Μου αρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με θεωρίες συνωμοσίας. Όχι όμως ακριβώς: Μου αρέσουν αυτές που κάνουν πλάκα με τις ιστορίες συνωμοσίας. Γι' αυτό ευχαριστήθηκα (δίχως βεβαίως να το θεωρώ κάτι σπουδαίο) με το "Alien Autopsy" που γύρισε το 2006 ο τηλεοπτικός (είναι η μοναδική του κινηματογραφική ταινία) Jonny Campbell. Την ευχαριστήθηκα μάλιστα περισσότερο επειδή είναι βρετανική και διαθέτει το αντίστοιχο βρετανικό χιούμορ.
Ξέρετε φαντάζομαι τι είναι η υπόθεση Roswell. Για τους αδαείς, πρόκειται για μια θεωρία που λέει ότι οι αμερικανοί κρατούν στην ομώνυμη βάση το σώμα ενός εξωγήινου από το μακρινό 1947, όταν αυτός έπσε στη γη. Κυκλοφορούν μάλιστα και οι σχετικές φωτογραφίες. Το 1995 είχε δημιουργηθεί σκάνδαλο όταν δύο νεαροί βρετανοί είχαν κατηγορηθεί ότι γύρισαν μια ψεύτικη ταινία που δείχνει υποτίθεται επιστήμονες να κάνουν αυτοψία στο σώμα του "εξωγήινου του Roswell", από την οποία ταινία έβγαλαν κάμποσα λεφτά. Αυτή ακριβώς την ιστορία του 1995 αφηγείται με χιουμοριστικό τρόπο το φιλμ. Οι διαφορετικών χαρακτήρων κολλητοί φίλοι, που προσπαθούν να βγάλουν λεφτά από οτιδήποτε, πέφτουν στην αυθεντική υποτίθεται ταινιούλα της αυτοψίας (που τους την πουλά πολύ φτηνά ο πάντοτε cult Χάρι Ντιν Στάντον)... και μετά από συμβάντα που δεν θα σας αποκαλύψω, αναγκάζονται να την... ξαναγυρίσουν από την αρχή. Στο μεταξύ στην ιστορία έχει εμπλακεί και ένας ούγγρος σαδιστής εκατομμυριούχος, που έχει ψώνιο με τους εξωγήινους...
Διασκέδασα παρακολουθώντας την άγνωστη αυτή ταινία, επειδή και χιούμορ διέθετε και αρκετό σασπένς, αφού ο θεατής αγωνιά για το πώς θα τη βγάλουν καθαρή οι δύο φίλοι, γύρω από τους οποίους ο κλοιός σφίγγεται ολοένα. Ταυτόχρονα βεβαίως σατιρίζεται και η μανία κάποιων με τις κάθε λογής θεωρίες συνωμοσίας (από UFO και εξωγήινους μέχρι Ναϊτες Ιππότες και Δίδυμους Πύργους κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Νομίζω ότι πίσω από κάθε σχεδόν σημαντικό - συνήθως - γεγονός υπάρχει και η σχετική θεωρία που λέει "όχι, κορόιδα, δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα..."). Η υπόθεση Roswell είναι από τις γνωστότερες τέτοιες ("η κυβέρνηση ξέρει για την ύπαρξη εξωγήινων, αλλά το κρατά επτασφράγιστο μυστικό"). Ταυτόχρονα το φιλμ, με το σενάριό του, θέτει σε αμφισβήτηση την υποτιθέμενη αυθεντία των ντοκουμέντων (;). Τα πάντα μπορεί αν είναι ψεύτικα, ιδιαίτερα στην εποχή μας.
Είπαμε ότι η ιστορία των νεαρών που "πλαστογράφησαν" το φιλμ στη δεκαετία του 90 είναι αληθινή. Ωστόσο μην περιμένετε να μάθετε την πραγματική ιστορία τους. Επαναλαμβάνω: Η ταινία είναι κωμωδία μυθοπλασίας, που απλώς εμπνέεται από την αληθινή ιστορία.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2017
Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017
"PATERSON" ΟΠΩΣ ΖΕΝ
Τα αρκετά τελευταία χρόνια ο Jim Jarmusch, από τους αγαπημένους μου δημιουργούς, οδηγείται όλο και περισσότερο σε ένα προσωπικό δρόμο, στον οποίο νομίζω ότι θα ταίριαζε ο όρος Ζεν. Κι αν στο "The Limits of Control" του 2009 το αποτέλεσμα δεν μου άρεσε (το βρήκα αν μη τι άλλο βαρετό), το "Paterson" του 2016, ενώ ουσιαστικά ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Τι είναι όμως το Paterson;
Πόλη του Νιου Τζέρσεϊ 120.000 κατοίκων, που κατοικείται και από πολλούς μετανάστες, πατρίδα του πυγμάχου "Χαρικέιν" και τόπος όπου έζησε ο Γκίνσμπεργκ. Διάσημο ποίημα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, στο οποίο (δεν το έχω διαβάσει, αλλά διαβάζω ότι) "εξυμνείται η ομορφιά της καθημερινής ζωής". Και συγχρόνως, το επιθετο του ήρωα της ταινίας, ο οποίος, συμπτωματικά, ζει στο Πάτερσον. Είναι οδηγός λεωφορείου και γράφει κρυφά ποιήματα δίχως να τα δείχνει σε κανέναν εκτός της ιρανικής καταγωγής γυναίκας του, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος (πολλά ποιήματα αναφέρονται σ' αυτήν). Η οποία είναι καλλιτεχνικός τύπος, αλλά κάπως χύμα, βάφει διάφορα πράγματα ασπρόμαυρα, φτιάχνει καπ κέικς και ονειρεύεται να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της κάντρι. Το φιλμ παρακολουθεί, σαν ημερολόγιο, μέρα με τη μέρα μία εβδομάδα από τη ζωή του ήρωα: Ξύπνημα στις 6.30 περίπου το πρωί, πρωινό, δουλειά, οδήγηση του λεωφορείου όλη τη μέρα, όπου παρακολουθεί τις ποικίλες συζητήσεις κάθε είδους επιβατών, επιστροφή στο σπίτι, φαγητό, βόλτα το βράδι με τον απίστευτο, "κακό" σκύλο του ζεύγους (που κλέβει την παράσταση), στάση στο ίδιο πάντα μπαρ, όπου κουβεντιάζει με τον μαύρο ιδιοκτήτη και άλλους γνώριμους θαμώνες, επιστροφή στο σπίτι. Αυτά.
Οι μέρες είναι πανομοιότυπες, σαν "μέρα της μαρμότας", πλην όμως με μικρές παραλλαγές, όπως συμβαίνει άλλωστε με την καθημερινότητα πολλών από εμάς. Ο στόχος ακριβώς της ταινίας είναι να ανακαλύψει την ποίηση και την ομορφιά σ' αυτήν ακριβώς τη βαρετή (σε πρώτη όψη) ρουτίνα, την αξία των μικρών παραλλαγών που λέγαμε, την ποίηση και τη γοητεία της καθημερινότητας. Κι όταν κάτι αναπάντεχο συμβαίνει προς το τέλος της εβδομάδας, ο Π. το αντιμετωπίζει με απόλυτη στωικότητα, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει την καθημερινότητά του.
Ναι, το φιλμ είναι ηθελημένα επαναλαμβανόμενο. Ωστόσο έχει τόσο χιούμορ και γλυκύτητα, τόσο ζεν ματιά στα πράγματα, τόση καθημερινή ποίηση (τα ποιήματα άλλωστε που γράφει ο ήρωας εμφανίζονται στην οθόνη), τόσο φιλοσοφική προσέγγιση, που για μένα μοιάζει να απογειώνεται, δημιουργώντας έναν σπάνιο ύμνο στο συνηθισμένο, στην κρυμένη ομορφιά της επανάληψης και της καθημερινότητας (που βέβαια συνεπικουρείται από έναν έρωτα).
Κάποιοι ίσως βαρεθούν. Προσωπικά μπήκα βαθιά στο τριπ της επανάληψης, του ζεν κοιτάγματος των πραγμάτων, της ποίησης που αναδύεται κυριολεκτικά από το τίποτα. Αν κάτι καταφέρνει εδώ ο Τζάρμους είναι να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτό που ζούμε, όσο τετριμένο κι αν είναι. Φτάνει να έχουμε από κάπου να πιαστούμε (ο ήρωας έχει την ποίηση και μια γυναίκα).
ΥΓ: Προσέξτε το διαρκές παιχνίδι του σκηνοθέτη με τους δίδυμους. Ως εικόνα ή ως έννοια εμφανίζονται με διάφορους τρόπους όλες τις μέρες της εβδομάδας που παρακολουθούμε. Ίσως να είναι μια αναφορά στο "διπλό", το γιν και το γιανγκ ή, ίσως, κάποιο μη καταληπτό παιχνίδι του δημιουργού.
Πόλη του Νιου Τζέρσεϊ 120.000 κατοίκων, που κατοικείται και από πολλούς μετανάστες, πατρίδα του πυγμάχου "Χαρικέιν" και τόπος όπου έζησε ο Γκίνσμπεργκ. Διάσημο ποίημα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, στο οποίο (δεν το έχω διαβάσει, αλλά διαβάζω ότι) "εξυμνείται η ομορφιά της καθημερινής ζωής". Και συγχρόνως, το επιθετο του ήρωα της ταινίας, ο οποίος, συμπτωματικά, ζει στο Πάτερσον. Είναι οδηγός λεωφορείου και γράφει κρυφά ποιήματα δίχως να τα δείχνει σε κανέναν εκτός της ιρανικής καταγωγής γυναίκας του, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος (πολλά ποιήματα αναφέρονται σ' αυτήν). Η οποία είναι καλλιτεχνικός τύπος, αλλά κάπως χύμα, βάφει διάφορα πράγματα ασπρόμαυρα, φτιάχνει καπ κέικς και ονειρεύεται να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της κάντρι. Το φιλμ παρακολουθεί, σαν ημερολόγιο, μέρα με τη μέρα μία εβδομάδα από τη ζωή του ήρωα: Ξύπνημα στις 6.30 περίπου το πρωί, πρωινό, δουλειά, οδήγηση του λεωφορείου όλη τη μέρα, όπου παρακολουθεί τις ποικίλες συζητήσεις κάθε είδους επιβατών, επιστροφή στο σπίτι, φαγητό, βόλτα το βράδι με τον απίστευτο, "κακό" σκύλο του ζεύγους (που κλέβει την παράσταση), στάση στο ίδιο πάντα μπαρ, όπου κουβεντιάζει με τον μαύρο ιδιοκτήτη και άλλους γνώριμους θαμώνες, επιστροφή στο σπίτι. Αυτά.
Οι μέρες είναι πανομοιότυπες, σαν "μέρα της μαρμότας", πλην όμως με μικρές παραλλαγές, όπως συμβαίνει άλλωστε με την καθημερινότητα πολλών από εμάς. Ο στόχος ακριβώς της ταινίας είναι να ανακαλύψει την ποίηση και την ομορφιά σ' αυτήν ακριβώς τη βαρετή (σε πρώτη όψη) ρουτίνα, την αξία των μικρών παραλλαγών που λέγαμε, την ποίηση και τη γοητεία της καθημερινότητας. Κι όταν κάτι αναπάντεχο συμβαίνει προς το τέλος της εβδομάδας, ο Π. το αντιμετωπίζει με απόλυτη στωικότητα, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει την καθημερινότητά του.
Ναι, το φιλμ είναι ηθελημένα επαναλαμβανόμενο. Ωστόσο έχει τόσο χιούμορ και γλυκύτητα, τόσο ζεν ματιά στα πράγματα, τόση καθημερινή ποίηση (τα ποιήματα άλλωστε που γράφει ο ήρωας εμφανίζονται στην οθόνη), τόσο φιλοσοφική προσέγγιση, που για μένα μοιάζει να απογειώνεται, δημιουργώντας έναν σπάνιο ύμνο στο συνηθισμένο, στην κρυμένη ομορφιά της επανάληψης και της καθημερινότητας (που βέβαια συνεπικουρείται από έναν έρωτα).
Κάποιοι ίσως βαρεθούν. Προσωπικά μπήκα βαθιά στο τριπ της επανάληψης, του ζεν κοιτάγματος των πραγμάτων, της ποίησης που αναδύεται κυριολεκτικά από το τίποτα. Αν κάτι καταφέρνει εδώ ο Τζάρμους είναι να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτό που ζούμε, όσο τετριμένο κι αν είναι. Φτάνει να έχουμε από κάπου να πιαστούμε (ο ήρωας έχει την ποίηση και μια γυναίκα).
ΥΓ: Προσέξτε το διαρκές παιχνίδι του σκηνοθέτη με τους δίδυμους. Ως εικόνα ή ως έννοια εμφανίζονται με διάφορους τρόπους όλες τις μέρες της εβδομάδας που παρακολουθούμε. Ίσως να είναι μια αναφορά στο "διπλό", το γιν και το γιανγκ ή, ίσως, κάποιο μη καταληπτό παιχνίδι του δημιουργού.
Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2017
ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΔΙΑΦΟΡΑ ΦΤΕΡΑ
Το μυθιστόρημα του βρετανού A.E.W. Mason "Τα Τέσσερα Φτερά" έχει μεταφερθεί στην οθόνη αρκετές φορές από την εποχή του βωβού (5 ή 6 νομίζω). Άλλη μια απόπειρα μεταφοράς του γίνεται το 2002 από τον ινδικής καταγωγής Shekhar Kapur, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει την επιτυχημένη "Elizabeth" με πρωταγωνιστικό ζεύγος τον Χιθ Λετζερ και την Κέιτ Χάντσον. Ωστόσο αυτά εδώ τα "Φτερά" δεν νομίζω ότι φτάνουν την προηγούμενή του ταινία.
Περιπέτεια και δράμα εποχής, το φιλμ μας μεταφέρει στην κοσμοκράτειρα τότε Βρετανία του 1884. Ένας φέρελπις αξιωματικός είναι αραβωνιασμένος και ερωτευμένος με όμορφη κοπέλα. Όταν η μονάδα του στέλνεται για πόλεμο στο Σουδάν, αυτός αρνείται να πάει και παραιτείται από το στράτευμα, πράγμα που αποτελεί τεράστιο σκάνδαλο στους υψηλούς κύκλους της εποχής. Λαμβάνει λοιπόν από τους καλύτερούς του φίλους και την ίδια την κοπέλα του 4 φτερά, ταπεινωτικό σύμβολο δειλίας, και, βέβαια, εκείνη τον χωρίζει. Αυτός, πληγωμένος και κρυφά απ' όλους, πηγαίνει μεταμφιεσμένος στο Σουδάν και ακολουθει τη μονάδα του δίχως να γίνει από κανέναν αντιληπτός, προσπαθώντας να τη βοηθήσει. Οι περιπέτειες δεν σταματάνε εδώ, αλλά συνεχίζονται, περισσότερο αισθηματικές πλέον, με την επιστροφή στην πατρίδα (όχι όλων πάντως).
Βρήκα την ταινία μάλλον αδιάφορη. Νομίζω ότι έπασχε από ρυθμό, ότι τα μέρη της περιπέτειας και του δράματος δεν έδεναν τόσο καλά. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... οι βρετανοί δεν είναι βέβαια οι υπερήφανοι νικητές, κάθε άλλο, αλλά το θέμα του προφανούς ιμπεριαλισμού τους δεν θίγεται. Αντίθετα μας γίνονται συμπαθείς και καλούμαστε μάλλον να συμπάσχουμε για τις απώλειές τους. Αλλά ούτε και το θέμα της "δειλίας" αναλύεται ξεκάθαρα. Η άρνηση του ήρωα να πάει στον πόλεμο (και μάλιστα στου διαόλου τη μάνα) μάλλον δεν παρουσιάζεται ως αντιπολεμική πράξη. Άλλωστε σ' όλο το φιλμ εκείνος παχίζει να ξεπλύνει από πάνω του το στίγμα της δειλίας - και μάλιστα "για την ψυχή του", δίχως δηλαδή να γίνει αντιληπτός από τους πρώην συντρόφους του. Οπότε... μάλλον για "έγκλημα και τιμωρία" μιλάμε, όπου το "έγκλημα" είναι η άρνηση να πάω στην Αφρική και να σκοτώνω ντόπιους για τη δόξα της Αυτοκρατορίας... και στη συνέχεια η προσπάθεια εξιλέωσης. Όσο για τον αντίπαλο άραβα Μαχντί, ελάχιστα δείχνονται και οι προθέσεις της επανάστασής του παραμένουν αδιευκρίνιστες.
Γενικά διέκρινα στο φιλμ ένα είδος "στρατοκαυλίασης", με την έννοια ότι υιοθετεί μάλλον την τότε άποψη των νεαρών αξιωματικών ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να πολεμήσεις (και πιθανόν να πεθάνεις) για την Βασίλισσα και την πατρίδα (έστω και στη μακρινή Αφρική). Δείχνει βέβαια τις τραγικές συνέπειες του πολέμου όταν οι αποδεκατισμένοι "ήρωες" εεπιστρέφουν, αλλά η πίστη στα ιδανικά τους δεν αμφισβητείται. Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω...
Περιπέτεια και δράμα εποχής, το φιλμ μας μεταφέρει στην κοσμοκράτειρα τότε Βρετανία του 1884. Ένας φέρελπις αξιωματικός είναι αραβωνιασμένος και ερωτευμένος με όμορφη κοπέλα. Όταν η μονάδα του στέλνεται για πόλεμο στο Σουδάν, αυτός αρνείται να πάει και παραιτείται από το στράτευμα, πράγμα που αποτελεί τεράστιο σκάνδαλο στους υψηλούς κύκλους της εποχής. Λαμβάνει λοιπόν από τους καλύτερούς του φίλους και την ίδια την κοπέλα του 4 φτερά, ταπεινωτικό σύμβολο δειλίας, και, βέβαια, εκείνη τον χωρίζει. Αυτός, πληγωμένος και κρυφά απ' όλους, πηγαίνει μεταμφιεσμένος στο Σουδάν και ακολουθει τη μονάδα του δίχως να γίνει από κανέναν αντιληπτός, προσπαθώντας να τη βοηθήσει. Οι περιπέτειες δεν σταματάνε εδώ, αλλά συνεχίζονται, περισσότερο αισθηματικές πλέον, με την επιστροφή στην πατρίδα (όχι όλων πάντως).
Βρήκα την ταινία μάλλον αδιάφορη. Νομίζω ότι έπασχε από ρυθμό, ότι τα μέρη της περιπέτειας και του δράματος δεν έδεναν τόσο καλά. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... οι βρετανοί δεν είναι βέβαια οι υπερήφανοι νικητές, κάθε άλλο, αλλά το θέμα του προφανούς ιμπεριαλισμού τους δεν θίγεται. Αντίθετα μας γίνονται συμπαθείς και καλούμαστε μάλλον να συμπάσχουμε για τις απώλειές τους. Αλλά ούτε και το θέμα της "δειλίας" αναλύεται ξεκάθαρα. Η άρνηση του ήρωα να πάει στον πόλεμο (και μάλιστα στου διαόλου τη μάνα) μάλλον δεν παρουσιάζεται ως αντιπολεμική πράξη. Άλλωστε σ' όλο το φιλμ εκείνος παχίζει να ξεπλύνει από πάνω του το στίγμα της δειλίας - και μάλιστα "για την ψυχή του", δίχως δηλαδή να γίνει αντιληπτός από τους πρώην συντρόφους του. Οπότε... μάλλον για "έγκλημα και τιμωρία" μιλάμε, όπου το "έγκλημα" είναι η άρνηση να πάω στην Αφρική και να σκοτώνω ντόπιους για τη δόξα της Αυτοκρατορίας... και στη συνέχεια η προσπάθεια εξιλέωσης. Όσο για τον αντίπαλο άραβα Μαχντί, ελάχιστα δείχνονται και οι προθέσεις της επανάστασής του παραμένουν αδιευκρίνιστες.
Γενικά διέκρινα στο φιλμ ένα είδος "στρατοκαυλίασης", με την έννοια ότι υιοθετεί μάλλον την τότε άποψη των νεαρών αξιωματικών ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να πολεμήσεις (και πιθανόν να πεθάνεις) για την Βασίλισσα και την πατρίδα (έστω και στη μακρινή Αφρική). Δείχνει βέβαια τις τραγικές συνέπειες του πολέμου όταν οι αποδεκατισμένοι "ήρωες" εεπιστρέφουν, αλλά η πίστη στα ιδανικά τους δεν αμφισβητείται. Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω...
Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2017
"PASSENGERS": ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ
Τα τελευταία χρόνια έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες με κάποιον/ους που μένουν ολομόναχοι στο αχανές διάστημα. Ίσως η ιδέα της απόλυτης μοναξιάς να είναι ελκυστική... Το "Passengers" (2016) του νορβηγού Morten Tyldum, ο οποίος, όπως δεκάδες άλλοι ξένοι δημιουργοί, κατοικεί πλέον στο Χόλιγουντ, είναι μια τέτοια ταινία.
Ένα γιγάντιο σκάφος ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη που απέχει 120 χρόνια ταξιδιού από τη γη. Μεταφέρει χιλιάδες κοιμισμένους ανθρώπους, οι οποίοι θα εποικίσουν τον πλανήτη. Από κάποιο λάθος ένας επιβάτης θα ξυπνήσει 90 χρόνια πριν φτάσει στον προορισμό του... και αυτό σημαίνει ότι θα μείνει ολομόναχος στο αχανές σκάφος για ολόκληρη τη ζωή του, συντροφιά με έναν μηχανικό μπάρμαν. Μετά απο μήνες μοναξιάς θα ανακαλύψει μια όμορφη (κοιμωμένη φυσικά) συνεπιβάτιδά του. Θα την ξυπνήσει άραγε για να έχει συντροφιά;
Η ταινία βασίζεται στη χημεία των Τζένιφερ Λόρενς και Κρις Πρατ, οι οποίοι είναι ουσιαστικά οι μοναδικοί (σχεδόν) ηθοποιοί. Νομίζω ότι αυτή αποδεικνύεται πετυχημένη. Φυσικά μιλά (το φιλμ) για την απόλυτη μοναξιά, που λέγαμε και πριν, και κυρίως θέτει ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Αλήθεια, τι θα κάνατε στη θέση του άτυχου ήρωα; Θα "παίρνατε στο λαιμό σας" τη ζωή ενός άλλου, αθώου, ανθρώπου για να μην τρελαθείτε εσείς;
Το πρώτο μέρος λοιπόν χτίζεται γύρω απ' αυτό το δίλημμα και όσα ακολουθούν την απόφαση του - υποχρεωτικά μοναχικού - ήρωα: Η αφόρητη μοναξιά, οι σχέσεις των δύο, το δυνατό ψυχολογικό σασπένς, η αποκάλυψη... Αυτό το πρώτο μέρος λοιπόν το βρήκα όντως καλό και με κράτησε σε αγωνία - ψυχολογικής κυρίως φύσης. Όσο όμως μπαίνουμε πιο βαθιά στο δεύτερο μισό, τα πράγματα χαλάνε (κατά τη γνώμη μου πάντοτε) και σεναριακά η ταινία παραδίδεται σε εξώφθαλμες ευκολίες. Υποτίθεται ότι εδώ "σπιντάρουμε", ότι τίθεται θέμα επιβίωσης, ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος, ότι απαιτείται δράση. Κι εδώ τον προβληματισμό και το ενδιαφέρον κλίμα της αρχής διαδέχονται η δράση, οι ταρζανιές των δύο πρωταγωνιστών, το θέαμα (υποτίθεται, αλλά φτάνει πια. Τέτοιου είδους θέαμα το έχω δει χιλιάδες φορές). Οι οποίοι - άσχετοι επιβάτες, υπενθυμίζω σε μια διαστημική πτήση - επιχειρούν να επισκευάσουν μόνοι τους ένα γιγάντιο (μήκους ενός χιλιομέτρου για την ακρίβεια) διαστημόπλοιο. Φανταστείτε να ταξιδεύετε στην Αμερική με σούπερ τζετ, αυτό να χαλάσει και να κινδυνεύει να συντριβεί κι εσείς, ο επιβάτης, να κληθείτε να... επισκευάσετε τις μηχανές εν πτήσει. Έλεος!
Το ντιζάιν του σκάφους είναι ευφάνταστο, οι εικόνες πειστικές, οι ηθοποιοί καλοί... Βάζω καλό βαθμό στο πρώτο μισό... και μετά παραδίνομαι σε μια ακόμα χολιγουντιανή φούσκα με απίθανες καταστάσεις και δράση, που έχω βαρεθεί να βλέπω στο αμερικάνικο σινεμά. Κρίμα για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.
Ένα γιγάντιο σκάφος ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη που απέχει 120 χρόνια ταξιδιού από τη γη. Μεταφέρει χιλιάδες κοιμισμένους ανθρώπους, οι οποίοι θα εποικίσουν τον πλανήτη. Από κάποιο λάθος ένας επιβάτης θα ξυπνήσει 90 χρόνια πριν φτάσει στον προορισμό του... και αυτό σημαίνει ότι θα μείνει ολομόναχος στο αχανές σκάφος για ολόκληρη τη ζωή του, συντροφιά με έναν μηχανικό μπάρμαν. Μετά απο μήνες μοναξιάς θα ανακαλύψει μια όμορφη (κοιμωμένη φυσικά) συνεπιβάτιδά του. Θα την ξυπνήσει άραγε για να έχει συντροφιά;
Η ταινία βασίζεται στη χημεία των Τζένιφερ Λόρενς και Κρις Πρατ, οι οποίοι είναι ουσιαστικά οι μοναδικοί (σχεδόν) ηθοποιοί. Νομίζω ότι αυτή αποδεικνύεται πετυχημένη. Φυσικά μιλά (το φιλμ) για την απόλυτη μοναξιά, που λέγαμε και πριν, και κυρίως θέτει ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Αλήθεια, τι θα κάνατε στη θέση του άτυχου ήρωα; Θα "παίρνατε στο λαιμό σας" τη ζωή ενός άλλου, αθώου, ανθρώπου για να μην τρελαθείτε εσείς;
Το πρώτο μέρος λοιπόν χτίζεται γύρω απ' αυτό το δίλημμα και όσα ακολουθούν την απόφαση του - υποχρεωτικά μοναχικού - ήρωα: Η αφόρητη μοναξιά, οι σχέσεις των δύο, το δυνατό ψυχολογικό σασπένς, η αποκάλυψη... Αυτό το πρώτο μέρος λοιπόν το βρήκα όντως καλό και με κράτησε σε αγωνία - ψυχολογικής κυρίως φύσης. Όσο όμως μπαίνουμε πιο βαθιά στο δεύτερο μισό, τα πράγματα χαλάνε (κατά τη γνώμη μου πάντοτε) και σεναριακά η ταινία παραδίδεται σε εξώφθαλμες ευκολίες. Υποτίθεται ότι εδώ "σπιντάρουμε", ότι τίθεται θέμα επιβίωσης, ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος, ότι απαιτείται δράση. Κι εδώ τον προβληματισμό και το ενδιαφέρον κλίμα της αρχής διαδέχονται η δράση, οι ταρζανιές των δύο πρωταγωνιστών, το θέαμα (υποτίθεται, αλλά φτάνει πια. Τέτοιου είδους θέαμα το έχω δει χιλιάδες φορές). Οι οποίοι - άσχετοι επιβάτες, υπενθυμίζω σε μια διαστημική πτήση - επιχειρούν να επισκευάσουν μόνοι τους ένα γιγάντιο (μήκους ενός χιλιομέτρου για την ακρίβεια) διαστημόπλοιο. Φανταστείτε να ταξιδεύετε στην Αμερική με σούπερ τζετ, αυτό να χαλάσει και να κινδυνεύει να συντριβεί κι εσείς, ο επιβάτης, να κληθείτε να... επισκευάσετε τις μηχανές εν πτήσει. Έλεος!
