Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2009

ΚΟΛΥΜΠΩΝΤΑΣ ΣΕ ΠΙΣΙΝΕΣ Ή Η ΖΩΗ


Από τις πιο ασυνήθιστες ταινίες του αμερικάνικου σινεμά είναι "Ο Κολυμβητής" (The Swimmer), που γύρισε το 1968 ο Frank Perry (1930-1995), με τον Μπαρτ Λάνκαστερ βασικό πρωταγωνιστή (ο οποίος, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό φορά μόνο το μαγιό του).
Σε πολυτελές προάστιο αμερικάνικης πόλης, όπου υπάρχουν μόνο σούπερ βίλλες με πισίνες και ανάμεσά τους δάσος, εμφανίζεται από το πουθενά ο ήρωας, φορώντας μόνο το μαγιό του, και αποφασίζει να πάει στο σπίτι του, μερικούς λόφους πιο πέρα, ...κολυμπώντας, διασχίζοντας δηλαδή την πισίνα κάθε βίλας που συναντά στο δρόμο του. Σε άλλες απ' αυτές είναι ευπρόσδεκτος, σε άλλες καθόλου και σε άλλες απλώς άγνωστος. Έτσι η υποδοχή που του γίνεται σε κάθε βίλα (και πισίνα) ποικίλει.
Πολύ σύντομα καταλαβαίνουμε πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι παρά μια αλληγορία. Μια αλληγορία της ίδιας της ζωής, καθώς ο ήρωας ξεκινά πρωί με μια φοβερή λιακάδα γεμάτος όρεξη και σφρίγος, όσο όμως προχωρά (και μαζί του προχωρά κι η μέρα και σιγά - σιγά ο ήλιος και η θερμοκρασία πέφτουν), τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Το πείσμα (= η θέληση για ζωή) υπάρχει πάντα αλλά... Η αλληγορία γίνεται ακόμα πιο εμφανής εφόσον ο σκηνοθέτης δεν δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για να μας εξηγήσει πώς ο ήρωας βρέθηκε στην πρώτη βίλα μέσα από το δάσος φορώντας μόνο το μαγιό του ή πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια (αφού όλοι όσοι τον συναντούν, εχθροί και φίλοι, δείχνουν ξεκάθαρα ότι είχαν πολύ καιρό να στον δουν). Το όλο πράγμα, ενώ σαφώς είναι ένα υπαρξιακό δράμα, αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού.
Παράλληλα με την αλληγορία που περιέγραψα, η ταινία λειτουργεί και σε ένα δεύτερο επίπεδο: Από βίλα σε βίλα, από συνάντηση σε συνάντηση με ποικίλους παλιούς γνωστούς (από παιδικούς φίλους μέχρι παλιές αγάπες), ο θεατής σχηματίζει σιγά - σιγά μια εικόνα για τη ζωή και τον χαρακτήρα του ίδιου του ήρωα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν (ο θεατής) βαθμιαία ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε όπως δείχνουν επιφανειακά, ότι τίποτα δεν είναι τόσο αθώο, τόσο γεμάτο ζωή, όπως νομίζαμε στην αρχή. Και προχωράμε έτσι διαρκώς προς το μάλλον προβλεπόμενο, αλλά παρ' όλα αυτά δυνατό τέλος.
Βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη. Και ήταν για μένα μεγαλύτερη έκπληξη επειδή λίγο καιρό πριν αγνοούσα την ύπαρξή της. Μου άρεσε η απροκάλυπτη άρνηση οποιασδήποτε αληθοφάνειας ή απόπειρας εξήγησης των ερωτημάτων που δημιουργούνται για την προέλευση του ήρωα. Τα πάντα γι' αυτόν τα μαθαίνουμε υπαινικτικά, μέσα από μισόλογα και από τη στάση των άλλων.
Τελικά το σινεμά κρατά ακόμα πολύτιμα μυστικά για τους φίλους του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2009

ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ


Ο Elia Suleiman είναι παλαιστίνιος και έχει ήδη κάνει ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας. "Ο χρόνος που απομένει" (2009) μιλά για την οικογένειά του από το 1948, όταν ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ και χιλιάδες παλαιστίνιοι έμειναν χωρίς πατρίδα, μέχρι σήμερα. Νομίζετε λοιπόν ότι πρόκειται για ένα δραματικό χρονικό, με επικές πιθανόν σκηνές ή κάτι τέτοιο; Λάθος. Η γραφή του Suleiman είναι εντελώς διαφορετική και προσωπική. Επιλέγει ένα κράμα σάτιρας και δράματος και ένα απόλυτα αποσπασματικό στιλ, με απλές και λιτές εικόνες που επικεντρώνουν στην καθημερινότητα. Και μάλιστα πολλές απ' αυτές είναι βουβές ή σχεδόν βουβές - γενικά στην ταινία υπάρχει λίγος λόγος. Προσωπικά μου ήρθε στο νου το σινεμά του Τατί (με εντελώς διαφορετικό θέμα φυσικά).
Οι ηθοποιοί παίζουν με έναν "παγωμένο" τρόπο. Όι ήρωες (ο πατέρας αρχικά, ο γιος στη συνέχεια) βλέπουν όσα συμβαίνουν στις οικογένειες και στην πατρίδα τους με απόμακρο τρόπο, δίχως να σχολιάζουν και παρεμβαίνοντας ελάχιστα, σαν παρατηρητές. Με αυτόν τον ιδιόρυθμο τρόπο όμως, και μέσα από συνηθισμένες ως επί το πλείστον καθημερινές σκηνές, που συχνά επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές καθώς κυλά ο χρόνος, ακόμα κι αν αυτές είναι αστείες (μερικές φορές γίνονται και σουρεαλιστικές), ο σκηνοθέτης καταφέρνει να βγάλει όλη την τραγωδία του λαού του και όλη τη στασιμότητα, το βάλτωμα μιας κατάστασης που παραμένει ίδια εδώ και πάνω από 60 χρόνια. Στις τελευταίες σκηνές, αυτές που αναφέρονται στη σύγχρονη εποχή, νομίζω ότι ο Suleiman θέλει να δείξει ότι τελικά οι ισραηλινοί / φύλακες / κατακτητές είναι αυτοί που είναι οι αληθινοί αιχμάλωτοι μιας κατάστασης για την οποία οι ίδιοι ευθύνονται. Έτσι μας δείχνει Παλαιστίνιους να ζουν μια "φυσιολογική" καθημερινότητα (να ψαρεύουν, να τηλεφωνούν με κινητά, να χορεύουν σε κλαμπ), ενώ οι ισραηλινοί, πάνοπλοι, με τις στρατιωτικές στολές τους, άγρυπνοι, να είναι υποχρεωμένοι να τους παρακολουθούν συνέχεια. Να εκτίουν μια αυστηρή στρατιωτική θητεία, ενώ οι άλλοι απλώς ζουν.
Ίσως αυτό το στιλ ξενίσει ή/και κουράσει αρκετούς θεατές. Είναι όντως ιδιόρυθμο και προσωπικό, το είπαμε. Και, πιθανόν, για λίγους. Μερικές φορές όμως μου φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικότερο από βαρειά επικά ή τραγικά δράματα. Σίγουρα πάντως είναι πιο ασυνήθιστο.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 09, 2009

