Το πρώτο "Men in Black" (Οι Άνδρες με τα Μαύρα) του 1997 ήταν διασκεδαστικό και έγινε επιτυχία. Οπότε, ως καλό Χόλιγουντ, ήταν αναπόφευκτο να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα. Το 2002 λοιπόν ο Barry Sonnenfeld και πάλι γυρίζει το νο 2. Που είναι και πάλι διασκεδαστικό, αλλά... όπως το πρώτο.
Ο πράκτορας J, ο Γουιλ Σμιθ, προσπαθεί να επαναφέρει τη μνήμη του πράκτορα Κ, του Τόμι Λι Τζόουνς, ο οποίος, μετά τη "διαγραφή" που έχει υποστεί, έχει προφανώς ξεχάσει τα πάντα και δουλεύει σε επαρχιακό ταχυδρομείο. Πρόκειται όμως για θέμα ζωής ή θανάτου, αφού από την επαναφορά της μνήμης του Κ θα κριθεί η επιβίωση του πλανήτη, που κινδυνεύει από παντοδύναμο πολυπλοκαμώδες ον, που έχει πάρει, κατά τη διαμονή του στη γη, τη μορφή σούπερ γκόμενας.
Είπαμε. Διασκεδαστικό είναι. Όπως το πρώτο. Πλήθος εξωγήινων όντων παρελαύνουν, όπως στο πρώτο. Συνεχή κωμική δράση διαθέτει, όπως το πρώτο. Και αυτό είναι και το πρόβλημά του. Ότι είναι όπως το πρώτο (μόνο που εδώ εμπλέκεται από την πρώτη κιόλας σκηνή και ένα αστείο επεισόδιο μιας παντελώς b τηλεοπτικής σειράς). Αφού η αρχική, καλοδεχούμενη έκπληξη μιας παρωδίας επιστημονικής φαντασίας και σάτιρας των διαφόρων συνωμοσιολογικών θεωριών του στιλ "ζουν ανάμεσά μας", έχει πλέον παρέλθει, αυτό που απομένει είναι μια απλή, ευπρόσωπη έστω, επανάληψη. Οπότε συστήνεται μόνο με γερή δόση ποπ κορν και των σχετικών. Ευτυχώς που υπάρχει και το στοιχείο του όχι-ακριβώς-happy-end.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2019
Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2019
Η DILILI ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ο γάλλος Michel Ocelot είναι ένας από τους γνωστότερους δημιουργούς animation διεθνώς (Kirikou, Azur & Asmar κλπ.). Φτιάχνει γοητευτικές ταινίες με μαγευτικά χρώματα και πάντοτε με "μηνύματα". "Η Dilili στο Παρίσι" του 2018 δεν αποτελεί εξαίρεση. Εδώ όμως χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό: Σε πρώτο πλάνο βρίσκονται οι φιγούρες, το καθαρό animation, ενώ το background αποτελείται από αληθινά τοπία - κτίρια και χώρους περισσότερο - από τα πλέον όμορφα του Παρισιού. Έτσι, πριν από οτιδήποτε άλλο, το φιλμ αποτελεί έναν απόλυτο ύμνο στο Παρίσι.
Η μικρή ηρωίδα είναι μιγάς Κανάκ (από την γαλλική αποικία της Νέας Καληδονίας) και βρίσκεται στο Παρίσι της Belle Epoque, όπου παρατηρείται αληθινή κοσμοσυροή από κάθε λογής ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης. Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά: Μια μυστηριώδης οργάνωση με το όνομα "Κυρίαρχοι Άντρες" απάγει μικρά κορίτσια για άγνωστο σκοπό. Η πανέξυπνη Dilili με τον φίλο της, έναν έφηβο οδηγό τρίκυκλου, θα αφοσιωθούν στην αναζήτηση των σατανικών αυτών τύπων. Η μεγαλύτερη βοήθεια που θα λάβουν σ' αυτή θα προέλθει ακριβώς από τα λαμπρά πνεύματα που προαναφέραμε.
Το γοητευτικό animation και τα όμορφα χρώματα είπαμε ότι έχουν την τιμητική τους. Παράλληλα ο Ocelot πλέκει έναν αληθινό ύμνο στο γαλλικό (και στο δυτικό εν γένει) πνεύμα, αυτό του ανθρωπισμού, της ελευθερίας και του ξεπεράσματος του κάθε λογής σκοταδισμού. Και επιτίθεται εμφανέστατα εναντίον των σκοταδισμών αυτών: Του ρατσισμού, του μισογυνισμού (κυρίως), του φόβου προς το διαφορετικό κλπ., ενώ υμνεί την τέχνη και το πνεύμα σε όλες τους τις εκδοχές. Προφανώς οι αναφορές στο επικίνδυνο παρόν και στο σκοτάδι που μοιάζει να παίρνει το πάνω χέρι είναι εμφανείς.
Το πρόβλημα για μένα είναι το πολύ απλοϊκό, σχεδόν για παιδιά (ενώ όλο το φιλμ δεν είναι μόνο παιδικό) σενάριο. Όλα γίνονται πολύ εύκολα, πολύ προσχηματικά, όλα τα ίχνη είναι σαφέστατα, όλοι είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν... Και μη μου πείτε ότι τα animation είναι πάντο τόσο απλοϊκά. Πιστέψτε με, έχω δει πολλά, μα πάρα πολλά, πολύ πιο πολύπλοκα και απαιτητικά.
Πάντως μπορεί κανείς εύκολα να αφεθεί και να απολαύσει την ταινία. Να απολαύσει επίσης το ατελείωτο παιχνίδι με τις πραγματικά άπειρες εμφανίσεις προσωπικοτήτων της εποχής, αρκετών απ' αυτούς σε σημαντικούς ρόλους (αλλά και τα απλά background στις σκηνές πλήθους είναι γεμάτα από τέτοιους). Πικάσο, Ματίς, Μονέ, Ντεμπισί, Σάρα Μπερνάρ, Τουλούζ Λοτρέκ, Σατί, Μαντάμ Κιουρί... για να αναφέρω μόνο ελάχιστους από αυτούς...
Η μικρή ηρωίδα είναι μιγάς Κανάκ (από την γαλλική αποικία της Νέας Καληδονίας) και βρίσκεται στο Παρίσι της Belle Epoque, όπου παρατηρείται αληθινή κοσμοσυροή από κάθε λογής ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης. Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά: Μια μυστηριώδης οργάνωση με το όνομα "Κυρίαρχοι Άντρες" απάγει μικρά κορίτσια για άγνωστο σκοπό. Η πανέξυπνη Dilili με τον φίλο της, έναν έφηβο οδηγό τρίκυκλου, θα αφοσιωθούν στην αναζήτηση των σατανικών αυτών τύπων. Η μεγαλύτερη βοήθεια που θα λάβουν σ' αυτή θα προέλθει ακριβώς από τα λαμπρά πνεύματα που προαναφέραμε.
Το γοητευτικό animation και τα όμορφα χρώματα είπαμε ότι έχουν την τιμητική τους. Παράλληλα ο Ocelot πλέκει έναν αληθινό ύμνο στο γαλλικό (και στο δυτικό εν γένει) πνεύμα, αυτό του ανθρωπισμού, της ελευθερίας και του ξεπεράσματος του κάθε λογής σκοταδισμού. Και επιτίθεται εμφανέστατα εναντίον των σκοταδισμών αυτών: Του ρατσισμού, του μισογυνισμού (κυρίως), του φόβου προς το διαφορετικό κλπ., ενώ υμνεί την τέχνη και το πνεύμα σε όλες τους τις εκδοχές. Προφανώς οι αναφορές στο επικίνδυνο παρόν και στο σκοτάδι που μοιάζει να παίρνει το πάνω χέρι είναι εμφανείς.
Το πρόβλημα για μένα είναι το πολύ απλοϊκό, σχεδόν για παιδιά (ενώ όλο το φιλμ δεν είναι μόνο παιδικό) σενάριο. Όλα γίνονται πολύ εύκολα, πολύ προσχηματικά, όλα τα ίχνη είναι σαφέστατα, όλοι είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν... Και μη μου πείτε ότι τα animation είναι πάντο τόσο απλοϊκά. Πιστέψτε με, έχω δει πολλά, μα πάρα πολλά, πολύ πιο πολύπλοκα και απαιτητικά.
Πάντως μπορεί κανείς εύκολα να αφεθεί και να απολαύσει την ταινία. Να απολαύσει επίσης το ατελείωτο παιχνίδι με τις πραγματικά άπειρες εμφανίσεις προσωπικοτήτων της εποχής, αρκετών απ' αυτούς σε σημαντικούς ρόλους (αλλά και τα απλά background στις σκηνές πλήθους είναι γεμάτα από τέτοιους). Πικάσο, Ματίς, Μονέ, Ντεμπισί, Σάρα Μπερνάρ, Τουλούζ Λοτρέκ, Σατί, Μαντάμ Κιουρί... για να αναφέρω μόνο ελάχιστους από αυτούς...
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2019
ΣΤΟΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΠΕΜΠΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ"
Ο συνήθως φανταχτερός (και ενίοτε κάπως "φαφλατάς") γάλλος Luc Besson γυρίζει το 1997 μια από τις πιο φιλόδοξες και θεαματικές ταινίες του, το "Πέμπτο Στοιχείο" με το Μπρους Γουίλις, τη Μίλα Γιόβοβιτς, τον Γκάρι Όλντμαν, τον Ίαν Χολμ και άλλους καλούς ηθοποιούς σε μικρότερους ρόλους (σε έναν από αυτούς ο Τρίκι).
Στο μέλλον ένα πανίσχυρο ουράνιο σώμα πλησιάζει ταχύτατα τον κόσμο απειλώντας τον με ολοκληρωτική καταστροφή. Ένας ταξιτζής εμπλέκεται άθελά του σε μια τεράστια κοσμική διαμάχη για την απόκτηση ενός μυστικού όπλου. Το αν ο κόσμος θα σωθεί ή θα καταστραφεί, θα εξαρτηθεί από τα χέρια στα οποία αυτό θα καταλήξει.
Η ταινία είναι θεαματικότατη ("φταίνε" και τα δανεισμένα από τον μεγάλο Moebius σκηνικά και εν γένει ντιζάιν), διασκεδαστική (το χιούμορ αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο) και η Γιόβοβιτς ιδιαίτερα σέξι. Βέβαια, ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά πολλά χρόνια δεν διασκέδασα τόσο όσο την πρώτη φορά. Κυρίως με ενόχλησε το πρόχειρο, προσχηματικό σενάριο, που δεν εξηγεί και πολλά και βασίζεται σε εξόφθαλμες συμπτώσεις. Πάντως, μια που σεναριακά το φιλμ δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του - παρά το γεγονός της υπερπαραγωγής - ίσως όλα αυτά να μην έχουν και τόση σημασία και να είναι ηθελημένα (όπως και η χρήση πολλών πασίγνωστων κλισέ, βλέπε η αντίστροφη μέτρηση της βόμβας, το γνωστό "η αγάπη σώζσι" κλπ. κλπ.). Νομίζω λιπόν ότι κάποιος που το βλέπει για πρώτη φορά και ενσυνείδητα θα ξεχάσει όλα τα παραπάνω και απλώς θα αφεθεί στον εντυπωσιακό αυτόν κόσμο, και θα διασκεδάσει και, πιθανόν, θα εντυπωσιαστεί. Στο κάτω κάτω το φιλμ είναι θεαματικό, σπιντάτο, ακόμα και δυνατό σε κάποια σημεία του. Ανώδυνη, πλην όμως χορταστικότατη επιτημονική φαντασιία.
Στο μέλλον ένα πανίσχυρο ουράνιο σώμα πλησιάζει ταχύτατα τον κόσμο απειλώντας τον με ολοκληρωτική καταστροφή. Ένας ταξιτζής εμπλέκεται άθελά του σε μια τεράστια κοσμική διαμάχη για την απόκτηση ενός μυστικού όπλου. Το αν ο κόσμος θα σωθεί ή θα καταστραφεί, θα εξαρτηθεί από τα χέρια στα οποία αυτό θα καταλήξει.
Η ταινία είναι θεαματικότατη ("φταίνε" και τα δανεισμένα από τον μεγάλο Moebius σκηνικά και εν γένει ντιζάιν), διασκεδαστική (το χιούμορ αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο) και η Γιόβοβιτς ιδιαίτερα σέξι. Βέβαια, ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά πολλά χρόνια δεν διασκέδασα τόσο όσο την πρώτη φορά. Κυρίως με ενόχλησε το πρόχειρο, προσχηματικό σενάριο, που δεν εξηγεί και πολλά και βασίζεται σε εξόφθαλμες συμπτώσεις. Πάντως, μια που σεναριακά το φιλμ δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του - παρά το γεγονός της υπερπαραγωγής - ίσως όλα αυτά να μην έχουν και τόση σημασία και να είναι ηθελημένα (όπως και η χρήση πολλών πασίγνωστων κλισέ, βλέπε η αντίστροφη μέτρηση της βόμβας, το γνωστό "η αγάπη σώζσι" κλπ. κλπ.). Νομίζω λιπόν ότι κάποιος που το βλέπει για πρώτη φορά και ενσυνείδητα θα ξεχάσει όλα τα παραπάνω και απλώς θα αφεθεί στον εντυπωσιακό αυτόν κόσμο, και θα διασκεδάσει και, πιθανόν, θα εντυπωσιαστεί. Στο κάτω κάτω το φιλμ είναι θεαματικό, σπιντάτο, ακόμα και δυνατό σε κάποια σημεία του. Ανώδυνη, πλην όμως χορταστικότατη επιτημονική φαντασιία.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2019
"LARVA": ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΤΑ
Ο Abram Cox (εδώ υπογράφει ως Tim Cox) είναι αδιάφορος τηλεσκηνοθέτης. Το ""Larva" του 2005 είναι εξ ίσου αδιάφορη τηλεταινία τρόμου (δυστυχώς το τηλε- το έμαθα μετά).
Ένας νέος κτηνίατρος φτάνει σε μικρή, αγροτική πόλη, το μονοπώλιο ζωοτροφών στην περιοχή έχει κακιά εταιρία που κάνει πειράματα, τα πειράματα δεν βγαίνουν σε καλό, ένα καινούριο παράσιτο αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται στην αρχή ως σκουλήκι και μετά ως κάτι ακαθόριστα νυχτεριδοειδές, αρχικά τα ζώα ψοφάνε, μετά και οι άνθρωποι και πάει λέγοντας...
Άνευ λόγου ύπαρξης ταινία τρόμου που δανείζεται από παντού: Ολίγος Κρόνενμπεργκ, ολίγο "Mimic", ολίγες αηδιαστικές σκηνές κλπ., εντελώς αστεία εφέ, σενάριο με τόσα αναμενόμενα κλισέ που μπουκώνεις, ελάχιστος τρόμος, ελάχιστη ατμόσφαιρα... Τι άλλο να πω; Ότι υπάρχει η καταγγελία ενάντια στις κακές και άπληστες εταιρίες; Υπάρχει. Αλλά αν περιμέναμε απ' αυτό και μόνο να βγει καλή ταινία... Ίσως θα ήθελε να είναι ένα καλό b-movie. Με τόσο κλισέ όμως ούτε και σ' αυτό τα καταφέρνει νομίζω.
Ένας νέος κτηνίατρος φτάνει σε μικρή, αγροτική πόλη, το μονοπώλιο ζωοτροφών στην περιοχή έχει κακιά εταιρία που κάνει πειράματα, τα πειράματα δεν βγαίνουν σε καλό, ένα καινούριο παράσιτο αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται στην αρχή ως σκουλήκι και μετά ως κάτι ακαθόριστα νυχτεριδοειδές, αρχικά τα ζώα ψοφάνε, μετά και οι άνθρωποι και πάει λέγοντας...
Άνευ λόγου ύπαρξης ταινία τρόμου που δανείζεται από παντού: Ολίγος Κρόνενμπεργκ, ολίγο "Mimic", ολίγες αηδιαστικές σκηνές κλπ., εντελώς αστεία εφέ, σενάριο με τόσα αναμενόμενα κλισέ που μπουκώνεις, ελάχιστος τρόμος, ελάχιστη ατμόσφαιρα... Τι άλλο να πω; Ότι υπάρχει η καταγγελία ενάντια στις κακές και άπληστες εταιρίες; Υπάρχει. Αλλά αν περιμέναμε απ' αυτό και μόνο να βγει καλή ταινία... Ίσως θα ήθελε να είναι ένα καλό b-movie. Με τόσο κλισέ όμως ούτε και σ' αυτό τα καταφέρνει νομίζω.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2019
ΕΝΑ 88ΧΡΟΝΟ "ΒΑΠΟΡΑΚΙ"
Κάθε φορά λέμε ότι θα είναι η τελευταία του ταινία. Και κάθε φορά ακολουθεί κι άλλη. Και μάλιστα μπορεί ακόμα να μας εκπλήξει, αφού "Το Βαποράκι" (The Mule) του 2018 είναι κατά τη γνώμη μου η καλύτερή του μετά το εξαιρετικό "Gran Torino" του 2008. Φυσικά μιλάμε για τον ακατάβλητο Clint Eastwood.
Εδώ λοιπόν ένας 88χρονος καλλιεργητής λουλουδιών, που έχει από χρόνια αποκοπεί από την οικογένειά του, αναγκάζεται να κλείσει την επιχείρησή του, την οποία υπεραγαπά. Όταν του γίνεται η πρόταση να βγάλει εύκολα λεφτά μεταφέροντας (ως υπεράνω πάσης υποψίας καλοκάγαθος ηλικιωμένος) ναρκωτικά για μεξικάνικο καρτέλ, εκείνος θα δεχτεί. Όσο βαθύτερα όμως χώνεται στη "μπίζνα" τόσο τα προβλήματα θα μεγαλώνουν και όλα θα πάψουν να είναι ένα απλό παιχνίδι.
Εδώ ο Ίστγουντ επιστρέφει σε ένα σταθερό μοτιβο της σκηνοθετικής δουλειάς του: Τον παλιό αμερικάνο (συχνά συντηρητικό), αποσυρμένο ουσιαστικά, που βλέπει την κοινωνία να αλλάζει ταχύτατα κι εκείνος δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί, δεν μπορεί να παραμείνει μέλος της. Η κοινωνία αλλάζει προς το χειρότερο βέβαια, κι αυτό δεν είναι μόνο γεροντική νοσταλγία για "τα παλιά": Μια ματιά γύρω μας θα μας πείσει γι' αυτό: Ο Τραμπ, τα ανεξέλεγκτα καρτέλ ναρκωτικών που είναι σε θέση να δημιουργούν κανονικούς εμφύλιους πολέμους, η ακροδεξιά στροφή στην Ευρώπη, η διεύρυνση του ανοίγματος της ψαλίδας στα οικονομικά....
Το καλό εδώ είναι ότι, εκτός από την περιπέτεια και το στοιχείο του σασπένς, ο Ίστγουντ χειρίζεται το θέμα του με πολύ χιούμορ. Υπάρχει η κριτική στο Ίντερνετ και στα πανταχού παρόντα κινητά, η αλλαγή ηγεσίας στο καρτέλ (προς το χειρότερο), στην καλπάζουσα ηθική αναλγησία κλπ. Και, βέβαια, υπάρχει αρκετή συγκίνηση, που ίσως οδηγεί και σε κάποιο μελό στοιχείο, καθώς ο ήρωας προσπαθεί απεγνωσμένα να επανασυνδεθεί (στα 88 του!) με την οικογένεια. Ωστόσο αυτό δεν αρκούσε για να κάνει την ταινία να με απογοητεύσει, αφού και διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και προβληματίστηκα με τα όσα καταδεικνύει, έστω και μέσα από μια σαφώς γεροντική και συντηρητική ματιά. Και. κυρίως, απόλαυσα τον συμπαθητικό χαρακτήρα που δημιούργησε, έναν τύπο δημοφιλή, καλόβολο και φιλικό, "έξω καρδιά" και ταυτόχρονα απαράδεκτο απέναντι στην οικογένεια και τις κάθε λογής υποχρεώσεις του.
Για πόσο ακόμα θα μποεί να παίζει και να σκηνοθετεί τόσο καλά ο Ίστγουντ;
Εδώ λοιπόν ένας 88χρονος καλλιεργητής λουλουδιών, που έχει από χρόνια αποκοπεί από την οικογένειά του, αναγκάζεται να κλείσει την επιχείρησή του, την οποία υπεραγαπά. Όταν του γίνεται η πρόταση να βγάλει εύκολα λεφτά μεταφέροντας (ως υπεράνω πάσης υποψίας καλοκάγαθος ηλικιωμένος) ναρκωτικά για μεξικάνικο καρτέλ, εκείνος θα δεχτεί. Όσο βαθύτερα όμως χώνεται στη "μπίζνα" τόσο τα προβλήματα θα μεγαλώνουν και όλα θα πάψουν να είναι ένα απλό παιχνίδι.