Το ντιζάιν του σκάφους είναι ευφάνταστο, οι εικόνες πειστικές, οι ηθοποιοί καλοί... Βάζω καλό βαθμό στο πρώτο μισό... και μετά παραδίνομαι σε μια ακόμα χολιγουντιανή φούσκα με απίθανες καταστάσεις και δράση, που έχω βαρεθεί να βλέπω στο αμερικάνικο σινεμά. Κρίμα για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2017
ΜΙΑ "CATWOMAN" ΑΞΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ
Αν δεν το ξέρατε, ο Pitof (έτσι υπογράφει, σκέτο) είναι γάλλος και πετυχημένος δημιουργός special effects στη δεκαετία του 90. Δυστυχώς από το 2001 περνά και στη σκηνοθεσία με (ευτυχώς αυτό) δύο μόνο ταινίες στο ενεργητικό του. Η δεύτερη ήταν η ανεκδιήγητη "Catwoman" το 2004, με μια Χάλι Μπέρι στον πιθανό χειρότερο ρόλο της.
Η οποία είναι μια ντροπαλή και συνεσταλμένη καλλιτέχνης, που, δυστυχώς γι' αυτήν, δουλεύει σε μεγάλη διαφημιστική με επικεφαλής ένα ζεύγος καθαρμάτων (η γυναίκα, πρώην σούπερ μοντέλο και σούπερ κακιά της ταινίας είναι η Σάρον Στόουν). Ώσπου κάποια στιγμή ανακαλύπτει ένα σκοτεινό μυστικό της εταιρίας και απολύεται. Τότε όμως, υπό την υπερφυσική επίδραση μυστηριώδους γάτας, μεταμορφώνεται σε Catwoman, τουτέστιν σε ένα άγριο θηλυκό, το οποίο όχι μόνο έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, τον χαρακτήρα και το στιλ γάτας (και την αντίστοιχη έντονη σεξουαλικότητα), αλλά διαθέτει πλέον και τις σπέσιαλ ικανότητες των αιλουροειδών. Οπότε είμαστε έτοιμες να πολεμήσουμε το Κακό και να εκδικηθούμε τους Κακούς. Σημειωτέον, η ίδια η Catwoman ισορροπεί ανάμεσα στο "καλό" και την εγκληματικότητα. Αλλά έτσι είναι οι γάτες. Τα ένστικτά τους είναι ανεξέλεγκτα...
Αυτά. Σε ένα φιλμ βεβαίως όπου η αβάσταχτη αφέλεια (μήπως θα ήταν καλύτερα να τη χαρακτηρίσω βλακεία;) βασιλεύει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, τίποτα δεν είναι στοιχειωδώς πιστευτό, όσα συμβαίνουν όχι μόνο δεν με κράτησαν, αλλά με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα, η Χάλι είναι... όπως το λέει το όνομά της στην ερμηνεία της και, όταν μπαίνει το στοιχείο του χιούμορ (συμβαίνει συχνά), κάθε απόπειρα γέλιου παγώνει στα χείλη. Κρίμα στην ωραία αφίσα.
Στην εποχή του το φιλμ είχε κερδίσει πολλά "βατόμουρα". Πριν το δω δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δίκαια τα κέρδισε. Από τις χειρότερες απόπειρες δημιουργίας σούπερηρωικού φιλμ που έχω δει, πήρε τόσο κακές κριτικές (δικαίως), που βγήκε και κάποιο κέρδος: Ο Pitof δεν ξανασκηνοθέτησε έκτοτε!
Η οποία είναι μια ντροπαλή και συνεσταλμένη καλλιτέχνης, που, δυστυχώς γι' αυτήν, δουλεύει σε μεγάλη διαφημιστική με επικεφαλής ένα ζεύγος καθαρμάτων (η γυναίκα, πρώην σούπερ μοντέλο και σούπερ κακιά της ταινίας είναι η Σάρον Στόουν). Ώσπου κάποια στιγμή ανακαλύπτει ένα σκοτεινό μυστικό της εταιρίας και απολύεται. Τότε όμως, υπό την υπερφυσική επίδραση μυστηριώδους γάτας, μεταμορφώνεται σε Catwoman, τουτέστιν σε ένα άγριο θηλυκό, το οποίο όχι μόνο έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, τον χαρακτήρα και το στιλ γάτας (και την αντίστοιχη έντονη σεξουαλικότητα), αλλά διαθέτει πλέον και τις σπέσιαλ ικανότητες των αιλουροειδών. Οπότε είμαστε έτοιμες να πολεμήσουμε το Κακό και να εκδικηθούμε τους Κακούς. Σημειωτέον, η ίδια η Catwoman ισορροπεί ανάμεσα στο "καλό" και την εγκληματικότητα. Αλλά έτσι είναι οι γάτες. Τα ένστικτά τους είναι ανεξέλεγκτα...
Αυτά. Σε ένα φιλμ βεβαίως όπου η αβάσταχτη αφέλεια (μήπως θα ήταν καλύτερα να τη χαρακτηρίσω βλακεία;) βασιλεύει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, τίποτα δεν είναι στοιχειωδώς πιστευτό, όσα συμβαίνουν όχι μόνο δεν με κράτησαν, αλλά με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα, η Χάλι είναι... όπως το λέει το όνομά της στην ερμηνεία της και, όταν μπαίνει το στοιχείο του χιούμορ (συμβαίνει συχνά), κάθε απόπειρα γέλιου παγώνει στα χείλη. Κρίμα στην ωραία αφίσα.
Στην εποχή του το φιλμ είχε κερδίσει πολλά "βατόμουρα". Πριν το δω δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δίκαια τα κέρδισε. Από τις χειρότερες απόπειρες δημιουργίας σούπερηρωικού φιλμ που έχω δει, πήρε τόσο κακές κριτικές (δικαίως), που βγήκε και κάποιο κέρδος: Ο Pitof δεν ξανασκηνοθέτησε έκτοτε!
Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017
ΤΟ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ (ΞΑΝΑ) ΣΤΟ "THUNDER MOUNTAIN"
Οι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε μια σειρά από παλιά γουέστερν (μερικές φορές καταπληκτικά και πολύ ευρύτερου ενδιαφέροντος από απλές περιπέτειες), όταν το είδος ήκμαζε ακόμα, και πολλοί τα αγαπάμε. Ωστόσο η ακμή αυτή του είδους δεν ήταν μόνο ποιοτική, αλλά και ποσοτική. Γυρίζονταν κάποτε πάμπολλα γουέστερν κάθε χρόνο. Τα κλασικά λοιπόν δείγματα του, αυτά που γνωρίζουμε και ανέφερα παραπάνω, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Το ασπρόμαυρο "Thunder Mountain" του 1947, για παράδειγμα, γυρίστηκε από τον Lew Landers (1901-1962), ο οποίος, όπως διαβάζω, υπήρξε ένας από τους παραγωγικότερους και άγνωστους σήμερα σκηνοθέτες - διεκπεραιωτές, που κινήθηκε σε πολλά είδη μεταξύ 30ς και 50ς. Πρόκειται μάλλον για ένα γουέστερν "του σωρού". Όχι με την έννοια ότι είναι υποχρεωτικά κακό, αλλά επειδή δεν έχει κάτι που να το κάνει να ξεχωρίζει.
Ο ήρωας επιστρέφει μετά από χρόνια στην μικρή πόλη του για να βρει το ράντσο του έτοιμο να κατασχεθεί λόγω χρεών. Παρά το ότι καταφέρνει να βρει τα λεφτά, ο σερίφης, σε μυστική συνεργασία με τον πλούσιο ιδιοκτήτη του σαλούν της πόλης, κωλυσιεργεί ώστε να προχωρήσει η κατάσχεση. Βλέπετε ο πλούσιος εποφθαλμιά τη γη του πρωταγωνιστή, η οποία πρόκειται να πάρει μεγάλη αξία. Συγχρόνως βαθύ μίσος χωρίζει τον Μάρβιν (τον ήρωά μας) με γειτονική οικογένεια, με την οποία έχουν παλιές διαφορές. Οι γιοι της τον απειλούν ανοιχτά. Ωστόσο, όπως σιγά - σιγά αποκαλύπτεται, άλλοι είναι υπεύθυνοι και υποδαυλίζουν το μίσος αυτό...
Ο πρωταγωνιστής Tim Holt (επίσης άγνωστός μου) διαβάζω ότι είχε παίξει (μεταξύ άλλων) σε 29 (!) γουέστερν μεταξύ 1947-1952 (!!!). Κάποια τέτοια νούμερα δείχνουν την απίστευτη (ποσοτική) ακμή του είοδους, για την οποία μιλούσαμε παραπάνω. Το συγκεκριμένο φιλμ πάντως μπορεί να βλέπεται σχετικά ευχάριστα, δεν νομίζω όμως ότι διαθέτει κάτι ξεχωριστό. Μια ακόμα περιπέτεια στο Φαρ Ουέστ με φόνους, συμφέροντα, απληστία, απαγορευμένο έρωτα (το κλασικό μοτίβο Ρωμαίου - Ιουλιέτας), σαλούν και αλκοόλ, καλούς και κακούς κλπ. Όσο για την ψυχολογία των ηρώων... αφήστε καλύτερα. Την επομενη στιγμή του θανάτου από πυροβολισμό του αδελφού της, για παράδειγμα, η κοπέλα είναι έτοιμη να ψάξει τον ένοχο, να πιστέψει (ή να μην πιστέψει) τα φαινόμενα, να τρέξει και να δράσει. Ούτε απλό, στοιχειώδες σοκ...
Οι φανατικοί φίλοι των γουέστερν θα διασκεδάσουν. Οι υπόλοιποι, εντάξει, καλά θα περάσουν, αλλά είπα: Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια...
Ο ήρωας επιστρέφει μετά από χρόνια στην μικρή πόλη του για να βρει το ράντσο του έτοιμο να κατασχεθεί λόγω χρεών. Παρά το ότι καταφέρνει να βρει τα λεφτά, ο σερίφης, σε μυστική συνεργασία με τον πλούσιο ιδιοκτήτη του σαλούν της πόλης, κωλυσιεργεί ώστε να προχωρήσει η κατάσχεση. Βλέπετε ο πλούσιος εποφθαλμιά τη γη του πρωταγωνιστή, η οποία πρόκειται να πάρει μεγάλη αξία. Συγχρόνως βαθύ μίσος χωρίζει τον Μάρβιν (τον ήρωά μας) με γειτονική οικογένεια, με την οποία έχουν παλιές διαφορές. Οι γιοι της τον απειλούν ανοιχτά. Ωστόσο, όπως σιγά - σιγά αποκαλύπτεται, άλλοι είναι υπεύθυνοι και υποδαυλίζουν το μίσος αυτό...
Ο πρωταγωνιστής Tim Holt (επίσης άγνωστός μου) διαβάζω ότι είχε παίξει (μεταξύ άλλων) σε 29 (!) γουέστερν μεταξύ 1947-1952 (!!!). Κάποια τέτοια νούμερα δείχνουν την απίστευτη (ποσοτική) ακμή του είοδους, για την οποία μιλούσαμε παραπάνω. Το συγκεκριμένο φιλμ πάντως μπορεί να βλέπεται σχετικά ευχάριστα, δεν νομίζω όμως ότι διαθέτει κάτι ξεχωριστό. Μια ακόμα περιπέτεια στο Φαρ Ουέστ με φόνους, συμφέροντα, απληστία, απαγορευμένο έρωτα (το κλασικό μοτίβο Ρωμαίου - Ιουλιέτας), σαλούν και αλκοόλ, καλούς και κακούς κλπ. Όσο για την ψυχολογία των ηρώων... αφήστε καλύτερα. Την επομενη στιγμή του θανάτου από πυροβολισμό του αδελφού της, για παράδειγμα, η κοπέλα είναι έτοιμη να ψάξει τον ένοχο, να πιστέψει (ή να μην πιστέψει) τα φαινόμενα, να τρέξει και να δράσει. Ούτε απλό, στοιχειώδες σοκ...
Οι φανατικοί φίλοι των γουέστερν θα διασκεδάσουν. Οι υπόλοιποι, εντάξει, καλά θα περάσουν, αλλά είπα: Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια...
Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2017
ΠΟΙΗΣΗ (ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ) ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ
Να τα ξαναπούμε για τον Alejandro Jodorowsky; Ο οποίος είναι χιλιανός μίμος, καλλιτέχνης του κουκλοθέατρου, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος κόμικς, σκηνοθέτης και άλλα; Και το 2016, όταν γυρίζει την εκπληκτική "Ποίηση Χωρίς Τέλος" είναι αισίως 87 ετών; Με λίγες απόλυτα καλτ και ερμητικές ταινίες στο ενεργητικό του από τις δεκαετίες του 70 και του 80 κυρίως, αποφασίζει το 2013 να γυρίσει την αυτοβιογραφία του με τρόπο που μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει, ξεκινώντας από τον "Χορό της Πραγματικότητας", που αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια στην πόλη του, την Τοκοπίγια. Στην "Ποίηση Χωρίς Τέλος", που αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας σχεδιαζόμενης πενταλογίας (!!!), παρακολουθούμε τη νεανική του ηλικία, όταν συγκρούεται με τον αυταρχικό πατέρα του, αρνείται να σπουδάσει γιατρός, αποφασίζει να γίνει ποιητής, φεύγει στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο και μπαίνει στους προχωρημένους κύκλους τής τότε εκεί πρωτοπορίας, γνωρίζοντας ποιητές και ποικίλους άλλους καλλιτέχνες. Ζει ελεύθερα και απορρίπτει κάθε ταμπού και κάθε σύμβαση, πειραματιζόμενος με τον έρωτα, την τέχνη, την ποίηση της ζωής και της καθημερινότητας.
Ναι, όλο αυτό είναι απόλυτα αυτοβιογραφικό. Όσα βλέπουμε (έκπληκτοι) αντανακλούν όντως τα πραγματικά γεγονότα της πολυτάραχης και τοσο γεμάτης ζωής του. Ναι, αλλά το θέμα είναι το πώς δείχνονται όλα αυτά. Ο Jodorowsky υιοθετεί έναν απόλυτα σουρεαλιστικό και οδηγημένο στα άκρα ποιητικό τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, όπου όσα παρακολουθούμε είναι φιλτραρισμένα από το εντελώς προσωπικό του καλλιτεχνικό φίλτρο. Οι εικόνες παρελαύνουν μπροστά μας με εκπληκτική ποικιλία και ευρηματικότητα, από την μητέρα που αντί να μιλά... τραγουδά όπερα μέχρι τους παράδοξους φίλους του καλλιτέχνες που αποτελούν μια αληθινή "αυλή των θαυμάτων" και από την απίστευτη γυναικα με τα κατακόκκινα μαλιά που αποτελεί τον πρώτο του έρωτα μέχρι την φυγή στο Παρίσι με μια... μωβ βάρκα με έναν άνθρωπο - σκελετό στο κατάστρωμα και τις εμφανίσεις του ίδιου του 87χρονου σκηνοθέτη στην ιστορία. Όλα είναι παράδοξα, ενίοτε γκροτέσκα, όλα είναι ποιητικά.
Στο φιλμ ο απίστευτος αυτός δημιουργός προτείνει την "ποίηση πάνω απ' όλα". Ενστερνίζεται μια στάση ζωής που απορρίπτει κάθε πτυχή της πεζής πραγματικότητας και προτείνει τη μετατροπή της σε καθαρή ποίηση με οποιοδήποτε τίμημα. Μια βαθύτατα ρομαντική στάση τελικά, όπου το πρωταρχικό στη ζωή είναι η τέχνη και τίποτα άλλο. Και φυσικά, ανάμεσα σ' όλα αυτά, χλευάζει κάθε καταπιεστική δομή, από αυτή της συμβατικής οικογένειας (ο καταπιεστικός πατέρας, το πνιγηρό σόι) μέχρι το φασισμό και τις (πολλές δυστυχώς) δικτατορίες της Χιλής.
Η ταινία φυσικά, μέσα στις ενίοτε ακραίες της εικόνες και τον διαρκή παροξυσμό της, απευθύνεται σε σχετικά μικρό κοινό σινεφίλ. Προσωπικά με καθήλωσε και την απόλαυσα από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά το ότι αντιλαμβάνομαι πως όλο αυτό το όργιο χρωμάτων και απίστευτων καταστάσεων μπορεί να κουράσει αρκετούς. Αν πάντως αποφασίσετε να δείτε αυτό το εξαιρετικό για μένα φιλμ, δείτε πρώτα το πρώτο του μέρος, τον "Χορό της Πραγματικότητας", που, όπως είπαμε, αφηγείται με τον ίδιο ακριβώς ακραίο τρόπο τα παιδικά του χρόνια.
Ναι, όλο αυτό είναι απόλυτα αυτοβιογραφικό. Όσα βλέπουμε (έκπληκτοι) αντανακλούν όντως τα πραγματικά γεγονότα της πολυτάραχης και τοσο γεμάτης ζωής του. Ναι, αλλά το θέμα είναι το πώς δείχνονται όλα αυτά. Ο Jodorowsky υιοθετεί έναν απόλυτα σουρεαλιστικό και οδηγημένο στα άκρα ποιητικό τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, όπου όσα παρακολουθούμε είναι φιλτραρισμένα από το εντελώς προσωπικό του καλλιτεχνικό φίλτρο. Οι εικόνες παρελαύνουν μπροστά μας με εκπληκτική ποικιλία και ευρηματικότητα, από την μητέρα που αντί να μιλά... τραγουδά όπερα μέχρι τους παράδοξους φίλους του καλλιτέχνες που αποτελούν μια αληθινή "αυλή των θαυμάτων" και από την απίστευτη γυναικα με τα κατακόκκινα μαλιά που αποτελεί τον πρώτο του έρωτα μέχρι την φυγή στο Παρίσι με μια... μωβ βάρκα με έναν άνθρωπο - σκελετό στο κατάστρωμα και τις εμφανίσεις του ίδιου του 87χρονου σκηνοθέτη στην ιστορία. Όλα είναι παράδοξα, ενίοτε γκροτέσκα, όλα είναι ποιητικά.
Στο φιλμ ο απίστευτος αυτός δημιουργός προτείνει την "ποίηση πάνω απ' όλα". Ενστερνίζεται μια στάση ζωής που απορρίπτει κάθε πτυχή της πεζής πραγματικότητας και προτείνει τη μετατροπή της σε καθαρή ποίηση με οποιοδήποτε τίμημα. Μια βαθύτατα ρομαντική στάση τελικά, όπου το πρωταρχικό στη ζωή είναι η τέχνη και τίποτα άλλο. Και φυσικά, ανάμεσα σ' όλα αυτά, χλευάζει κάθε καταπιεστική δομή, από αυτή της συμβατικής οικογένειας (ο καταπιεστικός πατέρας, το πνιγηρό σόι) μέχρι το φασισμό και τις (πολλές δυστυχώς) δικτατορίες της Χιλής.
Η ταινία φυσικά, μέσα στις ενίοτε ακραίες της εικόνες και τον διαρκή παροξυσμό της, απευθύνεται σε σχετικά μικρό κοινό σινεφίλ. Προσωπικά με καθήλωσε και την απόλαυσα από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά το ότι αντιλαμβάνομαι πως όλο αυτό το όργιο χρωμάτων και απίστευτων καταστάσεων μπορεί να κουράσει αρκετούς. Αν πάντως αποφασίσετε να δείτε αυτό το εξαιρετικό για μένα φιλμ, δείτε πρώτα το πρώτο του μέρος, τον "Χορό της Πραγματικότητας", που, όπως είπαμε, αφηγείται με τον ίδιο ακριβώς ακραίο τρόπο τα παιδικά του χρόνια.
Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2017
"DAWN OF THE DEAD" : ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΡΟΜΕΡΟ
Είχαμε ήδη μπει στην τρίτη δεκαετία μετά τα κλασικά δεύτερα ζόμπι του Ρομέρο, το "Dawn of the Dead" συγκεκριμένα. Στα 2004 για την ακρίβεια ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε Zack Snyder αναλαμβάνει τη διασκευή του πρωτότυπου φιλμ.
Αν θυμάστε η αυθεντική ταινία ήταν αυτή που διαδραματιζόταν κυρίως σε ένα εμπορικό κέντρο. Ο Snyder κρατά την ιστορία, με κάποιες αλλαγές βεβαίως. Καθώς οι άνθρωποι γύρω τους ζομποποιούνται ταχύτατα και η μάστιγα εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, μια ομάδα επιζώντων (μια γυναίκα που μόλις είδε τον άντρα της να δολοφονείται, ένας μαύρος αστυνομικός, ένα νεαρό ζευγάρι με έγκυο γυναίκα κλπ.) καταφεύγουν στο εμπορικό κέντρο της περιοχής, όπου ταμπουρώνονται. Οι σχέσεις με τους σεκιουριτάδες του κέντρου είναι μάλλον περίεργες και περνούν από διάφορες φάσεις. Κάποια στιγμή πάντως αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να δραπετεύσουν από εκεί, καθώς είναι αδύνατο να μείνουν για πάντα, και καταστρώνουν ένα σχέδο διαφυγής, περνώντας μέσα από τις ορδές ζόμπι που τους πολιορκούν.
Η ταινία, πρέπει να πω, δεν είναι κακή - για ριμέικ τουλάχιστον. Και η αγωνία υπάρχει και ο ρυθμός, οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ετερόκλητων επιζώντων δίνονται αρκετά καλά και γενικά το πράγμα κυλά ευχάριστα (ευχάριστα για κλειστοφοβική ταινία τρόμου βεβαίως). Ο πρωτοεμαφνιζόμενος σκηνοθέτης και μετάπειτα μπλογκμπαστεράς, εδώ μάλλον τα κατάφερε. Ίσως δεν έχει τόσο έντονα το σαρκαστικό / καταγγελτικό στοιχείο του Ρομέρο, αλλά πάντως κάποια συμπεράσματα βγαίνουν: Οι άνθρωποι είναι ικανοί να φαγώνονται μεταξύ τους μέχρι την εντελώς τελευταία στιγμή. Κι αν ομονοούν προσωρινά, είναι μόνο όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι και παίζεται πλέον η ίδια η επιβίωση. Πάντως - για τους φίλους του τρόμου μιλώ φυσικά - πριν ψάξετε για συμπεράσματα, καλύτερα να αφεθείτε να "απολαύσετε" το σπλάτερ σε συνδυασμό με κάποιο (λίγο) χιούμορ, την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το παιχνίδι του "ποιος ζει και ποιος πεθαίνει".
Συνολικά το θεωρώ καλή προσπάθεια. Την οποία όμως, βεβαίως, έχουμε ξαναδεί. Έτσι, όπως κάθε ριμέικ, πάσχει εξ ορισμού από έλλειψη πρωτοτυπίας. Γιατί τόση μανία επιτέλους να ξαναφτιάχνουν κλασικές ή μη ταινίες; Προφανώς η πρώτη απάντηση που αυθόρμητα έρχεται στο νου είναι η έλλειψη έμπνευσης. Κρίμα...
Αν θυμάστε η αυθεντική ταινία ήταν αυτή που διαδραματιζόταν κυρίως σε ένα εμπορικό κέντρο. Ο Snyder κρατά την ιστορία, με κάποιες αλλαγές βεβαίως. Καθώς οι άνθρωποι γύρω τους ζομποποιούνται ταχύτατα και η μάστιγα εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, μια ομάδα επιζώντων (μια γυναίκα που μόλις είδε τον άντρα της να δολοφονείται, ένας μαύρος αστυνομικός, ένα νεαρό ζευγάρι με έγκυο γυναίκα κλπ.) καταφεύγουν στο εμπορικό κέντρο της περιοχής, όπου ταμπουρώνονται. Οι σχέσεις με τους σεκιουριτάδες του κέντρου είναι μάλλον περίεργες και περνούν από διάφορες φάσεις. Κάποια στιγμή πάντως αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να δραπετεύσουν από εκεί, καθώς είναι αδύνατο να μείνουν για πάντα, και καταστρώνουν ένα σχέδο διαφυγής, περνώντας μέσα από τις ορδές ζόμπι που τους πολιορκούν.
Η ταινία, πρέπει να πω, δεν είναι κακή - για ριμέικ τουλάχιστον. Και η αγωνία υπάρχει και ο ρυθμός, οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ετερόκλητων επιζώντων δίνονται αρκετά καλά και γενικά το πράγμα κυλά ευχάριστα (ευχάριστα για κλειστοφοβική ταινία τρόμου βεβαίως). Ο πρωτοεμαφνιζόμενος σκηνοθέτης και μετάπειτα μπλογκμπαστεράς, εδώ μάλλον τα κατάφερε. Ίσως δεν έχει τόσο έντονα το σαρκαστικό / καταγγελτικό στοιχείο του Ρομέρο, αλλά πάντως κάποια συμπεράσματα βγαίνουν: Οι άνθρωποι είναι ικανοί να φαγώνονται μεταξύ τους μέχρι την εντελώς τελευταία στιγμή. Κι αν ομονοούν προσωρινά, είναι μόνο όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι και παίζεται πλέον η ίδια η επιβίωση. Πάντως - για τους φίλους του τρόμου μιλώ φυσικά - πριν ψάξετε για συμπεράσματα, καλύτερα να αφεθείτε να "απολαύσετε" το σπλάτερ σε συνδυασμό με κάποιο (λίγο) χιούμορ, την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το παιχνίδι του "ποιος ζει και ποιος πεθαίνει".
