Δευτέρα, Ιουλίου 13, 2015

"THE BEDFORD INCIDENT" ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Η δεκαετία του 60, εκτός από επαναστατική, υπήρξε μια περίοδος που σημαδεύτηκε από τον Ψυχρό Πόλεμο και τον φόβο ενός 3ου παγκόσμιου πολέμου ή ενός, κατά λάθος έστω, πυρηνικού ολοκαυτώματος. Αρκετές ταινίες, όλες ζοφερές με τον τρόπο τους, κατέγραψαν τον παγκόσμιο αυτόν φόβο. Εκτός από γνωστά φιλμ, όπως ας πούμε το "On the Beach" ή το "SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα", που αντιμετωπίζει το θέμα σατιρικά, υπάρχουν και περισσότερο άγνωστα "διαμάντια". Ένα απ' αυτά, για μένα τουλάχιστον, είναι το "The Bedford Incident" του 1965, πρώτη σκηνοθετική δουλειά (από τις 5 όλες κι όλες) του James B. Harris.
Ένα αμερικάνικο πολεμικό πλοίο περιπολεί κάπου βόρεια, κοντά στη Γροιλανδία, όταν εντοπίζει ένα σοβιετικό υποβρύχιο να "παρανομεί", μπαίνοντας σε απαγορευμένα νερά. Το πλοίο διοικείται από έναν φανατικό, "στρατόκαυλο", άτεγκτο και τυπολάτρη πλοίαρχο, που έχει επιβάλλει σιδηρά πειθαρχία στο πλήρωμά του. Ταιριαστά λοιπόν με τον χαρακτήρα του, αποφασίζει να κυνηγήσει το υποβρύχιο και να "ξεμπροστιάσει" την παρανομία του πάσει θυσία και δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα. Το διαρκές αυτό παιχνίδι με τη φωτιά όμως - εν μέσω πολικών παγόβουνων - σύντομα θα κλιμακωθεί με επικίνδυνες για όλους παρενέργειες...
Εξαιρετικά δομημένο το φιλμ, ξεκινά κάπως χαλαρά και, όσο προχωρά, γίνεται όλο και πιο αγχωτικό, με κάθετα αυξανόμενο σασπένς, μέχρι την τελική συγκλονιστική κλιμάκωση, ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του πλοίου επιτείνει τη δύναμή του. Το βάρος πέφτει σχεδόν ολόκληρο στους ώμους του θαυμάσιου Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, αυτόν βεβαίως του σχεδόν παρανοϊκού καπετάνιου, ενώ δίπλα του στέκει ο Σίντεϊ Πουατιέ, του οποίου το χρώμα δεν αποτελεί καθόλου θέμα της ταινίας (δεν γίνεται καν η παραμικρή νύξη).
Βλέποντα πολιτικά το φιλμ, θα διαπιστώσετε ότι ο "κακός" είναι σαφώς ο αμερικάνος και όχι οι σοβιετικοί (οι οποίοι βέβαια παρανόμησαν, αλλά μπροστά σε όσα ακολουθούν αυτό αποτελεί πραγματικά "πταίσμα"). Μη  σας εκπλήσει αυτό, μια που πρόκειται για χολιγουντιανή ταινία. Στην περίοδο αυτή το ίδιο μοτίβο είχε επαναληφτεί σε αρκετά φιλμ (θυμηθείτε και πάλι την χιουμοριστική αντιμετώπισή του στο "SOS Πεντάγωνο..."). Πέραν αυτής της ιδιομορφίας όμως, και φυσικά της απροκάλυπτης καταγγελίας του φανατισμού, της τυφλής αφοσίωσης στο γράμμα του νόμου, της σχεδόν φασιστικής τελικά στρατιωτικής συμπεριφοράς και των πρακτικών του στρατού εν γένει, σας καλώ να το δείτε σαν υπόδειγμα φιλμ με κάθετα αυξανόμενο σασπένς, με ανατριχιαστικό τέλος και, βέβαια, εξαιρετικές ηθοποιίες.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2015

"ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ"... ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Βρισκόμαστε στα 1953. Ο Fred Zinnemann (1907-1997), μετά το "Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές" της περασμένης χρονιάς, κάνει μια ακόμα πασίγνωστη ταινία, το "Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι" (From Here to Eternity" ο πρωτότυπος τίτλος), με ένα πολύ δυνατό καστ: Μπαρτ Λάνκαστερ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ντέμπορα Κερ, Ντόνα Ριντ, Φρανκ Σινάτρα, Έρνεστ Μποργκνάιν...
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα, που παραμένει κλασικό στο είδος του. Εξετάζει τις ιστορίες, τους χαρακτήρες και τους έρωτες μιας ομάδας στρατιωτικών, που η μονάδα τους βρίσκεται στη Χαβάη λίγο πριν η Αμερική μπει στον πόλεμο που μαίνεται ήδη στην Ευρώπη και απλώνεται... Ποικιλία χαρακτήρων, πάθη, διαμάχες που μπορεί να οδηγήσουν στα άκρα, ένα - από μία μόνο πλευρά - όχι και τόσο κολακευτικό "πορτρέτο" της στρατιωτικής ζωής... και ξαφνικά όλα καταρρέουν και οι ατομικές ζωές παύουν να έχουν αξία καθώς, εκεί ακριβώς, "συμβαίνει" το Περλ Χάρμπορ και ο πόλεμος θα σαρώσει τα πάντα.
Φυσικά οι εντάσεις, τα πάθη, η σκιαγράφηση των πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων και οι καλές ηθοποιίες είναι εξασφαλισμένα και, μέχρι σήμερα, κρατούν τους θεατές που αρέσκονται στα μεγάλα δράματα. Θα μείνω λίγο στους χαρακτήρες, αφού πιστεύω ότι δίνονται ανάγλυφα και πειστικά και οι διαφορές ανάμεσά τους τονίζονται θαυμάσια. Κι αυτό, βεβαίως, αφορά τόσο τους ανδρικούς όσο και τους γυναικείους: Ο "τυπικος" και άψογος επαγγελματικά Λάνκαστερ, ο "πεισματάρης" και με προσωπική ηθική Κλιφτ, η κυνική πόρνη που βαθμιαία αλλάζει Ριντ, ο "ρέμπελος" Σινάτρα, η καταπιεσμένη Κερ... Ναι, σίγουρα πρόκειται για ένα δράμα χαρακτήρων.
Ιδεολογικά θα το χαρακτήριζα κάπως αμφιλεγόμενο. Υπάρχουν βεβαίως τα πάθη, οι έρωτες, τα μίση, στη βάση όλων αυτών όμως κυριαρχεί η αγάπη όλων για τη δουλειά τους, για τον στρατό δηλαδή και τη στρατιωτική ζωή. Κι όταν ξεσπά ο πόλεμος, όλοι είναι πρόθυμοι να αφήσουν πίσω τους τα πάντα προκειμένου να υπηρετήσουν την πατρίδα. Χμμμ... Θεωρώ πάντως ότι δίνει ανάγλυφα το γεγονός ότι οι προσωπικές ζωές σαρώνονται, καταρρέουν, όταν κάτι μεγάλο - όπως ένας πόλεμος - ξεσπά εκεί έξω. Πώς δηλαδή το ατομικό συντρίβεται από το ευρύτερο κοινωνικό. Από την άλλη θαυμάζω την τότε "τόλμη" του κλασικού και απευθυνόμενου "σε όλους" Χόλιγουντ της εποχής, το οποίο δεν συνέδεε την (ζητούμενη προφανώς) οικονομική επιτυχία με ντε και καλά χάπι εντ. Κάθε άλλο μάλιστα. Τελικά, από κάποιες απόψεις, τα πράγματα έχουν γίνει πιο συντηρητικά στις μέρες μας, με το στυγνό (και απίστευτα  βαρετό για μένα) κυνήγι του κέρδους (και μόνο) και με τα σύγχρονα μπλογκμπάστερ, η παραγωγή των οποίων αφορά περισσότερο λογιστές παρά δημιουργούς...
Ξαναλέω: Στο είδος του κλασικό, αν και είναι λογικό πολλοί να απεχθάνονται τα βαριά μελοδράματα.

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2015

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΜΙΚΡΟΥ ΝΗΣΙΟΥ"

Ο ακμάζων ισπανικός κινηματογράφος προσθέτει μια ακόμα καλή ταινία στο σερί των αρκετών τελευταίων χρόνων: Το "Μικρό Νησί" ((La Isla Minima) του Alberto Rodriguez του 2014. Πρόκειται για ένα στιβαρό αστυνομικό θρίλερ, με εξαιρετική ατμόσφαιρα 70ς.
Το 1980 δύο αστυνομικοί φτάνουν σε μια μικρή ισπανική κωμόπολη στο πουθενά, στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, για να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση δύο νεαρών αδελφών κοριτσιών, η οποία μάλιστα δεν είναι η πρώτη τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα προχωρά αργά, με διάφορα εμπόδια, ενώ όλο και περισσότερα κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Μυστικά που αφορούν το σύνολο των κατοίκων, οι οποίοι δεν είναι και πολύ πρόθυμοι για αποκαλύψεις. Στο μεταξύ οι δύο άντρες πρέπει να συνεργαστούν στενά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους και το διαφορετικό στιλ ζωής τους...
Κατ' αρχήν θα επισημάνω την πολύ πετυχημένη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70, όπως προανέφερα. Από το όλο περιβάλλον μέχρι την ίδια την "καμμένη" θαρρείς, ξασπρισμένη φωτογραφία, όλα λειτουργούν πειστικότατα (και νοσταλγικά για πολλούς σινεφίλ). Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο Rodriguez εμπλέκει στην ιστορία και το πολιτικό παρελθόν ολόκληρης της χώρας. Το 1980 βλέπετε η φασιστική φρανκική δικτατορία είχε πέσει σχετικά πρόσφατα (το 1975 συγκεκριμένα) και πάμπολλά κατάλοιπα και "νοσταλγοί" παρέμεναν όχι μόνο ανάμεσα στον κόσμο, αλλά και σε θέσεις - κλειδιά της εξουσίας. Η κατάσταση ήταν ακόμα αβέβαιη. Ακόμα και οι δύο βασικοί χαρακτήρες έχουν σχέση μ' αυτό. Το παρελθόν αποκαλύπτεται αργά και βασανιστικά και μπλέκει αξεδιάλυτα με την παρούσα έρευνα. Ταυτόχρονα η πλοκή, οι εκπλήξεις, το σασπένς, διατηρούνται αμείωτα, δίχως τα παραπάνω στοιχεία να κάνουν τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να βαρεθεί ή να "ξεστρατίσει" από τη βασική ιστορία.
Τέλος θα ήθελα να επισημάνω το αμφιλεγόμενο των χαρακτήρων. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι άσπρο - μαύρο. Κάποιοι, ας πούμε, μπορεί να είναι εξαιρετικά τίμιοι στη δουλειά τους και συγχρόνως... ας μη σας αποκαλύψω το "συγχρόνως". Έτσι δεν συμβαίνει και στην αληθινλή ζωή;
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό. Από τα πολύ καλά νουάρ των τελευταίων χρόνων. Το συνιστώ στους φίλους του είδους - αν και δεν παραμένει μόνο στο είδος, αλλά σκάβει βαθύτερα και σχολιάζει και αρκετά άλλα πράγματα...

Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2015

SPY: ΠΑΡΩΔΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ

Οι παρωδίες διαφόρων ταινιών ή ειδών ήταν πάντοτε αρκετά συνηθισμένες στο σινεμά. Το 2015 λοιπόν, μετά το "Kingsmen" έρχεται άλλη μία παρωδία ταινιών κατασκοπείας, το "Spy" του Paul Feig, με την ευτραφή κυρία Μελίσα Μακάρθι στον βασικό ρόλο. Είπα παρωδία ταινιών κατασκοπείας, αλλά κυρίως πρόκειται για παρωδία των ταινιών του Τζέιμς Μποντ.
Η ηρωίδα έχει μεν εκπαιδευτεί ως πράκτορας, εργάζεται όμως σε υπόγειο της CIA βοηθώντας τον σούπερ κουλ πράκτορα Τζουντ Λο - άμεσα αναγνωρίσιμη αναφορά στον Μποντ - με τον οποίο, βεβαίως είναι ερωτευμένη, μόνη γαρ στα 40της. Όταν το ίνδαλμα και συνεργάτης της σκοτώνεται από τρομοκράτισα του πρώην ανατολικού μπλοκ (φυσικά), η οποία προσπαθεί να πουλήσει σε Τσετσένους τρομοράτες μικρή πυρηνική βόμβα, αναλαμβάνει η ίδια τον ρόλο του μυστικού πράκτορα και... κυριολεκτικά τα κάνει όλα, ενώ γύρω επικρατεί χαμός.
Βρήκα την ταινία αρκετά διασκεδαστική σε ορισμένα σημεία, στα οποία πραγματικά γέλασα - πράγμα που βέβαια είναι το ζητούμενο σε τέτοιου είδους φιλμ. Σε άλλα πάλι το χιούμορ μου φάνηκε πολύ χοντρό και, εν πάσει περιπτώσει, όχι τόσο διακεδαστικό. Η πρωταγωνίστρια δεν διστάζει να κάνει πλάκα με τον εαυτό της και, γενικότερα, αρκετό από το χιούμορ βασίζεται στη γυναικέια ασχήμια - όχι μόνο της Μακάρθι. Τελικά μπορώ να χαρακτηρίσω το φιλμ άνισο, ωστόσο σε γενικές γραμμές μου έμεινε μια γεύση ευθυμίας και διασκέδασης. Φυσικά δεν πρόκειται για αριστούργημα - κάθε άλλο, αλλά νομίζω ότι περνάς καλά, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι. Και υπάρχει και η ιστορία με τις διαρκείς ανατροπές, συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως στα "σοβαρά" φιλμ του είδους, όπου προσπαθείς να βρεις ποιος είναι "κανονικός" και ποιος διπλός πράκτορας.
ΥΓ: Μπορεί η ταινία να στηρίζεται ολόκληρη στην πρωταγωνίστριά της, της οποίας η φιγούρα μόνο σε φοβερό και τρομερό μυστικό πράκτορα δεν παραπέμπει, πλην όμως για μένα την παράσταση έκλεψε ο Jason Statham στον ξεκαρδιστικό ρόλο του ηλίθιου πράκτορα που τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά...

