Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

"ΜΑΙΤΡΕΣΑ" Ή ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΣΑΔΟΜΑΖΟΧΙΣΜΟΥ


Υπάρχουν ταινίες που πραγματικά δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο ύπαρξής τους. Δεν λένε τίποτα νοηματικά (σε μένα τουλάχιστον) και ταυτόχρονα δεν είναι διασκεδαστικές, με οποιαδήποτε έννοια του όρου. Μου φαίνεται ότι η "Μαιτρέσα" του Barbet Schroeder (1976) ανήκει σ' αυτές τις περιπτώσεις.
Όπου ο μικροαπατεώνας, νεαρός τότε, Ζεράρ Ντεπαρντιέ μπαίνει με ένα φίλο του σε διαμέρισμα που νομίζουν ότι είναι άδειο για να κλέψουν και βρίσκονται μπροστά σ' ένα αληθινό άντρο σαδομαζοχισμού. Η ιδιοκτήτης του είναι μια επαγγελματίας dominatrix, ακολουθεί αμοιβαίος αγνός έρωτας με τον ήρωα, αλλά αυτή έχει έναν μυστηριώδη και πανίσχυρο προστάτη (;) και όλα καταλήγουν σ' ένα ουρανοκατέβατο και δίχως καμιά εξήγηση χάπι εντ. Πολλά σημεία του φιλμ παραμένουν σκοτεινά, μάλλον ηθελημένα. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται επίτηδες και αποτελεί ένα είδος στυλ, αλλά προσωπικά δεν μου είπε τίποτα. Και ερχόμαστε στα highlights: Η ταινία περιέχει μερικές απίστευτα ανατριχιαστικές σκηνές σαδομαζοχισμού (καθώς και μερικές αστείες), οι οποίες εκτελούνται live, προφανώς από αληθινούς μαζοχιστές, καθώς και μια σοκαριστική σκηνή θανάτου ενός αλόγου, εξ αιτίας των οποίων η προβολή της είχε απαγορευτεί σε κάποιες χώρες στην εποχή της. Φαντάζομαι ότι η πρόκληση σοκ αποτελεί τον βασικό ίσως στόχο της.
Λυπάμαι, αλλά το σοκ για το σοκ ποτέ δεν ήταν το καλύτερό μου. Άλλωστε θεωρώ τον Schroeder πραγματικά άνισο σκηνοθέτη και πολύ λίγες ταινίες του μου αρέσουν. Του αναγνωρίζω πάντως τη προσήλωση σε ακραία θέματα (ναρκωτικά στο More, αλκοολισμός στο Barfly, σαδομαζοχισμός έδώ κλπ.) Η συγκεκριμένη ταινία είναι προφανώς η χαρά των μαζοχιστών, όχι κινηματογραφικά, αλλά ως κάτι πραγματικά ερεθιστικό γι' αυτούς. Οι υπόλοιποι δοκιμάστε κάτι άλλο.
Σημειώνω τέλος ότι η ηρωίδα δεν κάνει ποτέ σεξ με τους πελάτες της, και κάπου το λέει καθαρά αυτό. Απλώς ικανοποιεί τις πιο άρρωστες μαζοχιστικές τους φαντασιώσεις. Αυτά είχα να παρατηρήσω μετά από δυο ώρες βαρεμάρας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 14, 2008

ΠΙΑΝΟ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑ


Το Piano, Solo είναι μια ιταλική ταινία του Riccardo Milani που αφηγείται την αληθινή ιστορία του Luca Flores, ενός εκπληκτικού ιταλού τζαζ πιανίστα με κλασική παιδεία, που στο απώγειο της καριέρας του χτυπήθηκε από την τρέλα με τραγική κατάληξη.
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικά καλογυρισμένο, με πειστικές ερμηνείες, με ένα απογειωτικό πρώτο μέρος και, αναπόφευκτα, ένα αρκετά καταθλιπτικό δεύτερο. Μοιραία βέβαια φέρνει στο μυαλό το "Shine", που αφηγείται μια παρόμοια ιστορία, αν και το πράγμα εδώ είναι πιο ρεαλιστικά ειδωμένο (είπαμε, αληθινή ιστορία). Φυσικά δεν ξέρω κατά πόσο μένει πιστό στα αληθινά γεγονότα, αλλά αυτό δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Σημασία έχει ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στην τρέλα, η οποία, σύμφωνα με την ταινία τουλάχιστον, πηγάζει από παιδικά τραύματα (συγκεκριμένα από την πεποίθηση του ήρωα ότι άθελά του σκότωσε τη μητέρα του), που οδηγεί σε προσκόλληση στην παιδική ηλικία και σχεδόν μόνιμη κατάθλιψη, παρά τις κάποιες ευχάριστες αναλαμπές. Σε ορισμένες στιγμές καταφέρνει να γινεται συγκλονιστικό και να σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς ένας τόσο ταλαντούχος και επιτυχημένος άνθρωπος, που τα έχει όλα (έρωτα, φήμη, ταλέντο) μπορεί να είναι τόσο δυστυχισμένος.
Πριν φτάσουμε στα βαθειά όμως, ολόκληρο το πρώτο μέρος είναι πραγματικά πλημμυρισμένο από τζαζ (και το δεύτερο, βέβαια, αλλά λιγότερο, λόγω των τραγικών γεγονότων) και νομίζω ότι θα είναι αληθινό πανηγύρι για τους φίλους της, που συνήθως είναι και φανατικοί (με καλή έννοια το λέω, πολύ καλά κάνουν). Υπάρχουν στιγμές που πιάνουν πραγματικά τον σφυγμό και την ατμόσφαιρα μιας τζαζ συναυλίας και οι μουσικές που ακούγονται είναι από τις καλύτερες του είδους, με αποκορύφωμα τη συνεργασία του Flores με τον μεγάλο Chet Baker, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου.
Καλή ταινία αλλά, σας προειδοποίησα νομίζω, αρκετά καταθλιπτική.

Κυριακή, Οκτωβρίου 12, 2008

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΟΨΗ ΕΝΟΣ ΚΟΝΦΟΡΜΙΣΤΗ


Κομφορμισμός (έννοια που σχετίζεαται, αλλά δεν ταυτίζεται με το συντηρηρτισμό) είναι η τάση να μη διαφέρεις, να είσαι ίδιος με τους άλλους ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, με την πλειοψηφία των άλλων γύρω σου. Να προσπαθείς να μην είσαι δακτυλοδεικτούμενος, διαφορετικός σε οποιοδήποτε επίπεδο.
Το 1970 ο Bernardo Bertolucci γυρίζει τον "Κομφορμίστα", τη σημαντικότερη μελέτη της τόσο κοινής αυτής τάσης, μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις σημαντικότερες ταινίες του μεταπολεμικού σινεμά. Ο "Κομφορμίστας", που διαδραματίζεται στον μεσοπόλεμο, αφηγείται την ιστορία ενός ιταλού που γίνεται φασίστας, όταν φυσικά ο φασισμός βρίσκεται στην εξουσία, παντρεύεται μια σέξι αλλά πνευματικά αδιάφορη μικροαστή και γενικά κάνει ό,τι μπορεί για να μοιάσει με τους γύρω του, με τον συνηθισμένο, μέσο άνθρωπο. Όταν αναλαμβάνει την αποστολή να σκοτώσει έναν εξόριστο αριστερό καθηγητή που ζει στο Παρίσι, τα πράγματα αρχίζουν να καταρρέουν, καθώς ανεξέλεγκτοι παράγοντες μπαίνουν στο παιχνίδι...
Ο Μπερτολούτσι εξετάζει τον ήρωά του τόσο από καθαρά πολιτική, όσο και από ψυχαναλυτική σκοπιά. Τα φλάς μπακ σε περιστατικά της παιδικής του ηλικίας που τον σημάδεψαν αναμειγνύονται αριστοτεχνικά με το παρόν που βλέπουμε στο φιλμ, η αφήγηση ακολουθεί αυτό το συνεχές μπρος - πίσω, η σκηνοθεσία παραμένει μοντέρνα μέχρι σήμερα, η εποχή περιγράφεται σφαιρικά. Οι συγκρούσεις του παλιού με το καινούριο, του συντηρητικού με το προοδευτικό, των ανοιχτών οριζόντων με ταστερεότυπα, βρίσκονται όλα εδώ, σε μια Ευρώπη που περνά μια από τις κρισιμότερες ιστορικά φάσεις της. Αυτό που τελικά αποδεικνύεται περίτρανα στην εξαιρετική αυτή μελέτη είναι ότι ο κομφορμισμός έχει κι αυτός το τίμημά του: Αυτό που βιώνει ο ήρωας είναι ότι κάθε άλλο παρά ανώδυνο είναι το να μην αφήνεσαι στη φύση σου, αλλά να πασχίζεις να μη ξεχωρίσεις, να είσαι σαν τους άλλους. Το πληρώνεις σκληρά και, τελικά, ίσως όλα να βασίζονται σε ένα ψέμμα, μια απάτη, όπως δείχνει η απρόσμενη αποκάλυψη του τέλους.
Πρέπει να πω ότι παρά τη μοντερνικότητά του και την σχετικά περίπλοκη φόρμα του, η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, όχι μόνο με την πλοκή, αλλά και με τις υπέροχες εικόνες της. Πρόκειται για ιδανικό παράδειγμα αυτού που ορίζεται ως "κλασικό", όχι με κανένα βαρύγδουπο ορισμό, αλλά, πολύ απλά, επειδή διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και τη φρεσκάδα του μέχρι σήμερα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008

