Παρασκευή, Δεκεμβρίου 06, 2013

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ "ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ"

Οι ταινίες τρόμου διαθέτουν έναν δικό τους κώδικα αξιολόγησης κατανοητό και αποδεκτό μόνο από τους φανς του είδους. Άλλωστε πρόκειται για ένα από τα λίγα είδη που απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού, ενώ ένα μεγάλο μέρος των υπολοίπων θα αρνηθεί να δοκιμάσει έστω να δει ένα τέτοιο φιλμ. Απόλυτα κατανοητό και αποδεκτό.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε η ταινία του 2013 «Frankensteins Army” του Richard Raaphorst. Πρόκειται για αμερικανο τσεχο ολλανδική παραγωγή, γυρισμένη μάλιστα στην Τσεχία. Ο πόλεμος κοντεύει να τελειώσει και μια ομάδα σοβιετικών στρατιωτών μπαίνει στην Ανατολική Γερμανία, όταν, σε ένα μικρό χωριό, ανακαλύπτουν ένα μυστικό εργαστήριο των ναζί… και η φρίκη αρχίζει.
Η ταινία είναι ένα τυπικό b-movie του είδους, με κυρίαρχο το παλιό μοτίβο του «τρελού επιστήμονα». Άγνωστοι ηθοποιοί, πρωτοεμφανιζόμενος σε μεγάλο μήκος σκηνοθέτης, σχετικά φτηνή παραγωγή, απλό – έως και απλοϊκό - σενάριο. ‘Όπως και άλλες ταινίες με τα χαρακτηριστικά αυτά δεν διστάζει καθόλου να μπει στο χώρο του σπλάτερ – αν και εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με σπλάτερ για το σπλάτερ, αλλά υπάρχουν και στοιχεία καθαρού τρόμου και προσπάθειες δημιουργίας ατμόσφαιρας. Ωστόσο το αίμα κυριαρχεί. Στα υπέρ συγκαταλέγω και τη σκιαγράφηση κάποιων διαφορετικών χαρακτήρων στους κόλπους της ομάδας των στρατιωτών. Και ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν «καλοί» και «κακοί».
Παρά το ότι η ταινία βλέπεται άνετα, κρατά τον θεατή και διαθέτει σωστό timing, θα την περιελάμβανα απλώς στο σωρό των αντίστοιχων (σχετικά καλών) b-movies αν δεν διέθετε ένα πολύ ξεχωριστό και αξιόλογο κατά τη γνώμη μου στοιχείο: Τα πλάσματα! Όπως καταλαβαίνετε, κάποια στιγμή θα αρχίσουν να εμφανίζονται εφιαλτικά πλάσματα. Ε, λοιπόν, αυτά είναι από τα πιο αξιομνημόνευτα και ευφάνταστα που έχω δει σε τέτοια φιλμ. Εκπληκτικές συνθέσεις που αναμειγνύουν σάρκα και μέταλλο, οργανικά και ανόργανα στοιχεία, κομμάτια από ανθρώπινα σώματα και κάθε λογής εργαλεία ή μηχανές. Βρισκόμαστε στην καρδιά ενός απόλυτου εφιάλτη. Αισθητικά πλησιάζουμε στην εικονολογία του γιαπωνέζικου «Tetsuo» (δίχως, βέβαια, το «πειραματικό» στοιχείο του τελευταίου), με δόσεις από “Re-animator”. Νομίζω λοιπόν ότι η εικόνα, οι συγκεκριμένες εφιαλτικές κατασκευές συγκεκριμένα, αποτελούν το ξεχωριστό σημείο του φιλμ και τον βασικό λόγο για τον οποίο αξίζει κανείς να το ψάξει.

Προσοχή (θα το επαναλάβω και πάλι και θα γίνω κουραστικός): Να το ψάξουν μόνο οι φίλοι του είδους! Οι υπόλοιποι ας μείνουν μακριά.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 04, 2013

"GRAVITY" Ή Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ο μεξικάνος Alfonso Cuaron υπήρξε πάντα ένας ικανός σκηνοθέτης, με μερικές πολύ καλές ταινίες στο ενεργητικό του. Με το "Gravity" του 2013 καταφέρνει να σπάσει τα ταμεία (καπως απροσδόκητο για μένα) και να κάνει μια από τις μεγάλες επιτυχίες της χρονιάς. Δράμα του διαστήματος περισσότερο παρά επιστημονική φαντασία (με την έννοια ότι το στοιχείο "φαντασία" λείπει, καθώς η ταινία θα μπορούσε άνετα να διαδραματίζεται στο σήμερα, με την υπάρχουσα τεχνολογία), καταφέρνει παρά το εξ ορισμού "δύσκολο" concept της να κρατά τον θεατή. Ως "δύσκολο" εννοώ βέβαια το γεγονός ότι στο φιλμ εμφανίζονται δύο όλοι κι όλοι ηθοποιοί, ότι πρόκειται για μια κλειστοφοβική ταινία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας διαδραματίζεται στον ασφυκτικό χώρο ενός διαστημικού σταθμού και το ότι της λείπει η παραδοσιακή έντονη χολιγουντιανή δράση.
 Η ιστορία μπορεί να περιγραφεί σε λίγες μόνο σειρές: Μετά από ένα ατύχημα μία γιατρός και ένας αστροναύτης απομένουν ολομόναχοι στο διάστημα, σε τροχιά γύρω από τη γη, και προσπαθούν απεγνωσμένα να επιστρέψουν σ' αυτήν. Αυτό είναι όλο. Υπάρχουν βέβαια αρκετά φιλμ επιστημονικής φαντασίας με έναν ή δύο μοναδικούς ηθοποιούς, το ίδιο κλειστοφοβικά και αρκετά με υψηλή ποιότητα. Πρώτη φορά όμως βλέπουμε νομίζω μια τέτοιου είδους μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή. Έτσι ο προφανής μινιμαλισμός της ιστορίας συνυπάρχει αρμονικά με το υπερθέαμα μιας υπερπαραγωγής. Πραγματικά οι εξωτερικές σκηνές, όπως αυτή της καταστροφής του δορυφόρου, είναι φαντασμαγορικά γυρισμένες και κόβουν την ανάσα. Κατά τη γνώμη μου στην υποβλητικότητα του όλου εγχειρήματος - πέραν της μαγείας του αχανούς διαστήματος και της υπέροχης, πελώριας γης που κρέμεται πάντα πάνω από το σκάφος - συμβάλλει το ότι όλα, οι συγκρούσεις, οι καταστροφές, η αγωνία του μόνου αστροναύτη στο απέραντο κενό, συμβαίνουν σε απόλυτη σιωπή, την αληθινή σιωπή που επικρατεί στο διάστημα. Κι έτσι φτάνουμε στο θέμα του ρεαλισμού. Σας είπα από πριν ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αλλά για ρεαλιστικό δράμα / θρίλερ που διαδραματίζεται στο διάστημα. Κι αυτό αποτελεί μια ακόμα ιδιαιτερότητα.
 Πάντως το όλο φιλμ είναι φτιαγμένο σαν αγωνιώδες θρίλερ και νομίζω ότι καταφέρνει να μας κάνει να συμμεριστούμε την προσπάθεια των ηρώων για επιβίωση. Ταυτόχρονα υπάρχουν και τα υπαρξιακά στοιχεία για να δώσουν το απαραίτητο βάθος στην ιστορία. Οι χολιγουντιανές παραχωρήσεις υπάρχουν βέβαια κι αυτές. Κάποιες σεναριακές ευκολίες, κάποιες τραβηγμένες καταστάσεις, κάποιες - λίγες ευτυχώς - γλυκερές παρενθέσεις για να πω την αλήθεια.... Αλοίμονο τώρα...
Σε γενικές γραμμές πάντως η ταινία με ικανοποίησε αρκετά. Την βρήκα τολμηρή (για Χόλιγουντ, να εξηγούμαι), καλοφτιαγμένη πάνω απ' όλα, υποβλητική σε αρκετά σημεία της. Και κυρίως εκτιμώ το ότι κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος. Δίχως πάντως να συμμερίζομαι τις ενθουσιώδεις κριτικές και τα 4 αστεράκια αρκετών κριτικών...

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2013

Η "ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΡΩΜΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Βρισκόμαστε στο 1945. Ο πόλεμος μόλις έχει τελειώσει και ο Roberto Rosselini (1906-1977) γυρίζει την πρώτη κλασική του ταινία, την "Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη" (Roma, Citta Aperta), μια από τις πρώτες που εγκαινιαζουν το περίφημο κίνημα του (ιταλικού αρχικά) νεορεαλισμού. Η κάμερα βγαίνει στο δρόμο, τα σκηνικά είναι λιγοστά, μερικοί ηθοποιοί είναι ερσιτέχνες, η ιστορία αναφέρεται στη ζωή απλών, καθημερινών ανθρώπων. Ο στόχος δεν είναι να γίνουν "ωραιες" ταινίες, αλλά "αληθινές". Ο ίδιος πάντως δήλωσε ότι θέλει να φτιάχνει "χρήσιμες" ταινίες.
Εδώ βέβαια  η ιστορία δεν είναι μια ιστορία απόλυτης καθημερινότητας (όπως, ας πούμε, στον "Κλέφτη Ποδηλάτων" και σε άλλα χαρακτηριστικά δείγματα του είδους). Εδώ υπάρχει αγωνία και άνθρωποι που δρουν υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης. Η ιστορία αναφέρεται σε μια εφιαλτική περίοδο της Ιταλίας που μόλις τότε είχε τελειώσει: Την ναζιστική κατοχή της Ρώμης. Για τον λαό όλα είναι δύσκολα: Ελάχιστα τρόφιμα με δελτίο, φτώχια, μαύρη αγορά, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά από κάποια ώρα, άγριες διώξεις αντιστασιακών. Η ηρωίδα, η Άννα Μανιάνι βεβαίως, είναι μια τυπική ιταλίδα νοικοκυρά της εποχής, πιστή, οξύθυμη, όχι ιδαιίτερα μορφωμένη, με ενστικτωδώς σχεδόν αντιφασιστική διάθεση. Ο αραβωνιαστικός της είναι κομμουνιστής, ενεργό μέλος της αντίστασης και περισσότερο "διανοούμενος". Ο αληθινός πρωταγωνιστής όμως είναι ο παπάς της ενορίας. Όχι μόνο ανέχεται την αθεϊα του φίλου του και του ηρωικού αρχηγού της αντίστασης της περιοχής, αλλά βοηθά με κάθε τρόπο τους αντιστασιακούς, όπου κι αν ανήκουν ιδεολογικά. Κάτω από το καλοκάγαθο και ήσυχο παρουσιαστικό του κρύβεται ένας άνθρωπος που δεν διστάζει να ρισκάρει ακόμα και τη ζωή του για να πολεμήσει τους φασίστες. Το δράμα δεν αργεί να ξεσπάσει.
Η ταινία, όπως προαναφέραμε, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του νεορεαλιστικού κινήματος που θα άλλαζε την ιστορία του κινηματογράφου. Για να το αντιληφτούμε όμως αυτό πρέπει να ξέρουμε τι γινόταν μέχρι τότε: Στην Ιταλία - και αλλού βεβαίως - κυριαρχούσαν οι υπερπαραγωγές, ιστορικές και στομφώδεις πολλές φορές. Αλλά κι αν δεν ήταν έτσι ακριβώς οι ταινίες, δεν έπαυαν να χρησιμοποιούν κατά κόρον στούντιο, τεχνητούς φωτισμούς, "κόλπα" του φακού για μια συχνά εξωραϊσμένη φωτογραφία. Ο Ροσελίνι αντίθετα βγαίνει στους δρόμους και κινηματογραφεί μια Ρώμη πάμφτωχη, πεινασμένη, μια πόλη που αιμορραγεί κάτω από τη ναζιστική μπότα. Καμιά ωραιοποίηση, καμιά πρόθεση να "μεταμφιεστούν" τα πράγματα. Ο στόχος είναι η αλήθεια, ακόμα κι αν είναι ωμή.
Σήμερα  δεν αντιλαμβανόμαστε όλα αυτά τα πράγματα, όλη την ανατρεπτικότητα ταινιών σαν αυτή, καθώς πολλές καινοτομίες αποτελούν εδώ και δεκαετίες κοινό τόπο. Αρκεί όμως να πούμε ότι η συγκεκριμένη και μερικά ακόμα φιλμ αυτού του στιλ συγκαταλέγονται στα πιο επιδραστικά της ιστορίας του σινεμά.
Παράλληλα πάντως ο Ροσελίνι, όντας χριστιανός, δείχνει  τις τάσεις του προς τα εκεί τοποθετώντας στο κέντρο της ιστορίας έναν ηρωικό (καθόλου ωραίο ή"άνθρωπο της δράσης", σημειωτέον) παπά, θέλοντας να υπογραμμίσει ότι και αρκετοί κληρικοί αντιστάθηκαν στη ναζιστική βαρβαρότητα. Εξ άλλου ο ιερέας μας, όπως είπαμε, δεν νοιάζεται για το αν αυτοί που προστατεύει είναι δεξιοί, αριστεροί ή απλοί άνθρωποι. Φτάνει να μην είναι γερμανοί ή συνεργάτες των γερμανών.
Πόσο στέκει σήμερα ένα φιλμ σαν αυτό; Πολύ, κατά τη γνώμη μου. Εκτός από τη ντοκιμαντερίστικη δύναμή του, την καταγραφή της δύσκολης εποχής και την κυριολεκτική καταγραφή της πόλης όπως ακριβώς ήταν όταν έβγαινε από τον πόλεμο, νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά τον θεατή και να του δημιουργεί αγωνία για τη συνέχεια, ενώ η τραγική μοίρα των ηρώων συγκινεί βαθιά. Αφείστε που νομίζω ότι όλες οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες του 50 και του 60 που αναφέρονται στην κατοχή βασίστηκαν λίγο ή πολύ σ' αυτήν.
Προφανώς μιλάμε για κλασικό φιλμ. Αν δεν το έχετε δει δοκιμάστε το. έστω και για ιστορικούς λόγους.