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2015

ΓΙΑΤΙ ΚΟΜΕΝΤΙ; ΜΑΛΛΟΝ ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΕΣ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ"

Το 1955 ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης David Lean (1908-1991) γυρίζει το "Summertime" ("Διακοπές στη Βενετία" στη χώρα μας), με μια 48άρα ήδη Κάθριν Χέπμπορν στον βασικό ρόλο. Η ταινία συνήθως κατατάσσεται στο είδος "κομεντί", προσωπικά όμως τη βρίσκω πολύ σπαρακτική για κάτι τέτοιο. Σίγουρα είναι πιο ανάλαφρη από την υπέροχη "Σύντομη Συνάντηση" του Λιν, με την οποία μοιράζεται παρόμοιο θέμα, αλλά κομεντί...
Μια μοναχική 45άρα αμερικάνα τουρίστρια πηγαίνει - ολομόναχη φυσικά - για διακοπές στη Βενετία, πράγμα που αποτελούσε μακροχρόνιο όνειρό της. Η ομορφιά και η γραφικότητα της πόλης όμως δεν είναι αρκετή για να απαλύνει τη μοναξιά της. Ώσπου γνωρίζει έναν γοητευτικό βενετσιάνο έμπορο, ο οποίος δηλώνει ερωτευμένος μαζί της. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας έρωτας μαζί του θα είναι υποχρεωτικά παροδικός καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε ένα υπέροχο, πλην όμως εφήμερο πάθος και στη συνέχιση της μοναξιάς της.
Εντάξει, η Βενετία πρωταγωνιστεί και τα πανέμορφα τοπία της είναι διαρκώς παρόντα στην οθόνη. Αλλά η ουσία δεν βρίσκεται εκεί. Είπα από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία ακριβώς κομεντί (παρά το ότι υπάρχει αρκετό χιούμορ, κυρίως στην περιγραφή των αμερικάνων τουριστών) διότι για μένα υπερισχύει η εκπληκτική καταγραφή της μοναξιάς. Η ηρωίδα είναι μοναχική, λίγο από τύχη, λίγο από πείσμα, λίγο επειδή είναι δέσμια προκαταλήψεων. Ονειρεύεται μια σχέση που δεν έχει έρθει ποτέ μέχρι τώρα. Και τώρα καλείται να διαλέξει: Να αφεθεί σε ένα καθαρά σωματικό πάθος, που θα κρατήσει μόνο λίγες μέρες ή να παραμείνει - πιστή στις αρχές της - ανέραστη; Η καταγραφή της μοναξιάς πάντως και της δυστυχίας που αυτή συνεπάγεται είναι σπαρακτική.
Μπορώ να πω πολλά καλά ακόμα για το φιλμ, για την λεπτότητα, τη διεισδυτικότητά του και την πραγματικά συγκινητική του πλευρά. Αλλά και για τις σαρκαστικές παρατηρήσεις για τους - αμερικάνους κυρίως - τουρίστες και την ηλίθια άποψή τους για την Ευρώπη (την οποία θαυμάζουν με έναν αφελή τρόπο), για τους τυπικούς  λατίνους εραστές, για τον τυποποιημένο τουρισμό εν γένει... Βλέπετε, ο Λιντς δεν χαρίζεται στους αμερικάνους, αλλά ούτε και στους ιταλούς. Πέραν όλων αυτών όμως θεωρώ σημαντικό και το μελαγχολικό τέλος, το οποίο δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε σχηματικά χάπι εντ. Είναι κάτι που επανειλημμένα έχω σχολιάσει και θαυμάζω σε παλιά φιλμ, ακόμα και χολιγουντιανά. Δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια τι συμβαίνει τελικά, αν το δείτε όμως, πέστε μου: Πόσες (απελπιστικά ξενέρωτες στην πλειοψηφία τους) σύγχρονες "κομεντί"  θα τολμούσαν ένα τέλος σαν κι αυτό; Πόσες έχετε δει εσείς; Μήπως τελικά υπήρχε τότε περισσότερη τόλμη σε κάποια πράγματα που σχετίζονται με το θέαμα και την αφόρητη σύγχρονη τυποποίησή του;
Συνιστώ την ευαίσθητη και, εν τέλει, συγκινητική αυτή ταινία ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Με μια μεγάλη ηθοποιό μάλιστα.

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΨΥΧΩΣΗ ΣΤΟ "POST MORTEM'

Ο Pablo Larrain είναι ένας σημαντικός σύγχρονος χιλιανος σκηνοθέτης, που έχει ξεχωρίσει. Προσωπικά το "Tony Manero" του 2008 δεν μου άρεσε, μου άρεσε ομως πολύ το "Νο". Ανάμεσα στα δύο αυτά φιλμ, το 2010 συγκεκριμένα, γυρίζει το "Post Mortem", το οποίο, αν και στο ίδιο σκηνοθετικό κλίμα του "Tony..." μου άρεσε περισσότερο.
Το να είσαι νοτιοαμερικανός σκηνοθέτης - και μάλιστα χιλιανός - και να μην εμπλέξεις στις ταινίες σου μνήμες από τις εφιαλτικές δικτατορίες του παρελθόντος είναι μάλλον απίθανο. Έτσι κι εδώ ο Larrain αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται το 1973, τις μέρες της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε και της επιβολής της κτηνώδους δικτατορίας του Πινοτσέτ. Ήρωας ένας μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος δουλεύει σαν γραμματέας στο νεκροτομείο. Εντελώς αδιάφορος για τα πολιτικά, αλλά και για τους γύρω του γενικότερα, ζει τη γκρίζα και μίζερη καθημερινότητά του. Η οποία θα αλλάξει όταν ερωτεύεται εμμονικά μια γειτόνισά του. Μια παράξενη σχέση θα αρχίσει μεταξύ τους... και τότε ο Αλιέντε θα δολοφονηθεί και η δικτατορία θα εγκαθιδρυθεί. Η ζωή τους θα αλλάξει δραματικά, ο σκοτεινός ψυχικός του κόσμος όμως θα παραμείνει απαράλλαχτα ίδιος...
Το φιλμ είναι μια περίεργη μελέτη ενός ψυχοπαθολογικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με το περιβάλλον, κοινωνικό και πολιτικό, της εποχής στη Χιλή. Τα φριχτά γεγονότα συμβαίνουν γύρω απο τα πρόσωπα του δράματος, αλλάζουν, όπως είπαμε, τη ζωή τους, όχι όμως και τον βασικό ήρωα, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις εμμονές και τις μάλλον άρρωστες αρχές του. Το πραγματικά ανατριχιαστικό τέλος το επιβεβαιώνει.
Ο Larrain δεν δείχνει τη βία καθ' εαυτή, αλλά τα φοβερά της αποτελέσματα (τα πτώματα που συσσωρεύονται στο νοσοκομείο, τους ψυχρούς, σιωπηλούς και απειλητικούς στρατιωτικούς που βρίσκονται παντού...). Χρησιμοποιεί μουντά, γκρίζα χρώματα, αργούς, τελετουργικούς θα έλεγα ρυθμούς και γενικά δημιουργεί μια αρρωστημένη, σχεδον καταθλιπτική ατμόσφαιρα , που θυμίζει το νεκροτομείο όπου εργάζεται ο ήρωας και η οποία ωστόσο ταιριάζει απόλυτα τόσο με τα ιστορικά γεγονότα όσο και με την ψυχοσύνθεσήτου βασικού χαρακτήρα. Ίσως να πρόκειται και για μια αλληγορία της "επικιδυνότητας", εν τέλει, των παντελώς απολίτικων, αδιάφορων ανθρώπων, που ποτέ δεν ενδιαφέρονται για τα γύρω τους τεκταινόμενα και ολόκληρη η ζωή τους είναι επικεντρωμένη στον εαυτό τους και το - μίζερο έστω - βόλεμά τους. Η έξυπνη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο μπάνιο, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο, έξω γίνεται κυριολεκτικά χαμός, ο ίδιος όμως δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γιατί την ώρα αυτή κάνει ντουζ, είναι χαρακτηριστική.
Παράδοξο μείγμα πολιτικού και - ταυτόχρονα - προσωπικού σινεμά, με αργούς ρυθμούς, το ξαναείπα, θα αρέσει σε φίλους ενός ιδιαίτερου κιμηματογράφου, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με το Χόλιγουντ.

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2015

ΑΕΙΘΑΛΗΣ "ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ ΤΖΟΥΝΙΟΡ"

Αναμφισβήτητα η καλύτερη δεκαετία του Mel Brooks υπήρξε αυτή του '70. Μετά κύλησε σε ένα συνήθως πολύ χοντρό χιούμορ, που προσωπικά με αφήνει αδιάφορο. Για πολλούς η καλύτερη ταινία του είναι το "Young Frankenstein" (Φρανκενστάιν Τζούνιορ) του 1974. Όπου, φυσικά, παρωδεί με τον δικό του τρόπο την αθάνατη ιστορία του βαρώνου Φρανκενστάιν και του περίφημου τέρατός του.
Η βασική ιδέα είναι ότι ο Brookς κάνει ήρωα της ταινίας τον εγγονό του διαβόητου βαρώνου, τοποθετώντας έτσι την ιστορία μερικές δεκαετίες μετά τα φοβερά συμβάντα. Ο νεαρός Φρανκενστάιν είναι λαμπρός επιστήμονας, λογικός, αφοσιωμένος στην ύλη και μόνο σε όσα μπορεί να δει και να κατανοήσει επιστημονικά και σιχαίνεται τον παππού του και την "κληρονομιά" που του άφησε (το όνομα δηλαδή). Μέχρι που στα χέρια του θα πέσει η διαθήκη του παππού, με την αληθινή κληρονομιά, ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να πάει στον βλοσυρό και τρομακτικό πύργο στην Τρανσιλβανία, εκεί θα βρεί τις ιδιαίτερες σημειώσεις του παππού... και όλα θα αρχίσουν από την αρχή.
Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν και κυμαίνεται από το παράλογο (τα άλογα που χλιμιντρίζουν κάθε φορά που προφέρεται το όνομα της φοβερής φράου Μπλούχερ ή η καμπούρα του Ιγκόρ) έως το (αστεία) "σεξιστικό" ("Ω, γλυκό της ζωής μυστήριο..."). Η παρωδία πολύ συχνά είναι πετυχημένη και, δεκαετίες μετά, εξακολουθεί νομίζω να βγάζει γέλιο. Πιστεύω όμως ότι το βασικό ατού του φιλμ είναι το εύρημα του Μπρουκς να χρησιμοποιήσει σχεδόν αυθεντικές αναπαραστάσεις των σκηνών της πρωτότυπης περίφημης ταινίας του Whale της δεκαετίας του 30. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα σχεδόν όμοια σκηνικά επιτείνουν αυτή την ηθελημένα "παλιομοδίτικη" αισθητική. Ειδικά το εργαστήριο και οι σκηνές της δημιουργίας του τέρατος βρίσκονται πολύ κοντά στις αυθεντικές. Γενικά ο Μπρουκς ακολουθεί σχεδόν σκηνή - σκηνή την κλασική ταινία, αλλάζοντας πάντοτε (κάνοντας δηλαδή αστεία) την καθε μια απ' αυτές. Γενικά οι αναφορές είναι πολλές (το μαλί της ηρωίδας μετά το σεξ, ας πούμε) και όποιος δεν έχει δει το παλιό φιλμ σίγουρα θα χάσει ένα μέρος της απόλαυσης.
Φυσικά η συγκίνηση που υπάρχει στην ταινία του '30 έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, αλλά αυτό είναι φυσικό αφού ο στόχος ήταν μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Πάντως το τέρας παραμένει "συμπαθητικό" και δυστυχισμένο, παρά το ότι το τέλος είναι - ταιριαστά με το όλο κλίμα - εντελώς διαφορετικό από το παλιό (και από το βιβλίο της Σέλεϊ φυσικά).
Τέλος θα επισημάνω το κλασικό καστ των ταινιών του Μπρουκς, που εδώ είναι στα καλύτερά του: Τζιν Γουάιλντερ (που είναι και σεναριογράφος του φιλμ μαζί με τον Μπρουκς), Μαντλέν Καν και ο αμίμητος και πρόωρα χαμένος Μάρτιν Φέλντμαν. Θα καταλήξω μ' αυτό που είπα και πριν: Πιστεύω ότι η ταινία αντέχει μέχρι σήμερα. Βγάζει ακόμα γέλιο.

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ "ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΙ" ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΑ...

Στη Νέα Υόρκη υπάρχει το θρυλικό "Chelsea Hotel", ένα ξενοδοχείο από τα δωμάτια του οποίου πέρασαν, έζησαν και δημιούργησαν πλήθος διάσημων από όλες τις τέχνες, από τον Ντίλαν Τόμας ως τον Μπομπ Ντίλαν κι από την Τζάνις Τζόπλιν μέχρι τον... Άρθουρ Κλαρκ. Η λίστα δεν έχει τελειωμό. Το 2001 ο συμπαθής ηθοποιός Ethan Hawke περνά για πρώτη φορά (σε μεγάλου μήκους ταινία) πίσω από την κάμερα και φτιάχνει το "Chelsea Walls".
Το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό και αφηγείται διάφορες ιστορίες ενοίκων του διάσημου ξενοδοχείου, οι οποίες συμβαίνουν μέσα σε μία μέρα. Οι ένοικοι αυτοί, καλλιτέχνες κυρίως, ζωγράφοι, συγγραφείς, μουσικοί... συνήθως έχουν τα χάλια τους από αλκοόλ, μοναξιά και κάθε λογής κατάθλιψη. Μόνο που, ενώ υποτίθεται ότι αφηγείται ιστορίες, στην ταινία δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα!
Θα το πω δίχως περιστροφές: Σπάνια στη ζωή μου έχω δει τόσο βαρετή ταινία και σπάνια έχω κοιτάξει τόσες φορές την ώρα για να δω αν, επιτέλους, τελειώνει. Οι ένοικοι κάνουν μακρόσυρτες κουβέντες, μιλούν ποιητικά, άλλοτε πάλι ποιήματα ακούγονται off, άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι μιλάνε ξανά, ατελείωτα... Τα διαρκώς μισοφωτισμένα δωμάτια προσθέτουν στην κατάθλιψη που προξενεί η θέαση του φιλμ και, βέβαια, συνάδουν  με την κατάθλιψη και κάθε την είδους μιζέρια των ηρώων. Ο διαρκής λόγος, η αμπελοφιλοσοφία, το σκοτάδι, οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί, όλα συντελούν στο δύσκολο της θέασής. Ο Χοκ νομίζω ότι ήθελε να κάνει μια ταινία τέχνης, ένα βαθειά καλλιτεχνικό σινεμά. Αντ' αυτού, για μένα τουλάχιστον, δημιούργησε κάτι που σχεδόν δεν βλέπεται. Με κούρασε αφάνταστα και, τελικά, έπιασα τον εαυτό μου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα όσα αισθηματικά, καλλιτεχνικά κλπ. συμβαίνουν στους καλλιτέχνες ένοικους, που ο καθένας βιώνει - με πολύ αργούς ρυθμούς και ακατάπαυστο μπλά μπλα - το προσωπικό του δράμα.
Συμπαθώ τον Χοκς, αλλά σαν ηθοποιό. Καλύτερα να μείνει σ' αυτή του την ιδιότητα.
ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε, οπότε δεν έχω ολοκληρωμένη άποψη για το σκηνοθετικό του έργο. Όσα λέω αφορούν το "Chelsea" και μόνο...

