Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

BOOGIE NIGHTS: ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΠΟΡΝΟ


Το "Boogie Nights" είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Paul Thomas Anderson, που γυρίστηκε το 1997 και έκανε αμέσως μεγάλη εντύπωση, τόσο επειδή είναι μια καλή ταινία όσο και για το ασυνήθιστο και τολμηρό θέμα της: Ασχολείται με τη βιομηχανία πορνό, την οποία εξετάζει σε μια κρίσιμη καμπή της: Στα τέλη των 70ς, όταν γνώριζε τη μεγαλύτερη ακμή της και στις αρχές των 80ς, όταν αρχίζει η κρίση της (τουλάχιστον με τη μορφή που είχε μέχρι τότε) ή, αν προτιμάτε, η ριζική αλλαγή της λόγω της ξαφνικής και ραγδαίας εξάπλωσης του βίντεο. Ουσιαστικά μέχρι σήμερα διανύουμε την ίδια εποχή, απλώς το βίντεο αντικαταστάθηκε από το dvd και, όλο και περισσότερο, από το διαδίκτυο.
Ο ήρωας είναι ένας νεαρός, σερβιτόρος αρχικά, που λόγω των πολύ "ειδικών προσόντων" του γίνεται διάσημος πορνοστάρ. Μαζί μ' αυτόν μπαίνουμε κι εμείς στα άδυτα της βιομηχανίας αυτής και τη γνωρίζουμε από τα μέσα. Όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωες σχετίζονται μ' αυτήν: Παραγωγοί, σκηνοθέτες, άλλοι πορνοστάρ, άντρες και γυναίκες, κινηματογραφικά συνεργεία κλπ. Μέσα από την ιστορία του πρωταγωνιστή, της κάθετης ανόδου και της εξ ίσου απότομης πτώσης του δηλαδή, παρακολουθούμε, όπως είπαμε στην αρχή, την άνοδο και την πτώση της ίδιας της βιομηχανίας. Ίσως εμείς οι απ' έξω να μην το συνειδητοποιούμε, αφού απλά βλέπουμε ή τέλος πάντων μαθαίνουμε για την ύπαρξη του πορνό, η έλευση του βίντεο όμως, η κατάργηση του φιλμ, το ουσιαστικό τέλος των πορνοκινηματογράφων (αφού ο καθένας μπορεί πια να απολαμβάνει τις ταινίες στο σπίτι του), η δραματική μείωση του κόστους παραγωγής, επέφεραν τεράστιες αλλαγές στη βιομηχανία.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ένας μεσήλικας σκηνοθέτης (θεαματική επιστροφή του ξεχασμένου Μπαρτ Ρέϊνολντς), μια απόλυτα πατρική φιγούρα, δίκαιος με όλους, φιλόξενος, που αγαπά σαν παιδιά τόσο τα φιλμ όσο και του ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συνεργάτες του. Ταυτόχρονα έχει και καλλιτεχνικά όνειρα: Θεωρεί τον εαυτό του κανονικό σκηνοθέτη και θέλει να παντρέψει το πορνό με την τέχνη του σινεμά. Γι΄αυτό και, όταν έρχεται η ώρα, αρνείται κατηγορηματικά να γυρίσει βίντεο, που γι΄αυτόν είναι κάτι χυδαίο και καθόλου καλλιτεχνικό.
Ο Anderson αντιμετωπίζει με συμπάθεια, κατανόηση και τρυφερότητα τους ήρωές του, οι οποίοι είναι κανονικοί άνθρωποι, με τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους, τις διαφορετικές (εκτός πορνό) φιλοδοξίες τους, τα προβλήματά τους. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι καθημερινές, επαγελματικές τους κουβέντες περιστρέφονται με απόλυτη φυσικότητα γύρω από πίπες, παρτούζες και άλλα τέτοια. Στο πρώτο μέρος φαίνεται μια σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα του όλου πράγματος. Στη συνέχεια αποκαλύπτεται και το από μέσα, το άσχημο πρόσωπο της όλης φάσης. Η κρυμένη δυστυχία πολλών από τους χαρούμενους επιφανειακά ήρωες, τα ναρκωτικά που κάνουν θραύση, η ψευδαίσθηση του μεγαλείου, η γρήγορη παρακμή μετά το πρώτο στραβοπάτημα...
Άλλη μεγάλη αρετή της ταινίας είναι η εύστοχη καταγραφή της ποπ κουλτούρας της εποχής. Από τη μουσική και τα αυτοκίνητα μέχρι τα κλαμπ και τα ντυσίματα, από τα ινδάλματα των ηρώων μέχρι την γενικότερη αισθητική. Γι΄αυτό και το φιλμ θεωρήθηκε άμεσο καλτ για πολλούς.
Μην περιμένετε να δείτε και τίποτα φοβερά τολμηρές σκηνές. Ό,τι συμβαίνει στα γυρίσματα υπονοείται περισσότερο παρά δείχνεται. Ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται για την ανθρώπινη κατάσταση και καταγράφει την καθημερινότητα κάποιων πολύ ιδιαίτερων επαγγελματιών. Και σαν τέτοια καταγραφή νομίζω ότι πετυχαίνει απόλυτα το στόχο της.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2009

Ο ΒΑΡΕΤΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "VORTEX"


Το 1971, μετά από επεξεργασία κάμποσων χρόνων, ο Νίκος Κούνδουρος ολοκληρώνει το "Πρόσωπο της Μέδουσας", γνωστότερο ως "Vortex". Γυρισμένο σε ελληνικό νησί και στο Λονδίνο, με αρκετούς ξένους συνεργάτες, το ασπρόμαυρο αυτό φιλμ είναι ένα μοντερνιστικό πείραμα, φοβάμαι όμως ότι βλέπεται εξαιρετικά δύσκολα. Ή, για να το πω πιο ωμά, μου φάνηκε εξαιρετικά βαρετό. Η ταινία ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα λόγω κάποιων τολμηρών (για τότε) ερωτικών σκηνών.
Με ένα μοντάζ που μπερδεύει τους χρόνους, που επαναλαμβάνει μέχρις τελικής πτώσης σκηνές και ατάκες, με μια στοιχειώδη αφήγηση που διακόπτεται κάθε τρεις και λίγο, έχω την αίσθηση ότι κάνει ό,τι μπορεί για να κουράσει τον θεατή. Υποτίθεται ότι αφηγείται μια ιστορία έρωτα και φόνου, όπου ο ένας αδελφός σκοτώνει τον άλλον, αλλά πολλοί λίγοι μου φαίνεται ότι θα ενδιαφερθούν για όλα αυτά. Νομίζω ότι ελάχιστοι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, γιατί οι ήρωες κάνουν ό,τι κάνουν, ποιες είναι οι μεταξύ τους σχέσεις. Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι ερωτικοί δεσμοί, φανεροί ή κρυφοί, ετεροφυλόφιλοι ή ομοφυλόφιλοι, αλλά εδώ είναι σαφές ότι ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται καθόλου να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά να κάνει ένα κινηματογραφικό πείραμα, το οποίο, όπως είπα, με έκανε να βαρεθώ. Και σα να μην έφτανανα όλα, για να μας θυμίσει υποτίθεται ότι όσα βλέπουμε είναι σινεμά, να αποστασιοποιήσει ίσως τον θεατή και να κατεδείξει τους κινηματογραφικούς μηχανισμούς, κάθε λίγο εμφανίζεται το κινηματογραφικό συνεργείο που γυρίζει την ταινία Vortex, με τον σκηνοθέτη alter ego του Κούνδουρου να δίνει οδηγίες, να ξαναγυρίζει σκηνές που έχουμε δει ήδη δυο - τρεις φορές, να χτυπά εκωφαντικά την κλακέτα... Όπως είπα και πάλι, μέχρι τελικής πτώσης.
Το μόνο θετικό είναι η πολύ όμορφη φωτογραφία, τα υψηλής αισθητικής πλάνα, κυρίως στο ελληνικό νησί, και γενικά η θαυμάσια εικόνα του. Πολύ φοβάμαι όμως ότι αυτά δεν φτάνουν για να κάνουν μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ταινία. Προσωπικά προτιμώ τον Κούνδουρο της προηγούμενης περιόδου.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 01, 2009

ΠΑΛΙ "ΕΚΑΤΣΕ" ΣΤΟΝ WOODY ALLEN


Το έχω ξαναπεί πολλάκις: Ναι, ο Woody Allen επαναλαμβάνει τον εαυτό του σε δεκάδες παραλλαγές, είναι όμως τόσο απολαυστικές αυτές οι παραλλαγές που εγώ δηλώνω απόλυτος φαν. Με γύρω στις 45 ταινίες στο ενεργητικό του, μας δίνει εν έτει 2009 το "Κι αν σου κάτσει;" (Whatever Works), που είναι ξεκαρδιστικό, ανατρεπτικό και δεν με έκανε να βαρεθώ ούτε στιγμή.
Ο Άλλεν παίζει εδώ με ένα ακόμα alter ego του, που αυτή τη φορά ερμηνεύει ο άγνωστός μου Λάρι Ντέιβιντ και που φυσικά είναι στριφνός, νευρωτικός, διανοούμενος, έξυπνος, με κρίσεις πανικού... ο τυπικός νεοϋορκέζος διανοούμενος δηλαδή, τον οποίο τόσες φορές έχει σατιρίσει ο σκηνοθέτης. Μόνο που εδώ ο ήρωάς του υπερβαίνει εαυτόν: Είναι πέρα για πέρα σαρκαστικός και καυστικός κυριολεκτικά με ό,τι βλέπει γύρω του και, σε τελική ανάλυση και για να το πω πιο απλά, είναι απόλυτα μισάνθρωπος. Δεν πιστεύει πουθενά και σε τίποτα (εκτός ίσως από την διαχρονική ανθρώπινη βλακεία) και έχει μια κακή κουβέντα (πανέξυπνη συνήθως) για οποιονδήποτε και οτιδήποτε. Ποια είναι η φιλοσοφία του τελικά; Όλα στη ζωή είναι τυχαία, οπότε... ό,τι κάτσει. Το στόρι, αρχικά τουλάχιστον, θυμίζει τον μύθο του Πυγμαλίωνα, σύντομα όμως φεύγει απ' αυτό το μοτίβο, το οποίο στην αρχή νόμιζα ότι θα είναι κυρίαρχο. Προλαβαίνει όμως να μας δώσει μερικές ξεκαρδιστικές ατάκες, που βασίζονται στην κάθε άλλο παρά πλήρη αφομοίωση της φιλοσοφίας του ηλικιωμένου ήρωα από την πιτσιρίκα, όχι ιδιαίτερα έξυπνη γυναίκα του.
Η ταινία είναι γεμάτη από ξεκαρδιστικές ατάκες επί παντός επιστητού. Ακόμα και να μην αρέσει σε κάποιον, νομίζω ότι μ' αυτές τουλάχιστον θα διασκεδάσει πολύ. Από την άλλη, τη βρήκα και ανατρεπτική, τουλάχιστον όσον αφορά τα ερωτικά θέματα. Αυτό το "ό,τι κάτσει" του τίτλου βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του σ' αυτά. Δεν υπάρχουν ταμπού, στεγανά, απαγορεύσεις. Αρκεί να είσαι ο εαυτός σου και να κάνεις αυτό ακριβώς που σ' αρέσει. Μη σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Το καλύτερο βρίσκεται μόνο όπου εσύ νοιώθεις καλύτερα κι ας πιστεύουν ό,τι θέλουν οι γύρω σου. Γι΄ αυτό και από την οθόνη μας παρελαύνουν κάθε λογής μη συμβατικά ερωτικά σχήματα και όλοι αισθάνονται μια χαρά. Ταυτόχρονα ο Woody Allen κάνοντας πλάκα ακόμα και με το ίδιο το μέσο του κινηματογράφου, βάζει τον μισάνθρωπο ήρωά του να απευθύνεται μερικές φορές στο κοινό, σε μας δηλαδή, λέγοντας διάφορα, ακόμα και για την ίδια την ταινία, ενώ οι άλλοι γύρω του αναρωτιούνται σε ποιον μιλάει.
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα πολύ. Και για μια ακόμα φορά θαύμασα αυτόν τον άνθρωπο που στα 74 του μοιάζει να παραμένει ανεξάντλητος.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ


Ο Νίκος Κούνδουρος υπήρξε από τους πρωτοπόρους του ελληνικού σινεμά, από αυτούς που έβαλαν τα θεμέλια ενός πιο ποιοτικού κινηματογράφου απ' αυτόν που υπήρχε μέχρι τότε. Έχει κάνει και κάμποσα μέτρια φιλμ βέβαια. Θεωρώ ωστόσο το "Ποτάμι" του 1960, μια από τις πρώτες του ταινίες, πραγματικά ενδιαφέρον.
Ένα ποτάμι είναι το σύνορο ανάμεσα στην Ελλάδα και σε μια άλλη χώρα που δεν κατονομάζεται. Στο ποτάμι αυτό, και στον βάλτο εκεί κοντά, διαδραματίζονται τέσσερεις διαφορετικές ιστορίες, που τις παρακολουθούμε να συμβαίνουν παράλληλα, να μπαίνουν σχεδόν η μια μέσα στην άλλη. Οι τρεις έχουν να κάνουν με φυγάδες διαφόρων ειδών και λόγων, η μία με μια ομάδα φαντάρων που ναρκοθετεί την περιοχή των συνόρων. Γίνεται από την αρχή αντιληπτό ότι το ποτάμι αποτελεί ουσιαστικά ένα σύμβολο, είναι αυτό που χωρίζει το "εδώ", στο οποίο συμβαίνουν οι άγριες ιστορίες - μερικές είναι ιστορίες ζωής ή θανάτου - από ένα φανταστικό "αλλού", το οποίο αποτελεί έναν άγνωστο, ίσως επικίνδυνο, ίσως ουτοπικό τόπο (ή ίσως και τα δύο) και προκαλεί ταυτόχρονα στους από 'δω φόβο αλλά και γοητεία και έλξη. Το "εδώ" είναι η ζωή, ο διαρκής αγώνας και η βία της. Το "εκεί"... ποιός ξέρει; Μερικοί από τους ήρωες θα σωθούν αν καταφέρουν να περάσουν το ποτάμι. Άλλοι είναι καταδικασμένοι να μείνουν από την εδώ πλευρά για πάντα.
Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του Κούνδουρου, ο ερωτισμός, η βία, μια έντονη ελληνικότητα, βρίσκονται όλα στο "Ποτάμι". Και, όπως συμβαίνει και στην αληθινή ζωή, δεν ξέρουμε ποιες ιστορίες θα τελειώσουν καλά και ποιες τραγικά. Το φιλμ διαθέτει αρκετές όμορφες και δυνατές ασπρόμαυρες εικόνες, οπτική ποίηση και ενδιαφέρον σενάριο. Αυτό που ίσως ξενίζει σήμερα είναι οι ηθοποιίες, που δεν έχουν ξεφύγει ακόμα από μια θεατρογενή υπερβολή. Αν εξαιρέσεις το σημείο αυτό, που μερικές φορές με ενόχλησε, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία από μια εποχή του ελληνικού σινεμά που καλό θα ήταν να μην περιφρονούμε καθόλου, αλλά να την ψάξουμε κάπως βαθύτερα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η σκηνή όπου ο Ανέστης Βλάχος παίζει μόνος του το μπαγλαμαδάκι του. Είναι υπερβολική σαν ηθοποιία, με ένα τραβηγμένο πάθος, βλέπεις όμως να κινείται ακριβώς όπως ένας ροκ κιθαρίστας, με όλες τις φιγούρες που έχουμε συνηθίσει από τα μέσα των 60ς μέχρι σήμερα. Και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι βρισκόμαστε στο 1960 και οι ροκ εποχές δεν έχουν έρθει ακόμα, και εκεί μένεις με το στόμα ανοιχτό. Ρε, μπας και ο Ανέστης Βλάχος επηρέασε με τον τρόπο που κινείται όταν παίζει τον Hendrix;

Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2009

ΟΙ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΙ MICMACS ΚΑΙ Ο ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΣ ΖΕΝΕ


Είναι ενδιαφέρουσα σύμπτωση το ότι έτυχε να συμπέσουν στα σινεμά οι πρόσφατες ταινίες δύο από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες της εποχής μας: Του Terry Gilliam και του Jean-Pierre Jeunet. Το "Micmacs. Μικροαπατεώνες στα δύσκολα" (2009) (ηλίθιος ελληνικός τίτλος. Ο γαλλικός - που δεν ξέρω τι σημαίνει - είναι Micmacs a Tire-Larigot) του τελευταίου, έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του δημιουργού του: Τα κιτρινωπά χρώματα, τον ρομαντισμό, τη ζεστασιά, το χιούμορ, τα ευφάνταστα, "κατασκευασμένα" περιβάλλοντα, μια παράξενη, παλιομοδίτικη αίσθηση, τους παράδοξους, losers αλλά τόσο αγαπητούς χαρακτήρες, την αγάπη του στο χειροποίητο και όχι στο "ψυχρό και απάνθρωπο" hightech και έναν διάχυτο, γλυκό σουρεαλισμό. Γενικά, αναγνωρίζεις από την πρώτη στιγμή ότι βρίσκεσαι σε μια ταινία του Ζενέ.
Εδώ μια ομάδα από παρίες που ζουν μαζί, σαν οικογένεια, σε ένα απίστευτο καταφύγιο φτιαγμένο αποκλειστικά από ό,τι βρίσκουν στα σκουπίδια (όλα τα λεφτά το απίθανο αυτό σπίτι - καταφύγιο), τα βάζει με δύο ανταγωνιστές μεγολοκαρχαρίες βιομήχανους όπλων, ανθρώπων δηλαδή που "βοηθούν" στο θάνατο χιλιάδων άλλων ανθρώπων με σκοπό το κέρδος. Οι συμπαθέστατοι κλοσάρ με τις εξαιρετικά ευφάνταστες, χειροποίητες κατασκευές τους (πάντοτε από σκουπίδια), αχρηστεύουν με απροσδόκητους τρόπους τα high tech "αμυντικά τείχη" των κακών με σκοπό την εκδίκηση όσων έχουν χάσει τα πάντα εξ αιτίας τους.
Απολαυστικό, αστείο, ευφάνταστο και, όπως πάντα στον Ζενέ, απόλυτα feelgood, το φιλμ κυλά ευχάριστα και στο τέλος νομίζω ότι οι περισσότεροι θα βγουν με χαμόγελο. Ίσως όχι τόσο πλατύ όσο όταν έβγαιναν από την "Αμελί", αλλά πάντως χαμόγελο. Φυσικά ο Ζενέ αφηγείται ένα σύγχρονο παραμύθι, γι' αυτό και είναι εμφανείς οι αφέλειες και οι απιθανότητες στην πλοκή και σε όσα συμβαίνουν γενικότερα. Με άλλα λόγια όσα βλέπουμε στην οθόνη δεν γίνονται με τίποτα στην αληθινή ζωή, κι αυτό ισχύει τόσο για τη γενικότερη σύλληψη όσο και για πάμπολλες μεμονωμένες σκηνές και λεπτομέρειες. Όλα παραπέμπουν σε καρτούν (ηθελημένα φυσικά). Οι δε χαρακτήρες - των κακών ιδιαίτερα - είναι εντελώς μονοδιάστατοι, αλλά ούτως ή άλλως άλλοι είναι οι στόχοι του δημιουργού τους.
Το άλλο πρόβλημα είναι ότι ο Ζενέ επαναλαμβάνεται. Αυτό το αναγνωρίσιμο που λέγαμε στην αρχή, τόσο σαν εικόνα όσο και σαν γενικότερη ατμόσφαιρα, οφείλεται στην μίμηση (μανιερίστικη θα έλεγανν πολλοί) του στιλ των προηγούμενων ταινιών του. Γι' αυτό και το Αθηνόραμα, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, παρατηρεί ότι βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στο "Delicatessen" και την "Αμελί". Αυτή η αναμφισβήτηση επανάληψη ίσως κουράσει αρκετούς ("κάπου το έχουμε ξαναδεί αυτό"), από την άλλη όμως θα ικανοποιήσει τους φανατικούς οπαδούς του, που ίσως να μη χορταίνουν τις επινοήσεις του, όσες φορές κι αν τις δουν. Και σ' αυτό βέβαια συντελεί και η βιρτουάζικη, πρωτότυπη σκηνοθεσία.
Και για να γυρίσουμε στην αρχική συγκυρία: Οι δύο παραμυθάδες επαναλαμβάνονται. Είναι σα να κάνουν με σιγουριά αυτό που ξέρουν καλά, αυτό που έκαναν πάντα. Αν συγκρίνουμε όμως τις ταινίες τους του 2009, η γνώμη μου είναι ότι ο Ζενέ έκανε καλύτερη ταινία από τον Γκίλιαμ, παρά τα προβλήματα αμφοτέρων. Αντιρρήσεις δεκτές.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2009

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΟΡΓΙΑΖΕΙ ΣΤΟ DR PARNASSUS, ΑΛΛΑ...