Τρίτη, Νοεμβρίου 26, 2013

ΠΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ"



Το «Worlds End” είναι η ταινία που γύρισε ο Edgar Wright το 2013, μετά το ξεκαρδιστικό και με απρόσμενη εξέλιξη «Hot Fuzz”. Ουσιαστικά δηλαδή είναι μια παραγωγή της παρέας Wright και Simon Pegg (ο οποίος πρωταγωνιστεί), που συνυπογράφουν άλλωστε και το σενάριο.
Η ταινία κινείται στο ίδιο τρελό κλίμα των προηγούμενων πονημάτων της ομάδας: Μια παρέα 5 μεσήλικων πλέον φίλων συναντιούνται μετά από χρόνια και αποφασίζουν - μετά από έντονες πιέσεις ενός απ' αυτούς που κατά βάθος παραμένει έφηβος - να επιχειρήσουν ξανά αυτό που είχαν αφήσει στη μέση (λόγω λιποθυμιών και άλλων αδυναμιών) 20 χρόνια πριν: Να κάνουν μια μαραθώνια μπαρότσαρκα και στα 12 παμπ της μικρής τους πόλης (πίνοντας φυσικά από ένα γερό ποτήρι μπύρας στο καθένα), μέχρι να φτάσουν στο τελευταίο απ' αυτά, το «Worlds End». Σύντομα θα διαπιστώσουν ότι τίποτα πια δεν είναι ίδιο με τότε και… ξαφνικά το να φτάσουν σ΄αυτό το τελευταίο παμπ είναι το λιγότερο που τους απασχολεί, αφού ο στόχος γίνεται άλλος: Ούτε λίγο ούτε πολύ να σώσουν την ανθρωπότητα!
Η ταινία ξεκινά σαν μια αστεία κωμωδία και ξαφνικά και απροειδοποίητα, κάπου στα μισά, μετατρέπεται σε επιστημονική φαντασία, δίχως φυσικά να χάσει τα κωμικά της στοιχεία. Παράλληλα αποτελεί μια σάτιρα της σύγχρονης εποχής, η οποία μοιάζει «πλαστική» και ρομποτοποιημένη σε σχέση με το παρελθόν (εξιδανικευμένο στο μυαλό πολλών ανθρώπων), αλλά και μια ωδή στην αιώνια εφηβεία ή – έστω – στην για μια ζωή νοσταλγία της. Αν θέλετε φυσικά μπορείτε όλα αυτά να τα ονομάσετε και αλλιώς: Πρόκειται για ένα έξυπνο αφιέρωμα στον αντρικό παλιμπαιδισμό και στο πνεύμα της παρέας… έστω και κάπως με το ζόρι.
Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλά έξυπνα στοιχεία και εγώ τουλάχιστον διασκέδασα αρκετά. Εξ άλλου η βρετανική ομάδα έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι διαθέτει πολύ χιούμορ και περιμένω κι άλλα απ' αυτούς. Συνολικά πάντως το βρήκα κάπως κατώτερο από το προηγούμενο, το «Hot Fuzz», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το θεωρώ κακό. Σε καμία περίπτωση. Αν λοιπόν ψάχνετε για διασκέδαση (με κάμποσες ανατροπές και κάποια – πολύ λίγα – στοιχεία σπλάτερ) αναζητείστε το. Δεν νομίζω άλλωστε ότι θα βγει στις αίθουσες.

Κυριακή, Νοεμβρίου 24, 2013

Η ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΗ "ΚΡΥΑ ΩΡΑ"

Η ταινία "La Hora Fria" (Η Κρύα Ώρα) είναι ισπανική και γυρίστηκε το 2006 από τον Elio Quiroga. Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, με κάποια στοιχεία τρόμου.
Μια ομάδα ανθρώπων διαφόρων ηλικιών (μαζί τους και δύο - ή μήπως τρία; - παιδιά) ζουν σε υπόγειους χώρους που έχουν μείνει από παλιά. Μοιάζουν να είναι επιζήσαντες από μια καταστροφή του κόσμου - πυρηνική προφανώς - και έχουν βρει καταφύγιο εκεί. Είναι αρκετά καλά οργανωμένοι και διαθέτουν αρκετό στοκ από προμήθειες και κάθε λογής παλιά, χρήσιμα αντικείμενα του κόσμου που δεν υπάρχει πια. Στην επιφάνεια, αλλά και σε άλλους απομονωμένους υπόγειους χώρους κινούνται όντα σαν ζόμπι, που καλό είναι να μη συναντήσει κανείς. Το πιο παράξενο και ανατριχιαστικό όμως είναι ότι κάθε νύχτα (αν μπορούμε να ορίσουμε κάτι σαν "νύχτα" στον σκοτεινό αυτό κόσμο) και για συγκεκριμένες ώρες η θερμοκρασία πέφτει κάθετα και μυστηριώδη, διάφανα όντα κυκλοφορούν στους διαδρόμους και μοιάζουν να προσπαθούν να μπουν στα κλειδαμπαρωμένα δωμάτια των έντρομων μελών της μικρής κοινότητας.
Για την ταινία σχημάτισα μια απόλυτα διττή άποψη: Κατ' αρχήν τη βρήκα πολύ καλογυρισμένη, υποβλητική και ατμοσφαιρική. Το φθαρμένο, "σκουριασμένο" περιβάλλον, οι μισοσκότεινοι διάδρομοι, οι κλειστές πόρτες των δωματίων των επιζησάντων, μας βάζουν με πολύ πετυχημένο τρόπο σε μια απόλυτα κλειστοφοβική, σκοτεινή διάθεση. Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας - καθώς και η εξέλιξή τους - είναι επίσης ενδιαφέρουσες. Μερικές σκηνές μου φάνηκαν καθηλωτικές. Έτσι βρήκα το όλο κλίμα του φιλμ πολύ καλό. Αλλά και το σασπένς και το timing δεν μου άφησαν καθόλου χρόνο να βαρεθώ.
Τα προβλήματα, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι σεναριακής φύσης. Στην ιστορία υπάρχουν πολλά, πολλά κενά. Η εντυπωσιακή ανατροπή του τέλους, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά σε τίποτα εκτός από τον προαναφερθέντα εντυπωσιασμό. Το χειρότερο για μένα είναι το ότι η όποια εξήγηση για το τι είναι τα "κρύα" φωτεινά όντα μένει μετέωρη, σα να μην ενδιαφέρει καθόλου τους δημιουργούς. Μ' αυτά άραγε εισάγεται μια μεταφυσική διάσταση σε μια κατά τα άλλα κλασική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Αδύνατο να απαντήσω. Βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα (;). Είναι κρίμα, γιατί έτσι ακυρώνεται - κατά ένα μέρος τουλάχιστον - μια κατά τα άλλα αξιόλογη ταινία του φανταστικού.
Θα τελειώσω επισημαίνοντας για μια ακόμα φορά ότι - παρά τα προβλήματα του συγκεκριμένου φιλμ - οι ισπανοί κάνουν σήμερα τον πιο ενδιαφέροντα φανταστικό σινεμά στην Ευρώπη και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες παγκοσμίως. Ακόμα και μια όχι ολοκληρωμένη ταινία όπως αυτή καταφέρνει να διαθέτει μια εξαιρετική "σκοτεινή" ατμόσφαιρα. Ε, ναι, μπορούμε να μιλάμε για σχολή.

Σάββατο, Νοεμβρίου 23, 2013

ΤΟ "ΚΟΝ ΤΙΚΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗς ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗΣ

Η Γαλλική Πολυνησία είναι ένα σύμπλεγμα νησιών χαμένων στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανατολικά της Αυστραλίας. Η επιστήμη θεωρούσε πάντοτε ότι οι κάτοικοί της προήλθαν από τα δυτικά (από την Αυστραλία, την Ινδονησία, τη νοτιοανατολική Ασία ή κάπου εκεί τέλος πάντων). Ο Θορ Χέγερνταλ ήταν ένας νορβηγός εθνολόγος που έζησε για χρόνια στη Μαρκέζα, ένα απο τα πολυάριθμα νησιά της Πολυνησίας. Εκεί, βάσει ορισμένων ενδείξεων, συνέλαβε τη θεωρία ότι οι πρώτοι άποικοι προέρχονται - αντίθετα με τη γενική παραδοχή - από τα ανατολικά, από τη Νότια Αμερική. Ότι δηλαδή πολιτισμοί του σημερινού Περού, του Ισημερινού κλπ. διέσχισαν τον ωκεανό και έφτασαν ως εκεί. Όταν η θεωρία του δεν έγινε δεκτή από τους επιστημονικούς κύκλους έβαλε σε εφαρμογή μια αληθινά παράτολμη ιδέα: Να κατασκευάσει μια πρωτόγονη σχεδία, όμοια με αυτήν που θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα μέσα που διέθεταν οι κάτοικοι της Νότιας Αμερικής και να διασχίσει 8000 χιλιόμετρα ωκεανού (!), ώστε να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Το εγχείρημα πραγματοποιήθηκε το 1947 και τελικά, ξεκινώντας από τη Λίμα του Περού και μετά από μήνες ταλαιπωρίας στο πουθενά, ο Χέγερνταλ και οι 5-6 σύντροφοί του κατάφεραν όντως να φτάσουν στα πολυπόθητα νησιά.
Την αληθινή αυτή ιστορία παράτολμου θάρους μετέφεραν το 2012 στην οθόνη οι και στην ταινία "Kon-Tiki" (αυτό ήταν το όνομα της σχεδίας, παρμένο από το όνομα του θεού του Ήλιου που λατρεύεται από ιθαγενείς της Πολυνησίας). Το δίδυμο των νορβηγών σκηνοθετών είχε κάνει πριν μερικά χρόνια το ανεκδιήγητο "Bandidas". Ευτυχώς τα πράγματα εδώ είναι πολύ βελτιωμένα. Εδώ παρακολουθούμε μια κλασική εξωτική περιπέτεια με ωραία εικόνα, πλημμυρισμένη με "κλασικές αξίες": Το ανθρώπινο θάρρος, η επιστημονική περιέργεια και η ανάγκη για γνώση και αλήθεια, έστω κι αν η γνώση αυτή ανατρέπει κάθε καθιερωμένη παραδοχή, ο ηρωισμός, η θυσία σε κάποια ιδανικά. Όλα αυτά αντανακλώνται στην προσωπικότητα του ήρωα του φιλμ, του Χέγερνταλ προφανώς. Έτσι λοιπόν το φιλμ γίνεται ένα είδος "αγιογραφίας" μιας όντως τολμηρής προσωπικότητας. 
Αν εξαιρέσει κανείς αυτή τη μονοδιάστατη και "ηρωική" οπτική, βρήκα το φιλμ διασκεδαστικό: Διαθέτει το σασπένς του (παρά το ότι ξέρουμε από την αρχή το τέλος), είναι καλογυρισμένο και, σε ορισμένες σκηνές τουλάχιστον, καθηλωτικό. Φυσικά δεν έχει σημασία να αναρωτηθούμε πόσα απ' όσα βλέπουμε συνέβησαν ακριβώς έτσι ή είναι επινοημένα. Αν όμως έχετε όρεξη για μια εξωτική θαλάσσια περιπέτεια, γεμάτη "ανοιχτούς ορίζοντες", απειλητικούς καρχαρίες και λίγο National Geographic, το "Kon -Tiki" προσφέρεται.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2013

ΟΙ 6 ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ GIALLO

Το ιταλικό giallo είναι ένα είδος που ήκμασε στη χώρα αυτή τις δεκαετίες 60 και 70. Στα όρια της ταινίας τρόμου, μερικές φορές μπαίνει στα χωράφια του φανταστικού και του υπερφυσικού, τις περισσότερες όμως ασχολείται με serial killers, γραφικές δολοφονίες, αίμα... Διαθέτει επίσης δική του αισθητική και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Φαίνεται ότι ποτέ το giallo δεν ενδιαφέρθηκε για αληθοφανείς καταστάσεις, για τον όποιο ρεαλισμό, για τις καλές ηθοποιίες. Αντίθετα η γραφική βία, το σκηνοθετικό στιλ, η σεξουαλικότητα και οι μάλλον τραβηγμένες ή και απίθανες πλοκές υπήρξαν νομίζω το φόρτε του.
Από τους σημαντικότερους - αν όχι ο σημαντικότερος - δημιουργούς του είδους είναι βέβαια ο Mario Bava (1914-1980). To "Sei Donne per l'Assassino" (μεταφράζεται "6 Γυναίκες για τον Δολοφόνο', αλλά ο αγγλόφωνος τίτλος είναι "Blood and Black Lace" γυρίστηκε το 1964 και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του έργου του. Μια σειρά από φρικτές δολοφονίες όμορφων μοντέλων συμβαίνει σε έναν οίκο μόδας που διευθύνει μια χήρα. Ο δολοφόνος,κάποιος με καμπαρντίνα, καπέλο και λευκή μάσκα, άμεση αναφορά στον κινηματογραφικό "Αόρατο Άνθρωπο" της δεκαετίας του 30, εμφανίζεται από την αρχή, αλλά φυσικά δεν ξέρουμε ποιος είναι. Στο μεταξύ όλοι όσοι εμπλέκονται με τον οίκο (ιδιοκτήτες, λογιστής, μόδιστρος κ.ά.) είναι εξ ίσου ύποπτοι. Φυσικά το τέλος κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις, ενώ τα πτώματα ωραίων γυναικών έχουν, επίσης φυσικά, συσσωρευτεί.
Αυτό που έχει σημασία στην ταινία είναι το στιλ του Μπάβα. Στιλ καθαρά οπτικό βεβαίως. Ο Μπάβα χρησιμοποιεί σχεδόν συνεχώς τεχνητούς, και μάλιστα χρωματιστούς, φωτισμούς, δημιουργώντας υποβλητική, εξωπραγματική ατμόσφαιρα. Οι πηγές τους, καθώς και τα χρώματα, είναι στην πραγματικότητα αδύνατο να υπάρχουν. Ωστόσο ο δημιουργός αδιαφορεί πλήρως γι΄αυτό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αδιαφορεί για την αληθοφάνεια της εικόνας αδιαφορεί και για τη σεναριακή αληθοφάνεια. Τα πάντα θυσιάζονται στην ατμοσφαιρικότητα. Τα αποτελέσματα είναι συχνά εντυπωσιακά. Η εικόνα μπορεί να καθηλώσει. Η επιρροή του, σημειωτέον,  στο οπτικό στιλ του Αρτζέντο είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Στο στιλ αυτό προσθέστε και την διάχυτη σεξουαλικότητα - δίχως στην πραγματικότητα να βλέπουμε το παραμικρό - τα σέξι εσώρουχα, τα ημίγυμνα πτώματα... σχεδόν μπορούμε να μιλήσουμε για μια μπαρόκ, νοσηρή ατμόσφαιρα νεκροφιλίας.
Προσωπικά δεν είμαι φανατικός των giallo. Όσο ενδιαφέροντα και αν είναι τα οπτικά αποτελέσματα ενός Bava δεν παύουν να μου φαίνονται αστείες οι καταστάσεις - και ακόμα πιο αστείες οι ηθοποιίες. Ωστόσο στο σύνολό του πρόκειται για ενδιαφέρον κινηματογραφικό φαινόμενο, το οποίο μάλιστα διαθέτει φανατικούς οπαδούς. Θα σας πρότεινα να πάρετε μια γεύση, έστω κια δεν πάρετε το είδος πολύ στα σοβαρά. Η ταινία αυτή προσφέρεται.

Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2013

Η "ΑΤΙΘΑΣΗ ΚΑΡΔΙΑ" ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

Τι ακριβώς είναι η "Ατίθαση Καρδιά" (Wild at Heart) που γύρισε το 1990 ο τρομερός David Lynch; Road movie; Γκαγκστερική ταινία; Σκοτεινό νουάρ; Σουρεαλιστική κωμωδία; Ρομαντικό δράμα; Τίποτα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Και κάτι παραπάνω. Το παραπάνω βέβαια είναι η άμεσα αναγνωρίσιμη σουρεαλιστική, παρανοϊκή ίσως, οπτική του Lynch, που κάνει και τα πιο οικεία (κινηματογραφικά εννοώ) πράγματα να φαίνονται άγρια, σκοτεινά, νοσηρά, παράδοξα. Αυτό το χαρακτηριστικό άγγιγμά του, που μετατρέπει ακόμα και το πιο χιλιοειδωμένο στόρι σε ένα είδος κιτς εφιάλτη.
Ο άρτι αποφυλακισθείς Σέιλορ ξαναβρίσκει την αγαπημένη του Λούλα και, παραβιάζοντας την αναστολή του, φεύγει από την πολιτεία και μαζί τραβάνε για Καλιφόρνια. Ο δρόμος τους κάθε άλλο παρά "συνηθισμένος" είναι. Οι απίθανοι χαρακτήρες που συναντούν, σουρεαλιστικοί και παράξενοι, δεν αφήνουν κανέναν να πλήξει.... Στο μεταξύ η παρανοϊκή μητέρα της Λούνα προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει την κόρη της από την αγκαλιά του Σέιλορ και προσλαμβάνει έναν πληρωμένο δολοφόνο για να τον βγάλει από τη μέση, ενώ το παράφορα ερωτευμένο ζευγάρι συνεχίζει ανύποπτο τον παράξενο δρόμο του.
Όπως σε πολλές ταινίες του Lynch συχνά αναρωτιέσαι: Τώρα γιατί συνέβει αυτό; Γιατί ο συγκεκριμένος χαρακτήρας ξεστόμισε αυτή την ατάκα; Γιατί έκανε ό,τι έκανε; Και τι είναι αυτές οι αινιγματικές, δίχως ειρμό εικόνες που ξεπηδούν κάθε λίγο μπροστά στα μάτια μας; Ο Lynch μετατρέπει την καθημερινότητα σε έναν κόσμο ονείρου - ή μάλλον εφιάλτη. Αυτό είναι νομίζω το βασικό γνώρισμα του έργου του.
Εδώ πάντως θα μου επιτρέψετε να θεωρήσω σαν κύριο χαρακτηριστικό τις διαρκείς αναφορές στην κυρίαρχη αμερικάνικη μυθολογία και κουλτούρα. Φυσικά με μια ανεστραμένη οπτική, με έναν τρόπο που σκοτεινιάζει κάθε υποψία "αμερικάνικου ονείρου". Από το βασικό κιόλας στόρι που παραπέμπει σε ένα είδος Μπόνι και Κλάιντ, οι αναφορές που λέγαμε δεν σταματιούν. Ο "Μάγος του Οζ" είναι πανταχού παρόν, αφού οι δύο ήρωες μιλάν συνέχεια γι' αυτόν. Αλλά παρόν είναι και το ροκ και ο Έλβις Πρίσλεϊ, και το φιδίσιο σακάκι του Σέιλορ, που είναι αυτό που φορούσε ο Μάρλον Μπράντο στο "Fugitive Kid", και το κλασικό road movie με το αχανές αμερικάνικο τοπίο, τους δίχως τέλος δρόμους, και τα μεγάλα αμερικάνικα αυτοκίνητα, και τα μοτέλ στη μέση του πουθενά, και η ηλιόλουστη Καλιφορνια που αποτελεί τον τελικό στόχο για όλους, και οι γκάγκστερς, και το αμερικάνιο κιτς που περιβάλλει την μανιακή μάνα... Όλα βρίσκονται εδώ. Αλλά, το είπαμε. Ανεστραμένα. Παρανοϊκά. Σκοτεινά, τρομακτικά ενίοτε. Δίχως καμιά λογική.
Απολαυστικό και σοκαριστικό μερικές φορές, κωμικό και αιματοβαμένο ταυτόχρονα, παρανοϊκό και βαθιά ρομαντικό, το "Wild at Heart" αποτελεί νομίζω χαρακτηριστικότατη ταινία της "διεστραμένης" λυντσεϊκής ματιάς. Όχι, η Αμερική δεν είναι ακριβώς αυτό που έχουμε συνηθίσει από το Χόλιγουντ...

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2013

Η ADELE ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ

Έχουν γραφεί πολλά για τη "Ζωή της Αντέλ", την τολμηρή ταινία που γύρισε το 2013 ο πολύ καλός γαλλοτυνήσιος Abdellatif Kechiche, που παλιότερα είχε κάνει τα πολύ ενδιαφέροντα "Κους κους με Ψάρι" και "Μαύρη Αφροδίτη". Επειδή, φυσικά, αναφέρεται σε έναν παθιασμένο λεσβιακό έρωτα και, κυρίως, επειδή περιέχει δύο πολύ τολμηρές ερωτικές σκηνές. Βέβαια, θα πω εγώ, δύο σκηνές δεν είναι τίποτα μπροστά σε μια τρίωρη ταινία. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Η ιστορία είναι απλή. Η 15χρονη μαθήτρια Αντέλ νοιώθει ότι κάτι δεν την ικανοποιεί στις ερωτικές σχέσεις με συμμαθητές της. Όταν γνωρίζει την Εμά, μια φοιτήτρια της Καλών Τεχνών και δηλωμένη λεσβία, την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και εκείνη δέχεται τον έρωτά της. Η υπόλοιπη ταινία περιγράφει τη ζωή της Αντέλ τα επόμενα χρόνια (αποφοίτηση, επαγγελματική ζωή και καθημερινότητα) με βασικό άξονα βεβαίως τη σχέση της με την Εμά.
Ο Κεσίς βέβαια είναι από τους δημιουργούς που υπηρετούν έναν απόλυτο ρεαλισμό. Οι ταινίες του δίνουν βάρος και στην πιο μικρή λεπτομέρεια και τελικά το αποτέλεσμα είναι μια απόλυτα πιστή αναπαράσταση αληθινών καταστάσεων. Στην "Αντέλ" οδηγεί το στιλ αυτό στην τελειότητα. Οι σκηνές είναι συνήθως μακρές, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας προσεγμένες στο έπακρο, οι ερμηνείες σωματικές, άμεσες. Γι' αυτό ακριβώς βρίσκω τις μακρές και ασυνήθιστα ρεαλιστικές για mainstream σινεμά ερωτικές σκηνές εναρμονισμένες με το όλο κλίμα του φιλμ. Όπως ακριβώς μια σκηνή πάρτι, μια σκηνή κλάματος, ένας καβγάς, κρατάνε σε μάκρος, στη φυσική τους σχεδόν διάρκεια, το ίδιο γίνεται και με το σεξ. Ταυτόχρονα ο Κεσίς μελετά τη σχέση αυτού που θεωρείται "απαγορευμένο" με το ανθρώπινο ένστικτο, το οποίο συχνά αντιδρά και πάει κόντρα στα "επιτρεπτά". Έτσι η απόλαυση της ζωής μπορεί κάλλιστα να εναντιώνεται στα κάθε λογής "πρέπει". Και είναι συχνά, όπως προανέφερα, ενστικτώδης, δεν αφήνει δηλαδή πολλά περιθώρια αντίστασης. Γι' αυτό άλλωστε τονίζεται το "κεραυνοβόλο" της έλξης των δύο κοριτσιών. Ετσι δείχνεται επίσης κάτι που όλοι ξέρουμε στο βάθος του μυαλού μας. αλλά συχνά δεν το σκεφτόμαστε: Ότι οι νόμοι του ανθρώπινου πόθου και της της ερωτικής επιθυμίας είναι ανεξέλεγκτοι και άναρχοι - άσχετα αν κάποιος θα "υποκύψει" σ' αυτούς ή θα επιλέξει μια επώδυνη εγκράτεια. Επίσης οι ταξικές διαφορές, στα γούστα, στην αντιμετώπιση της ερωτικής επιθυμίας, στην επαγγελματική ενασχόληση κλπ. υπογραμμίζονται διακριτικά και δείχνουν πώς το οικονομικό / ταξικό στοιχείο καθορίζει εν πολλοίς τον ανθρώπινο χαρακτήρα (η Αντέλ κατάγεται από λαϊκή οικογένεια, η Εμά από πιο πλούσια).
Θα παρατηρήσω επίσης κάτι πολύ σημαντικό για μένα: Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν πρόκειται για μια gay ταινία. Τι εννοώ μ' αυτό; Προφανώς στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ομοφυλόφιλο ζεύγος, κάντε όμως ένα πείραμα: Βάλτε στη θέση των δύο πρωταγωνιστριών ένα "κανονικό", ετεροφυλόφιλο ζεύγος. Θα δείτε έκπληκτοι ότι σχεδόν τίποτα στην ιστορία δεν θα αλλάξει κατά βάθος, αν εξαιρέσει κανείς δύο σκηνές στην αρχή, εκεί που οι συμμαθήτριες επιτίθενται λεκτικά στην Αντέλ, φωνάζοντάς τη "λεσβία" κι εκεί που δεν αποκαλύπτει στους γονείς τη σχέση της με την Εμά, λέγοντας ότι είναι τάχα απλή φίλη. Σε όλο το υπόλοιπο φιλμ (3ωρο, υπενθυμίζω) τα πάντα είναι φυσιολογικά, συμβαίνει ό,τι ακριβώς μπορεί να συμβεί σε ένα "κανονικο" ζευγάρι. Δεν βασίζεται σε κάποια απαγόρευση, στο φόβο της αποκάλυψης (όπως για παράδειγμα συνέβαινε στο "Broadback Mountain") ή σε κάτι παρόμοιο. Αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση του όποιου ερωτικού πόθου ως κάτι απόλυτα κανονικό είναι που δίνει στην ταινία μια επιπλέον αξία.
Φυσικά θα επισημάνω κι εγώ την εξαιρετική ερμηνεία και των δύο κοριτσιών και κυρίως της εκπληκτικής Αντέλ Εξαρχόπουλος - από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες των πολλών τελευταίων ετών - και στο ότι προσωπικά η μεγάλη διάρκεια δεν με κούρασε. Δεν ξέρω αν συμφωνώ με τα 5 (!) αστεράκια που της έδωσαν αρκετοί κριτικοί, αλλά σίγουρα νομίζω ότι πρόκειται για πολύ σημαντική ταινία.
ΥΓ: Η ταινία βασίζεται σε ένα γαλλικό κόμικς της Ζιλί Μαρό.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2013

O DON JON ΚΑΙ Η ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ



O Joseph Gordon-Levitt είναι γνωστός νέος ηθοποιός. Το 2013 όμως περνά πίσω από την κάμερα γυρίζοντας το «Don Jon”, λογοπαίγνιο βεβαίως με το «Δον Ζουάν» (το οποίο είναι και ο ελληνικός τίτλος του φιλμ).
Πρόκειται για μια αισθηματική κομεντί… με αρκετές ιδιαιτερότητες όμως. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, είναι πιτσιρικάς, ανώριμος, όχι ιδιαίτερα διανοούμενος… αυτό που λέμε ένα «λαϊκό παιδί». Πηγαίνει σε νυχτερινή τεχνική σχολή, αλλά το πάθος του είναι άλλο: Οι γυναίκες. Είναι άσσος στο να δημιουργεί σχέσεις της μιας νύχτας (άντε της μιας βδομάδας), ψαρεύοντας κοπέλες από τα κλαμπ. Και τα καταφέρνει μια χαρά. Έχει και δύο κολλητούς παρομοίων επιδόσεων, και το θέμα συζήτησής τους βέβαια είναι μόνο αυτό. Ναι, αλλά το αληθινό πάθος του, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι ακριβώς οι γυναίκες – ή, τέλος πάντων, οι αληθινές γυναίκες. Είναι το ιντερνετικό πορνό! Αυνανίζεται πολλές φορές κάθε μέρα, κι αυτό ανεξάρτητα με το αν κάνει αληθινό έρωτα (την ίδια μέρα) ή όχι. Φτάνει μάλιστα σε σημείο να ανοίγει κρυφά το κομπιούτερ του ψάχνοντας για τσόντες μόλις αποκοιμηθεί η περιστασιακή σύντροφός του, με την οποία μόλις το έκανε! Μέχρι που γνωρίζει τη σούπερ γκόμενα Σκάρλετ Γιόχανσον και για πρώτη φορά στη ζωή του ερωτεύεται. Και πάλι όμως τα πράγματα δεν θα εξελιχτούν όπως τα περιμένετε.
Η ταινία διαθέτει αρκετή σεναριακή πρωτοτυπία για κομεντί. Για πρώτη φορά είδα μια μελέτη – ανάλαφρη έστω – για τον εθισμό στο πορνό. Και για πρώτη φορά άκουσα και μια ανάλυση (δια στόματος του ήρωα) για την ανωτερότητα του πορνό σε σχέση με το αληθινό σεξ. Σημειωτέον μάλιστα ότι οίδιος δεν έχει κανένα πρόβλημα να μιλά για το αληθινό του πάθος με τους φίλους του. Το πράγμα λοιπόν έχει αρκετό ενδιαφέρον, όταν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι η σχέση με την φοβερή Σκάρλετ δεν εξελίσσεται καθόλου όπως φαντάζεστε και υπάρχει και εκεί ανατροπή. Ωστόσο, παρά την πρωτοτυπία της, η ταινία δεν μου άρεσε και τόσο. Βλέπετε, παρά τα όσα σας είπα, βρήκα τελικά την κατάληξη κάπως «ξενέρωτη», αναμενόμενη. Μα καλά, θα μου πείτε, μόλις τώρα δεν σας μίλησα για την πρωτοτυπία της; Είναι παράξενο, αλλά η αναμενόμενη κατάληξη, η κοινοτοπία, εντοπίζεται στο ηθικό επίπεδο, όχι στο σεναριακό. Τελικά φεύγοντας είπα: «ΟΚ, για μία ακόμα φορά όλα πήγαν μια χαρά». Έστω και με όχι αναμενόμενο τρόπο. Κοινώς η ιδέα υπάρχει, αλλά ο Gordon-Levitt δεν την οδήγησε σε άκρα ή σε πραγματικά ανατρεπτικές λύσεις. Κατά βάθος λοιπον βρήκα το φιλμ συντηρητικό. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι δεν απογειώνεται – κατά τη γνώμη μου – ούτε σε χιουμοριστικό επίπεδο… Χμμμ…
Σίγουρα πάντως δεν το απορρίπτω εντελώς. Αξίζει για τις πρωτότυπες, φρέσκιες ιδέες που προανέφερα και για το ότι δεν το γυρίζει εντελώς στο ξενέρωτο ή τη φαρσοκωμωδία. Και, στο κάτω – κάτω, είναι η πρώτη (mainstream τουλάχιστον) ταινία που μιλά πολύ για ένα μάλλον απαγορευμένο θέμα: Τον απόλυτο εθισμό στην πορνογραφία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013

ΤΟ ΑΝΑΛΑΦΡΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΙ

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με λίδες λέξεις τον Patrice Leconte θα διάλεγα τις λέξεις "γλυκός", "ανάλαφρος", "χαριτωμένος". Και σχεδόν πάντοτε με χιούμορ, φυσικά. Όλα αυτά υπάρχουν σε υπέρτατο βαθμό στο "Κορίτσι της Γέφυρας" (Le Fille Sur le Ponte) του 1999. Πλην όμως, φοβάμαι ότι υπάρχουν μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Και είναι κακό αυτό; θα μου πείτε. Όχι ακριβώς. Αν όμως σε ένα φιλμ υπάρχει τόσο έκδηλη προσπάθεια να είναι μόνο αυτό, αν δηλαδή μιλάμε για μια ταινία παντελώς κενή περιεχομένου, ε, τότε έχω κάποιες αντιρρήσεις.
Η Βανέσα Παραντί (εκθαμβωτική εδώ) είναι μια αφελής κοπέλα, που παρασύρεται πολύ εύκολα από τους άντρες, οι οποίοι μετά την παρατάνε. Ενώ λοιπόν ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει πηδώντας από μια γέφυρα, σώζεται την τελευταία στιγμή από έναν μεσήλικα άντρα που τυχαίνει να βρίσκεται εκεί. Αυτός αποδεικνύεαται ότι είναι ζογκλέρ, απ' αυτούς που δουλεύουν σε τσίρκο και πετάνε μαχαίρια σε μια δεμένη κοπέλα. Φυσικά εκείνη θα δεχτεί να εξασκήσει το επικίνδυνο αυτό σπορ και θα γίνουν πετυχημένο ζευγάρι επί σκηνής, στη ζωή όμως τα πράγματα θα παραμείνουν σε μια σχέση συμπάθειας και μέχρις εκεί. Κάμποσα άλλα θα συμβούν  (η κοπέλα είναι πάντοτε επιρρεπής στους άντρες) μέχρι το λίγο-πολύ-όπως-το-περιμένουμε φινάλε.
Η ταινία βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει όμορφη, ασπρόμαυρη φωτογραφία και μια ακόμα πιο όμορφη Παραντί... και τίποτα άλλο. Νομίζω ότι εδώ ο Λεκόντ τραβά το χαριτωμένο στιλ του στα άκρα. Παύει να ενδιαφέρεται για οποιαδήποτε μορφή αληθοφάνειας, δίχως όμως να γίνεται σουρεαλιστικός ή να μπαίνει στο χώρο του φανταστικού. Παύει να ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε "περιεχόμενο" και παραμένει σε μια ευχάριστη και καλογυαλισμένη επιφάνεια ή/και στην προσπάθεια δημιουργίας στιλ (η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι νομίζω βασικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση). Παύει να ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε βαθύτερο ψάξιμο χαρακτήρων ή τόπων και γίνεται απλώς καρτποσταλικός (οι σκηνές στην Ιταλία, την Αθήνα - ναι, φαίνεται η Ακρόπολη - και στην Κωνσταντινούπολη είναι χαρακτηριστικά στερεοτυπικές και τουριστικές). Και στο τέλος σκάει απο το πουθενά κι ένας πέρα για πέρα "από μηχανής θεός" και όλα βαίνουν καλώς.
Ναι, φαντάζομαι ότι όλα αυτά γίνονται εν γνώσει του. Ότι ήθελε να φτιάξει κάτι που να είναι το άκρον άωτον του ανάλαφρου και του χαριτωμένου. Ωστοσο κατά τη γνώμη μου το παράκανε. Και, ναι, το είδα ευχάριστα, αλλά μέχρις εκεί. Απολύτως τίποτα άλλο. Επιτρέψτε μου να προτιμώ σαφώς αρκετές άλλες ταινίες του (από τον "Εραστή της Κομώτριας" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες" μέχρι τον "Άνθρωπο του Τρένου" και το "Tango")

Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2013

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΕΡΕΖ ΝΤΕΚΕΡΟΥ

Η "Therese Desqueyroux" ήταν αρχικά μυθιστόρημα του Φρανσουά Μοριάκ. Το 1962 ο πολύ ενδιαφέρων γάλλος δημιουργός Georges Franju (1912-1987) το μεταφέρει στην οθόνη με εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου τρόπο. Στον ομώνυμο ρόλο η πολύ καλή Εμανουέλ Ριβά, νέα τότε και όμορφη, η ίδια Ριβά που απολαύσαμε, ηλικιωμένη πλέον, στην "Αγάπη" του Χάνεκε.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας ζωντανής, ανήσυχης και σκεπτόμενης κοπέλας από τη γαλική επαρχία. Οι γονείς της αποφασίζουν να την παντρέψουν για περιουσιακούς λόγους με τον αδιάφορο και βαρετό Μπερνάρ και η ζωή της θα γίνει ασφυκτική. Ώσπου εκείνη, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ελευθερωθεί, αποφασίζει να τον δηλητηριάσει. Αποτυγχάνει όμως, και ο σύζυγος αρνείται να την μηνύσει για να μην προκληθεί σκάνδαλο. Αποφασίζει όμως να την φυλακίσει στο σπίτι... Από την αρχή ξέρουμε για την απόπειρα της Τερέζ και την "σικέ" αθώωσή της από το δικαστήριο. Το πώς έφτασε ως εκεί το βλέπουμε σε φλας - μπακ, ενώ το από εδώ και πέρα απασχολεί το δεύτερο μισό του φιλμ.
Βρήκα την ταινία εξαιρετική. Νομίζω ότι σπάνια ο κινηματογράφος έχει αποτυπώσει με τόσο δυνατό τρόπο την μιζέρια και την πλήξη της επαρχίας, την υποκρισία της, τον υπέρτατο φόβο των επιφανών μελών της για το "τι θα πουν οι άλλοι". Συγχρόνως καταφέρνει με εξ ίσου θαυμάσιο τρόπο να φτιάξει το πορτρέτο της γεμάτης ζωή και ενδιαφέροντα κοπέλας, που θα "θαφτεί" στη μουντή και πνιγηρή ατμόσφαιρα του σπιτιού, των συγγενών, του χωριού. Στη συνέχει θα αποτυπώσει εξ ίσου σπαρακτικά την πορεία τής κάποτε τόσο φρέσκιας και ευαίσθητης ηρωίδας προς την αυτοκαταστροφή. Επίσης το θέμα του εγκλεισμού, της φυλάκισης, που φαίνεται να απασχολεί τον Φρανζύ και σε άλλα φιλμ του, εξετάζεται εδώ με τρόπο ανατριχιαστικό, όπως - κάπως στο περιθώριο - περνά και το θέμα της κάθε άλλο παρά αδέκαστης δικαιοσύνης.
Η ταινία, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία της και την έντονη αντίθεση της φύσης, της εξοχής που το περιβάλλουν με την ασφυκτική ατμόσφαιρα του σπιτιού, κατάφερε να με παρασύρει. Κατάφερε να με κάνει να νοιώσω τα αδιέξοδα της ηρωίδας, ακόμα και την απελπισμένη, άδικη ίσως, απόφαση να σκοτώσει τον άντρα της (ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι ακριβώς "κακός". Είναι απλώς απόλυτα κομφορμιστής και συντηρητικός και, πάνω απ' όλα, αδυνατεί πραγματικά, ακόμα κι αν το προσπαθεί κάποιες στιγμές, να κατανοήσει το δράμα της γυναίκας του). Στην ταινία τέλος ενυπάρχουν και κάποιες νύξεις για έναν πρώιμο λεσβιακό - πλατωνικό πάντως - έρωτα της ηρωίδας προς μια αγαπημένη της φίλη, η οποία μάλιστα ζει για παρόμοιους λόγους με την πρωταγωνίστρια το δικό της δράμα.
Βρήκα την ταινία εξαιρετική, παρά τους αργούς ρυθμούς - τόσο ταιριαστούς ωστόσο στο κλίμα της. Τη θεωρώ μάλιστα ένα από τα σχετικά άγνωστα αριστουργήματα του κινηματογράφου.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 07, 2013

"Ο ΘΕΟΣ ΣΥΓΧΩΡΕΙ". ΕΓΩ ΜΑΛΛΟΝ ΘΑ ΔΥΣΚΟΛΕΥΤΩ...

Θαύμασα τον δανό Nicolas Winding Refn στο "Driver", όπου κατάφερε να κάνει ένα ατμοσφαιρικό νεο -νουάρ (δυστυχώς δεν έχω δει τις παλιότερες ταινίες του, για τις οποίες ακούω καλά λόγια). Είδα λοιπόν με προσδοκίες στο "Μόνο ο Θεός Συγχωρεί" του 2013. Δυστυχώς απογοητεύτηκα.
Η ταινία είναι γυρισμένη στη Μπανγκόγκ. Εκεί δύο αδέλφια αμερικανοί στήνουν μια επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών με προκάλυμα μια λέσχη πυγμαχίας. Ο ένας τους δολοφονεί μια πόρνη πάνω στον παροξυσμό του και τιμωρείται με το ίδιο νόμισμα από έναν παράξενο ταϊλανδό μπάτσο. Η αδίστακτη μητέρα τους καταφθάνει στην πόλη από την Αμερική και πιέζει τον εναπομείναντα να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του. Ο κύκλος του αίματος έχει ανοίξει για τα καλά...
Ο Refn, προσπαθώντας προφανώς να εντυπωσιάσει, στήνει μια ταινία όπου το βαρύτατο στυλιζάρισμα είναι το Α και το Ω της (και, φοβάμαι, και ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της). Υποβλητικοί, παράξενοι φωτισμοί, μυστηριώδης ατμόσφαιρα σχεδόν σε κάθε πλάνο, υπερβολικά αργοί ρυθμοί, για να τονίσουν ακριβώς αυτήν την πρωτοκαθεδρία της εικόνας, περίεργοι χαρακτήρες, με επί κεφαλής τον μπάτσο - εκδικητή... Ναι, η ατμόσφαιρα επιτυγχάνεται, νομίζω όμως ότι είναι παντελώς κενή περιεχομένου. Τα πάντα οδεύουν ολοταχώς προς την υπερβολή, προς το γκροτέσκο, και τελικά το φιλμ έφτασε να με κουράσει πολύ πριν το τέλος του.
Σίγουρα ο Refn προσπαθούσε να φτιάξει ένα απόλυτα cult φιλμ. Όπως είπα όμως, έφτιαξε κατά τη γνώμη μου μονάχα ένα φιλμ κουραστικό και άνευ λόγου ύπαρξης. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μέσα σ' αυτή τη "βαριά" ιστορία υπήρξαν στιγμές που μου προκάλεσαν ακόμα και γέλιο. Με πρώτες και καλύτερες τις σκηνές που ο μπάτσος, στα διαλείμματα της αιματηρής δουλειάς του, τραγουδά γλυκερά ταϊλανδέζικα τραγούδια σε καραόκε, ενώ οι υπόλοιποι υφιστάμενοί του μπάτσοι τον ακούνε ευλαβικά! Όσο για τα υπόλοιπα... θα επαναλάβω αυτό που είπα: Συμβαίνουν άνευ λόγου.
Ίσως η ταινία αρέσει σε κάποιους που λατρεύουν την εντυπωσιακή εικόνα (τους εντυπωσιακούς φωτισμούς για την ακρίβεια) και το αργό, τελετουργικό στοιχείο στην πλοκή, δίχως να ενδιαφέρονται καθόλου για το όποιο περιεχόμενο. Οι υπόλοιποι μάλλον θα πλήξουν. Πάντως, πέραν της απροσδόκητης παρουσίας της Κριστίν Σκοτ Τόμας στον ασυνήθιστο γι' αυτήν ρόλο της απόλυτης "σκύλας", θα επισημάνω ότι πρόκειται για ένα φιλμ στο οποίο δεν υπάρχει ούτε ένας θετικός χαρακτήρας. Ούτε ένας! Ναι, αυτό είναι αρκετά σπάνιο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 04, 2013

Ο ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ "ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ"

