Βρισκόμαστε στα 1956. Ο Gerd Oswald (1919-1989) είναι γερμανός αλλά, όπως πάμπολλοι ευρωπαίοι, ζει και δουλεύει στο Χόλιγουντ. Τη χρονιά αυτή λοιπόν γυρίζει το "Ένα Φιλί πριν Πεθάνεις" (A Kiss Before Dying) με έναν νεαρότατο τότε Ρόμπερτ Βάγκνερ στον βασικό ρόλο.
Ένας νεαρός φοιτητής αφήνει έγκυο την κοπέλα του. Αυτό συνεπάγεται ότι η τελευταία θα αποκληρωθεί από τον πλούσιο και αυστηρό πατέρα της, οπότε ο νεαρός θα χάσει όσα ήλπιζε να κερδίσει από έναν πιθανό γάμο. Η στάση του αλλάζει ριζικά και όλο και πιο σκοτεινά σχέδια για το μέλλον της κοπέλας εξυφαίνονται στο μυαλό του. Μέχρι πού μπορεί άραγε να φτάσει για τα λεφτά;
Η ταινία είναι μια πετυχημένη μίξη ειδών. Ξεκινά σαν νεανικό μελόδραμα, χρησιμοποιώντας μάλιστα το στιλ του είδους (έντονα χρώματα, μουσική κλπ.). Σύντομα όμως θα εκπλήξει τον θεατή καθώς τα πράγματα παίρνουν μια όλο και πιο σκοτεινή τροπή, για να μετατραπεί τελικά σε ένα καλό κατά τη γνώμη μου θρίλερ. Ακόμα και τότε όμως το αισθηματικό στοιχείο (και το αντίστοιχο ύφος που το συνοδεύει) υπάρχει και μπλέκεται με την "εγκληματική" ιστορία.
Στο κέντρο όλων αυτών η φιγούρα του νεαρού, ενός αδίστακτου και με ανατριχιαστικά ψυχρή λογική ανθρώπου, που μόνος στόχος του είναι το κέρδος, τα λεφτά. Η ηθική έχει εκλείψει παντελώς. Το "αμερικάνικο όνειρο", βλέπετε, μπορεί να κατακτηθεί και μέσω της "πλαγίας οδού", κοινώς με αθέμιτα (επιεικώς) μέσα. Γι' αυτό και μόνο, για τον εξωτερικά γοητευτικό, πλην όμως απόλυτα ανήθικο βασικό χαρακτήρα, αξίζει να ψάξετε το φιλμ.
Και κάτι άλλο: Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού για τον κινηματογράφο συγγραφέα Ira Levin, το οποίο γράφτηκε το 1953. Η Patricia Highsmith γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα με ήρωα τον πασίγνωστο Ρίπλεϊ το 1956. Αν έχετε διαβάσει τα βιβλία ή έχετε δει κάποιες από τις ταινίες που βασίστηκαν σ' αυτόν, θα διαπιστώσετε ότι ο βασικός χαρακτήρας του "A Kiss..." θυμίζει πολύ στον Ρίπλεϊ. Και προηγείται κατά 3 χρόνια!
ΥΓ: Η ταινία γνώρισε ένα μάλλον αδιάφορο ριμέικ με τον Ματ Ντίλον το 1991.
Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2016
Κυριακή, Ιουνίου 26, 2016
TRUMAN : ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΜΑΤΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΘΑΝΑΤΟ
Ισπανία και Αργεντινή "ενώνουν τις δυνάμεις τους" στο "Truman" του 2015, μια ταινία του ισπανού Cesc Gay με πρωταγωνιστή τον "μόνιμο" πρωταγωνιστή του αργεντίνικου σινεμά (και πάντα πολύ καλό) Ρικάρντο Νταρίν.
Το θέμα της μοιάζει καταθλιπτικό: Ένας μεσήλικας, διαζευγμένος αργεντίνος ηθοποιός του θεάτρου που ζει στη Μαδρίτη με μοναδική παρέα τον σκύλο του Τρούμαν, γνωρίζει ότι του απομένει λίγος ακόμη χρόνος ζωής λόγω καρκίνου. Τότε δέχεται την αιφνίδια επίσκεψη του παλιού καλύτερού του φίλου, που ζει στον Καναδά, ο οποίος θα μείνει για τέσσερεις μέρες με τον φίλο του για να τον αποχαιρετήσει (και ίσως τον πείσει να αλλάξει κάποιες αποφάσεις που έχει πάρει για την ασθένειά του). Οι μέρες αυτές θα εξελιχτούν σε μια σειρά από συναντήσεις, απροσδόκητα ταξίδια, αναπάντεχες θετικές και αρνητικές διαπιστώσεις σε σχέση με φίλους και συγγενείς... κι όλα αυτά κάτω από την αναπόφευκτη σκιά του επερχόμενου τέλους. Και, επιπλέον, μονίμως πλανάται το ερώτημα: Ποιος θα φροντίζει τον Τρούμαν μετά;
Ναι, υπάρχει πολλή συγκίνηση στην ταινία. Ποτέ όμως αυτή δεν γίνεται μελό. Κι οχι μονο αυτό: Σε ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Cesc Gay καταφέρνει να χωρέσει και αρκετό χιούμορ, και κάποιες αναπάντεχες τροπές, ώστε τελικά να ελαφρύνει το όλο πράγμα και να πετύχει μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στό ζοφερό και το γελοίο της ανθρώπινης ύπαρξης, ανάμεσα στα ψέματα (αθώα ή όχι) που λέμε ή ζούμε και τις αλήθειες, συχνά κρυμένες ή δύσκολο να εκφραστούν. Φυσικά τον πρώτο λόγο έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, φιλικές, κοινωνικές, ερωτικές, οικογενειακές: Η ποικιλία τους, οι διαβαθμίσεις από την απόλυτη αλήθεια και την ουσία ως την τυπικότητα και την απλή παραμονή την επιφάνεια, οι εκπλήξεις που κρύβουν... Ο ήρωάς μας, κάτω από την αμείλικτη σκιά του αναπόφευκτου γεγονότος που έρχεται, θα ανακαλύψει ότι μερικά από αυτά που πίστευε για γνωστούς και φίλους δεν είναι ακριβώς σωστά. Και να η ισορροπια που λέγαμε: Οι άλλοι άλλοτε αποδεικνύονται καλύτεροι κι άλλοτε χειρότεροι απ' ότι νομίζαμε. Όλα αυτά εμπεριέχουν ανατροπές και (σχετικά) αναπάντεχες εξελίξεις, που, εκτός φυσικά του ότι σκιαγραφούν την αλήθεια της ζωής, κρατούν αμείωτο και το ενδιαφέρον του θεατή.
Πολύ καλή ταινία, συγκινητική και συχνά αστεία συγχρόνως, αποκαλύπτει νομίζω το κωμικοτραγικό της ζωής (και του θανάτου) των ανθρώπων. Αν προσθέσει κανείς και τις εξαιρετικές ηθοποιίες, τις σεναριακές ανατροπές που λέγαμε και τη γενικότερα αισιόδοξη (μάλλον) ματιά πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα, νομίζω ότι όντως αξίζει. Άλλωστε το φιλμ έχει βραβευτεί με πέντε Γκόγια (τα βραβεία του ισπανόφωνου σινεμά).
Το θέμα της μοιάζει καταθλιπτικό: Ένας μεσήλικας, διαζευγμένος αργεντίνος ηθοποιός του θεάτρου που ζει στη Μαδρίτη με μοναδική παρέα τον σκύλο του Τρούμαν, γνωρίζει ότι του απομένει λίγος ακόμη χρόνος ζωής λόγω καρκίνου. Τότε δέχεται την αιφνίδια επίσκεψη του παλιού καλύτερού του φίλου, που ζει στον Καναδά, ο οποίος θα μείνει για τέσσερεις μέρες με τον φίλο του για να τον αποχαιρετήσει (και ίσως τον πείσει να αλλάξει κάποιες αποφάσεις που έχει πάρει για την ασθένειά του). Οι μέρες αυτές θα εξελιχτούν σε μια σειρά από συναντήσεις, απροσδόκητα ταξίδια, αναπάντεχες θετικές και αρνητικές διαπιστώσεις σε σχέση με φίλους και συγγενείς... κι όλα αυτά κάτω από την αναπόφευκτη σκιά του επερχόμενου τέλους. Και, επιπλέον, μονίμως πλανάται το ερώτημα: Ποιος θα φροντίζει τον Τρούμαν μετά;
Ναι, υπάρχει πολλή συγκίνηση στην ταινία. Ποτέ όμως αυτή δεν γίνεται μελό. Κι οχι μονο αυτό: Σε ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Cesc Gay καταφέρνει να χωρέσει και αρκετό χιούμορ, και κάποιες αναπάντεχες τροπές, ώστε τελικά να ελαφρύνει το όλο πράγμα και να πετύχει μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στό ζοφερό και το γελοίο της ανθρώπινης ύπαρξης, ανάμεσα στα ψέματα (αθώα ή όχι) που λέμε ή ζούμε και τις αλήθειες, συχνά κρυμένες ή δύσκολο να εκφραστούν. Φυσικά τον πρώτο λόγο έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, φιλικές, κοινωνικές, ερωτικές, οικογενειακές: Η ποικιλία τους, οι διαβαθμίσεις από την απόλυτη αλήθεια και την ουσία ως την τυπικότητα και την απλή παραμονή την επιφάνεια, οι εκπλήξεις που κρύβουν... Ο ήρωάς μας, κάτω από την αμείλικτη σκιά του αναπόφευκτου γεγονότος που έρχεται, θα ανακαλύψει ότι μερικά από αυτά που πίστευε για γνωστούς και φίλους δεν είναι ακριβώς σωστά. Και να η ισορροπια που λέγαμε: Οι άλλοι άλλοτε αποδεικνύονται καλύτεροι κι άλλοτε χειρότεροι απ' ότι νομίζαμε. Όλα αυτά εμπεριέχουν ανατροπές και (σχετικά) αναπάντεχες εξελίξεις, που, εκτός φυσικά του ότι σκιαγραφούν την αλήθεια της ζωής, κρατούν αμείωτο και το ενδιαφέρον του θεατή.
Πολύ καλή ταινία, συγκινητική και συχνά αστεία συγχρόνως, αποκαλύπτει νομίζω το κωμικοτραγικό της ζωής (και του θανάτου) των ανθρώπων. Αν προσθέσει κανείς και τις εξαιρετικές ηθοποιίες, τις σεναριακές ανατροπές που λέγαμε και τη γενικότερα αισιόδοξη (μάλλον) ματιά πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα, νομίζω ότι όντως αξίζει. Άλλωστε το φιλμ έχει βραβευτεί με πέντε Γκόγια (τα βραβεία του ισπανόφωνου σινεμά).
Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2016
ΜΙΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ "ΕΛΙΑ"
Η Iciar Bollein είναι ισπανίδα σκηνοθέτης και ηθοποιός. Ο Paul Laverty είναι βρετανός σεναριογράφος, μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του Κεν Λόουτς. Bollein και Laverty είναι ζευγάρι. Λογικό λοιπόν να συνεργάζονται, όπως έκαναν το 2016 με την ταινία "Η Ελιά" (El Olivo), ένα ακόμα φιλμ που δείχνει την ακμή του ισπανικού σινεμά.
Μια παρορμητική και συναισθηματική νεαρή αποφασίζει να βοηθήσει με κάθε θυσία τον αγαπημένο της παππού. Ο τελευταίος έχει πάψει να επικοινωνεί με τους γύρω του και τον τελευταίο καιρό έχει πάψει και να τρώει. Η σταδιακή πτώση είχε αρχίσει προ 12ετίας, όταν οι γιοι του πούλησαν σε γερμανική εταιρία μια πελώρια ελιά ηλικίας πάνω 2000 ετών, που αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η ελιά θα διακοσμήσει τα κεντρικά γραφείς της μεγάλης εταιρίας στο Ντίσελντορφ και μάλιστα θα γίνει και λογότυπό της. Η εγγονή λοιπόν, με έναν φίλο και τον θείο της, θα ξεκινήσει χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για τη Γερμανία για να φέρει πίσω το δέντρο. Κανένα σχέδιο; Όχι μόνο αυτό: Δεν έχει καν πει στους φίλους της την αλήθεια...
Η ταινία είναι ένα γλυκύτατο road movie, διαθέτει αληθινή συγκίνηση, δίχως όμως να γίνεται μελό, και παρά το δραματικό της θέμα, έχει και πινελιές χιούμορ. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, το σασπένς υπάρχει και στο τέλος ένοιωσα απόλυτα ικανοποιημένος. Φυσικά η πολιτική αλληγορία που κρύβεται κάτω από την τρυφερή αυτή ιστορία είναι σαφέστατη: Ο πλούσιος βοράς "κλέβει" (για να είμαστε ακριβείς αγοράζει με λίγα ευρώ) τα αγαθά (αλλά και τα σύμβολα, και την "ψυχή") του φτωχού νότου, χρησιμοποιώντας τα μάλιστα, σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, σαν δικά του σύμβολα. Θα μπορέσει ποτέ ο νότος να βγει από την ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να πάρει πίσω όσα είναι δικά του; Από την άλλη, επειδή το φιλμ κάθε άλλο παρά μονόπλευρη προπαγανδιστική ταινία είναι, σκιαγραφεί ξεκάθαρα και τα λάθη του φτωχού νότου, αυτά για τα οποία είναι, εν μέρει τουλάχιστον, υπεύθυνος για την κατάστασή του. Και, δίχως φολκλόρ και απλοϊκά στερεότυπα, μας μιλά και για τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο "κόσμων".
Υποδειγματικό φιλμ με στέρεα πολιτική ματιά και ταυτόχρονα ευαίσθητο, συναισθηματικό και με αγωνία για την εξέλιξη (ναι, το πολιτικό μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με όλα τα παραπάνω), απ' αυτά που ζηλεύεις καθώς διαπιστώνεις πόσο καλά αποτελέσματα μπορεί κανείς να πετύχει με πολύ λίγα χρήματα, μακριά από εκκωφαντικές υπερπαραγωγές και εντυπωσιακές (και απόλυτα κενές) φανφάρες, φτάνει να υπάρχει έμπνευση και σωστές ισορροπίες. Νομίζω ότι οι ισπανοί τουλάχιστοπν πετυχαίνουν συχνά τέτοια αποτελέσματα.
ΥΓ: Είναι σχεδον ανατριαχιαστικό να βλέπεις πόσο η σημερινή κατάσταση της Ισπανίας, οικονομικά τουλάχιστον, μοιάζει μ' αυτήν της Ελλάδας της κρίσης. Βλέπετε, η τελευταία βρίσκεται παντού και έχει το ίδιο πρόσωπο, στο νότο τουλάχιστον. Όσα λέγονται για το "πλούσιο" (και σπάταλο) παρελθόν και τα όσο συμβαίνουν τώρα, ταιριάζουν τέλεια με την εικόνα της χώρας μας. Όλα θα μπορούσαν κάλλιστα, δίχως την παραμικρή αλλαγή, να είχαν συμβεί στην Ελλάδα. Για να μη νομίζετε ότι είμαστε μόνοι σε όσα αντιμετωπίζουμε...
Μια παρορμητική και συναισθηματική νεαρή αποφασίζει να βοηθήσει με κάθε θυσία τον αγαπημένο της παππού. Ο τελευταίος έχει πάψει να επικοινωνεί με τους γύρω του και τον τελευταίο καιρό έχει πάψει και να τρώει. Η σταδιακή πτώση είχε αρχίσει προ 12ετίας, όταν οι γιοι του πούλησαν σε γερμανική εταιρία μια πελώρια ελιά ηλικίας πάνω 2000 ετών, που αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η ελιά θα διακοσμήσει τα κεντρικά γραφείς της μεγάλης εταιρίας στο Ντίσελντορφ και μάλιστα θα γίνει και λογότυπό της. Η εγγονή λοιπόν, με έναν φίλο και τον θείο της, θα ξεκινήσει χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για τη Γερμανία για να φέρει πίσω το δέντρο. Κανένα σχέδιο; Όχι μόνο αυτό: Δεν έχει καν πει στους φίλους της την αλήθεια...
Η ταινία είναι ένα γλυκύτατο road movie, διαθέτει αληθινή συγκίνηση, δίχως όμως να γίνεται μελό, και παρά το δραματικό της θέμα, έχει και πινελιές χιούμορ. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, το σασπένς υπάρχει και στο τέλος ένοιωσα απόλυτα ικανοποιημένος. Φυσικά η πολιτική αλληγορία που κρύβεται κάτω από την τρυφερή αυτή ιστορία είναι σαφέστατη: Ο πλούσιος βοράς "κλέβει" (για να είμαστε ακριβείς αγοράζει με λίγα ευρώ) τα αγαθά (αλλά και τα σύμβολα, και την "ψυχή") του φτωχού νότου, χρησιμοποιώντας τα μάλιστα, σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, σαν δικά του σύμβολα. Θα μπορέσει ποτέ ο νότος να βγει από την ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να πάρει πίσω όσα είναι δικά του; Από την άλλη, επειδή το φιλμ κάθε άλλο παρά μονόπλευρη προπαγανδιστική ταινία είναι, σκιαγραφεί ξεκάθαρα και τα λάθη του φτωχού νότου, αυτά για τα οποία είναι, εν μέρει τουλάχιστον, υπεύθυνος για την κατάστασή του. Και, δίχως φολκλόρ και απλοϊκά στερεότυπα, μας μιλά και για τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο "κόσμων".
Υποδειγματικό φιλμ με στέρεα πολιτική ματιά και ταυτόχρονα ευαίσθητο, συναισθηματικό και με αγωνία για την εξέλιξη (ναι, το πολιτικό μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με όλα τα παραπάνω), απ' αυτά που ζηλεύεις καθώς διαπιστώνεις πόσο καλά αποτελέσματα μπορεί κανείς να πετύχει με πολύ λίγα χρήματα, μακριά από εκκωφαντικές υπερπαραγωγές και εντυπωσιακές (και απόλυτα κενές) φανφάρες, φτάνει να υπάρχει έμπνευση και σωστές ισορροπίες. Νομίζω ότι οι ισπανοί τουλάχιστοπν πετυχαίνουν συχνά τέτοια αποτελέσματα.
ΥΓ: Είναι σχεδον ανατριαχιαστικό να βλέπεις πόσο η σημερινή κατάσταση της Ισπανίας, οικονομικά τουλάχιστον, μοιάζει μ' αυτήν της Ελλάδας της κρίσης. Βλέπετε, η τελευταία βρίσκεται παντού και έχει το ίδιο πρόσωπο, στο νότο τουλάχιστον. Όσα λέγονται για το "πλούσιο" (και σπάταλο) παρελθόν και τα όσο συμβαίνουν τώρα, ταιριάζουν τέλεια με την εικόνα της χώρας μας. Όλα θα μπορούσαν κάλλιστα, δίχως την παραμικρή αλλαγή, να είχαν συμβεί στην Ελλάδα. Για να μη νομίζετε ότι είμαστε μόνοι σε όσα αντιμετωπίζουμε...
Τρίτη, Ιουνίου 21, 2016
ΕΝΑΣ ΒΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΧΙΛΙΟΕΙΔΩΜΕΝΟΣ 5ος "ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ"
Υπάρχουν φορές που κάθεται κανείς σπίτι και τυχαίνει να δει κυριολεκτικά ό,τι βρει μπροστά του απλώς επειδή βαριέται. Αυτή τη φορά μου έτυχε ο 5ος αισίως "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες" με υπότιτλο "Dream Child", μια ταινία που γύρισε ο ούτως ή άλλως μέτριος Stephen Hopkins (Predator 2, Lost in Space κλπ.) το 1989.
Φυσικά πολύ πριν το νο 5 το θέμα του εφιαλτικού Φρέντι Κρούγκερ είχε εξαντληθεί. Προσωπικά θεωρώ τον πρώτο "Εφιάλτη" του Κρέιβεν σαν μια από τις εμβληματικότερες και ευρηματικότερες ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 80. Από εκεί και πέρα τα συνεχή sequel έκαναν τα πράγματα απλώς βαρετά. Προφανώς αυτό εδώ το "Dream Child" κάθε άλλο παρά ξεφεύγει από τα παραπάνω. Η πολύπαθη Άλις, που έχει επιβιώσει από προηγούμενες συνέχειες, δέχεται φυσικά και πάλι την επίσκεψη του φριχτού Φρέντι, ο οποίος προφανώς δεν ψοφάει με τίποτα. Αυτή τη φορά το "φοβερό" εύρημα είναι ότι η Άλις είναι έγκυος από τον φίλο της, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται. Εννοείται ότι θα ακολουθήσει σφαγή εφήβων μέσα σε λίγες μέρες, εννοείται ότι θα θυμηθούμε κάμποσες φορές τον εφιαλτικό τρόπο σύλληψης και γέννησης του Φρέντι και κάμποσα στοιχεία από το παρελθόν του και, τελικά, θα καταφύγουμε σε βοήθεια πνευμάτων για να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα. Ουφ!
Το φιλμ ακολουθεί πέρα για πέρα την πεπατημένη οδό και το θέμα φαίνεται διαρκώς ότι έχει πλέον ξεθυμάνει. Προσωπικά, παρά τα σποραδικά "μπου", δεν τρόμαξα καθόλου και όλη αυτή η αίσθηση του "ξέρω τι θα γίνει στο τέλος" οδηγεί σε ακόμα περισσότερη βαρεμάρα. Ο Φρέντι είναι πάντα πολύ, μα πολύ κακός - αν και εδώ απόλυτα προβλέψιμος πλέον, η σχέση του με τη δύστυχη Άλις είναι σχέση ανάγκης (τη χρειάζεται, οπότε δεν πρέπει να τη σκοτώσει), όλοι οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι, οπότε έχουμε μία από τα ίδια. Α, να πω και ότι προς το τέλος υπάρχει μία σχετικά εντυπωσιακή σκηνή σε έναν χώρο στρεβλωμένων διαστάσεων και μη υπαρκτών προοπτικών, που παραπέμπει κατευθείαν σε πίνακες του Έσερ, κι αυτό όμως ακόμα το έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του φανταστικού (θυμηθείτε το "Labyrinth" τρία χρόνια πριν).
Τι άλλο να πω; Από τις χειρότερες συνέχειες της σειράς, δεν νομίζω ότι διαθέτει κανένα θετικά στοιχεία. Αποφύγετέ το καλύτερα...
Φυσικά πολύ πριν το νο 5 το θέμα του εφιαλτικού Φρέντι Κρούγκερ είχε εξαντληθεί. Προσωπικά θεωρώ τον πρώτο "Εφιάλτη" του Κρέιβεν σαν μια από τις εμβληματικότερες και ευρηματικότερες ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 80. Από εκεί και πέρα τα συνεχή sequel έκαναν τα πράγματα απλώς βαρετά. Προφανώς αυτό εδώ το "Dream Child" κάθε άλλο παρά ξεφεύγει από τα παραπάνω. Η πολύπαθη Άλις, που έχει επιβιώσει από προηγούμενες συνέχειες, δέχεται φυσικά και πάλι την επίσκεψη του φριχτού Φρέντι, ο οποίος προφανώς δεν ψοφάει με τίποτα. Αυτή τη φορά το "φοβερό" εύρημα είναι ότι η Άλις είναι έγκυος από τον φίλο της, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται. Εννοείται ότι θα ακολουθήσει σφαγή εφήβων μέσα σε λίγες μέρες, εννοείται ότι θα θυμηθούμε κάμποσες φορές τον εφιαλτικό τρόπο σύλληψης και γέννησης του Φρέντι και κάμποσα στοιχεία από το παρελθόν του και, τελικά, θα καταφύγουμε σε βοήθεια πνευμάτων για να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα. Ουφ!
Το φιλμ ακολουθεί πέρα για πέρα την πεπατημένη οδό και το θέμα φαίνεται διαρκώς ότι έχει πλέον ξεθυμάνει. Προσωπικά, παρά τα σποραδικά "μπου", δεν τρόμαξα καθόλου και όλη αυτή η αίσθηση του "ξέρω τι θα γίνει στο τέλος" οδηγεί σε ακόμα περισσότερη βαρεμάρα. Ο Φρέντι είναι πάντα πολύ, μα πολύ κακός - αν και εδώ απόλυτα προβλέψιμος πλέον, η σχέση του με τη δύστυχη Άλις είναι σχέση ανάγκης (τη χρειάζεται, οπότε δεν πρέπει να τη σκοτώσει), όλοι οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι, οπότε έχουμε μία από τα ίδια. Α, να πω και ότι προς το τέλος υπάρχει μία σχετικά εντυπωσιακή σκηνή σε έναν χώρο στρεβλωμένων διαστάσεων και μη υπαρκτών προοπτικών, που παραπέμπει κατευθείαν σε πίνακες του Έσερ, κι αυτό όμως ακόμα το έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του φανταστικού (θυμηθείτε το "Labyrinth" τρία χρόνια πριν).
Τι άλλο να πω; Από τις χειρότερες συνέχειες της σειράς, δεν νομίζω ότι διαθέτει κανένα θετικά στοιχεία. Αποφύγετέ το καλύτερα...
Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2016
ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ (ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΕΣ) ΤΟΥ "PAYCHECK"
Μπορεί ο John Woo να ήταν μάστορας της δράσης και μάλιστα στιλίστας του είδους, νομίζω όμως ότι το 2003 βρισκόταν ήδη στην παρακμή του. Γι' αυτό και δεν θεωρώ κάτι σπουδαίο το "Paycheck", το οποίο μάλιστα, όπως πολλές άλλες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, βασιζόταν σε διήγημα του πολύπαθου Φίλιπ Ντικ και, όπως πολλές άλλες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επίσης, "άλλαζε τα φώτα" στα κείμενα του συγγραφέα.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ιδιοφυής μηχανικός. Δουλεύει για μεγάλες εταιρίες σε μυστικά projects και στη συνέχεια ο χρόνος δουλειάς διαγράφεται από τη μνήμη του, ώστε οι απόρρητες πληροφορίες που κατέχει να είναι απόλυτα ασφαλείς. Μέχρι τώρα έχουν διαγραφεί μνήμες έως 2 μηνών, όταν δέχεται την πρόταση ενός πολυεκατομμυριούχου να δουλέψει για την εταιρία του για 3 ολόκληρα χρόνια, τα οποία φυσικά στη συνέχεια θα διαγραφούν. Η αμοιβή θα είναι μυθική, οπότε ο ήρωάς μας δέχεται,όταν όμως ξυπνά όχι μόνο δεν υπάρχει αμοιβή, αλλά και πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται για την ίδια του τη ζωή. Μόνη βοήθεια ένας φάκελος που ο ίδιος έχει ταχυδρομήσει στον εαυτό του πριν τα πάντα διαγραφούν...
