Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012

ΚΥΡΙΟΣ Ή ΚΥΡΙΑ LAURENCE;

Ο Xavier Dolan είναι πραγματικά το νέο "τρομερό παιδί" του σινεμά. Γαλλόφωνος καναδός εκ Κεμπέκ, έχει ήδη γυρίσει 3 ταινίες, ενώ έχει γεννηθεί μόλις το 1989! Το 2012 λοιπόν γυρίζει το τρίτο του φιλμ, το "Laurence Anyway", που ασχολείται με μια ιδιάζουσα περίπτωση ανθρώπου.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ευτυχισμένος: Συγγραφέας, με ευχάριστη κοινωνική ζωή και με μια πολύ καλή ερωτική σχέση με κοπέλα που αγαπά. Ώσπου στα 35 του αποφασίζει να αποκαλύψει τον πραγματικό του πόθο: Να γίνει γυναίκα! Ποια είναι η ιδιορυθμία; Το ότι ο τύπος δεν είναι καν γκέι. Το πάθος του είναι να ντύνεται γυναικεία, να κάνει ό,τι κάνουν οι γυναίκες (κομμωτήριο, αποτρίχωση, βάψιμο κλπ.), αλλά κατά τα άλλα εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την (κατάπληκτη προφανώς) κοπέλα του, με την οποία επιθυμεί να διατηρήσει τη σχέση του. Μετά την αποκάλυψη η ταινία ασχολείται με το μέλλον της σχέσης τους σε αρκετό βάθος χρόνου, τους χωρισμούς και τα ξανασμιξίματά τους, αλλά και τη ζωή του ήρωα, ο οποίος κυκλοφορεί παντού σαν κανονική γυναίκα δίχως ποτέ να έχει κάνει αλλαγή φύλου.
Πριν πείτε ότι μια τέτοια περίπτωση είναι αδύνατη, θα σας θυμίσω ότι αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα διέθετε ο Ed Wood (του "Plan 9 from Outer Space"), για πολλούς ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Είχε μάλιστα γυρίσει και ταινία για το θέμα, το "Glen or Glenda" (πιστέψτε με, δεν βλέπεται). Όλα αυτά θα τα δείτε καλύτερα στη θαυμάσια κινηματογραφική του βιογραφία που είχε γυρίσει ο Tim Burton. Τα αναφέρω αυτά απλώς για να σας δείξω ότι αυτή το σπάνιο πάθος όντως υπάρχει.
Η ταινία του Dolan τώρα μάλλον με κούρασε. Αναμφισβήτητα ο ίδιος, αν μη τι άλλο, είναι εντυπωσιακός σκηνοθέτης. Δυνατές εικόνες, παράξενες γωνίες λήψης, ξαφνικά σουρεαλιστικά συμβάντα που σπάνε το ρεαλισμό (;) της υπόθεσης (π.χ. το σαλόνι που ξαφνικά πλημμυρίζει από νερό), εκκεντρικοί χαρακτήρες, αρκετό απόλυτα ηθελημένο κιτς κλπ. Και φυσικά μιλά (κάπως μεγαλόστομα είναι αλήθεια) για το θέμα της διαφορετικότητας και του δικαιώματος σ' αυτή. Αλλά και για τα κοινωνικά ταμπού που αντιστέκονται και τελικά θριαμβεύουν. Ωστόσο η περίπτωση δεν παύει να παραμένει φοβερά σπάνια, σχεδόν μοναδική για να επιδέχεται γενικεύσεις. Επίσης (ίσως κυρίως θα έπρεπε να πω) βρήκα αδικαιολόγητη την μεγάλη διάρκεια (πάνω από δυόμιση ώρες), που προφανώς αύξησε την κούρασή μου.
Ο Dolan είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση και, το είπαμε, διαθέτει φαντασία τουλάχιστον από πλευράς εικόνας. Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, θα παρακολουθησω με ενδιαφέρον το έργο του.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Η ΝΤΑΝΑΓΟΥΕΪ ΩΣ ΥΣΤΕΡΙΚΗ ΤΖΟΑΝ ΚΡΟΦΟΡΝΤ

Η Τζόαν Κρόφορντ υπήρξε βέβαια μια από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές σταρ. Η προσωπική της ζωή ωστόσο κάθε άλλο παρά ισορροπημένη ήταν. Υστερική, καταπιεστική, βασάνιζε την θετή κόρη της, είχε παθολογική μανία με την καθαριότητα και, γενικά, πολύ λίγο απείχε από εγκλεισμό σε άσυλο.
 Το "Mommie Dearest" γυρίστηκε από τον Frank Perry (1930-1995) το 1981 και βασίστηκε στο βιβλίο που εξέδωσε ακριβώς η θετή της κόρη, αποκαλύπτοντας την κόλαση στην οποία έζησε. Στο ρόλο της Κρόφορντ η Φέι Νταναγουέι, φτιαγμένη να μοιάζει μ' αυτήν μ' έναν σχεδόν τρομακτικό τρόπο, σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περφόρμανς της καριέρας της.
Αυτό που βλέπουμε στο φιλμ είναι μια απόλυτα προσωπική περίπτωση (μια προσωπική ασθένεια μάλλον). Δεν ξέρουμε από πότε ήταν έτσι η Κρόφορντ, δεν ξέρουμε αν η όλη ψυχοπάθεια οφείλεται στο Χόλιγουντ, στη λάμψη, αλλά και την αφόρητη πίεση που εξασκεί στους σταρ. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή η ηθοποιός (και η Φέι και η Τζόαν) είναι πέρα για πέρα υστερική - και αλκοολική επιπλέον. Η αγωνία της για το ότι δεν έχει παιδιά, οι ερωτικές σχέσεις της που καταστρέφονται λόγω της κατάστασής της, οι σχέσεις της με την θετή κόρη (τραυματική για την τελευταία), η μεγαλομανία της (συχνά κρυμένη κάτω από μια επίφαση σεμνότητας), η καταπιεστικότητά της, η ψύχωσή της με την καθαριότητα... όλα περνάνε απο την οθόνη, δίχως όμως περαιτέρω εξηγήσεις.
Μίλησα στην αρχή για αμφιλεγόμενη ηθοποιία. Όλη η ιδιορυθμία της ταινίας έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα διαρκές overdose. Η ηθοποιία, οι ατάκες, οι καταστάσεις, κάπου το παρακάνουν. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ' αυτές τις περιπτώσεις όπου ένα απόλυτα δραματικό φιλμ προκαλεί άθελά του γέλιο σε αρκετά σημεία. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Νύχτες Πρεμιέρας παίχτηκε στο αφιέρωμα Camp (κάτι σαν κιτς, overdose, άθελά του όμως). Μένει αξέχαστη η σκηνή όπου η Νταναγουέι / Κρόφορντ ουρλιάζει, παραληρεί σχεδόν ενάντια στις... σιδερένιες κρεμάστρες, προκαλώντας γέλιο στο κοινό.
 Ντελίριο λοιπόν σε όλα τα επίπεδα, υπέρ του δέοντος μελόδραμα, υπερβολή, σε μια ταινία που ενδιαφέρει ίσως όσους θέλουν να μάθουν για σκοτεινές πλευρές του λαμπερού Χόλιγουντ... είπαμε όμως: Κάποια τουλάχιστον χαμόγελα από το διαρκές too much δεν θα τα γλυτώσετε...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012

Η ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ... ΑΓΕΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Μια... αγελάδα πέφτει ξαφνικά από τον ουρανό και καταστρέφει το μέλλον και τις ζωές ενός ζευγαριού νεαρών κινέζων, στην πιο ρομαντική στιγμή της ζωής τους. Κι έπειτα βρισκόμαστε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αργεντινή, για να παρακολουθήσουμε την άχαρη καθημερινότητα ενός μονόχνωτου, "γρουσούζη" εργένη. Τι σχέση έχουν οι δύο αυτές ιστορίες; Θα το μάθετε στο αργεντίνικο φιλμ του 2011 "Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό" (Un Cuento Chino), τρίτη ταινία του (άγνωστού μου) Sebastian Borensztein.
Η ταινία, όπως και η αγελάδα, ήρθε πραγματικά από το πουθενά και είναι από τις πιο συμπαθητικές που έχω δει τελευταία. Σωστά μοιρασμένες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, εξαιρετικές ηθοποιίες και, κυρίως, μια σειρά από καίρια θέματα που θίγονται έξυπνα μέσα από αυτή την ιστορία "παγκοσμιοποίησης" (όχι με την απεχθή οικονομική έννοια, αλλά με τη θετική, αυτή που φέρνει άσχετους φαινομενικά ανθρώπους κοντά, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί). Έτσι, με απλό και ευχάριστο τρόπο, το φιλμ καταφέρνει να μιλήσει και να σχολιάσει θέματα όπως η μοναχικότητα και οι (μακροπρόθεσμα τουλάχιστον αρνητικές)επιπτώσεις της, ο ρατσισμός, το μεταναστευτικό πρόβλημα, η δυσκολία της επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους και άλλα που καλείστε πιθανόν να ανακαλύψετε.
Η φόρμα ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στο ρεαλισμό και ένα είδος μαγικού ρεαλισμού (οι σκηνές των ονείρων, η αρχική σκηνή με την αγελάδα κλπ.) Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο πρωταγωνιστής, ο εξαιρετικός Ρικάρντο Ντάριν, στον απολαυστικό και συγχρόνως θλιβερό ρόλο του σχεδόν μισάνθρωπου (επιφανειακά τουλάχιστον), μοναχικού τύπου, που δεν ξέρει πώς να αγαπήσει και - ως αιώνιο παιδί - καταφεύγει στο "σπορ" πολλών μοναχικών ανθρώπων (όχι αποκλειστικά φυσικά), τη συλλογή διαφόρων αντικειμένων.
Η ταινία κατάφερε να με συγκινήσει και να με διασκεδάσει συγχρόνως και προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Ίσως το μοτίβο να το έχουμε δει αρκετές φορές (δύο άσχετοι και αταίριαστοι χαρακτήρες, που έρχονται σταδιακά όλο και πιο κοντά), αλλά βρίσκω ότι εδώ βρίσκεται σε μια από τις πιο απολαυστικές της παραλλαγές. Με λίγα λόγια το συνιστώ.

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012

ΟΙ ΚΑΤΑ STILLMAN "ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΣΕ ΣΥΓΧΙΣΗ "

Ο Whit Stillman θεωρείται ότι επηρέασε τον Wes Anderson. Κι όμως, στην μετά από 13 ολόκληρα χρόνια επιστροφή του, όταν δηλαδή ο Anderson είναι πλέον διάσημος, η ταινία του Stillman είναι αυτή που μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στον κόσμο του, κοντινότερα από όσο οι παλιότερές του. Μιλάμε για το "Damsels in Distress" του 2011 και, σας το λέω από την αρχή, θα το διασκεδάσουν μόνο όσοι έχουν μια μάλλον περίεργη αντίληψη του χιούμορ (κι εγώ ένας απ' αυτούς).
Όπως συνηθίζει πάντα, ο Στίλμαν ασχολείται και εδώ με έναν μικρόκοσμο, αποκομένο από το κοινωνικό περιβάλλον, τον οποίο σατιρίζει. Συγκεκριμένα αυτόν των φοιτητικών κάμπους (και μάλιστα τα γυναικεία μέλη τους). Μόνο που εδώ τίποτα δεν μοιάζει να είναι ρεαλιστικό, αφού επινοεί απίθανους πραγματικά χαρακτήρες (ή ομάδες χαρακτήρων), οι οποίοι συμπεριφέρονται με "κουφό" τρόπο και συζητούν για εξ ίσου "κουφά" θέματα. Ηρωίδες του φιλμ είναι μια παρέα κοριτσιών, συγκάτοικων και φοιτητριών σε κάποιο αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια ομάδα από τους πιο ιδιόρυθμους χαρακτήρες που έχουμε δει ποτέ. Και κυρίως η άτυπη "αρχηγός" τους, ένα απίθανο κράμα - μεταξύ άλλων - χριστιανικής ιδεολογίας και συμπάθειας (με επιχειρήματα) μόνο προς... ηλίθιους άντρες, με αποδεδειγμένα δηλαδή χαμηλό IQ. Στο στενό της περίγυρο μια κοπέλα που βλέπει τα πάντα αφ' υψηλού και... παθαίνει διάφορα όταν μυρίσει κάποια άσχημη μυρουδιά, κάποια με τάσεις αυτοκτονίας, που όμως είναι "σιγανό ποτάμι" κλπ. Όλες μαζί διατηρούν με ζήλο ένα... κέντρο πρόληψης αυτοκτονιών, το οποίο είναι μάλλον αχρείαστο. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα κινείται ένας αντρικός πληθυσμός αποτελούμενος από εξ ίσου παρίεργους τύπους (μερικοί απ' αυτούς ξεκάθαρα βλάκες).
Όλα θυμίζουν τους απίθανους και συχνά "άνευ λόγους" κόσμους και χαρακτήρες που επινοεί ο Wes Anderson. Οι ήρωες τους Στίλμαν βέβαια, όπως πάντα, μιλούν περισσότερο, αμπελοφιλοσοφούν για πραγματικά απίθανα θέματα, δρουν παράξενα (για να το πούμε ευγενικά), διαθέτουν μια σήμα-κατατεθέν ψυχρότητα και ακαμψία, ερωτεύονται, χωρίζουν ή πέφτουν σε κατάθλιψη, πάντοτε όμως, κι αυτό είναι σίγουρο, απέχουν πολύ από τις συμπεριφορές του μέσου όρου. Α, για να μην το ξεχάσω: Το φιλμ διαθέτει επίσης και μια σκηνή - αφιέρωμα στο "Τρελό Θηριοτροφείο" του Λάντις. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά το διασκέδασα πολύ, το βρήκα μάλιστα διασκεδαστικότερο από τις παλιότερες ταινίες του δημιουργού. Θα προειδοποιήσω όμως και πάλι ότι το χιούμορ και το όλο παράλογο στοιχείο που διαπερνά την ταινία είναι αρκετά ιδιόρυθμα και, νομίζω, για λίγους. Φοβάμαι ότι πολλοί δεν θα διασκεδάσουν όσο εγώ, πιθανόν μάλιστα να πλήξουν. Εγώ σας προειδοποίησα...

