Σάββατο, Απριλίου 05, 2008

ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ CYBORG;


Φαίνεται ότι ο φοβερός κορεάτης Chan-wook Park βρίσκεται πλέον πολύ μακριά από το Old Boy. Το έδειξε ήδη με την προηγούμενή του Lady Vengeance, όπου υπήρχε μεν και πάλι το μοτίβο της εκδίκησης, δοσμένο όμως με πολύ διαφορετικό τρόπο και λιγότερη βία. Με το "I'm a cyborg, but that's OK" (2006) αλλάζει εντελώς θεματολογία και διάθεση κάνοντς μια ταινία που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τρυφερή και γλυκειά.
Πρόκειται για την ιστορία μιας κοπέλας που νομίζει ότι είναι cyborg και γι' αυτό αρνείται να φάει, πιστεύοντας ακράδαντα ότι μπορεί να ζήσει με... μπαταρίες. Κλείνεται σε άσυλο, όπου γνωρίζει διάφορους άλλους τρόφιμους και αναπτύσσει βαθμιαία μια ιδιαίτερη σχέση με έναν απ΄ αυτούς, που νομίζει με τη σειρά του ότι μπορεί να κλέψει τα πάντα, ακόμα και συναισθήματα από άλλους ανθρώπους.
Τα πάντα στην ταινία είναι δοσμένα με μια έντονα σουρεαλιστική, ονειρική διάθεση, που αδιαφορεί παντελώς για την αληθοφάνεια όσων συμβαίνουν. Το άσυλο, ας πούμε, κάθε άλλο παρά εφιαλτικό είναι. Μάλλον πλάκα έχει, οι τρόφιμοι μοιάζουν να είναι ελεύθεροι να κάνουν σχεδόν ό,τι θέλουν, οι γιατροί - δεσμοφύλακες σπανίως εμφανίζονται κλπ. Πολλά απ' όσα γίνονται εκεί προκαλούν γέλιο. Τα manga και η αισθητική τους παντρεύεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα για να καταλήξουν σ' έναν ύμνο για την αγάπη και την ελευθερία.
Ο Park ενδιαφέρεται πρωτίστως για την εικόνα του φιλμ. Για να εικονογραφήσει λοιπόν τα όνειρά του ή τις σουρεαλιστικές εμπνεύσεις του, επιλέγει να κινηματογραφεί τις φαντασιώσεις ή παραισθήσεις των ασθενών, δίνοντάς μας έτσι αξέχαστες εικόνες. Πράγματι, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι κατά τη γνώμη μου το οπτικό μέρος, που διαθέτει σκηνές σπάνιας ομορφιάς (αλλά και μερικές βίαιες, μέρος πάντοτε των φαντασιώσεων της κοπέλας ότι σκοτώνει δίχως οίκτο τους γιατρούς του ιδρύματος, για να μη ξεχνάει και ο σκηνοθέτης το "αιματοβαμμένο" παρελθόν του). Ίσως να υπάρχουν κάποια προβλήματα στην αφήγηση ή κάποια ακατανόητα σημεία, αλλά σε γενικές γραμμές το όλο εγχείρημα, που καταλήγει στο κεντρικό συμπέρασμα ότι τελικά μόνο η αγάπη είναι θεραπευτική (υπέροχες οι τελευταίες εικόνες), μου άρεσε και το βρήκα και αρκετά πρωτότυπο.

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ


Το 2001 ο ακούραστος Woody Allen γυρίζει την "Κατάρα του Πράσινου Σκορπιού" (The Curse of the Jade Scorpion), 34η αισίως ταινία του. Το έργο του Allen "πηγαινοέρχεται" ανάμεσα σε "σοβαρές" ταινίες, που θίγουν αρκετά και σημαντικά θέματα (Match Point, Husbands and wives, Zelig κλπ. κλπ.) και απλώς χαριτωμένες, που αφηγούνται μια συνήθως έξυπνη, αστεία και ευχάριστη ιστορία, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότρο πετυημένα (Scoop, Everyone says I love you κλπ. κλπ.) Σ' αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει και η "Κατάρα...". Την οποία προσωπικά κατατάσσω στις πετυχημένες περιπτώσεις.
Πρόκειται για μια κομεντί (είδος που ο Allen έχει αρκετές φορές ανεβάσει σε ύψη), με έναν απατεώνα υπνωτιστή που χρησιμοποιεί έναν ερευνητή ασφαλιστικής εταιρίας και μια υπάλληλό της για τους δικούς του πονηρούς σκοπούς και τους εμπλέκει σε μια παλλινδρομική σχέση αγάπης - μίσους. Ίσως η ταινία να μην διαθέτει αυτό που αποκαλούμε "βάθος", τουτέστιν νοήματα, βαθείς συλλογισμούς, πρωτότυπες απόψεις κλπ., παρ΄ όλα αυτά όμως τη βρίσκω μια από τις πιο διασκεδαστικές του δημιουργού της. Είναι αυτό που θα χαρακτήριζα "απολαυστική", ανεξαρτήτως νοημάτων. Το κλασσικό γουντιαλενικό χιούμορ είναι διάχυτο, οι προσβολές που το (υποψήφιο) ζευγάρι ανταλλάσει στις φάσεις μίσους είναι ευρηματικότατες, η αστυνομική πλοκή, αν και απλή σχετικά, είναι έξυπνη και ευχάριστη και κρατά τον θεατή, η κομψότητα, η καλογουστιά και ο σχετικός ρομαντισμός είναι εμφανή. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από το σινεμά; (ή μάλλον, πολλά άλλα μπορεί κανείς να ζητήσει, αλλά ένα αληθινά ευχάριστο δίωρο δεν είναι ποτέ ευκαταφρόνητο).
Σε γενικές γραμμές τη βρίσκω μια από τις πιο ευχάριστες της δεύτερης, της "απροβλημάτιστης" ομάδας ταινιών του Woody. Γι΄αυτό και τη συνιστώ αν δεν την έχετε ήδη δει.

Τρίτη, Απριλίου 01, 2008

ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΜΙΖΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ


Τελικά πιστεύω όλο και πιο πολύ ότι ο ισπανικός κινηματογράφος είναι ένας από τους σημαντικότερους σήμερα διεθνώς. Και δεν είναι μόνο ο Almodovar, o Amenabar και μερικοί ακόμα, που απλώς αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Κάθε λίγο αποδεικνύεται ότι το όλο πράγμα έχει βάθος, ρίζες και πλήθος άγνωστων "εφεδρειών". Θυμηθείτε, ας πούμε, τα πρόσφατα Toremolinos και Ορφανοτροφείο, για να αναφέρω δύο στην τύχη.
Ο Jorge Sánchez-Cabezudo είναι πρωτοεμφανιζόμενος. "Η Νύχτα των Ηλιοτροπίων" του όμως (2006) φανερώνει μεγάλη ωριμότητα και δεξιοτεχνία. Όλα ξεκινούν με το πτώμα μιας κοπέλας που ανακαλύπτεται σε ένα λιβάδι με ηλιοτρόπια και οδηγούνται σε ένα δυνατό δράμα (με την εμπλοκή μιας παρέας "πρωτευουσιάνων" σπηλαιολόγων), που συμβαίνει στην ασφυκτικά κλειστή κοινωνία ενός μικρού, ξεχασμένου χωριού. Το όλο κλίμα θυμίζει αυτό του ελληνικού "Γιού του Φύλακα", που επίσης μου άρεσε, βρίσκω όμως την ισπανική ταινία καλύτερη.
Αυτό που πρώτα θαύμασα είναι το πολύ σφιχτό σενάριο. Η ιστορία δεν με άφησε καθόλου να χαλαρώσω με το κλιμακούμενο σασπένς της, καθώς λέει όσα θέλει να πει μέσα από μια δομή θρίλερ, ενώ οι χαρακτήρες είναι όλοι εξαιρετικοί (και εξαιρετικά πιστευτοί και αληθινοί). Ολόκληρη η κοινωνία του μικρού χωριού δίνεται ανάγλυφα, με τα βρώμικα και καλά κρυμμένα μυστικά της, τα πάθη που σιγοβράζουν, το κρυφό ή φανερό όνειρο των περισσότερων να ξεκολλήσουν από εκεί ή, έστω, να ζωντανέψουν λίγο την πληκτική τους καθημερινότητα.
Η ταινία κινείται σε πολλά επίπεδα και θίγει αρκετά θέματα. Η ερήμωση της επαρχίας, με τη συνεχή φυγή των κατοίκων στις μεγάλες πόλεις είναι ένα απ' αυτά. Η πνιγηρή και μίζερη καθημερινότητα όσων απομένουν (που είναι άραγε προϊόν της εγκατάλειψής της ή προϋπάρχει και αναγκάζει τους κατοίκους να την εγκαταλείψουν;) είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Το θέμα της "τιμής" με την οποία μπορεί οποιοσδήποτε να εξαγοραστεί και των ορίων της τιμιότητας των ανθρώπων είναι ένα άλλο. Η διαφθορά της εξουσίας προλαβαίνει κι αυτή να θιγεί, καθώς και ο ρόλος των συμπτώσεων ή η αδυναμία μπροστά στο κακό που κυκλοφορεί ανεξέλεγκτο. Κι όλα αυτά χωρίς ούτε μια στιγμή να γίνεται "κήρυγμα" οποιουδήποτε είδους. Εγώ απλώς παρακολουθούσα ένα καλοστημένο θρίλερ.
Αν σκεφτείτε ότι πρόκειται για πολύ φτηνή παραγωγή, η ταινία αποτελεί εκκωφαντικό παράδειγμα για τους έλληνες σκηνοθέτες (καθώς το όλο πράγμα θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται σε ελληνικό χωριό - Ελλάδα και Ισπανία μοιάζουν, βλέπετε, σε πολλά πράγματα) και το τι μπορούν να κάνουν αν έχουν ταλέντο και έμπνευση. Που, φοβάμαι, ότι σε γενικές γραμμές, και με ορισμένες φυσικά εξαιρέσεις, μάλλον λείπει.