Η ιδέα είναι καλή. Εμείς, παρέα με τον Μπεν Άφλεκ που πρωταγωνιστεί, προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί και γιατί ο φάκελος περιέχει όσα ευτελή αντικείμενα περιέχει - τα οποία σίγουρα δεν ανήκουν στον πριν 3 χρόνια εαυτό του. Οι προβληματικές του Ντικ για τη μνήμη, για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο και πλαστό στον κόσμο, για τις παντοδύναμες και αδίστακτες εταιρίες, βρίσκονται εδώ, αλλά ελάχιστα αποτελούν το θέμα του φιλμ. Αντίθετα ο Γου, βιρτουόζος όπως είπαμε της δράσης, χειρίζεται το όλο πράγμα ως τέτοια ταινία, παραβλέποντας μάλλον τις σεναριακές δυνατότητες. Έτσι τα διαρκή κυνηγητά, ο "απέθαντος" ήρωας (εντάξει, βοηθιέται με τρόπο που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω, αλλά και πάλι...), οι εκρήξεις, το ξύλο, περισσεύουν στο φιλμ, υποβαθμίζοντάς το κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο ισχύει και για το τραβηγμένο απ' τα μαλλιά σενάριο, όπου είναι απίθανο να συμβούν όλα όσα συμβαίνουν, όσο και αν είχε προβλέψει το μέλλον ο νυν αμνησιακός ήρωας. Όσο για την Ούμα Θέρμαν... αρκεί να σας πω ότι κι αυτή παίρνει μέρος στο ξύλο, βγάζοντας νοκ άουτ κάμποσους κακούς, αν και απλή επιστήμων η ίδια! Και, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, το πολύ καλύτερο "Memento" είναι πάντοτε πανταχού παρόν.
Τι μένει λοιπόν; Να απολαύσουμε μια ακόμα καλογυρισμένη αναμφισβήτητα κλωτσοπατινάδα, να την ευχαριστηθούμε αν είμαστε φίλοι του είδους, αλλά μέχρι εκεί. Ο Γου παραμένει Γου ακόμα κι αν έχει μπροστά του ένα δυνητικά πολύ καλό υλικό. Κρίμα.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ιδιοφυής μηχανικός. Δουλεύει για μεγάλες εταιρίες σε μυστικά projects και στη συνέχεια ο χρόνος δουλειάς διαγράφεται από τη μνήμη του, ώστε οι απόρρητες πληροφορίες που κατέχει να είναι απόλυτα ασφαλείς. Μέχρι τώρα έχουν διαγραφεί μνήμες έως 2 μηνών, όταν δέχεται την πρόταση ενός πολυεκατομμυριούχου να δουλέψει για την εταιρία του για 3 ολόκληρα χρόνια, τα οποία φυσικά στη συνέχεια θα διαγραφούν. Η αμοιβή θα είναι μυθική, οπότε ο ήρωάς μας δέχεται,όταν όμως ξυπνά όχι μόνο δεν υπάρχει αμοιβή, αλλά και πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται για την ίδια του τη ζωή. Μόνη βοήθεια ένας φάκελος που ο ίδιος έχει ταχυδρομήσει στον εαυτό του πριν τα πάντα διαγραφούν...
Η ιδέα είναι καλή. Εμείς, παρέα με τον Μπεν Άφλεκ που πρωταγωνιστεί, προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί και γιατί ο φάκελος περιέχει όσα ευτελή αντικείμενα περιέχει - τα οποία σίγουρα δεν ανήκουν στον πριν 3 χρόνια εαυτό του. Οι προβληματικές του Ντικ για τη μνήμη, για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο και πλαστό στον κόσμο, για τις παντοδύναμες και αδίστακτες εταιρίες, βρίσκονται εδώ, αλλά ελάχιστα αποτελούν το θέμα του φιλμ. Αντίθετα ο Γου, βιρτουόζος όπως είπαμε της δράσης, χειρίζεται το όλο πράγμα ως τέτοια ταινία, παραβλέποντας μάλλον τις σεναριακές δυνατότητες. Έτσι τα διαρκή κυνηγητά, ο "απέθαντος" ήρωας (εντάξει, βοηθιέται με τρόπο που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω, αλλά και πάλι...), οι εκρήξεις, το ξύλο, περισσεύουν στο φιλμ, υποβαθμίζοντάς το κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο ισχύει και για το τραβηγμένο απ' τα μαλλιά σενάριο, όπου είναι απίθανο να συμβούν όλα όσα συμβαίνουν, όσο και αν είχε προβλέψει το μέλλον ο νυν αμνησιακός ήρωας. Όσο για την Ούμα Θέρμαν... αρκεί να σας πω ότι κι αυτή παίρνει μέρος στο ξύλο, βγάζοντας νοκ άουτ κάμποσους κακούς, αν και απλή επιστήμων η ίδια! Και, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, το πολύ καλύτερο "Memento" είναι πάντοτε πανταχού παρόν.
Τι μένει λοιπόν; Να απολαύσουμε μια ακόμα καλογυρισμένη αναμφισβήτητα κλωτσοπατινάδα, να την ευχαριστηθούμε αν είμαστε φίλοι του είδους, αλλά μέχρι εκεί. Ο Γου παραμένει Γου ακόμα κι αν έχει μπροστά του ένα δυνητικά πολύ καλό υλικό. Κρίμα.
Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2016
ΤΡΟΜΟΣ, ΑΚΟΥΣΙΟ ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ "PHANTASM"
Βρισκόμαστε στα 1979, μια εποχή όπου το σινεμά τρόμου παρήγαγε διαρκώς κλασικά ή cult φιλμ για το είδος (το φαινόμενο συνεχίστηκε και στα 80ς). Τότε λοιπόν ο Don Coscarelli γυρίζει το "Phantasm", μια ταινία τρόμου που, ενώ σίγουρα δεν είναι καλή σαν ταινία, παραμένει εξ ίσου σίγουρα cult.
Πιτσιρικάς υποφέρει διπλά, τόσο από τον θάνατο των γονιών του όσο και από τη φυγή σε άλλη πόλη του μεγάλου του αδελφού, τον οποίο λατρεύει. Όταν ο μεγάλος επιστρέφει για ένα διάστημα για μια κηδεία, περίεργα, έως πολύ περίεργα, πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο νεκροταφείο της περιοχής και κυρίως στο δαιδαλώδες οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου. Τα περισσότερα από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με τον εφιαλτικό "Tall Man", που μοιάζει να κατοικοεδρεύει εκεί. Σύντομα ο τρόμος θα αρχίσει να απειλεί τα δύο αδέλφια και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ανεξέλεγκτα.
Η ταινία, πολύ απλά, έχει τόσες τρύπες και αναπάντητα ερωτήματα στο σενάριο, που σχεδόν στερείται ειρμού. Επί πλέον έχει ένα τέλος - το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως - που μόνο σαν ανέκδοτο μπορεί να σταθεί σήμερα (και η τελευταία τελευταία σκηνή το ανατρέπει ανεξήγητα ακόμα κι αυτό). Επί πλέον οι ηθοποιίες είναι κακές (στα χνάρια των φιλμ του Αρτζέντο) κι όσο για βάθος χαρακτήρων... ας μη μιλάμε καλύτερα. Το ακούσιο γέλιο βγαίνει από την παντελώς γελοία αντιμετώπιση των πραγμάτων από τους ήρωες (π.χ. ποτέ δεν θα ζητήσουν βοήθεια από την αστυνομία ή όποιον άλλον, αλλά θα τρέχει καθένας μόνος του μεσ' τ' άγρια μεσάνυχτα στο νεκροταφείο για να δει τι γίνεται, παρά το μπαράζ τρόμου και υπερφυσικών γεγονότων, για να αναφέρω μία μόνο από δεκάδες αφέλειες). Όσο για το τι απέγιναν κάποιοι χαρακτήρες ή, ακόμα περισσότερο, για ποιο λόγο εμφανίζονται οι χαρακτήρες αυτοί, αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ...
Παρ' όλα αυτά τα ευτράπελα η ταινία διαθέτει μια παράξενη, ονειρική ατμόσφαιρα, μερικές σκηνές πραγματικού τρόμου (και μία πολύ γνωστή και από τις πλέον σπλάτερ της εποχής, αυτή με την περίφημη ιπτάμενη σφαίρα) και γενικά ένα κλίμα μυστηρίου που μοιάζει να προκύπτει από διαρκείς σκηνοθετικούς αυτοσχεδιασμούς του στιλ "ας το βάλουμε κι αυτό μέσα" και όχι από κάποιο δομημένο σχέδιο. Μερικά εφέ είναι εντυπωσιακά (σημειώστε ότι βρισκόμαστε σε προψηφιακή εποχή κι ότι μιλάμε για μια απόλυτα low budget παραγωγή) και σκεφτείτε επίσης ότι ο Coscarelli ήταν τότε μόλις 25 χρονών!
Τυπικό δείγμα μάλλον κακής ταινίας, η οποία όμως είναι απόλυτα cult, το "Phantasm" συνίσταται αποκλειστικά για φανς ταινιών τρόμου, για τους οποίους είναι κάτι σχεδόν κλασικό. Οι υπόλοιποι θα δουν απλώς την προφανώς κακή πλευρά της.
Πιτσιρικάς υποφέρει διπλά, τόσο από τον θάνατο των γονιών του όσο και από τη φυγή σε άλλη πόλη του μεγάλου του αδελφού, τον οποίο λατρεύει. Όταν ο μεγάλος επιστρέφει για ένα διάστημα για μια κηδεία, περίεργα, έως πολύ περίεργα, πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο νεκροταφείο της περιοχής και κυρίως στο δαιδαλώδες οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου. Τα περισσότερα από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με τον εφιαλτικό "Tall Man", που μοιάζει να κατοικοεδρεύει εκεί. Σύντομα ο τρόμος θα αρχίσει να απειλεί τα δύο αδέλφια και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ανεξέλεγκτα.
Η ταινία, πολύ απλά, έχει τόσες τρύπες και αναπάντητα ερωτήματα στο σενάριο, που σχεδόν στερείται ειρμού. Επί πλέον έχει ένα τέλος - το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως - που μόνο σαν ανέκδοτο μπορεί να σταθεί σήμερα (και η τελευταία τελευταία σκηνή το ανατρέπει ανεξήγητα ακόμα κι αυτό). Επί πλέον οι ηθοποιίες είναι κακές (στα χνάρια των φιλμ του Αρτζέντο) κι όσο για βάθος χαρακτήρων... ας μη μιλάμε καλύτερα. Το ακούσιο γέλιο βγαίνει από την παντελώς γελοία αντιμετώπιση των πραγμάτων από τους ήρωες (π.χ. ποτέ δεν θα ζητήσουν βοήθεια από την αστυνομία ή όποιον άλλον, αλλά θα τρέχει καθένας μόνος του μεσ' τ' άγρια μεσάνυχτα στο νεκροταφείο για να δει τι γίνεται, παρά το μπαράζ τρόμου και υπερφυσικών γεγονότων, για να αναφέρω μία μόνο από δεκάδες αφέλειες). Όσο για το τι απέγιναν κάποιοι χαρακτήρες ή, ακόμα περισσότερο, για ποιο λόγο εμφανίζονται οι χαρακτήρες αυτοί, αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ...
Παρ' όλα αυτά τα ευτράπελα η ταινία διαθέτει μια παράξενη, ονειρική ατμόσφαιρα, μερικές σκηνές πραγματικού τρόμου (και μία πολύ γνωστή και από τις πλέον σπλάτερ της εποχής, αυτή με την περίφημη ιπτάμενη σφαίρα) και γενικά ένα κλίμα μυστηρίου που μοιάζει να προκύπτει από διαρκείς σκηνοθετικούς αυτοσχεδιασμούς του στιλ "ας το βάλουμε κι αυτό μέσα" και όχι από κάποιο δομημένο σχέδιο. Μερικά εφέ είναι εντυπωσιακά (σημειώστε ότι βρισκόμαστε σε προψηφιακή εποχή κι ότι μιλάμε για μια απόλυτα low budget παραγωγή) και σκεφτείτε επίσης ότι ο Coscarelli ήταν τότε μόλις 25 χρονών!
Τυπικό δείγμα μάλλον κακής ταινίας, η οποία όμως είναι απόλυτα cult, το "Phantasm" συνίσταται αποκλειστικά για φανς ταινιών τρόμου, για τους οποίους είναι κάτι σχεδόν κλασικό. Οι υπόλοιποι θα δουν απλώς την προφανώς κακή πλευρά της.
Τρίτη, Ιουνίου 14, 2016
ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟ "AVIATOR"
Το 2004 ο Martin Scorsese γυρίζει το "Aviator", μια βιογραφία του αμερικανού μεγιστάνα και φανατικού αεροπόρου Χάουαρντ Χιουζ μεταξύ των δεκαετιών 20 και 40. Η ζωή του ήταν όντως μυθιστορηματική, τα οικονομικά ρίσκα που έπαιρνε τεράστια, οι εμμονές του επίσης, αλλά και η διαρκής πάλη του με την τρέλα.
Ο Χιουζ γεννιέται πλούσιος. Από μικρός έχει πάθος με τα αεροπλάνα και ο ίδιος είναι σχεδιαστής, λίγο μηχανικός και πρώτος δοκιμαστής νέων, βελτιωμένων μοντέλων. Ταυτόχρονα επενδύει στην κινηματογραφική βιομηχανία γυρίζοντας ένα πανάκριβο πολεμικό έπος με - τι άλλο; - πιλότους, ιδρύει την αεροπορική εταιρία TWΑ, αντίπαλη της κυρίαρχης τότε Pan Am, έχει σχέσεις με χολιγουντιανές σούπερ διασημότητες (μεταξύ άλλων με την Άβα Γκάρντνερ και έναν μακροχρόνιο δεσμό με την Κάθριν Χέπμπορν). Συγχρόνως όμως με όλα αυτά, παλεύει με την ψυχοπάθεια, καθώς από μικρός είναι έντονα μικροβιοφοβικός, πράγμα που σε κάποια στιγμή της ζωής του θα μετατραπεί σε ψύχωση με εφιαλτικές συνέπειες.
Σίγουρα η ταινία είναι εντυπωσιακή, και μάλιστα με πολύ καλούς Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο της Χέπμπορν. Από εκεί και πέρα δεν παύει να είναι απλώς μια βιογραφία ενός σίγουρα ιδιαίτερου ανθρώπου - η ιδιοφυία και η τρέλα είναι γνωστό ότι συχνά πλησιάζουν επικίνδυνα - αλλά, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι ίσως να μη μπορεί να βρει κανείς προεκτάσεις σε μια τόσο μοναδική περίπτωση. Εκτός βέβαια αν το νόημα είναι αυτό ακριβώς: Η εγγύτητα ιδιοφυίας και τρέλας. Ή πάλι, αν θέλετε, το κλασικό ότι "τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία", τουτέστιν ότι στη ζωή μπορεί κανείς να έχει κυριολεκτικά ό,τι θελήσει (ο Χιουζ ήταν εκατομμυριούχος), αλλά όταν το πρόβλημα είναι εσωτερικό, ούτε καν το αυτό το "ό,τι θελήσει" είναι αρκετό. Υπάρχει επίσης και το στοιχείο της επίθεσης στο σύστημα (δικαστικό στην προκειμένη περίπτωση), καθώς ο Χιουζ - πάντα μιλάμε στα σκληρά καπιταλιστικά πλαίσια της ελεύθερης, ανταγωνιστικής οικονομίας - διώχτηκε ως κερδοσκόπος εις βάρος της πολιτείας και μάλιστα εν καιρώ πολέμου όχι πραγματικά για λόγους δικαιοσύνης, αλλά για να προστατευτούν τα συμφέροντα άλλων εταιριών - κολοσών, που απλώς είχαν καλύτερες πολιτικές διασυνδέσεις.
Πέραν αυτών μπορεί κανείς να θαυμάσει το φιλμ, με την εξαιρετική φωτογραφία, την εντυπωσιακή αναπαράσταση της εποχής, τον αγώνα, τις εμμονές, την τόλμη (επιχειρηματική εννοώ, πράγμα που προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα), αλλά και τα εσωτερικά βάσανα ενός πολύ, μα πολύ ιδιαίτερου ανθρώπου. Προσέξτε πάντως, όταν λέμε ιδιαίτερου δεν εννοούμε υποχρεωτικά και συμπαθούς. Αλλά, όλες αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι που δημιουργούν το ενδιαφέρον σε έναν χαρακτήρα; Τέλος, δεν παύει να πρόκειται για φιλμ του Σκορσέζε και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για σινεφίλ.
Ο Χιουζ γεννιέται πλούσιος. Από μικρός έχει πάθος με τα αεροπλάνα και ο ίδιος είναι σχεδιαστής, λίγο μηχανικός και πρώτος δοκιμαστής νέων, βελτιωμένων μοντέλων. Ταυτόχρονα επενδύει στην κινηματογραφική βιομηχανία γυρίζοντας ένα πανάκριβο πολεμικό έπος με - τι άλλο; - πιλότους, ιδρύει την αεροπορική εταιρία TWΑ, αντίπαλη της κυρίαρχης τότε Pan Am, έχει σχέσεις με χολιγουντιανές σούπερ διασημότητες (μεταξύ άλλων με την Άβα Γκάρντνερ και έναν μακροχρόνιο δεσμό με την Κάθριν Χέπμπορν). Συγχρόνως όμως με όλα αυτά, παλεύει με την ψυχοπάθεια, καθώς από μικρός είναι έντονα μικροβιοφοβικός, πράγμα που σε κάποια στιγμή της ζωής του θα μετατραπεί σε ψύχωση με εφιαλτικές συνέπειες.
Σίγουρα η ταινία είναι εντυπωσιακή, και μάλιστα με πολύ καλούς Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο της Χέπμπορν. Από εκεί και πέρα δεν παύει να είναι απλώς μια βιογραφία ενός σίγουρα ιδιαίτερου ανθρώπου - η ιδιοφυία και η τρέλα είναι γνωστό ότι συχνά πλησιάζουν επικίνδυνα - αλλά, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι ίσως να μη μπορεί να βρει κανείς προεκτάσεις σε μια τόσο μοναδική περίπτωση. Εκτός βέβαια αν το νόημα είναι αυτό ακριβώς: Η εγγύτητα ιδιοφυίας και τρέλας. Ή πάλι, αν θέλετε, το κλασικό ότι "τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία", τουτέστιν ότι στη ζωή μπορεί κανείς να έχει κυριολεκτικά ό,τι θελήσει (ο Χιουζ ήταν εκατομμυριούχος), αλλά όταν το πρόβλημα είναι εσωτερικό, ούτε καν το αυτό το "ό,τι θελήσει" είναι αρκετό. Υπάρχει επίσης και το στοιχείο της επίθεσης στο σύστημα (δικαστικό στην προκειμένη περίπτωση), καθώς ο Χιουζ - πάντα μιλάμε στα σκληρά καπιταλιστικά πλαίσια της ελεύθερης, ανταγωνιστικής οικονομίας - διώχτηκε ως κερδοσκόπος εις βάρος της πολιτείας και μάλιστα εν καιρώ πολέμου όχι πραγματικά για λόγους δικαιοσύνης, αλλά για να προστατευτούν τα συμφέροντα άλλων εταιριών - κολοσών, που απλώς είχαν καλύτερες πολιτικές διασυνδέσεις.
Πέραν αυτών μπορεί κανείς να θαυμάσει το φιλμ, με την εξαιρετική φωτογραφία, την εντυπωσιακή αναπαράσταση της εποχής, τον αγώνα, τις εμμονές, την τόλμη (επιχειρηματική εννοώ, πράγμα που προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα), αλλά και τα εσωτερικά βάσανα ενός πολύ, μα πολύ ιδιαίτερου ανθρώπου. Προσέξτε πάντως, όταν λέμε ιδιαίτερου δεν εννοούμε υποχρεωτικά και συμπαθούς. Αλλά, όλες αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι που δημιουργούν το ενδιαφέρον σε έναν χαρακτήρα; Τέλος, δεν παύει να πρόκειται για φιλμ του Σκορσέζε και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για σινεφίλ.
Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2016
"I.Q."... ΜΕ ΧΑΜΗΛΟ I.Q.
Η Μεγκ Ράιαν υπήρξε η αγαπημένη σταρ των αμερικανών στο είδος της κομεντί για τα 80ς και τα 90ς. Και όντως πρωταγωνίστησε σε κάποιες χαριτωμένες τέτοιες. Ωστόσο το 1994 τη βρίσκει στο "I.Q." ("Ερωτικές Εξισώσεις" στα ελληνικά) του Fred Schepisi, αυστραλού, πολιτογραφημένου όμως στο Χόλιγουντ. Και, κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για μια από τις καλύτερές της ταινίες.
Κάπου στα 50ς η ηρωίδα είναι ανιψιά του... Άλμπερτ Αίνστάιν, που ζει πλέον στις ΗΠΑ. Ταλαντούχα μαθηματικός η ίδια, είναι αρραβωνιασμένη με ξενέρωτο και καθώς πρέπει ψυχολόγο, αλλά την ερωτεύεται κεραυνοβόλα κάποιος που δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων (ο Τιμ Ρόμπινς). Προσπαθεί να την προσεγγίσει παριστάνοντας τάχα τον λαμπρό επιστήμονα σε ένα project που ανακατεύει τον ίδιο τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Αϊζενχαουερ, κι όλα αυτά με την αμέριστη συμπαράσταση του Αϊνστάιν και των ηλικιωμένων φίλων του επιστημόνων, που επιθυμούν διακαώς να τη χωρίσουν από τον επιστήμονα και να την παντρέψουν ντε και καλά με το "καλό παιδί από το συνεργείο". Τι να πει κανείς...
Προσωπικά ελάχιστα χαμογέλασα. Η Ράιαν είναι συμπαθητική, αλλά η ιστορία τόσο εξωπραγματική και απίθανη, που δεν κατάφερε να με αγγίξει καθόλου. Δεν είχε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, και το σπιντάτο ή/και παλαβό χιούμορ που πιθανόν θα την απογείωνε, οπότε... αφήστε καλύτερα. Κυρίως το σενάριο παραμένει και επιμένει στο θέμα του απόλυτου ρομαντισμού. Ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος (εκατέρωθεν, αλλά η ηρωίδα δεν το καταλαβαίνει αμέσως), ο έρωτας επίσης είναι πάνω απ' όλα και δεν κοιτά διαφορές στο I.Q. ή οπουδήποτε αλλού, ενώ οι επιστημονικορομαντικές αμπελοφιλοσοφίες δίνουν και παίρνουν. Σεναριακά; Βρήκα ηλίθια την ιδέα του καλόκαρδου Αϊνστάιν να σκαρφίζεται χίλιες δυο πονηριές, να παριστάνει τον άρρωστο ή να κανονίζει τα πάντα σαν από μηχανής θεός για να... χωρίσει την ανιψιά του και να την κάνει να τα φτιάξει με άλλον. Μόνο προξενήτρα που δεν ντύθηκε ο καημένος ο Άλμπερτ... Όσο για τον Αϊζενχάουερ, κοντεύει να αγωνιστεί κι αυτός για την ευτυχία του ζεύγους...
Το βρήκα να τείνει προς το ηλίθιο. Αν τώρα κάποιοι το βρουν χαριτωμένο ή αστείο, απλώς διαφέρουν τα γούστα μας στην έννοια της κωμωδίας (ή του ρομαντισμού).
ΥΓ: Πετυχημένος πάντως ο Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Αϊνστάιν.
Κάπου στα 50ς η ηρωίδα είναι ανιψιά του... Άλμπερτ Αίνστάιν, που ζει πλέον στις ΗΠΑ. Ταλαντούχα μαθηματικός η ίδια, είναι αρραβωνιασμένη με ξενέρωτο και καθώς πρέπει ψυχολόγο, αλλά την ερωτεύεται κεραυνοβόλα κάποιος που δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων (ο Τιμ Ρόμπινς). Προσπαθεί να την προσεγγίσει παριστάνοντας τάχα τον λαμπρό επιστήμονα σε ένα project που ανακατεύει τον ίδιο τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Αϊζενχαουερ, κι όλα αυτά με την αμέριστη συμπαράσταση του Αϊνστάιν και των ηλικιωμένων φίλων του επιστημόνων, που επιθυμούν διακαώς να τη χωρίσουν από τον επιστήμονα και να την παντρέψουν ντε και καλά με το "καλό παιδί από το συνεργείο". Τι να πει κανείς...
Προσωπικά ελάχιστα χαμογέλασα. Η Ράιαν είναι συμπαθητική, αλλά η ιστορία τόσο εξωπραγματική και απίθανη, που δεν κατάφερε να με αγγίξει καθόλου. Δεν είχε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, και το σπιντάτο ή/και παλαβό χιούμορ που πιθανόν θα την απογείωνε, οπότε... αφήστε καλύτερα. Κυρίως το σενάριο παραμένει και επιμένει στο θέμα του απόλυτου ρομαντισμού. Ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος (εκατέρωθεν, αλλά η ηρωίδα δεν το καταλαβαίνει αμέσως), ο έρωτας επίσης είναι πάνω απ' όλα και δεν κοιτά διαφορές στο I.Q. ή οπουδήποτε αλλού, ενώ οι επιστημονικορομαντικές αμπελοφιλοσοφίες δίνουν και παίρνουν. Σεναριακά; Βρήκα ηλίθια την ιδέα του καλόκαρδου Αϊνστάιν να σκαρφίζεται χίλιες δυο πονηριές, να παριστάνει τον άρρωστο ή να κανονίζει τα πάντα σαν από μηχανής θεός για να... χωρίσει την ανιψιά του και να την κάνει να τα φτιάξει με άλλον. Μόνο προξενήτρα που δεν ντύθηκε ο καημένος ο Άλμπερτ... Όσο για τον Αϊζενχάουερ, κοντεύει να αγωνιστεί κι αυτός για την ευτυχία του ζεύγους...
Το βρήκα να τείνει προς το ηλίθιο. Αν τώρα κάποιοι το βρουν χαριτωμένο ή αστείο, απλώς διαφέρουν τα γούστα μας στην έννοια της κωμωδίας (ή του ρομαντισμού).
ΥΓ: Πετυχημένος πάντως ο Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Αϊνστάιν.
Σάββατο, Ιουνίου 11, 2016
"LA CULPA DEL CORDERO" Ή ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ
Η πρώτη ταινία άπό την Ουρουγουάη που έχω δει είναι και η μοναδική του Gabriel Drak. Γυρίστηκε το 2012 και λέγεται "La Culpa del Cordero" (κάπως σαν "Το Λάθος του Αμνού"). Πρόκειται για μια "οικογενειακή" ταινία, όχι όμως ακριβώς όπως την φαντάζεστε.