Να λοιπόν που ο Terry Gilliam, ένας από τους αγαπημένους μου παραμυθάδες, με απόλυτα οργιαστική φαντσία, φαίνεται ότι πια έχει χάσει τη μαγεία του. Από την άλλη βέβαια, αυτός ο σχεδόν παραισθητικός σκηνοθέτης είναι και φοβερά άτυχος: Μετά από μια σειρά ατυχιών σε προηγούμενες ταινίες του, να τώρα που στα μισά των γυρισμάτων του μεγαλεπήβολου "The Imaginarium of Doctor Parnassus" (2009) πεθαίνει ο πρωταγωνιστής Χιθ Λέτζερ. Έτσι αναγκάζεται να ολοκληρώσει την ταινία με 3 άλλα μεγάλα ονόματα στον ίδιο ρόλο: Τζόνι Ντεπ, Κόλιν Φαρέλ, Τζουντ Λο. Δικαιολογείται κάπως αυτό σεναριακά, αλλά όπως και να το κάνουμε, κάπου το όλο πράγμα μπερδεύεται με 4 ηθοποιούς να ενσαρκώνουν τον ίδιο ήρωα, χάνει τη συνοχή του.
Πέραν αυτών όμως: Ο Dr Parnassus διαθέτει ακόμα σε αρκετά σημεία την κυριολεκτικά οργιαστική, μπαρόκ φαντασία του δημιουργού του. Υπάρχουν σκηνές αληθινής απογείωσης, όπου πραγματιά μπαίνουμε σε απίστευτους κόσμους και όπου το θέαμα αποζημειώνει. Υπάρχει επίσης αυτός ο ρομαντισμός, η αθωότητα (μέχρι αφέλειας μερικες φορές) που διακρίνει όλες σχεδόν τις ταινίες του Γκίλιαμ και, τελικά, τις κάνει γοητευτικές. Αυτές είναι οι αρετές. Το μεγάλο πρόβλημα όμως κατά τη γνώμη μου είναι ότι το φιλμ στερείται αφηγηματικού ρυθμού, σαφήνειας, νεύρου. Για να το πω πιο απλά, νομίζω ότι σε αρκετά σημεία "κάνει κοιλιές" και τελικά, προσωπικά τουλάχιστον, μάλλον με κούρασε.
Το θέμα είναι απόλυτα ταιριαστό στο κλίμα του Γκίλιαμ: Μια παραλλαγή στο θέμα του Φάουστ, με την τραγικότητα που το διακρίνει, αλλά και το χιούμορ του σκηνοθέτη. Αλλά νομίζω ότι το πολύπλοκο, μεγαλόστομο και με κάποια κενά σενάριο, μπαρόκ κι αυτό σαν την αισθητική του φιλμ, συνολικά δεν δένει, είναι πλαδαρό. Έτσι το συνολικό αποτέλεσμα φοβάμαι ότι με απογοήτευσε. Να λοιπόν που το καθηλωτικό μερικές φορές θέαμα δεν φτάνει... Κρίμα γιατί, το έχω ξαναπεί, ο Γκίλιαμ έχει κάνει ταινίες που πραγματικά αγαπώ.
ΥΓ: Υπάρχουν στιγμές που η οργιαστική φαντασία του σκηνοθέτη μου θύμισε εικόνες από την περίφημη τηλεοπτική σειρά των Monty Python "Flying Circus" (τέλη 60ς - αρχές 70ς), απ' όπου ξεκίνησε ο Γκίλιαμ και στην οποία έκανε τα ευφάνταστα κινούμενα σχέδια. Ε, όσο νά' ναι, σαν λάτρη της σειράς, αυτό το στοιχείο με συγκίνησε.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2009

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟ CHUNGKING EXPRESS


Μία από τις πρώτες ταινίες που έκαναν γνωστό στη Δύση το κινέζο (κάτοικο Χονγκ Κονγκ) Wong Kar-Wai ήταν το Chungking Express (Chung Hing sam lam) του 1994. Στο οποίο ο σκηνοθέτης αυτός με την ξεχωριστή ματιά έχει ήδη βρει τον δρόμο του και διαθέτει όλα τα στοιχεία που τον έκαναν σημαντικό.
Τον Kar-Wai τον ενδιαφέρει πάνω απ' όλα το θέμα του έρωτα. Ασχολείται πάντοτε με ερωτικές σχέσεις, ενεργές ή τελειωμένες. Με πόσο δικό του τρόπο όμως ασχολείται μ' αυτό το τόσο συνηθισμένο θέμα! Στην συγκεκριμένη ταινία αφηγείται τις ερωτικές ιστορίες δύο μπάτσων, που, δίχως να γνωρίζονται, συχνάζουν στο ίδιο εστιατόριο (κάτι μεταξύ φαστ-φουντ και "βρώμικου" για τα δικά μας δεδομένα, που είναι όμως τα βασικά μέρη φαγητού για την Ανατολή). Η ιστορία του ενός έχει τελειώσει κι αυτός περνά μία μελαγχολική φάση, του άλλου ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Τρυφερότητα, ρομαντισμός θα έλεγα, ευαισθησία και μια προσωπική ματιά κάνουν τόσο γοητευτικό το φιλμ. Οι αφήγηση είναι συχνά ελλειπτική, το μοντάζ γρήγορο και παράδοξο, οι ρυθμοί άλλοτε επιταχύνονται άλλοτε χαμηλώνουν. Αυτό όμως που θεωρώ πολύ ιδιαίτερο στην ταινία (και στις υπόλοιπες του δημιουργού αυτού) είναι η εικόνα του. Η αγάπη για τους πολύχρωμους, τεχνητούς, νυχτερινούς φωτισμούς είναι ήδη από εδώ (τρίτη μόλις ταινία του) κάτι παραπάνω από φανερή. Τα χρώματα είναι έντονα, η όλη εικόνα ιμπρεσιονιστική, απόλυτα ταιριαστή με το στιλ αφήγησης. Μερικές απ' τις εικόνες είναι πανέμορφες. Τα νυχτερινά πλάνα κυριαρχούν (τι λέω, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία. Δεν θυμάμαι καν αν υπάρχουν ημερήσια). Η πόλη, ασφυκτική, βρώμικη, εξωραϊζεται θαρρείς από τη ματιά του Kar-Wai. Σπάνια σε ταινία έχω δει τέτοια απόλυτη κυριαρχία της νυχτερινής πόλης. Ακόμα και η βία δίνεται στιλιζαρισμένα, κομψά. Η μουσική, γνωστά δυτικά κομάτια κυρίως με βασικό και επαναλαμβανόμενο το California Dreamer των Mamas and the Papas, προσθέτει κι αυτή τη χαρακτηριστική της πινελιά.
Μην περιμένετε να παρακολουθήσετε μια ιστορία που "κόβει την ανάσα", με κορυφώσεις, ανατροπές και τα σχετικά. Τίποτα τέτοιο. Είναι η κομψότητα, η ευαισθησία, το προσωπικό στιλ που γοητεύουν. Μοντέρνο σινεμά, που διατηρεί αμείωτη κατά τη γνώμη μου τη φρεσκάδα του, απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ, αλλά νομίζω ότι πιθανόν να γοητεύσει και άλλους.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2009

ΤΟ 1984 ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ


Ο Τζορτζ Όργουελ έγραψε το συγκλονιστικό "1984" το 1948. Αντέστρεψε δηλαδή τα δύο τελευταία νούμερα του έτους. Το 1984, όπως ήταν φυσικό, έγινε και η πιο αξιόλογη προσπάθεια μεταφοράς του εφιαλτικού αυτού βιβλίου στην οθόνη. Αγγλική παραγωγή του Michael Radford, αποτελεί και το κύκνειο άσμα του Ρίτσαρντ Μπάρτον, που πέθανε λίγο μετά.
Αν πρέπει να χαρακτηρίσω με μια λέξη την ταινία, η λέξη αυτή θα ήταν "ζοφερή". Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, εφόσον το φιλμ παραμένει πιστό στο γράμμα και στο πνεύμα του βιβλίου. Φυσικά ο Όργουελ, αριστερός ο ίδιος, έκανε μια αλληγορία του σοβιετικού μοντέλου και ιδιαίτερα του σταλινισμού, που την εποχή αυτή (το 1948 εννοώ) βρισκόταν εν πλήρει ισχύ. Ωστόσο το βιβλίο και η ταινία λειτουργούν πολύ γενικότερα, δίνοντάς μας μια εφιαλτική περιγραφή του ολοκληρωτισμού στην πιο απόλυτη και ακραία του μορφή.
Η ταινία δίνει πολύ παραστατικά το κλίμα. Το μίζερο, στερημένο από κάθε ομορφιά περιβάλλον, τα πανταχού παρόντα ερείπια ενός αέναα συνεχιζόμενου πολέμου (ή υποτιθέμενου πολέμου), η συνεχής καταπίεση, η πλύση εγκεφάλων, οι άνθρωποι ως απόλυτα απρόσωπη μάζα, δίχως απολύτως τίποτα προσωπικό, η κυρίαρχη ομοιομορφία στα σπίτια, στα ρούχα, παντού, η απόλυτη απαγόρευση κάθε ηδονής, ακόμα και του οργασμού και κυρίως οι πανταχού παρούσες οθόνες που λειτουργούν και σαν κάμερες με την κυρίαρχη μορφή του διαβόητου "Μεγάλου Αδελφού", όλα λειτουργούν άψογα στη δημιουργία του ασφυκτικού και ζοφερού κλίματος που αναφέραμε στην αρχή.
Γενικότερα όμως η ταινία (και το βιβλίο φυσικά) προχωρούν ένα βήμα παραπάνω στη διερεύνηση του απόλυτου ολοκληρωτισμού. Στόχος του στυγνού καθεστώτος δεν είναι απλώς να υποτάξει, να κυριαρχήσει με τον φόβο. Στόχος του είναι να κάνει τους απρόσωπους υπηκόους του να πιστεύουν απόλυτα σ' αυτό, ακόμα περισσότερο, να το αγαπούν βαθιά. Το όνειρο δηλαδή κάθε δικτάτορα. Η αντικειμενικότητα, η αλήθεια, παύουν να υπάρχουν. Τη θέση τους παίρνει η αλήθεια του κόμματος, που μπορεί να αλλάζει από μέρα σε μέρα κατά βούληση (τη βούληση του κόμματος φυσικά). Γι' αυτό η ιστορία παραχαράσσεται καθημερινά. Γι' αυτό οι επίσημες ειδήσεις της κάθε μέρας βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις χτεσινές ή τις προσχτεσινές. Ο τέλειος έλεγχος οφείλει να εξαλείψει τη μνήμη. Ή μάλλον να την κάνει εύπλαστη. Κοινώς, η άνθρωποι δεν έχουν πια ατομικές μνήμες, αλλά τη μνήμη που το καθεστώς επιθυμεί.
Τι απ' αυτά συμβαίνει σήμερα; Πόσο αληθινό είναι το ζοφερό οργουελιανό όραμα; Φυσικά ή εξωτερική εικόνα δεν μοιάζει καθόλου. Παρά τη συγκεκριμένη οικονομική κρίση, μπορούμε σε γενικές γραμμές να μιλάμε για ευμάρεια και όχι για ανέχεια, όπως στο 1984. Ωστόσο το ανατριχιαστικό είναι ότι σήμερα η δυνατότητα πραγματοποίησης όσων περιγράφονται στο φιλμ, που τότε αποτελούσαν καθαρή επιστημονική φαντασία - κυρίως της απόλυτης παρακολούθησης των πάντων - υπάρχει χάρη στην αλματώδη τεχνολογική ανάπτυξη. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτό. Θα δούμε.
Μίλησα πολύ για το βιβλίο βέβαια, πράγμα που δεν συνηθίζω. Νομίζω όμως ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται, αφού, όπως είπα, η ταινία έχει κατά τη γνώμη μου πιάσει απόλυτα το πνεύμα του βιβλίου. Και επί πλέον, Ρίτσαρντ Μπάρτον και Τζον Χαρτ είναι εξαιρετικοί. Οπότε νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς το φιλμ. Παρά το ότι στο τέλος θα νοιώθει σα να έχει φάει μια γερή γροθιά στο στομάχι...

