλημμυρίζοντάς μας με πολύ όμορφη μουσική της εποχής. Η μουσική, άλλωστε, και οι μουσικοί είναι το βασικό θέμα της ταινίας.
Αφηγείται την ιστορία δύο συνθετών και εκτελεστών της βιόλας. Και οι δύο είναι υπαρκτά πρόσωπα και οι μουσικές τους ακούγονται στο φιλμ. Η σχέση τους είναι αυτή του δάσκαλου και του μαθητή. Ο πιο ηλικιωμένος, ο δάσκαλος, είναι εσωστρεφής, μοναχικός, λιγομίλητος, βαθύς, σε αιώνιο πένθος για τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του. Ο νεότερος, που αφηγείται την ιστορία, είναι εξωστρεφής, κοσμικός, φιλόδοξος και θέλει να ανέβει κοινωνικά.
Έτσι αντιπαραβάλλονται δυο απόψεις για την τέχνη, αφού βασικά το φιλμ μιλά γι' αυτή: Η τέχνη σαν βαθύτατη εσωτερική ανάγκη από τη μία, που δεν νοιάζεται για την προβολή και τη διασημότητα, η τέχνη σαν μέσο κατάκτησης της δόξας (και του χρήματος) από την άλλη, που ενδιαφέρεται αν θα αρέσει στο κοινό ή όχι. Μιλά όμως και για τη νεότητα που χάνεται, τη μοναξιά της ώριμης ηλικίας, τους χαμένους έρωτες και τα ξεχασμένα όνειρα και, στο δεύτερο μέρος, διαπνέεται από μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας για όσα έχουν χαθεί.
Όλα αυτά δίνονται με μια συγκινητική (δίχως ίχνος μελό), τραγική και δραματική ιστορία, που καλύπτει πολλά χρόνια από τις ζωές των δύο μουσικών και τις όχι πάντοτε ομαλές σχέσεις τους. Αρκετές φορές έπιασα τον εαυτό μου να είναι έτοιμος να βουρκώσει και γενικά με καθήλωσε η ευαισθησία και η εσωτερικότητα της ταινίας.
Αυτό πάντως που κυρίως προκαλεί εντύπωση είναι η εξαιρετική εικόνα της. Ο Corneau χρησιμοποιεί μια ασυνήθιστη τεχνική: Ολόκληρο το φιλμ αποτελείται μόνο από ακίνητα πλάνα, δηλαδή η κάμερα δεν κινείται σχεδόν ποτέ. Οι ηθοποιοί ή η φύση είναι αυτά που κινούνται μέσα στα ακίνητα κάδρα. Έτσι όλο το βάρος πέφτει στο εικαστικό μέρος. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε σχεδόν πλάνο θα μπορούσε να είναι ένας πίνακας. Άλλωστε ο σκηνοθέτης παραπέμπει άμεσα σε πίνακες της εποχής, φτιάχνοντας έτσι μια σειρά από υπέροχες εικόνες σπάνιας εικαστικότητας. Η μουσική πλημμυρίζει κάθε σχεδόν λεπτό του φιλμ (κάνοντας πολλούς στην εποχή του να ενδιαφερθούν για τη μουσική του 17ου αιώνα), καθιστώντας έτσι τη θέαση της ταινίας μια οπτικοακουστική πανδαισία.
Στο φιλμ, τέλος, παίζουν οι Ζεράρ και Γκιγιόμ Ντεπαρντιέ, πατέρας και γιος. Ο τελευταίος, ως γνωστόν, πέθανε πρόωρα.

Παρασκευή, Απριλίου 09, 2010

ΒΙΡΙΔΙΑΝΑ: ΕΝΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ


Ο Luis Buñuel (1900-1983), πάντοτε ασεβής και προκλητικός, είναι ένας από τους 2-3 αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Το 1961, σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της καριέρας του, γυρίζει τη "Βιριδιάνα", μια από τις καλύτερες - κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο - ταινίες του.
Η "Βιριδιάνα" είναι πρώτα απ' όλα μια επίθεση στην καθολική εκκλησία, αλλά και σε μια σειρά από χριστιανικά σύμβολα και κλισέ γενικότερα (γι' αυτό άλλωστε είχε αφοριστεί στην εποχή της). Και μόνο για την τόλμη της αυτή έχει ιδιαίτερη αξία. Σκεφτείτε ότι βρισκόμαστε στο 1961 και στην Ισπανία σοβεί η στυγνή δικτατορία του Φράνκο - αν και νομίζω ότι ο Μπουνιουέλ τη γύρισε στο Μεξικό. Ταυτόχρονα, εξετάζοντάς την από οπτική άποψη, θα βρούμε μια σειρά από σουρεαλιστικά σύμβολα (αλοίμονο, μιλάμε για τον σημαντικότερο σουρεαλιστή σκηνοθέτη), μερικά από τα οποία ιδιαίτερα τολμηρά (ένας σταυρός - σουγιάς, ένα αγκάθινο στεφάνι που καίγεται κλπ.)
Αυτό που είναι σημαντικότερο όμως στην ιστορία της καλόγριας Βιριδιάνας που αποτυγχάνει παταγωδώς να εφαρμόσει τη χριστιανική φιλοσοφία και, τελικά, παραδίδεται στην ύλη, είναι τα νοήματα και οι ιδέες του φιλμ. Νομίζω ότι, δίχως να έχει τίποτα που εξωτερικά να θυμίζει κάτι τέτοιο, είναι μια βαθιά πολιτική ταινία. Κατ' αρχήν ο
δαιμόνιος Μπουνιουέλ επιτίθεται στην ιδέα τηυς ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας. Ή μάλλον όχι σ' αυτές καθ' εαυτές τις ιδέες, αλλά στην ουσιαστικά αχρηστία τους σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και στην παντελή αδυναμία τους να αλλάξουν τον κόσμο. Τι ακριβώς λέει; Ότι εφ' όσον η κοινωνία είναι απόλυτα ταξική και οι κοινωνικές διαφορές και ανισότητες βαθύτατες και απαράδεκτα άδικες, όσο φιλάνθρωπος ή ελεήμων κι αν είσαι, στην ουσία κάνεις μια τρύπα στο νερό. Τα πάντα παραμένουν τα ίδια. Η εκπληκτική σκηνή με τον δεμένο στο αμάξι σκύλο (ας μην την περιγράψω γιατί δεν θα τελειώσω ποτέ) συνοψίζει θαυμάσια, λειτουργώντας ως παραβολή, τις ιδέες αυτές. Το ίδιο ακριβώς θέμα άλλωστε έχει επεξεργαστεί ο Μ. και σε μαι άλλη μεγάλη ταινία του, το "Ναζαρέν".
Από την άλλη μιλά για την ανθρώπινη φύση και τα βαθιά, υποσυνείδητα ανθρώπινα ένστικτα. Οι λούμπεν ζητιάνοι της ταινίας παραμένουν βίαιοι και ζωώδεις, ανταποδίδοντας με κτηνωδία την ελεημοσύνη που δέχτηκαν. Είναι "εκ φύσεως κακοί"; Μάλλον όχι. Αλλά όταν βρίσκεσαι σε όλη σου τη ζωή στο περιθώριο, στην απόλυτη εξαθλίωση και την αρρώστια, δίχως να ξέρεις αν θα φας αύριο ή όχι, και υπομένοντας μάλιστα τις κοροϊδίες και την αποστροφή των άλλων, ο χαρακτήρας σου έχει πλέον διαμορφωθεί απόλυτα και η ελεημοσύνη δεν μπορεί με τίποτα να τον αλλάξει. Το "κακό" δεν είναι εκ γενετής, αλλά μια κοινωνική διαστροφή, κάτι που δημιουργείται για κοινωνικούς λόγους.
Συγχρόνως η μαζοχιστική πλευρά του χριστιανισμού, αυτή της απόλυτης εγκατάλειψης της σάρκας και της λατρείας του πνεύματος και μόνο, καυτηριάζεται ώς είτε, πολύ απλά, ανεφάρμοστη, είτε απάνθρωπη, που απέχει πολύ από του να χαρίσει την ευτυχία - κι αν τη χαρίσει, θα το κάνει σε ελάχιστους που τυχαίνει να είναι έτσι από τη φύση τους και όχι στην ανθρωπότητα (αν και, εδώ που τα λέμε, κι αυτό ακόμα αμφισβητείται, αφού η ίδια η ηρωίδα υποκύπτει τελικά στην απόλυτα φυσιολογική ανάγκη της για απολαύσεις και υλικής φύσης - προσοχή στο "και" - πράγμα που δεν έχει τίποτα το κακό). Έτσι ο Μ. επιτίθεται όχι ακριβώς στη χριστιανική πίστη, αλλά στη χριστιανική φιλοσοφία, θεωρώντας την αν μη τι άλλο κοινωνικά άχρηστη, αλλά και ουσιαστικά ανεφάρμοστη.
Αυτές είναι μερικές μόνο από τις ιδέες που μπορεί να προκαλέσει στο θεατή το φιλμ. Υπάρχουν κι άλλες - ή πιθανόν διαφορετικές αναγνώσεις, αλλά σταματώ εδώ. Νομίζω ότι, τόσα χρόνια μετά, η ταινία δεν έχει χάσει τίποτα από το μεγαλείο της. Διαθέτει μάλιστα και φοβερή κορύφωση, που έρχεται στις εκπληκτικές σκηνές του συμποσίου των ζητιάνων (που αποτελούν μια απίστευτη "αυλή των θαυμάτων") και στη βλάσφημη παρωδία του Μυστικού Δείπνου.
Για μένα είναι μια από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών. Αν δεν την έχετε δει κάντε το. Μπορεί να τη λατρέψετε, μπορεί και να σας εξοργίσει, σίγουρα όμως θα σας κάνει να σκεφτείτε πολύ.