Ο Μπορίς Βιάν, συγγραφέας, μουσικός και μερικά άλλα, γράφει τον "Αφρό των Ημερών" το 1947 και δημιουργεί ένα απόλυτα σουρεαλιστικό Παρίσι και έναν παράλληλο κόσμο γεμάτο εκπλήξεις, θαυμαστές ιδέες και απίστευτα συμβάντα, που κάπου μοιάζει με τον κόσμο που ξέρουμε και ταυτόχρονα βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτόν. Θυμάμαι πόσο είχα μεγευτεί όταν το είχα διαβάσει, πολλά χρόνια πριν. Μόλις τώρα έμαθα ότι το βιβλίο αυτό, που σε πρώτη ματιά φαίνεται αδύνατο να μεταφερθεί στο σινεμά, έχει ήδη γυριστεί δύο φορές! Το αγνοούσα, σύμφωνα όμως με αυτόν που το έγραψε (διότι εγώ προφανώς δεν έχω προσωπική άποψη) και οι δύο ήταν αποτυχημένες. Το 2013 ο γάλλος Michel Gondry τολμά να το επιχειρήσει και πάλι και με το παιχνιδιάρικο, ρομαντικό και σουρεαλιστικό στιλ που έχει, μοιάζει ο κατάλληλος άνθρωπος για το εγχείρημα.
Η ιστορία είναι απλή: Στο εναλλακτικό, μαγικό Παρίσι της ταινίας ένας νεαρός, που ζει με τον υπηρέτη / δικηγόρο και μάγειρά του και είναι εφευρέτης του... πιανοκοκτέιλ, ενός πιάνου που ανάλογα με τη μουσική που παίζεις σ' αυτό συνθέτει κοκτέιλ, ερωτεύεται μια κοπέλα. Ο έρωτάς τους είναι αμοιβαίος, υπέροχος και σύντομα οδηγεί σε γάμο. Όλα μοιάζουν τέλεια, μέχρι που η κοπέλα προσβάλλεται από μια παράξενη ασθένεια: Ένα λουλούδι μεγαλώνει στον πνεύμονά της και όλα γύρω, τα άψυχα αντικείμενα, το ίδιο το σπίτι, αρχίζουν να σκοτεινιάζουν και να μεταλλάσσονται προς το χειρότερο...
Το φιλμ (και το βιβλίο), εκτός από τον προφανή σουρεαλισμό του, είναι πλημμυρισμένο από ρομαντισμό και ταυτόχρονα σατιρίζει καυστικά το Παρίσι της εποχής, κάνοντας πλάκα με τον Σαρτρ, τη τζαζ που κυριαρχεί στο φιλμ (ο ίδιος ο Βιαν ήταν και τζαζ μουσικός) και άλλα. Και αποτελεί ένα οπτικό παραλλήρημα, καθώς ο Gondry εικονογραφεί συχνά με έξυπνο και αναπάντεχο τρόπο το παράδοξο σύμπαν του Βιαν, με τους χορούς που κάνουν τα πόδια να μακραίνουν, τα σπίτια που από τετράγωνα γίνονται στρογγυλά, το όχημα που κινείται πάνω σε ένα σύννεφο κλπ.
Εντάξει λοιπόν με την ευφάνταστη οπτική επιφάνεια. Παρά τα αρκετά εντυπωσιακά της στοιχεία όμως, δεν τη βρήκα καλή ταινία. Κάποια στιγμή ο καταιγισμός εικόνων με κούρασε, το σενάριο άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του και στο τέλος είχα μάλλον πλήξει - πράγμα παράδοξο με τόσες αναπάντεχες εικόνες - καθώς εύρισκα το όλο πράγμα ανούσιο. Συνολικά λοιπόν δεν μετάνοιωσα που την είδα, η ταινία αποτελεί ούτως ή άλλως ένα οπτικό παράδοξο, αλλά δεν την θεωρώ καλή. Νομίζω ότι κάπου ο Gondry το έχασε (πράγμα που νομίζω ότι του συμβαίνει συχνά, παρά την καλπάζουσα οπτική φαντασία του). Τελικά πείθομαι ότι αυτός εδώ ο "Αφρός" είναι όντως αδύνατο να μεταφερθεί στην οθόνη...


Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2013

Η ΕΜΜΑ ΜΠΛΑΝΚ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ

To 2009 ο δαιμόνιος ολλανδός Alex van Warmerdam γυρίζει τις "Τελευταίες Μέρες της Εμμα Μπλανκ" (De laatste dagen van Emma Blank) και πραγματοποιεί έτσι μια ακόμα σαρδόνια επίθεση ενάντια στο θεσμό της οικογένειας. 
Σε ένα απομονωμένο μεγάλο σπίτι κοντά στη θάλασσα η Έμμα Μπλανκ περιστοιχίζεται από υπηρέτες, που ο καθένας τους έχει κάποιο ρόλο στο σπίτι: Μπάτλερ, μαγείρισα, καθαρίστρια, "παιδί για όλες τις δουλειές" κλπ. Κάποιος απ' αυτούς παίζει ακόμα και το ρόλο του σκύλου της (ο "σκύλος, σημειωτέον, ερμηνεύεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη)! Η Έμμα συμπεριφέρεται σ' αυτούς με πραγματικά άθλιο, εξοργιστικό τρόπο, σα να ήταν πράγματα. Οι παράλογες απαιτήσεις της γίνονται χειρότερες μέρα με τη μέρα. Εκείνοι δυσανασχετούν, αλλά κανείς δεν επαναστατεί εναντίον της, όπως θα ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Σύντομα μαθαίνουμε ότι η δεσποτική Έμμα πάσχει από ανίατη ασθένεια και στην ουσία ζει τις τελευταίες της μέρες, αλλά ακόμα κι έτσι παραμένει μυστήριο το πώς η απαράδεκτη συμπεριφορά της, που εξακολουθεί να χειροτερεύει, γίνεται ανεκτή. Ώσπου κάποια στιγμή αποκαλύπτεται... αλλά ας μη σας πω τι αποκαλύπτεται. Όσο για το τραγικό, κατάμαυρο τέλος, μας αφήνει με ένα σωρό πτώματα, όπως άλλωστε συνηθίζει να κάνει ο Warmerdam.
Το κλειδί για την κατανόηση των ταινιών του είναι το ότι όλα του τα φιλμ, όπως άλλωστε ο ίδιος έχει δηλώσει, είναι κατά βάθος κωμωδίες. Ζοφερές, με κατάμαυρο χιούμορ, με πτώματα, με δραματικές καταστάσεις, με μπόλικο σουρεαλισμό, αλλά κωμωδίες. Το πνεύμα του Μπουνουέλ δεν βρίσκεται καθόλου μακριά. Στην "Έμμα Μπλανκ", ας πούμε, γίνεται μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στο θεσμό της οικογένειας, που εδώ παρουσιάζεται ως μία καθε άλλο παρά "γεμάτη θαλπωρή φωλιά". Εδώ τα μέλη πασχίζουν να ξεσκίσουν το ένα τις σάρκες του άλλου, δεν διστάζουν να φτάσουν ακόμα και στο φόνο. Τα περιθώρια είναι πραγματικά ασφυκτικά. Καμιά χαρά, καμιά ζεστασιά δεν υπάρχει. Μόνο μίσος και συμφέρον.
Ίσως κάπως ενοχληθείτε από τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι πολύ, μην τρομάζετε). Και σίγουρα μην περιμένετε μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ κυριαρχεί ένα ύπουλο, κατάμαυρο όπως είπαμε χιούμορ, που συχνά αγγίζει τα όρια του παράλογου. Και σίγουρα δεν μιλάμε για μια mainstream ταινία. Γι' αυτό, όσοι έχετε συνηθίσει στις χολιγουντιανές συμβάσεις και μόνο σ' αυτές, μάλλον πρέπει να το αποφύγετε. Οι υπόλοιποι ελπίζω να το διασκεδάσετε (μέσα στη μαυρίλα του), όπως εγώ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 31, 2013

"PRISONERS" ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΣΑΣΠΕΝΣ ΚΑΙ TIMING

O Denis Villeneuve είναι ο γαλόφωνος καναδός (εκ Κεμπέκ) που είχε γυρίσει το κάπως υπερβολικό "Μέσα από τις Φλόγες". Το 2013 όμως κάνει μια ταινία που προσωπικά μου άρεσε πολύ: Το "Prisoners".
Πρόκειται για ένα υποδειγματικό κατά τη γνώμη μου θρίλερ. Τη Μέρα των Ευχαριστιών οι μικρές κόρες δύο φιλικών οικογενειών απάγονται. Οι υποψίες πέφτουν σε έναν καθυστερημένο, που είχε παρκάρει το τροχόσπιτό του έξω από το σπίτι. Η αστυνομία τον συλλαμβάνει, αλλά δίχως αποδεικτικά στοιχεία τον αφήνει ελεύθερο. Τότε ο οξύθυμος και "άνθρωπος της δράσης" πατέρας της μιας οικογένειας αποφασίζει να αναλάβει δράση μόνος του.
Τα όσα ακολουθούν βρίσκονται πολύ μακριά από τις ταινίες με αυτόκλητους προστάτες που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους και, συνήθως, "καθαρίζουν" ως ήρωες. Εδώ τα τραγικά (ή αν προτιμάτε εφιαλτικά) γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, οδηγώντας την κατάσταση σε ασφυκτικό αδιέξοδο και τις προσωπικές ζωές όλων όσων εμπλέκονται σε μια κόλαση. Βλέπετε, η αυτοδικία δεν είναι πάντοτε η καλύτερη λύση... Παράλληλα με όλα αυτά παρακολουθούμε τις προσπάθειες ενός ντετέκτιβ της αστυνομίας να διελευκάνει την υπόθεση.
Κανένας από τους δύο βασικούς χαρακτήρες δεν είναι τέλειος ή ηρωικός. Ο ίδιος ο ντετέκτιβ, ο οποίος εκπροσωπεί υποτίθεται το Καλό, είναι απόλυτα προβληματικός σαν άτομο, παρά τις επιτυχίες στη δουλειά του. Απόλυτα μοναχικός, "παντρεμένος" με τη δουλειά του, κλειστός χαρακτήρας, με εμμονές, με αδιευκρίνιστη (ή ίσως ανύπαρκτη) προσωπική ζωή... και ίσως και άλλα σκοτεινά σημεία. Το μόνιμο νευρικό τικ στα μάτια θα σας πείσει για τα προβλήματα που κουβαλά. Φυσικά και ο πατέρας κάθε άλλο παρά ηρωικός χαρακτήρας είναι. Ο παρορμητισμός του άλλωστε και η καταπιεσμένη οργή (ίσως στο χαρακτήρα αυτόν διακρίνουμε και κάποια κρυπτοφασιστικά χαρακτηριστικά) θα τον εμπλέξει σε έναν εφιαλτικό φαύλο κύκλο. Έτσι το φιλμ κοιτά και τον κοινωνικό περίγυρο και εξετάζει και το πρόβλημα της αυτοδικίας. Πολύ καλοί είναι στους βασικούς ρόλους τόσο ο ζέικ Γκίλενχαλ όσο και ο Χιου Τζάκμαν.
Ο χώρος όπου διαδραματίζονται όλα αυτά, κάποια αμερικάνικη πόλη, ξεχωρίζει για την ασχήμια του. Απρόσωπα σπίτια και τοπία, γκρίζο, χειμωνιάτικο κλίμα, παρατημένοι ή φριχτά κοινότοποι εσωτερικοί χώροι, και ολα αυτά να τονίζονται από τη μουντή και γκρίζα φωτογραφία, η οποία επιτείνει την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Είναι σαν όλα αυτά να συμβάλλουν σε ένα είδος διακριτικής κοινωνικής κριτικής, δίχως ποτέ να βλέπουμε ανοιχτά κάτι τέτοιο.
Εκτός πάντως όλων αυτών και πέρα από τις όποιες δεύτερες σκέψεις γεννά το φιλμ, το γεγονός είναι ότι διαθέτει άφθονο σασπένς και ότι το παρακολούθησα πραγματικά καθηλωμένος. Κάτι ανάμεσα στο "Zodiac" και τη "Σιωπή των Αμνών" (υιοθετώντας πάντως περισσότερο την αισθητική του πρώτου), είναι ένα από τα καλύτερα θρίλερ που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Όσο για τους "Prisoners" του τίτλου, σύντομα θα διαπιστώσετε ότι δεν αναφέρονται μόνο στα δύο παιδιά που έχουν απαχθεί, αλλά και σε αρκετούς άλλους γύρω τους...

Τρίτη, Οκτωβρίου 29, 2013

ΕΝΑΣ ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΑ ΚΑΛΟΣ κ. ΤΣΙΠΣ

Εκεί πίσω στα 1939 ο "παντός καιρού" σκηνοθέτης (όπως και πάμπολλοι άλλοι άλλωστε) Sam Wood (1883-1949) μαζί με τον Sidney Franklin (1893-1972) μεταφέρουν στην οθόνη το βιβλίο του James Hilton "Goodbye, Mr Chips". Η ταινία γίνεται μεγάλη επιτυχία. Πρόκειται για μια ιστορία που διαδραματίζεται σε εύρος 60 χρόνων και παρακολουθεί τη ζωή ενός καθηγητή λατινικών, από τη νεαρή του ηλικία, όταν πρωτοπαρουσιάζεται στο σχολείο αρρένων (όπου θα υπηρετήσει για όλη του τη ζωή) μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Παράλληλα με τη ζωή του περνάν και κάποια από τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη Μεγάλη Βρετανία. Ο βασικός ρόλος ερμηνεύεται από τον πολύ καλό Ρόμπερτ Ντόνατ, ενώ στο φιλμ κάνει την πρώτη της εμφάνιση η Greer Garson.
Η ταινία φοβάμαι ότι σήμερα δείχνει απόλυτα την ηλικία της. Κατά τη γνώμη μου το μεγάλο της πρόβλημα είναι η μονοδιάστατη οπτική της και μάλιστα σε πολλά επίπεδα:
Από τη μία υπάρχουν οι χαρακτήρες. Ε, λοιπόν, όλοι είναι "καλοί". Πάρα πολύ καλοί. Με πρώτο και καλύτερο βέβαια τον πρωταγωνιστή. Ο υπέροχος αυτός κ. Τσιπς, νεαρός καθηγητής αρχικά, μοναχικός μεσήλικας στη συνέχεια, με ένα σύντομο διάλειμμα γάμου και έρωτα στη ζωή του, γηραιός στη συνέχεια και στο τέλος, παραμένει πάντοτε υπέροχος. Ιδεαλιστής, απόλυτα δοσμένος στη δουλειά του, με βαθιά αγάπη στα παιδιά που διδάσκει, με χιούμορ όποτε χρειάζεται, είναι πάντοτε ένας "καλός άνθρωπος". Τίποτα δεν σκιάζει τη ζωή του, ποτέ δεν μπαίνει σε κάποιον πειρασμό, ποτέ δεν αμφιβάλλει ή δεν σκοντάφτει. Και φυσικά και στον έρωτα - που έρχεται κάπως αργά - είναι ιδανικός: Ρομαντικός, πιστός, αφοσιωμένος στη γυναίκα που αγαπά. Με λίγα λόγια τέλειος. Συγνώμη, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν στ' αλήθεια τέτοιοι ιδανικοί χαρακτήρες.
Από την άλλη πάλι υπάρχει το βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό των κλειστών σχολείων - οικοτροφείων, τα οποία είναι αρρένων ή θηλέων μόνο (κάτι σαν τη σχολή του Χάρι Πότερ, αλλά με αγόρια μόνο στον "κ. Τσιπς"). Ε, λοιπόν αυτό το σύστημα παρουσιάζεται στο φιλμ ως τέλειο. Ακόμα κι αν υπάρχουν κάποιες ."άβολες" στιγμές, η αγάπη, η συνεργασία, η αμοιβαία κατανόηση καθηγητών - μαθητών είναι δεδομένη και πάντοτε το σύστημα λειτουργεί άψογα. Καμιά σκιά, καμιά σύγκρουση, κανένα σκοτεινό σημείο. Και, βέβαια, καμία σχέση με ταινίες με παρόμοιο θέμα όπως "Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών".
Αν εξαιρέσουμε όλη αυτή τη συσσωρευμένη αφέλεια, η ταινία περιέχει ορισμένες πραγματικά συγκινητικές στιγμές, οι οποίες πάντως μάλλον έρχονται σπάνια σε μια γενικά επίπεδη αφήγηση. Σας είπα: Είναι από τα παλιά φιλμ που προσωπικά θεωρώ μάλλον ξεπερασμένα και βαρετά.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2013

Ο "ΜΙΚΡΟΣ ΤΟΝΙ" ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΙΟ...