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΤΡΕΝΑ ΝΑ ΠΕΡΝΟΥΝ


Στα μέσα της δεκαετίας του 60 ο τσέχικος κινηματογράφος γνωρίζει μια εκπληκτική άνθηση, που αποτελεί βέβαια μέρος της όλης πολιτικής και πνευματικής άνθησης που έγινε γνωστή σαν "Άνοιξη της Πράγας". Όλο αυτό το ευφορικό κλίμα πνίγηκε βίαια κάτω από τις ερπύστριες των σοβιετικών τανκς, που εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Μέχρι τότε όμως είχαμε απολαύσει τουλάχιστον ορισμένες πολύ καλές ταινίες.
"Ο Άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν" (Closely observed trains στα αγγλικά, Ostre sledované vlaky στα τσέχικα) είναι μια αρχετυπική ταινία της εποχής. Γυρίστηκε από τον Jiri Menzel το 1966, είναι ασπρόμαυρη, διασκεδαστική και πικρή μαζί. Σάτιρα της γραφειοκρατίας και της τσέχικης ιδιοσυγκρασίας, απομυθοποίηση κάποιων συμβόλων, καταγραφή των πρώτων εφηβικών ερωτικών σκιρτημάτων και λίγο αντιναζιστική ιστορία, είναι μερικά από τα βασικά της στοιχεία. Και περιέχει και μια τολμηρή για την εποχή σκηνή, με το σφράγισμα των οπισθίων μιας όμορφης δεσποινίδας με τις επίσημες σφραγίδες του σταθμού (και του κράτους), που φυσικά αποτελεί και μια θαυμάσια "αποκαθήλωση" κάποιων ιερών και οσίων.
Ένας έφηβος διορίζεται σε επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό την εποχή της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας. Επί κεφαλής ένας αβάσταχτα γραφεικράτης και μεγαλόσχημος διευθυντής, δεύτερος τη τάξει ένας αθεράπευτα γυναικάς υπάλληλος. Και πού και πού δέχονται και τις επισκέψεις του παπαρολόγου ναζιστή επιθεωρητή. Ουσιαστικά ελάχιστα πράγματα έχουν να κάνουν εκεί. Έτσι, ο χρόνος που κυλά αργά, οι μεταξύ τους σχέσεις, οι πρώτοι έρωτες του ήρωα (και η αποτυχία του να "φανεί άντρας") δίνονται με χαμηλότονο χιούμορ και ειρωνική διάθεση. Ίσως στην αρχή σας φανεί κάπως αργό, σύντομα όμως πιστεύω ότι μπαίνει κανείς στο κλίμα και τότε η ταινία τον κερδίζει απόλυτα, έως την τελική δραματική κατάληξη.
Νομίζω ότι το φιλμ διατηρεί μέχρι σήμερα τη φρεσκάδα του και γίνεται ένα ντοκουμέντο μιας εποχής που επιχείρησε να ξεφύγει από ένα ασφυκτικό κλίμα και απέτυχε τραγικά, αφού κατέληξε σε άλλα 20 χρόνια καταπίεσης. Αξίζει πάντως να το δει κανείς (μαζί και με αρκετές άλλες τσέχικες ταινίες της εποχής) και σαν απόδειξη ότι κάτω από τη σοβιετική πνευματική δικτατορία, στις χώρες του τότε ανατολικού μπλογκ δεν γυρίζονταν μόνο μονόπλευρα φιλμ σοσιαλιστικού ρεαλισμού με ηρωικούς εργάτες και κακούς κεφαλαιοκράτες. Αντίθετα, υπήρξαν πολλές χαραμάδες φωτός και καθαρού αέρα (και στην Πολωνία και στη Γιουγκοσλαβία μεταξύ άλλων). Το "Closely observed trains" είναι από τα καλύτερα δείγματα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 21, 2009

WELCOME; ΜΑΛΛΟΝ ΟΧΙ...


Ξέρετε ότι στη Γαλλία είναι παράνομο και ποινικά κολάσιμο να βοηθήσεις λαθρομετανάστη; Ότι μπορεί να φας έως και 5 χρόνια φυλακή; Κι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη καταδικαστεί γι' αυτό τους το "έγκλημα"; Αυτή την άγνωστη (σε μένα τουλάχιστον) απαράδεκτη πτυχή του νόμου εξετάζει το "Welcome" (2009) (εννοείται ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός) του γάλλου Philippe Lioret. Αλλά και το καυτό και επίκαιρο πρόβλημα των λαθρομεταναστών γενικότερα.
Ένας νεαρός Κούρδος από το Ιράκ διανύει με τα πόδια χιλιάδες χιλιόμετρα και βρίσκεται τελικά στη Γαλλία - αφού βασανιστεί από τούρκους στρατιώτες. Μοναδική ώθηση για όλη αυτή την οδύσσεια, το πάθος του για την αγαπημένη του, που ζει νόμιμα στο Λονδίνο. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε μετά. Το φιλμ ξεκινά όταν διαπιστώνει ότι είναι αδύνατο να διασχίσει τη Μάγχη και να πάει απέναντι. Τα μέτρα εδώ είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Και τότε, με τη βοήθεια ενός γάλλου προπονητή κολύμβησης, αποφασίζει να τη διασχίσει κολυμπώντας.
Παρακολούθησα την ταινία με ενδιαφέρον, παρά το ότι νομίζω ότι κάπου - κάπου γίνεται μελό. Και θεωρώ επίσης ότι οι θυσίες του αδιάφορου μέχρι τότε για το μεγάλο αυτό πρόβλημα προπονητή είναι μάλλον υπερβολικές. Ωστόσο δεν την θεωρώ καθόλου κακή. Πιάνει το πρόβλημα από πολλές πλευρές, γίνεται σε αρκετά σημεία υγιώς συγκινητική και, κυρίως, μιλά για κάτι που πολλοί αποκρύπτουν ή προτιμούν να ξεχάσουν, ενώ άλλοι αγνοούν. Ρεαλιστικό, καλογυρισμένο, νομίζω ότι τελικά δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και προβληματισμούς. Και μπλέκει έξυπνα την ιστορία του μικρού κούρδου με τα προσωπικά προβλήματα του γάλλου (που, ως ένα βαθμό, δικαιολογούν την ηρωική συμπεριφορά του).
Παρά τις αρετές αυτές πάντως, πιστεύω ότι το βασικό θετικό στοιχείο της ταινίας είναι το "ντοκιμαντερίστικο". Αυτό δηλαδή που θέτει το πρόβλημα και παρακολουθεί τις συμπεριφορές ντόπιων και ξένων απέναντι σ' αυτό. Διάβολε, γείτονες καταγγέλουν γείτονες επειδή φιλοξενούν λαθρομετανάστες, μπάτσοι εισβάλλουν σε σπίτια ντόπιων για να πιάσουν επ' αυτοφόρω ξένους να μένουν εκεί, σούπερ μάρκετ και λουτρά αρνούνται να τους δεχτούν ακόμα κι αν μπορούν να πληρώσουν, άνθρωποι καταδικάζονται κανονικά επειδή βοήθησαν ξένους... Αν αυτό δεν είναι υποβάθμιση κάθε ένοιας ανθρωπιάς, τότε τι είναι; Φυσικά το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης είναι μεγάλο και οι τοπικές δυτικές κοινωνίες δυσκολεύονται πολύ να αφομοιώσουν τους εξαθλιωμένους τριτοκοσμικούς που φτάνουν αθρόα. Αλλά αρνούμαι να δεχτώ την άγρια αυτή ποινικοποίηση αν λύση. Αν θέλουν πραγματικά να εξαλείψουν το φαινόμενο οι δυτικές κοινωνίες, ας κόψουν το κεφάλι τους κι ας ανεβάσουν συνολικά το επίπεδο συνθηκών διαβίωσης στον Τρίτο Κόσμο (στο μισό περίπου πλανήτη δηλαδή). Ας βρουν λεφτά παράγοντας λιγότερα όπλα ή καταναλώνοντας λιγότερο, δεν ξέρω. Στο κάτω - κάτω κατά ένα μεγάλο μέρος είναι υπεύθυνες για την αθλιότητα που επικρατεί στις χώρες αυτές.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Μετά την παταγώδη εμπορική αποτυχία των "Περπετειών του Βαρώνου Μιγχάουζεν" (που για μένα παραμένει από τις αγαπημένες μου ταινίες), ο μεγαλεπήβολος Terry Gilliam αναγκάζεται να δουλέψει με πολύ μικρότερο προϋπολογισμό. Έτσι το 1991 φτιάχνει το "Fisher King" (Ο βασιλιάς της μοναξιάς), δίνοντας την προσωπική του αμίμητη εκδοχή για τον "ρεαλισμό".
Ο Γκίλιαμ είναι δηλωμένα ενάντια στον ρεαλισμό. Λατρεύει το φαντασικό στοιχείο, το παραμύθι, το θαυμαστό, την αχαλίνωτη φαντασία. Όταν λοιπόν αναγκάζεται να κάνει μια ταινία με "κανονικούς", σύγχρονους ήρωες που ζουν στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: Τη μεταμορφώνει σε παραμύθι. Ένα παραμύθι που διαδραματίζεται ανάμεσα σε ουρανοξύστες, γιάπιδες, άστεγους, αυτοκίνητα, ραδιοφωνικούς σταθμούς και στο Central Park.
Ο ημίτρελος, άστεγος Ρόμπιν Ουίλιαμς και ο πανίσχυρος, αλαζόνας (αρχικά τουλάχιστον) Τζεφ Μπρίτζες αποτελούν ιδανικούς ερμηνευτές σαν ένα από τα πιο ιδιόρυθμα "ζευγάρια" της οθόνης, καθώς η πλήρως αταίριαστη τυχαία συνάντησή τους μεταμορφώνεται βαθμιαία σε βαθιά φιλία. Η αστείρευτη ανάγκη του Γκίλιαμ για το φανταστικό δίνει το παρόν στις φοβερές εμφανίσεις του "Κόκκινου Ιππότη" που κυνηγά τον τρελό Ουίλαμς στους εφιάλτες του, όταν μερικές φορές αυτός ξαναέρχεται σε επαφή με την πραγματικότητα (ναι, το εφιαλτικό, φανταστικό στοιχείο εισβάλλει όταν ο ήρωας ξεφεύγει από τον μόνιμα φανταστικό κόσμο του). Και εδώ, νομίζω, βρίσκεται κρυμμένο το βασικό μήνυμα του δημιουργού, που, με απλά λόγια, συνοψίζεται στο λαϊκό "ασ' τον τρελό στην τρέλα του": Αφού η πραγματικότητα πληγώνει τόσο, τι το κακό έχει η καταφυγή στη φαντασία; Γιατί να μη κυνηγάμε το Ιερό Δισκοπότηρο στη σύγχρονη, αγχωτική μεγαλούπολη; Πράγμα που εδώ δεν αποτελεί φυγή προς τη φαντασία, αλλά φάρμακο, λύτρωση από μια πεζή, σκληρή και άχρωμη πραγματικότητα που μόνο τραύματα μπορεί να δημιουργεί. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι παρουσιάζονται ομοιόμορφοι, με πανομοιότυπα γκρίζα κοστούμια, σα ρέπλικες.
Πέραν όλων αυτών η ταινία είναι μία από τις πλέον feel good που έγιναν ποτέ. Ίσως υπερβολικά συναισθηματική πού και πού, ενίοτε και αφελής, αλλά νομίζω ότι όλα αυτά είναι ηθελημένα. Είπαμε: Ο Γκίλιαμ μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε παραμύθι, οπότε ακολουθεί και τις συμβάσεις του, μια από τις οποίες είναι και η ύπαρξη θαυμάτων. Αν το δεχτούμε απ' την αρχή αυτό δεν μπορούμε παρά να απολαύσουμε το Fisher King. Που, επί πλέον, είναι και ένας ύμνος στη διαφορετικότητα, όχι μόνο λόγω του χαρακτήρα του Ουίλιαμς, αλλά και της απίθανης, φευγάτης φιγούρας της Αμάντα Πλάμερ. Και διαθέτει και μια σκηνή ανθολογίας: Αυτή του χορού στο σταθμό του μετρό.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2009