Παρασκευή, Απριλίου 02, 2010

ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΚΑΙ Δρ. ΓΟΥΟΤΣΟΝ... ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ Μ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΙΡΑ


Ο Thom Eberhardt είναι ένας μάλλον μέτριος αμερικανός σκηνοθέτης, με σχετικά λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1988 όμως γυρίζει την κωμωδία "Without a Clue" που, αν μη τι άλλο, εγώ τουλάχιστον τη βρήκα συμπαθέστατη.
Πρόκειται για μια παρωδία του Σέρλοκ Χολμς (για μια ακόμα παρωδία του Σ.Χ. θα ήταν καλύτερα να πω), η οποία ωστόσο βασίζεται σε ένα έξυπνο εύρημα: Ο διασημότερος ντετέκτιβ του κόσμου δεν είναι παρά ένας ηλίθιος, μέθυσος και γυναικάς ηθοποιός, που προσέλαβε σαν "βιτρίνα" ο δρ. Γουότσον, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι η μοναδική μεγαλοφυία της υπόθεσης. Όταν προσπαθεί να απαλλαγεί απ' αυτόν είναι πλέον αργά, αφού οι πάντες, από τον απλό κόσμο μέχρι την κυβέρνηση, λατρεύουν τον "ντετέκτιβ" και αγνοούν τον γιατρό. Στις μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους βασίζεται και ένα μεγάλο μέρος του χιούμορ της ταινίας (και για να μη νομίζετε βέβαια ότι ο πρόσφατος Σ.Χ. του Γκάι Ρίτσι πρόσφερε τίποτα καινούριο).
Βρήκα το σενάριο έξυπνο, αρκετές φάσεις είναι από διασκεδαστικές έως και ξεκαρδιστικές, ο φοβερός δρ. Μοριάρτι, ο αιώνιος εχθρός του Σ.Χ., κάνει κι αυτός την εμφάνισή του την κατάλληλη στιγμή, στην περιπέτεια χρησιμοποιείται (άλλο αστείο εύρημα) και η αφανής σπιτονοικοκυρά των ηρώων κ. Χάντσον και γενικά όλα έδεσαν στο να περάσω δύο πολύ ευχάριστες ώρες. Πολύ περισσότερο μάλιστα λόγω του ότι στους βασικούς ρόλους βρίσκονται δυο μεγάλοι ηθοποιοί: Ο Μάικλ Κέιν και ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, ενώ η μουσική είναι του Χένρι Μαντσίνι. Και κάτι ακόμα: Βρήκα πολύ έξυπνο το βάρος που δίνει η ταινία στη διασημάτητα του ήρωα, με την εμπλοκή των τότε μίντια και του κοινού, ειδικά στις σκηνές που ο δημοφιλής ντετέκτιβ κάνει διάφορες βαρύγδουπες ανακοινώσεις σε κοινό και δημοσιογράφους λέγοντας στην ουσία μπούρδες, ενώ όλοι μονολογούν έκθαμβοι: "Τι μεγαλοφυϊα!". Κάτι σύγχρονο μου θυμίζει αυτό...
Μια παρατήρηση μόνο: Για να απολαύσετε πλήρως την ταινία καλό είναι να έχετε διαβάσει τις original περιπέτειες του ήρωα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ώστε να αναγνωρίζετε τις πολλές αναφορές στο πρωτότυπο και, κυρίως, τις ανατροπές τους. Δίχως αυτό, ΟΚ, δεν νομίζω ότι θα σας χαλάσει το φιλμ (αν αναζητάτε μια χαλαρή διασκέδαση), αλλά αρκετά από τα "εσωτερικά" αστεία θα περάσουν απαρατήρητα. Όπως και νά' χει πάντως, καλή διασκέδαση.

Πέμπτη, Απριλίου 01, 2010

Ο ΝΤΑΝΙ ΡΟΟΥΖ ΚΑΙ ΟΙ ΑΤΑΛΑΝΤΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ΤΟΥ


Το ασπρόμαυρο "Broadway Danny Rose" (Ο ατσίδας του Μπρόντγουέι) του Woody Allen γυρίστηκε το 1984 και είναι νομίζω από τις σχετικά παραγνωρισμένες ταινίες του. Προσωπικά τη θεωρώ από τις πιο ευχάριστες και χαριτωμένες του, που παραμένει όμως σ' αυτό: Ευχάριστη και χαριτωμένη.
Ο Γούντι είναι ένας ιμπρεσάριος του Μπρόντγουέι, καλόκαρδος αλλά και άτυχος. Δένεται με τους πελάτες του, τους προωθεί όσο μπορεί, αλλά όταν αυτοί πετυχαίνουν τον εγκαταλείπουν για άλλους, πιο χάι ατζέντηδες. Έτσι του έχει μείνει ένα αστείο (και λίγο θλιβερό) "τσίρκο" από απίθανους, τελειωμένους και συνήθως γερασμένους τύπους που οι ατραξιόν τους είναι να παίζουν μουσική με γυάλινα ποτήρια, να φτιάχνουν φιγούρες με μπαλόνια και άλλα τέτοια ευτράπελα. Υπάρχει όμως και ένας παλιός ιταλοαμερικάνος τραγουδιστής, που λόγω επιστροφής του ρετρό ξανάρχεται στη μόδα, οπότε τα πράγματα μπλέκουν με τις ερωτικές του περιπέτειες, τις διάφορες παρεξηγήσεις, ακόμα και με την είσοδο στο προσκήνιο της... Μαφίας.
Ο Άλλεν παίζει και εδώ τον εαυτό του με άψογο τρόπο (θεωρείται από τις καλύτερες ερμηνείες του): Νευρωτικός, ανασφαλής, γεμάτος διάφορες φοβίες και ενοχές, κολλημένος με την πόλη και με έκδηλη απέχθεια για τη φύση, εβραίος φυσικά, κυρίως όμως γεμάτος απίστευτες, πανέξυπνες, πνευματώδεις ατάκες που εκτοξεύει με ταχείς ρυθμούς. Και μόνο γι' αυτές θα άξιζε τον κόπο η ταινία. Και για όσα, ξεκαρδιστικά ενίοτε, συμβαίνουν γενικότερα. Αλλά και γι' αυτή τη διάχυτη γλυκύτητα που υπάρχει σ' αυτήν και, τουλάχιστον εμένα, εξακολουθεί να με κερδίζει.
Ταυτόχρονα μας δίνει και μια σπάνια εικόνα των παρασκηνίων του Μπρόντγουέι, των άσημων καλλιτεχνών που κινούνται στις παρυφές του, της αγωνίας και του αγώνα τους για την καθημερινή επιβίωση. Εικόνα που ο Γούντι Άλλεν γνωρίζει πολύ καλά αφού, πριν κάνει σινεμά, υπήρξε ο ίδιος ηθοποιός της stand-up comedy. Τελικά, νομίζω ότι έκανε μια ταινία - φόρο τιμής στον χώρο αυτόν και σε όσα περίπου ο ίδιος είχε ζήσει, πράγμα που κάνει ακόμα πιο βιωματικό (αλλά καθόλου "κλειστό" για τους άλλους) το φιλμ. Σημειωτέον ότι, όπως διάβασα, όλοι οι κωμικοί που αφηγούνται στο εστιατόριο την ιστορία του Ντάνι Ρόουζ παίζουν κι αυτοί τους εαυτούς τους, αφού όλοι τους είναι όντως κωμικοί του άγνωστου ουσιαστικά στην Ελλάδα αυτού είδους.

Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2010

ΕΝΑΣ "ΚΥΝΗΓΟΣ" ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ


Το ξέραμε ότι τα τελευταία χρόνια ο κορεάτικος κινηματογράφος πάει όλο και καλύτερα. Και να που αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά. "Ο Κυνηγός" του 2008 (Chugyeogja) είναι η πρώτη (!) ταινία του Hong-jin Na και βάζει τα γυαλιά σε πολλά θρίλερ με σίριαλ κίλερς απ' όλο τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένωνκαι πάμπολλων αμερικάνικων φυσικά).
Οι ρυθμοί είναι άψογοι και μάλιστα η ένταση διαρκώς ανεβαίνει, οπότε η ταινία με κράτησε απόλυτα, παρά τα 124 λεπτά της, η τροπή γίνεται απρόβλεπτη και ξεφεύγει από κάθε (δυτική κυρίως) συνταγή, κάμποσα στερεότυπα του είδους ανατρέπονται... Ο ίδιος ο ήρωας κάθε άλλο παρά "καλός" είναι. Στην πραγματικότητα είναι ένα κάθαρμα, πρώην μπάτσος και νυν νταβατζής, που εμπλέκεται στην υπόθεση επειδή μερικές από τις πόρνες του έχουν εξαφανιστεί, οπότε το θέμα είναι οικονομικό γι' αυτόν. Ο κατ' εξακολούθησιν δολοφόνος είναι γνωστός από την πρώτη σχεδόν στιγμή κι αυτό που εμείς παρακολουθούμε είναι η αναμέτρησή τους, που παρά την εμπλοκή της αστυνομίας, γίνεται όλο και πιο προσωπική. Ταυτόχρονα καυτηριάζονται (και μερικές φορές σατιρίζονται κιόλας σε μερικές ασυνήθιστες για το είδος σκηνές που αφορούν κυρίως μπάτσους) το πολιτικό σύστημα και η δικαστική γραφειοκρατία (ο δολοφόνος έχει συλληφθεί, αλλά για νομικίστικους λόγους αφήνεται ελεύθερος), η υποκρισία και η πίεση από πολιτικούς, μίντια κλπ. για λουστραρισμένη επιφάνεια, ενώ όλοι αυτοί που πιέζουν αδιαφορούν για την ουσία. Η όλη δομή της ταινίας είναι ασυνήθιστη, συχνά γίνεται πολύ βίαιη με τον τρόπο που μόνο οι απωανατολίτικες ταινίες μπορούν, ενώ τουλάχιστον εμένα με έπεισε η πορεία του ήρωα προς την συνειδητοποίηση της αθλιότητάς του και οι αναπόφευκτες τύψεις που ακολουθούν. Ταυτόχρονα διαθέτει έναν έντονο ρεαλισμό και, όπως είπα στην αρχή, η καταδίωξη και ο αγώνας δρόμου των δύο αντιπάλων γίνονται όλο και πιο φρενήρεις.
Αν πέσει στα χέρια σας μη διστάσετε να το δείτε. Το ασιατικό σινεμά δίνει για μια ακόμα φορά ένα δυναμικό παρόν και όλα δείχνουν, μετά από κάμποσα πλέον χρόνια, ότι δεν πρόκειται για προσωρινή φούσκα. Εγώ πάντως περιμένω εναγωνίως και τις επόμενες δουλειές του ικανού αυτού δημιουργού.

Δευτέρα, Μαρτίου 29, 2010

ΤΑ "ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" ΔΕΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΠΟΤΕ


Είναι κοινότοπο να πούμε εδώ για πολλοστή φορά ότι ο Charles Chaplin (1889-1977) υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες του κινηματογράφου. Κι αν ποτέ έπρεπε να μιλήσουμε για την έννοια της λέξης "κλασσικό", οι ταινίες του θα ήταν ένα πολύ καλό παράδειγμα, αφού καταφέρνουν να συγκινούν πλήθη κόσμου μέχρι σήμερα - κι ας είναι βουβές!
"Τα Φώτα της Πόλης" (City Lights) του 1931 είναι αναμφισβήτητα ένα από τα αριστουργήματά του. Όπου φυσικά ο Τσάπλιν είναι για μια ακόμα φορά ο πασίγνωστος χαρακτήρας που επινόησε και επέβαλλε στην παγκόσμια παρακαταθήκη εικόνων, ο Σαρλό δηλαδή, ο αλήτης με τα γελοία αριστοκρατικά - πλην όμως κουρελιασμένα - ρούχα και το μπαστουνάκι. Η βασική ιδέα είναι ιδιοφυής: Όταν ο ήρωάς μας σώζει τη ζωή ενός μεθυσμένου εκατομυριούχο, chυ που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, εκείνος τον θεωρεί τον καλύτερό του φίλο και τον αμοίβει πλουσιοπάροχα. Όταν όμως ξεμεθά δεν τον αναγνωρίζει και τον πετά έξω με τις κλωτσιές. Κι αυτό επαναλαμβάνεται. Φυσικά ο αλητάκος προσπαθεί να πάρει ό,τι μπορεί από τον πλούσιο κατά-το-ήμισι-φίλο-του κυρίως για να βοηθήσει την πάμφτωχη, τυφλή κοπέλα που αγαπά. Διάφορα ευτράπελα, αλλά και συγκινητικά, συμβαίνουν πάνω σ' αυτό το φόντο.
Η ταινία περιλαμβάνει μερικές κωμικές σκηνές και γκαγκς ανθολογίας, όπως η ξεκαρδιστική σκηνή της πυγμαχίας ή αυτή όπου σώζει τον εκατομμυριούχο. Κυρίως όμως διαθέτει την αριστουργηματική σκηνή του τέλους, όπου το γέλιο δίνει τη θέση του στην πηγαία συγκίνηση. Κι αυτή, για να επανέλθουμε στην αρχική συζήτηση, είναι ο δικός μου ορισμός του κλασικού: Κάτι που μπορεί να συγκινεί σήμερα τους πάντες σχεδόν, τόσες δεκαετίες μετά την πρώτη του προβολή, όπως ακριβώς την πρώτη φορά. Και κάτι ακόμα: Σ΄αυτή τη σκηνή ακριβώς, ο Σαρλό, απογυμνωμένος από κάθε κωμικό στοιχείο, δείχνει αυτό που είναι στην πραγματικότητα σαν χαρακτήρας, αυτό δηλαδή που θα βλέπαμε αν όντως τον συναντούσαμε στο δρόμο, δίχως να ξέρουμε τίποτα γι' αυτόν: Ένας κλοσάρ, ένας εξαθλιωμένος πάμφτωχος τύπος, που "χάνει" και λιγάκι, και γι' αυτό πολλοί τον δουλεύουν. Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου πολλές φορές η κοροϊδία και η σκληρότητα νικάν τον οίκτο.
Ο Τσάπλιν κάνει και εδώ την χαρακτηριστική στα φιλμ του σκληρή κοινωνική κριτική: Στο πρόσωπο του μέθυσου πλούσιου στηλιτεύει την άρχουσα τάξη, που είναι σκληρή και αδιάφορη για την δυστυχία γύρω της (αντίθετα μάλιστα, το βλέπουμε καθημερινά, αν κάτι τη χαρακτηρίζει είναι η απληστία) και μόνο όταν είναι σε μια μη ομαλή κατάσταση (μέθη εν προκειμένω), όταν δηλαδή δεν είναι ο εαυτό της, μπορεί να νοιώσει και λίγη ανθρωπιά. Ενώ η κοινωνία παρουσιάζεται σαν κάτι απόλυτα άδικο, όχι μόνο επειδή προφανώς είναι απόλυτα συμφιλιωμένη με τις τερατώδεις ανισότητες, αλλά και επειδή είναι άδικη στέλνοντας φυλακή τον ήρωα, που είναι αθώος.
Όλα αυτά όμως είναι μάλλον δευτερεύοντα μπροστά σ' αυτό που αποτελεί το σήμα κατατεθέν των ταινιών του Τσάπλιν: Την άψογη και ανεπανάληπτη μίξη γέλιου και βαθιάς συγκίνησης. Τα δύο αυτά, αντίθετα σε μια πρώτη ματιά, συναισθήματα, διαδέχονται με απόλυτη φυσικότητα το ένα το άλλο ή μπλέκονται αξεδιάλυτα, όπως στα περισσότερα μεγάλα φιλμ του. Και μόνο γι' αυτό το ιδιοφυές στοιχείο θα άξιζε να χαρακτηριστούν κλασικά.
Όπως καταλαβαίνετε, αν τυχαίνει να μην έχετε δει τα "Φώτα της Πόλης" σπεύσατε. Και σε καμιά περίπτωση μη διστάσετε, επειδή πρόκειται για ένα βουβό φιλμ του 1931!