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε τον ολλανδό σκηνοθέτη . Εγώ τον έμαθα πρόσφατα και τον βρήκα πολύ ιδιάιτερο. Αν έπρεπε να τον συγκρίνουμε με κάποιον, θα λέγαμε ότι είναι ένας σύγχρονος απόγονος του Bunuel. Διαθέτει αρκετά στοιχεία σουρεαλισμού και, κυριως, μια ανατρεπτική και κοφτερή σάτιρα σύγχρονων καταστάσεων (που σχετίζονται με τη δυτική ευμάρεια και αφθονία) και κατάμαυρο συνήθως χιούμορ. Ένας από τους προσφιλείς του στόχους είναι η οικογένεια στην σύγχρονη, μοντέρνα μορφή της, η ολλανδική κυρίως. αλλά και η δυτική γενικότερα. Με διάφορους τρόπους την αποδομεί, την "πειράζει", την χλευάζει ενίοτε.
Το "Little Tony" (Kleine Teun) γυρίστηκε το 1998 και, όπως πάντοτε σχεδόν, στηρίζεται σε μια "κουφή" ιστορία. Σε απομονωμένο αγροτικό σπίτι στην απελπιστικά επίπεδη Ολλανδία ζει ένα άτεκνο ζευγάρι. Ο σύζυγος είναι αναλφάβητος και δεν έχει κανένα πρόβλημα μ' αυτό, η γυναίκα του όμως, που αναγκάζεται να του διαβάζει τους υπότιτλους στην τηλεόραση, ενοχλείται και αποφασίζει να προσλάβει μια δασκάλα γι' αυτόν. Η οποία τυγχάνει όμορφη, ο αγρότης την ερωτεύεται και, προς μεγάλη του σύγχιση, ενθαρύνεται από τη σύζυγο να προχωρήσουν οι σχέσεις τους, ώστε να ξεθυμάνει το πάθος τους και αυτός να ξαναγυρίσει κοντά της. Κι οχι μόνο αυτό: Τον προτρέπει να κάνει και παιδί μαζί της, αφού οι ίδιοι δεν μπορούν. Από εκεί και πέρα ξεκινά σειρά από εξωφρενικές καταστάσεις, που θα καταλήξουν σε σκοτεινό και μαύρο τέλος.
Οι τραβηγμένες φάσεις (επίτηδες φυσικά) δίνουν και παίρνουν. Το χιούμορ, όπως είπαμε, είναι μαύρο και θα καταλήξει σε φόνους (προσφιλές τέλος για τον Warmerdam). Στο μεταξύ ο σαρδόνιος δημιουργός έχει προλάβει να ανατρέψει πολλά απ' όσα ξέρουμε και πιστεύουμε για τον θεσμό της οικογένειας, έχει καταφέρει να μας διασκεδάσει και να μας ενοχλήσει ταυτόχρονα και, γενικά, να σκάψει τα θεμέλια αρκετών δεδομένων. Όχι, η οικογένεια στην ταινία αυτή δεν είναι όπως θα νομίζατε! Σημειώνω επίση τον κυρίαρχο ρόλο που παίζει το βαρετό ολλανδικό τοπίο στην ταινία (όπως και σε άλλες δικές του). Ναι, η ευμάρεια κυριαρχεί, πλην όμως...
Οι ρυθμοί είναι μάλλον αργοί, δεν υπάρχει γρήγορο μοντάζ και οι (σουρεαλιστικές μερικές φορές) καταστάσεις χτίζονται σταδιακά. Ανεξάρτητα απ' αυτά η ταινία με διασκέδασε με έναν διεστραμένο τρόπο, πράγμα που συμβαίνει με όλες του ολλανδού δημιουργού. Την συστήνω σαν μια εισαγωγή στο έργο του. Αν σας κουράσει ή σας ενοχλήσει αφείστε τον. Αν σας διασκεδάσει όμως, ψάξτε και τις υπόλοιπες, που κινούνται στο ίδιο κλίμα. Προσεχώς θα γράψω και για μερικές άλλες απ' αυτές.
ΥΓ: Ο βασικός ρόλος ερμηνεύεται από τον ίδιο το σκηνοθέτη, ο οποίος παίζει στις περισσότερες ταινίες του.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 25, 2013

J.A.C.E.: ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ...

Ο Μενάλαος Καραμαγκιώλης είναι αυτός που πίσω στα 1989 είχε κάνει το καλό ντοκιμαντέρ "Rom", ενώ το 1998 μας προσγείωσε ανώμαλα με το ανεκδιήγητο (πλην όμως υπερπαραγωγή) "Black Out". Πολύ φοβάμαι ότι το "J.A.C.E." του 2011 βρίσκεται πολύ κοντά στο τελευταίο.
Με ένα σενάριο που θέλει έναν μικρό αλβανό να γίνεται μάρτυρας της σφαγής της οικογένειάς του από αλβανούς μαφιόζους, να ξεφεύγει στην Ελλάδα και να μεγαλώνει βωβός, περνώντας κυριολεκτικά από σαράντα κύματα, είναι σα να προσπαθεί να τα πει όλα με μιας και, τελικά, να μην του βγαίνει τίποτα. Ο ενήλικος πλέον ήρωάς μας χάνει το νεφρό του, μπλέκεται με κυκλώματα πορνείας, αντρικής και γυναικείας, ερωτεύεται μια γυναίκα που τα έχει με τον "αρχικακό", γνωρίζει καλούς και κακούς μπάτσους, ξανασυναντά την παιδική του φίλη με την οποία είχαν προσπαθήσει να δραπετεύσουν, η οποία, σημειωτέον, τα έχει με άλλον πολύ κακό τύπο, γίνεται φίλος με ένα τραβεστί, κατηγορείται για δολοφονία που δεν έκανε... για να σας πω μόνο μερικά από όσα συμβαίνουν στον ταλαίπωρο αυτόν σύγχρονο Όλιβερ Τουίστ (όπως ο ίδιος ο δημιουργός τον έχει αποκαλέσει) και τελικά, όταν πλησιάζουμε στο τέλος (είναι και κοντά δυόμιση ώρες) είσαι σίγουρος ότι όπου νά'ναι θα βγει και κανένα ζόμπι ή κανένας εξωγήινος, που μέχρι τώρα ξέχασε να χρησιμοποιήσει ο σκηνοθέτης. Το κακό είναι ότι όλος αυτός ο αχταρμάς δεν κατάφερε καν να με συγκινήσει, να με κάνει να ταυτιστώ με τον βασανισμένο ήρωα. Α, να μη ξεχάσω και τις εκατόμβες νεκρών που συσσωρεύονται σε όλη τη διάρκεια του φιλμ...
Πραγματικά το σενάριο είναι ανεκδιήγητο, με πλήθος από σεναριακές ευκολίες και συμπτώσεις, ενώ όλα μοιάζουν να γίνονται στους ίδιους πάντα χώρους ενώ τα χρόνια περνούν. Πολύ κρίμα! Και λέω πολύ κρίμα επειδή ο Καραμαγκιώλης είναι ένας πολύ ικανός σκηνοθέτης. Είναι αυτό που λέμε "ξέρει σινεμά". Το γύρισμά του είναι συχνά εντυπωσιακό, η αφήγηση κοφτή, μερικές από τις εικόνες ωραίες και γενικά νομίζω ότι σκηνοθετικά δεν έχει κάτι να ζηλέψει από αρκετούς χολιγουντιανούς συναδέλφους του. Το κακό όμως είναι αυτή η ακατάσχετη σεναριακή φλυαρία (κι ας είναι μουγγός ο ήρωας), οι απιθανότητες, οι τραβηγμένες απο τα μαλιά καταστάσεις. Αν κάποτε αποφάσιζε να αφηγηθεί μια πιο στρωτή, μεστή και "συμμαζεμένη" ιστορία, ίσως να βλέπαμε μια πολύ καλή ελληνική ταινία. Ξέρετε, η θέληση να καταγγείλεις καμιά εκατοστή κακώς κείμενα (παράνομη μεταμόσχευση οργάνων, trafficking, μαφίες, παιδική εκμετάλλευση, διαφθορά στην αστυνομία και κάμποσα ακόμα) δεν είναι σε καμιά περίπτωση αρκετή για να βγει μια καλή ταινία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 24, 2013

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ "ΠΑΡΕΛΘΟΝ"

Να λοιπόν που "από το πουθενά" ο ιρανός Ashgar Farhadi αποδεικνύει ότι είναι ένας από τους 5-6 σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες. Με "Το Παρελθόν" του 2013 κάνει την τρίτη εξαιρετική ταινία του στη σειρά (οι προηγούμενες ήταν τα "Τι Απέγινε η Έλι" και "Ένας Χωρισμός") - από αυτές έχω δει εγώ, γιατί μαθαίνω ότι και παλιότερές του ήταν πολύ καλές
Όπως και στο "Χωρισμό" η ιστορία βασίζεται σ' ένα προσυμφωνημένο διαζύγιο. Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στη Γαλλία και όχι στο Ιράν, όπου γυρίστηκε και το φιλμ. Ο ήρωας επιστρέφει στο Παρίσι μετά 4 χρόνια για να υπογράψει τα χαρτιά διαζυγίου με τη γαλίδα γυναίκα του, που ετοιμάζεται να παντρευτεί τον εραστή της, ενώ και οι δύο έχουν παιδιά από άλλους γάμους. Το παρελθόν όμως, πολύπλοκο και αναπάντεχο, δεν θα αφήσει τίποτα να πάει ομαλά.
Η ταινία διαθέτει πολλά επίπεδ και μιλά ταυτόχρονα για πολλά πράγματα. Για τις ανθρώπινες σχέσεις, την αλλοτρίωση και τη φθορά τους, για τις διαφυλετικές σχέσεις και τις δυσκολίες τους, για τα παιδιά και το πώς βιώνουν τη διάλυση των οικογενειών τους, για τη δύναμη του παρελθόντος, που δεν αποσύρει ποτέ τη σκιά του από το παρόν, για τις σύγχρονες ψυχασθένειες και ανασφάλειες, απόρροια ενός ασφυκτικού και ανασφαλούς παρόντος... και για άλλα που μου έρχονται στο νου κάθε φορά που σκέφτομαι το φιλμ.
Φυσικά πρόκειται για ρεαλιστική ταινία, απ' αυτές που περιγράφουν αριστοτεχνικά την πραγματικότητα. Και λοιπόν; θα μου πείτε. Μπορεί να βαριέστε τον ρεαλισμό, μπορεί να νομίζετε ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Εδώ όμως έγκειται η ιδιαιτερότητα και η ιδιοφυία του Farhadi : Όπως και οι προηγούμενες δουλειές του - κι ίσως εδώ ακόμα περισσότερο - έτσι κι αυτή είναι διαπραγματευμένη με έναν τρόπο που θυμίζει θρίλερ. Σε επίπεδο σεναρίου βεβαίως, αφού σαν εικόνα μιλάμε για ένα είδος ταινίας δωματίου. Τι εννοώ θρίλερ; Εννοώ ότι τίποτα δεν είναι γνωστό από την αρχή για το παρελθόν των ηρώων. Όσο προχωρά το φιλμ, όλο και περισσότερες αποκαλύψεις γίνονται, συμπληρώνοντας τα κομάτια ενός πολύπλοκου παζλ. Κι όχι μόνο αποκαλύψεις! Κάθε μία απ' αυτές αποτελεί και μία απροσδόκητη ανατροπή. Έτσι ο θεατής (εγώ τουλάχιστον) βρίσκεται να παρακολουθεί μια κοινωνική ταινία κυριολεκτικά με κομένη την ανάσα, όπως θα παρακολουθούσε ένα αστυνομικό φιλμ, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί και τι απ' όσα αποκαλύπτονται είναι αλήθεια ή έστω συμβάλλουν στην αποκάλυψη της ολοκληρωμένης αλήθειας. Ιδιοφυές! Η ίδια η δομή του σεναρίου είναι ανορθόδοξη, αφού στο πρώτο μέρος ο διαζευγμένος σύζυγος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, για να περάσει στη συνέχεια σταδιακά σε δεύτερο επίπεδο, ενώ σε βασικό χαρακτήρα "προβιβάζεται" ο εραστής και μέλλων σύζυγος, ο οποίος μέχρι τότε ελάχιστα είχε φανεί.
Θα μπορούσα να πω κι άλλα για το φιλμ, για τη βαθύτατη γνώση ψυχολογίας του δημιουργού, για τα ολοκληρωμένα πορτρέτα των ηρώων κλπ. Αλλά είμαι σίγουρος ότι πολλά θα τα ανακαλύψετε εσείς. Για μένα η ταινία έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση της στις καλύτερες 10 της σεζόν που διανύουμε.
.