Συνολικά το θεωρώ καλή προσπάθεια. Την οποία όμως, βεβαίως, έχουμε ξαναδεί. Έτσι, όπως κάθε ριμέικ, πάσχει εξ ορισμού από έλλειψη πρωτοτυπίας. Γιατί τόση μανία επιτέλους να ξαναφτιάχνουν κλασικές ή μη ταινίες; Προφανώς η πρώτη απάντηση που αυθόρμητα έρχεται στο νου είναι η έλλειψη έμπνευσης. Κρίμα...
Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2017
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ADELINE;
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ταινία "The Age of Adeline" που γύρισε το 2015 ο άγνωστός μου Lee Toland Krieger (είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του). Μια ταινία - σας προειδοποιώ - η οποία, παρά το βασικό για το σενάριο στοιχείο φανταστικού (επιστημονικής φαντασίας μάλλον) που διαθέτει, είναι περισσότερο ένα αισθηματικό φιλμ, αρκετά τρυφερό και, θα έλεγα, ρομαντικό μάλιστα. Διότι όταν η ηρωίδα αφήνεται για πρώτη φορά να ερωτευτεί έναν χαρισματικό άντρα και να ικανοποιήσει επιτέλους τις επιθυμίες της κάποια πράγματα θα πάνε στραβά και ο κίνδυνος να αποκαλυφτεί θα γίνει σεχδόν αναπόφευκτος. Τι θα πράξει τότε;
Η ταινία σεναριακά θυμίζει κάπως το "Man on Earth", πολύ ενδιαφέρον φιλμ με αντίστοιχο θέμα. Ωστόσο αυτή εδώ η Adeline είναι πιο τρυφερή, πιο ευαίσθητη, πιο ρομαντική όπως είπα, ενδιαφέρεται περισσότερο για τον ψυχολογικό κόσμο της ηρωίδας και για την (αδύνατη ουσιαστικά) αισθηματική της ζωή, παρά για άλλα θέματα. Ταυτόχρονα πάντως με κράτησε αρκετά με την σχετική αγωνία που διαθέτει και την βρήκα αρκετά καλογυρισμένη. Έκπληξη η συμμετοχή γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους ρόλους, όπως ο Χάρισον Φορντ και η Έλεν Μπέρστιν.
Δείτε το περισσότερο ως ένα ενδιαφέρον αισθηματικό / δραματικό φιλμ παρά ως ταινία επιστημονικής φαντασίας, παρά το ότι το σενάριο βασίζεται ολόκληρο σε ένα θέμα που ανήκει καθαρά στο χώρο του φανταστικού.
Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2017
"BEST IN SHOW": ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΣΚΥΛΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ
Ένα ψευδοντοκιμαντέρ για... καλλιστεία σκύλων; Ορίστε; Κι όμως. Αυτό είναι το "Best in Show", ένα παντελώς κουφό φιλμ που γύρισε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Christoper Guest το 2000. Ο οποίος εμπλέκεται από το "Saturday Night Live" ως σκηνοθέτης και ηθοποιός έως ηθοποιός στο αμίμητο "This is Spinal Tap" ή στο "Little Shop of Horrors". Συχνά ο τύπος γυρίζει (οπως διαβάζω) mockumentaries, δηλαδή ψευδοντοκιμαντέρ.
Αυτή είναι και η δομή του συγκεκριμένου φιλμ. Υποτίθεται ότι είναι ένα ντοκιμαντέρ που αφορά πέντε ιδιοκτήτες σκύλων που προορίζονται για διάσημα στις ΗΠΑ σχετικά καλλιστεία. Όπου υπάρχουν προκριματικοί, τελική φάση, κριτές κλπ. Ναι, αλλά υπόσχομαι ότι δεν έχετε ξαναδεί τέτοιους ιδιοκτήτες: Από ένα απόλυτα νευρωτικό, σε βαθμό υστερίας, ζευγάρι έως έναν απαστράπτοντα γκέι και τον σύντροφό του, από ένα βαρεμένο με τη φυσική ζωή τύπο, που ονειρεύεται να γίνει... ταριχευτής έως μια λαϊκή, κιτς μεσήλικα γυναίκα και τον άβουλο σύζυγό της και δύο sui generis λεσβίες... Όλοι αυτοί οι απόλυτα ετερόκλητοι τύποι ζουν κυριολεκτικά μόνο για των ποικίλων ρατσών σκύλους τους, το αποκορύφωμα της ζωής τους είναι η συμμετοχή στα καλλιστεία και το απώτερο όνειρό τους η νίκη σ' αυτά! Δεν νομίζω ότι γι' αυτούς υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο εκτός από τα παραπάνω.
Η ταινία, ακολουθώντας το στιλ του ντοκιμαντέρ (δίχως να είναι, οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί), παίρνει συνεντεύξεις από τα ποικίλου στιλ ψώνια ιδιοκτήτες, παρακολουθεί την καθημερινότητά τους (αφιερωμένη φυσικά στο σκυλί τους) και την αναχώρηση του καθενός από τον τόπο του για την πολη όπου γίνονται τα καλλιστεία και, φυσικά, κορυφώνεται στα περίφημα καλλιστεία καθ' εαυτά. Ποιός θα πάρει φέτος το όνειρο-ζωής-έπαθλο;
Στο μεταξύ απολαμβάνουμε μια αμίμητη πραγματικά παρέλαση τόσο απίθανων τύπων, που ίσως δεν έχετε δει ποτέ σε μια και μόνη ταινία, ενώ η απόλυτα υστερική Parker Posey, εξέχουσα ηθοποιός του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, είναι από τις πλέον απολαυστικές στο ρόλο της.
Και είναι καλό όλο αυτό; θα μου πείτε. Κι όμως, είναι τόσο απίθανοι οι χαρακτήρες, που προσωπικά βρήκα τον εαυτό μου να διασκεδάζει απόλυτα. Η ταινία έχει μια περίεργη υπόγεια γοητεία μέσα στο αβάσταχτο κιτς, που με κράτησε και με άφησε με την αίσθηση ότι έχω δει κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Και συγχρόνως κατάφερε να μιλήσει για τις ανθρώπινες εμμονές, εδώ σε βαθμό γελοιότητας, αλλά και τη μελαγχολία που συχνά περιβάλλει τους τόσο εμμονικούς τύπους, οι οποίοι μοιάζουν να μην έχουν τίποτα άλλο στη ζωή τους για να πιαστούν... Για λίγους ίσως, αλλά το συνιστώ ως κάτι εντελώς ασυνήθιστο.
Αυτή είναι και η δομή του συγκεκριμένου φιλμ. Υποτίθεται ότι είναι ένα ντοκιμαντέρ που αφορά πέντε ιδιοκτήτες σκύλων που προορίζονται για διάσημα στις ΗΠΑ σχετικά καλλιστεία. Όπου υπάρχουν προκριματικοί, τελική φάση, κριτές κλπ. Ναι, αλλά υπόσχομαι ότι δεν έχετε ξαναδεί τέτοιους ιδιοκτήτες: Από ένα απόλυτα νευρωτικό, σε βαθμό υστερίας, ζευγάρι έως έναν απαστράπτοντα γκέι και τον σύντροφό του, από ένα βαρεμένο με τη φυσική ζωή τύπο, που ονειρεύεται να γίνει... ταριχευτής έως μια λαϊκή, κιτς μεσήλικα γυναίκα και τον άβουλο σύζυγό της και δύο sui generis λεσβίες... Όλοι αυτοί οι απόλυτα ετερόκλητοι τύποι ζουν κυριολεκτικά μόνο για των ποικίλων ρατσών σκύλους τους, το αποκορύφωμα της ζωής τους είναι η συμμετοχή στα καλλιστεία και το απώτερο όνειρό τους η νίκη σ' αυτά! Δεν νομίζω ότι γι' αυτούς υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο εκτός από τα παραπάνω.
Η ταινία, ακολουθώντας το στιλ του ντοκιμαντέρ (δίχως να είναι, οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί), παίρνει συνεντεύξεις από τα ποικίλου στιλ ψώνια ιδιοκτήτες, παρακολουθεί την καθημερινότητά τους (αφιερωμένη φυσικά στο σκυλί τους) και την αναχώρηση του καθενός από τον τόπο του για την πολη όπου γίνονται τα καλλιστεία και, φυσικά, κορυφώνεται στα περίφημα καλλιστεία καθ' εαυτά. Ποιός θα πάρει φέτος το όνειρο-ζωής-έπαθλο;
Στο μεταξύ απολαμβάνουμε μια αμίμητη πραγματικά παρέλαση τόσο απίθανων τύπων, που ίσως δεν έχετε δει ποτέ σε μια και μόνη ταινία, ενώ η απόλυτα υστερική Parker Posey, εξέχουσα ηθοποιός του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, είναι από τις πλέον απολαυστικές στο ρόλο της.
Και είναι καλό όλο αυτό; θα μου πείτε. Κι όμως, είναι τόσο απίθανοι οι χαρακτήρες, που προσωπικά βρήκα τον εαυτό μου να διασκεδάζει απόλυτα. Η ταινία έχει μια περίεργη υπόγεια γοητεία μέσα στο αβάσταχτο κιτς, που με κράτησε και με άφησε με την αίσθηση ότι έχω δει κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Και συγχρόνως κατάφερε να μιλήσει για τις ανθρώπινες εμμονές, εδώ σε βαθμό γελοιότητας, αλλά και τη μελαγχολία που συχνά περιβάλλει τους τόσο εμμονικούς τύπους, οι οποίοι μοιάζουν να μην έχουν τίποτα άλλο στη ζωή τους για να πιαστούν... Για λίγους ίσως, αλλά το συνιστώ ως κάτι εντελώς ασυνήθιστο.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2017
"ROGUE ONE": Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ SAGA ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ
Η Επανάσταση βρίσκεται σε δεινή θέση. Οι υποστηρικτές της ανακαλύπτουν ότι η ίδια της η ύπαρξη κινδυνεύει από ένα νέο σούπερ όπλο της Αυτοκρατορίας, το εφιαλτικό Death Star, το οποίο μπορεί να καταστρέφει ολόκληρους πλανήτες. Τότε, ένας από τους κατασκευαστές του και πατέρας της ηρωίδας αποκαλύπτει ένα αδύνατο σημείο του. Μια απελπισμένη αποστολή ξεκινά...
Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Προφανώς. Αφού πρόκειται για την 8η (αν δεν κάνω λάθος) ταινία της ατελείωτης πλέον σειράς των Star Wars, τα οποία προφανώς δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ όσο εξακολουθούν να βγάζουν εκατομμύρια. Το 2016 λοιπόν ο Gareth Edwards είναι αυτός που γυρίζει το "Rogue One" με υπότιτλο "A Star Wars Story", για να μην ξεχνιόμαστε και για να το καταλάβει καλά ακόμα και ο πλέον "αμόρφωτος". Όπως αντιλαμβάνεστε από το ειρωνικό ύφος, έχω βαρεθεί τη saga εδώ και πολύ καιρό. Αυτό εδώ, ένα ακόμα από τα prequel της αρχικής τριλογίας των 70'ς - 80'ς, μας μιλά για την προέλευση και κατασκευή του Death Star και για το πώς η πριγκήπισα Λέια είχε τα σχέδια κατασκευής του όταν ξεκίνησαν όλα, πίσω στα μακρινά 1977. Ήταν κάτι που με απασχολούσε χρόνια τώρα, με έκανε να χάνω τον ύπνο μου, μου τριβέλιζε το μυαλό...
Όπως καταλαβαίνετε η γνώμη μου είναι ότι αν δεν είσαι ένας φανατικός της σειράς, δεν νομίζω ότι αξίζει να κάνεις τον κόπο να δεις το φιλμ (και όλα αυτά που θα ακολουθήσουν). Το οποίο, σε ένα μεγάλο μέρος του τουλάχιστον, αναλώνεται σε ατελείωτες διαστημικές μάχες, με άπειρες εκρήξεις και συντριβές σκαφών, ενώ το σενάριο δεν θα τα χαρακτήριζα πλέον ευφάνταστο. Μη νομίζετε ότι θα πλήξετε βεβαίως. Το timing είναι άψογο, η δράση χορταστική και κρατά τον θεατή... Αλοίμονο αν δεν το πετύχαιναν κι αυτό, πράγμα που πετυχαίνουν εδώ και πολλά χρόνια πάμπολλες μέτριες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Αλλά πλέον έχει πάψει προ πολλού να μου αρκεί αυτό. Α, ναι, ξέχασα, υπάρχει και ο ολοζώντανος ψηφιακός Πίτερ Κάσινγκ, νεκρός στον αληθινό κόσμο από το 1994!
Εκείνο που προσωπικά ευχαριστήθηκα είναι η πανδαισία των εξωγήινων τοπίων και πόλεων σε διάφορους πλανήτες, τα οποία βρήκα οπτικά ευφάνταστα, καθώς και κάποιοι διφορούμενοι χαρακτηρες, που κάτι πρόσθεταν στο όλο ξαναζεσταμένο φαγητό. Ωστόσο, ξαναλέω, έχω βαρεθεί αρκετά, κυρίως με το πολύ "πίου - πίου" που κυριαρχεί πλέον στα φιλμ της σειράς. Ας αφήσω το σπορ σε φανατικούς, που, δόξα τω Μαμωνά για τα χολιγουντιανά ταμεία, υπάρχουν άπειροι εκεί έξω. Η Δύναμη μαζί τους!
Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Προφανώς. Αφού πρόκειται για την 8η (αν δεν κάνω λάθος) ταινία της ατελείωτης πλέον σειράς των Star Wars, τα οποία προφανώς δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ όσο εξακολουθούν να βγάζουν εκατομμύρια. Το 2016 λοιπόν ο Gareth Edwards είναι αυτός που γυρίζει το "Rogue One" με υπότιτλο "A Star Wars Story", για να μην ξεχνιόμαστε και για να το καταλάβει καλά ακόμα και ο πλέον "αμόρφωτος". Όπως αντιλαμβάνεστε από το ειρωνικό ύφος, έχω βαρεθεί τη saga εδώ και πολύ καιρό. Αυτό εδώ, ένα ακόμα από τα prequel της αρχικής τριλογίας των 70'ς - 80'ς, μας μιλά για την προέλευση και κατασκευή του Death Star και για το πώς η πριγκήπισα Λέια είχε τα σχέδια κατασκευής του όταν ξεκίνησαν όλα, πίσω στα μακρινά 1977. Ήταν κάτι που με απασχολούσε χρόνια τώρα, με έκανε να χάνω τον ύπνο μου, μου τριβέλιζε το μυαλό...
Όπως καταλαβαίνετε η γνώμη μου είναι ότι αν δεν είσαι ένας φανατικός της σειράς, δεν νομίζω ότι αξίζει να κάνεις τον κόπο να δεις το φιλμ (και όλα αυτά που θα ακολουθήσουν). Το οποίο, σε ένα μεγάλο μέρος του τουλάχιστον, αναλώνεται σε ατελείωτες διαστημικές μάχες, με άπειρες εκρήξεις και συντριβές σκαφών, ενώ το σενάριο δεν θα τα χαρακτήριζα πλέον ευφάνταστο. Μη νομίζετε ότι θα πλήξετε βεβαίως. Το timing είναι άψογο, η δράση χορταστική και κρατά τον θεατή... Αλοίμονο αν δεν το πετύχαιναν κι αυτό, πράγμα που πετυχαίνουν εδώ και πολλά χρόνια πάμπολλες μέτριες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Αλλά πλέον έχει πάψει προ πολλού να μου αρκεί αυτό. Α, ναι, ξέχασα, υπάρχει και ο ολοζώντανος ψηφιακός Πίτερ Κάσινγκ, νεκρός στον αληθινό κόσμο από το 1994!
Εκείνο που προσωπικά ευχαριστήθηκα είναι η πανδαισία των εξωγήινων τοπίων και πόλεων σε διάφορους πλανήτες, τα οποία βρήκα οπτικά ευφάνταστα, καθώς και κάποιοι διφορούμενοι χαρακτηρες, που κάτι πρόσθεταν στο όλο ξαναζεσταμένο φαγητό. Ωστόσο, ξαναλέω, έχω βαρεθεί αρκετά, κυρίως με το πολύ "πίου - πίου" που κυριαρχεί πλέον στα φιλμ της σειράς. Ας αφήσω το σπορ σε φανατικούς, που, δόξα τω Μαμωνά για τα χολιγουντιανά ταμεία, υπάρχουν άπειροι εκεί έξω. Η Δύναμη μαζί τους!
Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017
Ο "ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ" ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΙ
Είναι ο "Εξορκιστής" η τρομακτικότερη ταινία που έγινε ποτέ, όπως πολλοί διατείνονται; Δεν ξέρω. Ξαναβλέποντάς τον όμως μετά από πολλά χρόνια, μπορώ σίγουρα να πω ότι παραμένει μία από τις τρομακτικότερες.
Το 1973 ο William Friedkin βρισκόταν στην αιχμή του δόρατος των νέων τότε και σημαντικών δημιουργών. Τότε λοιπόν φτιάχνει τον θρυλικό "Εξορκιστή", που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του William Peter Blatty, κάνει τεράστια επιτυχία και δημιουργεί την τρομακτικότερη ταινία τουλάχιστον μέχρι τότε. Το φιλμ προκαλεί αληθινό σοκ. Άνθρωποι εγκαταλείπουν έντρομοι την αίθουσα κι άλλοι, πολλοί, λιποθυμούν, ενώ τα φιλμ τρόμου γίνονται για πρώτη φορά μόδα και αποκτούν ευρύτερο κοινό. Σήμερα η ταινία δεν θα προκαλούσε βέβαια τέτοιες ακραίες αντιδράσεις, ως γνωστόν όμως όλα πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της εποχής τους. Όχι, μέχρι τότε ο κόσμος δεν είχε δει τόσο εφιαλτικές μεταμορφώσεις, τόσες εκτοξεύσεις υγρών (σωματικών εννοώ), τόση φρίκη (ανάμικτη με αηδία) κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο. Και όλα αυτά μάλιστα από ένα 12χρονο κοριτσάκι, το οποίο βρίζει ασύστολα, πράγμα ακόμα πιο σοκαριστικό. Κι όλα αυτά σε θρησκευτικό περιτύλιγμα, με σταυρούς, παπάδες, θρησκευτικές τελετές, ζητήματα πίστης... Ναι, σίγουρα το σοκ ήταν απόλυτα δικαιολογημένο το μακρινό 1973, όταν μάλιστα ταινίες τρόμου δεν βγαίνανε στα σινεμά κάθε σαββατοκύριακο όπως τώρα, αλλά ήταν ένα μάλλον σπάνιο είδος.
Ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, κόρη διαζευγμένης και επιτυχημένης ηθοποιού, καταλαμβάνεται από αρχαίο δαίμονα προερχόμενο από τη Μέση Ανατολή. Τόσο η συμπεριφορά, όσο και η εμφάνισή του, αλλάζουν ραγδαία και, μερικές φορές η δύναμή του είναι ανεξέλεγκτη. Ένας ελληνικής καταγωγής μοναχικός παπάς, που έχει χάσει την πίστη του εξ αιτίας της επίπονης ασθένειας της μητέρας του, πείθεται για το δαιμονικό του πράγματος και αναλαμβάνει να εξορκίσει το κοριτσάκι, ακολουθώντας ένα ξεχασμένο τελετουργικό της εκκλησίας. Ένας άλλος, ηληκιωμένος αυτός, παπάς - αρχαιολόγος, που γνωρίζει από δαίμονες, έρχεται να τον βοηθήσει.
Λοιπόν, μπορώ να πω ότι η ταινία παραμένει τρομακτική (όχι ίσως όσο τότε, αλλά...). Ο Φρίντκιν δημιουργεί σταδιακά την εφιαλτική ατμόσφαιρα που επιδιώκει, καθως η εμφανιση και η συμπεριφορά της μικρής Ρίγκαν επιδεινώνονται δραματικά από σκηνή σε σκηνή και στη μικρή παύει να υπάρχει οτιδήποτε αθώο. Τα φριχτά λόγια που ξεστομίζει (με τρομαχτική, αλλοιωμένη φωνή) διαθέτουν τόσο σεξουαλικό όσο και (αντι)θρησκευτικό περιεχόμενο. Τελικά ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η καρδιά του χτυπά γρηγορότερα και τα μάτια του είναι μισόκλειστα γιατί δεν ξέρουν τι θα αντικρύσουν αυτή τη φορά κάθε βασανιστική στιγμή που η κάμερα μας οδηγεί ξανά στο εφιαλτικό δωμάτιο όπου η δαιμονισμένη κρατείται δεμένη. Και βέβαια το τέλος δεν "χαρίζει κάστανα" σε κανέναν. Κάποιοι από τους βασικούς ήρωες θα χαθούν στον αγώνα ενάντια στο δαίμονα.
Δείτε το αν δεν το έχετε ήδη και οπωσδήποτε σκεφτείτε την εποχή του. Και μαεστρικά τρομακτικό παραμένει και επηρέασε όσο δεν παίρνει πλήθος άλλες ταινίες του είδους. Ελπίζω μόνο να μη λιποθυμήσετε...
ΥΓ: Ιδεολογικά ίσως παραμένει συντηρητικό. Η χαμένη πίστη του ήρωα ξανάρχεται, καθώς αποδεικνύεται περίτρανα ότι και δαιμοονισμένοι υπάρχουν και η πανάρχαιη τελετουργία έχει ακόμα ισχύ. Με βαρύ τίμημα βεβαίως...
Το 1973 ο William Friedkin βρισκόταν στην αιχμή του δόρατος των νέων τότε και σημαντικών δημιουργών. Τότε λοιπόν φτιάχνει τον θρυλικό "Εξορκιστή", που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του William Peter Blatty, κάνει τεράστια επιτυχία και δημιουργεί την τρομακτικότερη ταινία τουλάχιστον μέχρι τότε. Το φιλμ προκαλεί αληθινό σοκ. Άνθρωποι εγκαταλείπουν έντρομοι την αίθουσα κι άλλοι, πολλοί, λιποθυμούν, ενώ τα φιλμ τρόμου γίνονται για πρώτη φορά μόδα και αποκτούν ευρύτερο κοινό. Σήμερα η ταινία δεν θα προκαλούσε βέβαια τέτοιες ακραίες αντιδράσεις, ως γνωστόν όμως όλα πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της εποχής τους. Όχι, μέχρι τότε ο κόσμος δεν είχε δει τόσο εφιαλτικές μεταμορφώσεις, τόσες εκτοξεύσεις υγρών (σωματικών εννοώ), τόση φρίκη (ανάμικτη με αηδία) κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο. Και όλα αυτά μάλιστα από ένα 12χρονο κοριτσάκι, το οποίο βρίζει ασύστολα, πράγμα ακόμα πιο σοκαριστικό. Κι όλα αυτά σε θρησκευτικό περιτύλιγμα, με σταυρούς, παπάδες, θρησκευτικές τελετές, ζητήματα πίστης... Ναι, σίγουρα το σοκ ήταν απόλυτα δικαιολογημένο το μακρινό 1973, όταν μάλιστα ταινίες τρόμου δεν βγαίνανε στα σινεμά κάθε σαββατοκύριακο όπως τώρα, αλλά ήταν ένα μάλλον σπάνιο είδος.
Ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, κόρη διαζευγμένης και επιτυχημένης ηθοποιού, καταλαμβάνεται από αρχαίο δαίμονα προερχόμενο από τη Μέση Ανατολή. Τόσο η συμπεριφορά, όσο και η εμφάνισή του, αλλάζουν ραγδαία και, μερικές φορές η δύναμή του είναι ανεξέλεγκτη. Ένας ελληνικής καταγωγής μοναχικός παπάς, που έχει χάσει την πίστη του εξ αιτίας της επίπονης ασθένειας της μητέρας του, πείθεται για το δαιμονικό του πράγματος και αναλαμβάνει να εξορκίσει το κοριτσάκι, ακολουθώντας ένα ξεχασμένο τελετουργικό της εκκλησίας. Ένας άλλος, ηληκιωμένος αυτός, παπάς - αρχαιολόγος, που γνωρίζει από δαίμονες, έρχεται να τον βοηθήσει.
Λοιπόν, μπορώ να πω ότι η ταινία παραμένει τρομακτική (όχι ίσως όσο τότε, αλλά...). Ο Φρίντκιν δημιουργεί σταδιακά την εφιαλτική ατμόσφαιρα που επιδιώκει, καθως η εμφανιση και η συμπεριφορά της μικρής Ρίγκαν επιδεινώνονται δραματικά από σκηνή σε σκηνή και στη μικρή παύει να υπάρχει οτιδήποτε αθώο. Τα φριχτά λόγια που ξεστομίζει (με τρομαχτική, αλλοιωμένη φωνή) διαθέτουν τόσο σεξουαλικό όσο και (αντι)θρησκευτικό περιεχόμενο. Τελικά ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η καρδιά του χτυπά γρηγορότερα και τα μάτια του είναι μισόκλειστα γιατί δεν ξέρουν τι θα αντικρύσουν αυτή τη φορά κάθε βασανιστική στιγμή που η κάμερα μας οδηγεί ξανά στο εφιαλτικό δωμάτιο όπου η δαιμονισμένη κρατείται δεμένη. Και βέβαια το τέλος δεν "χαρίζει κάστανα" σε κανέναν. Κάποιοι από τους βασικούς ήρωες θα χαθούν στον αγώνα ενάντια στο δαίμονα.
Δείτε το αν δεν το έχετε ήδη και οπωσδήποτε σκεφτείτε την εποχή του. Και μαεστρικά τρομακτικό παραμένει και επηρέασε όσο δεν παίρνει πλήθος άλλες ταινίες του είδους. Ελπίζω μόνο να μη λιποθυμήσετε...
ΥΓ: Ιδεολογικά ίσως παραμένει συντηρητικό. Η χαμένη πίστη του ήρωα ξανάρχεται, καθώς αποδεικνύεται περίτρανα ότι και δαιμοονισμένοι υπάρχουν και η πανάρχαιη τελετουργία έχει ακόμα ισχύ. Με βαρύ τίμημα βεβαίως...
Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2017
"THOROUGHLY MODERN MILLIE" Ή ΑΝ Ο ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ
Βρσκόμαστε στη Νέα Υόρκη του 1922. Η Μίλι, επαρχιώτισα ταπεινής καταγωγής, έχει εγκατασαθεί στη μεγάλη πόλη, ασπάζεται απόλυτα τον μοντέρνο τρόπο ζωής - οτιδήποτε της μόδας γενικότερα, θέλει να δουλέψει ως δακτυλογράφος με απώτερο όνειρο να παντρευτεί το... αφεντικό της και να πιάσει έτσι την καλή... και ο έρωτας είναι γι' αυτή κάτι αδιάφορο και παλιομοδίτικο . Η νέα συγκάτοικός της στο "ξενοδοχείο για μόνα νεαρά κορίτσια" είναι μια λίγο ονειροπαρμένη χαριτωμένη κοπέλα, πιο ρομαντική αυτή, που αναζητά τον έρωτα και ποθεί να γίνει ηθοποιός. Η Μίλι ερωτευεται όντως το αφεντικό της όταν πιάνει δουλειά ως δακτυλογράφος, αυτός όμως δεν της δίνει την παραμικρή σημασία και της συμπεριφέρεται όπως ακριβώς στους άντρες εργαζόμενους. Εκείνη με τη σειρά της δεν δίνει σημασία σε περίεργο νεαρό που την πολιορκεί επίμονα.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ρομαντική κομεντί / μιούζικαλ "Thoroughly Modern Millie" ("Γλυκειά μου Μίλι" στην Ελλάδα), που γύρισε το 1967 ο George Roy Hill (1921-2002), με τη Τζούλι Άντριους στον βασικό ρόλο, που τραγουδά και πολλά από τα τραγούδια. Και βέβαια πρόκειται για χαριτωμένο φιλμ, αν αντέχετε όλα αυτά, όλες τις σεναριακές απιθανότητες, όλες τις ευκολίες που μαθηματικά οδηγούν στο πολλαπλό χάπι εντ. Ανάλαφρο, δίχως τον παραμικρό προβληματισμό για τίποτα, βασίζεται σε αισθηματικές παρεξηγήσεις ή/και ανατροπές, διακόπτεται από επιτυχημένα στην εποχή τους τραγούδια, έχει ανέβει βέβαια και στη σκηνή και ίσως κάνει χλιαρή κριτική στην άνευ όρων παράδοση στις κάθε λογής μόδες ή κοινωνικές τάσεις, ακόμα και στη σχετικά αυξημένη σεξουαλική ελευθεριότητα της εποχής. Παράδοση που γίνεται δίχως σκέψη ή ιδεολογία, απλώς επειδή είναι του συρμού. Με σημερινούς όρους η Μίλι είναι επίσης ένα είδος fashion victim.
Προφανώς η σεναριακή αφέλεια είναι δεδομένη - και συνειδητή - και οι κοινωνικές καταστάσεις (οι κεραυνοβόλοι έρωτες ανάμεσα σε παντελώς διαφορετικής τάξης άτομα, η απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας πολλών από τους ήρωες, τα όνειρα που με θαυμαστό τρόπο γίνονται πραγματικότητα - αν και όχι από εκεί που τα περιμένεις, ο εντελώς καρικατουρίστικος ρόλος της Muzzy, που τα κάνει όλα και συμφέρει) εντελώς απίθανες. Βλέποντας ταινίες σαν αυτή καταλαβαίνουμε αμέσως τις πηγές έμπνευσης του δικού μας Δαλιανίδη, που δρούσε αυτή ακριβώς την εποχή και μετέφερε τέτοιου στιλ ιστορίες στα καθ' ημάς.
Είπαμε, βλέπεται ευχάριστα και παντελώς ανώδυνα, ίσως κάποιοι που νοσταλγούν τα παλιά περάσουν καλά, προσωπικά πάντως δεν είναι από τα αγαπημένα μου παλιά φιλμ. Κι ας προσπαθεί όσο μπορεί να είναι feelgood.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ρομαντική κομεντί / μιούζικαλ "Thoroughly Modern Millie" ("Γλυκειά μου Μίλι" στην Ελλάδα), που γύρισε το 1967 ο George Roy Hill (1921-2002), με τη Τζούλι Άντριους στον βασικό ρόλο, που τραγουδά και πολλά από τα τραγούδια. Και βέβαια πρόκειται για χαριτωμένο φιλμ, αν αντέχετε όλα αυτά, όλες τις σεναριακές απιθανότητες, όλες τις ευκολίες που μαθηματικά οδηγούν στο πολλαπλό χάπι εντ. Ανάλαφρο, δίχως τον παραμικρό προβληματισμό για τίποτα, βασίζεται σε αισθηματικές παρεξηγήσεις ή/και ανατροπές, διακόπτεται από επιτυχημένα στην εποχή τους τραγούδια, έχει ανέβει βέβαια και στη σκηνή και ίσως κάνει χλιαρή κριτική στην άνευ όρων παράδοση στις κάθε λογής μόδες ή κοινωνικές τάσεις, ακόμα και στη σχετικά αυξημένη σεξουαλική ελευθεριότητα της εποχής. Παράδοση που γίνεται δίχως σκέψη ή ιδεολογία, απλώς επειδή είναι του συρμού. Με σημερινούς όρους η Μίλι είναι επίσης ένα είδος fashion victim.
Προφανώς η σεναριακή αφέλεια είναι δεδομένη - και συνειδητή - και οι κοινωνικές καταστάσεις (οι κεραυνοβόλοι έρωτες ανάμεσα σε παντελώς διαφορετικής τάξης άτομα, η απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας πολλών από τους ήρωες, τα όνειρα που με θαυμαστό τρόπο γίνονται πραγματικότητα - αν και όχι από εκεί που τα περιμένεις, ο εντελώς καρικατουρίστικος ρόλος της Muzzy, που τα κάνει όλα και συμφέρει) εντελώς απίθανες. Βλέποντας ταινίες σαν αυτή καταλαβαίνουμε αμέσως τις πηγές έμπνευσης του δικού μας Δαλιανίδη, που δρούσε αυτή ακριβώς την εποχή και μετέφερε τέτοιου στιλ ιστορίες στα καθ' ημάς.
Είπαμε, βλέπεται ευχάριστα και παντελώς ανώδυνα, ίσως κάποιοι που νοσταλγούν τα παλιά περάσουν καλά, προσωπικά πάντως δεν είναι από τα αγαπημένα μου παλιά φιλμ. Κι ας προσπαθεί όσο μπορεί να είναι feelgood.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 02, 2017
"LA LA LAND" Ή Η ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ
Προφανώς ο Damien Chazelle έχει πάθος με τη τζαζ. Στο "Whirplash" (Χωρίς Μέτρο) μιλούσε για ένα νεαρό παθιασμένο τζαζ ντράμερ. Στο "La La Land" του 2016 ο ήρωας είναι ένας εξ ίσου παθιασμέος με τη τζαζ πιανίστας, που το όνειρό του είναι να αποκτήσει δικό του τζαζ κλαμπ, όπου θα μπορεί να παίζει ό,τι θέλει, δίχως εμπορικές παραχωρήσεις. Φυσικά το "La La Land" δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κυρίως η επιστροφή του καθαρού μιουζικαλ, είδους βεβαίως που πλέον έχει πάψει προ πολλού να ανθεί, και μάλιστα επιστροφή με πολύ καλό τρόπο.
Η ιστορία είναι απλή, όπως συνήθως στα παλιά, κλασικά μιούζικαλ. Εκείνος είπαμε τι είναι, εκείνη δουλεύει σερβιτόρα και τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν, γιατί το όνειρό της είναι να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Άλλωστε η πόλη είναι το Λος Άντζελες, δίπλα στη βιομηχανία των ονείρων. Ερωτεύονται, ζουν μαζί στερημένα κυνηγώντας τις φιλοδοξίες τους, αναγκάζονται να κάνουν τις απαιτούμενες παραχωρήσεις και τελικά... ας μη σας αποκαλύψω το "τελικά".
Η πρώτη κιόλας σκηνή με το ατελείωτο μποτιλιάρισμα, που μετατρέπεται σε έξοχο χορευτικό, προδιαθέτει απόλυτα θετικά. Από εκεί και πέρα τα μουσικοχορευτικά νούμερα ακολουθούν το ένα το άλλο, μερικά χορευτικά είναι υπέροχα, τα χρώματα είναι έντονα, η εικόνα παλιομοδίτικα σινεμασκόπ (γι' αυτό αξίζει να το δείτε σε κινηματογράφο), ο ρομαντισμός ακολουθείται από συγκίνηση, όνειρα πραγματώνονται και άλλα πεθαίνουν...
Δεν είναι φυσικά η απλή σχετικά ιστορία που κάνει το φιλμ πετυχημένο. Είναι κυρίως η υπέροχη εικόνα, μερικά πολύ καλά νούμερα, η άψογη χημεία των πολύ καλών Ράιαν Γκόσλινγκ και Έμμα Στόουν, τα ονειρικά χρώματα που λέγαμε, η όλη ευφορική διάθεση, τα τραγούδια, η οπτική απόλαυση... και άλλα που θα βρείτε εσείς. Γενικά η πετυχημένη αναβίωση ενός περίπου νεκρού είδους (σπανιότατα μόνο δίνει πλέον καλά δείγματα), με μάλιστα όχι ακριβώς εκμονερνισμένου (όπως στο "All that Jazz" ας πούμε), αλλά με τα απόλυτα παλιά πρότυπα. Τι άλλο να θέλει κανείς;
Είναι αλήθεια ότι κάπου στη μέση κουράστηκα λίγο (πολύ λιγο, μη φοβάστε), το συγκινητικό και ευφάνταστο όμως τελευταίο νούμερο - "έτσι θα θέλαμε να γίνουν τα πράγματα" - απογείωσε το φιλμ και έτσι το τελικό πρόσημο υπήρξε απόλυτα θετικό. Στα συν η αντιπαράθεση της τζαζ με τη μουσική του γκρουπ στο οποίο αναγκάζεται να παίξει ο ήρωας (άψογα εκτελεσμένη μεν, αλλά που ανήκει σε ένα φανκοειδές είδος που, συμπτωματικά, και εγώ βαριέμαι πολύ), αλλά κυρίως η κατάδειξη του σκληρού τιμήματος της δόξας, της εκπλήρωσης των ονείρων τελικά, η οποία εκπλήρωση συνεπάγεται και βαρύ κόστος.
Συνολικά από τις θετικότερες εκπλήξεις του 2016.
Η ιστορία είναι απλή, όπως συνήθως στα παλιά, κλασικά μιούζικαλ. Εκείνος είπαμε τι είναι, εκείνη δουλεύει σερβιτόρα και τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν, γιατί το όνειρό της είναι να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Άλλωστε η πόλη είναι το Λος Άντζελες, δίπλα στη βιομηχανία των ονείρων. Ερωτεύονται, ζουν μαζί στερημένα κυνηγώντας τις φιλοδοξίες τους, αναγκάζονται να κάνουν τις απαιτούμενες παραχωρήσεις και τελικά... ας μη σας αποκαλύψω το "τελικά".
Η πρώτη κιόλας σκηνή με το ατελείωτο μποτιλιάρισμα, που μετατρέπεται σε έξοχο χορευτικό, προδιαθέτει απόλυτα θετικά. Από εκεί και πέρα τα μουσικοχορευτικά νούμερα ακολουθούν το ένα το άλλο, μερικά χορευτικά είναι υπέροχα, τα χρώματα είναι έντονα, η εικόνα παλιομοδίτικα σινεμασκόπ (γι' αυτό αξίζει να το δείτε σε κινηματογράφο), ο ρομαντισμός ακολουθείται από συγκίνηση, όνειρα πραγματώνονται και άλλα πεθαίνουν...
Δεν είναι φυσικά η απλή σχετικά ιστορία που κάνει το φιλμ πετυχημένο. Είναι κυρίως η υπέροχη εικόνα, μερικά πολύ καλά νούμερα, η άψογη χημεία των πολύ καλών Ράιαν Γκόσλινγκ και Έμμα Στόουν, τα ονειρικά χρώματα που λέγαμε, η όλη ευφορική διάθεση, τα τραγούδια, η οπτική απόλαυση... και άλλα που θα βρείτε εσείς. Γενικά η πετυχημένη αναβίωση ενός περίπου νεκρού είδους (σπανιότατα μόνο δίνει πλέον καλά δείγματα), με μάλιστα όχι ακριβώς εκμονερνισμένου (όπως στο "All that Jazz" ας πούμε), αλλά με τα απόλυτα παλιά πρότυπα. Τι άλλο να θέλει κανείς;
Είναι αλήθεια ότι κάπου στη μέση κουράστηκα λίγο (πολύ λιγο, μη φοβάστε), το συγκινητικό και ευφάνταστο όμως τελευταίο νούμερο - "έτσι θα θέλαμε να γίνουν τα πράγματα" - απογείωσε το φιλμ και έτσι το τελικό πρόσημο υπήρξε απόλυτα θετικό. Στα συν η αντιπαράθεση της τζαζ με τη μουσική του γκρουπ στο οποίο αναγκάζεται να παίξει ο ήρωας (άψογα εκτελεσμένη μεν, αλλά που ανήκει σε ένα φανκοειδές είδος που, συμπτωματικά, και εγώ βαριέμαι πολύ), αλλά κυρίως η κατάδειξη του σκληρού τιμήματος της δόξας, της εκπλήρωσης των ονείρων τελικά, η οποία εκπλήρωση συνεπάγεται και βαρύ κόστος.
Συνολικά από τις θετικότερες εκπλήξεις του 2016.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2016
ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΣΤΟ "LIBERTY HEIGHTS"
Βαλτιμόρη 1954-1955. Η αμερικάνικη δεκαετία του 50 μπορεί να έμοιαζε "στιλπνή" και ξένοιαστη, από κάτω όμως πολλά σιγόβραζαν - μάλλον ήταν ετοιμα να εκραγούν. Με λίγα λόγια μια αλλαγή χρειαζόταν επειγόντως. Κάποια στεγανά δεκαετιών ήταν καιρός, επιτέλους, να σπάσουν.
Την Αμερικάνικη κοινωνία την εποχή που ριζικές κοινωνικές αλλαγές αχνοφαίνονται διαπραγματεύεται το "Liberty Heights" που γύρισε ο Barry Levinson το 1999. Και νομίζω ότι πετυχαίνει τον στόχο του.
Το φιλμ παρακολουθεί μια εβραϊκή οικογένεια της Βαλτιμόρης για έναν χρόνο. Ο πατέρας είναι ιδιοκτήτης κλαμπ στη σκηνή του οποίου παρουσιάζονται νούμερα μπουρλέσκ. Οι δύο γιοι είναι έφηβοι. Ο ένας θα ερωτευτεί μια WASP (καθώς πρέπει μεγαλοαστή λευκή και, φυσικά, χριστιανή) και ο άλλος - φευ - μια μαύρη συμμαθήτριά του από καλή οικογένεια, αμφότερα αυστηρά απαγορευμένα. Στο μεταξύ το κλαμπ δεν πάει και πολύ καλά και ο πατέρας - απόλυτα αξιοπρεπής κατά τα άλλα - διοργανώνει εκεί στοιχήματα. Όταν ανοίγεται πολύ, ένας μαύρος μικροέμπορος ναρκωτικών κερδίζει ένα υπέρογκο ποσό και απαιτεί τα κέρδη του...
Οι κοινωνικές αλλαγές που λέγαμε - θετικές ή αρνητικές; Μα βρίσκονται παντού. Ο αντισημιτισμός εισβάλλει στο σχολείο των παιδιών και κάποιοι νεαροί εβραίοι αντιδρούν στον ρατσισμό. Η στενή φιλία του ενός γιου με τη μαύρη συμμαθήτριά του καταρίπτει βέβαια πολλά ταμπού (σημειωτέον ότι εδώ ο ρατσισμός ανθεί εκατέρωθεν, αφού και οι γονείς της κοπέλας αντιδρούν εντελώς αρνητικά στη φιλία - και τον διαφαινομενο έρωτα - με έναν λευκό). Η μικρή μυεί τον φίλο της στη μαύρη μουσική πηγαίνοντάς τον σε μια συναυλία του Τζέιμς Μπράουν (πολύ καλή η σκηνή αυτή) και ο κόσμος του συγκλονισμένου μικρού αλλάζει για πάντα (στη συναυλία το κοινό είναι 99 κόμμα κάτι τοις εκατό μαύρο). Ο άλλος γιος γνωρίζει το σεξ με την πλούσια και ιδιόρυθμη κόρη και τα πάντα είναι διαφορετικά γι' αυτόν (φυσικά και το σεξ ήταν αδιανόητο σε εφηβική ηλικία, βλέπε και τον "Πυρετό στο Αίμα" του Καζάν, που αναφέρεται στην ίδια εποχή). Το μπουρλέσκ στο κλαμπ χάνει την παλιά του αίγλη εξ αιτίας της εισβολής της τηλεόρασης... Ένας κόσμος πεθαίνει, ένας άλλος αναδύεται στη θέση του! Πιο απελευθερωμένος, με τι τίμημα όμως;
Η διάθεση του Λέβινσον δεν είναι νοσταλγική όταν επιστρέφει στη δεκαετία του 50 (διάβασα ότι υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία). Αντίθετα τον ενδιαφέρει να καταγράψει τις αλλαγές που συνέβησαν σε όλα τα επίπεδα - και, συγχρόνως βέβαια, και τα προϋπάρχοντα ασφυκτικά ταμπού - της τόσο σημαντικής αυτής δεκαετίας. Επίσης το χιούμορ δεν λείπει καθόλου από το φιλμ και βρίσκεται σε ισορροπία με τις δραματικές καταστάσεις. Νομίζω ότι μέσα από την ευρεία αυτή ματιά του καταφέρνει αρκετά. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, κατά τη γνώμη μου πάντα, με μια σημαντική κοινωνική ταινία, παρά το κάπως αποσπασματικό της στιλ. Δώστε της μια ευκαιρία.
Την Αμερικάνικη κοινωνία την εποχή που ριζικές κοινωνικές αλλαγές αχνοφαίνονται διαπραγματεύεται το "Liberty Heights" που γύρισε ο Barry Levinson το 1999. Και νομίζω ότι πετυχαίνει τον στόχο του.
Το φιλμ παρακολουθεί μια εβραϊκή οικογένεια της Βαλτιμόρης για έναν χρόνο. Ο πατέρας είναι ιδιοκτήτης κλαμπ στη σκηνή του οποίου παρουσιάζονται νούμερα μπουρλέσκ. Οι δύο γιοι είναι έφηβοι. Ο ένας θα ερωτευτεί μια WASP (καθώς πρέπει μεγαλοαστή λευκή και, φυσικά, χριστιανή) και ο άλλος - φευ - μια μαύρη συμμαθήτριά του από καλή οικογένεια, αμφότερα αυστηρά απαγορευμένα. Στο μεταξύ το κλαμπ δεν πάει και πολύ καλά και ο πατέρας - απόλυτα αξιοπρεπής κατά τα άλλα - διοργανώνει εκεί στοιχήματα. Όταν ανοίγεται πολύ, ένας μαύρος μικροέμπορος ναρκωτικών κερδίζει ένα υπέρογκο ποσό και απαιτεί τα κέρδη του...
Οι κοινωνικές αλλαγές που λέγαμε - θετικές ή αρνητικές; Μα βρίσκονται παντού. Ο αντισημιτισμός εισβάλλει στο σχολείο των παιδιών και κάποιοι νεαροί εβραίοι αντιδρούν στον ρατσισμό. Η στενή φιλία του ενός γιου με τη μαύρη συμμαθήτριά του καταρίπτει βέβαια πολλά ταμπού (σημειωτέον ότι εδώ ο ρατσισμός ανθεί εκατέρωθεν, αφού και οι γονείς της κοπέλας αντιδρούν εντελώς αρνητικά στη φιλία - και τον διαφαινομενο έρωτα - με έναν λευκό). Η μικρή μυεί τον φίλο της στη μαύρη μουσική πηγαίνοντάς τον σε μια συναυλία του Τζέιμς Μπράουν (πολύ καλή η σκηνή αυτή) και ο κόσμος του συγκλονισμένου μικρού αλλάζει για πάντα (στη συναυλία το κοινό είναι 99 κόμμα κάτι τοις εκατό μαύρο). Ο άλλος γιος γνωρίζει το σεξ με την πλούσια και ιδιόρυθμη κόρη και τα πάντα είναι διαφορετικά γι' αυτόν (φυσικά και το σεξ ήταν αδιανόητο σε εφηβική ηλικία, βλέπε και τον "Πυρετό στο Αίμα" του Καζάν, που αναφέρεται στην ίδια εποχή). Το μπουρλέσκ στο κλαμπ χάνει την παλιά του αίγλη εξ αιτίας της εισβολής της τηλεόρασης... Ένας κόσμος πεθαίνει, ένας άλλος αναδύεται στη θέση του! Πιο απελευθερωμένος, με τι τίμημα όμως;
Η διάθεση του Λέβινσον δεν είναι νοσταλγική όταν επιστρέφει στη δεκαετία του 50 (διάβασα ότι υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία). Αντίθετα τον ενδιαφέρει να καταγράψει τις αλλαγές που συνέβησαν σε όλα τα επίπεδα - και, συγχρόνως βέβαια, και τα προϋπάρχοντα ασφυκτικά ταμπού - της τόσο σημαντικής αυτής δεκαετίας. Επίσης το χιούμορ δεν λείπει καθόλου από το φιλμ και βρίσκεται σε ισορροπία με τις δραματικές καταστάσεις. Νομίζω ότι μέσα από την ευρεία αυτή ματιά του καταφέρνει αρκετά. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, κατά τη γνώμη μου πάντα, με μια σημαντική κοινωνική ταινία, παρά το κάπως αποσπασματικό της στιλ. Δώστε της μια ευκαιρία.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 29, 2016
ΖΙΓΚΟΛΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟ "CAST A DARK SHADOW"
Ένα άγνωστο σε μένα και αρκετά αξιολογο παλιό θρίλερ που έτυχε να δω είναι το "Cast a Dark Shadow" που γύρισε το 1955 o Lewis Gilbert, σκηνοθέτης, μεταξύ άλλων, κάποιων παλιότερων Τζέιμς Μποντ. Παλιομοδίτικο ίσως, θα έλεγαν μερικοί, αρκετά ακατάλληλο όμως και σκοτεινό για την εποχή του.
Ένας έξυπνος και αδίστακτος προικοθήρας - ζιγκολό έχει παντρευτεί πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, την οποία δολοφονεί όταν νομίζει ότι εκείνη σκοπεύει να αλλάξει τη διαθήκη της και να μην τον κάνει αποκλειστικό κληρονόμο της. Το επόμενο θύμα του είναι μια όχι τόσο μεγάλη γυναίκα, η οποία όμως αποδεικνύεται πολύ έξυπνη, ανεξάρτητη και κυνική για τα εγκληματικά σχέδιά του. Ο γάμος τους ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον έρωτα και την καχυποψία, την απολαυση και το συμφέρον. Όταν τα πράγματα σκουραίνουν ο ήρωάς μας αρχίζει να προετοιμάζεται για νέο φόνο, καθώς στον οριζοντα εμφανίζεται μια νέα πιθανή νύφη, η τρίτη στο φιλμ...
Όπως καταλαβαίνετε από την ιστορία, η ταινία κάθε άλλο παρά "κατάλληλη για ενηλίκους" είναι. Ειδικά οι αρχικές σκηνές με τον σατανικό ήρωα να χαριεντίζεται και να το παίζει ερωτευμένος με μια σχεδόν γριούλα - κάτι σαν ηλικιωμένη θείτσα - η οποία το απολαμβάνει όσο δεν παίρνει, προκαλούν σχεδόν απέχθεια. Στη συνέχει η σχέση του με τη νέα σύζυγο αποδεικνύεται ιδιαίτερα πολύπλοκη και πολυεπίπεδη, ένα κράμα ερωτικής έλξης και εκατέρωθεν κυνικότητας, όπως προείπαμε. Αυτό και μόνο νομίζω ότι είναι μάλλον σπάνιο για την εποχή. Το τέλος, με την (προβλέψιμη ίσως) ανατροπή και το κρεσέντο που ακολουθεί, είναι επίσης ταιριαστό στο όλο παράξενο κλίμα του φιλμ, στο οποίο νομίζω ότι θα άξιζε να δίνατε μια ευκαιρία, καθώς και τεταμένη ατμόσφαιρα διαθέτει και ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο στα όρια της παράνοιας δολοφόνος είναι ο εξαίρετος βρετανός Ντερκ Μπόγκαρντ, ένας μάλλον νωχελικός, χαλαρός και μπον βιβέρ τύπος, απίστευτα σατανικός όμως μέσα του. Η δεύτερη σύζυγος είναι η Μάργκαρετ Λόκγουντ, ίσως ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας. Σχεδόν "βάρβαρη" και προσβλητική στη συμπεριφορά της, έξυπνη και ταυτόχρονα ανθρώπινη και προσγειωμένη (ήδη τη χαρακτήρισα και κυνική), αποτελεί έναν σπάνιο γυναικείο συνδυασμό.
Συνολικά πρόκειται για ένα από τα καθόλου διάσημα, αλλά αρκετά ενδιαφέροντα παλιά, ασπρόμαυρα θρίλερ.
Ένας έξυπνος και αδίστακτος προικοθήρας - ζιγκολό έχει παντρευτεί πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, την οποία δολοφονεί όταν νομίζει ότι εκείνη σκοπεύει να αλλάξει τη διαθήκη της και να μην τον κάνει αποκλειστικό κληρονόμο της. Το επόμενο θύμα του είναι μια όχι τόσο μεγάλη γυναίκα, η οποία όμως αποδεικνύεται πολύ έξυπνη, ανεξάρτητη και κυνική για τα εγκληματικά σχέδιά του. Ο γάμος τους ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον έρωτα και την καχυποψία, την απολαυση και το συμφέρον. Όταν τα πράγματα σκουραίνουν ο ήρωάς μας αρχίζει να προετοιμάζεται για νέο φόνο, καθώς στον οριζοντα εμφανίζεται μια νέα πιθανή νύφη, η τρίτη στο φιλμ...
