Σάββατο, Μαρτίου 18, 2017

Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ ΩΣ ΦΟΝΤΟ ΤΟΥ "HOUSE OF BAMBOO"

Το 1955 η Ιαπωνία βρισκόταν ακόμα πολύ κοντά στον πόλεμο, στον εφιάλτη της βόμβας και, επιπλέον, τελούσε υπό αμερικανική κατοχή. Τότε λοιπόν ο δαιμόνιος Samuel Fuller (1912-1997) πάει εκεί και γυρίζει το "House of Bamboo", ένα αστυνομικό φιλμ, πλην όμως όχι ακριβώς νουάρ (είναι εξ άλλου έγχρωμο).
Ένας αμερικανός πρώην στρατιώτης φτάνει στην Ιαπωνία μετά από πρόσκληση ενός φίλου, που έχει μείνει εκεί. Αμέσως θα ανακαλύψει πολλά: Ο φίλος του μόλις έχει δολοφονηθεί, ο φίλος του ήταν παντρεμένος κρυφά με μια γιαπωνέζα, ο φίλος του ήταν μέλος μιας αδίστακτης αμερικανοκρατούμενης συμμορίας που οργανώνει κάθε είδους ληστεία μέσα στο χάος που επικρατεί την εποχή αυτή στη χώρα. Ο ίδιος, όχι και πολύ καθαρός τύπος, θα γίνει μέλος της συμμορίας, θα αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αρχηγού της και θα αρχίσει να ανεβαίνει στην εγκληματική κλίμακα. Όμως...
Θα πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία από τις πολύ καλές του Fuller. Χαλαρότεροι ρυθμοί και πιο "νορμάλ" σενάριο από αυτά που συνήθιζε εκείνος την χαρακτηρίζουν. Κάπου στα μισά συμβαίνει η σημαντική ανατροπή, από εκεί και πέρα πάντως το σασπένς συνεχίζεται. Νομίζω ωστόσο ότι το σημαντικό της στοιχείο έγκειται στην καταγραφή (σπάνια στο δυτικό σινεμά) της άσχημης μεταπολεμικής κατάστασης στη Χώρα του Ανατέλοντος Ηλίου, για την οποία μάλλον λίγα γνωρίζουμε. Το Τόκιο του '55 κάθε άλλο παρά την σύγχρονη, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, μητρόπολη θυμίζει. Χαμόσπιτα, παραδοσιακή γιαπωνέζικη κουλτούρα που ακόμα επιζεί, ανέχεια και εγκληματικότητα συνθέτουν ένα δυσάρεστο φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσεται η ιστορία. Ταυτόχρονα η απέχθεια, ο ρατσισμός στην ουσία, των (έστω ηττημένων και ταπεινωμένων) γιαπωνέζων προς οτιδήποτε ξένο γι' αυτούς δίνεται ανάγλυφα. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον αδίστακτο πλην όμως "τζένλεμαν" αμερικανό αρχηγό της συμμορίας και στον νεοφερμένο.
Ο Ρόμπερτ Ράιαν είναι καλός στο ρόλο του "κακού", οι τελικές σκηνές με την καταδίωξη στο υπερυψωμένο λούνα παρκ είναι αρκετά εντυπωσιακές, πλην όμως έχουν προηγηθεί κάμποσες σεναριακές αφέλειες (με πολύ γελοίο τρόπο δεν παγιδεύεται ο κακός;)
Δεν σας αποτρέπω να τη δείτε, κάθε άλλο (ο Φούλερ είναι πάντοτε Φούλερ), ώστόσο προσωπικά με ενδιέφερε περισσότερο το κοινωνικό background μιας σχετικά άγνωστης γιαπωνέζικης περιόδου παρά η ίδια η ιστορία.

Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2017

ΤΟ "ΨΥΧΩ" ΩΣ COPY PASTE ΑΠΟ ΤΟΝ VAN SANT

Κατ' αρχήν θα πω ότι σέβομαι σαν σκηνοθέτη τον Gus Van Sant. Νομίζω ότι έχει κάνει αξιόλογα φιλμς, αν και υπάρχουν κάποια από τα "πειραματικά" του που δεν αντέχω. Στην περίπτωση τού "Ψυχώ" (ναι, του διάσημου "Ψυχώ" του Χίτσκοκ) που ξαναγύρισε το 1998, ομολογώ ότι απλώς δεν καταλαβαίνω το πώς και το γιατί, γι' αυτό και θα γράψω λίγα μόνο πράγματα.
Την ιστορία του αυθεντικού "Psycho" την ξέρετε φαντάζομαι οι περισσότεροι (ίσως και όλοι): Μια γυναίκα κλέβει ένα μεγάλο ποσόν απο το αφεντικο της και φεύγει με το αυτοκίνητό της μακριά για να συναντήσει τον εραστή της. Τη νύχτα αναγκάζεται να διανυκτερεύσει σε ερημικό μοτέλ στο πουθενά, χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό σπίτι όπου ο "παράξενος" ιδιοκτήτης του μοτέλ κατοικεί μαζί με τη γριά μητέρα του. Τη νύχτα η κοπέλα δολοφονείται άγρια στο μπάνιο με μαχαίρι. Ο εραστής της προσλαμβάνει έναν ντετέκτιβ για να ερευνήσει τις συνθήκες της εξαφάνισής της.
Ο Van Sant λοιπόν αναλαμβάνει να κάνει ένα ριμέικ ενος κάτι παραπάνω από κλασικού φιλμ τριαντατόσα χρόνια μετά; Όχι ακριβώς. Αυτό εδώ δεν είναι ένα ριμέικ με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Ο σκηνοθέτης γυρίζει την ταινία του, έγχρωμη και, φυσικά, με σύγχρονούς του ηθοποιούς, αντιγράφοντας κυριολεκτικά πλάνο - πλάνο, κοπιάροντας έτσι απόλυτα το πρωτότυπο. Η διάσημη σκηνή του μπάνιου για παράδειγμα, μια από τις εμβληματικότερες του παγκόσμιου σινεμά, που αποτελείται από πάμπολλα διάρκειας ελάχιστων δευτερολέπτων πλάνα, αντιγράφεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια ακριβώς πλάνα. Όλα αυτά είναι προφανώς ηθελημένα. Οίδιος ο σκηνοθέτης άλλωστε είχε ξεκάθαρα δηλώσει την πρόθεσή του να μεταφέρει αυτούσιο το πρωτότυπο στη σύγχρονη εποχή (αυτή της δεκαετίας του 90 εννοώ).
Γιατί το κάνει αυτό και ποια ειναι η "χρησιμότητα"; Όπως σημείωσα στην αρχή δεν ξέρω. Ίσως να πρόκειται για τον απόλυτο κυριολεκτικά φόρο τιμής στον μεγάλο Χίτσκοκ. Ίσως πάλι να πρόκειται για περιέργεια: Πώς θα ήταν να γυρίσεις μια ολόιδια ταινία 38 χρόνια μετά; Να έχουμε δηλαδή να κάνουμε με έναν ακραίοπ ειραματισμό, απ' αυτούς που κατά καιρούς αγαπά ο σκηνοθέτης. Δεν ξέρω. Η σκέψη που έρχεται βέβαια αυθόρμητα στο νου είναι "και γιατί να ξαναδώ μια ίδια ταινία"; Τι να πω. Στέκω αμήχανος μπροστά στο εγχείρημα του συμπαθούς κατά τα άλλα δημιουργού, αναρωτιέμαι όπως όλοι και αφήνω τα όποια συμπεράσματα, καθώς και το αν θα (ξανα)δείτε το φιλμ ή όχι σε σας.
ΥΓ: Πάντως το καστ είναι αξιόλογο: Βινς Βον, Αν Χες, Βίγκο Μόρτενσεν, Τζούλιαν Μουρ, Ουίλιαμ Μέισι... Μια χαρά.

Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2017

"ΛΟΓΚΑΝ" Ή ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΑ ΥΠΕΡΗΡΩΙΚΑ ΦΙΛΜ

