Τετάρτη, Νοεμβρίου 03, 2010

"ΕΑΝ..." Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ


Είναι λογικό μια ταινία σαν το "If..." ("Εάν") του Lindsay Anderson (1923–1994) να έχει γυριστεί το 1969, στη δεκαετία δηλαδή που η αμφισβήτηση των πάντων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Βέβαια στο φιλμ αυτό μια κάποια επανάσταση είναι απόλυτα φυσικό επακόλουθο, αφού η κολλεγιακή καταπίεση που βλέπουμε είναι αφόρητη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Η ταινία παρακολουθεί, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε αλληγορικά και σουρεαλιστικά, τη ζωή σ' ένα κολλέγιο αρρένων, από τα τυπικά αγγλικά, όπου οι μαθητές είναι εσώκλειστοι. Με τον τρόπο αυτόν ασκεί μια ανελέητη κριτική στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα και στον βρετανικό κοινωνικό συντηρητισμό γενικότερα. Είναι σα να μας λέει ότι με τέτοιο εκπαιδευτικό σύστημα, με τη συγκεκριμένη δηλαδή προετοιμασία των ανθρώπων από νεαρότατη ηλικία, είναι λογικό η βρετανική κοινωνία να παραμένει η ταξικότερη και ίσως συντηρητικότερη της Ευρώπης. Οι ήρωες, μια τριμελής παρέα εφήβων με επικεφαλής έναν νεαρότατο τότε Μάλκολμ Μακ Ντόουελ, είναι τα μαύρα πρόβατα του σχολείου, αφού αρνούνται να συμβιβαστούν με το στυγνά ιεραρχικό και αφόρητα καταπιεστικό κλίμα. Η επανάσταση και η βία δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν...
Δεν ξέρω αν ο Anderson υπερβάλλει ηθελημένα ή αν έτσι όντως ήταν τα βρετανικά κολλέγια στη δεκαετία του 60, αυτό όμως που παρακολουθούμε είναι απίστευτο. Μια αληθινά αποπνικτική ατμόσφαιρα, άκρως συντηρητική, όπου το "Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια" είναι μάλλον λίγο. Υποχρεωτικοί εκκλησιασμοί και προσευχές, καταπιεστικός τρόπος διδασκαλίας, ιεραρχία στα πάντα. Αυτό που μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση είναι ο απόλυτα χαφιέδικος ρόλος των επιμελητών, μιας ελίτ δηλαδή τελειόφοιτων, που επίσημα αναλαμβάνουν να "τηρούν την τάξη" στο κολλέγιο και έχουν απόλυτο δικαίωμα σε κάθε λογής καψόνια, ακόμα και σε σωματική τιμωρία (μαστίγωμα κλπ.) όσων "παραστρατούν". Πρόκειται για υπερσυντηρητικούς νεαρούς, πιθανόν από καλές οικογένειες, που είναι πραγματικά "βασιλικότεροι του βασιλέως".
Το παράδοξο στην ταινία είναι ότι ενώ προχωρά κανονικά, ρεαλιστιά μέχρι περίπου τα δύο τρίτα, σχετικά ξαφνικά αρχίζει να γίνεται έντονα συμβολική και αλληγορική, συχνά δε απόλυτα σουρεαλιστική. Στο τέλος η εξέγερση των μαθητών (κάποιων μαθητών για να είμαστε ακριβείς) μετατρέπεται σε αληθινό πόλεμο, με πολυβόλα, τανκς, βόμβες, πλήρεις στρατιωτικές στολές κλπ. Όλη αυτή η αρκετά απότομη εξέλιξη βέβαια δεν παύει να είναι πολύ δυνατή, όπως όλο σχεδόν το φιλμ, πλην όμως τη βρήκα κάπως ξεκάρφωτη και απότομη, δίχως προετοιμασία.
Θεωρώ αρκετά από τα στοιχεία της ταινίας ξεπερασμένα σήμερα. Δεν νομίζω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στη Βρετανία είναι πλέον τόσο καταπιεστικό (αλλιώς θα είχαμε όντως νεκρούς). Πέραν αυτού είναι επικεντρωμένο ακριβώς στο βρετανικό σύστημα. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ας πούμε, δεν υπάρχουν τέτοια βιώματα και πρακτικές (ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό). Ωστόσο δεν παύει να είναι ένα κλασικό προϊόν της επαναστατημένης δεκαετίας του 60 και να αποτελεί - παρά τα κατά τη γνώμη μου αρκετά προβλήματα - μια εμβληματική ταινία για τη νεανική επαναστατικότητα. Γι' αυτό, και για τον φευγάτο σουρεαλισμό του, αξίζει να το δείτε.

Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

ΜΑΤΙΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΑ 'Η ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΒΑΘΙΑ ΘΑΜΜΕΝΕΣ


Το "Μάτια Ερμητικά κλειστά" του 1999 (Eyes Wide Shut) υπήρξε το κύκνειο άσμα του μεγάλου Stanley Kubrick (1928–1999). Υπήρξε επίσης μια αμφιλεγόμενη ταινία, η οποία όντως μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους από κάθε θεατή.
Το βασικό θέμα του φιλμ είναι βέβαια το σεξ. Ή, αν προτιμάτε, ο πόθος, φανερός ή κρυφός, για σεξ. Το παντρεμένο πρωταγωνιστικό ζεύγος (Τομ Κρουζ και Νικόλ Κίντμαν) είναι βεβαίως ευτυχισμένοι, πλούσιοι, καλλιεργημένοι και ίσως ακόμα ερωτευμένοι. Κοινώς τα έχουν όλα. Όμως η επιθυμία για κάτι άλλο, διαφορετικό, καραδοκεί. Γι΄αυτό εκείνη εξομολογείται τη φαντασίωσή της με έναν αξιωματικό που συνάντησε τυχαία κι εκείνος, προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ της αποκάλυψης (ή μήπως αναζητώντας αυτό που μυστικά ποθεί τόσο καιρό;) περνάει μια ολόκληρη νύχτα τριγυρίζοντας σε διάφορα άγνωστα γι' αυτόν μέρη, αναζητώντας ουσιαστικά σεξ. Γι' αυτό και θεωρώ την ταινία μια από τις σημαντικότερες που μιλάν βασικά για τα σεξουαλικά απωθημένα.
Μπορούμε ακόμα να εκλάβουμε το φιλμ ως ένα είδος σάτιρας της κυρίαρχης αστικής φοβίας για το σεξ, το οποίο βεβαίως, παρά την πανταχόθεν προσφορά, παραμένει ουσιαστικά ταμπού. Ταμπού με την έννοια ότι, ακόμα κι αν ενδώσει κανείς στην προσφορά που λέγαμε, θα το κάνει κατά πάσα πιθανότητα κρυφά. Κι αν είναι και παντρεμένος... ούτε λόγος. Έτσι οι "νοσηρές" (εντός πολλών εισαγωγικών) επιθυμίες του ζεύγους κρύβονται κάτω από τη στιλπνή επιφάνεια της "τέλειας οικογένειας" και του πετυχημένου γάμου, κάτω απ' αυτήν όμως δεν παύουν να σιγοβράζουν. Η σάτιρα έγκειται στην κατάδειξη της φοβίας: Κάτω από το βαρύ κάλυμμα της αστικής ηθικής, τοσο οι επιθυμίες της γυναίκας όσο και του άντρα δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Πράγματι εκείνη μένει απλώς σε μια σειρά φαντασιώσεων ή ονείρων κι εκείνος, αν και περνά μια ολόκληρη νύχτα ψάχνοντας, με τις ευκαιρίες παντού γύρω του, δεν καταφέρνει να κάνει ποτέ έρωτα και, στο τέλος, όλα βρίσκονται εκεί απ' όπου ξεκίνησαν: Στο "τέλειο ζεύγος" και στο ασφαλές (;) καταφύγιο του γάμου. Αλλά όσο κι αν προσπαθούμε να τα κρύψουμε κάτω από το χαλί, τα ένστικτα είναι μάλλον αδύνατο να τιθασευτούν...
Κινηματογραφικά έχουμε κι εδώ να κάνουμε με την γνωστή τελειομανία του Κιούμπρικ. Άψογη εικόνα, τέλεια φωτογραφία κι αυτή η γνώριμη "ψυχρή" και αποστασιοποιημένη ματιά του μεγάλου σκηνοθέτη, που μοιάζει να παρατηρεί από κάποια απόσταση τα τεκταινόμενα. Ταυτόχρονα το έντονο στοιχείο του θρίλερ που μπαίνει μετά τη μέση του φιλμ (μετά τη σκηνή του οργίου δηλαδή), καταφέρνει να κρατά τον θεατή, κάνοντάς τον να αγωνιά και σε ένα πρώτο επίπεδο (πέραν των πιθανών νοημάτων που ανέφερα παραπάνω). Επίσης θαυμάζουμε για μια ακόμα φορά την κυκλική, συμμετρική δομή της ταινίας, πράγμα που ο Κιούμπρικ έχει κάνει και σε άλλα φιλμ του, όπως στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Αν προσέξετε, ο Κρουζ κινείται σε συγκεκριμένα μέρη, φτάνει στο απόλυτο μέσον, στην κορύφωση, στη σκηνή του οργίου και μετά γυρίζει πίσω και ξαναπερνά και πάλι, με αντίστροφη σειρά, απ' όπου είχε περάσει και πριν (όπου βεβαίως συναντά απρόβλεπτες και εντελώς διαφορετικές από πριν καταστάσεις). Απόλυτη συμμετρία λοιπόν. Στην αντίστροφη αυτή διαδρομή μάλιστα φαίνεται ότι όλα έχουν πάει κατά διαόλου, σα να πρόκειται για ένα είδος τιμωρίας του για το "παραστράτημα" (ή μάλλον για το παρά λίγο παραστράτημά) του. Νομίζω (προσωπική γνώμη μόνο) ότι κι αυτό το στοιχείο της "τιμωρίας" είναι ειρωνικό. Σα να λέει, κλείνοντάς μας το μάτι και παίζοντας με τις αστικές φοβίες που λέγαμε πριν, "να τι θα πάθετε αν πάτε να αμαρτήσετε"!
Όλο το φιλμ τέλος μοιάζει σαν ένα διαρκές όνειρο, σα να μη συμβαίνουν όλα αυτά στην πραγματικότητα, σαν ένα διαρκές τριπ. Ξέρω ότι αρκετούς τους κούρασε ή τους απογοήτευσε. Προσωπικά με γοήτευσε και το θεωρώ άξιο κλείσιμο μιας μεγάλης καριέρας, από τις εντυπωσιακότερες στο χώρο του σινεμά.
ΥΓ: Όλα όσα ανέφερα πριν είναι προσωπικές αναγνώσεις. Άλλοι θεατές μπορεί να διαβάσουν άλλα πράγματα ή να ερμηνεύσουν εντελώς διαφορετικά την ταινία. Αυτό το πολυεπίπεδο όμως είναι που κάνει τα έργα τέχνης μεγάλα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 01, 2010

ΜΑΥΡΟΙ ΘΕΟΙ, ΛΕΥΚΟΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ, ΒΑΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑ


Στις αρχές της δεκαετίας του 60 ένα άλλο "νέο κύμα" ξεσπά στη Βραζιλία, γνωστό σαν novo cinema, με νέους σκηνοθέτες και νέα κινηματογραφική ματιά. Βασικός εκπρόσωπός του ο Glauber Rocha (1939-1981), που γίνεται γνωστός και εκτός των συνόρων της χώρας του.
Το 1964 γυρίζει το ασπρόμαυρο "Μαύρος Θεός, Λευκός Διάβολος" (Deus e o Diabo na Terra do Sol), που λίγα χρόνια μετά θα "συνεχιζόταν" άτυπα με το "Αντόνιο ντας Μόρτες". Σε μια πάμπτωχη, βασανισμένη Βραζιλία στη δεκαετία του 40, ένας εξ ίσου πάμφτωχος αγρότης και η γυναίκα του ακολουθούν δύο επίδοξους ηγέτες: Έναν μαύρο που σχεδόν θεωρεί τον εαυτό του θεό και κηρύσσει την απελευθέρωση από τα δεινά μέσω ενός αυστηρού, σκληρού χριστιανισμού και, στο δεύτερο μέρος, τον τελευταίο των Κανγκασέιρος (ένα είδος ληστών, κάτι σαν τους δικούς μας κλέφτες της τουρκοκρατίας), που κηρύσσει την απελευθέρωση μέσω της ανεξέλεγκτης βίας και της επανάστασης. Ανάμεσα στα πρόσωπα αυτά κινείται η εμβληματική μορφή του Αντόνιο ντας Μόρτες, είδος πληρωμένου δολοφόνου από τους άρχοντες (τους γαιοκτήμονες και τον κλήρο, των οποίων τα προνόμια θίγονται και από τους δύο αντίθετους δρόμους της επανάστασης), που αναλαμβάνει να σκοτώσει πρώτα τον έναν ηγέτη και μετά τον άλλο. Ο ίδιος ο Αντόνιο είναι σύνθετο πρόσωπο, αφού κι αυτός έχει ηθικούς δισταγμούς για την αποστολή του.
Η ταινία είναι πραγματικά φορτωμένη από συμβολισμούς. Σχεδόν κάθε εικόνα της χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Το παίξιμο των ηθοποιών είναι στυλιζαρισμένο, μερικές φορές οι πράξεις τους παράδοξες, ίσως και ακατανόητες. Η δράση "σχολιάζεται" από τα λιτά και τραχειά τραγούδια ενός τυφλού τραγουδιστή, που λειτουργεί σαν ένα είδος χορού. Υπάρχουν αρκετές δυνατές εικόνες, υπάρχει έντονο πάθος και δράμα. Εντύπωση προκαλεί η μίξη χριστιανισμού και επανάστασης και, κυρίως, η μίξη χριστιανισμού και παγανιστικών λατρειών. Αυτό ακριβώς το μίγμα είναι το "κοντομπλέ" της Βραζιλίας, αντίστοιχο με το αϊτινό βουντού ή τις λατρείες της περιοχής της Νέας Ορλεάνης στις ΗΠΑ. Φυσικά κυριαρχεί η έννοια της επανάστασης και, τελικά, νομίζω ότι αυτό που θέλει να πει ο Rocha είναι ότι ο λαός δεν πρέπει να ακολουθεί ηγέτες (και οι δύο της ταινίας βρίσκονται στα όρια της παράνοιας), αλλά να επιλέγει τον δικό του δρόμο για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.
Διάσημος στην εποχή του, μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ο Rocha κάνει ένα ιδιόρυθμο, βαρυφορτωμένο από συμβολισμούς σινεμά και καταδύεται στα μυστηριώδη της καρδιάς της αχανούς χώρας του, που στο φιλμ δεν αποτελείται από τις ζούγκλες που ξέρουμε, αλλά από άνυδρες, αφιλόξενες ερήμους που θυμίζουν το σκηνικό των σπαγγέτι γουέστερν. Άλλωστε έχει επηρεάσει μεταξύ άλλων και τον Λεόνε. Ίσως μας διαφεύγει η σημασία μερικών απ' αυτά που βλέπουμε, ίσως πάλι πολλοί κουραστούν από το βάρος της οπτικής του, συνολικά όμως - και παρά το ότι κάποια πράγματα είναι μάλλον ξεπερασμένα - βρήκα την ταινία γοητευτική.

Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010

Ο ΑΛΦΡΕΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ


Ο Pietro Germi (1914–1974), κλασικός ιταλός δημιουργός κωμωδιών που καταγίνονται με κοινωνικά θέματα, γυρίζει την τελευταία του ταινία το 1972. Είναι το "Alfredo Alfredo" με τον Ντάστιν Χόφμαν πρωταγωνιστή - είχε γυρίσει κι άλλα φιλμ στην Ιταλία - και την πανέμορφη Στεφανία Σαντρέλι δίπλα του. Εδώ ασχολείται με το θέμα του γάμου και της πλήξης ή/και καταπίεσης που αυτός συνήθως συνεπάγεται, αλλά και με το φλέγον τότε ζήτημα του διαζυγίου, που μόλις είχε νομιμοποιηθεί στην Ιταλία μετά από διαδηλώσεις και σθεναρή αντίσταση - ποιού άλλου; - της Εκκλησίας.
Ο Αλφρέντο είναι ένας ντροπαλός τύπος σπιτόγατου, που ερωτεύεται παράφορα μια υπέροχη φαρμακοποιό, κι όταν αυτή ενδίδει (προς μεγάλη του έκπληξη), φυσικά την παντρεύεται αμέσως. Κι από εκεί και πέρα αρχίζουν τα βάσανα, που καταλήγουν σχεδόν σε εφιάλτη, όταν η όμορφη νύφη αποδεικνύεται καταπιεστική, υστερική και άλλα πολλά. Κι όταν ερωτεύεται κάποια άλλη και επιχειρεί επιτέλους να πάρει διαζύγιο, τότε τα πράγματα γίνονται κωμικοτραγικά.
Συμπαθητικό φιλμ, βλέπεται σχετικά ευχάριστα δίχως να είναι κανένα αριστούργημα, και βρίσκει και την ευκαιρία να καυτηριάσει τους γελοίους περί διαζυγίου και μοιχείας νόμους που ίσχυαν στην Ιταλία. Πρέπει να το δείτε για να πιστέψετε ότι αυτά τα πράγματα ίσχυαν εκεί μέχρι τη δεκαετία του 60! Συγχρόνως η ταινία μιλά και για τον φόβο του άντρα για το γάμο και τη δέσμευση, αλλά και τη ρουτίνα που αυτός δημιουργεί, που απειλεί ακόμα και την πιο ηλιόλουστη σχέση (εδώ βέβαια το θέμα δεν είναι η ρουτίνα, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, αλλά με την τελευταία σκηνή καταλαβαίνουμε τον γενικότερο δισταγμό για τον κοινότερο θεσμό της κοινωνίας μας). Τυπικό δείγμα λοιπόν της μακράς παράδοσης της ιταλικής γλυκόπικρης κωμωδίας, δεν νομίζω ότι είναι από τα καλύτερα, αλλά σας είπα: Το είδα ευχάριστα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010

ΒΑΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΠΝΙΚΤΙΚΗ "ΧΩΡΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ"


Το ότι το ελληνικό σινεμά πάει καλά τα τελευταία 2-3 χρόνια το έχουμε καταλάβει - και έχουμε εκπλαγεί ευχάριστα. Η "Χώρα Προέλευσης" του Σύλλα Τζουμέρκα (2010) έρχεται να προσθέσει έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα.
Το θέμα είναι αυτό που μοιάζει να απασχολεί περισσότερο ίσως το σύγχρονο ελληνικό σινεμά: Η οικογένεια ως κάτι δυσλειτουργικό και καταπιεστικό και η μεταπολιτευτική νεοελληνική πραγματικότητα. Εδώ όμως τα πράγματα αυτά δίνονται με έναν ιδιαίτερα "δύσκολο", βαρύ, αποπνικτικό θα έλεγα τρόπο. Παρακολουθούμε τρεις γενιές από μια πολυμελή οικογένεια, στην οποία τίποτα δεν μοιάζει να λειτουργεί σωστά. Ο Τζουμέρκας επιλέγει να μας δώσει το "άρρωστο" (και πολύ δυνατό ενίοτε) αυτό πορτρέτο με μια πολύ ιδιαίτερη χρήση της αφήγησης, οδηγώντας μας συνεχώς μπρος - πίσω στο χρόνο (με μάλλον τυχαία σειρά), από τα χρόνια της δεκαετίας του 80 μέχρι σήμερα. Ψηφίδα - ψηφίδα, κάθε σκηνή προσθέτει ένα ακόμα στοιχείο σέ ένα παζλ που είναι δύσκολο να συμπληρώσει κανείς με το συνεχές πήγαιν' έλα. Ίσως κάποια πράγματα μένουν σκοτεινά, ίσως κάποιες σχέσεις, συγγένειες, γεγονότα δεν γίνονται κατανοητά. Ίσως όμως, πάλι, αυτό να μην έχει σημασία, αφού το ζοφερό, αποπνικτικό όπως είπα κλίμα εισπράτεται απόλυτα, καθώς και η οργή του σκηνοθέτη για την κάθε άλλο παρά ρόδινη νεοελληνική πραγματικότητα.
Γι' αυτό άλλωστε και ο Τζουμέρκας κάνει έναν διαρκή παραλληλισμό ανάμεσα στην οικογενειακή ιστορία, τις προσωπικές στιγμές των πολλών ηρώων από τη μια και διαφόρων εθνικών μοτίβων και χαρακτηριστικών από την άλλη. Από τον "Ύμνο στην Ελευθερία" του Σολωμού μέχρι την πρωινή προσευχή στο σχολείο, από την τραγωδία μέχρι τις συνεχείς σκηνές από διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία (που όπως διάβασα κινηματογραφεί εδώ και χρόνια ο σκηνοθέτης). Ιδιαίτερα αυτές οι τελευταίες σκηνές (των συγκρούσεων) αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο, το φόντο θα έλεγα πάνω στο οποίο προβάλλονται οι προσωπικές ιστορίες.
Η νέα γενιά ελλήνων σκηνοθετών μοιάζει - επιτέλους - αγανακτισμένη με τη νεοελληνική πραγματικότητα, που όντως "μπάζει" από όπου κι αν την πιάσεις, είτε σε "μικροσκοπικό" είτε σε "μακροσκοπικό" επίπεδο, καθώς και με τον θεσμό της οικογένειας α λα ελληνικά, το κύταρο από το οποίο ξεκινά η "αρρώστεια" για να απλωθεί. Ο Τζουμέρκας εξ άλλου, είναι πολύ ικανός σκηνοθέτης, το φιλμ, παρά το ότι κάπου με κούρασε, είναι καλογυρισμένο, και γι' αυτό περιμένω κι άλλα απ' αυτόν. Αν έπρεπε όμως να συγκρίνω, θα προτιμούσα τόσο τον "Κυνόδοντα" όσο και τις ταινίες του Οικονομίδη, που μιλάν για παρόμοια (πάντοτε σκοτεινά) θέματα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 27, 2010

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΤΟ "NEVER GIVE A SUCKER..."


O W.C. Fields υπήρξε ένας από τους σημαντικούς κωμικούς του βωβού, που κατάφερε να επιβιώσει με επιτυχία και μετά την έλευση του ομιλούντος. Ήταν ένας αστείος, "στρογγυλός" τύπος με μεγάλη εξ ίσου στρογγυλή μύτη, που τον έκανε να μοιάζει με αλκοολικό. Το "Never Give a Sucker an Even Break" του 1941 γυρίστηκε από τον Edward F. Cline (1891–1961), σκηνοθέτη πολλών κωμωδιών με γνωστούς πρωταγωνιστές, όπως ο Μπάστερ Κίτον, και υπήρξε η τελευταία ταινία του Fields.
Το χιούμορ της προσωπικά με άφησε αδιάφορο, αφού πολύ λίγο γέλασα. Η μόνη σκηνή που με διασκέδασε πραγματικά ήταν η τελική σκηνή του τρελού αυτοκινητοκυνηγητού, από τις καλύτερες και πιο αστείες που έχω δει. Κατά τα άλλα, το βρήκα χοντρό και μάλλον κρύο και δεν νομίζω ότι συγκρίνεται με πλειάδα κωμωδιών, από αυτές όπου κυριαρχούν τα οπτικά γκαγκς (π.χ. Χοντρός - Λιγνός) μέχρι αυτές όπου το βάρος πέφτει στα λεκτικά γκαγκς (π.χ. Αδελφοί Μαρξ), για να πιάσουμε τα δύο άκρα και όλα όσα κινούνται κάπου ανάμεσά τους. Όμως...
Κι εδώ υπάρχει το μεγάλο "όμως". Μπορεί να μην κατάφερε να με κάνει να γελάσω, ο τύπος του χιούμορ όμως είναι πραγματικά ο πιο σουρεαλιστικός που έχω δει σε ταινία, σε βαθμό να μην πιστεύω στα μάτια μου. Εδώ κυριαρχεί το απόλυτο παράλογο, από όποια μεριά κι αν το εξετάσει κανείς. Η ίδια η ιστορία παρωδεί το σινεμά και τον τρόπο που γυρίζονται οι ταινίες, τις υπερβολές και τη συχνή αναληθοφάνειά τους. Παίζοντας τον εαυτό του, ο Fields (που στην ταινία λέγεται επίσης Fields) είναι ένας μέθυσος σεναριογράφος που προσπαθεί να πουλήσει ένα σενάριό του σε έναν παραγωγό. Το σενάριο είναι φυσικά άθλιο και απόλυτα παρανοϊκό, προϊόν ενός νου βουτηγμένου στο αλκοόλ, και εμείς παρακολουθούμε εναλλάξ φάσεις από το στούντιο και σκηνές από το ίδιο το σενάριο. Σχεδόν δεν υπάρχει κανένας ειρμός ή "δεμένη" ιστορία, τόσο στο "πραγματικό" (αυτό δηλ. που διαδραματίζεται στο στούντιο) όσο και στο "σεναριακό" (αυτό δηλ. που μας δείχνει σκηνές από το παλαβό σενάριο) επίπεδο. Το δεύτερο μάλιστα, περιλαμβάνει ένα... ρωσικό χωριό, στο οποίο ο Fields και η ανιψιά του πέφτουν από το αεροπλάνο δίχως να πάθουν τίποτα, έναν πανύψηλο βράχο στην κορυφή του οποίου είναι χτισμένη μια μυθική έπαυλη όπου ζει μια μάνα και η όμορφη κόρη της, που "δεν έχει αντικρύσει ποτέ άντρα" και ούτε έχει κατέβει ποτέ από εκεί (άσχετο αν χορεύει άψογα τζαζ), έναν γορίλα που ζει μαζί τους (στη Ρωσία!!!), και πλήθος ακόμα χαλαρά ή καθόλου συνδεδεμένων παρανοϊκών στοιχείων. Όντως εντυπωσιάστηκα από την σουρεαλιστική ελευθερία που επικρατεί και τα πάμπολλα που συμβαίνουν δίχως κανένα λόγο.
Πολλά από τα στοιχεία του φιλμ είναι αναφορές σε ή παρωδίες συγκεκριμένων ταινιών ή ειδών ταινιών και πολλά σημαίνουν κάτι άλλο, όπως το σουρεαλιστικό τραγούδι με τα "όμορφα πόδια των κοτόπουλων του Κάνσας", που αναφέρεται στα γυναικεία πόδια. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα πρόωρο φιλμ που μιλά για το ίδιο το σινεμά και το παρωδεί αδίστακτα τα πάντα και δίχως ίχνος σεβασμού προς οτιδήποτε. Σε κάποια στιγμή μάλιστα ο Fields, ενώ πίνει, γυρίζει στην κάμερα και λέει: "Αν έπινα κι άλλο θα μας έκοβε τη σκηνή η λογοκρισία"!
Σας είπα: Δεν κατάφερε να με κάνει να γελάσω, έμεινα όμως με το στόμα ανοιχτό από την παράνοια. Το θεωρώ το πιο τρελό ίσως φιλμ που έχω δει ποτέ. Και με έκανε να θέλω να ψάξω και για άλλες ταινίες του Fields.

Τρίτη, Οκτωβρίου 26, 2010

ΜΕΛΟ, ΚΙΤΣ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΤΟ "A BETTER TOMMOROW"


Ίσως ξέρετε τον εκ Χονγκ Κονγκ John Woo (ίνδαλμα μεταξύ άλλων του Ταραντίνο) από τη χολιγουντιανή του καριέρα, που ξεκίνησε κάπου στις αρχές των 90ς. Πριν όμως είχε κάνει πολλές ταινίες στην πατρίδα του. Ε, λοιπόν, πρέπει να δείτε μερικές για να το πιστέψετε...
Το "A Better Tommorow II" (Ying hung boon sik II αν σας ενδιαφέρει ο κινέζικος τίτλος) του 1987 είναι δεύτερο μέρος μιας τριλογίας (το τρίτο το έχει γυρίσει ο άλλος γνωστός σκηνοθετης τη ς πόλης, ο Hark Tsui, ο οποίος μάλιστα είναι και εκ των πρωταγωνιστών) και έχει όλα τα χαρακτηριστικά του Woo. Εδώ λοιπόν θα συναντήσετε σε όλο του το μεγαλείο τον απίστευτο συνδυασμό φοβερής βίας (μιλάμε για εκατόμβες πτωμάτων) και... δακρύβρεκτου μελό, που αγγίζει τα όρια του Ξανθόπουλου ή του Φώσκολου. Γλυκιά, αθώα κόρη σκοτώνεται, ο πατέρας τρελαίνεται και χτυπιέται στο άσυλο, γυναίκα γεννά τη στιγμή ακριβώς που ο σύζυγος πεθαίνει και δεν συμμαζεύεται. Αν λοιπόν το δεις για καθαρό χαβαλέ, όπως έκανα εγώ, ε, τότε δεν σας κρύβω ότι ανήκει στην κατηγορία που θα αποκαλούσαμε "ένοχες απολαύσεις". Προς θεού όμως, μην το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά.
Ο Γου είναι βέβαια πολύ ικανός σκηνοθέτης (γι' αυτό άλλωστε τον μάζεψαν οι αμερικάνοι) και καταφέρνει να χορογραφεί κυριολεκτικά τη βία με απίστευτο τρόπο. Πυροβολισμοί σε ξαφνικά slow motion, αεικίνητη κάμερα, εντυπωσιακά πλάνα... και τα πτώματα συσσωρεύονται. Γενικά το στιλ του έχει επηρεάσει πολύ τις σκηνές δράσης του σύγχρονου Χόλιγουντ. Αυτό το κομάτι λοιπόν, της σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ, το απόλαυσα. Και ταυτόχρονα είχα λυθεί στο γέλιο όχι μόνο με το μελό που σας έλεγα πριν (με υπόκρουση δακρύβρεκτης χονγκονγκιανής ποπ μάλιστα), αλλά και με τις φάσεις που ο ήρωας (ή οι ήρωες, τέσσερεις το πολύ) καθαρίζουν δεκάδες (κυριολεκτικά δεκάδες) "κακών". Αξίζει τον κόπο να δει κανείς τα κινέζικα φιλμ του Γου σε slow motion και να μετρά, έτσι για πλάκα, πτώματα. Είναι σίγουρα τριψήφιος ο αριθμός τους σε κάθε ταινία. Λογικό, αφού η κάθε κακιά συμμορία του υποκόσμου αποτελείται από δεκάδες μέλη που ορμάν όλα μαζί - και σκοτώνονται όλα μαζί φυσικά - όταν κάνουν ή όταν τους κάνουν ντου.
Τέλος πάντων, αν δεν πάρετε στα σοβαρά απολύτως τίποτα απ' όσα βλέπετε, έχετε πίτσες και μπύρες και βρίσκεστε σε τέτοιο mood, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε. Να μη ξεχνάτε μόνο δύο πράγματα: Πρώτον ότι ο Γου είναι όντως εντυπωσιακός σκηνοθέτης μέσα στο κιτς του και δεύτερον ότι στις αμερικάνικες ταινίες του έχει βάλει πολύ νερό στο κρασί του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 24, 2010

ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΙΝΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ RAY


Ο Satyajit Ray (1921–1992) είναι για πολλούς ο καλύτερος, σίγουρα όμως ο γνωστότερος στη δύση ινδός σκηνοθέτης. Το 1956 γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, το "Aparajito", η οποία συγχρόνως αποτελεί το δεύτερο μέρος της "τριλογίας του Απού", που παρακολουθεί τη ζωή του ομώνυμου ήρωα.
Η ιστορία είναι απλή. Η οικογένεια του 10χρονου Απού ζει στην ιερή πόλη των Ινδιών, τη Μπεναρές (Βαρανάτι). Όταν πεθαίνει ο πατέρας μετακομίζουν σε ένα μικρό χωριό της Βεγγάλης, όπου ο μικρός Απού διακρίνεται στο σχολείο, κερδίζει μια υποτροφία και φεύγει για σπουδές στην Καλκούτα. Η μητέρα του μένει μόνη πίσω και διχάζεται ανάμεσα στη χαρά για την πρόοδο του γιου της και στον βαρύ πόνο για την απουσία του.
Δεν ξέρω σε πόσους σύγχρονους θεατές μπορεί να μιλήσει μια τέτοια ταινία. Αυτό όμως που μπορεί να διακρίνει ένας σινεφίλ είναι η μείξη ρεαλισμού και ποίησης και ο προβληματισμός του δημιουργού για τη μοίρα και την εξέλιξη της αχανούς και πάμφτωχης χώρας του. Συμβολικά μπορούμε να πούμε κατά τη γνώμη μου ότι, ενώ η νέα γενιά μορφώνεται και προοδεύει, ο παλιός τρόπος ζωής εγκαταλείπεται και χάνεται σιγά - σιγά. Το γεγονός αυτό πάντοτε προκαλεί πόνο - που δείχνεται με τον πόνο της μητέρας για την απουσία του γιου που υπεραγαπά, αλλά και για την αδιαφορία του τελευταίου για τον κόσμο που αφήνει πίσω του - άσχετα με το αν η πορεία προς την πρόοδο είναι κάτι θετικό ή αρνητικό. Ο πόνος του αποχωρισμού και της αλλαγής, αυτού που μένει πίσω, υπάρχει ούτως ή άλλως και συχνά είναι αφόρητος.
Ένας δυτικός θεατής θα μπορούσε επίσης να μείνει στο φολκλόρ του πράγματος. Οι εικόνες μιας παλιάς Ινδίας (αγνοώ πόσο και αν έχει αλλάξει σήμερα), η ιερή πόλη Μπεναρές με τους ναούς πάνω στο Γάγγη και τους χιλιάδες πιστούς, ο τρόπος ζωής στα φτωχικά σπίτια τόσο των πόλεων όσο και του χωριού, τα τοπία με το τρένο που περνά από μακριά, είναι ούτως ή άλλως γοητευτικά σε ένα πρώτο επίπεδο. Καλό πάντως είναι να σκεφτούμε και κάποιες πρωταρχικές, βασικές ανάγκες, που ενώ στην κοινωνία μας είναι λίγο - πολύ λυμένες, σε κάποιες άλλες χώρες ή/και εποχές αποτελούν αγωνιώδη ζητούμενα. Το σχολείο για παράδειγμα, η βασική εκπαίδευση στο δημοτικό, που στην Ινδία του '56 κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι...
Πέραν όλων αυτών πάντως, η ταινία με την ποίηση, τη συγκίνηση, την αναγωγή της σκληρής καθημερινότητας σε ένα είδος έπους, έχει τεράστια αξία καθ' εαυτή, ενώ ο Ray είναι αυτός που έβαλε την Ινδία στον κινηματογραφικό χάρτη. Σημαντικότατο λοιπόν και αγαπημένο φιλμ για σινεφίλ, πληκτικό ίσως για τους υπόλοιπους.

Σάββατο, Οκτωβρίου 23, 2010

ΤΟ ΜΕΛΙ ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ


Ο τούρκος Semih Kaplanoglu γυρίζει το "Μέλι" (Bal) το 2010 και μ' αυτό ολοκληρώνει μια τριλογία. Ήρωας εδώ είναι ένα παιδί με δυσκολίες στο διάβασμα και στην ομιλία, που ζει με τους γονείς του σε ένα ορεινό χωριό στα βάθη της Τουρκίας. Αληθινός πρωταγωνιστής όμως είναι νομίζω η φύση που τους περιβάλλει, με τα άγρια δάση και τα βουνά της, όμορφη και ανησυχητική ταυτόχρονα. Ο τρόπος ζωής μοιάζει να έχει παγώσει στο χρόνο, να είναι ίδιος εδώ και αιώνες. Ο πατέρας μαζεύει μέλι, η μητέρα δουλεύει στα χωράφια. Λίγα σημάδια σύγχρονου πολιτισμού θα συναντήσουμε εδώ. Η γειτονική Τουρκία έχει ακόμα μεγάλα κομμάτια που ζουν όπως παλιότερα ζούσαν οι άνθρωποι στην αγροτική Ελλάδα.
Το βάρος βέβαια πέφτει στα συναισθήματα, στα βλέμματα, στις σχέσεις, στο δράμα, ενώ όσα βλέπουμε δεν έχουν να κάνουν παρά με τις απλές, βασικές αξίες της ζωής. Η αφήγηση είναι λιτή, η ιστορία πολύ απλή, λίγα πράγματα συμβαίνουν. Μην περιμένετε δράση, πολύπλοκη πλοκή και άλλα που έχουμε συνηθίσει από το Χόλιγουντ. Βρισκόμαστε στον αντίποδά του. Ο Kaplanoglu μας δίνει μια σειρά από όμορφες, δυνατές εικόνες, ενώ το υπόγειο, χαμηλότονο δράμα σιγοβράζει. Και, θυμηθείτε το αυτό, η έννοια του "χαμηλότονου" είναι αυτή που κυριαρχεί στο φιλμ. Να πούμε επίσης ότι ο μικρός πρωταγωνιστής είναι εξαιρετικός στο ρόλο του.
Σε ένα άλλο επίπεδο φαίνεται και το πέρασμα της χώρας από έναν αγροτικό, πρωτόγονο τρόπο ζωής σε πιο σύγχρονα σχήματα (η σκηνή με το πανηγύρι στο βουνό είναι εκπληκτική με το συνδυασμό κιτς και ζωντάνιας και, νομίζω, μας θυμίζει πολλά). Από την άλλη η φύση, όπως είπα και στην αρχή, είναι αυτή που ζει την οικογένεια (και το χωριό) και είναι πανέμορφη, είναι όμως και γεμάτη κινδύνους. Όπως όντως συμβαίνει, μπορεί να δώσει στους ανθρώπους και ζωή και θάνατο. Έτσι ζούσαν παλιότερα οι άνθρωποι, δεμένοι με τη φύση. Σήμερα ο τρόπος ζωής διαθέτει πολύ περισσότερη δόση εγκεφαλικότητας σε ένα τεχνητό κατά βάση περιβάλλον. Δεν τίθεται θέμα κριτικής. Κανένας από τους ριζικά διαφορετικούς αυτούς τρόπους δεν είναι "καλύτερος" ή "χειρότερος". Και οι δύο έχουν θετικές και αρνητικές πλευρές. Απλώς είναι ριζικά διαφορετικοί. Είναι θέμα εξέλιξης.
Ενώ η ταινία συνολικά με γοήτευσε, πρέπει να πω ότι με κούρασαν αρκετά οι πολύ αργοί ρυθμοί της. Ίσως σε μερικά σημεία να παραήταν αργοί, να μη συνέβαινε τίποτα - δίχως αυτό να στερεί τις εικόνες από την ομορφιά τους. Πέραν αυτού πάντως, νομίζω ότι είναι μια εξαιρετική ταινία. Προσοχή: Όχι για εθισμένους (αποκλειστικά) στο mainstream αμερικάνικο σινεμά.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2010

Ο ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ "ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ" ΜΕΡΑ


Βρισκόμαστε στα 1977, όταν ο Ettore Scola γυρίζει το αριστούργημά του, το "Μια Ξεχωριστή Μέρα" (Una giornata particolare), με τα δύο "ιερά τέρατα" του ιταλικού σινεμά, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τη Σοφία Λόρεν στους δύο βασικούς (και σχεδόν μοναδικούς) ρόλους. Νομίζω ότι ποτέ άλλοτε η ουσία του φασισμού δεν δείχτηκε τόσο καίρια, αλλά και τόσο χαμηλότονα και έξυπνα στο σινεμά. Χαμηλότονα εννοώ ότι δεν έχουμε να κάνουμε με βία, στρατόπεδα, πόλεμο, ωμή καταπίεση. Εδώ υπάρχουν μόνο δύο άνθρωποι: Ο μοναχικός και "παράξενος" διαφωνών και η τυπική, συνηθισμένη, αμόρφωτη ιταλίδα νοικοκυρά της εποχής, με σύζυγο και 6 παιδιά. Οι δύο αυτοί παντελώς διαφορετικοί άνθρωποι συναντιούνται τυχαία σε μια πελώρια, άδεια σχεδόν πολυκατοικία, καθώς οι περισσότεροι ένοικοι έχουν φύγει για να παρακολουθήσουν την μεγαλειώδη φασιστική παρέλαση την ιστορική μέρα που ο Χίτλερ επισκέπτεται την Ιταλία και συναντά τον Μουσολίνι (θυμάστε την τόσο διαφορετική, αλλά εξίσου ιδιοφυή παρωδία της συνάντησης αυτής στον "Δικτάτορα" του Τσάπλιν;). Και μια πραγματικά "ξεχωριστή μέρα αρχίζει, όχι μόνο για τα δύο μεγάλα φασιστικά έθνη της εποχής, αλλά και για τον μικρόκοσμο και την καθημερινότητα των δύο ηρώων.
Όταν όλοι θα επιστρέψουν γεμάτοι εθνικιστικό ενθουσιασμό από τη φιέστα, εμείς καταλαβαίνουμε ότι αυτό που έχει ουσιαστικά αλλάξει για πάντα είναι οι ζωές των δύο ηρώων. Όχι γιατί ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον, αλλά... με τρόπο πολύ διαφορετικό για τον καθένα τους, που βέβαια δεν θα σας αποκαλύψω.
Ένα πελώριο, άδειο κτίριο λοιπόν γεμάτο διαμερίσματα και οι δύο ένοικοι που ξέμειναν εκεί. Τίποτα άλλο, εκτός από τη διαρκή, εκκωφαντική ενίοτε αναμετάδοση των "ιστορικών στιγμών" από το ραδιόφωνο, αναμετάδοση που αποτελεί το μόνιμο σάουντρακ του φιλμ. Σας εγγυώμαι όμως ότι δεν πρόκειται ούτε στιγμή να πλήξετε. Κι ότι δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερο, ιδιοφυέστερο τρόπο για να δειχτούν οι επιπτώσεις του φασισμού - και κάθε ολοκληρωτικού καθεστώτος - στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ας τονίσουμε μάλιστα ότι πολύ μεγάλο μέρος των ιταλών (όπως η νοικοκυρά και η πολυμελής οικογένειά της), τον είχε αγκαλιάσει και αποδεχτεί απόλυτα, νοιώθοντας περήφανοι που ένας "μεγάλος ηγέτης" (ο Μουσολίνι είναι αυτός) ξανάδινε στη χώρα το "παλιό της μεγαλείο". Γι' αυτό θεωρώ την ταινία ιδιοφυή. Επειδή όλη η ζοφερή ατμόσφαιρα της εποχής δεν δείχνεται μέσα από ιστορίες αντιστασιακών, οι οποίοι προφανώς υποφέρουν, αλλά και μέσα από ανθρώπους που αποδέχονται και συμφωνούν με το καθεστώς.
Επειδή σας κούρασα όμως με το πολιτικό μέρος, θα δώσω έμφαση στο ότι η ταινία ξεχειλίζει από συναισθήματα, εσωτερικές ανατροπές, συγκίνηση. Αν θέλετε να τη δείτε απλά σαν μια ιστορία της "μοιραίας" συνάντησης δύο ανθρώπων (πλην όμως δίχως ίχνος ρομαντισμού), αφαιρώντας δηλαδή το ιστορικό background, σίγουρα θα την απολαύσετε και ως τέτοια και θα σας κρατήσει από την αρχή ως το τέλος. Γι' αυτό τη θεωρώ αριστουργηματική. Επειδή μπορεί εξ ίσου άνετα να παίζει σε πολλά επίπεδα. Και γι' αυτό είναι και μια από τις αγαπημένες μου. Αν την αγνοείτε, σπεύσατε!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 20, 2010

ΠΟΣΟ ΠΡΑΣΙΝΗ ΗΤΑΝ Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΟΥ, ΠΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ;


Ο John Ford (1894–1973), ο κλασικότερος ίσως των μεγάλων αμερικανών σκηνοθετών, γυρίζει το "How Green Was my Valley" το 1943. Πρόκειται για ένα αληθινό έπος, όχι όμως με την έννοια των μεγάλων συγκρούσεων, των πολέμων, των ακραίων γεγονότων. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το έπος της καθημερινότητας, καθώς το φιλμ παρακολουθεί μερικά χρόνια από τη ζωή μιας πολυμελούς οικογένειας ανθρακωρύχων που ζουν σε ένα μικρό ουαλικό χωριό, στο οποίο δεσπόζει το μεγάλο ανθρακωρυχείο (και η οικογένεια στην οποία αυτό ανήκει).
Κοινωνική ταινία, γεμάτη συγκίνηση και νοσταλγία για έναν κόσμο που χάνεται (ή, αν προτιμάτε, νοσταλγία για την παιδική ηλικία, αφού η αφήγηση δίνεται μέσα από την οπτική ενός παιδιού που, σιγά - σιγά, ενηλικιώνεται και βιώνει τη σκληρή πραγματικότητα του κόσμου), παντρεύει με ιδανικό τρόπο την προσωπική / οικογενειακή ιστορία με την κοινωνική κατάσταση και τον ευρύτερο περίγυρο της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Καταγράφει λοιπόν το σταδιακό πέρασμα από μια πρώτη, πρωτόγονη για τα σημερινά δεδομένα μορφή καπιταλισμού, σε μια πιο εξελιγμένη, περισσότερο απρόσωπη και στυγνότερη μορφή του, όπου οι προσωπικές σχέσεις αδυνατούν πλέον να απαλύνουν τις τεράστιες ταξικές αντιθέσεις. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο δείχνονται η ίδρυση των πρώτων συνδικάτων, οι πρώτες απεργίες, η πρώτες αντιδράσεις των εργατών γενικότερα. Από την άλλη η περιγραφή του χωριού είναι μεν γεμάτη νοσταλγία, ο Φορντ όμως δεν παραλείπει όμως σε καμία περίπτωση να τονίσει και το φαρμακερά κουτσομπολίστικο, αυστηρότατο, άτεγκτο και μικρόψυχο περίγυρο, που φτάνει στα όρια της καθαρής σκληρότητας και κακίας.
Αυτό φυσικά είναι το πολιτικό / κοινωνικό πλαίσιο, όπως είπαμε. Μην περιμένετε βέβαια καμιά ριζοσπαστικά αριστερή ματιά από τον Φορντ, που δείχνει με ίση συμπάθεια και κατανόηση και την "επανάσταση" (συνδικαλισμός - απεργία) των γιων και την αυστηρή, συντηρητική στάση του συμπαθούς κατά τα άλλα πατέρα, που πιστεύει ότι όλα μπορούν να λυθούν χάρη στην "καλή θέληση" των αφεντικών και δεν θέλει ούτε να ακούσει για τις καινοφανείς "σοσιαλιστικές" ιδέες. Εμείς όμως θα συγκινηθούμε περισσότερο από τα προσωπικά δράματα των ηρώων, τον αμοιβαίο απαγορευμένο έρωτα της κόρης με τον ιερέα (που αποτελεί το θετικότερο και ηρωικότερο πρόσωπο της ταινίας), την διάψευση των ελπίδων των γιων, τη μοίρα του πατέρα κλπ. Το θέμα βέβαια εδώ - και γι' αυτό ίσως η ταινία θεωρείται απόλυτα κλασική - είναι, όπως είπα στην αρχή, το ιδανικό πάντρεμα των δύο βασικών αυτών στοιχείων, του προσωπικού και του κοινωνικού. Και το ότι μέσα από την τραγική μοίρα πολλών από τους ήρωες, τη διάχυτη νοσταλγία ή το τέλος της παιδικής αθωότητας, καταφέρνει να μας συγκινήσει βαθιά.
Ο Φορντ βρίσκεται στο απώγειο του ρεαλισμού του. Κι αν τέτοια οικογενειακά έπη (και όχι μόνο) σας κάνουν εξ ορισμού να βαριέστε, είναι μεν κατανοητό, αυτό όμως δεν στερεί το φιλμ από την κλασικότητά του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2010