Ένα ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο ζευγάρι που ζει στο κτήμα του στην εξοχή, καλεί τα τέσσερα παιδια του (δύο αγόρια, δύο κορίτσια) για κυριακάτικο μπάρμπεκιου. Εκείνα καταφτάνουν μάλλον βαριεστημένα ("τι θέλουν πάλι να γιορτάσουν οι γονείς μας;"), η μεγάλη κόρη μάλιστα με την οικογένειά της, και η Κυριακή ξεκινά... Όσο όμως προχωρά η ώρα ο πατέρας, από την αρχή πικρόχολος και πίνοντας διαρκώς, γίνεται ο καταλύτης για την αποκάλυψη μιας σειράς απίστευτων μυστικών, που αφορούν όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της εύπορης οικογένειας.
Φυσικά η ταινία φέρνει στο νου φιλμ όπως η σκανδιναβική "Οικογενειακή Γιορτή", μόνο που εδώ η ατμόσφαιρα είναι κάπως πιο ελαφριά και υπάρχουν και αρκετά στοιχεία χιούμορ. Βοηθά άλλωστε και το ηλιόλουστο και ειδυλλιακό περιβάλλον της υπαίθρου, η όλη καλοκαιρινή διάθεση. Ωστόσο τα σκοτεινά μυστικά παραμένουν και μπορούν να σκιάσουν κάθε φωτεινή εικόνα. Μετά την Κυριακή αυτή, βλέπετε, τίποτα δεν θα είναι ίδιο για τη ζωή όλων ανεξαιρέτως των μελών της οικογένειας.
Η αστραφτερή, μεσοαστική επιφάνεια δεν είναι παρά ακριβώς αυτό: Μια επιφάνεια και μόνο. Αν ανασηκωθεί, η εικόνα είναι πολύ άσχημη και βρώμικη και κάθε καθωσπρεπισμός και ηθική καταρρέουν. Αυτή ακριβώς η αποκάλυψη είναι άλλωστε ο στόχος της ταινίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, όλο αυτό φαίνεται κάπως φτιαχτό, κάπως "επί τούτου". Όλοι, μα όλοι, κάτι κρύβουν από το παρόν ή από το (μακρινό μερικές φορές) παρελθόν τους ή έστω κάτι δεν πάει καλά με τον χαρακτήρα τους. Οι αποκαλύψεις πέφτουν βροχή, η μία μετά την άλλη. Σα να σκέφτεται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος "τι άλλο να βάλω για να γίνει όλο και πιο τραβηγμένη η κατάσταση;". Εντάξει, αυτό έχει κάτι και διατηρεί το σασπένς για το τι θα βγει στη φόρα μετά, αλλά νομίζω ότι απομακρύνει το φιλμ από κάθε ρεαλισμό (ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για ρεαλιστική ταινία) και το μετατρέπει σε ένα μάλλον μηχανικό παιχνίδι αποκαλύψεων.
Πάντως η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και παρά την εντελώς κοινή, καθημερινή ατμόσφαιρα που διαθέτει (και η φωτογραφία είναι κάπως ξεπλυμένη, συνηθισμένη) καταφέρνει να κρατά τον θεατή. Δίχως ωστόσο να έχει κάτι το ιδιαίτερο, τουλάχιστον για μένα.
Ένα ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο ζευγάρι που ζει στο κτήμα του στην εξοχή, καλεί τα τέσσερα παιδια του (δύο αγόρια, δύο κορίτσια) για κυριακάτικο μπάρμπεκιου. Εκείνα καταφτάνουν μάλλον βαριεστημένα ("τι θέλουν πάλι να γιορτάσουν οι γονείς μας;"), η μεγάλη κόρη μάλιστα με την οικογένειά της, και η Κυριακή ξεκινά... Όσο όμως προχωρά η ώρα ο πατέρας, από την αρχή πικρόχολος και πίνοντας διαρκώς, γίνεται ο καταλύτης για την αποκάλυψη μιας σειράς απίστευτων μυστικών, που αφορούν όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της εύπορης οικογένειας.
Φυσικά η ταινία φέρνει στο νου φιλμ όπως η σκανδιναβική "Οικογενειακή Γιορτή", μόνο που εδώ η ατμόσφαιρα είναι κάπως πιο ελαφριά και υπάρχουν και αρκετά στοιχεία χιούμορ. Βοηθά άλλωστε και το ηλιόλουστο και ειδυλλιακό περιβάλλον της υπαίθρου, η όλη καλοκαιρινή διάθεση. Ωστόσο τα σκοτεινά μυστικά παραμένουν και μπορούν να σκιάσουν κάθε φωτεινή εικόνα. Μετά την Κυριακή αυτή, βλέπετε, τίποτα δεν θα είναι ίδιο για τη ζωή όλων ανεξαιρέτως των μελών της οικογένειας.
Η αστραφτερή, μεσοαστική επιφάνεια δεν είναι παρά ακριβώς αυτό: Μια επιφάνεια και μόνο. Αν ανασηκωθεί, η εικόνα είναι πολύ άσχημη και βρώμικη και κάθε καθωσπρεπισμός και ηθική καταρρέουν. Αυτή ακριβώς η αποκάλυψη είναι άλλωστε ο στόχος της ταινίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, όλο αυτό φαίνεται κάπως φτιαχτό, κάπως "επί τούτου". Όλοι, μα όλοι, κάτι κρύβουν από το παρόν ή από το (μακρινό μερικές φορές) παρελθόν τους ή έστω κάτι δεν πάει καλά με τον χαρακτήρα τους. Οι αποκαλύψεις πέφτουν βροχή, η μία μετά την άλλη. Σα να σκέφτεται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος "τι άλλο να βάλω για να γίνει όλο και πιο τραβηγμένη η κατάσταση;". Εντάξει, αυτό έχει κάτι και διατηρεί το σασπένς για το τι θα βγει στη φόρα μετά, αλλά νομίζω ότι απομακρύνει το φιλμ από κάθε ρεαλισμό (ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για ρεαλιστική ταινία) και το μετατρέπει σε ένα μάλλον μηχανικό παιχνίδι αποκαλύψεων.
Πάντως η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και παρά την εντελώς κοινή, καθημερινή ατμόσφαιρα που διαθέτει (και η φωτογραφία είναι κάπως ξεπλυμένη, συνηθισμένη) καταφέρνει να κρατά τον θεατή. Δίχως ωστόσο να έχει κάτι το ιδιαίτερο, τουλάχιστον για μένα.
Πέμπτη, Ιουνίου 09, 2016
Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ" ΤΟΥ "BULLIT"
Βρισκόμαστε στο 1968. Τότε ο Peter Yates (1929-2011) γυρίζει ένα από τα γνωστότερα αστυνομικά φιλμ μέχρι σήμερα, το "Bullit" με τον Στιβ Μακ Κουίν να κυριαρχεί στην οθόνη με το χαρακτηριστικά cool στιλ του.
Ο Μπούλιτ είναι αστυνομικός. Ένας φιλόδοξος γερουσιαστής του αναθέτει να προφυλάξει για 48 ώρες έναν μάρτυρα, με την κατάθεση του οποίου θα ξεσκεπαστεί μια μεγάλη εγκληματική οργάνωση. Ωστόσο, και παρά τις προφυλάξεις, ο μάρτυς πυροβολείται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κρατείται. Ο Μπούλιτ, κόντρα στον γερουσιαστή πλέον, αλλά και σε ορισμένα υψηλά στελέχη της αστυνομίας, ξεκινά έναν προσωπικό αγώνα να βρει τους δολοφόνους.
Βλέποντας το φιλμ παρατηρεί κανείς πώς "χτίζονταν" παλιότερα οι αστυνομικές περιπέτειες. Η πλοκή δεν στηρίζεται στη διαρκή δράση και τα κυνηγητά, αλλά στο πυκνό, πολύπλοκο σενάριο. Όχι ότι δεν υπάρχουν σκηνές δράσης. Ίσα - ίσα που υπάρχει μια κλασική μέχρι σήμερα (και μεγάλη σε διάρκεια) σκηνή αυτοκινητοκυνηγητού, στην οποία στηρίχτηκαν πολλές μεταγενέστερες. Και αυτή όμως είναι πολύ πιο ρεαλιστική από αντίστοιχες σύγχρονες. Τα αυτοκίνητα ούτε πετάνε πάνω από άλλα αυτοκίνητα ή γέφυρες ή δεν ξέρω τι άλλο ούτε περνάνε μέσα από σπίτια ή ό ,τι άλλο απίθανο. Απλώς κυνηγά το ένα το άλλο, όπως θα γινόταν στην πραγματικότητα. Γενικότερα η αίσθηση "βρώμικου" ρεαλισμού κυριαρχεί στο φιλμ. Η καθόλου "όμορφη" φωτογραφία, το "αφημένο" αστικό σκηνικό, οι εσωτερικοί χώροι, όλα παραπέμπουν σε μια τετριμμένη καθημερινότητα (προσέξτε πόσο "άσχημο" και κοινότοπο φαίνεται το Σαν Φρανσίσκο, αντικειμενικά μια από τις πιο όμορφες πόλεις των ΗΠΑ. Κανείς εδώ δεν επιχειρεί κάθε λογής ωραιοποίηση ή "τουριστική" ματιά). Όλα αυτά αποπνέουν μια σαφώς παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, γοητευτική όμως ταυτόχρονα στην απλότητά και τον ρεαλισμό της.
Το σενάριο, θα ομολογήσω, είναι αρκετά πολύπλοκο και, μετά το τέλος, μου έμειναν κάποια κενά, τα οποία έλυσα με ιντερνετική βοήθεια. Από την άλλη, έστω και πλαγίως, το φιλμ θίγει τόσο το πολιτικό κατεστημένο, με τον γερουσιαστή που ενδιαφέρεται μόνο για τη φήμη του και τις ψήφους και όχι για την αλήθεια, αλλά και για την προσωπική ζωή του ήρωα και τα προβλήματα που δημιουργεί η βίαιη δουλειά του στη σχέση του (με μια πανέμορφη Ζακλίν Μπισέ). Παρά το λιγομίλητο του ίδιου και της ταινίας γενικότερα, το στοιχείο αυτό περνά άνετα. Και υπάρχει και η χαρακτηριστική μουσική του Lalo Schifrin...
Ίσως σύγχρονοι θεατές να βαρεθούν. Ωστόσο το Bullit παραμένει τυπικό "παλαιάς κοπής" αστυνομικό φιλμ και θα σας το συνιστούσα.
Ο Μπούλιτ είναι αστυνομικός. Ένας φιλόδοξος γερουσιαστής του αναθέτει να προφυλάξει για 48 ώρες έναν μάρτυρα, με την κατάθεση του οποίου θα ξεσκεπαστεί μια μεγάλη εγκληματική οργάνωση. Ωστόσο, και παρά τις προφυλάξεις, ο μάρτυς πυροβολείται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κρατείται. Ο Μπούλιτ, κόντρα στον γερουσιαστή πλέον, αλλά και σε ορισμένα υψηλά στελέχη της αστυνομίας, ξεκινά έναν προσωπικό αγώνα να βρει τους δολοφόνους.
Βλέποντας το φιλμ παρατηρεί κανείς πώς "χτίζονταν" παλιότερα οι αστυνομικές περιπέτειες. Η πλοκή δεν στηρίζεται στη διαρκή δράση και τα κυνηγητά, αλλά στο πυκνό, πολύπλοκο σενάριο. Όχι ότι δεν υπάρχουν σκηνές δράσης. Ίσα - ίσα που υπάρχει μια κλασική μέχρι σήμερα (και μεγάλη σε διάρκεια) σκηνή αυτοκινητοκυνηγητού, στην οποία στηρίχτηκαν πολλές μεταγενέστερες. Και αυτή όμως είναι πολύ πιο ρεαλιστική από αντίστοιχες σύγχρονες. Τα αυτοκίνητα ούτε πετάνε πάνω από άλλα αυτοκίνητα ή γέφυρες ή δεν ξέρω τι άλλο ούτε περνάνε μέσα από σπίτια ή ό ,τι άλλο απίθανο. Απλώς κυνηγά το ένα το άλλο, όπως θα γινόταν στην πραγματικότητα. Γενικότερα η αίσθηση "βρώμικου" ρεαλισμού κυριαρχεί στο φιλμ. Η καθόλου "όμορφη" φωτογραφία, το "αφημένο" αστικό σκηνικό, οι εσωτερικοί χώροι, όλα παραπέμπουν σε μια τετριμμένη καθημερινότητα (προσέξτε πόσο "άσχημο" και κοινότοπο φαίνεται το Σαν Φρανσίσκο, αντικειμενικά μια από τις πιο όμορφες πόλεις των ΗΠΑ. Κανείς εδώ δεν επιχειρεί κάθε λογής ωραιοποίηση ή "τουριστική" ματιά). Όλα αυτά αποπνέουν μια σαφώς παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, γοητευτική όμως ταυτόχρονα στην απλότητά και τον ρεαλισμό της.
Το σενάριο, θα ομολογήσω, είναι αρκετά πολύπλοκο και, μετά το τέλος, μου έμειναν κάποια κενά, τα οποία έλυσα με ιντερνετική βοήθεια. Από την άλλη, έστω και πλαγίως, το φιλμ θίγει τόσο το πολιτικό κατεστημένο, με τον γερουσιαστή που ενδιαφέρεται μόνο για τη φήμη του και τις ψήφους και όχι για την αλήθεια, αλλά και για την προσωπική ζωή του ήρωα και τα προβλήματα που δημιουργεί η βίαιη δουλειά του στη σχέση του (με μια πανέμορφη Ζακλίν Μπισέ). Παρά το λιγομίλητο του ίδιου και της ταινίας γενικότερα, το στοιχείο αυτό περνά άνετα. Και υπάρχει και η χαρακτηριστική μουσική του Lalo Schifrin...
Ίσως σύγχρονοι θεατές να βαρεθούν. Ωστόσο το Bullit παραμένει τυπικό "παλαιάς κοπής" αστυνομικό φιλμ και θα σας το συνιστούσα.
Τρίτη, Ιουνίου 07, 2016
ΣΤΟ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ "ΜΟΔΙΣΤΡΑΣ"
"Η Μοδίστρα" (The Dressmaker) είναι μια αυστραλέζικη ταινία του 2015 που γυρίστηκε από την Jocelyn Moorhouse, βασίζεται σε αυστραλέζικο μπεστ σέλλερ και έχει σαν απόλυτη πρωταγωνίστρια την Κέιτ Γουίνσλετ.
Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μια προικισμένη μοδίστρα, που ήδη έχει κάνει καριέρα στο Παρίσι, επιστρέφει στο άθλιο, χαμένο στο πουθενά χωριό της στην Αυστραλία, απ' όπου είχε εκδιωχτεί όταν ήταν περίπου 10 χρονών, κατηγορούμενη για τον φόνο ενός αγοριού. Η ίδια δεν θυμάται τίποτα και προσπαθεί σιγά - σιγά να ενώσει τα κομάτια του παζλ του παρελθόντος της για να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί. Στο παλιό της σπίτι θα συναντήσει ξανά τη μισότρελη μητέρα της και η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Στο μεταξύ, με την υψηλή της τέχνη, θα μεταμορφώσει κυριολεκτικά όλες τις γυναίκες του χωριού, πλην όμως το κοινωνικό περιβάλλον θα παραμείνει υποκριτικό, μνησίκακο, στριφνό και υπερσυντηρητικό. Τα αποτελέσματα θα είναι (κωμικο)τραγικά.
Πάνω απ' όλα πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία. Το χιούμορ λοιπόν είναι μαύρο, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και έντονα δραματικά στοιχεία. Το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό, ο ρομαντισμός με τη σκληρότητα. Αυτό ωστόσο που κυριαρχεί απόλυτα είναι το σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Η εντυπωσιακή φωτογραφία, το ίδιο το εξαθλιωμένο πάμφτωχο χωριό που θυμίζει αντίστοιχα χωριά από γουέστερν, τα εκκεντρικά κοστούμια, που έρχονται σε τέλεια αντίθεση με το περιβάλλον, οι σαν καρικατούρες κάτοικοι του χωριού, ακόμα και οι πόζες της πρωταγωνίστριας, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδιάιτερης ατμόσφαιρας συνειδητά μη ρεαλιστικής, που μερικές φορές αγγίζει ακομα και τα όρια του γκροτέσκο.
Όσο για τον στόχο; Νομίζω ότι κυρίως προσπαθεί να καυτηριάσει την υποκρισία μιας συντηρητικής μικροκοινωνίας (κάθε μικροκοινωνίας σχεδόν), την άρνησή της για κάθε τι νέο και φρέσκο, αλλά ακόμα και την σκληρά ταξική δομή τέτοιων κοινωνιών (η πρωταγωνίστρια ως μικρό κορίτσι είναι ουσιαστικά "του κλώτσου και του μπάτσου" επειδή είναι αγνώστου πατρός και η οικογένειά της δεν ανήκει στη (μικρο)ελίτ της συγκεκριμένης (μικρο)κοινωνίας). Ίσως, αφού τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την υφέρπουσα κακία, μια τέτοια κοινωνία το μόνο που χρειάζεται είναι μια πλήρης καταστροφή... Τελικά η "μοδίστρα" ίσως να μην είναι τίποτα άλλο από έναν εξολοθρευτή άγγελο.
Παρά το περίεργο σενάριο και τις απότομες στροφές του από το κωμικό στο δραματικό (σα να μη μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι), η ταινία τελικά μου άρεσε και (παρά τη σκοτεινιά της) με διασκέδασε. Αυτό άλλωστε δεν κάνει το μαύρο χιούμορ; Ίσως να ξενίσει αρκετούς (και οι κριτικές άλλωστε υπήρξαν μέτριες), προσωπικά πάντως το ευχαριστήθηκα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά οι σκηνές με τις γυναίκες με τα σούπερ ντούπερ υψηλότατης ραπτικής φορέματα να περιφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα στο πνισμένο στη σκόνη, εξαθλιωμένο χωριουδάκι.
Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μια προικισμένη μοδίστρα, που ήδη έχει κάνει καριέρα στο Παρίσι, επιστρέφει στο άθλιο, χαμένο στο πουθενά χωριό της στην Αυστραλία, απ' όπου είχε εκδιωχτεί όταν ήταν περίπου 10 χρονών, κατηγορούμενη για τον φόνο ενός αγοριού. Η ίδια δεν θυμάται τίποτα και προσπαθεί σιγά - σιγά να ενώσει τα κομάτια του παζλ του παρελθόντος της για να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί. Στο παλιό της σπίτι θα συναντήσει ξανά τη μισότρελη μητέρα της και η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Στο μεταξύ, με την υψηλή της τέχνη, θα μεταμορφώσει κυριολεκτικά όλες τις γυναίκες του χωριού, πλην όμως το κοινωνικό περιβάλλον θα παραμείνει υποκριτικό, μνησίκακο, στριφνό και υπερσυντηρητικό. Τα αποτελέσματα θα είναι (κωμικο)τραγικά.
Πάνω απ' όλα πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία. Το χιούμορ λοιπόν είναι μαύρο, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και έντονα δραματικά στοιχεία. Το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό, ο ρομαντισμός με τη σκληρότητα. Αυτό ωστόσο που κυριαρχεί απόλυτα είναι το σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Η εντυπωσιακή φωτογραφία, το ίδιο το εξαθλιωμένο πάμφτωχο χωριό που θυμίζει αντίστοιχα χωριά από γουέστερν, τα εκκεντρικά κοστούμια, που έρχονται σε τέλεια αντίθεση με το περιβάλλον, οι σαν καρικατούρες κάτοικοι του χωριού, ακόμα και οι πόζες της πρωταγωνίστριας, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδιάιτερης ατμόσφαιρας συνειδητά μη ρεαλιστικής, που μερικές φορές αγγίζει ακομα και τα όρια του γκροτέσκο.
Όσο για τον στόχο; Νομίζω ότι κυρίως προσπαθεί να καυτηριάσει την υποκρισία μιας συντηρητικής μικροκοινωνίας (κάθε μικροκοινωνίας σχεδόν), την άρνησή της για κάθε τι νέο και φρέσκο, αλλά ακόμα και την σκληρά ταξική δομή τέτοιων κοινωνιών (η πρωταγωνίστρια ως μικρό κορίτσι είναι ουσιαστικά "του κλώτσου και του μπάτσου" επειδή είναι αγνώστου πατρός και η οικογένειά της δεν ανήκει στη (μικρο)ελίτ της συγκεκριμένης (μικρο)κοινωνίας). Ίσως, αφού τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την υφέρπουσα κακία, μια τέτοια κοινωνία το μόνο που χρειάζεται είναι μια πλήρης καταστροφή... Τελικά η "μοδίστρα" ίσως να μην είναι τίποτα άλλο από έναν εξολοθρευτή άγγελο.
Παρά το περίεργο σενάριο και τις απότομες στροφές του από το κωμικό στο δραματικό (σα να μη μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι), η ταινία τελικά μου άρεσε και (παρά τη σκοτεινιά της) με διασκέδασε. Αυτό άλλωστε δεν κάνει το μαύρο χιούμορ; Ίσως να ξενίσει αρκετούς (και οι κριτικές άλλωστε υπήρξαν μέτριες), προσωπικά πάντως το ευχαριστήθηκα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά οι σκηνές με τις γυναίκες με τα σούπερ ντούπερ υψηλότατης ραπτικής φορέματα να περιφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα στο πνισμένο στη σκόνη, εξαθλιωμένο χωριουδάκι.
Κυριακή, Ιουνίου 05, 2016
ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΙ ΕΥΧΕΣΑΙ ΣΤΟ "ABSOLUTELY ANYTHING"
Είναι θαυμάσιο να συναντάς ξανά, μετά πολλά χρόνια, έναν παλιό καλο φίλο. Έτσι ένοιωσα όταν είδα την ταινάι του Terry Jones "Absolutely Anything" του 2015. Ποιος είναι ο Terry Jones; Μα ένας από τους θρυλικούς Monty Python, και μάλιστα αυτός που σκηνοθέτησε ή συνσκηνοθέτησε με τον Terry Gilliam τις 3 κλασικές τους ταινίες ("Holy Grail", "Life of Brian" μόνος του και "Meaning of Life"). Τα πράματα γίνονται ακόμα καλύτερα όταν στο φιλμ πρωταγωνιστεί ο Σάιμον Πεγκ, από τους καλύτερους σύγχρονους κωμικούς και μάλιστα μαζί με την Κέιτ Μπέκινσέιλ.
Παρωδία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ο ήρωας είναι ένας μοναχικός δάσκαλος, επίδοξος συγγραφέας, στον οποίο, συμπτωματικά δίνεται απεριόριστη δύναμη να πραγματοποιεί κυριολεκτικά κάθε, μα κάθε ευχή του για δέκα μέρες. Από ποιούς; Από εξωγήινους, των οποίων το πελώριο σκάφος περιφέρεται κάπου στο ηλιακό σύστημα, και οι οποίοι κάνουν το τεστ αυτό για να ελέγξουν αν οι άνθρωποι είναι ικανοί για κάτι καλό ώστε να μπουν στην ομοσπονδία των "ανώτερων όντων". Αλλιώς θα εξολοθρευτούν και ο πλανήτης θα καταστραφεί. Φυσικά ο ήρωάς μας μάλλον χάος προκαλεί με ό,τι εύχεται...
Βρήκα την ταινία απολαυστικότατη, σε ορισμένα σημεία μάλιστα ξεκαρδιστική. Αυτό που με συγκίνησε ήταν ότι συχνά αναγνώριζα ψήγματα από το πολύ ιδιαίτερο, σουρεαλιστικό και παλαβό χιούμορ των Monty Python. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να με κάνει να αγαπήσω το φιλμ. Άλλωστε σύσσωμη η θρυλική ομάδα (εκτος φυσικά του νεκρού Graham Chapman) συμμετέχει κάνοντας τις φωνές των τερατωδών εξωγήινων. Όσο για τη φωνή του σκύλου (από τους πιο αστείους και ιδιαίτερους πρωταγωνιστές του φιλμ), την κάνει ο Ρόμπιν Ουίλιαμς στον τελευταίο του ρόλο (φωνητικό μόνο δυστυχώς).
Το φιλμ βέβαια είναι μια ακόμα, κωμική αυτή τη φορά, παραλλαγή του γνωστού μοτίβου "πρόσεχε τι εύχεσαι". Συγχρόνως παραμένει ιδιαίτερα δηκτικό για την ανθρωπότητα εν γένει, την έλλειψη αλληλεγγύης και τον πάνω-απ'-όλα-εγωκεντρισμό μας. Φυσικά η ανθρωπότητα δεν είναι και τοσο καλή τελικά, μάλλον το ξέρουμε αυτό...
Όχι, δεν φτάνει στο ύψος των παλιών, συλλογικών ταινιών της θρυλικής βρετανικής ομάδας, ωστόσο το βρήκα αρκούντως διασκεδαστικό και γέλασα με το καθαρά βρετανικό χιούμορ του (δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα ήταν ένα καθαρά αμερικάνικο φιλμ με παρόμοιο στόρι). Και, αν και σε πολύ γενικές γραμμές συμφωνώ με την βαθμολογία του IMDB (στις παλιές ταινίες κυριως, είναι αλήθεια, και όχι στις σύγχρονες) αυτή τη φορά παραξενεύτηκα με την αρκετά χαμηλή βαθμολογία του κοινού. Ίσως ακριβώς να μην αντιλήφτηκαν το ιδαιίτερο βρετανικό χιούμορ που λέγαμε (ιδίως αν η πλειοψηφία όσων ψηφιζουν είναι αμερικανοί). Ποιος ξέρει... Για μένα πάντως αποτελεί μια καλή και σε αρκετά σημεία της έξυπνη κωμωδία, είδος σαφώς σε παρακμή τα τελευταία χρόνια.
Παρωδία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ο ήρωας είναι ένας μοναχικός δάσκαλος, επίδοξος συγγραφέας, στον οποίο, συμπτωματικά δίνεται απεριόριστη δύναμη να πραγματοποιεί κυριολεκτικά κάθε, μα κάθε ευχή του για δέκα μέρες. Από ποιούς; Από εξωγήινους, των οποίων το πελώριο σκάφος περιφέρεται κάπου στο ηλιακό σύστημα, και οι οποίοι κάνουν το τεστ αυτό για να ελέγξουν αν οι άνθρωποι είναι ικανοί για κάτι καλό ώστε να μπουν στην ομοσπονδία των "ανώτερων όντων". Αλλιώς θα εξολοθρευτούν και ο πλανήτης θα καταστραφεί. Φυσικά ο ήρωάς μας μάλλον χάος προκαλεί με ό,τι εύχεται...