Κυριακή, Μαρτίου 28, 2010

ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΤΟΥΣ ΤΗς ΝΕΑΣ ΟΡΛΕΑΝΗΣ 'Η ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΑΘΛΙΩΝ B-MOVIES


Υπάρχουν ταινίες που κυριολεκτικά δεν βλέπονται. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι μερικές απ' αυτές είναι b-movies, γιατί υπάρχουν και τέτοια αριστουργήματα. Απλώς, όλα σ' αυτά τα φιλμ είναι κακά: Το σενάριο, οι ηθοποιίες, οι χαρακτήρες, η φωτογραφία, τα ντεκόρ και τα εφέ, όλα! Ο "βασιλιάς των b-movies" Roger Corman είναι υπεύθυνος και για καλές και για άθλιες ταινίες του είδους.
Στις τελευταίες ανήκει αναμφισβήτητα η πρώτη του σκηνοθετική (;) απόπειρα το 1955, όταν δεν είχε γίνει ακόμα παραγωγός (έχει παράγει σχεδόν 400 ταινίες!!!) και ήταν μόνο σκηνοθέτης. Το "Swamp Women" ("Γκαγκστερίνες των Βάλτων" είναι η ελληνική απόδοση στο dvd) νομίζω ότι χρειάζεται πολύ fast forward για να το αντέξει κανείς. Βρισκόμαστε στη Νέα Ορλεάνη, όπου μια μπατσίνα παριστάνοντας τη φυλακισμένη μπαίνει στη συμμορία γυναικών κρατουμένων, τις βοηθά σε μια στημένη απόδραση και τις ακολουθεί σαν μέλος πια της ομάδας στους αχανείς βάλτους της Νέας Ορλεάνης, όπου έχουν κρύψει πριν φυλακιστούν ένα θησαυρό από διαμάντια. Και εσύ, ως έκθαμβος θεατής, δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις: Τις άθλιες ηθοποιίες όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών, το γελοίο σενάριο που μπάζει από παντού και τους διαλόγους που συχνά προκαλούν γέλια ή τη μονότονη και κακή φωτογράφηση της εντυπωσιακής περιοχής των bayou (των βάλτων που λέγαμε); Οι κοπέλες, που "άνευ λόγου" φοράνε κοντά παντελόνια, κάθε τρεις και λίγο πλακώνονται μεταξύ τους και παίζουν ξύλο για γελοίους λόγους, προς τέρψιν υποθέτω θεατών που γουστάρουν το ξύλο μεταξύ γυναικών, το ζεύγος που απαγάγουν έχει μια ακατανόητη σχέση αγάπης - μίσους μεταξύ του, οι χαρακτήρες είναι κάπως πιο χοντροκομένοι από καρικατούρες και... Δεν ξέρω τι άλλο να πρωτοπώ.
Έχει πλάκα να προσέξει κανείς τις πρώτες σκηνές από το καρναβάλι της Νέας Ορλεάνης όπου είναι εμφανές ότι ο Κόρμαν (αν το έκανε ο ίδιος και δεν τις "έκλεψε" από άλλη ταινία ή ντοκιμαντέρ) γύριζε για κάμποση ώρα άσχετες εικόνες από τις παρελάσεις και το πλήθος έτσι, για να γεμίσει την ταινία του. Οι σκηνές επίσης που δείχνουν κάποιους μαζεμένους κροκόδειλους πρέπει να είναι... δανεισμένες από αλλού.
Αν είστε ένας φανατικός των κακών - τονίζω των κακών - b-movies δοκιμάστε το. Δοκιμάστε το επίσης για να κάνετε χαβαλέ με παρέα τρώγοντας πίτσες και πίνοντας. Τέλος, κάντε μια προσπάθεια αν έχετε την υγιή περιέργεια να μάθετε τι σημαίνει αληθινά κακή ταινία (ή με οποιοδήποτε συνδυασμό των παραπάνω διαθέτετε).