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2012

Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΗΣ - ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΙΜΗΜΑ - ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Ίσως το έχω γράψει κι άλλη φορά: Το παλιό, κλασικό Χόλιγουντ μπορεί να χαρακτηρίζεται από κάποιους "ξεπερασμένο" και σίγουρα να διαθέτει πολλά κλισέ, πλην όμως είχε μια εντονότατη πλευρά αμφισβήτησης του αμερικάνικου ονείρου, της αμερικάνικης κοινωνίας, της δομής και των αξιών της γενικότερα. Μάλιστα θεωρώ ότι η αμφισβήτηση αυτή σε πολύ παρελθούσες δεκαετίες υπήρξε πιο τολμηρή από τη σύγχρονη (τονίζω ότι μιλώ για το "κανονικό" Χόλιγουντ και όχι για κάθε είδους ανεξάρτητες παραγωγές).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί νομίζω το "Sweet Smell of Sucess" που γύρισε το 1957 ο Alexander Mackendrick (1912-1993), σκωτσέζος και με σημαντική καριέρα και στην Μ. Βρετανία. Με δύο σούπερ σταρ της εποχής μάλιστα, τον Μπάρτ Λάνκαστερ και τον Τόνι Κέρτις. Όλη η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τον λαμπερό (;) κόσμο του θεάματος και των media που σχετίζονται μ' αυτά. Και, πιστέψτε με, σπάνια έχει βγει στην επιφάνεια μια τόσο πικρόχολη ματιά σ' αυτούς τους χώρους. Σπάνια αυτοί δείχνονται τόσο βρώμικοι, αμοραλιστικοί, αδηφάγοι. Είναι σα να αποτελούνται αποκλειστικά σχεδόν από αδίστακτους τύπους, έτοιμους να κάνουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες, την απληστία ή τον εγωισμό τους. Ο Λάνκαστερ είναι ένας διάσημος κριτικός, που μπορεί να ανεβάσει στην κορυφή ή να καταβαραθρώσει έναν καλλιτέχνη με έναν και μόνο λόγο του. Σκληρός, άκαρδος, υπερβολικά εγωιστής, ενδιαφέρεται μόνο για την διατήρηση της δύναμής του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του, που βρίσκονται πολύ πέρα από την απλή απόκτηση πλούτου. Ο Κέρτις είναι ένας ατζέντης, γλοιώδης, κόλακας όταν χρειάζεται, αδίστακτος, κυνικός όταν πρέπει, με μοναδική φιλοδοξία την με κάθε τρόπο ανέλιξή του και την άμεση απόκτηση πλούτου. Φυσικά με οποιοδήποτε τίμημα (αλήθεια, πόσοι σύγχρονοι σούπερ - γκόμενοι θα έπαιζαν έναν τόσο αντιπαθητικό ρόλο; Δεν μιλώ απλά για γραφικούς κακούς, που πάντοτε είναι διασκεδαστικοί κατά βάθος, μιλώ για πραγματικά απεχθείς χαρακτήρες).
Ο περίγυρος των δύο αυτών κεντρικών ηρώων αποτελείται από ανθρώπους που χρησιμοποιούνται σαν πιονια σε λεπτά παιχνίδια δύναμης και εξουσίας. Άνθρωποι που συκοφαντούνται αδίστακτα, εκμηδενίζονται, οδηγούνται σε πλήρη κατάρρευση για να ικανοποιήσουν συμφέροντα ισχυρών - ή wannabe ισχυρών. Τι απουσιάζει από όλο αυτό το απάνθρωπο σκηνικό των show business; Μα φυσικά ο σεβασμός και η αποδοχή του αληθινού ταλέντου, του σημαντικού καλλιτέχνη. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτονται και υπολογίζουν όσοι κινούν τα νήματα. Ανεβάζουν και κατεβάζουν με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο εκτός της αληθινής καλλιτεχνικής αξίας. Γύρω τους κινείται ένας χορός από εξ ίσου πουλημένους μπάτσους και δημοσιογράφους. Πού βρίσκεται η ελπίδα; Πουθενά! Η κατάληξη, με την αβυσαλέα πτώση των ισχυρών (θύματα της δικής τους υλικής ή εσωτερικής απληστίας), δεν αρκεί για να καθαρίσει την εικόνα. Το κακό έχει γίνει και τα ίχνη του θα παραμείνουν ανεξίτηλα.
Μπροστά στο όλο αυτό διεφθαρμένο και άθλιο σκηνικό, τα προσωπικά πάθη του ενός από τους δύο πρωταγωνιστές, η μοναχικότητά του, ο λανθάνων έρωτας για την αδελφή του, περνάν σε δεύτερη μοίρα. Προσωπικά με συγκλόνισε περισσότερο η συνολική εικόνα ενός παντελώς βρώμικου κόσμου όπως αυτή παρουσιάζεται δίχως κανέναν εξωραϊσμό.
Βρήκα την ταινία τρομερά δυνατή, ενώ το δράμα υφαίνεται με τρόπο λεπτό, με μικρές πινελιές που κάνουν όλο και πιο ασφυκτική την όλη κατάσταση, προσθέτοντας συνεχές σασπένς στα όσα συμβαίνουν. Προφανώς τη θεωρώ κλασική ταινία και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Με δεδομένο βέβαια ότι θα "μαυρίσει η ψυχή σας".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2012

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΡΩΜΗ

Ως γνωστόν η Ρώμη είναι η "Αιώνια Πόλη". Ως γνωστόν επίσης είναι, αιώνια ή μη, πανέμορφη. Ο Woody Allen λοιπόν υποκύπτει στην ομορφιά της και στην ευρωπαϊκή γοητεία και, μετά τους ύμνους στη Βαρκελώνη και το Παρίσι, της αφιερώνει το "Από τη Ρώμη με Αγάπη" του 2012 κάνοντας μια ακόμα χαριτωμένη κωμωδία και προσθέτοντας έναν ακόμα κρίκο στην ατέλειωτη σειρά των ταινιών του.
Αυτή τη φορά το φιλμ είναι ουσιαστικά σπονδυλωτό. Αφηγείται 4 διαφορετικές ιστορίες, που διαδραματίζονται φυσικά στη Ρώμη, η οποία αποτελεί το μόνιμο φόντο, πλην όμως οι ιστορίες δεν είναι τοποθετημένες σε κάποια σειρά, αλλά "διαπερνούν" η μία την άλλη. Η αφήγησή τους δηλαδή γίνεται παράλληλα. Βασικό θέμα στις περισσότερες ο έρωτας, οι διαπλοκές του, οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να οδηγήσει. Υπάρχει όμως και η ιστορία με τον Μπενίνι, όπου στόχος της σάτιρας είναι τα ηλίθια, κίτρινα ουσιαστικά media και το παράλογο και το άνευ καμιάς απολύτως ουσίας που τα χαρακτηρίζει. Βρίσκει επίσης την ευκαιρία ο Άλεν να θίξει για πολλοστή φορά το θέμα του θαυμασμού (σχεδόν δέους και κάποιας μνησικακίας συγχρόνως) που διακατέχει τους (διανοούμενους τουλάχιστον) αμερικανούς απέναντι στην Ευρώπη και την πλούσια και μακρά ιστορία της. Όπως επίσης και την ημιμάθειά τους.
Τη φορά αυτή ο ακούραστος δημιουργός χρησιμοποιεί περισσότερο απ' όσο συνηθίζει σουρεαλιστικά και παράλογα στοιχεία. Ολόκληρη η αλληγορική ιστορία με τον Μπενίνι, η διαρκής παρουσία του μεσήλικα Άλεκ Μπάλντουιν που, ως ζωντανό φάντασμα, συμβουλεύει αόρατος τον νεαρό αρχιτέκτονα, οι σουρεαλιστικές σκηνές της όπερας με τον πρωταγωνιστή να κάνει... ντουζ επί σκηνής, όλα δίνουν την διάσταση αυτή στο φιλμ.
Φυσικά η ταινία, όπως πάντα, είναι χαριτωμένη και σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα. Είναι και η καρτποσταλική αντιμετώπιση της ούτως ή άλλως πανέμορφης (το είπαμε και στην αρχή) Ρώμης, οπότε τα πράγματα γίνονται ευχάριστα και στο μάτι. Ωστόσο νομιζω ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια από τις σπουδαίες στιγμές του. Ευχάριστη μεν, αλλά μέχρις εκεί. Δείτε τη για να διασκεδάσετε, μην περιμένετε όμως μια απ' τις ταινίες του Άλεν που ή σε κάνουν να ξεκαρδιστείς ή να προβληματιστείς πολύ (ή και τα δύο). Αλλά είπαμε. Είναι τέτοια η παραγωγικότητά του και το γεγονός ότι τα φιλμ του βρίσκονται πάντα από ένα επίπεδο και πάνω, που του συγχωρώ και μερικές μέτριες, ποτέ όμως κακές, ταινίες.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

Η ΝΤΙΣΚΟ ΩΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Το 1998 ο Whit Stillman γυρίζει την τρίτη του ταινία, το "The Last Days of Disco", η οποία, καλά το καταλάβατε, αναφέρεται ακριβώς στην εποχή που η ντίσκο "τελειώνει" για να δώσει τη θέση της σε άλλου είδους μουσικές (και τρόπους ζωής). Διότι εδώ η ντίσκο αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν τρόπος ζωής παρά σαν απλή μουσική μόδα. 
Η ιστορία διαδραματίζεται τα πρώτα - πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80 και σαν βασικό χώρο έχει μια περίφημη ντισκοτέκ της Νέας Υόρκης. Εργαζόμενοι, ιδιοκτήτες, θαμώνες και άλλοι περιστρέφονται γύρω απ' αυτήν, μιλούν πολύ (όπως συνήθως στα φιλμ του Stillman) λέγοντας κυρίως αμπελοφιλοσοφίες, δημιουργούν και χαλάνε ερωτικές σχέσεις. Κι όλα τελειώνουν (πρόκειται πραγματικά για τέλος εποχής) όταν η ντίσκο κλείνει.
Ο Stillman εξετάζει και πάλι μια μικροομάδα ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν είναι οι ζάπλουτοι γόνοι της αριστοκρατίας της Νέας Υόρκης, όπως στο "Metropolitan", αλλά οι φανατικοί ντισκόβιοι. Κύρια πρόσωπα δυο κολλητές όμορφες κοπέλες - θαμώνες με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες (η Κέιτ Μπέκινσέιλ και η Κλόε Σεβινί στις αρχές της καριέρας τους). Η πρώτη είναι "εύκολη", κυνική, ακόμα και "κακιά", η δεύτερη πιο ρομαντική και κλειστή, που ψάχνει το μεγάλο έρωτα. Κι οι δυο τους, αλλά και ο αντρικός περίγυρος, συχνάζουν στο περίφημο κλαμπ, κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάνουν τα πάντα, χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να περάσουν τη "σκληρή" πόρτα και να μπουν σ' αυτό. Το να μπεις εκεί αποτελεί επιτυχία, δείγμα prestige, ανεβάζει τις μετοχές (και την αυτοπεποίθηση) των ηρώων.
Φυσικά κατά βάθος πρόκειται και πάλι για εσωτερικό κενό. Ο Στίλμαν, με χιούμορ αλλά και συμπάθεια, καταγράφει το κενό αυτό, την ελαφρότητα και το ανούσιο των ζωών των ηρώων του. Αλλά, ταυτόχρονα, και τον λαμπερό, extravagant, κιτς κόσμο της ντίσκο, με τις απίστευτες παρουσίες, την διάχυτη σεξουαλικότητα και ελευθεριότητα, τους ανταγωνισμούς του. Η ελευθεριότητα αυτή, σημειωτέον, κατέρρευσε με την τρομακτική εισβολή του AIDS.
Το φιλμ θεωρείται το γνωστότερο του δημιουργού του, ωστόσο εμένα μ' αρέσει λιγότερο από τα άλλα. Και επι πλέον, μπέρδευα τους αντρικούς ρόλους (το στοιχείο αυτό επεσήμανε και ο ίδιος ο Στίλμαν, που προλόγιζε την προβολή, λέγοντας ότι είναι ένα παράπονο που του γίνεται συχνά για το συγκεκριμένο φιλμ). Όλοι φαίνονταν να μοιάζουν και κάπου έχανα το ποιος είναι ποιος. Κάπου έπληξα επίσης με όλες αυτές τις συζητήσεις και τις εσωτερικές διαμάχες των ηρώων. Αφείστε που ποτέ δεν υπήρξα προσωπικά λάτρης της ντίσκο. Ίσως γι' αυτό, πάντως, κάπου εκτιμώ την όλη προσπάθεια κατάδειξης της εσωτερικής κενότητας. Διάβολε, πρέπει να έχουν στρεβλωθεί πολύ οι αξίες σου αν όλη σου σχεδόν η αξιοπρέπεια και το κοινωνικό σου status εξαρτάται από το αν κάποιος μαλάκας πορτιέρης θα σε αφήσει να μπεις στο κλαμπ ή όχι.
ΥΓ: Σε μια σκηνή - κλείσιμο ματιού η παρέα των ηρώων του Metropolitan μπαίνει σύσσωμη στη ντίσκο για μια βραδιά ξέφρενης διασκέδασης.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2012

Ο ΕΡΝΕΣΤ, Η ΣΕΛΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΟΙ "ΑΔΥΝΑΤΕΣ" ΦΙΛΙΕΣ

To "Ernest et Celestine" υπήρξε κατ' αρχάς πετυχημένο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο του Daniel Pennac. Το 2012 γίνεται και ταινία κινουμένων σχεδίων (γαλική βεβαίως) από τους Stephane Aubier, Vincent Patar και Benjamin Renner. Βρήκα το αποτέλεσμα θαυμάσιο.

Στο ευφάνταστο αυτό φιλμ λοιπόν υπάρχουν δύο κοινωνίες: Η υπέργεια των αρκούδων και η υπόγεια των ποντικών. Αρκούδες και ποντίκια μισιούνται θανάσιμα μεταξύ τους, τα ποντίκια φοβούνται τις αρκούδες και οι αρκούδες σιχαίνονται τα ποντίκια. Μέχρι που η μικρή ποντικίνα Σελεστίν γνωρίζεται με τον πλανόδιο καλλιτέχνη και μόνιμα φτωχό και πεινασμένο αρκούδο Έρνεστ και μεταξύ τους αναπτύσεται μια βαθειά φιλία, η οποία σύντομα θα οδηγήσει σε καταιγιστικές εξελίξεις και επιπτώσεις για τις δύο κοινωνίες.