Όπως καταλαβαίνετε από την ιστορία, η ταινία κάθε άλλο παρά "κατάλληλη για ενηλίκους" είναι. Ειδικά οι αρχικές σκηνές με τον σατανικό ήρωα να χαριεντίζεται και να το παίζει ερωτευμένος με μια σχεδόν γριούλα - κάτι σαν ηλικιωμένη θείτσα - η οποία το απολαμβάνει όσο δεν παίρνει, προκαλούν σχεδόν απέχθεια. Στη συνέχει η σχέση του με τη νέα σύζυγο αποδεικνύεται ιδιαίτερα πολύπλοκη και πολυεπίπεδη, ένα κράμα ερωτικής έλξης και εκατέρωθεν κυνικότητας, όπως προείπαμε. Αυτό και μόνο νομίζω ότι είναι μάλλον σπάνιο για την εποχή. Το τέλος, με την (προβλέψιμη ίσως) ανατροπή και το κρεσέντο που ακολουθεί, είναι επίσης ταιριαστό στο όλο παράξενο κλίμα του φιλμ, στο οποίο νομίζω ότι θα άξιζε να δίνατε μια ευκαιρία, καθώς και τεταμένη ατμόσφαιρα διαθέτει και ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο στα όρια της παράνοιας δολοφόνος είναι ο εξαίρετος βρετανός Ντερκ Μπόγκαρντ, ένας μάλλον νωχελικός, χαλαρός και μπον βιβέρ τύπος, απίστευτα σατανικός όμως μέσα του. Η δεύτερη σύζυγος είναι η Μάργκαρετ Λόκγουντ, ίσως ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας. Σχεδόν "βάρβαρη" και προσβλητική στη συμπεριφορά της, έξυπνη και ταυτόχρονα ανθρώπινη και προσγειωμένη (ήδη τη χαρακτήρισα και κυνική), αποτελεί έναν σπάνιο γυναικείο συνδυασμό.
Συνολικά πρόκειται για ένα από τα καθόλου διάσημα, αλλά αρκετά ενδιαφέροντα παλιά, ασπρόμαυρα θρίλερ.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 27, 2016
"ARRIIVAL": ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Επιτέλους, σκεπτόμενη επιστημονική φαντασία. Ο εκ Κεμπέκ Denis Villeneuve είναι από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους σκηνοθέτες. Όταν λοιπόν καταπιάνεται για πρώτη φορά με την ΕΦ τα αποτελέσματα, αν μη τι άλλο, δεν είναι εξωγήινα κυνηγητά και κατανάλωση ποπ κορν. Έτσι το "Arrival" του 2016, που βασίζεται στο βραβευμένο διήγημα του Τεντ Τσιανγκ "Η Ιστορία της Ζωής σου", δίνει αρκετή τροφή για σκέψη.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, 12 πελώρια εξωγήινα σκάφη εμφανίζονται και αιωρούνται πάνω από 12 περιοχές της γης - εντελώς τυχαία επιλεγμένες. Μια διακεκριμένη γλωσσολόγος και ένας φυσικός καλούνται να βρουν τρόπους επικοινωνίας με τα επτάποδα όντα που βρίσκονται στο σκάφος των ΗΠΑ (στη Μοντάνα συγκεκριμένα) με άμεσο και κατεπείγοντα σκοπό να ανακαλύψουν τις φιλικές ή εχθρικές τους προθέσεις. Φυσικά από κοντά υπάρχει καλού - κακού πάνοπλος στρατός. Η επικοινωνία κάποια στιγμή κατορθώνεται με αναπάντεχα αποτελέσματα.
Το βασικό θέμα της ταινίας είναι αυτό της "μοίρας". Η ζωή αρχίζει, προχωρά και κάποτε τελειώνει. Ο άνθρωπος ωστόσο από πάντα ήθελε να ξέρει το μέλλον του - ή να μπορεί να το επιλέξει. Είτε αυτό (πιστεύουμε ότι) λέγεται μοίρα (όπως σχηματικά το ονόμασα παραπάνω) είτε θεϊκή πρόθεση είτε τύχη είτε οτιδήποτε άλλο. Από την άλλη υπάρχει η γλωσσολογική θεωρία που πιστεύει ότι η γλώσσα και η δομή της δεν είναι μόνο μέσον επικοινωνίας, αλλά καθορίζει τον ίδιο τον τρόπο σκέψης μας. Αν βάλετε αυτά τα δύο θέματα μαζί θα αγγίξετε την προβληματική του φιλμ. Φοβάμαι ότι οτιδήποτε άλλο γράψω για το θέμα θα είναι spoiler. Από την άλλη η ταινία μιλά για την ηλίθια ανθρώπινη επιθετικότητα και την έλλειψη αλληλεγγύης ακόμα και μπροστά στα πιο μεγάλα προβλήματα και την ανάγκη περισσότερης συνεργασίας. Αυτό πλέον το γνωρίζουμε καλά...
Το φιλμ απέχει μίλα από το είδος ΕΦ που κυριαρχεί στις μέρες μας και στην ουσία είναι action movie με επιστημονικοφανταστικό περιτύλιγμα. Αυτό εδώ είναι σχετικά αργό, απόλυτα υποβλητικό (τόσο τα εξωγήινα σκάφη όσο και τα επτάποδα όντα και ο τρόπος γλωσικής επικοινωνίας που διαθέτουν είναι ευφάνταστα και πρωτότυπα σχεδιασμένα και αποβλέπουν σ' αυτό το υποβλητικό στοιχείο) και καθόλου χιλιοειδωμένο. Δεν βασίζεται στα εφέ (τα οποία υπάρχουν μόνο όσο χρειάζεται) και καθόλου στη δράση. Το φιλμ μας ζητά να σκεφτούμε. Όσο για το τέλος, δεχτείτε το ή απορρίψτε το - και σκεφτείτε τι θα κάνατε εσεις στη θέση της ηρωίδας, ωστόσο η τροφή για σκέψη είναι δεδομένη. Και, επ' ευκαιρία, πολύ καλή η πρωταγωνίστρια Έιμι Άνταμς.
Προσωπικά - και μια και δεν φοβάμαι καθόλου τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αν και η αγωνία υπάρχει - το απόλαυσα. Μικρές αντιρρήσεις για το πολιτικό μέρος της "επιθετικής" Κίνας και των σχετικά "καλύτερων" ΗΠΑ που προσπαθούν να διερευνήσουν περισσότερο τα πράγματα, αλλά θα το ξαναπώ: Συνολικά το απόλαυσα και θα ήθελα περισσότερη τέτοιου είδους ΕΦ.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, 12 πελώρια εξωγήινα σκάφη εμφανίζονται και αιωρούνται πάνω από 12 περιοχές της γης - εντελώς τυχαία επιλεγμένες. Μια διακεκριμένη γλωσσολόγος και ένας φυσικός καλούνται να βρουν τρόπους επικοινωνίας με τα επτάποδα όντα που βρίσκονται στο σκάφος των ΗΠΑ (στη Μοντάνα συγκεκριμένα) με άμεσο και κατεπείγοντα σκοπό να ανακαλύψουν τις φιλικές ή εχθρικές τους προθέσεις. Φυσικά από κοντά υπάρχει καλού - κακού πάνοπλος στρατός. Η επικοινωνία κάποια στιγμή κατορθώνεται με αναπάντεχα αποτελέσματα.
Το βασικό θέμα της ταινίας είναι αυτό της "μοίρας". Η ζωή αρχίζει, προχωρά και κάποτε τελειώνει. Ο άνθρωπος ωστόσο από πάντα ήθελε να ξέρει το μέλλον του - ή να μπορεί να το επιλέξει. Είτε αυτό (πιστεύουμε ότι) λέγεται μοίρα (όπως σχηματικά το ονόμασα παραπάνω) είτε θεϊκή πρόθεση είτε τύχη είτε οτιδήποτε άλλο. Από την άλλη υπάρχει η γλωσσολογική θεωρία που πιστεύει ότι η γλώσσα και η δομή της δεν είναι μόνο μέσον επικοινωνίας, αλλά καθορίζει τον ίδιο τον τρόπο σκέψης μας. Αν βάλετε αυτά τα δύο θέματα μαζί θα αγγίξετε την προβληματική του φιλμ. Φοβάμαι ότι οτιδήποτε άλλο γράψω για το θέμα θα είναι spoiler. Από την άλλη η ταινία μιλά για την ηλίθια ανθρώπινη επιθετικότητα και την έλλειψη αλληλεγγύης ακόμα και μπροστά στα πιο μεγάλα προβλήματα και την ανάγκη περισσότερης συνεργασίας. Αυτό πλέον το γνωρίζουμε καλά...
Το φιλμ απέχει μίλα από το είδος ΕΦ που κυριαρχεί στις μέρες μας και στην ουσία είναι action movie με επιστημονικοφανταστικό περιτύλιγμα. Αυτό εδώ είναι σχετικά αργό, απόλυτα υποβλητικό (τόσο τα εξωγήινα σκάφη όσο και τα επτάποδα όντα και ο τρόπος γλωσικής επικοινωνίας που διαθέτουν είναι ευφάνταστα και πρωτότυπα σχεδιασμένα και αποβλέπουν σ' αυτό το υποβλητικό στοιχείο) και καθόλου χιλιοειδωμένο. Δεν βασίζεται στα εφέ (τα οποία υπάρχουν μόνο όσο χρειάζεται) και καθόλου στη δράση. Το φιλμ μας ζητά να σκεφτούμε. Όσο για το τέλος, δεχτείτε το ή απορρίψτε το - και σκεφτείτε τι θα κάνατε εσεις στη θέση της ηρωίδας, ωστόσο η τροφή για σκέψη είναι δεδομένη. Και, επ' ευκαιρία, πολύ καλή η πρωταγωνίστρια Έιμι Άνταμς.
Προσωπικά - και μια και δεν φοβάμαι καθόλου τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αν και η αγωνία υπάρχει - το απόλαυσα. Μικρές αντιρρήσεις για το πολιτικό μέρος της "επιθετικής" Κίνας και των σχετικά "καλύτερων" ΗΠΑ που προσπαθούν να διερευνήσουν περισσότερο τα πράγματα, αλλά θα το ξαναπώ: Συνολικά το απόλαυσα και θα ήθελα περισσότερη τέτοιου είδους ΕΦ.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2016
"CREEPY": ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ... ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ
O Kiyoshi Kurosawa δεν έχει καμία σχέση με τον μεγάλο συνονόματό του. Είναι ένας γιαπωνέζος δημιουργός (γεννημένος το 1955) που κυρίως ασχολείται με φιλμ τρόμου - με έναν δικό του ή, αν θέλετε, καθαρά γιαπωνέζικο τρόπο, που λίγο μοιάζει με τις αντίστοιχες δυτικές ταινίες. Το 2016 γυρίζει το "Creepy" (Kurîpî: Itsuwari no rinjin ο γιαπωνέζικος τίτλος), φιλμ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με τη φρίκη.
Ένας πρώην αστυνομικός και νυν καθηγητής εγκληματολογίας αναλαμβάνει (σχεδόν με το ζόρι) να ερευνήσει μια παλιά (πριν 6 χρόνια συγκεκριμένα) υπόθεση εξαφάνισης μιας ολόκληρης οικογένειας. Παράλληλα ο γείτονάς του, ένας εμφανώς "περίεργος" τύπος, με έντονη την κοινωνική αδεξιότητα, συμπεριφέρεται όλο και πιο παράξενα απέναντι στη γυναίκα του ντετέκτιβ. Γύρω στα μισά της ταινίας η φρίκη θα αποκαλυφτεί και το μυστήριο του στιλ "who done it" θα μετατραπεί σε καθαρό και "άρρωστο" φιλμ, βασισμένο μεν στο σασπένς, αλλά με τη φρίκη να διογκώνεται, με την εμπλοκή, βεβαίως, ενός σίριαλ κίλερ.
Η ταινία διαθέτει αυτή την καθαρά γιαπωνέζικη "αρρώστια" (θυμηθείτε ταινίες όπως η "Audition" π.χ.) και το βαθύ αστυνομικό μυστήριο, τα "βρώμικα" περιβάλλοντα (η απεικόνιση της γιαπωνέζικης πόλης δεν έχει τίποτα το εξωτικό ή κολακευτικό) και τη σκηνοθετική ματιά στην όλο και μεγαλύτερη αποξένωση του ζεύγους των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε λοιπόν να μου αρέσει - ως ταινία πρωτίστως τρόμου βεβαίως, απ' αυτές που ξεδιπλώνονται αργά και βασανιστικά. Ωστόσο εδώ έρχεται το σενάριο και χαλάει τα πράγματα. Ένα σενάριο που και πολλά λογικά κενά έχει και, κυρίως, βασίζεται ολόκληρο σε μια εξωφρενική κυριολεκτικά συμπτωση, που, πολύ απλά, δεν γίνεται (δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά, αφού θα ήταν το απόλυτο spoiler). Ο Kurosawa αφήνει βεβαίως και μια μικρή πιθανότητα μεταφυσικού (ο δολοφόνος ελέγχει τόσο τις γυναίκες, εστω και με τη βοήθεια φαρμάκων, που σκεπτόμαστε μήπως εκπροσωπεί τη γενική και μεταφυσική έννοια του "Κακού"), αλλά αυτό δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τις σεναριακές αφέλειες που προανέφερα. Είναι και η πολύ μεγάλη διάρκεια (130 λεπτά), οπότε η γνώμη μου για το φιλμ είναι μάλλον αρνητική.
Κρίμα, γιατί ατμόσφαιρα διαθέτει, μ' αυτόν, ξαναλέω, τον τόσο χαρακτηριστικό "απωανατολίτικο" τρόπο που σε κάνει να παγώνεις...
Ένας πρώην αστυνομικός και νυν καθηγητής εγκληματολογίας αναλαμβάνει (σχεδόν με το ζόρι) να ερευνήσει μια παλιά (πριν 6 χρόνια συγκεκριμένα) υπόθεση εξαφάνισης μιας ολόκληρης οικογένειας. Παράλληλα ο γείτονάς του, ένας εμφανώς "περίεργος" τύπος, με έντονη την κοινωνική αδεξιότητα, συμπεριφέρεται όλο και πιο παράξενα απέναντι στη γυναίκα του ντετέκτιβ. Γύρω στα μισά της ταινίας η φρίκη θα αποκαλυφτεί και το μυστήριο του στιλ "who done it" θα μετατραπεί σε καθαρό και "άρρωστο" φιλμ, βασισμένο μεν στο σασπένς, αλλά με τη φρίκη να διογκώνεται, με την εμπλοκή, βεβαίως, ενός σίριαλ κίλερ.
Η ταινία διαθέτει αυτή την καθαρά γιαπωνέζικη "αρρώστια" (θυμηθείτε ταινίες όπως η "Audition" π.χ.) και το βαθύ αστυνομικό μυστήριο, τα "βρώμικα" περιβάλλοντα (η απεικόνιση της γιαπωνέζικης πόλης δεν έχει τίποτα το εξωτικό ή κολακευτικό) και τη σκηνοθετική ματιά στην όλο και μεγαλύτερη αποξένωση του ζεύγους των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε λοιπόν να μου αρέσει - ως ταινία πρωτίστως τρόμου βεβαίως, απ' αυτές που ξεδιπλώνονται αργά και βασανιστικά. Ωστόσο εδώ έρχεται το σενάριο και χαλάει τα πράγματα. Ένα σενάριο που και πολλά λογικά κενά έχει και, κυρίως, βασίζεται ολόκληρο σε μια εξωφρενική κυριολεκτικά συμπτωση, που, πολύ απλά, δεν γίνεται (δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά, αφού θα ήταν το απόλυτο spoiler). Ο Kurosawa αφήνει βεβαίως και μια μικρή πιθανότητα μεταφυσικού (ο δολοφόνος ελέγχει τόσο τις γυναίκες, εστω και με τη βοήθεια φαρμάκων, που σκεπτόμαστε μήπως εκπροσωπεί τη γενική και μεταφυσική έννοια του "Κακού"), αλλά αυτό δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τις σεναριακές αφέλειες που προανέφερα. Είναι και η πολύ μεγάλη διάρκεια (130 λεπτά), οπότε η γνώμη μου για το φιλμ είναι μάλλον αρνητική.
Κρίμα, γιατί ατμόσφαιρα διαθέτει, μ' αυτόν, ξαναλέω, τον τόσο χαρακτηριστικό "απωανατολίτικο" τρόπο που σε κάνει να παγώνεις...
Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2016
ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΤΡΟΜOΣ ΣΤΟ "NEW NIGHMARE"
Ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή: Το 1984 ο Wes Craven (1939-2015) γυρίζει τον "Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες", που έμελλε να γίνει μια από τις εμβληματικότερες ταινίες τρόμου, καθιερώνοντας ταυτόχρονα τη φιγούρα του φριχτού Φρέντι Κρούγκερ, που ερμήνευε ο Robert Englund. Η επιτυχία του φιλμ έφερε 4 συνέχειες, φτιαγμένες από άλλους σκηνοθέτες. Δέκα χρόνια μετά το πρώτο φιλμ, το 1994 δηλαδή, ο Craven ξαναπαίρνει τα ηνία γυρίζοντας ο ίδιος το "New Nightmare", μπερδεύοντας αληθινό και φανταστικό, κινηματογράφο και πραγματικότητα.
Η ηθοποιός - πρωταγωνίστρια του πρώτου και του τρίτου "Εφιάλτη" Heather Longenkamp, ερμηνεύοντας τον βασικό ρόλο της Νάνσι, παίζει τον εαυτό της: Είναι δηλ. η... Heather Longenkamp, που πρωταγωνίστησε στις ταινίες. Διάσημη πλέον, ζει τώρα με τον σύζυγο και τον μικρό της γιο. Όταν τρομακτικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν γύρω της, ο σύζυγος σκοτώνεται και ο γιος δείχνει σημάδια σχιζοφρένειας, πείθεται ότι ο Φρέντι Κρούγκερ των ταινιών υπάρχει όντως και προσπαθεί να εισέλθει στον αληθινό κόσμο. Στο μεταξύ ο Γουές Κρέιβεν (παίζει κι αυτός τον εαυτό του) γράφει μια νέα συνέχεια της σειράς και, όπως φαίνεται, τα αληθινά γεγονότα που συμβαίνουν είναι όμοια με όσα γράφει. Η κοπέλα ζητά βοήθεια από τον... Robert Englund, τον ηθοποιό δηλαδή που ενσάρκωνε τον Φρεντι στα φιλμ. Σύντομα καταλαβαίνει ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το τέρας είναι να ξαναπαίξει το ρόλο της Νάνσι στο φιλμ που ετοιμάζει ο Κρέιβεν!
Όπως καταλαβαίνετε, το ενδιαφέρον στην ταινία αυτή, που την κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους... ξαναζεσταμένους "Εφιάλτες", είναι αυτό το πολύπλοκο αυτοαναφορικό παιχνίδι, οι αναφορές δηλαδή στις ίδιες τις ταινίες της σειράς και στους συντελεστές τους. Έτσι τόσο οι ηθοποιοί Longenkamp και Englund όσο και ο ίδιος ο Κρέιβεν (και κάποιοι άλλοι) παίζουν τους εαυτούς τους, ως συντελεστές του πρώτου φιλμ, το οποίο γίνεται φριχτή πραγματικότητα. Οπότε το όλο concept μπορεί να μας δημιουργήσει σκέψεις για την αλληλεπίδραση πραγματικότητας - φαντασίας ή μάλλον πραγματικού - επινοημένου. Μπορεί η τέχνη να "μπει" στην ίδια τη ζωή και να την αλλάξει; Όχι πλέον με την επαναστατική έννοια, όπως πιστευόταν παλιότερα, ως εκπαιδευτικό - διαφωτιστικό ή/και προπαγανδιστικό εργαλείο, αλλά ως κάτι που διαμορφώνει τη μαζική κουλτούρα, άρα και τον τρόπο που σκεπτόμαστε ή δρούμε.
Πέραν αυτής της έξυπνης επινόησης, στην οποία βασίζεται βεβαίως το φιλμ, παρακολουθούμε μια ακόμα ταινία τρόμου της σειράς των "Εφιαλτών" (την τελευταία), με καλά και αδιάφορα σημεία. Αν είστε φίλοι του είδους μάλλον θα περάσετε καλά. Ωστόσο προσωπικά τη συνιστώ κυρίως για το παιχνίδι που λέγαμε και την εμφάνιση του Γουες, που κρατά βεβαίως βασικό ρόλο.
Η ηθοποιός - πρωταγωνίστρια του πρώτου και του τρίτου "Εφιάλτη" Heather Longenkamp, ερμηνεύοντας τον βασικό ρόλο της Νάνσι, παίζει τον εαυτό της: Είναι δηλ. η... Heather Longenkamp, που πρωταγωνίστησε στις ταινίες. Διάσημη πλέον, ζει τώρα με τον σύζυγο και τον μικρό της γιο. Όταν τρομακτικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν γύρω της, ο σύζυγος σκοτώνεται και ο γιος δείχνει σημάδια σχιζοφρένειας, πείθεται ότι ο Φρέντι Κρούγκερ των ταινιών υπάρχει όντως και προσπαθεί να εισέλθει στον αληθινό κόσμο. Στο μεταξύ ο Γουές Κρέιβεν (παίζει κι αυτός τον εαυτό του) γράφει μια νέα συνέχεια της σειράς και, όπως φαίνεται, τα αληθινά γεγονότα που συμβαίνουν είναι όμοια με όσα γράφει. Η κοπέλα ζητά βοήθεια από τον... Robert Englund, τον ηθοποιό δηλαδή που ενσάρκωνε τον Φρεντι στα φιλμ. Σύντομα καταλαβαίνει ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το τέρας είναι να ξαναπαίξει το ρόλο της Νάνσι στο φιλμ που ετοιμάζει ο Κρέιβεν!
Όπως καταλαβαίνετε, το ενδιαφέρον στην ταινία αυτή, που την κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους... ξαναζεσταμένους "Εφιάλτες", είναι αυτό το πολύπλοκο αυτοαναφορικό παιχνίδι, οι αναφορές δηλαδή στις ίδιες τις ταινίες της σειράς και στους συντελεστές τους. Έτσι τόσο οι ηθοποιοί Longenkamp και Englund όσο και ο ίδιος ο Κρέιβεν (και κάποιοι άλλοι) παίζουν τους εαυτούς τους, ως συντελεστές του πρώτου φιλμ, το οποίο γίνεται φριχτή πραγματικότητα. Οπότε το όλο concept μπορεί να μας δημιουργήσει σκέψεις για την αλληλεπίδραση πραγματικότητας - φαντασίας ή μάλλον πραγματικού - επινοημένου. Μπορεί η τέχνη να "μπει" στην ίδια τη ζωή και να την αλλάξει; Όχι πλέον με την επαναστατική έννοια, όπως πιστευόταν παλιότερα, ως εκπαιδευτικό - διαφωτιστικό ή/και προπαγανδιστικό εργαλείο, αλλά ως κάτι που διαμορφώνει τη μαζική κουλτούρα, άρα και τον τρόπο που σκεπτόμαστε ή δρούμε.
Πέραν αυτής της έξυπνης επινόησης, στην οποία βασίζεται βεβαίως το φιλμ, παρακολουθούμε μια ακόμα ταινία τρόμου της σειράς των "Εφιαλτών" (την τελευταία), με καλά και αδιάφορα σημεία. Αν είστε φίλοι του είδους μάλλον θα περάσετε καλά. Ωστόσο προσωπικά τη συνιστώ κυρίως για το παιχνίδι που λέγαμε και την εμφάνιση του Γουες, που κρατά βεβαίως βασικό ρόλο.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2016
"SOMETHING'S GOTTA GIVE": Η... ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΜΕΝΤΙ
Έχουμε και λέμε: Ο Τζακ Νίκολσον είναι σχεδόν 60άρης εργένης και τα φτιάχνει διαρκώς με πιτσιρίκες, τις οποίες προφανώς θέλει μόνο... γι' αυτό που ξέρετε. Όταν αποσύρονται για ερωτικό γουίκεντ στο εξοχικό της νυν ερωμένης του (κάτω των 30 παρακαλώ), συναντάνε κατά λάθος τη μαμά της (την Νταϊάν Κίτον), θεατρική συγγραφέα. Οι δύο "γέροι" αρχικά αντιπαθούν ο ενας την άλλη, στη συνέχεια ο ήρωας παθαίνει καρδιακή προσβολή και τον τρέχουν στα νοσοκομεία και μετά, για "πρώτη φορά", ερωτεύεται. Τη γυναίκα της ηλικίας του φυσικά. Και ο δεσμός τους περνά διάφορα σκαμπανεβάσματα.
Ενθουσιαστήκατε; Εγώ καθόλου. Όλα αυτά ωστόσο συμβαίνουν στην κομεντί που γύρισε η Nancy Meyers το 2003 "Something's Gotta Give". Και η οποία μπορεί αδίστακτα να θεωρηθεί "γεροντοκομεντί". Εκείνη είναι μόνη ούτε εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό, εκείνος είναι φυσικά ανώριμος, άκαρδος και αντιπαθής και καταναλώνει viagra για να τα βγάλει πέρα με τις μικρές και παθαίνει καρδιακή προσβολή και πρώτη φορά κάνει κάτι με γυναίκα της ηλικίας του... κι όλα αυτά λέγονται και ξαναλέγονται κατά τη διάρκεια του φιλμ και ο νεαρός γιατρός (ο Κιάνου Ριβς) ερωτεύεται κι αυτός παράφορα την σχεδόν ηλικιωμένη κι ας έχει τα μισά της χρόνια... και εν τέλει όλα γίνονται πολύ εύκολα και ανώδυνα. Δεν θα σας πω τι ακριβώς γίνεται, αλλά το μαντεύετε φαντάζομαι.
Κι εγώ έπληξα αφόρητα όσο έβλεπα τους έρωτες γερων - νέων ή γέρων - γέρων και το φιλμ ως κομεντί (ούτως ή άλλως το είδος πολύ σπάνια δίνει πλέον καλά δείγματα) είναι απόλυτα προβλέψιμο και δίχως εκπλήξεις... και γενικά θεώρησα τον Νίκολσον ειδικά έως και κακόγουστο.