Κυριακή, Οκτωβρίου 20, 2013

ΑΝΘΡΩΠΟΣ + ΜΗΧΑΝΗ = TETSUO

Βρισκόμαστε στα 1989, όταν σαν βόμβα πέφτει στα κινηματογραφικά πράγματα το γιαπωνέζικο, ανορθόδοξο "Tetsuo" του Shin'ya Tsukamoto, μια ασπρόμαυρη ταινία που δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχετε δει. Πριν γράψω οτιδήποτε, προειδοποιώ ότι το φιλμ είναι για πολύ λίγους, όχι μόνο λόγω των βίαιων, σπλάτερ σκηνών που περιέχει, αλλά και επειδή βρίσκεται στα όρια του πειραματικού σινεμά.
Κάποιος (παρανοϊκός; δεν θα μάθουμε ποτέ τίποτα γι' αυτόν) χώνει στο σώμα του μεταλικά κομάτια (βίδες, σίδερα κλπ.). Σκοτώνεται (;) από έναν υπάλληλο, ο οποίος στη συνέχεια "κολλά" μια παρόμοια ασθένεια: Μέρη του σώματός του μετατρέπονται σε μεταλικά εξαρτήματα, που ξεπετιούνται από παντού ανεξέλεγκτα. Όλο και μεγαλύτερο μέρος του κορμιού του "καταλαμβάνεται" από μέταλλο. Κάποια στιγμή συγκρούεται με τον αρχικό χαρακτήρα, ο οποίος προφανώς δεν έχει πεθάνει, και τελικά οι δυο τους ενώνονται δημιουργώντας ένα γιγάντιο μεταλικό τέρας.
Αυτά σε γενικές γραμμές, αν μπορείτε να κατανοήσετε κάτι. Βλέπετε, στο φιλμ τίποτα απολύτως δεν εξηγείται, ποτέ δεν μαθαίνουμε την προέλευση ή το background των χαρακτήρων ούτε τα όποια κίνητρά τους. Αυτό που κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος είναι ένας διαρκής φετιχισμός για το μέταλλο, το scrap, τα μεταλικά εξαρτήματα κάθε είδους (όπως. π.χ. ένα πέος - γιγάντια βίδα). Όλο αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ώς ένα αρωστημένο όνειρο ή ως ένα είδος προειδοποίησης για την επικείμενη ένωση ανθρώπου και μηχανής ή για την άλωση του ανθρώπου από τη μηχανή ή για το χάσιμο της ψυχής καθώς μετατρέπεται σε μηχανικό, ανεξέλεγκτο cyborg ή, τέλος πάντων, δώστε εσείς όποια άλλη ερμηνεία θέλετε, αν πρέπει να δώσετε ντε και καλά κάποια ερμηνεία. Διότι πιθανόν το φιλμ να μην αποσκοπεί σε τίποτα άλλο από την ικανοποίηση ενός νοσηρού φετιχισμού που αποβλέπει στη μηχανοποίηση του ανθρώπινου σώματος.
Όλα αυτά είναι δοσμένα με έναν πραγματικά σαλταρισμένο τρόπο. Ο λόγος είναι ελάχιστος, είναι σα να παρακολουθούμε μια βουβή ταινία. Ωστόσο το φιλμ είναι πλημυρισμένο από εκκωφαντική, κυριολεκτικά "βιομηχανική" μουσική, τόσο, που μοιάζει με ένα τεράστιο σε διάρκεια βιντεοκλίπ. Τα (αηδή πολλές φορές) εφέ είναι εντυπωσιακά και ο φετιχισμός για το μέταλλο εμφανής, καθώς υπάρχουν πολλά αφηρημένα πλάνα που δείχνουν απλώς σωρούς από μέταλλα, καλώδια, scrap, που κινούνται από μόνα τους.
Σαλταρισμένο βιντεοκλίπ; Πειραματικό σινεμά; Άσκηση ύφους δίχως περιεχόμενο; Προειδοποίηση ή πόθος για την ένωση ανθρώπου - μηχανής; Χαρακτηρείστε το όπως θέλετε. Σίγουρα όμως δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχετε δει και απευθύνετε (το ξαναείπα) σε λίγους. Κατατάξτε το (αν πρέπει) στην κατηγορία που κατατάσσονται παράδοξες ταινίες όπως το "Eraserhead" και... καλό κουράγιο. Η ευθύνη δική σας.

Σάββατο, Οκτωβρίου 19, 2013

"ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ" : ΟΤΑΝ ΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΙΚΟ

Πολλοί θεωρούν το "The Searchers" ("Η Αιχμάλωτη της Ερήμου") που γύρισε ο John Ford (1894-1973) το 1956 ως το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών. Μερικοί φτάνουν να το θεωρούν ίσως και την καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Μου είναι αδύνατο να αποφανθώ για "την καλύτερη ταινία" ή "το καλύτερο γουέστερν", σίγουρα όμως μιλάμε για ένα αριστούργημα.
Ο Τζον Γουέιν είναι ο μοναχικός βετεράνος του εμφυλίου πολέμου που επιστρέφει στο ράντσο της οικογένειάς του για να μείνει εκεί. Ο αδελφός του έχει παντρευτεί τη γυναίκα που κάποτε αγαπούσε - και που μάλλον εκείνη τον αγαπά ακόμα. Η οικογενειακή γαλήνη όμως θα διακοπεί βίαια από μια επιδρομή ινδιάνων που θα σκοτώσει όσα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν στο ράντσο και θα απαγάγει την Ντέμπι, την ανιψιά του ήρωα. Τότε αυτός και ο νεαρός Μάρτιν (που έχει κατά το 1/8 ινδιάνικο αίμα) θα ξεκινήσουν μια αναζήτηση που θα κρατήσει χρόνια, ψάχνοντας να βρουν τον ινδιάνο αρχηγό της επιδρομής και την κοπέλα. Μόνο που δεν είναι καθόλου σίγουρο αν ο ήρωάς μας επιθυμεί να τη σώσει ή να τη σκοτώσει επειδή έχει "ατιμαστεί από τους άγριους"...
Δεν ξέρω αν είναι το πρώτο (σίγουρα ένα από τα πρώτα πάντως) γουέστερν που απομυθοποιεί το γουέστερν. Το τόσο διαδεδομένο κάποτε αυτό είδος ήταν πάνω απ' όλα ηρωικό. Οι καουμπόις ήταν γενναίοι, σκότωναν "βάρβαρους ινδιάνους" ή κακούς κάθε είδους και τα φιλμ αποτελούσαν έναν ύμνο στην αμερικάνικη εποποία της κατάκτησης της Άγριας Δύσης. Εδώ όμως δείχνεται η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων. Βλέπετε, ο ηρωικός και τίμιος κατά τα άλλα Ίθαν (ο πρωταγωνιστής) είναι ένας απόλυτος ρατσιστής. Το μίσος του για τους ινδιάνους είναι τόσο τυφλό, που θέλει να σκοτώσει ακόμα και την αθώα ανιψια του επειδή - έστω και ακούσια - έχει γίνει γυναίκα του φύλαρχου. Πάνω απ' όλα η φυλετική καθαρότητα των λευκών. Μήπως αυτό θυμίζει σγχρονες απεχθείς πρακτικές φανατικών ισλαμιστών που καταδικάζουν μια κοπέλα επειδή... βιάστηκε; Άλλωστε ο ρατσισμός του φαίνεται ακόμα και σε μια από τις πρώτες σκηνές, πριν ξεσπάσει το δράμα, όταν συναντά μετά από χρόνια τον μιγά (κατά το 1/8 όπως είπαμε) Μάρτιν και του κάνει μια δεικτική παρατήρηση για το πόσο μοιάζει με ινδιάνο τώρα που μεγάλωσε...
Ο ίδιος ο ψυχισμός του ήρωα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Πόσο υγιής είναι κάποιος που απαρνιέται τα πάντα και ζει επί χρόνια σα νομάδας μόνο για να δώσει διέξοδο στον τυφλό του φανατισμό; Κάποιος που είναι τόσο δοσμένος στις φοβερές εμμονές του; Άλλωστε και η μέχρι τέλους μοναχικότητά του συνηγορεί σ' αυτό. Ο ρεαλισμός στα "κατορθώματα" του ήρωα απομυθοποιεί κι άλλο τον τυπικό "καλό" πρωταγωνιστή των συνηθισμένων γουέστερν, ενώ το όλο κλίμα του φιλμ είναι πικρό και σκοτεινό..
Η σκηνοθεσία του Φορντ είναι υποδειγματική και χαρακτηρίζεται από λιτότητα. Και πάλι εκμεταλλεύεται στο έπακρο το άγριο, ερημικό τοπίο του Ουέστ που μοιάζει να κυριαρχεί σε αρκετές σκηνές, τη γυμνή έρημο με τους επιβλητικούς κάθετους βράχους, το απόκοσμο περιβάλλον. Κινηματογραφεί βασικές σκηνές μέσα από πόρτε και ανοίγματα κάθε είδους, είτε όταν οι ήρωες μπαίνουν είτε όταν βγαίνουν από κάποιο χώρο, σα να τονίζει τον κλειστό χαρακτήρα τους.
Αυτά είναι λίγες μόνο από τις παρατηρήσεις μου. Θα μπορούσαν να έχουν (και έχουν βεβαίως) γραφτεί δεκάδες σελίδες για την ταινία. Αλλά κι εσείς μπορείτε να επισημάνετε άλλες αρετές της. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της αθωότητας των γουέστερν, αλλά και στο τέλος του "ηρωικού" παρελθόντος του αμερικάνικου θαύματος. Οπότε είτε μιλώντας κινηματογραφικά είτε σεναριακά μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ταινία ως αριστούργημα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 17, 2013

Η ΗΡΩΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΛΟΡΙΑ

Μια γυναίκα που αγγίζει τα 60 ζει μια συνηθισμένη ζωή στο Σαντιάγκο της Χιλής. Ακούγεται μάλλον πληκτικό. Κι όμως όχι. Ο κινηματογράφος έχει τη δύναμη να απογειώνει ακόμα και την πιο κοινότοπη καθημερινότητα.
Αυτές είναι οι σκέψεις που έκανα όταν είδα τη "Gloria", χιλιανή ταινία του 2013 του Sebastian Lelio. Ποια είναι η μεγάλη αρετή της ταινίας; Η προσωπικότητα της ηρωίδας, που τόσο καλά σκιαγραφείται. Και η αισιοδοξία που αποπνέει. Μπορεί η Γκλόρια να είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, με συνηθισμένα γούστα και μπανάλ καθημερινότητα. Είναι όμως η εσωτερική της δύναμη που την κάνει να ξεχωρίζει. Βλέπετε, μπορεί να βρίσκεται στις παρυφές της "απόσυρσης", αλλά βιώνει τη ζωή σαν νέος άνθρωπος. Δίχως να σκέπτεται την ηλικία της. Την κοινότοπη ζωή, επαναλαμβάνω. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Η συνηθισμένη όμως ζωή της σχεδόν 60άρας δεν διαφέρει σε τίποτα σχεδόν από τη ζωή μιας συνηθισμένης 35άρας. Εκεί έγκειται η δύναμή της.
Η Γκλορια είναι χωρισμένη, έχει δύο μεγάλα παιδιά που έχουν τις δικές τους ζωές και έχουν προ πολλού φύγει από το σπίτι, εργάζεται, τραγουδά με κέφι σουξέ της εποχής όταν οδηγεί, και τις νύχτες πάει σε κλαμπ για όριμους και χορεύει με κέφι. Μόνη της. Εκεί θα γνωρίσει έναν 65άρη, συνταξιούχο φυσικά, και σύντομα ένας έρωτας θα γεννηθεί. Κανονικός, όπως ακριβώς των νεότερων. Με το ρομαντισμό του, το σεξ, το πάθος, τις κοινές διακοπές (σύντομες, όπως θα δείτε). Μονο που ο κύριος αυτός έχει μια παράξενη εξάρτηση από την πρώην γυναίκα του και την κόρη του. Τι θα κάνει η Γκλόρια όταν "ο κόμπος φτάσει στο χτένι"; Ό,τι ακριβώς θα έκανε μια πολύ νεότερη γυναίκα. Σίγουρα πάντως δεν θα ανιδράσει με συμβιβαστικό τρόπο, "ανάλογο", υποτίθεται, "της ηλικίας της".
Η ταινία αποτελεί ένα απολαυστικό πορτρέτο μια δυνατής γυναίκας, έναν ύμνο στη ζωή, και γίνεται ακόμα καλύτερη χάρη στην εξαιρετική ερμηνεία της Παουλίνα Γκαρσία. Το διακριτικό χιούμορ εναλλάσσεται με κομψό τρόπο με την εξ ίσου διακριτική συγκίνηση και τη μελαγχολία. Το όλο πράγμα όμως αποπνέει μια δυνατή αίσθηση αισιοδοξίας και σου αφήνει ένα χαμόγελο στα χείλη. Στο τελευταίο συμβάλλει και το δυνατό τέλος, με το απόλυτο άφημα της Γκλόρια, το θριαμβευτικό ξέδομά της με τον χορό. Ταυτόχρονα μιλά για την αλλοτρίωση του μέσου ανθρώπου της πόλης και ρίχνει και κλεφτές ματιές στην κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, με τα οικονομικά προβλήματα, τις διαδηλώσεις κλπ.
Δυνατή ταινία, που σου αφήνει μια όμορφη, γλυκόπικρη γεύση, πάνω απ' όλα όμως, όπως ξαναείπα, αισιόδοξη. Και μάλιστα δίχως τη χρήση βαρετών χάπι εντ. Μπράβο. Άλλωστε, ποιος είπε ότι η ζωή τελείώνει κάπου στα 40;