Σάββατο, Μαρτίου 27, 2010

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ ΑΜΕΙΛΙΚΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Μπορεί ο Roman Polanski να έγινε 77 χρονών, αλλά διατηρεί όλη του την έμπνευση και την αφηγηματική δεινότητα. Ο "Αόρατος Συγγραφέας" (Ghost Writer) του 2010 νομίζω ότι είναι μια πρότυπη ταινία που συνδυάζει σασπένς, σφιχτό σενάριο, πολιτική άποψη και συγχρόνως δεν χαρίζεται σε ευκολίες, όπως αυτές των κλασικών φινάλε. Καταλάβατε ότι την ευχαριστήθηκα ιδιαιτέρως.
Ένας παντελώς άσχετος με την πολιτική συγγραφέας προσλαμβάνεται να "ρετουσάρει" την αυτοβιογραφία ενός γοητευτικού (γι' αυτό μάλλον ψηφίστηκε άλλωστε) πρώην βρετανού πρωθυπουργού. Από εκεί και πέρα θα βρίσκει τον εαυτό του όλο και περισσότερο παγιδευμένο σε καταστάσεις όλο και πιο σκοτεινές. Κι εμείς παρακολουθούμε με κομένη την ανάσα την σταδιακή εμπλοκή του χάρη στην άψογη αφήγηση του σκηνοθέτη, που δεν σου επιτρέπει να χαλαρώσεις.
Πέραν όμως από το σασπένς, τις ανατροπές και τα κρυμμένα μυστικά, η γεύση που κυριαρχεί νομίζω είναι αυτή της βρωμιάς της πολιτικής, των πουλημένων εκπροσώπων της και οι κάθε λογής ίντριγγές τους, καθώς και η αίσθηση (την ξέρουμε λίγο - πολύ κι εμείς) ότι οι εκλεγμένοι πολιτικοί δεν είναι παρά μαριονέτες. Άλλες δυνάμεις, πολύ ισχυρότερες, κινούν πίσω απ' αυτούς τα νήματα. Και βέβαια υπάρχουν και οι σαφείς αναφορές στον Μπλερ, που ήταν Εργατικός, και στο παράδοξο ειδύλιό του με τον ηλίθιο και ακροδεξιό Μπους και οι γενικότερες σχέσεις Αμερικής - Βρετανίας, η CIA και άλλα. Δεν είναι όμως, νομίζω, αυτό το θέμα. Η ταινία μπορεί να έχει σαν αφορμή τη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία, αλλά, όπως είπα και πριν, νομίζω ότι επιχειρεί να δείξει την ψευτιά της πολιτικής γενικότερα. Καθώς επίσης και το ότι καλό είναι να μην είσαι τελείως απολιτικός, όπως ο ήρωάς μας, γιατί ό,τι σου έρθει θα σε βρει ανυποψίαστο και απροετοίμαστο... Αλλά σας το έγραψα και στην αρχή: Μη νομίζετε ότι θα δείτε κάτι αμιγώς πολιτικό, με δολοπλοκίες, συμφέροντα και ίντριγγες, που θα σας κουράσει. Όλο το πράγμα είναι δοσμένο σαφώς σαν ένα καλογυρισμένο αστυνομικό - ίσως και λιγάκι νουάρ - που με κράτησε χάρη στο στιλ του και όχι λόγω των καταγγελιών που επιχειρεί.
Πολύ κοντά στα αμερικάνικα πολιτικά θρίλερ της δεκαετίας του 70, που κυριάρχησαν λόγω έντονης πολιτικοποίησης εξ αιτίας του Γουότεργκέιτ και του Βιετνάμ, αλλά με καλύτερη κατά τη γνώμη μου αφήγηση από μερικά απ' αυτά (που ενίοτε σε κουράζουν), με έκανε να ξαναθυμηθώ τον παλιό καλό Πολάνσκι. Και να σκεφτώ ότι τελικά στην εποχή μας η ηλικία ελάχιστο ρόλο παίζει... Να λοιπόν και ένα καλό της!

Παρασκευή, Μαρτίου 26, 2010

Η ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΣΑΝ ΑΧΑΝΗΣ ΦΥΛΑΚΗ


Το 1981 ο John Carpenter, ενώ βρίσκεται στην ακμή της καριέρας του (πώς παρήκμασε τόσο ανεξήγητα μετά το 1985-86;), γυρίζει την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη", μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις κορυφαίες και διασκεδαστικότερες περιπέτειες των 80ς (τουλάχιστον). Τόσα χρόνια μετά η ταινία, παρά τις ορισμένες σεναριακές αφέλειες, κατάφερε να με καθηλώσει ξανά.
Μην περιμένετε φυσικά σκεπτόμενο και πολυεπίπεδο σενάριο, βαθιές αναλύσεις και άλλα τέτοια. Η "Απόδραση" είναι εξαιρετική σαν καθαρόαιμη περιπέτεια και τίποτα (σχεδόν) άλλο. Σαν τέτοια επιτελεί άψογα το σκοπό της, που είναι η καθαρή διασκέδαση. Σ' αυτό συντελούν πολλοί παράγοντες: Το ευφάνταστο στόρι και έξυπνη η αρχική ιδέα, το κλιμακούμενο σασπένς με το πολυχρησιμοποιημένο σήμερα εύρημα του χρόνου που μετρά αντίστροφα και ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει σε 24 ώρες, το cult καστ με έναν κι έναν ηθοποιούς, η ατμοσφαιρική μουσική του ίδιου του Κάρπεντερ, η σφιχτή σκηνοθεσία, ο μηδενισμός που διέπει την όλη λογική του...
Στο μέλλον (αν και βρισκόμαστε μόλις στα 1999 κατά το φιλμ) ολόκληρη η πόλη της Ν. Υόρκης έχει μετατραπεί σε μια απέραντη φυλακή. Γύρω υψώνονται αδιαπέραστα τείχη και οι καταδικασμένοι απλώς αφήνονται μέσα σ' αυτήν για όλη τους τη ζωή... κι ό,τι προκύψει. Όταν ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ "ναυαγεί" στην κόλαση αυτή (και φυσικά απάγεται από τους έγκλειστους) ο ήρωας στέλνεται μέσα να τον απελευθερώσει... και για πολλούς πειστικότατους λόγους όλα πρέπει να γίνουν μέσα σε ένα 24ωρο.
Δράση (ένα μέρος μ'αλιστα της οποίας διαδραματίζεται στους αείμνηστους Δίδυμους Πύργους), μαύρο χιούμορ, πειστική παρακμιακή ατμόσφαιρα, χρήση αντιηρώων και όχι ηρώων (ο πρωταγωνιστής είναι και ο ίδιος κατάδικος και κάθαρμα και ό,τι κάνει το κάνει όχι γιατί πιστεύει κάπου, αλλά για να κερδίσει τη δική του ελευθερία... και όχι μόνο) και καλό timing συντελούν στην επιτυχία. Ας προσέξουμε και την κεκαλυμένα πολιτική ματιά του Κάρπεντερ, ο οποίος αρκετές φορές στις ταινίες του, αν και περιπέτειες ή τρόμου κυρίως, έβαζε και κάποιο πολιτικό στοιχείο: Για το αμερικάνικο όνειρο, τι να πούμε: Η ερειπωμένη Ν. Υόρκη ως φυλακή τα λέει όλα. Επί πλέον όμως παρουσιάζει τον ίδιο τον πρόεδρο σαν αχάριστο πολιτικάντη και τίποτα παραπάνω... και γενικά ολόκληρη την Αμερική (που βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία) παρακμασμένη, με την εγκληματικότητα στα ύψη. Κι όσο για το τέλος... αποφασίστε εσείς αν πρόκειται για χάπι εντ ή όχι...
Α, ξέχασα το καστ: Τσακ Ράσελ, Λι Βαν Κλιφ, Έρνεστ Μποργκνάιν, Χάρι Ντιν Στάντον, Αϊζάακ Χέιζ, Αντριέν Μπαρμπό... Αν δεν υπήρχαν και κάποιες σεναριακές αφέλειες (είναι π.χ. δυνατόν να μην είχαν ανοίξει από την πρώτη στιγμή την τσάντα του προέδρου;) τα πράγματα θα ήταν ακόμα καλύτερα.
Η "Απόδραση" θεωρείται (δικαίως κατά τη γνώμη μου) ένα cult φιλμ. Αν διαφωνείτε, αρκεστείτε τουλάχιστον στην έννοια του "χορταστικού", τουλάχιστον για μια καθαρή περιπέτεια με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Και είναι και ανεξάρτητη παραγωγή, παρά το ότι δεν φαίνεται καθόλου.