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2015

"ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ" ΚΑΙ ΦΕΥΓΑΤΟ "DARK HORSE"

Το "Dark Horse" (Voksne Mennesker ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μια δανο-ισλανδική παραγωγή που γυρίστηκε το 2005 από τον Dagur Kari. Αφηγείται τις ιστορίες "φευγάτων" με διάφορους τρόπους τύπων και διαθέτει χιούμορ και κάμποσο σουρεαλισμό, παρά το ότι αναφέρεται στην καθημερινότητα και μόνο σ' αυτήν.
Είναι οι ήρωες που συμβάλλουν σ' αυτό. Ο βασικός χαρακτήρας είναι ένας νέος που δεν κάνει τίποτα στη ζωή του - εκτός από γκράφιτι σε τοίχους. Δίχως λεφτά και δουλειά, δίχως μόνιμο σπίτι, γνωρίζει και ερωτεύεται μια κοπέλα που δουλεύει σε φούρνο (με εντελώς φευγάτη μαμά). Ο κολλητός του φίλος είναι ένας παράξενος τύπος, ανέραστος και με μια παλιομοδίτικη ηθική, του οποίου το όνειρο είναι να γίνει... διαιτητής ποδοσφαίρου και δουλεύει σκληρά γι' αυτό (παρά το ότι τα πολύ περισσότερα από το κανονικό κιλά του μάλλον δεν του το επιτρέπουν). Δίχως να γνωρίζεται με τους προηγούμενους - αν και θα βρεθούν μαζί σε κάποια περίσταση - η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός "σοβαρού" δικαστικού με γυναίκα και παιδί, ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη.
Η ταινία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Τζάρμους είναι νομίζω πανταχού παρόν (αλλά και οι "Υπάλληλοι", και ο Χάρτλεϊ...). Η "χειροποίητη" παραγωγή τονίζεται όσο περισσότεο γίνεται από την ασπρόμαυρη, με τεράστιο κόκκο, καμμένη θα έλεγα φωτογραφία. Το φιλμ στηρίζεται στους απίθανους τύπους που το πλημμυρίζουν. Ξεκομμένοι θαρρείς από τον κόσμο, ο καθένας στο δικό του τριπ, ζουν καταστάσεις άλλοτε κωμικές κι άλλοτε τραγικές. Πάντοτε όμως ασυνήθιστες, κι ας βρισκόμαστε σε ένα σαφές "εδώ και τώρα".  Ο σουρεαλισμός παρεισφρύει σχεδόν αδιόρατα, αλλά συχνά: Καθώς, ας πούμε, το ζευγάρι κουβεντιάζει σε ένα καφέ, από το παράθυρο περνάνε τρεις... ελέφαντες (διάβολε, βρισκόμαστε στην Κοπεγχάγη) και μάλιστα δίχως κανείς από τους δύο να τους πάρει είδηση. Σκηνές σαν κι αυτή είναι που δίνουν αυτό το ιδιαίτερο "κάτι" που διαθέτει η ταινία. Η οποία, με τον δικό της καθόλου κραυγαλέο τρόπο, είναι νομίζω αρκετά αναρχική, με κάποιους από τους ήρωες να μοιάζουν  να ζουν μόνο για το τώρα, σχεδόν αγνοώντας το αύριο.
Τη βρήκα ευχάριστη και διασκεδαστική - και γέλασα σε κάποια σημεία. Θα το επαναλάβω: Αν είστε φίλοι του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, νομίζω ότι θα σας αρέσει πολύ. Φρεσκάδα πάντως διαθέτει σίγουρα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2015

ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"

Ο Fernado Solanas είναι ένας σημαντικός αργεντινός δημιουργός. Έχει γυρίσει κυρίως ντοκιμαντέρ, αλλά και μερικές ταινίες fiction. Μια απ' αυτές είναι και το φιλόδοξο "El Viaje" (Το Ταξίδι) του 1992.
Η ταινία είναι πέρα για πέρα συμβολική και σε πολλά σημεία σουρεαλιστική, μ΄εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό είδος λατινοαμερικάνικου σουρεαλισμού ή/και μαγικού ρεαλισμού, που συναντάμε  όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική (θυμηθείτε για σινεμά τον Rocha, τον Jodorowsky κ.ά.)
Στο φιλμ παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις ενός νεαρού, σχεδόν έφηβου ακόμα, από ένα παγωμένο χωριό της Παταγωνίας, στο κάτω άκρο της Αργεντινής - και της ηπείρου ολόκληρης βεβαίως. Ζώντας με τη μητέρα και τον πατριό του, μετά από μια ερωτική απογοήτευση θα το σκάσει με το ποδήλατό του για να βρει τον πατέρα του, δημιουργό κόμικς, που ζει στη Βραζιλία, όπου έχει ξαναπαντρευτεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσειά του. Θα διασχίσει όχι μόνο όλη τη χώρα, φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες, αλλά και όλη την ήπειρο, περνώντας από Χιλή, Περού, Βραζιλία, Βολιβία... σε μια διαρκή αναζήτηση ενός πατέρα που ποτέ δεν βρίσκεται εκεί όπου φτάνει ο γιος. Στο ταξίδι αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα, τις κοινωνικές αδικίες, την επανάσταση, τη σκληρή δουκλειά, την ανέχεια, τη φιλία...
Όλα αυτά δίνονται με εντελώς συμβολικό τρόπο. Έντονα πολιτικοποιημένος ο Solanas, περιγράφει με τρόπο σουρελιστικό τις συνθήκες κάθε χώρας: Η Αργεντινή είναι παντού πλημμυρισμένη από νερά και έχει γίνει ένα είδος Βενετίας. Στη Βραζιλία οι άνθρωποι φοράνε σφιχτές ζώνες γύρω από το στήθος, αφού εφαρμόζεται σκληρή πολιτική λιτότητας που τους καλεί να "σφίξουν τα λουριά" (σας θυμίζει κάτι αυτό;) κ.ο.κ. Έτσι δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μερικές σπάνιες εικόνες, όμορφες και παράδοξες συγχρόνως.
Η ταινία είναι φιλόδοξη γιατί επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση όχι μόνο της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νότιας Αμερικής. Ιστορία, πολιτισμός, μουσική, πολιτική, επανάσταση και πολλά άλλα μπλέκουν αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα μείγμα που άλλοτε γίνεται γοητευτικό και άλλοτε κάπως φτηνό, γκροτέσκο θα έλεγα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Πέραν των πολιτικών πάντως και της σουρεαλιστικής και "πειραγμένης" τοιχογραφίας του "Νότου", της Ν. Αμερικής δηλαδή, το φιλμ έχει ένα εντελώς καβαφικό θέμα: Μιλά για την αξία του ίδιου του ταξιδιού, των εμπειριών και των συγκινήσεων που αποκομίζει κανείς απ' αυτό, ανεξάρτητα από την όποια κατάληξή του. "Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος" με λίγα λόγια. Και, βέβαια, σαν ταξίδι μπορούμε να θεωρήσουμε και ολόκληρη τη ζωή.
Ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ταινία, άνιση ίσως, αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξει κανείς.

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2015

ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΕΛΟΣ (ΚΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΣ) "ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΚΟΤΣΙΦΑΣ"

Το 1972 ο Otar Iosseliani γυρίζει μια από τις γνωστότερες γεωργιανές ταινίες του (πριν μετακομίσει δηλαδή στη Γαλλία), το "Ήταν ένας Τραγουδιστής Κοτσιφας". Μια ταινία που μελετά εξονυχιστικά έναν μάλλον κωμικοτραγικό χαρακτήρα.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας μουσικός, που παίζει κρουστά σε μεγάλη ορχήστρα της πρωτεύουσας, της Τυφλίδας (σήμερα Tbilisi). Μόνο που κατορθώνει να φτάνει στις συναυλίες την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, για να παίξει το τελικό μέρος για ένα λεπτό (το συνήθως θριαμβικό τελευταίο λεπτό της κλασικής μουσικής, όπου υπάρχουν κρουστά) και... μετά τέλος. Γιατί; Επειδή είναι ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να κινείται. Ευχάριστος στους άλλους, πιθανότατα ταλαντούχος, με εκατοντάδες γνωστούς (άγνωστο όμως πόσους φίλους), που τον σταματάνε διαρκώς στο δρόμο για να τον χαιρετίσουν, με πάμπολλες κατακτήσεις, περιστασιακά φλερτ και καμιά μόνιμη σχέση, αναλώνει τη ζωή του (και την κάθε μέρα του) σε διαρκείς επισκέψεις σε φίλους (-ες), στα σπίτια τους, στις δουλειές τους, στα γλέντια τους. Αεικίνητος, λίγο "λίγο απ' όλα", αρνείται να μπει σε καλούπια, να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή (επαγγελματική, ερωτική, φιλική). Πάντα χαμογελαστός, πάντα έτοιμος να βοηθήσει, πλην όμως η προφανής ανικανότητά του να μείνει κάπου για, έστω, πέντε λεπτά, μετατρέπει τελικά την ανεμελιά σε πλήρη ανευθυνότητα. Φυσικά, αν και μουσικός και συνθέτης, είναι αδύνατο να συνθέσει έστω και τις ελάχιστες ώρες που μένει σπίτι του. Πρέπει ή να φύγει και πάλι για κάπου ή να κοιμηθεί, αφού είναι εξαντλημένος από τόσο τρέξιμο.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ, έναν ολοζώντανο βασικό χαρακτήρα (ολόκληρη άλλωστε βασίζεται πάνω του) και μια κεφάτη σε πρώτη ανάγνωση ματιά στη ζωή. Κάτω από όλη αυτή την ανεμελιά ωστόσο κρύβεται μια κατά βάθος μια τραγική περίπτωση. Όσο αγαπητός κι αν είναι αρχικά, η απίστευτη ανευθυνότητά του τον κάνει τελικά αντιπαθή (έως και μισητό), όχι μονο στις πάμπολλες γυναίκες που εγκαταλείπει, αλλά και σε φίλους και σε συναδέλφους. Το ταλέντο του βέβαια πάει κι αυτό στράφι. Τελικά όλη η ευχάριστη σε πρώτη ματιά εικόνα κρύβει ένα ανώριμο, πιθανόν ακόμα και άρρωστο ψυχικά άνθρωπο. Έναν κοινωνικό κηφήνα. Αυτή είναι μάλλον και η θέση του σκηνοθετη, αν κρίνουμε από το ξεφνικό φινάλε - ίσως και ηθικοπλαστικό να το χαρακτήριζαν κάποιοι.
Από τις καλύτερες για μένα ταινίες του Iosseliani, το γλυκόπικρο, ασπρομαυρο αυτό φιλμ συνίσταται - κυρίως σε σινεφίλ βεβαίως.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2015

ΗΣΥΧΟ, ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟ "PASTORALI"

Ο Otar Iosseliani είναι γεωργιανός (πρώην σοβιετικός δηλαδή) και από τη δεκαετία του 80 ζει και δουλεύει στη Γαλλία. Πριν όμως είχε προλάβει να γυρίσει μερικά γεωργιανά φιλμ. Το 1975 για παράδειγμα κάνει το "Pastorali", μια "ήσυχη", χαμηλών τόνων ασπρόμαυρη ταινία.
Μια ομάδα μουσικών (δύο άντρες και τρεις γυναίκες) από την πρωτεύουσα επισκέπτονται ένα μικρό χωριό. Εκεί θα μείνουν αρκετές μέρες, τόσο για να κάνουν απερίσπαστα πρόβες όσο και για να καταγράψουν ντόπιες μουσικές από ερασιτέχνες μουσικούς. Η ταινία παρακολουθεί τις σχέσεις τους με τους χωριάτες, κυρίως με την πολυμελή οικογένεια που τους φιλοξενεί.
Στη διάρκεια του φιλμ μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, σκηνές δράματος ή δράσης, τίποτα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι περισσότερο ντοκιμαντερίστικη. Με μια προφανή αγάπη και ευαισθησία, ίσως και νοσταλγία, ο φακός καταγράφει την καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη θα έλεγα) του χωριού. Άνθρωποι που δουλεύουν στα χωράφια, άνθρωποι που γλεντούν,  πίνουν και τραγουδούν, γυναίκες που - νοικοκυρές γαρ - δουλεύουν στο σπίτι, αρκετοί τσακωμοί, έντονοι μερικές φορές, η βαρεμάρα και η απραξία των εφήβων, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και άλλα μικρά και ταπεινά συνθέτουν την καθημερινότητα του χωριού. Και τα κατοικίδια ζώα. Κάθε λογής, που μοιάζουν πραγματικά να είναι πανταχού παρόντα. Με διακριτικό (πολύ διακριτικό θα έλεγα) χιούμορ, που θυμίζει κάπως αυτό του Τατί, ο φακός παρακολουθεί και σχολιάζει τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα.
Ταυτόχρονα η ταινία δομείται πάνω στις αντιθέσεις των "πρωτευουσιάνων" και των ντόπιων. Μη φανταστείτε συγκρούσεις ή κάτι τέτοιο. Απλώς ο διαφορετικός τρόπος ζωής - και η αμοιβαία εκτίμηση ανάμεικτη με κάποια έκπληξη ή/και θαυμασμό - καταγράφονται σε πολλές και διαφορετικές ευκαιρίες. Ο αποχαιρετισμός στο τέλος, χαμηλότονος κι αυτός, γίνεται συγκινητικός.
Ταινια για πολύ λίγους σήμερα, που ανήκει σε ένα κάπως παλιό, ποιητικό σινεμά, σίγουρα θα κάνει πολλούς να βαρεθούν με την σαφή έλλειψη δράσης και "γεγονότων". Οι λίγοι όμως που μπορούν να απολαύσουν έναν τέτοιο κινηματογράφο θα ανακαλύψουν ποίηση, συγκίνηση, χιούμορ και γενικά μια κατάφαση στη ζωή, όπως κι αν έρχονται τα πράγματα. Όσο για το σοβιετικό καθεστώς, αυτό πολύ λίγο φαίνεται. Η ζωή, με όποιο σύστημα, μοιάζει να είναι ίδια, με χαρές και λύπες, με πολλή καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως ο Ιοσελιάνι να θέλει να μας πει ότι η ουσία είναι αλλού. Δεν ξέρω...