ΓΕΛΑΣΤΗ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ


Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο που περίμενα από τον Mike Leigh είναι μια τόσο ανάλαφρη, αστεία και αισιόδοξη ταινία. Συνήθως ο δημιουργός αυτός μας δείχνει ένα βαρύ, μελαγχολικό, σκοτεινό πρόσωπο (θυμηθείτε τον "Γυμνό", τη "Βέρα Ντρέικ" ή το συγκινητικό "Μυστικά και Ψέμματα"). Στο "Τυχερή και ευτυχισμένη" όμως (Happy-Go-Lucky, 2008) πάει ξαφνικά στο άλλο άκρο, παραδίδοντας "με το τσουβάλι" μαθήματα αισιοδοξίας. Ή μάλλον, είναι καλύτερα να το διατυπώσουμε αλλιώς: Ο κόσμος του (το σύγχρονο Λονδίνο δηλαδή) είναι σκοτεινός, φοβισμένος, κλειστός, μοναχικός. Φτάνει να σκεφτείτε τον αμίλητο και μο(υρτζούφλη υπάλληλο του βιβλιοπωλείου, τον σαλταρισμένο δάσκαλο οδήγησης, το προβληματικό παιδάκι στο σχολείο, τις δύο αδελφές της ηρωίδας, μονίμως κακόκεφη η μία, νευρική και καταπιεστική η άλλη... Πλην όμως η δασκάλα Πόπι κινείται μέσα σ' αυτόν τον κόσμο σαν τίποτα απ' όλα αυτά να μη την επηρεάζει, σα να μην αντιλαμβάνεται τη σκοτεινιά γύρω της. Γελά ακατάπαυστα, είναι χαρούμενη, αισιόδοξη και βλέπει τις αντιξοότητες περισσότερο σαν εφαλτήρια για νέες ευκαιρίες.
Ένα κομμάτι της καθημερινής της ζωής παρακολουθεί η ταινία. Το σχολείο όπου διδάσκει, η αγαπημένη φίλη και συγκάτοικός της, η ακανθώδης σχέση της με τον δάσκαλο οδήγησης (ο τύπος είναι απίστευτος, γελοίος και τραγικός μαζί), ένας έρωτας, μια επίσκεψη στην αδελφή της... Σχεδόν τα πάντα γύρω της είναι προβληματικά, όπως είναι συνήθως οι ήρωες του Leigh. Κι όμως, το φιλμ έχει τόσο χιούμορ, ανθρώπινη ζεστασιά, αστείες καταστάσεις και διαποτίζεται τόσο από την αθεράπευτη αισιοδοξία της ηρωίδας του, που γίνεται μια από τις πλέον feel good ταινίες των τελευταίων χρόνων. Πώς το καταφερνει αυτό ο Leigh, και μάλιστα στους ιδιαίτερα σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, μόνο αυτός το ξέρει. Δείτε το όμως. Νομίζω ότι θα σας φτιάξει σίγουρα τη διάθεση και είναι και πολύ καλή ηθοποιός η Σάλι Χόκινς.
Ξέρω ότι πολλοί θα θεωρήσουν τη στάση της ηρωίδας και το πνεύμα του φιλμ γενικότερα απλώς χαζοχαρούμενο. "Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανάλαφρος και ευτυχισμένος με όσα συμβαίνουν γύρω σου"; (και δεν εννοώ βέβαια όσα μακρινά μαθαίνουμε από τις ειδήσεις, λιμούς, πολέμους, φτώχεια κλπ., αλλά για την άμεση καθημερινότητά μας, που τρομάζει ολοένα και περισσότερους, και η οποία, όπως είπα, δείχνεται ανάγλυφα στο φιλμ). Κι εγώ το σκέφτηκα αυτό. Αφήνω τα συμπεράσματα στην κρίση του κάθε θεατή. Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, νομίζω ότι όλοι θα βγουν χαρούμενοι, έστω κι αν απορρίψουν τη θέση της ταινίας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Θεωρώ το Out of the Past (Αμάρτημα από το Παρελθόν) του 1947 του Jacques Tourneur (1904-1977) ένα από τα 3-4 αριστουργήματά του και ένα από τα 3-4 καλύτερα νουάρ όλων των εποχών (προφανώς απ' όσα έχω δει). Αν μπορούμε να μιλήσουμε για αρχετυπικές ταινίες ενός είδους, σίγουρα αυτή εδώ συγκαταλέγεται σ' αυτές.
Όλα τα στοιχεία του νουάρ, είδους από τα σημαντικότερα του αμερικάνικου τουλάχιστον κινηματογράφου, υπάρχουν εδώ και μάλιστα με εξαιρετικό τρόπο: Η υποβλητική σκηνοθεσία, με την ατμοσφαιρική ασπρόμαυρη εικόνα και το παιχνίδι των σκιών, η πολύπλοκη ίντριγγα (όχι όμως ακατανόητη, όπως συμβαίνει με μερικές άλλα δείγματα του είδους) που κρατά τον θεατή με κομμένη την ανάσα, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί με πρώτο τον Ρόμπερτ Μίτσαμ και τους Κερκ Ντάγκλας και Τζέιν Γκριρ, οι φοβερές ατάκες, πανέξυπνες και αστείες ενίοτε, που πέφτουν με καταιγιστικό ρυθμό και, φυσικά, οι τυπικοί χαρακτήρες: Ο παραπλανημένος ήρωας, ντετέκτιβ φυσικά, που αν και θέλει να αλλάξει ζωή υποκύπτει στο πάθος, η μοιραία, μυστηριώδης και διπρόσωπη πανέμορφη γυναίκα, ο "κακός" κλπ. Όλα αυτά δένουν τέλεια μεταξύ τους δημιουργώντας ένα κλασικό στόρι: Ένας φιλήσυχος βενζινάς που ετοιμάζεται να παντρευτεί δέχεται μια απροσδόκητη επίσκεψη από ένα μυστηριώδη τύπο που γνωρίζει από παλιά. Εξ αιτίας της το παρελθόν θα επανέλθει με βίαιο τρόπο, παλιά πάθη θα ξυπνήσουν, η ζωή του θα αλλάξει και θα βρεθεί άθελά του σ' ένα δρόμο δίχως επιστροφή...
Η ταινία μιλά πάνω απ' όλα για το καταστροφικό πάθος που κυβερνά τον ήρωα και δεν τον αφήνει να ακολουθήσει το δρόμο που ο ίδιος θα ήθελε, αλλά και για τις σκιές του παρελθόντος, μερικές απ' τις οποίες δεν φεύγουν ποτέ απ' τη ζωή, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Αλλά οι αναλύσεις είναι μάλλον άχρηστες όταν έχει κανείς να κάνει με μια ταινία που, πολύ απλά, την απολαμβάνεις απ' την αρχή ως το τέλος. Αν δεν το έχετε δει και είστε φίλοι του νουάρ, ψάξτε το οπωσδήποτε. Επαναλαμβάνοντας αυτό που είπα στην αρχή, ξαναλέω ότι είναι από τα σημαντικότερα δείγματα του είδους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 07, 2008