Κυριακή, Μαρτίου 30, 2008

ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΖΩΕΣ, ΑΡΓΟΙ ΡΥΘΜΟΙ


Με τις "Ακίνητες Ζωές" του (2006) ο Zhang Ke Jia κάνει ένα σχόλιο πάνω στη σύγχρονη Κίνα και, κυρίως, πάνω στη μετάβασή της από το παλιό κομμουνιστικό μοντέλο στο σύγχρονο δυτικό, καπιταλιστικό σύστημα. Το βάρος πέφτει στις ποικίλες παρενέργειες της μετάβασης αυτής και στην εκμηδένιση της ζωής των μεμονωμένων ατόμων απέναντι στο συλλογικό "όραμα".
Σε μια περιοχή με σπάνια φυσική ομορφιά, γνωστή σαν Τρία Φαράγκια, έχει δημιουργηθεί ένα από τα μεγαλύτερα φράγματα στον κόσμο. Αποτέλεσμα ήταν να βυθιστεί σταδιακά στο νερό μια ολόκληρη πόλη, αφού προηγουμένως οι κάτοικοί της διώχτηκαν υποχρεωτικά από τα σπίτια τους. Στο μέρος αυτό, που είναι ένα συνεχές εργοτάξιο όπου λιπόσαρκοι εργάτες κατεδαφίζουν αργά τις εναπομείνασες πολυκατοικίες, φτάνουν ένας φτωχός εργάτης και μια κοπέλα. Ο ένας αναζητά την πρώην σύζυγό του, που έχει να δει 16 χρόνια, η άλλη τον σύζυγό της, με υψηλή θέση στα έργα, που έχει να δει δυο χρόνια.
Χαμένες ζωές, φτώχεια σε βαθμό εξαθλίωσης ενίοτε, κακοχωνεμένες "δυτικές" συνήθειες που αγγίζουν τα όρια του γελοίου, λατρεία του χρήματος, θυσία των ατομικών περιπτώσεων μπροστά στο γενικό πλάνο, συνθέτουν το σύγχρονο πρόσωπο του αναδυόμενου γίγαντα που λέγεται Κίνα. Η εικόνα κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή είναι. Ό,τι βλέπουμε είναι καθαρά τριτοκοσμικό. Αυτή είναι και η ιδιορυθμία της κινέζικης περίπτωσης: Ενώ η χώρα είναι μία από τις δύο - τρεις ισχυρότερες στον κόσμο (για πολλούς μάλιστα θα είναι η επόμενη μοναδική υπρδύναμη), οι κάτοικοι ζουν με ανέχεια και φτώχεια. Είναι μάλιστα ειρωνικό το ότι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, επίσημα το καθεστώς δεν έχει αλλάξει, παραμένει υποτίθεται σκληροπυρηνικά κομμουνιστικό, όπως ήταν δηλαδή επί δεκαετίες. Γι' αυτό, ενώ γύρω επικρατεί ο άγριος καπιταλισμός, στα δημόσια κτίρια κυριαρχούν οι φωτογραφίες του Μάο, του Μαρξ, του Λένιν και ακόμα και του.... Στάλιν - για να θυμίζουν εποχές που, με διαφορετικό τρόπο, ήταν εξ ίσου απάνθρωπες με τις σημερινές. Εντύπωση τέλος μου προκάλεσε η αδίστακτη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, που όπως είπαμε είναι πανέμορφο με το ποτάμι και τις καταπράσινες, απότομες όχθες των φαραγγιών, από ανεξέλεγτη, πανάσχημη οικοδόμηση, που κατατρώει σαν καρκίνος τις κάποτε όμορφες πλαγιές. Αν το δείτε αυτό, θα θεωρήσετε εμάς τους έλληνες... απίστευτα οικολόγους!
Όλα αυτά για το περιεχόμενο. Η γραφή όμως πρέπει να πω ότι με κούρασε αρκετά. Υπερβολικά αργά πλάνα, τελετουργικές θαρρείς κινήσεις και τρόπος ομιλίας, έλλειψη δράσης (αυτό δεν πειράζει, αλλά σε συνδυασμό με τα προηγούμενα...), με έκαναν να κοιτάξω μερικές φορές το ρολόι μου. Πάντως αξίζει αν μη τι άλλο για την ντοκιμαντερίστικη διάστασή του, που αφορά τις αληθινές συνθήκες ζωής εκεί. Μη μασάτε λοιπόν με τα σούπερ στάδια και τις εκπληκτικές τεχνολογίες που θα δούμε στους Ολυμπιακούς. Αποτελούν μονάχα τη βιτρίνα.

Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΙΖΟΝΑ


Το 1993, έχοντας ήδη γυρίσει το "Μπαμπά που λείπει σε ταξίδι για δουλειές" και τον "Καιρό των Τσιγγάνων", ο Emir Kusturica κάνει την μοναδική μέχρι σήμερα αμερικάνικη ταινία του. Και μάλιστα με λαμπρό καστ: Τζόνι Ντεπ, Φέι Ντάναγουέι, Τζέρι Λιούις, Λίλι Τόμλιν... Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Κι όμως, κατά τη γνώμη μου, αποτυγχάνει.
Στο "Arizona Dream" νομίζω ότι βλέπουμε για πρώτη φορά το παρανοϊκό στιλ του Κουστουρίτσα να γίνεται μανιέρα. Πρέπει, δηλαδή, ντε και καλά, να βγάλει όλη αυτή την τρέλα που υπάρχει στο έργο του και στην Αμερική. Η Αμερική όμως δεν είναι Βαλκάνια, το περιβάλλον δεν ταιριάζει γι' αυτό το είδος τρέλας και μαγείας που κουβαλά. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο λεγόμενος "μαγικός ρεαλισμός" ανθεί κυρίως σε χώρες με έντονο χρώμα και με το ένα πόδι στον Τρίτο Κόσμο, όπως αυτές της Λατινικής Αμερικής. Ο βαλκάνικός μαγικός ρεαλισμός λοιπόν του Κουστουρίτσα μου φαίνεται κάπως στημένος και δήθεν όταν μεταφέρεται στην Αριζόνα, με τις ερήμους των γουέστερν και τους κιτς πωλητές αυτοκινήτων. Αυτό που μένει είναι ήρωες που συμπεριφέρονται παρανοϊκά ή/και εκκεντρικά - πολλές φορές άνευ λόγου - δίχως αυτό να αποτελεί τη "φυσική" τους κατάσταση όπως οι γιουγκοσλάβοι "συνάδελφοί" τους. Έτσι, για μένα τουλάχιστον, όλη αυτή την ιστορία "ερωτικής ενηλικίωσης" ή, για να ακριβολογήσουμε, του έρωτα ενός νεαρού για μια πολύ μεγαλύτερή του μητέρα, αλλά και την κόρη της (κάπως "πειραγμένες" αμφότερες), διανθισμένη από επαναλαμβανόμενα όνειρα με Εσκιμώους και ψάρια που πετάνε, ήταν κάπως άνευ ουσίας. Και το αναπάντεχα δραματικό φινάλε μου φάνηκε στημένο, για να δημιουργηθεί σώνει και καλά ένα δράμα.
Ξέρω, ακούγομαι πολύ αρνητικός, αλλά απλώς προσπαθώ να στηρίξω τις απόψεις μου για μια ταινία που ξέρω ότι πολλοί αγαπούν. Παρ' όλα αυτά σαφώς δεν στερείται αρετών: Διαθέτει αρκετές διασκεδαστικές ή συγκινητικές στιγμές, θαυμάσια, ονειρική φωτογραφία και την γνωστή φοβερή μουσική του Bregovic (και το τραγούδι με τον Iggy Pop). Ειδικά η εικόνα της είναι, νομίζω, και το μεγαλύτερο ατού της. Δυστυχώς όλη αυτή η ομορφιά και η ποίηση των εικόνων δεν θεωρώ ότι κατάφεραν να την στηρίξουν.
Μετά την αποτυχία του στις ΗΠΑ (εμπορικά εννοώ, διότι τα περί άλλης αποτυχίας είναι υποκειμενικά), ο Κ. θα έκανε το περίφημο Underground (που μ΄αρέσει) και μετά θα βούλιαζε στη μανιέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τελευταίες ταινίες του περνούν μάλλον απαρατήρητες.