Φυσικά το όλο στόρι είναι αλληγορικό και συμβολικό. Ουσιαστικά καυτηριάζει τις προκαταλήψεις, οι οποίες είναι βαθύτατα παγιωμένες (και συχνότατα άνευ αιτίας), και δηλητηριάζουν ολόκληρες κοινωνίες, καθώς και τον άκριτο και κοντόφθαλμο ρατσισμό, που εδώ δίνεται με τη μορφή της απέχθειας του ενός είδους προς το άλλο. Και βέβαια λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν ύμνος υπέρ της διαφορετικότητας και της αποδοχής της. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης το ότι οι δύο κόσμοι μισούν μεν ο ένας τον άλλον, αλλά οι δομές και οι βασικές αξίες τους είναι πανομοιότυπες. Το ίδιο και οι προκαταλήψεις τους βέβαια. Στο δεύτερο μέρος η δράση διαδραματίζεται παράλληλα και οι βαθύτατες και ουσιαστικότατες ομοιότητες κάτω από την επιφανειακή έχθρα γίνονται κάτι περισσότερο από εμφανείς.

Αλλά δεν είναι μόνο το στοιχείο του νοήματος και η ούτως ή άλλως απολαυστική και τρυφερή ιστορία. Είναι και η εικόνα που έχει βασικότατο ρόλο στο θετικό αποτέλεσμα. Μακριά από τα "στρογγυλά" και "γυαλιστερά" σχέδια των περισσότερων σύγχρονων animation, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο, πολύ καλά και με πλούσια φαντασία σχεδιασμένο κόσμο, όπου κυριαρχούν οι παστέλ αποχρώσεις. Η όλη εικόνα, σαν αποτέλεσμα, βρίσκεται πολύ κοντά στον εικαστικό κόσμο της ακουαρέλας. Βρήκα το όλο πράγμα τουλάχιστον γοητευτικό.

Όπως καταλάβατε συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ στους φίλους τουλάχιστον των animation (και όχι μόνο). Για μένα αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη από το πουθενά, αφού αγνοούσα την ύπαρξή της. Και, περιτό να το πω, είναι απόλυτα κατάλληλη τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Όλων των ηλικιών!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2012

"GRABBERS" ΕΝΑΝΤΙΟΝ... ΜΕΘΥΣΜΕΝΩΝ ΙΡΛΑΝΔΩΝ

Τι θα λέγατε αν αδηφάγοι, γεμάτοι πλοκάμια, τρομακτικοί εξωγήινοι εισβολείς επιτίθενται όχι στη Νέα Υόρκη ή το Τόκιο, αλλά σε ένα ξεχασμένο ιρλανδικό χωριουδάκι που βρίσκεται σε ένα επίσης απίθανο νησάκι; Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει στο "Grabbers" του 2012, δεύτερη ταινία του ιρλανδού Jon Wright. Πρόκειται φυσικά για κωμωδία επιστημονικής φαντασίας ή/και παρωδία ταινίας τρόμου. Και, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια από τις διασκεδαστικότερες του είδους.
Το φιλμ παραπέμπει άμεσα σε αρκετές παρόμοιες αμερικάνικες ταινίες, που είχαν γίνει κυρίως στη δεκαετία του 80 (Critters, Gremlins κλπ.), και, φυσικά, στις κλασικές παλιότερες "σοβαρές" ταινίες με εξωγήινες εισβολές. Ωστόσο στο συγκεκριμένο φιλμ όλα τα λεφτά είναι οι ιρλανδοί πρωταγωνιστές, οι κάτοικοι του χωριού. Και γενικότερα όλο το κλίμα της ταινίας βγαίνει ακριβώς απ' αυτή την ιρλανδέζικη ατμόσφαιρα. Φοβερές φάτσες, ηλικιωμένοι κυρίως, μερικοί μόνιμα μεθυσμένοι, μάχονται με τους πιο αστείους τρόπους ενάντια στους εφιαλτικούς εισβολείς. Και βέβαια η πλάκα κορυφώνεται όταν ανακαλύπτουν ότι οι τελευταίοι δεν αντέχουν το αλκοόλ, οπότε οι κάτοικοι... οφείλουν να είναι μεθυσμένοι!
Βρήκα, όπως είπα, την ταινία διασκεδαστικότατη, με πολύ καλό ρυθμό, με καλό συνδυασμό τρόμου και γέλιου και, παραδόξως, ενώ πίστευα ότι θα πρόκειται για κλασικό πλακατζίδικο low budget, είδα μια ταινία με αρκετά εντυπωσιακά εφέ και εξαιρετική φωτογραφία, η οποία επικεντρώνεται και προβάλλει το άγριο, μοναχικό, ανεμο- και θαλασσοδαρμένο ιρλανδέζικο τοπίο. Γενικά αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα, πλημμυρισμένη μαλιστα από σπαρταριστούς και ολοζώντανους χαρακτήρες (ο φοβερός γέρος, ο παπάς, ο μπάρμαν, ο αλκοολικός αστυνομικός κλπ.).
Επειδή στην αρχή ανέφερα τις παλιότερες αμερικάνικες σχετικές ταινίες, πρέπει να πω ότι πιστεύω απόλυτα ότι αν το ίδιο ακριβώς σύγχρονο φιλμ ήταν αμερικάνικο, θα έχανε τη μισή από τη γοητεία του. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο "επίπεδο", κλισεδιάρικο (κι εδώ παίζει βέβαια με τα κλισέ, με πολύ ευφάνταστο όμως νομίζω τρόπο), κάτι που θα ειχαμε ξαναδεί πολλές φορές. Ενώ εδώ είναι ακριβώς η ιρλανδέζικη πινελιά που το απογειώνει. Γενικά τη θεωρώ μια από τις πιο feelgood ταινίες της χρονιάς (απαραίτητο να είστε βέβαια και λίγι φανς ταινιών τρόμου).

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2012

METROPOLITAN: ΕΞΥΠΝΟ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ

Είναι δυνατόν μια ταινία να σε κάνει να βαρεθείς καθώς τη βλέπεις, κι όμως να σου αρέσει; Αυτό το παράδοξο μου συνέβει με το "Metropolitan" του 1990 του Whit Stillman. Ο οποίος θεωρείται ότι επηρέασε τον Wes Anderson και γενικά τα φιλμ του διακατέχονται μερικές φορές από έναν υπόγειο σουρεαλισμό.
Ο Stillman, στις λίγες ταινίες του, αρέσκεται, νομίζω, να καταπιάνεται με έναν συγκεκριμένο κάθε φορά μικρόκοσμο και να τον αναλύει. Πολλοί διάλογοι, πάντοτε όμως έξυπνοι έως (όπως προείπαμε) σουρεαλιστικοί, που σου κινούν συχνά το ενδιαφέρον.
Στο "Metropolitan" ασχολείται με μια μικροομάδα που ούτε καν γνωρίζουμε (την υποπτευόμαστε βέβαια) την ύπαρξη και, κυρίως, την καθημερινότητά τους: Με τους νεαρούς γόνους των πολύ - πολύ πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών της Νέας Υόρκης. Η συγκεκριμένη παρέα (αγόρια και κορίτσια γύρω στα 25) αναλώνουν τη ζωή τους ανάμεσα σε σαλόνια (πολυτελή βεβαίως) και επίσημους χορούς στους οποίους πηγαίνουν ανελλιπώς. Πάνε βέβαια και σε κυριλέ μπαρ και εστιατόρια, οι πρώτες όμως είναι οι βασικές ασχολίες τους. Σπουδάζουν σε ακριβά πανεπιστήμια, είναι καλλιεργημένοι με τον μάλλον σπαστικό τρόπο τους... και κουτσομπολεύουν ασύστολα.
Το φιλμ κινείται ως επί το πλείστον σε σαλόνια και ακριβές εξόδους και δείχνει την παρέα να μιλά ακατάπαυστα (εξ ου και το κουραστικό του πράγματος που δήλωσα στην αρχή). Ως νέοι Βιτελόνι, στην πραγματικότητα δεν κάνουν απολύτως τίποτα και απλώς περιφέρουν την κενή ύπαρξή τους προσπαθώντας να περάσουν την ώρα τους. Ερωτεύονται βέβαια, μετανοιώνουν, χωρίζουν, πηδιούνται πού και πού, και όλα αυτά μοιάζουν να είναι επίσης βασικό θέμα των συζητήσεών τους, όπως και κάθε λογής μάλλον "κουφές" αμπελοφιλοσοφίες.
Πιστεύω ότι στόχος του Stillman είναι ακριβώς η κατάδειξη της απόλυτης κενότητας της παρασιτικής και καθόλου δημιουργικής ουσιαστικά ομάδας. Προσοχή όμως: Ενώ συνολικά είναι αντιπαθείς και συντηρητικοί ως εκεί που δεν παίρνει, μερικοί απ' αυτούς σε ατομικό επίπεδο έχουν τις ευαισθησίες, το ρομαντισμό, τις ανησυχίες τους ή μπορεί να είναι καλόψυχοι (μερικοί λέω), οπότε ο θεατής ίσως συμπαθήσει κάποιους, ακόμα και συμπάσχει μαζί τους. Ωστοσο η τεράστια κενότητα και βαρεμάρα της συνολικής τους ύπαρξης παραμένει στο ακέραιο.
Η κριτική στρέφεται και προς τον μοναδικό προλεταριακής καταγωγής τύπο που καταφέρνει να εισχωρήσει στην παρέα, έχοντας μάλιστα και ουτοπικά σοσιαλιστικά οράματα (που φυσικά οι υπόλοιποι πρώτη φορά ακούνε)! Από τη μία κατακρίνει ανοιχτά τον τρόπο ζωής τους, από την άλλη έλκεται απ' αυτόν και προσπαθεί να γίνει όσο περισσότερο μπορεί αναπόσπαστο μέρος της παρέας (και της τάξης τους).
Η ταινία κυλά αργά, σχεδόν δίχως πλοκή, με κάποια φλερτ και έρωτες, και κινείται κάπως μόνο προς το τέλος. Εκεί όμως ο Στίλμαν βρίσκει την ευκαιρία να "αδειάσει" εντελώς όλους αυτούς του κηφήνες, δείχνοντας ότι ακόμα και αυτή η τόσο κολλητή παρέα, δεν είναι παρά μια λυση ανάγκης και δεν έχει καθόλου βαθιές ρίζες φιλίας. Στο μεταξύ είναι απίστευτο να βλέπεις τόσο συντηρητισμό, τέτοια ντυσίματα (φράκα, κοστούμια, φορέματα σαν νυφικά) στη δεκαετία του 80, τόση άγνοια της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας που τους περιβάλλει. Είναι σα να μην πήραν ποτέ χαμπάρι τη δεκαετία του 60 και όσες αλλαγές επέφερε αυτή στην καθημερινότητα των δυτικών ανθρώπων. Και είναι απίστετυτο επίσης να μαθαίνεις για το τυπικό των χορών που πρέπει να παρευρεθούν, με συγκεκριμένους συνοδούς και τρόπους εμφάνισης, λες και βρισκόμαστε στις Βερσαλίες. Μα, διάβολε, υπήρχαν όλα αυτά στα 80ς σ' αυτούς τους τόσο γελοίους υψηλούς κύκλους;
Γι' αυτό σας είπα: Ενώ βαριόμουν κατά τη διάρκεια της προβολής, τελικά μου άρεσε. Ίσως μάλιστα να θέλει ο σκηνοθέτης να κάνει τον θεατή να βαρεθεί ακριβώς για να δείξει την αχρηστία και γελοιότητα της ύπαρξης όλων αυτών, ακόμα κι αν κάποιες στιγμές γίνονται αξιαγάπητοι. Όλη αυτη η καταγραφή της κενότητας (διανθισμένη με στοιχεία κομεντί) και οι συχνά έξυπνοι διάλογοι που περιέχει με έκαναν τελικά να εκτιμήσω την ταινία. Και κατανοώ γιατί αυτή αποτελεί ένα είδος καλτ για κάποιους σινεφίλ.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΔΙΧΩΣ "ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ"

Όταν το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά βρίσκεται στα κέφια του, παράγει συμπαθέστατες ταινίες. Σ΄αυτή την κατηγορία υπάγεται, κατά τη γνώμη μου, το "Safety Not Guaranteed" (2012) του πρωτοεμφανιζόμενου σε μεγάλου μήκους φιλμ Colin Trevorrow.
Όταν ένα περιοδικό ανακαλύπτει μια μικρή αγγελία που, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει περίπου "Ζητείται συνταξιδιώτης για ταξίδι στο χρόνο, η ασφάλεια δεν είναι εγγυημένη και ο συνταξιδιώτης πρέπει να φέρει τα δικά του όπλα", στέλνει μια σπαρταριστή ομάδα δημοσιογράφων, τον επί κεφαλής και δύο μαθητευόμενους, αγόρι και κορίτσι, στην επαρχιακή πόλη απ' όπου προέρχεται η αγγελία για να ερευνήσουν το θέμα. Τα αποτελέσματα είναι, αν μη τι άλλο, απροσδόκητα.
Φυσικά η ταινία παίζει με το είδος της επιστημονικής φαντασίας, αλλά πρέπει να προειδοποιήσω τους φίλους του είδους ότι δεν πρόκειται ακριβώς για κάτι τέτοιο. Απλώς πρόκειται για το φόντο. Μέχρι την τελευταία σκηνή άλλωστε δεν ξέρουμε αν υπάρχουν στοιχεία αλήθειας στην όλη φάση ή αν πρόκειται για φαντασιώσεις ενός τρελού. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ρομαντική, τρυφερή και με πολύ χιούμορ ματιά πάνω στις σχέσεις ανάμεσα σε τύπους... χμ... ας τους χαρακτηρίσουμε ιδιόρυθμους, ίσως λιγάκι "βαρεμένους", όχι όμως τόσο ώστε να χαρακτηριστούν psycho. Μοναχικούς σίγουρα. Διαφορετικούς, ας τους πούμε καλύτερα. Οπότε η ταινία γίνεται και ένας ύμνος προς τη διαφορετικότητα και την ανοχή και, τελικά, υποστηρίζει με τον χαριτωμένο τρόπο της ότι υπάρχει και γι' αυτούς θέση στον κόσμο. Γι' αυτό άλλωστε και βλέπει με τόση συμπάθεια τους παράξενους ήρωές της. Κι όλα αυτά δίχως να της λείπουν η ατμόσφαιρα μυστηρίου, που δημιουργεί σασπένς, και οι αρκετές ανατροπές.
Σίγουρα πρόκειται για μια feelgood ταινία, απ' αυτές που οι αμερικάνοι ανεξάρτητοι δημιουργοί ξέρουν καλά να φτιάχνουν. Νομίζω ότι θα την παρακολουθήσετε χαμογελώντας - εγώ τουλάχιστον την απόλαυσα - και ελπίζω να μην απογοητευτείτε από την έλλειψη ειδικών εφέ και θεαματικών ταξιδιών στο χρόνο. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος του φιλμ (και πολύ καλά κάνει).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2012

ΜΟΝΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΙΛΙΑ... ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο Yimou Zang είναι μάλλον ο γνωστότερος σύγχρονος κινέζος σκηνοθέτης. Το 2005, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του αρκετές και αρκετά διαφορετικού στιλ ταινίες, γυρίζει το "Riding Alone for Thousands of Miles". Το φιλμ, πάνω απ' όλα, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα συγκινητικό, σε καμιά περίπτωση όμως μελό.
Ένας χήρος πατέρας από την Ιαπωνία έχει αποξενωθεί πλήρως και για πολλά χρόνια από το γιο του, όταν ξαφνικά μαθαίνει από τη γυναίκα του τελευταίου ότι ο γιος του είναι μάλλον ετοιμοθάνατος. Αφού μια προσπάθεια προσέγγισης αποτυγχάνει (ο γιος αρνείται να τον δει), ο πατέρας αποφασίζει να πραγματοποιήσει ο ίδιος την μεγάλη επιθυμία του γιου, ο οποίος έχει πάθος με την κινέζικη όπερα: Να ταξιδέψει σε ένα χωριό της Κίνας και να κινηματογραφήσει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης όπερας (που έχει τον τίτλο της ταινίας) από έναν συγκεκριμένο χωρικό περφόρμερ.
Το φιλμ παίζει σε πολλά συναισθηματικά επίπεδα: Ο πατέρας, κλειστός, αμίλητος, βαρύς, νοιώθει την τόσων χρόνων στέρηση ανθρώπινης επαφής να βαραίνει αμείλικτα πάνω του. Η όψιμη αγάπη για τον γιο που τόσα χρόνια έχει να δει τον κυριεύει. Στην Κίνα θα βρει ένα "υποκατάστατο". Τον μικρό γιο του χωρικού, που δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του, αφού ο τελευταίος βρίσκεται στη φυλακή. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Τελικά θα είναι μια παράλληλη σχέση μ' αυτήν που αρχικά ξεκίνησε να (ξανα)φτιάξει με τον δικό του γιο. Έτσι τα δράματα του ιάπωνα, του κινέζου χωρικού και του μικρού παιδιού του συναντιούνται και τελικά μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Σε ένα άλλο επίπεδο, ο κλειστός "πολιτισμένος" γιαπωνέζος έρχεται σε επαφή με το φτωχό κινέζικο χωριό, αλλά και με την έμφυτη ανθρωπιά των απλών του κατοίκων. Η φιλοξενία τους, η βοήθειά τους, θα τον συγκλονίσουν. Θα αναθεωρήσει - σιωπηλά πάντα - την μέχρι τότε "στεγνή" στάση που κράτησε στη ζωή του. Θα είναι όμως μάλλον αργά...
Εκτός των άλλων το φιλμ διαθέτει και μαι μεγάλη σκηνή σε ένα παράδοξο κινέζικο τοπίο με τεράστια κάθετα βράχια που σχηματίζουν έναν αληθινό λαβύρινθο. Ωστόσο μάλλον λίγες είναι οι παραχωρήσεις που κάνει στο κινέζικο φολκλόρ.
Καλή ταινία, ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερσυναισθηματική, πλην όμως είναι γεμάτη από τόση τρυφερότητα, συγκίνηση και ανθρωπιά, που την συγχωρώ. Και, τελικά, κοιτάξτε να εκδηλώνετε τα συναισθήματά σας πριν να είναι αργά. Δεν είναι και τόσο κακό ή ντροπιαστικό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2012

RESIDENT EVIL No ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ: Η ΦΑΣΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΑΣΑΡΙΑ

Βρέθηκα λοιπόν με μια δωρεάν πρόσκληση στο χέρι και είπα: Άντε, ας το δω το "Resident Evil : Retribution" του 2012("R.E.: Η Τιμωρία" στα καθ' ημάς). Του Paul W.S. Anderson βεβαίως και πάλι, όπως το πρώτο και κάποια άλλα παρόμοιου στιλ φιλμς. Πρόκειται για το νο 4 ή 5 της σειράς (δεν θυμάμαι και βαριέμαι να το ψάξω). Είχα δει το πρώτο μόνο και δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Λες, λέω, να έχει βελτιωθεί το τέταρτο;
Δυστυχώς τα πράγματα εδώ ήταν ακόμα χειρότερα: Η βαβούρα, από την αρχή ως το τέλος αδιάκοπη. Το ξύλο, οι πυροβολισμοί, οι εκρήξεις δεν σταματάνε. Το 3D προσθέτει σε όλα αυτά (και ευχαριστιέσαι (;) έτσι θραύσματα από εκρήξεις να σου έρχονται στη μούρη, τι ωραία!). Το σενάριο είναι υποτυπώδες, για μάλλον χαμηλής νοημοσύνης μαθητές και το όλο πράγμα εξαντλείται σε συνεχή εφέ, από αυτά με την υψηλή τεχνολογία έως τα διάφορα τέρατα (ζόμπι και άλλα) που παρελαύνουν.
Το πολύ κακό με όλα μάλλον τα φιλμ που προέρχονται από ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι ότι τους είναι αδύνατο να ξεπεράσουν τη λογική του παιχνιδιού. Ανεβαίνεις συνεχώς πίστες, κάθε μια είναι δυσκολότερη από τη άλλη, και στο τέλος, φυσικά, επιβιώνεις (σιγά μην πέθαινες) και προετοιμάζεις το έδαφος για την επόμενη συνέχεια, που θα γυριστεί, υποθέτω, όταν βγει στην αγορά και η επόμενη βερσιόν του παιχνιδιού. Τόσο καλά. Εδώ όλα αυτά ήταν κάτι παραπάνω από εμφανή. Οι ήρωες περνάν από προσομοίωση πόλης σε προσομοίωση άλλης πόλης (Τόκιο, Νέα Υόρκη, Μόσχα κλπ.), αντιμετωπίζουν τους διάφορους (παρόμοιους) κινδύνους της κάθε μιας και πηγαίνουν στην επόμενη. Τόσο πρωτότυπο... Στο μεταξύ κακά υπερκομπιούτερ, μεταλλαγμένοι, ενέσεις που δίνουν ειδικές δυνάμεις, κλώνοι κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να βουτήξει από το απόθεμα χρόνων επιστημονικής φαντασίας συσσωρεύονται ως αχταρμάς κι όποιος αντέξει. Όπως καταλάβατε, αν βαθμολογούσα τις ταινίες, θα ήταν η περίπτωση που θα έβαζα το γνωστό μικρό τετραγωνάκι.
Μα υπάρχουν εντυπωσιακά εφέ, εξ ίσου εντυπωσιακά γυρισμένες σκηνές (δράσης φυσικά, τι άλλο;), εντυπωσιακά σκηνικά... Φοβάμαι ότι η εποχή που όλα αυτά ήταν ικανά να κρατήσουν τον θεατή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μα πέστε μου στην εποχή μας μια αμερικάνικη, μεγάλου προϋπολογισμού περιπέτεια, που να μην διαθέτει κάμποσα τέτοια. Αρκεί αυτό; Το αντίθετο μάλιστα: Το όλο πράγμα γίνεται όλο και πιο βαρετό.
Έχω την εντύπωση ότι όλα τα R.E. γυρίζονται τελικά για να μας δείξει τα κάλλη της η Μίλα Γιόβοβιτς, που φοβάμαι ότι της είναι αδύνατο να παίξει άλλου είδους ρόλους. Και σ' αυτό όμως μάλλον ατυχήσαμε, αφού είναι μεν σέξι, δεν εμφανίζεται όμως ποτέ γυμνη. Πάει κι ο τελευταίος λόγος να δει κανείς κάποιο από δαύτα...
Γενικό συμπέρασμα; Ευτυχώς που το είδα δωρεάν. Την επόμενη φορά θα το σκεφτώ ακόμα κι έτσι.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2012

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2011-2012

Όπως κάθε Σεπτέμβρη, το blog δηλώνει ευθαρσώς αυτά που του άρεσαν περισσότερο την κινηματογραφική χρονιά που έφυγε. Πάντοτε με τους 3 γνωστούς κανόνες:
1. Η σειρά ΔΕΝ είναι αξιολογική. Αναφέρω τις 10 ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο και τις 10 επόμενες δίχως εσωτερική αξιολόγηση σε κάθε λίστα. Η σειρά είναι απλώς αλφαβητική κατά σκηνοθέτη.
2. Ως σεζόν νοείται από 1 Σεπτέμβρη 2011 έως 31 Αυγούστου 2012. Αναφερόμαστε στις ταινίες που παίχτηκαν στις οθόνες την περίοδο αυτή.
3. Οι λίστες περιλαμβάνουν μόνο τις καινούριες ταινίες που προβλήθηκαν, και όχι τις παλιότερες που κατακλύζουν τις οθόνες (και καλά κάνουν) τα τελευταία χρόνια. Το "Key Largo" π.χ. δεν παίρνει μέρος στην αξιολόγηση.
Πάμε λοιπόν:

Η ΠΡΩΤΗ ΔΕΚΑΔΑ

1. Μεσάνυχτα στο Παρίσι του Woody Allen
2. Το Δέρμα που Κατοικώ του Pedro Almodovar
3. Moonrise Kingdom του Wes Anderson
4. Ένας Χωρισμός του Asgar Farhadi
5. Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο του Robert Guediguian
6. The Artist του Michel Hazanavicius
7. Το Λιμάνι της Χάβρης του Aki Kaurismaki
8. Intouchables των Olivier Nakache & Eric Toledano
9. Οι Απόγονοι του Alexander Payne
10. Hugo του Martin Scorsese

Από τους "επιλαχόντες", που θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται και στην πρώτη δεκάδα, ξεχώρησα:
1. Dark Shadows του Tim Burton
2. Κάποτε στην Ανατολία του Nuri Bilge Ceylan
3. Cabin in the Woods του Drew Goddard
4. Shame του Steve McQueen
5. Το Καταφύγιο του Jeff Nichols
6. This Must Be the Place του Paolo Sorentino
7. Tin Tin του Steven Spielberg
8. Μεσοτοιχίες του Gustavo Taretto
9. Melancholia του Lars von Trier
10. Drive του Nicolas Refn Winding

Αυτά και για φέτος. Μακάρι του χρόνου να μπορούμε να προτείνουμε ακόμα καλύτερες ταινίες.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2012

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ"

Το 1977 ο Peter Weir ζούσε ακόμα και γύριζε ταινίες στην Αυστραλία και δεν ήταν γνωστός έξω απ' αυτήν. Το "Τελευταίο Κύμα" είναι μια εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου, ταινία, που αποδεικνύει πόσο ο δημιουργός αυτός αξίζει τη διεθνή αναγνώριση ου απολαμβάνει σήμερα.
Καθαρό φιλμ του φανταστικού, βρίσκεται χιλιόμετρα μακρυά από το εφετζίδικο, ψηφιακό συνήθως, φανταστικό των ημερών μας. Εδώ όλα είναι χειροποίητα, τα εφέ δεν έχουν θέση, όλα είναι θέμα ατμόσφαιρας και γενικότερου κλίματος ανησυχίας.
Ένας πετυχημένος αυστραλός δικηγόρος - λευκός φυσικά -αρχίζει να έχει βασανιστικά όνειρα που σχετίζονται με τους αβορίγινες, τους αυτόχθονους κάτοικους της Αυστραλίας. Το πράγμα γίνεται ανησυχητικό όταν τα όνειρα αποδεικνύονται προφητικά. Σταδιακά ο δικηγόρος βουλιάζει όλο και περισσότερο στην κουλτούρα των ιθαγενών και στα τρομερά μυστικά τους.
Έχω γράψει πολλές φορές ότι μερικές φορές το κλίμα ενός φιλμ είναι πολύ δυνατότερο από την πλήρη κατανόησή του. Έτσι κι εδώ, ίσως κάποια σκοτεινά σημεία να μείνουν στο θεατή, ίσως η "ποιητική" κοσμοθεωρία των αυτόχθονων, που σχετίζεται με έναν κόσμο ονείρων που είναι εξ ίσου πραγματικός με την "πραγματικότητα", αφήνει κάποια αδιευκρίνιστα σημεία. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει καμιά σημασία. Το σταδιακό χτίσιμο του σασπένς, τα μικρά γεγονότα που προστίθενται για να δημιουργήσουν το απειλητικό και ανησυχητικό κλίμα, η σταδιακή απώλεια των βεβαιοτήτων του ήρωα, είναι αρκετά για να με αποζημειώσουν. Ποιος νοιάζεται για πανάκριβα εφέ;
Σημαντικότατο στοιχείο της ταινίας είναι το ότι μιλά για την κουλτούρα των αυτόχθονων αυστραλών, τα πιστεύω τους, αλλά και εξετάζει τη θέση τους στο σύγχρονο κόσμο. Όπως ακριβώς οι ινδιάνοι της Αμερικής, έχουν κι αυτοί ως επί το πλείστον εξοντωθεί. Κι όσοι έχουν ενσωματωθεί στις μοντέρνες μεγαλουπόλεις είναι περιθωριακοί. Αλκοολικοί, ναρκομανείς ή πάμπτωχοι (το τελευταίο δημιουργεί συνήθως τα προηγούμενα). Ζώντας στο περιθώριο, είναι σα να μην υπάρχουν στα μάτια των λευκών. Θεωρούνται το κατακάθι των πόλεων. Αν όμως οι άνθρωποι αυτοί έχουν διατηρήσει κάτι από την παλιά φυλετική τους ταυτότητα;
Διπλά λοιπόν ενδιαφέρουσα για μένα η ταινία. Και με σωστή ατμόσφαιρα και με μια πολιτική ματιά που μιλά για πράγματα που έχουμε ξεχάσει ή "ξεχάσει". Τη θεωρώ από τα πολύ καλά και σχετικά άγνωστα φιλμ του Γουίαρ.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 11, 2012