Να ξαναπώ ότι δεν είμαι φαν των υπερηρωικών ταινιών κλπ. κλπ. Γι' αυτό ακριβώς όταν βλέπω μια καλή (ή έστω διαφορετική) τέτοια ταινία χαίρομαι ιδιαίτερα. Διότι τέτοια ακριβώς είναι ο "Λόγκαν" που γύρισε ο συχνά αξιόλογος James Mangold το 2017, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και το σενάριο.
Οι διαφορές από τους συνήθεις υπερήρωες είναι ορατές από την αρχή: Ο Λόγκαν (κοινώς Wolverin) είναι κάτι παραπάνω από κουρασμένος και βασανισμένος (και μεσήλικας), έχει αποσυρθεί από κάθε δράση και κρύβεται στα σύνορα του Μεξικού προστατεύοντας τον γερασμένο πλέον Ξαβιέρ, ο οποίος δεν είναι καθόλου καλά. Στο μεταξύ οι μεταλλαγμένοι στην ουσία δεν υπάρχουνπλέον και δεν έχει γεννηθεί κανενας τα τελευταία 20 χρόνια. Κάποτε όμως η ταυτότητά του Λόγκαν ανακαλύπτεται από μια αδίστακτοι εταιρία "παράξενων" συμφερόντων και ένας ολόκληρος στρατός κτηνωδών μισθοφόρων βρίσκεται ξαφνικά στο κατόπι του. Ή μάλλον... ένα μικρό κορίτσι κυνηγούν, το οποίο, παραδόξως, είναι μεταλλαγμένο και ζητά προστασία από τον πρώην υπερήρωα...
Πρόκειται σίγουρα για μια από τις πλέον ανθρώπινες και αντιηρωικές σούπερηρωικές (αντίφαση, ε;) ταινίες που έχουμε δει ποτέ. Το κλίμα της δεν έχει τίποτα το ηρωικό, αντίθετα είναι πεσιμιστικό και παρακμιακό. Οι ήρωες δεν καλούνται να σώσουν την ανθρωπότητα από απόλυτα κακές παντοδύναμες οντότητες ή κάτι τέτοιο, αλλά απλά να επιβιώσουν και να αντισταθούν, διαθέτοντας μάλιστα έναν παλιομοδίτικο κώδικα ηθικής απέναντι στην παντελώς απάνθρωπη "νέα τάξη" πραγμάτων, που συμβολίζει η εταιρία. Όπως καταλάβατε, το μέλλον που σκιαγραφει η ταινία είναι κάτι παραπάνω από ζοφερό... Όσο για το τέλος της, τα ψέματα τελείωσαν. Wolverin μπορεί να ξαναγίνει μόνο με reboot και ο Τζάκμαν (απόλυτα ταιριαστός στο ρόλο) δεν θα υπάρχει, αφού δήλωσε ότι δεν θα τον ερμηνεύσει ξανά.
Θεωρούσα πάντα τις X-Men ταινίες καλύτερες από τις υπόλοιπες του είδους. Ως γνωστόν (γνωστό για τους φίλους του σύμπαντος της Marvel βεβαίως και μόνο) ο Γουλβερίν ξεκίνησε απ' αυτούς και αυτονομήθηκε στην πορεία. Να λοιπόν που τώρα κλείνει την καριέρα του με ένα πραγματικά αξιόλογο φιλμ, που, ξαναλέω, νομίζω ότι ξεφεύγει αρκετά από τα υπόλοιπα. Και μόνο η κούραση και η παραίτηση από τα πάντα του βασικού χαρακτήρα αρκούν γι' αυτό. Οι αμετανόητοι φίλοι λοιπόν του είδους ίσως "τρομάξουν" λιγάκι ("μα εδώ δεν γίνεται χαμός κι αυτοί εδώ δεν είναι ακριβώς ήρωες"). Προσωπικά - και γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους - τη βρήκα καλή ταινία και, επαναλαμβάνω, αρκετά ανατρεπτική για το είδος και νομίζω ότι αξίζει και για τους μη φαν.

Τρίτη, Μαρτίου 14, 2017

"MATRIX" : ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ

Το 1999 το "Matrix" των αδελφών Wachowski (Lana και Lilly σήμερα) τάραξε όντως τα κινηματογραφικά νερά, αυτά της επιστημονικής φαντασίας τουλάχιστον, και σχεδόν έγινε μύθος. Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ μεγάλος φαν της ταινίας, ωστόσο νομίζω ότι το τόσο εντυπωσιακό του όλου πράγματος δικαιολογεί απόλυτα τη φήμη του.
Ο ήρωας ζει σε μια κοινωνία όπως τη ξέρουμε. Προγραμματιστής, δουλεύει σε μεγάλη εταιρία και τις νύχτες... κάνει διάφορα με τον υπολογιστή του. Ωστόσο βασανίζεται από παράξενα και φριχτά όνειρα (;). Κάποια στιγμή θα έρθει σε επαφή με τον διάσημο "υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο" Μορφέα και την παρέα του, κι αυτός θα του αποκαλύψει το εφιαλτικό πρόσωπο του αληθινού κόσμου, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από την οικεία καθημερινότητά του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα του δηλώσει από την αρχή ότι τον θεωρεί τον αναμενόμενο "Μεσία", που θα σώσει την ανθρωπότητα από την βάρβαρη κυριαρχία των μηχανών.
Ξαναλέω ότι το φιλμ παραμένει εντυπωσιακό. Συχνή καταιγιστική δράση, σασπένς, διάσημα slow motion και σχεδόν χορευτικές φιγούρες στις μάχες, εντυπωσιακά σκηνικά... Η όλη ιστορία του βεβαίως αποτελεί ένα πραγματικό συνονθύλευμα επιρροών: Από τον "Εξολοθρευτή" ως την κυβερνοπανκ λογοτεχνία (με εξέχουσα αναφορά τον Ουίλιαμ Γκίμπσον) και από τη συνωμοσιολογία ως την Αγία Γραφή και τα φιλμ πολεμικών τεχνών, ενώ η εικόνα δανείζεται από τη χορογραφημένη βία του Πέκινπα έως την αντίστοιχη του Τζον Γου και των ανατολικών ταινιών καράτε. Πολλά δάνεια, έτσι;
Όσον αφορά το ιδεολογικό μέρος... εδώ θα τα χαλάσουμε κάπως. Νομίζω οτι το ουσιαστικό μήνυμα είναι καθαρά θρησκευτικής υφής: Ο κόσμος περιμένει ένα μεσία για να λυτρωθεί από τον εφιάλτη, και μάλιστα έναν μεσία του οποίου η ύπαρξη έχει ειπωθεί σε προφητείες. Υπάρχει όντως μία προφήτης, ένας "Ιωάννης Βαπτιστής" (ο Μορφέας), ο οποίος είναι αυτός που "αναγνωρίζει" τον μεσία, τον διδάσκει και τον πείθει ότι "αυτός είναι ο εκλεκτός", ενώ, για να μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την θρησκευτική υφή του όλου πράγματος, η μυστική πόλη των "ελευθερων ανθρώπων", αυτών που γνωρίζουν την αλήθεια, λέγεται Σιών. Όσο για το τέλος [spoiler, spoiler] προσωπικά με ξενέρωσε πολύ, αφού πρόκειται για μια κανονικότατη ανάσταση, η οποία μάλιστα συμβαίνει εξ αιτίας της "θαυματουργής δύναμης της αγάπης" [τέλος spoiler].
Γκρινιάζω, αλλά αν δεν το έχετε δει και είστε φαν της ΕΦ να το κάνετε οπωσδήποτε. Νομίζω ότι, παρά τις έντονες επιροές του, κι αυτό με τη σειρά του επηρέασε μεταγενέστερες ταινίες δράσης / φαντασίας και, τέλος πάντων, παραμένει ένα είδος κλασικού. Μόνο αυτό το πρώτο μέρος, το αρχικό δηλαδή, γιατί τα επόμενα δύο... αφείστε καλύτερα. Όσο για τους Wachowski, νομίζω ότι ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν κάτι αξιόλογο έκτοτε. 

Κυριακή, Μαρτίου 12, 2017

Ο ΚΑΤΑ LARRAIN "ΝΕΡΟΥΔΑ"