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008

ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ... ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ BLOCKBUSTERS


Πάντα είχα την αίσθηση ότι ο πανέξυπνος και εφευρετικότατος κατά τα άλλα Michel Gondry "δεν ξέρει" να γυρίζει ταινίες. Με εξαίρεση την "Αιώνια λιακάδα...", που την θεωρώ την καλύτερη ταινία του, όλες οι υπόλοιπες έχουν αφηγηματικά προβλήματα: Είναι σεναριακά ασύνδετες ή/και πλατειάζουν ή/και από ένα σημείο και πέρα επαναλαμβάνονται κλπ. Το ίδιο ακριβώς νομίζω ότι συμβαίνει και με το "Be Kind Rewind" (Γύρνα το μόνος σου, 2008): Μια πραγματικά πανέξυπνη ιδέα, που μπορεί να βγάλει άπειρο γέλιο, που δυστυχώς χαραμίζεται σε όχι τόσο αστείες καταστάσεις ή σε αφήγηση που δεν κατάφερε να με κρατήσει, κάνοντάς με να βαρεθώ σχετικά συντομα.
Σε επίπεδο ιδεών πάντοτε, οι αρετές είναι πολλές: Και η φοβερή ιδέα να γυρίζουν δύο τύποι ριμέικ πλήθους πασίγνωστων αμερικάνικων ταινιών, κυρίως blogbusters, με μια κάμερα στο χέρι και ερμηνεύοντας οι ίδιοι όλους σχεδόν τους ρόλους και χρησιμοποιώντας ανεκδιήγητα εφφέ, και το γενικό πνεύμα συλλογικότητας, γειτονιάς, φτωχών κόντρα σε μεγάλα συμφέροντα και πολυεθνικές, και η νοσταλγική διάθεση των 80ς και της "βασιλείας" των βιντεοκασετών... συν την ευπρόσδεκτη τρέλλα του Τζακ Μπλακ, όλα δείχνουν ότι θα μπορούσε να γίνει ένα σπαρταριστό φιλμ. Έλα ντε, όμως, που ούτε καν σε επίπεδο χιούμορ δεν κατάφερε να απογειωθεί... Γέλασα μερικές φορές, σε καμία περίπτωση όμως όσο υπόσχονταν οι ιδέες που προανέφερα. Αντίθετα, η ταινία κυλά επίπεδα και οι καταστάσεις πολύ σύντομα αρχίζουν να επαναλαμβάνονται. Στο τέλος είχα την αίσθηση μιας μέτριας, άντε απλώς συμπαθητικής, συνηθισμένης κωμωδιούλας, πράγμα ανεπίτρεπτο για ένα ταλέντο όπως αυτό του Γκοντρί. Κρίμα!
Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνει ένας φύσει προικισμένος δημιουργός όπως αυτός, με το σουρεαλιστικό στοιχείο στο αίμα του, για να γυρίσει και καλές ταινίες, οι οποίες να ξεπερνούν τις λαμπρές ιδέες στις οποίες πάντοτε βασίζονται. Πέριμένω - αν και πλέον κρατώ "μικρό καλάθι".

Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

ΤΑ ΠΕΜΠΤΑ ΑΙΣΙΩΣ ΖΟΜΠΙ ΤΟΥ ROMERO


Να λοιπόν που ο George Romero, 40 χρόνια μετά την πρώτη, ιστορική ενασχόληση με το θέμα των ζόμπι, καταπιάνεται και πάλι μ΄ αυτά (για 5η φορά) στο "Ημερολόγιο των Νεκρών" (2007). Ως γνωστόν ο Ρομέρο, σαφώς ο σημαντικότερος δημιουργός απ' όσους ασχολήθηκαν με τα ζόμπι, είναι από τους λίγους σκηνοθέτες τρόμου που διατυπώνει και πολιτικές απόψεις, κυρίως μ' αυτή ακριβώς την πενταλογία του. Το ίδιο λοιπόν κάνει κι εδώ. Προβληματίζεται κυρίως πάνω στη δύναμη της εικόνας, την απόλυτη κυριαρχία της, για την ακρίβεια, στην εποχή μας και μιλά για το θέαμα και την ισχύ του, αλλά και το πάθος της "δημοσιογραφικής καταγραφής της αλήθειας". Η ταινία έχει το σχετικό σασπένς και βλέπεται, αλλά... Από εδώ αρχίζουν τα "αλλά".
Μετά τα Blair Witch Project και Coverfield στο Diary of the Dead χρησιμοποιείται η ίδια ακριβώς ιδέα: Η καταγραφή, υποτίθεται, των γεγονότων με μια ερασιτεχνική κάμερα, πράγμα που δίνει την ψευδαίσθηση γνησιότητας και ντοκιμαντέρ στα εφιαλτικά τεκταινόμενα και παίζει με το θέμα της "ταινίας μέσα στην ταινία". Όμως, το είπαμε, αυτό έχει χρησιμοποηθεί, και μάλιστα αρκετά πρόσφατα, οπότε παύει να αποτελεί εύρημα και γίνεται "μια ακόμα τέτοια ταινία". Κι όσο για την απόπειρα να μιλήσει για την κυριαρχία της εικόνας σήμερα, το κάνει τόσο έντονα, που κατά τη γνώμη μου αποβαίνει εις βάρος της ιστορίας. Όλη αυτή η εμμονή δηλαδή της κινηματογράφησης των πάντων, της δύναμης της κάμερας, στην οποία ουδείς υποτίθεται μπορεί να αντισταθεί, κάνει το σενάριο αναληθοφανές. Τόση μανία πια να γίνει η ταινία, ακόμα κι όταν "ο κόσμος καίγεται" γύρω σου;
Έπειτα είναι και η φυσιολογική κούραση. Είπαμε, είναι τα 5α ζόμπι. Πόσο πια μπορεί να ανανεωθεί το είδος; Οι επαναλήψεις είναι, φοβάμαι, αναπόφευκτες. Ίσως γι΄αυτό και αυτά τα ζόμπι τρομάζουν λιγότερο από άλλες φορές.
Οι φίλοι του είδους (και είναι φανατικοί, το ξέρω), ας το δουν. Δεν είναι κακή ταινία και έχει και κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία. Η παλιά μαγεία και η γνήσια ανατριχίλα όμως έχουν, φοβάμαι, παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Σάββατο, Μαρτίου 22, 2008

ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ


Είναι απίστευτο το ότι ο Sidney Lumet έκανε τόσο καλή ταινία στα 83 του, όταν μάλιστα οι δουλειές του των αρκετών τελευταίων χρόνων ήταν μέτριες. Στο "Πριν ο διάβολος καταλάβει ότι πέθανες" (2007) δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω: Το πυκνό, δίχως καμιά κοιλιά σενάριο, τις πολύ καλές ερμηνείες από ένα πλουσιότατο καστ, το πετυχημένο μπρος - πίσω στο χρόνο, που δεν μπερδεύει αλλά φωτίζει σκοτεινά σημεία...
Πριν πω οτιδήποτε άλλο οφείλω να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές: Η ταινία είναι μαύρη, κατάμαυρη, απαισιόδοξη, πλημμυρισμένη στην απελπισία. Σπάνια έχω δει φιλμ όπου όλοι οι ήρωες βρίσκονται σε τόσο βαθιά αδιέξοδα. Ερωτικά, επαγγελματικά, οικονομικά, ψυχολογικά. Όλες αυτές οι απελπισίες διαφορετικών ανθρώπων, που όλοι σχεδόν ανήκουν σε μια οικογένεια, "δένουν" θαρρείς δημιουργώντας μια από τις πιο ασφυκτικές ατμόσφαιρες που έχω δει ποτέ. Όταν οι ήρωες αποφασίζουν να διαπράξουν το πρώτο "κοκό", όλα συνομωτούν εναντίον τους, οδηγώντας τους με μαθηματική ακρίβεια στο να πράττουν όλο και μεγαλύτερα κακά. Τα πάντα ξεκινάνε από μια ληστεία κατά την οποία όλα πάνε στραβά (μη φοβάστε, δεν είναι σπόιλερ, αυτό συμβαίνει στα πρώτα ελάχιστα λεπτά της ταινίας) και από κει και πέρα χτίζεται μεθοδικά η ιστορία : Τι προηγήθηκε, τι είδους ληστεία ήταν αυτή και ό,τι ζοφερό συμβαίνει στη συνέχεια.
Μελέτη για μια ακόμα φορά φέτος της αρνητικής πλευράς των ανθρώπων, αλλά και της ατυχίας - όπου όταν κάτι πάει λάθος ακολουθεί ένα αληθινό ντόμινο από άλλα, ακόμα χειρότερα στραβά, μοιάζει να προειδοποιεί: Μην μπλέξετε αρχικά. Αν το κάνετε για οποιοδήποτε λόγο, όλα λειτουργούν σαν κινούμενη άμμος : Όσο προσπαθείς να ξεφύγεις, τόσο αυτή σε ρουφάει ακόμα πιο βαθιά.
Όλα αυτά δίνονται με μια πολύπλοκη, πλην σαφή, αστυνομική δομή και ίντριγγα, που κρατά την αγωνία του θεατή μέχρι το τελευταίο λεπτό, οδηγώντας στο ζοφερό φινάλε. Δεν νομίζω λοιπόν ότι πρόκειται να κουραστείτε. Να απελπιστείτε και να "μαυρίσετε", ίσως. Να βαρεθείτε όμως, με τίποτα. Μια από τις μεγαλύτερες για μένα εκπλήξεις της χρονιάς, όχι τόσο λόγω της ταινίας καθεαυτής, όσο λόγω του σκηνοθέτη, τον οποίο είχα στην ουσία ξεγράψει.
ΥΓ: Τι συμβαίνει φέτος; Όλες σχεδόν οι πολύ καλές ταινίες είναι κατάμαυρες, σκοτεινές, απαισιόδοξες, αναλύοντας τις σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έχω βαρεθεί να γράφω για "απελπισία", "σκοτεινιά" και άλλα τέτοια. Για σκεφτείτε: "Sweeney Todd", "Θα χυθεί αίμα", "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" κλπ. Μήπως βρισκόμαστε, δίχως να το έχουμε συνειδητοποιήσει, στο μέσο μιας πολύ βαθύτερης κρίσης απ' όσο νομίζουμε;