TOTAL-ACTION MOVIE-RECALL

Νομίζω ότι βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω για την κυριαρχία ανεγκέφαλων ταινιών σε μεγάλο μέρος της χολιγουντιανής παραγωγής σήμερα. Χαρακτηριστικό της η πληθώρα action movies και - πολύ χειρότερο αυτό - η μετατροπή παλιών λιγότερο ή περισσότερο καλών ταινιών σε action movies. Αφορμή το ριμέικ του "Total Recall" (2012). Φυσικά δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον Len Wiseman των "Underworld". Εδώ όμως μιλάω συνολικά για το φαινόμενο.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν είμαι ντε και καλά εναντίον των action movies. Μια χαρά είναι να κάθεσαι πού και πού αραχτός με τα ποπ κορν σου αγκαλιά και να χαζεύεις κυνηγητά και εξωπραγματικές αποδράσεις και ξύλο και πιστολίδι όλων των πιθανών μορφών. Φτάνει να το ξέρεις και, για τη συγκεκριμένη φάση, να έχεις συνειδητά επιλέξει κάτι τέτοιο (βλέπε π.χ. "Speed", τα διάφορα "Die Hard", το τελευταίο μάλιστα από τα οποία έκανε και πάλι ο Wiseman, κλπ.) Το πρόβλημά μου είναι ότι σήμερα φαίνεται ότι όλο το Χόλιγουντ (σχεδόν τέλος πάντων) θέλει να γυρίζει τέτοια φιλμ που απευθύνονται σε 15χρονους, και μάλιστα απ' αυτούς που δεν σκέπτονται και πολύ. Δεν είναι μόνο η τεράστια ποσότητα τέτοιων ταινιών (τα περισσότερα υπερηρωικά, οι Τζέιμς Μποντ και πολλά άλλα τουλάχιστον ανήκουν εξ ορισμού σ' αυτή την κατηγορία). Είναι, όπως είπα, και η μάστιγα των ριμέικ. Θέλεις να (ξανα)κάνεις Σέρλοκ Χολμς; Καν'τον action movie. Αστυνομικό; Action movie και πάλι. Επιστημονική φαντασία; Μα action movie φυσικά. Και δεν συμμαζεύεται...
Έτσι κι εδώ. Στο καινούριο "Total Recall" το σενάριο υποχωρεί άτακτα (σιγά μη σκεπτόμαστε και πολύ...), τα κλισέ πληθαίνουν, από τον αρχικό Φίλιπ Ντικ ελάχιστα μένουν και, βέβαια, τον πρώτο λόγο έχει η συνεχής δράση. Απ' αυτή που δεν μπορεί να υπάρχει στον αληθινό κόσμο - φυσικά και πάλι. Με διαρκείς αποδράσεις, με ξεκάθαρα διαχωρισμένους καλούς - κακούς, με κυνηγητά κάθε είδους, με μάχες στην κορυφή ενός "ασανσέρ" που διασχίζει σε ελάχιστο χρόνο ολόκληρο το εσωτερικό της γης, άρα τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά φυσικά αυτοί δεν κολώνουν, με τελική μονομαχία καλού - κακού... Τι άλλο θέλετε;
Τι να κάνω τα εντυπωσιακά σκηνικά, τα οποία παραπέμπουν κατ' ευθείαν στο κλασικό "Blade Runner" και είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα λίγα καλά στοιχεία του φιλμ; Και τι να κάνω τη μικρή δόση αμφιβολίας που αφήνεται στο τέλος (αν και, αν το καλοσκεφτείς, ούτε αυτή υπάρχει, αλλά δεν μπορώ να πω άλλα γιατί θα είναι spoiler); Το θέμα είναι ότι η μετατροπή καλών παλιότερων φιλμ σε απλά action movies με ενοχλεί πλέον όλο και περισσότερο.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2012

Η ΚΟΜΜΩΤΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

"Ο Εραστής της Κομμώτριας" είναι μια ταινία που μιλά για τον απόλυτο έρωτα. Τόσο απόλυτο, που είναι εξωπραγματικός. Κι αυτό διαφαίνεται σε πολλά από τα στοιχεία της.
Ο Patrice Lecont, ο συμπαθέστατος και κομψός γάλλος σκηνοθέτης, γυρίζει το φιλμ αυτό το 1990 και μ' αυτό γίνεται γνωστός στη χώρα μας. Ο Αντουάν λοιπόν, από μικρός, ερωτεύεται μόνο κομμώτριες και, με απόλυτη σιγουριά, είναι αποφασισμένος να παντρευτεί κομμώτρια. Πράγμα που κάνει με τον πιο φυσικό και αβίαστο τρόπο όταν γνωρίζει την (κομμώτρια φυσικά) Ματίλντ, της προτείνει γάμο στο πρώτο του κούρεμα... και όλα πάνε μια χαρά.
Καταλάβατε ότι το όλο κλίμα του φιλμ, χωρίς βέβαια να περιέχει στοιχεία ου φανταστικού, ουσιαστικά κινείται στη μάλλον μη υπαρκτή ατμόσφαιρα που λέγαμε. Ο Λεκόντ δεν ενδιαφέρεται να μας δώσει κανένα στοιχείο για τους ήρωές του. Τι εκανε πριν η Ματίλντ; Πώς ζει ο Αντουάν, αφού είναι σαφές ότι δεν εργάζεται; Γιατί δεν έχει φίλους; Είναι σίγουρο ότι η έλλειψη αυτών και άλλων στοιχείων για τους χαρακτήρες των ηρώων είναι ηθελημένη. Αυτό ακριβώς το γεγονός, ότι οι δύο ερωτευμένοι μοιάζουν απόλυτα ξεκομμένοι από τον κόσμο, τονίζει το εξωπραγματικό στοιχείο του έρωτά τους.
 Πράγματι, πόσοι έρωτες μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο αυτάρκεις; Το ζευγάρι δεν έχει καμιά εξάρτηση από τον έξω κόσμο. Το κομμωτήριο είναι σαν ένα νησί ευτυχίας στην πόλη, σα μια φυσαλίδα που στεγάζει και προστατεύει τον έρωτά τους. Τίποτα άλλο δεν υπάρχει γι' αυτούς. Ο μικροκοσμός τους τους αρκεί και τους περισσεύει. Το κομμωτήριο είναι "διαφανές", αφού έχει μεγάλες γυάλινες βιτρίνες. Ο έξω κόσμος μπορεί να δει λοιπόν την ευτυχία τους, δεν την κρύβουν, ωστόσο μοιάζει να μη μπορεί να παρέμβει!
Το φιλμ κάνει συχνά φλας μπακ στην παιδική ηλικία του ήρωα. Η εμμονή του με τις κομμώτριες, ο απίστευτος και αστείος χορός του με υπόκρουση εξωτικών αραβικών τραγουδιών (που τον συνοδεύει σ' όλη του τη ζωή και αποτελεί το σήμα κατατεθέν του φιλμ), οι σχέσεις με τους γονείς, η ανακοίνωση σε μικρή ηλικία "ότι θα παντρευτεί κομμώτρια", όλα δεν ξέρω αν ακριβώς ρίχνουν φως στην προσωπιότητα και το background του. Μάλλον την εμμονή του για την αναζήτηση του απόλυτου έρωτα (στην αγκαλιά κομμώτριας φυσικά) τονίζουν.
Η τανία είναι ευχάριστη, εξαιρετικά τρυφερή, με χιούμορ, συγκίνηση και μια σπάνια γλυκύτητα. Και τελικά, με το μάλλον απροσδόκητο τέλος της, μας μιλά για το ανέφικτο ενός τόσο τέλειου, ιδανικού και αυτάρκη έρωτα. Ή, αν θέλετε, για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα. Είναι σαν να μας λέει ο Λεκόντ ότι όλο αυτή η ευτυχία είναι τόσο εξωπραγματική που δεν μπορεί να υφίσταται στον κόσμο μας.
Πολύ καλή ταινία λοιπόν για την τέλεια ερωτική αγάπη, πλην όμως θα μου επιτρέψετε, παρά το ότι μ' αρέσει, να τη θεωρώ και κάπως υπερτιμημένη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 06, 2012

ΠΕΡΙ "ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ" ΚΑΙ ΟΠΛΟΚΑΤΟΧΗΣ

Ο James D. Stern είναι παραγωγός κυρίως αλλά και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Το 1999 γύρισε τη μοναδική fiction ταινία του, το "All the Rage" ή "It's the Rage" (ελληνικός τίτλος σε dvd - άγνωστο γιατί - "Ανατροπές", από τους πλέον άσχετους τίτλους ever).
 Πρόκειται για μια δραματική ταινία που το βασικό της θέμα είναι μια πολεμική ενάντια στην οπλοκατοχή, "σπορ" που, ως γνωστόν, ανθεί στις ΗΠΑ με τραγικά, κάθε λίγο και λιγάκι, αποτελέσματα. Η ταινία μας δείχνει αρκετούς χαρακτήρες, άσχετους μεν, αλλά που κάπως συνδέονται μεταξύ τους, που όλοι έχουν να κάνουν με κάποια ιστορία οπλοκατοχής και φόνου. Όλες οι ιστορίες έχουν τραγική κατάληξη, απόροια ενός νόμου που μάλλον έχει δημιουργήσει περισσότερα θύματα παρά έχει προστατεύσει ανθρώπους.
Καλές λοιπόν οι προθέσεις, όχι όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, και το φιλμ. Γιατί εδώ όλα γίνονται πολύ, μα πολύ εύκολα. Κατ' αρχήν οι περισσότεροι από τους ποικίλους χαρακτήρες είναι λιγότερο ή περισσότερο "βαρεμένοι": Ο δολοφόνος σύζυγος της αρχικής σκηνής είναι ένας οργίλος και αντιπαθής τύπος που κάθε λίγο χάνει την ψυχραιμία του και ουρλιάζει, ο γκέι πάσχει από κατάθλιψη - στα όρια της τρέλας για να είμαστε ακριβείς, ο εκατομμυριούχος εφευρέτης ιντερνετικών παιχνιδιών (κάτι σαν Μπιλ Γκέιτς) είναι ολότελα τρελός, τα δύο νεαρά αδέλφια άστα να πάνε (η μία κλεπτομανής, ο αλλος ένας υπερβίαιος θρησκόληπτος) και δεν συμμαζεύεται. Με τέτοια υπερσυγκέντρωση ψυχωτικών χαρακτήρων, η βία - με ή χωρίς οπλοκατοχή - είναι σίγουρο ότι θα ξεσπάσει σύντομα. Από την άλλη πάλι, ο τρόπος που συναντιούνται οι τροχιές και οι πορείες όλων αυτών των αρχικά άγνωστων μεταξύ των τύπων βασίζεται πολύ σε συμπτώσεις, τόσο ώστε να καταντά από ένα σημείο και πέρα ακόμα και αστείο. Όλοι διαπλέκονται με κάποιον τρόπο, πολύ εύκολο όμως.
Τελικά, παρά τους αρκετούς καλούς ηθοποιούς και, όπως είπα και πριν, την σωστή ιδεολογικά - για μένα τουλάχιστον - αντιμετώπιση του ακανθώδους αυτού θέματος (για τις ΗΠΑ τουλάχιστον), να που δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και μερικά άλλα καλά για να γίνει και μια καλή ταινία. Λίγη περισσότερη προσοχή, σεναριακά τουλάχιστον, δεν θα έβλαπτε...

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2012

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΠΛΑΣΕ ΤΗ ΜΠΡΙΖΙΤ ΜΠΑΡΝΤΟ!

Ο Roger Vadim (1928-2000) δεν νομίζω ότι υπήρξε ποτέ πολύ μεγάλος σκηνοθέτης. Συχνά όμως κατάφερνε να κάνει αίσθηση με τις ταινίες του και με την επιλογή των πρωταγωνιστριών τους (μερικές από τις οποίες υπήρξαν και σύζυγοι / ερωμένες του). Όπως, βέβαια, με την πρώτη του ταινία, το θρυλικό "Και ο Θεός έπλασε τη γυανίκα" του 1956.
Θρυλικό; Επειδή είναι μια συγκλονιστική ταινία; Μάλλον όχι. Το μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης φήμης της οφείλεται στην κυριολεκτικά εκρηκτική παρουσία της 22χρονης τότε Μπριζίτ Μπαρντό στον πρώτο σημαντικό ρόλο της. Αυτό ήταν άλλωστε το φιλμ που την ανέδειξε και την καθιέρωσε σαν παγκοσμιο σύμβολο του σεξ.
Στην ταινία παίζει το ρόλο μιας ανεξάρτητης (αλλά και κακομαθημένης) τινέιτζερ, που αψηφά όλες τις σεξουαλικές και κοινωνικές συμβάσεις και, ενώ είναι ερωτευμένη με κάποιον αρκετά μεγαλύτερό της και πολιορκείται από έναν ακόμα μεγαλύτερο πλούσιο αρχιτέκτονα, αυτή τελικά παντρεύεται το μικρό αδελφό του πρώτου, που είναι ερωτευμένος μαζί της, και το δράμα ξεκινά.
 Πρόκειται βέβαια για ερωτικό δράμα, με αισθηματικές συγκρούσεις και διλήμματα και την αξέχαστη περσόνα της Μπαρντό, με τον προφανή και πρωτοφανή για την εποχή ερωτισμό της, στο επίκεντρο των πάντων. Πέραν αυτών, αξίζει και για τη γραφική απεικόνιση του μάλλον φτωχού τότε Σαιν Τροπέζ, όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Κατά τη γνώμη μου έχει πάντως ενδιαφέρον και η τόλμη του Βαντίμ στη σκιαγράφηση του ποτρέτου της νεαρής ηρωίδας του. Η σεξουαλική της ελευθεριότητα, το ερωτικό της πάθος, η περιφρόνηση κάθε κοινωνικής σύμβασης, ταμπού και καθωσπρεπισμού, μπορούν να προκαλέσουν αίσθηση ακόμα και σήμερα, που τόσα έχουμε δει. Πιστεύω μάλιστα ότι μια κοπέλα με τη δική της συμπεριφορά θα προκαλούσε ανάλογες αντιδράσεις του κοινωνικού περίγυρου ακόμα και στις μέρες μας, ιδιάιτερα αν πρόκειται για επαρχία και όλα αυτά γίνονται ουσιαστικά φανερά.
Ας επισημάνω τέλος και την απίστευτη σκηνή του ζωώδους σχεδόν, παραληρηματικού και πέραντα αισθησιακού χορού της Μπαρντό - απόλυτο σύμβολο της ανάγκης της για πλήρη ελευθερία - προς το τέλος του φιλμ, που επίσης είχε σοκάρει στην εποχή του.
Είναι από τις ταινίες που ενώ νομίζω ότι δεν είναι και πολύ σημαντική, θα συνιστούσα σε όλους να τη δουν - αν ενδιαφέρονται τέλος πάντων και για παλιότερες κινηματογραφικές ιστορίες. Μερικά πράγματα αξίζουν ακόμα και αν συνολικά δεν είναι, όπως είπαμε, ιδιαίτερα σπουδαία, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται αυτό.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2012

ΤΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ" ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Κάπου στη δεκαετία του 40 το Χόλιγουντ αρχίζει σοβαρά να ενδιαφέρεται για τη φροϊδική θεωρία της ψυχανάλυσης. Πολλές φορές είναι κακοχωνεμένη, συχνά η χρήση της γίνεται εύκολα και επιφανειακά, ωστόσο η γοητεία της είναι σαφής και προσφέρεται για σεναριακή αξιοποίηση. Γνωστότερο παράδειγμα παραμένει το "Spellbound" του Χίτσκοκ. Ωστόσο το 1947 υπάρχει και το "Secret Beyond the Door" του μεγάλου Fritz Lang (1890-1976), ο οποίος τότε διανύει την αμερικάνικη περίοδό του.
Στην ταινία όμορφη και πλούσια κληρονόμος ερωτεύεται στο Μεξικό μυστηριώδη αρχιτέκτονα και σύντομα παντρεύονται. Ωστόσο, από τις πρώτες κιόλας μέρες του γάμου τους, οι αμφιβολίες και τα ερωτηματικά της ηρωίδας για το ποιος πραγματικά είναι ο σύζυγός της πολλαπλασιάζονται. Κυρίως όταν πηγαίνει να ζήσει στο πατρικό του σπίτι, που κατοικείται και από την αδελφή του και μια άλλη γυναίκα...
Ναι, η ιστορία θυμίζει Χίτσκοκ. Άλλωστε, αυτό που αρχικά μοιάζει με αισθηματική ταινία, εξελίσσεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ. Ο Λανγκ κουβαλά βεβαίως την παράδοση του γερμανικού εξπρεσιονισμού (του οποίου φυσικά υπήρξε πρωτεργάτης) κι αυτό φαίνεται καθαρά στα ασπρόμαυρα πλάνα του φιλμ, με τις έντονες σκιές, το κοντράστο λευκού - μαύρου, τις λήψεις... Από την άλλη, υιοθετεί την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, χαρακτηριστικό γνώρισμα του νουάρ, του οποίου, υπενθυμίζουμε, έχει επίσης γυρίσει εξαιρετικά δείγματα. Εδώ μάλιστα πρωτοτυπεί, βάζοντας στη θέση του κλασικού αφηγητή μια γυναίκα - αφηγήτρια, την ηρωίδα, η οποία έτσι αποκαλύπτει την πάλη που γίνεται μέσα της και το διχασμό της ψυχής της. Και υπάρχει και η ενδιαφέρουσα σκηνή του ονείρου. Όσο για την ψυχανάλυση που λέγαμε, αυτή παίζει κομβικό ρόλο στη λύση της ιστορίας. Και, βέβαια, κι εδώ χρησιμοποιείται με μάλλον εύκολο τρόπο. Θυμήθηκες, πάει τελείωσε. Όλα έχουν φωτιστεί και λυθεί ως δια μαγείας. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα...
Η ταινία υπήρξε μεγάλη αποτυχία στην εποχή της και πήρε κακές κριτικές. Σήμερα αναγνωρίζεται ως πολύ καλύτερη από όσο φαινόταν τότε. Προσωπικά μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και μου άρεσε η ονειρική διάσταση που την διαπερνά, δεν τη θεωρώ πάντως από τις πολύ μεγάλες στιγμές του Lang.

Πέμπτη, Αυγούστου 30, 2012

ΜΙΑ ΟΝΤΩΣ "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ"

Το 1957 ο "παντός καιρού" (έχει κάνει από κωμωδίες με τους αδελφούς Μαρξ έως βαριά μελοδράματα) Leo McCarey (1896-1969) γυρίζει μια από τις πλέον ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών: Το "An Affair to Remember" ("Μια Μεγάλη Αγάπη" στα ελληνικά), με το δίδυμο Κάρι Γκραντ και Ντέμπορα Κερ. Φυσικά πρόκειται για την ιστορία ενός μεγάλου, πολύ μεγάλου έρωτα, που δεν νοιάζεται για ασφάλεια, κοινωνικές συμβάσεις, υποχρεώσεις... Υπάρχει μόνο το πάθος, η αγάπη.
Εκείνος είναι διάσημος διεθνής playboy που ετοιμάζεται να παντρευτεί αμερικάνα εκατομμυριούχο, εκείνη μια έξυπνη κοπέλα "του καλού κόσμου", που κι αυτή ετοιμάζεται να παντρευτεί. Συναντιούνται σε μια υπερατλαντικιή κρουαζιέρα (τι πιο ρομαντικό), ερωτεύονται κεραυνοβόλα και τα εκατομμύρια και οι άλλες γυναίκες του ενός και η ασφάλεια και το σίγουρο μέλον της άλλης πάνε περίπατο... Στο τέλος του ραντεβού, για να δοκιμάσουν την αντοχή της αγάπης τους και για να προλάβουν να ξεμπερδέψουν με τις υποχρεώσεις τους, δίνουν ραντεβού σε έξη μήνες (!) στην κορυφή του Empire State Building. Αλλά η μοίρα έχει άλλα σχέδια...
Το φιλμ ξεκινά μάλλον ανάλαφρα, με έξυπνες ατάκες εκατέροθεν, σαν σπαρταριστή αισθηματική κομεντί, για να καταλήξει δραματικό και, γιατί όχι, δακρύβρεκτο προς το τέλος. Αν λοιπόν είστε ευαίσθητοι και ανοιχτοί σε τέτοιες καταστάσεις, σίγουρα θα δακρύσετε κι εσείς στις τελευταίες σκηνές. Μη ντρέπεστε. Το έχουν πάθει χιλιάδες άνθρωποι πριν από σας.
Φυσικά μιλάμε για overdose ρομαντισμού, σε μια από τις πιο πετυχημένες και διάσημες "συσκευασίες" της ιστορίας του κινηματογράφου. Και, φυσικά, πάντοτε θα αναρωτιόμαστε αν μπορεί στην αληθινή ζωή να υπάρξει τέτοιος κεραυνοβόλος έρωτας, που τινάζει στον αέρα κάθε σταθερά της ζωής του ζευγαριού, κάθε σίγουρο μέχρι χτες σχέδιο. Ίσως όχι. Στο σινεμά όμως όλα είναι δυνατά και, ακόμα καλύτερα, απολαυστικά.
Προσωπικά τώρα, δεν είναι και η καλύτερή μου ταινία. Δεν είμαι των τόσο ρομαντικών δραμάτων, ακόμα και στις καλύτερες εκδοχές τους, όπως εδώ. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία. Αν είστε επιρρεπείς στο είδος, πρόκειται για κλασικό φιλμ και θα το απολαύσετε. Ίσως, όπως ξαναείπα, και να δακρύσετε μάλιστα!

Τρίτη, Αυγούστου 28, 2012

Ο ΜΠΑΤΜΑΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΚΛΙΣΕ

Ξέρω ότι πολλοί έχετε ήδη εκνευριστεί από τον τίτλο. Ξέρω ότι οι περισσότεροι λάτρεψαν και το τελευταίο μέρος της τριλογίας του πολύ καλού (ούτως ή άλλως) Christopher Nolan. Εμένα όμως το "Dark Knight Rises" του 2012, που κλείνει την τριλογία του Μπάτμαν, δεν μου άρεσε. Ή, έστω, μου άρεσε πολύ, μα πολύ λιγότερο από το εκπληκτικό δεύτερο μέρος, το "The Dark Knight".
Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γι' αυτό: Ο πρώτος είναι ότι ο Νόλαν, παρά το ότι αναμφισβήτητα είναι από τους εντυπωσιακότερους σκηνοθέτες του καιρού μας, έχει συχνά την τάση να βαρυφορτώνει τις ταινίες του, τόσο που για μένα γίνονται ενίοτε κουραστικές (το "Inception" ήταν για μένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολύ ενδιαφέρουσας, αλλά και ταυτόχρονα "too much" ταινίας). Ο δεύτερος λόγος είναι η αδικαιολόγητη συσσώρευση κλισέ, πράγμα που δεν δικαιολογώ ούτε στον συγκεκριμένο δημιουργό ούτε στο μύθο του Βatman, που μέχρι τώρα έχει ευτυχήσει να μεταφερθεί στην οθόνη με θαυμάσιους τρόπους.
 Πρέπει εδώ να πω ότι, όπως ίσως καταλάβατε από τα προαναφερθέντα, θεωρώ ότι οι ταινίες του Μπάτμαν (τόσο του Μπάρτον όσο και του Νόλαν) είναι μακράν ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει το πολυχρησιμοποιημένο σε βαθμό κακουργήματος υπερηρωικό είδος στον κινηματογράφο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θεωρώ τον προηγούμενο "Dark Knight" ένα από τα καλύτερα (αν όχι το καλύτερο) μπλογκμπάστερ που έχω δει. Μ' αυτά τα δεδομένα λοιπόν - και μ' αυτές τις απαιτήσεις - απογοητεύτηκα από την "Επιστροφή".
Η τρίωρη σχεδόν διάρκεια με κούρασε. Υπήρχε όμως βασικός λόγος γι' αυτό: Όσο περνούσε η ώρα, τόσο τα κλισέ κάθε είδους αυξάνονταν, έπνιγαν τη δράση: Ο μπάτλερ που θέλει να παντρέψει τον ήρωα, ο πυροκροτητής που, κλασικά, οδεύει αντίστροφα προς το εφιαλτικό μηδέν και όλοι τρέχουν σαν τρελοί να προλάβουν (αν ξαναδώ βόμβα ή ό,τι άλλο σε αντίστροφη μέτρηση, που απενεργοποιείται στο τελευταίο δευτερόλεπτο, θα ξεράσω), ο τέλειος συντονισμός της δράσης των πάντων, όπου όλα συμβαίνουν το δευτερόλεπτο ακριβώς που πρέπει να συμβούν, το γλυκανάλατο τέλος... Τι άλλο να πώ; Επειδή ακριβώς περίμενα πολλά, απογοητεύτηκα επίσης από την παντελή έλλειψη "ρεαλισμού". Ξέρω, "μιλάμε για ταινία του φανταστικού, σε ποιον ρεαλισμό αναφέρεσαι;" θα μου πείτε. Κι όμως, υπάρχει ρεαλισμός στα πλαίσια του φανταστικού. Μπορεί να βρισκόμαστε σε μελλοντικά, εξωγήινα ή ό,τι άλλο περιβάλλοντα, όταν όμως κάποιος τραυματίζεται βαριά, τραυματίζεται βαριά. Δεν μπορεί λίγο μετά να κάνει του κόσμου τις ταρζανιές (από τον ίδιο τον Μπάτμαν που στη μισή ταινία είναι τραυματισμένος - κουτσός στην αρχή, με σχεδόν σπασμένη μέση μετά - όμως θεραπεύεται σε χρόνο dt και μετά από κάμποση προπόνηση αναλαμβάνει φουλ δράση σα να μην τρέχει τίποτα, μέχρι τον ηλικιωμένο και μέχρι πρότινος τραυματία Γκάρι Όλντμαν που λίγο μετά πηδά σαν κατσίκι στα φορτηγά). Γι' αυτού του είδους την έλλειψη ρεαλισμού μιλώ, η οποία μπορεί να παραβλέπεται, να είναι ακόμα και ευπρόσδεκτη και χαβαλετζίδικη στον Green Hornet, όχι όμως και σε μια πολύ πιο σοβαρή σειρά όπως αυτή που εξετάζουμε. Αφείστε που με ολα αυτά τα ψυχικά και σωματικά βάσανα που τραβά, φοβάμαι ότι ο Μπάτμαν αναδεικνύεται πλέον σε Ξανθόπουλο των σούπερ - ηρώων... Α, και μια τελευταία κακή πινελιά: Η Cat Woman δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τη θαυμάσια Μισέλ Φάιφερ!
Κατά τα άλλα υπάρχει βέβαια ο ρυθμός που κρατά τον θεατή, η εντυπωσιακή σκηνοθεσία του Νόλαν, η ευπρόσδεκτη πλήρης ανατροπή προς το τέλος, ο πολύ κακός Μπέιν, το εντυπωσιακό καστ... Φυσικά δεν πρόκειται να πλήξει ουδείς. Απλώς, επαναλαμβάνω, περίμενα πολύ περισσότερα και σε κάποια άλλα επίπεδα.

Δευτέρα, Αυγούστου 27, 2012

ICE AGE ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ (ΤΩΝ ΗΠΕΙΡΩΝ)

Φαίνεται ότι η αναμφιβόλως ευχάριστη παρέα του "Ice Age" θα εξακολουθήσει να μας διασκεδάζει (;) για χρόνια. Τό Νο 4 "Ice Age : Ο Χορός των Ηπείρων" (Continental Drift) του 2012, με σκηνοθέτες τους Steve Martino και Mike Thurmeier, ανακυκλώνει την εξαιρετικά πετυχημένη συνταγή, προσφέρει ευχάριστες ώρες και στους ενήλικες, διαθέτει νέες ιδέες, δεν παύει όμως να είναι μια ακόμα παραλλαγή της αρχικής ιδέας.
Εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με μια θαλασινή περιπέτεια, και μάλιστα με αδίστακτους πειρατές. Το τρίο των ζώων αποκόπτεται λόγω σεισμών από την οικογένειά του και την αγέλη και μπλέκει με τον πειρατή Κάπτεν Κοιλιά. Από τη μία λοιπόν παρακολουθούμε την προσπάθειά τους να βρουν τους δικούς τους και να γλιτώσουν από τους πειρατές (παίζουν μάλιστα ακόμα και σειρήνες, σε μια αναφορά στην Οδύσσεια!) και από την άλλη την ιστορία της ανήσυχης έφηβης κόρης του Μάνι, του μαμούθ, πίσω στην αγέλη. Την παράσταση κλέβει φυσικά ο απίστευτος Σκρατ, του οποίου η λαιμαργία οδηγεί όχι μόνο στον σχηματισμό των ηπείρων όπως τις ξέρουμε σήμερα, αλλά και στην βύθιση της μυθικής... Σκρατλαντίδας. Ίσως αυτό να είναι και ένα ενδιαφέρον και επίκαιρο δυστυχώς σχόλιο πάνω στο θέμα της απληστίας, βασικής αιτίας των δεινών του πλανήτη. Α, και να μην ξεχάσω: Στο φιλμ εισάγεται και η φοβερή γιαγιά του Σιντ... που θα δείτε μόνη σας τι μπορεί να κάνει...
 Ο ρυθμός του φιλμ είναι άψογος, το γέλιο συχνά πηγαίο, το ψηφιακό animation όπως πάντα πετυχημένο. Είπαμε: Η συνταγή έχει βρεθεί και η ομάδα των δημιουργών βρίσκεται σε φόρμα. Γενικά είναι από τις πραγματικά πετυχημένες σειρές. Ωστόσο, όσο ευχάριστα και να βλέπεται, δεν σας κρύβω ότι έχω αρχίσει να βαριέμαι. Και πώς όχι δηλαδή; Μιλάμε για νούμερο 4! Θα μου πείτε, αφού βγάζει και με το παραπάνω τα λεφτά του, γιατί να μην φτάσει και μέχρι το 14; Τέλος πάντων, γκρινιάζω επειδή γενικώς βαριέμαι τα σίκουελ, σας ξαναλέω πάντως ότι έχουμε να κάνουμε, κατά τη γνώμη μου, με πετυχημένο τέτοιο. Που, επαναλαμβάνω, όπως όλη η σειρά, βλέπεται άνετα και από ενήλικες. Τα παιδιά όμως κυρίως, που δεν νοιάζονται για σίκουελ και τέτοια, θα ενθουσιαστούν σίγουρα.