Εδώ ο Ίστγουντ επιστρέφει σε ένα σταθερό μοτιβο της σκηνοθετικής δουλειάς του: Τον παλιό αμερικάνο (συχνά συντηρητικό), αποσυρμένο ουσιαστικά, που βλέπει την κοινωνία να αλλάζει ταχύτατα κι εκείνος δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί, δεν μπορεί να παραμείνει μέλος της. Η κοινωνία αλλάζει προς το χειρότερο βέβαια, κι αυτό δεν είναι μόνο γεροντική νοσταλγία για "τα παλιά": Μια ματιά γύρω μας θα μας πείσει γι' αυτό: Ο Τραμπ, τα ανεξέλεγκτα καρτέλ ναρκωτικών που είναι σε θέση να δημιουργούν κανονικούς εμφύλιους πολέμους, η ακροδεξιά στροφή στην Ευρώπη, η διεύρυνση του ανοίγματος της ψαλίδας στα οικονομικά....
Το καλό εδώ είναι ότι, εκτός από την περιπέτεια και το στοιχείο του σασπένς, ο Ίστγουντ χειρίζεται το θέμα του με πολύ χιούμορ. Υπάρχει η κριτική στο Ίντερνετ και στα πανταχού παρόντα κινητά, η αλλαγή ηγεσίας στο καρτέλ (προς το χειρότερο), στην καλπάζουσα ηθική αναλγησία κλπ. Και, βέβαια, υπάρχει αρκετή συγκίνηση, που ίσως οδηγεί και σε κάποιο μελό στοιχείο, καθώς ο ήρωας προσπαθεί απεγνωσμένα να επανασυνδεθεί (στα 88 του!) με την οικογένεια. Ωστόσο αυτό δεν αρκούσε για να κάνει την ταινία να με απογοητεύσει, αφού και διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και προβληματίστηκα με τα όσα καταδεικνύει, έστω και μέσα από μια σαφώς γεροντική και συντηρητική ματιά. Και. κυρίως, απόλαυσα τον συμπαθητικό χαρακτήρα που δημιούργησε, έναν τύπο δημοφιλή, καλόβολο και φιλικό, "έξω καρδιά" και ταυτόχρονα απαράδεκτο απέναντι στην οικογένεια και τις κάθε λογής υποχρεώσεις του.
Για πόσο ακόμα θα μποεί να παίζει και να σκηνοθετεί τόσο καλά ο Ίστγουντ;
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2019
"DUEL" : ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΗΧΑΝΗΣ
Το 1971 ένας άγνωστος νεαρός σκηνοθέτης, που είχε γυρίσει μερικές μικρού μήκους και κάποια επεισόδια για σίριαλ, γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (τηλεταινία για την ακρίβεια, αν και αργότερα προβλήθηκε κανονικά στους κινηματογράφους). Ο σκηνοθέτης λεγόταν Steven Spielberg και η (τηλε)ταινία ήταν το "Duel" (Μονομαχία). Αυτή η πρώτη προσπάθεια αποδείκνυε ήδη ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιον ξεχωριστό. Να πούμε μόνο ότι η ιστορία και το σενάριο είναι του εξαιρετικού συγγραφέα Richard Matheson (ψάξτε τον να δείτε τι έχει γράψει).
Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, οικογενειάρχης με προστριβές με τη γυναίκα του, κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για δουλειά στους αχανείς, μισοέρημους δρόμους της Αμερικής. Κάποια στιγμή προσπερνά μια τερατώδη νταλίκα. Αυτό είναι. Από εκεί και πέρα η νταλίκα θα επιχειρήσει να τον περάσει ξανά, θα του κλείσει το δρόμο και, στη συνέχεια, άγνωστο γιατί, θα προσπαθήσει να τον σκοτώσει.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα εντελώς low budget φιλμ, με μια διαρκή "μονομαχία" ανάμεσα σε έναν κοινό άνθρωπο που οδηγεί αμέριμνος (αρχικά) το αυτοκίνητό του και μια κτηνώδη μηχανή που θέλει να τον σκοτώσει. Αυτό. Όλο το φιλμ είναι ένα διαρκές κυνηγητό (με στάσεις βεβαίως ενδιάμεσα, οι οποίες, αριστοτεχνικά, αυξάνουν το άγχος για τον ταλαίπωρο οδηγό και το σασπένς για τον θεατή). Και εδώ φαίνεται η σκηνοθετική μαεστρία. Με το τίποτα ο Σπίλμπεργκ δημιουργεί κάτι πέρα για πέρα αγχώδες, τρομακτικό σε κάποια σημεία, το οποίο, σας εγγυώμαι, θα σας κρατήσει με κομμένη την ανάσα. Και ενδιάμεσα θα φιλοσοφήσει για τη σιγουριά που νομίζουμε ότι διέπει την καθημερινότητά μας και η οποία, στην πραγματικότητα, είναι τόσο εύθραυστη, αφού μπορεί να τιναχτεί στον αέρα ανά πάσα στιγμή είτε από καθαρό παιχνίδι της τύχης είτε από οτιδήποτε άλλο (έναν κακό χειρισμό με απρόβλεπτες συνέπειες κλπ.). Ναι, η σιγουριά μας είναι πέρα για πέρα πλασματική. Το κερασάκι στην τούρτα, για να κάνει το φιλμ να αγγίξει το παράλογο (ακόμα και το μεταφυσικό, για κάποιους) στοιχείο, είναι ότι ο ψυχοπαθής προφανώς οδηγός της νταλίκας δεν θα εμφανιστεί ποτέ μέχρι το τέλος, δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε και για άνθρωπο εναντίον μιας απρόσωπης μηχανής...
Εξαιρετικό φιλμ, που δείχνει τις δυνατότητες του σκηνοθέτη (είπαμε, είναι φτιαγμένο με το τίποτα) και αποδεικνύει ότι αυτό που έγινε στη συνέχεια δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Και, σημειώστε, δεν έχει καμία σχέση με ηλίθια κυνηγητά με αυτοκίνητα που βρίθουν σε πάμπολλες αμερικάνικες ταινίες κάθε είδους και που πιθανόν βαριέστε (και καλά κάνετε). Αυτό εδώ είναι εντελώς ξεχωριστό.
Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, οικογενειάρχης με προστριβές με τη γυναίκα του, κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για δουλειά στους αχανείς, μισοέρημους δρόμους της Αμερικής. Κάποια στιγμή προσπερνά μια τερατώδη νταλίκα. Αυτό είναι. Από εκεί και πέρα η νταλίκα θα επιχειρήσει να τον περάσει ξανά, θα του κλείσει το δρόμο και, στη συνέχεια, άγνωστο γιατί, θα προσπαθήσει να τον σκοτώσει.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα εντελώς low budget φιλμ, με μια διαρκή "μονομαχία" ανάμεσα σε έναν κοινό άνθρωπο που οδηγεί αμέριμνος (αρχικά) το αυτοκίνητό του και μια κτηνώδη μηχανή που θέλει να τον σκοτώσει. Αυτό. Όλο το φιλμ είναι ένα διαρκές κυνηγητό (με στάσεις βεβαίως ενδιάμεσα, οι οποίες, αριστοτεχνικά, αυξάνουν το άγχος για τον ταλαίπωρο οδηγό και το σασπένς για τον θεατή). Και εδώ φαίνεται η σκηνοθετική μαεστρία. Με το τίποτα ο Σπίλμπεργκ δημιουργεί κάτι πέρα για πέρα αγχώδες, τρομακτικό σε κάποια σημεία, το οποίο, σας εγγυώμαι, θα σας κρατήσει με κομμένη την ανάσα. Και ενδιάμεσα θα φιλοσοφήσει για τη σιγουριά που νομίζουμε ότι διέπει την καθημερινότητά μας και η οποία, στην πραγματικότητα, είναι τόσο εύθραυστη, αφού μπορεί να τιναχτεί στον αέρα ανά πάσα στιγμή είτε από καθαρό παιχνίδι της τύχης είτε από οτιδήποτε άλλο (έναν κακό χειρισμό με απρόβλεπτες συνέπειες κλπ.). Ναι, η σιγουριά μας είναι πέρα για πέρα πλασματική. Το κερασάκι στην τούρτα, για να κάνει το φιλμ να αγγίξει το παράλογο (ακόμα και το μεταφυσικό, για κάποιους) στοιχείο, είναι ότι ο ψυχοπαθής προφανώς οδηγός της νταλίκας δεν θα εμφανιστεί ποτέ μέχρι το τέλος, δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε και για άνθρωπο εναντίον μιας απρόσωπης μηχανής...
Εξαιρετικό φιλμ, που δείχνει τις δυνατότητες του σκηνοθέτη (είπαμε, είναι φτιαγμένο με το τίποτα) και αποδεικνύει ότι αυτό που έγινε στη συνέχεια δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Και, σημειώστε, δεν έχει καμία σχέση με ηλίθια κυνηγητά με αυτοκίνητα που βρίθουν σε πάμπολλες αμερικάνικες ταινίες κάθε είδους και που πιθανόν βαριέστε (και καλά κάνετε). Αυτό εδώ είναι εντελώς ξεχωριστό.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2019
GLASS : ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ
Το 2000 ήταν ο "Άφθαρτος". Το 2017 ήρθε ο "Διχασμένος". Ήταν δύο από τις καλές ταινίες του M. Night Shyamalan (η δεύτερη μετά από πολλά χρόνια μετριοτήτων). Το 2019 επιστρέφει με το "Glass" στη μυθολογία των δύο (άσχετων μεταξύ τους) ταινιών και κάνει κάτι πρωτότυπο: Ενώνει τους κόσμους τους, φτιάχνοντας έτσι το οριστικό τέλος αμφοτέρων.
Ο "Άφθαρτος" του πρώτου φιλμ (άτρωτος ουσιαστικά) επανεμφανίζεται μετά τόσα χρόνια ως ένα είδος υπερήρωα, που πολεμά εθελοντικά το έγκλημα. Κάποια στιγμή θα συλληφθεί και θα κλειστεί στο άσυλο όπου βρίσκεται ο πολλαπλών προσωπικοτήτων "διχασμένος" του φιλμ του 2017, αλλά και ο "Mr. Glass", ο ιδιοφυής αντίπαλος του Άφθαρτου. Οι ιστορίες τους θα μπλεχτούν, ο "καλός" και ο "κακός" θα συγκρουστούν, κάποιος απ' όλους θα κινεί τα νήματα για να χρησιμοποιήσει τους άλλους, ενώ στο τέλος, όπως στα περισσότερα φιλμ του Shyamalan, θα υπάρχει ανατροπή.
Ο σκηνοθέτης σχεδόν πάντα ξεκινά από ευφάνταστες ιδέες (όπως αυτή να ενώσει τα σύμπαντα δύο άσχετων μεταξύ τους ταινιών του). Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια τα καταφέρνει απόλυτα μέχρι τέλους. Εδώ είναι πολύ ενδιαφέρων και ο προβληματισμός πάνω στο θέμα των υπερηρώων (που είχε ξεκινήσει από τον "Άφθαρτο") και το ότι φτιάχνει ένα φιλμ που θέλει να είναι "σκεπτόμενα" υπερηρωικό και διαρκώς κλείνει το μάτι στα άπειρα κλισέ του είδους, χρησιμοποιώντας τα, αλλά και σχολιάζοντάς τα ταυτόχρονα, δηλώνοντας διαρκώς ότι εν γνώσει του τα χρησιμοποιεί. Το πρόβλημα είναι ότι το σενάριο είναι πρόχειρο και μπάζει από διάφορες μεριές, το πρώτο μέρος κυλά μάλλον δύσκολα και, εντέλει, ακόμα και την τελική έκπληξη κάπου την έχουμε ξαναδεί, ενώ η τελική τελική λύση είναι ελάχιστα πειστική.
Συνολικά το παρακολούθησα με (σχετικό) ενδιαφέρον και βρήκα κάποια καλά σημεία, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε συνολικά ως ταινία.
Ο "Άφθαρτος" του πρώτου φιλμ (άτρωτος ουσιαστικά) επανεμφανίζεται μετά τόσα χρόνια ως ένα είδος υπερήρωα, που πολεμά εθελοντικά το έγκλημα. Κάποια στιγμή θα συλληφθεί και θα κλειστεί στο άσυλο όπου βρίσκεται ο πολλαπλών προσωπικοτήτων "διχασμένος" του φιλμ του 2017, αλλά και ο "Mr. Glass", ο ιδιοφυής αντίπαλος του Άφθαρτου. Οι ιστορίες τους θα μπλεχτούν, ο "καλός" και ο "κακός" θα συγκρουστούν, κάποιος απ' όλους θα κινεί τα νήματα για να χρησιμοποιήσει τους άλλους, ενώ στο τέλος, όπως στα περισσότερα φιλμ του Shyamalan, θα υπάρχει ανατροπή.
Ο σκηνοθέτης σχεδόν πάντα ξεκινά από ευφάνταστες ιδέες (όπως αυτή να ενώσει τα σύμπαντα δύο άσχετων μεταξύ τους ταινιών του). Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια τα καταφέρνει απόλυτα μέχρι τέλους. Εδώ είναι πολύ ενδιαφέρων και ο προβληματισμός πάνω στο θέμα των υπερηρώων (που είχε ξεκινήσει από τον "Άφθαρτο") και το ότι φτιάχνει ένα φιλμ που θέλει να είναι "σκεπτόμενα" υπερηρωικό και διαρκώς κλείνει το μάτι στα άπειρα κλισέ του είδους, χρησιμοποιώντας τα, αλλά και σχολιάζοντάς τα ταυτόχρονα, δηλώνοντας διαρκώς ότι εν γνώσει του τα χρησιμοποιεί. Το πρόβλημα είναι ότι το σενάριο είναι πρόχειρο και μπάζει από διάφορες μεριές, το πρώτο μέρος κυλά μάλλον δύσκολα και, εντέλει, ακόμα και την τελική έκπληξη κάπου την έχουμε ξαναδεί, ενώ η τελική τελική λύση είναι ελάχιστα πειστική.
Συνολικά το παρακολούθησα με (σχετικό) ενδιαφέρον και βρήκα κάποια καλά σημεία, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε συνολικά ως ταινία.
Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2019
"MESSIAH OF EVIL": ΕΝΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ GIALLO
Το ζεύγος σε ζωή και οθόνη Willard Huyck και Gloria Katz είναι κυρίως σεναριογράφοι ("American Graffitti" και ο 2ος Ιντιάνα Τζόουνς μεταξύ άλλων). Το 1973 γυρίζουν την πρώτη τους ταινία (η Katz δεν αναγράφεται, ωστόσο όλοι τη θεωρούν συν σκηνοθέτη), το "Messiah of Evil". Πρόκειται, φυσικά, για low budget ταινία τρόμου.
Μια νέα γυναίκα φτάνει σε ένα απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό αναζητώντας τον ζωγράφο πατέρα της που έχει αποσυρθεί εκεί και τελευταία δεν δίνει σημεία ζωής. Από την πρώτη στιγμή περίεργα πράγματα συμβαίνουν, ανησυχητικές εμφανίσεις, φόνοι... Όταν φτάνει ένα παράξενο τρίο, όλοι μαζί θα βρεθούν μπλεγμένοι σε έναν εφιάλτη.
Το φιλμ είναι αμερικάνικο όπως είπαμε, ωστόσο η ματιά του είναι καθαρά αυτή ενός ευρωπαϊκού b movie του είδους, περισσότερο θα λέγαμε ενός ιταλικού giallo. Διαθέτει όλες τις αρετές του είδους (ατμόσφαιρα, υποβλητικά, μη ρεαλιστικά χρώματα, κάποιες ευφάνταστες σκηνές, ένα συγκεχυμένο κλίμα που θυμίζει εφιάλτη) και όλα τα αρνητικά του (σενάριο γραμμένο στο πόδι, που αφήνει τα μισά απ' όσα συμβαίνουν ανεξήγητα, γελοίες ηθοποιίες κλπ.). Ο Μπάβα και ο Αρτζέντο είναι εδώ. Διαθέτει επίσης μερικές καλές - αξέχαστες για μερικούς - σκηνές, όπως ο θάνατος ενός ζωγράφου με χυμένα χρώματα που παραπέμπουν σε μεγάλους αφηρημένους ζωγράφους κ.ά. και μια ζομποειδή-αλλά-όχι-ακριβώς ιστορία.
Δεν έχω να πω πολλά. Το φιλμ είναι κατ' ευθείαν προορισμένο για cult και για μεταμεσονύχτιες προβολές. Προσωπικά - το έχω ξαναπεί - δεν είμαι πολύ φίλος του συγκεκριμένου υποείδους (αν και είμαι φίλος των ταινιών τρόμου γενικά). Απλώς διασκεδάζω σχετικά μ' αυτό. Αν όμως εσείς είστε φίλοι, και λαμβάνοντας υπ' όψιν όσα έγραψα παραπάνω, το συνιστώ. Θα το απολαύσετε.
Μια νέα γυναίκα φτάνει σε ένα απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό αναζητώντας τον ζωγράφο πατέρα της που έχει αποσυρθεί εκεί και τελευταία δεν δίνει σημεία ζωής. Από την πρώτη στιγμή περίεργα πράγματα συμβαίνουν, ανησυχητικές εμφανίσεις, φόνοι... Όταν φτάνει ένα παράξενο τρίο, όλοι μαζί θα βρεθούν μπλεγμένοι σε έναν εφιάλτη.
Το φιλμ είναι αμερικάνικο όπως είπαμε, ωστόσο η ματιά του είναι καθαρά αυτή ενός ευρωπαϊκού b movie του είδους, περισσότερο θα λέγαμε ενός ιταλικού giallo. Διαθέτει όλες τις αρετές του είδους (ατμόσφαιρα, υποβλητικά, μη ρεαλιστικά χρώματα, κάποιες ευφάνταστες σκηνές, ένα συγκεχυμένο κλίμα που θυμίζει εφιάλτη) και όλα τα αρνητικά του (σενάριο γραμμένο στο πόδι, που αφήνει τα μισά απ' όσα συμβαίνουν ανεξήγητα, γελοίες ηθοποιίες κλπ.). Ο Μπάβα και ο Αρτζέντο είναι εδώ. Διαθέτει επίσης μερικές καλές - αξέχαστες για μερικούς - σκηνές, όπως ο θάνατος ενός ζωγράφου με χυμένα χρώματα που παραπέμπουν σε μεγάλους αφηρημένους ζωγράφους κ.ά. και μια ζομποειδή-αλλά-όχι-ακριβώς ιστορία.
Δεν έχω να πω πολλά. Το φιλμ είναι κατ' ευθείαν προορισμένο για cult και για μεταμεσονύχτιες προβολές. Προσωπικά - το έχω ξαναπεί - δεν είμαι πολύ φίλος του συγκεκριμένου υποείδους (αν και είμαι φίλος των ταινιών τρόμου γενικά). Απλώς διασκεδάζω σχετικά μ' αυτό. Αν όμως εσείς είστε φίλοι, και λαμβάνοντας υπ' όψιν όσα έγραψα παραπάνω, το συνιστώ. Θα το απολαύσετε.
Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2019
"Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΟΧΑΓΟΥ" ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΩΣ ΠΗΓΗ ΚΑΚΟΥ
Ο γερμανός Robert Schwentke, αφού έκανε και στο Χόλιγουντ την (μέτρια νομίζω) βόλτα του με "Τριλογίες Απόκλισης" και "Σχέδια Πτήσης", επιστρέφει στη χώρα του και. αλλάζοντας πορεία, γυρίζει το 2017 την εντυπωσιακή "Στολή του Λοχαγού" (Der Hauptman), ένα σκοτεινό και γκροτέσκο πολεμικο δράμα με προεκτάσεις.
Στον παγωμένο χειμώνα του τέλους του πολέμου, όταν οι ναζί έχουν ουσιαστικά χάσει, ο γερμανικός στρατός παρουσιάζει όλο και περισσότερα σημεία διάλυσης. Οι πάμπολλοι λιποτάκτες εκτελούνται άμεσα από τους πρώην συμπολεμιστές τους. Τα πάντα καταρρέουν. Σ' αυτό το παρακμιακό κλίμα, ένας νεαρός γερμανός στρατιώτης που έχει λιποτακτήσει, βρίσκει τυχαία την ατσαλάκωτη στολή ενός λοχαγού της Βέρμαχτ. Αρχικά τη φορά για να ζεσταθεί. Σύντομα ομως υποχρεώνεται να υποδυθεί το ρόλο αυτόν, ρόλος που του γίνεται πλέον δεύτερη φύση και, μαζί με τη γοητεία της εξουσίας που απορρέει απ' αυτόν, "κληρονομεί" και την απόλυτη κτηνωδία που η (ναζιστική) εξουσία συνεπάγεται.