Πέμπτη, Μαρτίου 25, 2010

ΤΟ "ΓΑΛΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ" ΩΣ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ


"Το Γάλα της Θλίψης" (La Teta Asustada, 2009) είναι μια - υποψήφια για ξενόγλωσσο Όσκαρ - περουβιανή ταινία της Claudia Llosa. Γεμάτη συμβολισμούς, αλλά και εικόνες από το σύγχρονο Περού που σπάνια βλέπουμε, ήταν για μένα μια ευπρόσδεκτη έκπληξη.
Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Φαούστα, που γεννήθηκε "πίνοντας το γάλα της θλίψης". Τι σημαίνει αυτό; Σύμφωνα με τους θρύλους, αν το αγέννητο ακόμα μωρό βιώσει, "δει", τη βία που υφίσταται η μητέρα του, θα ζει για πάντα μέσα στο φόβο, θα τον κουβαλά πάντοτε σαν αρώστεια. Έτσι η ηρωίδα όταν από το χωριό φτάνει στη Λίμα φοβάται τα πάντα. Δεν περπατά ποτέ μόνη, δεν κάνει τίποτα στην ουσία και, για να μη βιαστεί όπως η μητέρα της, "προφυλάσσει" τον κόλπο της με μία... πατάτα. Η ταινία παρακολουθεί τη σταδιακή, αργή της πρόοδο προς το ξεπέρασμα του φόβου.
Σε ρεαλιστικό επίπεδο, έχει ενδιαφέρον η καταγραφή των πάμφτωχων συνοικιών της Λίμα (που δεν μοιάζουν καθόλου με τις βραζιλιάνικες φαβέλες, αλλά περισσότερο με τα δικές μας αυθαίρετες παράγκες στο Πέραμα), η καθημερινότητά τους, οι γάμοι και οι γιορτές (στους γάμους θα γελάσετε με το λαϊκό κιτς, τουλάχιστον για τα δικά μας μάτια). Αλλά βέβαια η πρόθεση του φιλμ δεν είναι αυτή. Πρόκειται για μια ποιητική, στα όρια του νοτιοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, ταινία, και όχι για μια ντοκιμαντερίστικη προσπάθεια. Έτσι τον πρώτο λόγο εδώ έχουν οι αλληγορίες και οι συμβολισμοί.
Υπάρχει κατ' αρχήν η σχέση της λευκής, πλούσιας καλλιτέχνιδας Αϊντα με την ιθαγενή υπηρέτριά της Φαούστα. Η πρώτη είναι δεσποτική, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την προσωπικότητα της υπηρέτριάς της, τη χρειάζεται όμως όχι μόνο για να την υπηρετεί, αλλά και για να την εμπνέει με τα τραγούδια της (να της κλέβει τα τραγούδια θα ήταν σωστότερο να πούμε). Καταλαβαίνουμε αμέσως ότι εδώ έχουμε τη σχέση των λευκών πλούσιων αποικιοκρατών με τους ινδιάνους που ζούσαν εκεί, τους οποίους εκμεταλλεύτηκαν (και εκμεταλλεύονται ακόμα), αλλά ταυτόχρονα τους χρειάζονται κιόλας (και όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο). Από την άλλη έχουμε αναφορές στο ιστορικό παρελθόν της χώρας, με την κτηνωδία που γνώρισε στα πολλά χρόνια εμφύλιου πολέμου και τον τρόμο στον οποίο ζούσαν οι απλοί κάτοικοι, κατάλοιπα του οποίου παραμένουν μέχρι σήμερα. Συγχρόνως έχουμε τη αργή, βασανιστική χειραφέτηση της γυναίκας, της φτωχής ινδιάνας, από το φόβο, τις προκαταλήψεις και τις παλιές πίστεις που βασανίζουν. Έχει λοιπόν πολύ ενδιαφέρον η αντιμετώπιση της παράδοσης από τη Llosa : Από τη μία φορέας εσωτερικού πλούτου, γνησιότητας, απλότητας, μουσικής, ζωής πιο αυθεντικής ίσως από αυτής των λευκών, από τη άλλη - ταυτόχρονα - φορέας προκαταλήψεων, φόβου, ψευδών πίστεων, σκοταδισμού, μοιρολατρείας και απλοϊκότητας. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα αυτή τη διττή θεώρηση (τουλάχιστον εγώ έτσι την εξέλαβα).
Ταινία για όσους μπορούν να ανεχτούν την απόλυτη απομάκρυνση από το τυπικό αμερικάνικο μοντέλο, για όσους ενδιαφέρονται για το σινεμά περιφερειακών χωρών, μου άρεσε αρκετά, δίχως πάντως να τη θεωρήσω και αριστούργημα (όπως άκουσα να χαρακτηρίζεται από αρκετούς).

Τετάρτη, Μαρτίου 24, 2010

ΟΙ ΚΥΔΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


Ο Antonio Lopez Garcia, γεννημένος το 1936, είναι ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους ισπανούς ζωγράφους. Ρεαλιστής, αλλά και με ιδιαίτερη ευαισθησία ταυτόχρονα, εμπνέεται από όσα βλέπει γύρω του, από το άμεσο, καθημερινό του περιβάλλον. Έτσι κάποια στιγμή αποφασίζει να ζωγραφίσει τη γεμάτη καρπούς κυδωνιά της μικρής αυλής του εργαστηρίου του. Ο Víctor Erice κινηματογραφεί επί σχεδόν ένα χρόνο την προσπάθειά του και έτσι, το 1992, μας δίνει τον "Ήλιο της Κυδωνιάς" (El sol del membrillo).
Πρόκειται για ένα παράξενο ντοκιμαντέρ. Δεν βλέπουμε τις τεχνικές του ζωγράφου ούτε διάφορα έργα του ή τη σταδιακή ολοκλήρωση ενός έργου. Εδώ έχουμε μια καταγραφή της καθημερινότητάς του στο εργαστήριο, των συναντήσεών του και των συζητήσεων με φίλους, με τους οποίους μοιράζεται αναμνήσεις από τα χρόνια της Σχολής (συχνά με χιούμορ), της αγωνίας του για το έργο που φαίνεται ότι δεν θα προλάβει να τελειώσει καθώς το φως μεταβάλλεται διαρκώς, ο χειμώνας μπαίνει, το δέντρο ξεραίνεται, οι καρποί πέφτουν και γενικά η εικόνα που παρουσιάζει το θέμα της δουλειάς του αλλάζει καθημερινά. Αυτό που κυριαρχεί είναι τόσο η αγωνία της δημιουργίας, όσο και η ανθρώπινη ζεστασιά και η ομορφιά των μικρών, καθημερινών πραγμάτων ή της, σχεδόν τελετουργικής, καθημερινής ρουτίνας.
Έτσι ο θεατής έχει την ευκαιρία να στοχαστεί πάνω σε διάφορα θέματα: Η αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο αγώνας για τη σύλληψη της αλήθειας αυτού που βλέπουμε, το αμείλικτο του χρόνου, που δεν νοιάζεται για τις δικές μας αγωνίες, οι διαρκείς αλλαγές της φύσης, που εδώ αντιλαμβανόμαστε πόσο ζωντανή και αεικίνητη είναι ακόμα και σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο, η διαρκής πορεία των πάντων προς τη φθορά... Συγχρόνως ενδιαφέρον έχει και η αντιπαράθεση της ζωγραφικής ως στατικής τέχνης που πασχίζει να αποτυπώσει τη στιγμή, με το σινεμά, πολύ περισσότερο δυναμικό, που είναι σε θέση να καταγράψει ολόκληρη μια διαδικασία.
Ενδιαφέρον, αλλά και δύσκολο, φιλοσοφικό ντοκιμαντέρ, που, ενώ με γοήτευε στην παρακολούθησή του, συγχρόνως με κούραζε με τους αργούς ρυθμούς και την πολύ μεγάλη (133 λεπτά) διάρκειά του. Σίγουρα δεν απευθύνεται σε πολλούς και, εκτός της τροφής για σκέψη που προσφέρει, απαιτεί και την ύπαρξη ενδιαφέροντος για τη ζωγραφική και την τέχνη και την αγωνία της γενικότερα.