Βρήκα την ταινία απολαυστικότατη, σε ορισμένα σημεία μάλιστα ξεκαρδιστική. Αυτό που με συγκίνησε ήταν ότι συχνά αναγνώριζα ψήγματα από το πολύ ιδιαίτερο, σουρεαλιστικό και παλαβό χιούμορ των Monty Python. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να με κάνει να αγαπήσω το φιλμ. Άλλωστε σύσσωμη η θρυλική ομάδα (εκτος φυσικά του νεκρού Graham Chapman) συμμετέχει κάνοντας τις φωνές των τερατωδών εξωγήινων. Όσο για τη φωνή του σκύλου (από τους πιο αστείους και ιδιαίτερους πρωταγωνιστές του φιλμ), την κάνει ο Ρόμπιν Ουίλιαμς στον τελευταίο του ρόλο (φωνητικό μόνο δυστυχώς).
Το φιλμ βέβαια είναι μια ακόμα, κωμική αυτή τη φορά, παραλλαγή του γνωστού μοτίβου "πρόσεχε τι εύχεσαι". Συγχρόνως παραμένει ιδιαίτερα δηκτικό για την ανθρωπότητα εν γένει, την έλλειψη αλληλεγγύης και τον πάνω-απ'-όλα-εγωκεντρισμό μας. Φυσικά η ανθρωπότητα δεν είναι και τοσο καλή τελικά, μάλλον το ξέρουμε αυτό...
Όχι, δεν φτάνει στο ύψος των παλιών, συλλογικών ταινιών της θρυλικής βρετανικής ομάδας, ωστόσο το βρήκα αρκούντως διασκεδαστικό και γέλασα με το καθαρά βρετανικό χιούμορ του (δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα ήταν ένα καθαρά αμερικάνικο φιλμ με παρόμοιο στόρι). Και, αν και σε πολύ γενικές γραμμές συμφωνώ με την βαθμολογία του IMDB (στις παλιές ταινίες κυριως, είναι αλήθεια, και όχι στις σύγχρονες) αυτή τη φορά παραξενεύτηκα με την αρκετά χαμηλή βαθμολογία του κοινού. Ίσως ακριβώς να μην αντιλήφτηκαν το ιδαιίτερο βρετανικό χιούμορ που λέγαμε (ιδίως αν η πλειοψηφία όσων ψηφιζουν είναι αμερικανοί). Ποιος ξέρει... Για μένα πάντως αποτελεί μια καλή και σε αρκετά σημεία της έξυπνη κωμωδία, είδος σαφώς σε παρακμή τα τελευταία χρόνια.
Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2016
ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ (ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ) ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Το έχουμε, νομίζω, ξαναπεί: Ο John Carpenter είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες της ιστορίας του σινεμά. Μετά τη λαμπρή καριέρα των 70ς και 80ς οι ταινίες του (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν βλέπονται. Από την κατάρα αυτή δεν θα μπορούσε να γλυτώσει η έμπνευση που είχε το 1996 να γυρίσει ένα σίκουελ της κλασικής και απολαυστικής "Απόδρασης από τη Νέα Υόρκη" με τίτλο (τι πρωτότυπο) "Απόδραση από το Λος Άντζελες".
Φυσικά ο ήρωας του πρώτου φιλμ, ο "Σνέικ" Πλίσεν επανέρχεται. Δριμύτερος; Δεν ξέρω. Δριμύτερος αν μ' αυτό εννοείτε πιο απέθαντος από ποτέ, σχεδόν άφθαρτος στην ουσία, με πιο πολύ ξύλο και πιστολίδια και ικανότητες στα πάντα (από σερφ έως... μπάσκετ). Και, φυσικά, η ιστορία είναι μια παραλλαγή της πρώτης. Το Λος Άντζελες έχει χωριστεί από τη ξηρά από μεγάλο σεισμό και, βεβαίως, αποτελεί φυλακή όχι μόνο εγκληματιών, αλλά και κάθε διαφωνούντα σε μια φασιστική Αμερική με ισόβιο θρησκόληπτο πρόεδρο, όπου απαγορεύονται σχεδόν τα πάντα. Εκεί καταφεύγει η εξκεγερμένη κόρη του προέδρου, κλέβοντας και ένα πολύτιμο κουτί υψηλής τεχνολογίας, το οποίο, αν στοχεύσει σε δορυφόρους, μπορεί να τερματίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κυρίαρχος στο "νέο" L.A. είναι ένας επαναστάτης με εμφάνιση... Τσε Γκεβάρα, ο οποίος, σε συνεργασία με χώρες του Τρίτου Κόσμου, ετοιμάζεται να επιτεθεί στην περιοχή. Φυσικά για μια ακόμα φορά ο ήρωάς μας αναγκάζεται να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Η ταινία ίσως σκόπευε να γίνει καλτ. Η γνώμη μου είναι ότι απλώς... δεν βλέπεται. Η δράση είναι απόλυτα προσχηματική, οι περισσότερες ιδέες ξαναχρησιμοποιημένες, ο "Σνέικ" ό,τι και να του κάνουν, σε όσες δοκιμασίες κι αν υποβληθεί, δεν παθαίνει τίποτα... κι όλα αυτά σε βαθμό κακουργήματος. Η διαρκής δράση δεν ήταν ικανή να μειώσει τη βαρεμάρα μου. Πολιτικά ο Κάρπεντερ είναι μεν χαρακτηριστικά φιλελεύθερος, με την καλή έννοια του όρου, στηλιτεύοντας άγρια τον καλπάζοντα αμερικάνικο νεοσυντηρητισμό και προβλέποντας την καταστροφική διακυβέρνηση Μπους, από την άλλη όμως ο επαναστάτης και, όπως είπαμε, ίδιος με τον Τσε, είναι εξαιρετικά κακός και μοχθηρός, εγκαθιδρύοντας μια κυριολεκτικά αυτοκρατορία τρόμου. Τι να πει κανείς...
Κρίμα στην πληθώρα εξαίρετων και καλτ ηθοποιών (είπαμε, αυτός μάλλον ήταν ο στόχος). Σημειώστε λοιπόν: Εκτός του αναπόφευκτου Κερτ Ράσελ εμφανίζονται οι Πίτερ Φόντα, Παμ Γκρίερ, Στιβ Μπουσέμι, Κλιφ Ρόμπερτσον, Βαλέρια Γκολίνο, Στέισι Κιτς, ακόμα και ο συστηματικός b-μουβάς Μπρους Κάμπελ. Κρίμα...
Φυσικά ο ήρωας του πρώτου φιλμ, ο "Σνέικ" Πλίσεν επανέρχεται. Δριμύτερος; Δεν ξέρω. Δριμύτερος αν μ' αυτό εννοείτε πιο απέθαντος από ποτέ, σχεδόν άφθαρτος στην ουσία, με πιο πολύ ξύλο και πιστολίδια και ικανότητες στα πάντα (από σερφ έως... μπάσκετ). Και, φυσικά, η ιστορία είναι μια παραλλαγή της πρώτης. Το Λος Άντζελες έχει χωριστεί από τη ξηρά από μεγάλο σεισμό και, βεβαίως, αποτελεί φυλακή όχι μόνο εγκληματιών, αλλά και κάθε διαφωνούντα σε μια φασιστική Αμερική με ισόβιο θρησκόληπτο πρόεδρο, όπου απαγορεύονται σχεδόν τα πάντα. Εκεί καταφεύγει η εξκεγερμένη κόρη του προέδρου, κλέβοντας και ένα πολύτιμο κουτί υψηλής τεχνολογίας, το οποίο, αν στοχεύσει σε δορυφόρους, μπορεί να τερματίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κυρίαρχος στο "νέο" L.A. είναι ένας επαναστάτης με εμφάνιση... Τσε Γκεβάρα, ο οποίος, σε συνεργασία με χώρες του Τρίτου Κόσμου, ετοιμάζεται να επιτεθεί στην περιοχή. Φυσικά για μια ακόμα φορά ο ήρωάς μας αναγκάζεται να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Η ταινία ίσως σκόπευε να γίνει καλτ. Η γνώμη μου είναι ότι απλώς... δεν βλέπεται. Η δράση είναι απόλυτα προσχηματική, οι περισσότερες ιδέες ξαναχρησιμοποιημένες, ο "Σνέικ" ό,τι και να του κάνουν, σε όσες δοκιμασίες κι αν υποβληθεί, δεν παθαίνει τίποτα... κι όλα αυτά σε βαθμό κακουργήματος. Η διαρκής δράση δεν ήταν ικανή να μειώσει τη βαρεμάρα μου. Πολιτικά ο Κάρπεντερ είναι μεν χαρακτηριστικά φιλελεύθερος, με την καλή έννοια του όρου, στηλιτεύοντας άγρια τον καλπάζοντα αμερικάνικο νεοσυντηρητισμό και προβλέποντας την καταστροφική διακυβέρνηση Μπους, από την άλλη όμως ο επαναστάτης και, όπως είπαμε, ίδιος με τον Τσε, είναι εξαιρετικά κακός και μοχθηρός, εγκαθιδρύοντας μια κυριολεκτικά αυτοκρατορία τρόμου. Τι να πει κανείς...
Κρίμα στην πληθώρα εξαίρετων και καλτ ηθοποιών (είπαμε, αυτός μάλλον ήταν ο στόχος). Σημειώστε λοιπόν: Εκτός του αναπόφευκτου Κερτ Ράσελ εμφανίζονται οι Πίτερ Φόντα, Παμ Γκρίερ, Στιβ Μπουσέμι, Κλιφ Ρόμπερτσον, Βαλέρια Γκολίνο, Στέισι Κιτς, ακόμα και ο συστηματικός b-μουβάς Μπρους Κάμπελ. Κρίμα...
Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2016
Η "ΣΤΑ ΟΡΙΑ" ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΓΧΡΩΜΩΝ ΤΩΝ ΓΚΕΤΟ ΣΤΟ "CLOCKERS"
Έχετε διαβάσει βιβλία του George Pelecanos; Ο συγγραφέας - παράλληλα με την αστυνομική πλοκή - περιγράφει συχνότατα τα γκέτο των μαύρων στις μεγαλουπόλεις και την εκεί σχεδόν εφιαλτική καθημερινότητα. Εφιαλτική όχι τόσο λόγω υλικά υποβαθμισμένων συνθηκών ζωής (όπως ας πούμε στα μαύρα γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ), αλλά λόγω της παραβατικότητας και εγκληματικότητας, οι οποίες αποτελούν την ενασχόληση σημαντικού μέρους του πληθυσμού και μάλιστα από πολύ μικρές ηλικίες. Από παιδιά για να είμαστε σαφείς. Το τρομερό είναι ότι αυτό θεωρείται από τα πιτσιρίκια ως πρότυπο ζωής, στόχος, και ο θαυμασμός για τους "μεγάλους" του χώρου είναι απεριόριστος. Φυσικά το μεγαλύτερο μέρος της παραβατικότητας αυτής σχετίζεται με τα ναρκωτικά.
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει το φιλμ του Spike Lee "Clockers", που ο μαύρος σκηνοθέτης γύρισε το 1995. Ο ήρωας, ένας νεαρός μαύρος, είναι ντίλερ, όπως και ολόκληρη η παρέα του, και δουλεύει για ένα "μεγαλύτερο κεφάλι", σημαντικό στη γειτονιά. Όλα, βλέπετε, παίζουν σε επίπεδο γειτονιάς και όλοι σχεδόν ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και τα πάρκα. Τα πράγματα θα γίνουν σοβαρά όταν ο ήρωας θα εμπλακεί σε μια δολοφονία και η αστυνομία θα αρχίσει να τον πιέζει έντονα. Και θα γίνουν ακόμα πιο ασφυκτικά όταν το "αφεντικό", αλλά και η παρέα, θα τον θεωρήσουν "καρφί".
Το φιλμ διαθέτει σαφή πλοκή και εξέλιξη, θα μπορούσε όμως κανείς και να το δει σαν ένα είδος ντοκιμαντέρ πάνω στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτό που προκύπτει ανάγλυφα είναι το ότι η παραβατικότητα είναι σχεδόν μονόδρομος. Δεν την επιλέγεις ακριβώς, βρίσκεται και αναπτύσεται σχεδόν φανερά δίπλα σου από τη στιγμή που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον κόσμο, οι περισσότεροι γύρω σου εμπλέκονται και, τι πιο φυσικό, από παιδί προετοιμάζεσαι για μια καριέρα στο χώρο αυτόν. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να μην εμπλακούν, οι οποίοι αγωνιούν γι' αυτό που συμβαίνει γύρω τους, αλλά η αντίθετη πορεία είναι κάτι πανεύκολο να ακολουθηθεί, έρχεται "φυσικά", σχεδόν όχι από συνειδητή επιλογή. Η αστυνομία δεν μπορεί ή δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει. Αυτό δεν έχει ωστόσο και τόση σημασία. Το "κακό" είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, που θα εξέλειπε μόνο μετά από ριζική κοινωνική αναβάθμιση και όχι με κάποιες συλλήψεις και καταδίκες.
Το φιλμ καταγράφει με σαφήνεια όλη αυτή την κατάσταση και επιμένει σε ένα ανατριχιστικό γεγονός: Το προσδόκιμο ζωής εκεί είναι πολύ χαμηλότερο από το συνηθισμένο. Πάρα πολλοί μαύροι δολοφονούνται σε νεαρή ηλικία εξ αιτίας κάθε λογής παρενεργειών του "επαγγέλματος". Αν προσέξετε μάλιστα θα δείτε ότι πολλοί διαθέτουν μαμά ή αδέλφια, όχι όμως και πατέρα. Οι άντρες είναι ήδη είτε νεκροί είτε στη φυλακή.
Βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, με το δυνατό ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, αλλά και τη στέρεα δομή της αφήγησης. Αν σας ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής που περιέγραψα δείτε το. Το όλο πράγμα μου θύμησε κάπως "μαύρο" Σκορσέζε. Πολύ περισσότερο μια που οι δύο λευκοί μπάτσοι που τριγυρίζουν στη γειτονιά δεν είναι άλλοι από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Τζον Τουρτούρο...
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει το φιλμ του Spike Lee "Clockers", που ο μαύρος σκηνοθέτης γύρισε το 1995. Ο ήρωας, ένας νεαρός μαύρος, είναι ντίλερ, όπως και ολόκληρη η παρέα του, και δουλεύει για ένα "μεγαλύτερο κεφάλι", σημαντικό στη γειτονιά. Όλα, βλέπετε, παίζουν σε επίπεδο γειτονιάς και όλοι σχεδόν ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και τα πάρκα. Τα πράγματα θα γίνουν σοβαρά όταν ο ήρωας θα εμπλακεί σε μια δολοφονία και η αστυνομία θα αρχίσει να τον πιέζει έντονα. Και θα γίνουν ακόμα πιο ασφυκτικά όταν το "αφεντικό", αλλά και η παρέα, θα τον θεωρήσουν "καρφί".
Το φιλμ διαθέτει σαφή πλοκή και εξέλιξη, θα μπορούσε όμως κανείς και να το δει σαν ένα είδος ντοκιμαντέρ πάνω στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτό που προκύπτει ανάγλυφα είναι το ότι η παραβατικότητα είναι σχεδόν μονόδρομος. Δεν την επιλέγεις ακριβώς, βρίσκεται και αναπτύσεται σχεδόν φανερά δίπλα σου από τη στιγμή που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον κόσμο, οι περισσότεροι γύρω σου εμπλέκονται και, τι πιο φυσικό, από παιδί προετοιμάζεσαι για μια καριέρα στο χώρο αυτόν. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να μην εμπλακούν, οι οποίοι αγωνιούν γι' αυτό που συμβαίνει γύρω τους, αλλά η αντίθετη πορεία είναι κάτι πανεύκολο να ακολουθηθεί, έρχεται "φυσικά", σχεδόν όχι από συνειδητή επιλογή. Η αστυνομία δεν μπορεί ή δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει. Αυτό δεν έχει ωστόσο και τόση σημασία. Το "κακό" είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, που θα εξέλειπε μόνο μετά από ριζική κοινωνική αναβάθμιση και όχι με κάποιες συλλήψεις και καταδίκες.
Το φιλμ καταγράφει με σαφήνεια όλη αυτή την κατάσταση και επιμένει σε ένα ανατριχιστικό γεγονός: Το προσδόκιμο ζωής εκεί είναι πολύ χαμηλότερο από το συνηθισμένο. Πάρα πολλοί μαύροι δολοφονούνται σε νεαρή ηλικία εξ αιτίας κάθε λογής παρενεργειών του "επαγγέλματος". Αν προσέξετε μάλιστα θα δείτε ότι πολλοί διαθέτουν μαμά ή αδέλφια, όχι όμως και πατέρα. Οι άντρες είναι ήδη είτε νεκροί είτε στη φυλακή.
Βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, με το δυνατό ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, αλλά και τη στέρεα δομή της αφήγησης. Αν σας ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής που περιέγραψα δείτε το. Το όλο πράγμα μου θύμησε κάπως "μαύρο" Σκορσέζε. Πολύ περισσότερο μια που οι δύο λευκοί μπάτσοι που τριγυρίζουν στη γειτονιά δεν είναι άλλοι από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Τζον Τουρτούρο...
Τρίτη, Μαΐου 31, 2016
ΤΑ ΤΡΟΜΕΡΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΣΠΙΤΙΟΥ ΠΟΥ ΟΥΡΛΙΑΖΕ"
Η παράδοση των ισπανών στις ταινίες τρόμου δεν είναι καινούρια. Ήδη από τη δεκαετία του 60 παρήγαγαν αν μη τι άλλο επιδραστικά φιλμ του είδους. Το "La Residencia" ("The House that Screamed" ο αγγλόφωνος τίτλος) είναι η μία από τις δύο μόλις μεγάλου μήκους ταινίες που γύρισε ο παραγωγικότατος στην τηλεόραση (σίριαλ και τηλεταινίες) ουρουγουανός (αλλά ενεργός στην Ισπανία) Narciso Ibanez Serrador το 1970.
Σε ένα αυστηρό οικοτροφείο θηλέων, "παραστρατημένων" κοριτσιών για την ακρίβεια, που φυσικά στεγάζεται σε απομονωμένο, γοτθικό και πελώριο κτίριο, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, που φτάνουν ως τις εξαφανίσεις κάποιων κοριτσιών. Όλοι θεωρούν ότι το έσκασαν, είναι όμως έτσι; Μια καινούρια οικότροφος γνωρίζει σιγά - σιγά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον. Το οικοτροφείο διευθύνει η αυταρχική κυρία Φουρνό (Λίλι Πάλμερ), η οποία διαθέτει και γιο στα όρια της εφηβείας. Ο αυταρχισμός και ο συχνά καταπιεσμένος ερωτισμός είναι πανταχού παρόν και, όσο προχωράμε, τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα...
Η ταινία αποτελεί από τις μεγαλύτερες επιρροές του Αρτζέντο, ειδικότερα για τη "Suspiria" του, πράγμα που έχει δηλώσει ο ίδιος. Υπάρχουν σκηνές που θεωρείται ότι έχει σχεδόν αντιγράψει. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα φιλμ που εξελίσσεται μάλλον αργά και σίγουρα δεν μπορεί να τρομάξει τον σύγχρονο θεατή, παρά το πραγματικά εφιαλτικό φινάλε. Τα πάθη και οι διαστροφές είναι καλά κρυμμένες κάτω από την αυστηρή επιφάνεια του οικοτροφείου (όπως και κάτω από την εκ πρώτης όψεως "τακτοποιημένη" επιφάνεια κάθε κλειστής και αυταρχικής κοινωνίας). Ωστόσο ο ερωτισμός δεν δείχνεται (μάλλον δεν θα μπορούσε αυτή την εποχή), αλλά περισσότερο υπονοείται. Όσο για την πλοκή, συνδυάζει το αστυνομικό who dune it με το στοιχείο του τρόμου. Το σενάριο, όπως κατά κόρον συμβαίνει στα φιλμ του Αρτζέντο, είναι κάπως άγαρμπο, περίεργο. Ξαφνικά, για παράδειγμα, ένας πρωταγωνιστής/ια εξαφανίζεται και κάποιος άλλος/η παίρνει τη θέση του/της στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά να τα γνωρίζετε από την αρχή για να είσαστε προετοιμασμένοι. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία διαθέτει (παλιομοδίτικη) ατμόσφαιρα, όπως επίσης και μια εξαιρετική ερωτική σκηνή ανθολογίας, δίχως να δείχνει τίποτα απολύτως. Όλος ο ερωτισμός οικοδομείται ηχητικά, ενώ οι εικόνες δείχνουν άλλα πρόσωπα, ούτε καν το ζεύγος.
Ίσως κάποιοι, εθισμένοι στα σύγχρονα σπλάτερ ή/και εφέ, θεωρήσουν την ταινία ξεπερασμένη. Ωστόσο διαθέτει τη δική της γοητευτική ατμόσφαιρα και έχει τη δική της (για την εποχή τουλάχιστον) αξία. Αν είστε λάτρεις του είδους και ψάχνετε για σχετικά άγνωστες παλιές ταινίες του, ψάξτε το. Οι υπόλοιποι ας το προσπεράσουν.
Σε ένα αυστηρό οικοτροφείο θηλέων, "παραστρατημένων" κοριτσιών για την ακρίβεια, που φυσικά στεγάζεται σε απομονωμένο, γοτθικό και πελώριο κτίριο, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, που φτάνουν ως τις εξαφανίσεις κάποιων κοριτσιών. Όλοι θεωρούν ότι το έσκασαν, είναι όμως έτσι; Μια καινούρια οικότροφος γνωρίζει σιγά - σιγά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον. Το οικοτροφείο διευθύνει η αυταρχική κυρία Φουρνό (Λίλι Πάλμερ), η οποία διαθέτει και γιο στα όρια της εφηβείας. Ο αυταρχισμός και ο συχνά καταπιεσμένος ερωτισμός είναι πανταχού παρόν και, όσο προχωράμε, τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα...
Η ταινία αποτελεί από τις μεγαλύτερες επιρροές του Αρτζέντο, ειδικότερα για τη "Suspiria" του, πράγμα που έχει δηλώσει ο ίδιος. Υπάρχουν σκηνές που θεωρείται ότι έχει σχεδόν αντιγράψει. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα φιλμ που εξελίσσεται μάλλον αργά και σίγουρα δεν μπορεί να τρομάξει τον σύγχρονο θεατή, παρά το πραγματικά εφιαλτικό φινάλε. Τα πάθη και οι διαστροφές είναι καλά κρυμμένες κάτω από την αυστηρή επιφάνεια του οικοτροφείου (όπως και κάτω από την εκ πρώτης όψεως "τακτοποιημένη" επιφάνεια κάθε κλειστής και αυταρχικής κοινωνίας). Ωστόσο ο ερωτισμός δεν δείχνεται (μάλλον δεν θα μπορούσε αυτή την εποχή), αλλά περισσότερο υπονοείται. Όσο για την πλοκή, συνδυάζει το αστυνομικό who dune it με το στοιχείο του τρόμου. Το σενάριο, όπως κατά κόρον συμβαίνει στα φιλμ του Αρτζέντο, είναι κάπως άγαρμπο, περίεργο. Ξαφνικά, για παράδειγμα, ένας πρωταγωνιστής/ια εξαφανίζεται και κάποιος άλλος/η παίρνει τη θέση του/της στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά να τα γνωρίζετε από την αρχή για να είσαστε προετοιμασμένοι. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία διαθέτει (παλιομοδίτικη) ατμόσφαιρα, όπως επίσης και μια εξαιρετική ερωτική σκηνή ανθολογίας, δίχως να δείχνει τίποτα απολύτως. Όλος ο ερωτισμός οικοδομείται ηχητικά, ενώ οι εικόνες δείχνουν άλλα πρόσωπα, ούτε καν το ζεύγος.
Ίσως κάποιοι, εθισμένοι στα σύγχρονα σπλάτερ ή/και εφέ, θεωρήσουν την ταινία ξεπερασμένη. Ωστόσο διαθέτει τη δική της γοητευτική ατμόσφαιρα και έχει τη δική της (για την εποχή τουλάχιστον) αξία. Αν είστε λάτρεις του είδους και ψάχνετε για σχετικά άγνωστες παλιές ταινίες του, ψάξτε το. Οι υπόλοιποι ας το προσπεράσουν.
Κυριακή, Μαΐου 29, 2016
Ο "CONAN THE DESTROYER" ΚΑΙ Η ΑΦΕΛΗΣ ΕΠΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Ήταν ζήτημα χρόνου να μεταφερθεί στο σινεμά η πλέον αρχετυπική φιγούρα της fantasy λογοτεχνίας: Ο Κόναν ο Βάρβαρος του Robert E. Howard. Αυτό έγινε για πρώτη φορά το 1982 με καλά αποτελέσματα. Το 1984 ωστόσο γυρίζεται το αναπόφευκτο, φοβάμαι, νο 2, το "Conan the Destroyer" από τον βετεράνο Richard Fleischer (1916-2006) με πολύ χειρότερα αποτελέσματα. Φυσικά πρωταγωνιστής είναι και πάλι ο αρκούντως ουγκ για Κόναν Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, στις δόξες του τότε.
Ο Κόναν με αλλοπρόσαλλη συνοδεία και με μία παρθένα πριγκίπισσα ξεκινά την αναζήτηση ενός κάστρου όπου φυλάσσεται ένας μαγικός κρύσταλλος με τον οποίο η πριγκίπισσα θα "ξεκλειδώσει" ένα μαγικό κέρατο, το οποίο θα προσαρμοστεί στο μέτωπο του αγάλματος ενός θεού, ο οποίος έτσι θα ζωντανέψει... Ουφ! Η αποστολή τού έχει ανατεθεί από την βασίλισσα Τάραμις, θεία της παρθένας πριγκίπισσας που λέγαμε, η οποία ωστόσο είναι σατανική και έχει άλλα σχέδια στο μυαλό της...
Καλά όλα αυτά τα "παραμυθώδη" - τέτοια άλλωστε απαιτεί το είδος - αλλά ο δεύτερος αυτός Κόναν είναι νομίζω πολύ κατώτερος του πρώτου. Η αφέλεια περισσεύει, υπάρχουν πινελιές μάλλον ξενέρωτου χιούμορ, οι καλοί ή κακοί μάγοι τα κάνουν όλα για να γλυτώσουν την εξέλιξη της πλοκής από κακοτοπιές, οι σεναριακές ευκολίες είναι πανταχού παρούσες, αλλά και οι σεναριακές αβλεψίες (αλήθεια, στην πρώτη σκηνή, γιατί η "κακιά βασίλισσα" έπρεπε να θυσιάσει τόσους άνδρες της, αφού απλώς ήθελε να διαπραγματευτεί με τον Κόναν και να του ζητήσει ο,τι ήθελε να του ζητήσει;) Θα πω επίσης ότι πολλά από τα εφέ είναι κακά, ακόμα και με τα μέτρα της προ ψηφιακής εποχής. Ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο Κόναν αντιμετωπίζει ένα τέρας σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες (η ιδέα της σκηνής, που θυμίζει την "Κυρία από τη Σαγκάη", είναι κατ' αρχήν καλή): Το τέρας λοιπόν προκαλεί μάλλον γέλιο, καθώς πρόκειται για ένα είδος προσθετικής μάσκας στο πρόσωπο κάποιου. Είναι τόσο ακίνητη και αμέτοχη σε οργή, πόνο ή σε ό,τι άλλο νοιώθει το τέρας, ώστε είναι σα να κόλλησαν απλώς μια μάσκα στο πρόσωπο του ηθοποιού... Γενικά, ακόμα και σε μια "εκτός χρόνου" ταινία όπως αυτή, κάπου διακρίνεται ένα χαρακτηριστικό 80'ς κιτς (ακόμα και στο πρόσωπο της παρθένας πριγκίπισσας).