Εντυπωσιακή μαυρόασπρη φωτογραφία, εξαιρετική (παρακμιακή) ατμόσφαιρα, αλληγορική ματιά και αρκετές προεκτάσεις, συνθέτουν μια πολύ δυνατή ταινία. Ο σκηνοθέτης, μέσα από την ιστορία αυτή, ασκεί βαθύτερη κριτική στο θέμα της εξουσίας, της γοητείας της, όπως είπαμε, της "μέθης" που προκαλεί, της εξάρτησης σχεδον απ' αυτήν. Και, φυσικά, μιλά για την κατάχρησή της και τη χρήσιμοποίησή της για καθαρά προσωπικούς λόγους και ηδονές. Μάλιστα, για να δείξει τον "τυφλό" χαρακτήρα της, επιλέγει μια περίπτωση όπου αυτή αποκτιέται με έναν απόλυτα τυχαίο τρόπο, δίχως το παραμικρό προσόν (πέραν της μιμητικής ικανότητας) ή την παραμικρή προσπάθεια για την κατάληψή της. Σα να μας λέει απλά "η εξουσία διαφθείρει από τη φύση της". Τοποθετώντας όλα αυτά στα πλαίσια του χειρότερου και βαρβαρότερου καθεστώτος που γνώρισε ο μοντέρνος "πολιτισμένος" κόσμος, απλώς υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο και κάνει πιο έντονες τις παραπάνω παρατηρήσεις. Φυσικά όλα ξεκινούν από την ανάγκη επιβίωσης. Όσα ακολουθούν όμως πάνε το πράγμα μακρύτερα.
Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι όσο προχωρά το φιλμ, το στοιχείο του γκροτέσκο μπαίνει όλα και περισσότερο και, σε ορισμένα σημεία και παρά τη διαρκώς ζοφερή ατμόσφαιρα, αγγίζει τα όρια του κατάμαυρου χιούμορ. Η σουρεαλιστική τελευταία σκηνή είναι σαφής για τις προθέσεις του και για τη διάθεση να "προειδοποιήσει" ότι απ' όλα αυτά κινδυνεύουμε και σήμερα (ή, αν προτιμάτε, τ κακό είναι διαχρονικό).
Ακόμα κι αν δεν αρέσει ή θεωρηθεί από κάποιους "τραβηγμένο", το φιλμ είναι σίγουρα ενδιαφέρον.
Στον παγωμένο χειμώνα του τέλους του πολέμου, όταν οι ναζί έχουν ουσιαστικά χάσει, ο γερμανικός στρατός παρουσιάζει όλο και περισσότερα σημεία διάλυσης. Οι πάμπολλοι λιποτάκτες εκτελούνται άμεσα από τους πρώην συμπολεμιστές τους. Τα πάντα καταρρέουν. Σ' αυτό το παρακμιακό κλίμα, ένας νεαρός γερμανός στρατιώτης που έχει λιποτακτήσει, βρίσκει τυχαία την ατσαλάκωτη στολή ενός λοχαγού της Βέρμαχτ. Αρχικά τη φορά για να ζεσταθεί. Σύντομα ομως υποχρεώνεται να υποδυθεί το ρόλο αυτόν, ρόλος που του γίνεται πλέον δεύτερη φύση και, μαζί με τη γοητεία της εξουσίας που απορρέει απ' αυτόν, "κληρονομεί" και την απόλυτη κτηνωδία που η (ναζιστική) εξουσία συνεπάγεται.
Εντυπωσιακή μαυρόασπρη φωτογραφία, εξαιρετική (παρακμιακή) ατμόσφαιρα, αλληγορική ματιά και αρκετές προεκτάσεις, συνθέτουν μια πολύ δυνατή ταινία. Ο σκηνοθέτης, μέσα από την ιστορία αυτή, ασκεί βαθύτερη κριτική στο θέμα της εξουσίας, της γοητείας της, όπως είπαμε, της "μέθης" που προκαλεί, της εξάρτησης σχεδον απ' αυτήν. Και, φυσικά, μιλά για την κατάχρησή της και τη χρήσιμοποίησή της για καθαρά προσωπικούς λόγους και ηδονές. Μάλιστα, για να δείξει τον "τυφλό" χαρακτήρα της, επιλέγει μια περίπτωση όπου αυτή αποκτιέται με έναν απόλυτα τυχαίο τρόπο, δίχως το παραμικρό προσόν (πέραν της μιμητικής ικανότητας) ή την παραμικρή προσπάθεια για την κατάληψή της. Σα να μας λέει απλά "η εξουσία διαφθείρει από τη φύση της". Τοποθετώντας όλα αυτά στα πλαίσια του χειρότερου και βαρβαρότερου καθεστώτος που γνώρισε ο μοντέρνος "πολιτισμένος" κόσμος, απλώς υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο και κάνει πιο έντονες τις παραπάνω παρατηρήσεις. Φυσικά όλα ξεκινούν από την ανάγκη επιβίωσης. Όσα ακολουθούν όμως πάνε το πράγμα μακρύτερα.
Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι όσο προχωρά το φιλμ, το στοιχείο του γκροτέσκο μπαίνει όλα και περισσότερο και, σε ορισμένα σημεία και παρά τη διαρκώς ζοφερή ατμόσφαιρα, αγγίζει τα όρια του κατάμαυρου χιούμορ. Η σουρεαλιστική τελευταία σκηνή είναι σαφής για τις προθέσεις του και για τη διάθεση να "προειδοποιήσει" ότι απ' όλα αυτά κινδυνεύουμε και σήμερα (ή, αν προτιμάτε, τ κακό είναι διαχρονικό).
Ακόμα κι αν δεν αρέσει ή θεωρηθεί από κάποιους "τραβηγμένο", το φιλμ είναι σίγουρα ενδιαφέρον.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2019
Ο ΑΜΦΙΣΗΜΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ "ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ"
"Το Παιχνίδι με τη Φωτιά" (Beoning ή Burning στα αγγλικά) του 2018 είναι ένα φιλμ του κορεάτη Chang-dong Lee που συζητήθηκε αρκετά. Βασίζεται σε διήγημα του Μουρακάμι και, πρέπει να πω, είναι όντως ταιριαστό με τον κόσμο του συγγραφέα αυτού, ενός συγγραφέα που το βασικό μοτίβο του είναι η αμφιβολία.
Ένας νεαρός που θέλει να γίνει συγγραφέας και ο οποίος έχει "δύσκολες" σχέσεις με τον πατέρα του, ερωτεύεται μια κοπέλα. Μετά την πρώτη ερωτική συνεύρεση εκείνη φεύγει για προγραμματισμένο ταξίδι στην Αφρική. Όταν επιστρέφει όμως δεν είναι μόνη. Συνοδεύεται από έναν γοητευτικό και, όπως όλα δείχνουν, πολύ πλούσιου τύπου. Το παράξενο αυτό τρίο συναντιέται συχνά, άλλοτε στην πρωτεύουσα κι άλλοτε στο παραμεθόριο χωριό του νέου, ώσπου η κοπέλα εξαφανίζεται ξαφνικά. Από εκεί και πέρα τα πάντα είναι θολά και αμφίβολα.
Η ταινία είναι σχετικά αργή, μεγάλη σε διάρκεια και ίσως κουράσει αρκετούς. Και, το τονίζω από τώρα αυτό, δεν ξεκαθαρίζει τίποτα. Τα πάντα καλύπτονται από ένα πέπλο αμφιβολίας. Τα πάντα μπορεί να έχουν συμβεί ή να μην έχουν συμβεί. Ο γάτος είναι αυτός της κοπέλας ή όχι; Το πηγάδι υπήρχε ή δεν; Το θερμοκήπιο όντως κάηκε ή όχι; Η κοπέλα πέθανε ή απλώς εξαφανίστηκε; Τι ακριβώς κάνει και είναι ο πλούσιος τύπος; Όλα είναι ασαφή, έχουν διττή σημασία, "υπάρχουν και δεν υπάρχουν" όπως θα μπορούσε να διατυπωθεί. Αυτό ακριβώς το ρευστό και ασαφές των πραγμάτων, το ότι ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την αλήθεια, νομίζω ότι θέλει να σχολιάσει το φιλμ.
Παράλληλα αναφέρεται και στη διχασμένη Κορέα (βόρεια και νότια) και σε άλλα διχαστικά στοιχεία, όπως τις ταξικές διαφορές, με την εύγλωττη αντίθεση στην καθημερινότητα των δύο ανδρικών χαρακτήρων. Ενδιαφέρον φιλμ, πολύ "κλειστό" ωστόσο. Δεν μετάνιωσα καθόλου που το είδα, μου έδωσε "τροφή για σκέψη", δεν συμμερίζομαι όμως τις ενθουσιώδεις κριτικές.
Ένας νεαρός που θέλει να γίνει συγγραφέας και ο οποίος έχει "δύσκολες" σχέσεις με τον πατέρα του, ερωτεύεται μια κοπέλα. Μετά την πρώτη ερωτική συνεύρεση εκείνη φεύγει για προγραμματισμένο ταξίδι στην Αφρική. Όταν επιστρέφει όμως δεν είναι μόνη. Συνοδεύεται από έναν γοητευτικό και, όπως όλα δείχνουν, πολύ πλούσιου τύπου. Το παράξενο αυτό τρίο συναντιέται συχνά, άλλοτε στην πρωτεύουσα κι άλλοτε στο παραμεθόριο χωριό του νέου, ώσπου η κοπέλα εξαφανίζεται ξαφνικά. Από εκεί και πέρα τα πάντα είναι θολά και αμφίβολα.
Η ταινία είναι σχετικά αργή, μεγάλη σε διάρκεια και ίσως κουράσει αρκετούς. Και, το τονίζω από τώρα αυτό, δεν ξεκαθαρίζει τίποτα. Τα πάντα καλύπτονται από ένα πέπλο αμφιβολίας. Τα πάντα μπορεί να έχουν συμβεί ή να μην έχουν συμβεί. Ο γάτος είναι αυτός της κοπέλας ή όχι; Το πηγάδι υπήρχε ή δεν; Το θερμοκήπιο όντως κάηκε ή όχι; Η κοπέλα πέθανε ή απλώς εξαφανίστηκε; Τι ακριβώς κάνει και είναι ο πλούσιος τύπος; Όλα είναι ασαφή, έχουν διττή σημασία, "υπάρχουν και δεν υπάρχουν" όπως θα μπορούσε να διατυπωθεί. Αυτό ακριβώς το ρευστό και ασαφές των πραγμάτων, το ότι ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την αλήθεια, νομίζω ότι θέλει να σχολιάσει το φιλμ.
Παράλληλα αναφέρεται και στη διχασμένη Κορέα (βόρεια και νότια) και σε άλλα διχαστικά στοιχεία, όπως τις ταξικές διαφορές, με την εύγλωττη αντίθεση στην καθημερινότητα των δύο ανδρικών χαρακτήρων. Ενδιαφέρον φιλμ, πολύ "κλειστό" ωστόσο. Δεν μετάνιωσα καθόλου που το είδα, μου έδωσε "τροφή για σκέψη", δεν συμμερίζομαι όμως τις ενθουσιώδεις κριτικές.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 23, 2019
"MULHOLLAND FALLS" Ή Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΠΑΝΤΟΥ
Ο Lee Tamahori είναι νεοζηλανδός και έχει κάνει μερικές συμπαθητικές ταινίες (όχι όλες του πάντως). Μια απ' αυτές, κατά τη γνώμη μου, είναι η 2ή του, το "Mulholland Falls" ("Εντολή εν Λευκώ" στην Ελλάδα) του 1996, που διαθέτει και πολύ δυνατό καστ: Νικ Νόλτε, Τσαζ Παλμιντιέρι, Μέλανι Γκρίφιθ, Τζένιφερ Κόνελι, Τζον Μάλκοβιτς, Μάικλ Μάντσεν, Μπρους Ντερν κ.ά.
Στη δεκαετία του 40 ένα ειδικό σώμα, που αποτελείται από 4 σκληροτράχηλους (και ογκώδεις, λέξη ελαφρώς ηπιότερη του "κτηνώδεις") μπάτσους έχει ειδικές εντολές να "καθαρίζει" το έγκλημα χρησιμοποιώντας ακόμα και...χμμμ... όχι πολύ νόμιμες μεθόδους. Κάποια στιγμή θα ασχοληθούν με τη δολοφονία μιας νεαρής, σέξι κοπέλας. Δολοφονία με πολλές προεκτάσεις και πολλά συγκαλυμμένα μυστικά, αφού το θύμα είχε σχέσεις με πολλούς πανίσχυρους άντρες... αλλά και με τον επικεφαλής της ομάδας (ο οποίος, σημειωτέον, είναι και παντρεμένος).
Σκληρό και βίαιο αστυνομικό φιλμ, με στοιχεία νουάρ, παρουσιάζει, όπως και άλλα του είδους, μια κοινωνία (ή, τουλάχιστον, μια αμερικάνικη κοινωνία) απόλυτα διεφθαρμένη σε όλα τα επίπεδα (έγκλημα, διαπλοκή, στρατιωτικά μυστικά και επιχειρήσεις υπεράνω όλων, παρανομία κάθε είδους) και, φυσικά, διεφθαρμένη αστυνομία. Είναι αυτό που λέμε "απ' όπου και να το πιάσει βρωμάει". Και, βέβαια, η γενική διαφθορά μπλέκεται αξεδιάλυτα με τα προσωπικά πάθη ή/και συμφέροντα (το σεξ, η εξουσία κλπ.). Και κάτι άλλο, που συνάδει με τα προηγούμενα: Όλοι οι ήρωες είναι "κακοί" ή, τέλος πάντων, κάπου έχουν λερωμένη τη φωλιά τους.
Καλό κατά τη γνώμη μου φιλμ του είδους, το οποίο, ναι μεν δεν προσθέτει κάτι σε αρκετά παρόμοια (από την εποχή των νουάρ ήδη), αλλά νομίζω ότι βλέπεται με ενδιαφέρον.
Στη δεκαετία του 40 ένα ειδικό σώμα, που αποτελείται από 4 σκληροτράχηλους (και ογκώδεις, λέξη ελαφρώς ηπιότερη του "κτηνώδεις") μπάτσους έχει ειδικές εντολές να "καθαρίζει" το έγκλημα χρησιμοποιώντας ακόμα και...χμμμ... όχι πολύ νόμιμες μεθόδους. Κάποια στιγμή θα ασχοληθούν με τη δολοφονία μιας νεαρής, σέξι κοπέλας. Δολοφονία με πολλές προεκτάσεις και πολλά συγκαλυμμένα μυστικά, αφού το θύμα είχε σχέσεις με πολλούς πανίσχυρους άντρες... αλλά και με τον επικεφαλής της ομάδας (ο οποίος, σημειωτέον, είναι και παντρεμένος).
Σκληρό και βίαιο αστυνομικό φιλμ, με στοιχεία νουάρ, παρουσιάζει, όπως και άλλα του είδους, μια κοινωνία (ή, τουλάχιστον, μια αμερικάνικη κοινωνία) απόλυτα διεφθαρμένη σε όλα τα επίπεδα (έγκλημα, διαπλοκή, στρατιωτικά μυστικά και επιχειρήσεις υπεράνω όλων, παρανομία κάθε είδους) και, φυσικά, διεφθαρμένη αστυνομία. Είναι αυτό που λέμε "απ' όπου και να το πιάσει βρωμάει". Και, βέβαια, η γενική διαφθορά μπλέκεται αξεδιάλυτα με τα προσωπικά πάθη ή/και συμφέροντα (το σεξ, η εξουσία κλπ.). Και κάτι άλλο, που συνάδει με τα προηγούμενα: Όλοι οι ήρωες είναι "κακοί" ή, τέλος πάντων, κάπου έχουν λερωμένη τη φωλιά τους.
Καλό κατά τη γνώμη μου φιλμ του είδους, το οποίο, ναι μεν δεν προσθέτει κάτι σε αρκετά παρόμοια (από την εποχή των νουάρ ήδη), αλλά νομίζω ότι βλέπεται με ενδιαφέρον.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2019
"THE DOUBLE" ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ
Το 2011 ο κυρίως σεναριογράφος Michael Brandt γυρίζει τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του, το "The Double", με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και τον Μάρτιν Σιν, ένα κατασκοπικό / δράσης φιλμ δίχως πολλές φιλοδοξίες.
Όταν ένας παλιός δολοφόνος των "κακών" ρώσων, που όλοι θεωρούσαν νεκρό, ενεργοποιείται και πάλι δολοφονώντας έναν γερουσιαστή, η CIA καλεί έναν πράκτορα που έχει αποσυρθεί και τον βάζει να συνεργαστεί με έναν νεαρό του FBI για να πιάσουν τον δολοφόνο.
Δράση και μυστήριο, διπλοί πράκτορες, φόνοι και άλλα τέτοια εναλλάσσονται προσπαθώντας να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και δείχνοντάς μας ότι ο πόλεμος των κατασκόπων Αμερικής - Ρωσίας συνεχίζεται ακάθεκτος και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Το βασικό ατού της ταινίας είναι υποτίθεται οι διαρκείς ανατροπές, όπου δεν ξέρεις ποιος δουλεύει για ποιον (ποιος είναι "διπλός" πράκτορας, όπως λέει και ο τίτλος), πότε η δράση αφορά την υπηρεσία ή υπαγορεύεται από λόγους προσωπικής εκδίκησης... και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Τίποτα παραπάνω.
Ίσως σας κρατήσει ένα σχετικά ενδιαφέρον δίωρο. Δεν νομίζω ότι έχει οποιοδήποτε άλλο σκοπό ή βάθος. Οι αμερικάνοι πάντως εξακολουθούν να είναι οι καλοί (ίσως με κάποιες αμφιβολίες). Αυτό δεν αλλάζει και πολύ ριζικά.
Όταν ένας παλιός δολοφόνος των "κακών" ρώσων, που όλοι θεωρούσαν νεκρό, ενεργοποιείται και πάλι δολοφονώντας έναν γερουσιαστή, η CIA καλεί έναν πράκτορα που έχει αποσυρθεί και τον βάζει να συνεργαστεί με έναν νεαρό του FBI για να πιάσουν τον δολοφόνο.
Δράση και μυστήριο, διπλοί πράκτορες, φόνοι και άλλα τέτοια εναλλάσσονται προσπαθώντας να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και δείχνοντάς μας ότι ο πόλεμος των κατασκόπων Αμερικής - Ρωσίας συνεχίζεται ακάθεκτος και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Το βασικό ατού της ταινίας είναι υποτίθεται οι διαρκείς ανατροπές, όπου δεν ξέρεις ποιος δουλεύει για ποιον (ποιος είναι "διπλός" πράκτορας, όπως λέει και ο τίτλος), πότε η δράση αφορά την υπηρεσία ή υπαγορεύεται από λόγους προσωπικής εκδίκησης... και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Τίποτα παραπάνω.
Ίσως σας κρατήσει ένα σχετικά ενδιαφέρον δίωρο. Δεν νομίζω ότι έχει οποιοδήποτε άλλο σκοπό ή βάθος. Οι αμερικάνοι πάντως εξακολουθούν να είναι οι καλοί (ίσως με κάποιες αμφιβολίες). Αυτό δεν αλλάζει και πολύ ριζικά.
Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2019
ΕΝΑ "ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ" ΕΝΑΝΤΙΟ ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΙΣΣΑΛΟΔΟΞΙΑ
Οι θετικές εκπλήξεις είναι διπλές. Από τη μία, πώς είναι δυνατόν ένα φιλμ που διαθέει όλα τα χαρακτηριστικά της "αμερικανιάς" να είναι τόσο ευχάριστο. Από την άλλη, πώς γίνεται να το έχει σκηνοθετήσει ο Peter Farrelly, ο ένας εκ των αδελφών Φαρέλι των χοντρών κωμωδιών ("Ηλίθιος και Πανηλίθιος", "Κάτι Τρέχει με τη Μαίρη" κλπ.). Κι όμως στο "Πράσινο Βιβλίο" του 2018 συμβαίνουν και τα δύο.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το 1962 ο μαύρος πιανίστας της τζαζ (και εξαιρετικός κλασικός ερμηνευτής) αποφασίζει να κάνει περιοδεία στις κάτι περισσότερο από ρατσιστικές νότιες πολιτείες των ΗΠΑ. Προσλαμβάνει για σωφέρ (και σωματοφύλακα, όπως από την αρχή γίνεται φανερό) έναν "κτηνώδη" και ρατσιστή μέχρι τότε ιταλικής καταγωγής μπράβο, ο οποίος ωστόσο, παρα τη βιαιότητά του, έχει καλές πλευρές (τιμιότητα, ειλικρίνεια κλπ.) Το αταίριαστο ζευγάρι θα βρίσκεται μαζί επί 2 μήνες, κατά τους οποίους πολλά θα συμβούν, πολλά θα αλλάξουν και πολλά θα αποκαλυφτούν.