2012: ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΠΛΟΥΣΙΟ, ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ


Φυσικά ο Roland Emmerich έκανε μια ακόμα ταινία καταστροφής (αναρωτιέμαι αν ξέρει να κάνει και τίποτα άλλο). Φυσικά άρπαξε την ευκαιρία όλου αυτού του ηλίθιου θόρυβου περί "τέλους του κόσμου το "2012" (έχουν και ακριβή ημερομηνία οι προβλέψεις). Σιγά μην άφηναν τα στούντιο τέτοια ευκαιρία δίχως να βγάλουν κέρδη...
Στην ταινία τώρα: Πρώτα τα καλά, ή μάλλον το καλό, γιατί δεν νομίζω ότι διαθέτει οτιδήποτε άλλο. Φυσικά το θέαμα. Που έχει ξεπεράσει μάλλον οποιαδήποτε ταινία καταστροφής έχουμε δει μέχρι τώρα. Ουρανοξύστες πέφτουν, ηφαίστεια εκρήγνυνται, τσουνάμι ξεσπάν, πόλεις ολόκληρες βυθίζονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Φυσικά ζούμε τον απόλυτο θρίαμβο των εφφέ. Το είπα: Νομίζω ότι εδώ ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Έτσι, θέλοντας και μη, χαζεύειες επί σχεδόν τρεις ώρες, και μάλιστα ενίοτε με το στόμα ανοιχτό.
Αυτά. Οτιδήποτε άλλο αφορά το φιλμ βρίσκεται υπό το μηδέν. Ειλικρινά δεν περίμενα να δω τόσα, μα τόσα πολλά συσσωρευμένα κλισέ και μάλιστα από τα πλέον τετριμμένα. Δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω. Από τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα ή οπουδήποτε τέλος πάντων επιβαίνουν οι πρωταγωνιστές, που γλιτώνουν πάντα, μα πάντα, στο παρά τρίχα, ενώ πίσω τους, σε απόσταση ενός μέτρου, όλα καταποντίζονται; Τον άσχετο πιλότο (έχει παρακολουθήσει μόνο μερικά μαθήματα), που κάνει απίστευτες ταρζανιές και γλυτώνει; Την εμμονή των αμερικάνων με την οικογένεια, που πρέπει ντε και καλά να μείνει ενωμένη (και φυσικά θα μείνει κι ας καταστραφεί ολόκληρος ο κόσμος); Α, εδώ έχουμε και τα κακά του διαζυγίου, αλλά η πρώτη (βλέπε νόμιμη) αγάπη πάντοτε θριαμβεύει. Τον (μαύρο) πρόεδρο της Αμερικής, που είναι ο πιο καλός άνθρωπος που έχετε δει ποτέ, που θυσιάζεται άνευ κανενός λόγου κατά τη γνώμη μου (ίσως για να μείνει μέχρι τέλους με τους... υπαλλήλους του Λευκού Οίκου!!!); Φυσικά την παγκόσμια συνεργασία, που την τελευταία στιγμή, μπροστά στον υπέρτατο κίνδυνο, λειτουργεί άψογα; Ή μήπως τους ρώσους (μοιχούς και μη), που, καλού - κακού, χάνονται όλοι; Και πολλά πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι πια. Όλα τα λεφτά για μένα πάντως ήταν η ατάκα της κόρης του προέδρου των ΗΠΑ, η οποία, σε μια στιγμή που διακυβεύονται τα πάντα και παίζεται το αν θα ανοίξουν κάποιες πόρτες για να σωθούν εκατοντάδες άνθρωποι που έχουν μείνει απ' έξω (πιθανόν με τίμημα τον χαμό του ίδιου του σκάφους) λεει: "Πάντως ο πατέρας μου σίγουρα θα άνοιγε τις πόρτες για να τους σώσει". Και έτσι πείθονται και οι άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες. Όπως ακριβώς δηλαδή μας έχουν συνηθίσει οι αμερικάνοι πρόεδροι εδώ και δεκαετίες. Αλλοίμονο τώρα μη δεν παίζουν πάντοτε κορώνα - γράμματα τη ζωή τους για να σώσουν αθώους ανθρώπους...
Χαρακτήρισαν το 2012 ένα είδος πορνό, με την έννοια ότι απευθύνεται στην όραση και μόνο του θεατή, περιφρονώντας ουσιαστικά τη νοημοσύνη του. θα συμφωνήσω. Ίσως όμως και να παίζει κάτι χειρότερο εδώ: Τα πορνό δεν προσβάλλουν τη νοημοσύνη σου, διότι απλούστατα, στερούνται "ιστορίας", σεναρίου, οπότε εξ ορισμού απευθύνονται μόνο στο μάτι (και στα σεξουαλικά ένστικτα), πράγμα που όλοι το γνωρίζουν πολύ καλά. Οπότε δεν σε κοροϊδεύουν. Αν όμως αρέσει οτιδήποτε άλλο στο 2012 πλην του πλούσιου θεάματος... μάλλον κάτι δεν παει καλά...

Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Το ιρανικό σινεμά κυριάρχησε για πολλά χρόνια σε φεστιβάλ και στις συνειδήσεις των σινεφίλ. Τα τελευταία χρόνια όμως ήταν κάπως πεσμένο - ή, τουλάχιστον, επαναλαμβανόμενο. Η εικόνα αυτή τείνει να αντιστραφεί με το "Τι απέγινε η Έλι" (Darbareye Elly, 2009) του Asghar Farhadi. Ο απόλυτος ρεαλισμός, η απεικόνιση της καθημερινότητας, η καταγραφή της φτώχιας και των κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία μας είχαν συνηθίσει για χρόνια οι ιρανοί, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια αγχωτική καταγραφή ενός δραματικού ατυχήματος, που σε κάποια σημεία αγγίζει τα όρια του θρίλερ.
Αλλά και το όλο κλίμα είναι διαφορετικό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παρέα παλιών συμφοιτητών, άλλοι με οικογένειες κι άλλοι όχι, που νοικιάζουν μια παραθαλάσσια βίλα για ένα τριήμερο για να κάνουν διακοπές. Κάθε φολκλόρ λείπει από το φιλμ. Η παρέα δρα όπως ακριβώς θα κάναμε κι εμείς. Θάλασσα, παιχνίδια (παντομίμα μάλιστα), πλάκες, κινητά και βόλτες με τα αυτοκίνητα. Οι γυναίκες φοράνε βέβαια μαντίλα, αλλά κατά τα άλλα δεν θυμίζουν καθόλου καταπιεσμένες τριτοκοσμικές συζύγους. Όλα αυτά με μια πρώτη ματιά βέβαια. Όταν μια κοπέλα εξαφανίζεται η χαλάρωση και το κλίμα διακοπών τινάζονται στον αέρα, οι συμπεριφορές αλλάζουν, κάποια πέπλα πέφτουν και μια αγχωτική διαδικασία αρχίζει.
Αν εξαιρέσει κανείς την κάπως μακριά αρχή, με την καθημερινότητα, την άφιξη, τις πλάκες, τα παιχνίδια, που με κούρασε λίγο (αν και χρειαζόταν για να προετοιμάσει το κλίμα - ή μάλλον την ανατροπή του), η υπόλοιπη ταινία με κράτησε απόλυτα, καθώς η κατάσταση περιπλεκόταν όλο και περσσότερο. Μην περιμένετε όμως σεναριακές ανατροπές και συγκλονιστικές αποκαλύψεις για το τι συνέβει. Όλα είναι απλά, καθημερινά, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Η αυξανόμενη αγωνία όμως υπάρχει και με το παραπάνω. Α, και να μην το ξεχάσω: Φοβερές ηθοποιίες απ' όλους. Ακόμα και από τα μικρά παιδιά (στα οποία έχει παράδοση το σινεμά της χώρας αυτής)!
Και εδώ έρχονται και κάποιες σκέψεις για την διαφορά των κοινωνιών αυτών από τις δικές μας: Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω λεπτομέρειες, θα ήταν spoiler, πλην όμως όλα όσα συμβαίνουν στο τελευταίο τρίτο του φιλμ δύσκολα θα συνέβαιναν σε μια δυτική κοινωνία. Δεν εννοώ φυσικά τον πανικό, ο άγχος, την αγωνία. Αυτά είναι πανανθρώπινα. Αλλά η δυσκολία να αποκαλύψουν κάτι σε κάποιον (μιλάω με κώδικες, αλλά είπαμε, ο φόβος του spoiler), τα ψέματα που μπερδεύουν την κατάσταση, ο τρόπος αντιμετώπισης, όλα παραπέμπουν σαφώς σε μια κοινωνία όπου πράγματα κοινά για μας παραμένουν ταμπού και όπου, βέβαια, η γυναίκα έχει ελάχιστη ελευθερία σε σχέση με τη δυτική.
Τη βρήκα πάντως καλή ταινία, διαφορετική από τα συνηθισμένα της χώρας αυτής και σκηνοθετημένη με μαεστρία. Θα δούμε στο μέλλον αν πρόκειται για εξαίρεση ή αν μας περιμένει μια ακόμα άνοδος του ιρανικού σινεμά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009