ONCE IN A LIFETIME... ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


Τα τυπικά: Το "Once in a lifetime" είναι ένα ντοκιμαντέρ που έφτιαξε η Νικόλ Αλεξανδροπούλου για τον παλιότερο ίσως άνθρωπο του ραδιοφώνου, τον Γιάννη Πετρίδη. Ο οποίος μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για τη μουσική που τόσο αγαπά (της έχει αφιερωθεί για να είμαστε ακριβείς), για την αγάπη του για το Λος Άντζελες, που επισκέπτεται συχνά, για την αλλαγή του ραδιοφώνου, αλλά και των εταιριών, στις μέρες μας κλπ.
Τέρμα τα τυπικά. Γιατί γι' αυτή την ταινία δεν μπορώ να μιλήσω με κινηματογραφικούς όρους, αλλά μόνο συναισθηματικά. Δεν έχει καμιά σημασία για μένα αν είναι καλή ή κακή, πρωτότυπο ή συνηθισμένο ντοκιμαντέρ, κινηματογραφικής ή "τηλεοπτικής" αισθητικής. Θα το έβλεπα και θα το απολάμβανα ό,τι κι αν ήταν. Αυτό που μετρά για μένα είναι ο άνθρωπος. Είμαι, βλέπετε, κι εγώ ένας απ' αυτούς που μεγάλωσαν με την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη (κάποτε Ποπ Κλαμπ και νυν Από τις 4 στις 5), είμαι απ' αυτούς που του οφείλουν ένα σημαντικό μέρος της κουλτούρας και της καλλιτεχνικής τους (μουσικής κυρίως, φυσικά, αλλά και όχι μόνο) παιδείας. Θα το τονίσω για να μην παρεξηγηθώ: Το φιλμ αυτό το βλέπεις μόνο αν έχεις μια τέτοια σχέση (ζωής) με τον Πετρίδη. Τότε το βλέπεις οπωσδήποτε. Αλλιώς δεν θα σου πει τίποτα. Απλώς κάποιες πληροφορίες για έναν άνθρωπο που κατέχει πιθανόν ρεκόρ Γκίνες (ή βρίσκεται κοντά τέλος πάντων), αφού κάνει ζωντανή, καθημερινή εκπομπή επί 34 χρόνια δίχως καμιά διακοπή, που έχει γνωρίσει προσωπικά τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής και είναι ιδοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων στον πλανήτη και που, επιπλέον, διαθέτει εξαιρετικά ανοιχτό μυαλό και "κεραίες" έτοιμες να πιάσουν ό,τι συμβαίνει γύρω του! Αλλά δεν είναι αυτή η ουσία.
Οι πιο νέοι ίσως δεν καταλάβουν. Γι' αυτούς είναι ένας ακόμα παραγωγός. Ίσως και λίγο συμβατικός για τα γούστα τους. Όταν όμως είσαι έφηβος στην επαρχία και υπάρχει μόνο Α' και Β' Πρόγραμμα και τίποτα άλλο, και αυτά συχνά παίζουν εκπομπές για το στρατό και τους αγρότες κι από μουσική... άστα να πάνε, ε, τότε κάποιος που ξαφνικά παίζει το τελευταίο άλμπουμ των Pink Floyd η των Jethro Tull ή των King Crimson ακούγεται τουλάχιστον εξωγήινος...
Δεν θα πω άλλα. Θα πω μόνο ότι το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει και έναν ρομαντικό άνθρωπο, που προτιμά να φύγει από μεγάλη εταιρία όταν καταλαβαίνει ότι "κουμάντο από εδώ και μπρος θα κάνουν μάνατζερς και λογιστές και όχι άνθρωποι της μουσικής", που αρνείται παχυλές αμοιβές σε ιδιωτικούς σταθμούς ή στην τηλεόραση, που έχει μια αριστερή ματιά για τα κοινωνικά δρώμενα και, δεν χρειάζεται να το ξαναπούμε, που αγαπά βαθύτατα τη μουσική και τη γνωρίζει όσο ελάχιστοι. Κι όχι μόνο το ροκ, αλλά μια τεράστια γκάμα μουσικής. Στο φιλμ μιλούν για τον Πετρίδη πλήθος επώνυμων (από τον Αργύρη Ζήλο και το Γιάννη Νένε μέχρι τον... Πέτρο Ευθυμίου - ναι του ΠΑΣΟΚ - και τον απεχθέστατο σε μένα τουλάχιστον Πέτρο Κωστόπουλο).
Ξαναλέω. Σαν ντοκιμαντέρ δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Όσοι όμως νοιώθετε ότι κάτι χρωστάτε από αυτό που είσαστε σήμερα στον Πετρίδη, σπεύσατε οπωσδήποτε.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΟΡΛΕΑΝΗ


Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου. Διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς πώς του ήθε του Werner Herzog εν έτει 2009 να κάνει ριμέικ στο Bad Lieutenant του Abel Ferara του 1992... Και μάλιστα με τον Νίκολας Κέιτζ στον κολασμένο ρόλο του Χάρβεϊ Καϊτέλ! "Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη" εί(2009), ναι η ελληνική απόδοση του "Bad Lieutenant: Port of call New Orleans".
Το κοίταγμα του Herzog πάντως σε μια ιστορία βουτηγμένη στη διαφθορά, τα ναρκωτικά, τις δωροδοκίες, το παράνομο σεξ, την κατάχρηση εξουσίας, τον τζόγο κι ό,τι άλλο περνά από το νου σας είναι απόλυτα διαφορετικό από το προηγούμενο φιλμ. Παρακολουθούμε και πάλι την πορεία ενός ναρκομανούς μπάτσου προς την απόλυτη παρακμή. Κάθε παρανομία που κάνει, κάθε απεγνωσμένη προσπάθεια να "τα μπαλώσει" όπως - όπως, τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο βούρκο, στην κόλαση. Ενώ όμως η παλιά ταινία ήταν ασφυκτική, δίχως καμιά χαραμάδα απ' όπου θα έμπαινε λίγος καθαρός αέρας, εδώ τα πράγματα είναι πιο παιχνιδιάρικα (επί πλέον από τον χαρακτήρα του ήρωα έχει αφαιρεθεί η μέχρι παράνοιας θρησκοληψία του). Έτσι ο Herzog κάνει την ιστορία πιο βατή, πιο τυπικά αστυνομική, ταυτόχρονα όμως της δίνει και μια πιο παρανοϊκή διάσταση και, αυτό κι αν είναι έκπληξη, μια νότα σάτιρας, κάνοντάς την έτσι ώρες - ώρες να αγγίζει τα όρια της κωμωδίας. Και με το μάλλον απροσδόκητο και απίθανο να συμβεί στην πραγματικότητα τέλος, τονίζει, νομίζω, αυτή τη σατιρική διάθεση, μας κλείνει το μάτι και είναι σα να μας λέει: SPOILER! "Ξεχάστε τη φρίκη όσων προηγήθηκαν. Στο τέλος όλα είναι μέλι - γάλα". Ή μήπως όχι, κι ούτε αυτό τελικά ισχύει; ΤΕΛΟΣ SPOILER
Ενδιαφέρον έχει και το φόντο του φιλμ. Η μετά τον τυφώνα Κατρίνα Νέα Ορλεάνη δηλαδή, η οποία δείχνεται άσχημη, φτωχή, στραπατσαρισμένη, καθώς ο φακός του επικεντρώνει σε μίζερες φτωχογειτονιές. Το χερτσογκικό στοιχείο επιβιώνει στις πιο παρανοϊκές σκηνές, αυτές των παραισθήσεων με τους αλιγάτορες και τα ιγκουάνα του σχεδόν μόνιμα μαστουρωμένου ήρωα.
Αλλά τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης; Δεν ξέρω ακριβώς. Να φτιάξει το πορτρέτο ενός ακόμα σαλταρισμένου τύπου, σαν αυτούς που συνήθως κατοικούν στο έργο του; Να μας δείξει το δισυπόστατο αυτού του χαρακτήρα, που παραπαίει ανάμεσα στο καλό την απόλυτη διαφθορά; Να μας δείξει τη διαφθορά στους κόλπους της αστυνομίας; Ε, αυτό πια το ξέρουμε τόσο από μόνοι μας όσο και από πολλές άλλες ταινίες...
Παραδόξως, και παρά το ότι δεν κατανόησα και πολύ τις προθέσεις του, η ταινία, με την παράνοια και το υπόγειο, μαύρο χιούμορ της, μου άρεσε και με κράτησε. Δεν ξέρω αν θα κάνει το ίδιο και με σας. Μπορεί να πρόκειται για προσωπικό βίτσιο, ίσως πάλι να έπαιξε ρόλο το ότι μ' αρέσει γενικά ο Herzog. Δεν ξέρω. Πάντως βρήκα ότι ο ρόλος (όπως τον διαμόρφωσε ο σκηνοθέτης, γιατί δεν θα μπορούσα να τον φανταστώ στην πρώτη ταινία) του Κέιτζ του πήγαινε μια χαρά. Αυτό το στραβοχυμένο περπάτημα, το γουρλωμένο, ηλίθιο ή παρανοϊκό βλέμμα, το όλο ατσούμπαλο στιλ, βρήκα ότι ταίριαζαν (μετά από καιρό) σε έναν ηθοποιό που τελευταία βαριόμουν όλο και περισσότερο...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΕ ΤΑΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Έχετε βαρεθεί να με ακούτε να λέω καλά λόγια για το νέο ισπανικό σινεμά. Ε, καιρός να αρχίσω να σας πρήζω και με το νέο σκανδιναβικό σινεμά. Τα δείγματα των τελευταίων χρόνων είναι αρκετά και πληθαίνουν. Αν μάλιστα βάλουμε μέσα και την Ισλανδία, ακόμα καλύτερα.
Ο Niels Arden Oplev είναι δανός, "Το κορίτσι με το τατουάζ" (Millenium: The girl with the dragon tatoo, 2009) όμως είναι σουηδική ταινία. Πρόκειται για ένα πολύ καλό θρίλερ, που το βασικό του χαρακτηριστικό είναι η αφόρητη μερικές φορές σκοτεινιά. Ένας πάμπλουτος γέρος καλεί έναν ερευνητή δημοσιογράφο να ψάξει τα ίχνη της προ 40ετίας εξαφανισμένης ανιψιάς του... και τα βρώμικα μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο. Δεν θα γράψω πολλά για την ιστορία για να μη σας χαλάσω τίποτα, αφού προσωπικά απολάμβανα πολύ τις διαρκείς αποκαλύψεις και μικρές ανατροπές. Και, επί πλέον, είναι μια από τις λίγες φορές που δεν με πείραζε το ότι κάμποσες φορές είσαι σίγουρος ότι η ταινία τελείωσε, είπε ό,τι είχε να πει, κι όμως αυτή συνεχίζει και βγάζει κι άλλα, προχωρεί όλο και πιο βαθιά.
Εκτός από καλογυρισμένη, εκτός από τους ασυνήθιστους, καλοδουλεμένους χαρακτήρες που διαθέτει (κυρίως αυτόν της παράδοξης και σκοτεινής ηρωίδας), εκτός του ότι με κράτησε απόλυτα, η ταινία τολμά να ξεθάψει και στοιχεία από το βρώμικο παρελθόν της ευνομούμενης Σουηδίας, με το τόσο υψηλό επίπεδο ζωής. Και να δείξει τα "φαντάσματα" που κρύβονται κάτω από την καλογυαλισμένη επιφάνεια. Αλλά και το σήμερα παρουσιάζεται ασφυκτικό και καθόλου αγγελικό. Η διαφθορά (όχι ελληνικού τύπου, εντελώς διαφορετική) μοιάζει να παρεισφρύει παντού, ενώ η κακοποίηση, σεξουαλική και άλλη, είναι επαναλαμβανόμενο, διαχρονικό θα έλεγε κανείς, μοτίβο.
Δείτε το. Νομίζω ότι οι βόρειοι όταν κάνουν θρίλερ το εννοούν. Και είναι πολύ πιο πειστικοί και με κοινωνικό ενδιαφέρον απ' ότι οι συχνά πολυφορεμένες αμερικάνικες συνταγές.
ΥΓ: Νομίζω ότι ο πρωτότυπος σουηδικός τίτλος σημαίνει "Ο άντρας που μισούσε τις γυναίκες". Είναι πολύ χαρακτηριστικός.