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2015

ΟΙ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΕΣ "ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΓΟΥΙΚ"

Το 1987 ο αυστραλός (ελληνικής καταγωγής, όπως ίσως γνωρίζετε) George Miller, έχοντας μόλις πίσω του τη θριαμβευτική τριλογία του Mad Max, γυρίζει το επόμενο φιλμ του: Τις "Μάγισσες του Ίστγουικ", ένα είδος φανταστικής κομεντί, με ένα λαμπρό καστ: Τζακ Νίκολσον, Μισέλ Φάιφερ, Σούζαν Σάραντον, Σερ!
Στην ομώνυμη ήσυχη αμερικάνικη πόλη τρεις μόνες γυναίκες (άλλες μόνες, άλλες χήρες με παιδιά) μαζεύονται τακτικά, οικτίρουν τη βαρετή και μίζερη ζωή τους και ονειρεύονται τον τέλειο άντρα - ή, τέλος πάντων, κάτι να τους συμβεί επιτέλους. Και να: Σαν να εκπληρώνετε η ευχή τους, ξαφνικά εγκαθίσταται στην πόλη, αγοράζοντας και ανακαινίζοντας έναν πελώριο παλιό πύργο, ένας μυστηριώδης, γοητευτικός και, όπως όλα δείχνουν, ζάπλουτος ξένος με τον υπηρέτη του. Ο ξένος θα συνάψει σχέσεις και με τις τρεις, αλλά σύντομα οι πάντες θα αντιληφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά. Μήπως ο άγνωστος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον διάβολο;
Η ταινία ξεκινά σαν χαριτωμένη κομεντί και, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, γίνεται όλο και πιο ανησυχητική αγγίζοντας συχνά το γκροτέσκο (ίσως και κάπως ενοχλητικό) στοιχείο. Δίχως ωστόσο, ακόμα και τότε, να παραλείπει κάποιες πινελιές χιούμορ.
Κατά την προσωπική μου γνώμη το κύριο χαρακτηριστικό της είναι το στοιχείο του διφορούμενου: Πρόκειται για ένα φεμινιστικό φιλμ, που δείχνει τη δύναμη του θηλυκού πάνω στο κυρίαρχο (υποτίθεται) αρσενικό; Αλλά τότε γιατί οι ηρωίδες γοητεύονται τόσο απ' αυτό, μοιάζουν να το έχουν τόσο ανάγκη; Όσο για το Κακό, που φορέας του είναι βεβαίως το αρσενικό που λέγαμε και πριν... εκεί να δείτε πόσο διφορούμενο παρουσιάζεται: Από τη μία είναι πραγματικά λυτρωτικό, απολαυστικό, ικανό να πραγματοποιήσει κάθε όνειρο φτάνει να αφεθείς σ' αυτό, ικανό να ταράξει τα νερά και να εξαφανίσει κάθε μιζέρια και βαρεμάρα. Από την άλλη, ταυτόχρονα, είναι μοχθηρό, εγωμανές, αδίστακτο. Δεν σταματά μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Ακόμα και ο θάνατος άλλων δεν αποτελεί ηθικό εμπόδιο.
Έτσι διφορούμενο θα μείνει το φιλμ ως την τελευταία σκηνή, παρουσιάζοντας ένα Κακό γοητευτικό και απωθητικό ταυτόχρονα, καθώς και γυναίκες εξαρτημένες από το αρσενικό, αλλά και εξαιρετικά δυνατές, νικήτριες τελικά. Διαλέγετε και παίρνετε.
Τελικά σαν φιλμ το βρίσκω σχετικά διασκεδαστικό, δίχως όμως να αποτελεί και μια από τις αγαπημένες μου ταινίες...

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2015

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ "ΕΡΕΙΠΙΑ"

Η ταινία "The Ruins" (Ερείπια) του 2008 γυρίστηκε από τον φωτογράφο και βιντεοκλιπά Carter Smith και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του. Πρόκειται για μια τυπική ταινία τρόμου, από τις αρκετές που παράγονται κάθε χρόνο στις ΗΠΑ (και όχι μόνο βέβαια).
Κλασική παρέα νεαρών αμερικανών (δύο ζευγάρια) κάνουν διακοπές στο Μεξικό. Εκεί γνωρίζονται με έναν έλληνα και ένα γερμανό - νεαροί κι αυτοί, που κάνουν επίσης διακοπές. Ο τελευταίος θα τους πείσει να πάνε μια ημερήσια εκδρομή σε έναν άγνωστο στους τουρίστες, χαμένο στη ζούγκλα πυραμιδοειδή ναό των Μάγιας, στον οποίο κάνει ανασκαφές ο αρχαιολόγος αδελφός του. Η παρέα θα πάει, θα βρει τον ναό, θα συναντήσει κάποιους ντόπιους που μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα, θα υποχρεωθούν να σκαρφαλώσουν στο ναό... και ο τρόμος αρχίζει (αλήθεια, γιατί οι μισές τουλάχιστον αμερικάνικες ταινίες τρόμου έχουν πρωταγωνιστές κλασική ανέμελη παρέα αμερικανών νεαρών, συνήθως αγόρια - κορίτσια;)
Δεν νομίζω ότι το φιλμ έχει να προσθέσει κάτι ιδιαίτερο στην μακρά σειρά των low budget ταινιών τρόμου, είδος εξαιρετικά συνηθισμένο και, βέβαια, με φανατικό δικό του κοινό. Όσο προχωράμε προς το τέλος το φιλμ γίνεται όλο και πιο σπλάτερ, με το αίμα να ρέει άφθονο και τις πληγές να προσφέρονται ολάνοιχτες στο βλέμμα του θεατή (αρκετά συνηθισμένο κι αυτό). Πάντως η συγκεκριμένη ταινία κρατά κάπως το ενδιαφέρον του θεατή, τόσο με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρά της (παρά το ότι οι ήρωες είναι παγιδευμένοι στην ηλιόλουστη, υπαίθρια κορυφή του ναού) όσο και με τη φύση της πηγής του "κακού", που αποκαλύπτεται κάπου στα μισά. Βεβαίως η επιρροή από ένα κλασικό προπολεμικό διήγημα τρόμου του Clark Ashton Smith είναι κάτι παραπάνω εμφανής, σε βαθμό που νομίζω ότι κακώς δεν ανεφέρεται το όνομα του συγγραφέα.
Ίσως οι σκληροπυρηνικοί φανς ταινιών τρόμου να διασκεδάσουν (άλλωστε σ' αυτούς μόνο απευθύνεται το φιλμ). Προσωπικά το βρήκα "ένα ακόμα απ' αυτά", αν και κάποιο κλιμακούμενο σασπένς νομίζω ότι διαθέτει.

Τρίτη, Μαΐου 26, 2015

MAD MAX ΠΟΥ ΚΟΒΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

Έχω επανειλημμένα γράψει για τη βαρεμάρα που νοιώθω όταν βλέπω ταινίες που βασίζονται αποκλειστικά στη δράση, στο "ξύλο" και τα διαρκή κυνηγητά. Ε, λοιπόν καιρός να γράψω και για μια λαμπρή εξαίρεση (που, υποθέτω, επιβεβαιώνει τον κανόνα): Το "Mad Max : Ο Δρόμος της Οργής" του 2015, του αυθεντικού δημιουργού βεβαίως της πρώτης τριλογίας των Mad Max, του George Miller. Ο οποίος, να σημειώσουμε, το 2015 έκλεισε αισίως τα 70!
Το Mad Max λοιπόν διαθέτει στοιχειώδες σενάριο: Μια στρατηγός ενός κτηνώδους δικτάτορα μιας πολεμοχαρούς φυλής (θυμίζω ότι βρισκόμαστε σε μια μετακαταστροφική γη, που ουσιαστικά έχει μεταβληθεί σε έρημο, με το νερό και τα καύσιμα σε διαρκή έλλειψη) το σκάει απ' αυτόν κλέβοντας ένα "πολεμικό άρμα" γεμάτο πολύτιμα καύσιμα και ένα ακόμα πιο πολύτιμο μυστικό φορτίο. Φυσικά ολόκληρη η φυλή (όπως, άθελά του, και ο Mad Max, ο οποίος είναι αιχμάλωτός τους) αρχίζει να τους κυνηγά λυσσασμένα. Ο Mad Max θα συνεργαστεί με την φυγάδα, αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης. Στο δρόμο θα συναντήσουν άλλες φυλές και διάφορα εμπόδια...
Όλη η ταινία λοιπόν - σας προειδοποιώ - είναι ένα διαρκές υπερ βίαιο κυνηγητό. Και γιατί μου άρεσε τόσο; Υπάρχει ένα σινεμά που βασίζεται στην εικόνα. Εδώ αυτό επιτυγχάνεται νομίζω στον υπέρτατο βαθμό. Τα φοβερά, μεταλλαγμένα οχήματα κλέβουν την παράσταση, όπως και στο κλασικό δεύτερο Mad Max του 1981. Πέραν αυτού όμως, η φοβερή εικόνα, τα κυρίαρχα τοπία και χρώματα της ερήμου, οι λήψεις, η άφθονη αδρεναλίνη, ζαλιστική ταχύτητα κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα. Το παρακολούθησα εντυπωσιασμένος, δίχως να χαλαρώσω ούτε λεπτό. Ακριβώς αυτό θεωρώ τόσο μεγάλο επίτευγμα: Μια τόσο δυνατή ταινία με ένα σενάριο από το τίποτα!
Εκτός αυτών βεβαίως υπάρχουν και οι σαφείς και ευπρόσδεκτες φεμινιστικές νύξεις. Όχι μόνο η προσωπικότητα της στρατηγού (αγνώριστη η Σαρλίζ Θερόν) γίνεται ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα, αλλά υπάρχουν κι άλλα στον ίδιο φεμινιστικό άξονα. Αυτά όμως είναι ίσως "ψιλά γράμματα". Αυτό που προέχει είναι η καταιγιστική εικόνα και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς.
Νομίζω ότι με τον Mad Max του 2015 (30 χρόνια μετά δηλαδή) η τετραλογία πλέον γίνεται η εμβληματικότερη εικόνα μετακαταστροφικής κοινωνίας ολόκληρου του κινηματογράφου. Άλλωστε από τότε ήδη τον είχε επηρεάσει πολύ...

Σάββατο, Μαΐου 23, 2015

ΟΙ ΠΙΘΗΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΟΥΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΟΥΝ...

Μετά την επιτυχία του πρώτου και κλασικού στο είδος του "Πλανήτη των Πιθήκων" του 1968, ακολούθησε μια σειρά συνεχειών. Η πρώτη απ' αυτές γυρίστηκε το 1970 από τον (τηλεοπτικό κυρίως) Ted Post (1918-2013) και λεγόταν "Beneath the Planet of Apes". Και, όπως γίνεται συνήθως, ήταν νομίζω κατώτερη από την πρώτη ταινία.
Εδώ ένας άλλος αστροναύτης φεύγει για αναζήτηση και σωτηρία του αγνοούμενου στη γη Τέιλορ. Ακολουθεί τα χνάρια του, πέφτει στην ίδια χρονική δίνη και, φυσικά, καταλήγει κι αυτός στον Πλανήτη των Πιθήκων, όπου θα συναντήσει τη Νόβα, την κοπέλα του Τέιλορ, θα αιχμαλωτιστεί από τους πιθήκους, θα ζήσει περιπέτειες, αλλά το κλου θα είναι η ανακάλυψη και άλλης μιας φυλής στον πλανήτη, καθώς και η εμφάνιση του Τσάρλτον Ίστον από το προηγούμενο φιλμ.! Όσο για τους πιθήκους, ας μην ξεχνάμε ότι οι γορίλες είναι οι πολεμοχαρείς και οι χιμπατζήδες οι "καλοί", ειρηνικοί επιστήμονες.
Γενικά δεν θεωρώ καλές ταινίες την πρώτη σειρά των "Πιθήκων". Η πρωτότυπη βέβαια είναι σχεδόν cult σήμερα - και λόγω της γενικής ιδέας και λόγω του σεναριακής φύσης σοκ του τέλους. Στη δεύτερη όμως το "μυστικό" αυτό είναι εξ ορισμού γνωστό από την αρχή, το περιβάλλον το ξέρουμε, οπότε, όπως και να το κάνουμε, κάπου η ιστορία αδυνατίζει. Και γενικότερα όμως νομίζω ότι οι σεναριακές αφέλειες είναι πολλές και, όπως είπαμε, το όλο σκηνικό το έχουμε ξαναδεί. Μένει, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, η ανακάλυψη των άλλων κατοίκων του πλανήτη. Εδώ το πράγμα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Η λατρεία της Βόμβας, που γίνεται με σχεδόν χριστιανικό θρησκευτικό τελετουργικό, η αποκάλυψη της μορφής τους και κάποια άλλα στοιχεία, είναι σχετικά πρωτότυπα. Το τέλος, το οποίο δεν θα αποκαλύψω φυσικά, είναι σοκαριστικό. Είναι ένα τέλος που ταιριάζει στις συνθήκες της εποχής (ο  φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα ήταν τότε διάχυτος) και το οποίο πιστεύω ότι δεν θα τολμούσε το σημερινό Χόλιγουντ.
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι πρόκειται για καλή ταινία - το είπα. Απλώς μια περιπέτεια για να περάσουμε την ώρα μας και να δούμε ένα πρώιμο σίκουελ, πολύ πριν αυτά κατακλύσουν τις οθόνες.