Δευτέρα, Μαρτίου 22, 2010

Η ΣΑΡΚΑ, Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΙ Η ΓΚΡΕΤΑ ΓΚΑΡΜΠΟ


Η σουηδέζα Γκρέτα Γκάρμπο είχε γυρίσει από το 1920 μερικές ταινίες στην πατρίδα της και 2-3 στην Αμερική, όπου είχε μετακομίσει. Το 1926 όμως με το "Flesh and the Devil" (Σαρξ και Διάβολος) του Clarence Brown (1890-1987) κάνει την μεγάλη επιτυχία και από τότε γίνεται σούπερ σταρ. Και όντως η παρουσία της είναι καταλυτική στο βουβό αυτό φιλμ.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό ερωτικό δράμα, γεμάτο πάθος, κεραυνοβόλους έρωτες και αιώνιες φιλίες που δοκιμάζονται - αν και στην αρχή τουλάχιστον και σε μεμονωμένες σκηνές διαθλετει και κάποιο χιούμορ. Τόσα, μα τόσο χρόνια μετά, μπορώ να σας πω ότι το είδα με μεγάλο ενδιαφέρον. Η πλοκή - παρά τον ρομαντισμό και τους όρκους - είναι νομίζω ικανή να κρατήσει τον σύγχρονο θεατή και η Γκάρμπο είναι ιδανική στο ρόλο της απόλυτα μοιραίας γυναίκας, που μπορεί να οδηγήσει τους άντρες ακόμα και στο θάνατο. Στη συγκεκριμένη ταινία μάλιστα δεν είναι απλώς μοιραία: Είναι η ενσάρκωση του Κακού. Είναι αυτή που με την μαγνητική γοητεία της παρασύρει τα πάντα στον όλεθρο. Εκεί οδηγεί δυο παιδικούς, αδελφικούς φίλους, που μπροστά της ξεχνάνε τους όρκους αιώνιας φιλίας που οι δυο τους, χρόνια πριν, είχαν δώσει.
Και εδώ είναι που μπορούμε να κατηγορήσουμε την ταινία για μισογυνισμό. Είναι σα να εικονογραφεί την μισογυνική οπτική της Παλαιάς Διαθήκης ("ο Αδάμ ήταν αθώος, η αδύναμη και περίεργη Εύα τον παρέσυρε"). Οι άντρες στο φιλμ είναι ευγενείς, αλτρουιστές, με υψηλό αίσθημα τιμής και θυσιάζουν τα πάντα για τη φιλία τους. Εκείνη είναι που τους παρασύρει με το πάθος και - για τα δεδομένα της εποχής τουλάχιστον - την ακολασία της. Είναι φυσικά μάλλον άστοχο να προβάλλεις σύγχρονες απόψεις και παραδοχές σε ένα προϊόν της δεκαετίας του 20 (υπενθυμίζω ότι, ενώ ψήγματά του υπήρχαν ανέκαθεν, η μεγάλη φεμινιστική επανάσταση γίνεται μόλις στη δεκαετία του 60). Ωστόσο καλό είναι να εντοπίζει κανείς αυτά τα αναπόφευκτα για την εποχή στοιχεία, αν μη τι άλλο για να μη ξεχνιόμαστε. Όπως και τον ισχυρό ρόλο της θρησκείας (που εδώ ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πάστορα), που δεν θα έστεκε στη σύγχρονη εποχή.
Φυσικά αν το δείτε σήμερα "απροετοίμαστοι" και δίχως να γνωρίζετε τις συμβάσεις του σινεμά της εποχής, μπορεί να βρείτε αφελή μερικά σημεία του. Οι ηθοποιίες είναι υπερβολικές, όπως πάντα σχεδόν στην εποχή του βωβού, αρκετά από τα εξωτερικά σκηνικά (όπως το "Νησί της Φιλίας") εμφανώς ζωγραφισμένα, τα ερωτικά ήθη της εποχής διαφορετικά απ΄ τα δικά μας (αν και αρκετά τολμηρά για τότε). Νομίζω όμως ότι το δραματικό στοιχείο είναι τόσο έντονο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο θεατή να χαμογελάσει, όπως συχνά συμβαίνει σε τόσο παλιά φιλμ. Ενώ, αντίθετα, του επιτρέπει να κατανοήσει γιατί η Γκάρμπο θεωρήθηκε η μεγαλύτερη ίσως σταρ του παγκόσμιου σινεμά. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να προσπαθήσει να το δει κανείς - αν και εγώ, σας το είπα από την αρχή, δεν χρειάστηκε να καταβάλω καμιά προσπάθεια, αφού, παρά τις κάποιες αναπόφευκτες αφέλειες και τον σχετικό στόμφο του, δεν ένοιωσα ούτε στιγμή να πλήτω!

Κυριακή, Μαρτίου 21, 2010

ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ... ΛΕΤΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Ίσως να "φταίει" η παράδοση του μεγάλου Λουί Μπουνουέλ, αλλά φαίνεται ότι οι Ισπανοί έχουν μια ιδιαίτερη αγάπη στο μαύρο χιούμορ. Σ' αυτή την παράδοση λοιπόν κινείται και το "Λέτειο Έγκλημα" (Crimen Ferpecto, αναγραμματισμός, όπως καταλάβατε, της λέξης Τέλειο) του 2004. Ο Álex de la Iglesia είναι από τους ενδιαφέροντες σύγχρονους Ισπανούς σκηνοθέτες, ωστόσο βρήκα το συγκεκριμένο φιλμ κάπως χοντροκομμένο.
Πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία, όπου ένας πετυχημένος, γυναικάς και σούπερ κομψός τύπος πέφτει - μετά από ένα έγκλημα που διαπράττει κατά λαάθος - στα νύχια μιας πολύ άσχημης γυναίκας, που τον παντρεύεται εκβιαστικά και μετατρέπει την μέχρι τότε τέλεια ζωή του σε αληθινό εφιάλτη. Η ταινία και πλάκα έχει και μερικές καλές και έξυπνες σκηνές διαθέτει και γενικά παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Συνολικά όμως νομίζω ότι ήταν τραβηγμένη και ίσως σε ορισμένα σημεία να μου προκάλεσε και κάποια ενόχληση. Ίσως να φταίει αυτός ο υπερτονισμός της ασχήμιας που μου φάνηκε κάπου να αγγίζει τα όρια του ρατσισμού. Η σατανική πρωταγωνίστρια, εκτός από άσχημη, είναι και πολύ, μα πολύ κακιά, και βαρετή και κτητική και κακόγουστη και ό,τι άλλο κακό μπορεί κανείς να φανταστεί και έχει και μια εφιαλτική οικογένεια, τάλε κουάλε με την ίδια. Ίσως αυτό το στοιχείο του "όλα τα κακά μαζί" να με ενόχλησε κάπως.
Από την άλλη έχουμε σαφώς μια σάτιρα και μια ανατροπή του μοντέλου του απόλυτα επιτυχημένου άντρα - γοητευτικού, σούπερ γυναικά (και σκασίλα του για το τι νοιώθουν οι γυναίκες), πετυχημένου επαγγελματία, κομψού κλπ. κλπ., όπως ακριβώς τον ονειρεύεται το σύγχρονο life style. Κι αυτή ακριβώς την "τέλεια" εικόνα τσαλακώνει ο de la Iglesia. Από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να μιλάμε για την εκδίκηση του άσχημου, του μπανάλ, της καθόλου κομψής καθημερινότητας. Οπότε καταλαβαίνω τι ήθελε να κάνει ο σκηνοθέτης, απλώς δεν μου πολυάρεσε το αποτέλεσμα.
Πάντως, το ξαναλέω, πολλοί θα βρουν την ταινία διασκεδαστική. Προειδοποιώ πάντως (εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα μ' αυτό) ότι είναι βουτηγμένη στο κατάμαυρο χιούμορ: Φόνοι, αίμα, νεκροί που εμφανίζονται σε όχι και πολύ ευχάριστη κατάσταση, εγκληματικές συνωμοσίες - μια ατμόσφαιρα γενικά που θυμίζει τον "Πόλεμο των Ρόουζ". ΟΚ, συνολικά μάλλον διασκεδαστικό ήταν.