Κυριακή, Αυγούστου 26, 2012

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ - ΔΩΡΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ...

Το 2001 η Νικόλ Κίντμαν ήταν ακόμα πανέμορφη και δροσερή, δίχως πολλές πλαστικές επεμβάσεις, ενώ ο Ματιέ Κασοβίτς και, κυρίως, ο Βενσάν Κασέλ όχι και τόσο γνωστοί. Αυτοί λοιπόν πρωταγωνιστούν στο "Birthday Girl" του άγνωστου (έχει γυρίσει δύο μόνο ταινίες και είναι περισσότερο σεναριογράφος) Jez Butterworth. Πρόκειται για κάτι μεταξύ κομεντί και θρίλερ, με κάποιο σασπένς μάλιστα. Ο ήρωας, εργένης, μοναχικός, κλειστός και ντροπαλός με τις γυναίκες, "παραγγέλνει" σύζυγο μέσω Internet, διαλέγοντας μια όμορφη ρωσίδα. Όταν όμως αυτή καταφτάνει στην επαρχιακή πόλη του, διαπιστώνει αρχικά ότι δεν μιλά λέξη αγγλικά.
Η ταινία παρακολουθεί στο πρώτο κομάτι της την μεταξύ τους σχέση, αμήχανη στην αρχή, θερμότερη από ένα σημείο και μετά, ώσπου καταφτάνουν απρόσκλητοι δύο ρώσοι φίλοι της νύφης και τα πράγματα παίρνουν απρόβλεπτη τροπή, η στροφή προς το θρίλερ επιτέλους πραγματοποιείται και αρχίζουν και οι σχετικές ανατροπές. Από εδώ και πέρα παρακολουθούμε την κλασική φάση του αθώου που βρίσκεται όλο και πιο βαθιά μπλεγμένος σε κάτι που δεν επεδίωξε ποτέ και από το οποίο όσο (μάταια) πασχίζει να απεμπλακεί, τόσο χειρότερα εμπλέκεται. Συγχρόνως, όλα αυτά συντελούν και σε ένα είδος καθυστερημένης "ενηλικίωσης", ξεπεράσματος ορισμένων ταμπού καθωσπρερισμού και, τέλος πάντων, απεξάρτησης από τη μέχρι τώρα μίζερη ζωή του, έστω και με βίαιο (και όχι αποφασισμένο από τον ίδιο) τρόπο.
Το σασπένς είπαμε ότι υπάρχει, κάποιο χιούμορ επίσης, μια δόση ρομαντισμού... όλα όσα χρειάζονται για μια απλή, ευχάριστη σχετικά ταινιούλα, που παρακολουθείται μάλλον με απόλαυση (και με ποπ κορν) στο dvd. Μέχρι εκεί όμως. Δεν νομίζω ότι πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα σπουδαίο, δίχως να το βρίσκω και κακό. Κατατάξτε το στα "συμπαθητικά", αυτά που προορίζονται για ανώδυνη διασκέδση.

Κυριακή, Αυγούστου 19, 2012

ΠΟΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΙΝΑΙ Η "ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ";

Τελικά, αν μη τι άλλο, ο κινηματογράφος έχει ασχοληθεί πραγματικά με τα πάντα, κι αν για κάτι δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις, είναι η ποικιλία θεμάτων. Παράδειγμα, η "Μηχανή της Χαράς" (Hysteria), βρετανική ταινία του 2011 της Tanya Wexler, η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, ασχολείται με τη εφεύρεση του... δονητή, κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα (ναι, από τότε υπάρχει το τόσο διαδεδομένο αυτό μηχάνημα).
Τότε λοιπόν η υστερία ήταν μια εξαιρετικα διαδεδομένη ψυχική ασθένεια ανάμεσα στις γυναίκες της εποχής (γυναίκες από κάποια τάξη και πάνω, βεβαίως, γιατί σιγά μην ασχολιόταν με τέτοιες "πολυτέλειες" το προλεταριάτο). Κάτω από τη γενική αυτή ομπρέλα κρυβάταν μια γκάμα από ψυχικά προβλήματα κάθε είδους, τα περισσότερα από τα οποία είχαν να κάνουν με τη σξουαλική στέρηση. Κυρίως μεσήλικες και άνω λοιπόν κυρίες της ανώτερης τάξης κατέφευγαν σε διάσημο γιατρό της εποχής για θεραπεία, ο οποίος εφάρμοζε... ΟΚ, θα δείτε τι ακριβώς έκανε. Κάποια στιγμή, λόγω φόρτου εργασίας, ο μεγαλογιατρός πρσέλαβε και βοηθό, ένα νεαρό γιατρό, ο οποίος είναι και ο αυτουργός της ποαναφερθείσας εφεύρεσης.
Η ταινία αντιμετωπίζει την παράξενη ιστορία της με ανάλαφρο τρόπο, με αρκετό χιούμορ, κάπως σαν κομεντί εποχής. Γι' αυτό, αν ειστε προετοιμασμένοι να δείτε κάτι "σοβαρό" και μάλλον βαρύ, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες ταινίες εποχής, καμία σχέση. Το πιο πιθανό είναι ότι θα διασκεδάσετε. Εξ ίσου ανάλαφρα, άλλωστε, αντιμετωπίζεται και η ανάδυση των πρώτων κοινωνικών κινημάτων της εποχής, όπως ο σοσιαλισμός και ο φεμινισμός. Η μία απο τις δύο κόρες του γιατρού, η "άσωτη", είναι πρωτεργάτης αμφοτέρων. Στα φιλμ εμφανίζονται διάφοροι καλοί ηθοποιοί, βρετανοί κυρίως (Ρούπερτ Έβερετ, Τζόναθαν Πράις, Μάγκι Γκίλενχαλ κλπ.). Α, και αν περιμένετε κάτι ηδονοβλεπτικό, λόγω του σκαμπρόζικου και τολμηρού θέματος, ξεχάστε το. Είπαμε πρόκειται για σχετικά χαριτωμένη κομεντί, που αν δεν διέθετε το ασυνήθιστο αυτό θεμα, θα ήταν "για όλη την οικογέεια".
Το βρήκα λοιπόν συμπαθητικό, ευχάριστο, κυρίως για θερινό σινεμαδάκι, αξιοπερέργο σαν θέμα (ξέρατε εσείς δηλαδή την ιστορία των δονητών;), αλλά μέχρι εκεί. Όχι και κανένα αριστούργημα.

Κυριακή, Ιουλίου 29, 2012

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΣ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Το μπλογκ, πιστό στις παραδόσεις, αποχωρεί για μπάνια τον Αύγουστο. Ίσως από εκεί που θα βρίσκομαι γράψω σποραδικά και για καμιά "ταινία που βλέπω", κυρίως όμως θα ασχολούμαι με το ευγενές σπορ των διακοπών. Οπότε σας εύχομαι καλό Αύγουστο και ραντεβού για τακτικές αναρτήσεις στα τέλη του μήνα.
Να περάσετε όσο καλύτερα είναι δυνατό με τις παρούσες συνθήκες!

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2012

ΤΟ ΠΑΛΙΟ "CAPE FEAR" ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΣΠΕΝΣ

Ο J. Lee Thompson (1914-2002), αν και παραγωγικότατος, δεν υπήρξε από τους πολύ σημαντικούς δημιουργούς του κινηματογράφου. Το 1962 όμως γυρίζει ένα εκπληκτικής αγωνίας φιλμ, αληθινό πρότυπο θρίλερ κατά τη γνώμη μου, το "Ακρωτήρι του Φόβου" (Cape Fear), ριμέικ του οποίου έκανε, ως γνωστόν, γύρω στα 30 χρόνια μετά ο Μάρτιν Σκορσέζε. Θυμάμαι μάλλον λίγο την πιο πρόσφατη ταινία (την είχα δει μόνο όταν βγήκε στα σινεμά), η γενική μου όμως αίσθηση είναι ότι το πρωτότυπο φιλμ μου άρεσε περισσότερο.
Όταν αποφυλακίζεται μετά οκτώ χρόνια ο κατάδικος Μαξ Κέιντι, φτάνει στην πόλη του πετυχημένου δικηγόρου που έγινε αιτία της καταδίκης του και τρομοκρατεί αδίστακτα αυτόν και την οικογένειά του, παίζοντας μαζί τους ένα αδίστακτο παιχνίδι γάτας - ποντικού που κυριολεκτικά τσακίζει νεύρα (της οικογένειας, άλλά και των θεατών). Δεν διστάζει μάλιστα να απειλεί (έμμεσα πάντα) σεξουαλικά τη σύζυγο, αλλά και την ανήλικη κόρη τους, προσδίδοντας έτσι και μια ισχυρή δόση νοσηρότητας στο όλο κλίμα.
 Φυσικά ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι εκπληκτικός ως η ενσάρκωση του απόλυτου κακού, αλλά πετυχημένος είναι και ο Γκρέγκορι Πεκ στο ρόλο του βολεμένου δικηγόρου. Ταυτόχρονα η ταινία θέτει ύπουλα και υποδόρια και μια σειρά από ερωτήματα: Εντάξει, ο πρώην κατάδικος είναι το απόλυτο κτήνος, πόσο αθώος όμως είναι και ο δικτυωμένος παντού μεγαλοδικηγόρος, πρότυπο οικογενειάρχη, με την άνετη ζωή; Και πού βρίσκονται τα όρια του νόμου και από πιο σημείο και πέρα αυτός γίνεται άχρηστος και ανίσχυρος; Ή από πιο σημείο και πέρα δικαιολογείται η αυτοδικία; Βλέπετε, σε μεγάλο μέρος του φιλμ ο πανέξυπνος εγκληματίας καταφέρνει να τρομοκρατεί τους πάντες δίχως να παραβαίνει κανένα νόμο και δίχως να δίνει την παραμικρή αφορμή για να τον συλλάβουν. Νομίζω ότι όλοι, όπως και ο ήρωας της ταινίας, θα προβληματιστούμε για το τι θα κάναμε εμείς στη συγκεκριμένη φάση. Όσο για το τελευταίο μέρος του φιλμ, εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ, μα πολύ σοβαρά...
 Πέραν των αναλύσεων όμως, βρίσκω την ταινία αληθινό πρότυπο σασπένς και αγωνίας, στα όρια σχεδόν της ταινίας τρόμου. Η ασφυκτική ατμόσφαιρα σε "αρπάζει" από τα πρώτα κιόλας λεπτά και δεν σε αφήνει ποτέ, με ανιούσα μάλιστα τάση καθώς ο κλοιός σφίγγει όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα στην κορύφωση του τέλους, που διαδραματίζεται στους βάλτους με την απόλυτα ταιριαστή πνιγηρή ατμόσφαιρά τους. Όσο για την τελευταία βουβή σκηνή (δεν σας λέω φυσικά τίποτε άλλο), νομίζω ότι θα αναρωτηθούμε όλοι αν, ανεξαρτητα με το τι συνέβει, ο "κακός" πέτυχε τελικά τον στόχο του.
 Πρότυπο θρίλερ λοιπόν κατά τη γνώμη μου, που συνιστώ ανεπιφύλακτα, ιδίως αν σας αρέσει το είδος. Και, όπως είπαμε, με κάμποσες προεκτάσεις...

Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2012

ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ, ΟΙ ΞΑΝΘΙΕΣ ΚΑΙ, ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ, ΤΟ ΧΡΗΜΑ

Ο Howard Hawks (1896-1977) είναι βέβαια ένα από τα μεγάλα ονόματα του κλασικού Χόλιγουντ και έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κινηματογραφικά είδη. Το 1953 γυρίζει το διάσημο μιούζικαλ "Οι Άντρες Προτιμούν τις Ξανθιές", που προηγουμένως είχε γίνει παράσταση στο Μπρόντγουει και βουβή ταινία, και προσθέτει στο ενεργητικό του μια ακόμα επιτυχία. Και κάτι παραπάνω: Το φιλμ αυτό είναι που καθιερώνει τη Μέριλιν Μονρόε ως σούπερσταρ και για δεκαετίες πρότυπο γυναίκας και μόνιμη αρσενική ονείρωξη.
Η Μέριλιν λοιπόν και η κολητή της φίλη Τζέιν Ράσελ είναι show girls. Η πρώτη ψάχνει απεγνωσμένα για πλούσιο γαμπρό (τι πλούσιο, εκατομμυριούχο για να ακριβολογούμε), θεωρώντας τον έρωτα βλακεία, ενώ η δεύτερη, περισσότερο ρομαντική, θέλει να ερωτευτεί πραγματικά. Ένα ταξίδι με υπερωκεάνειο και το αιώνιο Παρίσι θα ολοκληρώσουν το εντυπωσιακό γκλάμορους της ταινίας.
Τώρα πρέπει να σας πω ότι παρά τη διασημότητά του, δεν αποτελεί για μένα ένα από τα αγαπημένα μου μιούζικαλ ούτε μια από τις αγαπημένες μου κωμωδίες. Ίσως φταίει ο αντιπαθητικός ρόλος της Μονρόε, που είναι ψυχρή, υπολογίστρια και έτοιμη να κάνει τα πάντα για τα λεφτά και να προδώσει για ακόμα περισσότερα λεφτά (ενώ ταυτόχρονα το παίζει ηλίθια ξανθιά). Ένα αληθινό αρπαχτικό, όπως τη χαρακτηρίζει κάποιος στην ταινία. Όταν αυτός ο χαρακτήρας παρουσιάζεται κωμικά, χαριτωμένα και εκπέμποντας τόσο ερωτισμό, λες και όλα αυτά είναι μια χαρά και δεν τρέχει τίποτα, ε, όλα αυτό κάπου με ξενερώνει. Αλλά είπαμε, Χόλιγουντ του '50 είναι αυτό και πολλά ενοχλητικά σήμερα υπήρξαν κοινός τόπος για την εποχή. Εκτός φυσικά αν δεχτούμε ότι η ταινία σατιρίζει την αγάπη για το χρήμα και τον ψυχρό υλισμό των αμερικάνων, αλλά δεν το πολυβλέπω...
Βέβαια η γκρίνια μου δεν εμποδίζει το φιλμ να αποτελεί μια αληθινά εκτυφλωτική επίδειξη χολιγουντιανής γκλαμουριάς, στα καλύτερά της. Η δύο σταρ (και κυρίως η Μονρόε βέβαια) λάμπουν πραγματικά στην οθόνη, κάποια νούμερα είναι εντυπωσιακά, αστείες στιγμές υπάρχουν. Κανείς δεν πλήττει τέλος πάντων. Πάνω απ' όλα όμως υπάρχουν τα αξέχαστα, κλασικά τραγούδια που συσσωρεύονται στην ταινία. Σπάνια μιούζικαλ περιλαμβάνει τόσα γνωστά τραγούδια. Από το "Little Rock" στην αρχή μέχρι το γνωστότερο όλων, σε ένα από τα πιο γνωστά νούμερα ever, το "Diamonds are the best girl's friend" προς το τέλος, που τραγουδά η Μέριλιν "σφραγίζοντας" την ταινία (και πιστή βεβαίως στην παροιμοιώδη φιλοχρηματία του ρόλου της).
Φυσικά, ανακεφαλαιώνοντας, πρόκειται για κλασικό, αν και αφελές, φιλμ, που πρέπει να έχει δει κάθε σινεφίλ. Η αναλοίωτη λάμψη που εκπέμπει είναι αρκετή για να σε κάνει να ξεχάσεις κάποιες "λεπτομέρειες". Άσχετα αν, όπως είπα, δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2012

"ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ" ΚΑΙ Ο ΠΥΡΗΝΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ

Κι όμως, πίσω από αυτή τη μάλλον γελοία αφίσα (με τα παραπλανητικά σλόγκαν, σημειωτέον) κρύβεται μια ταινία του σημαντικού Joseph Losey (1909-1984). Είναι "Οι Καταραμένοι" του 1963.
Η εποχή που γυρίστηκε καθορίζει το περιεχόμενό της. Είναι η εποχή που ο ψυχρός πόλεμος καλά κρατεί και η ανθρωπότητα φοβάται πάνω απ' όλα την πυρηνική απειλή. Η βόμβες του 1945 είναι ακόμα πρόσφατες, οι υπερδυνάμεις συσσωρεύουν πυρηνικές κεφαλές και κάθε λογής άλλες βόμβες στα οπλοστάσιά τους και όλοι περιμένουν ότι δεν θα αργήσει να εμφανιστεί ο τρελός που θα πατήσει το κουμπί. Παράλληλα - αρχές 60ς γαρ - η νεανική επανάσταση, ή, αν προτιμάτε, ο θρίαμβος της νεανικής κουλτούρας, είναι έτοιμα να ξεσπάσουν.
Το φιλμ καθορίζεται από τα πλαίσια αυτά. Παραμένει όμως και παράδοξο στη δομή του: Ξεκινά ως ταινία για τη νεανική βία και εγκληματικότητα, τις συμμορίες νέων, τους μηχανόβιους, το ροκ εντ ρολ. Η οπτική απέναντι σε όλα αυτά είναι αρνητική. Και ξαφνικά, από ένα σημείο και πέρα, μετατρέπεται σε φιλμ επιστημονικής φαντασίας: Ένας αμερικάνος τουρίστας, ο αρχηγός μιας ντόπιας συμμορίας (χαρακτηριστικός κακός ο νεαρός τότε Όλιβερ Ριντ) και η αδελφή του παγιδεύονται σε ένα απομονωμένο σπίτι, που κάτω του κρύβει σπηλιές και υπόγειες βάσεις... για να ανακαλύψουν κάποια παράξενα, παγωμένα παιδιά που, όπως φαίνεται, δεν γνωρίζουν τίποτα για τον έξω κόσμο.
Η ταινία, εκτός από μια προειδοποίηση για τον πυρηνικό όλεθρο, βάζει ξεκάθαρα και άλλα διλήμματα: Απέναντι στη νεανική βία αντιπαραθέτει την κρατική βία και αυθαιρεσία. Η συμπεριφορά των νέων με τις συμμορίες είναι αρνητική και καταδικαστέα. Τι μπορούμε όμως να πούμε για τη συμπεριφορά της πολιτείας, του στρατού, της επίσημης επιστήμης, του ενός εκ των πρωταγωνιστών "δημόσιου υπάλληλου"; Πόσο ηθική είναι αυτή, πού βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στο "καθήκον" και το έγκλημα;
Παράλληλα, εκτός του μυστηρίου που κυριαρχεί, η ταινία διαθέτει και μια βαθειά ανθρωπιά. Μοιάζει να πονεί τους ήρωές της, να συμπάσχει. Όλοι έχουν μερίδιο δίκιου κι όλοι κουβαλάν τον δικό τους σταυρό και έχουν τις δικές τους αμφιβολίες. Όσο για το τέλος, απελπισμένο, σκοτεινό, απέχει πολύ από την σύγχρονη κυριαρχία του χάπι εντ. Το στοιχείο αυτό πάντως ήταν χαρακτηριστικό αρκετών ταινιών της εποχής, ακόμα και αμιγώς χολιγουντιανών. Ο φόβος για την πυρηνική κόλαση δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ούτε και σήμερα υπάρχουν βέβαια και πολλά τέτοια, για εντελώς διαφορετικούς όμως λόγους.
Αρνητικό στην ταινία οι κακές ή υπερβολικές ηθοποιίες και ένας κάποιος στόμφος που κυριαρχεί. Κατά τα άλλα όμως - αν ξεπεράσετε τέλος πάντων αυτό το στοιχείο - το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φιλμ. Και ιδιαίτερα σπαρακτικό.

Κυριακή, Ιουλίου 22, 2012

Ο ΜΠΑΡΟΝ ΚΟΕΝ ΤΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νομίζω ότι από την αρχή πρέπει να ξεκαθαρίσω την άποψή μου για τον, αν μη τι άλλο, μοναδικό στο είδος του Σάσα Μπάρον Κοέν: Θαυμάζω την απίστευτη τόλμη του, το ότι δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα, ισοπεδώνει κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας, καθωσπρεπισμού, "ιερών και οσίων", ταμπού. Ναι, για ορισμένα τουλάχιστον απ' αυτά που κάνει χρειάζεται ιδιαίτερη τόλμη. Από την άλλη, το χιούμορ του είναι τόσο χοντρό, αηδιαστικό ακόμα σε κάποια σημεία του, τόσο "κάφρικο", που, πολύ απλά, δεν μπορώ να γελάσω ιδιαίτερα. Δεν μου πάει αυτό το είδος.
Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι με δεδομένη την απιστευτη ασέβεια του Κοέν, με το ότι δεν αφήνει τίποτα όρθιο, μόνο αυτό το είδος χιούμορ θα ταίριαζε, αυτό το βρώμικο, χοντρό είδος, που ίσως έχει σκοπό κι αυτό να ενοχλήσει, όπως ενοχλούν πολλούς όλα αυτά που καταγγέλει. Σε έναν οδοστρωτήρα που παρασέρνει τα πάντα, χρειάζεται εξ ίσου άκομψο χιούμορ. Δεν ξέρω. Διαλέγετε και παίρνετε. Το γεγονός πάντως παραμένει ότι μάλλον λίγο γελάω με τις ταινίες του.
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια ο "Δικτάτορας" του 2012, η τρίτη του ταινία, που γύρισε ο μόνιμος συνεργάτης του Larry Charles. Είναι η πρώτη του που δεν ακολουθεί τη φόρμα του ψευδοντοκιμαντέρ, αλλά έχει "κανονική" πλοκή. Ο στόχος εδώ είναι η πολιτική. Ο Κοέν μεταμορφώνεται σε έναν ειδεχθή και αιμοσταγή δικτάτορα μιας φανταστικής, αραβόφωνης μάλλον χώρας της βόρειας Αφρικής, που όταν πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για να μιλήσει στον ΟΗΕ πέφτει θύμα συνωμοσίας, χάνει τη ταυτότητά του και πασχίζει να ζήσει εκεί άγνωστος μεταξύ αγνώστων, προσπαθώντας πάντοτε να υποστηρίξει τα καλά της δικτατορίας απέναντι στη δημοκρατία(!).
Για μια ακόμα φορά ο Κοέν δεν χαρίζεται σε κανέναν. Εμπνέεται μάλλον από τη λεγόμενη "αραβική άνοιξη" και τα αλυσσιδωτά γεγονότα που συνέβησαν σε αραβικές χώρες με δικτατορία, πλην όμως βάζει στο στόχαστρό του τα πάντα: Τις ίδιες τις δικτατορίες φυσικά, αλλά και τη δυτική δημοκρατία με την υποκρισία και την διαφθορά της, τις ΗΠΑ (καταπληκτικός ο λόγος που περιγράφει το τι συμβαίνει σε δικτατορικά καθεστώτα, μιλώντας όμως για τις σύγχρονες ΗΠΑ), τους κινέζους, τους πολιτικοποιημένους ακτιβιστές και την "τυφλότητά" τους κάποιες φορές, τον φεμινισμό, τον ρατσισμό κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Ωστόσο στο τέλος δεν μπόρεσα να μην ενοχληθώ και λίγο: Μήπως όλα αυτά μας κάνουν ακόμα και να συμπαθήσουμε κάπως το κάθαρμα που ενσαρκώνει, αφού όλα τελικά πάνε "μέλι-γάλα" (με μια διφορούμενη μορφή της έκφρασης αυτής);
Το τι συμβαίνει τώρα στο φιλμ, με το μάλλον προσχηματικό σενάριο, που απλά τονίζει το βρώμικο χιούμορ, δεν περιγράφεται. Μόνο αν το δείτε θα το πιστέψετε. Πηγαίνετε λοιπόν με δικό σας ρίσκο, προετοιμασμένοι να μη σοκαριστείτε με όσα θα δείτε - από άποψη χοντράδας και ηθελημένης κακογουστιάς εννοώ. Πάντως, επαναλαμβάνω, προσωπικά δεν μπορώ να γελάσω και πολύ με αυτό το είδος χιούμορ.

Σάββατο, Ιουλίου 21, 2012

ΟΤΑΝ Η ΑΡΑΧΝΗ ΞΑΝΑΤΣΙΜΠΗΣΕ ΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ SPIDER MAN

Ε λοιπόν ναι! Το Χόλιγουντ είναι αδίστακτο προκειμένου να βγάλει λεφτά (και αφού παραδόξως βγάζει, ποιος μπορεί να το κατηγορήσει;) Δεν μας έφταναν τα siquel, τα prequel, τα franchise, ιδού τώρα η ηλιθιότερη μόδα όλων: Τα reboot. Τουτέστιν μια παραλλαγή, κάτι σα ριμέικ, μιας πρόσφατης και όχι παλιάς ταινίας. Φυσικά η συνταγή εφαρμόζεται προς το παρόν μόνο εκεί που τους παίρνει, στα σουπερ ηρωικά φιλμ δηλαδή, που ξεφυτρώνουν από παντού σαν μανιτάρια.
Ο "Amazing Spider-man" λοιπόν, που γύρισε το 2012 ο συμπαθής Marc Webb, δεν είναι παρά ο γνωστός Σπάιντερμαν πάλι από την αρχή! Ο νεαρός, ντροπαλός μαθητής Πίτερ Πάρκερ, το δάγκωμά του από "πειραγμένη" αράχνη, η μετάλλαξή του σε υπερήρωα με ιδιαίτερες ικανότητες, ο έρωτάς του για μια όμορφη συμμαθήτριά του... Και γιατί πρέπει να τα ξαναδούμε όλα αυτά; Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ...
Θα σας πω εδώ - το έχω ξαναπεί άλλωστε - ότι δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των σούπερηρωικών φιλμ (ούτε των αντίστοιχων κόμικς) και συνήθως (εξαίρεση μερικοί από τους Batman) βλέπω κάποιες σχετικές ταινίες, με ορισμένες από τις οποίες περνώ καλά για δύο ώρες και μετά στο μυαλό μου γίνεται οριστικό delete. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν υπήρξα ποτέ φαν των τριών Σπάιντερμαν του Ράιμι, παρά το ότι μέχρι τότε ο Ράιμι μου άρεσε. Οπότε εδώ έχουμε μια ιδιαιτερότητα: Τυχαίνει ο καινούριος αυτός Άνθρωπος Αράχνη να μου αρέσει περισσότερο από τους παλιούς (σιγά τους παλιούς δηλαδή, πολύ λίγα χρόνια πριν γυρίστηκαν). Ο Webb έχει περιορίσει την ακατάσχετη δράση και αδιάλειπτη βαβούρα (που μπορούν να ενθουσιάσουν μαθητές γυμνασίου), υπέρ μιας πιο ανθρώπινης, σχετικά ρεαλιστικότερης και σαφώς πιο δραματικής προσέγγισης. Ο Σπάιντερμαν είναι εδώ ένας δραματικός χαρακτήρας, που κουβαλά ενοχές, που υποφέρει, που άθελά του φταίει για διάφορα κακά που γίνονται (πάντοτε ήταν έτσι δηλαδή, αλλά νομίζω ότι εδώ αυτή η πλευρά τονίζεται περισσότερο). Η δράση έχει περιοριστεί στο δεύτερο μέρος, ο έρωτας με την συμμαθήτρια είναι πιο γήινος και νορμάλ και, επί πλέον, ο νέος πρωταγωνιστής μου αρέσει περισσότερο, αφού ποτέ δεν χώνεψα τον ξενέρωτο (προσωπική γνώμη) Τόμπι ΜακΓκουάιρ. Άλλωστε ο Webb έχει στο ενεργητικό του και μια από τις λίγες πρωτοτυπες αμερικάνικες κομεντί των τελευταίων χρόνων: Τις "500 Μέρες με τη Σάμερ". Κάτι λέει κι αυτό...
Εντάξει, μην τα πάρετε και πολύ σοβαρά όλα αυτά. Αν δεν είστε φαν των υπερηρωικών ταινιών μην περάσετε ούτε απ' έξω. Και για μένα δεν ήταν και καμιά σπουδαία ταινία. Απλώς μου άρεσε και το είδα με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την προηγούμενη τριλογία και από πολλά άλλα φιλμ ενός είδους που δεν λέει με τίποτα να εξαντληθεί.