Από την άλλη βέβαια υπάρχει η παρουσία της αγαλματένιας φιγούρας της Γκρέις Τζόουνς στο καστ, η οποία βεβαίως τότε βρισκόταν στα πάνω της. Το παράξενο, σχεδόν ερμαφρόδιτο αυτό ον δίνει μια κάποια γοητεία στην εικόνα του φιλμ (αλλά μόνο σ' αυτήν).
Φυσικά ο Φλέσερ έχει στο παρελθόν σκηνοθετήσει πολύ καλύτερα πράγματα (γυρίζει από το 1946 ήδη κι αυτό ήταν ένα από τα τελευταία φιλμ του). Γενικά η ταινία δεν ξεφευγει από την κατάρα των σίκουελ, που στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι χειρότερες από το πρωτότυπο. Δείτε το μόνο αν ψάχνετε για μια αφελή περιπέτεια και είστε φανατικός της επικής fantasy. Γενικά πάντως θα συνιστούσα τον πρώτο Κόναν.
Ο Κόναν με αλλοπρόσαλλη συνοδεία και με μία παρθένα πριγκίπισσα ξεκινά την αναζήτηση ενός κάστρου όπου φυλάσσεται ένας μαγικός κρύσταλλος με τον οποίο η πριγκίπισσα θα "ξεκλειδώσει" ένα μαγικό κέρατο, το οποίο θα προσαρμοστεί στο μέτωπο του αγάλματος ενός θεού, ο οποίος έτσι θα ζωντανέψει... Ουφ! Η αποστολή τού έχει ανατεθεί από την βασίλισσα Τάραμις, θεία της παρθένας πριγκίπισσας που λέγαμε, η οποία ωστόσο είναι σατανική και έχει άλλα σχέδια στο μυαλό της...
Καλά όλα αυτά τα "παραμυθώδη" - τέτοια άλλωστε απαιτεί το είδος - αλλά ο δεύτερος αυτός Κόναν είναι νομίζω πολύ κατώτερος του πρώτου. Η αφέλεια περισσεύει, υπάρχουν πινελιές μάλλον ξενέρωτου χιούμορ, οι καλοί ή κακοί μάγοι τα κάνουν όλα για να γλυτώσουν την εξέλιξη της πλοκής από κακοτοπιές, οι σεναριακές ευκολίες είναι πανταχού παρούσες, αλλά και οι σεναριακές αβλεψίες (αλήθεια, στην πρώτη σκηνή, γιατί η "κακιά βασίλισσα" έπρεπε να θυσιάσει τόσους άνδρες της, αφού απλώς ήθελε να διαπραγματευτεί με τον Κόναν και να του ζητήσει ο,τι ήθελε να του ζητήσει;) Θα πω επίσης ότι πολλά από τα εφέ είναι κακά, ακόμα και με τα μέτρα της προ ψηφιακής εποχής. Ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο Κόναν αντιμετωπίζει ένα τέρας σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες (η ιδέα της σκηνής, που θυμίζει την "Κυρία από τη Σαγκάη", είναι κατ' αρχήν καλή): Το τέρας λοιπόν προκαλεί μάλλον γέλιο, καθώς πρόκειται για ένα είδος προσθετικής μάσκας στο πρόσωπο κάποιου. Είναι τόσο ακίνητη και αμέτοχη σε οργή, πόνο ή σε ό,τι άλλο νοιώθει το τέρας, ώστε είναι σα να κόλλησαν απλώς μια μάσκα στο πρόσωπο του ηθοποιού... Γενικά, ακόμα και σε μια "εκτός χρόνου" ταινία όπως αυτή, κάπου διακρίνεται ένα χαρακτηριστικό 80'ς κιτς (ακόμα και στο πρόσωπο της παρθένας πριγκίπισσας).
Από την άλλη βέβαια υπάρχει η παρουσία της αγαλματένιας φιγούρας της Γκρέις Τζόουνς στο καστ, η οποία βεβαίως τότε βρισκόταν στα πάνω της. Το παράξενο, σχεδόν ερμαφρόδιτο αυτό ον δίνει μια κάποια γοητεία στην εικόνα του φιλμ (αλλά μόνο σ' αυτήν).
Φυσικά ο Φλέσερ έχει στο παρελθόν σκηνοθετήσει πολύ καλύτερα πράγματα (γυρίζει από το 1946 ήδη κι αυτό ήταν ένα από τα τελευταία φιλμ του). Γενικά η ταινία δεν ξεφευγει από την κατάρα των σίκουελ, που στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι χειρότερες από το πρωτότυπο. Δείτε το μόνο αν ψάχνετε για μια αφελή περιπέτεια και είστε φανατικός της επικής fantasy. Γενικά πάντως θα συνιστούσα τον πρώτο Κόναν.
Παρασκευή, Μαΐου 27, 2016
"ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΠΛΗΓΕΣ
Τα τελευταία χρόνια δεν είχα παρακολουθήσει την πορεία του αξιόλογου Atom Egoyan. Το 2015 πάντως ο αρμενικής καταγωγής καναδός σκηνοθέτης γυρίζει το "Τελευταίο Γράμμα" (Remember), ένα φιλμ που μου άρεσε αρκετά.
Σε έναν οίκο ευγηρίας ζει ο υπερήλικας εβραίος Ζεβ, επιζών από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που πάσχει από άνοια. Ένας εξ ίσου υπερήλικας τρόφιμος, επιζών κι αυτός από την ίδια φρίκη, του γράφει ένα λεπτομερέστατο γράμμα με μια μυστηριώδη αποστολή. Έτσι ο γέρος θα το σκάσει από το ίδρυμα και θα αρχίσει ένα μακρύ ταξίδι, παλεύοντας διαρκώς με την ασθένειά του και ακολουθώντας πιστά το πολύτιμο γράμμα, χάρη στο οποίο θυμάται κάθε λίγο ποιος είναι, ποια είναι η κατάστασή του (η γυναίκα του έχει πεθάνει πρόσφατα, αλλά αυτός πρέπει να το ξαναθυμάται κάθε πρωί) και ποια η αποστολή του.
Η ταινία στηρίζεται σε ένα εντυπωσιακό (μεγάλης ηλικίας) καστ, με επικεφαλής τον εξαιρετικό 86χρονο το 2015 Κρίστοφερ Πλάμερ, αλλά και τους Μπρούνο Γκαντζ, Γιούργκεν Προχνάου και Μάρτιν Λαντάου. Είναι μια ταινία δρόμου, συγχρόνως όμως και ένα σχετικά χαμηλών τόνων θρίλερ, το οποίο ωστόσο επιφυλάσσει στο τέλος μια μάλλον αναπάντεχη ανατροπή. Διερευνά το θέμα της μνήμης, διαθέτει κορυφώσεις και πιο "ήσυχα" διαστήματα (πριν την ανατροπή του τέλους βεβαίως) και θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Ποια είναι η προσωπική μας ευθύνη απέναντι σε συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα; Έχει νόημα η εκδίκηση και πόσο μπορεί να περιμένει κανείς για να ξεπληρώσει ένα χρέος; Πρέπει να παραγράφεται ένα μεγάλο έγκλημα όταν περάσουν πολλές δεκαετίες; Μήπως, τελικά, ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας;
Ενδιαφέρουσα ταινία - παρά το ότι μερικές φορές αναρωτήθηκα αν μπορεί ένας τόσο ηλικιωμένος άνθρωπος να κάνει όσα κάνει ο ήρωας, έστω και με την αδιάκοπη βοήθεια από το περίφημο γράμμα. Ενδιαφέρουσα ωστόσο, επαναλαμβάνω, αφού και μια σειρά από προβληματισμούς θέτει, αλλά και την παρακολούθησα με αμείωτη προσοχή - και ένταση σε κάποια σημεία. Βλέπετε, οι υπερήλικοι ήρωες μπορούν (ακόμη) να δημιουργούν σασπένς!
Σε έναν οίκο ευγηρίας ζει ο υπερήλικας εβραίος Ζεβ, επιζών από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που πάσχει από άνοια. Ένας εξ ίσου υπερήλικας τρόφιμος, επιζών κι αυτός από την ίδια φρίκη, του γράφει ένα λεπτομερέστατο γράμμα με μια μυστηριώδη αποστολή. Έτσι ο γέρος θα το σκάσει από το ίδρυμα και θα αρχίσει ένα μακρύ ταξίδι, παλεύοντας διαρκώς με την ασθένειά του και ακολουθώντας πιστά το πολύτιμο γράμμα, χάρη στο οποίο θυμάται κάθε λίγο ποιος είναι, ποια είναι η κατάστασή του (η γυναίκα του έχει πεθάνει πρόσφατα, αλλά αυτός πρέπει να το ξαναθυμάται κάθε πρωί) και ποια η αποστολή του.
Η ταινία στηρίζεται σε ένα εντυπωσιακό (μεγάλης ηλικίας) καστ, με επικεφαλής τον εξαιρετικό 86χρονο το 2015 Κρίστοφερ Πλάμερ, αλλά και τους Μπρούνο Γκαντζ, Γιούργκεν Προχνάου και Μάρτιν Λαντάου. Είναι μια ταινία δρόμου, συγχρόνως όμως και ένα σχετικά χαμηλών τόνων θρίλερ, το οποίο ωστόσο επιφυλάσσει στο τέλος μια μάλλον αναπάντεχη ανατροπή. Διερευνά το θέμα της μνήμης, διαθέτει κορυφώσεις και πιο "ήσυχα" διαστήματα (πριν την ανατροπή του τέλους βεβαίως) και θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Ποια είναι η προσωπική μας ευθύνη απέναντι σε συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα; Έχει νόημα η εκδίκηση και πόσο μπορεί να περιμένει κανείς για να ξεπληρώσει ένα χρέος; Πρέπει να παραγράφεται ένα μεγάλο έγκλημα όταν περάσουν πολλές δεκαετίες; Μήπως, τελικά, ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας;
Ενδιαφέρουσα ταινία - παρά το ότι μερικές φορές αναρωτήθηκα αν μπορεί ένας τόσο ηλικιωμένος άνθρωπος να κάνει όσα κάνει ο ήρωας, έστω και με την αδιάκοπη βοήθεια από το περίφημο γράμμα. Ενδιαφέρουσα ωστόσο, επαναλαμβάνω, αφού και μια σειρά από προβληματισμούς θέτει, αλλά και την παρακολούθησα με αμείωτη προσοχή - και ένταση σε κάποια σημεία. Βλέπετε, οι υπερήλικοι ήρωες μπορούν (ακόμη) να δημιουργούν σασπένς!
Τρίτη, Μαΐου 24, 2016
Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "TERMINAL" ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ
To 2004 o Steven Spielberg, πιστός στην "παιδικότητα" και στην συνήθως καλοπροαίρετη διάθεση απέναντι στα πάντα, γυρίζει το "The Terminal", μια αρκετά τολμηρή πάντως ταινία για τα μέτρα του, με την έννοια ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της περιπέτειας και του μεγάλου θεάματος που τον χαρακτηρίζει. Αντίθετα, το φιλμ είναι γυρισμένο ολόκληρο σε ένα αεροδρόμιο.
Ένας επισκέπτης από μια φανταστική ανατολική χώρα με ρωσική γλώσσα παγιδεύεται στην παρθενική του επίσκεψη στις ΗΠΑ στο αχανές αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης για γραφειοκρατικούς λόγους. Στη χώρα του έχει ξεσπάσει αιματηρό πραξικόπημα οπότε δεν μπορεί να επιστρέψει, ενώ τα χαρτιά του δεν ισχύουν πλέον για τις ΗΠΑ. Έτσι αναγκάζεται να ζήσει για καιρό στο αεροδρόμιο, σε μια "ουδέτερη ζώνη", όπου γνωρίζει τους πάντες, βοηθά, συνδέεται συναισθηματικά κλπ. κλπ.
Πρόκειται για ένα είδος ασυνήθιστης ρομαντικής κομεντί, με τις γλυκές και αστείες στιγμές να εναλλάσσονται με κάποιο σασπένς για την τύχη του ήρωα και ένα ίχνος κλειστοφοβικότητας από την ακούσια παγίδευσή του σε έναν και μόνο χώρο, όπου αναγκάζεται να οργανώσει από την αρχή τη ζωή του, περιμένοντας πάντοτε. Παράλληλα τα μηνύματα περί ανθρωπιάς, καλοσύνης, συγκινητικού σκοπού (γιατί ο Βίκτορ θέλει τόσο πολύ να πάει στην Αμερική;) και απόλυτης εμμονής σ' αυτόν, όσες αντιξοότητες και αν συμβούν, υπάρχουν κατά κόρον. Αλίμονο άλλωστε: Σε φιλμ του Σπίλμπεργκ βρισκόμαστε. Ο οποίος βεβαίως παραμένει μεγάλος παραμυθάς και δεινός αφηγητής και ικανός πάντοτε να δώσει σε οποιοδήποτε δημιούργημά του μια γλυκιά γεύση. Ευτυχώς το χάπι εντ δεν συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στο συγκεκριμένο φιλμ...
Φυσικά και περιέχει αρκετές αναληθοφάνειες (η οργάνωση της ζωής του Βίκτορ στο αεροδρόμιο, ο αλτρουισμός - σε βαθμό αυτοθυσίας - σχεδόν των πάντων και η συσπείρωσή τους απέναντι στον "κακό" προϊστάμενο, η εν γένει περιρρέουσα καλοσύνη με όλους σχεδόν τους χαρακτήρες συμπαθείς ή κατά βάθος συμπαθείς κλπ.). Αλλά, το ξαναείπαμε: Είμαστε στον κόσμο του Σπίλμπεργκ, και μάλιστα σε μια από τις μη περιπετειώδεις εκδοχές του. Δεν θα ήταν δυνατόν να λείπουν όλα αυτά. Οπότε, αν θέλετε, ξεχάστε τις όποιες απιθανότητες και αφεθείτε. Τότε μάλλον θα το απολαύσετε ως κάτι γλυκό, ίσως, συγκινητικό και μάλλον μη πιστευτό.
Ένας επισκέπτης από μια φανταστική ανατολική χώρα με ρωσική γλώσσα παγιδεύεται στην παρθενική του επίσκεψη στις ΗΠΑ στο αχανές αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης για γραφειοκρατικούς λόγους. Στη χώρα του έχει ξεσπάσει αιματηρό πραξικόπημα οπότε δεν μπορεί να επιστρέψει, ενώ τα χαρτιά του δεν ισχύουν πλέον για τις ΗΠΑ. Έτσι αναγκάζεται να ζήσει για καιρό στο αεροδρόμιο, σε μια "ουδέτερη ζώνη", όπου γνωρίζει τους πάντες, βοηθά, συνδέεται συναισθηματικά κλπ. κλπ.
Πρόκειται για ένα είδος ασυνήθιστης ρομαντικής κομεντί, με τις γλυκές και αστείες στιγμές να εναλλάσσονται με κάποιο σασπένς για την τύχη του ήρωα και ένα ίχνος κλειστοφοβικότητας από την ακούσια παγίδευσή του σε έναν και μόνο χώρο, όπου αναγκάζεται να οργανώσει από την αρχή τη ζωή του, περιμένοντας πάντοτε. Παράλληλα τα μηνύματα περί ανθρωπιάς, καλοσύνης, συγκινητικού σκοπού (γιατί ο Βίκτορ θέλει τόσο πολύ να πάει στην Αμερική;) και απόλυτης εμμονής σ' αυτόν, όσες αντιξοότητες και αν συμβούν, υπάρχουν κατά κόρον. Αλίμονο άλλωστε: Σε φιλμ του Σπίλμπεργκ βρισκόμαστε. Ο οποίος βεβαίως παραμένει μεγάλος παραμυθάς και δεινός αφηγητής και ικανός πάντοτε να δώσει σε οποιοδήποτε δημιούργημά του μια γλυκιά γεύση. Ευτυχώς το χάπι εντ δεν συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στο συγκεκριμένο φιλμ...
Φυσικά και περιέχει αρκετές αναληθοφάνειες (η οργάνωση της ζωής του Βίκτορ στο αεροδρόμιο, ο αλτρουισμός - σε βαθμό αυτοθυσίας - σχεδόν των πάντων και η συσπείρωσή τους απέναντι στον "κακό" προϊστάμενο, η εν γένει περιρρέουσα καλοσύνη με όλους σχεδόν τους χαρακτήρες συμπαθείς ή κατά βάθος συμπαθείς κλπ.). Αλλά, το ξαναείπαμε: Είμαστε στον κόσμο του Σπίλμπεργκ, και μάλιστα σε μια από τις μη περιπετειώδεις εκδοχές του. Δεν θα ήταν δυνατόν να λείπουν όλα αυτά. Οπότε, αν θέλετε, ξεχάστε τις όποιες απιθανότητες και αφεθείτε. Τότε μάλλον θα το απολαύσετε ως κάτι γλυκό, ίσως, συγκινητικό και μάλλον μη πιστευτό.
Κυριακή, Μαΐου 22, 2016
ΣΤΗ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ ΤΟΥ "MAGIC CHRSTIAN"
Στην ταραγμένη και γεμάτη επανάσταση δεκαετία του 60 είχαν γυριστεί πολλές ανατρεπτικές ταινίες. Ανάμεσα σ' αυτές και το "Magic Christian" του Joseph McGrath του 1969. Με ένα μάλλον ασυνήθιστο πρωταγωνιστικό δίδυμο (Πίτερ Σέλερς και Ρίνγκο Σταρ), με πολλές μικρές εμφανίσεις διασημοτήτων (Ρόμαν Πολάνσκι, Τζον Κλιζ, Ράκελ Ουέλς, Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Κρίστοφερ Λι, Γκράχαμ Τσάπμαν των Mody Python κ.ά.) και με τραγούδια του Paul McCartney και άλλων, θα ήθελε να είναι μια ανελέητη σάτιρα κάθε τι βρετανικού, δεν νομίζω όμως ότι είναι καλή ταινία.
Ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου Sir Guy Grand υιοθετεί έναν άστεγο νεαρό, ο οποίος αποκαλείται απλώς Youngman Grand, τον καθιστά μοναδικό κληρονόμο του και του αποδεικνύει από την πρώτη στιγμή και με πάμπολλους τρόπους τη βασική αρχή του: Ότι το χρήμα μπορεί να αγοράσει τα πάντα. Αποδεικνύοντάς το καταλύει και καταρρακώνει κάθε ηθική αρχή και, ιδιαίτερα, κάθε πιστεύω ή/και θεσμό της βρετανικής αυτοκρατορίας.
Η ταινία, το είπαμε, είναι μια απόλυτα ανατρεπτική σάτιρα και αναπτύσσεται μέσα σε εξ ίσου απόλυτα σουρεαλιστικό κλίμα. Διατηρεί μια περίπου σπονδυλωτή δομή, καθώς αποτελείται από πολλά "επεισόδια" (δίχως να χωρίζονται μεταξύ τους), σε καθένα από τα οποία ο πολυεκατομμυριούχος, υπό το άγρυπνο βλέμμα του θετού γιου του, που μοιάζει να συμφωνεί και να επιδοκιμάζει τα πάντα, διαλύει κάθε πιστεύω ή θεσμό: Από την αστυνομία και την τροχαία μέχρι τους καλούς τρόπους σε ακριβά εστιατόρια και από τον παραδοσιακό βρετανικό κωπηλατικό αγώνα Οξφόρδης - Κέμπριτζ έως τον βρετανικό ρατσισμό. Τα πάντα θα κορυφωθούν και θα οδηγηθούν σε απολυτο σουρελιστικό χάος με το παρθενικό ταξίδι του υπερπολυτελούς υπερωκεανίου "Magic Christian", με επιβάτες τους πλουσιότερους και σημαντικότερους ανθρώπους του κόσμου. Τόσο η βρετανική άρχουσα τάξη και αριστοκρατία (κυρίως), όσο και τα πιο χαμηλά στρώματα, ο "κοινός άνθρωπος" και η ηθική του, ή μάλλον οι αντοχές της ηθικής τους, βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο.
Καλά όλα αυτά και απολυτα ευπρόσδεκτα, το μεγάλο όμως πρόβλημα είναι ότι μάλλον δεν πρόκειται για καλή ταινία. Σήμερα φαίνεται εντελώς ξεπερασμένη, όχι ιδεολογικά κατά τη γνώμη μου αλλά αισθητικά και η θέασή της με κούρασε αρκετά. Μπορεί οι αναφορές στο κλίμα της μυθικής δεκαετίας να είναι συνεχείς (αντιπολεμικές διαδηλώσεις, Βιετνάμ, χασίς, χιπισμός κλπ.), αλλά φοβάμαι ότι ρυθμός δεν υπάρχει. Η ταινία θα ήθελε να έχει το στιλ και το πλήρως σουρεαλιστικό χιούμορ των Mody Python, οι οποίοι ξεκινούσαν το ανεπανάληπτο τηλεοπτικό Flying Circus τους ακριβώς τη χρονιά αυτή (δύο μέλη τους μάλιστα εμφανίζονται στο φιλμ), αλλά... καμία σχέση, αφού η κωμική ιδιοφυία της ομάδας είναι απλησίαστη.
Δείτε το αν θέλετε μόνο από καθαρή περιέργεια και για να επιβεβαιώσετε ιδίοις όμμασι την βαθύτατη ανατρεπτική διάθεση της δεκαετίας αυτής.
Ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου Sir Guy Grand υιοθετεί έναν άστεγο νεαρό, ο οποίος αποκαλείται απλώς Youngman Grand, τον καθιστά μοναδικό κληρονόμο του και του αποδεικνύει από την πρώτη στιγμή και με πάμπολλους τρόπους τη βασική αρχή του: Ότι το χρήμα μπορεί να αγοράσει τα πάντα. Αποδεικνύοντάς το καταλύει και καταρρακώνει κάθε ηθική αρχή και, ιδιαίτερα, κάθε πιστεύω ή/και θεσμό της βρετανικής αυτοκρατορίας.
Η ταινία, το είπαμε, είναι μια απόλυτα ανατρεπτική σάτιρα και αναπτύσσεται μέσα σε εξ ίσου απόλυτα σουρεαλιστικό κλίμα. Διατηρεί μια περίπου σπονδυλωτή δομή, καθώς αποτελείται από πολλά "επεισόδια" (δίχως να χωρίζονται μεταξύ τους), σε καθένα από τα οποία ο πολυεκατομμυριούχος, υπό το άγρυπνο βλέμμα του θετού γιου του, που μοιάζει να συμφωνεί και να επιδοκιμάζει τα πάντα, διαλύει κάθε πιστεύω ή θεσμό: Από την αστυνομία και την τροχαία μέχρι τους καλούς τρόπους σε ακριβά εστιατόρια και από τον παραδοσιακό βρετανικό κωπηλατικό αγώνα Οξφόρδης - Κέμπριτζ έως τον βρετανικό ρατσισμό. Τα πάντα θα κορυφωθούν και θα οδηγηθούν σε απολυτο σουρελιστικό χάος με το παρθενικό ταξίδι του υπερπολυτελούς υπερωκεανίου "Magic Christian", με επιβάτες τους πλουσιότερους και σημαντικότερους ανθρώπους του κόσμου. Τόσο η βρετανική άρχουσα τάξη και αριστοκρατία (κυρίως), όσο και τα πιο χαμηλά στρώματα, ο "κοινός άνθρωπος" και η ηθική του, ή μάλλον οι αντοχές της ηθικής τους, βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο.
Καλά όλα αυτά και απολυτα ευπρόσδεκτα, το μεγάλο όμως πρόβλημα είναι ότι μάλλον δεν πρόκειται για καλή ταινία. Σήμερα φαίνεται εντελώς ξεπερασμένη, όχι ιδεολογικά κατά τη γνώμη μου αλλά αισθητικά και η θέασή της με κούρασε αρκετά. Μπορεί οι αναφορές στο κλίμα της μυθικής δεκαετίας να είναι συνεχείς (αντιπολεμικές διαδηλώσεις, Βιετνάμ, χασίς, χιπισμός κλπ.), αλλά φοβάμαι ότι ρυθμός δεν υπάρχει. Η ταινία θα ήθελε να έχει το στιλ και το πλήρως σουρεαλιστικό χιούμορ των Mody Python, οι οποίοι ξεκινούσαν το ανεπανάληπτο τηλεοπτικό Flying Circus τους ακριβώς τη χρονιά αυτή (δύο μέλη τους μάλιστα εμφανίζονται στο φιλμ), αλλά... καμία σχέση, αφού η κωμική ιδιοφυία της ομάδας είναι απλησίαστη.
Δείτε το αν θέλετε μόνο από καθαρή περιέργεια και για να επιβεβαιώσετε ιδίοις όμμασι την βαθύτατη ανατρεπτική διάθεση της δεκαετίας αυτής.
Πέμπτη, Μαΐου 19, 2016
"Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ" Ή ΟΙ ΒΕΔΟΥΙΝΟΙ ΚΑΙ Η ΔΥΣΗ
"Ο Λύκος της Ερήμου" (Theeb) είναι το πρώτο φιλμ παραγωγής Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων που βλέπω και γυρίστηκε το 2015 από τον πρωτοεμφανιζόμενο ιορδανό Naji Abu Nowar. Διαδραματίζεται στην έρημο κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου, την εποχή δηλαδή που στις αραβικές χώρες έδρασε ο Λόρενς της Αραβίας (και στην ίδια ιορδανική έρημο όπου γυρίστηκε κι αυτός).
Ένας άγγλος στρατιωτικός φτάνει σε μια φυλή βεδουίνων με τον άραβα οδηγό του. Οι νόμοι της φυλής προστάζουν φιλοξενία στους ξένους, αλλά και παροχή βοήθειας. Όταν ο ξένος ζητά να τον οδηγήσουν σε ένα αρχαίο ρωμαϊκό πηγάδι στην έρημο, στέλνεται σαν οδηγός ο δεύτερος γιος του πρόσφατα πεθαμένου σεϊχη της φυλής. Ο μικρός αδελφός του όμως Τεέμπ τους ακολουθεί κρυφά και, όταν τα γεγονότα παίρνουν τραγική τροπή, ο μικρός βρίσκεται μόνος στην έρημο πασχίζοντας να επιβιώσει.