NEW AGE ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ... ΚΑΤΣΙΚΕΣ


"Οι Άντρες που κοιτούν επίμονα Κατσίκες" (The Men Who Stare at Goats) του Grant Heslov θα μπορούσε να είναι μια πολύ καλή κωμωδία. Και πρωτότυπη ιδέα έχει, και αρκούντως αντιπολεμικό πνεύμα διαθέτει και εξαιρετικό καστ (πότε άλλοτε έχετε δει μαζί Τζορτζ Κλούνει, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Κέβιν Σπέισι και Τζεφ Μπρίτζες;). Διαθέτει αρκετές πολύ αστείες στιγμές, αλλά συνολικά βγήκα λέγοντας "Μμμμ... συμπαθητικό ήταν". Αυτό μόνο.
Το φιλμ ασχολείται με τις θρυλούμενες έρευνες του αμερικάνικου στρατού (και του ρωσικού παλιότερα) που σχετίζονται με παραψυχολογικά και υπερφυσικά φαινόμενα (φανταστείτε δηλαδή τον Γκέλερ να χρησιμοποείται για στρατιωτικούς σκοπούς). Υποτίθεται ότι έχουν ξεκινήσει από την εποχή του Βιετνάμ και συνεχίζονται στο Ιράκ. Έτσι βρίσκει την ευκαιρία και σάτιρα να κάνει στο όλο New Age φαινόμενο, που ξεκίνησε στις αρχές των 80ς νομίζω, και στον μιλιταρισμό. Είναι όντως αστείο να βλέπεις την μονάδα παραψυχολογικών ερευνών, στρατιώτες και αξιωματικούς δηλαδή ντυμένους με τις στολές τους, να κάνουν γιόγκα, να είναι εμφανώς χίπις με μαλιά και γένεια, να κρατούν λουλούδια, να ευχαριστούν τη Μητέρα Γη και πολλά άλλα τέτοια ευτράπελα. Και γενικά βρίσκω εξαιρετικά αστεία την ιδέα διάφορων στρακόκαυλων μαντράχαλων να εκπαιδεύονται στα σοβαρά για το πώς μπορούν να γίνουν... αόρατοι, να περνάνε μέσα από τοίχους, να διοχετεύουν αρνητική ενέργεια στον εχθρό μέσα από τη σκέψη τους, να σκοτώνουν ζώα απλώς κοιτώντας τα στα μάτια και άλλα σχετικά. Ο Κλούνεϊ μάλιστα, κάτι μεταξύ ανθρώπου με ψυχικές ικανότητες και ψώνιου, είναι όλα τα λεφτά.
Η ταινία δεν φαίνεται να παίρνει στα σοβαρά όλα αυτά, μας αφήνει ανοιχτό όμως το αν υπάρχουν όντως τέτοιες δυνάμεις ή αν όλα είναι στα διαταραγμένα μυαλά κάποιων. Το πρόβλημα είναι ότι οι ρυθμοί σταδιακά χαλαρώνουν, οι ιδέες εξαντλούνται και τελικά, όπως είπα και στην αρχή, μένεις απλώς με το χαμόγελο και την αίσθηση ότι είδες κάτι συμπαθητικό, αλλά μέχρις εκεί. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι ένα καινούριο MASH ή να είχε απογειωθεί στα χέρια των Κοέν ας πούμε.

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2009

"Η ΝΥΧΤΑ" ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ


Δεύτερο μέρος της περίφημης "τριλογίας της αποξένωσης" (οι άλλες δύο είναι "Η Περιπέτεια" και "Έκλειψη") του Michelangelo Antonioni (1912-2007), "Η Νύχτα" (La Notte) γυρίζεται το 1961 και αποτελεί για πολλούς μια από τις σημαντικότερες ταινίες της ιστορίας του σινεμά . Βέβαια η ταινία είναι κλασική για όσους μπορούν να δουν σινεμά που δεν το ενδιαφέρει η δράση αλλά η σκέψη, που θέτει ή προσπαθεί να απαντήσει σε αιώνια ερωτήματα. Η βασική κατηγορία για φιλμς όπως αυτό είναι ότι "δεν συμβαίνει τίποτα", δεν υπάρχει έκπληξη ή/και ανατροπή. Έτσι είναι (σε μια πρώτη ματιά τουλάχιστον), αλλά τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι συχνά ευπρόσδεκτα, όχι όμως και υποχρεωτικά για να θεωρηθεί μια ταινία ή οποιοδήποτε άλλο έργο τέχνης σημαντικό. Γενικά αντιλαμβάνομαι την απόρριψη ανθρώπων που δεν αντέχουν έλλειψη δράσης, αργούς ρυθμούς και άλλα τέτοια. Γι' αυτούς δημιουργοί όπως ο Αντονιόνι, ο Ταρκόφσκι, ο Ρενέ και πλήθος άλλοι είναι "εκτός". Δεν συμφωνώ, αλλά η άποψη αυτή και σεβαστή είναι και κατανοητή. Ας ασχοληθούν λοιπόν με τη "Νύχτα" οι υπόλοιποι.
Η ταινία δείχνει ένα ακριβώς εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού που είναι παντρεμένο επί 10 χρόνια. Διανοούμενος και διάσημος συγγραφέας εκείνος, από πλούσια οικογένεια εκείνη, επισκέπτονται έναν ετοιμοθάνατο φίλο το πρωί, στη συνέχεια εκείνη περιπλανιέται δίχως σκοπό στο Μιλάνο και τα φτωχά προάστιά του και το βράδι πάνε σ' ένα κλαμπ και στη συνέχεια σε ένα πάρτι πλούσιου βιομήχανου, όπου είναι μαζεμένη όλη η "καλή κοινωνία", στο οποίο μένουν μέχρι το ξημέρωμα και όπου συμβαίνουν διάφορα.
Η ταινία μιλά όσο λίγες στην ιστορία του σινεμά για την κρίση του σύγχρονου ζευγαριού, όταν πλέον το πάθος έχει εκλείψει. Δεν υπάρχουν δραματικές εξάρσεις, καυγάδες, απιστία (αν και συχνά και οι δύο πλησιάζουν σ' αυτή). Υπάρχει απλώς η απάθεια, η έλλειψη ζήλειας, η μοναξιά, η κενότητα, το ανικανοποίητο που νοιώθουν και οι δυο τους. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι γι' αυτά τα προφανώς αρνητικά συναισθήματα δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Είναι η βαθμιαία φθορά μιας σχέσης που τα δημιουργεί, φθορά που συμβαίνει πάντοτε (εκτός ίσως ελάχιστων ευτυχών εξαιρέσεων). Φυσικά ο Antonioni εμβαθύνει και στους χαρακτήρες των δύο (και της τρίτης, που απειλεί να ανατρέψει τις όποιες ισορροπίες): Εγωιστής κατά βάθος εκείνος, που βασικά ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, που πολύ λίγα μπορεί να δώσει, σχετικά "ρηχή" εκείνη, που απλώς πλήττει με τα πάντα και δεν τολμά καν να ολοκληρώσει μια απόπειρα "απόδρασης" από τη ρουτίνα. Η Ζαν Μορό περιφέρεται δίχως σχεδόν ποτέ να χαμογελά, κι αυτή της η έκφραση πλήξης και απάθειας είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Και επίσης, για να γίνουν τα πράγματα πιο ρεαλιστικά και πιο κοντά σ΄ ό,τι συνήθως συμβαίνει, δεν υπάρχει ακριβώς μίσος ανάμεσά τους. Υπάρχουν στιγμές που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, που δείχνουν υπολείμματα τρυφερότητας, ίσως και έρωτα. Αλλά η νεανική μαγεία έχει χαθεί οριστικά...
Πολύ σωστά ο Antonioni τοποθετεί το πλαίσιο στους υψηλούς - ή, τέλος πάντων, στους άνετους οικονομικά κοινωνικούς κύκλους. Εκεί είναι που τα προβλήματα αυτού του είδους φαίνονται ξεκάθαρα. Υπάρχουν και σε κατώτερες τάξεις βέβαια, αν όμως το βασικό πρόβλημά σου είναι η ανέχεια ή ακόμα και η πείνα, όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Το άλλο χαρακτηριστικό της ασπρόμαυρης "ματιάς" του φιλμ είναι η άμεσα ορατή σχέση της με την αρχιτεκτονική και το αστικό τοπίο. Ο σκηνοθέτης μας δείχνει επίμονα μοντέρνα κτίρια, στιλπνές επιφάνειες που αντανακλούν τα πάντα, ευθείες γραμμές και γωνίες. Οι άνθρωποι φαίνονται πολύ μικροί και ασήμαντοι μπροστά στα κτίρια της πόλης (του Μιλάνου συγκεκριμένα). Η εμμονή αυτή επιτείνει και "εικονογραφεί" με ιδανικό τρόπο την αίσθηση της ψυχρότητας, της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου από το περιβάλλον του και από τους άλλους. Έτσι η σύγχρονη αρχιτεκτονική, που κυριαρχεί πάνω στο άτομο, μοιάζει να συμβάλλει στο κλίμα της αλλοτρίωσης.
Μεγάλη - και δύσκολη - ταινία, που διατηρεί νομίζω τη λάμψη της (τη μουντή λάμψη της θα ήταν καλύτερα να λέγαμε). Το πρωταγωνιστικό τρίο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Μόνικα Βίττι) βρίσκεται στο απώγιό του, η χαλαρή τζαζ μουσική χρησιμοποιείται εδώ σαν "χαλί" που δεν την ακούει κανείς με προσοχή, επιτείνοντας έτσι το αίσθημα πλήξης και κενότητας που κυριαρχεί κυρίως στο δεύτερο μέρος, στο πάρτι της υψηλής κοινωνίας (κενότητα που χαρακτηρίζει την τάξη αυτή και εδώ προβάλλεται ανάγλυφα) και γενικά, δίχως εξάρσεις, ο Αντονιόνι καταφέρνει να μιλήσει για εσωτερικά θέματα που μας αφορούν όλους. Κι ας απευθύνεται- λόγω της "γλώσσας" του - σε λίγους.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 13, 2009

ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Αντίθετα με το ανεκδιήγητο "Τέρας της Θάλασσας των Κρεμασμένων", το "A Bucket of Blood" του Roger Corman (1959), ("Ματωμένα γλυπτά" ο ελληνικός τίτλος του dvd) είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία. Είναι φυσικά φτηνή, ασπρόμαυρη, με άγνωστους ηθοποιούς (αλλοίμονο, για τον Κόρμαν μιλάμε), αλλά αυτά δεν μειώνουν τις αρετές της. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και τον τρόμο, διηγείται την ιστορία ενός όχι ιδιαίτερα έξυπνου γκαρσονιού (μάλλον προς το ελαφρώς καθυστερημένο κλίνει), που δουλεύει σε ένα καφέ όπου συχνάζουν καλλιτέχνες, κάνοντας μάλιστα και διάφορες περφόρμανς, και που ποθεί διακαώς να γίνει κι αυτός καλλιτέχνης. Μετά από ένα ατύχημα, αρχίζει να φτιάχνει γλυπτά από αληθινούς ανθρώπους που σκοτώνει και γίνεται διάσημος.
Σάτιρα του κόσμου της τέχνης, τραγική ιστορία κατά βάθος, παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον παρά τις κάποιες αφέλειές του. Όπως και σε μια σειρά άλλων ταινιών, είναι αδύνατο να μη συμπαθήσεις κατά βάθος τον "αθώο", ιδιόρυθμο δολοφόνο, που, σχεδόν δίχως να αντιλαμβάνεται τι κάνει, έχει αυτό που λέμε "καλή καρδιά" και περίσσευμα αφέλειας. Λόγω του όχι και τόσο έξυπνου μυαλού του παίρνει κατά γράμμα τα λόγια και τα ποιήματα των καλλιτεχνών με τους οποίους καθημερινά έρχεται σε επαφή και τους οποίους θαυμάζει, οι οποίοι ωστόσο τον περιφρονούν (όσο τουλάχιστον δεν είναι παρά ένα απλό γκαρσόν). Όταν δε φτάνει η στιγμή της ερωτικής απόριψης από το αντικείμενο του πόθου του, δεν μπορείς παρά να ανακαλέσεις στη μνήμη τους κωμικοτραγικούς ήρωες του Τσάπλιν, που σε κάνουν να γελάς και να συγκινείσαι ταυτόχρονα.
Η άλλη αρετή της ταινίας (που μάλλον ενδιαφέρει λίγους) είναι ότι καταφέρνει να πιάσει το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής των μπίτνικς. Οι απαγγελίες ποιημάτων, οι εκθέσεις, οι μουσικές, οι συζητήσεις στο καφέ, η μποέμικη, ανέμελη ζωή των καλλιτεχνών, το αλκοόλ, οι έρωτες, όλα βρίσκονται εδώ και είναι αρκετά πειστικά. Δεν έχω ιδέα αν ο Κόρμαν είχε επαφή με τους μπίτνικς και τη ζωή τους ή αν του βγήκε τυχαία, αλλά το φιλμ αποτελεί (παράπλευρα) και μια ενδιαφέρουσα καταγραφή της καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας των τελών των 50ς.
Είπαμε. Ο Corman ενδιαφερόταν πάνω απ' όλα να κάνει γρήγορες και φτηνές παραγωγές. Άλλοτε του βγαίνανε, άλλοτε όχι. Εδώ πάντως νομίζω ότι βρίσκεται στα καλά του.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ: ΕΝΑ ΟΙΚΙΑΚΟ BLAIR WITCH PROJECT


Θα χαρακτήριζα το "Paranormal activity" (Μεταφυσική Δραστηριότητα, γυρισμένο το 2007) του πρωτοεμφανιζόμενου ισραηλινού Oren Peli πρωτότυπο, αν δεν είχε προηγηθεί το πασίγνωστο Blair Witch Project. Και όχι μόνο αυτό. Από τότε κάποια ρομερικά ζόμπι, το Gloverfield και ίσως και μερικά άλλα που δεν θυμάμαι ή αγνοώ χρησιμοποίησαν την ίδια ακριβώς ιδέα και τεχνική, αυτή της ερασιτεχνικής υποτίθεται λήψης από ερασιτεχνική κάμερα, ώστε να επιτείνεται η ψευδαίσθηση του ντοκιμαντέρ (άρα του ντοκουμέντου). Απλώς το συγκεκριμένο φιλμ μοιάζει περισσότερο από τα άλλα με το Blair Witch λόγω του πάμφτηνου προϋπολογισμού, της ιντερνετικής προώθησης και της σούπερ επιτυχίας του στην Αμερική.
Κατά τα άλλα διαθέτει μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα. Το αόρατο πλάσμα δεν στοιχειώνει ένα σπίτι, όπως έχουμε συνηθίσει, αλλά έναν άνθρωπο, την πρωταγωνίστρια συγκεκριμένα. Αυτό κάνει το όλο πράγμα πιο αδιέξοδο και τρομαχτικό, αφού δεν μπορεί να ξεφύγει απλώς εγκαταλείποντας τον χώρο. Οι συνεχείς λήψεις άλλωστε του ζευγαριού που κοιμάται, ενώ διάφορα παράδοξα φαινόμενα συμβαίνουν γύρω τους, επιτείνουν τον ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα (και κάνουν το φιλμ ακόμα φτηνότερο). Ο εγκλεισμός στο σπίτι το κάνει απόλυτα κλειστοφοβικό, ενώ ο σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά να κλιμακώνει την ένταση, που ξεκινά από "απλά πταίσματα" για να φτάσει στο τελικό κρεσέντο. Γενικά καταφέρνει να πετύχει ένα αρκετά τρομακτικό αποτέλεσμα, το οποίο όμως, λόγω της ιδιόμορφης φύσης του, θα απογοητεύσει αρκετούς.
Και τώρα οι αντιρήσεις μου: Είπαμε την πρώτη: Χρωστά τα πάντα σχεδόν στο Blair Witch. ΟΚ, αλλά πέραν αυτού, εκείνο που με ενοχλούσε σε όλο το φιλμ ήταν η αψυχολόγητη κατά τη γνώμη μου συμπεριφορά του άντρα. Αυτή η εμμονή του να αρνείται να καλέσει "ειδικούς", ο κατά καιρούς τσαμπουκάς του απέναντι στο πλάσμα, η εμμονή του ναι χώνεται παντού και να ψάχνει σε στιγμές που οποιοσδήποτε κοινός θνητός (κι αυτός τέτοιος είναι) θα είχε εξαφανιστεί τρέχοντας, κάνει την συμπεριφορά του αντιρεαλιστική, σε πλήρη αντίθεση με τον ρεαλισμό (τον ψευδορεαλισμό τέλος πάντων) στον οποίο στοχεύει - και πετυχαίνει κατά τα άλλα - η ταινία. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος που έχει απόλυτες αποδείξεις ότι κάτι παραφυσικό συμβαίνει στο σπίτι του, που δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι αληθινά και συμβαίνουν όντως, δεν νομίζω λοιπόν ότι θα υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να αντιδρά - και μάλιστα κατ' εξακολούθηση - μ' αυτόν το τρόπο.
Όπως και να το κάνουμε όμως και παρά τις αντιρρήσεις μου, η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και πετυχαίνει το στόχο της. Και είναι και σίγουρο ότι θα διχάσει τους θεατές. Όπως ακριβώς το πολλάκις προαναφερθέν Βlair Witch άλλωστε. Μένει μόνο να δούμε αν ο Peli θα συνεχίσει την εντυπωσιακής αρχής καριέρα του ή αν θα τον φάει κι αυτόν η μαρμάγκα, όπως τους ξεχασμένους σήμερα δημιουργούς του B.W.P.