Θέλει να μας πει, υποθετω, ότι ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή, ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες ή ότι έρωτας δεν υπάρχει υποχρεωτικά και μόνο στην ομορφιά και τη νεαρή σάρκα ή ότι κάποτε οι παλιμπαιδίζοντες άντρες πρέπει να "σοβαρευτούν" (και να μην είναι άκαρδοι τέλος πάντων) και αλλα τέτοια σημαντικά μηνύματα. ΟΚ.
Δεν ξέρω αν κάποιοι θα διασκεδάσουν με κάποιες αστείες καταστάσεις ή με τους τόσο γνωστούς ηθοποιούς, προσωπικά πάντως, εκτός από βαρεμάρα, ένοιωσα και ένα είδος απέχθειας. Όχι, η ταινία δεν είναι η καλύτερή μου. Το αντίθετο μάλιστα.
Ενθουσιαστήκατε; Εγώ καθόλου. Όλα αυτά ωστόσο συμβαίνουν στην κομεντί που γύρισε η Nancy Meyers το 2003 "Something's Gotta Give". Και η οποία μπορεί αδίστακτα να θεωρηθεί "γεροντοκομεντί". Εκείνη είναι μόνη ούτε εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό, εκείνος είναι φυσικά ανώριμος, άκαρδος και αντιπαθής και καταναλώνει viagra για να τα βγάλει πέρα με τις μικρές και παθαίνει καρδιακή προσβολή και πρώτη φορά κάνει κάτι με γυναίκα της ηλικίας του... κι όλα αυτά λέγονται και ξαναλέγονται κατά τη διάρκεια του φιλμ και ο νεαρός γιατρός (ο Κιάνου Ριβς) ερωτεύεται κι αυτός παράφορα την σχεδόν ηλικιωμένη κι ας έχει τα μισά της χρόνια... και εν τέλει όλα γίνονται πολύ εύκολα και ανώδυνα. Δεν θα σας πω τι ακριβώς γίνεται, αλλά το μαντεύετε φαντάζομαι.
Κι εγώ έπληξα αφόρητα όσο έβλεπα τους έρωτες γερων - νέων ή γέρων - γέρων και το φιλμ ως κομεντί (ούτως ή άλλως το είδος πολύ σπάνια δίνει πλέον καλά δείγματα) είναι απόλυτα προβλέψιμο και δίχως εκπλήξεις... και γενικά θεώρησα τον Νίκολσον ειδικά έως και κακόγουστο.
Θέλει να μας πει, υποθετω, ότι ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή, ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες ή ότι έρωτας δεν υπάρχει υποχρεωτικά και μόνο στην ομορφιά και τη νεαρή σάρκα ή ότι κάποτε οι παλιμπαιδίζοντες άντρες πρέπει να "σοβαρευτούν" (και να μην είναι άκαρδοι τέλος πάντων) και αλλα τέτοια σημαντικά μηνύματα. ΟΚ.
Δεν ξέρω αν κάποιοι θα διασκεδάσουν με κάποιες αστείες καταστάσεις ή με τους τόσο γνωστούς ηθοποιούς, προσωπικά πάντως, εκτός από βαρεμάρα, ένοιωσα και ένα είδος απέχθειας. Όχι, η ταινία δεν είναι η καλύτερή μου. Το αντίθετο μάλιστα.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2016
"Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ" ΩΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΖΩΗΣ
Ένας ναυαγός ξεβράζεται σε ένα ερημικό τροπικό νησί. Αφού καταφέρνει να επιβιώσει αρχικά, φτιάχνει μια μεγάλη σχεδία και μ' αυτή προσπαθεί να φύγει. Κάθε φορά όμως που βγαίνει στα ανοιχτά μια γιγάντια κόκκινη χελώνα καταστρέφει τη σχεδία και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο νησί. Αφού αυτό επαναλαμβάνεται μερικές φορές, ο ναυαγός αναγκάζεται (αρχικά) να συμβιώσει με τη χελώνα, η οποία όμως δεν αργεί να μεταμορφωθεί... Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
"Η Κόκκινη Χελώνα" είναι η πρώτη μη γιαπωνέζικη συμπαραγωγή των περίφημων στούντιο Ghibli του Μιγιαζάκι. Πρόκειται φυσικά για animation και γυρίστηκε από τον ολλανδό Michael Dudok de Wit το 2016, αλλά και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές είναι ευρωπαίοι (σενάριο κλπ.) Η ταινία είναι βωβή (ακούγεται μόνο η όμορφη μουσική του Laurent Perez Del Mar) και έτσι η έλλειψη γλώσσας την καθιστά ακόμα διαχρονικότερη.
Πρόκειται βέβαια για ένα παραμύθι, βαθύτατα συμβολικό όμως και, επί πλέον, ανοιχτό σε ποικίλες αναγνώσεις - και με σχετικά λίγες πινελιές χιούμορ. Νομίζω ότι (δική μου ανάγνωση βεβαίως) έχουμε κυρίως να κάνουμε με μια αλληγορία της ίδιας της ζωής. Η αρχική μοναξιά, το όνειρα της νιότης (η επιθυμία του ήρωα να φύγει μακριά), η δημιουργία οικογένειας, το ρίζωμα σε έναν τόπο, η επιστροφή στη μοναξιά των γηρατειών... Ωστόσο, το είπα και πριν, άλλοι θεατές μπορούν να βρουν άλλους παραλληλισμούς. Και βέβαια τα ερωτήματα παραμένουν: Μήπως όλα δεν βρίσκονται παρά στη φαντασία του ολομόναχου ήρωα; Μήπως μας μιλά για την αντίθεση επιθυμίας - ανάγκης; Μήπως για την πολύπλοκη σχέση του ανθρώπου με τη φύση; Σίγουρα δεν μπορούμε να δώσουμε οριστικές απαντήσεις.
Στο μεταξύ όμως το φιλμ παραμένει απολαυστικό. Η σχεδιαστική γραμμή είναι λιτή και απλή, τα χρώματα όμως μαγευτικά. Η απλότητα της γραμμής βεβαίως δεν αποτελεί εμπόδιο στο να θαυμάσουμε μια σειρά από πανέμορφες, ποιητικές ενίοτε εικόνες. Ίσως σε κάποια σημεία το βρήκα απλοϊκό και κάποιες λύσεις εύκολες, συνολικά όμως όχι μόνο με κράτησε, αλλά και με συγκίνησε επί πλέον. Έχουμε φυσικά να κάνουμε με άλλο ένα εξαιρετο δείγμα ενηλικίωσης της τέχνης του animation, το οποίο μας δίνει εδώ και πολλά χρόνια υπέροχα φιλμ. Οπότε θα συνιστούσα να μην το χάσετε, να αφεθείτε στη μαγεία του και να βρείτε τα δικά σας νοήματα. Και εννοείται ότι δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά!
"Η Κόκκινη Χελώνα" είναι η πρώτη μη γιαπωνέζικη συμπαραγωγή των περίφημων στούντιο Ghibli του Μιγιαζάκι. Πρόκειται φυσικά για animation και γυρίστηκε από τον ολλανδό Michael Dudok de Wit το 2016, αλλά και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές είναι ευρωπαίοι (σενάριο κλπ.) Η ταινία είναι βωβή (ακούγεται μόνο η όμορφη μουσική του Laurent Perez Del Mar) και έτσι η έλλειψη γλώσσας την καθιστά ακόμα διαχρονικότερη.
Πρόκειται βέβαια για ένα παραμύθι, βαθύτατα συμβολικό όμως και, επί πλέον, ανοιχτό σε ποικίλες αναγνώσεις - και με σχετικά λίγες πινελιές χιούμορ. Νομίζω ότι (δική μου ανάγνωση βεβαίως) έχουμε κυρίως να κάνουμε με μια αλληγορία της ίδιας της ζωής. Η αρχική μοναξιά, το όνειρα της νιότης (η επιθυμία του ήρωα να φύγει μακριά), η δημιουργία οικογένειας, το ρίζωμα σε έναν τόπο, η επιστροφή στη μοναξιά των γηρατειών... Ωστόσο, το είπα και πριν, άλλοι θεατές μπορούν να βρουν άλλους παραλληλισμούς. Και βέβαια τα ερωτήματα παραμένουν: Μήπως όλα δεν βρίσκονται παρά στη φαντασία του ολομόναχου ήρωα; Μήπως μας μιλά για την αντίθεση επιθυμίας - ανάγκης; Μήπως για την πολύπλοκη σχέση του ανθρώπου με τη φύση; Σίγουρα δεν μπορούμε να δώσουμε οριστικές απαντήσεις.
Στο μεταξύ όμως το φιλμ παραμένει απολαυστικό. Η σχεδιαστική γραμμή είναι λιτή και απλή, τα χρώματα όμως μαγευτικά. Η απλότητα της γραμμής βεβαίως δεν αποτελεί εμπόδιο στο να θαυμάσουμε μια σειρά από πανέμορφες, ποιητικές ενίοτε εικόνες. Ίσως σε κάποια σημεία το βρήκα απλοϊκό και κάποιες λύσεις εύκολες, συνολικά όμως όχι μόνο με κράτησε, αλλά και με συγκίνησε επί πλέον. Έχουμε φυσικά να κάνουμε με άλλο ένα εξαιρετο δείγμα ενηλικίωσης της τέχνης του animation, το οποίο μας δίνει εδώ και πολλά χρόνια υπέροχα φιλμ. Οπότε θα συνιστούσα να μην το χάσετε, να αφεθείτε στη μαγεία του και να βρείτε τα δικά σας νοήματα. Και εννοείται ότι δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά!
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2016
CAPTAIN FANTASTIC: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ;
Ο Matt Ross είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο το 2016 γυρίζει το "Captain Fantastic", δεύτερη ταινία του ως σκηνοθέτη. Και κάνει ένα φιλμ τουλάχιστον ενδιαφέρον, που μάλιστα δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και συζήτηση.
Η οικογένεια Κας (ζευγάρι με 6 παιδιά 6 έως 17 ετών) έχει επιλέξει έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο ζωής. Ζουν απομονωμένοι στη φύση, στα βουνά για την ακρίβεια, είναι ως επί το πλείστον αυτάρκεις, μαθαίνουν να επιβιώνουν σε άγριες φυσικές συνθήκες (κυνήγι, επικίνδυνες αναρριχήσεις κλπ.), ενώ τα παιδιά εκπαιδεύονται από τους γονείς και μόνο, δίχως να πηγαίνουν σχολείο. Οι Κας είναι επαναστάτες, διανοούμενοι και οραματιστές. Μισούν τον καπιταλισμό, αντιμετωπίζουν την Αμερική και τον πολιτισμό της ως το υπέρτατο κακό, είναι απόλυτα πολιτικοποιημένοι, συζητούν σε υψηλό επίπεδο και δίχως ψέματα, χρησιμοποιώντας μαρξιστικούς, ακόμα και μαοϊκούς όρους και γενικά το πνευματικό επίπεδο ακόμα και των εξάχρονων παιδιών είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο. Όταν η μητέρα πεθαίνει ξεκινούν ένα επικίνδυνο ταξίδι προς τον "πολιτισμό", για να συναντήσουν τους "μισητούς" (βλ. εκπροσώπους του συστήματος) παππούδες τους και να εμποδίσουν την ταφή της μητέρας τους, η οποία επιθυμούσε να αποτεφρωθεί ως βουδίστρια. Πολλά θα συμβούν σ' αυτό το ταξίδι.
Η ταινία είναι δοσμένη ανάλαφρα, με χιούμορ, αλλά και δραματικά σημεία. Επικεντρώνεται στην δραματική επαφή (πρώτη επαφή για τα παιδιά) με τον μισητό "πολιτισμό" και τα όσα επακολουθούν από το σοκ. Βλέπετε, τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα και μορφωμένα από τους συνομηλίκους τους, αλλά πάσχουν από προφανή κοινωνική αδεξιότητα. Εδώ βρίσκεται και η αξία της ταινίας κατά τη γνώμη μου. Ενώ βλέπει με προφανή συμπάθεια την οικογένεια και τον ακραίο πειραματισμό της, την μέχρι τέλους υποταγή στα πιστεύω και τα ιδανικά τους, και ενώ δείχνει να απεχθάνεται τις σύγχρονες "μαζικές", καπιταλιστικές αξίες, συγχρόνως κριτικάρει και αυτή την επαναστατική πλευρά, καταδεικνύοντας ένα είδος φανατισμού και εμμονής - πάντοτε πάντως με χιούμορ - (γιορτή... "Ημέρας Νόαμ Τσόμσκι" κλπ.), φανατισμού που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο πείραμα που λέγαμε, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η (νεκρή) μητέρα είχε αμφισβητήσει το όλο κοινωνικό πείραμα.
Πέραν όλων αυτών των θετικών, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα χάρη στο χιούμορ και το σασπένς του και στον πάντα καλό Βίγκο Μόρτενσεν. Προσωπικά μου τα χάλασε μόνο με το τέλος του, που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε μία "μέσου όρου και ίσων αποστάσεων", καθησυχαστική λύση (η οποία πιθανόν είναι και ανέφικτη) και είναι και αρκετά αψυχολόγητο κατά τη γνώμη μου από το σημείο της επιστροφής των παιδιών (δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler). Αν εξαιρέσουμε αυτή μου την αντίρρηση, η ταινία και απολαυστική είναι και τροφή για πολλή σκέψη προσφέρει. Να λοιπόν που μια αμερικάνικη ταινία μπορεί να μας προκαλέσει προβληματισμό για την φύση και τα προβλήματα της επανάστασης, έστω και με ανάλαφρο τρόπο...
Η οικογένεια Κας (ζευγάρι με 6 παιδιά 6 έως 17 ετών) έχει επιλέξει έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο ζωής. Ζουν απομονωμένοι στη φύση, στα βουνά για την ακρίβεια, είναι ως επί το πλείστον αυτάρκεις, μαθαίνουν να επιβιώνουν σε άγριες φυσικές συνθήκες (κυνήγι, επικίνδυνες αναρριχήσεις κλπ.), ενώ τα παιδιά εκπαιδεύονται από τους γονείς και μόνο, δίχως να πηγαίνουν σχολείο. Οι Κας είναι επαναστάτες, διανοούμενοι και οραματιστές. Μισούν τον καπιταλισμό, αντιμετωπίζουν την Αμερική και τον πολιτισμό της ως το υπέρτατο κακό, είναι απόλυτα πολιτικοποιημένοι, συζητούν σε υψηλό επίπεδο και δίχως ψέματα, χρησιμοποιώντας μαρξιστικούς, ακόμα και μαοϊκούς όρους και γενικά το πνευματικό επίπεδο ακόμα και των εξάχρονων παιδιών είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο. Όταν η μητέρα πεθαίνει ξεκινούν ένα επικίνδυνο ταξίδι προς τον "πολιτισμό", για να συναντήσουν τους "μισητούς" (βλ. εκπροσώπους του συστήματος) παππούδες τους και να εμποδίσουν την ταφή της μητέρας τους, η οποία επιθυμούσε να αποτεφρωθεί ως βουδίστρια. Πολλά θα συμβούν σ' αυτό το ταξίδι.
Η ταινία είναι δοσμένη ανάλαφρα, με χιούμορ, αλλά και δραματικά σημεία. Επικεντρώνεται στην δραματική επαφή (πρώτη επαφή για τα παιδιά) με τον μισητό "πολιτισμό" και τα όσα επακολουθούν από το σοκ. Βλέπετε, τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα και μορφωμένα από τους συνομηλίκους τους, αλλά πάσχουν από προφανή κοινωνική αδεξιότητα. Εδώ βρίσκεται και η αξία της ταινίας κατά τη γνώμη μου. Ενώ βλέπει με προφανή συμπάθεια την οικογένεια και τον ακραίο πειραματισμό της, την μέχρι τέλους υποταγή στα πιστεύω και τα ιδανικά τους, και ενώ δείχνει να απεχθάνεται τις σύγχρονες "μαζικές", καπιταλιστικές αξίες, συγχρόνως κριτικάρει και αυτή την επαναστατική πλευρά, καταδεικνύοντας ένα είδος φανατισμού και εμμονής - πάντοτε πάντως με χιούμορ - (γιορτή... "Ημέρας Νόαμ Τσόμσκι" κλπ.), φανατισμού που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο πείραμα που λέγαμε, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η (νεκρή) μητέρα είχε αμφισβητήσει το όλο κοινωνικό πείραμα.
Πέραν όλων αυτών των θετικών, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα χάρη στο χιούμορ και το σασπένς του και στον πάντα καλό Βίγκο Μόρτενσεν. Προσωπικά μου τα χάλασε μόνο με το τέλος του, που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε μία "μέσου όρου και ίσων αποστάσεων", καθησυχαστική λύση (η οποία πιθανόν είναι και ανέφικτη) και είναι και αρκετά αψυχολόγητο κατά τη γνώμη μου από το σημείο της επιστροφής των παιδιών (δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler). Αν εξαιρέσουμε αυτή μου την αντίρρηση, η ταινία και απολαυστική είναι και τροφή για πολλή σκέψη προσφέρει. Να λοιπόν που μια αμερικάνικη ταινία μπορεί να μας προκαλέσει προβληματισμό για την φύση και τα προβλήματα της επανάστασης, έστω και με ανάλαφρο τρόπο...
Τρίτη, Δεκεμβρίου 20, 2016
"ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ ΚΑΟΥΜΠΟΪ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΙΤΣ ΚΑΙ ΣΙΡΟΠΙΑ
Ο Sidney Pollack (1934-2008) ήταν βεβαίως ένας καλός αμερικανός σκηνοθέτης, με κάμποσες αξιόλογες ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1979 ωστόσο κάνει το "The Electric Horseman" και μας τα χαλάει αρκετά, παρά τους λαμπερούς σταρ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζέιν Φόντα, Βαλερί Περίν).
Πρόκειται για κομεντί με "μηνύματα", αλλά και υπερτονισμένο αισθηματικό μέρος.
Ο ήρωας είναι διάσημος βετεράνος πρωταθλητής του ροντέο, ο οποίος τώρα πλέον έχει καταντήσει να φορά μια... ηλεκτρική καουμπόικη στολή (τουτέστιν στολή με φωτάκια που αναβοσβήνουν!) και να διαφημίζει δημητριακά για πρωινό - έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της εταιρίας. Με την ανεκδιήγητη αυτή εμφάνιση περιοδεύει ανά την Αμερική, πάντοτε με το εξ ίσου διάσημο άλογό του. Βγάζει λεφτά και γυναίκες, αλλά κατά βάθος είναι δυστυχισμένος και, ως εκ τούτου, αλκοολικός. Ώσπου, πριν από μία εμφάνιση στο Λας Βέγκας, η συνείδησή του ξυπνά όταν μαθαίνει ότι η εταιρία δίνει ηρεμιστικά και άλλες ουσίες στο αγαπημένο του άλογο για να είναι ήσυχο στα σόου. Τότε... κλέβει το άλογο (το οποίο, σημειωτέον, είναι μεγάλης οικονομικής αξίας) και μ' αυτό, ως σύγχρονος κάουμπόι, χάνεται στα βουνά. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Μια δαιμόνια, υπερφιλόδοξη και κακομαθημένη δημοσιογράφος ανακαλύπτει τα ίχνη του και του γίνεται κολιτσίδα προκειμένου να του πάρει αποκλειστική συνέντευξη... ενώ οι πάντες τους καταδιώκουν.
Μάλιστα. Στο μεταξύ θα απολαύσετε τον Ρέντφορντ με μεγάλο μουστάκι (νομίζω ότι δεν του πάει καθόλου) σε μια διαρκή μάτσο επίδειξη, ενώ η επαγγελματικά αδίστακτη αρχικά κακομαθημένη κοπέλα κοντά του γνωρίζει την "αληθινή ζωή" και, φυσικά, τον έρωτα, παρά την αρχική τουλάχιστον περιφρόνησή του. Κι εγώ, με τη σειρά μου, βαρέθηκα όσο δεν παίρνει, όχι γιατί ήταν κομεντί, αλλά γιατί τη βρήκα μια ξενέρωτη κομεντί. Έχει βεβαίως και τα φιλοζωικά της μηνύματα - το άλογο παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας - και στρέφεται ενάντια στην εκμετάλλευση των πάντων από τις εταιρίες και τον ευτελισμό κάθε "υψηλού" (αν τέλος πάντων θεωρήσουμε "υψηλό" την γνήσια καουμπόικη ζωή, το ροντέο και το αντριλίκι), μιλά για ένα είδος προσωπικής εξέγερσης που αψηφά τους κανόνες, αλλά... δε νομίζω ότι όλα αυτά δίνονται με νεύρο ώστε να κινήσουν το ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, παρά τα "μηνύματα", που συνήθως απουσιάζουν από τις κομεντί, δεν την βρήκα μια ιδιαίτερα καλή τέτοια, ενώ δεν κατάφερε να με κάνει να χαμογελάσω το χιούμορ της. Και παίζει επικίνδυνα με το κιτς...
Α, για τους φίλους της κάντρι: Σε αρκετά σημαντικό δεύτερο ρόλο παίζει ο ίδιος ο Γουίλι Νέλσον.
Πρόκειται για κομεντί με "μηνύματα", αλλά και υπερτονισμένο αισθηματικό μέρος.
Ο ήρωας είναι διάσημος βετεράνος πρωταθλητής του ροντέο, ο οποίος τώρα πλέον έχει καταντήσει να φορά μια... ηλεκτρική καουμπόικη στολή (τουτέστιν στολή με φωτάκια που αναβοσβήνουν!) και να διαφημίζει δημητριακά για πρωινό - έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της εταιρίας. Με την ανεκδιήγητη αυτή εμφάνιση περιοδεύει ανά την Αμερική, πάντοτε με το εξ ίσου διάσημο άλογό του. Βγάζει λεφτά και γυναίκες, αλλά κατά βάθος είναι δυστυχισμένος και, ως εκ τούτου, αλκοολικός. Ώσπου, πριν από μία εμφάνιση στο Λας Βέγκας, η συνείδησή του ξυπνά όταν μαθαίνει ότι η εταιρία δίνει ηρεμιστικά και άλλες ουσίες στο αγαπημένο του άλογο για να είναι ήσυχο στα σόου. Τότε... κλέβει το άλογο (το οποίο, σημειωτέον, είναι μεγάλης οικονομικής αξίας) και μ' αυτό, ως σύγχρονος κάουμπόι, χάνεται στα βουνά. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Μια δαιμόνια, υπερφιλόδοξη και κακομαθημένη δημοσιογράφος ανακαλύπτει τα ίχνη του και του γίνεται κολιτσίδα προκειμένου να του πάρει αποκλειστική συνέντευξη... ενώ οι πάντες τους καταδιώκουν.
Μάλιστα. Στο μεταξύ θα απολαύσετε τον Ρέντφορντ με μεγάλο μουστάκι (νομίζω ότι δεν του πάει καθόλου) σε μια διαρκή μάτσο επίδειξη, ενώ η επαγγελματικά αδίστακτη αρχικά κακομαθημένη κοπέλα κοντά του γνωρίζει την "αληθινή ζωή" και, φυσικά, τον έρωτα, παρά την αρχική τουλάχιστον περιφρόνησή του. Κι εγώ, με τη σειρά μου, βαρέθηκα όσο δεν παίρνει, όχι γιατί ήταν κομεντί, αλλά γιατί τη βρήκα μια ξενέρωτη κομεντί. Έχει βεβαίως και τα φιλοζωικά της μηνύματα - το άλογο παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας - και στρέφεται ενάντια στην εκμετάλλευση των πάντων από τις εταιρίες και τον ευτελισμό κάθε "υψηλού" (αν τέλος πάντων θεωρήσουμε "υψηλό" την γνήσια καουμπόικη ζωή, το ροντέο και το αντριλίκι), μιλά για ένα είδος προσωπικής εξέγερσης που αψηφά τους κανόνες, αλλά... δε νομίζω ότι όλα αυτά δίνονται με νεύρο ώστε να κινήσουν το ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, παρά τα "μηνύματα", που συνήθως απουσιάζουν από τις κομεντί, δεν την βρήκα μια ιδιαίτερα καλή τέτοια, ενώ δεν κατάφερε να με κάνει να χαμογελάσω το χιούμορ της. Και παίζει επικίνδυνα με το κιτς...
Α, για τους φίλους της κάντρι: Σε αρκετά σημαντικό δεύτερο ρόλο παίζει ο ίδιος ο Γουίλι Νέλσον.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2016
"WILLARD" Ή ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ
Το "Willard" ("Τα Τρωκτικά" στην Ελλάδα), που γύρισε το 2003 ο άγνωστος (παραγωγός κυρίως) Glen Morgan, είναι ριμέικ του ομώνυμου φιλμ του Daniel Mann του 1971. Και περιγράφει, με ένα συνδυασμό φρίκης και μαύρου χιούμορ τη σχέση ενός ανθρώπου με τα ποντίκια.
Ο Willard είναι ένας κλασικός loser. Μοναχικός, δειλός, απόλυτα αδέξιος κοινωνικά, νοιώθει ότι οι άνθρωποι τον τρομάζουν. Ζώντας σε ένα παλιό, ετοιμόρροπο, πελώριο και πρώην αριστοκρατικό σπίτι, καταπιέζεται βάναυσα τόσο από την άρρωστη και υστερική μητέρα του όσο και από τον επιεικώς κάθαρμα εργοδότη του, επι κεφαλής μάλιστα μιας εταιρίας που κάποτε ανήκε στον πεθαμένο πατέρα του ήρωα. Κάποια στιγμή ο Willard θα αρχίσει να εξημερώνει ένα ποντίκι που βρίσκει στο σπίτι του και να αποκτά μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Στο υπόγειο τα ποντίκια θα πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα, ένας νέος αρχηγός της ποντικοορδής θα εμφανιστεί και κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα διαπιστώσει ότι - ως ένα βαθμό - μπορεί να τα κατευθύνει και να τα κάνει να υπακούν στις εντολές του. Μια σειρά από φριχτά γεγονότα αρχίζει...