Τρίτη, Οκτωβρίου 06, 2009

Η ΠΙΚΡΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ


Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τον Judd Apatow ως "τον άνθρωπο που αναβάθμισε την αμερικάνικη κωμωδία", έναν από τους σημαντικότερους κωμικούς σκηνοθέτες και άλλα τέτοια. Δεν θα συμφωνήσω, τουλάχιστον ως προς το ποσοτικό μέρος των χαρακτηρισμών αυτών. Τον βρίσκω κι εγώ συμπαθή και πιστεύω ότι έχει φέρει ένα είδος ρεαλισμού στην κωμωδία, θεωρώ όμως τους παραπάνω χαρακτηρισμούς υπερβολικούς.
Το "Funny People" (Όλοι έσκασαν στα γέλια) του 2009 ας πούμε είναι μια κωμωδία που βρήκα συμπαθητική, αλλά και με αρκετά μειονεκτήματα. Εδώ ο Apatow ερευνά την σκοτεινή, την αθέατη πλευρά των κωμικών, διαπιστώνοντας τη μελαγχολία, την μοναξιά που κρύβονται ενίοτε πίσω ακόμα και από εξαιρετικά αστείους ανθρώπους. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη διασημότητα και το γέλιο που απλόχερα μπορεί να σκορπά κάποιος και την όχι και τόσο ευτυχισμένη προσωπική ζωή του είναι το θέμα της. Ο ήρωας, διάσημος κωμικός όχι και τόσο καλόγουστων ταινιών, θεωρείται από τους πιο αστείους ανθρώπους της Αμερικής, παρά τον πλούτο του όμως παραμένει μόνος. Πιάνεται έτσι από τη φιλία ενός άσημου κωμικού, τον βοηθά στην καριέρα του, αυτό όμως που απεγνωσμένα αναζητά είναι η βαθύτερη ανθρώπινη επαφή και η φιλία, ενώ κατά βάθος νοσταλγεί πάντα τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, με την οποία έχουν προ πολλού χωρίσει.
Δεν είναι κακό, ωστόσο βρήκα πραγματικά άνευ λόγου τις δυόμιση ώρες που κρατά το φιλμ, με αποτέλεσμα να με κάνει να βαρεθώ κάπως. Και το δεύτερο, αισθηματικό μέρος, είναι νομίζω πιο αδύνατο και αδιάφορο από το πρώτο. Είναι πάντως ενδιαφέρουσα η εξερεύνηση των παρασκηνίων της αμερικάνικης κωμωδίας (κυρίως της stand up comedy) και η κατάδειξη των συμβιβασμών ου αναγκάζονται (;) να κάνουν ακόμα και ταλαντούχοι κωμικοί για ένα ελάχιστο μερίδιο διασημότητας αμφίβολου γούστου.
Όσο για την περίφημη stand up comedy, έμεινα πραγματικά κατάπληκτος για το πόσο σεξοκεντρική (και ιδιαίτερα πουτσοκεντρική) είναι. Πολλά από τα αστεία που ακούγονται και έξυπνα είναι και γέλιο βγάζουν και δεν έχω την παραμικρή αντίρρηση για σεξοκενρικά (και δη πουτσοκεντρικά, όπως προανέφερα) αστεία και θα ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που θα είχε διανοηθεί να λογοκρίνει με οποιονδήποτε τρόπο κάτι τέτοιο (μακριά από μένα κάθε λογής λογοκρισίες, που σιχαινομαι σαν το διάβολο το λιβάνι). Αυτό που με ενοχλεί πραγματικά είναι ότι η stand up comedy, η αμερικάνικη τουλάχιστον (αλλά πρόκειται για κυρίως αμερικάνικο είδος ούτως ή άλλως) μοιάζει να είναι ΜΟΝΟ σεξοκεντρική, λες και δεν υπάρχει τίποτα άλλο με το οποίο μπορεί κανείς να γελάσει, άσχετα αν το χιούμορ είναι καλό ή κακό. Διάβολε, αν μη τι άλλο το όλο πράγμα φανερώνει έλλειψη φαντασίας. (Όπως καταλάβατε όλη αυτή η παραπάνω κριτική δεν αφορά την ταινία, η οποία καταγράφει απλώς αυτό που υπάρχει και καλά κάνει, αλλά την ίδια την stand up comedy).
Ίσως λοιπόν για μένα η ταινία να έχει κάποιες καλές πλευρές, αλλά συνολικά μου άφησε χλιαρά συναισθήματα. Κύριε Apatow, σας συμπαθώ, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είμαι τρελός φαν σας.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 02, 2009

ΑΜΩΜΕΣ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ, ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Πώς είπατε; Άνδρες που έχουν συμπτώματα εγκύων; Παράξενα μικρά μπλε ψαροειδή όντα που πεθαίνουν λίγο αφού γεννηθούν; Εθιστικά κουλουράκια; Κι όμως. Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του David Russo "The Immaculate Conception of Little Dizzle" (2009) (στην ελεύθερη ελληνική απόδοση "Η άμωμος σύλληψη του Θαλασσούλη").
Καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για μια θεότρελη, σουρεαλιστική κωμωδία, που, νομίζω, έχει κι έναν βαθύτερο στόχο: Να καυτηριάσει την απάνθρωπη και άπληστη πολιτική των εταιριών που θέλουν να κερδοσκοπήσουν με οποιοδήποτε νέο προϊόν τους, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι το καλύτερο δυνατό. Και που, βέβαια, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάποιους, ερήμην τους, σαν πειραματόζωα. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει μια εταιρία που παράγει κουλουράκια και άλλα γλυκά με τη φευγάτη ομάδα που καθαρίζει τους χώρους της.
Το φιλμ διαθέτει απίθανους χαρακτήρες (ο παθιασμένος με τις θρησκείες πρωταγωνιστής, ο μόνιμα μαστουρωμένος συνάδελφός του, το σχεδόν τραβεστί αφεντικό κ.ά.), χιούμορ "τουαλέτας" με κάμποσα αστεία γύρω απ' αυτές, είναι γυρισμένο με γρήγορο, σύγχρονο, μερικές φορές βιντεοκλιπάδικο στιλ και έχει αρκετή πλάκα, αν και νομίζω ότι κάπου κάνει και τις κοιλίτσες του. Συνολικά δεν το βρήκα απόλυτα ολοκληρωμένο, αν και δεν σας κρύβω ότι διασκέδασα αρκετά με την τριπαρισμένη οπτική του. Μπορείτε να το θωρήσετε ένα είδος χιουμοριστικής επιστημονικής φαντασίας (που διαδραματίζεται στο εδώ και στο τώρα, μη φανταστείτε σκάφη και εξωγήινους) ή μια σουρεαλιστική πλάκα, στο κλίμα των ταινιών του σεναριογράφου Κάουφμαν, δίχως όμως την ευαισθησία και τη συγκίνηση που ενίοτε διαθέτει ο τελευταίος.
Δεν τρελάθηκα κιόλας, πέρασα ωστόσο αρκετά καλά και θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω τη συνέχεια του σκηνοθέτη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2009

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΑ "ΟΡΦΑΝΑ"


Το "Orphan" του ισπανού (αν και δεν είναι ισπανική, αλλά αμερικάνικη ταινία) Jaume Collet-Serra ανήκει σε ένα αρκετά κοινό υπο-είδος ταινιών τρόμου: Αυτό με τρομακτικά παιδιά. Εδώ ένα πλούσιο ζευγάρι με αρκετά βεβαρυμένο παρελθόν και δύο παιδιά ήδη, υιοθετεί ένα τρίτο, την αγγελική και προικισμένη Έστερ και... ο τρόμος αρχίζει (καλά, σκέφτηκα εγώ, τόση καούρα πια να υιοθετήσουν τρίτο παιδί, έστω και αφού το τρίτο τους πέθανε στη γέννα, ενώ είχαν ήδη δύο χαριτωμένα παιδάκια; Τι να πεις... Έτσι είναι φαίνεται αυτοί οι ευκατάστατοι αμερικάνοι).
Αρκετά καλογυρισμένο θρίλερ, με ένα εξαιρετικά κακό και αντιπαθητικό κοριτσάκι (δεν κάνω κανένα σπουδαίο spoiler, οι προθέσεις του δείχνονται σχεδόν απ' την αρχή), που σε ορισμένες σκηνές, πάντως, μου έγινε ακόμα και απωθητικό, αν μη τι άλλο φανερώνει τα ταλέντα του ισπανικού σινεμά - και ιδιαίτερα του φανταστικού - που ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο και συχνά, όπως εδώ, παίρνουν την άγουσα για Αμερική. Βρήκα πάντως πως περιέχει αρκετές "αμερικανιές", που εδώ ορίζω ως συμπεριφορές που μόνο στην Αμερική ή, καλύτερα, μόνο στις αμερικάνικες ταινίες, θα μπορούσαν να υπάρξουν, χωρίς αυτό να μειώνει το σασπένς και το καλογυρισμένο του πράγματος που αναφέραμε πιο πάνω. Απλώς είναι ένα θέμα που έχουμε δει και ξαναδεί πολλές φορές, οπότε η καλοκουρδισμένη μηχανή δουλεύει καλά μεν, προβλέψιμα δε. Λίγη πρωτοτυπία παραπάνω δεν θα με χαλούσε (συνολικά εννοώ, γιατί η εξήγηση - ανατροπή που δίνεται προς το τέλος είναι μάλλον πρωτότυπη και πειστική).
Εντάξει, η Έστερ παίρνει σίγουρα τη δική της θέση στην πινακοθήκη των εφιαλτικών παιδιών και σίγουρα η τανία με κράτησε, δίχως όμως να τη θεωρώ και τίποτα ιδιαίτερο. Ίσως μάλιστα να γκρινιάξω και λιγάκι - αν και νοιώθω ότι γίνομαι υπερβολικός - για ένα είδος υποβόσκουσας ξενοφοβίας, αφού το φριχτό κοριτσάκι μας έρχεται από τη Ρωσία ή από κάπου από εκεί γύρω τέλος πάντων. Ας προσέχαμε κι εμείς κι ας αγοράζαμε πράμα από τον τόπο μας. Χάθηκαν τα ορφανά αμερικανάκια δηλαδή;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2009