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2015

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ "ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ"

Στην αρχή υπήρχε ο αρχαιοελληνικός μύθος του γλύπτη Πυγμαλίωνα, ο οποίος ερωτεύεται την Γαλάτεια, ένα δικό του γλυπτό. Στη συνέχεια έρχεται ο πανέξυπνος και ατακαδόρος θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο με το έργο του "Πυγμαλίων" (ανέβηκε το 1913), που μεταφέρει τον μύθο (κάποια στοιχεία του τέλος πάντων) στη σύγχρονη εποχή. Το σινεμά δεν θα έμενε βέβαια πίσω. Η γνωστότερη διασκευή είναι το μιόυζικαλ "Ωραία μου Κυρία" του 1964. Πολύ πριν απ' αυτό όμως ο κλασικός βρετανός σκηνοθέτης Anthony Asquith (1902-1968) είχε γυρίσει το 1938 την ταινία "Πυγμαλίων" με τον πολύ καλό Λέσλι Χάουαρντ στο βασικό ρόλο.
Στην ασπρόμαυρη αυτή "κομεντί" (πριν εμφανιστεί βέβαια ο όρος) ένας σνομπ καθηγητής ορθοφωνικής αναλαμβάνει να μεταμορφώσει μια πάμφτωχη, λαϊκή και ταπεινής καταγωγής ανθοπώλισα σε μεγάλη κυρία, με άψογους τρόπους και προφορά, η οποία θα πείσει τους πάντες στα μεγάλα σαλόνια για την αριστοκρατική καταγωγή της. Οι σχέσεις των δύο θα περάσουν από πολλά στάδια, η μεταμόρφωση της κοπέλας θα είναι πλήρης εξωτερικά, αλλά πώς θα αντιδράσει μετά ο ψηλομύτης καθηγητής;
Η ταινία λοιπόν είναι στην ουσία ένα είδος κωμωδίας καταστάσεων. Διαθέτει έξυπνες ατάκες, συνδυασμό χιούμορ και δράματος και, τελικά, νομίζω ότι αντέχει μέχρι σήμερα. Πέραν αυτών όμως - και με το χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα - σατιρίζει στην ουσία τις σχέσεις των δύο φύλων, σχολιάζοντας τόσο την (κατώτερη προφανώς) θέση της γυναίκας στην κοινωνία, όσο και την διαστρωμάτωση και βαθύτατα ταξική δομή της κοινωνίας αυτής. Η αστική ηθική έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με την πολύ χαλαρή ηθική των κατώτερων στρωμάτων, αυτό όμως δεν είναι ένα εις βάρος τους σχόλιο. Περισσότερο μοιάζει να δικαιολογεί τη στάση αυτή. Σημαντική φιγούρα στη σάτιρα αυτή και στις περί ηθικής παρατηρήσεις και θέσεις αποτελεί ο άξεστος πατέρας της κοπέλας, ένας καρακτήρας "αντιπαθής", πλην όμως δικαιολογημένα αντιπαθής. Και, βεβαια, ο άψογος, κομψός και αριστοκρατικός καθηγητής πολλές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ γίνεται κι αυτός αντιπαθέστατος, άκαρδος, σκληρός.
Αν δεν σας "τρομάζουν" τα παλιά φιλμ, το θεωρώ καλή επιλογή. Θα επιμείνω ότι, αν μη τι άλλο, παραμένει μέχρι σήμερα διασκεδαστικό - σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, εκτός δηλαδή των θεμάτων που θίγει.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2015

"1001 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ" : ΟΙ ΑΨΟΓΑ ΤΥΠΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

"Το βαρύτερο φορτίο της ζωής είναι να μην κουβαλάει κανείς τίποτα". Αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μότο που δεσπόζει στο νορβηγικό φιλμ του Bent Hamer "1001 Γραμμάρια" του 2014. Κι επειδή μου είχαν αρέσει οι παλιότερες "Ιστορίες Κουζίνας" του ίδιου σκηνοθέτη, έσπευσα να το δω.
Πρόκειται για ένα είδος κομεντί, καθόλου χολιγουντιανού στιλ όμως (κάθε άλλο). Μόνη, στη διαδικασία διαζυγίου η ηρωίδα, εργάζεται στη νορβηγική Υπηρεσία Μέτρων και Σταθμών και αναλαμβάνει να μεταφέρει στο Παρίσι το πρότυπο νορβηγικό χιλιόγραμμο, που φυλάσσεται στη Νορβηγία ως κόρη οφθαλμού, με σκοπό αυτό να μετρηθεί στο σχετικό παγκόσμιο συνέδριο Μέτρων και Σταθμών (!) και να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια του βάρους του. Διάφορα θα συμβούν εκεί, αλλά και πίσω στη Νορβηγία, και βαθμιαία η Μαρίε θα αρχίσει να αναθεωρεί την άψογη, τυπική και στεγνή ζωή της.
Κάτι ανάμεσα σε Καουρισμάκι και Τατί, με αρκετή δόση μελαγχολίας και συγκίνησης, αλλά και πολύ χιούμορ, η ταινία αντιπαραθέτει σατιρίζοντας τον απόλυτα "καθαρό" και καλοζυγισμένο μέχρι χιλιοστού του γραμμαρίου βόρειο τρόπο ζωής με έναν πιο χαλαρό, ελεύθερο, ρομαντικό και πλούσιο σε συναισθήματα κόσμο - το Παρίσι βέβαια αποτελεί το κλισέ σύμβολο αυτού του κόσμου, πλην όμως το όλο πράγμα δίνεται πολύ χαριτωμένα και το συγκεκριμένο κλισέ δεν με ενόχλησε. Το χιούμορ επικεντρώνεται κυρίως στην λιτή, αλλά γεμάτη έξυπνες παρατηρήσεις σάτιρα των βορείων, με την απόλυτη clean cut καθαρότητά τους και την εξ ίσου απόλυτη κυριαρχία του "καθαρού", γεωμετρικού  σκανδιναβικού ντιζάιν. Όχι, δεν είναι ακριβώς ξεκαρδιστικό, αλλά τρυπώνει "ύπουλα" σε πολλές σκηνές του φιλμ.
Η ταινία είναι κομψή, λιτή και χαμηλότονη, ωστόσο λέει καθαρά αυτά που θέλει να πει και σίγουρα βρίσκεται πολύ μακριά (το είπαμε και στην αρχή) από το βαρετό συνήθως χολιγουντιανό πρότυπο της κομεντί. Δεν είναι το μεγάλο αριστούργημα, ωστόσο το βρήκα πολύ καλό στο συνδυασμό δράματος και χιούμορ και στην απέριτη και απλή, αλλά. το ξαναλέω, κομψή ματιά του.

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2015

ΒΙΑΙΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΟΣ "LEON"

Κάποτε ο Luc Besson έκανε ενδιαφέρουσες ταινίες. Στη συνέχεια ανέλαβε το ρόλο του παραγωγού κυρίως, με πολύ λιγότερο σημαντικές σκηνοθετικές προτάσεις. Το "Λεόν" (Leon:  the Professional) του 1994 ανήκει ευτυχώς στην πρώτη περίοδό του (πιστεύω μάλιστα ότι είναι από τις καλύτερές του) και παρά το ότι είναι γαλλική παραγωγή, είναι αγγλόφωνη και γυρισμένη στη Νέα Υόρκη.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας επαγγελματίας εκτελεστής. Βγάζει αρκετά λεφτά, ωστόσο η ζωή του είναι κάτι παραπάνω από άδεια. Αθεράπευτα μοναχικός, όχι ιδιαίτερα έξυπνος (εκτός από ό,τι αφορά το επάγγελμά του), μόνιμα "στην τσίτα" για παν ενδεχόμενο, ζει απόλυτα ασκητικά, ώσπου στη ζωή του μπαίνει μια 12χρονη, της οποίας την οικογένεια έχει δολοφονήσει ένας διεφθαρμένος και παρανοϊκός μπάτσος. Η ζωή του λοιπόν αποκτά για πρώτη φορά νόημα,  καθώς αναλαμβάνει όχι μόνο την προστασία της, αλλά και να της διδάξει την "τέχνη" του εκτελεστή, μετά από επίμονες παρακλήσεις της μικρής. Οι δυο τους θα αποτελέσουν ένα παράδοξο δίδυμο και οι συνέπειες θα είναι πολλές.
Στην αρχή η ταινία θυμίζει τον κλασικό "Σαμουράι" του Μελβίλ, με τον Αλέν Ντελόν. Η ίδια ασκητικότητα, η ίδια άδεια ζωή. Σύντομα όμως το μοτίβο αυτό εγκαταλείπεται και το φιλμ μπαίνει σε άλλα νερά. Χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι το ότι, ενώ είναι πολύ βίαιο, με πυροβολισμούς, εκρήξεις και... ολόκληρες σφαγές, με έναν σαδιστικό και αδίστακτο "κακό" (τον Γκάρι Όλντμαν), διαθέτει συγχρόνως και μια αφοπλιστική τρυφερότητα όσον αφορά τον βασικό ήρωα, ο οποίος βεβαίως το μόνο που ψάχνει κατά βάθος είναι ένας σκοπός για τη ζωή του και κάπου να ριζώσει. Αμοραλιστής λοιπόν ο Ζαν Ρενό, αλλά ταυτόχρονα και με ένα δικό του παράξενο κώδικα ηθικής (συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως σε ταινίες με "συμπαθητικούς κακούς") και μια εσωτερική δίψα για να γίνει κάτι περισσότερο απ' αυτό που είναι. Παράλληλα, σε δεύτερο επίπεδο, ενυπάρχει και μια καλυμμένη (και εντελώς απαγορευμένη βεβαίως) ερωτική έλξη ανάμεσα στους δύο...
Ενώ λοιπόν η ταινία βλέπεται νομίζω απολαυστικά, δεν μπορώ να μην επισημάνω και κάποιες υπερβολές και αναληθοφάνειες. Γενικά νομίζω ότι η βία παραείναι εύκολη. Ολόκληρο σχεδόν αστυνομικό τμήμα στο μέσο της Νέας Υόρκης σφαγιάζεται και είναι σα να μη συμβαίνει τίποτα έξω. Διαμερίσματα ή και ολόκληρο ξενοδοχείο περίπου τινάζονται στον αέρα και κάπου μετά φτάνει αργά αργά και η αστυνομία.... Και υπάρχουν και συμπτώσεις (ο τόσο ιδιαίτερος ήρωας μένει αρχικά στο διπλανό διαμέρισμα απ' αυτό όπου γίνεται η αρχική σφαγή).
Δεν γκρινιάζω πολύ ωστόσο. Όλες αυτές οι αναληθοφάνειες είναι ίσως "στο πρόγραμμα" για ένα φιλμ που στοχεύει αλλού: Στη βίαιη δράση από τη μία και σε μια παράδοξη ευαισθησία από την άλλη. Αυτό το δίπολο άλλωστε είναι και το "σήμα κατατεθέν" του. Και επειδή, ούτως ή άλλως, κρατά τον θεατή, το συνιστώ.

Τρίτη, Μαΐου 12, 2015

ΔΥΟ ΒΙΑΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΕΣ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΝΕΣ

Το 1998 υπήρχε βεβαίως ήδη ο Ταραντίνο, το Reservoir Dogs και το Pulp Fiction. Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε τις επιρροές του στον πρωτοεμφανιζόμενο τότε βρεττανό Guy Ritchie και τις "Δυο Καπνισμένες Κάνες" του (Lock, Stock and two Smoking Barrels). Μια κατάμαυρη δηλαδή, βίαιη, αλλά και αστεία και στιλάτη ταινία.
Στην οποία εμπλέκονται μια παρέα που ποντάρει όλα της τα λεφτά σε ένα μέλος της, ο οποίος τυγχάνει να είναι εξαιρετικός χαρτοπαίκτης, μια συμμορία αδίστακτων διακινητών ναρκωτικών και... ό, τι άλλο προκύψει, μια παρέα δεινών καλλιεργητών και καταναλωτών ινδικής κάνναβης, ένας τρομακτικός "νονός" που ελέγχει αρκετά πράγματα, δύο ηλίθιοι μικροκακοποιοί, βγαλμένοι θαρρείς από τον κόσμο των αδελφών Κοέν και κάποιοι άλλοι περιφερειακοί (ένας εκτελεστής που τριγυρνά με τον... δεκάχρονο γιο του κλπ.). Όλοι αυτοί μπλέκονται σε ένα πολύπλοκο γαϊτανάκι του στιλ "ο κλέψας του κλέψαντος", η βία πάει σύννεφο, τα πτώματα πληθαίνουν όσο περνά η ώρα, αλλά όλα αυτά, μέσα στην ηθελημένη απιθανότητά τους είναι περισσότερο διασκεδαστικά παρά επίφοβα.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί φωτογραφία στις αποχρώσεις του σέπια, "παλιώνοντας" έτσι την εικόνα που βλέπουμε, χρησιμοποιεί διάφορα σκηνοθετικά τρικ (άλλοτε η κίνηση επιταχύνεται και άλλοτε παγώνει), ασυνήθιστες γωνίες λήψης, ένα ακαταμάχητο ροκ (κυρίως) σάουντρακ με πάμπολλα γνωστά τραγούδια και ένα "ανοιχτό" τέλος. Όλα αυτά, καθώς και το πανταχού παρόν χιούμορ που προαναφέραμε, κάνουν το φιλμ ευχάριστο στην παρακολούθησή του.
Φυσικά μην περιμένετε βαθιά νοήματα από όλη αυτή την πλούσια πινακοθήκη κάθε λογής όχι και τόσο αθώων τύπων. Στόχος είναι η καθαρή, στιλάτη διασκέδαση και τίποτα άλλο. Σ' αυτό τουλάχιστον - αν βεβαίως δεν είστε αλλεργικοί στη γραφική βία - νομίζω ότι πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο του, αν μάλιστα σκεφτείτε ότι πρόκειται για το πρώτο του φιλμ. (μεταξύ μας, μου φαίνεται ότι έκτοτε μάλλον επαναλαμβάνεται).

Σάββατο, Μαΐου 09, 2015

ΚΙ ΑΛΛΟΙ AVENGERS...

Νομίζω ότι όλοι όσοι στοιχειωδώς παρακολουθείτε το blog γνωρίζετε την απέχθειά μου για τις σουπερ ηρωικές ταινίες, που κοντεύουν να εμφανίζονται μία φορά το μήνα στις οθόνες (σαν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα έχω πει ότι συμπαθώ τα X-Men με την ξεκάθαρη στάση τους υπέρ του διαφορετικού και μερικούς από τους Batman). Οι "Avengers: The Age of Ultron" ("Εκδικητές: Η Εποχή του Ultron) του ικανού ούτως ή άλλως Joss Whendon (πολύ πετυχημένος και σαν σεναριογράφος σε διάφορα φιλμ του φανταστικού) του 2015 δεν ανήκουν στις σχετικά λίγες εξαιρέσεις: Για μια ακόμα φορά η πλοκή μου φάνηκε μία από τα ίδια, είδα ακριβώς ό,τι περίμενα να δω, δίχως καμιά έκπληξη, και γενικά βγαίνοντας από την αίθουσα είχα ξεχάσει ολον αυτόν τον σαματά που μόλις είχα παρακολουθήσει.
Εδώ η ομάδα σουπερ ηρώων Avengers απειλούνται διπλά: Από τη μία από ένα πανίσχυρο λογισμικό που κατασκεύασε με καλές προθέσεις ο αλαζόνας Iron Man, το οποίο αποκτά δική του βούληση  ως Ultron και θέλει να καταστρέψει την ομάδα και τον κόσμο και από την άλλη από ένα ζευγάρι δίδυμων με εξαιρετικές ικανότητες, τους οποίους "έφτιαξε" η κακή ΥΔΡΑ. Καταλαβαίνετε ότι μετά από όλα αυτά οι καταιγιστικές σκηνές δράσης και το ατελείωτο ξύλο (εντάξει, οι ατελείωτες μάχες) είναι απόλυτα εξασφαλισμένα.
Ναι, η ταινία περιέχει βεβαίως θεαματικά εφέ, διαθέτει non stop δράση, έχει την cool και χιουμοριστική διάθεση των πρώτων Avengers του 2012, όσο για το ατελείωτο ξύλο, τα είπαμε παραπάνω. Αλλά εδώ είναι που για μένα επιβεβαιώνεται για πολλοστή φορά το γεγονός ότι μία καλογυρισμένη ταινία δεν είναι υποχρεωτικά και μία καλή ταινία. Ή, εν πάσει περιπτώσει, ως μη φαν των υπερηρωικών κόμικς και ταινιών, για μια ακόμα φορά βαρέθηκα και, όπως προείπα, ξέχασα μόλις βγήκα όσα είχα δει (και θα τα έχω ξεχάσει ακόμα περισσότερο αν πάω να δω και τους τρίτους Εκδικητές, που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι, μετά τόσα εκατομμύρια κέρδος, βρίσκονται κιόλας στα σκαριά). Επί τέλους, πόσους υπερήρωες, που ο καθένας κάνει τις δικές του ταρζανιές και η μισή ταινία αναλώνεται σε διαρκείς μάχες, μπορεί κανείς να αντέξει;
Όλα αυτά βεβαίως είναι προσωπικά. Εννοείται ότι οι αμετανόητοι φανς των ταινιών του είδους είναι εντελώς σίγουρο ότι θα το ευχαριστηθούν και με το παραπάνω. Αν είστε λοιπόν απ' αυτούς, σας το συνιστώ.