Δεν είναι μόνο οι εξαιρετκές ηθοποιίες του αγνώριστου Βίγκο Μόρτενσεν και του Μαρσάλα Αλί. Είναι η γοητεία του road movie, οι σωστές πολιτικοκοινωνικές θέσεις της αποδοχής της κάθε διαφοράς (τετριμμένο προφανώς, αλλά όπως και να το κάνουμε ευπρόσδεκτο), η διαρκής εναλλαγή δράματος και χιούμορ, το σφιχτό σενάριο, που μου κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον. Και επίσης εκτίμησα την διαρκή εναλλαγή της "εξουσίας", το ποιος δηλαδή από τους δύο έχει κάθε στιγμή το "πάνω χέρι". Κάθε ένας από το δίδυμο εναλλάσσεται στους ρόλους αφεντικού - υφισταμένου, σωτήρα - θύματος, ανάλογα με τη συγκυρία του ταξιδιού. Και βέβαια η κατάδειξη (για μια ακόμα φορά) του ωμού ρατσισμού στην πιο απροκάλυπτη και απεχθή μορφή του παραμένει συγκλονιστική.
Το περίεργο είναι η ταινία είναι γεμάτη κλισέ. Μερικές φορές μάλιστα είσαι σίγουρος ποιο απ' αυτά θα εμφανιστεί στην επόμενη σκηνή. Κι όμως, βρήκα το φιλμ γοητευτικό και το παρακολούθησα πραγματικά ευχάριστα. Αμερικανιά λοιπόν. Αλλά από τις πλέον καλοφτιαγμένες, σωστά στοχευμένες και, τελικά, feel good τέτοιες. Οπότε, με όλα αυτά υπ' όψιν, το συνιστώ.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το 1962 ο μαύρος πιανίστας της τζαζ (και εξαιρετικός κλασικός ερμηνευτής) αποφασίζει να κάνει περιοδεία στις κάτι περισσότερο από ρατσιστικές νότιες πολιτείες των ΗΠΑ. Προσλαμβάνει για σωφέρ (και σωματοφύλακα, όπως από την αρχή γίνεται φανερό) έναν "κτηνώδη" και ρατσιστή μέχρι τότε ιταλικής καταγωγής μπράβο, ο οποίος ωστόσο, παρα τη βιαιότητά του, έχει καλές πλευρές (τιμιότητα, ειλικρίνεια κλπ.) Το αταίριαστο ζευγάρι θα βρίσκεται μαζί επί 2 μήνες, κατά τους οποίους πολλά θα συμβούν, πολλά θα αλλάξουν και πολλά θα αποκαλυφτούν.
Δεν είναι μόνο οι εξαιρετκές ηθοποιίες του αγνώριστου Βίγκο Μόρτενσεν και του Μαρσάλα Αλί. Είναι η γοητεία του road movie, οι σωστές πολιτικοκοινωνικές θέσεις της αποδοχής της κάθε διαφοράς (τετριμμένο προφανώς, αλλά όπως και να το κάνουμε ευπρόσδεκτο), η διαρκής εναλλαγή δράματος και χιούμορ, το σφιχτό σενάριο, που μου κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον. Και επίσης εκτίμησα την διαρκή εναλλαγή της "εξουσίας", το ποιος δηλαδή από τους δύο έχει κάθε στιγμή το "πάνω χέρι". Κάθε ένας από το δίδυμο εναλλάσσεται στους ρόλους αφεντικού - υφισταμένου, σωτήρα - θύματος, ανάλογα με τη συγκυρία του ταξιδιού. Και βέβαια η κατάδειξη (για μια ακόμα φορά) του ωμού ρατσισμού στην πιο απροκάλυπτη και απεχθή μορφή του παραμένει συγκλονιστική.
Το περίεργο είναι η ταινία είναι γεμάτη κλισέ. Μερικές φορές μάλιστα είσαι σίγουρος ποιο απ' αυτά θα εμφανιστεί στην επόμενη σκηνή. Κι όμως, βρήκα το φιλμ γοητευτικό και το παρακολούθησα πραγματικά ευχάριστα. Αμερικανιά λοιπόν. Αλλά από τις πλέον καλοφτιαγμένες, σωστά στοχευμένες και, τελικά, feel good τέτοιες. Οπότε, με όλα αυτά υπ' όψιν, το συνιστώ.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019
ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ"
Ο Nuri Bilge Ceylan, ο γνωστότερος ίσως σύγχρονος τούρκος σκηνοθέτης, εξερευνά με τις ταινίες του το παρόν της τεράστιας χώρας του και, πάνω απ' όλα, τις πολλές αντιφάσεις της. Έτσι και στην "Άγρια Αχλαδιά" του 2018 βάζει τον ήρωά του, έναν νεαρό που μόλις πήρε πτυχίο από το πανεπιστήμιο, να γυρίζει (απρόθυμα) στο χωριό του και, στις διάφορες μετακινήσεις του στα πέριξ, να συναντά διαφορετικούς ανθρώπους, που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές καταστάσεις. Συγχρόνως, επίδοξος συγγραφέας ο ίδιος, πασχίζει να εκδώσει το βιβλίο, ενώ μάλλον απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον πατέρα του, ο οποίος, είναι μεν ένας ονειροπόλος δάσκαλος, έχει όμως καταρεύσει ηθικά και οικονομικά εξ αιτίας του πάθους του για τον τζόγο.
Λιγότερο ποιητικός από τα προηγούμενα φιλμ του και πιο "διαλογικός", εξ ίσου φιλοσοφικός όμως, ο Ceylan δείχνει εδώ να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επαρχιακή Τουρκία, τα αδιέξοδα των ηρώων του και τη σχέση (με διαφορετικές τροπές στην πορεία) πατέρα - γιου. Έτσι τα προβλήματα που θίγει είναι και τοπικά και πανανθρώπινα. Ο πρωταγωνιστής έχει στην 3ωρη διάρκεια της ταινίας διαδοχικές συναντήσεις με διαφορετικούς ανθρώπους ή παρέες που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πλευρές της ζωής: Μια κοπέλα (τον έρωτα), δύο ιμάμηδες (τη θρησκεία), έναν συγγραφέα (την τέχνη), έναν επιχειρηματία (τα οικονομικά), έναν δήμαρχο (την πολιτική) κλπ. Ο ίδιος, μέσα απ' όλα αυτά, προσπαθεί να βρει την αλήθεια και συγχρόνως να μείνει ανεξάρτητος, ανυπότακτος στη σκέψη του. Και βέβαια, το είπαμε, μέσα απ' όλα αυτά η Τουρκία προβάλλει μσε όλες τις, συχνά αντικρουόμενες, όψεις της: Οπισθοδρομικές ή προοδευτικές, του χωριού ή της πόλης.
Σε όσους αρέσουν τέτοιου είδους φιλμ, ο Ceylan, αν και με λιγότερο όμορφες εικόνες σε σχέση με παλιότερα φιλμ, έχει πάντα ενδιαφέρον. Οι υπόλοιποι μάλλον θα κουραστούν. Γενικά πάντως νομίζω - αν και προσωπικά με ενδιέφερε - ότι δεν φτάνει στο ύψος προηγούμενων δημιουργιών του.
Λιγότερο ποιητικός από τα προηγούμενα φιλμ του και πιο "διαλογικός", εξ ίσου φιλοσοφικός όμως, ο Ceylan δείχνει εδώ να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επαρχιακή Τουρκία, τα αδιέξοδα των ηρώων του και τη σχέση (με διαφορετικές τροπές στην πορεία) πατέρα - γιου. Έτσι τα προβλήματα που θίγει είναι και τοπικά και πανανθρώπινα. Ο πρωταγωνιστής έχει στην 3ωρη διάρκεια της ταινίας διαδοχικές συναντήσεις με διαφορετικούς ανθρώπους ή παρέες που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πλευρές της ζωής: Μια κοπέλα (τον έρωτα), δύο ιμάμηδες (τη θρησκεία), έναν συγγραφέα (την τέχνη), έναν επιχειρηματία (τα οικονομικά), έναν δήμαρχο (την πολιτική) κλπ. Ο ίδιος, μέσα απ' όλα αυτά, προσπαθεί να βρει την αλήθεια και συγχρόνως να μείνει ανεξάρτητος, ανυπότακτος στη σκέψη του. Και βέβαια, το είπαμε, μέσα απ' όλα αυτά η Τουρκία προβάλλει μσε όλες τις, συχνά αντικρουόμενες, όψεις της: Οπισθοδρομικές ή προοδευτικές, του χωριού ή της πόλης.
Σε όσους αρέσουν τέτοιου είδους φιλμ, ο Ceylan, αν και με λιγότερο όμορφες εικόνες σε σχέση με παλιότερα φιλμ, έχει πάντα ενδιαφέρον. Οι υπόλοιποι μάλλον θα κουραστούν. Γενικά πάντως νομίζω - αν και προσωπικά με ενδιέφερε - ότι δεν φτάνει στο ύψος προηγούμενων δημιουργιών του.
Τρίτη, Ιανουαρίου 15, 2019
ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Ο "ΡΑΜΠΟ" (Ο ΠΡΩΤΟΣ) ΚΛΑΙΕΙ
Ο Ράμπο έγινε συνώνυμο της μάτσο αγριάδας και της ανεξέλεγκτης δράσης ανεγκέφαλων, φουσκωτών κομάντος. Ωστόσο η πρώτη ταινία του Ted Kotcheff "Ράμπο: Το πρώτο Αίμα" του 1982 είναι μια καλή (και, θα το πιστέψετε;) αρκετά αντιπολεμική (και αντιαμερικάνικη θα έλεγε κανείς) ταινία.
Ένας σούπερ κομάντο, βετεράνος του Βιετνάμ, φτάνει κάπου στην αμερικάνικη επαρχία για να βρει τον μοναδικό επιζώντα από την ομάδα του στη ζούγκλα. Εκείνος έχει πεθάνει, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό: Οι ντόπιοι (κάτοικοι, αρχές, σερίφης) του φέρονται άθλια και με καχυποψία. Η βία σύντομα θα ξεσπάσει ανεξέλεγκτη.
Ο Σταλόνε είναι βεβαίως απόλυτα ταιριαστός ως ακοινώνητος, ζωώδης κομάντο, μια αληθινή μηχανή θανάτου. Ωστόσο η κριτική του φιλμ (πέραν της βίαιης και συνεχούς δράσης, η οποία, βεβαίως, κρατά τον θεατή) είναι πολυεπίπεδη. Από τη μία είναι ο ίδιος ο Ράμπο, ένα αληθινό κτήνος. Ποιος τον μετέτρεψε όμως σ' αυτό που είναι; Η αμείλικτη στρατιωτική εκπαίδευση βεβαίως, η οποία πολύ συνειδητά επιθυμεί να μετατρέψει τους ανθρώπους σε δολοφονικά όπλα. Από την άλλη είναι οι "φιλήσυχοι επαρχιώτες αμερικάνοι", οι οποίοι βλέπουν (και η εξουσία τους το ίδιο) κάθε διαφορετικό (έναν μισότρελο, αμίλητο, βρωμερό βετεράνο εν προκειμένω) ως εν δυνάμει απειλή για την πολύτιμη "ησυχία, τάξη και ασφάλειά" τους και, κινούμενοι από έναν εντελώς διαφορετικό ρατσισμό από τον κλασικό που γνωρίζουμε, το μόνο που επιθυμούν είναι να τον διώξουν αμέσως ως μολυσματικό παρείσακτο, δίχως εκείνος να έχει κάνει τίποτα απολύτως. Από όλες τις πλευρές σκατά με λίγα λόγια.
Έτσι λοιπόν ο κτηνώδης "Ράμπο" θα καταλήξει σε ένα - ναι, πιστέψτε το - από συγκινητικό έως συγκλονιστικό φινάλε, με τον (περίπου) σούπερ ήρωα να καταρρέει απόλυτα και να κλαίει σαν παιδί που ξαφνικά εξαφανίστηκαν οι γονείς του και το άφησαν ολομόναχο στο σκοτάδι. Αυτά που λέει στο τέλος είναι συνταρακτικά. Επειδή ο Ράμπο έγινε στη συνείδησή μας αυτό που έγινε (το είπαμε στην αρχή), πιθανόν και εξαιτίας της πολύ πετυχημένης εμπορικά δεύτερης ταινίας, δεν σημαίνει ότι η πρώτη είναι κακή. Ίσα - ίσα. Κριτικάρει άγρια πολλά (αμερικάνικα) πράγματα.
Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2019
ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ "ΕΝΟΧΟΣ"
Ο Gustav Moller είναι νορβηγός και πρωτοεμφανιζόμενος. Και φτιάχνει το 2018 τον "Ένοχο", μια ταινία από το πουθενά που σε αφήνει έκπληκτο και μόνο από το concept: Ολόκληρη διαδραματίζεται σε ένα δωμάτιο και υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που μιλά στο τηλέφωνο (ο νορβηγός ηθοποιός Jacob Centergren) και οι συνάδελφοί του κάπου στο βάθος. Τίποτα, μα τίποτα άλλο. Και, πιστέψτε με, δεν πρόκειται να πλήξετε.
Ο ήρωας είναι μπάτσς και εκτελεί νυχτερινή βάρδια (μέχρι τις 11 τη νύχτα) ως τηλεφωνητής στο αντίστοιχο νορβηγικό 100 (αργότερα θα μάθουμε γιατί βρίσκεται σ' αυτή τη θέση). Ξέρουμε ότι κάτι περιμένει με αγωνία το πρωί της επόμενης μέρας (και αυτό θα το μάθουμε σιγά - σιγά). Τότε, ανάμεσα σε αδιάφορες έως αστείες κλήσεις, λαμβάνει μία από μία γυναίκα που έχει απαχθεί και αυτή τη στιγμή βρίσκεται βιαίως στο εν κινήσει αυτοκίνητο του άντρα της, ο οποίος δεν έχει αντιληφτεί ότι η όμηρός του μιλά με την αστυνομία. Από τη στιγμή αυτή, και μετά το τέλος της βάρδιας του, ο ήρωας πασχίζει μόνος του να ξεμπλέξει την κατάσταση και να σώσει τη γυναίκα. Ωστόσο οι ανατροπές θα είναι καταλυτικές.
Εξαιρετική ηθοποιία, σφιχτό σενάριο, εντελώς μαύρο, αλλά και με εντυπωσιακές ανατροπές, διαρκής ένταση και σασπένς, κάνουν αυτό το one man show να παρακολουθείται απνευστί. Και συγχρόνως, υπάρχουν και οι ψυχολογικές ανατροπές: Ο μπάτσος που πασχίζει μ' όλη του τη ψυχή να λύσει μια όλο και πιο πολύπλοκη κατάσταση, δεν είναι τόσο αλτρουιστής όσο φαίνεται αρχικά (μήπως το κάνει για να λυτρωθεί ο ίδιος από τους δάιμονές του;), η βία δεν προέρχεται μόνο από την κατάσταση των άλλων, αλλά και από την ίδια την αστυνομία, ενώ η βαθμιαία αποκάλυψη ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, θα εγείρουν όλο και περισσότερες αμφιβολίες μέσα του. Έτσι, ενώ στην αρχή είναι αλύγιστος και σίγουρος για το τι θα κάνει τόσο στην "τηλεφωνική" κατάσταση που αντιμετωπίζει οσο και στην προσωπική του περίπτωση, όσο προχωρά η ώρα όλα μοιάζουν να καταρρέουν και ο ίδιος νοιώθει ότι δεν γνωρίζει πια τι να πράξει - ή αν είναι σωστά όσα είχε αποφασίσει πριν. Νομίζω ότι σημαντικό ενδιαφέρον προκαλεί ακριβώς το εύρημα της "παράλληλης" πορείας της υπόθεσης της απαγωγής και της προσωπικής υπόθεσης του αστυνομικού.
Μη φοβηθείτε το "ένας άνθωρπος στο τηλέφωνο" και τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι το δύσκολο αυτό στοίχημα έχει κερδηθεί και το ενδιαφέρον σας δεν θα μειωθεί καθόλου.
Ο ήρωας είναι μπάτσς και εκτελεί νυχτερινή βάρδια (μέχρι τις 11 τη νύχτα) ως τηλεφωνητής στο αντίστοιχο νορβηγικό 100 (αργότερα θα μάθουμε γιατί βρίσκεται σ' αυτή τη θέση). Ξέρουμε ότι κάτι περιμένει με αγωνία το πρωί της επόμενης μέρας (και αυτό θα το μάθουμε σιγά - σιγά). Τότε, ανάμεσα σε αδιάφορες έως αστείες κλήσεις, λαμβάνει μία από μία γυναίκα που έχει απαχθεί και αυτή τη στιγμή βρίσκεται βιαίως στο εν κινήσει αυτοκίνητο του άντρα της, ο οποίος δεν έχει αντιληφτεί ότι η όμηρός του μιλά με την αστυνομία. Από τη στιγμή αυτή, και μετά το τέλος της βάρδιας του, ο ήρωας πασχίζει μόνος του να ξεμπλέξει την κατάσταση και να σώσει τη γυναίκα. Ωστόσο οι ανατροπές θα είναι καταλυτικές.
Εξαιρετική ηθοποιία, σφιχτό σενάριο, εντελώς μαύρο, αλλά και με εντυπωσιακές ανατροπές, διαρκής ένταση και σασπένς, κάνουν αυτό το one man show να παρακολουθείται απνευστί. Και συγχρόνως, υπάρχουν και οι ψυχολογικές ανατροπές: Ο μπάτσος που πασχίζει μ' όλη του τη ψυχή να λύσει μια όλο και πιο πολύπλοκη κατάσταση, δεν είναι τόσο αλτρουιστής όσο φαίνεται αρχικά (μήπως το κάνει για να λυτρωθεί ο ίδιος από τους δάιμονές του;), η βία δεν προέρχεται μόνο από την κατάσταση των άλλων, αλλά και από την ίδια την αστυνομία, ενώ η βαθμιαία αποκάλυψη ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, θα εγείρουν όλο και περισσότερες αμφιβολίες μέσα του. Έτσι, ενώ στην αρχή είναι αλύγιστος και σίγουρος για το τι θα κάνει τόσο στην "τηλεφωνική" κατάσταση που αντιμετωπίζει οσο και στην προσωπική του περίπτωση, όσο προχωρά η ώρα όλα μοιάζουν να καταρρέουν και ο ίδιος νοιώθει ότι δεν γνωρίζει πια τι να πράξει - ή αν είναι σωστά όσα είχε αποφασίσει πριν. Νομίζω ότι σημαντικό ενδιαφέρον προκαλεί ακριβώς το εύρημα της "παράλληλης" πορείας της υπόθεσης της απαγωγής και της προσωπικής υπόθεσης του αστυνομικού.
Μη φοβηθείτε το "ένας άνθωρπος στο τηλέφωνο" και τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι το δύσκολο αυτό στοίχημα έχει κερδηθεί και το ενδιαφέρον σας δεν θα μειωθεί καθόλου.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2019
ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΟΥ "ΤΑ ΞΕΡΟΥΝ ΟΛΟΙ"
Έχω πει κι άλλη φορά ότι θεωρώ τον Ashgar Farhadi έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή δημιουργούς. Το 2018, διεθνής πλέον και καθιερωμένος, γυρίζει το "Το Ξέρουν Όλοι" στην Ισπανία αυτή τη φορά, με τους Χαβιέ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ και Ρικάρντο Νταρίν στους βασικούς ρόλους.
Η ηρωίδα, παντρεμένη πλέον και με δύο παιδιά, ζει από χρόνια στην Αργεντινή. Επιστρέφει όμως στο ισπανικό χωριό της με τα παιδιά για τον γάμο της αδελφής της. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού ωστόσο το ρεύμα κόβεται ξαφνικά και η έφηβη κόρη της εξαφανίζεται. Σύντομα θα μάθει ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής, ο άντρας της φτάνει επειγόντως από την Αργεντινή και μια αγχωτική ιστορία ξεκινά.
Ο Farhadi νομίζω ότι εδώ δεν είναι τόσο καλός όσο στα προηγούμενα φιλμ του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ταινία είναι κακή. Αντίθετα, την παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον, και σ' αυτό συντελεί και το λίγο - αστυνομικό - λίγο - ψυχολογικό - θρίλερ στοιχείο. Ωστόσο το δράμα δεν επικεντρώνεται στο "ποιος το έκανε". Η ουσία του βρίσκεται στην πληθώρα μυστικών, υπόγειων σχέσεων, ταξικών διαφορών, συναισθηματικών μπλεξιμάτων και άλλων που, με αφορμή το γεγονός της απαγωγής, αρχίζουν να αποκαλύπτονται με ραγδαίο ρυθμό. Ένα κουβάρι αόρατων σχέσεων που αποδεικνύει ότι η επιφανειακά ειδυλλιακή εικόνα της κοινωνίας του χωριού κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Πιστεύω ότι η αποκάλυψη ενός βυθού που βράζει κάτω από μια στιλπνή επιφάνεια είναι η ουσία του φιλμ.
Σε κάποια σημεία η ταινία πλησιάζει επικίνδυνα το μελό. Οι πολύπλοκες σχέσεις όμως, η εμβάθυνση στους χαρακτήρες και το σφιχτό σενάριο (ο Farhadi πάντοτε υπήρξε εξαιρετικός σεναριογράφος) διορθώνουν τα πράγματα. Οπότε συνολικά η ταινία με κέρδισε.