ART & COPY Ή Η "ΚΑΛΗ" ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ


Ο Doug Pray είναι ένας αμερικανός ντοκιμαντερίστας με κάμποσες ταινίες στο ενεργητικό του, αρκετές από τις οποίες ασχολούνται με τη μουσική. Στο "Art & Copy" (2009) ωστόσο αποφασίζει να ασχοληθεί με το φαινόμενο της διαφήμισης. Όχι όμως συνολικά. Ξεχωρίζει μερικές από τις σημαντικότερες, τις επιδραστικότερες, τις πιο πετυχημένες διαφημίσεις των τελευταίων 30 σχεδόν χρόνων, παίρνει συνεντεύξεις από τους δημιουργούς τους, διερευνά την επίδρασή τους στον κόσμο, τους λόγους της επιτυχίας τους. ΟΚ, είναι αρκετά ενδιαφέρον, έχω ωστόσο και τις αντιρρήσεις μου.
Ενώ στην ταινία αναφέρονται τα υπέρογκα ποσά που ξοδεύονται για τη διαφήμιση, κάποιος απ' τους δημιουργούς λέει ότι "εγώ δεν θα άφηνα τα παιδιά μου να βλέπουν διαφημίσεις" και κάποια άλλα αρνητικά στοιχεία της, το όλο πνεύμα του φιλμ μένει κυρίως στη δημιουργική πλευρά του θέματος, με τους περισσότερους από τους σούπερ πετυχημένους διαφημιστές που συναντά να μιλάν εκστασιασμένοι για το πόσο δημιουργικό είναι αυτό που κάνουν, για τις προκλήσεις που συναντούν και που πασχίζουν να ξεπεράσουν, για τη χαρά τέλος πάντων της διαφήμισης σαν τέχνη.
Τα πάμπολλα σκοετινά σημεία της μένουν απ' έξω. Ούτε λέξη για το πόσο εξοντωτικά ανταγωνιστικός είναι αυτός ο χώρος, για το ξεζούμισμα των διαφημιστών (οι περισσότεροί τους εγκαταλείπουν τη δουλειά μετά από μερικά χρόνια), για το ψέμα που είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της, για τον τεράστιο αριθμό των όχι και τόσο πετυχημένων εταιριών / διαφημιστών και άλλα πολλά. Δεν διαφωνώ για το ότι η διαφήμιση αποτελεί ένα είδος τέχνης και φυσικά έχω κι εγώ απολαύσει μερικές πανέξυπνες διαφημίσεις. Απλά βρήκα την αντιμετώπιση του φαινομένου μονόπλευρη, σα να εξετάζει μόνο τη φωτεινή, πετυχημένη, δημιουργική πλευρά της ασχολούμενος με "ιερά τέρατα" του χώρου (οι περισσότεροι από τους οποίους, σημειωτέον, έδειξαν να διαθέτουν ήθος και συναίσθηση της θέσης τους), αφήνοντας απ' έξω την άλλη, τη σκοτεινή πλευρά.
Τελικά όσο προχωρούσε η ταινία μάλλον βαριόμουν. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα κάπως επίπεδη, δίχως εξάρσεις. Οι επαγγελματίες του χώρου ίσως ενθουσιαστούν με το φιλμ (και καλά θα κάνουν, αφού παρουσιάζονται μερικοί απ' τους καλύτερους). Εγώ πάλι όχι και τόσο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2009

ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ADVENTURELAND


Η Adventureland είναι ένα λούνα παρκ σε μια μάλλον μίζερη επαρχιακή αμερικάνικη πόλη. Επίσης είναι ο τίτλος της ταινίας του Greg Mottola (2009), που παλιότερα είχε κάνει το "Daytrippers". Ταινίας που παρακολουθεί με χιούμορ, τρυφερότητα, αγάπη θα έλεγε κανείς τις ιστορίες των νέων (έφηβων ως επί το πλείστον) που δουλεύουν για το καλοκαίρι στο λούνα παρκ αυτό (το οποίο, σημειωτέον, δεν διστάζει να κλέψει και λιγάκι τους πελάτες του) προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για το επερχόμενο κολλέγιο (έχω δει και ακούσει χιλιάδες φορές για τα κολλέγια στις αμερικάνικες ταινίες, αλλά ομολογώ ότι εξακολουθώ να μην ξέρω και πολύ καλά πώς λειτουργεί το απόλυτα ιδιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ).
Βρήκα το φιλμ αρκετά καλύτερο από τα μέσα εφηβικά αμερικάνικα αντίστοιχα, τα οποία συνήθως μου φαίνονται εμετικά. Εδώ, είπαμε, και αρκετό χιούμορ υπάρχει, και τρυφερή ματιά, και ασχολείται με τα ερωτικά κυρίως προβλήματα των νέων δίχως να καταφεύγει σε χοντράδες ή αφόρητα κλισέ, και μερικοί πολύ ενδιαφέροντες και αστείοι χαρακτήρες εμφανίζονται, ενώ εναλλάσει το αστείο με τις έως και συγκινητικές καταστάσεις πετυχαίνοντας μια πολύ καλή ισορροπία. Ταυτόχρονα δίνει μια αρκετά αληθινή εικόνα της αμερικάνικης καθημερινότητας των νέων (δουλειές, φλερτ, ναρκωτικά, προβληματισμοί για το μέλλον, αγωνίες κλπ.) Έτσι το παρακολούθησα ευχάριστα και δεν ένοιωσα καθόλου ότι προσβάλλει τη νοημοσύνη μου, αφού στη θεματολογία αυτή παραμονεύει πάντοτε αυτός ο κίνδυνος. Διασκέδασα μάλιστα σε αρκετά σημεία (όλα τα λεφτά το ζεύγος των ιδιοκτητών του λούνα παρκ, αλλά και ο εβραίος φίλος και συνάδελφος του πρωταγωνιστή). Το τέλος το βρήκα αρκετά προβλεπόμενο, αλλά του το συγχώρεσα, αφού είχα ευχαριστηθεί προηγουμένως.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας δείτε το για ένα συμπαθές, ευχάριστο δίωρο. Έστω κι αν έχετε αλλεργία στις αμερικάνικες αισθηματικές, εφηβικές κομεντί. Νομίζω ότι πρόκεται για μια από τις σπάνιες καλές του είδους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2009

ΠΩΣ; ΔΕΝ ΞΕΡΕΤΕ ΤΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ SPINAL TAP;