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2015

CLOCKWISE: Η ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΝΙΑΚΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΞΗ

Εκτιμώ αφάνταστα το βρετανικό χιούμορ (και θεωρώ κορωνίδα του τους Monty Python). To 1986 λοιπόν ο βετεράνος τηλεοπτικός σκηνοθέτης Christopher Morahan γυρίζει μία από τις 2-3 όλες κι όλες κινηματογραφικές ταινίες του, το ξεκαρδιστικό "Clockwise", με πρωταγωνιστή τον ανεπανάληπτο Τζον Κλιζ, ο οποίος παίρνει όλη την ταινία στις πλάτες του.
Ο ήρωας είναι ένας σοβαρός, μεσήλικας γυμνασιάρχης, μανιακός με την τάξη και την ακρίβεια στο χρόνο. Θέλει όλα να γίνονται με ακρίβεια δευτερολέπτου, κατασκοπεύει εμμονικά τους μαθητές του, διορθώνοντάς τους και το παραμικρό "παραπάτημα" και άλλα τέτοια. Κάποια στιγμή καλείται να προεδρεύσει σε συνέδριο γυμνασιαρχών, που γίνεται στο σχετικά μακρινό Νόριτς, πράγμα που αποτελεί τη δικαίωση, αλλά και το απώγειο της καριέρας του. Προετοιμάζεται άψογα, κανονίζει τα πάντα, αλλά, εξ αιτίας ενός γελοίου λάθους, παίρνει λάθος τρένο. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια απίστευτη οδύσσεια, για να καταφέρει να βρεθεί στο σωστό μέρος τη σωστή ώρα.
Η ταινία σατιρίζει ανελέητα την περίφημη βρετανική τυπικότητα και τον αντίστοιχο μικροαστικό καθωσπρεπισμό. Άλλωστε το μεγάλο ατού του περίφημου βρετανικού χιούμορ που προαναφέραμε είναι ο δίχως δισταγμό αυτοσαρκασμός. Φυσικά στο φιλμ η τυπικότητα και ο καθωσπρεπισμός πάνε από πολύ νωρίς περίπατο και όλα οδεύουν προς ένα απόλυτο μπάχαλο. Πρόκειται άραγε για την τιμωρία όλου αυτού του συσσωρευμένου συντηρητισμού, που, τελικά, γίνεται σχεδόν απάνθρωπος;
Πέρα από τις αναλύσεις όμως, η ταινία είναι απόλυτα απολαυστική. Διαθέτει μάλιστα και ένα επιπλέον ατού: Ενώ ξεκινά μάλλον χλιαρά, όσο προχωρά - και όσο τα χρονικά όρια στενεύουν για τον ήρωα - γίνεται όλο και πιο αστεία, για να καταλήξει σε ένα ξεκαρδιστικό φινάλε. Γι' αυτό λοιπόν, και για τον απίθανο Κλιζ, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την ψάξετε. Αν μη τι άλλο, θα διασκεδάσετε.


Δευτέρα, Μαΐου 04, 2015

JODOROWSKY ΚΑΙ ΠΑΛΙ: ΤΟ DUNE ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ

Φαίνεται ότι διανύω περίοδο Jodorowsky. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Frank Pavich το 2013 με τίτλο "Jodorowsky's Dune". Η ταινία αφηγείται μια απίστευτη, μυθική σχεδόν ιστορία από το 1975, την οποία απλώς θα σας αφηγηθώ - και για την οποία ίσως να έχετε ακούσει:
Μετά τις cult "επιτυχίες" του Jodorowsky "El Topo" και "Holy Mountain", ο παραγωγός Michel Seydoux έδωσε πλήρη ελευθερία στον ιδιόρυθμο δημιουργό να γυρίσει ό,τι θέλει. Εκείνος πρότεινε αμέσως το περίφημο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Frank Herbert "Dune", ένα τεράστιο σε όγκο και εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυεπίπεδο έπος. Το 1975 λοιπόν ο Jodorowsky άρχισε να δουλεύει πάνω σ' αυτό με τον δικό του αμίμητο τρόπο. Ανακάλυπτε από ποικίλες πηγές έναν - έναν τους συντελεστές που ήθελε - όσο διάσημοι και απλησίαστοι κι αν ήταν - κατάφερνε με απίστευτους τρόπους να τους προσεγγίσει και, ώ του θαύματος, όλοι δέχονταν. Αν όντως ένωναν τις δυάμεις τους όλοι αυτοί, πιθανόν θα είχαμε την σημαντικότερη ταινία ΕΦ που έγινε ποτέ. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες για το τρόπους προσέγγισης και "ανέκδοτα" για τον καθένα. Απλώς θα απαριθμήσω το πραγματικά απιστευτο αυτό "συνεργείο": Στο σχεδιασμό ο θρυλικός Moebius (η σχέση του με τον Jodorowsky εδραιώθηκε μ' αυτή τη δουλειά και συνεχίστηκε μετά στα κόμικς με το περίφημο Inkal), ο Giger (δημιουργός μεταξύ άλλων του τέρατος και των σκηνικών του Alien) και ο εικονογράφος ΕΦ Chris Foss. Εφέ ο Dan O' Bannon (εφέ στο Dark Star του Κάρπεντερ, πλυγραφότατος σεναριογράφος ΕΦ στα Alien κλπ.). Ηθοποιοί; Κρατηθείτε: Μεταξύ άλλων Όρσον Ουέλες, Αμάντα Λιρ (!), Μικ Τζάγκερ, Σαλβαντόρ Νταλί (!!!) στον σύντομο ρόλο του αυτοκράτορα του σύμπαντος. Μουσική; Pink Floyd και το progressive συγκρότημα της εποχής Magma. Είπατε τίποτα; Ο "τρελός" Jodorowsky όμως σύντομα ξεπέρασε κάθε πιθανό προϋπολογισμό (σκόπευε να κάνει μια... 18ωρη ταινία) και, τελικά, μετά από άπειρη, πυρετώδη δουλειά και προς μεγάλη του απογοήτευση, έλαβε άνωθεν εντολή να εγκαταλείψει το μεγαλεπήβολο σχέδιο. Τελικά το Dune γυρίστηκε από τον Lynch με εντελώς άλλους συντελεστές και, όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Jodorowsky σε μια πραγματικά σπαρταριστή σκηνή, αποδείχτηκε μάλλον η χειρότερη ταινία του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη.
Το φιλμ είναι πραγματικά απολαυστικό χάρη στον ακούραστο, αεικίνητο, παθιασμένο, γλαφυρό... και πολλά, πολλά άλλα 84χρονο το 2013 Jodorowsky (αν καταλάβετε ότι αυτός ο τύπος που βλέπετε είναι 84 χρονών να...) Ασυγκράτητο πάθος και συναίσθημα, ρέων λόγος, χιούμορ, μυστικιστική φιλοσοφία, απίθανες ιστορίες για μυθικές διασημότητες, συνθέτουν μια ολοζώντανη αφήγηση που δεν θα σας κουράσει καθόλου. Απο όλο αυτό το θαυμαστό, απόλυτα πρωτοποριακό για την εποχή του project, σήμερα απομένει μόνο ένας πραγματικά ογκωδέστατος τόμος, που ο Jodorowsky επιδεικνύει περήφανος, ο οποίος περιέχει ένα εκτενέστατο, πληρέστατο story board, κάτι σαν προσχέδιο ενός αχανούς κόμικς, απίστευτα σχεδιασμένο από τον Moebius. Ο τόμος αυτός βρίσκεται μόνο στα χέρια του Jodorowsky και μερικών μεγάλων χολιγουντιανών εταιριών παραγωγής, στις οποίες είχε μοιραστεί και απορρίφτηκε "μετά πολλών επαίνων". Κερασάκι στην τούρτα, μια μεγάλη σειρά από πασίγνωστες σκηνές ή/και σκηνικά από πλήθος μεταγενέστερων ταινιών, που βασίστηκαν (ή μάλλον ξεπατίκωσαν) ιδέες που υπάρχουν στον μυθικό αυτόν τόμο: Alien (στο οποίο μάλιστα βασικοί συντελεστές όπως ο Giger και ο O' Banon γνωρίστηκαν όταν δούλευαν με τον Jodorowsky), Star Wars, Contact, Prometheus και πολλά άλλα. Δεν θα πιστεύετε στα μάτια αν δείτε πόσο επηρέασε τη μετά το '75 ΕΦ στον κινηματογράφο το σχέδιο αυτό που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Το ντοκιμαντέρ νομίζω ότι αποτελεί must για κάθε φίλο της ΕΦ. Άλλωστε, θα συμφωνήσω: Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ταινία επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών που... δεν γυρίστηκε ποτέ!

Σάββατο, Μαΐου 02, 2015

ΠΟΙΑ "ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ"; ΜΑΛΛΟΝ ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΦΕΥΓΑΤΟΣ JODOROWSKY!

Ελπίζω να ξέρετε τον μυθικό Alejandro Jodorowsky, μια από τις πιο πολυσχιδείς, sui generis, cult φιγούρες της παγκόσμιας τέχνης. Δεν έχει κάνει πολλές ταινίες - "Ο Χορός της Πραγματικότητας" (La Danza de la Pealidad) του 2013 είναι η 7ή του - κι αυτό γιατί ο άνθρωπος αυτός ασχολείται ταυτόχρονα με σενάρια κόμικς (η γνωστότερη ίσως ιδιότητά του), γράφει βιβλία, είναι μουσικός, παλιότερα εκανε θέατρο, υπήρξε ταχυδακτυλουργος κια μάγος και είναι και μυστικιστής φιλόσοφος. Η "Πραγματικότητα" που προαναφέραμε πάντως γυρίστηκε όταν ο δημιουργός ήταν 84 ετών (!) και δεν έχει να ζηλέψει πολλά από τις παλιότερες ταινίες του.
Ο χιλιανός, ουκρανοεβραϊκής καταγωγής Jodorowsky γεννιέται στην Τοκοπίγια, μια παραθαλάσσια χιλιανή πόλη, το 1929. Ο πατέρας του είναι καταπιεστικός, παλαιών αρχών και σταλινικός, φανατικά αντίθετος προς τον τότε δικτάτορα της χώρας ντελ Κάμπο. Ο μικρός Jodorowsky είναι βέβαια διαφορετικός απ' όλους τους συνομιλήκους του. Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Μα γιατί η ταινία είναι μια αυτοβιογραφία του δημιουργού, μια αυτοβιογραφία των παιδικών του χρόνων στην Τοκοπίγια για την ακρίβεια. Από κάποιο σημείο και μετά βέβαια ξεφεύγει και γίνεται η ιστορία του πατέρα του (μια πραγματική οδύσσεια) για να επανέλεθει στον μικρό Alejandro.
Αυτοβιογραφία λοιπόν. Και τώρα ξεχάστε όσα ξέρετε για τις αυτοβιογραφίες. Γιατί αυτό που θα δείτε (όπως άλλωστε και όλα τα φιλμ του) είναι κάτι απόλυτα σουρεαλιστικό (ο Jodorowsky ήταν μέλος της σουρεαλιστικής ομάδας με τον Αραμπάλ και τον Τοπόρ), παραισθητικό, φευγάτο, βίαιο και, κυρίως, γκροτέσκο. Οι εμμονές του (νάνοι, ανάπηροι, μυστικισμός, θρησκευτικά σύμβολα κ.ά.) είναι όλες παρούσες. Όπως και το χιούμορ. Όπως και αρκετά ακατανόητα στοιχεία (η μητέρα του π.χ. δεν μιλά ποτέ, αλλά διαρκώς... τραγουδά όπερα). Επίσης ο αληθινός 84χρονος Jodorowsky εμφανίζεται συχνά και συνομιλεί με τον δεκάχρονο εαυτό του. Τελικά, αυτό που μένει είναι ένα ταυτόχρονα σπαρακτικό και διασκεδαστικό παραμύθι, γεμάτο με θαύματα και μαγικές εικόνες (όλο το έργο βρίσκεται κοντά σε ένα είδος μαγικού ρεαλισμού), μυστικιστικά στοιχεία, βίαια περάσματα και, το είπαμε, πολύ σουρεαλισμό. Είναι το φιλμ όπου ο Μπουνουέλ συναντά το "Amarcord" του Φελίνι.
Προσωπικά μου άρεσε, γιατί ο κόσμος του πληθωρικού Jodorowsky με γοητεύει (και συχνά με απωθεί ταυτόχρονα). Νομίζω ότι είναι μια διαφορετική κινηματογραφική πρόταση, που δεν μοιάζει με τίποτα εκτός από τον προσωπικό κόσμο ενός "φευγάτου" δημιουργού. Δείτε το, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για το τι θα δείτε.