Ταινία επιβίωσης - και δραματικής, βίαιης ενηλικίωσης - αλλά και περιπέτεια που κρατά τον θεατή, το φιλμ, εκτός από τον εκφραστικό μικρό, έχει νομίζω σαν ουσιαστικό πρωταγωνιστή το ίδιο το τοπίο της ερήμου, γυμνό, ανοιχτό, λαβυρινθώδες ακριβώς λόγω της ομοιομορφίας και της απλότητάς του. Πώς μπορεί να επιβιώσει κάποιος σ' αυτό, πώς μπορεί να βρει τα απολύτως απαραίτητα; Η έννοια της λιτότητας αποτελεί βασικό μοτίβο της ταινίας. Απλή κινηματογράφηση, ελάχιστα αντικείμενα, οπότε κάθε πράγμα, το παραμικρό, όσο ευτελές και να είναι, μοιάζει να έχει ιδιαίτερη αξία.
Στην ουσία όμως έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ που μιλά για τη σχέση της Δύσης με τους ανεπηρέαστους ακόμα απ' αυτή νομάδες. Οι δυτικοί είναι "απελευθερωτές" (όντως τότε οι άραβες ελευθερώθηκαν από τον οθωμανικό ζυγό), ταυτόχρονα όμως, ως γνωστόν, κυνηγούν τα δικά τους συμφέροντα. Η ταινία είναι έμμεσα και έξυπνα πολιτική. Δεν δείχνει κάποια ωμή επέμβαση, σφαγές ή ότι άλλο κραυγαλέο. Ο πόλεμος γίνεται κάπου μακριά από την αιώνια θαρρείς ησυχία της ερήμου και η φυλή ελάχιστα ξερει γι' αυτόν. Κι όμως και μόνο η παρουσία του βρετανού, τα πράγματα που κουβαλά, τα όσα θα συμβούν στο ταξίδι προς το πηγάδι, θα αλλάξουν τους βεδουίνους για πάντα. Δεν είναι (μόνο) θέμα ξένου δάχτυλου ή κανονικού ιμπεριαλισμού. Και μόνο η επαφή μπορεί να αλλάξει μια αρχαία, μη εξελισσόμενη κουλτούρα. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή (π.χ. το τρένο που περνά, τα χρήματα κλπ.) είναι που δείχνεται έξυπνα, δίχως να φαίνεται σε πρώτη ματιά ότι πρόκειται για το βασικό θέμα. Και, σημειωτέον, επειδή υπάρχει σαφής διαλεκτική ματιά, η παλιά κουλτούρα δεν εξωραϊζεται σε καμία περίπτωση. Η ζωή ήταν κάτι παραπάνω από σκληρή, η επιβίωση πάντοτε δύσκολη. Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, ένας παλιός κόσμος πεθαίνει και ένας νέος (καθόλου καλύτερος ίσως) γεννιέται.
Ενδιαφέρουσα ταινία που κατάφερε να φτάσει μέχρι τις οσκαρικές υποψηφιότητες για ξενόγλωσσο φιλμ.
Ένας άγγλος στρατιωτικός φτάνει σε μια φυλή βεδουίνων με τον άραβα οδηγό του. Οι νόμοι της φυλής προστάζουν φιλοξενία στους ξένους, αλλά και παροχή βοήθειας. Όταν ο ξένος ζητά να τον οδηγήσουν σε ένα αρχαίο ρωμαϊκό πηγάδι στην έρημο, στέλνεται σαν οδηγός ο δεύτερος γιος του πρόσφατα πεθαμένου σεϊχη της φυλής. Ο μικρός αδελφός του όμως Τεέμπ τους ακολουθεί κρυφά και, όταν τα γεγονότα παίρνουν τραγική τροπή, ο μικρός βρίσκεται μόνος στην έρημο πασχίζοντας να επιβιώσει.
Ταινία επιβίωσης - και δραματικής, βίαιης ενηλικίωσης - αλλά και περιπέτεια που κρατά τον θεατή, το φιλμ, εκτός από τον εκφραστικό μικρό, έχει νομίζω σαν ουσιαστικό πρωταγωνιστή το ίδιο το τοπίο της ερήμου, γυμνό, ανοιχτό, λαβυρινθώδες ακριβώς λόγω της ομοιομορφίας και της απλότητάς του. Πώς μπορεί να επιβιώσει κάποιος σ' αυτό, πώς μπορεί να βρει τα απολύτως απαραίτητα; Η έννοια της λιτότητας αποτελεί βασικό μοτίβο της ταινίας. Απλή κινηματογράφηση, ελάχιστα αντικείμενα, οπότε κάθε πράγμα, το παραμικρό, όσο ευτελές και να είναι, μοιάζει να έχει ιδιαίτερη αξία.
Στην ουσία όμως έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ που μιλά για τη σχέση της Δύσης με τους ανεπηρέαστους ακόμα απ' αυτή νομάδες. Οι δυτικοί είναι "απελευθερωτές" (όντως τότε οι άραβες ελευθερώθηκαν από τον οθωμανικό ζυγό), ταυτόχρονα όμως, ως γνωστόν, κυνηγούν τα δικά τους συμφέροντα. Η ταινία είναι έμμεσα και έξυπνα πολιτική. Δεν δείχνει κάποια ωμή επέμβαση, σφαγές ή ότι άλλο κραυγαλέο. Ο πόλεμος γίνεται κάπου μακριά από την αιώνια θαρρείς ησυχία της ερήμου και η φυλή ελάχιστα ξερει γι' αυτόν. Κι όμως και μόνο η παρουσία του βρετανού, τα πράγματα που κουβαλά, τα όσα θα συμβούν στο ταξίδι προς το πηγάδι, θα αλλάξουν τους βεδουίνους για πάντα. Δεν είναι (μόνο) θέμα ξένου δάχτυλου ή κανονικού ιμπεριαλισμού. Και μόνο η επαφή μπορεί να αλλάξει μια αρχαία, μη εξελισσόμενη κουλτούρα. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή (π.χ. το τρένο που περνά, τα χρήματα κλπ.) είναι που δείχνεται έξυπνα, δίχως να φαίνεται σε πρώτη ματιά ότι πρόκειται για το βασικό θέμα. Και, σημειωτέον, επειδή υπάρχει σαφής διαλεκτική ματιά, η παλιά κουλτούρα δεν εξωραϊζεται σε καμία περίπτωση. Η ζωή ήταν κάτι παραπάνω από σκληρή, η επιβίωση πάντοτε δύσκολη. Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, ένας παλιός κόσμος πεθαίνει και ένας νέος (καθόλου καλύτερος ίσως) γεννιέται.
Ενδιαφέρουσα ταινία που κατάφερε να φτάσει μέχρι τις οσκαρικές υποψηφιότητες για ξενόγλωσσο φιλμ.
Τρίτη, Μαΐου 17, 2016
ΣΤΟΝ ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΟ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΩΔΗ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "PANIC ROOM"
Το "Panic Room" γυρίστηκε το 2002 και είναι η 5η ταινία του David Fincher. Και, είτε μας αρέσει ωε θρίλερ είτε όχι, επιδεικνύει και εδώ τη σκηνοθετική του ικανότητα.
Μια διαζευγμένη γυναίκα με την κόρη της μετακομίζουν σε ένα αχανές πραγματικά σπίτι στο Μανχάταν (καθότι ο πρώην σύζυγος είναι πολύ πλούσιος και μπορεί να αντέξει το οικονομικό βάρος). Το σπίτι διαθέτει και "panic room", ένα δωμάτιο δηλαδή πλήρως εφοδιασμένο με τα πάντα (και με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας) και πραγματικά απαραβίαστο, στο οποίο καταφεύγουν οι ένοικοι σε περίπτωση "πολιορκίας" από κάθε λογής ανεπιθύμητους "επισκέπτες". Την πρώτη κιόλας νύχτα στο νέο σπίτι - και όχι ακριβώς συμπτωματικά - τρεις τύποι θα διεισδύσουν ψάχνοντας κάτι πολύτιμο που κρύβεται σ' αυτό. Οι δύο ένοικοι θα καταφύγουν φυσικά στο περίφημο panic room και ένα αγωνιώδες και θανάσιμο, τελικά, παιχνίδι γάτας - ποντικού θα ξεκινήσει.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία και μόνο νύχτα και είναι ένα θρίλερ απ' αυτά που, λεπτό προς λεπτό, παίζουν με τα νεύρα του θεατή. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μονομαχία ευφυίας ανάμεσα στη Τζόντι Φόστερ (την ένοικο) και έναν από τους τρεις κλέφτες (τον πολύ καλό Φόρεστ Γουαϊτέκερ), των οποίων οι συνεχείς εξαιρετικές ιδέες αποκρούονται διαρκώς από εξ ίσου ευφυείς "απαντήσεις" του/της άλλου/ης. Ταυτόχρονα μια πιο ανθρώπινη σχέση - πέραν αυτής του θύτη / θύματος - αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Εννοείται ότι καθ' όλη τη διάρκεια το σασπένς παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Στο τέλος υπάρχουν και κάποια μηνύματα για την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τη λατρεία του άχρηστου (είναι πραγματικά, αν το καλοσκεφτείτε, άχρηστη και υπερφίαλο σαν ενέργεια η αγορά ή ενοικίαση ενός τόσο πελώριου σπίτιού για δύο μόλις άτομα).
Η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Φίντσερ, οι παράξενες γωνίες λήψης, η κάμερα που διαρκώς κινείται και αγγίζει θαρρείς, σέρνεται, σε όλα σχεδον τα σημεία του δαιδαλώδους οικήματος, καθιστούν το ίδιο σπίτι ουσιαστικό πρωταγωνιστή του φιλμ.Επίσης αναπτύσσεται μια έντονη αίσθηση κλειστοφοβίας, βασικό στοιχείο της ταινίας. Προσωπικά πάντως δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες του σκηνοθέτη, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα απλώς καλό, καλογυρισμένο θρίλερ, ενώ ο Φίντσερ έχει κάνει πολύ πιο πολυπλοκα πράγματα.Ωστόσο παραμένει απολαυστικό.
Υ: Η Φόστερ επανέλαβε λίγα χρόνια μετά τον ίδιο περίπου ρόλο, της σχεδόν υστερικής, πλην όμως σούπερ δυναμικής και εφευρετικής μητέρας, στο Flightplan, το οποίο όμως είναι σαφώς κατώτερο κατά τη γνώμη μου. Δεν είναι Φίντσερ βλέπετε. Ούτε κατά διανοια...
Μια διαζευγμένη γυναίκα με την κόρη της μετακομίζουν σε ένα αχανές πραγματικά σπίτι στο Μανχάταν (καθότι ο πρώην σύζυγος είναι πολύ πλούσιος και μπορεί να αντέξει το οικονομικό βάρος). Το σπίτι διαθέτει και "panic room", ένα δωμάτιο δηλαδή πλήρως εφοδιασμένο με τα πάντα (και με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας) και πραγματικά απαραβίαστο, στο οποίο καταφεύγουν οι ένοικοι σε περίπτωση "πολιορκίας" από κάθε λογής ανεπιθύμητους "επισκέπτες". Την πρώτη κιόλας νύχτα στο νέο σπίτι - και όχι ακριβώς συμπτωματικά - τρεις τύποι θα διεισδύσουν ψάχνοντας κάτι πολύτιμο που κρύβεται σ' αυτό. Οι δύο ένοικοι θα καταφύγουν φυσικά στο περίφημο panic room και ένα αγωνιώδες και θανάσιμο, τελικά, παιχνίδι γάτας - ποντικού θα ξεκινήσει.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία και μόνο νύχτα και είναι ένα θρίλερ απ' αυτά που, λεπτό προς λεπτό, παίζουν με τα νεύρα του θεατή. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μονομαχία ευφυίας ανάμεσα στη Τζόντι Φόστερ (την ένοικο) και έναν από τους τρεις κλέφτες (τον πολύ καλό Φόρεστ Γουαϊτέκερ), των οποίων οι συνεχείς εξαιρετικές ιδέες αποκρούονται διαρκώς από εξ ίσου ευφυείς "απαντήσεις" του/της άλλου/ης. Ταυτόχρονα μια πιο ανθρώπινη σχέση - πέραν αυτής του θύτη / θύματος - αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Εννοείται ότι καθ' όλη τη διάρκεια το σασπένς παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Στο τέλος υπάρχουν και κάποια μηνύματα για την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τη λατρεία του άχρηστου (είναι πραγματικά, αν το καλοσκεφτείτε, άχρηστη και υπερφίαλο σαν ενέργεια η αγορά ή ενοικίαση ενός τόσο πελώριου σπίτιού για δύο μόλις άτομα).
Η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Φίντσερ, οι παράξενες γωνίες λήψης, η κάμερα που διαρκώς κινείται και αγγίζει θαρρείς, σέρνεται, σε όλα σχεδον τα σημεία του δαιδαλώδους οικήματος, καθιστούν το ίδιο σπίτι ουσιαστικό πρωταγωνιστή του φιλμ.Επίσης αναπτύσσεται μια έντονη αίσθηση κλειστοφοβίας, βασικό στοιχείο της ταινίας. Προσωπικά πάντως δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες του σκηνοθέτη, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα απλώς καλό, καλογυρισμένο θρίλερ, ενώ ο Φίντσερ έχει κάνει πολύ πιο πολυπλοκα πράγματα.Ωστόσο παραμένει απολαυστικό.
Υ: Η Φόστερ επανέλαβε λίγα χρόνια μετά τον ίδιο περίπου ρόλο, της σχεδόν υστερικής, πλην όμως σούπερ δυναμικής και εφευρετικής μητέρας, στο Flightplan, το οποίο όμως είναι σαφώς κατώτερο κατά τη γνώμη μου. Δεν είναι Φίντσερ βλέπετε. Ούτε κατά διανοια...
Δευτέρα, Μαΐου 16, 2016
ΕΝΑ ΧΟΡΤΑΣΤΙΚΟ {ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ" "ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ"
"Το Βιβλίο της Ζούγκλας" (ο γνωστός Μόγλης δηλαδή) του Κίπλινγκ έχει μεταφερθεί στην οθόνη πολλές φορές είτε σαν κανονική ταινία είτε σαν κινούμενο σχέδιο της Disney (από τα γνωστότερά της). Το 2016, από την ίδια εταιρία, επιχειρείται και πάλι μια θεαματικότατη μεταφορά δια χειρός Jon Favreau, και νομίζω ότι το εγχείρημα πετυχαίνει.
Ο Μόγλης, ένα μικρό αγόρι, βρίσκεται εγκαταλειμμένο στην ινδική ζούγκλα, ανατρέφεται από μια αγέλη λύκων, μιλά τη γλώσσα των ζώων και ζει ευτυχισμένος στην άγρια ζούγκλα. Η ανέμελη ζωή του όμως θα διακοπεί από την επιστροφή του άγριου, δεσποτικού και εκδικητικού τίγρη Σιρ χαν, που απαιτεί το αγόρι νεκρό. Ο Μόγλης θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την αγέλη και, με βασικούς φίλους τον πάνθηρα Μπαγκίρα και την αρκούδα Μπαλού θα αγωνιστεί για την επιβίωση.
Η ταινία διαθέτει ως πρωταγωνιστή τον 12χρονο ινδοαμερικανό Νιλ Σέθι... και όλα τα υπόλοιπα είναι κατασκευασμένα σε στούντιο, ενώ τα ομιλούντα ζώα, εκπληκτικού πραγματικά ρεαλισμού, είναι ψηφιακά (και τα αποτελέσματα απίστευτα). Αυτός ο "κατασκευασμένος" ρεαλισμός είναι και το ατού του φιλμ (προσέξτε ότι ακόμα και ο Μόγλης έχει πλήθος μόνιμες ουλές, όπως θα έπρεπε να έχει ένα αγόρι μεγαλωμένο με τέτοιο τρόπο). Αλλά και η ιστορία έχει αρκετά ενήλικα στοιχεία: Διαλεκτική σχέση με τη φύση, που είναι πανέμορφη, αγνή, αλλά και άγρια, σκληρή, τρομακτική, συχνά δολοφονική, διαλεκτική σχέση με τη φωτιά (τους ανθρώπους δηλαδή), που είναι ταυτόχρονα εφευρετικοί, δημιουργικοί, αλλά και καταστροφείς, ενώ υπάρχουν οικολογικά μηνύματα και αλληγορικές αναφορές στο σεβασμό της διαφορετικότητας, τη συλλογική συνείδηση (ζητούμενο στην εποχή μας), την αντίσταση στο δεσποτισμό κλπ.
Όλα αυτά δοσμένα με σασπένς και την κλασική ανάμιξη συγκίνησης - χιούμορ, πάνω απ' όλα όμως πολύ θεαματικά. Όπως καταλάβατε, αν και ενήλικος, το ευχαριστήθηκα. Αν έπρεπε να το χαρακτηρίσω με μια λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστικό".
Ο Μόγλης, ένα μικρό αγόρι, βρίσκεται εγκαταλειμμένο στην ινδική ζούγκλα, ανατρέφεται από μια αγέλη λύκων, μιλά τη γλώσσα των ζώων και ζει ευτυχισμένος στην άγρια ζούγκλα. Η ανέμελη ζωή του όμως θα διακοπεί από την επιστροφή του άγριου, δεσποτικού και εκδικητικού τίγρη Σιρ χαν, που απαιτεί το αγόρι νεκρό. Ο Μόγλης θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την αγέλη και, με βασικούς φίλους τον πάνθηρα Μπαγκίρα και την αρκούδα Μπαλού θα αγωνιστεί για την επιβίωση.
Η ταινία διαθέτει ως πρωταγωνιστή τον 12χρονο ινδοαμερικανό Νιλ Σέθι... και όλα τα υπόλοιπα είναι κατασκευασμένα σε στούντιο, ενώ τα ομιλούντα ζώα, εκπληκτικού πραγματικά ρεαλισμού, είναι ψηφιακά (και τα αποτελέσματα απίστευτα). Αυτός ο "κατασκευασμένος" ρεαλισμός είναι και το ατού του φιλμ (προσέξτε ότι ακόμα και ο Μόγλης έχει πλήθος μόνιμες ουλές, όπως θα έπρεπε να έχει ένα αγόρι μεγαλωμένο με τέτοιο τρόπο). Αλλά και η ιστορία έχει αρκετά ενήλικα στοιχεία: Διαλεκτική σχέση με τη φύση, που είναι πανέμορφη, αγνή, αλλά και άγρια, σκληρή, τρομακτική, συχνά δολοφονική, διαλεκτική σχέση με τη φωτιά (τους ανθρώπους δηλαδή), που είναι ταυτόχρονα εφευρετικοί, δημιουργικοί, αλλά και καταστροφείς, ενώ υπάρχουν οικολογικά μηνύματα και αλληγορικές αναφορές στο σεβασμό της διαφορετικότητας, τη συλλογική συνείδηση (ζητούμενο στην εποχή μας), την αντίσταση στο δεσποτισμό κλπ.
Όλα αυτά δοσμένα με σασπένς και την κλασική ανάμιξη συγκίνησης - χιούμορ, πάνω απ' όλα όμως πολύ θεαματικά. Όπως καταλάβατε, αν και ενήλικος, το ευχαριστήθηκα. Αν έπρεπε να το χαρακτηρίσω με μια λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστικό".
Παρασκευή, Μαΐου 13, 2016
ΣΤΟΝ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΟΥ "LEAVE HER TO HEAVEN"
Υπάρχουν ταινίες που βασικό τους θέμα έχουν μια ψυχικά άρρωστη προσωπικότητα. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει το "Leave Her to Heaven" (ο ελληνικός τίλος ήταν "Ας την Κρίνει ο Θεός"), που γύρισε το 1945 ο John M. Stahl (1886-1950), με την πανέμορφη Τζιν Τίρνεϊ στον βασικό ρόλο.
Ένας συγγραφέας συναντά στο τρένο και ερωτεύεται μια όμορφη νεαρή. Εκείνη ανταποδίδει τον έρωτά του και σύντομα παντρεύονται. Από εκεί και πέρα ένα διαφορετικό πρόσωπο της κοπέλας θα αρχίσει να διαφαίνεται: Η παθολογική ζήλια της, η φοβερή ανάγκη της για αποκλειστικότητα, η ασφυκτική της αντίληψη για τον έρωτα, θα μετατρέψουν τον αρχικό παράδεισο σε κόλαση, ενώ όσοι περιβάλλουν το ζευγάρι αρχίζουν να κινδυνεύουν όλο και περισσότερο...
Η ταινία είναι δύσκολο να καταταχτεί σε είδος. Μερικοί τη θεωρούν νουάρ, καθώς στο κέντρο της βρίσκεται μια μοιραία και άκρως επικίνδυνη γυναίκα. Υπάρχουν όμως και πολλά στοιχεία μελοδράματος και κάπου θυμίζει ακόμα και σαπουνόπερα - πολύ διεστραμμένη όμως. Από την άλλη, αντίθετα απ' ότι θα περίμενε κανείς, το φιλμ είναι έγχρωμο, και μάλιστα με έντονα τεχνικολόρ χρώματα και απόλυτα καρτποσταλική φωτογραφική άποψη. Ακριβώς αυτή η αμερικάνικη καρτποσταλική (επαναλαμβάνω) ατμόσφαιρα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κάθε άλλο παρά φυσιολογικά συμβαίνουν. Αυτή ακριβώς η σύγκρουση είναι που κάνει τόσο παράξενη και ιδιάιτερη την ταινία αυτή.
Το φιλμ φτάνει το πάθος και την ανάγκη για κατοχή του άλλου στα όριά τους. Κάπου θυμίζει Χίτσκοκ, ίσως όμως εδώ να έχουμε να κάνουμε με πιο "άρρωστο" χαρακτήρα από τον μέσο όρο των ηρώων του μεγάλου δημιουργού. Το ειδυλλιακό περιβάλλον (περιβάλλοντα μάλλον, αφού οι ήρωες αλλάζουν τόπους διαμονής) μπορεί να εκληφθεί ακόμα και σαν ένα είδος κριτικής στο "αμερικάνικο όνειρο", αφού κάτω από την υπέροχη, ονειρική, λουστραρισμένη επιφάνεια μπορεί να κρύβεται οτιδήποτε. Εδώ βέβαια δεν υπάρχει κάποιο είδος κοινωνικής ή, πολύ περισσότερο, πολιτικής κριτικής. Εδώ ο κίνδυνος και η αρρώστεια δεν βρίσκονται στον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μέσα μας. Κι αυτό είναι τρομακτικό!
Από τις πλέον ιδιόρυθμες κλασικές χολιγουντιανές ταινίες και μάλλον αταξινόμητη σε είδος (πολλοί αρνούνται να τη θεωρήσουν νουάρ και αυτό είναι κατανοητό), νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την ψάξετε. Και να "παγώσετε" τελικά με το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ψυχική διαστροφή...
Ένας συγγραφέας συναντά στο τρένο και ερωτεύεται μια όμορφη νεαρή. Εκείνη ανταποδίδει τον έρωτά του και σύντομα παντρεύονται. Από εκεί και πέρα ένα διαφορετικό πρόσωπο της κοπέλας θα αρχίσει να διαφαίνεται: Η παθολογική ζήλια της, η φοβερή ανάγκη της για αποκλειστικότητα, η ασφυκτική της αντίληψη για τον έρωτα, θα μετατρέψουν τον αρχικό παράδεισο σε κόλαση, ενώ όσοι περιβάλλουν το ζευγάρι αρχίζουν να κινδυνεύουν όλο και περισσότερο...
Η ταινία είναι δύσκολο να καταταχτεί σε είδος. Μερικοί τη θεωρούν νουάρ, καθώς στο κέντρο της βρίσκεται μια μοιραία και άκρως επικίνδυνη γυναίκα. Υπάρχουν όμως και πολλά στοιχεία μελοδράματος και κάπου θυμίζει ακόμα και σαπουνόπερα - πολύ διεστραμμένη όμως. Από την άλλη, αντίθετα απ' ότι θα περίμενε κανείς, το φιλμ είναι έγχρωμο, και μάλιστα με έντονα τεχνικολόρ χρώματα και απόλυτα καρτποσταλική φωτογραφική άποψη. Ακριβώς αυτή η αμερικάνικη καρτποσταλική (επαναλαμβάνω) ατμόσφαιρα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κάθε άλλο παρά φυσιολογικά συμβαίνουν. Αυτή ακριβώς η σύγκρουση είναι που κάνει τόσο παράξενη και ιδιάιτερη την ταινία αυτή.
Το φιλμ φτάνει το πάθος και την ανάγκη για κατοχή του άλλου στα όριά τους. Κάπου θυμίζει Χίτσκοκ, ίσως όμως εδώ να έχουμε να κάνουμε με πιο "άρρωστο" χαρακτήρα από τον μέσο όρο των ηρώων του μεγάλου δημιουργού. Το ειδυλλιακό περιβάλλον (περιβάλλοντα μάλλον, αφού οι ήρωες αλλάζουν τόπους διαμονής) μπορεί να εκληφθεί ακόμα και σαν ένα είδος κριτικής στο "αμερικάνικο όνειρο", αφού κάτω από την υπέροχη, ονειρική, λουστραρισμένη επιφάνεια μπορεί να κρύβεται οτιδήποτε. Εδώ βέβαια δεν υπάρχει κάποιο είδος κοινωνικής ή, πολύ περισσότερο, πολιτικής κριτικής. Εδώ ο κίνδυνος και η αρρώστεια δεν βρίσκονται στον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μέσα μας. Κι αυτό είναι τρομακτικό!
Από τις πλέον ιδιόρυθμες κλασικές χολιγουντιανές ταινίες και μάλλον αταξινόμητη σε είδος (πολλοί αρνούνται να τη θεωρήσουν νουάρ και αυτό είναι κατανοητό), νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την ψάξετε. Και να "παγώσετε" τελικά με το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ψυχική διαστροφή...
Τετάρτη, Μαΐου 11, 2016
"Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ" ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ "ΕΤ" ΚΑΙ ΤΩΝ "ΣΤΕΝΩΝ ΕΠΑΦΩΝ"
Ο Jeff Nichols είναι σίγουρα ένας αξιόλογος σύγχρονος δημιουργός, αφού τα φιλμ του δεν είναι ποτέ αδιάφορα (τουλάχιστον). Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι μου αρέσουν, αλλά... κάτι έχουν (θετικό εννοώ). Το ίδιο συμβαίνει και με τον "Εκλεκτό της Νύχτας" (Midnight Special) του 2016.