Προσθήκη λεζάντας
Ας επαναλάβω αρχικά ότι θεωρώ τον χιλιανό Pablo Larrain έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή σκηνοθέτες διεθνώς. Όλες του οι ταινίες έχουν κάτι ιδιαίτερο, κάτι δικό του και, αυτό είναι το παράδοξο, όλες ασχολούνται με ιστορίες από τη χώρα του, κι όμως ξεπερνούν κατά πολύ το τοπικό ενδιαφέρον και γίνονται διεθνείς. Το 2016 με το "Neruda" αποπειράται να αφηγηθεί μια περίοδο της ζωής, γύρω στο 1948 συγκεκριμένα, του μεγαλύτερου χιλιανού ποιητή και νομπελίστα. Ωστόσο αυτό που θα τονίσω από την πρώτη στιγμή για να σας προετοιμάσω είναι ότι κάθε άλλο παρά για μια βιογραφία του Νερούδα πρόκειται, αφού σύντομα "ξεφεύγει" και μετατρέπεται σε ένα ποιητικό φιλμ - και σατιρικό ταυτόχρονα, που στοχάζεται (μεταξύ άλλων) πάνω στο θέμα της τέχνης και τις επιπτώσεις της στην αληθινή ζωή.
Το 1948 λοιπόν η δημοκρατικά εκλεγμένη αμερικανόφιλη χιλιανή κυβέρνηση θέτει το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας εκτός νόμου και αποφασίζει να συλλάβει τον γερουσιαστή του και ήδη διάσημο ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Αναθέτει τη σύλληψη σε νεαρό και ιδιαίτερα φιλόδοξο αστυνομικό, ο οποίος καταδιώκει με ζήλο τον φυγάδα γερουσιαστή και τη σύζυγό του σε διάφορες περιοχές της Χιλής. Σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι τα νήματα της καταδίωξης, τη σκηνοθεσία της ουσιαστικά, κρατά και ελέγχει ο ίδιος ο διωκόμενος Νερούδα. Αμφιβάλλουμε ακόμα και για το αν ο αστυνομικός είναι αληθινός ή βγαλμένος από τη φαντασία του καλλιτέχνη με σκοπό να  δημιουργήσει - εδραιώσει τον μύθο του...
Έτσι λοιπόν το φιλμ στοχάζεται πάνω στη φύση της τέχνης και την αλληλεπίδρασή της με την αληθινή ζωή. Ο ίδιος ο μεγάλος ποιητής παρουσιάζεται ως κάπως αντιφατική προσωπικότητα, η οποία στη ουσία νοιάζεται το ίδιο για τον θρίαμβο του προσωπικού του μύθου και - ως κομμουνιστής - για το καλό και την πρόοδο του λαού. Ναι, η αριστερή οπτική υπάρχει στην προσωπικότητα που δημιουργεί ο Larrain, αλλά συνυπάρχει με τον εγωκεντρισμό και την ανάγκη μυθοποίησης του καλλιτέχνη, την ανάγκη ύπαρξης του φτωχού λαού, τον οποίο ο ποιητής υπηρετεί, για να τον λατρεύει. Ίσως αυτό που κινεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον κατά Larrain Νερούδα είναι ο πόθος όχι για χρήμα ή εξουσία, αλλά για τη δόξα. Από την άλλη ο φανατικός διώκτης μοιάζει - πέρα από τα όποια πολιτικά κίνητρα - να ζηλεύει και να ποθεί τη δόξα του ποιητή, να νοιώθει ότι είτε συλληφτεί αυτός είτε όχι ο Νερούδα θα είναι ο ήρωας, η προσωπικότητα που θα μείνει από όλη αυτή την ιστορία και όχι ο ιδιος. Και βεβαίως υπάρχει η μόνιμη προβληματική του σκηνοθέτη για τις επιπτώσεις του ιστορικού περίγυρου στις ανθρώπνες ζωές, καθώς και η κριτική πάνω στους επιφανείς ανθρώπους που πολεμάνε για ένα σκοπό - το αριστερό όνειρο εν προκειμένω - ενώ ταυτόχρονα δεν θέλουν να χάσουν τίποτα από τις προσωπικές τους απολαύσεις, που βεβαίως είναι πολύ ανώτερες του ίδιου του απλού λαού.
Πολυεπίπεδο φιλμ με διαφορετικές ίσως αναγνώσεις, χρησιμοποιεί στοιχεία αστυνομικού θρίλερ αλλά και σάτιρας και επίτηδες "τραβηγμένων" καταστάσεων, όλα πάντως ενσωματωμένα στο ιστορικό πλαίσιο, και διαθέτει την παλιού στιλ, νοσταλγική φωτογραφία που συχνά χρησιμοποιεί ο δημιουργός στα φιλμ του. Συνολικά πολύ ενδιαφέρον - και ίσως κάπως δύσκολο στα νοήματά του. Δείτε το ως ένα προσωπικό, παράξενο και πολυεπίπεδο εγχείρημα και σε καμία περίπτωση - προειδοποιώ και πάλι  - ως βιογραφία του Νερούδα. Μπορεί να βασίζεται σε κάποια ιστορικά γεγονότα, σύντομα όμως "απογειώνεται", καθώς η πρόθεσή του είναι εντελώς διαφορετική από την κατασκευή μιας βιογραφίας.

Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2017

"FORTY GUNS" ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΥΟΥΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ

Ο εξαιρετικός Samuel Fuller (1912-1997) είναι γνωστός κυρίως για τα πολύ καλά νουάρ (ή σχετικά μ' αυτό το είδος) b-movies του. Ωστόσο έχει γυρίσει μεταξύ άλλων και γουέστερν, και μάλιστα καλά. Ένα από αυτά είναι το "Forty Guns" του 1957 με τη Μπάρμπαρα Στάνγουικ στον βασικό γυναικείο ρόλο.
Τρία αδέλφια φτάνουν σε μια πόλη της Αριζόνα. Ο ένας πρόκειται να γίνει σερίφης, αντικαθιστώντας τον ήδη ηλικιωμένο και σχεδόν τυφλό προηγούμενο. Η πόλη εξουσιάζεται από μια αγέρωχη ιδιοκτήτρια πελώριου ράντσου, που επιβάλλει τη θέλησή της με τη βοήθεια 40 πληρωμένων πιστολάδων που δουλεύουν γι' αυτήν, ενός ιδιωτικού στρατού ουσιαστικά. Η σκληρή γυναίκα ωστόσο θα ερωτευτεί τον μεγαλύτερο αδελφό, ο δικός της αδελφός όμως, κλασικός κακομαθημένος αλήτης, θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα κι όλα θα πάνε στραβά. Το αίμα δεν θα αργήσει να κυλήσει...
Κατ' αρχήν θαυμάζουμε τη στιβαρότητα της σκηνοθεσίας, που είναι λιτή και ακριβής. Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα και σφιχτή και δεν νομίζω ότι κάνει τους θεατές να πλήξουν. Οι ηθοποιοί είναι πειστικοί  (κυρίως η Στάνγουικ), ενώ από τους χαρακτήρες, άλλοι μεν είναι στερεοτυπικά καλοί ή κακοί, αρκετοί όμως είναι πιο πολύπλοκοι, συνδυάζοντας μερικές φορές θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά.Μερικοί μάλιστα είναι διαφορετικοί από αυτό που αρχικά δείχνουν.  Όσο για τις σκηνές, υπάρχουν κάμποσες εντυπωσιακές (θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη μόλις, με τους 40 καβαλάρηδες να περνάν τον δρόμο αντίθετα στην άμαξα των αδελφών που φτάνουν στην πόλη).
 Η γενική αίσθηση (το νόημα αν θέλετε του φιλμ) είναι κοινό με αρκετά άλλα γουέστερν: Στην ουσία μιλά για το τέλος μιας εποχής και τη γέννηση μιας καινούριας, της σημερινής ουσιαστικά. Η ωμή βία και οι ανεξέλεγκτοι μεγαλοϊδικτήτες, κατάλοιπα μιας φεουδαρχικής περιόδου, χάνουν σιγά - σιγά τη θέση τους, ενώ μια πιο έννομη κοινωνία αναδύεται (η οποία βεβαίως και πάλι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυνατών, αλλά με έμμεσους και πιο "πολιτισμένους" τρόπους). Ή, αν θέλετε, το παλιό, μυθικό Φαρ Ουέστ τελείώνει...
Το θεωρώ κλασικό γουέστερν, που συνδυαζει δράση και ψυχολογικό σασπένς και, για μια ακόμα φορά, βγάζω το καπέλο στον τόσο επιδέξιο Φούλερ.

Πέμπτη, Μαρτίου 09, 2017

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΞΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ "WHITE SANDS"

Το 1992 ο ενίοτε καλός σκηνοθέτης Roger Donaldson γυρίζει την αστυνομική περιπέτεια "White Sands" ("Ο Θάνατος Σταμάτησε στην Έρημο" ο ελληνικός τίτλος), μια ταινία που, αν μη τι άλλο, βλέπεται ευχάριστα - κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Ο σερίφης μιας μικρής πόλης στο "πουθενά" των νοτιοδυτικών ΗΠΑ βρίσκει ένα πτώμα στην έρημο. Το θέμα είναι ότι το πτώμα κουβαλά μια βαλίτσα με 500.000 δολάρια. Ο σερίφης, στην προσπάθειά του να λύσει το αίνιγμα, "κλέβει" την ταυτότητα του νεκρού, προσποιέιται δηλαδή ότι είναι αυτός), ακολουθεί τα ίχνη του και σύντομα βρίσκεται μπλεγμένος σε μια πολύπλοκη υπόθεση διεθνούς εμπορίου όπλων, αλλά και ερευνών του FBI, όπου κακοποιοί και πράκτορες μπερδεύονται σε ένα κουβάρι. Και υπάρχουν βέβαια και οι αναμενόμενες ανατροπές.
Κατ' αρχήν το όλο στόρι μας θυμίζει το "Επάγγελμα Ρεπόρτερ" του Αντονιόνι. Καμία σχέση βέβαια. Άλλωστε εντελώς διαφορετικές είναι οι προθέσεις της συγκεκριμένης ταινίας. Νομίζω λοιπόν ότι το φιλμ κρατά τουλάχιστον αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, αν και βέβαια ανήκει σε ένα (για να το πω ευγενικά) πολυειδωμένο είδος σινεμά. Η ατμόσφαιρα είναι αρκετά καλή, η έρημος, με τη λιτότητα των τοπίων της και την υποβλητικότητά της πρωταγωνιστεί, οι χαρακτήρες είναι σχετικά ενδιαφέροντες και, κυρίως, οι ηθοποιοί είναι αξιόλογοι: Ουίλαμ Νταφόε στον βασικό ρόλο, με την εμμονική σχεδόν τιμιότητά του (αν και, σε κάποια στιγμή θα υποκύψει στον πειρασμό), αλλά και Μίκι Ρουρκ (πάντοτε καλός "κακός"), Σάμουελ Τζάκσον, Μαρί-Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο. Και βέβαια έχουμε την κλασική και συνηθισμένη κριτική για τη διαφθορά στα βάθη των διαφόρων υπηρεσιών ασφαλείας (εδώ του FBI) και της ανεξέλεγκτης δράσης διαφόρων διεθνών λαθρεμπόρων (εδώ όπλων). 
Σαφώς δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, αλλά, το επαναλαμβάνω, νομίζω ότι βλέπεται αρκετά ευχάριστα ως αστυνομική περιπέτεια.

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2017

Ο "ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ" ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ' ΑΥΤΟΝ...