Υπάρχουν ταινίες που για να τις απολαύσεις όπως πρέπει - και όπως θα ήθελαν οι δημιουργοί τους - πρέπει να είσαι πολύ μέσα στο χώρο που αναφέρονται. Αλλιώς... ΟΚ, διασκεδάζεις, αλλά έχεις χάσει ένα μεγάλο μέρος της ουσίας τους, των αναφορών τους.
Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις μου έδωσε το απόλυτα cult "This Is Spinal Tap" (1984)του Rob Reiner, ενός από τους πολύ καλούς σκηνοθέτες της δεκαετίας του 80, που παρήκμασε απότομα στη συνέχεια.
Πρόκειται για ένα θρυλικό rockumentary (=rock + documentary) για ένα συγκρότημα του hard rock (λίγο πριν εφευρεθεί ο όρος heavy metal), τους Spinal Tap φυσικά. Ο ίδιος ο Reiner, ως σκηνοθέτης De Bergi, περνάει ώρες μαζί τους παίρνοντας συνεντεύξεις από τα μέλη, κινηματογραφώντας συναυλίες τους ή καταγράφοντας φάσεις στα παρασκήνια. Ε, και λοιπόν; Είναι το πρώτο ή το τελευταίο τέτοιο φιλμ; Χμμμ... Για σκάψτε βαθιά στις γνώσεις σας... Ξεσκονείστε τις δισκοθήκες σας (αυτές με τα βινύλια καλύτερα)... Βρήκατε πουθενά κανένα δίσκο τους; Όχι; Μην ανησυχείτε. Δεν έχετε χάσει κάποιο καλά κρυμένο μυστικό του ροκ. Απλούστατα, οι Spinal Tap δεν υπάρχουν. Πρόκειται για ένα επινοημένο από τους δημιουργούς του φιλμ γκρουπ, που με την ιδιοφυή αυτή ιδέα τους υπογράφουν ένα από τα ξεκαρδιστικότερα ψευδο-ντοκιμαντέρ της ιστορίας του σινεμά.
Δεν ξέρει κανείς πού να γελάσει περισσότερο. Με το γκρουπ να χάνεται στα παρασκήνια και να μη μπορεί να ανέβει στη σκηνή; Με το απερίγραπτο Stonehedge σκηνικό για μια συναυλία τους; Για τον περίφημο ενισχυτή που φτάνει μέχρι το 11 ενώ όλοι οι ενισχυτές του κόσμου φτάνουν ως το 10; Με τους αυτοαναφλεγόμενους ντράμερς; Με τις ηλίθιες δηλώσεις τους, που ουσιαστικά δεν λένε τίποτα απολύτως; Και άλλα πολλά.
Αυτό όμως που είναι το αληθινά απολαυστικό στοιχείο της ταινίας (κι αυτό στο οποίο αναφερόμουν στην αρχή, όταν είπα ότι πρέπει να είσαι "μέσα" για να το απολαύσεις) είναι η καταλυτική σάτιρα οτιδήποτε σχετίζεται με το ροκ. Ειδικά αν κανείς έχει γνώσεις αυτού που αποκαλείται "κλασικό ροκ" (αρχές '60 μέχρι 1976, όταν ξεκινά το πανκ), ε, τότε διασκεδάζει αφάνταστα με τις αναφορές ή/και παρωδίες όλων σχεδόν των ειδών και των στιλ του. Τα κοστουμαρισμένα αγγλικά γκρουπ του πρώτου μισού των 60ς (όπως η αρχική φάση των Beatles), το χαρντ ροκ, η ψυχεδέλεια και η φάση των χίπις, το art (ή progressive) ροκ, το glam rock, όλα έχουν το μερίδιο τους στην πλάκα, καθώς οι Spinal Taps μεταλλάσονται ανάλογα με τις εποχές και τις μόδες πασχίζοντας να είναι πάντοτε in. Αν και τώρα που υποτίθεται ότι γυρίζεται το φιλμ (1984) έχουν πια παρακμάσει και δεν τα πάνε και τόσο καλά ούτε συναυλιακά ούτε δισκογραφικά (στοιχείο από το οποίο επίσης βγαίνει πολύ γέλιο). Αλλά και οι σχέσεις με τις γκρούπις και με τις μόνιμες ερωμένες ή συζύγους, με το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά, οι σχέσεις αγάπης / μίσους των βασικών μελών, οι μάνατζερς, οι τουρνέ, η μανία των γιαπωνέζων να λατρεύουν παλιά, μισοξεχασμένα ονόματα και πολλά άλλα, όλα βρίσκουν τη θέση τους στην ιδιοφυή σάτιρα του Reiner.
Αν ενδιαφέρεστε για το ροκ ψάξτε το οπωσδήποτε. Πρόκειται για την απόλυτη σάτιρά του (και την καλύτερη κατά τη γνώμη μου). Και για μια απόλυτα δικαιολογημένα σούπερ καλτ ταινία.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26, 2009

Η (;) ΛΟΥΙΖ, Ο (;) ΜΙΣΕΛ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΥΡΟΥ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ


Το "Louise-Michel" (2008) των γάλλων σκηνοθετών Gustave de Kervern και Benoît Delépine είναι η απίθανη ιστορία δύο περιθωριακών που, αν μη τι άλλο, αντιδρούν έστω και με πρωτόγονο τρόπο στο ψέμα και την οργανωμένη, νόμιμη κλοπή που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας (βλέπε τράπεζες, ξέπλυμα χρημάτων, φοροδιαφυγή, πλουτισμός εις βάρος των αδύνατων και άλλα πολλά). Πλημμυρισμένο από κατάμαυρο χιούμορ, με λίγους διαλόγους και πολλή ηθελημένη ασχήμια (σπάνια και πετυχημένη επιλογή κάθε άλλο παρά γοητευτικών ηθοποιών, αλλά και μίζερων, κοινότοπων εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων), αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη για μένα, που αγνοούσα το σκηνοθετικό αυτό δίδυμο (είναι η 3η ταινία τους).
Όταν ένα εργοστάσιο κλείνει για να ανοίξει κάπου όπου υπάρχουν φτηνότερα εργατικά χέρια (σας θυμίζει τίποτα αυτό;) οι εργαζόμενες που έχουν μείνει στο δρόμο αποφασίζουν να ξοδέψουν τις αποζημειώσεις τους για να... σκοτώσουν το αφεντικό που την κοπάνησε δίχως να λογαριάσει κανέναν. Η Λουίζ, μια απ' αυτές, περιθωριακή, δίχως παρέες, αγράμματη, που μιλά με το ζόρι κάνοντας λάθη, αναλαμβάνει να βρει έναν πληρωμένο δολοφόνο και πέφτει πάνω σ' έναν εξ ίσου loser και τελειωμένο τύπο, που ζει σε άθλιο τροχόσπιτο και στην πραγματικότητα δεν μπορεί να πειράξει ούτε μυρμήγκι. Μαζί θα ξεκινήσουν προς αναζήτηση του πλούσιου αφεντικού και οι πλάκες και οι απίθανες καταστάσεις, διανθισμένες από κωμική σκληρότητα, διαδέχονται η μία την άλλη.
Βαθύτατα αναρχική ταινία, υποστηρίζει το δικαίωμα στην ευτυχία ακόμα και των πιο περιθωριακών στοιχείων μιας κοινωνίας που ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της είναι η απληστία, διαθέτει ακραίο μήνυμα (Σας κλέβουν και σας καταστρέφουν τη ζωή; Δεν χρειάζονται πολλές σκέψεις. Σκοτώστε τους!) που όμως καμουφλάρεται πίσω από τον σουρεαλισμό των καταστάσεων και το μαύρο χιούμορ, παίζει με τις σεξουαλικές ταυτότητες των ηρώων για να τους κάνει ακόμα πιο ακραίους σαν χαρακτήρες, υποστηρίζεται από τη εξαίρετη πάντοτε Γιολάντ Μορό, που θαυμάσαμε στη "Seraphine", και καταφέρνει να τρυπώσει και κάποια ψήγματα τρυφερότητας σε όλη αυτή τη σκοτεινά αστεία και ακραία κατάσταση.
Το διασκέδασα αρκετά, αν και μερικοί υποθέτω ότι θα τσινίσουν με την ασχήμια όλων όσων δείχνονται στο φιλμ αυτό (ανθρώπων και τόπων). Κι όσο για το "μήνυμα"... δεν θα σκότωνα φυσικά κανένα, αλλά, διάβολε, πόσες φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να το εύχεται ολόψυχα για αρκετούς που βρίσκονται πολύ ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία... Και είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος.
ΥΓ: Ο τίτλος και τα ονόματα των ηρώων αποτελούν λογοπαίγνιο που παραπέμπει σαφώς (με την προσθήκη μόνο μιας παύλας) στη Louise Michel (1830-1905), γαλίδα επαναστάτρια και αναρχική, που είχε φυλακιστεί και εξοριστεί πολλές φορές στη ζωή της εξ αιτίας των κοινωνικών αγώνων της.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2009

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΙΟΝΙΑ ΚΑΙ... ΝΑΖΙ ΖΟΜΠΙ


Χαράς ευαγγέλια για τους φίλους του κινηματογράφου τρόμου: Οι Σκανδιναυικές χώρες διαθέτουν, όπως φαίνεται, πολύ υλικό και το θαυμάσιο, καλλιτεχνικό "Άσε το Κακό να μπεί" είναι φαίνεται μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Το νορβηγικό "Dead Snow" ας πούμε του 2009 ("Dod Sno" αν δεν με απατούν τα νοργηγικά μου), δεύτερη μεγάλου μήκους του Tommy Wirkola, δεν έχει τίποτα απολύτως να ζηλέψει από τα τυπικά αμεριάνικα του είδους. Και, αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι και κάπως πιο πρωτότυπο.
Φυσικά και ξεκινά με το υπερ-κλισέ όλων των παρόμοιων φιλμ: Παρέα φοιτητών πάει για διακοπές σε απομονωμένη περιοχή. Εδώ στο χιονισμένο "απόλυτο πουθενά" των νορβηγικών βουνών. Και τι τους περιμένει εκεί; Ο απόλυτος τρόμος φυσικά. Αλλά με ποια μορφή; Εδώ σας θέλω. Με μια ορδή από ζόμπι που εν ζωή υπήρξαν μια ολόκληρη αιμοσταγής ναζιστική φάλαγγα (ή λόχος ή μεραρχία ή... δεν ξέρω και πολύ απ' αυτά), που έδρασε στην υπό κατοχή Νορβηγία. Και το σπλάτερ πανηγύρι ξεκινά.
Επίσης τυπικά για το είδος, το φιλμ συνδυάζει το απόλυτο σπλάτερ με την πλάκα, κοινώς, όταν δεν ανακατεύεται το στομάχι σου, γελάς. Ιδιαίτερα "εντεροκεντρική" ταινία, με αρκετό σασπένς, αρκετό χιούμορ, πολύ όμορφη φωτογραφία με εντυπωσιακές εικόνες των πάντοτε χιονισμένων νορβηγικών βουνών, με λίγα λόγια καλογυρισμένη, είναι νομίζω ό,τι πρέπει για μια καλή μεταμεσονύχτια προβολή. Και δείχνει - το είπα και στην αρχή - ότι μπορεί οι αμερικανοί να γέννησαν το είδος - ή μάλλον το συγκεκριμένο υποείδος, αυτό των ζόμπι - πλην όμως υπάρχουν πολλοί ανά τον κόσμο σήμερα που μάλλον το κάνουν καλύτερα. Αν κρίνω τουλάχιστον από τις αρκετά συνηθισμένες πλέον αμερικάνικες μπούρδες τρόμου των αρκετών τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω μετά από κάθε ταινία τρόμου - και ιδιαίτερα όταν αυτή διαθέτει και σπλάτερ, όπως και μετά από κάθε ταινία που ανήκει αυστηρά σε ένα είδος και παίζει με τους κανόνες του είδους αυτού: Όλη αυτή η θετική άποψη που εξέφρασα αφορά μόνο τους φίλους του είδους. Οι άλλοι καλά θα κάνουν να κρατηθούν όσο πιο μακριά μπορούν. Για το δικό τους καλό.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2009