Ένας πατέρας απαγάγει τον μικρό γιο του από μια θρησκευτική αίρεση (στην οποία ανήκει και ο ίδιος) και προσπαθεί να διαφύγει με τη βοήθεια ενός φίλου του. Στα χνάρια του βρίσκεται φυσικά η αίρεση, αλλά και η αστυνομία και το FBI, αφού ο μικρός μοιάζει να έχει υπερφυσικές ιδιότητες: Μεταξύ άλλων μπορεί να υποκλέπτει κάθε λογής σήματα, από εκπομπές ραδιοφώνου έως άκρως απόρρητα κυβερνητικά σήματα, ενώ κάτι συμβαίνει με τα μάτια του και όσα αυτά εκπέμπουν...
Όπως και στην προηγούμενή του ταινία, το "Καταφύγιο", έχουμε και εδώ έναν άνθρωπο με εμμονές, που τα βάζει με ένα ολόκληρο σύστημα προκειμένου να κάνει αυτό που πιστεύει. Σε μας μένει να κρίνουμε αν σε περιπτώσεις όπως αυτή "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", αφού ο ήρωας δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ξαναπάρει και να κρύψει τον γιο του. Στο μεταξύ παρακολουθούμε ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το οποίο όμως - παρά το ότι η ιστορία μοιάζει - δεν έχει να κάνει καθόλου με τις υπερηρωικές ταινίες που έχουν σε βαθμό κακουργήματος πλημμυρίσει τις οθόνες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία χαρακτήρων, η οποία βεβαίως διαθέτει και το απαιτούμενο σασπένς. Και βέβαια τα δεν μπορούν να μη μας έρθουν στο νου ιστορίες όπως αυτές του "ΕΤ" ή των "Στενών Επαφών".
Ωστόσο προσωπικά βρήκα την ιστορία μάλλον απλοϊκή και την σχεδόν μεταφυσική εξήγηση κάπως εύκολη. Θα επιμείνω ωστόσο ότι ενδιαφέρον υπάρχει, ακόμα και στο ότι, όπως προανέφερα, διαφοροποιείται αισθητά από τα σούπερηρωικά κλισέ. Εξ άλλου εκτιμώ το προσωπικό στιλ - και τις εμμονές αν θέλετε - του Nichols, αφού μοιάζει να διαθέτει ένα δικό του ύφος, που δίνει βάρος στους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους και όχι στο συνεχές κυνηγητό και τα εφέ, παρά το ότι κινείται στο χώρο του φανταστικού. Ενδιαφέρον λοιπόν, αλλά...
Ένας πατέρας απαγάγει τον μικρό γιο του από μια θρησκευτική αίρεση (στην οποία ανήκει και ο ίδιος) και προσπαθεί να διαφύγει με τη βοήθεια ενός φίλου του. Στα χνάρια του βρίσκεται φυσικά η αίρεση, αλλά και η αστυνομία και το FBI, αφού ο μικρός μοιάζει να έχει υπερφυσικές ιδιότητες: Μεταξύ άλλων μπορεί να υποκλέπτει κάθε λογής σήματα, από εκπομπές ραδιοφώνου έως άκρως απόρρητα κυβερνητικά σήματα, ενώ κάτι συμβαίνει με τα μάτια του και όσα αυτά εκπέμπουν...
Όπως και στην προηγούμενή του ταινία, το "Καταφύγιο", έχουμε και εδώ έναν άνθρωπο με εμμονές, που τα βάζει με ένα ολόκληρο σύστημα προκειμένου να κάνει αυτό που πιστεύει. Σε μας μένει να κρίνουμε αν σε περιπτώσεις όπως αυτή "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", αφού ο ήρωας δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ξαναπάρει και να κρύψει τον γιο του. Στο μεταξύ παρακολουθούμε ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το οποίο όμως - παρά το ότι η ιστορία μοιάζει - δεν έχει να κάνει καθόλου με τις υπερηρωικές ταινίες που έχουν σε βαθμό κακουργήματος πλημμυρίσει τις οθόνες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία χαρακτήρων, η οποία βεβαίως διαθέτει και το απαιτούμενο σασπένς. Και βέβαια τα δεν μπορούν να μη μας έρθουν στο νου ιστορίες όπως αυτές του "ΕΤ" ή των "Στενών Επαφών".
Ωστόσο προσωπικά βρήκα την ιστορία μάλλον απλοϊκή και την σχεδόν μεταφυσική εξήγηση κάπως εύκολη. Θα επιμείνω ωστόσο ότι ενδιαφέρον υπάρχει, ακόμα και στο ότι, όπως προανέφερα, διαφοροποιείται αισθητά από τα σούπερηρωικά κλισέ. Εξ άλλου εκτιμώ το προσωπικό στιλ - και τις εμμονές αν θέλετε - του Nichols, αφού μοιάζει να διαθέτει ένα δικό του ύφος, που δίνει βάρος στους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους και όχι στο συνεχές κυνηγητό και τα εφέ, παρά το ότι κινείται στο χώρο του φανταστικού. Ενδιαφέρον λοιπόν, αλλά...
Τετάρτη, Απριλίου 27, 2016
ΕΝΑ "ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ" ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ
"Το Ηφαίστειο" (Ixcanul) γυρίστηκε το 2015 από τον Jayro Bustamante (είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του) και είναι η μοναδική από τη Γουατεμάλα που έχω δει. Το ενδιαφέρον της έγκειται, κυρίως στην κατάδειξη της στερημένης ζωής των σύγχρονων ινδιάνων εκεί.
Η ηρωίδα είναι μια 17χρονη ιθαγενής που ζει σε χωριό στους πρόποδες ενεργού ηφαιστείου. Η οικογένειά της έχει κανονίσει να την παντρέψει με τον εύπορο για τα δεδομένα της περιοχής επιστάτη μιας μεγάλης φυτείας καφέ, εκείνη όμως ερωτεύεται έναν νομάδα εργάτη της φυτείας, μένει έγκυος απ' αυτόν και, όταν εκείνος την εγκαταλείπει, αρχίζουν τα προβλήματά της. Ωστόσο, ούτως ή άλλως, η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη.
Η ταινία ρίχνει φως σε έναν κόσμο και μια κουλτούρα που αγνοούμε. Αυτόν των ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής, απογόνων των Μάγιας (η ομοιότητα της πρωταγωνίστριας με τις υπάρχουσες εικόνες των Μάγιας είναι χαρακτηριστική). Οι άνθρωποι αυτοί, αγρότες οι περισσότεροι, ζουν σε απόλυτη φτώχεια δουλεύοντας σε φυτείες καφέ. Ελάχιστα υπάρχοντα, ελάχιστοι τρόποι για να ξεφύγεις - αν και οι νέοι ονειρεύονται να πάνε στις ΗΠΑ, όπου "όλοι έχουν αυτοκίνητα και κήπους". Όσο για τις ΗΠΑ, βρίσκονται "πίσω από το βουνό με το ηφαίστειο, μόνο που... μεσολαβεί το Μεξικό". Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και όσα σχετίζονται με τη θρησκεία και τις πρακτικές της, που αποτελούν κράμα χριστιανισμού και παγανιστικών κατάλοιπων.
Το φιλμ είναι ταυτόχρονα ποιητικό και ντοκιμαντερίστικο. Όσα συμβαίνουν γίνονται χαρακτηριστικά χαμηλότονα, δεν υπάρχουν εντάσεις και ακραίες καταστάσεις. Όλοι δείχνουν υποταγμένοι στη μοίρα τους ή - αν προτιμάτε άλλη έκφραση - δέχονται στωικά τη ζωή όπως είναι. Ακόμα και η "παράνομη"εγκυμοσύνη αντιμετωπίζεται δίχως υστερία και σκηνές από γονείς και μέλλοντα σύζυγο. Τελικά ίσως πρόκειται για τη ζωή στην ουσία της, με πολύ λίγα λόγια και δίχως τίποτα περιττό. Ίσως, σκέφτομαι, να έχουμε να κάνουμε με ένα είδος σοφίας. Ίσως όμως, απλώς, όλη αυτή η στωική αντιμετώπιση των πραγμάτων να οφείλεται στις τόσο φτωχικές συνθήκες διαβίωσης. Απλώς να μην υπάρχει τίποτε άλλο να γίνει ή να ειπωθεί...
Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, αν και διαθέτει σκηνοθετικές αρετές. Φωτίζει όμως μια κοινωνία και έναν κόσμο που οι περισσότεροι αγνοούμε. Εκεί κυρίως βρίσκεται η αξία της. Και, φυσικά απευθύνεται σε θεατές με ειδικά κινηματογραφικά ενδιαφέροντα.
Η ηρωίδα είναι μια 17χρονη ιθαγενής που ζει σε χωριό στους πρόποδες ενεργού ηφαιστείου. Η οικογένειά της έχει κανονίσει να την παντρέψει με τον εύπορο για τα δεδομένα της περιοχής επιστάτη μιας μεγάλης φυτείας καφέ, εκείνη όμως ερωτεύεται έναν νομάδα εργάτη της φυτείας, μένει έγκυος απ' αυτόν και, όταν εκείνος την εγκαταλείπει, αρχίζουν τα προβλήματά της. Ωστόσο, ούτως ή άλλως, η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη.
Η ταινία ρίχνει φως σε έναν κόσμο και μια κουλτούρα που αγνοούμε. Αυτόν των ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής, απογόνων των Μάγιας (η ομοιότητα της πρωταγωνίστριας με τις υπάρχουσες εικόνες των Μάγιας είναι χαρακτηριστική). Οι άνθρωποι αυτοί, αγρότες οι περισσότεροι, ζουν σε απόλυτη φτώχεια δουλεύοντας σε φυτείες καφέ. Ελάχιστα υπάρχοντα, ελάχιστοι τρόποι για να ξεφύγεις - αν και οι νέοι ονειρεύονται να πάνε στις ΗΠΑ, όπου "όλοι έχουν αυτοκίνητα και κήπους". Όσο για τις ΗΠΑ, βρίσκονται "πίσω από το βουνό με το ηφαίστειο, μόνο που... μεσολαβεί το Μεξικό". Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και όσα σχετίζονται με τη θρησκεία και τις πρακτικές της, που αποτελούν κράμα χριστιανισμού και παγανιστικών κατάλοιπων.
Το φιλμ είναι ταυτόχρονα ποιητικό και ντοκιμαντερίστικο. Όσα συμβαίνουν γίνονται χαρακτηριστικά χαμηλότονα, δεν υπάρχουν εντάσεις και ακραίες καταστάσεις. Όλοι δείχνουν υποταγμένοι στη μοίρα τους ή - αν προτιμάτε άλλη έκφραση - δέχονται στωικά τη ζωή όπως είναι. Ακόμα και η "παράνομη"εγκυμοσύνη αντιμετωπίζεται δίχως υστερία και σκηνές από γονείς και μέλλοντα σύζυγο. Τελικά ίσως πρόκειται για τη ζωή στην ουσία της, με πολύ λίγα λόγια και δίχως τίποτα περιττό. Ίσως, σκέφτομαι, να έχουμε να κάνουμε με ένα είδος σοφίας. Ίσως όμως, απλώς, όλη αυτή η στωική αντιμετώπιση των πραγμάτων να οφείλεται στις τόσο φτωχικές συνθήκες διαβίωσης. Απλώς να μην υπάρχει τίποτε άλλο να γίνει ή να ειπωθεί...
Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, αν και διαθέτει σκηνοθετικές αρετές. Φωτίζει όμως μια κοινωνία και έναν κόσμο που οι περισσότεροι αγνοούμε. Εκεί κυρίως βρίσκεται η αξία της. Και, φυσικά απευθύνεται σε θεατές με ειδικά κινηματογραφικά ενδιαφέροντα.
Τρίτη, Απριλίου 26, 2016
ΟΤΑΝ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΗ "ΓΥΜΝΗ ΑΠΕΙΛΗ"
Το 1985 ο Tobe Hooper, μετά από ταινίες όπως ο "Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι" ή το "Poltergeist", ήταν ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς στο χώρο του κινηματογράφου τρόμου (μετά το 86 "εξαφανίστηκε" κάνοντας μόνο τηλεόραση ή λίγες αδιάφορες ταινίες). Τότε λοιπόν, το 1985, γυρίζει το "Lifeforce" ("Γυμνή Απειλή"), μια μάλλον cult σήμερα ταινία παρά το "κάπως" σενάριό της, που συνδυάζει τρόμο και επιστημονική φαντασία.
Όταν ο κομήτης του Χάλεϊ περνά καντά από τη γη, το πλήρωμα ενός γήινου σκάφους ανακαλύπτει ένα τεράστιο εξωγήινο αντικείμενο κοντά σ' αυτόν. Στο εσωτερικό του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τρία ανθρωποειδή σώματα, δύο αρσενικά και ένα θηλυκό, τέλεια διατηρημένα. Στη συνέχεια η επαφή με το σκάφος χάνεται πλήρως από τη γη. Λίγο μετά το γήινο σκάφος θα βρεθεί κατεστραμένο και ο κυβερνήτης του, ο μόνος επιζήσας, θα διηγηθεί μια απίστευτη ιστορία για το τι συνέβει εκεί μέσα. Στο μεταξύ όμως τα ανθρωποειδή όντα βρίσκονται πλέον κι αυτά στη γη και το γεγονός αυτό δεν προμηνύει τίποτα καλό για την ανθρωπότητα...
Το φιλμ ξεκινά σαν απόλυτη επιστημονική φαντασία για να μεταλλαχτεί στη συνέχεια σε ταινία τρόμου (και καταστροφής θα έλεγα), στα πρότυπα των ταινιών με ζόμπι (όχι ακριβώς βέβαια κατά το σενάριο, οι σκηνές ωστόσο παραπέμπουν κατ' ευθείαν εκεί). Αρκετά ειδικά εφέ, κατάχρηση μπλε λάμψεων και ακτίνων, σκηνές σχεδόν σπλάτερ, αλλά αυτό που μένει κυρίως στο νου (του αντρικού πληθυσμού τουλάχιστον) είναι η πανέμορφη εξωγήινη Ματίλντα Μέι, η οποία περιφέρεται ολόγυμνη σε όλο το πρώτο μισό της ταινίας ως ερωτικότατο εξωγήινο βαμπίρ. Ίσως αυτό ακριβώς το στοιχείο (μεταξύ μας τώρα) είναι που συντέλεσε στο να θεωρείται το φιλμ ένα είδος cult. Κατά τα άλλα οι σεναριακές αφέλειες είναι αρκετές (ανάμεσα σε άλλες, η έρευνα για ένα τόσο σημαντικό θέμα που αφορά την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας γίνεται βασικά από τρεις - τέσσερεις ανθρώπους που τρέχουν από το ένα μέρος στο άλλο και τα κάνουν όλα σχεδόν μόνοι τους, αφείστε που για αρκετό διάστημα μαζύ τους τρέχει και ο... βρετανός υπουργός Εσωτερικών).
Ωστόσο η ταινία διαθέτει μια καλή σεναριακή ιδέα, επιχειρεί να παντρέψει την επιστήμη (και την ΕΦ) με το μεταφυσικό στοιχείο (τα κάνει λίγο μπάχαλο κι εκεί, αλλά η προσπάθεια είναι ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου), αλλά και να εξηγήσει τον βαμπιρικό μύθο με "επιστημονικά" σοιχεία. Φυσικά διαθέτει δράση που κρατά τον θεατή και γενικά, αν το δείτε σαν ένα όχι πολύ σοβαρό φιλμ και αφεθείτε στα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης, πιστεύω ότι θα το διασκεδάσετε αρκετά (αν είστε φίλοι των ειδών που "παντρεύει" τουλάχιστον). Οπότε αυτή είναι και η τελική μου συμβουλή: Μην το πάρετε πολύ σοβαρά, οπότε μάλλον θα το απολαύσετε.
ΥΓ: Πρόκειται για μια από τις τελευταίες αξιόλογες ταινίες του Hooper. Ακολούθησαν το "Invaders from Mars" και ο δεύτερος "Σχιζοφρενής" με τον Ντένις Χόπερ... και μετά το χάος!
Όταν ο κομήτης του Χάλεϊ περνά καντά από τη γη, το πλήρωμα ενός γήινου σκάφους ανακαλύπτει ένα τεράστιο εξωγήινο αντικείμενο κοντά σ' αυτόν. Στο εσωτερικό του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τρία ανθρωποειδή σώματα, δύο αρσενικά και ένα θηλυκό, τέλεια διατηρημένα. Στη συνέχεια η επαφή με το σκάφος χάνεται πλήρως από τη γη. Λίγο μετά το γήινο σκάφος θα βρεθεί κατεστραμένο και ο κυβερνήτης του, ο μόνος επιζήσας, θα διηγηθεί μια απίστευτη ιστορία για το τι συνέβει εκεί μέσα. Στο μεταξύ όμως τα ανθρωποειδή όντα βρίσκονται πλέον κι αυτά στη γη και το γεγονός αυτό δεν προμηνύει τίποτα καλό για την ανθρωπότητα...
Το φιλμ ξεκινά σαν απόλυτη επιστημονική φαντασία για να μεταλλαχτεί στη συνέχεια σε ταινία τρόμου (και καταστροφής θα έλεγα), στα πρότυπα των ταινιών με ζόμπι (όχι ακριβώς βέβαια κατά το σενάριο, οι σκηνές ωστόσο παραπέμπουν κατ' ευθείαν εκεί). Αρκετά ειδικά εφέ, κατάχρηση μπλε λάμψεων και ακτίνων, σκηνές σχεδόν σπλάτερ, αλλά αυτό που μένει κυρίως στο νου (του αντρικού πληθυσμού τουλάχιστον) είναι η πανέμορφη εξωγήινη Ματίλντα Μέι, η οποία περιφέρεται ολόγυμνη σε όλο το πρώτο μισό της ταινίας ως ερωτικότατο εξωγήινο βαμπίρ. Ίσως αυτό ακριβώς το στοιχείο (μεταξύ μας τώρα) είναι που συντέλεσε στο να θεωρείται το φιλμ ένα είδος cult. Κατά τα άλλα οι σεναριακές αφέλειες είναι αρκετές (ανάμεσα σε άλλες, η έρευνα για ένα τόσο σημαντικό θέμα που αφορά την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας γίνεται βασικά από τρεις - τέσσερεις ανθρώπους που τρέχουν από το ένα μέρος στο άλλο και τα κάνουν όλα σχεδόν μόνοι τους, αφείστε που για αρκετό διάστημα μαζύ τους τρέχει και ο... βρετανός υπουργός Εσωτερικών).
Ωστόσο η ταινία διαθέτει μια καλή σεναριακή ιδέα, επιχειρεί να παντρέψει την επιστήμη (και την ΕΦ) με το μεταφυσικό στοιχείο (τα κάνει λίγο μπάχαλο κι εκεί, αλλά η προσπάθεια είναι ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου), αλλά και να εξηγήσει τον βαμπιρικό μύθο με "επιστημονικά" σοιχεία. Φυσικά διαθέτει δράση που κρατά τον θεατή και γενικά, αν το δείτε σαν ένα όχι πολύ σοβαρό φιλμ και αφεθείτε στα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης, πιστεύω ότι θα το διασκεδάσετε αρκετά (αν είστε φίλοι των ειδών που "παντρεύει" τουλάχιστον). Οπότε αυτή είναι και η τελική μου συμβουλή: Μην το πάρετε πολύ σοβαρά, οπότε μάλλον θα το απολαύσετε.
ΥΓ: Πρόκειται για μια από τις τελευταίες αξιόλογες ταινίες του Hooper. Ακολούθησαν το "Invaders from Mars" και ο δεύτερος "Σχιζοφρενής" με τον Ντένις Χόπερ... και μετά το χάος!
Δευτέρα, Απριλίου 25, 2016
"Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ" ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ DISNEY
Φυσικά η Disney είχε πίσω της λαμπρή ιστορία στο animation. Κάπου όμως η παραγωγή είχε μειωθεί και τα animation γνώριζαν πλέον σχετικά μικρή επιτυχία. Η κατάσταση αυτή αλλάζει ριζικά το 1991. Τότε η εταιρία γυρίζει την "Πεντάμορφη και το Τέρας" (Beauty and the Beast) των Gary Trousdale και Kirk Wise, η επιτυχία είναι τεράστια, τα εισιτήρια εκτινάσσονται και τόσο η Disney όσο και τα animation γενικά γίνονται ένα από τα εμπορικότερα ονόματα / είδη του κινηματογράφου.
Η ιστορία είναι γνωστή : Ένας νεαρός αλαζόνας πρίγκηπας μεταμορφώνεται από νεράιδα σε φριχτό τέρας. Η κατάρα θα κρατήσει έως ότου βρεθεί κάποια να αγαπήσει αληθινά το απεχθές και τρομαχτικό πλάσμα. Η πανέμορφη, φτωχή και "διαφορετική" από κάθε άλλον στο χωριό Belle φτάνει στον πύργο του τέρατος για να βρει τον φυλακισμένο εκεί πατέρα της και δέχεται να πάρει τη θέση του προκειμένου αυτός να ελευθερωθεί. Σιγά - σιγά ο έρωτας θα ανθίσει ανάμεσα στην Belle και το τέρας - το οποίο φυσικά θα μαλακώσει και θα γίνει καλύτερο. Από εκεί και πέρα πάντως η ντισνεϊκή εκδοχή διαθέτει και αρκετή περαιτέρω πλοκή.
Η εταιρία έχει προσθέσει πολλά στο σενάριο που δεν υπάρχουν στον αρχικό μύθο. Οι σκηνές μάλιστα όπου οι οργισμένοι χωρικοί επιχειρούν να εξοντώσουν το Τέρας και να κάψουν τον πύργο του είναι παρμένες κατ' ευθείαν από τον κλασικό Φρανκενστάιν της δεκαετίας του 30. Φυσικά έχει προστεθεί και σασπένς και μια τελική - επίσης ανύπαρκτη στο πρωτότυπο - μονομαχία.
Το φιλμ είναι μιούζικαλ. Η δράση διακόπτεται συχνά από τα τραγούδια του Alan Menken. Τα σχέδια είναι σχετικά απλά σε σχέση με τα σημερινά 3-D που έχουμε συνηθίσει και προσωπικά πιστεύω ότι δεν φτάνουν τη μαγεία των παλιών animation της Disney. Μπορώ να πω μάλιστα ότι τα βρήκα και λίγο κιτς. Γενικά βρήκα την όλη ταινία κάπως απλοϊκή και - ίσως - σήμερα ξεπερασμένη (μπορεί να φταίνε και τα συχνά τραγούδια που με έκαναν να βαρεθώ). Παρ΄ όλα αυτά πιστεύω ότι οι μικροί κυρίως θεατές θα διασκεδάζουν πάντα με το φιλμ. Πάντως ήταν μια από τις πρώτες φορές που χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές computer στην κίνηση των χαρακτήρων. Έτσι, ανεξάρτητα απ' όσα λέω, η ταινία έχει ιστορική αξία, αφού ξεκινά και πάλι την τεράστια επιτυχία των animation και ανοίγει τον δρόμο σε πρωτοπόρες εταιρίες με αριστουργηματικές δουλειές όπως η Pixar (η οποία σήμερα έχει αγοραστεί από την Disney, αλλά, ευτυχώς, διατηρεί την καλλιτεχνική της ανεξαρτησία). οπότε, μπορείτε, κατά κάποια έννοια, να θεωρείτε το φιλμ ακόμα και κλασικό.
Η ιστορία είναι γνωστή : Ένας νεαρός αλαζόνας πρίγκηπας μεταμορφώνεται από νεράιδα σε φριχτό τέρας. Η κατάρα θα κρατήσει έως ότου βρεθεί κάποια να αγαπήσει αληθινά το απεχθές και τρομαχτικό πλάσμα. Η πανέμορφη, φτωχή και "διαφορετική" από κάθε άλλον στο χωριό Belle φτάνει στον πύργο του τέρατος για να βρει τον φυλακισμένο εκεί πατέρα της και δέχεται να πάρει τη θέση του προκειμένου αυτός να ελευθερωθεί. Σιγά - σιγά ο έρωτας θα ανθίσει ανάμεσα στην Belle και το τέρας - το οποίο φυσικά θα μαλακώσει και θα γίνει καλύτερο. Από εκεί και πέρα πάντως η ντισνεϊκή εκδοχή διαθέτει και αρκετή περαιτέρω πλοκή.
Η εταιρία έχει προσθέσει πολλά στο σενάριο που δεν υπάρχουν στον αρχικό μύθο. Οι σκηνές μάλιστα όπου οι οργισμένοι χωρικοί επιχειρούν να εξοντώσουν το Τέρας και να κάψουν τον πύργο του είναι παρμένες κατ' ευθείαν από τον κλασικό Φρανκενστάιν της δεκαετίας του 30. Φυσικά έχει προστεθεί και σασπένς και μια τελική - επίσης ανύπαρκτη στο πρωτότυπο - μονομαχία.
Το φιλμ είναι μιούζικαλ. Η δράση διακόπτεται συχνά από τα τραγούδια του Alan Menken. Τα σχέδια είναι σχετικά απλά σε σχέση με τα σημερινά 3-D που έχουμε συνηθίσει και προσωπικά πιστεύω ότι δεν φτάνουν τη μαγεία των παλιών animation της Disney. Μπορώ να πω μάλιστα ότι τα βρήκα και λίγο κιτς. Γενικά βρήκα την όλη ταινία κάπως απλοϊκή και - ίσως - σήμερα ξεπερασμένη (μπορεί να φταίνε και τα συχνά τραγούδια που με έκαναν να βαρεθώ). Παρ΄ όλα αυτά πιστεύω ότι οι μικροί κυρίως θεατές θα διασκεδάζουν πάντα με το φιλμ. Πάντως ήταν μια από τις πρώτες φορές που χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές computer στην κίνηση των χαρακτήρων. Έτσι, ανεξάρτητα απ' όσα λέω, η ταινία έχει ιστορική αξία, αφού ξεκινά και πάλι την τεράστια επιτυχία των animation και ανοίγει τον δρόμο σε πρωτοπόρες εταιρίες με αριστουργηματικές δουλειές όπως η Pixar (η οποία σήμερα έχει αγοραστεί από την Disney, αλλά, ευτυχώς, διατηρεί την καλλιτεχνική της ανεξαρτησία). οπότε, μπορείτε, κατά κάποια έννοια, να θεωρείτε το φιλμ ακόμα και κλασικό.
Παρασκευή, Απριλίου 22, 2016
ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ "ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ"
"Στην Αγκαλιά του Φιδιού" (El Abrazo de la Serpiente) είναι μια εξαιρετική ταινία του κολομβιανού Ciro Guerra, που γυρίστηκε το 2015. Ασπρόμαυρη, με υποβλητικές εικόνες και φωτογραφία, είναι ένα είδος "κατάδυσης" στην ζούγκλα του Αμαζονίου και στον σαμανισμό.