Η δεκαετία του 50 υπήρξε, υποτίθεται, ειδυλιακή για την Αμερική. Ο πόλεμος είχε τελειώσει. Ευημερία, ανάπτυξη, vintage ρούχα και διαφημίσεις και νοσταλγικές εικόνες με τέλειες οικογένειες και τέλεια αυτοκίνητα σε τέλεια σπίτια... Τι υπήρχε όμως κάτω από την απαστράπτουσα αυτή επιφάνεια;
Ο σημαντικός Todd Haynes βάλθηκε εν έτει 2002 να αποδομήσει όλη αυτή την παστέλ, χρωματιστή εικόνα ευτυχίας γυρίζοντας το "Far from Heaven" (Μακριά από τον Παράδεισο) με εξειρετικές ερμηνείες από τη Τζούλιαν Μουρ και τον Ντένις Κουέιντ. Οι οποίοι είναι το κλασικό "τέλειο" ζευγάρι της εποχής, με το σπίτι και το αυτοκίνητο που λέγαμε, πετυχημένος εργαζόμενος εκείνος, άψογη, δημοφιλής και κοινωνικά δραστήρια νοικοκυρά εκείνη. Ώσπου η ευτυχία αρχίζει ξαφνικά να σκοτεινιάζει: Σύντομα ανακαλύπτουμε ότι ο υπέροχος σύζυγος είναι στην πραγματικότητα ομοφυλόφιλος (πράγμα για το οποίο νοιώθει ενοχές και κρύβει όσο καλύτερα μπορεί) κι εκείνη, μετά το σοκ, αρχίζει να νοιώθει έλξη για τον κηπουρό τους, ο οποίος είναι ευαίσθητος και καλλιεργημένος, πλην όμως τυχαίνει να είναι μαύρος. Ο κοινωνικός περίγυρος παύει βαθμιαία να θεωρεί ως πρότυπο την οικογένεια και αρχίζει να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο...
Ο εύστοχος κοινωνικά Haynes στηλιτεύει ταυτόχρονα δύο απεχθή κοινωνικά φαινόμενα: Τον ρατσισμό και την ομοφοβία. Ή, αν τα θέλετε σε μία πρόταση, την απέχθεια και απόρριψη του κάθε λογής διαφορετικού. Ναι, η εικόνα της κοινωνίας αυτής φαίνεται τέλεια (όσον αφορά τις μεσαίες τάξεις βεβαίως), φτάνει να είναι ομοιογενής, να αποτελείται μόνο από "εμάς", να μην αμαυρώνεται δηλαδή από τίποτα μαύρους, ομοφυλόφιλους, αλκοολοκούς και άλλους "παρείσακτους". Ειδικά στο θέμα του φυλετικού ρατσισμού, η εποχή αυτή που πολλοί τόσο νοσταλγούν δείχνει ένα πραγματικά αποκρουστικό πρόσωπο. Η επαφή (ακόμα και φιλική) με μαύρους είναι εκτός συζήτησης. Όσο για την ομοφυλοφιλία, και μόνο η απόλυτα αποδεκτή κοινωνικά αντιμετώπισή της ως ασθένεια (ο ίδιος ο ήρωας σπεύδει να επισκεφτεί γιατρό για να "θεραπευτεί|") λέει πολλά.
Ο Haynes, ακριβώς για να τονίσει την αντίθεση, χρησιμοποιεί την εντυπωσιακή φωτογραφία που ταιριάζει με την εποχή, αυτή με τα έντονα χρώματα, τη νοσταλγική και καρποσταλική διάθεση, τα ηλιόλουστα, "ιδανικά" τοπία της πόλης και των ειδυλιακών προαστείων. Έτσι η κοινωνική καταπίεση μοιάζει να παραμονεύει κάτω από την υπέροχη επιφάνεια και, τελικά, να αναδύεται απειλητική.
Πολύ καλή ταινία, πικρή και αιχμηρή ταυτόχρονα, φανερώνει τη σημαντικότητα του δημιουργού αυτού.

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017

ΑΥΤΟ ΠΟΥ "ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΕΞΩ"

Τα b-movies επιστημονικής φαντασίας ήταν βέβαια κοινός τόπος πίσω στη δεκαετία του 50. Εκφράζοντας τον φόβο των αμερικάνων για τους "κόκκινους", ίσως και τα νωπά μεταπολεμικά τους τραύματα, μιλούσαν κυρίως για ποικίλων ειδών εξωγήινες εισβολές και πολλά από αυτά προκαλούν σήμερα (ακούσια βέβαια) καθαρό γέλιο. Όχι όμως όλα.
Το "It Came from Outer Space" του 1953, ας πούμε, γυρίστηκε από τον σκηνοθέτη που ξεχώριζε στο είδος , τον Jack Arnold (1916-1992), και αποτελεί παράδειγμα καλού φιλμ ανάμεσα σε σωρό ακούσια αστείων αντίστοιχων. Ένας "μετεωρίτης" πέφτει στην έρημο της Αριζόνας και θάβεται σε κρατήρα που δημιούργησε η πτώση. Μόνο ένας ερασιτέχνης αστρολόγος και η δασκάλα γυναίκα του υποψιάζονται ότι πρόκειται για εξωγήινο σκάφος και μάλιστα ότι κάποια μορφή ζωής έχει βγει απ' αυτό. Σύντομα η συμπεριφορά κάποιων κατοίκων του χωριού αρχίζει να αλλάζει περίεργα και, επίσης σύντομα, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για εξωγήινους που έχουν πάρει τη μορφή τους. Τι ακριβώς όμως θέλουν αυτοί οι εξωγήινοι;
Οι αρετές της ταινίας ξεκινούν κατ' αρχήν από το διαρκές σασπένς που δημιουργεί στον θεατή. Είναι από τα φιλμ που δεν σε αφήνουν καθόλου να πλήξεις, καθώς η ατμόσφαιρα της απειλής σιγά - σιγά κυριαρχεί και το ενδιαφέρον κορυφώνεται. Από την άλλη (μέσα στις απαραίτητες αφέλειες και τις αστείες κραυγές τρόμου της ηρωίδας), διαθέτει ένα είδος ρεαλισμού: Οι συμπεριφορές των ηρώων είναι "κανονικές", κανείς δηλαδή δεν πάει γυρεύοντας, οι αντιδράσεις σε όσα συμβαίνουν φυσιολογικές. Κυρίως όμως σημασία έχει η σχετικά πρωτοποριακή ματιά σε πολλά θέματα, που δεν μπορώ δυστυχώς να αναφέρω γιατί θα αποτελέσουν απαράδεκτο spoiler. Πάντως θα τονίσω ότι και η στάση και συμπεριφορά των εξωγήινων είναι απόλυτα λογικές (ό, τι δηλαδή όντως θα συνέβαινε σε μια τέτοια περίπτωση) και ότι παραδόξως βρισκόμαστε πολύ μακριά από την απόλυτα φοβική αντιμετώπισή τους του στιλ "κάθε ξένο είναι κακό". Και, το σημαντικότερο ίσως, υπάρχει έντονη κριτική της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της (πολύ φοβάμαι ριζωμένης στο DNA μας) ανθρώπινης επιθετικότητας. 
Για όλα αυτά συνιστώ την ταινία ως ένα από τα καλά δείγματα του είδους που τόσο ήκμασε την εποχή αυτή. Στην επιτυχία της δεν συντελεί μόνο ο αξιόλογος Arnold. Είναι και το ότι η ιστορία βασίζεται σε διήγημα του μεγάλου Ray Bradbury. Οπότε, σίγουρα, ξεχωρίζει από άλλες.
ΥΓ: Φυσικά σήμερα ουδείς πρόκειται να τρομάξει. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο για την ταινία.

Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2017

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΣΤΟ ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ (ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ)

Πόσες φορές έχουμε δει στο σινεμά το θέμα των δύο αταίριαστων χαρακτήρων που αναγκάζονται να συνυπάρξουν και αρχικά αντιπαθούν ο ένας τον άλλον, στη συνέχεια όμως... Συνήθως το θέμα δίνεται κωμικά. Κι όμως, η πολυχρησιμοποιημένη αυτή ιδέα φαίνεται ότι δεν έχει καθόλου εξαντληθεί. Απόδειξη το "Manchester by the Sea" (Μια πόλη δίπλα στη Θάλασσα) που γύρισε το 2016 ο Kenneth Lonergan. Αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται την παραπάνω κατάσταση ως δράμα, και μάλιστα αρκετά βαρύ.
Όταν ο μεγαλύτερος αδελφός πεθαίνει ξαφνικά, ο μοναχικός, ακοινώνητος και "παρατημένος" Λι μαθαίνει έκπληκτος την επιθυμία του νεκρού αδελφού να γίνει κηδεμόνας (ο Λι ) του 16χρονου γιου του (η μητέρα έχει φύγει προ πολλού και ζει αλκοολική άγνωστο πού). Η συνύπαρξη των δύο εντελώς διαφορετικών ενδιαφερόντων και χαρακτήρων ανθρώπων είναι δύσκολη και συχνά προβληματική. Σιγά - σιγά, με διαρκή flashback μαθαίνουμε το παρελθόν του Λι, το γιατί είναι όπως είναι, αλλά και άλλες ιστορίες από παλιά...
Δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ όπως είπαμε στην αρχή, ξεδιπλώνει και μελετά τους χαρακτήρες των ηρώων του και διαθέτει μια άμεση καθημερινότητα και αληθοφάνεια που σπάνια συναντάμε στο αμερικάνικο σινεμά (περισσότερο τον βρετανικό "τρόπο" μου θύμισε, αν και η σκηνοθεσία δεν είναι τόσο "γυμνή" και ντοκιμαντερίστικη όπως σε πολλά αντίστοιχα βρετανικά φιλμ της σχολής του Λόουτς, αλλά διαθέτει αρκετά "κόλπα" - για καλό το λέω). Έτσι έχουμε να κάνουμε με συνδυασμό καθημερινότητας μεν, η οποία όμως κρύβει πίσω της πραγματικά τραγικές καταστάσεις. Ο Κέισι Άφλεκ αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι είναι εξαιρετικός ηθοποιός (κέρδισε και το Όσκαρ άλλωστε) και γενικά νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή (και τελικά μάλλον αισιόδοξη) δραματική και συχνά συγκινητική ταινία, που μελετά τα θέματα της απώλειας και του πένθους, αλλά και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις που χρειάζονται εκατέρωθεν για να συνυπάρξουν οι άνθρωποι. Μόνη μου αντίρρηση η πολύ μεγάλη (κατά τη γνώμη μου) διάρκεια.