Η ΟΠΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ


Ο Julien Temple είναι γνωστός για την ανάμιξή του με το ροκ του τέλους των 70ς και των 80ς, κυρίως με το πανκ. Δημιουργός πολλών βιντεοκλίπ (από τους Sex Pistols μέχρι τη Janet Jackson) έχει γυρίσει μερικές ταινίες, δίχως καμιά τους να είναι ιδιαίτερα σπουδαία. Και ξαφνικά, το 2008, κάνει μια όπερα! Προσέξτε: Το "The Eternity Man" δεν είναι ροκ όπερα, όπως πιθανόν σκέφτεστε. Είναι μια κανονική, κλασικού στυλ όπερα, γραμμένη βέβαια στην εποχή μας από τον αυστραλό Jonathan Mills, που είχε ήδη ανέβει με επιτυχία στη σκηνή πριν γίνει ταινία.
Θέμα της η αληθινή ιστορία ενός παράξενου τύπου που κατέληξε να γίνει σήμα κατατεθέν της πόλης του Σίντνεϊ. Ο ήρωας είναι ένας προχωρημένος αλκοολικός της δεκαετίας του 30 (αν θυμάμαι καλά), που είχε καταντήσει κλοσάρ. Ξαφνικά, ακούγοντας ένα κήρυγμα που μιλούσε για την αιωνιότητα, "φωτίζεται", κόβει με μιας το αλκοόλ, ντύνεται με κοστούμι και περνά κυριολεκτικά ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του (αν θυμάμαι και πάλι καλά πέθανε στα τέλη των 60ς) δίχως να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να βγαίνει κάθε νύχτα, να περιπλανιέται στους έρημους δρόμους της πόλης και να γράφει με κιμωλία σε τοίχους, δρόμους, τζαμαρίες, παντού, απλώς τη λέξη "Eternity" (Αιωνιότητα) με πανομοιότυπα πάντοτε καλλιγραφικά γράμματα. Τίποτα άλλο, για πάνω από 30 χρόνια. Σημειωτέον, ο τύπος δεν ήξερε καν γραφή και ανάγνωση. Ήταν τόση η εμμονή του και η γραμμένη παντού εικόνα της λέξης έγινε τόσο οικεία σε κάθε κάτοικο, ώστε η λέξη αυτή, με τη συγκεκριμένη γραφή (σαν λογότυπο) έγινε το σύμβολο της πόλης του Σίντνεϊ. Μ' αυτήν μάλιστα, με τεράστια γράμματα νέον, υποδέχτηκαν το millenium (στην Αυστραλία η αλλαγή του χρόνου είναι η πρώτη στον κόσμο).
Η ταινία - όπερα του Temple αφηγείται τη ζωή του ανθρώπου αυτού. Ο σκηνοθέτης γοητεύεται από την εμμονή του, την τρέλλα του αν θέλετε, και του αφιερώνει την ταινία αν και, όπως δηλώνει ο ίδιος, είναι άθεος. Οι εικόνες είναι εντυπωσιακές και συχνά σουρεαλιστικές. Στα όμορφα νυχτερινά πλάνα στους τοίχους των κτιρίων προβάλλονται συνεχώς ασπρόμαυρες σκηνές από παλιά ντοκιμαντέρ που σχετίζονται με την ιστορία του Σίντνεϊ. Οι φωτισμοί είναι υποβλητικοί. Γενικά βρήκα την εικόνα το μεγαλύτερο ατού του φιλμ. Από εκεί και πέρα, όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν συνεχώς (η ηχογράφηση έγινε όντως στους δρόμους της πόλης), η ιστορία, πέραν της εμμονοληψίας του ήρωά της, δεν έχει και τα φοβερά κρεσέντα και γενικά προορίζεται για ανθρώπους με πολύ ειδικά γούστα.
Σίγουρα πρόκειται για ταινία για πολύ λίγους. Δείτε το μόνο αν σας αρέσει η όπερα (η κλασική όπερα, ξαναλέω, όχι οι ροκ παραλλαγές της) και μόνο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ


Το 1957 ο Jacques Tourneur (1904-1977) γυρίζει την τελευταία γνωστή του ταινία, τη "Νύχτα του Δαίμονα". Ο ηγέτης μιας δαιμονολατρικής αίρεσης μπορεί κατά βούληση να στέλνει έναν φριχτό δαίμονα να σκοτώνει όσους αποφασίζει. Ο ήρωας ψυχολόγος θα παρακολουθήσει κάποιο συνέδριο, με στόχο να τον ξεσκεπάσει ως απατεώνα. Και ο Tourneur βρίσκει την ευκαιρία να δώσει μερικές ακόμα ασπρόμαυρες υποβλητικές σκηνές.
Χμ..., ναι, αλλά το χαρακτηριστικό των μεγάλων φανταστικών ταινιών του σκηνοθέτη (Cat People, Περπάτησα μ' ένα Ζόμπι) είναι το διφορούμενο, το ότι το κακό δεν δείχνεται, υπονοείται, μένει εκτός πλάνου, κι αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει τόσο ιδιαίτερες τις ταινίες του. Αλλά αυτά συνέβαιναν την προηγούμενη δεκαετία. Εδώ αυτό έχει αλλάξει δραστικά: Από την πρώτη κιόλας σκηνή δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την ύπαρξη του δαίμονα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο δαίμονας δείχνεται με όλες του τις λεπτομέρειες, πιο σαφής δεν γίνεται. Και είναι όντως αρκετά τρομακτικός, παρά τα άγαρμπα εφφέ της εποχής, που ίσως προκαλέσουν χαμόγελα σε αρκετούς σημερινούς θεατές. Όπως επίσης άγαρμπα δίνεται και το πορτρέτο του ήρωα, ο οποίοις, παρά τα όσα υπερφυσικά συμβαίνουν γύρω του εξακολουθεί με παιδιάστικη εμμονή να είναι ορθολογιστής και να επιμένει ότι όλα έχουν επιστημονικές εξηγήσεις. Μέχρι την τελευταία σκηνή, όπου...
Έχει σίγουρα ενδιαφέρον σαν μια ταινία τρόμου άλλων εποχών, που φυσικά δεν θα προκαλέσει τρόμο σε κανένα σήμερα, έχει και τις καλές στιγμές της, αλλά και πάλι δεν θα τη χαρακτήριζα μεγάλη ταινία, παρά το ότι εκτιμάται από αρκετούς σήμερα.
ΥΓ 1: Εξαιρετικά αστείο σημείο η σύντομη σκηνή μιας πνευματιστικής συγκέντρωσης όπου, για να καλέσουν τους νεκρούς, οι παρευρισκόμενες ηλικιωμένες κυρίες τραγουδούν ένα γελοίο παλιό τραγουδάκι, επειδή "το τραγούδι αρέσει στα πνεύματα". Ακόμα δεν έχω καταλάβει αν ο Τουρνέρ έκανε πλάκα ή γύρισε στα σοβαρά τη σκηνή αυτή.
ΥΓ 2: Οι σκηνές που δείχνουν φάτσα - κάρτα τον φριχτό δαίμονα επιβλήθηκαν από τους παραγωγούς, που ήθελαν κάτι "άμεσο και τρομακτικό". Το γεγονός αυτό λειτουργεί σαφώς υπέρ του σκηνοθέτη, με την έννοια ότι δείχνει πως ο ίδιος θα ήθελε να παραμείνει πιστός στο υπαινικτικό σύμπαν των ταινιών του.