Ο "ΣΟΥΣΟΥ" ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ο Merzak Allouache είναι αλγερινός, αλλά κάνει ταινίες στη Γαλλία. Το 2003 λοιπόν γυρίζει το "Chouchou", μια γκέι κωμωδία ή μάλλον, για να είμαστε ακριβέστεροι, μια γκέι κομεντί. Ήρωάς της ο Σουσού, ένας βορειοαφρικανός γκέι, που καταφεύγει στη Γαλλία προσποιούμενος αρχικά τον χιλιανό μετανάστη που ζητά καταφύγιο από τη δικτατορία του Πινοσέτ, αγνοώντας ότι αυτή έχει από χρόνια καταρρεύσει. Στη συνέχεια θα βρει προστασία στην εκκλησία ενός φιλόξενου παπά, ώσπου να μπει για τα καλά στον δικό του κόσμο, αυτόν των γκέι του Παρισιού.
Το φιλμ αντιμετωπίζει με συμπάθεια τον ήρωα, αλλά και τους άλλους χαρακτήρες, γκέι και μη, που κινούνται γύρω του και μιλά ουσιαστικά για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα μέσα από χιούμορ και μερικές τραβηγμένες καταστάσεις. Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι ότι το χιούμορ στην καλύτερη περίπτωση σε κάνει απλώς να χαμογελάς, πολλοί από τους χαρακτήρες μένουν ανολοκλήρωτοι και γενικά υπάρχει κάτι πρόχειρο. Ο πρωταγωνιστής Gad Elmaleh είναι πολύ καλός, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό φτάνει. Όσο για την καταγραφή του κόσμου των ομοφυλόφιλων και των τρανσέξουαλ που επιχειρεί - πάντα με καλή διάθεση - είναι σίγουρο ότι έχουμε δει και πολύ καλύτερες.
Συνολικά λοιπόν δεν το βρήκα τίποτα σπουδαίο και, σε κάποια σημεία, συνέβαιναν και πράγματα μάλλον άνευ λόγου ή τουλάχιστον δίχως να στηρίζονται σεναριακά (η εμφάνιση της Παναγίας στον ήρωα προς το τέλος, η ψύχωση της ψυχιάτρου με ένα κινέζικο βάζο που μένει ανεξήγητη αλλά και ανεκμετάλλευτη, η παράξενη συμπεριφορά των γονιών του φίλου του ήρωα - δεν καταλαβαίνουμε αν είναι τόσο ανοιχτόμυαλοι ή αν δεν έχουν καταλάβει τίποτα - κλπ.) Μένουν μόνο οι καλές προθέσεις (ίσως). Στην καλύτερη περίπτωση θα χαρακτήριζα την ταινία απλώς συμπαθητική, σίγουρα όμως ανολοκλήρωτη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ


Να λοιπόν που εν έτει 2010 γυρίστηκε αυτό που θα αποκαλούσα "άκρον άωτον κλειστοφοβικής ταινίας". Το "Burried" είναι ισπανικό και το υπογράφει ο Rodrigo Cortés. Συγχρόνως είναι ένα κινηματογραφικό στοίχημα, που κατά τη γνώμη μου κερδήθηκε. Ποιο είναι το στοίχημα; Πώς διάολο κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία με έναν μόνο ηθοποιό, που βρίσκεται κλεισμένος σε φέρετρο και θαμμένος ζωντανός; Θα σας το ξεκαθαρίσω: Η κάμερα δεν βγαίνει ποτέ από το ασφυκτικό φέρετρο και δεν εμφανίζεται κανένας άλλος ηθοποιός. Και γιατί κερδήθηκε το στοίχημα; Διότι με αυτά το μηδενικά στην ουσία "όπλα" κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος.
Κατ' αρχήν θα τονίσω - για να μη μου λέτε ότι δεν σας προειδοποίησα - ότι πρόκειται για μια από τις πιο μαύρες και απαισιόδοξες ταινίες που έχω δει ποτέ. Κυριολεκτικά και μεταφορικά δεν υπάρχει ούτε χαραμάδα φωτός. Το άγχος, η αγωνία, ο πανικός ενίοτε, είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα. Ταυτόχρονα όμως πρόκειται και για μια βαθύτατα αντιπολεμική ταινία. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια αστυνομικού στιλ ιστορία, αλλά με έναν αμερικάνο όμηρο στον βρώμικο πόλεμο του Ιράκ, ο οποίος επικοινωνεί, μέσω ενός κινητού, με τον αόρατο απαγωγέα του. Αυτό που βγαίνει από την όλη ιστορία, πέραν του έντονου σασπένς που δημιουργεί το ερώτημα αν θα σωθεί ο ήρωας ή όχι, είναι η βαθύτατη αποτύπωση της φρίκης του πολέμου, και μάλιστα δίχως να βλέπουμε ούτε μία πολεμική εικόνα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο απαγωγέας δεν είναι ο προφανής "κακός". Κάθε άλλο. Σε πολλά σημεία καταλαβαίνουμε και τη δική του δεινή θέση και μπορούμε να δούμε τα πράγματα και από τη δική του, εξ ίσου τραγική σκοπιά. Συγχρόνως, πέραν του αντιπολεμικού στοιχείου, το φιλμ καυτηριάζει ανελέητα την απανθρωπιά του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος για το τελευταίο πράγμα που νοιάζεται είναι η ανθρώπινη ζωή, και την αδίστακτη χρήση των ανθρώπων ως "αναλώσιμα" από τους στυγνούς καπιταλιστικούς μηχανισμούς.
Σας προειδοποιώ για μια ακόμα φορά: Πρόκειται για φιλμ που βλέπεται δύσκολα, όχι λόγω έλλειψης σασπένς ή βαρεμάρας - κάθε άλλο - αλλά λόγω της σχεδόν αφόρητα αποπνικτικής ατμόσφαιράς του και της απίστευτης κλειστοφοβικότητάς του. Έτσι, έστω και λίγο αν υποφέρετε από κλειστοφοβία, μην περάσετε ούτε απ' έξω. Οι υπόλοιποι, που θα το τολμήσετε, θα δείτε μια ταινία που είναι εξαιρετικά πρωτότυπη και σίγουρα συγκαταλέγεται στην κατηγορία των κινηματογραφικών αξιοπερίεργων.

Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2010

ΟΝΤΩΣ ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣ BLANC-SEC


Να λοιπόν που εν έτει 2010 ο πολύς (και εμπορικότατος, με την κακή έννοια συνήθως) Luc Besson παύει να είναι μόνο παραγωγός ή να σκηνοθετεί animation και επιστρέφει στις "κανονικές" ταινίες με τις "Απίστευτες Περιπέτειες της Αντέλ" (Les aventures extraordinaires d'Adèle Blanc-Sec), που βασίζονται σε κόμικς του πολυγραφότατου και καλού γάλλου κομίστα Tardi.
Εδώ κάθε σοβαρότητα, κάθε ίχνος ρεαλισμού, κάθε πιθανότητα εξήγησης των όσων συμβαίνουν ξεχνιέται (συνειδητά νομίζω). Αυτό που προέχει είναι το θέαμα και μόνο και ο κινηματογραφικός χαβαλές - ακριβός χαβαλές πάντως. Λογικό, αφού ξυπνάνε πτεροδάκτυλοι, μούμιες (οι οποίες, σημειωτέον, μιλάνε άπταιστα γαλικά), νεκροί ή σχεδόν νεκροί και άλλα πολλά. Οι καταστάσεις είναι φυσικά απίθανες, οι όποιες εξηγήσεις τραβηγμένες απ' τα μαλιά, οι χαρακτήρες καρικατούρες και το κωμικό στοιχείο πανταχού παρόν, δίπλα φυσικά στο ψηφιακό θέαμα.
Να σας πω κάτι; Παρ' όλα αυτά μάλλον το διασκέδασα. Δηλαδή πρέπει, για να είμαι ακριβής, να τα ξεχάσεις όλα τα παραπάνω και να αφεθείς μόνο στον κινηματογραφικό χαβαλέ. Τότε ίσως λειτουργήσει η ταινία. Ε, έχει και πλάκα και η σχετικά νοσταλγική, κάπως σε στιλ Ιουλίου Βερν ατμόσφαιρα αρχών 20ού αιώνα, ίσως και ο τσαμπουκάς της ηρωίδας (ένα είδος δυναμικής γυναίκας και εν δυνάμει φεμινίστριας πριν την εποχή της ή, αν προτιμάτε, ένα είδος θηλυκού Ιντιάνα Τζόουνς), οπότε εντάξει, δυο ώρες πέρασαν ευχάριστα. Προς θεού όμως, μην περιμένετε τίποτα περισσότερο.

Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2010

Ο ΩΜΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΜΠΙΡΙΑ


Το 1957 βρίσκει τον Federico Fellini (1920–1993) να γυρίζει τη δεύτερη πραγματικά μεγάλη ταινία του μετά το "La Strada": Τις "Νύχτες της Καμπίρια". Νομίζω ότι εδώ βρίσκουμε τον μεγάλο δημιουργό κάπου ανάμεσα στο νεορεαλισμό, oι επιροές του οποίου σημάδεψαν την αρχή του έργου του, και στην ανεπανάληπτη, προσωπική του ποίηση.
Η ιστορία της ταινίας είναι απλή. Παρακολουθούμε τη ζωή μιας εύπιστης, φτωχής πόρνης, τόσο στα πεζοδρόμια της Ρώμης όπου κάνει πιάτσα, όσο και στην προσωπική της ζωή. Δυνατή, πεισματάρα και ευέξαπτη, αλλά ταυτόχρονα αφελής, συναισθηματική και ευάλωτη, έτοιμη να τα δώσει όλα για τον άντρα που, επιτέλους, θα αλλάξει τη ζωή της, περνά, μέσα από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων, από μια πρώτη ερωτική απογοήτευση, όπου ο εραστής της επιχειρεί να την πνίξει για να τη ληστέψει στην πρώτη μόλις σκηνή, στην σπαρακτική κατάληξη.
Φυσικά ολόκληρη η ταινία βασίζεται στην ηθοποιία της Τζουλιέτα Μασίνα, συζύγου του Φελίνι, που υποδύεται με τον μοναδκό τρόπο της, που έχει κάτι από θηλυκό Τσάρλι Τσάπλιν, μια από τις πιο αξέχαστες φιγούρες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το πρόσωπό της, από το οποίο περνάνε ο θυμός και η χαρά, το γέλιο και ο σπαραγμός, παραμένει χαραγμένο στη μνήμη όσων έχουν δει την ταινία. Ταυτόχρονα το φιλμ ντύνεται για μια ακόμα φορά από την χαρακτηριστική, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα, για να δώσει το συνολικό αξέχαστο αποτέλεσμα.
Αυτό που μένει είναι η δύναμή της, η κατάφαση στη ζωή, όσο κι αν αυτή έχει τσακίσει άπειρες φορές την ηρωίδα. Αυτό γίνεται εμφανές στην τελευταία θαυμάσια σκηνή, με το χαμόγελο που καταφέρνει να χαραχτεί και πάλι στο πρόσωπό της μετά από όσα έχει ζήσει. Και μόνο γι' αυτή τη σκηνή θα μπορούσε νομίζω να χαρακτηριστεί κλασική η ταινία. Αλλά υπάρχουν και τόσα άλλα...
Ο Φελίνι δεν ξεχνά, όπως είπαμε, και τις νεορεαλιστικές του ρίζες. Θα περιπλανηθεί στον κόσμο των απόκληρων, όχι μόνο με τις πόρνες του, αλλά και με τις σκηνές της καθημερινότητας στη φτωχική γειτονιά της Καμπίρια, με τη δυνατή σκηνή των άστεγων που μένουν σε τρύπες έξω μόλις από τη Ρώμη, αλλά και δείχνοντας και την απόλυτη αντίθεση σ' όλα αυτά, με την "κυριλέ" Βία Βένετο, κέντρο τότε της νυχτερινής ζωής της Ρώμης ή την σεκάνς με τον διάσημο ηθοποιό του σινεμά που "ψαρεύει" την ηρωίδα και την οδηγεί στην πολυτελέστατη βίλα του.
Για την ποίησή τους, την ευαισθησία της, την θετική αντιμετώπιση της ζωής παρά τις αντιξοότητές της, τη σειρά αξέχαστων σκηνών, την πρωταγωνίστρια... και για άλλους τόσους λόγους που μπορεί να εντοπίσει κάθε θεατής, οι "Νύχτες της Καμπίρια" παραμένουν μια από τις κλασικές στιγμές στην ιστορία του σινεμά. Η επόμενη ταινία του μεγάλου δημιουργού θα ήταν η ακόμα κλασικότερη "Dolce Vita"...