Παρασκευή, Μαρτίου 03, 2017

ΦΥΛΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ "MOONLIGHT"

Το "Moonlight" του Barry Jenkins ήρθε από το πουθενά το 2016 (είναι η δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη), προξένησε εντύπωση και έφτασε να κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Άριστη επίδοση όντως.
Πρόκειται για ένα "φυλετικό" δράμα. Το φιλμ παρακολουθεί τη ζωή του αφροαμερικανού Σαϊρόν από το Μαϊάμι σε τρεις φάσεις της ζωής του: Ως παιδί (Λιτλ), που ζει δίχως πατέρα με την εθισμένη στα ναρκωτικά μητέρα του και τίθεται υπό την προστασία ενός ντίλερ, ο οποίος του στέκεται σαν πατέρας. Ως έφηβος ((Σαϊρόν), με τα προβλήματά του στο σχολείο από νταήδες συμμαθητές και τον έρωτά του για έναν συμμαθητή του (στη φάση αυτή συνειδητοποιεί την ομοφυλοφιλία του). Και, τέλος, ως 25χρονος πλέον άνδρας, ντίλερ και ο ίδιος, που αποφασίζει να αλλάξει ζωή (και να ερωτευτεί).
Το φιλμ είναι ρεαλιστικό και, επίσης, τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα. Ειλικρινές για τις συνθήκες ζωής στα μαύρα γκέτο των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων, όπου πάμπολλα παιδιά μεγαλώνουν συνήθως δίχως πατέρα (νεκροί ή στη φυλακή) και, φυσικά, η παρανομία (σε σχέση με ναρκωτικά τις περισσότερες φορές) αποτελεί σχεδόν μονόδρομο. Εξ ορισμού τα παιδιά αυτά γεννιούνται (δίχως προφανώς να φταίνε) με ένα μειονέκτημα σε σχέση με άλλα παιδιά (λευκά, μεσαίας τάξης). Η ταξική δομή της κοινωνίας διακρίνεται ανάγλυφα. Πάνω απ' όλα βέβαια η ταινία παρακολουθεί την αναζήτηση ταυτότητας του ήρωα σε δύο βασικούς τομείς: Τον φυλετικό και τον ερωτικό. Στην περίπτωσή μας ο Σαϊρόν αποδέχεται τόσο την "μαύρη" ταυτότητά του όσο και την ομοφυλοφιλία του, συμφιλιώνεται μ' αυτά, δείχνει ότι θα ζήσει μαζί τους, κι αυτό σε κάποιες στιγμές δίνεται με συγκινητικό τρόπο.
Ενδιαφέρουσα κοινωνική ταινία λοιπόν, με ιδιαίτερη ευαισθησία παρά τα σκληρά θέματά της (ανέχεια, ναρκωτικά, μπούλινγκ, μη αποδοχή της διαφορετικότητας), αξίζει νομίζω τον θόρυβο που προκάλεσε, δίχως ωστόσο να είναι κάτι που συγκλονίζει. Η ματιά της είναι περισσότερο νηφάλια και γεμάτη κατανόηση παρά "συγκλονιστική".

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2017

"Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ" ΚΑΙ Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Το 1975 ο τσέχος Milos Forman, ο οποίος έχει φύγει από την πατρίδα του λίγα χρόνια πριν, γυρίζει στην Αμερική την περίφημη "Φωλιά του Κούκου" (One Flew Over the Cuckoo's Nest), βασισμένη σε βιβλίο του Ken Kesey, με τον Τζακ Νίκολσον, βεβαίως, στον εμβληματικότερο ίσως ρόλο του. Βλέποντας την ταινία χρόνια μετά, διαπίστωσα ότι η δύναμή της παραμένει αναλλοίωτη.
Ο ΜακΜέρφι, άνθρωπος με αποκλίνουσα και εγκληματική συμπεριφορά, καταδικάζεται και κλείνεται - αντί φυλακής -  σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Κυρίαρχη εκεί είναι μια καταπιεστική νοσοκόμα - σε πρώτο επίπεδο ευγενής. Ο ΜακΜέρφι, από την αρχή σχεδόν, θα γίνει η ψυχή μιας ιδιότυπης ανταρσίας των ασθενών ενάντια στις "μεθόδους που χρησιμοποιούνται και στην παντελή έλλειψη χαράς και ελευθερίας της "θεραπείας". Δεν πρόκειται για μια βίαιη ανταρσία, πρόκειται μάλλον για μια προσπάθεια να ξαναβρούν οι έγκλειστοι τη χαρά της ζωής, υπονομεύοντας έτσι την πειθαρχία και την αυστηρή ιεραρχία. Το τέλος, βεβαίως, καταφέρνει, με πολύ έξυπνο τρόπο, να είναι τραγικό και αισιόδοξο ταυτόχρονα.
Φυσικά σε πρώτο επίπεδο η ταινία καυτηριάζει την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται πάνω τους (στο παρελθόν κυρίως), αλλά και ένα ολόκληρο "σωφρονιστικό" - "θεραπευτικό" υποτίθεται σύστημα. Νομίζω όμως ότι προχωρά σε πολύ γενικότερη κριτική των πραγμάτων αν δούμε συμβολικά την ιστορία: Ο ήρωας, που δεν μπαίνει σε καλούπια, γίνεται αυτόματα το σύμβολο του μέχρις εσχάτων αγώνα για ελευθερία και απόλαυση της ζωής, ενάντια σε ένα καταπιεστικό, ιεραρχικά δομημένο σύστημα που απαιτεί μόνο πειθαρχία και υπακοή, ξεχνώντας τον πόθο του ατόμου για ζωή. Και, βέβαια, αυτός που σπέρνει το σπόρο της επανάστασης θα γίνει ο στόχος του συστήματος αυτού και θα συντριβεί, αλλά ο σπόρος θα έχει ήδη πέσει...
Στο μεταξύ η ταινία παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα και νομίζω ότι ουδείς θα πλήξει μέχρι το πραγματικά συγκλονιστικό (πολλαπλά συγκλονιστικό θα έλεγα) τέλος. Και βέβαια όλοι οι ηθοποιοί, με επικεφαλής τον Νίκολσον, είναι εξαίρετοι και πειστικότατοι στους ρόλους τους. Ειδικά οι έγκλειστοι αποτελούν μέρη μιας αξέχαστης πινακοθήκης χαρακτήρων. Όπως καταλάβατε το θεωρώ κλασικό φιλμ, ένα από τα δυνατότερα στην ιστορία του κινηματογράφου. Αλλά δεν χρειάζεται να πω πολλά για κάτι τόσο γνωστό...
ΥΓ: Ανακαλύψτε στους θαυμάσιους δεύτερους ρόλους άγνωστους τότε ηθοποιούς όπως τον Ντάνι Ντε Βίτο ή τον Κρίστοφερ Λόιντ.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2017

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ "RHYMES FOR YOUNG GHOULS"