Η ηρωίδα, παντρεμένη πλέον και με δύο παιδιά, ζει από χρόνια στην Αργεντινή. Επιστρέφει όμως στο ισπανικό χωριό της με τα παιδιά για τον γάμο της αδελφής της. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού ωστόσο το ρεύμα κόβεται ξαφνικά και η έφηβη κόρη της εξαφανίζεται. Σύντομα θα μάθει ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής, ο άντρας της φτάνει επειγόντως από την Αργεντινή και μια αγχωτική ιστορία ξεκινά.
Ο Farhadi νομίζω ότι εδώ δεν είναι τόσο καλός όσο στα προηγούμενα φιλμ του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ταινία είναι κακή. Αντίθετα, την παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον, και σ' αυτό συντελεί και το λίγο - αστυνομικό - λίγο - ψυχολογικό - θρίλερ στοιχείο. Ωστόσο το δράμα δεν επικεντρώνεται στο "ποιος το έκανε". Η ουσία του βρίσκεται στην πληθώρα μυστικών, υπόγειων σχέσεων, ταξικών διαφορών, συναισθηματικών μπλεξιμάτων και άλλων που, με αφορμή το γεγονός της απαγωγής, αρχίζουν να αποκαλύπτονται με ραγδαίο ρυθμό. Ένα κουβάρι αόρατων σχέσεων που αποδεικνύει ότι η επιφανειακά ειδυλλιακή εικόνα της κοινωνίας του χωριού κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Πιστεύω ότι η αποκάλυψη ενός βυθού που βράζει κάτω από μια στιλπνή επιφάνεια είναι η ουσία του φιλμ.
Σε κάποια σημεία η ταινία πλησιάζει επικίνδυνα το μελό. Οι πολύπλοκες σχέσεις όμως, η εμβάθυνση στους χαρακτήρες και το σφιχτό σενάριο (ο Farhadi πάντοτε υπήρξε εξαιρετικός σεναριογράφος) διορθώνουν τα πράγματα. Οπότε συνολικά η ταινία με κέρδισε.
Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2019
"ΚΡΥΦΗ ΟΜΟΡΦΙΑ" ΜΕ ΤΟΣΟ ΣΙΡΟΠΙ ΚΑΙ "ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" ΠΟΥ ΛΙΓΩΝΕΣΑΙ
Προφανώς δεν είναι και τόσο σημαντικός δημιουργός ο David Frankel. Μάλλον τον αντιπάθησα όμως όταν είδα την "Κρυφή Ομορφιά" (Collateral Beauty) του 2016. Ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί θα διαφωνήσετε κι ότι το φιλμ άγγιξε και συγκίνησε πολλούς. Ωστόσο εμένα με λίγωσε (για να το πω πολύ ευγενικά).
Ο Γουίλ Σμιθ είναι ένας πατέρας που έχει χάσει τη μικρή κόρη του και έχει καταρρεύσει. Χωρίζει με τη γυναίκα του, δεν μιλά σε κανέναν, μένει ολομόναχος και τερματίζει οποιαδήποτε ανάμιξη με την πετυχημένη δουλειά του. Και, επιπλέον, ταχυδρομεί γράμματα διαμαρτυρίας στο Χρόνο, τον Θάνατο και την Αγάπη! Οι συνεργάτες του, και συνιδιοκτήτες της επιχείρησης, προσπαθούν μάταια να τον συνεφέρουν (και από φιλία, αλλά και για λόγους συμφέροντος, αφού δίχως αυτόν που κατέχει τις περισσότερες μετοχές, τίποτα δεν μπορεί να κινηθεί). Προσλαμβάνουν λοιπόν 3 ηθοποιούς που θα ενσαρκώσουν το Χρόνο, το Θανατο και την Αγάπη (!), μήπως και καταφέρουν να τον πείσουν.
Υποτίθεται ότι η ταινία μιλά για τη διαχείριση του πένθους, την αποδοχή της απώλειας και τη συνέχεια της ζωής, ό,τι κακό κι αν μας συμβεί. Υποτίθεται ότι διαθέτει και φιλοσοφικό βάθος. Ωστόσο προσωπικά μου φάνηκε γεμάτη αμπελοφιλοσοφίες, διαρκείς παραχωρήσεις στο μελό και εξ ίσου διαρκείς προσπάθειες να συγκινήσουν τον θεατή. Προσθέστε και το μεταφυσικό στοιχείο (ενός είδους που προσωπικά δεν αντέχω) και θα έχετε τους λόγους που, τελικά, μάλλον ανόητο θεωρώ το φιλμ. Όσο για τη διπλή ανατροπή του τέλους... τι να σας πω... Ούτε κι αυτή (κυρίως η τελική) με συγκίνησε. Το αντίθετο.
Ξαναλέω ότι πολλούς η ταινία θα τους συγκινήσει βαθιά και θα τη θεωρήσουν πρωτότυπη (και όντως η ιστορία είναι πρωτότυπη). Αλλά...
Δεν μπορώ όμως να μη σημειώσω το απίστευτο πραγματικά καστ, από τα πιο πλούσια των τελευταίων ετών: Γουίλ Σμιθ, Έντουαρντ Νόρτον, Κίρα Νάιτλι, Έλεν Μίρεν, Κέιτ Γουίνσλετ, Μάικ Πένια... Τι να πει κανείς!
Ο Γουίλ Σμιθ είναι ένας πατέρας που έχει χάσει τη μικρή κόρη του και έχει καταρρεύσει. Χωρίζει με τη γυναίκα του, δεν μιλά σε κανέναν, μένει ολομόναχος και τερματίζει οποιαδήποτε ανάμιξη με την πετυχημένη δουλειά του. Και, επιπλέον, ταχυδρομεί γράμματα διαμαρτυρίας στο Χρόνο, τον Θάνατο και την Αγάπη! Οι συνεργάτες του, και συνιδιοκτήτες της επιχείρησης, προσπαθούν μάταια να τον συνεφέρουν (και από φιλία, αλλά και για λόγους συμφέροντος, αφού δίχως αυτόν που κατέχει τις περισσότερες μετοχές, τίποτα δεν μπορεί να κινηθεί). Προσλαμβάνουν λοιπόν 3 ηθοποιούς που θα ενσαρκώσουν το Χρόνο, το Θανατο και την Αγάπη (!), μήπως και καταφέρουν να τον πείσουν.
Υποτίθεται ότι η ταινία μιλά για τη διαχείριση του πένθους, την αποδοχή της απώλειας και τη συνέχεια της ζωής, ό,τι κακό κι αν μας συμβεί. Υποτίθεται ότι διαθέτει και φιλοσοφικό βάθος. Ωστόσο προσωπικά μου φάνηκε γεμάτη αμπελοφιλοσοφίες, διαρκείς παραχωρήσεις στο μελό και εξ ίσου διαρκείς προσπάθειες να συγκινήσουν τον θεατή. Προσθέστε και το μεταφυσικό στοιχείο (ενός είδους που προσωπικά δεν αντέχω) και θα έχετε τους λόγους που, τελικά, μάλλον ανόητο θεωρώ το φιλμ. Όσο για τη διπλή ανατροπή του τέλους... τι να σας πω... Ούτε κι αυτή (κυρίως η τελική) με συγκίνησε. Το αντίθετο.
Ξαναλέω ότι πολλούς η ταινία θα τους συγκινήσει βαθιά και θα τη θεωρήσουν πρωτότυπη (και όντως η ιστορία είναι πρωτότυπη). Αλλά...
Δεν μπορώ όμως να μη σημειώσω το απίστευτο πραγματικά καστ, από τα πιο πλούσια των τελευταίων ετών: Γουίλ Σμιθ, Έντουαρντ Νόρτον, Κίρα Νάιτλι, Έλεν Μίρεν, Κέιτ Γουίνσλετ, Μάικ Πένια... Τι να πει κανείς!
Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2019
"GASLIGHT": ΜΙΑ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΠΛΕΚΤΑΝΗ
Το "Gaslight" (στην Ελλάδα ήταν γνωστό ως "Εφιάλτης") είναι μια ατμοσφαιρική, ασπρόμαυρη ταινία που γύρισε ο μεγάλος George Cukor (1899-1983) το 1944, με την Ινγκριντ Μπέργκμαν, τον Τζόσεφ Κότεν και τον Σαρλ Μπουαγιέ στους βασικούς ρόλους.
Μια φοβισμένη, όμορφη γυναίκα, της οποίας η θεία (διάσημη τραγουδίστρια, η οποία την είχε μεγαλώσει σαν κόρη της) είχε δολοφονηθεί προ δεκαετίας, επιστρέφει παντρεμένη πλέον και ερωτευμένη με το σύζυγό της στο Λονδίνο, για να κατοικήσει στο σπίτι όπου είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια (και όπου είχε γίνει ο φόνος). Από την αρχή όμως πολλά παραξενα συμβαίνουν κι εκείνη είναι σίγουρη ότι σιγά - σιγά τρελαίνεται.
Κλασικό ψυχολογικό θρίλερ, όπου η αγωνία του θεατή επικεντρώνεται όχι στο μυστήριο του τι συμβαίνει - αυτό είναι εύκολο να το μαντέψει κανείς από το πρώτο ήδη μέρος της ταινίας - αλλά στην εξέλιξη των γεγονότων. Εξαιρετική ατμόσφαιρα, πολύ καλές ηθοποιίες, απόλυτη ταύτιση του θεατή με το θύμα και μίσος για τον σκληρότατο θύτη, και όλα αυτά δίχως βίαιες σκηνές ή αληθινό τρόμο. Το εκπληκτικό είναι ότι το άγχος και τα αισθήματα του θεατή προκαλούνται από καταστάσεις που αφορούν καθημερινά θέματα (μια καρφίτσα που χάνεται, ένα ρολόι που επίσης χάνεται σε μια πολύ δυνατή σκηνή, μία λάμπα που σβήνει κλπ.). Ένα απλό γεγονός, μια ματιά ή μια λέξη αρκούν. Ας αναφέρουμε και την εξαιρετικά σαρδόνια σκηνή του τέλους, με μια εκδίκηση που γίνεται... όχι με πράξεις, αλλά με λόγια και είναι, παρ' όλα αυτά, η πιο απολαυστική εκδίκηση που υπάρχει.
Λεπτό, περίτεχνο φιλμ, που παίζει με εκφράσεις και καταστάσεις και αποδεικνύει πόσο ικανός υπήρξε ο Κιούκορ στη διαχείριση του ψυχολογικού βάθους των ηρώων του.
Μια φοβισμένη, όμορφη γυναίκα, της οποίας η θεία (διάσημη τραγουδίστρια, η οποία την είχε μεγαλώσει σαν κόρη της) είχε δολοφονηθεί προ δεκαετίας, επιστρέφει παντρεμένη πλέον και ερωτευμένη με το σύζυγό της στο Λονδίνο, για να κατοικήσει στο σπίτι όπου είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια (και όπου είχε γίνει ο φόνος). Από την αρχή όμως πολλά παραξενα συμβαίνουν κι εκείνη είναι σίγουρη ότι σιγά - σιγά τρελαίνεται.
Κλασικό ψυχολογικό θρίλερ, όπου η αγωνία του θεατή επικεντρώνεται όχι στο μυστήριο του τι συμβαίνει - αυτό είναι εύκολο να το μαντέψει κανείς από το πρώτο ήδη μέρος της ταινίας - αλλά στην εξέλιξη των γεγονότων. Εξαιρετική ατμόσφαιρα, πολύ καλές ηθοποιίες, απόλυτη ταύτιση του θεατή με το θύμα και μίσος για τον σκληρότατο θύτη, και όλα αυτά δίχως βίαιες σκηνές ή αληθινό τρόμο. Το εκπληκτικό είναι ότι το άγχος και τα αισθήματα του θεατή προκαλούνται από καταστάσεις που αφορούν καθημερινά θέματα (μια καρφίτσα που χάνεται, ένα ρολόι που επίσης χάνεται σε μια πολύ δυνατή σκηνή, μία λάμπα που σβήνει κλπ.). Ένα απλό γεγονός, μια ματιά ή μια λέξη αρκούν. Ας αναφέρουμε και την εξαιρετικά σαρδόνια σκηνή του τέλους, με μια εκδίκηση που γίνεται... όχι με πράξεις, αλλά με λόγια και είναι, παρ' όλα αυτά, η πιο απολαυστική εκδίκηση που υπάρχει.
Λεπτό, περίτεχνο φιλμ, που παίζει με εκφράσεις και καταστάσεις και αποδεικνύει πόσο ικανός υπήρξε ο Κιούκορ στη διαχείριση του ψυχολογικού βάθους των ηρώων του.
Σάββατο, Ιανουαρίου 05, 2019
ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΒΑΡΕΤΗΣ ΔΥΣΤΟΠΙΑΣ ΤΟΥ "POSTMAN"
Το 1997 ο Kevin Costner γυρίζει τη δεύτερη ταινία του μετά το επιτυχημένο "Χορεύοντας με τους Λύκους", το "The Postman", ένα μετακαταστροφικό τρίωρο έπος με - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - καταστροφικά αποτελέσματα.
Μετά την καταστροφή οι ΗΠΑ έχουν επιστρέψει στη βαρβαρότητα και σε βαριά φτώχεια. Κράτος δεν υπάρχει, μόνο μικρές σκόρπιες κοινότητες, που βρίσκονται στο έλεος ενός στρατού φανατικών και θρησκόληπτων τύπων με έντονα φασιστκές τάσεις (μαζί δεν πάνε αυτά;) Ο ήρωας είναι ένας περιπλανώμενος ηθοποιός - και ελαφρά απατεώνας, που απαγγέλει Σέξπιρ για ένα πιάτο φαϊ. Όταν τυχαία θα επωμιστεί το ρόλο του ταχυδρόμου (τα ταχυδρομεία φυσικά είναι νεκρά) θα γίνει άθελά του ήρωας και ηγέτης μιας ολοένα και εξαπλούμενης εξέγερσης.
Φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο σχέδιο, το οποίο όμως μπάζει από παντού. Απίστευτα βαρετή ροή (η τεράστια διάρκεια κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα), έλλειψη σκηνοθετικού νεύρου, ηρωισμός και αυτοθυσία ως εκεί που δεν παίρνει, αφέλεια και, πάνω απ' όλα, ανυπόφορος φιλοαμερικανισμός ("πιστεύω στις ΗΠΑ" θα αναφωνήσει στο τέλος ο πρωταγωνιστής, όταν, επιτέλους, θα αποφασίσει να γίνει όντως ήρωας), κάνουν το φιλμ από τα πλέον βαρετά που εχω δει τελευταία. Δικαίως απέτυχε παταγωδώς παντού (δεν είμαι σίγουρος αν βρήκε καν διανομή στις ΗΠΑ, τις οποίες τόσο εκθειάζει). Ίσως να διαθέτει κάποιες καλές προθέσεις, αλλά αυτό ποτέ δεν έφτανε για να γίνει ένα καλό φιλμ. Μάλλον καλά κάνει ο Costner που δεν έχει δοκιμάσει να σκηνοθετήσει ξανά από το 2003...
ΥΓ: Και ένα cult στοιχείο για τους φίλους του: Σε μικρό ρόλο εμφανίζεται ο Tom Petty.
Μετά την καταστροφή οι ΗΠΑ έχουν επιστρέψει στη βαρβαρότητα και σε βαριά φτώχεια. Κράτος δεν υπάρχει, μόνο μικρές σκόρπιες κοινότητες, που βρίσκονται στο έλεος ενός στρατού φανατικών και θρησκόληπτων τύπων με έντονα φασιστκές τάσεις (μαζί δεν πάνε αυτά;) Ο ήρωας είναι ένας περιπλανώμενος ηθοποιός - και ελαφρά απατεώνας, που απαγγέλει Σέξπιρ για ένα πιάτο φαϊ. Όταν τυχαία θα επωμιστεί το ρόλο του ταχυδρόμου (τα ταχυδρομεία φυσικά είναι νεκρά) θα γίνει άθελά του ήρωας και ηγέτης μιας ολοένα και εξαπλούμενης εξέγερσης.
Φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο σχέδιο, το οποίο όμως μπάζει από παντού. Απίστευτα βαρετή ροή (η τεράστια διάρκεια κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα), έλλειψη σκηνοθετικού νεύρου, ηρωισμός και αυτοθυσία ως εκεί που δεν παίρνει, αφέλεια και, πάνω απ' όλα, ανυπόφορος φιλοαμερικανισμός ("πιστεύω στις ΗΠΑ" θα αναφωνήσει στο τέλος ο πρωταγωνιστής, όταν, επιτέλους, θα αποφασίσει να γίνει όντως ήρωας), κάνουν το φιλμ από τα πλέον βαρετά που εχω δει τελευταία. Δικαίως απέτυχε παταγωδώς παντού (δεν είμαι σίγουρος αν βρήκε καν διανομή στις ΗΠΑ, τις οποίες τόσο εκθειάζει). Ίσως να διαθέτει κάποιες καλές προθέσεις, αλλά αυτό ποτέ δεν έφτανε για να γίνει ένα καλό φιλμ. Μάλλον καλά κάνει ο Costner που δεν έχει δοκιμάσει να σκηνοθετήσει ξανά από το 2003...
ΥΓ: Και ένα cult στοιχείο για τους φίλους του: Σε μικρό ρόλο εμφανίζεται ο Tom Petty.
Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2019
Best of 2017-2018
Καλή χρονιά!
Όπως ίσως παρατηρήσατε, τον Σεπτέμβρη του 2017 δεν ανέβασα τα καλύτερά μου για το 2016-2017. Αφού, εδώ και πολλά χρόνια, παίζονται καινούρια φιλμ για ολόκληρη τη χρονιά, αποφάσισα κι εγώ να εκσυγχρονιστώ και να παρουσιάζω στην αρχή κάθε χρονιάς αυτά που μου άρεσαν το χρόνο που πέρασε. Κανονικά λοιπόν έπρεπε να παρουσιάσω τις ταινίες του 2018. Ωστόσο, επειδή δεν είχα φτιάξει τη σχετική λίστα τον Σεπτέμβρη, θα περιλάβω εδώ και τις ταινίες Σεπτ.-Δεκεμβρίου του 2017. Έτσι, για πρώτη και τελευταία φορά, "διαγωνίζονται" περισσότερα φιλμ από τις προηγούμενες χρονιές. Του χρόνου (αν είμαστε καλά) θα παρουσιάσω μόνο τις ταινίες του 2019.
Οι κανόνες είναι γνωστοί: Α. Διαλέγω μόνο ανάμεσα στις νέες ταινίες που είδα την περίοδο αυτή. Δεν λαμβάνουν μέρος οι παλιές, οι επαναλήψεις που τυχόν ξαναβγήκαν στα σινεμά (π.χ. "Darling"). B. Η σειρά των ταινιών, τόσο της πρώτης δεκάδας όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αηιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Αυτές είναι που μου άρεσαν περισσότερο. Μου είναι αδύνατο να αποφασίσω ποια ήταν η 7η και ποια η 8η, ας πούμε.
Πάμε λοιπόν:
1. Roma. Alfonso Cuaron
2. Η Μορφή του Νερού. Guillermo del Toro
3. Ψυχή και Σώμα. Ildigo Enyedi
4. Dogman. Matteo Garrone
5. Η Άλλη Όψη της Ελπίδας. Aki Kaurismaki
6. Κλέφτες Καταστημάτων. Hirokazu Koreeda
7. Παρείσφρυση. Spike Lee
8. Οι Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ... Martin McDonagh
9. Ψυχρός Πόλεμος. Pawel Pawlikowski
10.Blade Runner 2049. Denis Villeneuve
Και οι 10 επόμενες που ξεχώρισα, κάποιες από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα, αλλά τι να κάνουμε... Έτσι κι αλλιώς συμβατικές είναι αυτές οι λίστες.
1. Ξυπόλητοι στο Παρίσι. Dominique Abel, Fiona Gordon
2. Florida Project. Sean Baker
3. Disaster Artist. James Franco
4. Ladybird. Greta Gerwig
5. Call me by your Name. Luca Guadagnino
6. A Quiet Place. John Kasinski
7. Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού. Γιώργος Λάνθιμος
8. The Post. Steven Spielberg
9. Sweet Country. Thornton Warwick
10.Χωρίς Αγάπη. Andrey Zvyagintsev
Και του χρόνου!