HAROLD (20) + MAUDE (80) = LOVE


Πώς είπατε; Ένας νεαρός 20 χρονών με τάσεις αυτοκτονίας ερωτεύεται τρελά και τα φτιάχνει με μια γηραιά κυρία 80 ετών; Και είναι καλό αυτό; Ε, λοιπόν είναι εξαίρετο όταν μιλάμε για το "Harold & Maude" του 1971 του Hal Ashby (1929-1988). Ούτως ή άλλως θεωρώ τον Ashby από τους καλύτερους αμερικανούς σκηνοθέτες της γενιάς του και μ' αρέσουν όλες οι ταινίες του που έχω δει (με αποκορύφωμα το "Να είσαι εκεί, κ. Τσανς").
Μπορεί λοιπόν μια ταινία που πραγματεύεται έναν τέτοιο "παρά φύσει" έρωτα να είναι καλή και ευχάριστη; Δείτε το φιλμ και θα διαπιστώσετε ότι παραδόξως πρόκειται για μια από τις πιο feelgood ταινίες που έχετε δει ποτέ. Και μάλιστα απόλυτα σκεπτόμενη feelgood. Που φυσικά, λόγω εποχής, είναι βουτηγμένη στην καταλυτική αμφισβήτηση των 60ς, τα οποία μόλις έχουν τελειώσει και ελάχιστοι έχουν ακόμα αντιληφτεί το εύρος της αποτυχίας τους στο να αλλάξουν τον κόσμο.
Το όλο πράγμα λοιπόν είναι διαπραγματευμένο σαν κωμωδία, μια φευγάτη κωμωδία που ισορροπεί ανάμεσα στον σουρεαλισμό, την καρτουνίστικη οπτική και την κοινωνική καταγγελία. Ο Χάρολντ είναι ένα νεαρό πλουσιόπαιδο που διαθέτει μια μεγάλη περιουσία και μια αφόρητα καταπιεστική και "καθώς πρέπει" μαμά. Ο Χάρολντ δεν γελά ποτέ, και τα αγαπημένα του χόμπι είναι οι με ποικίλους τρόπους απόπειρες αυτοκτονίας (από τις οποίες, όσο σοβαρές κι αν είναι, βγαίνει με ανεξήγητο τρόπο απολύτως αλώβητος, όπως τα καρτούν που πέφτουν από ουρανοξύστες και απλώς βγάζουν ένα καρούμπαλο) και... το να παρακολουθεί κηδείες αγνώστων. Όπου γνωρίζει την Μωντ, μια 80χρονη που είναι, νομίζω, ένας από τους πιο πρωτότυπους και ευρηματικούς χαρακτήρες στην ιστορία του σινεμά. Μια κυρία που με αστείρευτη ενέργεια κλέβει αυτοκίνητα, κοροϊδεύει τους μπάτσους, ερωτεύεται, συμμετέχει σε κοινωνικούς αγώνες, μιλά για ειρήνη και αμφισβητεί οτιδήποτε είναι δεδομένο γύρω της. Αυτή λοιπόν θα μυήσει τον με-αστείο-τρόπο-καταθλιπτικό Χάρολντ όχι μόνο στον έρωτα (για τον οποίο μοιάζει να μην ενδιαφέρεται καθόλου στην μέχρι τότε ζωή του), αλλά κυρίως στη χαρά και την απόλαυση της ζωής.
Πέραν της αμφισβήτησης κάθε ταμπού που προείπαμε (τα ερωτικά, τα κοινωνικά, της τρέχουσας αντίληψης για την ευτυχία και τον πλούτο κλπ.) το φιλμ θέτει με έξυπνο και παιχνιδιάρικο τρόπο και θέματα όπως το χάσμα των γενεών, η οικογενειακή καταπίεση, η αποδοχή της διαφορετικότητας και κάμποσα άλλα. Και διαθέτει και μια σειρά από απολαυστικές, ξεκαρδιστικές ενίοτε σκηνές, όπως οι απόπειρες αυτοκτονίας του ήρωα, η προσπάθειες της μητέρας του να τον παντρέψει κλείνοντάς του με το ζόρι ραντεβού με διάφορες υποψήφιες που το βάζουν στα πόδια έντρομες, η καταδίωξη του απίστευτου ζεύγους από έναν μπάτσο με μοτοσυκλέτα κ.ά. Και είναι πλημμυρισμένο και από τραγούδια του Cat Stevens, που τότε βρισκόταν στις δόξες του.
Δείτε το και θα καταλάβετε ότι οποιοδήποτε θέμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε, φτάνει να υπάρχει σκηνοθετικό (και σεναριακό) ταλέντο. Αυτή είναι άλλωστε και η δύναμη της τέχνης (και όχι μόνο του σινεμά).

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2009

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΕΣ


Μερικά χρόνια πριν το "Strange Cirkus", το 2001 συγκεκριμένα, ο τρομερός γιαπωνέζος Shion Sono γύρισε το "Suicide Circle". Τουτέστιν μια ακόμα παρανοϊκή ιστορία, βουτηγμένη στην αρρώστεια και την τρέλλα.
Όλα αρχίζουν από μια φριχτή ομαδική αυτοκτονία. 52 μαθήτριες "βουτούν" ταυτόχρονα στις ρόδες του τρένου στο μετρό του Τόκιο. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Ένα κύμα αναίτιων αυτοκτονιών, αρκετές απ' αυτές εξ ίσου μαζικές, ταρακουνούν απ' άκρη σ' άκρη την Ιαπωνία. Μια ομάδα από αστυνομικούς προσπαθεί να βγάλει άκρη, δίχως να τα καταφέρνει.
Η ιδέα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, η ταινία με κράτησε σε αγωνία γιατί προσπαθούσα κι εγώ να βγάλω άκρη... αλλά... Κι εδώ αρχίζει μια μεγάλη σειρά από "αλλά". Ο Sono δίνει ένα πλήθος από στοιχεία, έναν ορυμαγδό εφιαλτικών καταστάσεων και αρρωστημένων χαρακτήρων... και δεν καταλήγει πουθενά. Όταν το φιλμ τελείωσε αμφιβάλλω αν υπήρχε κανείς στην αίθουσα που είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβει, πώς και γιατί έγιναν όλα αυτά. Υπάρχει απλώς ένας αχταρμάς εντυπωσιακών πολλές φορές περιστατικών κι αυτό είναι όλο. Ή, για να είμαι πιο σαφής και να μη μιλώ εκ μέρους άλλων, εγώ τουλάχιστον δεν έβγαλα κανένα νόημα.
Ένα μυστηριώδες site στο δίκτυο, κάποιος που αυτοκτονεί πέφτοντας από μια ταράτσα ακριβώς στο... κεφάλι της κοπέλας του, ένα κοριτσίστικο συγκρότημα με μέλη ηλικίας περίπου 12 χρονών που γνωρίζει τεράστια επιτυχία παράγοντας γελοία γιαπωνέζικη ποπ και που φαίνεται να κρατά το κλειδί του μυστηρίου, αλλά..., κομάτια ανθρώπινου δέρματος που κάποιος έχει συρράψει για να σχηματίσει ένα μεγάλο ρολό, ένα απίστευτο γκλαμ ροκ συγκρότημα που μοιάζει να ξεπήδησε κατ' ευθείαν από τις αρχές των 70ς, μυστηριώδη ανώνυμα τηλεφωνήματα στην αστυνομία... είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που συμπληρώνουν (;) αυτό το ακατανόητο παζλ.
Η εικόνα και η σκηνοθεσία είναι εδώ λιγότερο εντυπωσιακές από τις αξέχαστες εικόνες του "Strange Circus", η αρρώστεια επίσης λιγότερη (για τα δεδομένα του Sono φυσικά), αλλά όλο μαζί μοιάζει να είναι ένα συνοθύλευμα ιστοριών και καταστάσεων δίχως ειρμό. Δεν μιλάμε για ανοιχτό τέλος, όπως στο φιλμ του 2005, αλλά για ένα πλήθος μπερδεμένων στοιχείων που δεν οδηγούν πουθενά. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, το ξαναλέω, γιατί συνέβαιναν εντυπωσιακά πράγματα, αν θέλετε όμως να καταλαβαίνετε στοιχειωδώς τι συμβαίνει σε μια ταινία, μάλλον διαλέξατε λάθος φιλμ.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21, 2009