Σάββατο, Οκτωβρίου 09, 2010

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ ΣΤΟ "ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ"


Αν δεν είστε φίλοι του μελοδράματος, αλλάζετε αίθουσα όσο είναι καιρός. Διότι το "Είμαι ο Έρωτας" (Io Sono l'Amore, 2010) του ιταλού Luca Guadagnino είναι ένα πυκνό μελόδραμα, με τη μοίρα να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, αλλά και μια κριτική ματιά στη μεγαλοαστική τάξη και τον συντηρητισμό της.
Να πω αρχικά ότι σαν ταινία τη βρήκα πολύ καλή (στο είδος της πάντα). Αργή εξέλιξη της ιστορίας, ψυχρή καταγραφή (όπως ψυχροί είναι και οι πολυτελείς χώροι) της μεγαλοαστικής οικογένειας βιομηχάνων, ξέσπασμα και κάθετη αντίθεση (εξοχή, πάθος, φύση και ήρωες σε οργασμό) όταν κορυφώνεται η ερωτική ιστορία, μια πολύ καλή όπως πάντα Τίλντα Σουίντον, θαυμάσια μουσική, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία. Στο πρώτο μέρος μάλιστα θαύμασα το πώς ο Guadagnino δείχνει το ασφυκτικό περιβάλλον, τον πανταχού παρόντα καθωσπρεπισμό, την κυριαρχία της εθιμοτυπίας, την αυστηρά πατριαρχική δομή και γενικά τον συντηρητισμό της πλούσιας οικογένειας, τόσο που έπιασα τον εαυτό μου να χαίρεται που δεν γεννήθηκα με πολλά εκατομμύρια αν επρόκειτο να μεγαλώσω σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, με τέτοιες άκαμπτες αξίες. Επίσης, όπως έγραψα και πιο πάνω, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την αντίθεση που δημιουργεί ο σκηνοθέτης ανάμεσα στον απολιθωμένο (και ταυτόχρονα παντοδύναμο) αυτόν κόσμο και στον άλλο, που σκιαγραφεί με πάθος και συναίσθημα όταν ξεκινά η ερωτική ιστορία. Καθώς και τον τρόπο με τον οποίο δείχνει τη σταδιακή καταστροφή των αξιών και της τάξης πραγμάτων που επικρατούν δίχως να αμφισβητούνται από κανέναν στους κόλπους της οικογένειας, με τη διαθήκη του παπού αρχικά, την ερωτική συμπεριφορά της κόρης στη συνέχεια, την εισβολή του "παρείσακτου" μάγειρα και το τελικό ξέσπασμα.
Οι αντιρρήσεις μου επικεντρώνονται στο ιδεολογικό μέρος (και επειδή αναπόφευκτα θα γίνουν κάποιες αναφορές στην ιστορία, καλό είναι να μη διαβάσετε παρακάτω αν θέλετε να αποφύγετε περιοδικά εμφανιζόμενα spoilers). Δεν συμφωνώ λοιπόν καθόλου με το ρόλο της παντοδύναμης και τιμωρού μοίρας που βάζει στην ιστορία του ο σκηνοθέτης. Η ηρωίδα τιμωρείται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για την "αμαρτία" της, το "παράπτωμά" της, χαρακτηρίστε το όπως θέλετε, και μάλιστα με τυχαίο τρόπο, σα να υπάρχει κάποια θεία δίκη, κάποια ανώτερη βούληση ή η μοίρα, που την τιμωρεί για τη συμπεριφορά της. Αυτό το στοιχείο είναι βέβαια τυπικό σε κάθε τραγωδία. Μπορώ όμως να το δεχτώ σε αρχαίες τραγωδίες, στον Σέξπιρ ή σε φιλμς του '30 ή του '50, όχι όμως σε ένα σύγχρονο έργο. Εδώ μου φαίνεται κάτι παραπάνω από συντηρητικό. Δεν πιστεύω σε θείες δίκες και μοίρες και, δυστυχώς ή ευτυχώς (όντως δεν μπορώ να αποφασίσω) η καθημερινότητα με δικαιώνει.
Ανεξάρτητα από την αντίρρησή μου όμως αυτή, τη θεωρώ σημαντική ταινία. Προσοχή: Μόνο για όσους δεν απεχθάνονται τα μελοδράματα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΓΙΜΟΥ ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΕΙ ΚΟΕΝ


Το εγχείρημα ήταν πραγματικά "κουφό": Ο γνωστότερος κινέζος σκηνοθέτης Yimou Zhang διασκευάζει το κατάμαυρο νουάρ (ταυτολογία με απόλυτο νόημα εδώ) των αδελφών Κοέν "Μόνο Αίμα". Ήμουν λοιπόν πολύ περίεργος να δω το αποτέλεσμα. Το "Μιά Γυναίκα, ένα Όπλο και ένα Νουντλ μπαρ" (San qiang pai an jing qi ο κινέζικος τίτλος, αν σας ενδιαφέρει) του 2009 ωστόσο, σε κάποια σημεία με γοήτευσε, συνολικά όμως μάλλον με απογοήτευσε.
Ο Yimou επιλέγει μια πιο ελαφρά, κωμική βερσιόν της αρχικής ταινίας και μεταφέρει την ιστορία στη μεσαιωνική Κίνα, διατηρώντας κατά τα άλλα το στόρι αρκετά πιστό. Το θέμα είναι ότι το φιλμ ούτε ακριβώς κωμωδία είναι, ούτε φοβερό σασπένς έχει, ούτε και την απληστία ή/και την βλακεία διερευνά, όπως έκανε το πρωτότυπο. Το παρακολούθησα μεν με ενδιαφέρον, αλλά δεν μου είπε τίποτα παραπάνω. Γιατί έγραψα αρχικά ότι με γοήτευσε σε κάποια σημεία; Επειδή ο Yimou είναι νομίζω ο πιο εντυπωσιακός σύγχρονος κινέζος δημιουργός (όχι ότι τους ξέρω όλους φυσικά) και καταφέρνει πάντοτε να συλλαμβάνει εκπληκτικές εικόνες, πράγμα που αποτελεί το σήμα κατατεθέν των ταινιών του. Έτσι κι εδώ τα χρώματα είναι εκτυφλωτικά, τα έρημα τοπία απίστευτα (αλήθεια, υπάρχουν όντως αυτές οι κόκκινες και λευκές "ριγέ" έρημοι;), το στυλιζάρισμα και οι σχεδόν χορευτικές κινήσεις συχνά πανέμορφες, τα καδραρίσματα εντυπωσιακά. Η εικόνα λοιπόν με αποζημείωσε απόλυτα.
Το χιούμορ όμως (που θα ήθελε να είναι μαύρο, αλλά...) ήταν κακό, με συχνά πεσίματα και γλιστρήματα των ηθοποιών που υποτίθεται ότι θα έβγαζαν γέλιο (;) και με τους ηθοποιούς συχνά να ουρλιάζουν. Γενικά βέβαια όλο αυτό το υπερβολικό παίξιμο είναι χαρακτηριστικό του απωανατολίτικου σινεμά και, προφανώς, γίνεται αποδεκτό εκεί, ενώ εμάς συχνά μας ενοχλεί. Το συμπέρασμα, όπως καταλαβαίνετε, είναι ότι αν πάτε να δείτε κωμωδία... ξεχάστε το. Κι αν πρέπει να διαλέξετε, θα σας συμβούλευα να επιλέξετε το πρωτότυπο φιλμ των Κοέν. Ίσως πάντως κι αυτό εδώ να αξίζει για τις εικόνες του.
Γενικά μιλώντας πάντως, φοβάμαι ότι δεν θα ξαναδούμε απ' τον Yimou ταινίες όπως τα "Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια" ή "Ο Ήρωας".

Τρίτη, Οκτωβρίου 05, 2010

"Ο ΜΑΓΟΣ ΤΟΥ ΟΖ" ΩΣ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ


Γυρίστηκε το 1939 από τον Victor Fleming (1889–1949), αν και δύο - τρία άλλα μεγάλα ονόματα συνεργάστηκαν με διάφορους τρόπους μαζί του, και αμέσως έγινε κλασικό στο είδος του: "Ο Μάγος του Οζ" ίσως να παραμένει η απόλυτα αρχετυπική παιδική ταινία. Μέχρι σήμερα υπάρχουν πλήθος αναφορές σ' αυτήν και μάλιστα σε διάφορες τέχνες (θυμηθείτε, ας πούμε, το Yellow Brick Road του Elton John). Στο "πακέτο" επίσης περιλαμβάνεται μια ευφάνταστη μετάβαση από το ασπρόμαυρο αρχικά στο εκτυφλωτικό για την εποχή τεχνικολόρ, ένα θαυμάσιο παιδί - θαύμα για πρωταγωνίστρια, η Τζούντι Γκάρλαντ φυσικά, και μερικά τραγούδια που μένουν μέχρι τις μέρες μας, διότι, εκτός των άλλων, περί μιούζικαλ πρόκειται.
Φυσικά οι αξίες που πρεσβεύει η ταινία είναι κλασικές (και συντηρητικές, αν θέλετε), με βασικότερη το "home, sweet home" ή, αν θέλετε να το διατυπώσουμε αλλιώς, πουθενά δεν είναι σαν το σπίτι σου. Γιατί τώρα όλοι αυτοί οι ονειρικοί κόσμοι είναι χειρότεροι από μια αγροικία στο Κάνσας, κάπου στη μέση του πουθενά, είναι κάτι που θα έπρεπε να συζητηθεί παραιτέρω. Τέλος πάντων... Υπάρχουν όμως κι άλλα "μηνύματα", πιθανόν χρήσιμα για ένα παιδί.
Το γεγονός πάντως είναι ότι πάμπολλες γενιές μεγάλωσαν και αγάπησαν την ιστορία της μικρής Ντόροθι: Ένας κυκλώνας αρπάζει το σπίτι της και το μεταφέρει στη μυθική Χώρα του Οζ, που κυβερνά ο μυστηριώδης και αθέατος ομώνυμος μάγος. Εκεί γνωρίζει τους τρεις φίλους της, τον Τενεκεδένιο που του λείπει η καρδιά, τον Αχυρένιο που του λείπει το μυαλό και το Λιοντάρι που του λείπει το θάρρος και μαζί ξεκινάν για να συναντήσουν τον παντοδύναμο μάγο, ενώ απειλούνται διαρκώς από μια κακιά μάγισα...
Να σας πω την προσωπική μου άποψη; Ναι, το θεωρώ κλασική ταινία, αλλά φοβάμαι ότι, αντίθετα με άρκετές άλλες "παιδικές" που οι πάντες τις βλέπουν με ενδιαφέρον, "Ο Μάγος..." απευθύνεται κυρίως σε παιδιά. Σήμερα που η μαγεία των εφφέ έχει προφανώς ξεθωριάσει, τα εμφανώς ζωγραφιστά σκηνικά και τα εκτυφλωτικά χρώματα μου φάνηκαν μάλλον κιτς, ενώ οι λύσεις στις δύσκολες καταστάσεις απλοϊκές. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν το φιλμ να είναι αρχετυπικό του συγκεκριμένου είδους φανταστικού κινηματογράφου, να περιέχει όμορφα τραγούδια, να είναι συχνά γλυκύτατο και, τέλος πάντων, να συνίσταται σε όσους δεν έχει τύχει να το δουν, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, είναι πολύ εύκολο να αντιληφθούμε το σοκ και τον θαυμασμό που προκάλεσε στα παιδιά του 1939 - και σε πολλές επόμενες γενιές, πιστέψτε με - ώστε να τα σημαδέψει για πάντα. Τελικά νομίζω ότι "Ο Μάγος του Οζ" υπήρξε κάτι σαν το "Star Wars" της εποχής του, κι ας μου φαίνεται σήμερα κάπως ξεπερασμένος. Αν όμως έχετε παιδιά, μη διστάσετε!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 04, 2010

ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ... "ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ"


Ο μεγάλος Ernst Lubitsch (1892–1947) κάνει με το "Heaven Can Wait" του 1943 μια από τις γνωστότερες μέχρι σήμερα ταινίες του (έχει γίνει και ριμέικ στη δεκαετία του 70 απο τον Γουόρεν Μπίτι). Από τις γνωστότερες, ίσως, αλλά προσωπικά δεν αποτελεί μια από τις αγαπημένες μου. Ίσως γι' αυτό να φταίει το ότι εδώ το κωμικό στοιχείο υποχωρεί κάπως μπροστά στο συναισθηματικό, που μερικές φορές βρίσκω μάλλον γλυκερό. Πολλοί πάντως δεν συμφωνούν μαζί μου και τη θεωρούν από τις καλύτερές του.
Ο ήρωας του φιλμ, ηλικιωμένος πλέον, πεθαίνει ήσυχα. Ο Διάβολος, γοητευτικότατος με τα σηκωμένα φρύδια και το φράκο του, τον υποδέχεται ευγενέστατα και δέχεται να ακούσει την ιστορία της ζωής του, ώστε να κρίνει πού πρέπει να πάει, πάνω ή κάτω, ξέρετε... Έτσι έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη ζωή του κυρίου Βαν Κλιβ, από την παιδική ηλικία μέχρι το θάνατό του. Και διαπιστώνουμε ότι ο συμπαθής αυτός γεράκος υπήρξε αθεράπευτος γυναικάς σ΄όλη του τη ζωή, πλην όμως - και ταυτόχρονα με τις αισθηματικές ατασθαλίες του - βαθύτατα ερωτευμένος με τη γυναίκα του (την οποία φυσικά παντρεύτηκε μετά από κεραυνοβόλο έρωτα και αρκετές περιπέτειες).
Φυσικά και εδώ το μαγικό άγγιγμα του Lubitsch είναι πανταχού παρόν, με το διακριτικό, κομψό χιούμορ να δίνει και να παίρνει, πλην όμως υπάρχουν και δραματικές σκηνές (σας εγγυώμαι πάντως ότι δεν πρόκειται να κόψετε τις φλέβες σας). Γενικά οι ρυθμοί είναι κάπως πιο αργοί από άλλα φιλμ του και σε κάποια σημεία βαρέθηκα λιγάκι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το θεωρώ κακή ταινία, κάθε άλλο. Απλώς είχα μπροστά μου πολύ φρέσκες τις συγκρίσεις με άλλα φιλμ του που μου άρεσαν περισσότερο.
Εχουμε πάντως να κάνουμε με το πορτρέτο ενός ανθρώπου, τον οποίο ο σκηνοθέτης μας κάνει να συμπαθήσουμε απόλυτα, δίχως όμως να διστάζει καθόλου να δείξει τα ελαττώματά του και να προσθέσει και τις σκαμπρόζικες πινελιές του, τονίζοντας ότι ο έρωτας και τα γύρω απ' αυτόν, ακόμα και οι παρασπονδίες, δεν μπορούν να αποτελούν "αμαρτίες". Έτσι, σε ερωτικό επίπεδο, ο Lubitsch παραμένει αρκετά τολμηρός, όπως σε κάμποσα άλλα φιλμ του. Μακάρι να ήταν τόσο τολμηροί και οι σύγχρονοι χολιγουντιανοί δημιουργοί όταν κάνουν τα σχετικής θεματικής ανάλαφρα φιλμάκια τους. Α, και παρά την "υποχώρηση" του κωμικού στοιχείου, την οποία ανέφερα στην αρχή, δεν παύουν να υπάρχουν κάποιες πολύ αστείες στιγμές, κυρίως με τους ανεκδιήγητους γονείς της κοπέλας, που δίνουν και την αφορμή να στηλιτεύσει για μια ακόμα φορά ο Lubitsch την κτηνώδη, άπληστη και αναίσθητη πλευρά του πλούτου.
ΥΓ: Η Τζιν Τίρνεϊ παραμένει για μένα μια από τις ομορφότερες γυναίκες της οθόνης ever.