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

ΚΟΥΣ ΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ


Ο Abdel Kechiche είναι ένας τυνήσιος σκηνοθέτης που ζει από παιδί στη Γαλλία, όπου μετακόμισε η οικογένειά του. Φυσικό λοιπόν είναι να τον απασχολούν η ζωή και τα προβλήματα των μεταναστών. Στο "Κους κους με φρέσκο ψάρι" (Le graine et le mulet, 2007) παρακολουθεί μια οικογένεια αράβων μεταναστών στη Γαλλία, των οποίων τα παιδιά, μερικά παντρεμένα πλέον, είναι δεύτερης γενιάς μετανάστες (έχουν γεννηθεί δηλαδή στη Γαλλία και μιλάνε και μεταξύ τους γαλλικά). Έχουμε λοιπόν γάλλους πολίτες, οι οποίοι όμως κατά βάθος παραμένουν άραβες και, το σημαντικότερο, οι "κανονικοί" γάλλοι το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό .
Η ταινία παρακολουθεί με ευαισθησία και κατανόηση "από μέσα" την οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο. Κυρίως τον πατέρα (παππού πλέον), που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δουλειά μιας ζωής στα ναυπηγεία και ονειρεύεται να ανοίξει παραδοσιακό αραβικό εστιατόριο σε ένα παλιό, εγκαταλειμένο πλοίο. Δίχως να ηρωοποιεί ή να εξειδανικεύει τίποτα, δείχνει ανάγλυφα τα εσωτερικά προβλήματα, που δεν είναι λίγα, αλλά και την βαθιά ενότητα και τον αγώνα για τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της κοινότητας σε ένα ξένο περιβάλλον, που υπακούει σε διαφορετικούς κανόνες και όπου το καινούριο έρχεται δίχως κανέναν οίκτο να σαρώσει - αφού πρώτα έχει ξεζουμίσει - κάθε παλιό, παρωχημένο ή "παρωχημένο". Ταυτόχρονα, δίχως στιγμή να επικεντρώνει σ' αυτόν (κι αυτό το θεωρώ αρετή) καταγράφει τον υποβόσκοντα ρατσισμό που πάντοτε ενυπάρχει στη δύση απέναντι στους κάθε λογής "τριτοκοσμικούς". Βρήκα το συγκεκριμένο σημείο πολύ ενδιαφέρον, καθώς δεν υπάρχει τίποτα κραυγαλέο (φασίστες, ρατσιστές, επιθέσεις και τέτοια), αλλά παρ' όλα αυτά ο ρατσισμός δείχνεται ως κάτι ύπουλο, ριζωμένο βαθιά μέσα σε ανθρώπους που δεν το αντιλαμβάνονται καν ως τέτοιο. Σημαντική επίσης η κατάδειξη του ρόλου της τύχης στις ζωές μας. Κάτι μπορεί να πάει στραβά χωρίς κανείς να φταίει, από κάτι ξαφνικό και απρόβλεπτο. Όπως δηλαδή καθημερινά συμβαίνει.
Αρκετή συγκίνηση, απόλυτος ρεαλισμός και ανθρωπιά, κλιμακούμενο σασπένς στη μεγάλη σκηνή του τέλους, συνθέτουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου φετινές ταινίες. Πρέπει όμως να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές για αρκετά αργούς ρυθμούς, μέχρι την τελική κλιμάκωση. Οι σκηνές κρατάνε πολύ ώρα, είναι σα να δείχνονται ωμά, δίχως "κόψιμο", σε real time, σα να τις ζούμε στην πραγματικότητα. Αυτή η προσπάθεια κατάκτησης του απόλυτου ρεαλισμού, ενώ πετυχαίνει τον στόχο της, πιθανόν να κουράσει αρκετούς. Αν και η γενικότερη συγκίνηση και ανθρωπιά μάλλον θα τους κάνουν να ξεπεράσουν την όποια κούραση".

Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

"ΚΑΡΑΜΕΛΑ" ΠΟΥ ΛΙΓΩΝΕΙ


Ίσως θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα νέο είδος ταινιών: Οι ταινίες κομμωτηρίου. Με αισθηματικές ιστορίες, κουτσομπολιά, ερωτικά μπερδέματα, (ελαφρά) αστείες και (ελαφρά) τραγικές καταστάσεις. Η λιβανέζικη "Caramel" του 2007 (Sukkar banat) της πρωτοεμφανιζόμενης σαν σκηνοθέτιδας Nadine Labaki είναι, φοβάμαι, η επιτομή του "είδους": Προβλήματα γυναικών, αισθηματικά φυσικά ως επί το πλείστον, που αφορούν ιδιοκτήτριες, εργαζόμενες και πελάτισες ενός κομμωτηρίου στη σύγχρονη Βηρυττό. Λίγο χιούμορ, λίγο δράμα και η κομεντί είναι έτοιμη. Καθαρά "γυναικεία" ταινία, φτιαγμένη από γυναίκες για γυναίκες. Όχι, μη με παρεξηγήσετε. Το τελευαίο πράγμα που θέλω είναι να θίξω ταινίες που αφορούν γυναίκες (και πολύ περισσότερο ταινίες που γίνονται από γυναίκες). Πολύ διαφορετικοί δημιουργοί έχουν κάνει πλήθος τέτοιων ταινιών, από τον Almodovar ως τον Bergman και από τον Ophyls ως τον Wyler και την Campion και πάρα πολλές απ' αυτές τις θεωρώ θαυμάσιες. Εδώ όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα αρκετά, καθώς η γλυκιά, σε βαθμό μπουχτίσματος, "Καραμέλα" πλησίαζε επικίνδυνα το μελό και την λογική των σίριαλ.
Πάντως δεν την θάβω απόλυτα. Διαθέτει ευαισθησία και τρυφερότητα και όντως θίγει μια πλατιά γκάμα γυναικείων προβλημάτων: Από την κοινωνική πίεση στις γυναίκες μέχρι τη μοναξιά (καλά, αυτό δεν είναι μόνο γυναικείο), την κρίση της εμμηνόπαυσης, την ανεκπλήρωτη επιθυμία ή τον απαγορευμένο ομοφυλόφιλο πόθο. Και διαθέτει και κάποιες στιγμές που αγγίζουν τον θεατή, όπως αυτή του τέλους, που προσωπικά με συγκίνησε. Συνολικά όμως...
Ενδιαφέρον πάντως (για όσους ενδιαφέρονται γι΄ αυτό) παρουσιάζει η ματιά στην λιβανέζικη κοινωνία, που αποτελείται από χριστιανούς και μουσουλμάνους και βρίσκεται στο μεταίχμιο δύσης και τρίτου κόσμου. Οι χριστιανοί, πιο πλούσιοι, πιο "δυτικοί", είναι και πιο ανεκτικοί. Τέλος πάντων, για να μην λέω μεγάλα λόγια, η γυναίκα έχει τη θέση και την αντιμετώπιση που έχει περίπου και στη δική μας κοινωνία. Αντίθετα, στο μουσουλμανικό κομμάτι τα πράγματα είναι πιο καταπιεστικά και ασφυκτικά, με αποκορύφωμα την υποχρέωση της μελλοντικής νύφης να κάνει... παρθενοραφή σε εξειδικευμένο στο σπορ ιατρείο, για να πείσει τον γαμπρό ότι είναι ο πρώτος... Και, για να προλάβω, μη σπεύσετε και πάλι να με κατηγορήσετε για "διακρίσεις" ή κάτι σχετικό. Όσοι διαβάζουν το μπλογκ ξέρουν πολύ καλά ότι κάθε άλλο παρά τέτοιες απόψεις έχω. Απλώς, πρόκειται για μια ρεαλιστική καταγραφή του τι συμβαίνει εκεί κάτω. Το ποιός φταίει τώρα συνολικά, είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Όχι πάντως ο απλός, φτωχός μουσουλμάνος που ανατράφηκε έτσι - και είναι σχεδόν πάντα φτωχότερος από τον χριστιανό συμπατριώτη του...
Αρκετά με τα κοινωνικά όμως. Συνολικά, επιτρέψτε μου να προτιμώ άλλες "γυναικείες" ταινίες.