Νομίζω ότι το φιλμ έχει αρκετό ενδιαφέρον. Πρώτα - πρώτα είναι η επικέντρωση στον αντικοινωνικό, αποτραβηγμένο ήρωα, στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τον κόσμο και στην αντίστοιχη πλήρη απόρριψη (τι λέω; βάναυση συμπεριφορά θα ήταν καλύτερα να πω) του κόσμου απέναντι στο εύκολο θύμα. Φυσικά ο πόθος για εκδίκηση θα πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ενώ η πορεία προς την τρέλα του εξ αρχής ασταθούς Willard δίνεται αρκετά καλά. Ο Crispin Glover που πρωταγωνιστεί παίρνει την ταινία πάνω του και είναι πειστικός στο ρόλο του απροσάρμοστου και δειλού θύματος μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στη φρίκη και το κατάμαυρο χιούμορ, κι αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που εκτίμησα περισσότερο. Το χιουμορ αυτό βέβαια δεν το εμποδίζει στο να στήσει ένα εντελώς παρακμιακό, ζοφερό και "σάπιο" σκηνικό, κυρίως στις σκηνές του κάποτε πλούσιου αρχοντικού σπιτιού του πρωταγωνιστή. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία τρόμου, αλλά μια ταινία που θα κάνει τον θεατή να νοιώσει άβολα - και είναι καλοφτιαγμένη. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα, όπως είπα, αρκετά καλή, με τους σχετικά αργούς ρυθμούς να ταιριάζουν και να επιτείνουν την όλη πνιγηρή ατμόσφαιρα. Πρσοχή όμως: Όσοι φοβάστε / σιχαίνεστε / απεχθάνεστε τα ποντίκια, μείνετε μακριά. Υπάρχουν ορδές απ' αυτά και δεν φέρονται πάντοτε πολύ καλά...
Ο Willard είναι ένας κλασικός loser. Μοναχικός, δειλός, απόλυτα αδέξιος κοινωνικά, νοιώθει ότι οι άνθρωποι τον τρομάζουν. Ζώντας σε ένα παλιό, ετοιμόρροπο, πελώριο και πρώην αριστοκρατικό σπίτι, καταπιέζεται βάναυσα τόσο από την άρρωστη και υστερική μητέρα του όσο και από τον επιεικώς κάθαρμα εργοδότη του, επι κεφαλής μάλιστα μιας εταιρίας που κάποτε ανήκε στον πεθαμένο πατέρα του ήρωα. Κάποια στιγμή ο Willard θα αρχίσει να εξημερώνει ένα ποντίκι που βρίσκει στο σπίτι του και να αποκτά μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Στο υπόγειο τα ποντίκια θα πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα, ένας νέος αρχηγός της ποντικοορδής θα εμφανιστεί και κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα διαπιστώσει ότι - ως ένα βαθμό - μπορεί να τα κατευθύνει και να τα κάνει να υπακούν στις εντολές του. Μια σειρά από φριχτά γεγονότα αρχίζει...
Νομίζω ότι το φιλμ έχει αρκετό ενδιαφέρον. Πρώτα - πρώτα είναι η επικέντρωση στον αντικοινωνικό, αποτραβηγμένο ήρωα, στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τον κόσμο και στην αντίστοιχη πλήρη απόρριψη (τι λέω; βάναυση συμπεριφορά θα ήταν καλύτερα να πω) του κόσμου απέναντι στο εύκολο θύμα. Φυσικά ο πόθος για εκδίκηση θα πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ενώ η πορεία προς την τρέλα του εξ αρχής ασταθούς Willard δίνεται αρκετά καλά. Ο Crispin Glover που πρωταγωνιστεί παίρνει την ταινία πάνω του και είναι πειστικός στο ρόλο του απροσάρμοστου και δειλού θύματος μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στη φρίκη και το κατάμαυρο χιούμορ, κι αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που εκτίμησα περισσότερο. Το χιουμορ αυτό βέβαια δεν το εμποδίζει στο να στήσει ένα εντελώς παρακμιακό, ζοφερό και "σάπιο" σκηνικό, κυρίως στις σκηνές του κάποτε πλούσιου αρχοντικού σπιτιού του πρωταγωνιστή. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία τρόμου, αλλά μια ταινία που θα κάνει τον θεατή να νοιώσει άβολα - και είναι καλοφτιαγμένη. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα, όπως είπα, αρκετά καλή, με τους σχετικά αργούς ρυθμούς να ταιριάζουν και να επιτείνουν την όλη πνιγηρή ατμόσφαιρα. Πρσοχή όμως: Όσοι φοβάστε / σιχαίνεστε / απεχθάνεστε τα ποντίκια, μείνετε μακριά. Υπάρχουν ορδές απ' αυτά και δεν φέρονται πάντοτε πολύ καλά...
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2016
ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΝΑΡΚΟ-ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "TRAFFIC"
Έχω ξαναπεί ότι ο Steven Soderbergh είναι ένας σκηνοθέτης που μπορεί να κάνει τα πάντα και κάθε φιλμ του είναι διαφορετικό από το άλλο. Μια από τις καλύτερες στιγμές του, κατά τη γνώμη μου, είναι το "Traffic" του 2000, μια εξονυχιστική ματιά στον εφιαλτικό κόσμο των ναρκωτικών, κοιταγμένη μάλιστα από πολλές πλευρές και γωνίες. Σ' αυτό το πολλαπλό κοίταγμα έγκειται νομίζω η αξία της.
Την ταινία διαπερνούν τρείς αφηγηματικοί άξονες, που σχετίζονται βέβαια μεταξύ τους: Ο πρώτος βρίσκεται στο Μεξικό, τόπο κατασκευής και πηγή προέλευσης των σκληρών ναρκωτικών και εράσματος στις γειτονικές ΗΠΑ, και παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός τίμιου αστυνομικού (από τους ελάχιστους τέτοιους σε μια απόλυτα διεφθαρμένη χώρα) ενάντια στα καρτέλ των ναρκωτικών. Ο δεύτερος αφορά έναν υψηλά ιστάμενο εισαγγελέα στις ΗΠΑ, ο οποίος ετοιμάζεται να διοριστεί επικεφαλής στη χώρα του στον τομέα της δίωξης ναρκωτικών. Ο τρίτος αφορά την προσωπική ζωή του εισαγγελέα, της 16χρονης κόρης του συγκεκριμένα, η οποία έχει γίνει χρήστης ηρωίνης και κινδυνεύει άμεσα.
Μέσα από αυτή την πολλαπλή λοιπόν εξέταση ενός από τα ανησυχητικότερα φαινόμενα της εποχής μας, αποτυπώνεται η πορεία των ναρκωτικών από τον τόπο παρασκευής μέχρι τον τόπο κατανάλωσης και οι πολλαπλές επιπτώσεις, σαν ντόμινο, τόσο σε υψηλό, γενικό, όσο και σε καθημερινό επίπεδο. Τα ναρκωτικά πλήτουν εξ ίσου τα πάμφτωχα, εξαθλιωμένα στρώματα του πληθυσμού, όσο και τις ανώτερες τάξεις. Και επειδή στο βρώμικο αυτό εμπόριο παίζονται δις, μάλλον ουδείς στην πραγματικότητα θέλει (ή μπορεί) να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, τόσο στο φτωχό Μεξικό όσο και στις πλούσιες ΗΠΑ. Το φιλμ μας δείχνει και το "δεν θέλω" (βλέπε διαφθορά σε όλα τα επίπεδα) και το "δεν μπορώ" (βλέπε το αδιέξοδο τέλος της ταινίας).
Ο Soderbergh χρησιμοποιεί διαφορετική γκάμα χρωμάτων για κάθε μια από τις παράλληλες ιστορίες. Κυριαρχία του κίτρινου στο Μεξικό, του μπλε στις ΗΠΑ στους κύκλους αντιμετώπισης της μάστιγας και "φυσιολογικά" χρώματα σε άλλες σκηνές. Έτσι, ακόμα και χρωματικά, γνωρίζουμε από το πρώτο πλάνο πού βρισκόμαστε κάθε φορά. Οι καλοί ηθοποιοί (Μάικλ Ντάγκλας, Μπενίτσιο ντελ Τόρο, Κάθλιν Ζέτα Τζόουνς, Τόμας Μίλιαν, Ντένις Κουέιντ κλπ.) στηρίζουν το όλο αποτέλεσμα.
Εννοείται ότι στον χώρο αυτόν οι πάντες είναι αδίστακτοι και οι φόνοι συχνοί. Το φιλμ λοιπόν καταγράφει μέσα από πολλαπλές σκοπιές τον εφιάλτη, καθώς και την ουσιαστική αδυναμία αντιμετώπιής του. Κι ίσως αυτή η απελπισμένη παραδοχή της αδυναμίας - αφού έχει δείξει τις φριχτές συνέπειες της μάστιγας - είναι που κάνει τόσο δυνατή και τόσο ανησηυχητική την ταινία.
Την ταινία διαπερνούν τρείς αφηγηματικοί άξονες, που σχετίζονται βέβαια μεταξύ τους: Ο πρώτος βρίσκεται στο Μεξικό, τόπο κατασκευής και πηγή προέλευσης των σκληρών ναρκωτικών και εράσματος στις γειτονικές ΗΠΑ, και παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός τίμιου αστυνομικού (από τους ελάχιστους τέτοιους σε μια απόλυτα διεφθαρμένη χώρα) ενάντια στα καρτέλ των ναρκωτικών. Ο δεύτερος αφορά έναν υψηλά ιστάμενο εισαγγελέα στις ΗΠΑ, ο οποίος ετοιμάζεται να διοριστεί επικεφαλής στη χώρα του στον τομέα της δίωξης ναρκωτικών. Ο τρίτος αφορά την προσωπική ζωή του εισαγγελέα, της 16χρονης κόρης του συγκεκριμένα, η οποία έχει γίνει χρήστης ηρωίνης και κινδυνεύει άμεσα.
Μέσα από αυτή την πολλαπλή λοιπόν εξέταση ενός από τα ανησυχητικότερα φαινόμενα της εποχής μας, αποτυπώνεται η πορεία των ναρκωτικών από τον τόπο παρασκευής μέχρι τον τόπο κατανάλωσης και οι πολλαπλές επιπτώσεις, σαν ντόμινο, τόσο σε υψηλό, γενικό, όσο και σε καθημερινό επίπεδο. Τα ναρκωτικά πλήτουν εξ ίσου τα πάμφτωχα, εξαθλιωμένα στρώματα του πληθυσμού, όσο και τις ανώτερες τάξεις. Και επειδή στο βρώμικο αυτό εμπόριο παίζονται δις, μάλλον ουδείς στην πραγματικότητα θέλει (ή μπορεί) να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, τόσο στο φτωχό Μεξικό όσο και στις πλούσιες ΗΠΑ. Το φιλμ μας δείχνει και το "δεν θέλω" (βλέπε διαφθορά σε όλα τα επίπεδα) και το "δεν μπορώ" (βλέπε το αδιέξοδο τέλος της ταινίας).
Ο Soderbergh χρησιμοποιεί διαφορετική γκάμα χρωμάτων για κάθε μια από τις παράλληλες ιστορίες. Κυριαρχία του κίτρινου στο Μεξικό, του μπλε στις ΗΠΑ στους κύκλους αντιμετώπισης της μάστιγας και "φυσιολογικά" χρώματα σε άλλες σκηνές. Έτσι, ακόμα και χρωματικά, γνωρίζουμε από το πρώτο πλάνο πού βρισκόμαστε κάθε φορά. Οι καλοί ηθοποιοί (Μάικλ Ντάγκλας, Μπενίτσιο ντελ Τόρο, Κάθλιν Ζέτα Τζόουνς, Τόμας Μίλιαν, Ντένις Κουέιντ κλπ.) στηρίζουν το όλο αποτέλεσμα.
Εννοείται ότι στον χώρο αυτόν οι πάντες είναι αδίστακτοι και οι φόνοι συχνοί. Το φιλμ λοιπόν καταγράφει μέσα από πολλαπλές σκοπιές τον εφιάλτη, καθώς και την ουσιαστική αδυναμία αντιμετώπιής του. Κι ίσως αυτή η απελπισμένη παραδοχή της αδυναμίας - αφού έχει δείξει τις φριχτές συνέπειες της μάστιγας - είναι που κάνει τόσο δυνατή και τόσο ανησηυχητική την ταινία.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016
ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝΟΣ "ΧΟΡΕΥΤΗ"
Ο Σεργκέι Πολούνιν είναι ένας σούπερ σταρ του σύγχρονου χορού, ο οποίος, στην αρχή της καριέρας του τουλάχιστον, θεωρήθηκε διάδοχος του Νουρέγιεφ. Υπήρξε παιδί - θαύμα, έφυγε σε εφηβική ηλικία από τη Χερσώνα της Ουκρανίας, τη γενέτειρά του (γεννήθηκε το 1989), για να σπουδάσει στο Κίεβο κα, αφού έγινε δεκτός στα περίφημα Βασιλικά Μπαλέτα του Λονδίνου (δέχονται ένα ελάχιστο ποσοστό των υποψηφίων), έγινε ο νεαρότερος πρώτος χορευτής στην ιστορία τους στην απίστευτη ηλικία των 19 ετών! Μέχρι εδώ λοιπόν έχουμε την ιστορία ενός παιδιού - θαύματος. Από εκεί και πέρα αρχίζει η μεταμόρφωσή του σε "τρομερό παιδί" του χορού. Διότι ο Π. είναι εξαιρετικά ανήσυχος χαρακτήρας, ανικανοποίητος θα έλεγε κανείς. Ενώ οι χορευτές ζουν ασκητική ζωή με διαρκή άσκηση, εκείνος ξενυχτούσε σε άγρια πάρτι, σνίφαρε κόκα, άκουγε ποπ μουσική και μόνο ασκητικός δεν ήταν. Ήδη είχε γίνει πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικές εφημερίδες. Και, δύο χρόνια μετά, στο απώγειο της καριέρας του, εγκαταλείπει ξαφνικά τα Βασιλικά Μπαλέτα, στα οποία, για να φτάσουν στη θέση του, πολλοί θα σκότωναν. Το σοκ στον κόσμο του χορού είναι τεράστιο. Φεύγει στη Ρωσία και ξεκινά και πάλι από την αρχή. Ήταν μόλις 22 ετών, είχε ήδη φτάσει στην κορυφή και είχε πέσει! Στην αρχή εμφανίζεται σε φτηνά τηλεοπτικά σόου (!), σκέφτεται να εγκαταλείψει τον χορό, με τον οποίο τρέφει σχέση έλξης - απώθησης. Και τότε κάνει ένα χορευτικό βιντεοκλίπ στο τραγούδι του Holzier "Take me to Church", που σκηνοθετεί ο διασημος φωτογράφος David LaChapelle, το οποίο ανεβαίνει στο You Tube και κάνει τεράστια επιτυχία με εκατομύρια κατεβάσματα. Αυτή τη φορά ο Π. γίνεται σταρ σε ένα παγκόσμιο κοινό, πολύ ευρύτερο από τους κλειστούς χορευτικούς κύκλους. Αρχίζει μια νέα λαμπρή καριέρα και μέχρι σήμερα περιοδεύει με επιτυχία (χορεύοντας φυσικά) ανά τον κόσμο.
Όλη αυτή η απίστευτη ιστορία δίνεται στο ντοκιμαντέρ του Steven Cantor "Χορευτής" (Dancer) του 2016. Συνεντεύξεις από τον Πολούνιν και στενούς του φίλους και συναδέλφους, από τους γονείς του, σκηνές από (εκπληκτικές όντως) χορευτικές εμφανίσεις του, αλλά και από τα παιδικά του χρόνια στην Ουκρανία. Ο Π. είναι σίγουρα τεράστιο ταλέντο και ακόμα πιο σίγουρα αυτοκαταστροφικός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι η φτωχή οικογένειά του πίστεψε αληθινά σ' αυτόν και πραγματικά θυσιάστηκε: Για να βρεθουν λεφτά να τον στείλουν στο Κίεβο, ο πατέρας έφυγε για δουλειά στην Πορτογαλία και η γιαγιά στην Ελλάδα, ενώ η μητέρα του πηγε μαζί του στο Κίεβο. Σε μερικά χρόνια η οικογένεια διαλύθηκε, πράγμα που στοίχησε πολύ στον έφηβο ακόμα Σεργκέι.
Όλα αυτά, η δύσκολη και πολύπλοκη προσωπικότητά του, ο πολύ σκληρός πραγματικά κόσμος του χορού και οι θυσίες που απαιτεί (θυσίες που εκείνος μισεί), η διάλυση του σώματος από τη συνεχή καταπόνηση (όλοι ζουν με χάπια), το βαρύ τίμημα της επιτυχίας τελικά, το οποίο ο ίδιος δεν άντεξε για πολύ, δίνονται ανάγλυφα στο φιλμ. Το οποίο είναι επίσης μια ιστορία θεαματικής ανόδου, απίστευτης πτώσης και ανίοδου ξανά και το οποίο, δίχως να είμαι βαθύς γνώστης του χορού, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.
Όλη αυτή η απίστευτη ιστορία δίνεται στο ντοκιμαντέρ του Steven Cantor "Χορευτής" (Dancer) του 2016. Συνεντεύξεις από τον Πολούνιν και στενούς του φίλους και συναδέλφους, από τους γονείς του, σκηνές από (εκπληκτικές όντως) χορευτικές εμφανίσεις του, αλλά και από τα παιδικά του χρόνια στην Ουκρανία. Ο Π. είναι σίγουρα τεράστιο ταλέντο και ακόμα πιο σίγουρα αυτοκαταστροφικός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι η φτωχή οικογένειά του πίστεψε αληθινά σ' αυτόν και πραγματικά θυσιάστηκε: Για να βρεθουν λεφτά να τον στείλουν στο Κίεβο, ο πατέρας έφυγε για δουλειά στην Πορτογαλία και η γιαγιά στην Ελλάδα, ενώ η μητέρα του πηγε μαζί του στο Κίεβο. Σε μερικά χρόνια η οικογένεια διαλύθηκε, πράγμα που στοίχησε πολύ στον έφηβο ακόμα Σεργκέι.
Όλα αυτά, η δύσκολη και πολύπλοκη προσωπικότητά του, ο πολύ σκληρός πραγματικά κόσμος του χορού και οι θυσίες που απαιτεί (θυσίες που εκείνος μισεί), η διάλυση του σώματος από τη συνεχή καταπόνηση (όλοι ζουν με χάπια), το βαρύ τίμημα της επιτυχίας τελικά, το οποίο ο ίδιος δεν άντεξε για πολύ, δίνονται ανάγλυφα στο φιλμ. Το οποίο είναι επίσης μια ιστορία θεαματικής ανόδου, απίστευτης πτώσης και ανίοδου ξανά και το οποίο, δίχως να είμαι βαθύς γνώστης του χορού, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2016
"NAKED KISS" Ή Η ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ KAI Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ FULLER
Έναν μόλις χρόνο μετά το συγκλονιστικό "Shock Corridor", το 1964 δηλαδή, ο Samuel Fuller (1912-1997) γυρίζει άλλη μία εξαιρετική ταινία, το "Naked Kiss". Ένα φιλμ που μπερδεύει το αισθηματικό, το κοινωνικό, το νουάρ / αστυνομικό και το απόλυτα διεστραμμένο και νοσηρό στοιχείο σε ένα μείγμα που πολύ σπάνια συναντάμε στο παλιό αμερικάνικο σινεμά. Η πρωταγωνίστριά του είναι και πάλι η Constance Towers.
Η ταινία ξεκινά με μια σοκαριστική σκηνή: Μια εντελώς φαλακρή γυναίκα χτυπά άγρια, μέχρις αναισθησίας, με το παπούτσι της έναν μεθυσμένο άντρα! Η ιστορία πάει ως εξής: Μια πόρνη φτάνει άγνωστη σε μια πόλη, περνά ένα ρομαντικό βράδι με τον ντόπιο αστυνομικό και στη συνέχεια αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Γίνεται νοσοκόμα σε ένα ίδρυμα για ανάπηρα παιδιά, βοηθά τους πάντες - ανάμεσά τους και άλλες γυναίκες με προβλήματα, βγάζει τον καλύτερο εαυτό της και ανακαλύπτει τι της δίνει αληθινή χαρά στη ζωή, μετατρέπεται δηλαδή σε πραγματικό άγγελο αγαπητό σε όλους, τα φτιάχνει με τον πλουσιότερο άντρα της πόλης - και γόη συγχρόνως, αποφεύγει συστηματικά τον καταπιεστικό αστυνομικό... και αυτά είναι μόνο η επιφάνεια, καθώς στο τελευταίο ημίωρο τα πάντα ανατρέπονται με επίσης σοκαριστικό τρόπο.
Η ταινία ισορροπεί με παράδοξο τρόπο ανάμεσα στον ρομαντισμό και την απόλυτη καλοσύνη από τη μία και στη βία, τη σκληρότητα και τη διαστροφή από την άλλη. Οι σκηνές με τα ανάπηρα παιδάκια αγγίζουν σχεδον το νερόβραστο και το κιτς και ταυτόχρονα η "αρρώστια" παραμονεύει εκεί που δεν το υποψιάζεται κανείς. Ο Φούλερ, εν έτει 1964, δεν διστάζει να μιλήσει για θέματα ταμπού όπως η πορνεία, η παιδεραστία, η έκτρωση, ο φόνος, και να σκιτσάρει μια εντελώς σκοτεινή και βρώμικη κοινωνία, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για δημιουργό πολύ μπροστά από την εποχή του. Ακόμα πιο εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του απέναντι στις γυναίκες: Ανατρέπει ολοκληρωτικά την ουσιαστικά μισογύνικη ματιά του νουάρ, από το οποίο ωστόσο δανείζεται στοιχεία (στα νουάρ η γυναίκα είναι μοιραία, διπρόσωπη, κυνική, συνήθως καταστρέφει τον άντρα) και την παρουσιάζει ως απόλυτο θύμα των αντρών. Εδώ αυτή είναι η καλή και οι άντρες είναι τα καθάρματα - με ποικίλους και ανατριχιαστικούς τρόπους, όπως θα δείτε (θα μάθετε και πού αναφέρεται το "γυμνό φιλί" του τίτλου). Η κοινωνία είναι απόλυτα ανδροκρατουμενη και γι' αυτό είναι τόσο χάλια, μοιάζει να μας λέει! Ιδού ο παράδοξος φεμινισμός ενός "σκληρού" και πρωτότυπου δημιουργού.
Αν εξαιρέσετε μια παράξενη "κοιλιά" κάπου στη μέση (αναρωτιέται κανείς αν αυτή είναι ακόμα και ηθελημένη, προκειμένου να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη αντίθεση με το σοκ που ακολουθεί), η ταινία είναι εξαιρετική. Φτάνει να της συγχωρήσετε τη μείξη τόσων ετερόκλητων στοιχείων που ανέφερα στην αρχή. Συνολικά προσωπικά τη βρίσκω πραγματικά εξαιρετική.
Η ταινία ξεκινά με μια σοκαριστική σκηνή: Μια εντελώς φαλακρή γυναίκα χτυπά άγρια, μέχρις αναισθησίας, με το παπούτσι της έναν μεθυσμένο άντρα! Η ιστορία πάει ως εξής: Μια πόρνη φτάνει άγνωστη σε μια πόλη, περνά ένα ρομαντικό βράδι με τον ντόπιο αστυνομικό και στη συνέχεια αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Γίνεται νοσοκόμα σε ένα ίδρυμα για ανάπηρα παιδιά, βοηθά τους πάντες - ανάμεσά τους και άλλες γυναίκες με προβλήματα, βγάζει τον καλύτερο εαυτό της και ανακαλύπτει τι της δίνει αληθινή χαρά στη ζωή, μετατρέπεται δηλαδή σε πραγματικό άγγελο αγαπητό σε όλους, τα φτιάχνει με τον πλουσιότερο άντρα της πόλης - και γόη συγχρόνως, αποφεύγει συστηματικά τον καταπιεστικό αστυνομικό... και αυτά είναι μόνο η επιφάνεια, καθώς στο τελευταίο ημίωρο τα πάντα ανατρέπονται με επίσης σοκαριστικό τρόπο.
Η ταινία ισορροπεί με παράδοξο τρόπο ανάμεσα στον ρομαντισμό και την απόλυτη καλοσύνη από τη μία και στη βία, τη σκληρότητα και τη διαστροφή από την άλλη. Οι σκηνές με τα ανάπηρα παιδάκια αγγίζουν σχεδον το νερόβραστο και το κιτς και ταυτόχρονα η "αρρώστια" παραμονεύει εκεί που δεν το υποψιάζεται κανείς. Ο Φούλερ, εν έτει 1964, δεν διστάζει να μιλήσει για θέματα ταμπού όπως η πορνεία, η παιδεραστία, η έκτρωση, ο φόνος, και να σκιτσάρει μια εντελώς σκοτεινή και βρώμικη κοινωνία, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για δημιουργό πολύ μπροστά από την εποχή του. Ακόμα πιο εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του απέναντι στις γυναίκες: Ανατρέπει ολοκληρωτικά την ουσιαστικά μισογύνικη ματιά του νουάρ, από το οποίο ωστόσο δανείζεται στοιχεία (στα νουάρ η γυναίκα είναι μοιραία, διπρόσωπη, κυνική, συνήθως καταστρέφει τον άντρα) και την παρουσιάζει ως απόλυτο θύμα των αντρών. Εδώ αυτή είναι η καλή και οι άντρες είναι τα καθάρματα - με ποικίλους και ανατριχιαστικούς τρόπους, όπως θα δείτε (θα μάθετε και πού αναφέρεται το "γυμνό φιλί" του τίτλου). Η κοινωνία είναι απόλυτα ανδροκρατουμενη και γι' αυτό είναι τόσο χάλια, μοιάζει να μας λέει! Ιδού ο παράδοξος φεμινισμός ενός "σκληρού" και πρωτότυπου δημιουργού.
Αν εξαιρέσετε μια παράξενη "κοιλιά" κάπου στη μέση (αναρωτιέται κανείς αν αυτή είναι ακόμα και ηθελημένη, προκειμένου να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη αντίθεση με το σοκ που ακολουθεί), η ταινία είναι εξαιρετική. Φτάνει να της συγχωρήσετε τη μείξη τόσων ετερόκλητων στοιχείων που ανέφερα στην αρχή. Συνολικά προσωπικά τη βρίσκω πραγματικά εξαιρετική.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 10, 2016
"ΤΡΕΛΗ ΧΑΡΑ" ΚΑΙ... ΤΡΕΛΑ
Ο ιταλός Paolo Virzi έχει γυρίσει αρκετές ταινίες, προσωπιά όμως έχω δει μέχρι σήμερα μόνο το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο", που μου άρεσε αρκετά. Το 2016 γυρίζει την "Τρελή Χαρά" (La Pazza Gioia) με τις καλές Βαλέρια Μπρούνα-Τεντέσκι και Μικαέλα Ραματσότι, κάτι ανάμεσα σε "Θέλμα και Λουίζ" και "Φωλιά του Κούκου", σε ιταλική εκδοχή φυσικά.