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΚΑΚΟ"... ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΚΑΚΟ


Με το "Κακό" του 2005 ο Γιώργος Νούσιας είχε κάνει μια συμπαθητική ταινιούλα, που συνδύαζε τρόμο και σπλάτερ με χιούμορ (στα χνάρια των Evil Dead κλπ.) και ταυτόχρονα είχε κάνει και μια από τις ελάχιστες σύγχρονες ταινίες είδους του ελληνικού κινηματογράφου. Το 2009 έρχεται "Το Κακό: Στην εποχή των ηρώων" (σε συσκηνοθεσία Πέτρου Νούσια και Claudio Bolivar), όπου βρίσκει σαφώς περισσότερα λεφτά, χρησιμοποιεί περισσότερα και πιο πλούσια εφφέ και... κάνει μια εξ ίσου σαφώς πολύ χειρότερη ταινία.
Εδώ το απλό, αλλά λειτουργικό σενάριο του πρώτου φιλμ, κατ' ευθείαν εμπνευσμένο από Ρομέρο και άλλα στάνταρς των ταινιών με ζόμπι, με τα κυνηγητά, τα λουτρά αίματος, τις κάθε λογής σπλατεριές και το κατάμαυρο χιούμορ, αντικαθίστανται από ένα σεναριακό αχταρμά, όπου εμπλέκονται αρχαίοι έλληνες, αρχαία ζόμπι, μαγικά κουτιά, νεκραναστάσεις (όχι όμως ως ζόμπι), εμφανίσεις στη σύγχρονη εποχή κάποιου τύπου με κουκούλα που έρχεται κατ' ευθείαν από την αρχαιότητα (μάλιστα, του Μπίλι Ζέιν αυτοπροσώπως), προφητείες που δεν κατάλαβα τι ακριβώς λένε και άλλα ακατανόητα, και ουδείς κάνει την παραμικρή προσπάθεια να ξεκαθαρίσει λίγο το τι ακριβώς συμβαίνει. Συγχρόνως το χιούμορ είναι κατά τη γνώμη και λιγότερο και πολύ χοντρότερο, οι χαρακτήρες άστα να πάνε... και γενικά όλα με κάνουν να προτιμώ το πρώτο, πολύ πιο τίμιο φιλμάκι.
Μένουν μονάχα κάποια εντυπωσιακά ακροβατικά της κάμερας (εντυπωσιακά μεν, αλλά κι αυτά άνευ λόγου), σίγουρα καλύτερη εικόνα, μερικά όμορφα πλάνα μιας πανέρημης Αθήνας και μάλιστα σε κεντρικότατους δρόμους (πώς το πέτυχε αυτό;), οι ήρωες στις σκηνές που διαδραματίζονται στην αρχαιότητα που μιλάνε με άνεση καθημερινά αρχαία ελληνικά και ελάχιστες αστείες στιγμές. Α, ναι και τα σπλάτερ εφφέ των μαστόρων του είδους αδελφών Αλαχούζου. Αλλά αυτά είναι πολύ, πολύ λίγα μπροστά στο χάος και το συχνό κιτς που επικρατούν. Νομίζω ότι τελικά όλη αυτή η εμπλοκή της αρχαιότητας και τα σχετικά μεταφυσικά που τη συνοδεύουν λειτούργησαν εις βάρος του φιλμ.
Να λοιπόν που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι οι μεγαλύτεροι προϋπολογισμοί δεν κάνουν και καλύτερες ταινίες. Και πήγαινα να το δω με ειλικρινά καλή διάθεση. Κρίμα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

ΓΕΛΟΙΑ ΤΕΡΑΤΑ ΚΑΙ "ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΕΣ" ΘΑΛΑΣΣΕΣ


Ο Roger Corman είναι γνωστός σαν βασιλιάς των b-movies. Έχει σκηνοθετήσει πάνω από 50 και είναι παραγωγός σε περισσότερα από 380! Οι γνωστότερες ταινίες του σαν σκηνοθέτη είναι η σειρά με τις μεταφορές στο σινεμά έργων του Πόε, οι περισσότερες με τον Βίνσεντ Πράις, που έγιναν τέλη 50 - αρχές 60. Μερικές άλλες είναι συμπαθέστατες. Υπάρχουν όμως και φιλμς του που κυριολεκτικά δεν βλέπονται.
Εξέχουσα θέση σ' αυτά καταλαμβάνει το ανεκδιήγητο "Creature from the Haunted Sea", μια ασπρόμαυρη πάμφθηνη ταινία του 1961 (ελληνικός τίτλος, άγνωστο γιατί, "Το τέρας της θάλασας των κρεμασμένων"). Βλέποντάς το μπήκα στον πειρασμό να το θεωρήσω την χειρότερη ταινία που έχω δει ποτέ και να πιστέψω ότι ξεπερνά σε χάλι κι αυτό ακόμα το "θρυλικό" "Plan 9 from Outer Space" του Ed Wood!
Δεν ξέρω τι να... πρωτοθαυμάσω στο φιλμ αυτό. Ξεκινά σαν νουάρ, με ολίγη κατασκοπεία, εξελίσσεται σε φανταστικό, καθώς μετά τη μέση σκάει κι ένα θαλάσσιο τέρας, κι όλο αυτό είναι διανθισμένο και με χιούμορ, απ' αυτά που κάνουν την όποια απόπειρα χαμόγελου να παγώνει στα χείλη. Μάλλον ο Corman ήθελε να κάνει κάτι σαν σάτιρα νουάρ και τρόμου ταυτόχρονα, αλλά σίγουρα δεν πέτυχε τίποτα απ' αυτά. Ηλίθιο σενάριο - αχταρμάς γραμμένο στο γόνατο (αν και πολύ αμφιβάλλω αν γράφτηκε ποτέ πουθενά), απίστευτες ηθοποιίες από τους άγνωστους ηθοποιούς, χιούμορ που κάνει τις ελληνικές βιντεοταινίες των 80ς να φαίνονται εξαιρετικά πνευματώδεις και, κερασάκι στην τούρτα, το ανεκδιήγητο τέρας, που σαφώς είναι ένας τύπος ντυμένος με κουρέλια, σα μούμια με δύο εμφανώς πλαστικά γουρλωμένα μάτια κάπου στο κεφάλι, που κάνει ατσούμπαλες κινήσεις για να επιτεθεί τάχα σε ανθρώπους. Μέσα στο σεναριακό χάος εμπλέκονται οι θησαυροί του κουβανέζικου κράτους που κλέβουν στρατηγοί του παλιού καθεστώτος όταν την εξουσία παίρνει ο Κάστρο (ήταν πρόσφατα τότε όλα αυτά), εξωτικές "καλλονές" έτοιμες για όλα (το ίδιο και οι χοντρές μαμάδες τους), ηλίθιοι πιστολάδες που δεν μιλούν αλλά... μιμούνται μόνο φωνές ζώων (αυτό είναι από τα "αστεία"), τυχοδιώκτες με γιωτ και μοιραίες γυναίκες, αμερικάνοι πράκτορες που δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουν και ποιον κατασκοπεύουν, φωνή off α λα νουάρ, που συχνά ξεχνά να μιλήσει και όταν την έχουμε ξεχάσει κι εμείς επανεμφανίζεται,και φυσικά το τέρας που σκάει άνευ λόγου. Σπάνια ομορφιά!
Το κακό είναι οτι δεν μπορείς ούτε να γελάσεις με όλο αυτό το κιτς, γιατί είναι και πολύ βαρετό (ομολογώ ότι το έτρεχα σε αρκετά σημεία) - αν και το τέρας σε αποζημειώνει και κάνει να γελάσει το χειλάκι του κάθε πικραμένου. Τι να πω... Νοιώθω τον θρόνο του "Plan 9..." να τρίζει επικίνδυνα...

Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2009

ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι "Τρεις Γυναίκες", που γύρισε ο Robert Altman (1925-2006) το 1977, είναι μια από τις πιο παράξενες, αλλά και όμορφες κατά τη γνώμη μου, ταινίες του. Δεν ανήκει στο χώρο του φανταστικού κινηματογράφου, αλλά είναι τόσο παράδοξο και απόκοσμο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει. Είναι ρεαλιστικό, με την έννοια ότι τίποτα το φανταστικό δεν συμβαίνει, αλλά δεν το λες και ρεαλισμό αυτό.
Η ταινία φτιάχνει τα πορτρέτα τριών πολύ διαφορετικών γυναικών - αν και έχουν κάτι κοινό. Η μία (Σίσυ Σπέισεκ), μικρή, άβγαλτη, δειλή, ψάχνει για ανθρώπινη επαφή, αλλά δεν τη βρίσκει. Λίγο "αλλού", φευγάτη, προσκολλημένη θαρρείς στην παιδική ηλικία, αρπάζεται κυριολεκτικά από την πρώτη που θα της μιλήσει στη νέα της δουλειά με ένα πάθος για επαφή που αγγίζει τα όρια του ερωτικού. Η άλλη (Σέλεϊ Ντιβάλ), η μοναδική φίλη της προηγούμενης, είναι ακριβώς το αντίθετο. Εξωστρεφής, μιλά πολύ και μιλά με όλους, γελά, ακολουθεί τη μόδα, ψάχνει για φίλο. Το εξαιρετικό που συμβαίνει είναι ότι και οι δύο τόσο διαφορετικοί αυτοί χαρακτήρες είναι εξ ίσου μοναχικοί. Είναι σα να τις αγνοούν οι πάντες γύρω τους, δεν τις απαντάνε καν όταν μιλάνε, σα να είναι αόρατες. Η τρίτη γυναίκα, μια αμίλητη, αποτραβηγμένη ζωγράφος, κρατά το στόμα της ερμητικά κλειστό και ζωγραφίζει μεγάλες συνθέσεις σε πυθμένες από πισίνες, σε τοίχους, σε τσιμεντένια δάπεδα. Τα έργα της, απόκοσμα, αποτελούνται από πιθηκόμορφους ανθρώπους, με το αρσενικό πάντοτε κυρίαρχο και τρομαχτικό. Οι σχέσεις των παράξενων αυτών χαρακτήρων είναι και το θέμα του φιλμ.
Ερμητική μερικές φορές, ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες - ή σε καμία - η ταινία νομίζω ότι συγκλίνει σε ένα σημείο: Στην απόλυτα φεμινιστική ματιά, έστω κι αν έχει γίνει από έναν άντρα. Πράγματι, στον κόσμο της οι άντρες είναι ουσιαστικά απόντες: Άλλοτε μέθυσοι, ρηχοί, που ενδιαφέρονται μόνο για σεξ, άλλοτε ψυχροί και αμίλητοι, ασχολούνται μόνο με τα "αντρικά" σπορ τους (κούρσες με μηχανές, σκοποβολή κλπ.) και είναι παντελώς άχρηστοι για ουσιαστική επικοινωνία με τις γυναίκες, που διψούν για βαθύτερη επαφή. Η απαστράπτουσα, ηλιόλουστη Καλιφόρνια, δείχνεται εδώ απάνθρωπη, ψυχρή, δίχως καμιά ανθρώπινη ζεστασιά. Και το τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) προς εκεί δείχνει: Προς έναν απόλυτο θρίαμβο του φεμινισμού. Σα να επαγγέλεται μια νέα εποχή μητριαρχίας.
Πέρα από τις αναλύσεις όμως, το φιλμ ασκεί μια υπνωτική γοητεία πάνω μου. Οι απόμακρες ανθρώπινες συμπεριφορές, τα παράξενα έργα της ζωγράφου, η σχεδόν υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα, το κάνουν ένα από τα πιο αγαπημένα παράδοξα του δημιουργού του (και γενικότερα). Ακόμα κι αν δεν μπορέσετε να ερμηνεύσετε κάποια σημεία του, θα σας συμβούλευα να αφεθείτε στη γοητεία του.