Τετάρτη, Οκτωβρίου 16, 2013

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΣΑΡΛΟ

Το μακρινό 1928 ο Charlie Chaplin (1889-1977), ήδη σούπερ σταρ φυσικά, είχε κιόλας - εκτός από τις πάμπολλες ταινιούλες μικρού μήκους - μερικές μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του, ενώ ο χαρακτηριστικός τύπος που επινόησε και καθιέρωσε, ο αλητάκος "Σαρλό", ήταν ήδη μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες στον κόσμο (τον "δυτικό" τουλάχιστον). Τότε λοιπόν γυρίζει το βουβό "Τσίρκο" (οι ταινίες με ήχο είχαν ήδη λανσαριστεί, αλλά ο  Chaplin άργησε πολύ να υιοθετήσει την καινοτομία αυτή).
Στο "Τσίρκο" ο συμπαθής άστεγος αλήτης βρίσκει δουλειά σ΄ ένα τσίρκο, όπου άθελά του κάνει  εξαιρετικά αστεία πράγματα και λατρεύεται από το κοινό. Γίνεται έτσι η βασική ατραξιόν, πράγμα που ο ίδιος αγνοεί. Παράλληλα ερωτεύεται την κόρη του σκληρού ιδιοκτήτη του τσίρκου, η οποία όμως, παρά τη συμπάθεια που του δείχνει, ερωτεύεται με τη σειρά της έναν ωραίο σχοινοβάτη.
Και εδώ θα βρούμε το κλασικό γνώρισμα των τσαπλινικών ταινιών, που έγκειται νομίζω στην εξαιρετική εναλλαγή γέλιου (συχνά ξεκαρδιστικού) και συγκίνησης. Οι δουλειές του μπορούν, ανάμεσα σε ακράτητα γέλια, να κάνουν να κυλήσει και ένα δάκρυ από τα μάτια σας. Η βασική του πηγή θα είναι συνήθως η διάχυτη μελαγχολία που αποπνέει αυτός ο αστείος κατά τα άλλα χαρακτήρας, μια μελαγχολία που προέρχεται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού από τη μοναχικότητά του. Άλλωστε και στο "Τσίρκο" ο Τσάπλιν, όπως και σε άλλα φιλμ του, αποφεύγει το χάπι εντ. Αντίθετα θυσιάζεται για την αγαπημένη του - αν και εδώ, αντίθετα από άλλες ταινίες του, υπάρχει και ένα στοιχείο του στιλ "προτιμώ την ελευθερία μου από οποιαδήποτε δέσμευση".
Όπως και να το κάνουμε το φιλμ περιέχει μερικές ξεκαρδιστικές στιγμές. Να θυμηθούμε την αστεία, αλλά και με σασπένς σκηνή της σκοινοβασίας με τις μαϊμούδες να τον παρενοχλούν, το κλασικό μπουγέλωμα με τον κλόουν και τον ιδιοκτήτη, τη σκηνή στο κλουβί με το λιοντάρι ή το μόνιμο και εντελώς σουρεαλιστικό κυνηγητό του ήρωα από ένα μουλάρι, που είναι μάλιστα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο φιλμ; Ο ήρωας είναι όπως πάντα αξιοπρεπής παρά τη φτώχια του αλλά και πονηρός, ευκίνητος, ρομαντικός. Με λίγα λόγια αξιαγάπητος.με τον δικό του τρόπο. Περισσότερο θετικό όμως από οτιδήποτε άλλο είναι το γεγονός ότι κατά τη γνώμη μου το φιλμ παραμένει απολαυστικό παρά την ηλικία του. Τουλάχιστον εγώ το ευχαριστήθηκα απόλυτα. Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να μην πτοείσθε από την παλαιότητα. Πολλά από τα διαμάντια του σινεμά θα παραμένουν διαμάντια για πάντα.
ΥΓ: Για πολλούς το "Τσίρκο" δεν είναι από τις πολύ μεγάλες ταινίες του Τσάπλιν. Απολαυστική και αστεία όμως είναι σίγουρα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

ΟΙ ΗΡΩΕΣ (ΤΟΥ ΚΑΤΣ) ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟΨΕ

Παλιά, κάπου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70, ήκμαζε και στην Ευρώπη το κατς (τώρα έχει απομείνει μόνο στην Αμερική). Σωματώδεις μασκοφόροι με βαρύγδουπα ονόματα συγκρούονταν στο ριγκ με όλους τους πιθανούς τρόπους, ουσιαστικά δίχως κανόνες. Ο κόσμος συνέρρεε και τα στοιχήματα έδιναν κι έπαιρναν, παρά το ότι σχεδόν όλοι υποψιάζονταν ότι το όλο πράγμα ήταν στημένο και ουσιαστικά δεν επρόκειτο παρά για μια προμελετημένη σκηνογραφία εντυπωσιακών σκηνών πάλης.
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ο γάλλος David Perrault. Τη γύρισε το 2013 και λέγεται "Nos heros sont mort ce soir" (Οι Ήρωές μας πεθαίνουν Απόψε). Ένας μοναχικός διαζευγμένος φτάνει στο Παρίσι από τη Λεγεώνα των Ξένων και συναντά έναν φίλο του, παλαιστή του κατς, ο οποίος του προτείνει να γίνει κι αυτός το ίδιο. Εκείνος δέχεται και οι δυο τους θα αποτελέσουν ένα δίδυμο, "αντίπαλο" υποτίθεται, όπου ο ένας θα παίζει το ρόλο του κτηνώδους "κακού" και ο άλλος του γενναίου "καλού". Ώσπου θα αρχίσουν να μπλέκουν όλο και περισσότερο με τον υπόκοσμο που ελέγχει το κατς και τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο σοβαρά...
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό ασπρόμαυρο φιλμ με έντονο νουάρ κλίμα, που ταυτόχρονα αποτελεί ύμνο στην αντρική φιλία. Το Παρίσι που βλέπουμε στις εικόνες του είναι σα να έχει βγει από κάποια από τις πρώτες ταινίες της νουβέλ βαγκ, κάπου στις αρχές των 60ς.Αλλά το βασικό γνώρισμά της ταινίας είναι η έντονη κινηματογραφοφιλία της. Το νουάρ είναι πανταχού παρόν. Οι αναφορές συχνές, με αποκορύφωμα την (σχεδόν) τελευταία σκηνή με την πυρκαγιά, όπου βλέπουμε να καίγεται αργά το κέρινο ομοίωμα του Τζέιμς Κάγκνεϊ. Και φυσικά υπάρχουν και πολλές άλλες. Οι χαρακτήρες είναι παράξενοι, φτάνοντας συχνά μέχρι το γκροτέσκο, ενώ η δράση συγκρατημένη (υπάρχουν πολλοί διάλογοι), αφού το βάρος πεφτει στη δημιουργία ατμόσφαιρας και όχι σ' αυτή (τη δράση εννοώ). Εν τω μεταξύ οι κώδικες τιμής, η ισχυρή φιλία, οι παλιοί έρωτες, η νοσταλγία μιας άλλης εποχής, βρίσκονται όλα εδώ.
Ίσως η ταινία κουράσει μερικούς λόγω της έλλειψης έντονης δράσης και της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας. Προσωπικά μου άρεσε αρκετά και κατάφερε να με βάλει στο κλίμα της. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για κινηματογραφικό ντεμπούτο, να είστε σίγουροι ότι θα περιμένω τη συνέχεια.

Κυριακή, Οκτωβρίου 13, 2013

"NIGHTCOMERS" Ή "ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ" ΞΑΝΑ

Το κλασικό μυθιστόρημα του Henri James "Το Στρίψιμο της Βίδας" έχει εμπνεύσει πολλές κινηματογραφικές μεταφορές. Μια απ' αυτές έγινε το 1971 από τον Michael Winner (1935-1913) και λέγεται "The Nightcomers". Το ενδιαφέρον του φιλμ είναι ότι τον βασικό ρόλο ερμηνεύει ο Μάρλον Μπράντο.
Η ταινία αποτελεί ένα είδος prequel του βιβλίου, αφού υποτίθεται ότι αναπλάθει τα όσα συνέβησαν πρίν ξεκινήσει η γνωστή ιστορία..Σε έναν απομονωμένο πύργο δύο πλούσια παιδιά (αγόρι και κορίτσι), οι κληρονόμοι της περιουσίας αφού είναι ορφανά, εκπαιδεύονται από μια όμορφη δασκάλα, αλλά επηρεάζονται στα πάντα από τον ιρλανδό επιστάτη Πίτερ Κουίν, έναν αγροίκο, σαδιστή, αλλά και γοητευτικό ταυτόχρονα, τύπο, που διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τη δασκάλα. Τα παιδιά επηρεάζονται απόλυτα από τον Κουίν και αποκτούν κι αυτά ένα είδος διαστροφής και κακίας, ακόμα κι όταν δεν κατανοούν απόλυτα τι κάνουν, ενώ η πουριτανή ηλικιωμένη οικονόμος μάταια προσπαθεί να αντιδράσει.. Όλα αυτά βέβαια θα έχουν τραγική κατάληξη.
Φυσικά η καλύτερη μεταφορά του έργου στην οθόνη είχε ήδη γίνει το 1961 με το αριστουργηματικό "The Innocents" του Clayton. Λυπάμαι, αλλά οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Μπροστά στην παλιότερη ταινία, αυτή εδώ μοιάζει μάλλον μονοδιάστατη. Το διφορούμενο, το παιχνίδι ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, ο ταραγμένος ψυχισμός της ηρωίδας, έχουν χαθεί. Μιλάμε βέβαια για άλλη δασκάλα, ενώ ο νεκρός Κουίν του βιβλίου και της ταινίας του ΄61 είναι εδώ ο πρωταγωνιστής. Αλλά το μονοδιάστατο και σαφώς εξηγήσιμο στοιχείο παραμένει. Αν και βέβαια ο χαρακτήρας του Κουίν - Μπράντο είναι κι εδώ διφορούμενος, διαθέτοντας ταυτόχρονα μια διεστραμένη και μια γοητευτική πλευρά. Όσο για τον Winner (των μεταγενέστερων :"Death Wish"), μάλλον προσπαθεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή με κάποιες σκηνές σεξ. Ωστόσο δεν βρήκα ιδιαίτερα τρομαχτική ή ανησυχητική την όλη ατμόσφαιρα που δημιουργεί, η οποία ατμόσφαιρα είναι το κυρίαρχο στοιχείο όχι μόνο στους "Αθώους", αλλά σε πολλά άλλα σχετικά φιλμ.
Είδα με σχετικό ενδιαφέρον το ψυχολογικό αυτό θρίλερ, αλλά δεν το θεωρώ κάτι ιδιαίτερο, παρά το παράδοξο και "άρρωστο" στοιχείο που ενυπάρχει στην ιστορία. Ίσως η κρίση μου να ήταν καλύτερη αν δεν υπήρχαν οι εξαιρετικοί "πρόγονοί" του (βιβλίο και ταινία). Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, δεν νομίζω ότι μιλάμε για κάτι πολύ σπουδαίο.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2013

ΒΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ "ΔΗΘΕΝ" "ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ"

Ο Yann Gonzalez είναι ένας νέος γάλος σκηνοθέτης με μερικές μικρού μήκους στο ενεργητικό του. "Les Rencontres d'apres Minuit" (Συναντήσεις μετά τα Μεσάνυχτα) του 2013 είναι η πρώτη του μεγαλου μήκους ταινία. Και δυστυχώς δεν με έπεισε καθόλου.
Η ιδέα του φλύαρου αυτού φιλμ είναι ενδιαφέρουσα: Μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων, αντρών και γυναικών, προσκαλούνται στο σπίτι ενός ζευγαριού (και της τραβεστί υπηρέτριάς τους) για ένα μεταμεσονύχτιο όργιο. Ένας - ένας καταφτάνουν εκεί, ο καθένας αφηγείται την ιστορία του και το ζεύγος τη δική του. Όλα αυτά γίνονται σε μια μινιμαλιστική μεν, σαφώς φουτουριστική όμως ατμόσφαιρα, ενώ πολλές από τις ιστορίες (κυρίως η "κεντρική" του ζεύγους των οικοδεσποτών) είναι μεταφυσικές και κινούνται στο χώρο του φανταστικού. Έτσι η ταινία κυλά αργά, με διαρκείς ποιητικούς - φιλοσοφικούς διαλόγους μέχρι σχεδόν το πρωί. Και, αν έχετε αυτή την περιέργεια, όχι, το όργιο δεν δείχνεται (ή δεν γίνεται) ποτέ.
Η ταινία είναι επηρεασμένη από το έργο του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, αλλά και από άλλους φιλόσοφους, ταυτόχρονα όμως διαπνέεται από έντονο ρομαντικό στοιχείο σχετικά με τον έρωτα - τον αιώνιο έρωτα σημειωτέον - και χρησιμοποιεί ένα είδος έντονου στυλιζαρίσματος στην εικόνα. Τα σκηνικά, οι πόζες και το παίξιμο των ηθοποιών, οι εικόνες με τους έντονα τεχνητούς φωτισμούς και τα εξ ίσου φανερά τεχνητά σκηνικά, εικόνες που παραπέμπουν σε λαϊκή μυθολογία ή στο θέατρο, συμβάλουν στο στυλιζάρισμα. Το όλο πράγμα θα μπορούσε να είναι μια θεατρική παράσταση. Στο μεταξύ όμως οι επίσης ψεύτικοι (επίτηδες φυσικά),  φιλοσοφικοί και ποιητικοί όπως είπαμε διάλογοι, μου φάνηκαν ιδιαίτερα κουραστικοί. Γενικά η όλη απόπειρα και αφόρητα βαρετή μου φάνηκε και κουραστική στην παρακολούθηση. Το μεταφυσικό στοιχείο δεν με έπεισε και η πεισιθανάτια ατμόσφαιρα μου φαινόταν ότι υπήρχε για να δώσει έμφαση σε όλο αυτό το "δήθεν".
Ίσως η ιδέα να είναι ενδιαφέρουσα και ίσως και πάλι ο νεαρός δημιουργός να κάνει καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Έτσι κι αλλιώς δείχνει ότι φαντασία και κάποια ιδιαιτερότητα διαθέτει, καθώς και ικανότητα στο να στήνει μερικές όμορφες εικόνες. Μακάρι να τα αξιοοπιήσει. Προς το παρόν μόνο να με κάνει να βαρεθώ κατάφερε.
ΥΓ1: Στο καστ περιλαμβάνεται ο παλιός ποδοσφαιριστής Ερίκ Καντονά (με υπερμεγέθες πέος, προφανώς ψεύτικο) και ο φτυστός κυριολεκτικά με τον πατέρα νεαρότατος γιος του Αλέν Ντελόν.
ΥΓ2: Για να σας δείξω πόσο υποκειμενικά είναι τα πράγματα και ότι, παρά τα όσο γράφω, καλό είναι να έχετε και προσωπική άποψη για οτιδήποτε, η ταινία κέρδισε το πρώτο βραβείο (δεν θυμάμαι αν ήταν σκηνοθεσίας ή καλύτερης ταινίας) στις Νύχτες Πρεμιέρας του 2013, και μάλιστα από επιτροπή πολύ νέων ανθρώπων, φοιτητών κυρίως. Το σέβομαι απόλυτα, αλλά για μένα παραμένει μάλλον η χειρότερη ταινία απ' όσες είδα στις Νύχτες αυτές.