Κυριακή, Μαρτίου 16, 2008

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ


Οι αδελφοί Joel και Ethan Coen συγκαταλέγονται ανάμεσα στους αγαπημένους μου δημιουργούς. Με μοναδικό τους, κατά τη γνώμη μου, στραβοπάτημα το βαρετό Ladykillers, έκαναν πάντοτε καλές ταινίες που κυμαίνονται από τον απόλυτο χαβαλέ (Αριζόνα Τζούνιορ) μέχρι την απόλυτη σκοτεινιά και απαισιοδοξία (Blood Simple) - ή και τα δύο μαζί. Σ' αυτή την τελευταία κατηγορία (της σκοτεινιάς εννοώ) πρέπει να εντάξουμε και το "No Country for Old Men" (Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους, 2007), αν και διακρίνεται στο βάθος κάτι από το κατάμαυρο και σαρδόνιο χιούμορ των αδελφών (στο γελοίο κούρεμα του φοβερού δολοφόνου, ας πούμε).
Και σ' αυτή τους την ταινία υπάρχει η κατάδυση στην (πολύ) σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Όντως οι Coen πάντοτε αρέσκονταν να δείχνουν μια Αμερική ζοφερή, απελπισμένη ή κατοικημένη σχεδόν αποκλειστικά από άπληστους και ηλίθιους (από αυτή την τελευταία κατηγορία "ηλιθίων" μάλιστα πηγάζει μεγάλο μέρος του χιούμορ τους). Οι όψεις αυτές μιας τρομαχτικής Αμερικής υπάρχουν σαφώς κι εδώ. Δολοφόνοι, άπληστοι για χρήμα τύποι, έμποροι ναρκωτικών και κάθε λογής παράνομοι αποτελούν το φόντο της ιστορίας. Ο μοναδικός "καλός", ο ρομαντικός - και συντηρητικός βέβαια - σερίφης, πράγματα που συχνά πάνε μαζί, πολύ απλά αδυνατεί να κάνει οτιδήποτε για να βελτιώσει τα πράγματα. Γι' αυτό και αποσύρεται νοιώθοντας άχρηστος, όπως ο ίδιος θα πει. Άλλο ένα σχόλιο για το αδιέξοδο στο οποίο έχουν φτάσει τα πάντα.
Ωστόσο διαβλέπω και μια γενικότερη, απαισιόδοξη πάντοτε, αλληγορία στην ταινία. Νομίζω ότι οι Coen μιλάνε όχι μόνο για την Αμερική, αλλά για το Κακό γενικότερα. Ο παρανοϊκος serial killer (ο φοβερός Μπαρδέμ), μια κινούμενη μηχανή θανάτου, μου φαίνεται ότι μάλλον συμβολίζει το Κακό ή, πιθανόν, τον ίδιο το θάνατο, που δεν κάνει διακρίσεις και μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή σε δίκαιους και άδικους, αθώους ή ένοχους. Γι΄αυτό και αποφασίζει στη τύχη, με ένα κέρμα, ποιους θα σκοτώσει και ποιους όχι. Γι΄αυτό και είναι αδύνατο να σταματήσει οποιοσδήποτε το "έργο" του, που πάει πολύ μακρύτερα από τα συμβάλαια θανάτου και τις όποιες υποχρεώσεις έχει αναλάβει. Βλέπετε, διαθέτει και μια καθαρά προσωπική, διεστραμμένη ηθική. Να τονίσω βέβαια (αν δεν το έχετε ήδη καταλάβει) ότι όλα αυτά είναι προσωπικές αναγνώσεις, όπως καθαρά προσωπικά είναι και τα συμπεράσματα. Αυτό όμως δεν είναι κακό. Αντίθετα είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης να διαβάζεται με πολλούς τρόπους, ερήμην μάλιστα των δημιουργών της. Κοινώς, συχνά διακρίνουμε πράγματα για τα οποία οι δημιουργοί δεν είχαν ιδέα κι αυτό, ξαναλέω, δεν είναι καθόλου κακό.
Όσο για την ταινία, παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα, αφού οι Coen ξέρουν και σασπένς δημιουργούν και να κρατούν από τη αρχή ως το τέλος τον θεατή. Προειδοποιώ όμως για το εντελώς ξαφνικό τέλος, που δεν δίνει καμιά λύση και θα κάνει πολλούς να αισθανθούν "στα κρύα του λουτρού". Είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι τους.

Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2008

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ "ΠΑΡΚΑ ΤΙΜΩΡΙΑΣ"


Έχω ξαναγράψει για τον Βρετανό Peter Watkins με αφορμή το War Game του. Με απόλυτα ριζοσπαστική και ανατρεπτική ματιά, στηλιτεύει σύγχρονες καταστάσεις, ειδικά όταν οι ισχυροί (σύστημα, κράτος κλπ.) τσακίζουν τους "απλούς" ανθρώπους.
Το συγκλονιστικό Punishment Park το γύρισε το 1971. Είναι εκπληκτικό το πόσο επίκαιρο μοιάζει σήμερα, στην εποχή των αμερικάνικων εισβολών και των Γκουαντανάμο. Το μόνο που φανερώνει την εποχή του είναι οι "φυλές" των πολιτών που συλλαμβάνονται και κατηγορούνται για ανατρεπτική δράση και προδοσία: Χίππις, μαύροι και άλλοι ακτιβιστές, ειρηνιστές που αρνούνται τη στράτευση, πολιτικοποιημένοι τραγουδιστές και συγγραφείς, άνθρωποι που ζουν εναλλακτικά... Όλη η γκάμα δηλαδή των αμφισβητιών της δεκαετίας του 60. Σήμερα ίσως θα συλλαμβάνονταν κάποιες άλλες, παρεμφερείς πάντως, "κατηγορίες" - και ίσως με ακόμα μεγαλύτερη ρατσιστική και θρησκευτική μισσαλοδοξία.
Στο Punishment Park ο Watkins υιοθετεί και πάλι τη μορφή του ψευδοντοκιμαντέρ. Βρισκόμαστε σε μια φασιστική Αμερική, όπου κάθε αντίθεση στην κυρίαρχη (συντηρητικότατη φυσικά) άποψη έχει ποινικοποιηθεί. Οι κάθε λογής αντιφρονούντες περνάνε από δίκες - παρωδίες και καταδικάζονται από στρατιωτικούς, μπάτσους, πράκτορες, δικαστικούς και εκπροσώπους της "σιωπηλής πλειοψηφίας" (βλέπε ακροδεξιούς) σε πολυετή κάθειρξη. Εκτός αν επιλέξουν να περάσουν 4 μέρες στα "Πάρκα Τιμωρίας", όπου θα υποβληθούν μέσα στην καυτή έρημο σε μια ιδιαίτερη δοκιμασία ή, αν θέλετε, σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι με τους δεσμοφύλακες και τις δυνάμεις καταστολής (οι οποίες, σημειωτέον, χρησιμοποιούν τα "πάρκα" αυτά και για να εκπαιδευτούν σε πραγματικές συνθήκες και ζωντανούς στόχους). Το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο ενδυναμώνεται από το ότι την όλη διαδικασία στη δίκη και στο πάρκο παρακολουθεί, υποτίθεται, ένα ευρωπαϊκό τηλεοπτικό συνεργείο, που γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για τις νέες αυτές μεθόδους σωφρονισμού (=ισοπέδωσης).
Κάμερα στο χέρι, κουνημένα πλάνα, φωνή off των μελών του υποτιθέμενου συνεργείου, συνεντεύξεις τόσο με τους επαναστάτες, όσο και με τους φύλακες, όλα συνθέτουν ένα σύνολο που πείθει για την αυθεντικότητά του. Γίνεται έτσι πολύ πιο ανατριχιαστικό από οποιοδήποτε fiction. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, καθώς παρακολουθούμε σε συνεχή μπρος - πίσω την δίκη και καταδίκη (με πολλούς και αποκαλυπτικούς διαλόγους ανάμεσα σε δικαστές και αντιφρονούντες, από τους οποίους ο καθένας υποστηρίζει τη δική του αλήθεια) και το ανελέητο κυνηγητό των καταδικασμένων στο "Πάρκο". Μην περιμένετε μια "κανονική" ταινία, με ήρωες, αγωνία για το ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι, περιπέτειες, θρίαμβο του καλού πάνω στο κακό κλπ. Είπαμε: Υποτίθεται ότι πρόκειται για τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ - παρά το ότι ο Watkins καταφέρνει να κρατά το σασπένς στα ύψη.
Οργισμένο φιλμ ως εκεί που δεν παίρνει, που κάθε άλλο παρά μασά τα λόγια του, που ουσιαστικά κατηγορεί ως φασιστική την αμερικάνικη κοινωνία και πολιτική (παρά το ότι διαδραματίζεται υποτίθεται στο πολύ κοντινό μέλλον), γίνεται ακόμα συγκλονιστικότερο χάρη στην εκπληκτική ομοιότητά του με σύγχρονες (δηλ. σχεδόν 40 χρόνια μετά) καταστάσεις. Φυσικά ήταν θαμμένο για πολλά χρόνια, μέχρι που σήμερα ξαναβγαίνει στις αίθουσες. Απόλυτο must για όσους ενδιαφέρονται, στοιχειωδώς έστω, για το πολιτικό σινεμά.

Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ, Ο ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΓΓΕΤΙ


Ο Sergio Leone (1929-1989) γυρίζει το "Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος" (Il Buono, il brutto, il cattivo) το 1966, όταν ο ίδιος έχει παγιώσει το λεγόμενο γουέστερν - σπαγγέτι (την ιταλική εκδοχή δηλαδή του αμερικάνικου αυτού είδους) με τις δύο προηγούμενες ταινίες του. Πρόκειται για ένα τρίωρο, επικό φιλμ, "στοιχειωμένο" με την χαρακτηριστική μουσική του Ennio Morricone, που μέχρι σήμερα παρακολουθείται με ενδιαφέρον.
Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες (Κλιντ Ίστγουντ, Λι Βαν Κλιφ, Ιλάι Γουάλας) κυνηγούν έναν θαμμένο θησαυρό ενώ γύρω τους μαίνεται ο αμερικάνικος εμφύλιος (για τον οποίο δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή) και είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να τον αποκτήσουν. Το σενάριο βρίθει από απιθανότητες, εξωπραγματικές σχεδόν ικανότητες στο πιστόλι και πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή και, βέβαια, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ρεαλισμό (τουλάχιστον αυτού του αληθινού Ουέστ).
Ωστόσο η "αλήθεια" και ο ρεαλισμός του βρίσκονται αλλού: Στην προοδευτική ανάπτυξη των τριών χαρακτήρων, που συνεχώς συμμαχούν μεταξύ τους και την επόμενη στιγμή πασχίζουν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον, και στην πλήρη απόριψη του συμβατικού σχήματος "καλός - κακός". Ο "καλός" της ταινίας (ο Κλιντ Ίστγουντ) κάθε άλλο παρά καλός είναι σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα. Απλώς διαθέτει μια στοιχειώδη καλωσύνη (στη σκηνή του ετοιμοθάνατου Νότιου), έναν δικό του κώδικα τιμής και μια εξ ίσου στοιχειώδη τιμιότητα - τουλάχιστον σε σχέση με τους άλλους δύο, οι οποίοι είναι απλώς αρνητικοί (αν και με πολύ διαφορετικό τρόπο ο καθένας). Κι όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν υπάρχει ούτε ένας, ούτε ένας κυριολεκτικά θετικός χαρακτήρας στο φιλμ. Ο κυνισμός, ο αμοραλισμός και η απληστία κυριαρχούν απ' άκρο σ' άκρο σε μια σπαρασσόμενη και στα σπάργανα ακόμα Αμερική. Όσο για τον πόλεμο, αποτελεί απλώς το φόντο για να γίνουν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Κανένα σχόλιο για την πλευρά που παίρνει ο σκηνοθέτης ή οποιοσδήποτε από τους ήρωες. Αντίθετα, σε μια και μοναδική σκηνή, αυτή της γέφυρας, ο Leone παίρνει μια καθαρά αντιπολεμική θέση, αδιαφορώντας για το ποια πλευρά έχει δίκιο (αν υποθέσουμε ότι έχει κάποια τέλος πάντων). Ο πόλεμος είναι απλώς ένα παράλογο σφαγείο. Τίποτα άλλο. Κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκουν και κάποια ίχνη ενός σκληρού, σαρδόνιου χιούμορ, κυρίως στις σκηνές του Ιλάι Γουάλας. Τέλος, νομίζω ότι είναι μια από τις πολύ λίγες ταινίες απ' όπου απουσιάζει παντελώς κάθε, μα κάθε γυναικείος χαρακτήρας.
Ο σύγχρονος θεατής νομίζω ότι απολαμβάνει και σήμερα το σκληρό αυτό φιλμ, μνημείο της ανθρώπινης απληστίας, παρά τις σεναριακές απιθανότητες για τις οποίες έγραψα στην αρχή, χάρη στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Leone, στο στυλιζάρισμά του, στο υποβλητικό timing. Κλασσικό στο είδος του, αξίζει να το δείτε αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2008

ΤΑΝΓΚΟ, ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ "ΝΟΤΟ"


Ο "Νότος" (Sur) είναι μια αργεντίνικη ταινία που γύρισε ο Fernando Solanas το 1988. Και είναι μέχρι το κόκκαλο "βουτηγμένη" στην Αργεντινή και τα περί αυτήν. Απόλυτα σινεφίλ, μερικές φορές αφόρητα θεατρική, μιλά για πάθος και έρωτα, για την αργεντίνικη δικτατορία και τους αγώνες για τη δημοκρατία, για το όνειρο μιας ανεξάρτητης Λατινικής Αμερικής και, βέβαια, είναι πλημμυρισμένη στα τάνγκος, και μάλιστα αυτά του Astor Piazzola.
Ο Φλορεάλ αποφυλακίζεται μετά 5 χρόνια εγκλεισμού για πολιτικούς λόγους τη μέρα της πτώσης της δικτατορίας (έπεσε το 1983 αν δεν κάνω λάθος), ξέροντας ότι η γυναίκα του, μην αντέχοντας να τον περιμένει, τον απατούσε με έναν καλό του φίλο και συναγωνιστή. Αντί λοιπόν να πάει κατ' ευθείαν σπίτι, περιπλανιέται στο νυχτερινό, σχεδόν έρημο και σχεδόν ερειπωμένο Μπουένος Άιρες, σε μια ονειρική περιπλάνηση, όπου συναντά το ίδιο του το παρελθόν: Πεθαμένους γονείς, νεκρούς φίλους, παλιούς έρωτες, ο εγκλεισμός στη φυλακή... Κάθε λογής μνήμες από τους πολιτικούς αγώνες ενάντια στη χούντα και υπέρ μιας ευημερούσας Νότιας Αμερικής, όλη η μυθολογία μιας χώρας ζωντανεύουν εμπρος του (και εμπρός μας). Κι όλα αυτά με συνεχείς παρεμβολές τραγουδιών τάνγκο, που παίζονται από γέρους κυρίως μουσικούς (που θυμίζουν αρκετά δικούς μας παλιούς ρεμπέτες), καθισμένους σουρεαλιστικά στη μέση νυχτερινών δρόμων και που σχολιάζουν τα τεκταινόμενα.
Είναι μια από τις πιο σκοτεινές (κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά) ταινίες που έχω δει, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των σκηνών είναι νυχτερινές και ιδιαίτερα σκοτεινές. Εξαιρετικά ατμοσφαιρική με τους καπνούς που συνεχώς στροβιλίζονται στους φωτισμένους μπλε έρημους δρόμους, μελαγχολική και νοσταλγική, έχει εικαστικό και μουσικο ενδιαφέρον, πλην όμως με κούρασε αρκετά, θυμίζοντάς μου νέο ελληνικό σινεμά των 70ς και 80ς (αν και ο "Νότος" είναι πολύ αρτιότερος από πολλές απ' τις ταινίες αυτές). Σίγουρα βγάζει ένα μεγάλο κομμάτι της αργεντίνικης και λατινοαμερικάνικης γενικότερα ψυχής (το πάθος, η μουσική, οι πολιτικοί αγώνες, τα όνειρα), αλλά απευθύνεται αποκλειστικά σε ένα "κλειστό" σινεφίλ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 02, 2008

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ το "Όλα για τη μητέρα μου" (Todo sobre mi madre) (1999) του Pedro Almodovar. Πολλοί τη θεωρούν την καλύτερη ταινία του. Δεν ξέρω, μου είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω ένα και μόνο στοιχείο ως το καλύτερο ενός συνόλου, σίγουρα όμως είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του.
Εδώ ο Almodovar επιβεβαιώνει απόλυτα τον χαρακτηρισμό που του έχει αποδοθεί ως "σκηνοθέτης των γυναικών". Ελάχιστοι άλλοι έχουν δώσει τόσο διεισδυτικά γυναικεία πορτρέτα όπως αυτός, τόσο σε άλλες ταινίες του όσο και σ' αυτή που μας ενδιαφέρει. Σ' αυτήν μάλιστα οι άντρες λείπουν σχεδόν ολοσχερώς (και οι δύο βασικοί που υπάρχουν είναι τραβεστί, ενώ ένας τρίτος πάσχει από άννοια και δεν έχει ουσιαστικό ρόλο στα τεκταινόμενα). Έτσι ακόμα και η απολαυστικότατη Αγράδα, έστω και απλώς λόγω εμφάνισης, μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά άλλος ένας γυναικείος ρόλος. Μητρότητα, έρωτας, απώλεια, γυναικείες νευρώσεις, θέατρο και ηθοποιοί, γυναικεία φιλία, όλα θίγονται στο φιλμ αυτό. Το απίστευτο σενάριο, με τις συνεχείς αποκαλύψεις και εξελίξεις, θα μπορούσε να είναι αφόρητα μελοδραματικό (ουσιαστικά περί μελοδράματος πρόκειται), ο Almodovar όμως έχει έναν μοναδικό τρόπο να ξεπερνά το είδος αυτό, στο οποίο ούτως ή άλλως πάντοτε αρέσκεται, και να δημιουργεί ταινίες που είναι κωμικές ή συγκλονιστικές ή και τα δύο μαζί κι ας είναι φτιαγμένες από ατόφια μελό υλικά. Διότι, με τέτοια απίθανη ιστορία, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει Φώσκολος (με παραπάνω τονισμένο το γκέι στοιχείο), αλλά, παρ' όλα αυτά, ούτε στιγμή δεν θυμίζει κάτι τέτοιο; Και, από την άλλη, ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει ένα κατά βάση απόλυτα αισιόδοξο φιλμ (και μάλιστα δίχως να στερείται από μικρές δόσεις χιούμορ) και να υμνήσει τη δύναμη της γυναίκας να ξεπερνά κάθε εμπόδιο, όταν η όλη ιστορία βασίζεται στον τραγικό και απροσδόκητο θάνατο ενός 17χρονου, που αφήνει ολομόναχη στον κόσμο την ανύπαντρη μητέρα του; Και τελικά, να βγάλει τόσο θετικά συναισθήματα ακόμα και μέσα από άλλους θανάτους;
Για όσους δεν το έχουν δει (φαντάζομαι ότι είναι ελάχιστοι απ' αυτούς που επισκέπτονται το μπλογκ), προτείνεται ανεπιφύλακτα. Και μη φοβηθείτε να αφεθείτε να βουρκώσετε στο τέλος. Η συγκίνηση είναι απόλυτα δικαιολογημένη, θετική και άψογα δουλεμένη ώστε να βγαίνει αβίαστα κι αυτό το στοιχείο ανεβάζει κι άλλο την ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2008