Σάββατο, Οκτωβρίου 04, 2008

ΓΟΥΟΛ-Υ, ΕΠΙΣΤΗΜOΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ


Tο Wall-e του Andrew Stanton είναι ίσως μια από τις καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων στην ιστορία του σινεμά. Βλέποντάς το δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω: Την άψογη τεχνικά, αλλά και αισθητικά, εικόνα, τα οικολογικά και άλλα "μηνύματα", την δράση που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, το κωμικό στοιχείο, τις αναφορές στο σινεμά επιστημονικής φαντασίας, την τρυφερότητα και το ρομαντισμό που διαποτίζουν το φιλμ... Και όλα αυτά με σχεδόν παντελή απουσία ανθρώπων (ΟΚ, εμφανίζονται κι αυτοί στο δεύτερο μέρος, αλλά με τίποτα δεν είναι πρωταγωνιστές), και με ήρωες ρομπότ που είναι ελάχιστα ανθρωπόμορφα! Στα συν για μένα είναι και το ότι όλα αυτά γίνονται σχεδόν βουβά, με ελάχιστους διαλόγους στο δεύτερο μισό, καθιστώντας έτσι το φιλμ ακόμα πιο "παγκόσμιο".
Στη γη που έχει εγκαταλειφτεί από τους ανθρώπους λόγω μόλυνσης, το ρομπότ Wall-e, που μαζεύει ακατάπαυστα σκουπίδια, ερωτεύεται ένα άλλο, πολύ πιο εξελιγμένο ρομπότ, που αποστέλλεται από το μητρικό σκάφος που ταξιδεύει αέναα στο διάστημα και στεγάζει την ανθρωπότητα πολλές γενιές μετά τη φυγή από τη γη. Οι εικόνες της κατεστραμμένης, γεμάτης σκουπίδια γης στο πρώτο μισό είναι από τις πιο υποβλητικές. Τα οικολογικά μηνύματα σαφέστατα, όπως επίσης και το κλείσιμο ματιού στους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Δεν είναι μόνο οι σαφέστατες αναφορές στην Οδύσσεια του Διαστήματος στο τέλος, είναι κυρίως ο έξυπνος συνδυασμός πολλών αρχετυπικών θεμάτων του είδους, που δένουν άψογα και συνυπάρχουν αρμονικά στο σενάριο: Η εγκατάλειψη της ερειπωμένης γης μετά την οικολογική καταστροφή, το αχανές σκάφος που ταξιδεύει παντοτινά στο διάστημα, όπου γεννιούνται και πεθαίνουν γενιές ανθρώπων οι οποίες το θεωρούν τον μοναδικό γι' αυτούς κόσμο, οι μηχανές με νοημοσύνη, η σύγκρουση ανθρώπου - μηχανής, η επιστροφή στη γη και πολλά άλλα. Κι όλα αυτά, όπως ξαναείπα, με πολύ χιούμορ, δράση που σε κρατά από την αρχή ως το τέλος και, κυρίως, έναν γνήσιο και καθόλου ξενέρωτο ρομαντισμό, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται αληθινή συγκίνηση. Όσο για την ψηφιακή τεχνική, ε, αυτή έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα, που δίνουν εικόνες όχι μόνο υψηλής αισθητικής και τέλεια πειστικές, αλλά και συχνά φορτισμένες με ποίηση.
Τελικά η Pixar δεν σταματά να μας εκπλήσσει με τις αστείρευτες ιδέες της. Είμαι περίεργος για πόσα ακόμα χρόνια θα καταφέρνει να βρίσκεται στην κορυφή του παγκόσμιου animation.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

H PETULIA ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ 60ς


Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι η "Petulia" του Richard Lester μπορεί να ξενίσει ή/και να κουράσει αρκετούς από τους σύγχρονους θεατές. Για μένα είναι μια αγαπημένη ταινία, αλλά αυτό είναι υποκειμενικό.
Γυρίστηκε το 1968 και είναι σίγουρο ότι δεν θα ήταν δυνατό να γυριστεί οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή. Είναι από τα φιλμ που πραγματικά αιχμαλωτίζουν την εποχή τους. Την ατμόσφαιρα, την αισθητική, τη μουσική, τη φιλοσοφία. Άλλωστε ο Lester (είναι αυτός που έκανε τις ταινίες των Beatles) είναι καθαρά παιδί των 60ς. Ξεκίνησε να γυρίζει ταινίες το 1960, έφτασε στο απώγειό του στα μέσα της δεκαετίας, παρήκμασε στα 70ς γυρίζοντας αρκετές μάπες και αποσύρθηκε τη δεκαετία του 80, δίχως από τότε να κάνει κανένα φιλμ μυθοπλασίας.
Πίσω στην Petulia όμως, που αφηγείται την ιστορία της ομώνυμης κοπέλας, παντρεμένης με έναν trendy αλλά καταπιεστικό και - όπως αποκαλύπτεται - βάναυσο σύζυγο, και την παράξενη σχέση της με έναν μόλις χωρισμένο γιατρό. Το χιούμορ μπλέκεται με το δράμα, η τρέλα της εποχής αιχμαλωτίζεται στο φιλμ, ενώ οι συμβάσεις έρχονται σε αντιπαράθεση (σύγκρουση μάλλον) με την ελευθερία και την τρέλα του έρωτα. Όλη η ιστορία δίνεται με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο και με ιδιόρυθμο μοντάζ, που θυμίζει πολύ αυτό των μετέπειτα ταινιών του Νίκολας Ρεγκ, ο οποίος ήταν διευθυντής φωτογραφίας στην Petulia. Έτσι το παρελθόν της ηρωίδας αποκαλύπτεται σταδιακά και μάλλον μπερδεμένα. Αυτό ακριβώς το δύσκολο μοντάζ και το ότι η ιστορία είναι πολύ απλή (ένα ρομάντζο ουσιαστικά), είναι τα στοιχεία που πιθανόν θα κουράσουν. Όμως βρισκόμαστε στην καρδιά των 60ς και όλα βρίσκονταιεδώ: Η Τζούλι Κρίστι είναι πιο λαμπερή από ποτέ σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας της, η ιστορία διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο, καρδιά του χιπισμού και της ψυχεδέλειας τότε, εμφανίζονται να παίζουν ζωντανά οι Grateful Dead και οι Big Brother and the Holding Company με τραγουδίστρια την Janis Joplin, η ψυχεδελική αισθητική είναι πανταχού παρούσα, η τηλεόραση μεταδίδει ειδήσεις από τον πόλεμο στο Βιετνάμ, o έρωτας δείχνει πιο ελεύθερος από ποτέ...
Πέραν αυτών όμως, και κάτω από την χαριτωμένα τρελή συμπεριφορά της ηρωίδας, υποβόσκει μια απέραντη ευαισθησία και τρυφερότητα, που κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή, μια από τις συγκινητικότερες του σινεμά κατά τη γνώμη μου. Όχι, μην περιμένετε δραματικές κορυφώσεις, συγκλονιστικές αποκαλύψεις και τέτοια. Αντίθετα η σκηνή του τέλους είναι χαμηλότονη και η συγκίνηση που βγάζει βουβή και "ύπουλη" και αφορά συναισθηματικές καταστάσεις και μόνο. Ίσως γι' αυτό με αγγίζει τόσο πολύ.
Προσωπικά τη θεωρώ κλασική ταινία, μάλλον ξεχασμένη σήμερα. Ίσως επειδή αντανακλά τόσο, μα τόσο πολύ την εποχή της.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2008

ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΞΑ ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΑ ΡΟΚ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