Παρασκευή, Μαρτίου 19, 2010

"ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ" ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΚΟΜΕΝΤΙ ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


Ο Rene Clair (1898-1981) υπήρξε στα πρώτα χρόνια της καριέρας του ένας από τους μεγάλους σουρεαλιστές σκηνοθέτες. Αργότερα έκανε πολύ περισσότερο συμβατικές ταινίες, πάντοτε όμως, από τα πρώτα χρόνια, είχε μια αγάπη για το ανάλαφρο, το κωμικό, το δροσερό.
Το "Les grandes manoeuvres" (Οι μεγάλες ασκήσεις) του 1955 είναι μια αισθηματική κομεντί εποχής. Διαδραματίζεται κάπου στον 19ο αιώνα σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη και οι βασικοί ήρωες είναι αξιωματικοί του στρατού (δραγόνοι)... και οι γυναίκες τις οποίες φλερτάρουν. Ουσιαστικά ο Κλερ μεταφέρει τον αισώπειο μύθο του ψεύτη βοσκού, που όταν έφτασε η κρίσιμη ώρα δεν τον πίστε1955)υε κανείς, στο αισθηματικό πεδίο. Και από εκεί και πέρα... κομψοί, αριστοκρατικοί αξιωματικοί, ωραίες κυρίες με μακριά όλο φρου φρου φουστάνια, που λειώνουν για τη στολή, περίτεχνα φλερτ, καλοί τρόποι, μεγάλες χοροεσπερίδες, μονομαχίες επειδή κάποιος πρόσβαλλε την τιμή του άλλου... καταλαβαίνετε.
Ο Κλερ είναι κι εδώ ανάλαφρος, κομψός, με χιούμορ και ρομαντισμό... αλλά όλα αυτά είναι πολύ μακριά από εμάς, είναι πολύ άλλης εποχής, η οποία έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η εικόνα του αριστοκρατικού, πνευματώδους αξιωματικού είναι τόσο ξένη, όταν έχουμε στο μυαλό μας σύγχρονους ανεκδιήγητους καραβανάδες, που καταντά γελοία. Όλοι αυτοί οι πολύπλοκοι κανόνες του σαβουάρ βιβρ, οι μπαρόκ αίθουσες και τα μεταξωτά φουστάνια, μάλλον πλήξη φοβάμαι ότι προκαλούν σήμερα. Οι παρεξηγήσεις, οι όρκοι για αιώνιους έρωτες, τα αισθηματικά παιχνίδια και σκαμπανεβάσματα, αν μεταφέρονταν σε μια σύγχρονη κομεντί μάλλον ξενέρωτα σχόλια θα προκαλούσαν. Ωστόσο, κι επειδή πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, το τέλος δεν είναι καθόλου αυτό που περιμένετε μετά απ' όσα σας είπα - κι αυτό που θα ήταν μαθηματικά βέβαιο σε ένα ανάλογο σύγχρονο φιλμ. Ίσως εκεί, και στον όλο κομψό και ανάλαφρο τρόπο κατασκευής της ταινίας, να κρύβονται οι αρετές ενός μεγάλου σκηνοθέτη, του οποίου, έστω, οι καλύτερες μέρες έχουν παρέλθει.
Αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για ταινία που, παρά το χιούμορ και το ρομαντισμό της, μάλλον δύσκολα θα έβλεπε ένας σημερινός θεατής. Πριν την ξεχάσετε όμως, θυμηθείτε κι αυτό: Στις "Grandes manoeuvres" κάνει μια από τις πρώτες της εμφανίσεις μια νεαρότατη Μπριζίτ Μπαρντό σε δεύτερο αλλά σημαντικό ρόλο. Όσοι είστε φανς λοιπόν...

Πέμπτη, Μαρτίου 18, 2010

ΤΟ "HURT LOCKER" ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΟ


Γενικά συμπαθώ την Kathryn Bigelow. Έχει γυρίσει μερικές καλές περιπέτειες και τη θεωρώ καλή σκηνοθέτη. Σκηνοθετικά παραμένει νομίζω πολύ καλή και στο πολυβραβευμένο "Hurt Locker" του 2009, αλλά μέχρι εκεί. Και αν δεν υπήρχαν η σκηνοθετικές της ικανότητες, θα είχα βαρεθεί στα 10 πρώτα λεπτά και όχι στη μισή ώρα στην οποία βαρέθηκα τελικά.
Φυσικά πρόκειται για πολεμική περιπέτεια, γεμάτη αδρεναλίνη, με αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ. Πρωταγωνιστές μια ομάδα που εκτελεί το εξαιρετικά επικίνδυνο έργο της εξουδετέρωσης παγιδευμένων βομβών, που μπορεί κάλλιστα να πυροδοτηθούν από απόσταση την ώρα ακριβώς που κάποιοι προσπαθούν να τις εξουδετερώσουν. Οπότε, όπως αντιλαμβάνεστε, το σασπένς είναι εξασφαλισμένο. Η ταινία ξεκινά με το μότο "Ο πόλεμος είναι ναρκωτικό", δηλαδή κάποιοι άνθρωποι εθίζονται σ' αυτόν - ή μάλλον στην αδρεναλίνη που εκλύεται διαρκώς. Έτσι τελικά το φιλμ περισσότερο από το να είναι πολεμικό ή αντιπολεμικό, ασχολείται με την περίπτωση ενός τέτοιου, εθισμένου, μεμονωμένου ατόμου. Δεν θα τον αποκαλούσες ακριβώς στρατόκαυλο, αφού η πειθαρχία και η απραξία σε μια μονάδα εν καιρώ ειρήνης μάλλον θα ήταν ακριβώς το ίδιο πληκτική γι' αυτόν όσο και η οικογενειακή ζωή. Αυτό που του χρειάζεται είναι ο διαρκής κίνδυνος, το ρίσκο. Τώρα γιατί εμείς πρέπει να συμπαθήσουμε αυτόν τον τύπο ("ήρωα" σύμφωνα με τα πολεμικά του κατορθώματα, κι ας βάζει συχνά σε κίνδυνο τους άντρες του με τις παράτολμες ενέργειές του), αυτό είναι κάτι που δεν κατάλαβα.
Όπως δεν κατάλαβα και αν ακριβώς μια ταινία σαν αυτή, που αναμφισβήτητα δείχνει ωμά και ρεαλιστικά την καθημερινότητα και τη βρωμιά του πολέμου, αλλά και σειρά ηρωικών κατορθωμάτων, πρέπει να θεωρηθεί πολεμική ή αντιπολεμική. Μάλλον προς το πρώτο φοβάμαι ότι τείνω, οπότε παύει και να μ' ενδιαφέρει. Πολύ περισσότερο που, όπως έγραψα στην αρχή, παρά τη σκηνοθετική της βιρτουοζιτέ, τους γρήγορους ρυθμούς, το κοφτό μοντάζ και τη "βρώμικη" ματιά στον πόλεμο, κατάφερε να με κάνει να βαρεθώ με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των διαρκών εξόδων της μονάδας για εξουδετέρωση βομβών. Όσο για τις λίγες "οικογενειακές" στιγμές στο στρατώνα, εκτός μάχης δηλαδή, μάλλον απέχθεια μου προκάλεσαν ένα μάτσο "μάτσο" κάγκουροι που κάνουν μαλακίες (έστω και δικαιολογημένα κάτω από τις δεδομένες συνθήκες ψυχολογικής πίεσης).
Και βέβαια, τελειώνοντας, δεν θα μπορούσα να μην εξοργιστώ με την παντελή έλλειψη αναφοράς στο δίκαιο ή μη του συγκεκριμένου πολέμου, ενός από τους πιο απαράδεκτους και βρώμικους της εποχής μας. Το Ιράκ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο Β' Παγκόσμιος ή όποιος άλλος πόλεμος, αφού την Bigelow σαφώς ενδιαφέρει η πολεμική καθημερινότητα και όχι το γενικότερο περιβάλλον. Ναι, αλλά αυτοί οι συμπαθείς τύποι που σκοτώνονονται, ιδρώνουν, αγωνιούν και υποφέρουν καθημερινά είναι επαγγελματίες στρατιώτες (διάλεξαν δηλαδή οι ίδιοι τη δουλειά τους) και είναι και οι "κακοί", οι επιτιθέμενοι, αφού βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου και έχουν αιματοκυλήσει και κυριολεκτικά διαλύσει μια ολόκληρη χώρα, προκαλώντας έναν εμφύλιο που ακόμα σοβεί. Και καλούμαι εγώ να συμπάσχω με τη καθημερινή φρίκη και τα δεινά τους; Κάθε άλλο. Ας πρόσεχαν!