Τετάρτη, Απριλίου 29, 2015

ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗΝ "ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΦΙΛΕΝΑΔΑ"

Όταν η καλύτερή της φίλη (ήδη από τα παιδικά χρόνια) πεθαίνει νέα, η ηρωίδα, παντρεμένη κι ίδια, έρχεται πιο κοντά στο σύζυγο της εκλιπούσας και... κάνει μια απροσδόκητη ανακάλυψη: Στον χήρο και πατέρα μικρού παιδιού αρέσει να ντύνεται γυναικεία, δίχως ωστόσο να είναι ομοφυλόφιλος. Μετά το πρώτο σοκ η σχέση των δύο περνά από πολλά και διαφορετικά, αρκετά πολύπλοκα στάδια για να καταλήξει... αλλά δεν πρόκειται φυσικά να σας πω το τέλος.
Πρόκειται για την ταινία "Η Καινούρια Φιλενάδα" (Une Nouvelle Amie, 2014) του γάλου Francois Ozon και όχι, δεν πρόκειται για κωμωδία, αλλά για ένα περίπλοκο ψυχολογικό δράμα. Ο Ozon είναι ένας παραγωγικός και σχετικά ενδιαφέρων σκηνοθέτης, του οποίου ωστόσο το έργο, ομολογώ, δεν έχω παρακολουθήσει στενά. Εδώ ασχολείται με μια σπάνια περίπτωση παρενδυσίας (ήταν ακριβώς η περίπτωση του cult σκηνοθέτη Εντ Γουντ), όπου άντρες μετατρέπονται ουσιαστικά σε τραβεστί, αρέσκονται να ντύνονται δηλαδή γυναικεία, δίχως να είναι ομοφυλόφιλοι. Στην ταινία ο Οζόν κυρίως παίζει με τα φύλα και το δύσκολο και ανεξήγητο φαινόμενο του έρωτα, λέγοντάς μας ουσιαστικά ότι όλα μπορούν να συμβούν - και είναι επιτρεπτά. Η σχέση ανάμεσα στη φίλη και τον χήρο νέο άντρα, όπως είπα στην αρχή, περνά από πολλά πολύπλοκα στάδια και, βέβαια, θέτει και το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας (η ηρωίδα ονειρεύεται ή φαντασιώνεται τόσο μία λεσβιακή σχέση με τη νεκρή φίλη της όσο και μια σχέση του συζύγου της με τον χήρο). Αλλά και η ίδια νοιώθει ανάμικτα αισθήματα γι' αυτόν: Την έλκει άραγε αυτός καθ' εαυτός ο άντρας ή το ότι εκείνος μετατρέπεται σε μία άψογη γυναίκα; Να γιατί όλα μπορούν να συμβούν στον έρωτα.
Παράλληλα με τα μπερδεμένα (από άποψη φύλου) ερωτικά αισθήματα θίγεται και η έννοια της τόλμης σε σχέση με την κοινωνία - της αψήφησης του κοινωνικού περίγυρου δηλαδή και των περιορισμών που αυτός επιβάλλει - και της αμέριστης αποδοχής της διαφορετικότητας. Νομίζω ότι η θέση του Οζόν απέναντι σ' αυτά είναι σαφέστατη.
Σχετικά ενδιαφέρον (και ίσως "γαργαλιστικό", αν και δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερα τολμηρές σκηνές) λοιπόν, αλλά δεν το θεωρώ και κάτι πολύ σημαντικό. Απλώς συμπαθητικό και, σίγουρα, θεματικά ασυνήθιστο.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2015

ΤΟ "ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ

Ο βραζιλιάνος Sabastiao Salgado είναι ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους παγκοσμίως, έχοντας καταγράψει με το φακό του εκατονταδες κυριολεκτικά συγκλονιστικές εικόνες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Από την άλλη ο Wim Wenders είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες όταν καταπιάνεται με ταινίες μυθοπλασίας. Εδώ και χρόνια όμως δημιουργεί κατά καιρούς εξαιρετικά ντοκιμαντέρ (θυμηθείτε το "Buena Vista" ή την "Pina"). Έτσι λοιπόν, επιβεβαιώνοντας την ντοκιμαντερίστικη φόρμα του, γυρίζει το 2014 το "Αλάτι της Γης", με αντικείμενο τόσο τη δουλειά όσο και τον άνθρωπο Salgado. Η ταινία μάλιστα συνυπογράφεται σκηνοθετικά από το γιο του τελευταίου Juliano Ribeiro Salgado.
Μετά την επιβολή δικτατορίας στη Βραζιλία στα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Salgado (γεννημένος το 1944), καταφεύγει με την τότε κοπέλα του και μετέπειτα μόνιμη σύντροφο και συνεργάτιδα μέχρι σήμερα Lelia, στο Παρίσι, όπου σπουδάζει οικονομικά. Η φωτογραφία όμως τον κερδίζει ήδη από το 1973. Από τότε ταξιδεύει σ' ολόκληρη τη γη (με έμφαση σε περιοχές όπου συμβαίνουν εφιαλτικά γεγονότα - πόλεμοι, πείνα κλπ, αν και όχι μόνο) και αιχμαλωτίζει με τη μηχανή του συγκλονιστικές εικόνες, κυρίως της ανθρώπινης τραγωδίας - ή της ανθρώπινης κτηνωδίας. Διάφορα μέρη της Αφρικής, Νότια Αμερική, Σερβία, Κουβέιτ, είναι μερικά μόνο από τα μέρη όπου κατέγραψε σκηνές που συνταράσουν. Ο Salgado ζούσε για καιρό στα μέρη όπου πήγαινε για να βιώσει κι ίδιος όσα συνέβαιναν εκεί.
Στην ταινία, ενώ δείχνονται δεκάδες από τις περίφημες φωτογραφίες του (θεωρώ από τις συγκλονιστικότερες αυτές σε ένα αχανές χρυσωρυχειο της Βραζιλίας, που θυμίζουν κόλαση ή το χτίσιμο του Πύργου της Βαβέλ), ο ίδιος μιλά τόσο για τη δουλειά του όσο, κυρίως, για τις εμπειρίες του και τους εφιάλτες που είδε με τα μάτια του και, φυσικά, κατέγραψε. Ο λόγος του φανερώνει - εκτός από ένα μεγάλο καλλιτέχνη - έναν ευαίσθητο, συναισθηματικό και σκεπτόμενο άνθρωπο. Ταυτόχρονα δεν διστάζει να θίξει και το θέμα της ουσιαστικής εγκατάλειψης της οικογένειάς του, αφού, όπως είπαμε, ο ίδιος ζούσε για καιρό σε απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη. Ωστοσο η σχέση με τη γυναίκα του παρέμεινε ακλόνητη όλα αυτά τα χρόνια, ενώ όταν μεγάλωσε ο γιος του έγινε συνεργάτης του και μοιράστηκε πολλά ταξίδια μαζί του.
Το τελευταίο μέρος είναι εντυπωσιακό: Κάποια στιγμή ο ίδιος αηδιάζει με όσα έχει δει και παύει να πιστεύει πλέον στον Άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί κτήνος. Μένει λοιπόν για κάποιο καιρό άπραγος, αρνούμενος να αντικρίσει κι άλλη φρίκη, ώσπου η γυναίκα του ρίχνει την ιδέα να ξανακάνουν δάσος την πατρική του φάρμα στη Βραζιλία, στην οποία μεγάλωσε και η οποία έχει πέσει θύμα ξηρασίας. Η ιδέα αυτή πραγματοποιείται και το 2014 η γη αυτή έχει (ξανα)γίνει αληθινή ζούγκλα. Κάπου στα τέλη των 90ς λοιπόν ο Salgado κάνει στροφή 180 μοιρών και μετατρέπεται σε έναν οικολόγο φωτογράφο, αιχμαλωτίζοντας τους τελευταίους γήινους παράδεισους, κομάτια του κόσμου δηλαδή που είναι ακόμα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο ή τον πολιτισμό του ή τις τελευταίες απομονωμένες φυλές (Αμαζόνιος κ.α.). Στις τελευταίες δουλειές του, αυτός που αποτύπωσε όσο κανείς την ανθρώπινη τραγωδία διώχνει από τις εικόνες του τον φριχτό "πολιτισμένο" άνθρωπο και βρίσκει παρηγοριά και αισιοδοξία στη φύση.
Παρακολούθησα την ταινία με μεγάλο ενδιαφέρον, δίχως καθόλου να βαρεθώ (μη φοβηθείτε αν σας τρομάζουν τα ντοκιμαντέρ). Και μόνο οι φωτογραφίες του Salgado αρκούν για να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Αλλά και οι αφηγήσεις του, στρωτές, συναισθηματικές, συγκινητικές πολλές φορές, καταφέρνουν να κάνουν και ολόκληρη την ταινία ζεστή και συγκινητική - εκτός από συγκλονιστική όσον αφορά την ανθρώπινη φρίκη, λέξη που, το ξέρω, τόσες φορές χρησιμοποίησα σ΄αυτό το κείμενο.

Κυριακή, Απριλίου 19, 2015

Η ΤΡΕΛΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ"

Ο Ron Howard υπήρξε τις περισσότερες φορές η απόλυτη ενσάρκωση του χολιγουντιανού mainstream. Η ταινία του 1994 "The Paper" (Το Πρωτοσέλιδο) δεν αποτελεί σε γενικές γραμμές εξαίρεση. Διαθέτει ένα καλό καστ (Μάικλ Κίτον, Γκλεν Κλόουζ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Μαρίζα Τομέι), κάποιες καλές στιγμές ίσως, αλλά μέχρις εκεί.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη "ζωή" μιας εφημερίδας (ή γύρω από τη ζωή στην εφημερίδα). Πρόκειται για μια μάλλον κίτρινη καθημερινή εφημερίδα, η οποία ωστόσο, παρά τον κιτρινισμό της (πρωτοσέλιδα με δυστηχήματα, ακρωτηριασμένα μέλη, "μικρά" θέματα που προβάλλονται ως τεράστια κλπ.) δεν γράφει τουλάχιστον ψέματα, κι αυτή είναι η ηθική αρχή της. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος δημοσιγράφος, που συχνά ξενυχτά στα γραφεία, τρέχει ανά πάσα στιγμή να πιάσει τη μεγάλη είδηση ή την αποκλειστικότητα και γενικά ζει (ανθυγιεινά) για την εφημερίδα και μόνο, παρά το ότι η γυναίκα του βρίσκεται πολύ κοντά στη γέννα. Γύρω του κινείται ένα αληθινό τσίρκο από δημοσιογράφους, χαρακτήρες σαν κι αυτόν πάνω κάτω, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του (η μία φιλοδοξη και αδίστακτη, ο άλλος με μανία καταδίωξης κλπ.), με επικεφαλής τον διευθυντή, που κι αυτός έχει το ίδιο "μικρόβιο". Μια μέρα δύο λευκοί επιχειρηματίες βρίσκονται δολοφονημένοι, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ρατσιστικό έγκλημα από μαύρους, η αστυνομία μάλιστα συλλαμβάνει δύο νεαρούς μαύρους ύποπτους, όλα όμως βρωμάνε ότι πρόκειται για πλεκτάνη. Τότε ο ήρωάς μας - αδιαφορώντας για την οικογένειά του - αναλαμβάνει δράση για να ξεσκεπάσει την αλήθεια - περισσότερο ίσως από δημοσιογραφικό πάθος για την αποκλειστικότητα, παρά για να αποκαταστήσει μια αδικία.
Η ταινία είναι χιουμοριστική και σκιαγραφεί το πάθος με την είδηση που προαναφέραμε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σχεδόν δεν έχουν δική τους ζωή, έχουν συχνά καταστρέψει με τις οικογένειές τους και, τελικά, ζουν για τη δουλειά, η οποία τους κουράζει αφάνταστα, αλλά και δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτήν. Βέβαια ο Χάουαρντ "χρυσώνει το χαπι" λέγοντάς μας τελικά ότι "κατά βάθος όλοι αυτοί οι βαρεμένοι, ακόμα και οι αδίστακτοι, είναι καλοί και τίμιοι", πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω όσον αφορά ένα σημαντικό μέρος των δημοσιογράφων. Εκτός αυτού στο πρώτο τρίτο περίπου, όπου όλα συμβαίνουν στην καθημερινή τρέλα της εφημερίδας, βαρέθηκα αρκετά. Όσο για το βολικό για όλους τέλος - χάρη σε μια απίθανη ηθική" στροφή - μάλλον με χάλασε.
Ίσως διασκεδάσετε κάπου, δεν το θεωρώ όμως και τίποτα σπουδαίο. Το αντίθετο μάλλον.

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2015

Η ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ, ΟΙ ΚΟΕΝ ΚΑΙ ΤΟ "ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ"

Ξέρουμε από καιρό ότι το σκανδιναβικό σινεμά βρίσκεται στα πάνω του. Κι αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά με το νορβηγο-σουηδικό "Με Σειρά Εξαφάνισης" (Kraftidioten, 2014) του νορβηγού Hans Petter Moland. Το έχουν γράψει όλες οι κριτικές κι εγώ καθόλου δεν θα διαφωνήσω: Πρόκειται για έναν "βόρειο" συνδυασμό Κοέν και Ταραντίνο (με περισσότερες επιροές κατά τη γνώμη μου από τους πρώτους).
Όταν ο γιος του βρίσκεται νεκρός τάχα "από υπερβολική δόση", ένας φιλήσυχος, κοντά στη σύνταξη εκχιονιστής, ο οποίος μάλιστα μόλις έχει ανακηρυχτεί "πολίτης της χρονιάς", αποφασίζει να εκδικηθεί με άγριο τρόπο και να ανακαλύψει τους αληθινούς φονιάδες. Αυτό θα τον φέρει στα ίχνη μιας αδίστακτης σκανδιναβικής σπείρας εμπόρων ναρκωτικών και στη συνέχεια θα ενσκήψει στο τοπίο και μια ...σερβική ανταγωνιστική συμμορία, ενώ το αίμα θα ρέει όλο και πιο άφθονο.
Το φιλμ ξεκινά σοβαρά, σαν ένα βαρύ ρεαλιστικό δράμα, και σύντομα δείχνει το αληθινό του πρόσωπο: Πρόκειται για μια κατάμαυρη και αιματοβαμμένη κωμωδία. Όσο προχωρά μάλιστα, τόσο πιο αστεία γίνεται και τόσο η όλο και περισσότερη βία, αντί να "τρομάξει", βγάζει όλο και περισσότερο γέλιο. Έτσι οι δύο ώρες περνούν απολαυστικότατα - και το σενάριο μάλιστα είναι νομίζω αρκετά έξυπνο ώστε να κρατά σε εγρήγορση τον θεατή.
Υπάρχουν όμως κι άλλα: Το απίστευτο, κατάλευκο, παγωμένο τοπίο, απόκοσμο και μυστηριώδες, είναι ίσως ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του. Μερικές από τις εικόνες είναι αληθινά εικαστικότατες. Από την άλλη, η κριτική στην "καθώς πρέπει", άψογη βόρεια κοινωνία, είναι αιχμηρότατη: Οι γκάγκστερς είναι ατσαλάκωτοι, κυριλέ, με όλη τη σημασία της λέξης, όπως η κοινωνία που τους περιβάλλει, και ταυτόχρονα πραγματικά αδίστακτοι και βίαιοι. Ο ρατσισμός είναι παρόν, πράγμα που φαίνεται από τα συνεχή προσβλητικά για την άλλη συμμορία σχόλια του κυριλέ, χορτοφάγου (!) αρχηγού. Το κακό και το σάπιο υποβόσκουν κάτω από την πάλλευκη, όπως και το πανταχού παρόν χιόνι, απαστράπτουσα επιφάνεια. Και βέβαια η κριτική αγγίζει και τον "άλλο πόλο", τους σέρβους, με το δικό τους μπάχαλο, το κιτς και την από τη σκοπιά τους κριτική στη νορβηγική κοινωνία.
Ο Στέλαν Σκάαρσγκαρντ είναι πάντα πολύ καλός. Την παράσταση όμως για μένα έκλεψε ο απιστευτος Μπρούνο Γκαντζ ως... σέρβος νονός!