To Rainbow Around the Sun (21008) είναι ένα μιούζικαλ των πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών Kevin Ely και Beau Leland, την μουσική του οποίου έγραψε ο άγνωστός μου Matthew Alvin Brown, ο οποίος και πρωταγωνιστεί. Και πολύ φοβάμαι ότι όλο αυτό το team των άγνωστων καλλιτεχνών κάνει μια ασήμαντη ταινία, που μόνο πλήξη κατάφερε να μου προκαλέσει.
Πρόκειται για ένα ροκ μιούζικαλ, που έχει, φαίνεται, κυκλοφορήσει ήδη σε δίσκο από τον Brown. Μόνο που το μιούζικαλ αυτό βρίσκεται πολύ – πολύ μακριά από διαμάντια του είδους όπως το Hedwig and the Angry Inch ή, βέβαια, τα παλιότερα Rocky Horror, Tommy κλπ. (το τελευταίο δεν μου αρέσει ως ταινία, αλλά μ’ αυτή τη μουσική δεν μπορείς παρά να το θεωρείς ορόσημο). Και ποιο είναι το στόρι; Αποτυχημένος σε όλα τύπος (που δουλεύει σε μικρό καφέ, βρίσκεται στο κατώφλι του αλκοολισμού, τον έχει παρατήσει η κοπέλα του και άλλα τέτοια δεινά), γίνεται ροκ σταρ στα όνειρά του, διάσημος, πετυχημένος, κέντρο της προσοχής των πάντων. Κάθε λίγο προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα, σπάει τα μούτρα του, απογειώνεται όμως και πάλι με την επόμενη φαντασίωση (που είναι λίγο – πολύ ίδια με την προηγούμενη κι αυτό είναι από τα κακά ττης ταινίας), ξαναπροσγειώνεται και… Αυτά. Δεν έχει άλλο. Έτσι πάει όλο το φιλμ, δίχως ιδιαίτερη εξέλιξη, με τον τύπο να προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα ψυχοτέτοια του, πλην όμως να χάνει όλο και πιο πολύ την επαφή με την πραγματικότητα. Όσο για τη μουσική, είναι συμβατικό ροκ, άντε να το πεις συμπαθητικό, τίποτα το σπουδαίο όμως. Από τα πιο βαρετά φιλμ που έχω δει τον τελευταίο καιρό.
Ίσως βέβαια κάποιοι να γουστάρουν πολύ τη μουσική, οπότε να δουν σχετικά ευχάριστα και την ταινία. Δυστυχώς, όπως είπα, εμένα δεν μου συνέβη ούτε κι αυτό.

ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Ή ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ


Μετά το ζοφερό και καθόλου κωμικό "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" οι φοβεροί Joel και Ethan Coen επιστρέφουν στην προσφιλή τους μαύρη κωμωδία, τον σαρκασμό του αμερικάνικου τρόπου ζωής (αλλά και του δυτικού γενικότερα, αφού αυτά πλέον μοιάζουν όλο και περισσότερο), την κατάδειξη της ανθρώπινης ηλιθιότητας και κενότητας. Για να δειχτούν όλα αυτά οι ταινίες τους έχουν ως όχημα ένα συνήθως πολύπλοκο σενάριο, με ίντριγκες, παρεξηγήσεις, συμπτώσεις, απροσδόκητες αποκαλύψεις και άφθονο, συχνά μαύρο χιούμορ.
Έτσι και το "Καυτό Απόρρητο" (Burn after reading, 2008) σατιρίζει σε ένα πρώτο επίπεδο τις ταινίες κατασκοπείας, στο βάθος όμως παίζει με τις έμμονες ιδέες των αμερικανών, είτε πολιτικές (αν και όσο υπάρχουν) είτε άλλες (πλαστικές επεμβάσεις, κυνήγι χρήματος, εύκολου αν είναι δυνατόν, καλή φυσική κατάσταση, δικηγόροι, πλήρης άγνοια πολιτικών συνθηκών κλπ.) Ακόμα και η CIA παρουσιάζεται μάλλον ως αμήχανη σε βαθμό ανικανότητας παρά οτιδήποτε άλλο. Και βέβαια, αφού βρισκόμαστε σε ταινία των Κοέν, όλα συμβαίνουν με ιδιαίτερα κωμικούς τρόπους, με άψογους σκηνοθετικούς ρυθμούς και σφιχτό σενάριο, που σε κρατά σε όλη τη διάρκεια του φιλμ. Κυρίως όμως είναι όλη αυτή η ηλιθιότητα (των Μπραντ Πιτ και Φράνσις ΜακΝτέρμοντ βασικά, αλλά και του Κλούνεϊ, εδώ που τα λέμε, που δεν πάει και πολύ πίσω), που και εδώ κερδίζει τον τίτλο της βασικής ιδιότητας των χαρακτήρων.
Διασκέδασα ιδιαίτερα με την ταινία και επιβεβαίωσα ότι οι δημιουργοί βρίσκονται σε φόρμα (κι ας είναι τόσο διαφορετική αυτή εδώ από την βραβευμένη προηγούμενή τους).
Είναι βέβαια και το ασυνήθιστα πλούσιο καστ που κεντρίζει το ενδιαφέρον, αλλά πιστέψτε με, δεν είναι αυτός ο λόγος που σας προτείνω να την δείτε. Α, να μην το ξεχάσω: Ο Μπραντ Πιτ είναι όλα τα λεφτά ως ηλίθιος γυμναστής. Μήπως του πάνε τελικά ρόλοι ηλιθίων;
Είμαι βέβαια φαν των Κοέν και γι' αυτό ίσως και να είμαι θετικά προκατειλημένος, αλλά πιστεύω ότι εκτός από το βαρετό "Lady killers", τα δύο αδέλφια δεν έχουν κάνει ποτέ κακή ταινία.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΛΕΟΠΑΡΔΑΛΕΙΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ


Δεν νομίζω ότι τo Leopard Man του Jacques Tourneur (1904-1977) του 1943 συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες του. Μου φάνηκε αρκετά ξεπερασμένη, αντίθετα με άλλα φιλμ του δημιουργού της. Μια λεοπάρδαλη ξεφεύγει από μια τραγουδίστρια, που τη χρησιμοποιεί για να εντυπωσιάσει στις παραστάσεις της και σκοτώνει μια κοπέλα. Κι άλλοι φόνοι γυναικών ακολουθούν, αλλά πολύ σύντομα οι θεατές, μαζί με τον ήρωα της ταινίας, υποψιαζόμαστε ότι γι' αυτούς δεν είναι πλέον υπεύθυνο το θηρίο.
Ένα ακόμα θρίλερ του Tourneur σε παραγωγή του διάσημου Val Lewton, που γίνεται όμως αφορμή για να επιβεβαιώσουμε ότι ο πρώτος υπήρξε ένας άνισος δημιουργός, ικανός για υποβλητικά αριστουργήματα, αλλά και για μετριότητες όπως αυτή. Πράγματι, ενώ κι εδώ υπάρχουν μεμονωμένες ατμοσφαιρικές σκηνές, το όλο φιλμ μου φάνηκε γερασμένο και άνευρο, δίχως τήν απαραίτητη δόση σασπένς που θα με κράταγε - για να τρομάξει έναν σύγχρονο θεατή ούτε λόγος βέβαια. Έπειτα, το παιχνίδι με το διφορούμενο, σήμα κατατεθέν του Τουρνέρ, εδώ πάει πολύ σύντομα περίπατο, ενώ η τελική αποκάλυψη μοιάζει μάλλον ξεκρέμαστη και όχι επαρκώς δικαιολογημένη. Μένουνε κάποιες καλές στιγμές - το είπαμε ήδη - αλλά νομίζω ότι η ταινία αυτή σήμερα προορίζεται μόνο για φανατικούς φανς του σκηνοθέτη, που απλώς θέλουν να συμπληρώσουν τη φιλμογραφία του. Υπάρχουν πολύ καλύτερα φιλμ του Τουρνέρ για να απολαύσετε, πιστέψτε με...