ΤΟ ΡΟΚ ΛΥΚΕΙΟ ΚΑΙ ΟΙ RAMONES


Βρισκόμαστε στα 1979, το πανκ και η άτυπη συνέχειά του, το new wave, βρίσκονται στα πάνω τους και ο μέτριος σκηνοθέτης Allan Arkush γυρίζει το cult "Rock'n'Roll Higschool", κάνοντας χαβαλέ με τη μέση εκπαίδευση, τα γκομενικά προβλήματα, το χάσμα γενεών και διάφορα άλλα, πιο αμερικάνικα θέματα. Γιατί είναι cult αυτό το απόλυτα b-movie; Πρώτα επειδή οι ουσιαστικοί πρωταγωνιστές του είναι οι θρυλικοί (τουλάχιστον την εποχή αυτή) Ramones αυτοπροσώπως. Και δεύτερον, επειδή οδηγεί την εφηβική πλάκα στα άκρα.
Μια αυταρχική (τουλάχιστον) λυκειάρχης σκάει μύτη στο όντως ροκ λύκειο του τίτλου, απαγορεύει το ροκ, που είναι η ζωή των κάθε άλλο παρά επιμελών μαθητών του, και αμέσως αρχίζει ο πόλεμος μαθητών - καθηγητών, που θα κορυφωθεί όταν όταν η σχεδόν ναζί διευθύντρια θα απαγορέυσει στους μαθητές (και κυρίως στις μαθήτριες) να παρακολουθήσουν τη συναυλία των Ramones που θα γίνει στην πόλη τους.
Χαρακτήρες - καρικατούρες, συχνά χοντρές πλάκες εφηβικού επιπέδου, όχι σπουδαίες ηθοποιίες και μερικές ξεπερασμένες σήμερα αστείες καταστάσεις οδηγούν το φιλμ στην καρδιά των b-movies. Και ταυτόχρονα το κάνουν cult, όπως προαναφέραμε. Γιατί αν αφεθείς θα κάνεις κι εσύ χοντρό χαβαλέ και θα διασκεδάσεις αρκετά ακόμα και σήμερα (τουλάχιστον αυτό συνέβει σε μένα). Και θα δεις και επί σκηνής τους Ramones.
Αυτό όμως που έχει νομίζω μεγαλύτερη σημασία και το κάνει να ξεχωρίζει από το σωρό των ηλίθιων αμερικάνικων εφηβικών κωμωδιών είναι η μέχρι τέλους αμφισβήτηση των πάντων, και κυρίως του σχολείου και της εκπαίδευσης γενικότερα. Αντιπαραθέτοντας αυστηρούς, συντηρητικούς, απολιθωμένους καθηγητές και γεμάτους ζωή νέους, που βαριούνται αφόρητα τα όσα μαθαίνουν στο σχολείο, θέτει επι τάπητος (χοδροειδώς βεβαίως, το είπαμε), το θέμα του χάσματος των γενεών και του ξεπερασμένου, σχεδόν νεκρού εκπαιδευτικού συστήματος. Και καταλήγει, εν έτει 1979, σε κατάληψη του σχολείου από τους μαθητές, που πετάν έξω καθηγητές και μπάτσους και οδηγούν το πράγμα, όπως θα δείτε, στα απόλυτα άκρα (αφού προηγουμένως έχουν χρίσει λυκειάρχη τον μακαρίτη... Joe Ramone). Οι καταλήψεις πανεπιστημίων μόλις ξεκινούσαν την εποχή αυτή στην Ελλάδα (έξω ήταν συνηθισμένες από το 1968 τουλάχιστον), αλλά οι καταλήψεις σχολείων ήταν ακόμα άγνωστες στη χώρα μας τουλάχιστον.
Θα μου πείτε, καλό είναι να γράφεις στα τέτοια σου τα πάντα και να ενδιαφέρεσαι μόνο για το ροκ; Να αρνείσαι οποιαδήποτε μορφή εκπαίδευσης; Είπαμε. Το θέμα δεν συζητείται σοβαρά σε μια ταινία σαν κι αυτή, που παραμένει κατά βάση νεανική και ενίοτε χονδροειδής και τα πάντα συμβαίνουν καρικατουρίστικα. Από την άλλη όμως, ποτέ δε με χάλασε ιδιαίτερα η αμφισβήτηση. Των πάντων.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΠΑΡΑΞΕΝΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ"


Ο γιαπωνέζος Shion Sono αποτελεί αυτό που θα αποκαλούσαμε επιεικώς "ιδιάζουσα περίπτωση". Στις δύο ταινίες του που έχω δει οι απόλυτα άρρωστες ψυχικές (και όχι μόνο) καταστάσεις κυριαρχούν απ' άκρου σ' άκρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το "Strange Circus" του 2005.
Να το πω από την αρχή: Η ταινία είναι για λίγους, για πολύ λίγους. Αρκετοί είναι εκείνοι που θα εγκαταλείψουν τη αίθουσα αν μπουν δίχως να ξέρουν τι πρόκειται να δουν, καθώς η μία ακραία κατάσταση διαδέχεται την άλλη. Αιμομιξία, ακρωτηριασμοί, παιδεραστία, οιδιπόδεια, παράνοια κυριαρχούν. Και από ένα σημείο και πέρα, τα πάντα ανατρέπονται και οδηγούν σε πολύ διαφορετικές απ' όσο μέχρι τότε νομίζαμε εκδοχές της πραγματικότητας (αν τελικά υπάρχει αυτή).
Μια διάσημη, ανάπηρη συγγραφέας ετοιμάζεται να τελειώσει το τελευταίο βιβλίο της, που μάλλον είναι αυτοβιογραφικό. Η σχέση με τον αφοσιωμένο βοηθό της (από τις πιο ακραίες φιγούρες που έχοπμε δει ποτέ στο σινεμά), οι εφιαλτικές, κάτι παραπάνω από τραυματικές αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία, η αρρωστημένη σχέση με τη μητέρα της και η σύγχιση των ταυτοτήτων τους, ένας διεστραμένος πατέρας, σύγχιση φύλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων και η περιρέουσα τρέλα (που αφορά, τελικά, όλους τους χαρακτήρες) είναι βασικά χαρακτηριστικά του δυσβάσταχτου αυτού του φιλμ. Το τέλος μένει ανοιχτό. Δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να πει κανείς ποια είναι η αλήθεια και το ψέμα, πού σταματά το όνειρο (ο εφιάλτης δηλαδή) και αρχίζει η πραγματικότητα. Τελικά όσα βλέπουμε είναι μάλλον πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται ένας άρρωστος, βαθειά τραυματισμένος νους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πρόκειται για καλή - εικαστικά τουλάχιστον - ταινία. Ο Sono διαθέτει εδώ εντυπωσιακή σκηνοθετική ματιά, δημιουργεί αξέχαστες εικόνες, κατασκευάζει παράδοξους, παρακμιακούς χώρους και χρησιμοποιεί "κρυστάλινη" φωτογραφία με έντονα χρώματα, με κυρίαρχο το κόκκινο (παραπομπή στο αίμα, φυσικά). Ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή με το περιεχόμενο όσων αφηγείται.
Δεν ξέρω τι και αν έχει νόημα όλη αυτή η συσσώρευτη ακροτήτων. Μια ακόμα διερεύνηση της παράνοιας και της επίδρασης των ψυχικών τραυμάτων; Ίσως. Σίγουρα όμως πρόκειται για ένα σινεμά στα άκρα και για μια εντυπωσιακή φιλμική κατασκευή. Για πολύ λίγους - το ξαναλέω, για να μην πείτε ότι δεν προειδοποίησα.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2009

ΤΟ "ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΑΡΑΓΟΣΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ


"Το Χειρόγραφο της Σαραγόσα" του 1965, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο, είναι μια θρυλική τρίωρη, ασπρόμαυρη πολωνική ταινία του Wojciech Has (1925-2000). Αγαπημένη ταινία ανθρώπων όπως ο μεγάλος Μπουνουέλ, ο Σκορτσέζε, ο Ντέιβιντ Λυντς ή ο Τζέρι Γκαρσία, αποτελεί μέχρι σήμερα μια γοητευτκή σπαζοκεφαλιά, αφού είναι ένα είδος κινηματογραφικού καλειδοσκόπιου.
Στους πολέμους του Ναπολέοντα στην Ισπανία ένας στρατιώτης ανακαλύπτει σ' ένα ερειπωμένο πανδοχείο ένα ογκώδες χειρόγραφο με υπέροχες γκραβούρες και καθώς, παρέα με έναν αντίπαλο στρατιώτη, βυθίζεται στην ανάγνωσή του, μπαίνει σ' ένα μαγικό, πολύπλοκο κόσμο μπερδεμένων και διαπλεκόμενων ιστοριών, συχνά κωμικών και διασκεδαστικών, μερικές από τις οποίες αφορούν τον παπού του.
Θα πω από την αρχή ότι το "Χειρόγραφο" είναι μια ταινία που ή σε ρουφάει και την παρακολουθείς μαγεμένος ή σε κάνει να βαριέσαι και σε απωθεί. Δύσκολα θα υπάρξουν μέσες λύσεις. Η τεράστια διάρκειά της, οι μπερδεμένες αφηγήσεις με τις πάμπολλες, ανολοκλήρωτες ιστορίες, τα υπέροχα αλλά επαναλαμβανόμενα σκηνικά, όλα σε μαγεύουν - σαν τις ιστορίες που αφηγείται - ή σε αποδιώχνουν.
Το κοντινότερο λογοτεχνικό αντίστοιχο του φιλμ που έρχεται κατ' αυθείαν στο μυαλό μου είναι οι "Χίλιες και Μία Νύχτες". Όπως ακριβώς σ΄αυτές, η ταινία αποτελείται από ιστορίες μέσα σε ιστορίες μέσα σε ιστορίες... Αρχίζει η αφήγηση μιας ιστορίας, κάπου όμως σ' ένα σημείο της ένας από τους ήρωές της αρχίζει να αφηγείται μια άλλη, που κι αυτή διακόπτεται πριν ολοκληρωθεί από μια άλλη αφήγηση κ.ο.κ. και το πράγμα εξακολουθεί να τραβάει "για πάντα". Πολλές ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους, όχι μόνο λόγω των κοινών πρωταγωνιστών, αλλά και επειδή μερικές αποτελούν αποτέλεσμα ή λύση μιας άλλης, τελικά όμως από ένα σημείο και μετά παύεις να πασχίζεις να ξετυλίξεις το μπερδεμένο κουβάρι τους και απλά αφήνεσαι στη γοητεία της αφήγησης. Γιατί, νομίζω, το καλειδοσκοπικό αυτό "Χειρόγραφο" γι' αυτό μας μιλά: Για τη διαχρονική ηδονή της ίδιας της αφήγησης, του να αφηγείσαι ιστορίες. Αυτό είναι για μένα το ουσιαστικό του νόημα.
Εντυπωσιακά σκηνικά και σουρεαλισμός (ο Has είχε επηρεαστεί απ' αυτόν και καταλαβαίνω γιατί αποτελεί αγαπημένο φιλμ του Bunuel, υπάρχει και οπτική συγγένεια), συνεχές πέρασμα από το φανταστικό στο πραγματικό, από το όνειρο στην πραγματικότητα και αντίστροφα, καταλύει απόλυτα (και συνειδητά) τα όρια φαντασίας και πραγματικότητας, αλήθειας και ψέματος και τελικά δημιουργεί ένα απόλυτα παραισθητικό αποτέλεσμα, σα να έχεις καταναλώσει ουσίες... Διασκεδαστικό και τρομακτικό σε κάποια σημεία, γεμάτο ερωτισμό, νεκροκεφαλές, κρεμασμένους, φαντάσματα και κακά πνεύματα που σε βάζουν σε πειρασμούς, μυστηριώδεις σπηλιές, μονομαχίες, ηθοποιούς που παίζουν διαφορετικούς ρόλους και αποκαλύπτουν αλλεπάλληλα προσωπεία (όπως και η ίδια η ταινία άλλωστε) και άλλα πολλά, είναι το πιο κοντινό κινηματογραφικό αντίστοιχο που μπορώ να φανταστώ σε ένα λαβύρινθο (εδώ μπαίνει ο άλλος θαυμαστής του, ο Lynch). Αν δεν το βαρεθείτε και είστε απ' αυτούς που παρασυρθήκατε, γοητευτήκατε και διασκεδάσατε απ' αυτόν, ξεχάστε τις όποιες ερμηνείες και αφεθείτε στις απίθανες ιστορίες του - που συχνά επιστρέφουν στο ίδιο σημείο απ' όπου ξεκίνησαν και σπάνια ολοκληρώνονται. Αυτό που μετρά είναι η συνολική παραισθητική αίσθηση που αφήνει. Και το ταξίδι στις συχνά αλησμόνητες εικόνες του.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΡΟΔΙΔΕΙ, Ο ΠΟΕ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ


Το "Tell Tail" (2009) είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ του Michael Cuesta που υποτίθεται ότι μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή το γνωστό διήγημα "Tell Tail Heart" του Πόε. Ωστόσο στην πραγματικότητα μόνο μια αρχική ιδέα από το διήγημα υπάρχει, ενώ το πνεύμα του Πόε απουσιάζει παντελώς.
Ο καρδιακός ήρωας κάνει μεταμόσχευση καρδιάς και "φιλοξενεί" στο σώμα του την καρδιά ενός άγρια δολοφονημένου, η οποία ωστόσο, αποκτώντας όλο και μεγαλύτερη ανεξαρτησία, απαιτεί την τιμωρία των δολοφόνων, ενώ τα πάντα κινούνται και συμβαίνουν γύρω από ένα νοσοκομείο. Ακούγεται αρκετά ενδιαφέρον, αλλά προσωπικά το βρήκα μάλλον κοινότοπο σαν θρίλερ. Ένας μόνος πατέρας, ένας έρωτας, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που πάσχει από σπάνια ασθένεια, φόνοι, ένας μισο- αλκοολικός μπάτσος... κάπου έχουμε ξαναδεί κάμποσα απ' αυτά τα στοιχεία. ΟΚ, υπάρχει το τυπικό σασπένς, υπάρχουν κάποιες ανατροπές και κάποιες καλές μεμονωμένες σκηνές, αλλά το όλο πράγμα δεν με έπεισε ιδιαίτερα (γιατί τέλος πάντων τόσος έρωτας και τόσοι αγώνες και θυσίες από μια πετυχημένη γιατρό σε έναν άσχετο ασθενή που τη βγάζει δεν τη βγάζει και γιατί τόση "εφ΄όρου ζωής" αφοσίωση στην κόρη του; Οι εξηγήσεις που δίνει η ίδια μου φάνηκαν αστείες). Πολλά δεν εξηγούνται, κάμποσοι από μηχανής θεοί εμφανίζονται, κάμποσα προβλεπόμενα μέρη, αν και υπάρχει μια συνολικά "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που θα κορυφωθεί στην προτελευταία σκηνή.
Τίποτα ιδιαίτερο κατά τη γνώμη μου. Και, κυρίως, μην πάτε εξ αιτίας των όποιων συνειρμών με τον Πόε, γιατί τότε την έχετε πατήσει εντελώς.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 15, 2009

9 ΡΟΜΠΟΤ - Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;


Animation συνέχεια λοιπόν, αφού, όπως είπαμε σε προηγούμενο post, το πράγμα όσο πάει και βελτιώνεται. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Shane Acker μετέτρεψε σε μεγάλου μήκους την 11λεπτη ταινιούλα του "9", διατηρώντας τον τίτλο, και ανέβασε σε νέα εικαστικά ύψη το animation.
Το "9" είναι μια σκοτεινή ιστορία μετακαταστροφικής επιστημονικής φαντασίας. Στο μέλλον οι μηχανές στρέφονται ενάντια στους ανθρώπους και τους εξολοθρεύουν. Και - μην ανησυχείτε - οποιαδήποτε άλλη ομοιότητα με τους "Εξολοθρευτές" σταματά εδώ. Άνθρωποι δεν υπάρχουν πια. Ήρωες της ταινίας είναι 9 πάνινες κούκλες που έχουν νοημοσύνη, μιλάν και διαθέτουν διαφορετικούς χαρακτήρες. Τις περιπέτειές τους ενάντια στις παντοδύναμες μηχανές παρακολουθούμε, καθώς βαθμιαία διαφωτίζεται το μυστήριο της ύπαρξής τους.
Όλα τα λεφτά στο φιλμ νομίζω ότι είναι η εκπληκτική της εικόνα. Σκοτεινή, σε σκουριασμένα χρώματα, ζοφερή, δημιουργεί ένα από τα καλύτερα και πιο πειστικά μετακαταστροφικά περιβάλλοντα που έχω δει ποτέ. Σκουπίδια, σκουριασμένα απομεινάρια, ερείπια, κατεστραμένα αντικείμενα κάθε είδους, συνθέτουν ένα ατμοσφαιρικότατο φόντο, πάνω στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, ενώ εξαιρετικά ευφάνταστες σαν σύλληψη και κατασκευή είναι και οι "κακές" μηχανές. Γενικά, προσωπικά θα χαρακτήριζα το εικαστικό μέρος της ταινίας, από τα εντυπωσιακότερα (τουλάχιστον στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας), που παραπέμπει σε γερμανούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους που ασχολήθηκαν με τη φρίκη του πολέμου (κυρίως Gross και Dix). Και δεν είναι τυχαίο ότι "τσίμπησε" και ο Τιμ Μπάρτον, που κάπου έβαλε κι αυτός το χεράκι του.
Θα μιλούσα για αριστούργημα, αλλά υπάρχει και το σενάριο, βλέπετε. Δεν το βρήκα ιδιαίτερα εμπνευσμένο, ενώ το μεταφυσικό τέλος με χάλασε αρκετά. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε κανείς να το χειριστεί διαφορετικά, όπως είναι όμως το βρήκα αταίριαστο με την όλη ατμόσφαιρα. Ωστόσο οι ιδεολογικές του θέσεις με βρήκαν απόλυτα σύμφωνο, καθώς το φιλμ επιτίθεται στο μιλιταρισμό, την ανθρώπινη ανοησία και απληστία για δύναμη και εξουσία και τον ολοκληρωτισμό, ενώ θέτει το κλασικό δίλημμα "επιβίωση και ασφάλεια μέσα απο καταπιεστικές εξουσιαστικές δομές ή ρίσκο και απολυτη ελευθερία και δημιουργικότητα";
Θα περιμένω με ενδιαφέρον τις επόμενες δουλειές του Acker, καθώς έβαλε τον εαυτό του στον χάρτη των ελπιδοφόρων νέων δημιουργών. Αν και νομίζω ότι έχασε την ευκαιρία να κάνει ένα αριστούργημα.