Τρίτη, Απριλίου 14, 2015

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟ ΣΤΟΝ "ΑΚΕΦΑΛΟ ΚΑΒΑΛΑΡΗ"

Στα 1999 ο Tim Burton, σε φόρμα τότε, συνεργάζεται για μια ακόμα φορά με τον αγαπημένο του ηθοποιό Τζόνι Ντεπ στον "Μύθο του Ακέφαλου Καβαλάρη" (Sleepy Hollow), βασισμένο χαλαρά στην κλασική ιστορία του Washington Irving από τον 19ο αιώνα.
Ο ήρωας είναι ένας πρωτοποριακός για την εποχή του αστυνομικός ερευνητής, που πιστεύει στην επιστήμη και προσπαθεί να λύσει μυστήρια για φόνους κλπ. με βάση τη λογική, τη χημεία και τα εργαλεία του, πράγμα που τον φέρνει σε αντίθεση με το περιβάλλον του. Στέλνεται από τους προϊσταμένους του (κάτι σαν "δυσμενής μετάθεση") να ερευνήσει τα φριχτά συμβάντα στην απομονωμένη επαρχιακή περιοχή Sleepy Hollow, όπου πτώματα κατοίκων βρίσκονται αποκεφαλισμένα, ενώ τα κεφάλια τους δεν βρίσκονται ποτέ. Όλοι εκεί πιστεύουν ότι οι φόνοι είναι έργο του νεκρού "Ακέφαλου Καβαλάρη", που εμφανίζεται κατά καιρούς και στοιχειώνει την περιοχή. Όταν ο νεαρος επιστήμονας φτάνει εκεί θα βρεθεί όντως αντιμέτωπος με το υπερφυσικό, πράγμα που θα αρχίσει να κλονίζει τις πεποιθήσεις του, ενώ οι εφιαλτικές εμφανίσεις και τα εγκλήματα συνεχίζονται.
Η ταινία, ίσως η τρομακτικότερη του Μπάρτον, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια γοτθική ταινία καθαρού τρόμου (ακόμα και σπλάτερ σε κάποιες στιγμές). Ωστοσο ο δαιμόνιος σκηνοθέτης με το χαρακτηριστικό προσωπικό του στιλ, την μπολιάζει και με μια γερή δόση μαύρου χιούμορ, μετατρέποντάς την έτσι σε καθαρά μπαρτονικό έργο. Ο ήρωας, ανατρέποντας κάθε περί γενναιότητας κλισέ, είναι ένας αληθινά τρομοκρατημένος χαρακτήρας με τα όσα αντικρίζει και αντιμετωπίζει εκεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι θα λιποθυμήσει από φόβο αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ, ενώ μερικοί από τους κατοίκους (ακόμα και η κοπέλα που ερωτεύεται), εξοικειωένοι με το υπερφυσικο - ή μήπως τη δυσειδαιμονία, και πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ τους; - θα φανούν συχνά ψυχραιμότεροι από τον ίδιο. Ταυτόχρονα μπολιάζει την ιστορία με μια "αστυνομική" υφή (ποιος κινεί τα νήματα του φοβερού Καβαλάρη και γιατί τα θύματα είναι αυτά που είναι και όχι άλλοι κάτοικοι;) προσδίδοντας έτσι ένα ακόμα στοιχείο που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Στο φόντο πάντως υποβόσκει η αιώνια διαμάχη ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, επιστήμη και υπερφυσικό, αίτιο / αιτιατό και παράλογο. Ο Μπάρτον βέβαια, ως γνήσιος ρομαντικός και λάτρης του γοτθικού κλιματος, τίθεται απερίφραστα υπέρ των δεύτερων στοιχείων στα διλήμματα αυτά.
Συνολικά το φιλμ, συνεπικουρούμενο από την ωραία, "σκοτεινή" εικόνα και τη ζοφερή - αλλά και συχνά αστεία - ατμόσφαιρα, είναι νομίζω από τα πετυχημένα του δημιουργού αυτού, που με τον προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο τρόπο του μπόλιασε το σύγχρονο σινεμά με έντονη γοτθική φλέβα και με μια σειρά από σκοτεινά παραμύθια.

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2015

FATHERLAND: ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΟΙ ΝΑΖΙ...



Οι ταινίες που έχουν σαν θέμα πτυχές εναλλακτικής ιστορίας (τι θα γινόταν δηλαδή αν ιστορικά γεγονότα είχαν διαφορετική κατάληξη απο αυτην που γνωρίζουμε) είναι σχετικά σπάνιες. Το "Fatherland" γυρίστηκε το 1994 από τον καθαρά τηλεοπτικό Christopher Menaul για το ΗΒΟ, είναι δηλαδή μια μεγάλου μήκους τηλεταινία, και βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βρετανού Ρόμπερτ Χάρις.
Βρισκόμαστε στα 1964 και οι ναζί έχουν κερδίσει τον πόλεμο. Ολόκληρη η Ευρώπη είναι γερμανική, ο πόλεμος συνεχίζεται μόνο στο μέτωπο της ακόμα υπό τον Στάλιν Ρωσίας που αντιστέκεται, ενώ η αντίπαλη υπερδύναμη στους ναζί είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δύο ισχυρές χώρες βρίσκονται σε κατάσταση Ψυχρού Πολέμου. Ο Χίτλερ, στα 75 του πλέον, εξακολουθεί να κυβερνά. Μετά από 20 ψυχροπολεμικά χρόνια 3ο Ράιχ και ΗΠΑ ετοιμάζονται να "σπάσουν τον πάγο" για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, με την ιστορική επίσκεψη του αμερικανού προέδρου (ο οποίος είναι ο γηραιός πατέρας του Τζον Κένεντι!) στο Βερολίνο. Εκείνη ακριβώς την περίοδο παλιά, ηλικιωμένα πλέον στελέχη του ναζιστικού κόμματος αρχίζουν να πεθαίνουν με διάφορους τρόπους. Ένας αξιωματικός των Ες Ες (ταιριαστός ο Ρούντγκερ Χάουαρντ), με κάποιες αμφιβολίες για το καθεστώς, αναλαμβάνει την υπόθεση. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί στα ίχνη ενός τεράστιου μυστικού και θα αρχίσει να κινδυνεύει κι ο ίδιος από τη Γκεστάπο.
Η ταινία δεν νομίζω ότι διαθέτει κινηματογραφικές πρωτοτυπίες. Βασίζεται κυρίως στο σενάριο, που κατάφερε να με κρατήσει τόσο με την αστυνομικής υφής ίντριγγα όσο και με το όλο αγχωτικό κλίμα που δημιουργεί ένα κατεστημένο πλέον, πλην όμως πάντοτε στυγνό και δικτατορικό καθεστώς, γεμάτο σκοτεινά μυστικά και διαρκείς παρακολουθησεις των πάντων. Δίχως εντυπωσιακά εφέ και σκηνικά, το φιλμ αναπαριστά προσεκτικά και σε κάποια σημεία με έξυπνο τρόπο  το πώς θα ήταν μια ειρηνική πλέον ναζιστική Γερμανία στη δεκαετία του 60 (κάπου φαίνεται τοιχοκολλημένη και μια αφίσα των Beatles). Φυσικά η καταπίεση και η ουσιαστική έλλειψη ελευθερίας στηλιτεύονται, ενώ η σκιά του εφιαλτικού Ολοκαυτώματος κυριαρχεί για μια ακόμα φορά.
Κάποιες σκηνές προς το τέλος, με την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, μου φανηκαν υπερβολικές (ή μάλλον φτιαγμένες αποκλειστικά για να δώσουν αυτό το κλασικό δευτερόλεπτο-με δευτερόλεπτο-σασπένς), αλλά συνολικά βρήκα την ταινία αρκετά ενδιαφέρουσα και την μίξη αληθινών και εναλλακτικών γεονότων έξυπνη.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

ΟΝΤΩΣ "ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ"

1954. Στην Αλγερία έχει ξεσπάσει ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ενάντια στους γάλλους αποικιοκράτες. Εν μέσω λοιπόν μιας καθόλου ομαλής κατάστασης, ένας φιλήσυχος ευρωπαϊκής καταγωγής δάσκαλος (που έχει ομως γεννηθεί στην Αλγερία) διδάσκει σε ένα απομονωμένο σχολείο στο μέσον του πουθενά, όταν διατάσεται (παρά τη θέλησή του) να παραδώσει έναν αλγερινό αιχμάλωτο, ο οποίος έχει διαπράξει ποινικό έγκλημα, στην πιο κοντινή πόλη για να δικαστεί. Η πόλη απέχει κάποιες μέρες δρόμο με τα πόδια και μία οδύσσεια αρχίζει για τους δύο, των οποίων η σχέση θα γίνεται όλο και στενότερη.
Αυτά συμβαίνουν στη γαλλική  ταινία "Μακριά από τους Ανθρώπους" (Loin des Hommes) που γύρισε το 2014 ο David Oelhoffen και η οποία βασίζεται στο διήγημα "Η Φιλοξενία" του Αλμπέρ Καμί (που κι αυτός ήταν γαλλο-αλγερινός). Η ταινία με εντυπωσίασε με τη λιτότητα, αλλά και τον προβληματισμό της. Λιτότητα επειδή οι δύο ήρωες μιλούν λίγο (αλλά ουσιαστικά), επειδή μοιάζουν να αρκούνται στα απόλυτα αναγκαία, επειδή λιτοί είναι οι χώροι - και κυρίως το σχολείο. Αλλά "λιτό" είναι και το φυσικό περιβάλλον, καθώς ολόκληρο το φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα αχανές, άνυδρο, κιτρινωπό τοπίο, στην έρημο της χώρας. Το φυσικό σκηνικό θυμίζει γουέστερν (στην βορειοαφρικάνικη εκδοχή του), ενώ ακόμα και το πιο μικρό ή ευτελές αντικείμενο, φυτό ή κτίσμα μοιάζει να έχει μοναδική αξία.
Όσο για τα θέματα που θίγονται; Το φιλμ εξετάζει την αντοχή της προσωπικής ηθικής ενός ανθρώπου, καθώς αυτή δοκιμάζεται απέναντι σε θεσμούς ή ιδεολογίες και πρακτικές που έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τα πιστεύω του. Έτσι η μοναξιά του ήρωα, αυτό το "μακριά από τους ανθρώπους", έχει να κάνει όχι μόνο με την κυριολεκτική, "γεωγραφική" του απομόνωση (αφού ζει ολομόναχος, αλλά ευτυχής στο απομονωμένο σχολείο), αλλά και με την απομόνωση από τα αντίθετα μεταξύ τους πιστεύω των γύρω του: Τόσο από τους κατακτητές (και δολοφόνους σε κάποιο σημείο) "συμπατριώτες" του γάλλους, όσο και από τα άγρια, εκδικητικά και βασισμένα στην "τιμή" έθιμα των ντόπιων αλγερινών. Η προσωπική ηθική λοιπόν πάνω απ' όλα. Και τι γίνεται με την ελευθερία βούλησης, που μερικές φορές απαιτεί θυσίες ή ρίξεις με όσα επικρατούν στον κοινωνικό περίγυρο;
Ταυτόχρονα το γεμάτο κινδύνους (από όλες τις πλευρές) οδοιπορικό των δύο πρωταγωνιστών διατήρησε αμείωτη  την αγωνία μου για τη  τελική έκβαση, οπότε και το στοιχείο του σασπένς ήταν εξασφαλισμένο, ενώ ο Βίγκο Μόρτενσεν ήταν πειστικοτατος ως βασικός ήρωας. Πολύ ενδιαφέρων συνδυασμός λοιπόν μιας ιστορίας που κρατά τον θεατή από τη μία και φιλοσοφικού προβληματισμού από την άλλη.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2015

"ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ" ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΗΘΙΚΗ...

Βρισκόμαστε στα 1966 όταν ο σημαντικός σκηνοθέτης Richard Brooks (1912-1992) γυρίζει το γουέστερν "The Professionals" (Οι Επαγγελματίες) με ένα λαμπρό καστ: Λι Μάρβιν, Μπαρτ Λάνκαστερ, Ρόμπερτ Ράιαν, Τζακ Πάλανς, Κλαούντια Καρντινάλε! Νομίζω ότι η ταινία θα γίνει ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, καθώς το είδος είχε ήδη αρχίσει να χάνει την παλιά του αίγλη.
Ένας πάμπλουτος τραπεζίτης προσλαμβάνει μια ομάδα "επαγγελματιών" - με πολύ καλή πληρωμή φυσικά - με αποστολή να μπούν στο Μεξικό και να φέρουν πίσω τη σύζυγό του, που έχει απαχθεί από μεξικανό κακοποιό. Φυσικά ο καθένας από την τετραμελή ομάδα ειδικεύεται σε κάτι, ενώ οι δύο απ' αυτούς ξέρουν πολύ καλά τη χώρα, αφού λίγα χρόνια πριν είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Πάντσο Βίλα κατά τη μεξικάνικη επανάσταση. Γενικά όλο το φιλμ έχει σαν φόντο την επανάσταση - ή μάλλον τον απόηχό της - και πολλά λέγονται γι΄ αυτήν. Καθώς όμως η ομάδα πλησιάζει στο στόχο της, θα γνωρίσει μια μεγάλη έκπληξη...
Το γουέστερν αυτό, με σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μη φοβηθείτε πολύ), ξεδιπλώνει μεθοδικά την ιστορία και τον προβληματισμό του, δίχως βεβαίως να στερείται δράσης (και κλασικό πιστολίδι) σε κάμποσες σκηνές του. Για μια ακόμα φορά το (μεξικάνικο αυτή τη φορά) τοπίο της ερήμου είναι κυρίαρχο. Η ζέστη, η σκόνη, οι κίτρινες εκτάσεις, τα βράχια, τα βουνά... Και βέβαια οι διαφορετικοί χαρακτήρες της ομάδας (και τα διαφορετικά κίνητρά τους) αποκαλύπτονται σιγά - σιγά.
Ωστόσο ο Brooks είναι κατά βάση ένας κοινωνικός σκηνοθέτης ("Εν Ψυχρώ", "Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα", "Αναζητώντας τον κ. Goodbar" κλπ.). Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να λείπει ο κοινωνικός προβληματισμός. Γενικά η ταινία στηρίζεται στο παιχνίδι του ποιος πραγματικά είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακός". Τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται με μια πρώτη ματιά και η αμφισβήτηση των "νορμάλ" καταστάσεων είναι πλήρης. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό (που αγγίζει και τον πολιτικό προβληματισμό) είναι αυτό που χαρακτηρίζει ένα κατά τα άλλα τυπικό γουέστερν (το λέω με καλή έννοια). Θα το χαρακτήριζα λοιπόν "σκεπτόμενο", δίχως αυτό το στοιχείο να στερεί την απόλαυση ενός καλού δείγματος του είδους. Στο κάτω - κάτω, εκτός της δράσης, υπάρχει και το καστ που προαναφέραμε...