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ YUMA


Φαίνεται ότι το γουέστερν, μετά από σχεδόν εξαφάνιση δεκαετιών, είναι και πάλι στη μόδα. Είτε "μεταλλαγμένο" (The assasination of Billy the Kid...) είτε πιό "κλασικό", μπολιασμένο πάντως με σύγχρονα στοιχεία, όπως το "3:10 to Yuma" (Το τελευταίο τρένο για τη Γιούμα, 2008) του James Mangold. Θεωρώ τον Mangold καλό, χαμηλότονο και συμπαθή σκηνοθέτη, χωρίς όμως - μέχρι σήμερα τουλάχιστον - να έχει κάνει τη μεγάλη ταινία. Πάντως η "Γιούμα", ριμέικ του ομώνυμου γουέστερν της δεκαετίας του 50, το οποίο δεν έχω δει ώστε να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις, διαθέτει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, παρά το ότι τελικά με κούρασε κάπως.
Όλο το βάρος πέφτει στη σύγκρουση χαρακτήρων (αλλά και ερμηνευτική) των Κρίστιαν Μπελ και Ράσελ Κρόου. Και εκεί επικεντρώνεται και το ενδιαφέρον. Για μια ακόμα φορά (περίπτωση όλο και πιο συνηθισμένη στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά, ακόμα και το mainstream) οι προσχηματικοί ρόλοι των "καλών" και των "κακών" εξαφανίζονται, για να δώσουν τη θέση τους σε πολυπλοκότερους χαρακτήρες, που εντός τους συνυπάρχουν τα δύο αυτά αρχετυπικά στοιχεία. Έτσι ο Κρόου, ο "κακός", διαθέτει μια ευαίσθητη, γοητευτική πλευρά, είναι καλλιεργημένος, μπορεί να εκτιμά τα καλά στοιχεία των άλλων - πράγματα που μπερδεύονται αξεδιάλυτα με τον κυνισμό και τα εγκλήματά του. Από την άλλη ο "ηρωικός" Μπέιλ υπήρξε στο παρελθόν πολλές φορές δειλός. Οι χαρακτήρες και οι ρόλοι αλάζουν διαρκώς, το καλό και το κακό είναι πια έννοιες πολύ συζητήσιμες. Κι όλα αυτά με φροϊδικά σχόλια, καθώς άλλο βασικό σημείο του φιλμ είναι οι σχέσεις πατέρα - γιου, αφού όλα γίνονται στην ουσία για να κερδίσει ο πατέρας την εκτίμηση και το σεβασμό του γιου του.
Όλα αυτά συμβαίνουν σ' ένα βάρβαρο, πάμφτωχο, άδικο, αφιλόξενο και καθόλου ηρωικό Φαρ Ουέστ, όπου κάθε "μυθική" και γοητευτική πτυχή έχει εξαφανίζεται (και αυτή η απομυθοποίηση είναι "σύμπτωμα" των αρκετών τελευταίων χρόνων, αν και κάπως υπήρχε και σε μερικά παλιά, κλασσικά γουέστερν). Απληστία, ζωές δίχως καμιά αξία, που μπορούν να αφαιρεθούν κάθε στιγμή, μεγάλες εταιρίες που λιμαίνονται τον πλούτο της γης αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους να πεθάνουν της πείνας (άλλο ένα σχόλιο για τις ρίζες και την εδραίωση του αμερικάνικου κράτους;) συνθέτουν την "Άγρια Δύση".
Πέραν αυτών, έχω αρκετές σεναριακές απορίες. Γιατί ο πανέξυπνος Κρόου αφήνει στην αρχή να τον συλλάβουν τόσο εύκολα και αμαχητί; Και γιατί, επιτέλους, κάποιος σ' όλη αυτή τη μακρά πορεία δεν το πυροβολεί να ξεμπερδεύει όσο αυτός είναι άοπλος και αιχμάλωτος, σε μια κοινωνία όπου, όπως είπαμε, η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει δεκάρα κι αυτό το έχουμε δει με όλους τους πιθανούς τρόπους;
Ενδιαφέρον, αλλά όχι πολύ "μεγάλο" κατά τη γνώμη μου. Νομίζω πάντως ότι οι φίλοι του κλασσικού γουέστερν θα αποζημιωθούν.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2008

ΟΤΑΝ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ... ΧΥΝΕΤΑΙ ΑΙΜΑ


Στο "Θα χυθεί αίμα" (Τhere will be blood) ο Paul Thomas Anderson, από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, στήνει ένα πυκνό δράμα με πολλαπλά θέματα: Την απληστία που οδηγεί στην τρέλα, την γέννηση του αμερικάνικου έθνους και της οικονομίας του, τον θρησκευτικό φανατισμό και την κρυφή σχέση των εκκλησιών ή "εκκλησιών" με το χρήμα... για να αναφέρουμε μερικά μόνο απ' αυτά.
Ένας φτωχός χρυσοθήρας στα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκει πετρέλαιο και σύντομα μετατρέπεται σε πολυεκατομμυριούχο. Με μια διαφορά: Είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι, ακόμα κι αν βρεις πετρέλαιο στην αυλή σου, για να γίνεις πολυεκατομμυριούχος και πανίσχυρος σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να κάνεις και πολλά άλλα, όχι τόσο τίμια πράγματα. Απάτες, κλοπές, ίσως και φόνους. Στο επίπεδο αυτό η ταινία λειτουργεί σαν αλληγορία του καπιταλισμού ή, ειδικότερα, σαν αλληγορία της γέννησης του αμερικάνικου έθνους. Και εδώ μπαίνει και ένας ακόμα βασικός, βασικότατος παράγοντας, ψυχολογικός αυτή τη φορά: Η απληστία. Δίχως αυτή, ίσως κάποιος να γίνει με τυχαίο τρόπο πλούσιος (γιατί κέρδισε το Λόττο ας πούμε), δεν πρόκειται όμως ποτέ να γίνει πανίσχυρος και πολυεκατομμυριούχος, να φτάσει να διοικεί μια αυτοκρατορία.
Το πορτρέτο ενός τέτοιου ανθρώπου λοιπόν και την πορεία του σκιαγραφεί η ταινία. Μόνο που η απληστία, η μονομανία της απόκτησης δύναμης, οδηγεί μοιραία στην τρέλα. Η οποία, όσο διαρκεί το φιλμ, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, για να πνίξει τον ήρωα. Είναι φυσικό η ιστορία αυτή να φέρνει στο νου τον "Πολίτη Κέιν" ή την αληθινή ιστορία του Χάουαρντ Χιουζ, κι άλλες ταινίες ή περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι ηθελημένο. Όσο για τη θρησκεία, καιρός ήταν να δούμε κάποιο σχόλιο για τη θρησκοληψία και τους εκατοντάδες ψευδοπροφήτες και έξαλλους τηλεπαπάδες που κατακλύζουν τη σύγχρονη Αμερική. Τέλος οι εικόνες της, με τις γιγάντιες πετρελαιοπηγές, τα έρημα τοπία και τον ανθρώπινο μόχθο, αποζημιώνουν τον θεατή.
Ο Ντάνι Ντέι Λιούις είναι εκπληκτικός και νομίζω ότι δίκαια κέρδισε το Όσκαρ. Όσο για την επική αυτή ταινία (γιατί για έπος της ανθρώπινης απληστίας και αχαλίνωτης φιλοδοξίας πρόκειται) μπορεί να είναι λίγο αργή και μεγάλη σε διάρκεια, προσωπικά όμως δεν με κούρασε. Αντίθετα απόλαυσα μια από τις μεγάλες φετινές ταινίες, που κατεβαίνει στη σκοτεινή άβυσο της ανθρώπινης ψυχής και τη "ζωγραφίζει" πιο εύγλωττα από πολλές άλλες.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

"ΔΑΓΚΩΜΑΤΙΕΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΟΒΙΣΑΝ ΟΥΤΕ ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ


Το "Les Morsures de l'aube" (2001), γαλική ταινία του Antoine de Caunes, διαθέτει (για τους φανς) την Άζια Αρτζέντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο... και όχι πολλά άλλα πράγματα. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tonino Banaquista ("Τα δόντια της Αυγής" στα ελληνικά) και, επειδή το έχω διαβάσει και το βρήκα αρκετά διασκεδαστικό, είδα από περιέργεια και το φιλμ.
Το στόρι και η όλη ατμόσφαιρα είναι αρκετά ελκυστικά - ή μάλλον θα μπορούσαν να είναι, γιατί, για να το πω από την αρχή, βρήκα την ταινία αποτυχημένη. Πρόκειται για μια περιπλάνηση στο νυχτερινό Παρίσι όπως δεν το ξέρουμε, με τα κλαμπ του (γνωστά ή "μυστικά", δηλαδή απόλυτα πριβέ), τα πάρτι, τις διαστροφές και πολλά και ποικίλα άλλα. Ο ήρωας, ένας "επαγγελματίας - παράσιτο", ζει με σχεδόν μηδέν χρήματα, δίχως σπίτι ή οποιαδήποτε ιδιοκτησία εκτός από το κυριλέ σμόκιν του. Κοιμάται τη μέρα σε κολυμβητήρια, βγαίνει τη νύχτα για να τραφεί και να πιει δωρεάν στις εν λόγω "εκδηλώσεις" και περιπλανιέται σε μπαρ, πάρτ, κλαμπ ή ό,τι άλλο μέχρι την επόμενη αυγή. Κάποια στιγμή η ζωή αυτή θα "σοβαρέψει" απότομα, καθώς μπλέκεται άθελά του σε μια ιστορία με βρικόλακες, οι οποίοι φυσικά κυκλοφορούν τις ίδιες ακριβώς ώρες μ' αυτόν. Το σασπένς και οι ανατροπές επικεντρώνονται στο αν το gothic ζεύγος είναι όντως βρικόλακες ή κανονικοί άνθρωποι που πάσχουν από βαμπιρισμό ή, τέλος, το παίζουν έτσι.
Συγνώμη που θα κάνω συγκρίσεις με το βιβλίο (πράγμα που γενικά δεν μου αρέσει), αλλά όλα αυτά δίνονται καθαρά, με σασπένς και χιούμορ σ' αυτό, ενώ στην ταινία (που αν εξαιρέσει κανείς το τέλος, όπου κυριολεκτικά του "άλλαξαν τα φώτα", παραμένει αρκετά πιστή στο κείμενο) και κοιλιές υπάρχουν και πράγματα δεν ξεκαθαρίζονται... και γενικά, παρά το κάποιο χιούμορ, δύσκολα αποφασίζει κανείς αν ο σκηνοθέτης ήθελε να κάνει μια μαύρη κωμωδία ή μια ταινία τρόμου, αφού το αποτέλεσμα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι. Απογοητευτικό είναι και το ότι ελάχιστο βάρος πέφτει (μάλλον τυχαία και από σπόντα το καταλαβαίνει κανείς) στο ότι ο ήρωας είναι συνειδητά και σχεδόν ιδεολογικά ένα κοινωνικό παράσιτο - και στα όσα κάνει για να επιβιώσει όντας τέτοιο. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

ΕΡΩΤΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ


Με την "Άκρη του Ουρανού" (Auf der anderen Seite, 2007) ο τουρκογερμανός Fatih Akin επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας από το "Μαζί ποτέ" πριν μερικά χρόνια - και πολύ χαίρομαι γι' αυτό. Και πάλι όλα συμβαίνουν ανάμεσα στις δύο πατρίδες του: Τη Γερμανία και την Τουρκία. Και πάλι οι πολιτισμοί αλληλοεπιδρούν, συγκρούονται, αναμειγνύονται. Και οι ήρωες, τούρκοι και γερμανοί, κάποια στιγμή αλλάζουν ταυτότητα, περνώντας από τον έναν στον άλλον.
Με ένα έξυπνο σενάριο, που παρακολουθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, που κινούνται παράλληλα και άλλοτε τέμνονται άλλοτε όχι, ο Akin καταφέρνει να μας πει πολλά. Για τις βαθιές διαφορές των δύο πολιτισμών, για το πάθος του έρωτα (που βέβαια μπορει να γεννηθεί ανάμεσα σε διαφορετικής προέλευσης ανθρώπους), για την πολιτική κατάσταση, στην Τουρκία κυρίως, και τον αγώνα κάποιων ανθρώπων εκεί, για την ανάγκη ή τον εξαναγκασμό πολλών ανθρώπων να πετάξουν από πάνω τους το παρελθόν και ν' αλλάξουν ζωή ή / και ταυτότητα ψάχνοντας απεγνωσμένα για έναν σκοπό.
Χαρακτήρισα έξυπνο το σενάριο επειδή, ενώ βασίζεται σε συμπτώσεις (πράγμα που γενικά θεωρώ σεναριακή αδυναμία), οι συμπτώσεις αυτές δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη. Εννοώ ότι οι ήρωες δένονται με πολλαπλούς δεσμούς, αναζητούν μερικές φορές το ίδιο ή σχετικά πρόσωπα για διαφορετικούς λόγους, συναντώνται σε κοινούς χώρους ή διασταυρώνουν τις πορείες τους καθώς ταξιδεύουν με ποικίλα μέσα μεταφοράς... πλην όμως συνήθως δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις συμπτώσεις, αγνοούν ότι συμπτωματικά βρίσκονται ακριβώς δίπλα σ' αυτό ακριβώς που αναζητούν. Από την άλλη, η πολιτική και ο ακτιβισμός μπλέκονται με το πάθος, το τραγικό στοιχείο αναμειγνύεται με το συγκινητικό και το ανθρώπινο, οι αρνητικές πλευρές και των δύο διαφορετικών πολιτισμών διαγράφονται αδρά και το σύγχρονο πρόσωπο της Τουρκίας, με το ένα πόδι στην Ευρώπη και τη Δύση και το άλλο στον Τρίτο Κόσμο, σχεδιάζεται καθαρά.
Με την "Άκρη του Ουρανού" ο Akin νομίζω ότι κατακτά περίοπτη θέση ανάμεσα στους σημαντικούς σύγχρονους δημιουργούς. Περιμένω τη συνέχεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο ΝΤΙΛΑΝ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ


To "I'm not there" του Todd Heynes είναι μια σχεδόν πειραματική ταινία. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία για τον Bob Dylan, αλλά μια ταινία εμπνευσμένη από τον Bob Dylan. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν πρόκειται για βιογραφία ενός από τους πολύ μεγάλους του 20ού αιώνα, ούτε για ντοκιμαντέρ γύρω απ' αυτόν, ούτε καν για "εικονογράφηση" ιστοριών που διηγείται στα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ. Πρόκειται για ένα χαλαρά δομημένο (άτακτα θα έλεγαν πολλοί) κράμα όλων αυτών και διάφορων άλλων στοιχείων. Φάσεις της ζωής και των ιδεολογικών του περιόδων, ήρωες των τραγουδιών του, άνθρωποι και καταστάσεις που τον επηρέασαν, όλα μπερδεύονται άναρχα, δίχως αρχή, μέση και τέλος, σε ένα πολύπλοκο παζλ "για δυνατούς λύτες". Η μία ιστορία μπαίνει μέσα στην άλλη, διακόπτεται απότομα και (ίσως) ξαναρχίζει σε κάποια εντελώς αυθαίρετη στιγμή, οι ηθοποιοί που υποτίθεται ότι τον ενσαρκώνουν αλλάζουν κι αυτοί (ακόμα και η Κέιτ Μπλάνσετ υποδύεται τον Ντίλαν των '60ς), ο Ντίλαν δεν λέγεται καν Ντίλαν σε ορισμένα βιογραφικά του κομμάτια (αλλά είναι σαφές πως πρόκειται γ' αυτόν) και μόνο τα μεγάλα τραγούδια του πλημμυρίζουν από την αρχή ως το τέλος το φιλμ (κι αυτά όχι πάντα εκτελεσμένα από τον ίδιο, αλλά πολύ συχνά από άλλα, ενίοτε πολύ σημαντικά ονόματα, που τα διασκευάζουν).
Ο Heynes, από τους πλέον ενδιαφέροντες και ανήσυχους σύγχρονους δημιουργούς, κινήθηκε κι εδώ κάθε άλλο παρά ορθόδοξα. Το αποτέλεσμα όλου αυτού του σχεδόν χάους έχει για μένα θετικές και αρνητικές πλευρές. Μου άφησε γενικά μια όμορφη, ερεθιστική γεύση. Μπορεί όμως εύκολα να κατηγορηθεί για πολλά. Προφανώς για το χάος που προαναφέραμε πρώτα - πρώτα. Αλλά και - κυρίως - για το ότι απευθύνεται σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ φανατικών του Ντίλαν, που ξέρουν όχι μόνο τη μουσική, αλλά και λεπτομέρειες της ζωής του, τις επιροές του κλπ. Αν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι απ' αυτά, παρακολουθεί μια παντελώς ακατάληπτη ταινία. Άντε να ξέρει τώρα ένας 20άρης ποιος ήταν ο Γούντι Γκάθρι και γιατί η κιθάρα του μικρού μαυρού γράφει πάνω της "This kills fascists", τι σήμαινε για κείνη την εποχή η ηλεκτρική στροφή του μέχρι τότε "τροβαδούρου" Ντίλαν στα μέσα των 60ς και γιατί αυτό στοίχισε τόσο στους φανατικούς οπαδούς του που τον γιουχάισαν άγρια, ποιά η σχέση και οι επιροές του από τον Ρεμπό ή τον Γκίνσμπεργκ, γιατί μια από τις ιστορίες έχει σαν ήρωα τον παράνομο του Ουέστ Μπίλι δε Κιντ κλπ. κλπ. (εννοείται ότι ούτε και γω τα έζησα όλα αυτά, έτυχε όμως να τα ψάξω αργότερα επειδή μ' αρέσει ο Ντίλαν).
Εν κατακλείδι, παρά το ότι βρήκα το τολμηρό αυτό εγχείρημα ενδιαφέρον, δεν θα το συνιστούσα έξω από τον κύκλο των "οπαδών" που λέγαμε.