Όπως ίσως παρατηρήσατε, τον Σεπτέμβρη του 2017 δεν ανέβασα τα καλύτερά μου για το 2016-2017. Αφού, εδώ και πολλά χρόνια, παίζονται καινούρια φιλμ για ολόκληρη τη χρονιά, αποφάσισα κι εγώ να εκσυγχρονιστώ και να παρουσιάζω στην αρχή κάθε χρονιάς αυτά που μου άρεσαν το χρόνο που πέρασε. Κανονικά λοιπόν έπρεπε να παρουσιάσω τις ταινίες του 2018. Ωστόσο, επειδή δεν είχα φτιάξει τη σχετική λίστα τον Σεπτέμβρη, θα περιλάβω εδώ και τις ταινίες Σεπτ.-Δεκεμβρίου του 2017. Έτσι, για πρώτη και τελευταία φορά, "διαγωνίζονται" περισσότερα φιλμ από τις προηγούμενες χρονιές. Του χρόνου (αν είμαστε καλά) θα παρουσιάσω μόνο τις ταινίες του 2019.
Οι κανόνες είναι γνωστοί: Α. Διαλέγω μόνο ανάμεσα στις νέες ταινίες που είδα την περίοδο αυτή. Δεν λαμβάνουν μέρος οι παλιές, οι επαναλήψεις που τυχόν ξαναβγήκαν στα σινεμά (π.χ. "Darling"). B. Η σειρά των ταινιών, τόσο της πρώτης δεκάδας όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αηιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Αυτές είναι που μου άρεσαν περισσότερο. Μου είναι αδύνατο να αποφασίσω ποια ήταν η 7η και ποια η 8η, ας πούμε.
Πάμε λοιπόν:
1. Roma. Alfonso Cuaron
2. Η Μορφή του Νερού. Guillermo del Toro
3. Ψυχή και Σώμα. Ildigo Enyedi
4. Dogman. Matteo Garrone
5. Η Άλλη Όψη της Ελπίδας. Aki Kaurismaki
6. Κλέφτες Καταστημάτων. Hirokazu Koreeda
7. Παρείσφρυση. Spike Lee
8. Οι Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ... Martin McDonagh
9. Ψυχρός Πόλεμος. Pawel Pawlikowski
10.Blade Runner 2049. Denis Villeneuve
Και οι 10 επόμενες που ξεχώρισα, κάποιες από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα, αλλά τι να κάνουμε... Έτσι κι αλλιώς συμβατικές είναι αυτές οι λίστες.
1. Ξυπόλητοι στο Παρίσι. Dominique Abel, Fiona Gordon
2. Florida Project. Sean Baker
3. Disaster Artist. James Franco
4. Ladybird. Greta Gerwig
5. Call me by your Name. Luca Guadagnino
6. A Quiet Place. John Kasinski
7. Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού. Γιώργος Λάνθιμος
8. The Post. Steven Spielberg
9. Sweet Country. Thornton Warwick
10.Χωρίς Αγάπη. Andrey Zvyagintsev
Και του χρόνου!
Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2018
'ROMA": ΤΟΣΟ ΑΠΛΟ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΘΑΥΜΑΣΙΟ...
Νομίζω ότι το 2018 ο μεξικάνος Alfonso Cuaron φτάνει στο απόγειο της καριέρας του με το εκπληκτικό "Ρόμα", ένα απλό, ασπρόμαυρο κι όμως αφάνταστα περιεκτικό φιλμ.
Ρόμα είναι μια συνοικία της Πόλης του Μεξικό, όπου διαδραματίζεται η ιστορία γύρω στα 1970. Εκεί ζει μια μάλλον μεγαλοαστική οικογένεια (σύζυγος γιατρός, γυναίκα με σπουδές, αλλά... οικιακά) με 4 παιδιά και δύο υπηρέτριες (ινδιάνες). Η ιστορία τους, που ξεκινά όταν ο γιατρός φεύγει, είναι ειδωμένη κυρίως μέσα από τα μάτια της νεότερης υπηρέτριας, η οποία υπηρετεί πιστά, αλλά και αγαπά πραγματικά την οικογένεια.
Τίποτα ακραίο και μεγαλεπήβολο. Συνηθισμένες ιστορίες πλούσιων και φτωχών, καθημερινότητα, χαρές και λύπες. Κι όμως, μέσα από την καθημερινότητα αυτή, ο Cuaron καταφέρνει να πει σχεδόν τα πάντα: Από τις παιδικές του αναμνήσεις (σίγουρα κάποια κομμάτια είναι αυτοβιογραφικά) έως κομμάτια της την ιστορίας της χώρας του, από πολιτικά νοήματα (η ταξική δομή, η σχέση εξουσιαστών εξουσιαζόμενων, που εδώ φαίνονται στις σχέσεις των κυρίων και των υπηρετών) έως τον ερωτικό πόνο. Στο φιλμ καταφέρνουν να χωρέσουν και να συνυπάρξουν τα πάντα.
Κι όλα αυτά με μια εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία, που υπογραμμίζει το ιδιαίτερο ποιητικό και λυρικό κλίμα της ταινίας. Θα ήθελα να επιμείνω λίγο στον πολιτικοκοινωνικό σχολιασμό. Συχνά είναι εμφανής και απλούστατος (το άνετο σπίτι των "δυτικοτραφών" αφεντικών και το μικρό δωματιάκι των υπηρετριών, οι καθημερινές ασχολίες κυρίας και υπηρέτριας κλπ.). Στο βάθος όμως αυτό που βλέπουμε είναι ότι όλη η λειτουργία της οικογένειας, αλλά και η ίδια της η επιβίωση (τελευταία σκηνή στη θάλασσα) στηρίζονται στο "προσωπικό". Ενδιαφέρον επίσης έχει η κατάδειξη της έννοιας του φασισμού όχι μόνο στην κυριολεκτική του μορφή (η διαδήλωση - σφαγή, η δικτατορία), αλλά και στον χαρακτήρα του "εραστή", στην καθημερινότητά του, τις καταβολές και τα άσχετα με την πολιτική πιστεύω του, τα γυμναστήρια, τις πολεμικές τέχνες κλπ. και την τελική του εμφάνιση... δεν θα σας πω πού. Θαυμάσια κατάδειξη του φασισμού που ριζώνει (και) σε φτωχά στρώματα. Συγχρόνως όμως με το πολιτικό στοιχείο το φιλμ αποτελεί και μια περιεκτική ματιά στα αιώνια ανθρώπινα προβλήματα, ανεξαρτήτως τάξης ή φυλής: Οι ερωτικές απογοητεύσεις κυρίας και υπηρέτριας δίνοται - με έξυπνο τρόπο - παράλληλα. Τα βάσανα, βλέπετε, μοιάζουν.
Τι να σας πω. Ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα νοήματα στο φιλμ ή απλώς να θαυμάσει την υπέροχη σκηνοθεσία και φωτογραφία (η τελευταία είναι του ίδιου του Cuaron), τις μεξικάνικες λεπτομέρειες και αναφορές κλπ. Εγώ θα πω μόνο ότι τη θεωρώ μια από τις καλύτερες ταινίες του 2018.
Ρόμα είναι μια συνοικία της Πόλης του Μεξικό, όπου διαδραματίζεται η ιστορία γύρω στα 1970. Εκεί ζει μια μάλλον μεγαλοαστική οικογένεια (σύζυγος γιατρός, γυναίκα με σπουδές, αλλά... οικιακά) με 4 παιδιά και δύο υπηρέτριες (ινδιάνες). Η ιστορία τους, που ξεκινά όταν ο γιατρός φεύγει, είναι ειδωμένη κυρίως μέσα από τα μάτια της νεότερης υπηρέτριας, η οποία υπηρετεί πιστά, αλλά και αγαπά πραγματικά την οικογένεια.
Τίποτα ακραίο και μεγαλεπήβολο. Συνηθισμένες ιστορίες πλούσιων και φτωχών, καθημερινότητα, χαρές και λύπες. Κι όμως, μέσα από την καθημερινότητα αυτή, ο Cuaron καταφέρνει να πει σχεδόν τα πάντα: Από τις παιδικές του αναμνήσεις (σίγουρα κάποια κομμάτια είναι αυτοβιογραφικά) έως κομμάτια της την ιστορίας της χώρας του, από πολιτικά νοήματα (η ταξική δομή, η σχέση εξουσιαστών εξουσιαζόμενων, που εδώ φαίνονται στις σχέσεις των κυρίων και των υπηρετών) έως τον ερωτικό πόνο. Στο φιλμ καταφέρνουν να χωρέσουν και να συνυπάρξουν τα πάντα.
Κι όλα αυτά με μια εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία, που υπογραμμίζει το ιδιαίτερο ποιητικό και λυρικό κλίμα της ταινίας. Θα ήθελα να επιμείνω λίγο στον πολιτικοκοινωνικό σχολιασμό. Συχνά είναι εμφανής και απλούστατος (το άνετο σπίτι των "δυτικοτραφών" αφεντικών και το μικρό δωματιάκι των υπηρετριών, οι καθημερινές ασχολίες κυρίας και υπηρέτριας κλπ.). Στο βάθος όμως αυτό που βλέπουμε είναι ότι όλη η λειτουργία της οικογένειας, αλλά και η ίδια της η επιβίωση (τελευταία σκηνή στη θάλασσα) στηρίζονται στο "προσωπικό". Ενδιαφέρον επίσης έχει η κατάδειξη της έννοιας του φασισμού όχι μόνο στην κυριολεκτική του μορφή (η διαδήλωση - σφαγή, η δικτατορία), αλλά και στον χαρακτήρα του "εραστή", στην καθημερινότητά του, τις καταβολές και τα άσχετα με την πολιτική πιστεύω του, τα γυμναστήρια, τις πολεμικές τέχνες κλπ. και την τελική του εμφάνιση... δεν θα σας πω πού. Θαυμάσια κατάδειξη του φασισμού που ριζώνει (και) σε φτωχά στρώματα. Συγχρόνως όμως με το πολιτικό στοιχείο το φιλμ αποτελεί και μια περιεκτική ματιά στα αιώνια ανθρώπινα προβλήματα, ανεξαρτήτως τάξης ή φυλής: Οι ερωτικές απογοητεύσεις κυρίας και υπηρέτριας δίνοται - με έξυπνο τρόπο - παράλληλα. Τα βάσανα, βλέπετε, μοιάζουν.
Τι να σας πω. Ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα νοήματα στο φιλμ ή απλώς να θαυμάσει την υπέροχη σκηνοθεσία και φωτογραφία (η τελευταία είναι του ίδιου του Cuaron), τις μεξικάνικες λεπτομέρειες και αναφορές κλπ. Εγώ θα πω μόνο ότι τη θεωρώ μια από τις καλύτερες ταινίες του 2018.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2018
ΓΙΑ ΤΗΝ (ΠΙΘΑΝΟΝ) ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΗΣΙΑ ΤΟΥ "EIGER SUNCTION"
Clint Eastwood και πάλι. Αυτή τη φορά για μια από τις πρώτες σκηνοθετικές του προσπάθειες (την 4η συγκεκριμένα), το "The Eiger Sunction" (στην Ελλάδα "Ο Δολοφόνος των Άλπεων (!) του 1975, φιλμ του οποίου την ύπαρξη αγνοούσα. Ο ίδιος με τον Τζορτζ Κένεντι πρωταγωνιστές, και... μπορώ από τώρα να σας πω ότι πρόκειται μάλλον για τη χειρότερη (για να είμαι πιο ακριβής την πλέον ανόητη) ταινία του Clint.
Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο ίδιος είναι... καθηγητής κλασικής τέχνης, αλλά στο παρελθόν υπήρξε... πληρωμένος δολοφόνος για λογαριασμό μιας μυστικής και μυστηριώδους κυβερνητικής οργάνωσης (σκότωνε κατασκόπους των ρώσων και τέτοια) και, συγχρόνως, ως χόμπι έχει την επικίνδυνη ορειβασία (!!!). Όλα αυτά μαζί. Ξαναλέω για να το χωνέψετε: Εξπέρ και καθηγητής κλασικής τέχνης, δεινός ορειβάτης και πληρωμένος δολοφόνος. Εννοείται άριστος σε όλα αυτά! Τώρα βέβαια, από τον... κλάδο των δολοφονιών έχει αποσυρθεί, αλλά το τερατώδες αφεντικό του τον αναγκάζει να εκτελέσει μια τελευταία αποστολή: Να εντοπίσει έναν κατάσκοπο - δολοφόνο ανάμεσα σε μια ομάδα ορειβατών που επειχειρεί να κατακτήσει απάτητη κορυφή των Άλπεων!!!
Ο ήρωάς μας είναι αβάσταχτα μάτσο, όλες, μα όλες οι γυναίκες πέφτουν ξερές και κάνουν τα πάντα για να πηδηχτούν μαζί του, εκεινος όμως είναι συνήθως εξίσου αβάσταχτα cool και συχνά τις αποδιωχνει με κοφτερές ατάκες. Α, υπάρχει και ένας κακός που είναι γκέι και το σκυλάκι του ονομάζεται... Faggot!!! Θα μπορούσε η ταινία να είναι ηθελημένη παρωδία, αλλά φοβάμαι ότι μάλλον δεν είναι.
Όντως από τις πλέον ανόητες ταινίες που έχω δει, με τον Ίστγουντ να λατρεύει και να θεοποιεί τον εαυτό του ως το απόλυτο μάτσο αρσενικό. Το φιλμ είναι τόσο ανόητο, που ίσως (για κάποιους τουλάχιστον) να... καταντά διασκεδαστικό. Ουσιαστικά νομίζω ότι το μόνο διασκεδαστικό είναι οι συχνές θανατερές ατάκες του ήρωά μας.
Το απίστευτο είναι ότι ο άνθρωπος που γύρισε αυτή την ταινία μετατράπηκε μετά από μία δεκαετία περίπου σε έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες των επόμενων δεκαετιών, με μερικές συγκλονιστικές ταινίες σρι ενεργητικό του. Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...
Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο ίδιος είναι... καθηγητής κλασικής τέχνης, αλλά στο παρελθόν υπήρξε... πληρωμένος δολοφόνος για λογαριασμό μιας μυστικής και μυστηριώδους κυβερνητικής οργάνωσης (σκότωνε κατασκόπους των ρώσων και τέτοια) και, συγχρόνως, ως χόμπι έχει την επικίνδυνη ορειβασία (!!!). Όλα αυτά μαζί. Ξαναλέω για να το χωνέψετε: Εξπέρ και καθηγητής κλασικής τέχνης, δεινός ορειβάτης και πληρωμένος δολοφόνος. Εννοείται άριστος σε όλα αυτά! Τώρα βέβαια, από τον... κλάδο των δολοφονιών έχει αποσυρθεί, αλλά το τερατώδες αφεντικό του τον αναγκάζει να εκτελέσει μια τελευταία αποστολή: Να εντοπίσει έναν κατάσκοπο - δολοφόνο ανάμεσα σε μια ομάδα ορειβατών που επειχειρεί να κατακτήσει απάτητη κορυφή των Άλπεων!!!
Ο ήρωάς μας είναι αβάσταχτα μάτσο, όλες, μα όλες οι γυναίκες πέφτουν ξερές και κάνουν τα πάντα για να πηδηχτούν μαζί του, εκεινος όμως είναι συνήθως εξίσου αβάσταχτα cool και συχνά τις αποδιωχνει με κοφτερές ατάκες. Α, υπάρχει και ένας κακός που είναι γκέι και το σκυλάκι του ονομάζεται... Faggot!!! Θα μπορούσε η ταινία να είναι ηθελημένη παρωδία, αλλά φοβάμαι ότι μάλλον δεν είναι.
Όντως από τις πλέον ανόητες ταινίες που έχω δει, με τον Ίστγουντ να λατρεύει και να θεοποιεί τον εαυτό του ως το απόλυτο μάτσο αρσενικό. Το φιλμ είναι τόσο ανόητο, που ίσως (για κάποιους τουλάχιστον) να... καταντά διασκεδαστικό. Ουσιαστικά νομίζω ότι το μόνο διασκεδαστικό είναι οι συχνές θανατερές ατάκες του ήρωά μας.
Το απίστευτο είναι ότι ο άνθρωπος που γύρισε αυτή την ταινία μετατράπηκε μετά από μία δεκαετία περίπου σε έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες των επόμενων δεκαετιών, με μερικές συγκλονιστικές ταινίες σρι ενεργητικό του. Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2018
"ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ": ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ ΣΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ
Ομολογώ ότι αγνοούσα τον παραγωγικό αμερικανό σκηνοθέτη Arthur Lubin (1898-1995). Γύρισε κυρίως κωμωδίες, αλλά και άλλα είδη και μετά το 1957 έκανε σχεδόν αποκλειστικά τηλεόραση. Το 1955 πάντως γυρίζει στη Βρετανία ένα πολύ καλό θρίλερ, το "Footsteps in the Fog" (Βήματα στην Ομίχλη) με τους Στιούαρτ Γκρέιντζερ και Τζιν Σίμονς.
Στις αρχές του 20ού αιώνα μια όμορφη υπηρέτρια εκβιάζει έναν πλούσιο και υπεράνω πάσης υποψίας άντρα, όταν ανακαλύπτει ότι ο τελευταίος έχει δολοφονήσει τη μεγαλύτερη από αυτόν σύζυγό του για να την κληρονομήσει. Η σχέση των δύο θα περάσει από πολλά στάδια και οι ανατροπές θα είναι διαρκείς.
Πολύ ενδιαφέρον θρίλερ, απρόοπτες - αλλά αππολυτα πιστευτές - εξελίξεις, σασπένς, φόνοι και, ας το σημειώσουμε αυτό, μια ταινία που διαθέτει κάτι που πολύ σπάνια βρίσκει κανείς στο σύγχρονο mainstream Χόλιγουντ (διότι το φιλμ ήταν mainstream στην εποχή του): Δύο ωραίους και διάσημους πρωταγωνιστές, οι οποιοι είναι αμφότεροι αμοραλιστές και αδίστακτοι. Ή, για να το πούμε πιο καθαρά, καθάρματα. Νομίζω ότι αυτό το στοιχείο των χαρακτήρων των ηρώων είναι και το σημαντικότερο: Η καταβύθιση στις χειρότερες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Σημειώστε δε ότι δεν κινούνται από πάθος ή αναζήτηση ηδονής, αλλά μόνο από καθαρό συμφέρον. Μπροστά σ' αυτό δεν διστάζουν να πράξουν οτιδήποτε.
Αγνοούσα την ταινία και εντυπωσιάστηκα. Ίσως να μην είναι το απόλυτο αριστούργημα, τη θεωρώ όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα μια όμορφη υπηρέτρια εκβιάζει έναν πλούσιο και υπεράνω πάσης υποψίας άντρα, όταν ανακαλύπτει ότι ο τελευταίος έχει δολοφονήσει τη μεγαλύτερη από αυτόν σύζυγό του για να την κληρονομήσει. Η σχέση των δύο θα περάσει από πολλά στάδια και οι ανατροπές θα είναι διαρκείς.
Πολύ ενδιαφέρον θρίλερ, απρόοπτες - αλλά αππολυτα πιστευτές - εξελίξεις, σασπένς, φόνοι και, ας το σημειώσουμε αυτό, μια ταινία που διαθέτει κάτι που πολύ σπάνια βρίσκει κανείς στο σύγχρονο mainstream Χόλιγουντ (διότι το φιλμ ήταν mainstream στην εποχή του): Δύο ωραίους και διάσημους πρωταγωνιστές, οι οποιοι είναι αμφότεροι αμοραλιστές και αδίστακτοι. Ή, για να το πούμε πιο καθαρά, καθάρματα. Νομίζω ότι αυτό το στοιχείο των χαρακτήρων των ηρώων είναι και το σημαντικότερο: Η καταβύθιση στις χειρότερες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Σημειώστε δε ότι δεν κινούνται από πάθος ή αναζήτηση ηδονής, αλλά μόνο από καθαρό συμφέρον. Μπροστά σ' αυτό δεν διστάζουν να πράξουν οτιδήποτε.
Αγνοούσα την ταινία και εντυπωσιάστηκα. Ίσως να μην είναι το απόλυτο αριστούργημα, τη θεωρώ όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2018
ΒΑΜΠΙΡ ΚΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ ΣΤΗ "ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΕΝΑ ΒΡΥΚΟΛΑΚΑ"
Καθώς ο χρόνος περνά, νομίζω ότι η "Συνέντευξη με ένα Βρικόλακα" του Neil Jordan (στις φόρμες του ακόμα το 1994), που βασίζεται στο βιβλίο της Anne Rice, είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες με το ανεξαντλητο θέμα των βαμπίρ. Και συγκεντρώνει - στα νιάτα τους - Μπραντ Πιτ, Τομ Κρουζ, Κρίστιαν Σλέιτερ, Αντόνιο Μπαντέρας, Κίρστεν Ντανστ...
Ένα βαμπίρ άνω των 200 ετών αποφασίζει να αφηγηθεί σε ένα σύγχρονο δημοσιογράφο την πολυτάραχη ζωή του: Πώς ξεκίνησε από ιδιοκτήτης φυτείας και σκλάβων στο Νότο, πώς έγινε βαμπίρ από τον παλιότερό του Λεστάτ, η μεταξύ τους (ερωτική ουσιαστικά) σχέση, η "υιοθέτηση" ενός μικρού κοριτσιού - που, φυσικά, μετατρέπουν επίσης σε βαμπίρ, οι μετακινήσεις τους από πόλη σε πόλη...