Το καναδέζικο φιλμ "Rhymes for Young Ghouls" γυρίστηκε το 2013 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jeff Barnaby. Και είναι ενδιαφέρουσα, καθώς καταγράφει (μάλλον σπάνιο αυτό) την κατάσταση των ινδιάνων στιον Καναδά στα μέσα της δεκαετίας του 70.
Οι οποίοι ινδιάνοι ζουν σε καταυλισμούς και, βάσει κυβερνητικού νόμου, τότε τουλάχιστον ήταν υποχρεωμένοι να ζουν σε ειδικά οικοτροφεία μέχρι τα 16 τους. Συχνά η κατάσταση εκεί μέσα είναι απάνθρωπη, ενώ οι συνθήκες ζωής έξω απ' αυτά κάθε άλλο παρά καλές. Η έφηβη Αϊλα, ατίθαση και με έντονο εικαστικό ταλέντο, επαναστατεί ενάντια στις συνθήκες αυτές και ενάντια στον σαδιστή ("χριστιανό") διευθυντή του οικοτροφείου και, με τη βοήθεια άλλων αυτόχθονων παιδιών ζητά εκδίκηση. Στο μεταξύ πολλά από τα παιδιά - και μεγάλοι φυσικά - βγάζουν τα προς το ζειν και πληρώνουν έναν ιδιότυπο φόρο για να μπορούν να ζουν έξω από το οικοτροφείο παρασκευαζοντας και πουλώντας ναρκωτικά, πράγμα που κάνει και η ηρωίδα. Όταν η μητέρα της αυτοκτονεί και ο πατέρας της βγαίνει από τη φυλακή, οι ισορροπίες θα ανατραπούν βίαια.
Βρήκα την ταινία αρκετά δυνατή - και συχνά βίαια. Οι εφιαλτικές συνθήκες ζωής των σύγχρονων ινδιάνων περιγράφονται γλαφυρά. Έρμαια ενός φριχτού ρατσισμού από τις αρχές - κάτι παραπάνω από καταπιεστικές - είναι απόλυτα λογικό να καταφύγουν στην παρανομία (και το αλκοόλ και τη μαστούρα, που αποτελούν τρόπο ζωής και διασκέδασης από σοκαριστικά μικρές ηλικίες). Το ξέσπασμα της βίας είναι, νομίζω, εδώ απόλυτα δικαιολογημένο. Από την άλλη το φιλμ αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση και ατμόσφαιρα, καθώς παίζει με το μεταφυσικό στοιχείο και την παγανιστική πίστη των ινδιάνων (η κοπέλα συναντά συχνά τη νεκρή μητέρα της, οι γιορτές ισορροπούν ανάμεσα σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε τρελό πάρτι και σε τελετουργία κλπ.)
Άλλωστε ο σκηνοθέτης  Jeff Barnaby είναι ο ίδιος ινδιάνος, μεγάλωσε σε καταυλισμό και γνωρίζει καλά τις συνθήκες ζωής εκεί. Όπως έχει δηλώσει η ταινία "αποτελεί φόρο τιμής στις αυτόχθονες γυναίκες του Καναδά, τις οποίες σέβεται για το θάρρος και την ψυχική τους δύναμη". Ενδιαφέρον ντεμπούτο (μεγάλου μήκους ντεμπούτου εννοώ), που φωτίζει άγνωστες πτυχές της (δύσκολης) ζωής και της κουλτούρας των καναδέζων ιθαγενών (όπως τους κατάντησε η λευκή εισβολή και ο μετάπειτα απάνθρωπος ρατσισμός). Ψάξτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017

ΕΝΑΣ "ΛΟΓΙΣΤΗΣ" ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Φαινομενικά είναι ένας απλός λογιστής, που διατηρεί απλό γραφείο ως βιτρίνα. Στην πραγματικότητα όμως κάνει πολύ περισσότερα: "Καθαρίζει" λογιστικά βιβλία βρώμικων επιχειρήσεων (από καρτέλ ναρκωτικών έως τρομοκρατικές οργανώσεις), αφού πρόκειται για μαθηματική ιδιοφυία, και, εκπαιδευμένος από τον πατέρα του, αποτελεί ταυτόχρονα μια αληθινή πολεμική μηχανή (είναι κατά καιρούς και δολοφόνος). Ο ίδιος ωστόσο είναι αυτιστικός, από παιδί έπασχε από το σύνδρομο Άσπεργκερ: Μοναχικός, απόλυτα ακοινώνητος, ανέραστος, "μόνιμα κουμπωμένος", δίχως την παραμικρή αίσθηση του χιούμορ και γεμάτος εμμονές. Ώσπου κάποια στιγμή καλείται να εντοπίσει μία οικονομική διαρροή στα βιβλία ρομποτικής εταιρίας (την οποία διαρροή ανακάλυψε μια ταπεινή λογίστριά της) και... η περιπέτεια αρχίζει. Παράλληλα με τη δράση του ήρωα παρακολουθούμε (λιγότερο βέβαια) και τη δράση ενός ικανού πληρωμένου δολοφόνου. Αναπόφευκτα οι δυο τους κάποια στιγμή θα συναντηθούν.
Γράφω βέβαια για το περιπειώδες θρίλερ "Ο Λογιστής" (The Accountant) που γύρισε το 2016 ο Gavin O'Connor, με έναν Μπεν Άφλεκ αρκετά πειστικό στον κεντρικό ρόλο της αυτιστικής ιδιοφυίας - του ταιριάζει, θα έλεγα. Η ταινία είναι "σφιχτή", καλογυρισμένη και κρατά νομίζω τον θεατή με την εξέλιξη και τις αποκαλύψεις, αλλά, κυρίως κατά τη γνώμη μου, με την ιδιαιτερότητα του βασικού χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα νομίζω ότι τα σεναριακά προβλήματα είναι πολλά: Πρώτα - πρώτα βρίσκω το φιλμ βαρυφορτωμένο (διαρκεί και 128 λεπτά). Το μεγάλο "κακό" όμως έρχεται στις απανωτές αποκαλύψεις / ανατροπές του τέλους : Αυτές κυρίως είναι που δεν με έπεισαν καθόλου. Όλα βασίζονται σε τερατώδεις, εξωφρενικές συμπτώσεις (πάνω από μία). Οι αποκαλύψεις λοιπόν, αντί να φωτίζουν, κάνουν ακόμα πιο απίστευτη την ιστορία του ήρωα που "τα κάνει όλα και συμφέρει".
Συνολικά λοιπόν, δεν λέω, διασκεδαστικό μου φάνηκε, χορταστικό, με όντως ασυνήθιστο και ιδιαίτερο κύριο χαρακτήρα (ο οποίος, σημειωτέον, θα βρεθεί και μπροστά σε ηθικά διλήμματα, όπου πρέπει να αποφασίσει), αλλά συνολικά το φιλμ δεν με έπεισε. Μάλλον τραβηγμένη απ' τα μαλλιά βρήκα όλη αυτή την πολύπλοκη ιστορία.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2017

Ο "ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΟΥ

Ο M.Night Shyamalan, μετά την εντυπωσιακή του είσοδο στο χώρο των θρίλερ με την "6η Αίσθηση", είχε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να κάνει ταινία της προκοπής από το μακρινό "Χωριό" του 2004. Να λοιπόν που, επιτέλους, τα καταφέρνει το 2016 με τον "Διχασμένο" (Split), ένα θρίλερ που θυμίζει μεν αρκετά πράγματα, στέκεται όμως καλά στα πόδια του.
Τρεις νεαρές κοπέλες, μαθήτριες, απάγονται από έναν άγνωστο νέο άντρα και οδηγούνται στον δαιδαλώδη υπόγειο χώρο όπου κατοικεί. Πολύ σύντομα θα αντιληφτούν (κι εμείς μαζί τους) ότι πρόκειται ο απαγωγέας είναι άνθρωπος με πολλαπλή διαταραχή προσωπικότητας. Ένας άνθρωπος δηλαδή ο οποίος διαθέτει 23 (!) διαφορετικές προσωπικότητες, κάποιες από τις οποίες έρχονται διαδοχικά στην επιφάνεια. Κι όλες μαζί ετοιμαζονται για την επικράτηση της τελικής, αυτής του "Κτήνους" (δεν κάνω spoiler, όλα αυτά τα γνωρίζουμε σχεδόν από την αρχή). Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τη δύσκολη προσπάθεια των έγκλειστων κοριτσιών - και ιδιαίτερα της μίας - να επικοινωνήσει μαζί του (μαζί τους θα ήταν σωστότερο).
Η ταινία μένει σε ρεαλιστικό επίπεδο (αν βεβαίως δεχτούμε ότι κάποιος ψυχοπαθής μπορεί να διαθέτει τοσες προσωπικότητες) και, όσο περνά η ώρα, η αγωνία κλιμακώνεται. Το ίδιο και το κλειστοφοβικό στοιχείο, καθώς οι κοπέλες αποτυγχάνουν να αποδράσουν. Επίσης επιχειρείται (από την ψυχολόγο που παρακολουθεί τον ήρωα) μια, στα όρια σχεδόν του φανταστικού, "ερμηνεία" της ψυχοπάθειας και ειδικά του φαινομένου της διχασμένης προσωπικότητας, η οποία αγγίζει το υπερηρωικό στοιχείο. Ταυτόχρονα, σε συνεχή φλας μπακ παρακολουθούμε την τραγική ιστορία της μίας κοπέλας, η οποία ιστορία εξηγεί τον ασυνήθιστο χαρακτήρα της. Το τέλος μας επιφυλάσει και πάλι μια έκπληξη - όχι σαν αυτές της ολικής ανατροπής που συνηθίζει ο σκηνοθέτης, αλλά πάντως έκπληξη - ενώ το χάπι εντ αποφεύγεται με έξυπνο (και εφιαλτικό) τρόπο. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην ηθοποιία του Τζέιμς Μακαβόι, ο οποίος καταφέρνει να γίνεται πιστευτός ερμηνεύοντας τις πολλαπλές προσωπικότητες του ήρωα.
Προσωπικά το θεωρώ καλό θρίλερ - εντάξει, η έμπνευση από Χίτσκοκ και Ντε Πάλμα προφανώς υπάρχει - και μάλιστα από κάποιον από τον οποίο δεν περίμενα πια τίποτα. Δεν είναι και κανένα αριστούργημα, ωστόσο το απόλαυσα. Μια χαρά!