Δύο έγκλειστες σε ψυχιατρικό ίδρυμα, η μια με κατάθλιψη και σχεδόν κατατονικές τάσεις, η άλλη υπερκινητική και εξωστρεφής σε βαθμό κακουργήματος, δραπετεύουν και περιπλανιούνται σε διάφορα μέρη. Θα περάσουν και από τα σπίτια τους - ταπεινής καταγωγής η μία, πλούσια μεγαλοαστή η άλλη - και σιγά - σιγά, ψηφίδα με ψηφίδα, θα μάθουμε το παρελθόν τους (σε αρκετά σημεία τραγικό). Στο μεταξύ η δίχως σαφή προορισμό περιπλάνηση θα τις δέσει με βαθιά φιλία, παρά την απόλυτη μεταξύ τους αντίθεση.
Το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα σε κωμωδία και βαθύ δράμα, σε χαμόγελο και δάκρυ, είναι ταινία δρόμου, αλλά και μια ματιά πάνω στις ψυχικες διαταραχές και τη σχέση των ασθενών αυτών με την κοινωνία. Ωστόσο νομίζω ότι κλείνει πολύ περισότερο προς το δράμα, καθώς οι καταστάσεις που βιώνουν οι ηρωίδες δεν είναι και τόσο για γέλια (συνήθως), ενώ το παρελθόν τους (της μίας ιδιαίτερα) είναι κατάμαυρο. Υπάρχουν νύξεις γαι τη θεραπευτική δύναμη της ελευθερίας και τη χαρά που μπορεί να δώσει αυτή, ωστόσο το φιλμ δεν υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να αφεθούν επίσημα ελεύθερες, καθώς κάποιες από τις ενέργειές τους είναι σαφώς επικίνδυνες. Οπότε χαρά, ελευθερία, ναι, αλλά ο εγκλεισμός παραμένει απαραίτητος.
Το φιλμ δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, αρκετές σκηνές είναι ευφάνταστες ή/και διασκεδαστικές, αλλά δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε να πει. Το ίδρυμα ούτως ή άλλως είναι αρκετά προοδευτικό, από την άλλη η χαρά της ελεθερίας παρουσιάζεται, αλλά αυτή (η ελευθερία) δεν είναι τελικά και πολύ θεραπευτική (απλώς δίνει κάποια χαρά), οπότε; Σε περιπτώσεις σαν αυτές των δύο γυναικών ο εγκλεισμός είναι μια χαρά (δεν διαφωνώ προσωπικά σ' αυτό σε βαριές περιπτώσεις, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της ταινίας).
Μια συμπαθητική λοιπόν ματιά πάνω σε μια απόδραση και μια φιλία (ίσως το τελικό συμπέρασμα να είναι η ανάγκη της φιλίας) και όχι κάτι παραπάνω. Πάντως οφείλω να δηλώσω ότι το φιλμ αρέσει στο κοινό και σε αρκετά φεστιβάλ πήρε Βραβείο Κοινού. Προσωπικά το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο" μου άρεσε περισσότερο.
Δύο έγκλειστες σε ψυχιατρικό ίδρυμα, η μια με κατάθλιψη και σχεδόν κατατονικές τάσεις, η άλλη υπερκινητική και εξωστρεφής σε βαθμό κακουργήματος, δραπετεύουν και περιπλανιούνται σε διάφορα μέρη. Θα περάσουν και από τα σπίτια τους - ταπεινής καταγωγής η μία, πλούσια μεγαλοαστή η άλλη - και σιγά - σιγά, ψηφίδα με ψηφίδα, θα μάθουμε το παρελθόν τους (σε αρκετά σημεία τραγικό). Στο μεταξύ η δίχως σαφή προορισμό περιπλάνηση θα τις δέσει με βαθιά φιλία, παρά την απόλυτη μεταξύ τους αντίθεση.
Το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα σε κωμωδία και βαθύ δράμα, σε χαμόγελο και δάκρυ, είναι ταινία δρόμου, αλλά και μια ματιά πάνω στις ψυχικες διαταραχές και τη σχέση των ασθενών αυτών με την κοινωνία. Ωστόσο νομίζω ότι κλείνει πολύ περισότερο προς το δράμα, καθώς οι καταστάσεις που βιώνουν οι ηρωίδες δεν είναι και τόσο για γέλια (συνήθως), ενώ το παρελθόν τους (της μίας ιδιαίτερα) είναι κατάμαυρο. Υπάρχουν νύξεις γαι τη θεραπευτική δύναμη της ελευθερίας και τη χαρά που μπορεί να δώσει αυτή, ωστόσο το φιλμ δεν υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να αφεθούν επίσημα ελεύθερες, καθώς κάποιες από τις ενέργειές τους είναι σαφώς επικίνδυνες. Οπότε χαρά, ελευθερία, ναι, αλλά ο εγκλεισμός παραμένει απαραίτητος.
Το φιλμ δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, αρκετές σκηνές είναι ευφάνταστες ή/και διασκεδαστικές, αλλά δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε να πει. Το ίδρυμα ούτως ή άλλως είναι αρκετά προοδευτικό, από την άλλη η χαρά της ελεθερίας παρουσιάζεται, αλλά αυτή (η ελευθερία) δεν είναι τελικά και πολύ θεραπευτική (απλώς δίνει κάποια χαρά), οπότε; Σε περιπτώσεις σαν αυτές των δύο γυναικών ο εγκλεισμός είναι μια χαρά (δεν διαφωνώ προσωπικά σ' αυτό σε βαριές περιπτώσεις, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της ταινίας).
Μια συμπαθητική λοιπόν ματιά πάνω σε μια απόδραση και μια φιλία (ίσως το τελικό συμπέρασμα να είναι η ανάγκη της φιλίας) και όχι κάτι παραπάνω. Πάντως οφείλω να δηλώσω ότι το φιλμ αρέσει στο κοινό και σε αρκετά φεστιβάλ πήρε Βραβείο Κοινού. Προσωπικά το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο" μου άρεσε περισσότερο.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2016
"SHOCK CORRIDOR" ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΣΟΚΑΡΕΙ
Γνωρίζετε πιθανόν την περίπτωση του Samuel Fuller (1912-1997). Χαρακτηριστικός "μπι-μουβάς" δημιούργησε μερικές από τις καλύτερες "φτηνές" ταινίες και θαυμάστηκε από σημαντικούς νεότερους δημιουργούς όπως, για παράδειγμα, ο Βέντερς. Μια από τις πιο δυνατές του ταινίες είναι το "Shock Corridor" του 1963.
Ένα έγκλημα συμβαίνει μέσα σε ένα φρενοκομείο. Ένας φιλόδοξος και μάλλον αλαζόνας δημοσιογράφος (συμπεριφέρεται και σχετικά άσχημα και στην κοπέλα του) συλλαμβάνει το σχέδιο να παραστήσει τον ψυχοπαθή, να κλειστεί στο άσυλο και να μπορέσει έτσι να ερευνήσει τον φόνο. Στόχος του η δόξα και το βραβείο Πούλιτζερ! Τα πράγματα όμως εκεί μέσα δεν είναι τόσο απλά...
Ζοφερή ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη αποκλειστικά σχεδον στο χώρο του ψυχιατρείου - επιτείνοντας έτσι το κλειστοφοβικό στοιχείο - παίζει σαρδόνια με την ιδέα ότι "όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες" (για να το πω χρησιμοποιώντας μια παροιμία). Ο εγκλεισμός του ήρωα, η διαρκής συναναστροφή με διαταραγμένους ανθρώπους και η διαρκής προσπάθεια να υποδύεται τον διαταραγμένο ο ίδιος δεν μπορούν να αφήσουν αλώβητο τον ψυχικό του κόσμο. Το φιλμ παρακολουθεί με ανατριχιαστικό τρόπο την δική του πορεία προς το σημείο μη επιστροφής - ή, αν θέλετε, το τίμημα της υπέρμετρης φιλοδοξίας, σχεδόν απληστίας. Ταυτόχρονα, πολύ πριν τη "Φωλιά του Κούκου", επιχειρεί να καταγράψει τις συνθήκες εγκλεισμού στα σχετικά ιδρύματα.
Η ταινία βλέπεται και σήμερα με κομμένη την ανάσα (προσωπική γνώμη βεβαίως) και συγχρόνως αποτελεί μια ανησυχητική πινακοθήκη αξέχαστων τύπων άλλων εγκλείστων. Πιστός στη b-movie αισθητική του, ο Fuller χρησιμοποιεί άγνωστους ηθοποιούς (η πρωταγωνίστρια πάντως Constance Towers πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του), περιορισμένους χώρους (ο διάδρομος του τίτλου παίζει βασικό ρόλο στο φιλμ), ελάχιστα εφέ. Το σοκ θα έρθει από τα τεκταινόμενα και όχι από φτηνούς εντυπωσιασμούς. Όσο για τον θεατή, παρακολουθεί συγχρόνως ένα αστυνομικό μυστήριο (ποιος είναι ο δολοφόνος) και την ψυχολογική πορεία του ήρωα. Και μία "κρυμμένη" πολιτικοκοινωνική διάσταση: Οι έγκλειστοι που γνωρίζουμε έχουν τρελαθεί από καθαρά κοινωνικές αιτίες: Από τον πόλεμο και τον στιγματισμό του ως "κομμουνιστή" ο ένας, από τον ρατσισμό ο άλλος (μαύρος γαρ)... Νομίζω ότι το σχόλιο είναι καταλυτικό.
Από τα κλασικότερα b-movies όλων των εποχών, το φιλμ συνίσταται σε όσους το αγνοούν. Παρά τις κάποιες αφέλειές του (βλ. τη σκηνή με τις νυμφομανείς).
Ένα έγκλημα συμβαίνει μέσα σε ένα φρενοκομείο. Ένας φιλόδοξος και μάλλον αλαζόνας δημοσιογράφος (συμπεριφέρεται και σχετικά άσχημα και στην κοπέλα του) συλλαμβάνει το σχέδιο να παραστήσει τον ψυχοπαθή, να κλειστεί στο άσυλο και να μπορέσει έτσι να ερευνήσει τον φόνο. Στόχος του η δόξα και το βραβείο Πούλιτζερ! Τα πράγματα όμως εκεί μέσα δεν είναι τόσο απλά...
Ζοφερή ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη αποκλειστικά σχεδον στο χώρο του ψυχιατρείου - επιτείνοντας έτσι το κλειστοφοβικό στοιχείο - παίζει σαρδόνια με την ιδέα ότι "όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες" (για να το πω χρησιμοποιώντας μια παροιμία). Ο εγκλεισμός του ήρωα, η διαρκής συναναστροφή με διαταραγμένους ανθρώπους και η διαρκής προσπάθεια να υποδύεται τον διαταραγμένο ο ίδιος δεν μπορούν να αφήσουν αλώβητο τον ψυχικό του κόσμο. Το φιλμ παρακολουθεί με ανατριχιαστικό τρόπο την δική του πορεία προς το σημείο μη επιστροφής - ή, αν θέλετε, το τίμημα της υπέρμετρης φιλοδοξίας, σχεδόν απληστίας. Ταυτόχρονα, πολύ πριν τη "Φωλιά του Κούκου", επιχειρεί να καταγράψει τις συνθήκες εγκλεισμού στα σχετικά ιδρύματα.
Η ταινία βλέπεται και σήμερα με κομμένη την ανάσα (προσωπική γνώμη βεβαίως) και συγχρόνως αποτελεί μια ανησυχητική πινακοθήκη αξέχαστων τύπων άλλων εγκλείστων. Πιστός στη b-movie αισθητική του, ο Fuller χρησιμοποιεί άγνωστους ηθοποιούς (η πρωταγωνίστρια πάντως Constance Towers πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του), περιορισμένους χώρους (ο διάδρομος του τίτλου παίζει βασικό ρόλο στο φιλμ), ελάχιστα εφέ. Το σοκ θα έρθει από τα τεκταινόμενα και όχι από φτηνούς εντυπωσιασμούς. Όσο για τον θεατή, παρακολουθεί συγχρόνως ένα αστυνομικό μυστήριο (ποιος είναι ο δολοφόνος) και την ψυχολογική πορεία του ήρωα. Και μία "κρυμμένη" πολιτικοκοινωνική διάσταση: Οι έγκλειστοι που γνωρίζουμε έχουν τρελαθεί από καθαρά κοινωνικές αιτίες: Από τον πόλεμο και τον στιγματισμό του ως "κομμουνιστή" ο ένας, από τον ρατσισμό ο άλλος (μαύρος γαρ)... Νομίζω ότι το σχόλιο είναι καταλυτικό.
Από τα κλασικότερα b-movies όλων των εποχών, το φιλμ συνίσταται σε όσους το αγνοούν. Παρά τις κάποιες αφέλειές του (βλ. τη σκηνή με τις νυμφομανείς).
Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2016
"LORD OF WAR" ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ
Το 2005 ο παντελώς άνισος Andrew Niccol γυρίζει το "Lord of War" ("Κυρίαρχος του Παιχνιδιού" στην Ελλάδα) με τον Νίκολας Κέιτζ να κρατά τον βασικό ρόλο και τους Ίθαν Χοκ και Τζάρεντ Λέτο δίπλα του. Είναι ενδιαφέρο το ότι ενσαρκώνει έναν παντελώς αρνητικό ήρωα, έναν άνθρωπο δίχως καμιά ηθική.
Ο ουκρανικής καταγωγής Γιούρι Ορλόφ ζει με την μάλλον φτωχή οικογένειά του στη "Μικρή Οδησσό", συνοικία της Νέας Υόρκης. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει την "κλίση" του και αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά μ' αυτήν: Να πουλά όπλα. Από τη δεκαετία του 80 σε συμμορίες της γειτονιάς του μέχρι τα '00ς, όταν πλέον έχει εξελιχτεί σε έναν ζάμπλουτο διεθνή έμπορο, που συνδιαλέγεται με κυβερνήσεις τριτοκοσμικών συνήθως χωρών. Ταυτόχρονα παρακολουθεί τις σχέσεις με τον αδελφό του, περισσότερο ηθικό αλλά και αυτοκαταστροφικό, το μοντέλο σύζυγό του, με έναν αιμοσταγή αφρικάνο δικτάτορα - πελάτη του, αλλά και με έναν πράκτορα του FBI, ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στα ίχνη του, αδυνατεί όμως να τον συλλάβει γιατί τυπικά δεν υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα ιστορία ανόδου και πτώσης. Πτώσης; Το κυνικό τέλος δεν είναι σίγουρο ότι δείχνει κάτι τέτοιο, οικονομικά τουλάχιστον. Ωστοσο εσωτερικά, συναισθηματικά, σίγουρα υπάρχει πτώση ή - αν το θέλετε διαφορετικά - το αναποφευκτο τίμημα της ανόδου-πατώντας-επί-πτωμάτων. Το πορτρέτο που φτιάχνει το φιλμ είναι πραγματικά ανατριχιαστικό κι εμείς μένουμε να αναρωτιόμαστε: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι σαν τον ήρωά μας, δίχως ίχνος ηθικής, τόσο αδίστακτοι, τόσο πορωμένοι, τόσο αποφασισμένοι να πετύχουν με κάθε τίμημα; Φυσικά ένας έμπορος όπλων είναι εξ ορισμού απεχθής. Ο συγκεκριμένος ακόμα απεχθέστερος. Και υπάρχει και η απίστευτη ατάκα του: "Στον κόσμο κυκλοφορούν πάνω από 550 εκατομμύρια όπλα, ένα δηλαδή για κάθε 12 κατοίκους του πλανήτη. Το ζητούμενο είναι: Πώς θα οπλίσουμε τους άλλους 11;" Φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταπεινή καταγωγή, οι στερήσεις και η θέληση για άνοδο, για να βγει επίτέλους κάποιος από την καθημερινή μιζέρια, ελάχιστα ελαφρυντικά αποτελούν.
Κυνικό, αμοραλιστικό, βίαιο, με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον ήρωα, το φιλμ βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον, τολμά να φτιάχνει το πορτρέτο ενός εντελώς αρνητικού χαρακτήρα και είναι πολύ σκληρό (όχι τόσο σε συγκεκριμένες σκηνές, όσο γενικότερα, στο πνεύμα του). Και δείχνει και κάποια πράγματα για το διεθνές εμπόριο όπλων, την απεχθέστερη ίσως "μπίζνα" του κόσμου. Πολλά τέτοια καθάρματα είναι εκατομμυριούχοι, άλλοι νόμιμα και άλλοι παράνομα (δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση). Το χειρότερο είναι ότι ουδείς μπορεί να τους πειράξει...
Ο ουκρανικής καταγωγής Γιούρι Ορλόφ ζει με την μάλλον φτωχή οικογένειά του στη "Μικρή Οδησσό", συνοικία της Νέας Υόρκης. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει την "κλίση" του και αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά μ' αυτήν: Να πουλά όπλα. Από τη δεκαετία του 80 σε συμμορίες της γειτονιάς του μέχρι τα '00ς, όταν πλέον έχει εξελιχτεί σε έναν ζάμπλουτο διεθνή έμπορο, που συνδιαλέγεται με κυβερνήσεις τριτοκοσμικών συνήθως χωρών. Ταυτόχρονα παρακολουθεί τις σχέσεις με τον αδελφό του, περισσότερο ηθικό αλλά και αυτοκαταστροφικό, το μοντέλο σύζυγό του, με έναν αιμοσταγή αφρικάνο δικτάτορα - πελάτη του, αλλά και με έναν πράκτορα του FBI, ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στα ίχνη του, αδυνατεί όμως να τον συλλάβει γιατί τυπικά δεν υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα ιστορία ανόδου και πτώσης. Πτώσης; Το κυνικό τέλος δεν είναι σίγουρο ότι δείχνει κάτι τέτοιο, οικονομικά τουλάχιστον. Ωστοσο εσωτερικά, συναισθηματικά, σίγουρα υπάρχει πτώση ή - αν το θέλετε διαφορετικά - το αναποφευκτο τίμημα της ανόδου-πατώντας-επί-πτωμάτων. Το πορτρέτο που φτιάχνει το φιλμ είναι πραγματικά ανατριχιαστικό κι εμείς μένουμε να αναρωτιόμαστε: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι σαν τον ήρωά μας, δίχως ίχνος ηθικής, τόσο αδίστακτοι, τόσο πορωμένοι, τόσο αποφασισμένοι να πετύχουν με κάθε τίμημα; Φυσικά ένας έμπορος όπλων είναι εξ ορισμού απεχθής. Ο συγκεκριμένος ακόμα απεχθέστερος. Και υπάρχει και η απίστευτη ατάκα του: "Στον κόσμο κυκλοφορούν πάνω από 550 εκατομμύρια όπλα, ένα δηλαδή για κάθε 12 κατοίκους του πλανήτη. Το ζητούμενο είναι: Πώς θα οπλίσουμε τους άλλους 11;" Φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταπεινή καταγωγή, οι στερήσεις και η θέληση για άνοδο, για να βγει επίτέλους κάποιος από την καθημερινή μιζέρια, ελάχιστα ελαφρυντικά αποτελούν.
Κυνικό, αμοραλιστικό, βίαιο, με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον ήρωα, το φιλμ βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον, τολμά να φτιάχνει το πορτρέτο ενός εντελώς αρνητικού χαρακτήρα και είναι πολύ σκληρό (όχι τόσο σε συγκεκριμένες σκηνές, όσο γενικότερα, στο πνεύμα του). Και δείχνει και κάποια πράγματα για το διεθνές εμπόριο όπλων, την απεχθέστερη ίσως "μπίζνα" του κόσμου. Πολλά τέτοια καθάρματα είναι εκατομμυριούχοι, άλλοι νόμιμα και άλλοι παράνομα (δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση). Το χειρότερο είναι ότι ουδείς μπορεί να τους πειράξει...
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2016
"ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΖΩΑ" ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΑΛΕΤΕ (ΞΑΝΑ) ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ
Όπως όλα δείχνουν ο Χάρι Πότερ ήταν μόνο η αρχή. Μετά την τεράστια παγκόσμια επιτυχία σε βιβλία και ταινίεςτο κοινό έδειξε ότι διψούσε και για άλλες ιστορίες από τον κόσμο που επλασε η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Κι εκείνη φυσικά δεν άργησε να ικανοποιήσει τα εκατομμύρια των πιστών της, αυτή τη φορά όχι με βιβλίο, αλλά με απ' ευθείας σενάριο με μια νέα (φευ) πενταλογία, η οποία διαδραματίζεται μεν στον κόσμο του Πότερ, αλλά τοποθετείται στη Νέα Υόρκη του 1926, πριν δηλαδή της περιπέτειες του διάσημου μικρού μάγου. Σκηνοθέτης (εκ του ασφαλούς φυσικά) ο David Yates, που είχε γυρίσει και τις 4 τελευταίες ταινίες του Χ.Π. και πρώτη ταινία του νέου κύκλου τα "Φανταστικά Ζώα και πού Βρίσκονται" του 2016.
Όπου ο βρετανός μάγος Νιουτ Σκαμάντερ φτάνει εν έτει 1926 στη Νέα Υόρκη, η οποία ταλαιπωρείται από μια μυστηριώδη σκοτεινή παρουσία. Στη μαγική βαλίτσα του κουβαλά πλήθος από παράδοξα ζώα με μαγικές ικανότητες, τα οποία αγαπά και προστατεύει. Κάποια απ' αυτά το σκάνε και το χάος στην πόλη επιτείνεται. Ένας "άμαγος" (κοινος θνητός δηλαδή) θα μπερδευτεί άθελά του στην όλη ιστορία, καλοί και κακοί μάγοι συγκρούονται και, τελικά, ο μεγάλος κίνδυνος είναι να αποκαλυφτεί ο μυστικός μαγικός κόσμος στους κοινούς ανθρώπους και να αρχίσει πόλεμος μεταξύ μάγων και ανθρώπων (όπως είχε συμβεί στο μεσαίωνα, μας πληροφορεί το φιλμ).
Φυσικά η χορταστική (ή μήπως λιγωτική;) περιπέτεια γεμίζει την οθόνη, μαζί με εντυπωσιακά εφέ και κάθε λογής αστεία ή/και επικίνδυνα ή/και χαριτωμένα ή/και τρομακτικά όντα, ανατροπές υπάρχουν, χιούμορ αρκετό, καθώς και τα απαραίτητα "διδάγματα": Η ανοχή στη διαφορετικότητα (το πιο πολυφορεμένο μήνυμα του σύγχρονου mainstream σινεμά), η εναντίωση στους πολεμοχαρείς κλπ. Ταυτόχρονα το σκηνικο του μεσοπολέμου, η περιρέουσα τζαζ και τα σχετικά κοστούμια δίνουν στο φιλμ και έναν απροσδόκητο νοσταλγικό τόνο. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά πάντως το βρήκα κάπως "ξεχειλωμένο". Επίσης μου φάνηκε ότι δεν μπορούσε να εστιάσει σε ένα θέμα, αλλά ξέφευγε σε διάφορα. Σα να έβαζε πολλές υποπλοκές μαζί, οι οποίες έμεναν ανεκμετάλλευτες. Θα μου πείτε πρώτο φιλμ της σειράς είναι, στο μέλλον θα ξεδιπλωθούν όλα αυτά. ΟΚ, αλλά προσωπικά κρίνω το φιλμ που είδα. Το οποίο βρήκα κάπως "ανερμάτιστο" και έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται λιγάκι.
Προφανώς η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών διαφωνεί και η επιτυχία είναι τεράστια. Οπότε τι να πώ; Μάλλον οι περισσότεροι θα το διασκεδάσετε.
Όπου ο βρετανός μάγος Νιουτ Σκαμάντερ φτάνει εν έτει 1926 στη Νέα Υόρκη, η οποία ταλαιπωρείται από μια μυστηριώδη σκοτεινή παρουσία. Στη μαγική βαλίτσα του κουβαλά πλήθος από παράδοξα ζώα με μαγικές ικανότητες, τα οποία αγαπά και προστατεύει. Κάποια απ' αυτά το σκάνε και το χάος στην πόλη επιτείνεται. Ένας "άμαγος" (κοινος θνητός δηλαδή) θα μπερδευτεί άθελά του στην όλη ιστορία, καλοί και κακοί μάγοι συγκρούονται και, τελικά, ο μεγάλος κίνδυνος είναι να αποκαλυφτεί ο μυστικός μαγικός κόσμος στους κοινούς ανθρώπους και να αρχίσει πόλεμος μεταξύ μάγων και ανθρώπων (όπως είχε συμβεί στο μεσαίωνα, μας πληροφορεί το φιλμ).
Φυσικά η χορταστική (ή μήπως λιγωτική;) περιπέτεια γεμίζει την οθόνη, μαζί με εντυπωσιακά εφέ και κάθε λογής αστεία ή/και επικίνδυνα ή/και χαριτωμένα ή/και τρομακτικά όντα, ανατροπές υπάρχουν, χιούμορ αρκετό, καθώς και τα απαραίτητα "διδάγματα": Η ανοχή στη διαφορετικότητα (το πιο πολυφορεμένο μήνυμα του σύγχρονου mainstream σινεμά), η εναντίωση στους πολεμοχαρείς κλπ. Ταυτόχρονα το σκηνικο του μεσοπολέμου, η περιρέουσα τζαζ και τα σχετικά κοστούμια δίνουν στο φιλμ και έναν απροσδόκητο νοσταλγικό τόνο. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά πάντως το βρήκα κάπως "ξεχειλωμένο". Επίσης μου φάνηκε ότι δεν μπορούσε να εστιάσει σε ένα θέμα, αλλά ξέφευγε σε διάφορα. Σα να έβαζε πολλές υποπλοκές μαζί, οι οποίες έμεναν ανεκμετάλλευτες. Θα μου πείτε πρώτο φιλμ της σειράς είναι, στο μέλλον θα ξεδιπλωθούν όλα αυτά. ΟΚ, αλλά προσωπικά κρίνω το φιλμ που είδα. Το οποίο βρήκα κάπως "ανερμάτιστο" και έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται λιγάκι.
Προφανώς η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών διαφωνεί και η επιτυχία είναι τεράστια. Οπότε τι να πώ; Μάλλον οι περισσότεροι θα το διασκεδάσετε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