Το φιλμ είναι από τα λίγα που μελετούν την ψυχολογία των βρικολάκων, το αιώνιο τίμημα που πρέπει να πληρώνουν για την αθανασία, οι διαφορετικοί ψυχικοί τους κόσμοι... Είναι επίσης από τα λίγα που μας παρουσιάζουν τα βαμπίρ ως απόλυτα αμφισεξουαλικά πλάσματα, που ερωτεύονται θνητούς ή άλλους ομοίους τους, ενώ ο έρωτας παραμένει συναισθηματικός αφού, όπως δεν μπορούν να φάνε ή να πιουν (εκτός από αίμα φυσικά), δεν μπορούν να κάνουν και σεξ. Η ηδονή βρίσκεται πιο βαθιά, στην ψυχή τους.
Συμπαθητικά όντα λοιπόν οι βρικόλακες; Εδώ έρχεται η επόμενη ανατροπή: Ίσως ναι, ίσως όχι. Όπως ακριβώς οι άνθρωποι, έτσι κι αυτά διαθέτουν ποικιλία χαρακτήρων, πολύ διαφορετικών μεταξύ τους. Σ' αυτή τη διαφορά βασίζεται και το σενάριο: Ο Λούις, με ηθικές αρχές, που αρνείται να σκοτώσει ανθρώπους για να ικανοποιήσει την ασίγαστη όρεξή του για αίμα και πραγματικά υποφέρει για κάθε έγκλημα που (αναγκάζεται να ) κάνει, και από την άλλη ο Λεστάτ, αδίστακτος, αμοραλιστής, που απολαμβάνει κάθε φόνο, κάθε πλούσιο "γεύμα", δίχως να νοιάζεται για τις επιπτώσεις στους θνητούς. Η σύγκρουση αυτών των χαρακτήρων δημιουργεί την πλοκή - και κάνει τον ευαίσθητο Λούις αιώνια δυστυχισμένο.
Πολύπλοκες σχέσεις (η περίπτωση του μικρού κοριτσιού - βαμπίρ αποτελεί το κερασάκι στην τούρτα), δραματικές κορυφώσεις, εντυπωσιακή ατμόσφαιρα και σκηνοθεσία - επικεντρωμένη στην κατάδειξη της απόλυτης παρακμής και αβάστακτης δυστυχίας, προβολή του ομοφυλοφιλικού στοιχείου, όλα κάνουν το φιλμ να διαφέρει από τις συνηθισμένες ταινίες με βρικόλακες. Αν δεν το έχετε δει να το κάνετε. Ακόμα κι αν δεν είστε φίλοι των ταινιών τρόμου. Αν και δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τρόμου, παρά τη συχνά "άρρωστη" ατμόσφαιρά της, αλλά για κάτι πιο σύνθετο.
Ένα βαμπίρ άνω των 200 ετών αποφασίζει να αφηγηθεί σε ένα σύγχρονο δημοσιογράφο την πολυτάραχη ζωή του: Πώς ξεκίνησε από ιδιοκτήτης φυτείας και σκλάβων στο Νότο, πώς έγινε βαμπίρ από τον παλιότερό του Λεστάτ, η μεταξύ τους (ερωτική ουσιαστικά) σχέση, η "υιοθέτηση" ενός μικρού κοριτσιού - που, φυσικά, μετατρέπουν επίσης σε βαμπίρ, οι μετακινήσεις τους από πόλη σε πόλη...
Το φιλμ είναι από τα λίγα που μελετούν την ψυχολογία των βρικολάκων, το αιώνιο τίμημα που πρέπει να πληρώνουν για την αθανασία, οι διαφορετικοί ψυχικοί τους κόσμοι... Είναι επίσης από τα λίγα που μας παρουσιάζουν τα βαμπίρ ως απόλυτα αμφισεξουαλικά πλάσματα, που ερωτεύονται θνητούς ή άλλους ομοίους τους, ενώ ο έρωτας παραμένει συναισθηματικός αφού, όπως δεν μπορούν να φάνε ή να πιουν (εκτός από αίμα φυσικά), δεν μπορούν να κάνουν και σεξ. Η ηδονή βρίσκεται πιο βαθιά, στην ψυχή τους.
Συμπαθητικά όντα λοιπόν οι βρικόλακες; Εδώ έρχεται η επόμενη ανατροπή: Ίσως ναι, ίσως όχι. Όπως ακριβώς οι άνθρωποι, έτσι κι αυτά διαθέτουν ποικιλία χαρακτήρων, πολύ διαφορετικών μεταξύ τους. Σ' αυτή τη διαφορά βασίζεται και το σενάριο: Ο Λούις, με ηθικές αρχές, που αρνείται να σκοτώσει ανθρώπους για να ικανοποιήσει την ασίγαστη όρεξή του για αίμα και πραγματικά υποφέρει για κάθε έγκλημα που (αναγκάζεται να ) κάνει, και από την άλλη ο Λεστάτ, αδίστακτος, αμοραλιστής, που απολαμβάνει κάθε φόνο, κάθε πλούσιο "γεύμα", δίχως να νοιάζεται για τις επιπτώσεις στους θνητούς. Η σύγκρουση αυτών των χαρακτήρων δημιουργεί την πλοκή - και κάνει τον ευαίσθητο Λούις αιώνια δυστυχισμένο.
Πολύπλοκες σχέσεις (η περίπτωση του μικρού κοριτσιού - βαμπίρ αποτελεί το κερασάκι στην τούρτα), δραματικές κορυφώσεις, εντυπωσιακή ατμόσφαιρα και σκηνοθεσία - επικεντρωμένη στην κατάδειξη της απόλυτης παρακμής και αβάστακτης δυστυχίας, προβολή του ομοφυλοφιλικού στοιχείου, όλα κάνουν το φιλμ να διαφέρει από τις συνηθισμένες ταινίες με βρικόλακες. Αν δεν το έχετε δει να το κάνετε. Ακόμα κι αν δεν είστε φίλοι των ταινιών τρόμου. Αν και δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τρόμου, παρά τη συχνά "άρρωστη" ατμόσφαιρά της, αλλά για κάτι πιο σύνθετο.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 23, 2018
"ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" Ή Η ΘΑΛΠΩΡΗ ΜΙΑΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑς
Ο γιαπωνέζος Hirokazu Koreeda είναι από τους πιο ενδιαφέροντες και χαμηλότονους, πλην όμως ουσιαστικούς, σύγχρονους δημιουργούς. Οι "Κλέφτες Καταστημάτων" (Manbiki Kazoku) του 2018 το επιβεβαιώνουν απόλυτα.
Εδώ ο σκηνοθέτης, όπως συνηθίζει, παρακολουθεί από κοντά μια οικογένεια από παρίες του "γιαπωνέζικου θαύματος". Φτωχοί, περιθωριακοί, πολυμελείς, ζουν από τη σύνταξη μια γιαγιάς, αλλά συμπληρώνουυν τα πενιχρά τους εισοδήματα κλέβοντας τα απαραίτητα από διάφορα καταστήματα. Ώσπου, παρά τη φτώχεια τους, θα "υιοθετήσουν" (απάγοντάς το στην ουσία) ένα πεντάχρονο κοριτσάκι που κακοποιείται από τους δικούς του - άλλο που δεν ήθελαν οι δικοί του - κάνοντάς το για πρώτη φορά ευτυχισμένο. Οικογένεια; Εδώ βρίσκεται το ζουμί. Ναι μοιάζουν με οικογένεια και όλα είναι αρμονικά μεταξύ τους. Σύντομα όμως θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι τέτοια με την κλασική σημασία του όρου. Ούτε γάμος υπάρχει ούτε παιδιά ούτε... Απλώς μια παράξενη, αρμονική όπως είπαμε, συμβίωση. Και με πολλές αθώες παρανομίες βεβαίως.
Παρά το απόλυτα μίζερο περιβάλλον η ταινία ακτινοβολεί μια απίστευτη ζεστασιά, ανθρωπιά και συγκίνηση. Είναι σα να λέει με κάθε δυνατό τρόπο ότι και οι παρίες μπορεί να είναι ευτυχισμένοι με τον δικό τους τρόπο (δίχως το παραμικρό ίχνος κηρύγματος και "μηνυμάτων", το τονίζω αυτό). Και ταυτόχρονα τονίζει ότι η (οικογενειακή) θαλπωρή και αγάπη δεν προϋποθέτει ούτε δεσμούς αίματος ούτε την όποια νομιμοποίηση από θρησκείες ή κοινωνικούς θεσμούς και μπορεί να ανθισει εξ ίσου ανάμεσα στα σκουπίδια. Απλώς βρίσκεται "εκεί που βρίσκεται η καρδιά" (για να χρησιμοποιήσω έναν τίτλο παλιάς ταινίας). Αντίθετα, μερικές φορές ο νόμος και η κάθε λογής τυπικότητα μπορεί να καταστρέψουν τα πάντα.
Τρυφερή, συγκινητική, χαμηλότονη, η ταινία ήδη βρίσκεται στην προσωπική μου λίστα με τις καλύτερες του 2018.
Εδώ ο σκηνοθέτης, όπως συνηθίζει, παρακολουθεί από κοντά μια οικογένεια από παρίες του "γιαπωνέζικου θαύματος". Φτωχοί, περιθωριακοί, πολυμελείς, ζουν από τη σύνταξη μια γιαγιάς, αλλά συμπληρώνουυν τα πενιχρά τους εισοδήματα κλέβοντας τα απαραίτητα από διάφορα καταστήματα. Ώσπου, παρά τη φτώχεια τους, θα "υιοθετήσουν" (απάγοντάς το στην ουσία) ένα πεντάχρονο κοριτσάκι που κακοποιείται από τους δικούς του - άλλο που δεν ήθελαν οι δικοί του - κάνοντάς το για πρώτη φορά ευτυχισμένο. Οικογένεια; Εδώ βρίσκεται το ζουμί. Ναι μοιάζουν με οικογένεια και όλα είναι αρμονικά μεταξύ τους. Σύντομα όμως θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι τέτοια με την κλασική σημασία του όρου. Ούτε γάμος υπάρχει ούτε παιδιά ούτε... Απλώς μια παράξενη, αρμονική όπως είπαμε, συμβίωση. Και με πολλές αθώες παρανομίες βεβαίως.
Παρά το απόλυτα μίζερο περιβάλλον η ταινία ακτινοβολεί μια απίστευτη ζεστασιά, ανθρωπιά και συγκίνηση. Είναι σα να λέει με κάθε δυνατό τρόπο ότι και οι παρίες μπορεί να είναι ευτυχισμένοι με τον δικό τους τρόπο (δίχως το παραμικρό ίχνος κηρύγματος και "μηνυμάτων", το τονίζω αυτό). Και ταυτόχρονα τονίζει ότι η (οικογενειακή) θαλπωρή και αγάπη δεν προϋποθέτει ούτε δεσμούς αίματος ούτε την όποια νομιμοποίηση από θρησκείες ή κοινωνικούς θεσμούς και μπορεί να ανθισει εξ ίσου ανάμεσα στα σκουπίδια. Απλώς βρίσκεται "εκεί που βρίσκεται η καρδιά" (για να χρησιμοποιήσω έναν τίτλο παλιάς ταινίας). Αντίθετα, μερικές φορές ο νόμος και η κάθε λογής τυπικότητα μπορεί να καταστρέψουν τα πάντα.
Τρυφερή, συγκινητική, χαμηλότονη, η ταινία ήδη βρίσκεται στην προσωπική μου λίστα με τις καλύτερες του 2018.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 21, 2018
"ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΤΕ ΑΠΟ ΔΩ": ΣΤΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ
Ας το πούμε από την αρχή: Ή είστε φανατικοί του Σταύρου Τσιώλη ή τον βαριέστε και τον απορρίπτετε. Μάλλον δεν υπάρχει μέση οδός. Ως φαν λοιπόν είδα το "Γυναίκες που Περάσατε από δω" του 2017, φιλμ με το οποίο επιστρέφει μετά από 13 χρόνια (από το "Φτάσαμεε!..." του 2004), με τους απολαυστικούς Κωνσταντίνο Τζούμα και Ερρίκο Λίτση στους βασικούς ρόλους.
Όπου το δίδυμο είναι δύο τσιλιαδόροι που παριστάνουν τους κουλουράδες και είναι νυχθημερόν στημένοι κάπου στο Λυκαβηττό για να ειδοποιήσουν τον ιδιοκτήτη διαμερίσματος (που φτιάχνει παράνομο δωμάτιο) αν τύχει και εμφανιστεί η πολεοδομία. Όλο το νεοελληνικό μπάχαλο και η μιζέρια δηλαδή συμπυκνωμένα. Στο μεταξύ μπροστά τους περνάνε διάφοροι τύποι (άντρες και γυναίκες) και αφηγούνται τις ιστορίες τους (που κυρίως έχουν να κάνουν με γυναίκες).
Το φιλμ είναι απόλυτα στατικό. Οι δύο ήρωες κάθονται στις θέσεις τους και, με σουρεαλιστικό τρόπο, οι περαστικοί τους αφηγούνται ιστορίες, που κι αυτές, μερικές φορές, αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού. Οι εξομολογήσεις αυτές έχουν κάτι από παλιομοδίτικα λαϊκά μυθιστορήματα (συνοικέσια, κληρονομιές, ρομαντικοί έρωτες που άφησαν εμμονές σε όσους τους βίωσαν, χαμένα παιδιά κλπ.) και μπλέκονται με την χύμα νεοελληνική πραγματικότητα. Πολλές απ' αυτές είναι απολαυστικές, άλλες πάλι λιγότερο. Το χιούμορ είναι υπόγειο, αλλά πανταχού παρόν, το σενάριο επίτηδες και ηθελημένα προσχηματικό, το όλο φιλμ χαμηλότονο και λιτό (όπως όλα του δημιουργού) και... τα πάντα είναι Τσιώλης.
Το βρήκα λίγο άνισο, μάλλον κατώτερο από το "Παρακαλώ, γυναίκες μην κλαίτε" και τα άλλα φιλμ του, πλην όμως η ατμόσφαιρα του ιδιόρρυθμου και τόσο προσωπικού αυτού δημιουργού υπάρχει ατόφια. Και, όπως είπα στην αρχή, θα αρέσει κυρίως στους οπαδούς του, σ' αυτούς δηλαδή που γνωρίζουν και αποδέχονται το έργο του. Οι υπόλοιποι ίσως βαρεθούν ή νοιώσουν αμηχανία. Ούτως ή άλλως ο Τσιώλης είναι ένας πραγματικά ακατάτακτος σκηνοθέτης.
ΥΓ: Ίσως οι "γνωρίζοντες" πρέπει να σπεύσουν. Όταν γύριζε την ταινία ο σκηνοθέτης ήταν ήδη 80 ετών.
Όπου το δίδυμο είναι δύο τσιλιαδόροι που παριστάνουν τους κουλουράδες και είναι νυχθημερόν στημένοι κάπου στο Λυκαβηττό για να ειδοποιήσουν τον ιδιοκτήτη διαμερίσματος (που φτιάχνει παράνομο δωμάτιο) αν τύχει και εμφανιστεί η πολεοδομία. Όλο το νεοελληνικό μπάχαλο και η μιζέρια δηλαδή συμπυκνωμένα. Στο μεταξύ μπροστά τους περνάνε διάφοροι τύποι (άντρες και γυναίκες) και αφηγούνται τις ιστορίες τους (που κυρίως έχουν να κάνουν με γυναίκες).
Το φιλμ είναι απόλυτα στατικό. Οι δύο ήρωες κάθονται στις θέσεις τους και, με σουρεαλιστικό τρόπο, οι περαστικοί τους αφηγούνται ιστορίες, που κι αυτές, μερικές φορές, αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού. Οι εξομολογήσεις αυτές έχουν κάτι από παλιομοδίτικα λαϊκά μυθιστορήματα (συνοικέσια, κληρονομιές, ρομαντικοί έρωτες που άφησαν εμμονές σε όσους τους βίωσαν, χαμένα παιδιά κλπ.) και μπλέκονται με την χύμα νεοελληνική πραγματικότητα. Πολλές απ' αυτές είναι απολαυστικές, άλλες πάλι λιγότερο. Το χιούμορ είναι υπόγειο, αλλά πανταχού παρόν, το σενάριο επίτηδες και ηθελημένα προσχηματικό, το όλο φιλμ χαμηλότονο και λιτό (όπως όλα του δημιουργού) και... τα πάντα είναι Τσιώλης.
Το βρήκα λίγο άνισο, μάλλον κατώτερο από το "Παρακαλώ, γυναίκες μην κλαίτε" και τα άλλα φιλμ του, πλην όμως η ατμόσφαιρα του ιδιόρρυθμου και τόσο προσωπικού αυτού δημιουργού υπάρχει ατόφια. Και, όπως είπα στην αρχή, θα αρέσει κυρίως στους οπαδούς του, σ' αυτούς δηλαδή που γνωρίζουν και αποδέχονται το έργο του. Οι υπόλοιποι ίσως βαρεθούν ή νοιώσουν αμηχανία. Ούτως ή άλλως ο Τσιώλης είναι ένας πραγματικά ακατάτακτος σκηνοθέτης.
ΥΓ: Ίσως οι "γνωρίζοντες" πρέπει να σπεύσουν. Όταν γύριζε την ταινία ο σκηνοθέτης ήταν ήδη 80 ετών.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 18, 2018
ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ "ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ"
Νομίζω ότι ο Clint Eastwood παραμένει ο σημαντικότερος ηθοποιός που κάποια στιγμή έγινε και σκηνοθέτης. Ακόμα κι αν δεν κάνει μεγάλες ταινίες (Gran Torino, Ασυγχώρητοι, Million Dollar Baby κλπ.) γυρίζει στιβαρά φιλμ - περιπέτειες που βλέπονται αν μη τι άλλο ευχάριστα (τα πολύ τελευταία χρόνια το έχασε λίγο βέβαια, αλλά τι να κάνουμε; Είναι πάνω από 80)! Στη δεύτερη λοιπόν κατηγορία υπάγεται νομίζω το "Absolute Power" (Απολυτη Δύναμη) του 1997, με τον ίδιο ως πρωταγωνιστή, αλλά και τους Τζιν Χάκμαν, Εντ Χάρις, Τζούντι Ντέιβις κλπ.)
Όπου ένας ιδιοφυής κλέφτης κοσμημάτων μπαίνει σε πολυτελέστατη έπαυλη, κλέβει αμύθητης αξίας κοσμήματα... και παγιδεύεται εκεί, καθώς δεν επιστρέφει σ' αυτήν ο ιδιοκτήτης, αλλά κάποιοι άλλοι. Κρυμμένος λοιπόν, θα παρακολουθήσει άθελά του ένα φόνο, στον οποίο εμπλέκονται πολύ υψηλά ιστάμενοι (πιο ψηλά δεν γίνεται). Και βέβαια, επειδή η προσωπική του ηθική θα υπερισχύσει, θα τα βάλει με πανίσχυρες δυνάμεις.
Ίσως να υπάρχουν ευκολίες και κάποια σημεία να μη γίνονται πιστευτά, ίσως ο βασικός ήρωας να είναι πολύ σούπερ στις ικανότητές του, το σίγουρο όμως είναι ότι παρακολουθείς την ταινία απνευστί και με κλιμακούμενη ένταση. Και, επί πλέον, ο πάντοτε κοινωνικά σκεπτόμενος Ίστγουντ τα βάζει με την υπέρτατη εξουσία των ΗΠΑ, τον πρόεδρο, καυτηριάζει το περί αυτόν δίκτυο ασφαλείας και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και υποστηρίζει το αυτονόητο: Καμιά εξουσία δεν μπορεί να αυθαιρετεί εκμεταλλευόμενη την "απόλυτη δύναμή" της. Όλες οφείλουν να τιμωρούνται όταν υπάρχει περίπτωση κατάχρησης εξουσίας.
Δίχως πολλά πολλά για να προβληματιστεί κανείς εκτός των ανωτέρω (που είναι γνωστά πιστεύω και ελπίζω), νομίζω ότι το φιλμ ανήκει σ' αυτά που προσφέρουν καθαρή απόλαυση, με ήπια δράση και, όπως είπα, αρκετό σασπένς.
Όπου ένας ιδιοφυής κλέφτης κοσμημάτων μπαίνει σε πολυτελέστατη έπαυλη, κλέβει αμύθητης αξίας κοσμήματα... και παγιδεύεται εκεί, καθώς δεν επιστρέφει σ' αυτήν ο ιδιοκτήτης, αλλά κάποιοι άλλοι. Κρυμμένος λοιπόν, θα παρακολουθήσει άθελά του ένα φόνο, στον οποίο εμπλέκονται πολύ υψηλά ιστάμενοι (πιο ψηλά δεν γίνεται). Και βέβαια, επειδή η προσωπική του ηθική θα υπερισχύσει, θα τα βάλει με πανίσχυρες δυνάμεις.