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΕΞ


Το Eleve Libre (2008) είναι μια γαλλική ταινία του Joachim Lafosse που θέλει να είναι προκλητική. Για να είμαστε ακριβείς, νομίζω ότι αυτό και μόνο είναι ο στόχος της και τίποτα άλλο: Άβγαλτος έφηβος (αν και έχει κοπέλα) χωρισμένων γονέων, που μένει μάλλον (οι σχέσεις με τους άλλους είναι ακατανόητες) σε φιλική οικογένεια αφού η μητέρα ζει σε άλλη πόλη, ασχολείται κυρίως με το τένις παραμελώντας τα μαθήματά του. Προσπαθώντας να μην τον διώξουν από το σχολείο, αποφασίζει να μελετήσει σκληρά, πλην όμως χρειάζεται απαραιτήτως ιδιαίτερα μαθήματα, που θα τα κάνει αφιλοκερδώς 30άρης καθηγητής και κολλητός φίλος. Σύντομα τα μαθήματα εξελίσσονται σε ένα είδος σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, την οποία αναλαμβάνουν ο καθηγητής προφανώς και οι υπόλοιποι ενήλικες φίλοι και ο μικρός "διαπαιδαγωγείται" από άντρες και γυναίκες αδιακρίτως. Αυτό είναι όλο.
Βρήκα το πρώτο μέρος της ταινίας, πολύ απλά, βαρετό, γεμάτο συζητήσεις και καθημερινότητα, όπου ελάχιστα συμβαίνουν. Στο δεύτερο μέρος αρχίζουν τα (σεξουαλικά) μαθήματα που λέγαμε και υποτίθεται ότι πρέπει να σου κεντρίσουν το ενδιαφέρον(;), αλλά σε μένα τουλάχιστον απέτυχαν και σ' αυτόν τον τομέα, αφού βρήκα την όλη κατασκευή, πολύ απλά, άνευ λόγου. Φιλοσοφικές συζητήσεις, περί σεξ κυρίως, αλλεπάλληλα γεύματα (όπου συνήθως γίνονται οι συζητήσεις), απόλυτη βαρετή καθημερινότητα και σποραδικά το σεξ που προαναφέραμε, δίνονται πλαδαρά, τόσο που ούτε να με γαργαλήσουν καν κατάφεραν. Φαντάζομαι ότι ο Lafosse έκανε την ταινία για να προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και συζητήσεων. Σε όσους δεν την έχουν δει και απλώς ακούσουν για το περιεχόμενό της, ίσως τα καταφέρει. Οι υπόλοιποι, όπως εγώ, που την είδαμε, είμαστε πολύ νυσταγμένοι για συζητήσεις.
ΥΓ: Και μην πάτε καν καθαρά για να πάρετε μάτι. Δεν δείχνει τίποτα απολύτως. Η κινηματογράφηση του σεξ γίνεται κυρίως με κοντινά προσώπων που προσπαθούν να μας πείσουν ότι νοιώθουν ηδονή.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008

ΜΥΣΤΙΚΑ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ


Ο Jacques Tourneur (1904-1977) γυρίζει το "Experiment Perilous" (Πείραμα στον κίνδυνο) το 1944. Πρόκειται για θρίλερ όπου ένας γιατρός υποψιάζεται ότι παράξενα πράγματα συμβαίνουν πίσω από τους τοίχους του πλούσιου σπιτιού ενός μέλους της αριστοκρατίας όταν η συμπαθής μεσήλιξ αδελφή, που μόλις γνώρισε σ' ένα τρένο, πεθαίνει μυστηριωδώς. Ο ήρωας παρεισφρύει στον οικογενειακό κύκλο της, όπου όλοι αντιδρούν παράξενα, τα μυστικά είναι καλά κρυμμένα, η απειλή αιωρείται... Πάνω απ' όλα όμως υπάρχει η σύζυγος, η πανέμορφη Χέντι Λαμάρ, ο απαραίτητος έρωτας προς αυτή, οι ανεξέλεγκτες συνέπειες...
Ο Tourneur κάνει εδώ ένα θρίλερ που κρατά τον θεατή, δίχως όμως κατά τη γνώμη μου να πρόκειται για μεγάλη ταινία. Χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει ενδιαφέρον. Κυρίως όσον αφορά την πραγματικά διεστραμμένη ψυχολογία του συζύγου και τις ψυχολογικές επιπτώσεις στα μέλη της οικογένειας, τον διάχυτο φόβο που κυριαρχεί στο σπίτι, τα σκοτεινά περιστατικά του παρελθόντος. Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα είναι δεδομένη σχεδόν από την αρχή, η Λαμάρ στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας είναι πανέμορφη, αλλά βρήκα το όλο σασπένς μάλλον χαλαρό. Αν πάντως είστε λάτρεις των παλιών, ασπρόμαυρων φιλμ, δείτε το χωρίς ενδοιασμούς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2008

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΜΕΛΩΔΙΑ


Το "The Tune" (1992) του Bill Plympton είναι μια πολύ όμορφη ταινία κινουμένων σχεδίων του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού. Ο ήρωάς της, ένας συνθέτης, πιέζεται από τον μεγαλοπαραγωγό Mr Mega (!) - με του οποίου τη γραμματέα είναι ερωτευμένος - να γράψει σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα ένα σουξέ, αλλιώς θα χάσει τα πάντα (ο συνθέτης εννοείται, όχι ο εταιριάρχης). Στην αγχωμένη αναζήτηση έμπνευσης ο ήρωας θα φτάσει στην σουρεαλιστική χώρα του Φλούμπι Ντούμπι, όπου όλα μπορούν να συμβούν και όπου αυτό που κυρίως θα μάθει είναι να γράφει τραγούδια απ' την καρδιά του.
Το χιούμορ, ο σουρεαλισμός, οι φευγάτες εικόνες, η φαντασία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν στην όμορφη αυτή ταινία. Κυρίως όμως υπάρχει η μουσική, που πρωταγωνιστεί. Για τον Plympton η ιστορία αυτή δεν είναι παρά η αφορμή για να κάνει μια σειρά από ιδιόρυθμα βιντεοκλίπ κινουμένων σχεδίων, που "ντύνουν" μια πλειάδα έξυπνων τραγουδιών, που μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικά είδη, φτιάχνοντας έτσι και ένα είδος "οδηγού" μουσικών στυλ, ενώ τα κινούμενα σχέδια που τα συνοδεύουν είναι συχνά φτιαγμένα κι αυτά με διαφορετικό στυλ γραφής. Τα τραγούδια έχει γράψει η Maureen McElheron, μόνιμη μουσική συνεργάτης του Plympton. Δείτε, αν μπορέσετε, το παράξενο αυτό φιλμ, κυρίως για μια εναλλακτική πρόταση για το βιντεοκλίπ, και ψάξτε και το σάουντρακ. Θα το κάνω κι εγώ σύντομα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2008

ΤΡΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤΙΑΝΩΝ ΚΛΙΣΕ


Για πολλοστή φορά το Χόλιγουντ δείχνει την εξυπνάδα του (ή την πονηριά του, αν προτιμάτε): Αν πρόκειται να κάνουμε επιτυχία, γιατί να μην χλευάσουμε μέχρι τελικής πτώσης τον ίδιο μας τον εαυτό; Ίσως ακριβώς η τόση ευελιξία του είναι που τελικά το κάνει να επιβιώνει και να κυριαρχεί παγκόσμια εδώ και ένα σχεδόν αιώνα.
Η "Τροπική Καταιγίδα" του ενός εκ των πρωταγωνιστών της Ben Stiller δεν αφήνει τίποτα όρθιο προκειμένου να καννιβαλίσει κάθε πτυχή του Χόλιγουντ. Η ιδέα είναι καλή και ενίοτε ξεκαρδιστική. Έχοντας σα βάση τις πολεμικές ταινίες σε όλη τους τη γκάμα, από "Ράμπο" μέχρι "Αποκάλυψη Τώρα" και "Πλατούν", βάζει αδίστακτα χέρι και σε άλλα χολιγουντιανά είδη, φτάνοντας μέχρι τις (χολιγουντιανές πάντα) "ταινίες ποιότητας", που στηρίζονται σε ηθοποιούς της σχολής των Actor's Studio (Πατσίνο, Ντε Νίρο κλπ.) Και ταυτόχρονα παίζει και με το σπλάτερ σε αρκετές σκηνές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποκρουστικές από μη μυημένους στο είδος. Το εγχείρημα υποστηρίζεται από μια πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, μερικοί από τους οποίους σατιρίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό, ενώ η ταινία κατακλύζεται κυριολεκτικά από κάθε είδους αναφορές - παρωδίες διάσημων σκηνών του αμερικάνικου κινηματογράφου, τόσο που μερικές δεν προλαβαίνεις να τις πιάσεις ή, ενώ αναρωτιέσαι ακόμα "τι μου θυμίζει αυτό, πού το έχω ξαναδεί;" έρχεται η επόμενη. Όλα τα λεφτά επίσης η απροσδόκητη εμφάνιση του αγνώριστου Τομ Κρουζ (θα αργήσετε πολύ να καταλάβετε ποιος είναι). Το έχω ξαναπεί νομίζω: Του πάει πολύ να παίζει τον μαλάκα.
Τα πλεονεκτήματα υπάρχουν: Είπαμε και στην αρχή ότι πολλά σημεία της είναι ξεκαρδιστικά, με κορυφαία τα τρέιλερ - παρωδίες της αρχής. Επίσης τα πάντα λέγονται με το όνομά τους: Ο Ράμπο (ή ο ηθοποιός που τον ενσαρκώνει) είναι ηλίθιος, οι κωμωδίες του Έντι Μέρφι επιεικώς κακόγουστες που το "χιούμορ" τους βασίζεται στο... πόσο κλάνει ο ευτραφής πρωταγωνιστής, οι μεγάλοι ηθοποιοί μπαίνουν "στο πετσί του ρόλου τους" μέχρις αηδίας (ή γελοιότητας), οι παραγωγοί είναι ακαλλιέργητα κτήνη που τους νοιάζουν μόνο τα φράγκα, οι εθνικοί ήρωες είναι απατεώνες κλπ. κλπ... Το κακό είναι ότι μεγάλο μέρος του φιλμ διαθέτει επίσης χοντρό και παρατραβηγμένο χιούμορ - πλάκα μάλλον - που προσωπικά τουλάχιστον δεν μου έβγαλε το γέλιο που υποσχόταν, λες και η ταινία μιμόταν τις κακογουστιές που σατίριζε. Επίσης στα πλην και η αποσπασματικότητα: Πρόκειται μάλλον για συρραφή αστείων που πολλά πολύ σύντομα θα ξεχάσετε, παρά για ολοκληρωμένη ταινία.
Καλή διασκέδαση πάντως - όσο αντέξετε τις τόσες χοντράδες που διανθίζονται από πολλές έξυπνες σκηνές.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2008

Η... ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΜΛΕΤ ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΤΑΜΠΟΥ ΠΛΑΚΑ


Ε, λοιπόν, με το "Hamlet 2. Η Ανάσταση" (2008) του Andrew Fleming διασκέδασα περισσότερο απ' όσο περίμενα. Όχι μόνο με τις πολλές αστείες φάσεις της ταινίας, αλλά και με το συνολικό ελευθεριάζον πνεύμα της, που δεν διστάζει να κάνει άφθονη πλάκα με διάφορα ταμπού, ιερά και όσια της τέχνης, της θρησκείας κλπ., και μάλιστα στη σύγχρονη Αμερική του Μπους και να σατιρίσει τη λογοκρισία, τη θρησκοληψία, τους... δικηγόρους και άλλα δεινά. Και είναι και ο Στιβ Κούγκαν, που είναι ξεκαρδιστικός ακόμα και ως φάτσα, οπότε το γέλιο ρέει άφθονο (ενώ ανέλπιστα εμφανίζεται και η Ελίζαμπεθ Σου παίζοντας ακριβώς τον εαυτό της).
Ο Κούγκαν λοιπόν είναι αποτυχημένος θεατρικός ηθοποιός και μεγάλο ψώνιο με το θέατρο και διδάσκει (θέατρο, τι άλλο) σε τάξη σχολείου, έχοντας 2 (!) φανατικούς μαθητές και ανεβάζοντας κάθε χρόνο με πλήρη αποτυχία... χολιγουντιανά φιλμ διασκευασμένα για τη σκηνή. Ώσπου κάποια χρονιά η τάξη του γεμίζει (κατά λάθος) από άγριους λατίνους, τους οποίους πείθει να ανεβάσουν ένα δικό του έργο, που είναι μια συνέχεια του Άμλετ, όπου, μεταξύ άλλων, ο ομώνυμος ήρωας, ο Ιησούς, ο Αϊνστάιν και άλλοι ξαναζούν και βρίσκονται όλοι μαζί χάρη σε μια μηχανή του χρόνου. Και μια που είμαστε στην Αμερική οι λογοκριτικοί μηχανισμοί τίθενται άμεσα σε εφαρμογή, οι αγανακτισμένοι πολίτες (θρησκόληπτοι, πατριώτες και φανατικοί κάθε είδους) ζητούν το αίμα τους πίσω και ο χαβαλές δεν έχει τελειωμό.
Η ταινία θέλει να ισορροπήσει (σε μερικά σημεία της τουλάχιστον) ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, δεν νομίζω ότι τα καταφέρνει όμως, αφού η πρώτη έχει συνεχώς το επάνω χέρι. Και, φυσικά, κορυφώνεται με το ανέβασμα της παράστασης στο τέλος, η οποία είναι βεβαίως πραγματικός αχταρμάς, και χτυπάει κόκκινο περιφρονώντας κάθε πολιτική ή άλλη ορθότητα όταν επί σκηνής εμφανίζεται ημίγυμνος ο Ιησούς τραγουδώντας "Rock me sexy Jesus" - και με φωνητικά από την Gay Ανδρική Χορωδία της πόλης - σκορπίζοντας, υποθέτω, "ιερή αγανάκτηση" σε εκατομμύρια αμερικανών και όχι μόνο.
Δεν είναι η ταινία της χρονιάς, πιστεύω όμως ότι θα διασκεδάσετε πολύ, τουλάχιστον αν δεν σας ενοχλούν οι κάθε είδους ασέβειες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η αργεντινή Albertina Carri είναι μια σημαντική σύγχρονη σκηνοθέτης, που αρκετές δουλειές της έχουν διακριθεί σε διάφορα φεστιβάλ. Η ταινία "La Rabia" (Η Οργή) του 2008 είναι ένα δυνατό και ιδιαίτερα σκοτεινό αγροτικό δράμα, που κάποιες στιγμές σαν ιστορία θυμίζει τα "Μαθήματα Πιάνου". Αυτό που ξαφνιάζει αρχικά είναι ότι τέτοιες κοινότητες, σχεδόν αποκλεισμένες από τον σύγχρονο κόσμο, και τα όσα συμβαίνουν εκεί, μπορούν ακόμα να υφίστανται στη σημερινή Αργεντινή, που, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι μια τόσο τριτοκοσμική χώρα. Αν και μπορώ να φανταστώ ότι και στη σύγχρονη Ελλάδα θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε απομακρυσμένα χωριά παρόμοιες καταστάσεις.
Σε μια αγροτική κοινότητα λοιπόν, που μοιάζει να τη ξέχασε ο χρόνος, διαδραματίζεται μια υπόθεση μοιχείας, που κύρια θύματά της (ψυχολογικά) είναι τα παιδιά των δύο εμπλεκόμενων οικογενειών. Τα εγκλήματα δεν θα αργήσουν να ακολουθήσουν, καθώς φουντώνουν τα πάθη που σιγοβράζουν κάτω από την επιφανειακά αναλλοίωτη, μίζερη καθημερινότητα.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα βαρειά και καταθλιπτική, η ατμόσφαιρα ζοφερή, σα να περιμένεις ανά πάσα στιγμή να ξεσπάσει η καταιγίδα. Όλα κινούνται στην κόψη του ξυραφιού. Παρά το βάρος της όμως και τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αναγνωρίζω τη σκηνοθετική μαεστρία της Carri στο χτίσιμο της σκοτεινής ατμόσφαιρας και κυρίως στη δημιουργία μιας σειράς από πανέμορφες (στατικές μερικές φορές) εικόνες. Δυνατές οι ηθοποιίες, όπως δυνατή είναι η ταινία γενικότερα. Σαφώς και δεν είναι για όλες τις ώρες (κινδυνεύετε να κόψετε τις φλέβες σας), αλλά το βρήκα καλό σινεμά.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2008