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2017

"UNDERWORLD U.S.A".: Η ΜΟΝΟΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ

Ο σημαντικότερος ίσως b-μουβάς (συγχωρείστε την άκομψη έκφραση) του κινηματογράφου, ο Samuel Fuller (1912-1997), γυρίζει το "Underworld U.S.A." το 1961 και κάνει έτσι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του.
Ο 14χρονος ήρωας σημαδεύεται για πάντα όταν βλέπει τον πατέρα του να χτυπιέται μέχρι θανάτου από 4 άντρες. Τυχαίνει να γνωρίζει τον έναν. Είκοσι χρόνια αργότερα ο μόνος στόχος της ζωής του (μετά από αναμορφωτήριο και φυλακή) είναι να εκδικηθεί. Στη φυλακή λοιπόν εντοπίζει τον έναν από τους δολοφόνους, αλλά αυτός είναι ετοιμοθάνατος. Για να εξιλεωθεί του αποκαλύπτει τα ονόματα των τριών άλλων, οι οποίοι τώρα βρίσκονται στην κορυφή του εγκλήματος στην πόλη (ο καθένας έχει αναλάβει από έναν τομέα: πορνεία, ναρκωτικά, τζόγος). Η ψυχρή, μεθοδική εκδίκηση του Tolly δεν σταματά μπροστά σε τίποτα. Είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα (έρωτα ή ό,τι άλλο) προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του.
Ο Fuller φτιάχνει μια ακόμα ταινία με "πειραγμένους" ήρωες. Ο πρωταγωνιστής είναι, πολύ απλά, μονομανής και η σκληρότητά του δεν διαφέρει καθόλου από αυτήν των καθαρμάτων που εκδικείται (η σκηνή με τον ετοιμοθάνατο άντρα είναι χαρακτηριστική). Όχι μόνο λόγω της συμπεριφοράς του απέναντι στους δολοφόνους, αλλά επειδή δεν διστάζει να εμπλέξει και να χρησιμοποιήσει τους γύρω του, που είναι αθώοι (όπως την κοπέλα που τον ερωτεύεται) προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του. Τα συναισθήματά του έχουν παγώσει και η ζωή του παύει να έχει κάποιο (άλλο) νόημα. Η κριτική του δημιουργού πάνω στο θέμα της εκδίκησης είναι σαφής. Όσο για τους τρόπους, είναι κι αυτοί πρωτότυποι: Καταφέρνει να στρέψει τον έναν ενάντια στον άλλον. Σημαντική φιγούρα - και τραγική βεβαίως - η πρώην πόρνη Σαντι, κάτι σαν μητέρα γι' αυτόν, που ζει σε ένα δωμάτιο γεμάτο κούκλες επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει παιδιά η ίδια, δίνει και έναν παράξενο, ανατριχιαστικό σχεδόν τόνο στην ατμόσφαιρα. Τέλος ο Κλιφ Ρόμπερτσον είναι εξαιρετικός στον βασικό ρόλο.
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο έμαθα επειδή το διάβασα κάπου για να πω την αλήθεια, είναι ότι το συγκεκριμένο φιλμ είναι ένα από τα πρώτα που δείχνει το έγκλημα να λειτουργεί σαν κανονική επιχείρηση, οργανωμένη και χωρισμένη σε διακριτούς τομείς. Νομίζω ότι και πάλι ο σκηνοθέτης αυτός (ο οποίος, υπενθυμίζω, έγραφε τα σενάρια μόνος του) βρίσκεται μπροστά από την εποχή του.
Δυνατό και κυνικό νουάρ, σασπένς, παράξενη, όπως πάντα στον Fuller, ιστορία (πέρα από το κλασικό στοιχείο της εκδίκησης, το θέμα είναι το πώς), κριτική σε έναν "κακό" και διεφθαρμένο κόσμο, το φιλμ συστήνεται στους φίλους του παλιού σινεμά - και ιδιαίτερα των γκαγκστερικών - νουάρ ταινιών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2017

"ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΑ ΑΜΑΞΙΔΙΑ" (!): ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΕΚΠΛΗΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΓΓΑΡΙΑ

Η ταινία με τον παράδοξο τίτλο "Δολοφονικά Αμαξίδια" (Tiszta Szivel ή, αγγλικά, Kills on Wheels) του 2016 μας έρχεται από την Ουγγαρία και είναι η δεύτερη μόλις του Attila Till. Και είναι έξυπνη, πρωτότυπη και δυνατή ταυτόχρονα, οπότε, μαζί με κάποιες άλλες των τελευταίων χρόνων ("Ο Γιος του Σαούλ", "Λευκός Θεός"), σηματοδοτεί μια ξαφνική άνθιση του σινεμά της χώρας αυτής.
Οι ήρωες του φιλμ πάσχουν όλοι απο κινητικά προβλήματα. Καθηλωμένοι σε καροτσάκια, γνωρίζονται και συναντώνται στα κέντρα φυσιοθεραπείας. Οι δύο είναι πολύ νεαροί, ο τρίτος μεγαλύτερος. Ο τελευταίος είναι ένας πρώην πυροσβέστης, ανάπηρος εδώ και τρία χρόνια από ατύχημα. Οξύθυμος, κυνικός, "βαρύς", αλλά και αποφασισμένος να θεραπευτεί κάποια στιγμή (καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες γι' αυτό), δουλεύει σαν εκτελεστης για ένα σέρβο έμπορο ναρκωτικών. Οι αποστολές του πετυχαίνουν ακριβώς επειδή, όντας ανάπηρος, δεν δημιουργεί την παραμικρή υποψία στα θύματά του (αδίστακτους τύπους αντίπαλων συμμοριών), και τους αιφνιδιάζει απόλυτα. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι θα συνεργαστούν σε παρόμοιες αποστολές με επιτυχία. Ώσπου ο σέρβος, θορυβημένος από την αυθαίρετη απόκτηση συνεργατών από τον εκτελεστή του, θα τον διατάξει να τους εξοντώσει, ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες για όσο διαπράτονται. Πώς θα αντιδράσει αυτός;
Η ταινία, αρκετά αιματοβαμμένη, διαθέτει νευρώδη σκηνοθεσία και σκηνές αγωνίας, έξυπνο και ανατρεπτικό σενάριο και χρησιμοποιεί σαν ήρωες δύο αληθινούς ανάπηρους, τους δύο νεαρούς, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι καθόλου τυχαίοι: Ο ένας είναι αθλητής και ο άλλος ηθοποιός και συγγραφέας. Εκτός από τη δράση της πιο ασυνήθιστης ίσως συμμορίας που είδατε ποτέ στην οθόνη, το φιλμ παρακολουθεί και τις προσωπικές τους - δύσκολες φυσικά - ζωές (τη σχέση με μία πρώην του μεγαλύτερου, η οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί κάποιον άλλο, τη σχέση με τη μητέρα του ενός από τους νεαρούς). Ταυτόχρονα, ενώ ενίοτε διαθέτει και κατάμαυρο χιούμορ, βλέπει με τρυφερότητα τους άτυχους ήρωές του και δείχνει βαθιά κατανόηση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι αυτοί. Αυτό όμως που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι η σύνδεση της όλης ιστορίας με τα κόμικς: Οι δύο νεαροί φτιάχνουν με μεγαλη προσπαθεια ένα κόμικς με ήρωες τους ίδιους, το οποίο ονειρεύονται να εκδώσουν. Το στοιχείο αυτό παίζει, όπως θα διαπιστώσετε στο τέλος, καθοριστικό ρόλο στην ιστορία. Από την άλλη μάλιστα, συχνά η εικόνα μπερδεύεται με σκίτσα που ζωντανεύουν και μεταφέρεται από την οθόνη στις σελίδες και αντίστροφα.
Όντως πρωτότυπο φιλμ, αρκετά πολυεπίπεδο - η αιματηρή γκαγκστερική ιστορία είναι το πρώτο μόνο από τα επίπεδά της - αποτέλεσε για μένα μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2017

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ΣΤΗΝ "ΦΟΝΙΣΣΑ"

Το 1973 ο Κώστας Φέρρης επιχειρεί να μεταφέρει στην οθόνη, και μάλιστα με λίγα χρήματα, ένα από τα εμβληματικότερα κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας: Την "Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Η ιστορία είναι πασίγνωστη: Μια ηλικιωμένη γυναίκα στη Σκιάθο, της οποίας η ζωή υπήρξε απόλυτα δυστυχισμένη, ένας διαρκής μόχθος και πάλη ενάντια στη φτώχια, δολοφονεί μικρά κοριτσάκια, πιστεύοντας ότι έτσι τα ευεργετεί, αφού η μοίρα της γυναίκας, και μαζί και της οικογένειας που τη γέννησε, στον κόσμο (στον κόσμο που ζει η δολοφόνος προφανώς) είναι να δυστυχίσει. Η Φραγκογιαννού κρύβεται σε απόμερες περιοχές του νησιού, ενώ η καταδίωξή της από την αστυνομία έχει αρχίσει...
Ο Φέρρης προσπαθεί να μείνει όσο γίνεται πιστός στο παπαδιαμαντικό πρωτότυπο. Γυρίζει την ταινία στην επαρχία (στη Θάσο νομίζω) και διατηρεί την ντοπιολαλιά στη γλώσσα, στοιχείο βέβαια χαρακτηριστικό και του Παπαδιαμάντη. Προσθέτει βεβαίως και λίγες, πολύ λίγες σκηνές που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο συνειδητά, διότι κάποια πράγματα θέλει να τονίσει ο ίδιος. Χαρακτηριστική τέτοια σκηνή είναι αυτή στη σπηλιά με τους "κλέφτες", ενώ, αποτύπωση του κλίματος της εποχής, είναι οι τίτλοι του φιλμ, που είναι γυρισμένοι με φίλτρα με ψυχεδελικά χρώματα, σήμα κατατεθέν της δεκαετίας του 60, που μόλις είχε παρέλθει. Για να δείξει το δράμα και την μπερδεμένη σκέψη της τραγικής ηρωίδας καταφεύγει στην εύκολη λύση της φωνής off. Ωστόσο χάρη στους εσωτερικούς αυτούς μονολόγους αποκαλύπτονται τα κίνητρα που ωθούν την ηρωίδα στις εφιαλτικές πράξεις της και ξεδιπλώνουν τη φρίκη και ταυτόχρονα την φεμινιστική διάσταση της νουβέλας και της ταινίας. Και, βέβαια, φανερώνουν την τραγική θέση της γυναίκας - αιώνιας σκλάβας σε παλιότερες τουλάχιστον εποχές. Όσο για την πρωταγωνίστρια Μαρία Αλκαίου, είναι νομίζω καλή στον βασικό ρόλο.
Σήμερα η ταινία μοιάζει ίσως κάπως ξεπερασμένη και "φτωχή". Ωστοσο στην εποχή της αποτέλεσε μια τολμηρή προσπάθεια, η οποία μάλιστα έμεινε για χρόνια "θαμμένη" και άγνωστη στο ευρύ κοινό (είχαν χαθεί μέχρι πριν κάποια χρόνια οι κόπιες, όπως έμαθα). Δείτε την περισσότερο για ιστορικούς λόγους και για να ανακαλύψετε μια μάλλον άγνωστη στιγμή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