Ίσως να υπάρχουν ευκολίες και κάποια σημεία να μη γίνονται πιστευτά, ίσως ο βασικός ήρωας να είναι πολύ σούπερ στις ικανότητές του, το σίγουρο όμως είναι ότι παρακολουθείς την ταινία απνευστί και με κλιμακούμενη ένταση. Και, επί πλέον, ο πάντοτε κοινωνικά σκεπτόμενος Ίστγουντ τα βάζει με την υπέρτατη εξουσία των ΗΠΑ, τον πρόεδρο, καυτηριάζει το περί αυτόν δίκτυο ασφαλείας και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και υποστηρίζει το αυτονόητο: Καμιά εξουσία δεν μπορεί να αυθαιρετεί εκμεταλλευόμενη την "απόλυτη δύναμή" της. Όλες οφείλουν να τιμωρούνται όταν υπάρχει περίπτωση κατάχρησης εξουσίας.
Δίχως πολλά πολλά για να προβληματιστεί κανείς εκτός των ανωτέρω (που είναι γνωστά πιστεύω και ελπίζω), νομίζω ότι το φιλμ ανήκει σ' αυτά που προσφέρουν καθαρή απόλαυση, με ήπια δράση και, όπως είπα, αρκετό σασπένς.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2018
"BOOK OF ELI" Ή ΕΝΑΣ... ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ MAD MAX!
Τους αδελφούς Hughes (Albert και Allen) τους θυμόμουν από το "From Hell", την επί της οθόνης μεταφορά του κλασικού κόμικς του Άλαν Μουρ. Το 2010 όμως γυρίζουν το ανεκδιήγητο "The Book of Eli" ("Ο Εκλεκτός" στην Ελλάδα), και μάλιστα με γερό καστ: Ντέντζελ Ουάσινγκτον, Γκάρι Όλντμαν, Μίλαν Κούνις, Τζένιφερ Μπιλς, Τομ Γουέιτς (πάντα cult στις κινηματογραφικές εμφανίσεις του) κλπ. Προσοχή: Το "ανεκδιήγητο" αναφερεται στο ηλίθιο σενάριο. Οπτικά είναι όντως εντυπωσιακό.
Σε μια μετακαταστροφική Αμερική, που έχει κυλήσει στον αναλφαβητισμό και τη βαρβαρότητα, ένας μαύρος σούπερ πολεμιστής (πλην όμως γαλήνιος και βίαιος μόνο όταν προκληθεί) που ουδείς μπορεί να τα βάλει μαζί του, κουβαλά και προστατεύει πάσει θυσία ένα πολύτιμο βιβλίο. Ο αδίστακτος αρχηγός μιας πόλης (και μιας στρατιάς καθαρμάτων) Γκάρι Όλντμαν θέλει όσο τίποτα άλλο και με κάθε τίμημα να το αποκτήσει. Πιστεύει ότι έτσι θα γίνει ο ηγέτης ίσως και ολόκληρης της εξαθλιωμένης ανθρωπότητας.
Το φιλμ διαθέτει πραγματικά εντυπωσιακή εικόνα και φωτογραφία και εξ ίσου θεαματική σκηνοθεσία. Σκοτεινή, πειραγμένη φωτογραφία, που αγγίζει το ασπρόμαυρο, εξ ίσου εντυπωσιακά και παρακμιακά μετακαταστροφικά σκηνικά και ατμόσφαιρα και πάμπολλα στοιχεία απ' ευθείας δανεισμένα από το "Mad Max" (αυτό το τόσο "δανεισμένο" δεν ξέρω αν είναι καλό). Εδώ τα καλά τελειώνουν. Το σενάριο, ηλίθιο σε πολλά επίπεδα, σχεδόν παράλογο και πρόχειρο, θα μπορούσε άνετα να έχει χρηματοδοτηθεί από κάποια χριστιανική εκκλησία. Η Βίβλος πάνω απ' όλα, ο χριστιανισμός που θα αναζωογονήσει τη σχεδόν νεκρή ανθρωπότητα, ένας "προφήτης" που ακούει τη... φωνή του θεού και, άγνωστο πώς, ίσως από θαύμα, είναι ανίκητος και σχεδόν άτρωτος... και πολλά άλλα που μάλλον έκπληκτοι θα ανακαλύψετε και δεν θα πιστεύετε ότι σερβίρονται τόσο απροκάλυπτα. Ακόμα κι αν πιστεύετε βαθύτατα, πάλι οι σεναριακές τρύπες και ευκολίες παραμένουν πολλές για να τις χωνέψει ακόμα και ο πιστός.
Πάντως αν είστε φίλος των ατμοσφαιρικών μετακαταστροφικών ταινιών θα το απολαύσετε. Ξαναλέω, οπτικά μόνο. Φτάνει να ξεχάσετε την ιστορία και τους τόνους ηλιθιότητας και μόνο να βλέπετε. Τίποτα άλλο.
Σε μια μετακαταστροφική Αμερική, που έχει κυλήσει στον αναλφαβητισμό και τη βαρβαρότητα, ένας μαύρος σούπερ πολεμιστής (πλην όμως γαλήνιος και βίαιος μόνο όταν προκληθεί) που ουδείς μπορεί να τα βάλει μαζί του, κουβαλά και προστατεύει πάσει θυσία ένα πολύτιμο βιβλίο. Ο αδίστακτος αρχηγός μιας πόλης (και μιας στρατιάς καθαρμάτων) Γκάρι Όλντμαν θέλει όσο τίποτα άλλο και με κάθε τίμημα να το αποκτήσει. Πιστεύει ότι έτσι θα γίνει ο ηγέτης ίσως και ολόκληρης της εξαθλιωμένης ανθρωπότητας.
Το φιλμ διαθέτει πραγματικά εντυπωσιακή εικόνα και φωτογραφία και εξ ίσου θεαματική σκηνοθεσία. Σκοτεινή, πειραγμένη φωτογραφία, που αγγίζει το ασπρόμαυρο, εξ ίσου εντυπωσιακά και παρακμιακά μετακαταστροφικά σκηνικά και ατμόσφαιρα και πάμπολλα στοιχεία απ' ευθείας δανεισμένα από το "Mad Max" (αυτό το τόσο "δανεισμένο" δεν ξέρω αν είναι καλό). Εδώ τα καλά τελειώνουν. Το σενάριο, ηλίθιο σε πολλά επίπεδα, σχεδόν παράλογο και πρόχειρο, θα μπορούσε άνετα να έχει χρηματοδοτηθεί από κάποια χριστιανική εκκλησία. Η Βίβλος πάνω απ' όλα, ο χριστιανισμός που θα αναζωογονήσει τη σχεδόν νεκρή ανθρωπότητα, ένας "προφήτης" που ακούει τη... φωνή του θεού και, άγνωστο πώς, ίσως από θαύμα, είναι ανίκητος και σχεδόν άτρωτος... και πολλά άλλα που μάλλον έκπληκτοι θα ανακαλύψετε και δεν θα πιστεύετε ότι σερβίρονται τόσο απροκάλυπτα. Ακόμα κι αν πιστεύετε βαθύτατα, πάλι οι σεναριακές τρύπες και ευκολίες παραμένουν πολλές για να τις χωνέψει ακόμα και ο πιστός.
Πάντως αν είστε φίλος των ατμοσφαιρικών μετακαταστροφικών ταινιών θα το απολαύσετε. Ξαναλέω, οπτικά μόνο. Φτάνει να ξεχάσετε την ιστορία και τους τόνους ηλιθιότητας και μόνο να βλέπετε. Τίποτα άλλο.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2018
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ "ΑΝΑΣΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ"
Η πρωτοεμφανιζόμενη σε φιλμ μεγάλου μήκους ισλανδή Isold Uggadottir γυρίζει το 2018 την βραβευμένη "Ανάσα Ελευθερίας", ένα δράμα με επίκεντρο το μεταναστευτικό πρόβλημα.
Μια ισλανδή ανύπαντρη μητέρα προσπαθεί απεγνωσμένα να επιβιώσει κάτω από συνθήκες στέρησης. Βρίσκει προσωρινά δουλειά ως ελέγκτρια διαβατηρίων. Όταν μια μαύρη γυναίκα από τη Γουινέα Μπισάου (επίσης ανύπαντρη μητέρα) προσπαθεί να φύγει στον Καναδά με πλαστά χαρτιά, εκείνη θα την εντοπίσει. Έτσι η μετανάστρια θα οδηγηθεί σε κέντρο διαμονής προσφύγων μέχρι να απελαθεί. Η τύχη όμως θα το φέρει οι δύο γυναίκες να συναντηθούν ξανά, με απρόβλεπτες συνέπειες για τις ζωές τους.
Δραματικό φιλμ, με ξεκάθαρη ανθρωπιστική ματιά και αντιρατσιστικά μηνύματα, συγκινεί με την τρυφερή, συγκινητική (και κάπως "εύκολη" βεβαίως) ματιά πάνω στο φλέγον πρόβλημα του καιρού μας. Ωστόσο διαθέτει και κάτι άλλο (μια που το προσφυγικό θέμα το έχουμε δει ήδη πολλές φορές): Την καταγραφή της ζοφερότητας, της μιζέριας και της ανέχειας που μπορεί να κρύβεται όχι πλέον στις τριτοκοσμικές πατρίδες των μεταναστών, αλλά στην ίδια την Ευρώπη, στην πλούσια, ας πούμε, Ισλανδία. Από το καταθλιπτικό, γκρίζο, γυμνό και ανεμοδαρμένο υπαίθριο ή αστικό τοπίο της χώρας ως την δύσκολη (επιεικώς) ζωή κάποιων - πιθανόν σχετικά λίγων ποσοστιαία, υπαρκτών όμως - κατοίκων της. Και τελικά έκπληκτοι βλέπουμε ότι η μοίρα της "πλούσιας" (εντός πολλών εισαγωγικών) ισλανδής και της από χέρι άτυχης εκ Γουινέας γυναίκας μπορούν κάλλιστα να είναι κοινές, δηλαδή εξ ίσου δύσκολες, ακόμα και να αντιστραφούν οι προκαθορισμένοι ρόλοι τους.
Ρεαλιστικό, τρυφερό, συγκινητικό φιλμ με πολιτική ματιά, σίγουρα θα "πιάσει" συναισθηματικά τους περισσότερους θεατές. Και επειδή αυτά που λέει είναι, νομίζω, σημαντικά, ίσως του συγχωρήσετε κάποιες σεναριακές αφέλειες ή ευκολίες.
Μια ισλανδή ανύπαντρη μητέρα προσπαθεί απεγνωσμένα να επιβιώσει κάτω από συνθήκες στέρησης. Βρίσκει προσωρινά δουλειά ως ελέγκτρια διαβατηρίων. Όταν μια μαύρη γυναίκα από τη Γουινέα Μπισάου (επίσης ανύπαντρη μητέρα) προσπαθεί να φύγει στον Καναδά με πλαστά χαρτιά, εκείνη θα την εντοπίσει. Έτσι η μετανάστρια θα οδηγηθεί σε κέντρο διαμονής προσφύγων μέχρι να απελαθεί. Η τύχη όμως θα το φέρει οι δύο γυναίκες να συναντηθούν ξανά, με απρόβλεπτες συνέπειες για τις ζωές τους.
Δραματικό φιλμ, με ξεκάθαρη ανθρωπιστική ματιά και αντιρατσιστικά μηνύματα, συγκινεί με την τρυφερή, συγκινητική (και κάπως "εύκολη" βεβαίως) ματιά πάνω στο φλέγον πρόβλημα του καιρού μας. Ωστόσο διαθέτει και κάτι άλλο (μια που το προσφυγικό θέμα το έχουμε δει ήδη πολλές φορές): Την καταγραφή της ζοφερότητας, της μιζέριας και της ανέχειας που μπορεί να κρύβεται όχι πλέον στις τριτοκοσμικές πατρίδες των μεταναστών, αλλά στην ίδια την Ευρώπη, στην πλούσια, ας πούμε, Ισλανδία. Από το καταθλιπτικό, γκρίζο, γυμνό και ανεμοδαρμένο υπαίθριο ή αστικό τοπίο της χώρας ως την δύσκολη (επιεικώς) ζωή κάποιων - πιθανόν σχετικά λίγων ποσοστιαία, υπαρκτών όμως - κατοίκων της. Και τελικά έκπληκτοι βλέπουμε ότι η μοίρα της "πλούσιας" (εντός πολλών εισαγωγικών) ισλανδής και της από χέρι άτυχης εκ Γουινέας γυναίκας μπορούν κάλλιστα να είναι κοινές, δηλαδή εξ ίσου δύσκολες, ακόμα και να αντιστραφούν οι προκαθορισμένοι ρόλοι τους.
Ρεαλιστικό, τρυφερό, συγκινητικό φιλμ με πολιτική ματιά, σίγουρα θα "πιάσει" συναισθηματικά τους περισσότερους θεατές. Και επειδή αυτά που λέει είναι, νομίζω, σημαντικά, ίσως του συγχωρήσετε κάποιες σεναριακές αφέλειες ή ευκολίες.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2018
ΧΑΖΑ "DEATH DREAMS"
O Martin Donovan είναι αργεντινός, αλλά δουλεύει στις ΗΠΑ. Είναι κυρίως τηλεοπτικός και, επίσης κυρίως, σεναριογράφος, αλλά σκηνοθετεί κιόλας κάπου - κάπου. Όλα αυτά, κυρίως και πάλι, στη δεκαετία του 90. Το 1991 λοιπόν γυρίζει μια τηλεταινία με σταρ τον γνωστό Σούπερμαν Κρίστοφερ Ριβς, το "Death Dreams". Μεταφυσικό θρίλερ, αλλά...
Υπάρχει ένα ερωτευμένο, ζάπλουτο παντρεμένο ζευγάρι (έπαυλη με λίμνη, αυτοκινητάρες κλπ.). Εκείνη έχει μια μικρή κόρη από τον προηγούμενο γάμο της (χήρα γαρ). Η ευτυχία τους όμως θα καταστραφεί όταν το κοριτσάκι πνίγεται στη λίμνη που λέγαμε. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή: Η μητέρα θα αρχίσει να βλέπει οράματα - και μάλιστα όταν είναι ξύπνια και όχι κοιμισμένη, ακόμα και σε δημόσιους χώρους - με τη νεκρή κόρη, η οποία πασχίζει να της πει κάτι. Ποιο είναι όμως το μυστικό που θέλει να της αποκαλύψει;
Είπαμε: Μεταφυσικό θρίλερ, με το οποίο όμως καθόλου δεν φοβάσαι (υποθέτω επίτηδες, διότι αν σκόπευε να τρομάξει κιόλας η αποτυχία θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη). Μέτριες ηθοποιίες, κάμποσα κλισέ με τα περί επικοινωνίας με νεκρούς, καθόλου εφέ - αυτό δεν είναι κακό, απλώς το αναφέρω - καθόλου ατμόσφαιρα, όλα με κάνουν να το θεωρήσω ως παντελώς αδιάφορο θρίλερ. Το χειρότερο για μένα είναι το ηλίθιο τέλος, δίχως καμία λογική ή συνέπεια με το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα φαντάσματα...
Οι περισσότεροι φαντάζομαι το αγνοούσατε. Δεν πειράζει. Καλά κάνατε.
Υπάρχει ένα ερωτευμένο, ζάπλουτο παντρεμένο ζευγάρι (έπαυλη με λίμνη, αυτοκινητάρες κλπ.). Εκείνη έχει μια μικρή κόρη από τον προηγούμενο γάμο της (χήρα γαρ). Η ευτυχία τους όμως θα καταστραφεί όταν το κοριτσάκι πνίγεται στη λίμνη που λέγαμε. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή: Η μητέρα θα αρχίσει να βλέπει οράματα - και μάλιστα όταν είναι ξύπνια και όχι κοιμισμένη, ακόμα και σε δημόσιους χώρους - με τη νεκρή κόρη, η οποία πασχίζει να της πει κάτι. Ποιο είναι όμως το μυστικό που θέλει να της αποκαλύψει;
Είπαμε: Μεταφυσικό θρίλερ, με το οποίο όμως καθόλου δεν φοβάσαι (υποθέτω επίτηδες, διότι αν σκόπευε να τρομάξει κιόλας η αποτυχία θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη). Μέτριες ηθοποιίες, κάμποσα κλισέ με τα περί επικοινωνίας με νεκρούς, καθόλου εφέ - αυτό δεν είναι κακό, απλώς το αναφέρω - καθόλου ατμόσφαιρα, όλα με κάνουν να το θεωρήσω ως παντελώς αδιάφορο θρίλερ. Το χειρότερο για μένα είναι το ηλίθιο τέλος, δίχως καμία λογική ή συνέπεια με το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα φαντάσματα...
Οι περισσότεροι φαντάζομαι το αγνοούσατε. Δεν πειράζει. Καλά κάνατε.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2018
"ΚΟΡΙΤΣΙ" (;)
Το "Κορίτσι" (2018) του πρωτοεμφανιζόμενου βέλγου Lucas Dhont είναι μια ταινία με ήρωα ένα 16χρονο αγόρι που νοιώθει εντελώς παγιδευμένο στο αντρικό σώμα του και επιθυμεί διακαώς να γίνει γυναίκα. Και όχι απλώς γυναίκα, αλλά μπαλαρίνα (δουλεύει εξαιρετικά σκληρά στη σχολή χορού όπου έχει γίνει δεκτός/ή), δηλαδή ό,τι θεωρείται πιο κομψό στο φύλο αυτό. Κάνει θεραπεία με ορμόνες, κάνει τα πάντα για να μοιάζει με κορίτσι - και είναι όντως αδύνατο να φανταστεί κανείς από την εμφάνισή του ότι πρόκειται για αγόρι - και προετοιμάζεται για εγχείρηση αλλαγής φύλου. Το ενδιαφέρον είναι ότι, αντίθετα με τα περισσότερα καταγγελτικά δράματα με το θέμα αυτό, όπου αυτό που προβάλλεται και στηλιτεύεται είναι η μισσαλοδοξία και η άρνηση της αποδοχής του διαφορετικού, εδώ έχουμε πλήρη αποδοχή της προσωπικότητας του ήρωα: Ο πατέρας του (δεν υπάρχει μητέρα) βοηθά με όλες του τις δυνάμεις τον γιο του να γίνει αυτό που επιθυμεί, οι συγγενείς τον έχουν αποδεχτεί, η σχολή το ίδιο (όλοι, καθηγητές και χορευτές, ξέρουν ότι πρόκειται για αγόρι), οι γιατροί τον παρακολουθούν με ενδιαφέρον...
Αποτέλεσμα του "ιδανικού" αυτού κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος (υπάρχει μόνο μία σκηνή όπου φανερώνεται μισσαλοδοξία από κάποιες άλλες υποψήφιες χορεύτριες, αλλά, παρ' όλα αυτά, το περιβάλλον παραμένει "ιδανικό"), είναι το φιλμ να γίνεται απόλυτα ψυχολογικό, να επικεντρώνεται δηλαδή στα προβλήματα του ήρωα/ηρωίδας με το ίδιο του το σώμα και στον προσωπικό του ψυχολογικό αγώνα, καθώς και στη σύγχυση που αφορά την κατεύθυνση της σεξουαλικότητάς του (όλα αυτά με δραματική κορύφωση). Διότι, όπως αποδεικνύεται, κι αν ακόμα το περιβάλλον είναι φιλικό, το εγχείρημα παραμένει δύσκολο.
Ενδιαφέρον ρεαλιστικό φιλμ από πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη και εξαιρετικός ο επίσης πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής Βικτόρ Πόλστερ. Ο οποίος βεβαίως είναι χορευτής, αλλιώς θα ήταν αδύνατο να γυρίσει κάτι τέτοιο.
Αποτέλεσμα του "ιδανικού" αυτού κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος (υπάρχει μόνο μία σκηνή όπου φανερώνεται μισσαλοδοξία από κάποιες άλλες υποψήφιες χορεύτριες, αλλά, παρ' όλα αυτά, το περιβάλλον παραμένει "ιδανικό"), είναι το φιλμ να γίνεται απόλυτα ψυχολογικό, να επικεντρώνεται δηλαδή στα προβλήματα του ήρωα/ηρωίδας με το ίδιο του το σώμα και στον προσωπικό του ψυχολογικό αγώνα, καθώς και στη σύγχυση που αφορά την κατεύθυνση της σεξουαλικότητάς του (όλα αυτά με δραματική κορύφωση). Διότι, όπως αποδεικνύεται, κι αν ακόμα το περιβάλλον είναι φιλικό, το εγχείρημα παραμένει δύσκολο.
Ενδιαφέρον ρεαλιστικό φιλμ από πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη και εξαιρετικός ο επίσης πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής Βικτόρ Πόλστερ. Ο οποίος βεβαίως είναι χορευτής, αλλιώς θα ήταν αδύνατο να γυρίσει κάτι τέτοιο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