Κυριακή, Οκτωβρίου 03, 2010

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, ΤΡΑΒΕΣΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΠΛΕΥΡΑ"


Ο Γάλλος Sébastien Lifshitz είναι ένας σκηνοθέτης gay ταινιών, που θεωρείται σημαντικό όνομα στον ιδιαίτερο αυτό χώρο. Το 2004 γυρίζει το "Wild Side", μια ταινία με ήρωα ένα τραβεστί που εκδίδεται στο Παρίσι, τη Στεφανί. Όταν η μητέρα της (του) μπαίνει στο νοσοκομείο, αναγκάζεται να αφήσει το Παρίσι και να επιστρέψει στο χωριό της για να την φροντίζει. Μαζί της έρχονται και οι δύο εραστές της, ένας ρώσος και ένας γαλλοαλγερινός, που όλοι μαζί συμβιούν αρμονικά σαν ερωτικό τρίο.
Στην ταινία πρωταγωνιστεί μια αληθινή τραβεστί, η Stéphanie Michelini, η οποία μάλιστα είναι θαυμάσια στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο. Κατά τα άλλα το φιλμ ανήκει στην κατηγορία αυτού που λέμε "φέτα ζωής" (πολύ ιδιαίτερης ζωής στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αλήθεια), όπου δηλαδή, με ένα μάλλον χαλαρό σενάριο, δίχως ιδιαίτερη πλοκή, καταγράφονται δίχως φτιασίδια κομμάτια της ζωής των ηρώων και σκηνές της παράδοξης για τους πολλούς καθημερινότητάς τους. Χωρίς βέβαια ο σκηνοθέτης να παραλείψει να κάνει αρκετά φλας μπακ στα παιδικά χρόνια του/της ήρωα(-ίδας) και γενικά να παίξει με ένα μπρος - πίσω στο χρόνο, που αποκαλύπτει το background του/της. Γενικά νομίζω ότι, παρά τις συχνά "βαριές" σκηνές, διαπνέεται από μια αισιόδοξη στάση για τη δυνατότητα ευτυχούς συνύπαρξης ακόμα και των πιο απίθανων ανθρώπων.
Έχω ξαναγράψει ότι δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των απόλυτα ρεαλιστικών, σχεδόν ντοκιμαντερίστικων, ταινιών, νομίζω όμως ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μάλλον καλό δείγμα του είδους που, στο κάτω - κάτω, έχει ενδιαφέρον και λόγω της ερωτικής του ιδιαιτερότητας. Θα το συνιστούσα λοιπόν σε όσους ενδιαφέρονται για οποιοδήποτε από τα δύο σκέλη του φιλμ: Το ερωτικό ή το ρεαλιστικό.
ΥΓ: Η ταινία διαθέτει μια εντυπωσιακή αρχή, με τον Antony (των Antony and the Johnsons) να τραγουδά με συγκλονιστικό τρόπο ένα σχετικό με το θέμα τραγούδι του.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 01, 2010

ΧΙΟΝΙ, ΣΤΑΧΤΕΣ ΚΑΙ Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Το "Snow & Ashes" του 2010 είναι μια καναδέζικη ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου Charles-Olivier Michaud από το Κεμπέκ. Ανήκει στη μακρά σειρά αντιπολεμικών ταινιών και έχει βραβευτεί σε φεστιβάλ.
Δύο συνεργάτες και φίλοι, ένας δημοσιογράφος και ο φωτογράφος του, πηγαίνουν κάπου στην Ανατολική Ευρώπη όπου σοβεί ένας άγριος πόλεμος (θα μπορούσε να είναι η Τσετσενία, καθώς αναφέρονται σαφώς ρωσικά στρατεύματα). Πίσω θα γυρίσει μόνο ο δημοσιογράφος, που ξυπνώντας σ' ένα νοσοκομείο, θα ανακαλύ2010), ψει ότι έχει χάσει τη μνήμη του και, σιγά - σιγά, θα αρχίσει να ανασυνθέτει το παζλ των όσων συνέβησαν εκεί.
Σαν ντεμπούτο είναι άρτιο και αρκετά εντυπωσιακό, καθώς δείχνεται δίχως ίχνος ηρωισμού και κάθε λογής πατριδολαγνείας, δίχως να γνωρίζουμε καν ποιοι και γιατί πολεμούν (ούτε κι ίδιος ο φωτογράφος δεν ξέρει καλά - καλά), δίχως χολιγουντιανές ταρζανιές, η φρίκη του πολέμου και οι τραγικές επιπτώσεις του στην καθημερινότητα των κατοίκων, αλλά και των δύο δυτικών απεσταλμένων. Έτσι πετυχαίνει απόλυτα τον σκοπό του, την ωμή καταγραφή δηλαδή της αλήθειας ενός πολέμου, που είναι πάντοτε βρώμικη, απωθητική και αφάνταστα απεχθής. Εξ ορισμού νομίζω. Από εκεί και πέρα δεν σας κρύβω ότι βαρέθηκα λιγάκι, καθώς και κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά, αλλά και υπήρχε κάποια έλλειψη πλοκής ή, τέλος πάντων, αυτή ήταν πολύ χαλαρή.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο, παρακολουθώντας εναλλάξ τη ζωή του τσακισμένου ψυχικά ήρωα που επέστρεψε και τα όσα έζησε λίγο καιρό πριν στον πόλεμο. Ίσως, αφήνει να εννοηθεί ο δημιουργός, ο άνθρωπος αυτός να μη ξαναβρεί ποτέ ξανά την απόλυτη ψυχική του ισορροπία. Και, να φανταστείτε, πήγε εκεί μόνο ως παρατηρητής και καταγραφέας των όσων συμβαίνουν...
Καλές προθέσεις λοιπόν, ενδιαφέρουσα σαν πρώτη ταινία, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να προσθέσει κάτι σημαντικό στη μακρά σειρά των μεγάλων αντιπολεμικών ταινιών που έχουν σημαδέψει την ιστορία του σινεμά.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 30, 2010

ΤΟΛΜΗ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΤΙΣ "ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΚΑΝΤΡΙΛΙΕΣ"


Έχω πει επανειλημμένα ότι πιστεύω πως το σύγχρονο Χόλιγουντ είναι πολύ πιο συντηρητικό από το παλιό (το πολύ παλιό εννοώ). Πάρτε για παράδειγμα το "Design for Living" (Ερωτικές Καντρίλιες ο και πάλι άσχετος ελληνικός τίτλος). Γυρίζεται από τον Ernst Lubitsch (1892–1947) το 1933 (!), τέσσερα μόλις χρόνια μετά την έλευση του ομιλούντος, και είναι πολύ πιο τολμηρό ερωτικά από πάμπολλες σύγχρονες αισθηματικές ή κομεντί μπούρδες.
Τι γίνεται εδώ; Μια κοπέλα είναι ταυτόχρονα ερωτευμένη με δύο φτωχούς καλλιτέχνες (ένας θεατρικός συγγραφέςα κι ένας ζωγράφος), που είναι στενοί φίλοι και συγκατοικούν στο Παρίσι. Τα φτιάχνει και με τους δύο, αρχικά κρυφά, μετά εν γνώσει τους, στη συνέχεια γίνεται κάτι σα μάνατζέρ τους και τους οδηγεί στη φήμη και στον πλούτο, κάποια στιγμή τους παρατά και παντρεύεται έναν ζάπλουτο ξενέρωτο παλιό θαυμαστή της... για να καταλήξει και πάλι με τους δύο μαζί! Θυμάστε πολλά σημερινά χολιγουντιανά φιλμ (σημερινά εννοώ των 3 τελευταίων δεκαετιών) που να πραγματεύονται με τόση ανεμελιά και ελευθερία ένα τόσο "τολμηρό" θέμα; Δεν μιλώ φυσικά για βαριά δράματα με σπαρακτικές ή/και τραγικές καταλήξεις (τέτοια υπάρχουν και πολύ πιο τολμηρά), αλλά για ανάλαφρες, χαρούμενες κωμωδίες "για όλη την οικογένεια".
Αλλά βέβαια η αξία της ταινίας δεν βρίσκεται μόνο στην τόλμη της. Βρίσκεται κυρίως στο ότι κατά τη γνώμη μου αντέχει μέχρι τις μέρες μας, βλέπεται το ίδιο ευχάριστα και βγάζει το ίδιο γέλιο. Το σκαμπρόζικο, παιχνιδιάρικο - και ενίοτε σαρκαστικό - στιλ του Lubitsch είναι πανταχού παρόν, άρα η διασκέδαση είναι εξασφαλισμένη. Και υπάρχει κι ένας πολύ καλός νεαρός Γκάρι Κούπερ στο ρόλο του ενός από τους δύο μποέμ, του ζωγράφου. Δεν θα προβληματιστείτε, ούτε θα θιγούν σημαντικά και βαρύγδουπα θέματα. μιλώ για καθαρή διασκέδαση.
Νομίζω ότι ορισμένα πράγματα δικαίως θεωρούνται κλασικά. Και στενοχωριέμαι για τη σημερινή ξενερωσιά (εκτός από μεμονωμένες εξαιρέσεις βεβαίως) της μεγαλύτερης βιομηχανίας κινηματογραφικής διασκέδασης...

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 28, 2010

Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΕΞΩ, Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕΣΑ


Τελικά φαίνεται ότι το στιλ του Michael Winterbottom είναι η παντελής έλλειψη στιλ. Δεν εννοώ την έλλειψη αισθητικής στις ταινίες του, κάθε άλλο. Εννοώ ότι κάθε φορά κάνει απόλυτα διαφορετικές ταινίες σαν είδος, σαν στιλ, σαν θέμα. Έτσι γίνεται αναμφισβήτητα ένας από τους πιο απρόβλεπτους σκηνοθέτες του καιρού μας.
Το "The Killer Inside Me" του 2010 είναι ένα βίαιο θρίλερ με ήρωα έναν σίριαλ κίλερ με απόλυτα ήρεμο, καθησυχαστικό παρουσιαστικό. Τοποθετημένο σε μια μικρή πόλη της Αμερικής της δεκαετίας του 50 (όπως και το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο βασίστηκε), δημιουργεί μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο ήσυχο, γλυκό, νοσταλγικό, φωτισμένο με χρυσά χρώματα περιβάλλον και την εφιαλτική βία του δολοφόνου. Υπάρχουν όντως δύο σκηνές φόνων που είναι αληθινά δυσβάσταχτες. Κι εδώ βρίσκονται και οι πιθανές αντιρρήσεις: Γιατί πρέπει (σε μια μη σπλάτερ ταινία εννοείται) να δείχνεται τόσο ωμή βία; Εκτός αν μ' αυτόν τον ακραίο τρόπο ο Winterbottom προσπαθεί να τονίσει τη φρίκη που κρύβεται κάτω από τη γλυκύτατη, ηλιόλουστη ατμόσφαιρα της σχεδόν ονειρικής μικρής πόλης. Για τα "άπλυτα" που κρύβονται βεβαίως μας κάνει και άλλες νύξεις, όταν δίνει στοιχεία για το ποιόν του ζάπλουτου αφεντικού ουσιαστικά της πόλης, για το βρώμικο πόλεμό του με τα εργατικά συνδικάτα κλπ. Γενικά έχω την αίσθηση ότι το γενικό μοτίβο είναι ότι "κάτω από την καθησυχαστική επιφάνεια κρύβονται τέρατα".
Η ταινία επικεντρώνεται στην προσωπικότητα του δολοφόνου (που ξέρουμε από την αρχή ποιος είναι) και στα απαραίτητα παιδικά του τραύματα. Έχω την αίσθηση ότι κάποια απ' αυτά τα στοιχεία είναι μάλλον απλοϊκά. Εύκολη ψυχανάλυση. Επίσης οι τελικές σκηνές μου φάνηκαν κάπως τραβηγμένες.
Γενικά το είδα με ενδιαφέρον, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με κέρδισε. Ο Κέισι Άφλεκ πάντως είναι εξαιρετικός στον κεντρικό ρόλο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2010

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ "ΜΑΥΡΗΣ ΝΥΧΤΑΣ"


Ο Olivier Smolders είναι γαλλόφωνος βέλγος, αλλά γεννήθηκε στο Κονγκό. Γυρίζει ταινίες μικρού μήκους, με μία και μόνη εξαίρεση μέχρι σήμερα: Το "Nuite Noir" (Μαύρη Νύχτα) του 2005. Έχουμε να κάνουμε με μία απόλυτα σουρεαλιστική, αρκετά άρρωστη ταινία, ηθελημένα δίχως σαφή ειρμό και καθαρή αφήγηση.
Σ' έναν κόσμο όπου βασιλεύει το σκοτάδι ("ξημερώνει" για λίγα μόλις δευτερόλεπτα κάθε μέρα), ο μοναχικός ήρωας εργάζεται σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας και έχει εμμονή με τα έντομα. Τα όσα συμβαίνουν είναι ακατανόητα, σαν όνειρο: Γυναίκες τυλίγονται σε κουκούλια και, όπως τα έντομα, βγαίνουν εντελώς διαφορετικές και νέες, το φως καταστρέφει οτιδήποτε βρει στο δρόμο του μετατρέποντας τον μυστηριώδη αυτόν κόσμο σε στάχτη, παράξενοι δίδυμοι γέροι κυκλοφορούν με ποδήλατα, λύκοι κατασπαράζουν κοριτσάκια σ' ένα σαν σε κουκλοθέατρο ντεκόρ, άνθρωποι σκοτώνουν τον εαυτό τους...
Πήρατε μια γεύση; Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι δεν πρέπει να ψάξουμε για κάποια λογική εξήγηση στα όσα συμβαίνουν: Η ταινία "ακολουθεί τη λογική του ονείρου", και όντως περισσότερο με οτιδήποτε άλλο μοιάζει με ένα δίχως ειρμό (και αρκετά εφιαλτικό) όνειρο. Οι αναφορές είναι πάμπολλες και εντοπίζονται παντού: Στον Ντέιβιντ Λιντς (νομίζω ότι βρισκόμαστε κοντύτερα στο Eraserhead από οπουδήποτε αλλού), στον Κάφκα, στον Γκρίναγουέι (το "Zoo" μου έρχεται αμέσως στο μυαλό), στο αποικιοκρατικό παρελθόν του Βελγίου στην Αφρική (η Αφρική, τα ζώα και οι άνθρωποί της παίζον επίσης καθοριστικό ρόλο), στον Ζενέ, με την έννοια ότι ο σκηνοθέτης δημιουργεί έναν δικό του φανταστικό κόσμο, στον Σβανκμάγιερ ίσως, και σε πολλά άλλα πράγματα που μπορεί να εντοπίσει ο θεατής.
Φυσικά, σαν απόλυτα ονειρική ταινία που είναι, τα σύμβολα κυριαρχούν και τα νοήματα διαφεύγουν (ή υπάρχουν πολλά, τα οποία μπορεί ο κάθε θεατής να ερμηνεύσει όπως θέλει. Υπάρχει όμως ένα διάχυτο πνιγηρό και αρρωστημένο κλίμα και κάμποσες εφιαλτικές (ή μάλλον αηδιαστικές) σκηνές. Και προσοχή: Όσοι απεχθάνεστε / σιχαίνεστε τα έντομα, μείνετε μακριά από το φιλμ αυτό. Αληθινά ή κατασκευασμένα, πάντοτε μεγενθυμένα, κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να πω ότι με γοήτευσε ιδιαίτερα η ταινία, και διαρκώς είχα την αίσθηση ότι κάπου τα είχα ξαναδεί όλα αυτά. Θα τονίσω όμως την υψηλή εικαστικότητα (την άρρωστη εικαστικότητα μάλλον) των εικόνων και τα εντυπωσιακά περιβάλλοντα. Αν είστε φίλος απόλυτα σουρεαλιστικών, σχεδόν πειραματικών, φιλμ, δείτε το.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 26, 2010