Το φιλμ βασίζεται στα ημερολόγια δύο ευρωπαίων εξερευνητών που διέσχισαν τη ζούγκλα του Αμαζονίου με διαφορά μερικών δεκαετιών ο ένας από τον άλλον (ο πρώτος πήγε εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα). Οι δύο λευκοί, ψάχνοντας για ένα σπάνιο θεραπευτικό φυτό, θα συναντήσουν τον ίδιο μοναχικό ιθαγενή, νέο στην πρώτη αποστολή, ηλικιωμένο πλέον στη δεύτερη, που παραμένει πεισματικά φύλακας της γνώσης της αλλοτριωμένης από τους λευκούς φυλής του, και με οδηγό αυτόν θα πλεύσουν στο τεράστιο ποτάμι προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στη ζούγκλα και στον πρωτογονισμό. Τα δύο ταξίδια εξιστορούνται με παράλληλη αφήγηση.
Η ταινία, θυμίζοντας σε πρώτη ματιά φιλμ όπως το "Αγκίρε" ή βιβλία όπως την "Καρδιά του Σκοταδιού", προβληματίζεται πάνω στη συνάντηση των δύο ριζικά διαφορετικών πολιτισμών και κοσμοθεωριών και μελετά διαλεκτικά την αλληλοεπίδρασή τους. Όσο καλές προθέσεις και να έχουν οι δύο εξερευνητές - φορείς της δυτικής κουλτούρας, δεν μπορούν παρά να "μολύνουν" κι άλλο την βαθιά οικολογική σκέψη / φιλοσοφία / θρησκεία / πολιτισμό των ινδιάνων που ζουν εκεί. Οι οποίοι βεβαίως είναι ήδη αλλοτριωμένοι από ιεραπόστολους και βάρβαρους λευκούς εκμεταλλευτές (για το πολύτιμο τότε καουτσούκ κυρίως) εδώ και δεκαετίες. Οι διαφορές ιθαγενών - λευκών στον τρόπο σκέψης δείχνονται ανάγλυφα : Η σαμανιστική, μεταφυσική και οικολογική ταυτόχρονα θεώρηση του κόσμου (μεταξύ άλλων ο ιθαγενής δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της ιδιοκτησίας και δεν καταλαβαίνει γιατί οι λευκοί κουβαλούν μαζί τους πράγματα) συγκρούεται με την ορθολογιστική σκέψη των δυτικών.
Πέρα όμως από τη ξεκάθαρη δυστυχία από την βάρβαρη εισβολή του χριστιανισμού (οι σκηνές τόσο στο μοναστήρι όσο και στην περίεργη κοινότητα είναι από τις πιο δυνατές και ανησυχητικές) και της οικονομικής εκμετάλλευσης, το φιλμ δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση έναν μονοδιάστατο ύμνο στη φύση και την "αρμονική ζωή" των ινδιάνων. Αντίθετα καταγράφει και την αγριότητα και το αμείλικτο της φύσης, οι ιθαγενείς συχνά είναι πονηροί και όχι και πολύ τίμιοι - όχι, η ζούγκλα και ο πρωτογονισμός δεν είναι παράδεισος. Η διαλλακτική θεώρηση των δύο τόσο διαφορετικών κόσμων είναι το κυρίαρχο στοιχείο.
Παράξενη, συχνά υπνωτιστική, άλλοτε πάλι ανησυχητική, με πολυεπίπεδο προβληματισμό πάνω στη σύγκρουση δύο κόσμων (ή μάλλον στην εισβολή του ενός στον άλλον), η ταινία αποτελεί για μένα μια από τις δυνατότερες απ' όσες έχω δει το 2015.
Το φιλμ βασίζεται στα ημερολόγια δύο ευρωπαίων εξερευνητών που διέσχισαν τη ζούγκλα του Αμαζονίου με διαφορά μερικών δεκαετιών ο ένας από τον άλλον (ο πρώτος πήγε εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα). Οι δύο λευκοί, ψάχνοντας για ένα σπάνιο θεραπευτικό φυτό, θα συναντήσουν τον ίδιο μοναχικό ιθαγενή, νέο στην πρώτη αποστολή, ηλικιωμένο πλέον στη δεύτερη, που παραμένει πεισματικά φύλακας της γνώσης της αλλοτριωμένης από τους λευκούς φυλής του, και με οδηγό αυτόν θα πλεύσουν στο τεράστιο ποτάμι προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στη ζούγκλα και στον πρωτογονισμό. Τα δύο ταξίδια εξιστορούνται με παράλληλη αφήγηση.
Η ταινία, θυμίζοντας σε πρώτη ματιά φιλμ όπως το "Αγκίρε" ή βιβλία όπως την "Καρδιά του Σκοταδιού", προβληματίζεται πάνω στη συνάντηση των δύο ριζικά διαφορετικών πολιτισμών και κοσμοθεωριών και μελετά διαλεκτικά την αλληλοεπίδρασή τους. Όσο καλές προθέσεις και να έχουν οι δύο εξερευνητές - φορείς της δυτικής κουλτούρας, δεν μπορούν παρά να "μολύνουν" κι άλλο την βαθιά οικολογική σκέψη / φιλοσοφία / θρησκεία / πολιτισμό των ινδιάνων που ζουν εκεί. Οι οποίοι βεβαίως είναι ήδη αλλοτριωμένοι από ιεραπόστολους και βάρβαρους λευκούς εκμεταλλευτές (για το πολύτιμο τότε καουτσούκ κυρίως) εδώ και δεκαετίες. Οι διαφορές ιθαγενών - λευκών στον τρόπο σκέψης δείχνονται ανάγλυφα : Η σαμανιστική, μεταφυσική και οικολογική ταυτόχρονα θεώρηση του κόσμου (μεταξύ άλλων ο ιθαγενής δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της ιδιοκτησίας και δεν καταλαβαίνει γιατί οι λευκοί κουβαλούν μαζί τους πράγματα) συγκρούεται με την ορθολογιστική σκέψη των δυτικών.
Πέρα όμως από τη ξεκάθαρη δυστυχία από την βάρβαρη εισβολή του χριστιανισμού (οι σκηνές τόσο στο μοναστήρι όσο και στην περίεργη κοινότητα είναι από τις πιο δυνατές και ανησυχητικές) και της οικονομικής εκμετάλλευσης, το φιλμ δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση έναν μονοδιάστατο ύμνο στη φύση και την "αρμονική ζωή" των ινδιάνων. Αντίθετα καταγράφει και την αγριότητα και το αμείλικτο της φύσης, οι ιθαγενείς συχνά είναι πονηροί και όχι και πολύ τίμιοι - όχι, η ζούγκλα και ο πρωτογονισμός δεν είναι παράδεισος. Η διαλλακτική θεώρηση των δύο τόσο διαφορετικών κόσμων είναι το κυρίαρχο στοιχείο.
Παράξενη, συχνά υπνωτιστική, άλλοτε πάλι ανησυχητική, με πολυεπίπεδο προβληματισμό πάνω στη σύγκρουση δύο κόσμων (ή μάλλον στην εισβολή του ενός στον άλλον), η ταινία αποτελεί για μένα μια από τις δυνατότερες απ' όσες έχω δει το 2015.
Τρίτη, Απριλίου 19, 2016
"ATTACK ON TITAN" Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΙΑΠΩΝΕΖΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΙ... ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΚΟΙ!
Το "Attack on Titan" (Shingeki no kyojin) υπήρξε αρχικά manga (δηλαδή γιαπωνέζικο κόμικς) και στη συνέχεια έγινε anime (δηλαδή γιαπωνέζικο κινούμενο σχέδιο), αμφότερα πολύ πετυχημένα στη χώρα τους. Το 2015 λοιπόν ήρθε η σειρά να γίνει και κανονική ταινία, γυρισμένη από τον Shinji Higuchi. Αφού πρόκειται για τρίωρη παραγωγή προβλήθηκε σε δύο μέρη.
Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρρεύσει εξ αιτίας της εμφάνισης των γιγάντιων, εφιαλτικών ανθρωποειδών Τιτάνων (κάτι παραμορφωμένα όντα, άντρες, γυναίκες και παιδιά 15 μέτρα ψηλά), οι οποίοι επιτίθενται και τρώνε κανονικότατα ανθρώπους. Οι λίγοι εναπομείναντες είναι κλεισμένοι σε ένα τριπλό τείχος, όταν δέχονται μετά από πολύ καιρό μια άγρια επίθεση των φρικτών Τιτάνων. Ο ήρωας, ένας ονειροπόλος έφηβος, του οποίου το όνειρο είναι να φύγει από τον κλειστό αυτόν κόσμο και να δει τον ωκεανό, όταν χάνει την κοπέλα του εντάσσεται σε μια ομάδα πολεμιστών ειδικά εκπαιδευμένων να αντιμετωπίζουν τα τέρατα.
Να σας δηλώσω από την αρχή ότι πρόκειται για μια από τις πιο κακές ταινίες που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Στο πρώτο μέρος κάτι γίνεται (όχι και πολλά), λόγω της τρομακτικής εμφάνισης των τεράτων, λόγω του μυστηρίου που τα περιβάλλει (από πού προέρχονται και τι ακριβώς είναι;) και γενικότερα των ερωτηματικών που αφήνει. Υπάρχουν μερικές εντυπωσιακές λόγω εφέ σκηνές (με μπόλικο σπλάτερ) και κάποιες δημιουργούν όντως ατμοσφαιρικό και απόκοσμο τρόμο. Στο δεύτερο μέρος τα πάντα καταρρέουν (κάπως σαν τον ανθρώπινο πολιτισμό που λέγαμε και πριν). Τα εφέ, σα να το κάνουν επίτηδες, γίνονται όλο και χειρότερα και πιο εμφανώς "κομπιουτερέ", οι ηθοποιία του κακού κυρίως μάλλον γέλια προκαλεί... Το χειρότερο όμως είναι το παντελώς πρόχειρο σενάριο, σε βαθμό που γίνεται σχεδόν ασυνάρτητο. Ελάχιστες εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, αντιφάσεις, ξαφνικές ατάκες που προκαλούν απορία και μπερδεύουν τα πράγματα... όχι, βαριέμαι να επισημαίνω συγκεκριμένα σημεία. Πραγματικά το σεναριακό κομμάτι είναι ό,τι χειρότερο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Αφήστε τις διαρκείς μάχες, συνοδευόμενες από non-stop εκκωφαντικό heavy metal, που τελικά κατάφεραν να μου προκαλέσουν εκτός από βαρεμάρα και πονοκέφαλο.
Δεν αξίζει να πολυλογώ. Αν έχετε κλείσει τα 15 αποφύγετέ το. Μερικοί από τους μικρότερους (λίγοι ελπίζω) ίσως εντυπωσιαστούν από κάποια εφέ, αν καταφέρουν να μη βαρεθούν κι αυτοί από την επανάληψή τους. Άκουσα πάντως ότι τόσο το κόμικς όσο και το κινούμενο σχέδιο είναι πολύ καλύτερα και ότι οι ταινία έχει υποστεί "αχρείαστες σεναριακές αλλαγές", για να χρησιμοποιήσω αυτούσια τη φράση μιας (αρνητικής φυσικά) κριτικής.
Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρρεύσει εξ αιτίας της εμφάνισης των γιγάντιων, εφιαλτικών ανθρωποειδών Τιτάνων (κάτι παραμορφωμένα όντα, άντρες, γυναίκες και παιδιά 15 μέτρα ψηλά), οι οποίοι επιτίθενται και τρώνε κανονικότατα ανθρώπους. Οι λίγοι εναπομείναντες είναι κλεισμένοι σε ένα τριπλό τείχος, όταν δέχονται μετά από πολύ καιρό μια άγρια επίθεση των φρικτών Τιτάνων. Ο ήρωας, ένας ονειροπόλος έφηβος, του οποίου το όνειρο είναι να φύγει από τον κλειστό αυτόν κόσμο και να δει τον ωκεανό, όταν χάνει την κοπέλα του εντάσσεται σε μια ομάδα πολεμιστών ειδικά εκπαιδευμένων να αντιμετωπίζουν τα τέρατα.
Να σας δηλώσω από την αρχή ότι πρόκειται για μια από τις πιο κακές ταινίες που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Στο πρώτο μέρος κάτι γίνεται (όχι και πολλά), λόγω της τρομακτικής εμφάνισης των τεράτων, λόγω του μυστηρίου που τα περιβάλλει (από πού προέρχονται και τι ακριβώς είναι;) και γενικότερα των ερωτηματικών που αφήνει. Υπάρχουν μερικές εντυπωσιακές λόγω εφέ σκηνές (με μπόλικο σπλάτερ) και κάποιες δημιουργούν όντως ατμοσφαιρικό και απόκοσμο τρόμο. Στο δεύτερο μέρος τα πάντα καταρρέουν (κάπως σαν τον ανθρώπινο πολιτισμό που λέγαμε και πριν). Τα εφέ, σα να το κάνουν επίτηδες, γίνονται όλο και χειρότερα και πιο εμφανώς "κομπιουτερέ", οι ηθοποιία του κακού κυρίως μάλλον γέλια προκαλεί... Το χειρότερο όμως είναι το παντελώς πρόχειρο σενάριο, σε βαθμό που γίνεται σχεδόν ασυνάρτητο. Ελάχιστες εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, αντιφάσεις, ξαφνικές ατάκες που προκαλούν απορία και μπερδεύουν τα πράγματα... όχι, βαριέμαι να επισημαίνω συγκεκριμένα σημεία. Πραγματικά το σεναριακό κομμάτι είναι ό,τι χειρότερο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Αφήστε τις διαρκείς μάχες, συνοδευόμενες από non-stop εκκωφαντικό heavy metal, που τελικά κατάφεραν να μου προκαλέσουν εκτός από βαρεμάρα και πονοκέφαλο.
Δεν αξίζει να πολυλογώ. Αν έχετε κλείσει τα 15 αποφύγετέ το. Μερικοί από τους μικρότερους (λίγοι ελπίζω) ίσως εντυπωσιαστούν από κάποια εφέ, αν καταφέρουν να μη βαρεθούν κι αυτοί από την επανάληψή τους. Άκουσα πάντως ότι τόσο το κόμικς όσο και το κινούμενο σχέδιο είναι πολύ καλύτερα και ότι οι ταινία έχει υποστεί "αχρείαστες σεναριακές αλλαγές", για να χρησιμοποιήσω αυτούσια τη φράση μιας (αρνητικής φυσικά) κριτικής.
Δευτέρα, Απριλίου 18, 2016
"ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΤΟΙΜΕΣ ΓΙΑ ΟΛΑ"... ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΓΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ
Αν δεν το ξέρατε, στη Βρετανία (και σε άλλες χώρες της Ευρώπης φαντάζομαι) οι γυναίκες έπαιρναν τον μισό μισθό από τους άντρες, σε οποιαδήποτε εργασία (επειδή ήταν γυναίκες και μόνο), έως το 1970 (!!!), οπότε ψηφίστηκε ο περί ισότητας μισθών νόμος. Το ξεκίνημα όμως είχε γίνει το 1968. Στο Dagenham υπήρχε ένα μεγάλο (το μεγαλύτερο της Βρετανίας) και ακμάζον εργοστάσιο της αυτοκινητοβιομηχανίας Ford, όπου, ανάμεσα σε χιλιάδες άντρες εργαζόμενους, δούλευαν και 187 γυναίκες, ράφτρες για την ακρίβεια. Τότε, για πρώτη φορά, οι γυναίκες αυτές απήργησαν (μέχρι τότε απεργούσαν μόνο οι άντρες εργάτες). Αρχικά ζητούσαν καλύτερες συνθήκες δουλειάς. Από ένα σημείο και πέρα όμως η αμόρφωτη και άπειρη σε συνδικαλιστικά θέματα Ρίτα Ο' Γκρέιντι αναδείχτηκε σε φυσικό ηγέτη τους και τα αιτήματα άλλαξαν ριζικά: Ούτε λίγο ούτε πολύ απαίτησαν ίσους μισθούς με τους άντρες, πράγμα αδιανόητο για την εποχή, εφόσον έκαναν την ίδια δουλειά στις ίδιες συνθήκες μ' αυτούς. Η ίδια η Ford, στα κεντρικά της γραφεία στην Αμερική, αιφνιδιάστηκε, όπως και η βρετανική κυβέρνηση. Και επιπλέον, οι γυναίκες είχαν να αντιμετωπίσουν τα επίσης ανδροκρατούμενα συνδικάτα, τα οποία φοβούνταν ανοιχτή ρήξη με την εταιρία και συμβούλευαν "αργά βήματα".
Την ιστορία αυτή, δραματοποιημένη και "κινηματογραφοποιημένη" προφανώς, μεταφέρει στην οθόνη η βρετανική ταινία "Made in Dagenhaim" ("Γυναίκες Έτοιμες για Όλα" ο μάλλον... πονηρός ελληνικός τίτλος) του Nigel Cole, που γυρίστηκε το 2010, με την Sally Hawkins του "Happy-Go-Lucky" στον βασικό ρόλο. Φυσικά δεν μπορώ να ξέρω πόσο πιστό στα αληθινά γεγονότα είναι το φιλμ. Φαντάζομαι ότι κάποια στοιχεία ευκολίας και ωραιοποίησης τα έχει. Η όλη ιστορία δίνεται με σχετικό χιούμορ και - το σπουδαιότερο - μου φάνηκε ότι όλα γίνονται κάπως εύκολα. Ακόμα και μια "σιδηρά" γυναίκα υπουργός της κυβέρνησης ή μια πάμπλουτη σύζυγος στελέχους της εταιρίας παίρνουν ανεπιφύλακτα το μέρος των απεργών.
Πάντως η ταινία βλέπεται ευχάριστα και κάπως απέχει από τον ωμό α λα Ken Loach ρεαλισμό. Σίγουρα οι δυσκολίες όσο προχωρά η απεργία, που έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε πολλούς άλλους εργαζόμενους, καταγράφονται, καθώς και οι συχνά δραματικές επιπτώσεις στις προσωπικές ζωές ολόκληρων οικογενειών. Αλλά το "εύκολο" και ηρωικό στοιχείο ενυπάρχουν.
Παρ' όλα αυτά σας το προτείνω και σαν σχετικά ευχάριστο φιλμ, αλλά και σαν όντως "διδακτικό" (το λέω με λίγο αστείο τόνο, αφού ο διδακτισμός καλό είναι να αποφεύγεται στην τέχνη), με την έννοια ότι μπορεί όλοι μας να μείνουμε έκπληκτοι από το πόσο πρόσφατες είναι ορισμένες κατακτήσεις που οι περισσότεροι θεωρούσαμε δεδομένες (και που τώρα πολύ φοβάμαι ότι και πάλι αρχίζουν να χάνονται στη ζοφερή σύγχρονη συγκυρία). Και, σημειώστε, το όλο πράγμα βρίσκονται πολύ πιο κοντά σε ένα φεμινιστικό φιλμ, παρά σε μια ταινία απλώς εργατικών διεκδικήσεων.
Την ιστορία αυτή, δραματοποιημένη και "κινηματογραφοποιημένη" προφανώς, μεταφέρει στην οθόνη η βρετανική ταινία "Made in Dagenhaim" ("Γυναίκες Έτοιμες για Όλα" ο μάλλον... πονηρός ελληνικός τίτλος) του Nigel Cole, που γυρίστηκε το 2010, με την Sally Hawkins του "Happy-Go-Lucky" στον βασικό ρόλο. Φυσικά δεν μπορώ να ξέρω πόσο πιστό στα αληθινά γεγονότα είναι το φιλμ. Φαντάζομαι ότι κάποια στοιχεία ευκολίας και ωραιοποίησης τα έχει. Η όλη ιστορία δίνεται με σχετικό χιούμορ και - το σπουδαιότερο - μου φάνηκε ότι όλα γίνονται κάπως εύκολα. Ακόμα και μια "σιδηρά" γυναίκα υπουργός της κυβέρνησης ή μια πάμπλουτη σύζυγος στελέχους της εταιρίας παίρνουν ανεπιφύλακτα το μέρος των απεργών.
Πάντως η ταινία βλέπεται ευχάριστα και κάπως απέχει από τον ωμό α λα Ken Loach ρεαλισμό. Σίγουρα οι δυσκολίες όσο προχωρά η απεργία, που έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε πολλούς άλλους εργαζόμενους, καταγράφονται, καθώς και οι συχνά δραματικές επιπτώσεις στις προσωπικές ζωές ολόκληρων οικογενειών. Αλλά το "εύκολο" και ηρωικό στοιχείο ενυπάρχουν.
Παρ' όλα αυτά σας το προτείνω και σαν σχετικά ευχάριστο φιλμ, αλλά και σαν όντως "διδακτικό" (το λέω με λίγο αστείο τόνο, αφού ο διδακτισμός καλό είναι να αποφεύγεται στην τέχνη), με την έννοια ότι μπορεί όλοι μας να μείνουμε έκπληκτοι από το πόσο πρόσφατες είναι ορισμένες κατακτήσεις που οι περισσότεροι θεωρούσαμε δεδομένες (και που τώρα πολύ φοβάμαι ότι και πάλι αρχίζουν να χάνονται στη ζοφερή σύγχρονη συγκυρία). Και, σημειώστε, το όλο πράγμα βρίσκονται πολύ πιο κοντά σε ένα φεμινιστικό φιλμ, παρά σε μια ταινία απλώς εργατικών διεκδικήσεων.
Παρασκευή, Απριλίου 15, 2016
ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ "ΔΥΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ"
Τρεις περίπου σαραντάρηδες κολλητοί φίλοι διαπιστώνουν ότι η ζωή τους δεν πάει και πολύ καλά ή μάλλον, για την ακρίβεια, ότι όλες οι καλές στιγμές τους έχουν συμβεί πριν τα 20. Τα προβλήματά τους είναι διαφορετικής φύσης, όλοι όμως νοιώθουν αποτυχημένοι. Όταν κάποιος κερδίζει δύο πολύτιμα εισιτήρια για τον τελικό του αμερικάνικου φούτμπολ βρίσκουν την ευκαιρία να "αποδράσουν" από τη μικρή τους πόλη και να ξεκινήσουν ένα ταξίδι ημερών για τον προορισμό αυτόν. Οι καταστάσεις που θα αντιμετωπίσουν είναι αστείες, αλλά και συχνά πικρές. Οι απολογισμοί ζωής είναι δύσκολοι, αλλά τελικά, φαίνεται ότι το ίδιο το ταξίδι και η περιπέτεια είναι που έχουν σημασία.
Η εντελώς άγνωστη αυτή ταινία (σε μένα τουλάχιστον) είναι το "Two Tickets to Paradise" του 2006 και είναι η μοναδική που έχει γυρίσει ο (όχι και τόσο γνωστός, πλην όμως τακτικός) ηθοποιός. D.B. Sweeney. Πρόκειται για (μάλλον) κωμωδία και όντως διαθέτει αρκετό χιούμορ. Συνολικά πάντως πρέπει να πω ότι σαν φιλμ δεν είναι τόσο χαζό όσο πιθανόν ακούγεται από την ιστορία του. Βασικός λόγος είναι ένα είδος πίκρας (ή μήπως παρακμής;) που το διαπερνά, όπως σας προανέφερα. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απόλυτα κωμικό road movie με αντροπαρέα, του στιλ του "Hangover". Εδώ τα πράγματα είναι πιο ρεαλιστικά, πιο προσγειωμένα, ενώ η αίσθηση του "κολλήματος" των τριών χαρακτήρων (ο καθένας σε διαφορετικά πράγματα παλιότερων εποχών) που δεν μπορούν να ξεπεράσουν, η αίσθηση ότι δεν μπορούν να "αλλάξουν κεφάλαιο" στη ζωή τους, υποκύπτοντας έτσι σε ρουτίνες, γίνεται σε κάποια σημεία συγκινητική. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες μπορεί να είναι και αντιπαθητικοί ή να προκαλούν ένα είδος οίκτου. Η άρνηση (ή αδυναμία) πολλών, αντρών κυρίως, να ωριμάσουν, να ενηλικιωθούν, η αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι κάποια πράγματα που έκανες νέος δεν μπορείς πια να τα κάνεις, αποτελούν χαρακτηριστικά μοτίβα του φιλμ.
Διάβασα κάπου ότι η ταινία αποτελεί ένα μικρό cult movie κι ότι έχει κερδίσει βραβεία σε μερικά ελάσσονα φεστιβάλ. Κι εγώ τη βρήκα συμπαθητική, δίχως βεβαίως να τη θεωρώ κανένα αριστούργημα. Α, και σημειώστε ότι είναι πλημμυρισμένη με παλιό ροκ (Sprinsteen, Dylan, Dire Strits κ.ά.)
Η εντελώς άγνωστη αυτή ταινία (σε μένα τουλάχιστον) είναι το "Two Tickets to Paradise" του 2006 και είναι η μοναδική που έχει γυρίσει ο (όχι και τόσο γνωστός, πλην όμως τακτικός) ηθοποιός. D.B. Sweeney. Πρόκειται για (μάλλον) κωμωδία και όντως διαθέτει αρκετό χιούμορ. Συνολικά πάντως πρέπει να πω ότι σαν φιλμ δεν είναι τόσο χαζό όσο πιθανόν ακούγεται από την ιστορία του. Βασικός λόγος είναι ένα είδος πίκρας (ή μήπως παρακμής;) που το διαπερνά, όπως σας προανέφερα. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απόλυτα κωμικό road movie με αντροπαρέα, του στιλ του "Hangover". Εδώ τα πράγματα είναι πιο ρεαλιστικά, πιο προσγειωμένα, ενώ η αίσθηση του "κολλήματος" των τριών χαρακτήρων (ο καθένας σε διαφορετικά πράγματα παλιότερων εποχών) που δεν μπορούν να ξεπεράσουν, η αίσθηση ότι δεν μπορούν να "αλλάξουν κεφάλαιο" στη ζωή τους, υποκύπτοντας έτσι σε ρουτίνες, γίνεται σε κάποια σημεία συγκινητική. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες μπορεί να είναι και αντιπαθητικοί ή να προκαλούν ένα είδος οίκτου. Η άρνηση (ή αδυναμία) πολλών, αντρών κυρίως, να ωριμάσουν, να ενηλικιωθούν, η αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι κάποια πράγματα που έκανες νέος δεν μπορείς πια να τα κάνεις, αποτελούν χαρακτηριστικά μοτίβα του φιλμ.
Διάβασα κάπου ότι η ταινία αποτελεί ένα μικρό cult movie κι ότι έχει κερδίσει βραβεία σε μερικά ελάσσονα φεστιβάλ. Κι εγώ τη βρήκα συμπαθητική, δίχως βεβαίως να τη θεωρώ κανένα αριστούργημα. Α, και σημειώστε ότι είναι πλημμυρισμένη με παλιό ροκ (Sprinsteen, Dylan, Dire Strits κ.ά.)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