ΜΑΝΤΕΨΤΕ ΤΙ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ "ONE FINE DAY" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ...

Εκείνος είναι ένας πολυάσχολος, γοητευτικός, χωρισμένος και επιπόλαιος δημοσιογράφος, με πάμπολλες κατακτήσεις και μια μικρή κόρη. Εκείνη είναι μια πολυάσχολη, γοητευτική, χωρισμένη και σοβαρή αρχιτέκτονας, με ένα μικρό γιο. Από απροσεξία αμφοτέρων δεν καταφέρνουν να πάνε έγκαιρα τα παιδιά τους στο λεωφορείο, οπότε εκείνα χάνουν την ημερήσια σχολική εκδρομή. Έτσι μένουν "με τα παιδιά στο χέρι", ενώ η μέρα αμφοτέρων είναι κάτι παραπάνω από πολυασχολη. Συναντιούνται λοιπόν, αρχικά αντιπαθούν ο ένας τον άλλον, αλλά να που αλληλοεξαρτώνται απόλυτα για να κάνουν τις κατεπείγουσες δουλειές τους (που αν δεν γίνουν μπορεί να σημαίνουν και απόλυση), οπότε εναλλάξ ο ένας αφήνει το παιδί του στον άλλον για να προλάβει... Μαντέψτε λοιπόν τι θα συμβεί ανάμεσά τους, αν μάλιστα αυτός είναι ο Τζορτζ Κλούνεϊ κι εκείνη η Μισέλ Φάιφερ...
Φυσικά πρόκειται για κομεντί. Πρόκειται, για την ακρίβεια, για το "One Fine Day", που γύρισε ο Michael Hoffman το 1996 και... ξέρετε... είναι μια απ' αυτές τις γνωστές αμερικάνικες του είδους. Εδώ, για να πω την αλήθεια, διασκέδασα αρκετά. Το βασικό εύρημα είναι όλα διαδραματίζονται σε μια και μόνη μέρα, από το μαύρο χάραμα έως τη νύχτα. Και το ότι ο χρόνος πιέζει αφόρητα. Οπότε ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει αμέσως (όχι μεταξύ τους, εννοώ με τις κατεπείγουσες δουλειές). Το χιούμορ υπάρχει σε αρκετό βαθμό και, συγχρόνως, οι όλες καταστάσεις καταφέρνουν να μεταδώσουν άγχος στον θεατή. Την κατάληξη λίγο - πολύ την ξέρουμε, αλλά μέχρι τότε, με τόσα που συμβαίνουν και καταφέρνουν να χωρέσουν σε μια και μόνη μέρα (ούτε καν εικοσιτετράωρο), η ταινία πετυχαίνει να μας διασκεδάσει αρκετά (εμένα τουλάχιστον). Υπάρχει και η χημεία ανάμεσα στους δύο ωραίους πρωταγωνιστές (οι οποίοι απεγνωσμένα πασχίζουν να "παρκάρουν" όπου μπορούν τα παιδιά τους), οπότε συνολικά θα την χαρακτήριζα μια από τις χαριτωμένες κομεντί - που δεν σε εκνευρίζουν τουλάχιστον.
Να πούμε τώρα ότι γίνεται και μια κριτική στον σύγχρονο κάτι παραπάνω από αγχώδη τρόπο ζωής στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις; Για το ότι ο άνθρωπος ζει για να δουλεύει και δεν δουλεύει για να ζει (και αυτό του αρέσει από πάνω όταν είναι πετυχημένος); Ότι τα παιδιά, ίδιαίτερα στις πάμπολλες διαλυμένες οικογένειες, μάλλον ως βάρος λογαριάζονται, βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούμε κάπου για να δουλέψουμε; ΟΚ, αυτά και άλλα κοινωνικά φαινόμενα επισημαίνονται, στόχος όμως του φιλμ δεν νομίζω ότι είναι η κριτική, αλλά η διασκέδαση. Αφεθείτε λοιπόν και διασκεδάστε - και αγχωθείτε και λιγάκι. Ξαναλέω ότι - ώς προβλέψιμη κομεντί  πάντοτε - τη βρήκα μάλλον από τις συμπαθητικές του είδους.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2017

ΤΙ (ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ) ΒΛΕΠΕΙ ΕΝΑ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ";

Μια χωρισμένη και μόνη γυναίκα (που σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι είναι και προχωρημένη αλκοολική), κάνει κάθε πρωί την ίδια διαδρομή με το τρένο πηγαίνοντας στη δουλειά της. Κάπου στα προάστια παρακολουθεί εμμονικά το ίδιο πάντοτε σπίτι, όπου ζει νεαρό και ερωτευμένο ζευγάρι. Φευγαλέα φυσικά κάθε μέρα, για λίγα μόλις δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί δηλαδή το πέρασμα του τρένου μπροστά από το σπίτι. Σύντομα επίσης μαθαίνουμε ότι το σπίτι αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στο δικό της παλιό σπίτι, στο οποίο τώρα ζει ο πρώην σύζυγός της και η νέα του γυναίκα. Ώσπου μια μέρα θα δει τη γυναίκα του νεαρού ζεύγους στην αγκαλιά ενός άλλου, ενώ ένας φόνος θα συμβεί στην περιοχή. Εκείνη θα προσπαθήσει να αποκαλύψει τι είδε και σε ανύποπτο χρόνο θα βρεθεί μπλεγμένη σε έναν εφιάλτη...
Αυτά συμβαίνουν στο "Κορίτσι του Τρένου" (2016) του Tate Taylor, που βασίζεται σε βιβλίο της Πολα Χόκινς. Αυτό που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι η σχετική ομοιότητα με το "Κορίτσι που Εξαφανίστηκε" του Φίντσερ, μόνο που θεωρώ το δεύτερο ανώτερο. Ωστόσο και το "...Τρένο" είναι κατά τη γνώμη μου ένα καλό θρίλερ, με ανατροπές και αρκετή αγωνία. Η αφήγησή του δεν ακολουθεί γραμμική σειρά, αλλά μας πάει μπρος - πίσω στο χρόνο, αποκαλύπτοντας βαθμιαία τι έχει συμβεί και συμπληρώνοντας σιγά - σιγά το παζλ. Έτσι θα ανακαλύψουμε τις προσωπικότητες και τα μυστικά όλων των εμπλεκόμενων: Της ηρωίδας, του πρώην συζύγου, της νυν γυναίκας του και του ζεύγους των γειτόνων. Διότι όντως όλοι εμπλέκονται κάπως...
Πορτρέτο μιας γυναίκας στα όρια της (αυτο)καταστροφής, πιθανότατα μη ισορροπημένης θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε, αλλά και της "μυστικής ζωής" και των μυστικών των αμερικάνικων προαστείων, όπου κάποιοι δεν είναι αυτό που αρχικά δείχνουν, το φιλμ μπερδεύει αρκετά τα πράγματα καθώς η νυν σύζυγος και η γκουβερνάντα είναι αμφότερες ξανθιές και κάποιες στιγμές δεν είσαι σίγουρος για το ποια είναι ποια. Η ταινία καταλήγει τελικά να γίνει (συνειδητά ή ασυνείδητα) έντονα φεμινιστική, καθώς οι γυναίκες θριαμβεύουν, ενώ οι άντρες... αφήστε το καλύτερα... Θεωρώ επίσης πολύ καλή την ηθοποιία της Έμιλι Μπλαντ.
Ξαναλέω ότι το "Κορίτσι του Τρένου" δεν είναι "Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε", ούτε και Τέιλορ είναι Φίντσερ (σαφώς όχι). Ωστόσο πιστεύω ότι πρόκειται για ένα καλό θρίλερ, που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Και, εμένα τουλάχιστον, με εντυπωσίασε αρκετά ο τσακισμένος χαρακτήρας της ηρωίδας και η μελέτη (μέχρι τέλους) της μοναξιάς στον σύγχρονο κόσμο. Ενδιαφέρον!