"TROUBLE IN PARADISE": Η ΑΡΧΗ ΕΝΟΣ ΕΙΔΟΥΣ


Το 1932 ο Ernst Lubitsch (1892–1947) γυρίζει το "Trοuble in Paradise" και... επινοεί ένα κινηματογραφικό είδος: Αυτό της αισθηματικής κομεντί. Δεν είναι όμως μόνο το ιστορικό αυτό γεγονός. Είναι και το ότι η συγκεκριμένη ταινία παραμένει από τις καλύτερες του είδους αυτού.
Το πόσο έχει αντιγραφεί μέχρι τις μέρες μας είναι απίστευτο. Πέστε μου: Πόσες φορές έχετε δει νέο και ωραίο ζεύγος διεθνών κλεφτών / απατεώνων / ληστών, που κινείται σε αριστοκρατικό, κοσμοπολίτικο περιβάλλον, να οργανώνει κάποια "βρωμοδουλειά", ενώ συγχρόνως διάφορα, ερωτικά και μη, συμβαίνουν γύρω τους και μεταξύ τους και όλα αυτά, εκτός του πιθανού ρομαντικού στοιχείου, να δίνοται και με πολύ χιούμορ; Ε, αυτό ακριβώς ο Lubitsch το έκανε πολύ καλύτερα από αναρίθμητους μεταγενέστερούς του το 1932, τρία μόλις χρόνια δηλαδή αφότου είχε ξεκινήσει ο ομιλών κινηματογράφος!
Ξεκινώντας από τη Βενετία και περνώντας από διάφορα "χάι" μέρη το ζεύγος των ερωτευμένων απατεώνων (ο γοητευτικός άντρας είναι διεθνής καταζητούμενος κακοποιός, πιθανόν ρουμάνος αν κρίνουμε από το όνομά του) διεισδύει με άνεση και πανέξυπνους τρόπους σε υψηλούς αριστοκρατικούς κύκλους "ελαφρύνοντας" διάφορα επίλεκτα μέλη τους από πολύτιμα κοσμήματα και άλλα υπάρχοντα. Ταυτόχρονα προκύπτουν και διάφορα αισθηματικά προβλήματα μεταξύ τους, καθώς μια γοητευτική και αφελής εκατομμυριούχος ερωτεύεται τον άντρα, ο οποίος προσποιείται ότι είναι ο γραμματέας της - κι εκείνου δεν του κακοφαίνεται και πολύ...
Είναι απίστευτη η φρεσκάδα της ταινίας τόσες δεκαετίες μετά. Το χιούμορ της αντέχει ακόμα, το σασπένς το ίδιο, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχει η κριτική ματιά του Lubitsch στην κενότητα, την ηλιθιότητα, τη άνευ λόγου σπατάλη και τη βρωμιά που κρύβεται κάτω από την στιλπνή επιφάνεια του πλούτου και της αριστοκρατίας. Αν λοιπόν θέλετε και κάποιο κοινωνικό σχόλιο, πιστέψτε με, υπάρχει κι αυτό. Γι' αυτό άλλωστε και ο θεατής ταυτίζεται από την πρώτη στιγμή με τους απατεώνες. Ο Lubitsch χρησιμοποιεί την "ελλειπτική" άποψή του για το χιούμορ (πράγμα που κάνει και στις μεταγενέστερες μεγάλες ταινίες του), κάνοντας διάφορες αστείες καταστάσεις να συμβαίνουν εκτός πλάνου ή πίσω από κλειστές πόρτες, βγάζοντας όμως το ίδιο (ή και περισσότερο) γέλιο με το αν τις έδειχνε σε πρώτο πλάνο. Και είναι και αρκετα τολμηρός ερωτικά (σε σεναριακό επίπεδο εννοώ), πράγμα που επίσης τον χαρακτηρίζει.
Αν μπορέσετε δείτε αυτή την ταινία. Όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, όχι μόνο επειδή, όπως είπαμε, επινόησε ένα ολόκληρο είδος, όχι μόνο για να κατανοήσετε το μέγεθος άπειρων μεταγενέστερων αντιγραφών του βασικού σεναριακού κορμού, αλλά και επειδή, απλούστατα, θα διασκεδάσετε και θα το ευχαριστηθείτε, παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 25, 2010

Η ΕΡΗΜΙΚΗ "ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΥ"


Δύο πληρωμένοι δολοφόνοι, όχι ιδιαίτερα συμπαθείς προσωπικότητες, στέλνονται σε έναν έρημικό τόπο στα βουνά, μόνιμα καλυμένο από πυκνό χιόνι και κυριολεκτικά στο μέσο του πουθενά, για να αναλάβουν μια αδιευκρίνιστη αποστολή. Ολομόναχοι σε ένα πελώριο, επιβλητικό σπίτι που κατοικείται μόνο από τη γυναίκα του, αθέατου προς το παρόν, αφεντικού, προσπαθούν αρχικά να σκοτώσουν όπως μπορούν την ώρα τους, ώσπου τα πράγματα παίρνουν απρόβλεπτη τροπή και οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο ανεξέλεγκτες.
Πρόκειται για το γερμανικό φιλμ "Snowman's Land" (2010) του Tomasz Thomson. Που ξεκινά σαν ένα είδος σύγχρονου νουάρ και στο δρόμο αλλάζει για να γίνει κάτι απροσδιόριστο ή, αν προτιμάτε, μια ταινία χαρακτήρων (ο μουντρούχαλος, εντελώς "ουδέτερος", λιγομίλητος βασικός ήρωας είναι όντως ενδιαφέρων). Από το οποίο φιλμ μάλιστα δεν λείπει και αρκετή δόση χιούμορ. Γενικά, ενώ είχε το ενδιαφέρον του, από κάποια στιγμή και μετά νομίζω ότι το έχασε και με έκανε μάλλον να πλήξω. Αρχικά νόμιζα ότι έφταιγε η πολύ μεγάλη διάρκεια, ότι χρειαζόταν λίγο συμμάζεμα και σφίξιμο. Μετά διαπίστωσα ότι διαρκούσε μόνο 95', έναν απόλυτα νορμάλ χρόνο, και έτσι πείστηκα ότι αλλού βρισκόταν το πρόβλημα, αφού και τα 95 αυτά λεπτά μου φάνηκαν πολλά. Γενικά η τροπή που παίρνουν τα πράγματα στην ταινία θα μπορούσε να δώσει κάτι πολύ πιο ζωντανό και νευρώδες, φοβάμαι όμως ότι ο Thomson έχασε την ευκαιρία, αφού ούτε και το υποβόσκων χιούμορ ήταν κάτι φοβερό.
Νομίζω ότι στην ταινία δέσποζε το υποβλητικό, κατάλευκο τοπίο και το αχανές, μισοεγκαταλειμένο κτίριο στο μέσον της ερημιάς. Το σκηνικό είναι τέτοιο, που κάλλιστα θα μπορούσε να υποστηρίξει ένα φιλμ τρόμου. Προφανώς όμως δεν ήταν αυτές οι προθέσεις του σκηνοθέτη. Κρίμα για μια ανεκμετάλλευτη ευκαιρία. Το όλο κλίμα, τόσο όσον αφορά στο τοπίο όσο και στην αρχική ιδέα, είναι τέτοιο, που θα μπορούσε να μας δώσουν κάτι πολύ καλύτερο.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 24, 2010

Η ΝΙΝΟΤΣΚΑ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ


Το 1939 ο Στάλιν "εκκαθάριζε" κατά χιλιάδες ρώσους αντιφρονούντες και όχι μόνο, στέλνοντάς τους μαζικά στη Σιβηρία (όταν δεν τους εκτελούσε). Η σοβιετική ουτοπία είχε μετατραπεί σε βασίλειο της τρομοκρατίας. Τότε ακριβώς ο Ernst Lubitsch (1892–1947) γυρίζει τη "Νινότσκα", από τις γνωστότερες ταινίες του και από τις γνωστότερες της Γκρέτα Γκάρμπο.
Ας πούμε από την αρχή ότι πρόκειται για μια καθαρά αντισοβιετική κωμωδία, κομεντί μάλλον, απ' αυτές που ο μεγάλος σκηνοθέτης ήξερε να γυρίζει καλύτερα από κάθε άλλον την εποχή εκείνη (ο ίδιος είχε άλλωστε επινοήσει το είδος). Φυσικά οι πολιτικές και ιστορικές καταστάσεις έδιναν αφορμή για κάτι τέτοιο. Και, φαντάζομαι, το Χόλιγουντ δεν θα είχε και πολλές αντιρρήσεις...
Τρεις σοβιετικοί κομισάριοι στέλνονται στο Παρίσι για να πουλήσουν τα πολύτιμα κοσμήματα μιας ρωσίδας αριστοκράτισας που ζει εξόριστη εκεί, κάνουν όμως τα πάντα για να καθυστερήσουν την αποστολή τους, θαμπωμένοι από την πολυτέλεια του καπιταλιστικού τρόπου ζωής. Τότε στέλνεται η άτεγκτη, ψυχρή και αγέλαστη Νινότσκα, επίσης σοβιετικό στέλεχος, για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Σιγά - σιγά όμως θα υποκύψει κι αυτή στην πρωτόγνωρη για κείνη χλιδή που αντικρύζει, αλλά και στη γοητεία ενός αριστοκράτη.
Μη νομίζετε πάντως ότι ο Lubitsch είναι τόσο μονόπλευρος όσο ακούγεται. Στην ταινία πέφτουν αρκετές μπηχτές και για τον καπιταλισμό, την ανισότητα που τον διακρίνει, την σπατάλη και την καταναλωτική μανία του, καθώς και άλλα αρνητικά του συστήματος. Όλο αυτό το πολιτικό background όμως περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο γέλιο που βγάζει το φιλμ και στις σπινθηροβόλες ατάκες που διαδέχονται με ταχύτητα η μία την άλλη. Ακόμα κι έτσι όμως, ο Lubitsch είναι από τους πλύ λίγους χολιγουντιανούς της εποχής που τολμούν να ενσωματώσουν και καθαρά πολιτικά στοιχεία στα φιλμ τους. Ταυτόχρονα το ερωτικό και ρομαντικό στοιχείο συνυπάρχει και δένει τέλεια με το χιούμορ. Όπως δένουν θαυμάσια, για μια ακόμα φορά στον Lubitsch, τα προσωπικά θέματα με το πολιτικοκοινωνικό σχόλιο. Η Γκάρμπο είναι ό,τι πρέπει για τον ρόλο, κυρίως βέβαια όσο κάνει την απόλυτα ψυχρή, σα ρομπότ, σοβιετική (και δεν θα πιστεψετε πόσο γέλιο βγάζουν οι ατάκες και η γενικότερη στάση της). Όσο για τις φιγούρες των τριών κομισαρίων, είναι ανεπανάληπτες.
Η ταινία όμως διέθετε και μια άλλη "πρωτιά", παντελώς ακατανόητη για τον σημερινό θεατή: Όπως θα δείτε στην αφίσα, πάνω από τον τίτλο, με μεγάλα γράμματα, υπάρχει το σλόγκαν "Garbo Laughs!" Ήταν η πρώτη φορά που η μεγαλύτερη ντίβα της εποχής της όχι μόνο χαμογελούσε, αλλά και ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια στην οθόνη. Μέχρι τότε, ως απόλυτη femme fatale ή, αν θέλετε, ως ένας θηλυκός (και πολύ πιο σέξι) Μπάστερ Κίτον, δεν είχε καν χαράξει το χείλι της. Το χαμόγελό της ήταν άγνωστο στα εκατομμύρια των θαυμαστών της. Δεν ταίριαζε, υποτίθεται, με την ψυχρή ομορφιά της. Το να γελάσει λοιπόν ήταν ένα είδος μικρής "επανάστασης".
Προσωπικά απόλαυσα το φιλμ και το βρήκα από τα καλά του δημιουργού του. Δεν θα το συνιστούσα βέβαια με τίποτα σε κνίτες. Οι υπόλοιποι ας είστε προετοιμασμένοι για τον θρίαμβο του καπιταλισμού (παρά την κριτική που υφίσταται κι αυτός) επί του σοβιετικού συστήματος (το οποίο, όπως δείχνεται στις σκηνές στη Σοβιετική Ένωση, πολύ φοβάμαι ότι περιείχε αρκετή δόση αλήθειας). Αν τώρα το ξεπεράσετε αυτό, πιστέψτε με, θα διασκεδάσετε!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

ΠΟΣΟ ΚΑΚΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ;


Οι "Βόρειοι" (Σκανδιναυοί και άλλοι) είναι γνωστό ότι είναι μάστορες του δράματος. Οικογενειακού και όχι μόνο. Στα πλαίσια του "στενόχωρου" αυτού είδους συναντάμε τώρα τη φινλανδική ταινία "Κακή Οικογένεια" (Paha Perhe, 2010) του Aleksi Salmenperä. Όπου νεαρός ερωτεύεται την χαμένη του αδελφή όταν αυτή επανέρχεται στους οικογενειακούς κόλπους, κι όλα αυτά κάτω από τη μύτη ενός καταπιεστικού (στα όρια της παράνοιας) πατέρα, που μισεί την αδελφή και φτάνει να οργανώσει ακόμα και απαγωγή του ίδιου του του γιου για να τον γλυτώσει από την "καταστροφική" επιροή της.
Πρόκειται φυσικά για δράμα, αλλά δεν είναι τόσο βαρύ όσο πιθανόν θα συμπεράνετε από την παραπάνω περίληψη, που περιλαμβάνει καταπιεστικές σχέσεις, τρέλα και αιμομιξία. Κάποιες φορές μάλιστα (πολύ λίγες, μην ποντάρετε σ' αυτό) μπορεί και να γελάσετε, καθώς οι καταστάσεις αγγίζουν (ξώφαλτσα είναι η αλήθεια) τα όρια ακόμα και της παρωδίας, ενώ κάποιοι από τους χαρακτήρες βρίσκονται - στα όρια κι αυτοί - της καρικατούρας.
Η ταινία εξετάζει βέβαια μια παράδοξη και σπάνια περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί όμως και ότι μιλά για τις καταπιεστικές δομές της οικογένειας ή, αν προτιμάτε, της πατρικής πλευράς της οικογένειας. Παίρνει μάλιστα σαφώς τη θέση του νεαρού ζεύγους, καθώς ο εισαγγελέας πατέρας και οι ανεκδιήγητοι φίλοι του βρίσκονται στη θέση των αρνητικών ηρώων. Υπάρχει και κάποιο στοιχειώδες σασπένς (στοιχειώδες λέω, οπότε ούτε και σ' αυτό να ποντάρετε), και έτσι παρακολούθησα το φιλμ με κάποιο ενδιαφέρον. Διαθέτει μάλιστα και πολύ καλές ηθοποιίες, καθώς και όμορφη, μουντή φωτογραφία. Συνολικά πάντως δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Σίγουρα έχω δει πολύ καλύτερα και πυκνότερα - έως και σπαρακτικά - σκανδιναυικά δράματα.
Είναι, τέλος, φυσικό να αναρωτηθώ αν φταίει το βαρύ, μουντό και καθόλου ευχάριστο κλίμα της περιοχής για το γεγονός ότι οι σκηνοθέτες του βορρά ασχολούνται τόσο συχνά - και πολλές φορές και με τόση μαεστρία - με το εξ ίσου μουντό και ψυχοπλακωτικό αυτό είδος, το οποίο βεβαίως έχει κατά καιρούς δώσει αριστουργήματα. Και να σκεφτώ ότι τελικά πολύ πιθανόν βασικότατα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης να βασίζονται, πολύ απλά και κυνικά, σε τυχαίους παράγοντες, όπως το κλίμα που προαναφέραμε λόγου χάρη...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

TO BE OR NOT TO BE... ΟΤΑΝ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΝΑΖΙ


Βρισκόμαστε στα 1942. Η Αμερική δεν έχει μπει ακόμα στον πόλεμο που μαίνεται στην Ευρώπη, άρα είναι σύμμαχος με τους ναζί (όπως και με τους Συμμάχους). Το Χόλιγουντ κάνει τα στραβά άπέναντι στο φασισμό... όχι όμως όλο το Χόλιγουντ. Είχε προηγηθεί ο Τσάπλιν με τον "Μεγάλο Δικτάτορα", όπου γελοιοποιούσε Χίτλερ και Μουσολίνι, και στον τολμηρό για την εποχή αυτόν χορό μπαίνει και άλλος ένας από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς δημιουργούς, ο Ernst Lubitsch (1892–1947). Γερμανός, με αρκετές βουβές κυρίως ταινίες στο ενεργητικό του στην πατρίδα του, είχε καταφύγει όπως πολλοί άλλοι ευρωπαίοι στην Αμερική όπου γύριζε μεγάλες επιτυχίες, επινοώντας ουσιαστικά το είδος της κομεντί.
Με το "To Be or Not To Be" κάνει μια πολύπλοκη κωμωδία που διαδραματίζεται στην υπό ναζιστική κατοχή Πολωνία και τσακίζει εντελώς τους ναζί παρουσιάζοντάς τους από κακούς έως γελοίους (πράγμα, όπως είπαμε, εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή στην Αμερική). Μια ομάδα πολωνών ηθοποιών εμπλέκεται στον αντιναζιστικό αγώνα προστατεύοντας έναν βρετανό πιλότο και καλύπτοντας με όποιον (ξεκαρδιστικό) τρόπο μπορεί την πολωνική αντίσταση.
Η ταινία ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στα προσωπικά, αισθηματικά προβλήματα του κεντρικού ζεύγους, που είναι οι πρωταγωνιστές του θιάσου, και στα κοινά προβλήματα, τον αντιναζιστικό αγώνα δηλαδή, βγάζοντας πολύ γέλιο και από τα δύο. Βρίσκω το πάντρεμα αυτό ανάμεσα στο κοινό και το προσωπικό στοιχείο άψογο και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η επιτυχία του φιλμ. Στο μεταξύ όμως κατάφερε να με καθηλώσει με το διαρκές σασπένς (που κι αυτό συνυπάρχει άψογα με το χιούμορ) και τις συνεχείς ανατροπές, που κάνουν το σενάριο εξαιρετικά πολύπλοκο, αν και παραμένει απόλυτα κατανοητό, δίχως το παραμικρό κενό. Ο Lubitsch έχει έναν μοναδικό τρόπο να αφηγείται αστείες καταστάσεις συχνά δίχως να δείχνει τίποτα. Το αστείο βγαίνει από τις σιωπές, τις ματιές, τα κενά, τους ήχους που ακούγονται πίσω από μια κλειστή πόρτα, τα όσα συμβαίνουν εκτός πλάνου ενώ η κάμερα μένει καρφωμένη σε ένα άδειο δωμάτιο...
Βλέποντας το φιλμ θα δείτε έκπληκτοι πόσο το έχει αντιγράψει ο Ταραντίνο στο "Inglurious Basterds". Η επιροή (μόνο επιροή;) είναι δηλωμένη από τον ίδιο άλλωστε, που είναι θαυμαστής της ταινίας. Ωστόσο ο Ταραντίνο επίσης (νομίζω) έχει πει και κάτι άλλο γι' αυτήν, που όταν τέλειωσε η ταινία κατάλαβα έκθαμβος πόσο σωστό είναι: Πρόκειται για ταινία που, ενώ δεν έχει κανένα κενό όπως είπαμε, είναι αδύνατο να τη διηγηθεί κανείς στους φίλους του, εξ αιτίας των λεπτών καταστάσεων, των διαρκών ανατροπών και των μύριων όσων συμβαίνουν σ' αυτήν. Αφού τη δείτε, κάντε το τεστ. Ειχειρείστε να την αφηγηθείτε σε κάποιον που δεν την έχει δει και θα διαπιστώσετε ότι δεν θα μπορέσετε να πάτε πέρα από το πρώτο τέταρτο. Κι όμως (συγνώμη αν επαναλαμβάνομαι) δεν έχει κανένα απολύτως σεναριακό κενό, δεν πρόκειται (κάθε άλλο) για αχταρμά!
Γενικά τη θεωρώ από τις πολύ σημαντικές κωμωδίες της ιστορίας του κινηματογράφου. Διατηρεί κατά τη γνώμη μου τη φρεσκάδα της μέχρι σήμερα και αποδεικνύει την εξυπνάδα και την επινοητικότητα του δημιουργού της.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 20, 2010

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ


Όλοι περιμέναμε με ανυπομονησία την επόμενη ταινία του Philip Ridley. Τον είχαμε γνωρίσει με το εξαιρετικό - και "άρρωστο" - "Διάφανο Δέρμα" και από την εποχή του άνισου "Πάθους του Ντάρκλι Νουν" δεν είχε κάνει τίποτα επί 15 περίπου χρόνια. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι έσπευσα να δω το "Heartless", την ταινία που επιτέλους γύρισε το 2010... και τη βρήκα και πάλι άνιση.
Ταινία τρόμου με μεταφυσική ατμόσφαιρα, έχει σαν ήρωα ένα νεαρό με ένα τεράστιο εκ γενετής σημάδι στο πρόσωπο, ο οποίος ανακαλύπτει ότι στους δρόμους του Λονδίνου κυκλοφορούν δαίμονες που επιδίδονται τις νύχτες σε πράξεις ανεξέλεγκτης βίας. Στη συνέχεια θα έχουμε μια συμφωνία με τον ίδιο τον διάβολο και άλλα πολλά.
Αυτό που πρώτα προσέχει κανείς στο φιλμ είναι η ατμόσφαιρα. Νυχτερινή ως επί το πλείστον, γυρισμένη σε απόμερα προάστια, όπου αντικρύζουμε ένα άσχημο, έρημο, σχεδόν ερειπωμένο Λονδίνο, ιδιαζόντως ανησυχητικό και απειλητικό. Το φιλμ προσπαθεί ίσως να κάνει ένα σχόλιο για τη βία και την εγκληματικότητα που κυριαρχούν στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, νομίζω όμως ότι τα μπουρδουκλώνει λίγο, και είναι και κάπως συντηρητικό, με τον Σατανά να θέλει να σπείρει το χάος με τρομοκρατικές ενέργειες... Μπαίνει έτσι σε επικίνδυνα "ημιπολιτικά" χωράφια, δίχως, κατά τη γνώμη μου, να αρθρώνει ουσιαστικό λόγο. Λες και θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι η εγκληματικότητα στις πόλεις είναι σχέδιο του... διαβόλου. Ευχαριστώ, αλλά είμαι λίγο δύσπιστος... Υπάρχει επίσης και η ανατροπή του τέλους, που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και θεωρώ πλέον μάλλον εύκολη λύση.
Μένει πάντως η σκοτεινή και απειλητική ατμόσφαιρα που πετυχαίνει ο Ridley, η περιρέουσα "αρρώστια" (σ' αυτό είναι "μάνα" από την εποχή του "Διάφανου Δέρματος"), και αρκετές καλές σκηνές που μου δείχνουν ότι, παρά τη γκρίνια, είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης. Τώρα λοιπόν μπορεί συνολικά να με απογοήτευσε, αλλά θα περιμένω και πάλι ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του. Αν βεβαίως κάνει κάτι και δεν εξαφανιστεί και πάλι, όπως το συνηθίζει.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 19, 2010

ΨΥΧΩΤΙΚΟΣ "ΛΗΣΤΗΣ"


"Ο Ληστής" (Der Rauber) είναι μια γερμανοαυστριακή ταινία που γυρίστηκε το 2010 από τον γερμανό Benjamin Heisenberg και αφηγείται μια παράδοξη, αληθινή ιστορία. Την ιστορία ενός τύπου που είναι πρωταθλητής στο μαραθώνιο και ταυτόχρονα ληστεύει τράπεζες δίχως να έχει ανάγκη από χρήματα, έτσι, από χόμπι (;). Αυτό που βγαίνει από το φιλμ, καθώς η προσωπικότητα του ήρωα ξετυλίγεται σιγά - σιγά, είναι το προφίλ ενός απόλυτα ψυχοπαθούς ατόμου, μοναχικού (παρά το ότι τα έχει με μια κοπέλα) και εντελώς κλεισμένου στον εαυτό του, με έντονα προβλήματα επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους. Οι πράξεις του (οι ληστείες και άλλες χειρότερες που θα διαπράξει) γίνονται περισσότερο από ένα είδος ψυχικού καταναγκασμού παρά από ανάγκη (αυτή δεν υπάρχει καθόλου) ή ευχαρίστηση.
Είδα την ταινία με κάποιο ενδιαφέρον, καθώς με κράτησε αρκετά η παράδοξη αυτή προσωπικότητα, όπως και η εξέλιξη του φιλμ σε ανθρωποκυνηγητό. Επίσης, τόσο η εμφάνιση του ανθρώπου αυτού, όσο και οι πράξεις και ο ψυχωτικός χαρακτήρας του, μου θύμιζαν έντονα την εμφάνιση και την προσωπικότητα του περίφημου Rorsach στους Watchmen (προσοχή: στο κόμικς, όχι στην ταινία). Ωστόσο δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω σημαντική ταινία. Γενικά έχω ένα πρόβλημα (ίσως το έχω ξαναγράψει παλιότερα) με ταινίες που ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με μια ιδιάζουσα προσωπικότητα, είτε υπαρκτή είτε φανταστική. Όσο παράξενη και να είναι αυτή, δεν παύω να αναρωτιέμαι: ΟΚ, υπάρχει αυτός ο "κουφός" τύπος που είναι ένας στα πολλά εκατομμύρια και κάνει το τάδε μυστήριο πράγμα. Αξιοπερίεργο μεν, αλλά και τι έγινε; Πόσους αφορά αυτό; Εννοείται ότι αυτές οι σκέψεις γεννιούνται όταν η ταινία είναι απόλυτα επικεντρωμένη στον ήρωα, όπως ο "Ληστής". Διότι, με αφορμή μια τέτοια προσωπικότητα, κάποιοι δημιουργοί θα μπορούσαν να πουν και άλλα πράγματα.
Τέλος πάντων, δεν βρήκα την ταινία κακή, αλλά ούτε και τίποτα σπουδαίο. Αν θέλετε ψάξτε το για το αξιοπερίεργο του χαρακτήρα και μόνο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 16, 2010

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ


Εκείνος είναι ένας τελειωμένος αλκοολικός, στα πρόθυρα σχεδόν του θανάτου. Εκείνη μια πόρνη. Συναντιούνται στο Λας Βέγκας, την απόλυτη πόλη της ακολασίας, όπου ο πρώτος έχει πάει για "να πεθάνει από το ποτό", απολυμένος από τη δουλειά του και δίχως πια κανένα ταλέντο εξ αιτίας φυσικά του αλκοόλ, και ένας δυνατός, παράξενος έρωτας ξεκινά ανάμεσα σε δυο πλάσματα του περιθωρίου.
Το "Αφήνοντας το Λας Βέγκας" του ενδιαφέροντα Mike Figgis, που γυρίστηκε το 1995, είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις πιο "βουτηγμένες στο αλκοόλ" ταινίες που έγιναν ποτέ. Σπάνια έχει δειχτεί τόσο η διαλυμένη ζωή ενός αλκοολικού στο τελευταίο στάδιο. Ταυτόχρονα όμως - κι αυτό είναι το παράξενο - είναι και μια γλυκειά και, με κάποιον παράδοξο τρόπο, αισιόδοξη ταινία. Με την έννοια ότι ο πέρα για πέρα κατεστραμένος αυτός άνθρωπος βρίσκει, έστω και στο τέλος, τον "φύλακα άγγελό" του, την αδελφή ψυχή αν θέλετε, και ζει έναν τελευταίο, ανέλπιστο έρωτα. Στην έννοια του άγγελου μάλιστα επιμένει το φιλμ, καθώς η ηρωίδα, όπως είπαμε, παίζει αυτόν ακριβώς το ρόλο. Έτσι άλλωστε την αποκαλεί ο πρωταγωνιστής. Ο Φίγγις, πολύ πέρα από καταγγελίες και διδακτισμούς, αγαπά και νοιάζεται για τους περιθωριακούς ήρωές του, τους δέχεται όπως είναι, όπως ακριβώς κάνει και η Σέρα, που δέχεται άνευ όρων τον ετοιμοθάνατο και καθόλου εύκολο Μπεν.
Η ταινία, παρά το κάθε άλλο παρά ευχάριστο θέμα της, αποπνέει τρυφερότητα, ζεστασιά και ανθρωπιά, ενώ συγχρόνως είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική, πράγμα που, εκτός των άλλων, οφείλεται και στη μουσική που έχει γράψει ο ίδιος ο Φίγγις, ενώ η επιλογή των τραγουδιών γίνεται από παλιά αμερικάνικα στάνταρς. Οι δύο ήρωες, ο Νίκολας Κέτζ και η Ελίζαμπεθ Σου, είναι αμφότεροι καταπληκτικοί (από τις καλύτερες δουλειές του μάλλον παρακμασμένου σήμερα Κέιτζ). Γενικά πρόκειται για ένα φιλμ που αγαπώ ιδιαίτερα και που θεωρώ από τα καλύτερα τού όχι και τόσο γνωστού αυτού δημιουργού.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14, 2010

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ "ΟΝΤΙΝ"


Ο Neil Jordan επιστρέφει. Αυτή τη φορά με ένα γλυκό "παραμύθι" (αν δείτε το φιλμ θα καταλάβετε γιατί τα εισαγωγικά), την "Ondine" του 2009. Είναι αλήθεια ότι είχε κάμποσο καιρό να κάνει καλή ταινία, οπότε ακόμα και κάτι που βρήκα συμπαθητικό - κυριολεκτικά, δεν εννοώ κατ' ευφημισμό κακό - να είναι ευπρόσδεκτο.
Η επιστροφή λοιπόν δεν είναι μόνο στις ενδιαφέρουσες ταινίες, αλλά και στην πατρίδα του, την Ιρλανδία, όπου έχει κάνει μερικά από τα καλύτερα φιλμ του. Η "Οντίν", που ξεκινά με έναν πρώην αλκοολικό, χωρισμένο ψαρά να πιάνει στα δίχτυα του μια όμορφη κοπέλα, παίζει έξυπνα με το φανταστικό και μεταφυσικό στοιχείο, ενώ το περιβάλλον και οι χαρακτήρες είναι απόλυτα ρεαλιστικοί, όπως ρεαλιστική είναι και η πανέμορφη ιρλανδέζικη παραθαλάσσια πόλη και τα όσα καθημερινά - εκτός της μυστηριώδους κοπέλας - συμβαίνουν στους ήρωες. Βρήκα το πάντρεμα αυτό ρεαλισμού και φαντασίας (των κέλτικων μύθων συγκεκριμένα για όντα της θάλασσας, η οποία αποτελεί και το κυρίαρχο στοιχείο της ταινίας) πετυχημένο, αν και στο τέλος η προσγείωση είναι κάπως απότομη. Επί πλέον, ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να κάνει και κάποιο σχόλιο για τη σύγχρονη σκληρή πραγματικότητα της Ευρώπης σε μια εποχή πολλαπλής κρίσης. Στα μείον κατά τη γνώμη μου τα κάποια κλισέ - κυρίως και πάλι προς το τέλος - που ίσως είναι παραχωρήσεις του δημιουργού στην εμπορικότητα. Στα συν η όμορφη, μουντή φωτογραφία και τα τραγούδια των Sigur Ros που δημιουργούν σε ορισμένα σημεία μια "στοιχειωμένη" ατμόσφαιρα.
Γενικά, δίχως να το θεωρώ αριστούργημα, το φιλμ μου άφησε μια γλυκειά γεύση και σίγουρα δεν με χάλασε. Και, όπως έγραψα στην αρχή, το θεωρώ ένα καλό ξεκίνημα για την επιστροφή του Jordan σε πράγματα που τόσο αγαπήσαμε παλιότερα.