ΤΟ ΕΞΠΡΕΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ - ΦΑΝΤΑΣΜΑ


Ο Jacques Tourneur (1904-1977), γάλλος που δούλεψε κυρίως στο Χόλιγουντ, είναι γνωστός για τις θαυμάσιες φανταστικές του ταινίες (Cat People, Περπάτησα μ' ένα ζόμπι κλπ.) και πολύ καλά κάνει, αφού είναι μάλλον οι καλύτερές του (χωρίς φυσικά να έχω δει το σύνολο της εκτεταμένης φιλμογραφίας του). Ωστόσο έκανε και πολλές άλλες από κάθε κινηματογραφικό είδος.
Το "Berlin Express" είναι μια κατασκοπευτική ταινία που γύρισε το 1948. Πέραν του όποιου καθαρά κινηματογραφικού ενδιαφέροντός της, διαθέτει και μια σημαντική ντοκουμενταρίστικη αξία: Είναι η πρώτη (αμερικάνικη τουλάχιστον) ταινία που γυρίστηκε στα αληθινά ερείπια της Φραγκφούρτης και του Βερολίνου, που τότε ήταν ακόμα ισοπεδωμένες από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, κυριολεκτικά πόλεις - φαντάσματα. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Σαν φιλμ δεν το θεωρώ και κάτι φοβερό, χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό ότι δεν σε κρατάει. Μια ομάδα φανατικών γερμανών (νοσταλγών των ναζί, υποθέτω) απαγ1948)άγει σε ένα τρένο έναν σημαντικό, οραματιστή γερμανό που δουλεύει για μια ευημερούσα και κυρίως ειρηνική Γερμανία. Μια πολυεθνική ομάδα συνταξιδιωτών του, που βρέθηκε τυχαία στο ίδιο τρένο, αναλαμβάνει οικειοθελώς να διελευκάνει την υπόθεση. Οι πολιτικές αναφορές είναι σαφείς, καθώς στην ομάδα αντιπροσωπεύονται όλοι οι νικητές σύμμαχοι: Άγγλοι, αμερικάνοι, σοβιετικοί, γάλλοι... Ατμοσφαιρική σκηνοθεσία στα ερείπια και στα υπόγεια των κάποτε ακμαζουσών γερμανικών πόλεων, κριτική στον πόλεμο, σασπένς, το κάνουν να βλέπεται με ενδιαφέρον. Μέχρι εκεί. Δεν νομίζω ότι πρόκειται για κλασικό αριστούργημα.
Αυτό όμως που συγκλονίζει είναι οι εικόνες των κατεστραμένων πόλεων. Αν δεν το δείτε με τα μάτια σας δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο, μα πόσο είχε ισοπεδωθεί το Βερολίνο, που φαντάζει εδώ σαν ένας σουρεαλιστικός εφιάλτης βγαλμένος από νοσηρή φαντασία. Σωροί από μπάζα παντού και πού και πού σκόρπιοι όρθιοι τοίχοι με μυτερές προεξοχές που θυμίζουν σκηνικό ταινίας τρόμου. Τρελαίνεσαι όταν σκέφτεσαι ότι αυτό που αντικρύζεις δεν είναι φτιαχτό, αλλά πέρα για πέρα αληθινό κι ότι μέσα σ' αυτή την κόλαση, σαν ποντίκια, έζησαν για κάμποσα χρόνια οι πολίτες που επιβίωσαν. Έτυχε να είμαι στο Βερολίνο 3 μήνες πριν. Έβλεπα λοιπόν γνωστά μου μέρη, χαρακτηριστικά μνημεία ή σημεία της πόλης που φυσικά σήμερα έχουν αναστηλωθεί, και δεν πίστευα στα μάτια μου. Νομίζω ότι αυτή η ντοκιμαντερίστικη πλευρά είναι και η σημαντικότερη του φιλμ.
Και βέβαια, έχει και ένα εξωκινηματογραφικό πολιτικό ενδιαφέρον: Έίναι από τις λίγες αμερικάνικες ταινίες που οι Ρώσοι, παρά το ότι κριτικάρονται, είναι κατά βάθος φίλοι. Βλέπετε, είχαν μόλις νικήσει μαζί τους ναζί και ακόμα δεν είχαν μπει (ή είχαν μπει αλλά το 1948 δεν το είχαν ακόμα πάρει είδηση) στον Ψυχρό Πόλεμο. Ακολούθησε η δεκαετία του 50 κυρίως, αλλά και οι επόμενες, όπου οι σοβιετικοί είναι... πιο κακοί δεν γίνονται. Και έπρεπε να φτάσουμε στα 1990 περίπου, όταν το σοβιετικό καθεστώς καταρρέει, για να γυριστεί ξανά ταινία με "καλούς" αμερικάνους και ρώσους, που συνεργάζονται: Το αδιάφορο κατά τα άλλα, αλλά χαρακτηριστικό της εποχής Red Heat, με τον Σβαρτσενέγκερ. Ποιος είπε ότι ο εμπορικός κινηματογράφος δεν είναι απόλυτος καθρέφτης της εκάστοτε εποχής;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2008

Η ΘΕΑ ΦΑΡΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΔΥΣΕΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ


Το να βλέπεις μια αφρικάνικη ταινία (ξεκαθαρίζω ότι όταν λέω αφρικάνικη εννοώ κυρίως της μαύρης Αφρικής, κάτω από τη Σαχάρα, και όχι αιγυπτιακά, μαροκινά κλπ. φιλμ) είναι σίγουρα μια παράξενη εμπειρία, όχι πάντοτε θετική. Έτσι το «Φάρο, η θεά των νερών» (2007) του Salif Traoré από το Μάλι είναι, αν μη τι άλλο, μια ταινία ακατανόητη σε ορισμένα σημεία της από δυτικούς θεατές.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή σε ένα πάμπτωχο χωριό ψαράδων, που ακόμα ζει με τους μύθους και τις παραδόσεις του βαθύτατου παρελθόντος. Εκεί επιστρέφει κάποιος που έχει διωχτεί από μικρός επειδή ήταν νόθος. Είναι πλέον μορφωμένος (ο μόνος στο χωριό) και πετυχημένος και ονειρεύεται να φτιάξει ένα φράγμα που θα σώσει το χωριό από τη φτώχεια. Συναντά και τη μητέρα του, που έχει να τη δει από παιδί, αλλά και την απροκάλυπτη εχθρότητα των περισσότερων συχωριανών του, που τον απεχθάνονται επειδή είναι νόθος και πιστεύουν ότι οποιοδήποτε έργο θα ενοχλήσει τη Φάρο, τη θεότητα του ποταμού που τους δίνει τροφή.
Ενδιαφέρον, ίσως να σκεφτείτε. Όλο αυτό όμως είναι δοσμένο με έναν περίεργο, πρωτόγονο σχεδόν τρόπο, όσο πρωτόγονη είναι και η ιστορία που αφηγείται. Είναι σα να βρίσκεται το σινεμά στα πρώτα του βήματα (πράγμα που πιθανότατα συμβαίνει σε χώρες σαν κι αυτή, με μικρή κινηματογραφία). Η φωτογραφία είναι άτεχνη, οι ηθοποιοί παίζουν με παράξενο τρόπο, η ιστορία δεν αφηγείται στρωτά και, όπως είπα στην αρχή, πολλά από όσα γίνονται και λέγονται είναι ακατανόητα για δυτικούς θεατές. Το «μήνυμα» βέβαια υπέρ της προόδου και ενάντια στην καθυστέρηση και τις δεισιδαιμονίες (που εδώ δεν είναι και ιδιαίτερα γραφικές) είναι σαφές. Αλλά το όλο πράγμα με κούρασε αρκετά.
ΥΓ: Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πάντοτε ενδιαφέρον να βλέπει κανείς σινεμά από άγνωστες γωνιές του κόσμου. Κάθε άλλο.